EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 31999R1254

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1254/1999 του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1999 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος

OJ L 160, 26.6.1999, p. 21–47 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)
Special edition in Czech: Chapter 03 Volume 025 P. 339 - 365
Special edition in Estonian: Chapter 03 Volume 025 P. 339 - 365
Special edition in Latvian: Chapter 03 Volume 025 P. 339 - 365
Special edition in Lithuanian: Chapter 03 Volume 025 P. 339 - 365
Special edition in Hungarian Chapter 03 Volume 025 P. 339 - 365
Special edition in Maltese: Chapter 03 Volume 025 P. 339 - 365
Special edition in Polish: Chapter 03 Volume 025 P. 339 - 365
Special edition in Slovak: Chapter 03 Volume 025 P. 339 - 365
Special edition in Slovene: Chapter 03 Volume 025 P. 339 - 365
Special edition in Bulgarian: Chapter 03 Volume 028 P. 80 - 108
Special edition in Romanian: Chapter 03 Volume 028 P. 80 - 108

No longer in force, Date of end of validity: 30/06/2008; καταργήθηκε από 32007R1234 . Latest consolidated version: 02/12/2005

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/1999/1254/oj

31999R1254

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1254/1999 του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1999 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 160 της 26/06/1999 σ. 0021 - 0047


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1254/1999 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 17ης Μαΐου 1999

περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως τα άρθρα 36 και 37,

την πρόταση της Επιτροπής(1),

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου(2),

τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(3),

τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών(4),

τη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου(5),

Εκτιμώντας:

(1) ότι η λειτουργία και η ανάπτυξη της κοινής αγοράς για τα γεωργικά προϊόντα πρέπει να συνοδεύονται από τη θέσπιση κοινής γεωργικής πολιτικής και ότι η πολιτική αυτή πρέπει ιδίως να περιλαμβάνει κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών, η οποία δύναται να έχει διάφορες μορφές ανάλογα με τα προϊόντα·

(2) ότι η κοινή γεωργική πολιτική έχει ως σκοπό την επίτευξη των στόχων του άρθρου 33 της συνθήκης· ότι, ιδίως στον τομέα του βοείου κρέατος, είναι αναγκαίο, για τη σταθεροποίηση των αγορών και την εξασφάλιση ενός δίκαιου βιοτικού επιπέδου για τη γεωργική κοινότητα, να προβλεφθούν μέτρα εσωτερικής αγοράς που περιλαμβάνουν, ιδίως, άμεσες ενισχύσεις για τους παραγωγούς βοείου κρέατος, ενίσχυση για την ιδιωτική αποθεματοποίηση και καθεστώς δημόσιας αποθεματοποίησης·

(3) ότι, για να επανέλθει σε κατάσταση ισορροπίας η κατανάλωση κρέατος στην Κοινότητα προς όφελος του τομέα του βοείου κρέατος και για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων αυτών στις διεθνείς αγορές, το επίπεδο στήριξης της αγοράς πρέπει να μειωθεί σταδιακά· ότι, δεδομένων των συνεπειών για τους παραγωγούς, το επίπεδο της εισοδηματικής ενίσχυσης που προβλέπεται στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης αγοράς πρέπει να προσαρμοσθεί και να αναμορφωθεί· ότι, για το σκοπό αυτό, πρέπει να θεσπισθεί ένα συνεκτικό καθεστώς άμεσων ενισχύσεων για τους παραγωγούς· ότι το ύψος των ενισχύσεων αυτών πρέπει να εξελίσσεται παράλληλα με τη βαθμιαία μείωση της στήριξης της αγοράς·

(4) ότι, δεδομένης της ποικιλίας των κτηνοτροφικών επιχειρήσεων, οι άμεσες ενισχύσεις πρέπει να περιλαμβάνουν ειδική πριμοδότηση για τους εκτροφείς ταύρων και βοδιών, πριμοδότηση για διατήρηση αγελών θηλαζουσών αγελάδων και πριμοδότηση σφαγής για όλους τους τύπους βοοειδών, συμπεριλαμβανομένων των αγελάδων και των μόσχων γαλακτοπαραγωγής· ότι η χορήγηση των πριμοδοτήσεων δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα αύξηση της παραγωγής· ότι, για το σκοπό αυτό, ο αριθμός αρσενικών βοοειδών και θηλαζουσών αγελάδων που είναι επιλέξιμα για την ειδική πριμοδότηση και την πριμοδότηση θηλάζουσας αγελάδας πρέπει να περιορίζεται με την εφαρμογή περιφερειακών και ατομικών ανωτάτων ορίων αντιστοίχως και, στην περίπτωση της ειδικής πριμοδότησης, με όριο κεφαλών ανά εκμετάλλευση το οποίο τα κράτη μέλη πρέπει να μπορούν να διαφοροποιούν ανάλογα με την ιδιαίτερη κατάστασή τους· ότι, όσον αφορά την πριμοδότηση σφαγής, πρέπει να καθοριστούν εθνικά ανώτατα όρια βάσει των στοιχείων παραδοσιακής παραγωγής·

(5) ότι οι συνθήκες εκτροφής βοδιών διαφέρουν, συνήθως, από εκείνες της εκτροφής ταύρων· ότι, γι' αυτόν το λόγο, δικαιολογείται η θέσπιση ειδικής πριμοδότησης για βόδια σε διαφορετικό επίπεδο, από εκείνο που ισχύει για τους ταύρους, ανά ζώο· ότι, ωστόσο, η ειδική πριμοδότηση για βόδια πρέπει να κατανέμεται σε δύο πληρωμές για συγκεκριμένες κατηγορίες ηλικιών·

(6) ότι η σφαγή υπερβολικά μεγάλου αριθμού ζώων κατά την περίοδο σφαγής σε κράτη μέλη στα οποία αυτό το είδος παραγωγής είναι ιδιαίτερα σημαντικό, μπορεί να διαταράξει τη σταθερότητα της αγοράς και, κυρίως, να οδηγήσει σε πτώση των τιμών· ότι, προκειμένου να ενθαρρυνθεί η σφαγή των βοδιών εκτός της ετήσιας περιόδου απομάκρυνσης από τους βοσκοτόπους, θα πρέπει να χορηγηθεί, υπό ορισμένους όρους, πρόσθετη πριμοδότηση επί της ειδικής πριμοδοτήσεως για τα ζώα που σφάζονται εκτός εποχής κατά τις είκοσι τρεις πρώτες εβδομάδες του έτους·

(7) ότι, για να έχουν μεγαλύτερη ευελιξία οι παραγωγοί, η επιλεξιμότητα για πριμοδότηση για θηλάζουσες αγελάδες πρέπει να επεκταθεί και στις δαμαλίδες που πληρούν τις ίδιες απαιτήσεις εκτροφής με τις θηλάζουσες αγελάδες· ότι, ωστόσο, ο αριθμός των επιλέξιμων δαμαλίδων σε αγέλες θηλαζουσών αγελάδων πρέπει να περιορίζεται στη συνήθη αναλογία αντικατάστασης· ότι πρέπει να επιτραπεί στα κράτη μέλη, στα οποία άνω του 60 % των ζώων που είναι επιλέξιμα για πριμοδότηση θηλάζουσας αγελάδας διατηρούνται σε ορεινές περιοχές, να διαχειρίζονται την πριμοδότηση χωριστά για τις θηλάζουσες αγελάδες και τις δαμαλίδες και, όσον αφορά τις δαμαλίδες, να εφαρμόζουν χωριστό εθνικό ανώτατο όριο πριμοδότησης εντός της προαναφερόμενης αναλογίας·

(8) ότι η πριμοδότηση για τις θηλάζουσες αγελάδες πρέπει καταρχήν να περιορίζεται στους παραγωγούς που δεν προμηθεύουν γάλα στα γαλακτοκομεία δυνάμει του καθεστώτος της πρόσθετης εισφοράς που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3950/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992 για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων(6)· ότι, ωστόσο, για τις εκμεταλλεύσεις με αγέλη γαλακτοπαραγωγής και αγέλη θηλαζουσών αγελάδων, ενδέχεται να χρειάζεται και στήριξη εισοδήματος· ότι, γι' αυτό το λόγο, πρέπει η πριμοδότηση για θηλάζουσες αγελάδες να χορηγείται και στις μικρομεσαίες μεικτές εκμεταλλεύσεις με συνολική ατομική ποσότητα αναφοράς μέχρι 120000 χιλιόγραμμα· ότι, λόγω της ποικιλομορφίας των διαρθρώσεων παραγωγής στην Κοινότητα, τα κράτη μέλη πρέπει να μπορούν να τροποποιούν ή να μην εφαρμόζουν τον ποσοτικό αυτό περιορισμό βάσει αντικειμενικών κριτηρίων·

(9) ότι, όσον αφορά την πριμοδότηση για θηλάζουσες αγελάδες, τα ατομικά όρια ανά παραγωγό είναι σκόπιμο να διατηρηθούν· ότι ορισμένα δικαιώματα πριμοδότησης που έχουν διατεθεί δεν χρησιμοποιήθηκαν στο παρελθόν· ότι τα μη χρησιμοποιηθέντα δικαιώματα είναι πιθανόν να ενθαρρύνουν την παραγωγή και να αυξήσουν τη δαπάνη, κυρίως, ως συνέπεια του γεγονότος ότι οι δαμαλίδες θα καταστούν πλήρως επιλέξιμες για πριμοδότηση θηλαζουσών αγελάδων· ότι, για να αποφευχθεί αυτό, ο συνολικός αριθμός των δικαιωμάτων πριμοδότησης για θηλάζουσες αγελάδες, για κάθε κράτος μέλος, πρέπει να καθοριστεί βάσει των πληρωμών πριμοδότησης που πράγματι έγιναν σε σχέση με παρελθόντα έτη αναφοράς, αυξημένων κατά ένα ορισμένο περιθώριο για τη διατήρηση του εθνικού αποθέματος· ότι τα κράτη μέλη πρέπει να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν την τήρηση των εθνικών ανωτάτων ορίων τους· ότι, εάν χρειάζεται, πρέπει να προσαρμόσουν τα ατομικά όρια των παραγωγών τους χωρίς αντιστάθμιση σύμφωνα με ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια· ότι τα κριτήρια αυτά εξασφαλίζουν, ιδίως, ίση μεταχείριση των ενδιαφερόμενων παραγωγών και προστασία των ευλόγων προσδοκιών·

(10) ότι το επίπεδο της παραγωγής ενός παραγωγού μπορεί να ποικίλλει λόγω μεταβολών στο απόθεμα ή την παραγωγική ικανότητα· ότι, γι' αυτό το λόγο, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί η δυνατότητα μεταβίβασης δικαιωμάτων πριμοδότησης για θηλάζουσες αγελάδες, τα οποία έχουν αποκτηθεί σε σχέση με ατομικά όρια, σε άλλους παραγωγούς, υπό ορισμένους όρους, είτε μαζί με την εκμετάλλευση είτε χωρίς τη σύνδεση μεταξύ δικαιωμάτων πριμοδότησης και καλλιεργούμενης γης·

(11) ότι οι νέοι και οι υφιστάμενοι παραγωγοί των οποίων τα ατομικά όρια δεν αντιστοιχούν, για διάφορους λόγους, στις μεταβληθείσες συνθήκες που ισχύουν για τις αγέλες θηλαζουσών αγελάδων που διαθέτουν, δεν πρέπει να αποκλείονται από τα δικαιώματα πριμοδότησης· ότι, γι' αυτό το λόγο, θα πρέπει να προβλεφθεί η σύσταση εθνικού αποθέματος το οποίο θα διατηρείται και θα αποτελεί το αντικείμενο διαχείρισης σύμφωνα με κοινοτικά κριτήρια· ότι για τον ίδιο λόγο ενδείκνυται η μεταβίβαση δικαιωμάτων πριμοδότησης χωρίς μεταβίβαση εκμετάλλευσης να εξαρτάται από κανόνες βάσει των οποίων ένα τμήμα των μεταβιβαζόμενων δικαιωμάτων πρέπει να ανακαλείται χωρίς αντισταθμιστική πληρωμή και να διατίθεται στο εθνικό απόθεμα·

(12) ότι ενδείκνυται να επιτραπεί στα κράτη μέλη να συνδέσουν τις ευαίσθητες περιοχές ή τοποθεσίες και την παραγωγή θηλαζουσών αγελάδων κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η διατήρηση της παραγωγής αυτής, κυρίως σε περιοχές στις οποίες δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση·

(13) ότι, δεδομένης της τάσης προς εντατικοποίηση της παραγωγής βοείου κρέατος, οι πριμοδοτήσεις για την κτηνοτροφία πρέπει να περιορίζονται ως προς την ικανότητα κάθε εκμετάλλευσης για καλλιέργειες κτηνοτροφικών φυτών σε σχέση με τον αριθμό και τα είδη των ζώων που εκτρέφονται· ότι, για να αποφευχθούν εξαιρετικά εντατικά είδη παραγωγής, η χορήγηση των πριμοδοτήσεων αυτών πρέπει να εξαρτάται από την τήρηση του μέγιστου δείκτη πυκνότητας της εκμετάλλευσης· ότι, ωστόσο, η κατάσταση των μικρών παραγωγών πρέπει να ληφθεί υπόψη·

(14) ότι, για να ενισχυθούν τα κριτήρια εντατικοποίησης της παραγωγής προκειμένου να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητά τους σε σχέση με περιβαλλοντικούς στόχους, πρέπει να χορηγηθεί συμπληρωματικό ποσό στους παραγωγούς που πληρούν αυστηρές και συγκεκριμένες προϋποθέσεις σχετικά με το δείκτη πυκνότητας· ότι, για να αποφευχθεί η σημαντική μεταβολή στο συνολικό επίπεδο στήριξης και για να εξασφαλισθεί ο έλεγχος των δαπανών, πρέπει να προβλεφθεί, εάν χρειάζεται, προσαρμογή του πρόσθετου ποσού·

(15) ότι οι συνθήκες για την παραγωγή βοείου κρέατος και η εισοδηματική κατάσταση των παραγωγών διαφέρουν σημαντικά στις διάφορες περιοχές της Κοινότητας· ότι ένα καθεστώς σε κοινοτική κλίμακα με ενιαίες ενισχύσεις για όλους τους παραγωγούς θα ήταν εξαιρετικά δύσκαμπτο για να ανταποκριθεί κατάλληλα στις διαρθρωτικές και φυσικές ανισότητες και στις διάφορες ανάγκες που προκύπτουν από αυτές· ότι, γι' αυτό το λόγο, πρέπει να προβλεφθεί ο καθορισμός ελαστικού πλαισίου πρόσθετων κοινοτικών ενισχύσεων οι οποίες θα χορηγούνται από τα κράτη μέλη εντός καθορισμένων συνολικών ποσών και σύμφωνα με ορισμένα κοινά κριτήρια· ότι τα συνολικά ποσά πρέπει να κατανέμονται στα κράτη μέλη βάσει του μεριδίου τους στην κοινοτική παραγωγή βοείου κρέατος· ότι τα κοινοτικά κριτήρια έχουν ως προορισμό, μεταξύ άλλων, να προληφθεί η δημιουργία διακριτικών επιπτώσεων από τις πρόσθετες ενισχύσεις και να ληφθούν πλήρως υπόψη οι σχετικές πολυμερείς δεσμεύσεις της Κοινότητας· ότι, κυρίως, έχει ουσιαστική σημασία τα κράτη μέλη να υποχρεωθούν να χρησιμοποιούν τη διακριτική τους ευχέρεια αποκλειστικώς βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, ώστε να τηρηθεί πλήρως η έννοια της ίσης μεταχείρισης και να αποφευχθούν στρεβλώσεις της αγοράς και του ανταγωνισμού· ότι πρέπει να προβλεφθούν οι μορφές των πρόσθετων αυτών ενισχύσεων που μπορεί να προσλάβουν οι εν λόγω πρόσθετες ενισχύσεις· ότι οι μορφές αυτές πρέπει να είναι πληρωμές κατά κεφαλή για ορισμένες κατηγορίες βοοειδών και ενισχύσεις σχετικές με την έκταση·

