EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 31998H0454

98/454/ΕΚ: Σύσταση του Συμβουλίου της 6ης Ιουλίου 1998 σχετικά με τους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών και της Κοινότητας

ΕΕ L 200 της 16.7.1998, p. 34–44 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)

Legal status of the document In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reco/1998/454/oj

31998H0454

98/454/ΕΚ: Σύσταση του Συμβουλίου της 6ης Ιουλίου 1998 σχετικά με τους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών και της Κοινότητας

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 200 της 16/07/1998 σ. 0034 - 0044


ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 6ης Ιουλίου 1998 σχετικά με τους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών και της Κοινότητας (98/454/ΕΚ)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 103 παράγραφος 2,

τη σύσταση της Επιτροπής,

τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Κάρντιφ της 15ης και 16ης Ιουνίου 1998,

Εκτιμώντας ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέδωσε ψήφισμα σχετικά με τη σύσταση της Επιτροπής,

ΣΥΝΙΣΤΑ:

1. ΚΥΡΙΕΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ: ΕΠΙΤΥΧΗΣ ΟΝΕ, ΕΥΗΜΕΡΙΑ ΚΑΙ ΘΕΣΕΙΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ

Η εισαγωγή του ευρώ την 1η Ιανουαρίου 1999 σηματοδοτεί μια νέα φάση στην διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και την εφαρμογή των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών και της Κοινότητας.

Η αταλάντευτη και αξιόπιστη εφαρμογή από τα κράτη μέλη, ιδιαίτερα τα δύο τελευταία έτη, πολιτικών με στόχο την επιτυχία υψηλού βαθμού σταθερής οικονομικής σύγκλισης στην Κοινότητα απέφερε απτά αποτελέσματα.

Πρώτον, με βάση τις αξιοσημείωτες αυτές προσπάθειες σύγκλισης και τα σχετικά αποτελέσματα, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνεδριάζοντας σε επίπεδο αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων, αποφάσισε στις 3 Μαΐου 1998 ότι έντεκα κράτη μέλη πληρούσαν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την υιοθέτηση του ευρώ.

Δεύτερον, οι προσπάθειες αυτές προωθούν την ανάπτυξη μιας μακροοικονομικής πολιτικής με στόχο την ανάπτυξη και την απασχόληση.

Ωστόσο, μέχρι σήμερα, η πρόοδος που σημειώθηκε στη μείωση της ανεργίας σε αρκετά κράτη μέλη ήταν ανεπαρκής.

Από το καλοκαίρι του 1997, όταν εγκρίθηκαν οι προηγούμενοι γενικοί προσανατολισμοί οικονομικής πολιτικής, παρατηρείται ολοένα και πιο ισχυρή και με ευρύτερη βάση οικονομική ανάκαμψη στην Κοινότητα, σε ένα πλαίσιο ιστορικά χαμηλού πληθωρισμού. Με πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα στα περισσότερα κράτη μέλη και προοπτική για υγιή ανάπτυξη των επενδύσεων, ιδιαίτερα στον εξοπλισμό, αναμένεται σταθερή ανάπτυξη χωρίς περιορισμούς από άποψη παραγωγικής ικανότητας ούτε πληθωριστικές πιέσεις, αν, όπως αναμένεται, η εξέλιξη των μισθών συνεχίσει να είναι η κατάλληλη. Επιπλέον, οι θεμελιώδεις οικονομικοί δείκτες είναι υγιείς και βελτιώνονται συνεχώς, οι προοπτικές της ζήτησης εξελίσσονται ευνοϊκά ενώ η εμπιστοσύνη αυξάνεται περαιτέρω. Οι επιπτώσεις των χρηματοοικονομικών γεγονότων στην Ασία στις προοπτικές ανάπτυξης της Κοινότητας φαίνονται περιορισμένες, εφόσον, η κρίση δεν επιδεινωθεί ή επεκταθεί σε άλλες χώρες της περιοχής.

Λαμβανομένης υπόψη της ενίσχυσης της ανάκαμψης, η απασχόληση μπορεί να αυξηθεί ελαφρώς, οδηγώντας σε μικρή μείωση του ποσοστού της ανεργίας ως το 1999 στο σύνολο της Κοινότητας. Το γεγονός αυτό θα αποτελέσει ένα πρώτο, αν και μικρό, βήμα προς την κατεύθυνση του στόχου ενός υψηλού επιπέδου απασχόλησης σύμφωνα με το άρθρο 2 της συνθήκης του Άμστερνταμ.

Το τωρινό επίπεδο απασχόλης στην Κοινότητα είναι αποτέλεσμα όχι μόνο της υψηλής ανεργίας (περίπου 18 εκατομμύρια άτομα το 1997) αλλά και των πενιχρών προοπτικών απασχόλησης για μακρές περιόδους που αποθάρρυναν πολλά άτομα από την αναζήτηση εργασίας, αρκετά από τα οποία επωφελούνται από άλλες διατάξεις κοινωνικής πρόνοιας. Έτσι, η δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης θα πρέπει να απορροφήσει όχι μόνο τους ανέργους αλλά και ένα αυξανόμενο ποσοστό συμμετοχής και κάποια δημογραφική αύξηση του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας.

Η αύξηση της απασχόλησης μεσομακροπρόθεσμα θα μειώσει σημαντικά την επιβάρυνση των δημοσίων οικονομικών των κρατών μελών και των συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας, Επιπλέον θα βοηθήσει στην αποτελεσματική καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Σε ότι αφορά την οικονομική πολιτική, θα πρέπει να τεθούν οι προϋποθέσεις για i) περαιτέρω ενίσχυση της ανάκαμψης και ii) την επέκτασή της σε μια αυτοτροφοδοτούμενη, μη πληθωριστική διαδικασία υψηλής οικονομικής ανάπτυξης μεσομακροπρόθεσμα - απαραίτητη προϋπόθεση για ουσιώδη και διαρκή υψηλότερη απασχόληση. Κάτι τέτοιο απαιτεί ενισχυμένο πρόγραμμα μακροοικονομικών και διαρθρωτικών πολιτικών και αποφασιστική εφαρμογή των προσανατολισμών για την απασχόληση του 1998 ώστε να αντιμετωπισθούν ορισμένες ουσιαστικές προκλήσεις και να προσαρμοστούν καλύτερα οι κοινοτικές οικονομίες στις μεταβαλλόμενες συνθήκες των επόμενων ετών.

Η εισαγωγή του ευρώ δεν θα επιλύσει από μόνη της το πρόβλημα της ανεργίας στην Κοινότητα. Επιτυγχάνοντας όμως τους παραπάνω στόχους, το πλαίσιο σταθερότητας της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) θα συμβάλει στη διατήρηση ενός συνδυασμού οικονομικών πολιτικών που να ευνοεί την ανάπτυξη και την απασχόληση.

Στο μακροοικονομικό τομέα, οι κυβερνήσεις και, στους αντίστοιχους τομείς τους, οι κοινωνικοί εταίροι θα πρέπει να καταβάλουν όλες τις απαιτούμενες προσπάθειες για να υποστηρίξουν τη σταθερότητα της ενιαίας νομισματικής πολιτικής.

Ταυτόχρονα, οι διαρθρωτικές πολιτικές και οι μεταρρυθμίσεις των αγορών προϊόντων, υπηρεσιών και εργασίας θα πρέπει να διευκολύνουν μια διαδικασία ανάπτυξης χωρίς εντάσεις, να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα, να μετατρέψουν την ανάπτυξη σε απασχόληση και να καταστήσουν την ανάπτυξη περισσότερο φιλική προς το περιβάλλον.

Εν γένει υπάρχει ανάγκη για καλύτερη λειτουργία της ενιαίας αγοράς για την οποία όλα τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα.

Μόνο εάν εφαρμοσθεί αποφασιστικά αυτή η στρατηγική από όλους τους συντελεστές και η υλοποίησή της συντονισθεί σύμφωνα με τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Λουξεμβούργου, η ΟΝΕ -όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 της συνθήκης- θα αποδώσει πλήρως και θα συμβάλει την επίτευξη των συνολικών στόχων της Κοινότητας, περιλαμβανομένης της προώθησης διαρκούς και μη πληθωριστικής ανάπτυξης που να σέβεται το περιβάλλον, υψηλού επιπέδου απασχόλησης και βελτίωσης του επιπέδου διαβίωσης.

2. ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΕΝΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΤΗ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ

Προκειμένου να επιτευχθούν οι προαναφερόμενοι στόχοι, είναι σημαντικό, στο μακροοικονομικό τομέα, τα κράτη μέλη να συνεχίσουν να εφαρμόζουν στρατηγική προσανατολισμένη στην ανάπτυξη και τη σταθερότητα, όπως προβλέπεται στους προηγούμενους προσανατολισμούς, η οποία έχει αρχίσει να αποφέρει καρπούς.

