EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52005AE1256

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ίδρυση του Ταμείου Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης COM(2005) 108 τελικό — 2005/0033 (COD)

OJ C 28, 3.2.2006, p. 69–72 (ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, NL, PL, PT, SK, SL, FI, SV)

3.2.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 28/69


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: «Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ίδρυση του Ταμείου Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης»

COM(2005) 108 τελικό — 2005/0033 (COD)

(2006/C 28/14)

Στις 27 Σεπτεμβρίου 2005, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, για την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Οικονομική και Νομισματική Ένωση, Οικονομική και Κοινωνική Συνοχή» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του, στις 3 Οκτωβρίου 2005, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. BARROS VALE.

Κατά τη 421η σύνοδο ολομέλειάς της 26ης και 27ης Οκτωβρίου 2005 (συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 74 ψήφους υπέρ και 3 αποχές.

1.   Εισαγωγή

1.1

Το Ταμείο Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Ταμείο ή ΤΑΕΕ) ιδρύθηκε το 2002 με στόχο να παρέχει συνδρομή στις περιφέρειες των κρατών μελών ή των υπό ένταξη χωρών σε περιπτώσεις μείζονος φυσικής καταστροφής.

1.2

Ορίστηκε ότι το Ταμείο θα έπρεπε να λειτουργεί με ευελιξία και όσο το δυνατόν λιγότερη γραφειοκρατία, ούτως ώστε να είναι δυνατή η άμεση συνδρομή προς τις πληγείσες περιφέρειες.

1.3

Ο προβλεφθείς προϋπολογισμός του Ταμείου για την περίοδο 2002-2006 ανερχόταν σε περίπου ένα δισεκατομμύριο ευρώ ανά έτος.

1.4

Ο Κανονισμός του Ταμείου πρέπει να αναθεωρηθεί έως το τέλος του 2006, και η αναθεώρηση αυτή αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας γνωμοδότησης.

1.5

Το υφιστάμενο Ταμείο περιορίζεται στις φυσικές καταστροφές, δεδομένου ότι η παροχή συνδρομής σε περίπτωση βιομηχανικών ατυχημάτων, τρομοκρατικών ενεργειών ή ακόμη και σοβαρής κρίσης της δημόσιας υγείας είναι εξαιρετικά δυσχερής.

1.6

Το σημερινό κατώτατο όριο για την κινητοποίηση του Ταμείου είναι πολύ υψηλό (τοποθετείται στα 3 δισεκατομμύρια ευρώ με άμεσες ζημίες, ή άνω του 0,6 % του ΑΕΠ), με αποτέλεσμα περισσότερο από τα 2/3 των ενισχύσεων να πραγματοποιηθούν βάσει ρήτρας εξαίρεσης (ο ετήσιος προϋπολογισμός της οποίας περιορίζεται σε 75 εκατομμύρια ευρώ).

2.   Η νέα πρόταση

2.1   Γενικά ζητήματα

2.1.1

Το γεωγραφικό πεδίο του Ταμείου παραμένει ως έχει, καλύπτοντας τα σημερινά κράτη μέλη και τις υπό ένταξη χώρες.

2.1.2

Το θεματικό πεδίο του Ταμείου διευρύνεται, ώστε, πέρα από τις φυσικές καταστροφές, να περιλαμβάνει τεχνολογικές ή βιομηχανικές καταστροφές, απειλή της δημόσιας υγείας και τρομοκρατικές ενέργειες.

2.1.3

Ο ορισμός της «καταστροφής» που είναι επιλέξιμη για ενίσχυση από το Ταμείο γίνεται μέσω διττού κριτηρίου, ποσοτικού ή πολιτικού:

2.1.3.1

Ποσοτικό: το κατώτατο όριο για την κινητοποίηση του Ταμείου μειώνεται από 3 σε 1 δισεκατομμύριο ευρώ ή από 0,6 % σε 0,5 % του ΑΕΠ, γεγονός που επιτρέπει την κινητοποίηση για μεγαλύτερο αριθμό περιπτώσεων.