(16) ότι, όσον αφορά τις πρόσθετες πληρωμές κατά κεφαλή, απαιτούνται ορισμένα ποσοτικά όρια για να εξασφαλισθεί ένα λογικό επίπεδο ελέγχου της παραγωγής· ότι, επιπλέον, η έννοια της εφαρμογής των απαιτήσεων του δείκτη πυκνότητας πρέπει να τηρείται από όλα τα κράτη μέλη·

(17) ότι πρόσθετες ενισχύσεις σχετικές με την έκταση χορηγούνται μόνο για μόνιμους λειμώνες οι οποίοι δεν υπάγονται σε μέτρα στήριξης άλλων κοινοτικών αγορών· ότι οι ενισχύσεις οι σχετικές με την έκταση πρέπει να εφαρμόζονται εντός των ορίων των περιφερειακών βασικών εκτάσεων μονίμων λειμώνων που πρέπει να καθοριστούν από τα κράτη μέλη σύμφωνα με στοιχεία αναφοράς του παρελθόντος· ότι το μέγιστο ποσό των ενισχύσεων των σχετικών με την έκταση που μπορούν να χορηγηθούν ανά εκτάριο, συμπεριλαμβανομένων πρόσθετων ενισχύσεων σχετικών με την έκταση βάσει της κοινής οργάνωσης αγοράς για το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, πρέπει να είναι συγκρίσιμα με τη μέση στήριξη ανά εκτάριο στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης για παραγωγούς ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών·

(18) ότι οι άμεσες ενισχύσεις πρέπει να εξαρτώνται από την τήρηση εκ μέρους των συγκεκριμένων κτηνοτρόφων των κοινοτικών κανόνων για την ταυτοποίηση και καταγραφή των βοοειδών· ότι, για να επιτευχθεί η επιθυμητή οικονομική επίπτωση, οι άμεσες ενισχύσεις πρέπει να χορηγούνται εντός ορισμένων χρονικών ορίων·

(19) ότι η χρήση ορισμένων ουσιών στην παραγωγή βοείου κρέατος απαγορεύεται από την κοινοτική νομοθεσία· ότι πρέπει να επιβάλλονται ενδεδειγμένες κυρώσεις όταν δεν τηρούνται οι σχετικές διατάξεις·

(20) ότι στο πλαίσιο των ρυθμίσεων για τις τιμές και τη στήριξη του εισοδήματος που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, η υφιστάμενη δημόσια παρέμβαση υπό τη μορφή αγορών, από τους οργανισμούς παρέμβασης και δημόσιας αποθεματοποίησης, δεν είναι πλέον απαραίτητη για την εξιοσορρόπηση της αγοράς αλλά θα δημιουργούσε σημαντικές δαπάνες· ότι πρέπει, γι' αυτό το λόγο, να εξαλειφθεί σταδιακά· ότι, ωστόσο, για να συμβάλει στη σταθεροποίηση των τιμών της αγοράς γύρω από τη βασική τιμή που αποτελεί το επιθυμητό επίπεδο στήριξης της αγοράς, πρέπει να προβλεφθεί ενίσχυση για ιδιωτική αποθεματοποίηση· ότι, για το σκοπό αυτό, η Επιτροπή πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αποφασίζει τη χορήγηση ενίσχυσης για την ιδιωτική αποθεματοποίηση όταν η τιμή της αγοράς είναι χαμηλότερη του 103 % της βασικής τιμής· ότι, εξάλλου, πρέπει να θεσπιστεί ένα καθεστώς παρέμβασης "δικτύου ασφαλείας" για να στηριχθεί η αγορά βοείου κρέατος στα κράτη μέλη ή τις περιφέρειες κρατών μελών όπου οι αγοραίες τιμές είναι κατώτερες από ένα κρίσιμο επίπεδο τιμών· ότι πρέπει να προβλεφθεί ότι το καθεστώς ενίσχυσης για την ιδιωτική αποθεματοποίηση και το καθεστώς παρέμβασης θα εφαρμόζεται βάσει της κλίμακας κατάταξης που καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1208/81 του Συμβουλίου, της 28ης Απριλίου 1981, περί της θεσπίσεως κοινοτικής κλίμακος κατατάξεως σφαγίων των χονδρών βοοειδών(7).

(21) ότι η δημιουργία ενιαίας κοινοτικής αγοράς για το βόειο κρέας συνεπάγεται τη θέσπιση ενιαίου συστήματος συναλλαγών στα εσωτερικά σύνορα της Κοινότητας· ότι ένα σύστημα συναλλαγών που περιλαμβάνει εισαγωγικούς δασμούς και επιστροφές κατά την εξαγωγή, επιπλέον των εσωτερικών κοινοτικών μέτρων, σταθεροποιεί, κατ' αρχήν, την κοινοτική αγορά· ότι το σύστημα συναλλαγών πρέπει να βασίζεται στις υποχρεώσεις που έγιναν αποδεκτές στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης·

(22) ότι, για να ελεγχθούν οι ποσότητες των συναλλαγών βοείου κρέατος με τρίτες χώρες, πρέπει να προβλεφθεί σύστημα πιστοποιητικών εισαγωγής και εξαγωγής για ορισμένα προϊόντα, το οποίο περιλαμβάνει την κατάθεση χρηματικής εγγύησης ώστε να παρέχεται εγγύηση ότι οι συναλλαγές για τις οποίες χορηγήθηκαν τα πιστοποιητικά υλοποιήθηκαν·

(23) ότι για να προληφθούν ή να αντισταθμισθούν αρνητικές επιπτώσεις στην κοινοτική αγορά οι οποίες ενδέχεται να προκύψουν από τις εισαγωγές ορισμένων γεωργικών προϊόντων, οι εισαγωγές ενός ή περισσοτέρων τέτοιων προϊόντων εξαρτώνται από την καταβολή πρόσθετου εισαγωγικού δασμού, εάν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις·

(24) ότι πρέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή για το άνοιγμα και τη διαχείριση δασμολογικών ποσοστώσεων που προκύπτουν από διεθνείς συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με τη συνθήκη ή από άλλες πράξεις του Συμβουλίου·

(25) ότι οι διατάξεις για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή σε τρίτες χώρες, βάσει της διαφοράς μεταξύ των τιμών εντός της Κοινότητας και των τιμών της παγκόσμιας αγοράς, και εντός του πλαισίου της συμφωνίας του ΠΟΕ για τη γεωργία(8), χρησιμεύουν ως διασφάλιση της κοινοτικής συμμετοχής στο διεθνές εμπόριο του βοείου κρέατος· ότι οι επιστροφές αυτές πρέπει να εξαρτώνται από όρια ποσότητας και αξίας·

(26) ότι η τήρηση των περιορισμών ως προς την αξία πρέπει να εξασφαλίζεται όταν καθορίζονται οι επιστροφές, μέσω της παρακολούθησης των πληρωμών δυνάμει των κανόνων που σχετίζονται με το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων· ότι ο έλεγχος αυτός μπορεί να διευκολυνθεί με τον υποχρεωτικό εκ των προτέρων καθορισμό των επιστροφών, ενώ παρέχει τη δυνατότητα, σε περίπτωση διαφοροποιημένων επιστροφών, της μεταβολής του καθορισμένου προορισμού εντός γεωγραφικής περιοχής για την οποία ισχύει ενιαίο ποσοστό επιστροφής· ότι, στην περίπτωση της αλλαγής προορισμού, η επιστροφή που ισχύει για τον πραγματικό προορισμό πρέπει να καταβάλλεται, εντός του ορίου του ποσού που ισχύει για τον προορισμό που είχε προκαθοριστεί·

(27) ότι για να εξασφαλισθεί η συμφωνία με τα ποσοτικά όρια απαιτείται η θέσπιση αξιόπιστου και αποτελεσματικού συστήματος ελέγχου· ότι, για το σκοπό αυτό, η χορήγηση επιστροφών πρέπει να εξαρτάται από την προσκόμιση πιστοποιητικών εξαγωγής· ότι οι επιστροφές πρέπει να χορηγούνται μέχρι των ορίων που είναι διαθέσιμα, ανεξαρτήτως της ειδικής κατάστασης που επικρατεί για κάθε συγκεκριμένο προϊόν· ότι οι εξαιρέσεις από τον κανόνα αυτό επιτρέπονται μόνο στην περίπτωση ενεργειών επισιτιστικής βοήθειας, οι οποίες εξαιρούνται οποιουδήποτε ορίου· ότι ο έλεγχος των ποσοτήτων που εξάγονται με επιστροφές κατά τα έτη εμπορίας, όπως αναφέρεται στην συμφωνία του ΠΟΕ για τη γεωργία, πρέπει να διενεργείται βάσει των πιστοποιητικών εξαγωγής που εκδίδονται για κάθε έτος εμπορίας·

(28) ότι, επιπλέον του προαναφερομένου συστήματος και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για την ορθή λειτουργία του, πρέπει να προβλεφθεί η ρύθμιση ή, όταν η κατάσταση στην αγορά το απαιτεί, η απαγόρευση της χρήσης των ρυθμίσεων για τελειοποίηση προς επανεξαγωγή·

(29) ότι το σύστημα των δασμών καθιστά δυνατή την απαλλαγή από όλα τα άλλα είδη προστατευτικών μέτρων στα εξωτερικά σύνορα της Κοινότητας· ότι, ωστόσο, η εσωτερική αγορά και ο μηχανισμός των δασμών μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να μην επαρκεί· ότι, στις περιπτώσεις αυτές, για να μην εγκαταλειφθεί η κοινοτική αγορά χωρίς καμία δυνατότητα άμυνας στις διαταραχές που μπορεί να προκύψουν, η Κοινότητα πρέπει να είναι σε θέση να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα αμέσως· ότι τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις σχετικές συμφωνίες ΠΟΕ·

(30) ότι, για να εξασφαλισθεί η ορθή εφαρμογή των μέσων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, η Επιτροπή πρέπει να ενημερώνεται πλήρως για την εξέλιξη των τιμών στην κοινή αγορά βοείου κρέατος· ότι, γι' αυτό το λόγο, προβλέπεται σύστημα καταγραφής των τιμών βοοειδών και του κρέατός τους·

(31) ότι ενδείκνυται να προβλεφθούν μέτρα τα οποία πρέπει να ληφθούν όταν η ουσιαστική αύξηση ή πτώση των τιμών διαταράσσει ή απειλεί να διαταράξει την κοινοτική αγορά· ότι τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν και έκτακτη αγορά στην παρέμβαση·

(32) ότι οι περιορισμοί στην ελεύθερη διακίνηση που προκύπτουν από την εφαρμογή των μέτρων που προορίζονται για την πρόληψη της εξάπλωσης ζωονόσων μπορεί να δημιουργήσουν δυσχέρειες στην αγορά ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών· ότι πρέπει να προβλεφθεί η θέσπιση εξαιρετικών μέτρων στήριξης της αγοράς ώστε να αντιμετωπιστούν οι καταστάσεις αυτές·

(33) ότι η δημιουργία ενιαίας αγοράς βάσει ενιαίων τιμών μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο από τη χορήγηση ορισμένων ενισχύσεων· ότι, γι' αυτό το λόγο, ισχύουν και για την κοινή οργάνωση αγοράς βοείου κρέατος οι διατάξεις της συνθήκης που επιτρέπουν την εκτίμηση των ενισχύσεων που χορηγούνται από τα κράτη μέλη και την απαγόρευση εκείνων οι οποίες δεν είναι συμβατές με την κοινή αγορά·

(34) ότι είναι ανάγκη, καθώς εξελίσσεται η κοινή αγορά βοείου κρέατος, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή να αλληλοενημερώνονται ώστε να διαθέτουν τα αναγκαία στοιχεία για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού·

(35) ότι για να διευκολυνθεί η εφαρμογή των προτεινόμενων μέτρων πρέπει να προβλεφθεί η διαδικασία για τη στενή συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και Επιτροπής στο πλαίσιο επιτροπής διαχείρισης·

(36) ότι οι δαπάνες των κρατών μελών λόγω των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού χρηματοδοτούνται από την Κοινότητα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1258/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής(9)·

(37) ότι η κοινή οργάνωση αγοράς βοείου κρέατος λαμβάνει κατά τον ενδειγμένο τρόπο υπόψη, ταυτόχρονα, και τους στόχους που ορίζονται στα άρθρα 33 και 131 της συνθήκης·

(38) ότι η κοινή οργάνωση αγοράς βοείου κρέατος που θεσπίζεται με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 805/68 του Συμβουλίου(10) τροποποιήθηκε πολλές φορές· ότι, λόγω του αριθμού των τροποποιήσεων αυτών, του πολύπλοκου χαρακτήρα τους και του γεγονότος ότι είναι διασκορπισμένες σε διάφορα τεύχη της Επίσημης Εφημερίδας, τα κείμενα αυτά είναι δύσκολο να χρησιμοποιηθούν και υπάρχει έλλειψη σαφήνειας, η οποία πρέπει να αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό κάθε νομοθεσίας· ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, θα πρέπει να κωδικοποιηθούν σε νέο κανονισμό και ο προαναφερόμενος κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 805/68 πρέπει να καταργηθεί· ότι οι κανονισμοί (ΕΟΚ) αριθ. 98/69 του Συμβουλίου, της 16ης Ιανουαρίου 1969, περί θεσπίσεως των γενικών κανόνων περί τις διαθέσεως του κατεψυγμένου βοείου κρέατος που έχει αγορασθεί από τους οργανισμούς παρεμβάσεως(11), (ΕΟΚ) αριθ. 989/68 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1968, περί θεσπίσεως των γενικών κανόνων για τη χορήγηση ενισχύσεων στην ιδιωτική αποθεματοποίηση στον τομέα του βοείου κρέατος(12), (ΕΟΚ) αριθ. 1892/87 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1987, για τη διαπίστωση των τιμών της αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος(13), του οποίου νομική βάση είναι ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 805/68, αντικαθίστανται από νέες ρυθμίσεις στον παρόντα κανονισμό και πρέπει, επομένως, να καταργηθούν·

(39) ότι η μετάβαση από τις ρυθμίσεις του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 805/68 σε εκείνες του παρόντος κανονισμού μπορεί να δημιουργήσει δυσχέρειες τις οποίες δεν έχει προβλέψει ο παρών κανονισμός· ότι, για να αντιμετωπισθεί το ενδεχόμενο αυτό, προβλέπεται η δυνατότητα της Επιτροπής να θεσπίσει τα αναγκαία μεταβατικά μέτρα· ότι η Επιτροπή πρέπει επίσης να εξουσιοδοτηθεί να επιλύσει συγκεκριμένα πρακτικά προβλήματα,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

1. Η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος περιλαμβάνει σύστημα εσωτερικής αγοράς και συναλλαγών με τρίτες χώρες και εφαρμόζεται στα ακόλουθα προϊόντα:

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

2. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού νοούνται ως:

α) βοοειδή: τα ζώντα κατοικίδια βοοειδή που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ ex010210, 0102 90 05 έως 01029079·

β) ενήλικα βοοειδή: τα βοοειδή των οποίων το βάρος ζώντος ζώου είναι μεγαλύτερο από 300 χιλιόγραμμα.

