EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52005AE0532

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου: Ευρωπαϊκό Αλιευτικό Ταμείο»COM(2004) 497 τελικό — 2004/0169 (CNS)

ΕΕ C 267 της 27.10.2005, p. 50–57 (ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, NL, PL, PT, SK, SL, FI, SV)

27.10.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 267/50


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου: Ευρωπαϊκό Αλιευτικό Ταμείο»

COM(2004) 497 τελικό — 2004/0169 (CNS)

(2005/C 267/08)

Την 1η Δεκεμβρίου 2004 και σύμφωνα με το άρθρο 37 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, ανάπτυξη της υπαίθρου και περιβάλλον», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 18 Απριλίου 2005 με βάση εισηγητική έκθεση του κ. SARRÓ IPARRAGUIRRE.

Κατά την 417η σύνοδο ολομέλειάς της, της 11ης και 12ης Μαΐου 2005 (συνεδρίαση της 11ης Μαΐου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 84 ψήφους υπέρ, 1 κατά και 5 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Εισαγωγή

1.1

Την 1η Ιανουαρίου 2003 ετέθη σε εφαρμογή η μεταρρύθμιση της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (ΚΑΠ). Στόχος της μεταρρύθμισης αυτής είναι η βιώσιμη εκμετάλλευση των ζώντων υδάτινων πόρων και της υδατοκαλλιέργειας, στα πλαίσια μιας βιώσιμης ανάπτυξης που να λαμβάνει υπόψη τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές πτυχές κατά τρόπο ισορροπημένο.

1.1.1

Προηγουμένως, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχε υιοθετήσει τον κανονισμό (ΕΚ) 2371/2002 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, για τη διατήρηση και τη βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (1).

1.2

Για τη δράση της Κοινότητας στο πεδίο της κοινής αλιευτικής πολιτικής, υπάρχει νομική βάση, που περιλαμβάνεται στον Τίτλο ΙΙ της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και ειδικότερα στο άρθρο 37. Η δράση αυτή, από τις απαρχές της, είχε σημαντική διαρθρωτική διάσταση, που συνέβαλε την τελευταία εικοσαετία στον εκσυγχρονισμό του συνόλου του αλιευτικού κλάδου.

1.3

Προκειμένου να επιτευχθούν οι ειδικοί στόχοι της κοινής αλιευτικής πολιτικής, η Κοινότητα οφείλει να διασφαλίζει το μακροπρόθεσμο μέλλον των αλιευτικών δραστηριοτήτων και την ανάπτυξη του κλάδου της υδατοκαλλιέργειας στο πλαίσιο μιας βιώσιμης εκμετάλλευσης των πόρων, με περιορισμένη επίπτωση επί του περιβάλλοντος, μέσω των αναγκαίων διαρθρωτικών προσαρμογών που θα εξασφαλίζουν μια λογική ισορροπία μεταξύ των πόρων και της αλιευτικής ικανότητας.

1.4

Οι διαρθρωτικές προσαρμογές επιφέρουν σημαντικές αλλαγές στον αλιευτικό κλάδο, οι οποίες απαιτούν την υιοθέτηση μέτρων με στόχο να διατηρηθεί το ανθρώπινο κεφάλαιο της αλιευτικής βιομηχανίας, να του παρασχεθούν οι νέες τεχνικές γνώσεις που απαιτούνται ώστε να συμβάλει στη βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων και στην ανάπτυξη της υδατοκαλλιέργειας και να προστατευτεί ο κοινωνικο-οικονομικός ιστός των παράκτιων ζωνών μέσω της υιοθέτησης συνοδευτικών μέτρων για την επαγγελματική αναπροσαρμογή των ζωνών που πλήττονται από την αναδιάρθρωση του αλιευτικού κλάδου.

1.5

Η κοινή αλιευτική πολιτική και η χρηματοδοτική υποστήριξη των διαρθρωτικών της μεταρρυθμίσεων καλύπτονταν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2002 από τα Πολυετή Προγράμματα Προσανατολισμού (ΠΠΠ), ενώ έως τις 31 Δεκεμβρίου 2006 καλύπτονται από το Χρηματοδοτικό Μέσο Προσανατολισμού της Αλιείας (ΧΜΠΑ).

1.5.1

Το ρυθμιστικό πλαίσιο όλων των προαναφερόμενων απλουστεύεται σημαντικά, δεδομένου ότι η υπό εξέταση πρόταση κανονισμού αντικαθιστά ή τροποποιεί τις διατάξεις των υφιστάμενων κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 (2), (ΕΚ) αριθ. 1263/1999 (3), (ΕΚ) αριθ. 2792/1999 (4) και (ΕΚ) αριθ. 366/2001 (5).