Η στρατηγική περιέχει τρία βασικά συστατικά:

- νομισματική πολιτική προσανατολισμένη στη σταθερότητα των τιμών,

- διαρκείς προσπάθειες για την επίτευξη και διατήρηση υγειών δημοσιονομικών θέσεων που συνάδουν με το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης,

- εξέλιξη των ονομαστικών μισθών συμβατή με την επιδιωκόμενη σταθερότητα των τιμών 7 ταυτόχρονα η εξέλιξη των πραγματικών μισθών θα πρέπει να είναι παράλληλη με την αύξηση της παραγωγικότητας, και θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της την ανάγκη για ενίσχυση της αποδοτικότητας των επενδύσεων προκειμένου να δημιουργηθούν περισσότερες θέσεις απασχόλησης.

Όσο περισσότερο οι κατάλληλες δημοσιονομικές πολιτικές και η εξέλιξη των μισθών υποστηρίζουν τη νομισματική πολιτική για τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών, τόσο αυξάνουν οι πιθανότητες οι νομισματικές προϋποθέσεις να είναι ευνοϊκές στην ανάπτυξη και την απασχόληση.

Ο συνολικός συνδυασμός των μακροοικονομικών πολιτικών της ζώνης ευρώ θα προκύψει κυρίως από την αλληλεπίδραση της ενιαίας νομισματικής πολιτικής αφενός, και των συγκεκριμένων δημοσιονομικών εξελίξεων και της εξέλιξης των μισθών στις συμμετέχουσες χώρες αφετέρου. Η δεύτερη προϋπόθεση θα υπόκειται σε στενή εποπτεία και συντονισμό των οικονομικών πολιτικών για να επιτευχθεί ο κατάλληλος συνδυασμός των πολιτικών στο σύνολο της ζώνης ευρώ καθώς και σε κάθε μία από τις συμμετέχουσες χώρες.

Εξίσου έντονη είναι η ανάγκη εφαρμογής μακροοικονομικών πολιτικών προσανατολισμένων στη σταθερότητα και από τις χώρες που δεν συμμετέχουν αρχικά στο ενιαίο νόμισμα. Η στενή και βαθειά οικονομική και νομισματική αλληλεξάρτηση μεταξύ των χωρών της ζώνης ευρώ και των κρατών μελών εκτός ζώνης ευρώ καθώς και η ανάγκη για διασφάλιση περαιτέρω σύγκλισης και ομαλής λειτουργίας της ενιαίας αγοράς θα απαιτήσει την υπαγωγή όλων των κρατών μελών στο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών.

3. ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝ

Η σταθερότητα των τιμών αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την υλοποίηση διαρκούς μεσοπρόθεσμης οικονομικής ανάπτυξης. Μετά από εντυπωσιακή πρόοδο τα τελευταία έτη, η Κοινότητα ως σύνολο έχει επιτύχει υψηλό βαθμό σταθερότητας των τιμών. Είναι απαραίτητο όλες οι πολιτικές να στοχεύουν την αξιοπιστία και τη συνέπεια με τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών.

Στη μελλοντική ζώνη ευρώ, όπου ο μέσος πληθωρισμός, εκτιμώμενος με τον εναρμονισμένο δείκτη καταναλωτή, είναι χαμηλότερος από 2 %, όλα τα συμμετέχοντα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν τις οικονομικές τους πολιτικές διατηρώντας τη σταθερότητα των τιμών και ευνοώντας έτσι τις νομισματικές προϋποθέσεις για ανάπτυξη. Θα πρέπει επίσης να αποφύγουν μεγάλες διαφορές πληθωρισμού που θα δημιουργούσαν προβλήματα ανταγωνιστικότητας.

Ο μέσος πληθωρισμός είναι επίσης χαμηλότερος από 2 % στη Δανία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Σκοπός είναι η διατήρηση των νομισματικών και οικονομικών πολιτικών οι οποίες συνεχίζουν να παράγουν σταθερότητα των τιμών.

Η Ελλάδα σημείωσε ουσιώδη πρόοδο προς τη σταθερότητα των τιμών τα τελευταία χρόνια. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης που καταβλήθηκαν τα τελευταία έτη, διευκόλυνε την είσοδο της δραχμής στο μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών (ΜΣΙ) το Μάρτιο του 1998. Η συμμετοχή στο ΜΣΙ αναμένεται να συμβάλει περαιτέρω στη βελτίωση των επιδόσεών της στον πληθωρισμό. Ωστόσο, χρειάζονται πρόσθετες προσπάθειες για να περιοριστούν οι πληθωριστικές συνέπειες της υποτίμησης της δραχμής με την είσοδό της στο ΜΣΙ και να υλοποιηθεί η σταθερότητα των τιμών το συντομότερο δυνατόν.

4. Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΟ ΕΥΡΩ

Για να διασφαλιστεί η έναρξη της ΟΝΕ υπό τις ευνοϊκότερες προϋποθέσεις, απαιτείται ομαλή μετάβαση στο ευρώ την 1η Ιανουαρίου 1999. Πρωταρχικός στόχος των νομισματικών πολιτικών των εθνικών κεντρικών τραπεζών των συμμετεχόντων κρατών μελών στο υπολειπόμενο διάστημα του 1998, στη διάρκεια του οποίου διατηρούν την ευθύνη της νομισματικής πολιτικής, είναι να διασφαλιστεί η διατήρηση, σε εθνικό επίπεδο και συνεπώς στη ζώνη ευρώ ως συνόλου, της σταθερότητας των τιμών. Έως το τέλος του 1998 τα επίσημα επιτόκια θα έχουν συγκλίνει στο κοινό επιτόκιο της ζώνης ευρώ. Αυτό θα είναι συμβατό με μια κατάσταση στην οποία οι συναλλαγματικές ισοτιμίες ισούνται με τις προαναγγελθείσες ισοτιμίες, ήτοι τις τρέχουσες διμερείς κεντρικές ισοτιμίες του ΜΣΙ.

Από 1ης Ιανουαρίου 1999, η ενιαία νομισματική πολιτική στη ζώνη ευρώ θα εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ).

Τα κράτη μέλη που δεν υιοθετούν το ενιαίο νόμισμα εξαρχής διατηρούν την αρμοδιότητα για τις εθνικές νομισματικές τους πολιτικές και δεσμεύονται να συνεχίσουν να εφαρμόζουν νομισματική πολιτική προσανατολισμένη στη σταθερότητα. Δυνάμει του άρθρου 109 Μ της συνθήκης, αυτά τα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν την συναλλαγματική τους πολιτική ως πρόβλημα ενδιαφέροντος. Ο ΜΣΙ 2 θα παράσχει το πλαίσιο των νομισματικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών που συμμετέχουν στο μηχανισμό και τη ζώνη ευρώ από το 1999 και εντεύθεν και θα υποστηρίζει τις προσπάθειές τους για σύγκλιση. Μολονότι η συμμετοχή στο ΜΣΙ 2 θα είναι εθελοντική, αναμένεται η συμμετοχή των κρατών μελών που έχουν ζητήσει παρέκκλιση.

5. ΥΓΙΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ

5.1. Γενικοί προσανατολισμοί

Παρά τις σημαντικές προσπάθειες εξυγίανσης σε όλα σχεδόν τα κράτη μέλη, απαιτείται πρόσθετη πρόοδος στις περισσότερες χώρες προκειμένου να τηρηθεί ο μεσοπρόθεσμος στόχος του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης που προβλέπει ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς ή πλεονάσματα. Αυτό θα επιτρέψει σε όλα τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν τις συνήθεις κυκλικές διακυμάνσεις διατηρώντας το δημοσιονομικό έλλειμμα εντός της τιμής αναφοράς του 3 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ). Σύμφωνα με τη συνθήκη, απαιτείται επίσης εξυγίανση προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι συντελεστές του χρέους άνω του 60 % εξακολουθούν να μειούνται επαρκώς και να προσεγγίζουν την τιμή αναφοράς με ικανοποιητικούς ρυθμούς. Οι απαιτήσεις αυτές ισχύουν για όλα τα κράτη μέλη για τους ακόλουθους λόγους:

i) Οι υγιείς δημοσιονομικές πολιτικές, δημιουργώντας προσδοκίες για χαμηλό και σταθερό πληθωρισμό, θα διευκολύνουν το έργο της ενιαίας νομισματικής πολιτικής και τις νομισματικές πολιτικές των κρατών μελών εκτός ευρώ για διατήρηση της σταθερότητας των τιμών. Στην παρούσα συγκυρία, η περαιτέρω μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων θα συμβάλει στη σταθερότητα της οικονομικής ανάκαμψης και μπορεί να δημιουργήσει ευνοϊκές νομισματικές συνθήκες, οι οποίες θα στηρίξουν την αύξηση των επενδύσεων.

ii) Οι υγιείς δημοσιονομικές θέσεις θα συμβάλουν στη διατήρηση χαμηλών μακροπρόθεσμων επιτοκίων και θα οδηγήσουν με αυτό το τρόπο σε αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων. Εάν οι κυβερνήσεις απορροφήσουν μικρότερο ποσοστό των ιδιωτικών αποταμιεύσεων ή εάν συμβάλλουν θετικά στη διοχέτευση των αποταμιεύσεων στην οικονομία, η αύξηση του ποσοστού επενδύσεων μπορεί -εφόσον δεν μεταβληθούν οι λοιποί συντελεστές- να πραγματοποιηθεί χωρίς πιέσεις στο ισοζύγιο πληρωμών και τα μακροπρόθεσμα επιτόκια.