ΤΙΤΛΟΣ I

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

Άρθρο 2

Για να ενθαρρυνθούν οι επαγγελματικές και διεπαγγελματικές πρωτοβουλίες που διευκολύνουν την προσαρμογή της προσφοράς στις απαιτήσεις της αγοράς, είναι δυνατόν να ληφθούν τα ακόλουθα κοινοτικά μέτρα για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1:

α) μέτρα για τη βελτίωση της κτηνοτροφίας·

β) μέτρα για την προώθηση καλύτερης οργάνωσης της παραγωγής, της μεταποίησης και της εμπορίας·

γ) μέτρα για τη βελτίωση της ποιότητας·

δ) μέτρα για να καταστεί δυνατή η κατάρτιση βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων προβλέψεων βάσει των χρησιμοποιουμένων μέσων παραγωγής·

ε) μέτρα για να διευκολυνθεί η καταγραφή των τάσεων των αγοραίων τιμών.

Οι γενικοί κανόνες που αφορούν τα μέτρα αυτά θεσπίζονται από το Συμβούλιο σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 37 παράγραφος 2 της συνθήκης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΑΜΕΣΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ

Άρθρο 3

Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, νοείται ως:

α) παραγωγός: ο μεμονωμένος γεωργός, φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ομάδα φυσικών ή νομικών προσώπων, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς το οποίο ισχύει σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο όσον αφορά την εν λόγω ομάδα καθώς και τα μέλη της, του οποίου η εκμετάλλευση βρίσκεται στο έδαφος της Κοινότητας και ο οποίος εκτρέφει βοοειδή·

β) εκμετάλλευση: το σύνολο των μονάδων παραγωγής τις οποίες διαχειρίζεται ο παραγωγός και οι οποίες βρίσκονται στο έδαφος ενός κράτους μέλους·

γ) περιφέρεια: κράτος μέλος ή περιφέρεια κράτους μέλους κατ' επιλογή του συγκεκριμένου κράτους μέλους·

δ) ταύρος: το μη ευνουχισμένο αρσενικό βοοειδές·

ε) βόδι: το ευνουχισμένο αρσενικό βοοειδές·

στ) θηλάζουσα αγελάδα: αγελάδα που ανήκει σε κρεοπαραγωγική φυλή ή που προέρχεται από διασταύρωση με ζώο κρεοπαραγωγικής φυλής και ανήκει σε αγέλη η οποία προορίζεται για εκτροφή μόσχων κρεοπαραγωγής·

ζ) δαμαλίδα: θηλυκό βοοειδές από την ηλικία των οκτών μηνών το οποίο δεν έχει γεννήσει ακόμη.

ΤΜΗΜΑ 1

Πριμοδοτήσεις

Υποτμήμα 1

Ειδική πριμοδότηση

Άρθρο 4

1. Ο παραγωγός ο οποίος στην εκμετάλλευσή του έχει αρσενικά βοοειδή, έχει τη δυνατότητα να λάβει, μετά από αίτησή του, ειδική πριμοδότηση. Η πριμοδότηση αυτή χορηγείται υπό μορφή ετήσιας πριμοδότησης ανά ημερολογιακό έτος και εκμετάλλευση εντός των περιφερειακών ανωτάτων ορίων για 90 ζώα κατ' ανώτατο όριο, για καθεμία από τις ομάδες ηλικίας που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

2. Η ειδική πριμοδότηση χορηγείται κατ' ανώτατο όριο:

α) μία φορά κατά τη διάρκεια της ζωής ταύρων από την ηλικία των εννέα μηνών, ή

β) δύο φορές κατά τη διάρκεια της ζωής κάθε βοδιού:

- την πρώτη φορά σε ηλικία εννέα μηνών,

- τη δεύτερη φορά αφού φθάσει στην ηλικία των 21 μηνών.

3. Για να υπάρχει δικαίωμα για ειδική πριμοδότηση:

α) κάθε ζώο για το οποίο υποβάλλεται αίτηση πρέπει να βρίσκεται στην κατοχή του παραγωγού για πάχυνση επί χρονικό διάστημα που θα καθοριστεί·

β) κάθε ζώο πρέπει να καλύπτεται μέχρι τη σφαγή ή την εξαγωγή από διαβατήριο που αναφέρεται στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 820/97 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1997, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών και την επισήμανση του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το βόειο κρέας(14) και το οποίο περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία σχετικά με την κατάστασή του από άποψη πριμοδότησης ή, εάν δεν υπάρχει, ισοδύναμο διοικητικό έγγραφο.

4. Όταν σε μια περιφέρεια ο συνολικός αριθμός ταύρων ηλικίας εννέα μηνών τουλάχιστον και βοδιών ηλικίας από εννέα έως 20 μηνών, για τα οποία υποβάλλεται αίτηση και που πληρούν τους όρους για τη χορήγηση της ειδικής πριμοδότησης, υπερβαίνει το περιφερειακό ανώτατο όριο που αναφέρεται στο παράρτημα I, τότε ο αριθμός όλων των επιλέξιμων βάσει της παραγράφου 2 στοιχεία α) και β) ζώων, ανά παραγωγό για το συγκεκριμένο έτος, μειώνεται αναλόγως.

Κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, ως "περιφερειακό ανώτατο όριο" νοείται ο αριθμός των ζώων για τα οποία μπορεί να χορηγηθεί, σε μια περιφέρεια και ανά ημερολογιακό έτος, η ειδική πριμοδότηση.

5. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 4, τα κράτη μέλη μπορούν:

- βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που καθορίζουν, να τροποποιούν ή να μην εφαρμόζουν το όριο κεφαλών 99 ζώων ανά εκμετάλλευση και ομάδα ηλικίας και

- όταν ασκούν το δικαίωμα αυτό, να αποφασίζουν να εφαρμόζουν την παράγραφο 4 κατά τέτοιον τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται το επίπεδο μειώσεων που απαιτείται για την τήρηση του εφαρμοστέου περιφερειακού ανωτάτου ορίου, χωρίς να εφαρμόζουν τις μειώσεις αυτές σε μικροπαραγωγούς οι οποίοι, όσον αφορά το συγκεκριμένο έτος, δεν υποβάλλουν αιτήσεις ειδικής πριμοδότησης για αριθμό ζώων ο οποίος υπερβαίνει τον κατώτατο αριθμό που ορίζει το οικείο κράτος μέλος.

6. Τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να αποφασίζουν ότι θα χορηγούν ειδική πριμοδότηση κατά τη σφαγή. Στην περίπτωση αυτή, για τα μη ευνουχισμένα αρσενικά ζώα, το κριτήριο ηλικίας της παραγράφου 2 στοιχείο α) αντικαθίσταται από το κατώτατο βάρος σφαγίου των 185 χιλιογράμμων.

Η πριμοδότηση καταβάλλεται ή καταβάλλεται εκ νέου στον παραγωγό.

Επιτρέπεται στο Ηνωμένο Βασίλειο να εφαρμόσει στη Βόρεια Ιρλανδία σύστημα χορήγησης της ειδικής πριμοδότησης διαφορετικό από την υπόλοιπη επικράτειά του.

7. Το ποσό της πριμοδότησης καθορίζεται σε:

α) ανά επιλέξιμο ταύρο:

- 165 ευρώ για το ημερολογιακό έτος 2000,

- 195 ευρώ για το ημερολογιακό έτος 2001,

- 210 ευρώ για το ημερολογιακό έτος 2002 και τα επόμενα·

β) ανά επιλέξιμο βόδι και κατηγορία ηλικίας:

- 122 ευρώ για το ημερολογιακό έτος 2000,

- 136 ευρώ για το ημερολογιακό έτος 2001,

- 150 ευρώ για το ημερολογιακό έτος 2002 και τα επόμενα.

8. Η Επιτροπή θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43.

Υποτμήμα 2

Πριμοδότηση για σφαγή εκτός εποχής

Άρθρο 5

1. Όταν σε ένα κράτος μέλος ο αριθμός των βοδιών:

α) που εσφάγησαν κατά τη διάρκεια ενός δεδομένου έτους υπερβαίνει το 60 % του συνόλου των σφαγών αρσενικών βοοειδών ετησίως και

β) που εσφάγησαν κατά την περίοδο από την 1η Σεπτεμβρίου έως τις 30 Νοεμβρίου ενός δεδομένου έτους είναι μεγαλύτερος από το 35 % του συνόλου των ετησίων σφαγών βοδιών,

μπορεί να χορηγείται στους παραγωγούς, μετά από αίτησή τους, πρόσθετη πριμοδότηση επί της ειδικής πριμοδότησης που χορηγείται σύμφωνα με το άρθρο 4 (πριμοδότηση λόγω σφαγής εκτός εποχής). Ωστόσο, εάν και τα δύο προαναφερόμενα ποσοστά ενεργοποίησης σημειώνονται στην Ιρλανδία ή τη Βόρεια Ιρλανδία, η πριμοδότηση εφαρμόζεται στην Ιρλανδία και τη Βόρεια Ιρλανδία.

Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου στο Ηνωμένο Βασίλειο, η Βόρεια Ιρλανδία λαμβάνεται υπόψη ως ξεχωριστή ενότητα.

2. Το ύψος αυτής της πριμοδότησης καθορίζεται σε:

- 72,45 ευρώ ανά ζώο που σφάζεται κατά τις πρώτες 15 εβδομάδες του χρόνου,

- 54,34 ευρώ ανά ζώο που σφάζεται από την 16η έως τη 17η εβδομάδα του χρόνου,

- 36,23 ευρώ ανά ζώο που σφάζεται από την 18η έως την 21η εβδομάδα του χρόνου και

- 18,11 ευρώ ανά ζώο που σφάζεται από την 22η έως την 23η εβδομάδα του χρόνου.

3. Στην περίπτωση που το ποσοστό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) δεν επιτυγχάνεται, λαμβάνοντας υπόψη την προτελευταία φράση της εν λόγω παραγράφου, τα κράτη μέλη, των οποίων οι παραγωγοί έχουν προηγουμένως λάβει πριμοδότηση για σφαγή εκτός εποχής, μπορούν να αποφασίζουν να χορηγήσουν αυτή την πριμοδότηση σε ποσοστό 60 % των ποσών που καθορίζονται στην παράγραφο 2. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν τον περιορισμό της χορήγησης αυτής στις 2 ή 3 πρώτες προαναφερόμενες περιόδους.

Στην περίπτωση αυτή, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος:

α) μπορεί να αποφασίζει να χορηγήσει την πριμοδότηση αυτή μόνον για τις πρώτες δύο ή τρεις από τις περιόδους αυτές·

β) εξασφαλίζει ότι το μέτρο είναι οικονομικά ουδέτερο στο πλαίσιο του ίδιου δημοσιονομικού έτους, μειώνοντας ανάλογα:

- το ποσό της ειδικής πριμοδότησης για τη δεύτερη κατηγορία ηλικίας βοδιών που χορηγείται στο συγκεκριμένο κράτος μέλος ή/και

- τις πρόσθετες πληρωμές που πρέπει να διενεργηθούν βάσει του τμήματος 2

και ενημερώνει την Επιτροπή για το μέτρο μείωσης της πριμοδότησης το οποίο εφαρμόσθηκε.

Για την εφαρμογή του παρόντος μέτρου, τα εδάφη της Ιρλανδίας και της Βόρειας Ιρλανδίας λαμβάνονται υπόψη ως μία ενότητα για τον υπολογισμό του ποσοστού που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) και, κατά συνέπεια, για την πριμοδότηση.

4. Για τη διαπίστωση της υπέρβασης των ποσοστών που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, λαμβάνονται υπόψη οι σφαγές που πραγματοποιήθηκαν κατά το δεύτερο έτος που προηγείται του έτους της σφαγής του ζώου για το οποίο μπορεί να χορηγηθεί η πριμοδότηση.

5. Η Επιτροπή θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43.

Υποτμήμα 3

Πριμοδότηση για θηλάζουσες αγελάδες

Άρθρο 6

1. Στον παραγωγό που έχει στην εκμετάλλευσή του θηλάζουσες αγελάδες μπορεί να χορηγηθεί, κατόπιν αιτήσεως του, πριμοδότηση διατήρησης αγέλης θηλαζουσών αγελάδων (πριμοδότηση για θηλάζουσες αγελάδες). Η πριμοδότηση αυτή χορηγείται υπό μορφή ετήσιας πριμοδότησης ανά έτος και ανά παραγωγό εντός των ανωτάτων ατομικών ορίων.

2. Η πριμοδότηση για τις θηλάζουσες αγελάδες χορηγείται σε κάθε παραγωγό ο οποίος:

α) δεν παραδίδει γάλα, ούτε γαλακτοκομικά προϊόντα προερχόμενα από την εκμετάλλευσή του επί δώδεκα μήνες από την ημέρα κατάθεσης της αίτησης.

Ωστόσο, η απευθείας διάθεση γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων από τον παραγωγό στον καταναλωτή δεν εμποδίζει τη χορήγηση της πριμοδότησης·

β) παραδίδει γάλα ή γαλακτοκομικά προϊόντα και του οποίου η συνολική ατομική ποσότητα αναφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 4 κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3950/92 δεν υπερβαίνει τα 120000 χιλιόγραμμα. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που καθορίζουν, να τροποποιούν ή να μην εφαρμόζουν το ποσοτικό αυτό όριο,

εφόσον διατηρεί τουλάχιστον επί έξι συναπτούς μήνες από την ημέρα κατάθεσης της αίτησης αριθμό θηλαζουσών αγελάδων ίσο με 80 %, τουλάχιστον, και αριθμό δαμαλίδων ίσο με 20 %, το πολύ, του αριθμού των ζώων για τα οποία ζητήθηκε πριμοδότηση.

Ο προσδιορισμός του αριθμού επιλέξιμων ζώων στο πλαίσιο των στοιχείων α) και β) του πρώτου εδαφίου, είτε οι αγελάδες ανήκουν σε αγέλη θηλαζουσών αγελάδων είτε σε αγέλη γαλακτοπαραγωγής πραγματοποιείται βάσει της ατομικής ποσότητας αναφοράς του δικαιούχου, όπως ορίζεται στο άρθρο 16 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1255/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων(15) και της μέσης απόδοσης σε γάλα.

3. Το δικαίωμα του παραγωγού για πριμοδότηση περιορίζεται από την εφαρμογή ατομικού ανωτάτου ορίου, όπως ορίζεται στο άρθρο 7.

4. Ανά επιλέξιμο ζώο, το ύψος της πριμοδότησης καθορίζεται σε:

- 163 ευρώ για το ημερολογιακό έτος 2000,

- 182 ευρώ για το ημερολογιακό έτος 2001,

- 200 ευρώ για το ημερολογιακό έτος 2002 και τα επόμενα.

5. Τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν πρόσθετη εθνική πριμοδότηση για θηλάζουσες αγελάδες, μέχρι 50 ευρώ ανά ζώο, υπό τον όρο ότι δεν δημιουργούνται διακρίσεις μεταξύ κτηνοτρόφων του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

Όσον αφορά τις εκμεταλλεύσεις που βρίσκονται σε περιφέρεια που ορίζεται στα άρθρα 3 και 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1251/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, περί των γενικών διατάξεων για τα Διαρθρωτικά Ταμεία(16), τα πρώτα 24,15 ευρώ ανά ζώο της πρόσθετης αυτής πριμοδότησης χρηματοδοτούνται από το τμήμα Εγγυήσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ).

Όσον αφορά εκμεταλλεύσεις που βρίσκονται στο έδαφος κράτους μέλους, εάν στο συγκεκριμένο κράτος μέλος ο πληθυσμός βοοειδών περιλαμβάνει υψηλό ποσοστό θηλαζουσών αγελάδων, που αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 30 % του συνολικού αριθμού αγελάδων, και εάν τουλάχιστον το 30 % των σφαζόμενων αρσενικών βοοειδών ανήκουν στις κατηγορίες διάπλασης S και Ε, το τμήμα Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ χρηματοδοτεί το σύνολο της πρόσθετης πριμοδότησης. Η τυχόν υπέρβαση των ποσοστών αυτών καθορίζεται βάσει του μέσου όρου των δύο ετών που προηγούνται του έτους κατά το οποίο χορηγείται η πριμοδότηση.

6. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, λαμβάνονται υπόψη μόνον οι δαμαλίδες που ανήκουν σε φυλή με προσανατολισμό "κρέας" ή προέρχονται από διασταύρωση με τέτοια φυλή και ανήκουν σε αγέλη που προορίζεται για την εκτροφή μόσχων για την παραγωγή κρέατος.

7. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, και ιδίως οι λεπτομέρειες εκείνες που αφορούν τον ορισμό της έννοιας της θηλάζουσας αγελάδας που αναφέρεται στο άρθρο 3, θεσπίζονται και η μέση απόδοση σε γάλα καθορίζεται από την Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43.

Άρθρο 7

1. Την 1η Ιανουαρίου 2000, το ατομικό ανώτατο όριο για κάθε παραγωγό πρέπει να ισούται με τον αριθμό των δικαιωμάτων πριμοδότησης για θηλάζουσες αγελάδες (δικαιώματα πριμοδότησης) που κατείχε στις 31 Δεκεμβρίου 1999 σύμφωνα με τους σχετικούς κοινοτικούς κανόνες και, κατά περίπτωση, προσαρμοσμένο, σύμφωνα με την παράγραφο 3.

2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίσουν ότι, από 1ης Ιανουαρίου 2000, το σύνολο των δικαιωμάτων πριμοδότησης στην επικράτειά τους δεν υπερβαίνει τα εθνικά ανώτατα όρια, που καθορίζονται στο παράρτημα II, και ότι μπορούν να καθοριστούν τα εθνικά αποθέματα που αναφέρονται στο άρθρο 9.

3. Όταν για την προσαρμογή κατά την παράγραφο 2 απαιτείται μείωση των ατομικών ορίων των παραγωγών, αυτό θα πρέπει να πραγματοποιηθεί χωρίς αντισταθμιστική πληρωμή και να αποφασίζεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένων ιδίως:

- του ποσοστού χρησιμοποίησης από τους παραγωγούς των ατομικών ανωτάτων ορίων κατά τα τρία προ του 2000 έτη αναφοράς,

- της εφαρμογής προγράμματος επενδύσεων ή εκτατικοποίησης στον τομέα του βοείου κρέατος,

- των ειδικών φυσικών συνθηκών ή της επιβολής κυρώσεων, που έχουν ως αποτέλεσμα τη μη καταβολή ή την καταβολή μειωμένης πριμοδότησης επί τουλάχιστον ένα έτος αναφοράς,

- πρόσθετων εξαιρετικών συνθηκών που είχαν ως αποτέλεσμα οι πληρωμές κατά τουλάχιστον ένα έτος αναφοράς να μην αντιστοιχούν στην πραγματική κατάσταση όπως αυτή είχε καθιερωθεί τα προηγούμενα έτη.

4. Τα δικαιώματα πριμοδότησης που έχουν αποσυρθεί δυνάμει του μέτρου που προβλέπει στην παράγραφο 2 καταργούνται.

5. Η Επιτροπή θεσπίζει τις λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 43.

Άρθρο 8

1. Όταν ένας παραγωγός πωλεί ή μεταβιβάζει με άλλο τρόπο την εκμετάλλευσή του, μπορεί να μεταβιβάζει όλα του τα δικαιώματα πριμοδότησης θηλαζουσών αγελάδων σε αυτόν που αναλαμβάνει την εκμετάλλευσή του. Μπορεί επίσης να μεταβιβάσει, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, αυτά τα δικαιώματα σε άλλους παραγωγούς, χωρίς να μεταβιβάσει την εκμετάλλευσή του.

Στην περίπτωση μεταβίβασης δικαιωμάτων πριμοδότησης χωρίς μεταβίβαση της εκμετάλλευσης, ένα μέρος των μεταβιβαζόμενων δικαιωμάτων, το οποίο δεν υπερβαίνει το 15 %, εκχωρείται χωρίς αντισταθμιστική πληρωμή στο εθνικό απόθεμα του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η εκμετάλλευσή του, προκειμένου να αναδιανεμηθεί δωρεάν.

2. Τα κράτη μέλη:

α) λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για την αποφυγή της μεταβίβασης των δικαιωμάτων πριμοδότησης εκτός των ευαίσθητων ζωνών ή των περιοχών στις οποίες η παραγωγή βοείου κρέατος είναι ιδιαίτερα σημαντική για την τοπική οικονομία·

β) μπορούν να προβλέπουν ότι η μεταβίβαση των δικαιωμάτων χωρίς μεταβίβαση της εκμετάλλευσης πραγματοποιείται απευθείας μεταξύ παραγωγών ή μέσω του εθνικού αποθέματος

3. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν, πριν από κάποια ημερομηνία που πρόκειται να καθοριστεί, την προσωρινή μεταβίβαση μέρους των δικαιωμάτων πριμοδότησης που δεν προορίζονται να χρησιμοποιηθούν από τον παραγωγό που τα κατέχει.

4. Η Επιτροπή θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43.

Οι λεπτομέρειες αυτές μπορούν να αφορούν ιδίως:

- τις διατάξεις που επιτρέπουν στα κράτη μέλη να επιλύουν τα προβλήματα που συνδέονται με τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων πριμοδότησης από τους παραγωγούς που δεν είναι ιδιοκτήτες των εκτάσεων που καλύπτουν οι εκμεταλλεύσεις τους και

- τους ειδικούς κανόνες που αφορούν τον ελάχιστο αριθμό δικαιωμάτων που μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο μερικής μεταβίβασης.

Άρθρο 9

1. Κάθε κράτος μέλος διαθέτει εθνικό απόθεμα δικαιωμάτων πριμοδότησης για τις θηλάζουσες αγελάδες.

2. Τα δικαιώματα πριμοδότησης τα οποία αποσύρονται σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 ή σύμφωνα με άλλες κοινοτικές διατάξεις πρέπει να προστίθενται στο εθνικό απόθεμα με την επιφύλαξη του άρθρου 7 παράγραφος 4.

3. Τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν, εντός των ορίων των αποθεμάτων αυτών, τα εθνικά τους αποθέματα για την κατανομή δικαιωμάτων πριμοδότησης ιδίως στους νεοεισερχόμενους στον εν λόγω τομέα παραγωγούς, στους νέους γεωργούς και σε άλλους κατά προτεραιότητα παραγωγούς.

4. Η Επιτροπή θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43, και ιδίως:

- τα μέτρα που εφαρμόζονται στην περίπτωση κατά την οποία, σε ένα κράτος μέλος, δεν έχει χρησιμοποιηθεί το εθνικό απόθεμα,

- τα μέτρα που αφορούν τα μη χρησιμοποιηθέντα δικαιώματα πριμοδότησης που έχουν επιστραφεί στο εθνικό απόθεμα.

Άρθρο 10

1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 6 παράγραφος 3, τα κράτη μέλη, στα οποία άνω του 60 % των θηλαζουσών αγελάδων και δαμαλίδων διατηρούνται σε ορεινές περιοχές κατά την έννοια του άρθρου 18 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1997, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων κανονισμών(17), μπορούν να αποφασίζουν να διαχειρίζονται τη χορήγηση της πριμοδότησης θηλαζουσών αγελάδων για δαμαλίδες χωριστά από την πριμοδότηση για τις θηλάζουσες αγελάδες, εντός των ορίων ενός χωριστού εθνικού ανωτάτου ορίου που θα καθοριστεί από το οικείο κράτος μέλος.

Το χωριστό αυτό εθνικό ανώτατο όριο δεν πρέπει να υπερβαίνει το 20 % του εθνικού ανωτάτου ορίου του συγκεκριμένου κράτους μέλους, το οποίο καθορίζεται στο παράρτημα II του παρόντος κανονισμού. Το εθνικό αυτό ανώτατο όριο μειώνεται κατά ποσό ίσο προς το χωριστό εθνικό ανώτατο όριο.

Όταν, σε ένα κράτος μέλος που ασκεί το δικαίωμα που προβλέπεται στην παράγραφο 1, ο συνολικός αριθμός δαμαλίδων, για τις οποίες έχει υποβληθεί αίτηση και οι οποίες πληρούν τους όρους για τη χορήγηση της πριμοδότησης για θηλάζουσες αγελάδες, υπερβαίνει το χωριστό ανώτατο όριο, ο αριθμός των επιλέξιμων δαμαλίδων ανά παραγωγό για το συγκεκριμένο έτος μειώνεται κατ' αναλογία.

2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, λαμβάνονται υπόψη μόνον οι δαμαλίδες κρεατοπαραγωγού φυλής ή οι δαμαλίδες που προέρχονται από διασταύρωση με κρεατοπαραγωγό φυλή.

3. Η Επιτροπή θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43.

Υποτμήμα 4

Πριμοδότηση σφαγής

Άρθρο 11

1. Ένας παραγωγός που διατηρεί βοοειδή στην εκμετάλλευσή του μπορεί να δικαιούται, κατόπιν αιτήσεως, πριμοδότησης σφαγής., Η πριμοδότηση αυτή χορηγείται κατά τη σφαγή των επιλέξιμων ζώων ή κατά την εξαγωγή τους σε τρίτη χώρα και εντός εθνικών ανώτατων ορίων που θα καθοριστούν.

Για την πριμοδότηση σφαγής είναι επιλέξιμα:

α) οι ταύροι, τα βόδια, οι αγελάδες και οι δαμαλίδες από την ηλικία των οκτώ μηνών·

β) οι μόσχοι ηλικίας τουλάχιστον ενός μηνός και το πολύ επτά μηνών και βάρους σφαγίου το πολύ 160 χιλιογράμμων,

εφόσον έχουν διατηρηθεί από τον παραγωγό επί διάστημα που θα καθοριστεί.

2. Το ποσό της πριμοδότησης καθορίζεται σε:

α) ανά επιλέξιμο ζώο, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α):

- 27 ευρώ για το ημερολογιακό έτος 2000,

- 53 ευρώ για το ημερολογιακό έτος 2001,

- 80 ευρώ για το ημερολογιακό έτος 2002 και τα επόμενα·

β) ανά επιλέξιμο ζώο, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β):

- 17 ευρώ για το ημερολογιακό έτος 2000,

- 33 ευρώ για το ημερολογιακό έτος 2001,

- 50 ευρώ για το ημερολογιακό έτος 2002 και τα επόμενα.

3. Τα εθνικά ανώτατα όρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 καθορίζονται ανά κράτος μέλος και χωριστά για τις δύο ομάδες ζώων που ορίζονται στα στοιχεία α) και β) της προαναφερόμενης παραγράφου. Κάθε ανώτατο όριο ισούται προς τον αριθμό των αντίστοιχων ζώων κάθε μιας των δύο ομάδων τα οποία, το 1995, εσφάγησαν στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, στον οποίον προστίθενται τα ζώα που εξήχθησαν σε τρίτες χώρες, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat ή με οποιαδήποτε άλλα δημοσιευμένα επίσημα στατιστικά στοιχεία για το έτος αυτό τα οποία αποδέχεται η Επιτροπή.

4. Όταν, σε ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος, ο συνολικός αριθμός ζώων, για τα οποία έχει υποβληθεί αίτηση όσον αφορά μια από τις δύο ομάδες ζώων που ορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) ή β), και τα οποία πληρούν τους όρους για τη χορήγηση της πριμοδότησης σφαγής, υπερβαίνει το εθνικό ανώτατο όριο στην κατηγορία αυτή, ο αριθμός όλων των επιλέξιμων ζώων της ομάδας αυτής ανά παραγωγό για το συγκεκριμένο έτος μειώνεται κατ' αναλογία.

5. Η Επιτροπή θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43.

Υποτμήμα 5

Δείκτης πυκνότητας

Άρθρο 12

1. Ο συνολικός αριθμός των ζώων για τα οποία μπορεί να χορηγηθεί η ειδική πριμοδότηση και η πριμοδότηση για τις θηλάζουσες αγελάδες περιορίζεται από την εφαρμογή δείκτη πυκνότητας των ζώων στην εκμετάλλευση, ο οποίος ανέρχεται σε δύο μονάδες μεγάλων ζώων (ΜΜΖ) ανά εκτάριο και ημερολογιακό έτος. Αυτός ο δείκτης εκφράζεται σε ΜΜΖ, σε σχέση με τη διαθέσιμη για την παραγωγή ζωοτροφών έκταση της εν λόγω εκμετάλλευσης, που διατίθεται για τη διατροφή των ζώων της εκμετάλλευσης. Ωστόσο, οι παραγωγοί απαλλάσσονται από την εφαρμογή του δείκτη πυκνότητας, στην περίπτωση που ο αριθμός των ζώων της εκμετάλλευσής τους, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του δείκτη πυκνότητας, δεν υπερβαίνει τις 15 ΜΜΖ.

2. Για τον καθορισμό του δείκτη πυκνότητας στην εκμετάλλευση λαμβάνονται υπόψη:

α) τα αρσενικά βοοειδή, οι θηλάζουσες αγελάδες και δαμαλίδες, τα αιγοπρόβατα για τα οποία έχουν υποβληθεί αιτήσεις πριμοδότησης, καθώς και οι αγελάδες γαλακτοπαραγωγής που χρειάζονται για την παραγωγή της συνολικής ποσότητας αναφοράς γάλακτος του παραγωγού. Ο αριθμός των ζώων μετατρέπεται σε ΜΜΖ βάσει του πίνακα μετατροπής του παραρτήματος III·

β) ως καλλιεργούμενη για την παραγωγή ζωοτροφών έκταση νοείται η έκταση της εκμετάλλευσης που χρησιμοποιείται καθ' όλη τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους για την εκτροφή βοοειδών και αιγοπροβάτων. Στην έκταση αυτή δεν περιλαμβάνονται:

- οι κτιριακές εγκαταστάσεις, τα δάση, οι λίμνες, οι δρόμοι,

- οι εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για άλλες καλλιέργειες επιλέξιμες για κοινοτική ενίσχυση ή για μόνιμες καλλιέργειες ή για καλλιέργειες κηπευτικών, εξαιρουμένων των μόνιμων λειμώνων για τους οποίους πραγματοποιούνται πληρωμές για εκτάσεις σύμφωνα με το άρθρο 17 του παρόντος κανονισμού και σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1255/1999,

- οι εκτάσεις που υπάγονται στο καθεστώς στήριξης που προβλέπεται για τους παραγωγούς ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών ή χρησιμοποιούνται για το καθεστώς ενίσχυσης για τις ξηρές χορτονομές ή υπάγονται σε εθνικό ή κοινοτικό πρόγραμμα προσωρινής παύσης της καλλιέργειας.