2.1.3.2

Ποιοτικό: σε συγκεκριμένες και δεόντως στοιχειοθετημένες περιπτώσεις (κυρίως εκείνες για τις οποίες, κατά τη στιγμή της απόφασης, δεν είναι ακόμη πλήρως γνωστή η έκταση των ζημιών) η Επιτροπή μπορεί να δραστηριοποιήσει το Ταμείο, ακόμη κι εάν δεν πληρείται το ποσοτικό κριτήριο.

2.1.4

Οι γειτονικές χώρες της πληγείσας χώρας, όταν υφίστανται επίσης συνέπειες, είναι επιλέξιμες για ενίσχυση.

2.1.5

Πρέπει να εξασφαλίζεται, και για την περίπτωση του Ταμείου, η αρχή της επικουρικότητας.

2.1.6

Στην Πρόταση της Επιτροπής εξετάζεται η δυνατότητα να ζητείται προκαταβολή εκ μέρους της πληγείσας χώρας (περίπου 5 % του συνόλου του προβλεπόμενου κόστους των επιλέξιμων ενεργειών, με ανώτατο όριο 5 εκατομμύρια ευρώ), η οποία θα χορηγείται αμέσως μετά από την αίτηση ενίσχυσης, και η οποία θα επιστρέφεται από την ενδιαφερόμενη χώρα, σε περίπτωση που θα διαπιστωθεί η μη επιλεξιμότητά της.

2.1.7

Θα πρέπει να εφαρμόζεται η αρχή της αναλογικότητας κατά την εκχώρηση της ενίσχυσης, με συνυπολογισμό, είτε του συνόλου των ζημιών, είτε της έκτασης της χώρας και της μελλοντικής σοβαρότητας της καταστροφής.

2.1.8

Η αξιοποίηση της ενίσχυσης ανήκει στην πλήρη αρμοδιότητα της χώρας που την λαμβάνει, η οποία οφείλει να παρουσιάσει έκθεση όπου θα εμφανίζεται, δεόντως στοιχειοθετημένη, η χρήση των χρηματοδοτικών πόρων, η οποία θα πρέπει να συμφωνεί με τον κανονισμό.

2.1.9

Το ύψος της χρηματοδότησης που προτείνει η Επιτροπή για το Ταμείο παραμένει στο 1 δισεκατομμύριο ευρώ.

2.1.10

Ο προϋπολογισμός της ΕΕ δεν προβλέπει πιστώσεις για το Ταμείο το οποίο κάθε φορά τίθεται σε λειτουργία μέσω διορθωτικού προϋπολογισμού.

2.1.11

Σε περίπτωση που θα ξεπεραστεί το ετήσιο ποσόν, χρησιμοποιούνται ποσά του επομένου έτους, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η παροχή της ενίσχυσης, εφόσον αυτή δικαιολογείται.

3.   Γενικές και ειδικές παρατηρήσεις

3.1

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) επικροτεί το στόχο της Επιτροπής να αποκτήσει η εφαρμογή του Ταμείου Αλληλεγγύης ευρύτερη κάλυψη και να του δοθεί η δυνατότητα άμεσης ανταπόκρισης σε καταστάσεις κρίσης.

3.2

Εντούτοις, η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι θα πρέπει να προσαρμοστούν διάφορα ζητήματα στην Πρόταση της Επιτροπής, προκειμένου να βελτιωθεί και να αποβεί αποτελεσματικότερη, ούτως ώστε το Ταμείο να καταστεί ένα ισχυρό και ευέλικτο εργαλείο στη διάθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου οι πληθυσμοί των περιοχών που καλύπτονται από την εφαρμογή του να δύνανται να επωφελούνται πραγματικά από την αλληλέγγυα υποστήριξή του. Η συμβολή αυτή, που επιβάλλεται να απαλλαγεί από γραφειοκρατικές διατυπώσεις και να διαθέτει κανόνες ικανούς να καλύπτουν διάφορα είδη καταστροφών, οποιαδήποτε κι εάν είναι η προέλευσή τους, στις πλέον κρίσιμες στιγμές για τις κοινότητες τις οποίες καλείται να εξυπηρετεί, πρέπει να συνιστά όχι μόνο μια πολύτιμη βοήθεια για την αποκατάσταση της κανονικής λειτουργίας των υποδομών και της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, αλλά και ένα σαφές πολιτικό μήνυμα που θα μπορεί να απευθύνει η Ευρώπη στους πολίτες που πλήττονται από σοβαρές καταστάσεις επείγουσας ανάγκης.