iii) Σε πολλές χώρες, τα δημόσια οικονομικά δεν έχουν ακόμη τα απαραίτητα περιθώρια για χειρισμούς ώστε να αντιμετωπιστούν αρνητικές οικονομικές εξελίξεις. Δεδομένου ότι μετά την εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος, η αντιμετώπιση δυσμενών κυκλικών εξελίξεων και προβλημάτων που επικεντρώνονται σε μεμονωμένες χώρες θα βασίζονται σε σημαντικό βαθμό στη δημοσιονομική πολιτική, έχει ιδιαίτερη σημασία να διασφαλισθεί ότι θα μπορούν να διαδραματίσουν πλήρως το ρόλο τους οι αυτόματοι σταθεροποιητές. Επιπλέον, οι υγιείς δημοσιονομικές πολιτικές πιθανότατα θα αυξήσουν και την αποτελεσματικότητα αυτών των σταθεροποιητών. Η αποδεδειγμένη δημοσιονομική πειθαρχία θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη των συναλλασσομένων σχετικά με το γεγονός ότι ένα αυξανόμενο έλλειμμα κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ύφεσης δεν θα επηρεάσει μόνιμα τα δημόσια οικονομικά, έτσι ώστε να αποφευχθούν τυχόν αρνητικές επιπτώσεις από τις χρηματαγορές.

iv) Τέλος, οι ισοσκελισμένοι ή με πλεόνασμα προϋπολογισμοί θα επιτρέψουν την ταχεία μείωση του σχετικά υψηλού δημόσιου χρέους σε πολλές χώρες. Αυτό θα μειώσει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και θα διευκολύνει την αναδιάρθρωση των δημοσίων δαπανών. Μπορεί επίσης να διευκολύνει τη μείωση της φορολογίας και να βοηθήσει στην αντιμετώπιση όλων των πτυχών των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, στην προοπτική της γήρανσης του πληθυσμού.

Λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω, έχει ιδιαίτερη σημασία να παράσχουν τα κράτη μέλη εγγυήσεις σχετικά με τη συνέχεια της δημοσιονομικής προσαρμογής. Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη δεσμεύτηκαν:

i) να εξασφαλίσουν ότι θα επιτευχθούν πλήρως οι στόχοι των εθνικών προϋπολογισμών που ορίστηκαν για το 1998, εάν απαιτηθεί προβαίνοντας σε έγκαιρες διορθωτικές ενέργειες 7

ii) εάν οι οικονομικές συνθήκες αποδειχθούν καλύτερες από τις αναμενόμενες, να επιταχύνουν τη δημοσιονομική εξυγίανση ώστε να επιτύχουν το μεσοπρόθεσμο στόχο των ισοσκελισμένων ή πλεονασματικών δημοσιονομικών θέσεων, όπως προβλέπει το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης 7

iii) να υποβάλουν τα προγράμματα σταθερότητας και σύγκλισης το αργότερο στα τέλη 1998 ώστε η Επιτροπή και το Συμβούλιο να αξιολογήσουν τα προγράμματα αυτά καθώς και τη συνολική δημοσιονομική θέση και το συνδυασμό πολιτικής στη ζώνη ευρώ κατά την έναρξη του τρίτου σταδίου της ΟΝΕ 7

iv) να διασφαλίσουν, όπου χρειάζεται, περαιτέρω σταθερή μείωση του δημόσιου χρέους και κατάλληλη στρατηγική διαχείρισής του ώστε να καταστούν λιγότερο ευάλωτα τα δημόσια οικονομικά.

Ο χρόνος, η κλίμακα και η σύνθεση των δημοσιονομικών προσαρμογών έχουν ιδιαίτερη σημασία για το αν θα είναι επιτυχείς και θα επηρεάσουν μόνιμα τη δημοσιονομική θέση βελτιώνοντας το δυναμισμό της οικονομίας, την ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση. Μολονότι θα πρέπει να προσαρμοστούν στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε χώρας, οι προηγούμενοι προσανατολισμοί εντόπισαν ένα αριθμό γενικών αρχών. Οι παρόντες προσανατολισμοί επιβεβαιώνουν και επαυξάνουν τις αρχές αυτές, σεβόμενοι την αρμοδιότητα των κρατών μελών στην εκτέλεση των δημοσιονομικών πολιτικών τους.

i) Η μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων στα περισσότερα κράτη μέλη θα πρέπει να πραγματοποιηθεί με περικοπή των δαπανών αντί για αύξηση των φόρων.

ii) Στα περισσότερα κράτη μέλη είναι ευκταία η μείωση των συνολικών φορολογικών βαρών προς το σκοπό της βελτίωσης της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της ενθάρρυνσης του οικονομικού δυναμισμού. Οι φορολογικές μεταρρυθμίσεις καθιστούν, επίσης, ικανές τις αγορές να λειτουργούν αποτελεσματικότερα και, με την ενίσχυση των επενδύσεων, να προωθούνται διαρκώς ανταγωνιστικές θέσεις εργασίας.

iii) Σε περιπτώσεις όπου τα δημόσια ελλείμματα ή η αναλογία δημόσιου χρέους/ΑΕΠ παραμένουν υψηλά, οποιαδήποτε φορολογική μείωση δεν θα πρέπει να επιβραδύνει το ρυθμό μείωσης του ελλείμματος.

iv) Η δημοσιονομική εξυγίανση θα πρέπει να πραγματοποιηθεί κατά δίκαιο τρόπο. Πρέπει να προσανατολιστεί στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας των δημοσίων δαπανών ενισχύοντας έτσι την πλευρά της ζήτησης στην οικονομία. Έτσι, τα σχετικά μέτρα θα πρέπει να επικεντρωθούν στον καλύτερο έλεγχο ή τη μεταρρύθμιση των δημόσιων δαπανών, της παροχής δημόσιων συντάξεων, της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, των μέτρων για την αγορά εργασίας και τις επιδοτήσεις. Επιπλέον, τα τελευταία έτη, παρατηρήθηκε τάση για μείωση των δημοσίων επενδύσεων ως ποσοστού των ΑΕΠ, μολονότι ένα μέρος της αντικατοπτρίζει την αύξηση του ιδιωτικού τομέα στη χρηματοδότηση και λειτουργική εκμετάλλευση επενδύσεων δημόσιων υποδομών. Στο μέτρο του δυνατού και χωρίς να απειλείται η απαραίτητη περαιτέρω μείωση των δημοσίων ελλειμμάτων, οι δαπάνες για τις παραγωγικές επενδύσεις καθώς και για άλλες παραγωγικές δραστηριότητες όπως το ανθρώπινο κεφάλαιο και οι ενεργητικές πρωτοβουλίες για την αγορά εργασίας, θα πρέπει να στηριχθούν. Μια τέτοια αναδιάρθρωση είναι πιθανό να οδηγήσει, μέσω των θετικών επιπτώσεών της στην ανάπτυξη και την απασχολησιμότητα, σε αύξηση της απασχόλησης ή/και μείωση του αριθμού των ατόμων σε ηλικία εργασίας που εισπράπουν κοινωνικές πληρωμές, συμβάλλοντας έτσι στη μεσοπρόθεσμη βελτίωση των δημοσιονομικών θέσεων.

Ακριβώς όπως τα κράτη μέλη, καλείται και η Κοινότητα να ακολουθήσει αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία. Η αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία πρέπει να εφαρμοστεί σε όλες τις κατηγορίες δημοσιονομικών προοπτικών με ταυτόχρονη τήρηση της διοργανικής συμφωνίας περί δημοσιονομικής πειθαρχίας και βελτίωσης της διαδικασίας του προϋπολογισμού.

5.2. Προσανατολισμοί για κάθε χώρα

i) Κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ

Στο Βέλγιο οι ευνοϊκές συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης συνέβαλαν στο να επιτύχει ένα έτος γρηγορότερα τους οικονομικούς στόχους που είχε θέσει στο πρόγραμμα σύγκλισής του. Προέχει να διασφαλισθεί ότι θα υλοποιηθεί η δέσμευση της κυβέρνησης για διατήρηση του πρωτογενούς πλεονάσματος στο 6 % του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, γεγονός που θα διασφαλίσει την ταχεία μείωση του δημοσίου χρέους, το οποίο βρίσκεται ακόμη σε πολύ ψηλό επίπεδο. Χρειάζεται να ασκηθεί αυστηρός έλεγχος για τις πληρωμές προς τα νοικοκυριά και ιδιαίτερα τις υγειονομικές δαπάνες.

Η Γερμανία θα πρέπει να συνεχίσει να μειώνει το δημοσιονομικό της έλλειμμα τα επόμενα έτη. Οι επιδοτήσεις, οι πληρωμές στα νοικοκυριά και η δημόσια κατανάλωση θα πρέπει να μειωθούν περαιτέρω. Χρειάζονται επίσης συνεχείς προσπάθειες για τον περιορισμό των δαπανών προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της κυβέρνησης για μείωση του δείκτη δημοσίων δαπανών ως το έτος 2000 στα επίπεδα πριν από την ενοποίηση, δηλαδή 46 % του ΑΕΠ. Η Γερμανία θα πρέπει να πραγματοποιήσει τη δημοσιονομική της προσαρμογή προκειμένου να εισέλθει το δημόσιο χρέος της σε πτωτική πορεία και να επανέλθει γρήγορα σε επίπεδα κάτω από την τιμή αναφοράς του 60 % του ΑΕΠ.