2.   Γενικές παρατηρήσεις

2.1

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η ΕΟΚΕ κρίνει αναγκαία την υπό εξέταση πρόταση κανονισμού για το Ευρωπαϊκό Αλιευτικό Ταμείο (ΕΑΤ), στο μέτρο που το Ταμείο αυτό θα αποτελέσει, από 1ης Ιανουαρίου 2007, τη συνέχεια του Χρηματοδοτικού Μέσου Προσανατολισμού της Αλιείας (ΧΜΠΑ) — του οποίου η εφαρμογή λήγει, βάσει του τελευταίου σχετικού κανονισμού (ΕΚ), στις 31.12.2006 — με τη δημιουργία ενός νέου χρηματοδοτικού στηρίγματος για την περίοδο από 01.01.2007 έως 31.12.2013.

2.2

Συνοψίζοντας, μπορεί να λεχθεί ότι η πρόταση κανονισμού ορίζει διττό στόχο για το ΕΑΤ. Αφενός, ως χρηματοδοτικό μέσο ενσωματωμένο στην ΚΑΠ, να συνοδεύει τα μέτρα διαχείρισης των πόρων και να συμβάλλει στην προσαρμογή των παραγωγικών δομών του κλάδου, ώστε να εξασφαλιστεί η βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων, καθώς και να δημιουργηθούν οι αναγκαίες προϋποθέσεις βιωσιμότητας, από άποψη τόσο οικονομική όσο και περιβαλλοντική και κοινωνική. Αφετέρου, θα πρέπει να εξασφαλίζει πνεύμα συνοχής έναντι των πληθυσμών και των περιοχών που επιδίδονται σε αλιευτικές δραστηριότητες.

2.3

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι το ΕΑΤ οφείλει να δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην επιδίωξη του στόχου της οικονομικής συνοχής, δηλαδή να προωθήσει την ανάπτυξη και τη διαρθρωτική προσαρμογή των λιγότερο ανεπτυγμένων περιφερειών, πάντοτε με βάση την αρμονική, ισορροπημένη και βιώσιμη ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων, της απασχόλησης και των ανθρώπινων πόρων, καθώς και την προστασία και βελτίωση του περιβάλλοντος.

2.4

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι πρέπει να διατυπωθούν ορισμένες παρατηρήσεις και συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με το περιεχόμενο των άρθρων της πρότασης κανονισμού.

3.   Ειδικές παρατηρήσεις

3.1

Το ΕΑΤ στηρίζεται σε απλουστευμένη πράξη, με έναν ενιαίο κανονισμό και ένα ενιαίο Ταμείο που θα καλύπτει την κοινοτική συνδρομή. Η ΕΟΚΕ θεωρεί την τοποθέτηση αυτή ιδιαίτερα αρμόζουσα, δεδομένου ότι αναμένεται, αναμφισβήτητα, να αυξήσει την αποτελεσματικότητα του Ταμείου.

3.2

Με στόχο την αποτελεσματικότητα αυτή, η πρόταση κανονισμού ομαδοποιεί τα επιχειρησιακά προγράμματα σε πέντε άξονες προτεραιότητας και παραλείπει όλες τις τεχνικές λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν την παρακολούθηση και την εκτέλεση των προγραμμάτων. Περιορίζεται η διαδικασία προγραμματισμού, καταργούνται τα συμπληρώματα προγραμματισμού όπου απαριθμούνταν λεπτομερή μέτρα, απλουστεύεται το σύστημα πληρωμών, παρέχεται η δυνατότητα στο κράτος μέλος να αναλάβει τις ευθύνες του για την εκτέλεση του κοινοτικού προϋπολογισμού και ορίζεται ότι οι κανόνες επιλεξιμότητας, εκτός ορισμένων εξαιρέσεων, θα καθορίζονται σε εθνικό επίπεδο.

3.2.1

Το γεγονός και μόνον ότι, όπως προαναφέρεται, η υπό εξέταση πρόταση κανονισμού αντικαθιστά ή τροποποιεί τις διατάξεις τεσσάρων κανονισμών που ισχύουν επί του παρόντος, παρέχει μια ιδέα της απλούστευσης που εξασφαλίζει το ρυθμιστικό αυτό πλαίσιο.

3.2.2

Η ΕΟΚΕ επικροτεί τις ρυθμιστικές αυτές διατάξεις, καθώς κρίνει θετική την απλούστευση των δράσεων, υπό τον όρο να εφαρμόζεται ορθά η αρχή της επικουρικότητας, με το να παρέχεται στα κράτη μέλη η δυνατότητα να αποφασίζουν σε ποια συγκεκριμένα μέτρα πρέπει να επικεντρώσουν τη χρηματοδοτική προσπάθεια.