3.3

Η ΕΟΚΕ, λοιπόν, φρονεί ότι ο όγκος της προτεινόμενης χρηματοδοτικής παροχής φαίνεται να αντιστοιχεί στις απαιτήσεις των αιτήσεων που έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια, αμφιβάλλει όμως κατά πόσον το προτεινόμενο ύψος θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις ανάγκες ενδεχόμενης μεγάλης καταστροφής, όπως λ.χ. ενός σημαντικού σεισμού, μιας πανδημίας ευρωπαϊκής έκτασης ή ενός ατυχήματος ή εγκληματικής απόπειρας με όπλα μαζικής καταστροφής. Για τέτοιου είδους καταστάσεις, πραγματικά εξαιρετικές, θα έπρεπε να προβλέπεται ειδικός μηχανισμός, εξαιρετικού χαρακτήρα και αυτός, στον οποίο όμως να μπορεί να προσφύγει η Ένωση, σε περίπτωση που θα εμφανιστεί κάποτε μια συμφορά τέτοιας έκτασης.

3.4

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, οι κανόνες πρόσβασης στο Ταμείο Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης οφείλουν να είναι απλοί και σαφείς, όσο το δυνατόν λιγότερο γραφειοκρατικοί, να διαθέτουν όμως μηχανισμούς που να εξασφαλίζουν τη διαφάνεια, καθώς και την εκ των υστέρων εκτίμηση και έλεγχο των στόχων για τους οποίους χρησιμοποιήθηκαν οι πόροι που ετέθησαν στη διάθεση του δικαιούχου κράτους.

3.5

Λαμβάνοντας υπόψη την παρούσα δημοσιονομική συγκυρία της Ένωσης και την οικονομική πραγματικότητα που αντιμετωπίζει η Ευρώπη, η ΕΟΚΕ δεν είναι αντίθετη με τη μορφή του κυμαινόμενου προϋπολογισμού με προκαθορισμένο ανώτατο όριο, η οποία προτείνεται στον Κανονισμό, πιστεύει όμως ότι, μόλις αυτό θα είναι δυνατόν, το Ταμείο θα έπρεπε να θεσπιστεί ως Μόνιμο Αυτόνομο Ταμείο, με σταθερό ίδιο ετήσιο προϋπολογισμό, του οποίου το «πλεόνασμα» που θα προκύπτει από τα ποσά που δεν θα έχουν χρησιμοποιηθεί κάθε έτος, θα χρησιμεύουν ως απόθεμα για μεγάλες καταστροφές.

3.6

Σχετικά με τους κανόνες που αφορούν τις προθεσμίες χρήσης των πόρων, η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η πρόταση της Επιτροπής έχει ορθές κατευθύνσεις και επικροτεί τον προβλεπόμενο μηχανισμό ταχείας ανταπόκρισης, ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα ταχείας υποστήριξης, αμέσως μετά από τη διαπίστωση των γεγονότων που αποτελούν αντικείμενο κινητοποίησης του Ταμείου.

3.7

Σχετικά με τον προβληματισμό που αφορά την εκτίμηση των ζημιών, η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η διαδικασία αυτή όχι μόνο δεν είναι απλή, εάν ληφθεί υπόψη το εύρος των καταστάσεων που καλύπτονται από τον προτεινόμενο Κανονισμό, αλλά είναι και πιθανότατο να οδηγήσει σε εσφαλμένες εκτιμήσεις, λόγω της πληθώρας των επηρεαζόμενων δαπανών και παραγόντων, δεδομένου μάλιστα ότι δεν πρόκειται μόνο για δημόσιες ζημίες αλλά και για ιδιωτικές. Το μικρό χρονικό διάστημα εντός του οποίου πρέπει να υποβληθεί η αίτηση στις υπηρεσίες της Επιτροπής, σε συνδυασμό με την πληθώρα των πληγέντων ενδιαφερόντων και υλικών αγαθών, ενδέχεται να οδηγήσει σε ιδιαίτερη υπερεκτίμηση ή υποεκτίμηση των επιπτώσεων της υπό εξέταση κρίσης και, ως εκ τούτου, η αξιολόγηση των αιτήσεων που υποβάλλουν τα κράτη πρέπει να διέπεται από μεγάλη σύνεση, με προσφυγή σε ειδικούς, σε ιστορικά στοιχεία και σε προγενέστερες καταστάσεις, και με στάθμιση των οικονομικών παραμέτρων σε συνάρτηση με το επίπεδο των τιμών στο επιδοτούμενο κράτος.