Η καλλιεργούμενη για την παραγωγή ζωοτροφών έκταση περιλαμβάνει τις εκτάσεις που χρησιμοποιούνται από κοινού και τις εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για μεικτές καλλιέργειες.

3. Η Επιτροπή θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43. Οι λεπτομέρειες αυτές αφορούν, ιδίως, τις λεπτομέρειες:

- τις σχετικές με την από κοινού χρήση εκτάσεων και με τις εκτάσεις μεικτής καλλιέργειας,

- που επιτρέπουν να αποφευχθεί η εσφαλμένη εφαρμογή του δείκτη πυκνότητας.

Υποτμήμα 6

Ενίσχυση εκτατικοποίησης

Άρθρο 13

1. Στους παραγωγούς που λαμβάνουν ειδική πριμοδότηση ή/και πριμοδότηση θηλάζουσας αγελάδας είναι δυνατόν να χορηγείται ενίσχυση εκτατικοποίησης.

2. Η ενίσχυση εκτατικοποίησης ισούται προς 100 ευρώ ανά χορηγούμενη ειδική πριμοδότηση και πριμοδότηση θηλάζουσας αγελάδας, υπό την προϋπόθεση ότι, για το συγκεκριμένο ημερολογιακό έτος, ο δείκτης πυκνότητας της συγκεκριμένης εκμετάλλευσης δεν υπερβαίνει τις 1,4 ΜΜΖ ανά εκτάριο.

Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν να χορηγούν την ενίσχυση εκτατικοποίησης ως εξής:

α) για τα ημερολογιακά έτη 2000 και 2001, ποσό 33 ευρώ για δείκτη πυκνότητας τουλάχιστον 1,6 ΜΜΖ ανά εκτάριο και το πολύ 2,0 ΜΜΖ ανά εκτάριο, και ποσό 66 ευρώ για δείκτη πυκνότητας κάτω των 1,6 ΜΜΖ ανά εκτάριο·

β) για το ημερολογιακό έτος 2002 και τα επόμενα έτη, ποσό 40 ευρώ για δείκτη πυκνότητας τουλάχιστον 1,4 ΜΜΖ ανά εκτάριο και το πολύ 1,8 ΜΜΖ ανά εκτάριο, και ποσό 80 ευρώ για δείκτη πυκνότητας κάτω των 1,4 ΜΜΖ ανά εκτάριο.

3. Για την εφαρμογή της παραγράφου 2:

α) κατά παρέκκλιση του άρθρου 12 παράγραφος 2 στοιχείο α), ο δείκτης πυκνότητας της εκμετάλλευσης προσδιορίζεται λαμβανομένων υπόψη των αρσενικών βοοειδών, των αγελάδων και των δαμαλίδων που υπάρχουν στην εκμετάλλευση κατά το συγκεκριμένο ημερολογιακό έτος, καθώς και των αιγοπροβάτων για τα οποία έχουν υποβληθεί αιτήσεις πριμοδότησης για το ίδιο ημερολογιακό έτος. Ο αριθμός των ζώων μετατρέπεται σε ΜΜΖ βάσει του πίνακα μετατροπής του παραρτήματος III·

β) με την επιφύλαξη της τρίτης περίπτωσης του άρθρου 12 παράγραφος 2 στοιχείο β), οι εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή αροτραίων καλλιεργειών, όπως ορίζονται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1251/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για την καθιέρωση καθεστώτος στήριξης των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών(18) δεν θεωρούνται ως "εκτάσεις καλλιεργούμενες για την παραγωγή ζωοτροφών"·

γ) οι καλλιεργούμενες για την παραγωγή ζωοτροφών εκτάσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του δείκτη πυκνότητας αποτελούνται κατά 50 % τουλάχιστον από λειμώνες. Η έννοια των "λειμώνων" ορίζεται από τα κράτη μέλη. Ο ορισμός πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον το κριτήριο ότι ο βοσκότοπος είναι χορτολίβαδο το οποίο, σύμφωνα με την τοπική γεωργική πρακτική, αναγνωρίζεται ως προοριζόμενο για τη βόσκηση βοοειδών ή/και προβάτων. Ωστόσο, αυτό δεν αποκλείει τη μεικτή χρήση των βοσκοτόπων κατά το ίδιο έτος (βόσκηση, παραγωγή σανού, παραγωγή χορτονομής προς ενσίρωση).

4. Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων δείκτη πυκνότητας που καθορίζονται στην παράγραφο 2, οι παραγωγοί των κρατών μελών όπου άνω του 50 % της παραγωγής γάλακτος πραγματοποιείται σε ορεινές περιοχές κατά την έννοια του άρθρου 18 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999 και των οποίων οι εκμεταλλεύσεις βρίσκονται στις περιοχές αυτές, μπορούν να λαμβάνουν την ενίσχυση εκτατικοποίησης που προβλέπεται στην παράγραφο 2 για τις γαλακτοπαραγωγές αγελάδες που διατηρούνται εκεί.

5. Η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43:

- θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου,

- εάν χρειαστεί, προσαρμόζει τα ποσά που ορίζονται στην παράγραφο 2 λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, τον αριθμό των ζώων για τα οποία υπάρχει δικαίωμα ενίσχυσης κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος.

ΤΜΗΜΑ 2

Πρόσθετες ενισχύσεις

Άρθρο 14

1. Τα κράτη μέλη καταβάλλουν ετησίως, στους παραγωγούς της επικράτειάς τους, πρόσθετες ενισχύσεις των οποίων το σύνολο ισούται προς τα συνολικά ποσά που ορίζονται στο παράρτημα IV. Οι ενισχύσεις αυτές πρέπει να καταβάλλονται με αντικειμενικά κριτήρια συμπεριλαμβανομένων, ιδίως, των σχετικών παραγωγικών διαρθρώσεων και συνθηκών, και έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η ίση μεταχείριση μεταξύ παραγωγών και να αποφεύγονται στρεβλώσεις της αγοράς και του ανταγωνισμού. Επιπλέον, οι ενισχύσεις αυτές δεν πρέπει να συνδέονται με διακυμάνσεις των αγοραίων τιμών.

2. Μπορούν να καταβάλλονται πρόσθετες ενισχύσεις υπό μορφή ενισχύσεων κατά κεφαλή (άρθρο 15) ή/και ενισχύσεων σχετικών με την έκταση (άρθρο 17).

Άρθρο 15

1. Ενισχύσεις κατά κεφαλή μπορούν να χορηγούνται για:

α) αρσενικά βοοειδή·

β) θηλάζουσες αγελάδες·

γ) αγελάδες γαλακτοπαραγωγής·

δ) δαμαλίδες.

2. Οι ενισχύσεις κατά κεφαλή μπορούν να χορηγούνται ως συμπληρωματικά ποσά ανά μονάδα πριμοδότησης σφαγής όπως ορίζεται στο άρθρο 11, εκτός από την περίπτωση των μόσχων. Στις λοιπές περιπτώσεις, η χορήγηση ενισχύσεων κατά κεφαλή εξαρτώνται από:

α) τις ειδικές προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 16·

β) τις ειδικές απαιτήσεις για το δείκτη πυκνότητας που θα καθοριστούν από τα κράτη μέλη.

3. Οι ειδικές απαιτήσεις για το δείκτη πυκνότητας καθορίζονται:

- βάσει της καλλιεργούμενης για την παραγωγή ζωοτροφών έκτασης που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο β), με εξαίρεση τις εκτάσεις για τις οποίες χορηγούνται ενισχύσεις σχετικά με την έκταση σύμφωνα με το άρθρο 17,

- λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, την περιβαλλοντική επίπτωση του συγκεκριμένου είδους παραγωγής, την περιβαλλοντική ευαισθησία της γης που χρησιμοποιείται για κτηνοτροφία και τα μέτρα που έχουν εφαρμοσθεί με σκοπό τη σταθεροποίηση ή τη βελτίωση της περιβαλλοντικής κατάστασης της εν λόγω γης.

Άρθρο 16

1. Οι ενισχύσεις κατά κεφαλήν για τα αρσενικά βοοειδή μπορούν να χορηγούνται ανά ημερολογιακό έτος το πολύ για αριθμό ζώων ενός κράτους μέλους ο οποίος ισούται προς:

- το περιφερειακό ανώτατο όριο του συγκεκριμένου κράτους μέλους το οποίο καθορίζεται στο παράρτημα I, ή

- τον αριθμό αρσενικών βοοειδών για τα οποία χορηγήθηκαν πριμοδοτήσεις κατά το 1997 ή

- το μέσο αριθμό των αρσενικών βοοειδών που εσφάγησαν κατά τα έτη 1997, 1998 και 1999, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Eurostat για τα έτη αυτά ή από οποιαδήποτε άλλα δημοσιευμένα επίσημα στατιστικά στοιχεία για τα έτη αυτά τα οποία αποδέχεται η Επιτροπή.

Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να προβλέπουν ότι το κράτος μέλος καθορίζει εθνικό ή περιφερειακό όριο αριθμού αρσενικών βοοειδών ανά εκμετάλλευση.

Μόνον αρσενικά βοοειδή ηλικίας τουλάχιστον οκτώ μηνών είναι επιλέξιμα. Εάν οι ενισχύσεις κατά κεφαλήν καταβάλλονται κατά τη σφαγή, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν να αντικαθιστούν την προϋπόθεση αυτή από ελάχιστο βάρος σφαγίου τουλάχιστον 180 χιλιογράμμων.

2. Οι ενισχύσεις κατά κεφαλήν για θηλάζουσες αγελάδες και δαμαλίδες που είναι επιλέξιμες για πριμοδότηση θηλάζουσας αγελάδας σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 4 και το άρθρο 10 μπορούν να χορηγούνται μόνον ως συμπληρωματικό ποσό ανά μονάδα πριμοδότησης θηλάζουσας αγελάδας, όπως ορίζεται στο άρθρο 6 παράγραφος 4.

3. Οι ενισχύσεις κατά κεφαλήν για αγελάδες γαλακτοπαραγωγής μπορούν να χορηγούνται μόνον ως ποσό ανά τόνο ποσότητας αναφοράς επιλέξιμης για πριμοδότηση η οποία υπάρχει στην εκμετάλλευση, που θα καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1255/1999.

Το άρθρο 15 παράγραφος 2 στοιχείο β) δεν εφαρμόζεται.

4. Οι ενισχύσεις κατά κεφαλήν για δαμαλίδες, εκτός εκείνων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, μπορούν να χορηγούνται ανά κράτος μέλος και ημερολογιακό έτος το πολύ για αριθμό δαμαλίδων ίσο προς το μέσο αριθμό των δαμαλίδων που εσφάγησαν κατά τα έτη 1997, 1998 και 1999, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Eurostat για τα έτη αυτά ή από οποιαδήποτε άλλα δημοσιευμένα επίσημα στατιστικά στοιχεία για τα έτη αυτά τα οποία αποδέχεται η Επιτροπή.

Άρθρο 17

1. Οι ενισχύσεις οι σχετικές με την έκταση χορηγούνται ανά εκτάριο μόνιμου λειμώνα:

α) που είχε στη διάθεσή του ο παραγωγός κατά το εν λόγω ημερολογιακό έτος·

β) που δεν χρησιμοποιείται λόγω των ειδικών απαιτήσεων δείκτη πυκνότητας που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 3 και

γ) για το οποίο δεν έχουν καταβληθεί ενισχύσεις στο πλαίσιο του συστήματος στήριξης που έχει θεσπιστεί για τους παραγωγούς ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών, και για το οποίο δεν έχουν υποβληθεί αιτήσεις για ενίσχυση, για το ίδιο έτος, στο πλαίσιο του συστήματος ενίσχυσης για τις αποξηραμένες ζωοτροφές και στο πλαίσιο συστήματος κοινοτικών ενισχύσεων για άλλες μόνιμες ή κηπευτικές καλλιέργειες.

2. Η έκταση μόνιμου λειμώνα σε περιφέρεια για την οποία μπορεί να χορηγούνται ενισχύσεις βάσει της έκτασης δεν υπερβαίνει τη σχετική περιφερειακή βασική έκταση.

Οι περιφερειακές βασικές εκτάσεις πρέπει να καθορίζονται από τα κράτη μέλη ως ο μέσος αριθμός εκταρίων μόνιμου λειμώνα διαθέσιμων για τη βοοτροφία κατά τα έτη 1995, 1996 και 1997.

3. Η μέγιστη ενίσχυση βάσει της έκτασης που μπορεί να χορηγηθεί ανά εκτάριο, συμπεριλαμβανομένων των ενισχύσεων για εκτάσεις βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1255/1999 δεν υπερβαίνει:

- τα 210 ευρώ για το ημερολογιακό έτος 2000,

- τα 280 ευρώ για το ημερολογιακό έτος 2001,

- τα 350 ευρώ για το ημερολογιακό έτος 2002 και τα επόμενα.

Άρθρο 18

Πριν από την 1η Ιανουαρίου 2000, τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή λεπτομερή στοιχεία για τις εθνικές ρυθμίσεις σχετικά με τη χορήγηση πρόσθετων ενισχύσεων. Οι τροποποιήσεις των ρυθμίσεων αυτών ανακοινώνονται στην Επιτροπή εντός ενός μηνός από τη θέσπισή τους.

Άρθρο 19

Πριν από την 1η Απριλίου 2004, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή λεπτομερείς εκθέσεις για την εφαρμογή του παρόντος μέρους.

Πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005, η Επιτροπή αξιολογεί την εφαρμογή του παρόντος μέρους και εξετάζει την κατανομή των κοινοτικών κονδυλίων μεταξύ των κρατών μελών όπως προβλέπεται στο παράρτημα IV, λαμβανομένης υπόψη, ιδίως, της εξέλιξης των μεριδίων των κρατών μελών στην κοινοτική παραγωγή βοείου κρέατος. Η Επιτροπή υποβάλλει, εάν χρειαστεί, τις ενδεδειγμένες προτάσεις στο Συμβούλιο.

Άρθρο 20

Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος μέρους θεσπίζονται από την Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 43.

ΤΜΗΜΑ 3

Κοινές διατάξεις

Άρθρο 21

Για να υπάρχει δικαίωμα για άμεσες ενισχύσεις δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου, το ζώο πρέπει να εξατομικεύεται και να καταχωρίζεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 820/97.

Άρθρο 22

1. Οι άμεσες ενισχύσεις δυνάμει του παρόντος τίτλου, εξαιρουμένης της πριμοδότησης για σφαγή εκτός εποχής, χορηγούνται μόλις ολοκληρωθούν οι έλεγχοι αλλά όχι πριν από τις 16 Οκτωβρίου του ημερολογιακού έτους για το οποίο έχουν ζητηθεί.