Στην Ισπανία η διατήρηση της τρέχουσας δημοσιονομικής κατάστασης θα οδηγήσει στη μείωση του ελλείμματος τα επόμενα έτη λόγω ιδίως των ευνοϊκών συνθηκών οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο, χρειάζεται να καταβάλει προσπάθειες για να επιταχυνθεί η επίτευξη του μεσοπρόθεσμου στόχου μιας δημοσιονομικής θέσης κοντά στον ισοσκελισμένο ή και πλεονασματικό προϋπολογισμό. Πράγματι, η τρέχουσα συγκυρία της ισπανικής οικονομίας και η σταθερότητα της σημερινής αύξησης επιζητούν ταχεία επίτευξη του στόχου αυτού. Οι δαπάνες θα πρέπει να ελεγχθούν προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της κυβέρνησης για περιορισμό του δείκτη των δαπανών ως προς το ΑΕΠ σε επίπεδα κάτω του 42 % του ΑΕΠ ως το έτος 2000.

Στη Γαλλία, θα πρέπει να καταβληθούν περαιτέρω προσπάθειες δημοσιονομικής προσαρμογής κατά το 1999 και ιδίως μετά το έτος αυτό, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης. Χρειάζονται επίσης προσπάθειες εξυγίανσης για να σταθεροποιηθεί το δημόσιο χρέος και να εισέλθει σε πτωτική πορεία. Ο έλεγχος των πληρωμών στα νοικοκυριά και τη δημόσια κατανάλωση θα πρέπει να συντελέσει στο να επιτευχθεί η μείωση του ελλείμματος.

Στην Ιρλανδία, ο προϋπολογισμός αναμένεται να έχει αυξανόμενα πλεονάσματα τα επόμενα έτη και ο δείκτης δημόσιου χρέους αναμένεται να μειωθεί σε επίπεδο κάτω από την τιμή αναφοράς του 60 % του ΑΕΠ το 1998 και να συνεχίσει να μειώνεται τα επόμενα έτη. Ενόψει της σημερινής ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης και της πιθανότητας υπερθέρμανσης, τυχόν πρόσθετα έσοδα σε σχέση με τα προϋπολογισθέντα για το 1998 θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την αύξηση του πλεονάσματος. Επιπλέον, απαιτείται αυστηρή φορολογική πολιτική στην Ιρλανδία, για την αποφυγή υπερθέρμανσης. Υπενθυμίζεται ότι οι αρχές είναι αποφασισμένες να υποβάλουν προϋπολογισμό για το 1999 με πρώτο στόχο τη διατήρηση του χαμηλού πληθωρισμού στην Ιρλανδία.

Αφού πέτυχε να μειώσει το δημοσιονομικό της έλλειμμα κάτω από την τιμή αναφοράς του 3 % του ΑΕΠ το 1997, η Ιταλία πρέπει να διατηρήσει και να ενισχύσει τις προσπάθειές της για περαιτέρω δημοσιονομική εξυγίανση, προκειμένου να τηρηθούν οι υποχρεώσεις του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης. Για να εξασφαλισθεί ταχεία μείωση του δημόσιου χρέους, προέχει να εξασφαλισθεί ότι θα διατηρηθούν τα υψηλά επίπεδα πρωτογενούς πλεονάσματος 5,5 % του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, όπως προβλέπεται στο τριετές πρόγραμμα που ενέκρινε το ιταλικό κοινοβούλιο. Αυτό, σε συνδυασμό με τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις, αναμένεται να οδηγήσει σε σταθερή μείωση του δημόσιου χρέους.

Το Λουξεμβούργο αναμένεται να συνεχίσει να παρουσιάζει πλεόνασμα τα επόμενα έτη, ενώ το δημόσιο χρέος του θα παραμείνει σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

Οι Κάτω Χώρες δεν θα πρέπει να επιτρέψουν να επιδεινωθεί η σημερινή δημοσιονομική τους θέση. Λαμβανομένης υπόψη της αναμενόμενης οικονομικής ανάπτυξης για τα επόμενα έτη, το έλλειμμα θα πρέπει να μειωθεί περαιτέρω προκειμένου να τηρηθούν οι υποχρεώσεις του συμφώνου σταθερότητας και οικονομικής ανάπτυξης. Συνεπώς δεν θα πρέπει να χαλαρώσει η δημοσιονομική πολιτική και να αυξηθεί εκ νέου το δημοσιονομικό έλλειμμα. Θα πρέπει να διατηρηθεί η δημοσιονομική προσαρμογή ώστε να διασφαλισθεί περαιτέρω μείωση του δημόσιου χρέους.

Η Αυστρία πρέπει να συνεχίσει τις προσπάθειές της για εξυγίανση τα επόμενα έτη έτσι ώστε να επιτύχει το στόχο σχεδόν ισοσκελισμένου ή πλεονασματικού προϋπολογισμού. Η Αυστρία πρέπει να ασκήσει αυστηρό δημοσιονομικό έλεγχο και να προλάβει πρόσθετες πιέσεις στον προϋπολογισμό της. Κατόπιν της πρόσφατης μεταρρύθμισης στη φορολογία των οικογενειών, η οποία υπήρξε συνέπεια μιας απόφασης του συνταγματικού δικαστηρίου, και στα πλαίσια της σκοπούμενης φορολογικής μεταρρύθμισης, θα απαιτηθούν ουσιαστικά περαιτέρω προσπάθειες φορολογικής εξυγίανσης. Υπενθυμίζεται επίσης ότι το δημόσιο χρέος πρέπει να διατηρηθεί σε πτωτική πορεία.

Η Πορτογαλία θα πρέπει να εκμεταλλευθεί την ευκαιρία που παρουσιάζουν οι ευνοϊκές συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης για τα επόμενα έτη και να βελτιώσει περαιτέρω τη δημοσιονομική της θέση, ώστε να τηρηθούν οι υποχρεώσεις του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης. Κάτι τέτοιο αναμένεται να αποτρέψει κάθε κίνδυνο υπερθέρμανσης. Η δημοσιονομική προσαρμογή θα πρέπει να επικεντρωθεί στον τομέα των δαπανών, αντί να βασίζεται κυρίως στην αύξηση των εσόδων και τη μείωση της πληρωμής τόκων. Ο δείκτης του δημόσιου χρέους αναμένεται να μειωθεί στο 60 % του ΑΕΠ το 1998 και να συνεχίσει να μειώνεται τα επόμενα έτη.

Στη Φινλανδία, ο προϋπολογισμός αναμένεται να παρουσιάσει πλεόνασμα το 1998 το οποίο και θα βαίνει αυξανόμενο τα επόμενα έτη. Η Φινλανδία σχεδιάζει μείωση της φορολογίας το 1999. Το μέτρο αυτό θα πρέπει να εφαρμοστεί έτσι ώστε να μην επηρεάσει αρνητικά τη διαδικασία περαιτέρω δημοσιονομικής προσαρμογής.

ii) Κράτη μέλη που δεν υιοθετούν το ευρώ από τον Ιανουάριο του 1999

Η Δανία αναμένεται να παγιώσει τη δημοσιονομική της θέση ακόμη περισσότερο και να αυξήσει τα πλεονάσματά της τα επόμενα έτη. Τα φορολογικά έσοδα θα παραμείνουν πολύ ικανοποιητικά, ενώ οι δημόσιες επενδύσεις θα μειωθούν περαιτέρω. Λαμβανομένων υπόψη των αυξανόμενων πλεονασμάτων του προϋπολογισμού, το δημόσιο χρέος αναμένεται να μειωθεί κάτω από την τιμή αναφοράς του 60 % του ΑΕΠ και να συνεχίσει να μειώνεται τα επόμενα έτη.

Η Ελλάδα σημείωσε ουσιώδη πρόοδο στη μείωση των σημαντικών ανισορροπιών των δημοσίων οικονομικών κατά τα τελευταία έτη. Το δημοσιονομικό της έλλειμμα μειώθηκε στο 4 % του ΑΕΠ το 1997 και προβλέπεται να μειωθεί κάτω της τιμής αναφοράς της Συνθήκης κατά το 1998, ενώ ο δείκτης δημοσίου χρέους, ενώ είχε παραμείνει κατ' ουσίαν σταθερός από το 1993, άρχισε να μειώνεται το 1997. Η Ελλάδα θα πρέπει να συνεχίσει τις προσπάθειές της για δημοσιονομική εξυγίανση με την αυστηρή εφαρμογή των μέτρων που ανακοινώθηκαν από την κυβέρνηση όταν η δραχμή εισήλθε στο ΜΣΙ ώστε να επιτύχει ομαλή και μεθοδική συμμετοχή και να πραγματοποιήσει την σχεδιαζόμενη από την κυβέρνηση συμμετοχή στο ευρώ έως το 2001. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν περαιτέρω μείωση των πρωτογενών δαπανών, εκτεταμένα σχέδια ιδιωτικοποιήσεων, ευρύ εξορθολογισμό του δημοσίου τομέα και μεσοπρόθεσμη αναδιάρθρωση του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας.