3.8

Όσον αφορά το είδος των δαπανών στις οποίες καλείται να συμμετάσχει το Ταμείο, η ΕΟΚΕ κρίνει ως ορθές τις επιλέξιμες ενέργειες που απαριθμούνται στο άρθρο 4 της πρότασης Κανονισμού, θα επιθυμούσε όμως να περιληφθεί πρόσθετο εδάφιο με την εξής ένδειξη: «άλλες ενέργειες δημόσιου ενδιαφέροντος, με στόχο την εξομάλυνση του κοινωνικού και οικονομικού βίου των πληγέντων πληθυσμών ή/και περιοχών, με δυνατότητα πρόσβασης στο ΤΑΕΕ για το σύνολο των φορέων της κοινωνίας των πολιτών, σύμφωνα με λεπτομέρειες και μέτρα προφύλαξης που θα προσδιοριστούν.» Ο στόχος της προσθήκης του νέου αυτού εδαφίου συνδέεται με το γεγονός ότι είναι αδύνατο να προβλεφθούν όλα τα είδη και οι συνέπειες των γεγονότων που θα κληθεί να καλύψει το ΤΑΕΕ, και γι' αυτό εισάγεται ευελιξία κατά τη λήψη των αποφάσεων, για πιο ειδικές καταστάσεις, όπου η κοινωνική οργάνωση και ο μηχανισμός παραγωγής θα βρίσκονται σε κίνδυνο εάν δεν υπάρχει δυνατότητα παρέμβασης για ιδιωτικές ζημίες.

3.8.1

Όσον αφορά τη μέριμνα για το άνοιγμα αυτό, διαπιστώνεται ότι τα προβλεπόμενα κονδύλια παραμένουν κατά μεγάλο μέρος αχρησιμοποίητα, κυρίως λόγω της ρήτρας επιφύλαξης των κονδυλίων που επιβάλλει τον περιορισμό αποκλειστικά στις δημόσιες δαπάνες. Το γεγονός αυτό δεν επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη καταστάσεις που εκ των πραγμάτων εγγράφονται στη φιλοσοφία παρέμβασης του ΤΑΕΕ.

3.8.2

Ακόμη, η έννοια του κατώτατου ορίου θα έπρεπε επίσης να επανεξεταστεί, ούτως ώστε να προσαρμοστούν οι δυνατότητες παρέμβασης του Ταμείου με τις απαιτήσεις επί τόπου και με την περιφερειακή διάσταση ορισμένων φυσικών φαινομένων.

3.9

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι οι τελικοί δικαιούχοι πρέπει να είναι οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω των επιλέξιμων για πραγματοποίηση ενεργειών. Μόνο για λειτουργικούς και οργανωτικούς λόγους είναι ενδιάμεσοι δικαιούχοι τα κράτη, τα οποία λαμβάνουν τα μέσα για το σκοπό αυτόν από τον προϋπολογισμό του Ταμείου. Για τον ίδιο λόγο, δεν πρέπει μόνο κρατικές οργανώσεις να λαμβάνουν τα δημόσια μέσα που διατίθενται για την παρέμβαση του Ταμείου, αλλά επίσης και η οργανωμένη κοινωνία των πολιτών, η οποία εμπλέκεται στις επιλέξιμες ενέργειες, δεδομένου ότι, γενικά, τα κράτη δεν διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους παρέμβασης για να ανταποκρίνονται χωρίς τη συνδρομή της στις επιπτώσεις τέτοιου είδους καταστροφών. Τα πυροσβεστικά σώματα, οι εθελοντικές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που σχετίζονται με την υγεία ή την κοινωνική στήριξη και άλλοι παράγοντες της κοινωνίας των πολιτών πρέπει να λαμβάνουν τη δέουσα αντιστάθμιση για τις προσπάθειές τους, την αφοσίωση και τις δαπάνες που καλύπτουν, εφόσον, γενικά, δεν διαθέτουν προϋπολογισμούς ανάλογους με την ιδιαιτερότητα τέτοιας εμβέλειας γεγονότων σημαντικής έκτασης.