2. Εκτός από δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις:

- οι άμεσες ενισχύσεις δυνάμει του παρόντος τίτλου καταβάλλονται το αργότερο μέχρι τις 30 Ιουνίου του ημερολογιακού έτους που έπεται το ημερολογιακού έτους για το οποίο έχει υποβληθεί αίτηση ενίσχυσης,

- η πριμοδότηση για σφαγή εκτός εποχής καταβάλλεται μόλις ολοκληρωθεί η διαδικασία των ελέγχων και το αργότερο στις 15 Οκτωβρίου του ημερολογιακού έτους για το οποίο έχει υποβληθεί αίτηση ενίσχυσης.

Άρθρο 23

1. Εάν κατάλοιπα ουσιών απαγορευμένων δυνάμει της οδηγίας 96/22/ΕΚ του Συμβουλίου(19) ή κατάλοιπα ουσιών που επιτρέπονται μεν δυνάμει της ως άνω οδηγίας, αλλά χρησιμοποιήθηκαν παράνομα, ανιχνευθούν, κατ' εφαρμογή των σχετικών διατάξεων της οδηγίας 96/23/ΕΚ του Συμβουλίου(20), σε ζώο που ανήκει στην αγέλη βοοειδών ενός παραγωγού ή εάν βρεθεί σε οποιαδήποτε μορφή στην εκμετάλλευση του παραγωγού μη επιτρεπόμενη ουσία ή προϊόν ή επιτρεπόμενη δυνάμει της οδηγίας 96/22/ΕΚ ουσία ή προϊόν που όμως κατέχεται παράνομα, ο παραγωγός αποκλείεται, κατά το ημερολογιακό έτος της εν λόγω διαπίστωσης, από την είσπραξη ποσών που προβλέπονται στο παρόν τμήμα.

Σε περίπτωση υποτροπής, η διάρκεια της περιόδου αποκλεισμού μπορεί, ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης, να ενέλθει σε πέντε έτη από το έτος κατά το οποίο διαπιστώθηκε η υποτροπή.

2. Σε περίπτωση κωλυσιεργίας εκ μέρους του ιδιοκτήτη ή κατόχου των ζώων κατά την διενέργεια των επιθεωρήσεων και δειγματοληψιών που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των εθνικών σχεδίων επιτήρησης των καταλοίπων ή κατά την εκτέλεση των εργασιών έρευνας και ελέγχου που προβλέπονται από την οδηγία 96/23/ΕΚ, εφαρμόζονται οι κυρώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1.

3. Η Επιτροπή θεσπίζει, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 43, τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 24

Το ύψος των άμεσων ενισχύσεων που καθορίζεται στα τμήματα 1 και 2 μπορεί να μεταβληθεί βάσει των εξελίξεων στη παραγωγή, την παραγωγικότητα και στις αγορές, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 37 παράγραφος 2 της συνθήκης.

Άρθρο 25

Οι δαπάνες που συνδέονται με τη χορήγηση των πριμοδοτήσεων που προβλέπει το παρόν κεφάλαιο θεωρούνται ως μέτρα παρέμβασης κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1258/1999.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΠΟΘΕΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ

Άρθρο 26

1. Από 1ης Ιουλίου 2002, μπορεί να αποφασισθεί η χορήγηση ενισχύσεων για ιδιωτική αποθεματοποίηση, όταν οι μέσες καταγραφείσες τιμές στην κοινοτική αγορά, βάσει της κοινοτικής κλίμακας κατάταξης που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1208/81 (στο εξής καλούμενη "κοινοτική κλίμακα", είναι και φαίνεται ότι θα παραμείνουν χαμηλότερες από το 103 % της βασικής τιμής.

2. Η βασική τιμή ορίζεται σε 2224 ευρώ ανά τόνο για τα σφάγια αρσενικών βοοειδών ποιότητας R3 της κοινοτικής κλίμακας.

3. Η ενίσχυση στην ιδιωτική αποθεματοποίηση μπορεί να χορηγείται για νωπό ή κατεψυγμένο κρέας ενήλικων βοοειδών που παρουσιάζεται υπό μορφή σφαγίων, ημίσεων σφαγίων, αλληλοσυμπληρούμενων τετάρτων, εμπρόσθιων ή οπίσθιων τετάρτων, ταξινομημένων σύμφωνα με την κοινοτική κλίμακα.

4. Το Συμβούλιο, ενεργώντας σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 37 παράγραφος 2 της συνθήκης, μπορεί:

- να τροποποιεί τη βασική τιμή λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, την ανάγκη καθορισμού της εν λόγω τιμής σε επίπεδο που συμβάλλει στη σταθεροποίηση των τιμών της αγοράς χωρίς, όμως, να οδηγεί στη δημιουργία διαρθρωτικών πλεονασμάτων στην Κοινότητα,

- να τροποποιεί τον κατάλογο των προϊόντων της παραγράφου 3 τα οποία μπορεί να αποτελέσουν το αντικείμενο ενίσχυσης για την ιδιωτική αποθεματοποίηση.

5. Η θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής του παρόντος άρθρου και η απόφαση της Επιτροπής για χορήγηση ενισχύσεων ιδιωτικής αποθεματοποίησης γίνονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 43.

Άρθρο 27

1. Από την 1η Ιουλίου 2002, η δημόσια παρέμβαση ανοίγει εάν, επί διάστημα δύο συναπτών εβδομάδων, η μέση αγοραία τιμή σε ένα κράτος μέλος ή σε μια περιφέρεια κράτους μέλους, η οποία καταγράφεται βάσει της κοινοτικής κλίμακας για την κατάταξη των σφαγίων των ενήλικων βοοειδών που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1208/91, είναι κατώτερη των 1560 ευρώ ανά τόνο· στην περίπτωση αυτή, οι οργανισμοί παρέμβασης μπορούν να αγοράζουν μία ή περισσότερες κατηγορίες, ποιότητες ή ομάδες ποιοτήτων, που θα καθοριστούν, νωπού ή διατηρημένου με απλή ψύξη κρέατος κοινοτικής καταγωγής που υπάγεται στους κωδικούς ΣΟ 02011000 και 0201 20 20 έως 02012050.

2. Για τις αγορές δυνάμει της παραγράφου 1, είναι δυνατόν να γίνονται δεκτές μόνον επιλέξιμες προσφορές που δεν υπερβαίνουν τη μέση αγοραία τιμή που καταγράφεται σε ένα κράτος μέλος ή σε μια περιφέρεια ενός κράτους μέλους, προσαυξημένη κατά ένα ποσό που καθορίζεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων.

3. Οι τιμές αγοράς και οι ποσότητες που γίνονται δεκτές στην παρέμβαση καθορίζονται βάσει διαγωνισμών και, σε ειδικές περιπτώσεις, μπορούν να καθορίζονται ανά κράτος μέλος ή ανά περιφέρεια κράτους μέλους, βάσει των καταγραφόμενων μέσων αγοραίων τιμών. Οι διαγωνισμοί εξασφαλίζουν ισότητα πρόσβασης όλων των ενδιαφερομένων, μπορούν δε να προκηρύσσονται βάσει προδιαγραφών που θα καθοριστούν λαμβάνοντας υπόψη, εφόσον απαιτείται, τις εμπορικές δομές.

4. Με τη διαδικασία του άρθρου 43:

- καθορίζονται τα προϊόντα, οι κατηγορίες, οι ποιότητες ή οι ομάδες ποιοτήτων των προϊόντων που είναι επιλέξιμα για παρέμβαση,

- καθορίζονται οι τιμές αγοράς και οι ποσότητες που γίνονται δεκτές στην παρέμβαση,

- καθορίζεται το ποσό της προσαύξησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2,

- θεσπίζονται λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου,

- θεσπίζονται τυχόν μεταβατικές διατάξεις που απαιτούνται για την εφαρμογή των ρυθμίσεων αυτών.

Η Επιτροπή αποφασίζει:

- το άνοιγμα της αγοράς όταν, επί διάστημα δύο συναπτών εβδομάδων, πληρούται ο όρος που αναφέρεται στην παράγραφο 1,

- το κλείσιμο της αγοράς όταν, επί μία τουλάχιστον εβδομάδα, δεν πληρούται πλέον ο όρος που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 28

1. Τα προϊόντα που αγοράζονται από τους οργανισμούς παρέμβασης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 27 και 47 του παρόντος κανονισμού και των άρθρων 5 και 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 805/68 διατίθενται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε διαταραχή της αγοράς και να εξασφαλίζεται ίση πρόσβαση στα εμπορεύματα και ίση μεταχείριση των αγοραστών.

2. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, ιδίως, όσον αφορά τις τιμές πώλησης, τους όρους διάθεσης των αποθεμάτων και, ενδεχομένως, της μεταποίησης των προϊόντων που αγοράσθηκαν από τους οργανισμούς παρέμβασης, θεσπίζονται από την Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 43.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΜΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ

Άρθρο 29

1. Για όλες τις εισαγωγές στην Κοινότητα των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) απαιτείται η προσκόμιση πιστοποιητικού εισαγωγής.

Όλες οι εισαγωγές στην Κοινότητα των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β) και όλες οι εξαγωγές από την Κοινότητα των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) είναι δυνατό να εξαρτώνται στην προσκόμιση πιστοποιητικού εισαγωγής ή εξαγωγής.

Το πιστοποιητικό εκδίδεται από τα κράτη μέλη για κάθε ενδιαφερόμενο που υποβάλλει σχετική αίτηση, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασής του στην Κοινότητα, με την επιφύλαξη των διατάξεων που θεσπίζονται για την εφαρμογή των άρθρων 32 και 33.

Το πιστοποιητικό εισαγωγής και εξαγωγής ισχύει σε ολόκληρη την Κοινότητα. Για την έκδοση των εν λόγω πιστοποιητικών απαιτείται η κατάθεση εγγύησης που εξασφαλίζει τη δέσμευση για την πραγματοποίηση της εισαγωγής ή της εξαγωγής κατά τη διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού και η οποία, εκτός από περιπτώσεις ανωτέρας βίας, καταπίπτει εν όλω ή εν μέρει εάν η συναλλαγή δεν πραγματοποιηθεί εντός της εν λόγω προθεσμίας ή εάν πραγματοποιηθεί μόνον εν μέρει.

2. Η Επιτροπή θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 43. Οι κανόνες αυτοί μπορούν να αφορούν ιδίως:

α) τη διάρκεια ισχύος των πιστοποιητικών·

β) τον κατάλογο των προϊόντων για τα οποία ζητούνται πιστοποιητικά εισαγωγής ή εξαγωγής, δυνάμει της παραγράφου 1 δεύτερο εδάφιο.

Άρθρο 30

Εφόσον ο παρών κανονισμός δεν ορίζει το αντίθετο, ισχύουν, για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1, οι δασμολογικοί συντελεστές του κοινού δασμολογίου.

Άρθρο 31

1. Για να αποτραπούν ή να εξαλειφθούν οι επιζήμιες επιπτώσεις στην κοινοτική αγορά που είναι δυνατό να προκαλέσουν οι εισαγωγές ορισμένων προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1, η εισαγωγή, με το δασμολογικό συντελεστή που προβλέπει το άρθρο 30, ενός ή περισσοτέρων από τα προϊόντα αυτά, εξαρτάται από την καταβολή πρόσθετου δασμού, εάν πληρούνται οι όροι που απορρέουν από το άρθρο 5 της συμφωνίας για τη γεωργία, η οποία έχει συναφθεί σύμφωνα με το άρθρο 300 της συνθήκης, στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, εκτός εάν οι εισαγωγές δεν είναι πιθανόν να διαταράξουν την κοινοτική αγορά ή εάν οι επιπτώσεις θα ήταν δυσανάλογες σε σχέση με τον επιδιωκόμενο στόχο.

2. Οι τιμές ενεργοποίησης κάτω από τις οποίες μπορεί να επιβάλλεται πρόσθετος δασμός, είναι οι τιμές που διαβιβάζονται από την Κοινότητα στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.

Οι ποσότητες ενεργοποίησης, των οποίων απαιτείται η υπέρβαση για την επιβολή πρόσθετου δασμού, καθορίζονται ιδίως με βάση τις εισαγωγές στην Κοινότητα κατά τα τρία έτη που προηγούνται του έτους κατά το οποίο παρουσιάζονται ή ενδέχεται να παρουσιαστούν οι επιζήμιες επιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3. Οι τιμές εισαγωγής που λαμβάνονται υπόψη για την επιβολή πρόσθετου δασμού καθορίζονται με βάση τις τιμές εισαγωγής cif του εν λόγω φορτίου.

Οι τιμές εισαγωγής cif ελέγχονται για το σκοπό αυτό βάσει των αντιπροσωπευτικών τιμών για το συγκεκριμένο προϊόν στην παγκόσμια αγορά ή στην κοινοτική αγορά εισαγωγής του προϊόντος.

4. Η Επιτροπή θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 43. Οι λεπτομέρειες αυτές αφορούν ιδίως:

α) τα προϊόντα στα οποία εφαρμόζονται πρόσθετοι δασμοί, σύμφωνα με το άρθρο 5 της συμφωνίας για τη γεωργία·

β) τα λοιπά κριτήρια που είναι αναγκαία για να εξασφαλίζεται η εφαρμογή της παραγράφου 1, σύμφωνα με το άρθρο 5 της ως άνω συμφωνίας.

Άρθρο 32

1. Το άνοιγμα και η διαχείριση των δασμολογικών ποσοστώσεων για τα προϊόντα του άρθρου 1, που προκύπτουν από συμφωνίες συναφθείσες σύμφωνα με το άρθρο 300 της συνθήκης ή από οποιαδήποτε άλλη πράξη του Συμβουλίου βάσει της συνθήκης, πραγματοποιούνται βάσει λεπτομερειών εφαρμογής που θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 43.

Όσον αφορά την ποσόστωση εισαγωγής 50000 τόνων κατεψυγμένου κρέατος που υπάγεται στους κωδικούς ΣΟ 02022030, 0202 30 και 0206 29 91 και προορίζεται για μεταποίηση, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, με ειδική πολειοψηφία, μπορεί να προβλέψει ότι η ποσόστωση αυτή αφορά εξ ολοκλήρου ή εν μέρει ισοδύναμες ποσότητες κρέατος ποιότητας, εφαρμόζοντας συντελεστή 4,375.

2. Η διαχείριση των ποσοστώσεων είναι δυνατόν να γίνει κατ' εφαρμογή μιας από τις ακόλουθες μεθόδους ή συνδυασμού των μεθόδων αυτών:

- μέθοδος βασιζόμενη στη χρονολογική σειρά υποβολής των αιτήσεων (αρχή της "εξυπηρέτησης κατά σειρά χρονικής προτεραιότητας"),

- μέθοδος κατανομής κατ' αναλογία των ποσοτήτων που ζητήθηκαν όταν υποβλήθηκαν οι αιτήσεις (σύμφωνα με την μέθοδο της "ταυτόχρονης εξέτασης"),

- μέθοδος βασιζόμενη στη συνεκτίμηση των παραδοσιακών εμπορικών ρευμάτων, (σύμφωνα με τη μέθοδο "παλαιοί και νέοι πελάτες").

Μπορούν να υιοθετηθούν και άλλες κατάλληλες μέθοδοι.

Αποφεύγεται οιαδήποτε διάκριση μεταξύ των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων.