Στη Σουηδία ο κρατικός προϋπολογισμός αναμένεται να καταστεί πλεονασματικός το 1998, μελλοντικά δε αναμένονται αυξανόμενα πλεονάσματα. Η Σουηδία έχει ως στόχο πλεόνασμα 2 % του ΑΕΠ για το τέλος του οικονομικού της κύκλου. Οι κρατικές δαπάνες θα πρέπει να εξακολουθήσουν να ελέγχονται αυστηρά.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο προϋπολογισμός σχεδιάζεται να φθάσει σε θέση περίπου ισοσκέλισης στα τέλη της δεκαετίας. Για να επιτύχει κάτι τέτοιο, το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να εφαρμόσει αυστηρά τα ανακοινωθέντα δημοσιονομικά μέτρα. Οι δημόσιες δαπάνες θα πρέπει να ελεγχθούν αυστηρά. Η δημοσιονομική πολιτική του Ηνωμένου Βασιλείου πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη την ανάγκη συνολικής σταθερότητας της οικονομίας της.

6. Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΜΙΣΘΩΝ

Η εξέλιξη των συνολικών μισθών και των μισθολογικών διαφοροποιήσεων είχε σημαντικές επιπτώσεις στον πληθωρισμό, την ανάπτυξη, την απασχόληση και τη σπουδαιότητα της απασχόλησης στην ανάπτυξη. Στην ΟΝΕ, με το ενιαίο νομισματικό καθεστώς, η σχέση μεταξύ μισθών και απασχόλησης έχει γίνει περισσότερο εμφανής και περιοριστική. Από την άλλη πλευρά, το αξιόπιστο και προσανατολισμένο στην σταθερότητα μακροοικονομικό πλαίσιο θα ενισχύσει την κατάλληλη μισθολογική συμπεριφορά.

Ο καθορισμός των μισθών θα παραμείνει ευθύνη των κοινωνικών εταίρων σε εθνικό, περιφερειακό, τομεακό ή και πιό αποκεντρωμένο επίπεδο, σύμφωνα με τις οικείες τους παραδόσεις. Όπως υπογραμμίστηκε στο ψήφισμα του Άμστερνταμ για την ανάπτυξη και την απασχόληση, έργο των κοινωνικών εταίρων είναι να συνδυάσουν υψηλό ποσοστό απασχόλησης με κατάλληλους μισθολογικούς διακανονισμούς και να θεσπίσουν το ενδεδειγμένο θεσμικό πλαίσιο για τη διαδικασία διαμόρφωσης των μισθών.

Για να συμβάλουν οι μισθολογικές εξελίξεις σε ένα φιλικό προς την απασχόληση πλέγμα οικονομικής πολιτικής, οι κοινωνικοί εταίροι θα πρέπει να εξακολουθήσουν να τηρούν μια υπεύθυνη στάση και να συνάπτουν μισθολογικές συμβάσεις στα κράτη μέλη σύμφωνα με τους ακόλουθους γενικούς κανόνες:

i) Οι συνολικές ονομαστικές μισθολογικές αυξήσεις πρέπει να συμβαδίζουν με την σταθερότητα των τιμών. Οι μισθολογικές αυξήσεις σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ που είναι σύμφωνες με την σταθερότητα των τιμών θα οδηγήσουν αναπόφευκτα σε αυστηρότερες νομισματικές πολιτικές στην ζώνη ευρώ, με δυσμενείς επιπτώσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση. Οι υπερβολικές ονομαστικές μισθολογικές αυξήσεις σε μια χώρα ή περιφέρεια δεν θα έχουν αναγκαστικά σημαντική επίπτωση στον πληθωρισμό σε ολόκληρη την νομισματική ένωση πλην όμως θα επιδράσουν αρνητικά στην ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση στην εν λόγω χώρα ή περιφέρεια, μέσω της επίπτωσής τους στο κόστος εργασίας κατά μονάδα.

ii) Οι πραγματικές μισθολογικές αυξήσεις σε σχέση με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη να ενισχυθεί, εάν συντρέχει λόγος, και ακολούθως να διατηρηθεί η κερδοφορία των επενδύσεων οι οποίες οδηγούν σε αύξηση της παραγωγικής ικανότητας και σε δημιουργία θέσεων απασχόλησης. Αυτό σημαίνει ότι σε χώρες στις οποίες η συνολική αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας επιβραδύνεται, θα περιοριστούν οι δυνατότητες πραγματικών μισθολογικών αυξήσεων. Πιό συγκεκριμένα, η μείωση του χρόνου εργασίας δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε αύξηση του πραγματικού κόστους εργασίας κατά μονάδα. Για να οδηγήσει η μεγαλύτερη κερδοφορία σε υψηλότερες επενδύσεις στην Κοινότητα, απαιτείται η δημιουργία ενός ελκυστικού για τις επενδύσεις περιβάλλοντος από απόψεως της εξέλιξης της ζήτησης, συνθηκών της αγοράς εργασίας, φορολογίας και κανονιστικού πλαισίου.

iii) Οι μισθολογικές συμβάσεις θα πρέπει να λαμβάνουν καλύτερα υπόψη τις διαφορές στα επίπεδα παραγωγικότητας σύμφωνα με την εξειδίκευση, τις ικανότητες και τις γεωγραφικές περιοχές. Στο πλαίσιο αυτό και όπου συντρέχει λόγος, το κόστος των αρχικών μισθών για τους νέους, τα άτομα με χαμηλή ειδίκευση ή τους μακροχρόνια ανέργους θα πρέπει να συντείνουν στην ενίσχυση της απασχολησιμότητάς τους 7 τα ευεργετικά αποτελέσματα του χαμηλότερου κόστους των αρχικών μισθών μπορούν να ενισχυθούν περισσότερο από μέτρα για την προώθηση της προσαρμοστικότητας του εργατικού δυναμικού.

iv) Πρέπει να αποφευχθούν οι επιπτώσεις από την προσπάθεια εξομοίωσης των μισθών, που σημαίνει ότι οι διαφορές στο εργατικό κόστος μεταξύ των κρατών μελών πρέπει να εξακολουθήσουν να αντικατοπτρίζουν τις διαφορές στην παραγωγικότητα της εργασίας. Λόγω της ύπαρξης ενός ενιαίου νομίσματος, οι διαφορές στα επίπεδα των μισθών μεταξύ των κρατών μελών θα καταστούν περισσότερο διαφανείς. Το γεγονός αυτό μπορεί να οδηγήσει σε κάποια αύξηση της κινητικότητας της εργασίας αλλά μπορεί επίσης να προκαλέσει μισθολογικές διεκδικήσεις σε χώρες με χαμηλότερο επίπεδο μισθών σε μια προσπάθεια να μειωθεί η διαφορά που τις χωρίζει από τις χώρες με υψηλότερο επίπεδο μισθών. Οι μισθολογικές αυξήσεις οι οποίες είναι ταχύτερες σε σχέση με εκείνες που υπαγορεύονται από τα επίπεδα της παραγωγικότητας σε μια χώρα μπορεί να οδηγήσουν σε επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας των επενδύσεων και συνεπώς σε μείωση της ελκυστικότητας για την εγκατάσταση επιχειρήσεων. Οι εμπορικές επιδόσεις της χώρας θα πληγούν, οι επενδύσεις θα επιβραδυνθούν και η ανεργία θα αυξηθεί.

Η συμμόρφωση με τις επιταγές αυτές δεν σημαίνει ότι οι μισθολογικές εξελίξεις πρέπει να είναι ομοιόμορφες σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ. Είναι δυνατόν να υπάρχουν διαφορές στην αύξηση της παραγωγικότητας και συνεπώς στην δυνατότητα παροχής πραγματικών μισθολογικών αυξήσεων. Επιπλέον, πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι διαφορές στις αγορές εργασίας και στις οικονομικές συνθήκες. Στην ΟΝΕ, η εξέλιξη των μισθών πρέπει να παίξει σημαντικότερο ρόλο στην προσαρμογή προς τις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, ειδικότερα στην περίπτωση διαταραχών που αφορούν συγκεκριμένες χώρες όπου απαιτείται υψηλότερος βαθμός προσαρμοστικότητας στη διαδικασία καθορισμού των μισθών.

Εφόσον οι κοινωνικοί εταίροι είναι γενικά οι υπεύθυνοι για τη διαμόρφωση της πορείας των μισθών σύμφωνα με τον στόχο της επίτευξης και διατήρησης υψηλού βαθμού απασχόλησης, παίζοντας με τον τρόπο αυτό σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση του κατάλληλου πνεύματος μακροοικονομικής πολιτικής, απαιτείται η ενίσχυση του κοινωνικού διαλόγου στα κατάλληλα επίπεδα. Σε εθνικό επίπεδο, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να προωθήσουν το διάλογο και την κατανόηση της στρατηγικής που αναπτύχθηκε στους γενικούς προσανατολισμούς οικονομικής πολιτικής. Σε κοινοτικό επίπεδο, η Επιτροπή θα συνεχίσει την προώθηση του κοινωνικού διαλόγου, κυρίως σε θέματα μακροοικονομικής πολιτικής. Επιπλέον, στο πλαίσιο του μεγαλύτερου συντονισμού της οικονομικής πολιτικής, υπάρχει ανάγκη δημιουργίας μιας αξιόπιστης βάσης και ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των κυριότερων εμπλεκόμενων μερών, που μπορεί να ενισχυθεί με την καθιέρωση τακτικού διαλόγου μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, αφενός, και των αρμόδιων για την οικονομική πολιτική, αφετέρου.

7. ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

Οι διαρθρωτικές πολιτικές καλούνται να παίξουν πρωταρχικό ρόλο στην ενθάρρυνση της οικονομικής ευρωστίας, στη βελτίωση της παραγωγικότητας και στην άνοδο των επιπέδων απασχόλησης. Ο ρόλος τους αυτός εστιάζεται στην επίτευξη μιας μακροοικονομικής αναπτυξιακής διαδικασίας χωρίς εντάσεις, στην ενίσχυση της κοινοτικής ανταγωνιστικότητας, στην αύξηση της διάστασης της απασχόλησης στο πλαίσιο της ανάπτυξης και στην εξασφάλιση μιας περισσότερο φιλικής προς το περιβάλλον ανάπτυξης. Για να καταστούν πλήρως αποτελεσματικές οι διαρθρωτικές πολιτικές πρέπει να είναι σύμφωνες με την εφαρμογή υγιών μακροοικονομικών πολιτικών.

Οι διαρθρωτικές πολιτικές αποσκοπούν στη βελτίωση της λειτουργίας των αγορών. Όταν ενέχουν δημοσιονομικές δαπάνες, είναι πρωταρχικής σημασίας να ευρίσκονται υπό έλεγχο και να μην τίθεται σε κίνδυνο η επίτευξη υγιών δημοσιονομικών θέσεων. Τα οικονομικά τους οφέλη θα προκύψουν σταδιακά κατά τη διάρκεια του χρόνου.

Δεδομένης της ανεπαρκούς προόδου στην εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές προϊόντων, υπηρεσιών και ειδικά της εργασίας στα περισσότερα κράτη μέλη, απαιτούνται συνεχείς και έντονες προσπάθειες εξάλειψης των συχνά εδραιωμένων διαρθρωτικών ελλείψεων. Η προσαρμογή στις ιδιαίτερες οικονομικές διαταραχές που αφορούν κάθε κράτος μέλος πρέπει να στηριχθεί σε σημαντικό βαθμό στην ευελιξία και προσαρμοστικότητα των αγορών προϊόντων, υπηρεσιών και συντελεστών παραγωγής. Η ΟΝΕ θα εντείνει επίσης τις ανταγωνιστικές πιέσεις στις επιχειρήσεις λόγω της εξάλειψης των συναλλαγματικών μεταβολών στο εσωτερικό της ζώνης ευρώ και της αύξουσας διαφάνειας των τιμών.

7.1. Αγορές προϊόντων, υπηρεσιών και κεφαλαίων

Για την διαφύλαξη και προώθηση της ανταγωνιστικότητας, της απασχόλησης και του επιπέδου διαβίωσης στις σημερινές συνθήκες ελεύθερου εμπορίου και συνεχών τεχνολογικών μεταβολών, υπάρχει ανάγκη τα κράτη μέλη και η Κοινότητα να εντείνουν τις προσπάθειές τους για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των αγορών προϊόντων, υπηρεσιών και κεφαλαίων. Οι προσπάθειες αυτές πρέπει να συγκεντρωθούν σε τέσσερις βασικούς άξονες.

i) Μεταρρυθμίσεις για την τελειοποίηση της ενιαίας αγοράς

Η βελτίωση της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς έχει θεμελιώδη σημασία για την επιτυχία της ΟΝΕ. Παρά τη σημαντική πρόοδο, εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικά προβλήματα. Το νομοθετικό πλαίσιο της ενιαίας αγοράς συνεχίζει να εμφανίζει ελλείψεις, κυρίως λόγω της μη πλήρους εφαρμογής των κοινοτικών οδηγιών σε εθνικό επίπεδο. Εντατικές προσπάθειες για τη μείωση του βαθμού μη εφαρμογής των οδηγιών για την ενιαία αγορά πρέπει να καταβληθούν στα περισσότερα κράτη μέλη όπως φαίνεται από τον πίνακα αποτελεσμάτων για την ενιαία αγορά τον οποίο κατάρτισε η Επιτροπή. Αναγνωρίζοντας την πρόκληση αυτή, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη συμφώνησαν σε ένα σχέδιο δράσης για την ενιαία αγορά τον Ιούνιο του 1997, με το οποίο τα κράτη μέλη δεσμεύονται να εξαλείψουν τα σοβαρότερα εναπομένοντα νομοθετικά κενά μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1999. Μεταξύ των τομέων στους οποίους απαιτείται περαιτέρω δράση, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στις δημόσιες συμβάσεις και την αμοιβαία αναγνώριση.

Οι προσπάθειες θα πρέπει τώρα να επικεντρωθούν στην εξασφάλιση της έγκαιρης εφαρμογής του σχεδίου δράσης και στην επίβλεψη της προόδου προς την αποτελεσματικότερη λειτουργία της ενιαίας αγοράς. Προς το σκοπό αυτό, εκπονείται πίνακας αποτελεσμάτων για την ενιαία αγορά ο οποίος θα δημοσιεύεται ανά εξάμηνο. Επιπλέον, στα συμπεράσματά του, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Λουξεμβούργου τόνισε τόσο τη σημασία ιδιαίτερης προσοχής στις εθνικές οικονομικές εξελίξεις και πολιτικές οι οποίες μπορούν να παρεμποδίσουν την ομαλή λειτουργία της ενιαίας αγοράς όσο και την ανάγκη συντονισμού των πολιτικών για την ενίσχυση της φορολογικής μεταρρύθμισης με σκοπό την επίτευξη μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας και την αποθάρρυνση του επιζήμιου φορολογικού ανταγωνισμού. Στον εν λόγω τομέα, η χρησιμοποίηση φορολογικών κινήτρων πρέπει να συμφωνεί με τους κοινοτικούς κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις και για το λόγο αυτό απαιτείται ο έλεγχος της συμμόρφωσης των κρατών μελών με τις αρχές του θεμιτού φορολογικού ανταγωνισμού. Ο στόχος αυτός αποτελεί ένα από τα βασικά καθήκοντα της ομάδας παρακολούθησης η οποία συστάθηκε την 1η Δεκεμβρίου 1997.

Η ενιαία αγορά και η συνολική παγκοσμιοποίηση ασκούν έντονη πίεση για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, πλην όμως η τελευταία συνδέεται επίσης με τις εθνικές ή κοινοτικές πολιτικές στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης και, ιδιαίτερα, με την κοινωνία των πληροφοριών. Προς το σκοπό αυτό, είναι αναγκαίο να εφαρμοστούν γρήγορα οι ενέργειες εκείνες που έχουν προγραμματιστεί στο σχέδιο δράσης οι οποίες προάγουν την καινοτομία και την ευρύτερη διάδοση νέων τεχνολογιών. Το περιβάλλον των επιχειρήσεων όσον αφορά τις επικοινωνίες απαιτεί ενίσχυση των προσπαθειών στα σχέδια υποδομής, τόσο για τη διατήρηση επαρκούς επιπέδου δημοσίων επενδύσεων όσο και για την αναζήτηση δημιουργίας κοινοπραξιών με ιδιωτικούς φορείς, όπου είναι αναγκαίο. Οι προσπάθειες πρέπει επίσης να εστιαστούν στην ενθάρρυνση της καλλιέργειας του επιχειρηματικού πνεύματος, που αποτελεί βασικό παράγοντα για την τόνωση της ανάπτυξης, της απασχόλησης και της ανταγωνιστικότητας στην Κοινότητα.

ii) Μεταρρυθμίσεις για την τόνωση του ανταγωνισμού

Στον τομέα της πολιτικής ανταγωνισμού, η Επιτροπή αναγνώρισε την ανάγκη απλοποίησης και αποκέντρωσης της εφαρμογής του δικαίου του ανταγωνισμού με σκοπό την ενίσχυση της αποτελεσματικότητάς του και τη μείωση του κόστους για τις επιχειρήσεις. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να συμβάλουν επίσης σημαντικά στην επίτευξη του στόχου για την καλύτερη εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, με την αναθεώρηση των νομοθεσιών τους έτσι ώστε οι εθνικές αρχές που είναι υπεύθυνες για τον ανταγωνισμό να μπορούν να εφαρμόζουν αποτελεσματικά την πολιτική αυτή. Για τις κρατικές ενισχύσεις απαιτείται αυστηρός έλεγχος από την Επιτροπή και αυτοπειθαρχία από τα κράτη μέλη.

iii) Κανονιστικές μεταρρυθμίσεις

Ένα κατάλληλο κανονιστικό πλαίσιο αποτελεί προϋπόθεση για την αύξηση της παραγωγικότητας και για την τόνωση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Για το λόγο αυτό, οι κυβερνήσεις και η Επιτροπή έχουν την ευθύνη της συνεχούς επανεξέτασης των υφιστάμενων κανόνων για την αξιολόγηση της καταλληλότητάς τους και τη μείωση του κόστους εφαρμογής και ελέγχου των κανόνων αυτών και για την αύξηση της διαφάνειας και δυνατότητας εφαρμογής τους. Το ίδιο ισχύει για την περιβαλλοντική νομοθεσία, η οποία πρέπει να βασίζεται σε κίνητρα έτσι ώστε να μπορούν οι οικονομικοί φορείς να επιτυγχάνουν σαφώς καθορισμένους περιβαλλοντικούς στόχους με το μικρότερο δυνατό κόστος. Δεδομένου ότι εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλες διαφορές στις κανονιστικές πρακτικές μεταξύ των χωρών, διάφοροι διεθνείς οργανισμοί εφαρμόζουν διαφορετικά συστήματα συγκριτικής αξιολόγησης προκειμένου να εντοπίσουν τις καλύτερες κανονιστικές πρακτικές. Οι πρακτικές αυτές θα μπορούσαν να βελτιώσουν σημαντικά το κανονιστικό πλαίσιο των επιχειρήσεων. Όσον αφορά την Κοινότητα, η Επιτροπή θα μπορούσε να συντονίζει τις πρωτοβουλίες αυτές με βάση εθνικές συνεισφορές.