3.10

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι το γεωγραφικό πεδίο των χωρών που πρέπει να καλύπτονται σε περίπτωση καταστροφής πρέπει να αναθεωρηθεί, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η κάλυψη και επέκταση της στήριξης σε άλλες χώρες, πέρα από τις άμεσα γειτονικές. Σε καταστροφές μεγάλων διαστάσεων (των οποίων η πυρηνική είναι ένα παράδειγμα και μόνο), ενδέχεται να πληγούν και άλλα κράτη, που δεν έχουν σύνορα με το κράτος όπου άρχισε η τραγωδία, και ως εκ τούτου τα διάφορα πληγέντα κράτη πρέπει να είναι επιλέξιμα για στήριξη. Σε καταστάσεις όπου υπάρχουν άλλα πληγέντα κράτη, και από τη στιγμή που θα έχει ενεργοποιηθεί το Ταμείο, αυτό πρέπει να έχει εφαρμογή στα διάφορα εμπλεκόμενα κράτη, ακόμη κι εάν ορισμένα από αυτά δεν πληρούν τους περιορισμούς που αναγράφονται στο άρθρο 2 της πρότασης Κανονισμού.

3.11

Το ζήτημα της γειτνίασης τίθεται επίσης, κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, και για τα κράτη που δεν είναι μέλη ούτε υποψήφια, από τη στιγμή που θα έχουν πληγεί από ένα συμβάν που προκλήθηκε εντός της επικράτειας της Ένωσης, ή των υποψηφίων κρατών. Εάν το Ταμείο κινητοποιηθεί για συμβάν που προκλήθηκε ή έχει προέλευση από αυτό το γεωγραφικό χώρο, τα άλλα γειτονικά κράτη θα πρέπει επίσης να έχουν δικαίωμα στην αλληλεγγύη της Ένωσης, είτε μέσω του Ταμείου, είτε μέσω των άλλων μηχανισμών που ισχύουν για τη διεθνή συνεργασία, από τη στιγμή που κάτι τέτοιο δεν επηρεάζει, περιορίζοντάς τα, τα συγκεκριμένα προγράμματα συνεργασίας που ενδεχομένως ισχύουν.

3.12

Η ΕΟΚΕ θεωρεί αναγκαίο να περιληφθούν, ως επιλέξιμες, οι καταστροφές που απορρέουν από καταστάσεις σώρευσης ή παράτασης γεγονότων που δεν εντοπίζονται άμεσα ως ιδιαίτερα σοβαρά (π.χ. σοβαρή ξηρασία), καθώς και να διασαφηνιστεί η στιγμή κατά την οποία αυτές αποτιμούνται. Οι κλιματικές αλλαγές που παρατηρούνται σήμερα, και που προκαλούνται εν μέρει από την άνοδο της θερμοκρασίας του πλανήτη, για την οποία είναι επίσης υπεύθυνο το σύνολο της Ένωσης, επηρεάζουν περισσότερο ορισμένα κράτη απ' ό,τι άλλα, και δεν θα ήταν λογικό ούτε και δείγμα αλληλεγγύης να αποποιείται η Ευρωπαϊκή Ένωση τις ευθύνες της, τόσο σχετικά με το πρόβλημα της προέλευσης, όσο και των συνεπειών τους.

3.12.1

Οι παρατηρήσεις που συνελέχθησαν επί τόπου κατά την αποστολή μελέτης της ΕΟΚΕ στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, από τις 14 έως τις 16 Σεπτεμβρίου 2005, ανέδειξαν, σε πολλές περιπτώσεις, την ανάγκη συνδυασμού, με βάση τον ίδιο προβληματισμό:

αφενός, του ΤΑΕΕ, με την ικανότητα ταχείας παρέμβασής του, ώστε να δίδεται άμεση λύση στις επείγουσες ανάγκες, είτε έναντι του πληθυσμού είτε από υλική άποψη, και

αφετέρου, των πιο διαρθρωτικών Ταμείων παρέμβασης, ώστε να δίδονται μακροπρόθεσμες λύσεις στα ουσιαστικά προβλήματα. Τούτο μπορεί να αφορά τη δημιουργία υποδομών για την ξηρασία, την αναδάσωση, την ανάπτυξη εναλλακτικών δραστηριοτήτων όταν οι πυρκαγιές είναι πολύ καταστροφικές.