3. Η καθοριζόμενη μέθοδος διαχείρισης λαμβάνει υπόψη, κατά περίπτωση, τις ανάγκες εφοδιασμού της κοινοτικής αγοράς και την ανάγκη διασφάλισης της ισορροπίας της αγοράς αυτής, ενώ μπορεί να εμπνέεται από τις μεθόδους που εφαρμόστηκαν στο παρελθόν στις ποσοστώσεις που αντιστοιχούν προς εκείνες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων που προκύπτουν από συμφωνίες συναφθείσες στο πλαίσιο των εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης.

4. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής που αναφέρονται στην παράγραφο 1, προβλέπουν το άνοιγμα ετήσιων ποσοστώσεων και, εάν χρειάζεται, με την κατάλληλη κλιμάκωση, καθόλη τη διάρκεια του έτους και καθορίζουν την εφαρμοστέα μέθοδο διαχείρισης, ενδεχομένως δε περιλαμβάνουν:

α) εγγυήσεις ως προς τη φύση, την προέλευση και την καταγωγή του προϊόντος και

β) διατάξεις σχετικά με την αναγνώριση του εγγράφου βάσει του οποίου αποδεικνύεται η ύπαρξη των εγγυήσεων του στοιχείου α) και

γ) τις προϋποθέσεις έκδοσης και τη διάρκεια ισχύος των πιστοποιητικών εισαγωγής.

Άρθρο 33

1. Στο βαθμό που είναι αναγκαίο για να καταστεί δυνατή η εξαγωγή των προϊόντων του άρθρου 1 βάσει των τιμών των προϊόντων αυτών στην παγκόσμια αγορά, και εντός των ορίων που απορρέουν από συμφωνίες οι οποίες συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο 300 της συνθήκης, η διαφορά μεταξύ των τιμών αυτών και των τιμών που ισχύουν στην Κοινότητα μπορεί να καλυφθεί με τη χορήγηση επιστροφής κατά την εξαγωγή.

2. Η κατανομή των ποσοτήτων που μπορούν να εξαχθούν με επιστροφή καθορίζεται σύμφωνα με μέθοδο η οποία:

α) είναι η καταλληλότερη για τη φύση του προϊόντος και την κατάσταση της συγκεκριμένης αγοράς και επιτρέπει την αποτελεσματικότερη δυνατή χρησιμοποίηση των διαθέσιμων πόρων, λαμβάνει δε υπόψη την αποδοτικότητα και τη διάρθρωση των εξαγωγών της Κοινότητας, χωρίς διακρίσεις μεταξύ μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων·

β) από διοικητική άποψη είναι η λιγότερο επαχθής για τις επιχειρήσεις, λαμβανομένων υπόψη των διαχειριστικών απαιτήσεων·

γ) αποφεύγει οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ ενδιαφερομένων επιχειρήσεων.

3. Οι επιστροφές είναι ίδιες για ολόκληρη την Κοινότητα.

Επιτρέπεται η διαφοροποίησή τους ανάλογα με τον τόπο προορισμού, εάν η κατάσταση της παγκόσμιας αγοράς ή οι ειδικές ανάγκες ορισμένων αγορών το καθιστούν αναγκαίο.

Η Επιτροπή καθορίζει τις επιστροφές σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 43, ο δε καθορισμός τους είναι συγκεκριμένα δυνατός:

α) σε τακτικά χρονικά διαστήματα·

β) συμπληρωματικά και για περιορισμένες ποσότητες, μέσω διαγωνισμού για τα προϊόντα για τα οποία η διαδικασία αυτή κρίνεται κατάλληλη.

Εκτός των περιπτώσεων καθορισμού με προκήρυξη διαγωνισμού, ο κατάλογος των προϊόντων για τα οποία χορηγείται επιστροφή καθώς και το ποσό της επιστροφής αυτής καθορίζονται τουλάχιστον μία φορά κάθε τρεις μήνες. Ωστόσο, οι επιστροφές μπορούν να διατηρούνται στο ίδιο επίπεδο επί περισσότερο από τρεις μήνες και, σε περίπτωση ανάγκης, να τροποποιούνται ενδιαμέσως από την Επιτροπή μετά από αίτηση κράτους μέλους ή με δική της πρωτοβουλία.

4. Οι επιστροφές καθορίζονται λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία:

α) την κατάσταση και τις μελλοντικές τάσεις:

- στην κοινοτική αγορά, τις τιμές των προϊόντων του τομέα του βοείου κρέατος καθώς και των διαθεσίμων,

- στην παγκόσμια αγορά, τις τιμές των προϊόντων του τομέα του βοείου κρέατος·

β) τους στόχους της κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος, που συνίστανται στη διασφάλιση της ισορροπίας της εν λόγω αγοράς και της φυσικής εξέλιξης των τιμών και του εμπορίου·

γ) τους περιορισμούς που απορρέουν από τις συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο 300 της συνθήκης·

δ) την ανάγκη αποφυγής των διαταραχών στην αγορά της Κοινότητας·

ε) την οικονομική πλευρά των προβλεπόμενων εξαγωγών.

Λαμβάνεται επίσης κυρίως υπόψη η ανάγκη εξισορρόπησης της χρήσης των κοινοτικών βασικών προϊόντων ενόψει της εξαγωγής μεταποιημένων εμπορευμάτων προς τις τρίτες χώρες και της χρήσης των προϊόντων αυτών τα οποία γίνονται δεκτά υπό καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή.

5. Οι κοινοτικές τιμές στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 1 καθορίζονται λαμβάνοντας υπόψη:

- τις τιμές που ισχύουν στις αντιπροσωπευτικές αγορές της Κοινότητας,

- τις τιμές που ισχύουν κατά την εξαγωγή.

Οι τιμές στην παγκόσμια αγορά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 καθορίζονται λαμβάνοντας υπόψη:

- τις τιμές που ισχύουν στις αγορές των τρίτων χωρών,

- τις πλέον ευνοϊκές τιμές κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες, στις τρίτες χώρες προορισμού,

- τις τιμές που καταβάλλονται στον παραγωγό στις εξαγωγούς τρίτες χώρες, λαμβανομένων, ενδεχομένως, υπόψη των επιδοτήσεων τις οποίες χορηγούν οι χώρες αυτές,

- τις τιμές προσφοράς "ελεύθερο στα σύνορα" της Κοινότητας.

6. Επιστροφές χορηγούνται μόνον κατόπιν αιτήσεως και με την προσκόμιση του σχετικού πιστοποιητικού εξαγωγής.

7. Το ποσό της επιστροφής είναι εκείνο που ισχύει την ημέρα της υποβολής της αίτησης έκδοσης πιστοποιητικού και, σε περίπτωση διαφοροποιούμενης επιστροφής, το ποσό που εφαρμόζεται την ίδια μέρα:

α) στον τόπο προορισμού που αναφέρεται στο πιστοποιητικό ή

β) στον πραγματικό τόπο προορισμού, εάν αυτός είναι διαφορετικός από τον τόπο προορισμού που αναφέρεται στο πιστοποιητικό. Στην περίπτωση αυτή, το ποσό που εφαρμόζεται δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό που εφαρμόζεται για τον τρόπο προορισμού που αναφέρεται στο πιστοποιητικό.

Μπορούν να ληφθούν τα ενδεδειγμένα μέτρα για να αποφευχθεί η κατάχρηση της ελαστικής ρύθμισης που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο.

8. Προβλέπεται η δυνατότητα παρέκκλισης από τις παραγράφους 6 και 7 για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 για τα οποία χορηγούνται επιστροφές στα πλαίσια ενεργειών επισιτιστικής βοήθειας, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43.

9. Η επιστροφή καταβάλλεται κατόπιν προσκομίσεως απόδειξης ότι τα προϊόντα:

- είναι κοινοτικής καταγωγής,

- έχουν εξαχθεί από την Κοινότητα και,

- στην περίπτωση διαφοροποιημένης επιστροφής, έχουν φθάσει στον τόπο προορισμού που αναφέρεται στο πιστοποιητικό ή σε άλλο τόπο προορισμού για τον οποίο έχει καθοριστεί επιστροφή, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 στοιχείο β). Ωστόσο, μπορούν να προβλέπονται εξαιρέσεις από τον κανόνα αυτόν, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 43, υπό προϋποθέσεις που θα καθοριστούν, ώστε να προσφέρονται ισοδύναμες εγγυήσεις.

Εξάλλου, η πληρωμή της επιστροφής κατά την εξαγωγή ζώντων ζώων εξαρτάται από την τήρηση των διατάξεων που προβλέπονται από την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την καλή μεταχείριση των ζώων, και ειδικότερα κατά τη μεταφορά.

10. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 9 πρώτη περίπτωση, ελλείψει παρέκκλισης που παρέχεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43, ουδεμία επιστροφή χορηγείται κατά την εξαγωγή προϊόντων που εισάγονται από τρίτες χώρες και επανεξάγονται προς τρίτες χώρες.

11. Η τήρηση των ποσοτικών ορίων τα οποία απορρέουν από συμφωνίες που έχουν συναφθεί σύμφωνα με το άρθρο 300 της συνθήκης, εξασφαλίζεται με βάση τα πιστοποιητικά εξαγωγής που εκδίδονται για τις περιόδους αναφοράς που προβλέπονται στις συμφωνίες αυτές και εφαρμόζονται στα εν λόγω προϊόντα. Όσον αφορά την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από συμφωνίες που συντάσσονται στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, η ισχύς των πιστοποιητικών εξαγωγής δεν θίγεται από τη λήξη μιας περιόδου αναφοράς.

12. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων σχετικά με την ανακατανομή των εξαγώγιμων ποσοτήτων που δεν έχουν κατανεμηθεί ή χρησιμοποιηθεί, θεσπίζονται από την Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 43.

Όσον αφορά τις διατάξεις που προβλέπονται στην παράγραφο 9 τελευταίο εδάφιο, οι λεπτομέρειες εφαρμογής μπορεί να περιλαμβάνουν όρους, κυρίως, σχετικά με τις εισαγωγές σε τρίτες χώρες.

Άρθρο 34

1. Στο βαθμό που απαιτείται, για την καλή λειτουργία της κοινής οργάνωσης αγοράς του βοείου κρέατος, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία, μπορεί να αποκλείει εν όλω ή εν μέρει την προσφυγή στο καθεστώς τελειοποίησης προς επανεξαγωγή ή επανεισαγωγή για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1.

2. Ωστόσο, κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, εαν η κατάσταση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 χαρακτηρίζεται ως άκρως επείγουσα και έχει διαταραχθεί η κοινοτική αγορά ή κινδυνεύει να διαταραχθεί από το καθεστώς της τελειοποίησης προς επανεισαγωγή ή προς επανεξαγωγή, η Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους ή εξ ιδίας πρωτοβουλίας, θεσπίζει τα απαραίτητα μέτρα τα οποία κοινοποιούνται στο Συμβούλιο και στα κράτη μέλη και των οποίων η διάρκεια ισχύος δεν δύναται να υπερβεί τους έξι μήνες. Τα μέτρα αυτά εφαρμόζονται πάραυτα. Εάν ένα κράτος μέλος υποβάλει αίτηση στην Επιτροπή, η Επιτροπή αποφασίζει εντός μιας εβδομάδας από την παραλαβή της αίτησης.

3. Κάθε κράτος μέλος μπορεί να φέρει ενώπιον του Συμβουλίου την απόφαση της Επιτροπής για τα εν λόγω μέτρα εντός μιας εβδομάδας από την ημέρα κοινοποίησής της. Το Συμβούλιο αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία μπορεί να κυρώσει, να τροποποιήσει ή να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής. Εάν το Συμβούλιο δεν έχει λάβει απόφαση εντός τριών μηνών, η απόφαση της Επιτροπής θεωρείται ακυρωθείσα.

Άρθρο 35

1. Οι γενικοί κανόνες για την ερμηνεία της συνδυασμένης ονοματολογίας και οι λεπτομέρειες εφαρμογής της ισχύουν για τη δασμολογική κατάταξη των προϊόντων τα οποία υπάγονται στον παρόντα κανονισμό· η ονοματολογία του δασμολογίου που προκύπτει από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού ενσωματώνεται στο κοινό δασμολόγιο.

2. Εφόσον ο παρών κανονισμός ή διατάξεις που θεσπίζονται κατ' εφαρμογήν του δεν ορίζουν το αντίθετο, απαγορεύονται κατά τις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες:

- η επιβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης αποτελέσματος ισοδυνάμου προς δασμό,

- η εφαρμογή οποιουδήποτε ποσοτικού περιορισμού ή μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος.

Άρθρο 36

1. Εάν η αγορά στην Κοινότητα ενός ή περισσότερων από τα προϊόντα του άρθρου 1 υφίσταται ή απειλείται να υποστεί, λόγω των εισαγωγών ή των εξαγωγών, σοβαρές διαταραχές που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τους στόχους του άρθρου 33 της συνθήκης, τότε είναι δυνατόν να εφαρμοσθούν, κατά τις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες, τα ενδεικνυόμενα μέτρα μέχρις ότου εκλείψει η εν λόγω διαταραχή ή απειλή διαταραχής.

Το Συμβούλιο θεσπίζει, με ειδική πλειοψηφία και βάσει προτάσεως της Επιτροπής, τους γενικούς κανόνες εφαρμογής της παρούσας παραγράφου και ορίζει τις περιπτώσεις και τα όρια εντός των οποίων τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν μέτρα προστασίας.

2. Εάν προκύψει η κατάσταση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους ή με δική της πρωτοβουλία, αποφασίζει για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων· τα μέτρα αυτά κοινοποιούνται στα κράτη μέλη και τίθενται αμέσως σε εφαρμογή. Εάν κάποιο κράτος μέλος υποβάλει στην Επιτροπή σχετική αίτηση, η Επιτροπή αποφασίζει επ' αυτής εντός τριών εργασίμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης.

3. Κάθε κράτος μέλος μπορεί να φέρει ενώπιον του Συμβουλίου τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή εντός τριών εργασίμων ημερών από την ημέρα της κοινοποίησής τους. Το Συμβούλιο συνέρχεται χωρίς καθυστέρηση. Μπορεί, με ειδική πλειοψηφία, να τροποποιήσει ή να ακυρώσει το εν λόγω μέτρο εντός ενός μηνός από την ημέρα κατά την οποία παραπέμφθηκε στο Συμβούλιο.

4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται στο πλαίσιο της τήρησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις διεθνείς συμφωνίες που έχουν συναφθεί σύμφωνα με το άρθρο 300 παράγραφος 2 της συνθήκης.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 37

Τα κράτη μέλη καταγράφουν τις τιμές βοοειδών και του κρέατος αυτών βάσει κανόνων που πρόκειται να καθοριστούν από την Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 43.

Άρθρο 38

1. Όταν διαπιστώνεται αισθητή άνοδος ή πτώση των τιμών στην αγορά της Κοινότητας, ενδέχεται δε να διατηρηθεί η κατάσταση αυτή και, επομένως, να διαταράσσεται ή απειλείται να διαταραχθεί η εν λόγω αγορά, δύνανται να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα.

2. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου καθορίζονται από την Επιτροπή κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43.

Άρθρο 39

Για να ληφθούν υπόψη οι περιορισμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία, οι οποίοι δύνανται να προκύψουν από την εφαρμογή μέτρων για την καταπολέμηση της εξάπλωσης ζωονόσων, είναι δυνατόν να ληφθούν έκτακτα μέτρα στήριξης της αγοράς που θίγεται από αυτούς τους περιορισμούς, κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43. Τα μέτρα αυτά λαμβάνονται μόνο κατά το μέτρο και για το χρονικό διάστημα που είναι αυστηρώς αναγκαία για τη στήριξη της εν λόγω αγοράς.