3.2.3

Οι πέντε άξονες προτεραιότητας που προβλέπει η πρόταση κανονισμού είναι οι εξής:

α)

Μέτρα για την προσαρμογή του κοινοτικού αλιευτικού στόλου

β)

Υδατοκαλλιέργεια, μεταποίηση και εμπορία προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας

γ)

Μέτρα συλλογικού ενδιαφέροντος

δ)

Αειφόρος ανάπτυξη αλιευτικών παράκτιων ζωνών

ε)

Τεχνική συνδρομή.

3.3

Ο Τίτλος Ι εξετάζει τους «Στόχους και γενικούς κανόνες σχετικά με τη συνδρομή» της πρότασης κανονισμού. Η ΕΟΚΕ συμφωνεί, σε γενικές γραμμές, με την ανάπτυξη του εν λόγω Τίτλου Ι στην οποία προβαίνει η Επιτροπή, επιθυμεί όμως να διατυπώσει τις εξής παρατηρήσεις:

3.3.1

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι πρέπει να διευκρινιστεί στο άρθρο 3 η διάκριση μεταξύ «πλοιοκτήτη- αλιέα-ιδιοκτήτη» και «αλιέα-εργαζομένου».

3.3.2

Η ΕΟΚΕ προτείνει, μεταξύ των στόχων που προβλέπονται για τις παρεμβάσεις του Ταμείου, να συμπεριληφθεί ένας ακόμη που να αφορά «τη διασφάλιση καλής ποιότητας στούς τόπους εργασίας και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, ασφάλειας και υγιεινής στον χώρο εργασίας».

3.3.3

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τις αρχές της επικουρικότητας, της επιμερισμένης διαχείρισης και της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, οι οποίες εκτίθενται στην πρόταση κανονισμού, και τονίζει ότι οι αρχές αυτές πρέπει να εφαρμόζονται ορθά, ώστε να παρέχουν στο κράτος μέλος την ικανότητα απόφασης με εύλογα και συγκεκριμένα μέτρα.

3.3.4

Όσον αφορά τους χρηματοδοτικούς πόρους, η Επιτροπή προτείνει να δεσμευτούν 4.963 εκατομμύρια ευρώ σε τιμές 2004 για την περίοδο 2007-2013. Το 0,8 % του προϋπολογισμού αυτού θα εκχωρηθεί στην τεχνική συνδρομή, η οποία θα εφαρμόζεται άμεσα από την Επιτροπή, για ένα σύνολο δράσεων που προβλέπονται στην πρόταση κανονισμού.

3.3.4.1

Το 75 % των πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων που διατίθενται στο ΕΑΤ θα προορίζεται για τις περιφέρειες που περιλαμβάνονται στον στόχο της σύγκλισης και το 25 % για τις λοιπές περιφέρειες. Όπως αναφέρεται στο Παράρτημα 1 της πρότασης κανονισμού, από το 75 %, 1 702 εκατομμύρια ευρώ θα διανεμηθούν μεταξύ των περιφερειών των κρατών μελών που προσχώρησαν πρόσφατα στην ΕΕ και περιλαμβάνονται στον στόχο της σύγκλισης, ενώ 2 015 εκατομμύρια ευρώ θα διανεμηθούν μεταξύ των λοιπών περιφερειών που περιλαμβάνονται στον στόχο της σύγκλισης. Τα υπόλοιπα 1 246 εκατομμύρια ευρώ θα διανεμηθούν μεταξύ των λοιπών περιφερειών της ΕΕ.

3.3.4.2

Την ΕΟΚΕ την ανησυχεί το ενδεχόμενο μήπως το ύψος των προβλεπόμενων κονδυλίων δεν επαρκεί για να τηρηθούν όλες οι δεσμεύσεις που περιλαμβάνονται στην πρόταση κανονισμού.

3.3.5

Η ΕΟΚΕ κρίνει ενδεδειγμένα τα κριτήρια κατανομής μεταξύ των κρατών μελών που περιλαμβάνονται στο άρθρο 13 της πρότασης κανονισμού, εφόσον προτείνεται να κατανεμηθούν οι διαθέσιμες πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων σε συνάρτηση με το μέγεθος του κλάδου της αλιείας στο κράτος μέλος, την κλίμακα προσαρμογής που απαιτείται για την αλιευτική προσπάθεια, το επίπεδο απασχόλησης στον κλάδο της αλιείας και τη συνέχιση των εφαρμοζόμενων μέτρων. Εντούτοις, η ΕΟΚΕ επιθυμεί να τονίσει ότι η «συνέχιση των εφαρμοζόμενων μέτρων» πρέπει να λαμβάνει υπόψη την κατάσταση των κρατών μελών που τηρούν την κοινοτική νομοθεσία, ειδικότερα δε εκείνη που αφορά τα πολυετή προγράμματα προσανατολισμού (ΠΠΠ).