3.12.2

Η εγγραφή της παρέμβασης του ΤΑΕΕ σε ένα ευρύτερο πλαίσιο σημαντικών μακροπρόθεσμων δράσεων θα έπρεπε να συνιστά σημαντικό κριτήριο για την επιλογή σχεδίων εκ μέρους της Επιτροπής. Κατ' αυτόν τον τρόπο, θα μπορούσαμε να καταλήξουμε σε μια βελτίωση της συνολικής λειτουργικότητας του ΤΑΕΕ και των Διαρθρωτικών Ταμείων.

3.12.3

Τα προβλήματα της υδροδότησης, της λειτουργίας υποδομών και της στήριξης των πληθυσμών, στο κοινωνικό επίπεδο και στο επίπεδο της υγείας, σε απρόβλεπτες καταστάσεις ξηρασίας ή καύσωνα, δεν μπορεί να εξαιρούνται από τα φαινόμενα που δικαιούνται στήριξη από το Ταμείο, κατά τον ίδιο τρόπο που καλύπτονται οι πλημμύρες, οι τυφώνες ή οι κυκλώνες. Ο Κανονισμός πρέπει να προβλέπει τις καταστάσεις αυτές και να ορίζει σαφώς από ποια στιγμή οι καταστάσεις αυτές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, δεδομένου ότι δεν προέρχονται από ένα γρήγορο και άμεσα εντοπιζόμενο συμβάν και δεν χαρακτηρίζονται από τη συνεχή επιδείνωση μιας συγκεκριμένης κατάστασης (κλιματολογικής ή άλλης).

3.13

Για το σκοπό αυτόν, θα μπορούσε να θεσπιστεί η αναγκαία προϋπόθεση της «Επίσημης Δήλωσης Σοβαρής Ξηρασίας», την οποία θα καταθέτει η εθνική αρχή η αρμόδια για τη διαχείριση των υδάτων, μέσω της τήρησης ενιαίων αντικειμενικών κριτηρίων, τα οποία θα ακολουθούν οι διάφορες αρμόδιες για τη διαχείριση των υδάτων αρχές στο εκάστοτε κράτος μέλος.

3.14

Η ΕΟΚΕ φρονεί επίσης ότι τα κράτη μέλη και η Ένωση πρέπει να θεσπίσουν σαφείς κανόνες όσον αφορά την υποχρέωση του συστήματος ασφαλίσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης να περιλαμβάνει την κάλυψη συγκεκριμένου είδους κινδύνων, τους οποίους οι επιχειρήσεις του κλάδου συχνά επιχειρούν να αποφεύγουν. Ο στόχος αυτός είναι ακόμη περισσότερο σημαντικός, δεδομένου ότι το Ταμείο και οι δημόσιες ενισχύσεις που παρέχουν τα κράτη δεν καλύπτουν γενικά τις ζημίες που υφίστανται οι ιδιώτες, οι οποίες συνήθως είναι πολύ ανώτερες από τις δαπάνες που απορρέουν από την δημόσια παρέμβαση για τον περιορισμό ή την επίλυση των προβλημάτων συλλογικής υφής, και τις οποίες θεωρούν χρέος τους οι δημόσιες αρχές.