Άρθρο 40

Με την επιφύλαξη αντιθέτων διατάξεων του παρόντος κανονισμού, στην παραγωγή και στο εμπόριο των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 εφαρμόζονται τα άρθρα 87, 88 και 89 της συνθήκης.

Άρθρο 41

Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή ανακοινώνουν αμοιβαία τα αναγκαία στοιχεία για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Τα στοιχεία που πρέπει να ανακοινώνονται καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43. Με την ίδια διαδικασία θεσπίζονται οι λεπτομέρειες της ανακοινώσεως και διαδόσεως των στοιχείων.

Άρθρο 42

Συνιστάται επιτροπή διαχείρισης βοείου κρέατος, καλουμένη στο εξής "επιτροπή", που αποτελείται από αντιπροσώπους των κρατών μελών και της οποίας προεδρεύει αντιπρόσωπος της Επιτροπής.

Άρθρο 43

1. Στην περίπτωση που γίνεται αναφορά στη διαδικασία που ορίζεται στο παρόν άρθρο, η επιτροπή συγκαλείται από τον πρόεδρό της είτε με δική του πρωτοβουλία είτε μετά από αίτηση του αντιπροσώπου κράτους μέλους.

2. Ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής υποβάλλει στην εν λόγω επιτροπή σχέδιο των μέτρων που πρόκειται να ληφθούν. Η επιτροπή διατυπώνει τη γνώμη της για το σχέδιο εντός προθεσμίας που μπορεί να ορίσει ο πρόεδρος ανάλογα με τον επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Αποφασίζει με την πλειοψηφία που προβλέπει το άρθρο 205 παράγραφος 2 της συνθήκης, όσον αφορά την έκδοση των αποφάσεων που καλείται να λάβει το Συμβούλιο βάσει πρότασης της Επιτροπής. Κατά την ψηφοφορία στην επιτροπή, οι ψήφοι των αντιπροσώπων των κρατών μελών σταθμίζονται σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο. Ο πρόεδρος δεν ψηφίζει.

3. α) Η Επιτροπή θεσπίζει μέτρα τα οποία εφαρμόζονται αμέσως.

β) Εάν όμως τα μέτρα αυτά δεν είναι σύμφωνα με τη γνώμη που διατύπωσε η επιτροπή, ανακοινώνονται αμέσως από την Επιτροπή στο Συμβούλιο. Στην περίπτωση αυτή:

- η Επιτροπή μπορεί να αναβάλει επί ένα μήνα το πολύ, από την ημερομηνία της ανακοίνωσης αυτής, την εφαρμογή των μέτρων που αποφασίστηκαν από αυτή,

- το Συμβούλιο μπορεί, με ειδική πλειοψηφία, να λάβει διαφορετική απόφαση εντός της προθεσμίας των ανωτέρω εδαφίων.

Άρθρο 44

Η Επιτροπή δύναται να εξετάσει οποιοδήποτε άλλο θέμα τίθεται από τον πρόεδρό της είτε με δική του πρωτοβουλία είτε κατόπιν αιτήσεως του αντιπροσώπου κράτους μέλους.

Άρθρο 45

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1258/1999 και οι διατάξεις που θεσπίστηκαν για την εφαρμογή του κανονισμού αυτού εφαρμόζονται για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1.

Άρθρο 46

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται έτσι ώστε να λαμβάνονται υπόψη, ταυτόχρονα και κατά τον κατάλληλο τρόπο, οι στόχοι που προβλέπονται στα άρθρα 33 και 131 της συνθήκης.

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 47

1. Μέχρι τις 30 Ιουνίου 2002, τα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 σε σχέση με το άρθρο 26 παράγραφος 1 μπορούν να αγορασθούν από τους οργανισμούς παρέμβασης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου για να προλαμβάνεται ή να μετριάζεται ουσιαστική πτώση των τιμών.

2. Εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3, η αγορά εκ μέρους των οργανισμών παρέμβασης σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη ή σε περιοχή κράτους μέλους μιας ή περισσοτέρων κατηγοριών, ποιοτήτων ή ομάδων ποιοτήτων, που θα καθοριστούν, νωπών ή διατηρημένων με απλή ψύξη κρεάτων, που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 02011000 και 0201 20 20 μέχρι 02012050, καταγωγής Κοινότητας, μπορεί να αποφασιστεί στα πλαίσια διαγωνισμών που προκηρύσσονται προκειμένου να εξασφαλιστεί μια λογική στήριξη της αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη την εποχική εξέλιξη της σφαγής ζώων.

Οι αγορές αυτές δεν μπορούν να υπερβαίνουν τους 350000 τόνους το χρόνο και για την Κοινότητα ως σύνολο.

Το Συμβούλιο μπορεί να τροποποιεί την ποσότητα αυτή με ειδική πλειοψηφία και βάσει προτάσεως της Επιτροπής.

3. Για κάθε ποιότητα ή ομάδα ποιοτήτων που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της παρέμβασης, οι διαγωνισμοί μπορούν να προκηρυχθούν σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 8, όταν σε κράτος μέλος ή περιοχή κράτους μέλους πληρούνται ταυτόχρονα οι δύο ακόλουθες προϋποθέσεις επί διάστημα δύο συναπτών εβδομάδων:

- η μέση τιμή της κοινοτικής αγοράς που διαπιστώνεται με βάση την κοινοτική κλίμακα ταξινόμησης των σφαγίων ενήλικων βοοειδών είναι κατώτερη του 84 % της τιμής παρέμβασης,

- η μέση τιμή αγοράς που διαπιστώνεται με βάση την προαναφερόμενη κλίμακα στο ή στα κράτη μέλη ή περιοχές κράτους μέλους είναι κατώτερη του 80 % της τιμής παρέμβασης.

Η τιμή παρέμβασης καθορίζεται σε:

- 3475 ευρώ ανά τόνο για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30 Ιουνίου 2000,

- 3242 ευρώ ανά τόνο για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 2000 μέχρι 30 Ιουνίου 2001,

- 3013 ευρώ ανά τόνο για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 2001 μέχρι 30 Ιουνίου 2002.

4. Η αναστολή των διαγωνισμών για μία ή περισσότερες ποιότητες ή ομάδες ποιοτήτων αποφασίζεται όταν εμφανίζεται μία από τις ακόλουθες δύο καταστάσεις:

- οι δύο προϋποθέσεις της παραγράφου 3 δεν πληρούνται ταυτόχρονα επί δύο συναπτές εβδομάδες,

- οι αγορές στην παρέμβαση δεν είναι πλέον ενδεδειγμένες βάσει των κριτηρίων που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

5. Η παρέμβαση ενεργοποιείται επίσης εάν, επί διάστημα δύο συναπτών εβδομάδων, η μέση τιμή της κοινοτικής αγοράς, των νεαρών αρσενικών μη ευνουχισμένων ζώων ηλικίας κάτω των δύο ετών ή των αρσενικών ευνουχισμένων ζώων, που διαπιστώνεται με βάση την κοινοτική κλίμακα ταξινόμησης των σφαγίων ενήλικων βοοειδών, είναι χαμηλότερη του 78 % της τιμής παρέμβασης και εάν σε ένα κράτος μέλος ή σε περιοχές κράτους μέλους, η μέση τιμή αγοράς νεαρών αρσενικών μη ευνουχισμένων ζώων ηλικίας κάτω των δύο ετών ή αρσενικών ευνουχισμένων ζώων που διαπιστώνεται με βάση την κοινοτική κλίμακα ταξινόμησης, είναι χαμηλότερη του 60 % της τιμής παρέμβασης. Στην περίπτωση αυτή, πραγματοποιούνται αγορές για τις σχετικές κατηγορίες στα κράτη μέλη ή περιοχές κράτους μέλους των οποίων το επίπεδο τιμής είναι κατώτερο από το εν λόγω όριο.

Για τις εν λόγω αγορές και με την επιφύλαξη της παραγράφου 6, γίνονται δεκτές όλες οι προσφορές.

Οι ποσότητες που αγοράζονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο δεν λαμβάνονται υπόψη για την εφαρμογή των ανώτατων ορίων αγοράς που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

6. Δυνάμει του καθεστώτος αγορών που ορίζεται στις παραγράφους 2 και 5, γίνονται δεκτές μόνον προσφορές ίσες ή κατώτερες από τη μέση τιμή αγοράς που διαπιστώνεται σε ένα κράτος μέλος ή περιοχή κράτους μέλους και προσαυξάνεται κατά ποσό που θα καθοριστεί βάσει αντικειμενικών κριτηρίων.

7. Για κάθε ποιότητα ή ομάδα ποιοτήτων επιλέξιμη για την παρέμβαση, οι τιμές αγοράς καθώς και οι ποσότητες που γίνονται δεκτές στην παρέμβαση καθορίζονται στα πλαίσια διαγωνισμών και μπορούν, σε ειδικές περιστάσεις, να καθοριστούν ανά κράτος μέλος ή ανά περιοχή κράτους μέλους σε συνάρτηση με τις διαπιστωμένες μέσες τιμές της αγοράς. Στους διαγωνισμούς πρέπει να διασφαλίζεται ισότητα πρόσβασης σε όλους τους ενδιαφερόμενους. Οι διαγωνισμοί προκηρύσσονται με βάση συγγραφή υποχρεώσεων που θα καθοριστεί αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον χρειάζεται, οι εμπορικές δομές.

8. Σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43:

- προσδιορίζονται οι κατηγορίες, ποιότητες ή ομάδες ποιοτήτων των προϊόντων επιλέξιμων για την παρέμβαση,

- αποφασίζεται η προκήρυξη ή η επανάληψη των διαγωνισμών και η αναστολή τους στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 τελευταία περίπτωση,

- καθορίζονται οι τιμές αγοράς καθώς και οι ποσότητες που γίνονται δεκτές στην παρέμβαση,

- καθορίζεται το ποσό της προσαύξησης που αναφέρεται στην παράγραφο 6,

- θεσπίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, και ιδίως οι λεπτομέρειες που αποβλέπουν στην αποφυγή πτωτικής τάσης των τιμών της αγοράς,

- θεσπίζονται τυχόν μεταβατικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των ρυθμίσεων αυτών.

Η Επιτροπή αποφασίζει:

- την κίνηση της διαδικασίας της αγοράς από την παρέμβαση που αναφέρεται στην παράγραφο 5, καθώς και την αναστολή της σε περίπτωση που δεν πληρούνται πλέον μία ή περισσότερες από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην εν λόγω παράγραφο,

- την αναστολή των αγορών που αναφέρονται στην παράγραφο 4 πρώτη περίπτωση.

Άρθρο 48

1. Μέχρι τις 30 Ιουνίου 2002, δύναται να αποφασίζεται η χορήγηση ενισχύσεων για ιδιωτική αποθεματοποίηση προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 26 παράγραφος 3.

2. Η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 43, θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής όσον αφορά την ιδιωτική αποθεματοποίηση και τις λεπτομέρειες εφαρμογής της χορήγησης ενισχύσεων για ιδιωτική αποθεματοποίηση.

Άρθρο 49

1. Οι κανονισμοί (ΕΟΚ) αριθ. 805/68, (ΕΟΚ) αριθ. 989/68, (ΕΟΚ) αριθ. 98/69 και (ΕΟΚ) αριθ. 1892/87 καταργούνται.

2. Οι παραπομπές στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 805/68 πρέπει να θεωρούνται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό και να διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος V.

Άρθρο 50

Η Επιτροπή θεσπίζει, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43:

- τα μέτρα που απαιτούνται για τη διευκόλυνση της μετάβασης από τις ρυθμίσεις που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 805/68 σε εκείνες που θεσπίζονται από τον παρόντα κανονισμό,

- τα μέτρα που απαιτούνται για την επίλυση συγκεκριμένων πρακτικών προβλημάτων. Τέτοια μέτρα - εάν είναι δεόντως αιτιολογημένο - μπορούν να ληφθούν κατά παρέκκλιση ορισμένων μερών του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 51

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Εφαρμόζεται από 1ης Ιανουαρίου 2000, πλην του άρθρου 18 το οποίο εφαρμόζεται από την έναρξη του παρόντος κανονισμού.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 17 Μαΐου 1999.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

K.-H. FUNKE

(1) ΕΕ C 170 της 4.6.1998, σ. 13.

(2) Γνώμη που δόθηκε στις 6.5.1999 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(3) ΕΕ C 407 της 28.12.1998, σ. 196.

(4) ΕΕ C 93 της 6.4.1999, σ. 1.

(5) ΕΕ C 401 της 22.12.1998, σ. 3.

(6) ΕΕ L 405 της 31.12.1992, σ. 1. κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1256/1999 (Βλέπε σ. 73 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας).

(7) ΕΕ L 123 της 7.5.1981, σ. 3· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1026/91 (ΕΕ L 106 της 26.4.1991, σ. 2).

(8) ΕΕ L 336 της 23.12.1994, σ. 22.

(9) Βλέπε σ. 103 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(10) ΕΕ L 148 της 28.6.1968, σ. 24· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1633/98 (ΕΕ L 210 της 28.7.1998, σ. 17).

(11) ΕΕ L 14 της 21.1.1969, σ. 2.

(12) ΕΕ L 169 της 18.7.1968, σ. 10· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 428/77 (ΕΕ L 61 της 5.3.1977, σ. 17).

(13) ΕΕ L 182 της 3.7.1987, σ. 29.

(14) ΕΕ L 117 της 7.5.1997, σ. 1.

(15) Βλέπε σ. 48 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(16) ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 1.

(17) Βλέπε σ. 80 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(18) Βλέπε σ. 1 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(19) Οδηγία 96/22/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1996, για την απαγόρευση της χρησιμοποίησης ορισμένων ουσιών με ορμονική ή θυρεοστατική δράση και των β-ανταγωνιστικών ουσιών στη ζωική παραγωγή για κερδοσκοπικούς λόγους και κατάργησης των οδηγιών 81/602/ΕΟΚ, 88/146/ΕΟΚ και 88/299/ΕΟΚ (ΕΕ L 125 της 23.5.1996, σ. 3).

(20) Οδηγία 96/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1996, περί της λήψης μέτρων ελέγχου για ορισμένες ουσίες και τα κατάλοιπά τους σε ζώντα ζώα και στα προϊόντα τους και κατάργησης των οδηγιών 85/358/ΕΟΚ και 86/469/ΕΟΚ και των αποφάσεων 89/187/ΕΟΚ και 91/664/ΕΟΚ (ΕΕ L 125 της 23.5.1996, σ. 10).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΕΙΔΙΚΗ ΠΡΙΜΟΔΟΤΗΣΗ

Περιφερειακά ανώτατα όρια των κρατών μελών που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 4

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΠΡΙΜΟΔΟΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΗΛΑΖΟΥΣΕΣ ΑΓΕΛΑΔΕΣ

Εθνικά ανώτατα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 και ισχύουν από 1ης Ιανουαρίου 2000

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Πίνακας μετατροπής της μονάδας μεγάλων ζώων που αναφέρεται στα άρθρα 12 και 13

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ

Συνολικά ποσά που αναφέρονται στο άρθρο 14

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

Top