Οι διοικητικές ρυθμίσεις και οι χρονοβόρες διαδικασίες τείνουν να επιβαρύνουν ιδιαίτερα τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), ειδικά στο στάδιο έναρξης. Κατά συνέπεια, σε πρώτη φάση οι διαδικασίες συγκριτικής αξιολόγησης θα μπορούσε να αφορούν τις διοικητικές ρυθμίσεις για την έναρξη των επιχειρήσεων. Ομοίως, ο εντοπισμός και η εξάλειψη των αδικαιολογήτων κανονιστικών εμποδίων στην ανάπτυξη επιχειρηματικού κεφαλαίου και νέων χρηματοοικονομικών προϊόντων, ειδικότερα εκείνων που μπορούν να συμβάλλουν στη χρηματοδότηση των (ΜΜΕ), πρέπει να αποτελέσουν προτεραιότητα.

Ειδική προσοχή πρέπει επίσης να δοθεί στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης σε τοπικό επίπεδο στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας και των νέων δραστηριοτήτων που συνδέονται με ανάγκες οι οποίες δεν έχουν ακόμα ικανοποιηθεί από την αγορά, και οι οποίες έχουν σημαντικές δευτερογενείς επιπτώσεις τόσο σε όρους οικονομικής δραστηριότητας όσο και κοινωνικής συνοχής. Για να υπάρξει πλήρης εκμετάλλευση των δυνατοτήτων που προσφέρονται στους τομείς αυτούς, χρειάζεται να αναπτυχθεί ένα ευνοϊκότερο κανονιστικό και φορολογικό πλαίσιο.

iv) Χρηματοοικονομικές αγορές

Η ΟΝΕ θα επιφέρει σημαντικές μεταβολές στις ευρωπαϊκές χρηματοοικονομικές αγορές με αποτέλεσμα την εμφάνιση μεγάλων αγορών του ευρώ με υψηλή ρευστότητα. Οι εθνικές αρχές πρέπει να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για την εξάλειψη των νομικών και χρηματοοικονομικών εμποδίων για την ολοκλήρωση της αγοράς. Με την μείωση της κατάτμησης των χρηματοοικονομικών αγορών μεταξύ των κρατών μελών στην ΟΝΕ, οποιαδήποτε έλλειψη θα καταστεί περισσότερο εμφανής στο πλαίσιο του εντονότερου ανταγωνισμού μεταξύ των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της ζώνης ευρώ. Επιπλέον, οι νέες χρηματοοικονομικές αγορές ευρώ πιθανόν να αποδειχθούν ελκυστικές για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εκτός Ευρώπης. Κατά συνέπεια, οι φορείς θα πρέπει να είναι πλήρως προετοιμασμένοι για την ΟΝΕ ούτως ώστε να αξιοποιηθούν οι δυνατότητες των νέων χρηματοοικονομικών αγορών ευρώ.

Για να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές οι μεταρρυθμίσεις αυτές, πρέπει να εποπτεύονται και, εάν χρειάζεται, να συντονίζονται, σε κοινοτικό επίπεδο, στενά μέσω τακτικής πολυμερούς εποπτείας, συμπληρώνοντας με τον τρόπο αυτό την ισχύουσα μακροοικονομική πολυμερή εποπτεία. Για να εξασφαλισθεί σταθερή πρόοδος της οικονομικής μεταρρύθμισης, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή καλούνται να υποβάλλουν σύντομες ετήσιες εκθέσεις, περιγράφοντας τις πολιτικές που εφαρμόζουν για να καταστούν αποτελεσματικότερες οι αγορές προϊόντων, υπηρεσιών και κεφαλαίων. Από το επόμενο έτος, οι εκθέσεις αυτές θα αποτελούν βάση για την εποπτεία των μεταρρυθμιστικών προσπαθειών στο κοινοτικό επίπεδο και θα λαμβάνονται υπόψη στην κατάρτιση των γενικών προσανατολισμών οικονομικής πολιτικής. Η Επιτροπή θα εκπονήσει επίσης ένα αναλυτικό πίνακα αποτελεσμάτων με δείκτες πραγματικής ολοκλήρωσης της αγοράς, όπου θα περιλαμβάνονται οι διαφορές τιμών και η εφαρμογή των μέτρων για την υλοποίηση της ενιαίας αγοράς.

7.2. Αγορές εργασίας

Η διαρκής μείωση των σημερινών υψηλών επιπέδων ανεργίας και η αύξηση του ρυθμού απασχόλησης στην Κοινότητα είναι εφικτές, απαιτούν όμως αυστηρή και συνεχή χρήση ενός ευρέος φάσματος αμοιβαία υποστηριζόμενων πολιτικών των οποίων η επιτυχία συχνά αναδεικνύεται μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα. Οι μακροοικονομικές πολιτικές, σε συνδυασμό με διαρθρωτικές πολιτικές εξασφαλίζουν την επίτευξη μιας παρατεταμένης περιόδου ισχυρής, μη πληθωριστικής ανάπτυξης που υποστηρίζεται από επενδύσεις οι οποίες οδηγούν σε αύξηση της παραγωγικής ικανότητας. Οι αναγκαίες προς το σκοπό αυτό πολιτικές αποτελούν την ουσία των σημερινών και προηγούμενων γενικών προσανατολισμών οικονομικής πολιτικής. Η επίλυση του προβλήματος της απασχόλησης στην Κοινότητα απαιτεί τον ταυτόχρονο και εις βάθος εκσυγχρονισμό των κοινοτικών αγορών εργασίας με στόχο την αύξηση της διάστασης της απασχόλησης στην ανάπτυξη και την εξασφάλιση της απασχολησιμότητας του εργατικού δυναμικού. Το δεύτερο αυτό συστατικό της κοινοτικής στρατηγικής για την υψηλή απασχόληση τονίστηκε στις κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση στο Λουξεμβούργο.

Οι κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση -που βασίζονται στους ακόλουθους τέσσερις άξονες: βελτίωση της απασχολησιμότητας, ανάπτυξη του επιχειρηματικού πνεύματος, ενθάρρυνση της προσαρμοστικότητας των επιχειρήσεων και των εργαζομένων και προώθηση της ισότητας των ευκαιριών- πρόκειται να τεθούν σε εφαρμογή μέσω των εθνικών σχεδίων δράσης (ΕΣΔ) για την απασχόληση. Προσαρμοσμένα στις εθνικές ιδιαιτερότητες, τα σχέδια αυτά πρέπει να ενσωματώσουν τα μέτρα απασχόλησης σε μια στρατηγική υγιούς μακροοικονομικής πολιτικής όπου θα περιλαμβάνεται η δημοσιονομική εξυγίανση όπως προβλέπει το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης. Επιπλέον, θα πρέπει να αποτελέσουν το κατάλληλο υπόβαθρο για την ανάληψη δράσης με σκοπό τόσο τη μείωση των διαφορών στις αγορές εργασίας όσο και την ενίσχυση της ανταπόκρισης των επιχειρήσεων στις οικονομικές μεταβολές. Με τον τρόπο αυτό, τα ΕΣΔ θα αποτελέσουν ένα σημαντικό εργαλείο πολιτικής για την ενίσχυση των δυνατοτήτων ανάπτυξης και απασχόλησης της Κοινότητας και με τον τρόπο αυτό θα αποτελέσουν αναμφίβολα συστατικό των μελλοντικών γενικών προσανατολισμών οικονομικής πολιτικής.