3.15

Τέλος, η ΕΟΚΕ φρονεί ότι οι προσπάθειες στον τομέα της πρόβλεψης κινδύνων πρέπει να προωθούνται στα διάφορα επίπεδα που έχουν τη δυνατότητα ελαχιστοποίησης ή εξάλειψης των συνεπειών των συμβάντων, μέσω της πρόληψης συμβάντων, της αποτροπής καταστροφών, και της προετοιμασίας και κινητοποίησης προληπτικών μηχανισμών ανταπόκρισης, ούτως ώστε να προστατεύεται η ανθρώπινη ζωή και υγεία και η καταστροφή υποδομών και υλικών ή μη αγαθών. Υπό την έννοια αυτή, η ΕΟΚΕ δεν θα θεωρούσε άτοπο να περιληφθεί περιοριστική ρήτρα στα πλαίσια του προτεινόμενου Κανονισμού, η οποία, με στόχο την προώθηση της πρόληψης, να περιορίζει, να μειώνει ή και να ακυρώνει την παρέμβαση του Ταμείου σε αποδεδειγμένες περιπτώσεις αμέλειας των δημοσίων αρχών του ενδιαφερομένου κράτους, από τη στιγμή που το κράτος αυτό είχε τις δημοσιονομικές δυνατότητες να ανταποκριθεί στην έκταση των συνεπειών του συμβάντος. Η παρέμβαση του Ταμείου θα μπορούσε να πραγματοποιείται ακόμη και υπό τις συνθήκες αυτές, υπό μορφή δανείου και όχι επιδότησης προς το κράτος που κρίνεται ότι επέδειξε αμέλεια, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι τελικοί δικαιούχοι που επιχειρείται να υποστηριχθούν είναι οι πληγέντες από το συμβάν πολίτες. Η οριστική καταβολή κονδυλίων της Ένωσης, σε περιπτώσεις αμέλειας των κρατών, δημιουργεί ένα περιβάλλον χαλαρότητας και ανευθυνότητας και αυξάνει τον κίνδυνο πρόκλησης ορισμένων ειδών καταστροφών, που θα μπορούσαν ενδεχομένως να αποτραπούν.

4.   Συμπεράσματα

4.1

Η ΕΟΚΕ ενισχύει την άποψη που ανέκαθεν έχει υποστηρίξει, υπέρ της πρόληψης, της ανάληψης ευθυνών και της πρόβλεψης σοβαρών συμβάντων, θεωρεί όμως ότι έχει ύψιστη σημασία η ύπαρξη ενός μηχανισμού όπως το Ταμείο, εφόσον θα είναι προσαρμοσμένο στις κριτικές και τις συστάσεις που διατυπώνονται στο σημείο 3, «Γενικές και Ειδικές Παρατηρήσεις», τις οποίες θεώρησε σκόπιμο να εκφράσει έναντι της πρότασης της Επιτροπής.

4.2

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για τις βελτιώσεις που εισάγει ο προτεινόμενος Κανονισμός, οι οποίες όμως, κατά την άποψή της, δεν είναι επαρκείς προκειμένου το Ταμείο να αποκτήσει πλήρες δυναμικό, ικανότητα και ορθότητα παρέμβασης.

4.3

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι το σχέδιο της Επιτροπής θα πρέπει να διορθωθεί ως προς τρεις διαφορετικούς τομείς, ούτως ώστε να προσαρμοστεί στις πραγματικές ανάγκες:

α)

Να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής, ούτως ώστε να περιλάβει και άλλες καταστροφές, που δεν προβλέπονται, και κυρίως την ξηρασία.

β)

Να μειωθούν τα κατώτατα όρια των σχετικών τιμών που αναφέρονται στην έκταση των διαπιστωνόμενων ζημιών, επειδή είναι πολύ υψηλά με αποτέλεσμα να εξαιρείται η πλειονότητα των ζημιών που έχουν διαπιστωθεί κατά τα πρόσφατα έτη, ή/και να αφήνεται στην Επιτροπή πολιτική ευελιξία, ούτως ώστε να κάνει δεκτές καταστροφές που έχουν σοβαρή περιφερειακή επίπτωση.

γ)

Να γίνουν πιο ευέλικτες οι επιλέξιμες μορφές δαπανών, μέσω ενός νέου εδαφίου, ευρύτερης κάλυψης, που θα μπορεί να καλύπτει και άλλες κατάλληλες δαπάνες, οι οποίες δεν προβλέπονται στα εδάφια που προτείνει η Επιτροπή στο πεδίο των «επιλέξιμων ενεργειών».

4.4.

Θα ήταν δυνατόν, επίσης, να καταρτισθεί γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα «Αξιολόγηση των αρχών και της λειτουργίας του Ταμείου Αλληλεγγύης και της καταλληλότητάς του για τις ανάγκες των χωρών και των περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης», το ταχύτερο δυνατόν, προκειμένου να συμβάλει στην επίλυση των προβλημάτων που έχουν ήδη εντοπισθεί.

Βρυξέλλες, 27 Οκτωβρίου 2005.

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


Top