Οι ενέργειες των κρατών μελών πρέπει να δώσουν έμφαση σε μια προληπτική στρατηγική, η οποία να επικεντρώνεται σε ουσιαστικά μέτρα αύξησης της προσφοράς κατάλληλα εκπαιδευμένου και εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού. Τα μέτρα αυτά χρειάζεται να συνδυασθούν με προσπάθειες αύξησης των κινήτρων για την αναζήτηση και δημιουργία θέσεων απασχόλησης μέσω της αναθεώρησης της δομής και της λειτουργίας των συστημάτων φορολογίας και επιδομάτων.

i) Ενεργητικές πολιτικές για την αγορά εργασίας

Σε μία περίοδο πέντε ετών, τα κράτη μέλη πρέπει να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της ανεργίας των νέων και να λάβουν προληπτικά μέτρα για την μακροχρόνια ανεργία, προσφέροντας σε κάθε άνεργο νέο και ενήλικα μια νέα ευκαιρία προτού φθάσει τους 6 και 12 μήνες ανεργίας αντίστοιχα. Αυτό απαιτεί περισσότερες προσπάθειες από τις υπηρεσίες απασχόλησης ούτως ώστε αυτές να μπορέσουν να διεκπεραιώσουν αποτελεσματικά την αναζήτηση εργασίας και την τοποθέτηση των ανέργων. Τα μέτρα αυτά πρέπει να συνδυασθούν με συνοδευτικά μέτρα, όπως είναι η επιμόρφωση και, όπου ενδείκνυται, οι επιδοτήσεις των μισθών και οι μειώσεις των κοινωνικών επιβαρύνσεων, ιδιαίτερα για τα άτομα με χαμηλή ειδίκευση. Είναι σημαντικό να συγκεντρωθούν οι σχετικά ανεπαρκείς πόροι των υπηρεσιών απασχόλησης σε αυτούς που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη βοήθειας για την εξεύρεση εργασίας.

Η μακροχρόνια ανεργία είναι ιδιαίτερα υψηλή στο Βέλγιο, την Ιρλανδία, την Ιταλία και την Ισπανία, ενώ η ανεργία των νέων κυμαίνεται σε υψηλά επίπεδα στη Φινλανδία, τη Γαλλία, την Ελλάδα, την Ιταλία και την Ισπανία. Τα εν λόγω κράτη μέλη καλούνται να καταβάλουν ιδιαίτερες προσπάθειες για να τηρήσουν τις κατευθυντήριες γραμμές.

ii) Φόροι και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης

Για περισσότερα από 15 χρόνια, η αύξηση του συνολικού φορολογικού βάρους και η διαρθρωτική εξέλιξη των φορολογικών συστημάτων (φόροι και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης) στα κράτη μέλη ήταν δυσμενείς για την απασχόληση. Αποτέλεσμα της αύξησης του συνολικού φορολογικού βάρους -φόροι συν εισφορές κοινωνικής ασφάλισης- ήταν μια αύξουσα απόκλιση μεταξύ των απολαβών των εργαζομένων και των καταβαλλόμενων από τις επιχειρήσεις ποσών. Η απόκλιση αυτή εμποδίζει την οικονομική αποδοτικότητα, την ανάπτυξη, και, τελικά, τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης. Οι επιπτώσεις της είναι ιδιαίτερα επιζήμιες στο κατώτερο άκρο της κλίμακας των μισθών με αποτέλεσμα την απομάκρυνση από την αγορά των εργασιών με χαμηλή ειδίκευση και χαμηλή αμοιβή και αύξηση των δραστηριοτήτων «μαύρης αγοράς». Δεδομένων των επιζήμιων αυτών επιπτώσεων, θα πρέπει τα κράτη μέλη να επιδιώξουν να ανατρέψουν την τάση αυτή π.χ. μέσω μεταρρύθμισης των συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας και φορολογίας. Τα μέτρα αυτά δεν θα πρέπει βέβαια να θέτουν σε κίνδυνο τη δημοσιονομική εξυγίανση. Οι ευεργετικές επιπτώσεις των μέτρων αυτών στην απασχόληση θα μπορούσαν να ενισχυθούν με ενεργητικά μέτρα όσον αφορά την αγορά εργασίας στην εκπαίδευση, τη μαθητεία, την επαγγελματική κατάρτιση και την επανεκπαίδευση. Προκειμένου να καταστεί το φορολογικό σύστημα ευνοϊκότερο στην απασχόληση, τα κράτη μέλη θα πρέπει ενδεχομένως να εξετάσουν τη σκοπιμότητα εισαγωγής ενός φόρου επί της ενέργειας ή επί ρυπαινουσών εκπομπών ή άλλων φορολογικών μέτρων. Στις μεταβολές αυτές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επιπτώσεις στον ανταγωνισμό, καθώς και κάθε πρόσθετο βάρος στα καταβάλλοντα φόρους φυσικά ή νομικά πρόσωπα.

iii) Μεταρρύθμιση των συστημάτων κοινωνικής προστασίας

Είναι αναγκαία η μεταρρύθμιση των συστημάτων πρόνοιας για να αυξηθούν τα κίνητρα, οι ευκαιρίες και η υπευθυνότητα για την ανάληψη εργασίας και, γενικότερα, για να βελτιωθεί η λειτουργία της αγοράς εργασίας. Αυτό σημαίνει τη μετάβαση από συστήματα παθητικής εγγύησης του εισοδήματος σε συστήματα κοινωνικής προστασίας μέσω της εργασίας. Ωστόσο, σε ορισμένες χώρες, η αποδοχή μιας θέσης εργασίας σε σύγκριση με τη λήψη επιδομάτων προσφέρει πολύ λίγα πλεονεκτήματα, ιδιαίτερα για τους χαμηλόμισθους που υφίστανται μεγάλες περιόδους ανεργίας: ο συνδυασμός των επιδομάτων ανεργίας, στέγασης και φροντίδας των παιδιών είναι δυνατόν σε ορισμένες περιπτώσεις να οδηγεί σε καθαρά ποσοστά υποκατάστασης άνω του 80 % στο Βέλγιο, τη Δανία, τη Φινλανδία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τις Κάτω Χώρες, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Για να καταστεί ελκυστική η εργασία χρειάζεται μια διπλή στρατηγική. Πρώτον, εφαρμογή μεταρρυθμίσεων με τις οποίες αυξάνεται ο καθαρός μισθός. Το σύστημα «welfare-to-work» του Ηνωμένου Βασιλείου ανοίγει μια ενδιαφέρουσα προοπτική. Δεύτερον, στην πλευρά των επιδομάτων, προσεκτική προσαρμογή των κριτηρίων επιλεξιμότητας, των απαιτήσεων αναζήτησης εργασίας και άσκησης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επανεξέταση της μορφής των επιδομάτων. Πολλές χώρες σημείωσαν θετικά αποτελέσματα στον τομέα αυτό. Θα πρέπει ωστόσο να επανεξεταστεί η αλληλεπίδραση μεταξύ των διαφόρων συστημάτων επιδομάτων ώστε να είναι πάντοτε συμφερότερη η αποδοχή μιας θέσης απασχόλησης από τη λήψη επιδομάτων. Γενικότερα τα συστήματα επιδομάτων και φορολογίας πρέπει να αντιμετωπίζονται σε σχέση με τους κανόνες που διέπουν την αγορά εργασίας. Τα κράτη μέλη, και ιδιαίτερα εκείνα που συνδυάζουν σχετικά γενναιόδωρα συστήματα επιδομάτων και υψηλή προστασία της απασχόλησης, θα πρέπει να επανεξετάσουν τη σχετική νομοθεσία τους προκειμένου να συμβιβάσουν την ασφάλεια και την ευελιξία καθιστώντας ταυτόχρονα αποτελεσματικότερα τα συστήματα παροχών.

iv) Διευθέτηση του χρόνου εργασίας

Όπου υπάρχουν διευθετήσεις για τη μείωση του χρόνου εργασίας, θα πρέπει να εφαρμοστούν έτσι ώστε να μην υπονομεύουν την προσαρμοστικότητα και να μην μειώνουν την προσφορά εργασίας και το προϊόν. Κατά περίπτωση, η απασχόληση θα μπορούσε να ενισχυθεί με μεγαλύτερη ευελιξία στο χρόνο εργασίας σε μικροοικονομικό επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό, ορισμένες πρωτοβουλίες για συμφωνίες που συνδυάζουν τη μείωση του χρόνου εργασίας με τη δημιουργία θέσεων εργασίας μπορεί να θεωρηθεί ότι θα έχουν θετικά αποτελέσματα υπό τον όρο ότι δεν θα αυξηθεί το ανά μονάδα κόστος εργασίας. Μια άλλη προσέγγιση για την αύξηση της διάστασης της απασχόλησης στη γενικότερη αναπτυξιακή διαδικασία θα ήταν η ενθάρρυνση της μεγαλύτερης δυνατής χρησιμοποίησης της μερικής απασχόλησης σε προαιρετική βάση καθώς και η θέσπιση νέων μορφών απασχόλησης. Οι δυνατότητες στον συγκεκριμένο τομέα διαφέρουν προφανώς σε κάθε κράτος μέλος, λόγω των μεγάλων αποκλίσεων στην αναλογία των μερικώς απασχολουμένων που παρατηρούνται σήμερα. Στους τομείς αυτούς, είναι ανάγκη να ενθαρρυνθεί η ανταλλαγή εμπειριών και βέλτιστων πρακτικών σε κοινοτικό επίπεδο.

Βρυξέλλες, 6 Ιουλίου 1998.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

R. EDLINGER

Top