3.4

Ο Τίτλος ΙΙ «Στρατηγικές κατευθυντήριες γραμμές» και ο Τίτλος ΙΙΙ «Προγραμματισμός» περιλαμβάνουν τον εκ των προτέρων καθορισμό κοινοτικών στρατηγικών κατευθύνσεων, την κατάρτιση εκ μέρους κάθε επηρεαζόμενου κράτους μέλους ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου για τον κλάδο της αλιείας σύμφωνα με τις κοινοτικές στρατηγικές και, σε συνάρτηση με το εν λόγω εθνικό στρατηγικό σχέδιο, την κατάρτιση εκ μέρους του εκάστοτε κράτους μέλους ενός επιχειρησιακού προγράμματος για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 2007 έως και την 31η Δεκεμβρίου 2013. Τα επιχειρησιακά αυτά προγράμματα, που θα πρέπει να συμβαδίζουν με την κοινοτική στρατηγική, με τους ειδικούς στόχους της κοινής αλιευτικής πολιτικής και με άλλες κοινές πολιτικές, θα καταρτίζονται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που αναλύονται στην πρόταση κανονισμού και θα υποβάλλονται προς έγκριση στην Επιτροπή.

3.4.1

Τα επιχειρησιακά προγράμματα, αφού εγκρίνονται από την Επιτροπή, θα τίθενται σε λειτουργία, ενώ θα μπορούν να αναθεωρούνται σε περίπτωση που εμφανιστούν δυσχέρειες εκτέλεσης, εάν υπάρξουν σημαντικές στρατηγικές αλλαγές ή για λόγους ορθής διαχείρισης.

3.4.2

Οπωσδήποτε, ο κανονισμός προβλέπει ότι, πριν από τις 30 Απριλίου 2011, κάθε κράτος μέλος θα υποβάλει στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του εθνικού στρατηγικού σχεδίου και, πριν από τις 31 Οκτωβρίου 2011, η Επιτροπή θα υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών έκθεση σχετικά με την εφαρμογή των εθνικών στρατηγικών σχεδίων και των κοινοτικών στρατηγικών κατευθυντήριων γραμμών.

3.4.3

Η ΕΟΚΕ κρίνει συνεκτικό το τμήμα της πρότασης που αφορά τις στρατηγικές κατευθύνσεις, και το οποίο ξεκινά από τις κοινοτικές στρατηγικές κατευθυντήριες γραμμές, συνεχίζει με τα εθνικά στρατηγικά σχέδια και καταλήγει στα αντίστοιχα επιχειρησιακά προγράμματα. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ επιθυμεί να τονίσει τις αμφιβολίες της ως προς το κατά πόσον θα επαρκούν τρεις μήνες για την κατάρτιση του εθνικού στρατηγικού σχεδίου, εάν ληφθούν υπόψη η εμβέλειά του, η δυσκολία σύνταξης που συνεπάγεται η συμμετοχή της εταιρικής σχέσης στην κατάρτισή του, καθώς και το πλήθος των περιφερειών που περιλαμβάνουν ορισμένες παράκτιες χώρες.

3.5

Ο Τίτλος IV αναπτύσσει τη συγχρηματοδότηση από το ΕΑΤ, με βάση τους πέντε άξονες προτεραιότητας που αναφέρονται ανωτέρω, στο σημείο 3.2.

3.5.1

Για τον άξονα προτεραιότητας 1, «Μέτρα για την προσαρμογή του κοινοτικού αλιευτικού στόλου», η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2371/2002, προτείνει τρεις κύριες γραμμές δράσης, οι οποίες στηρίζονται στη συνεισφορά στη χρηματοδότηση:

α)

δημόσιας ενίσχυσης σε πλοιοκτήτες και πληρώματα που επηρεάζονται από εθνικά σχέδια για την προσαρμογή της αλιευτικής προσπάθειας, στις περιπτώσεις που αναφέρονται·

β)

επενδύσεων επί σκαφών ηλικίας άνω των πέντε ετών, αποκλειστικά για τον εκσυγχρονισμό του κυρίου καταστρώματος με στόχο τη βελτίωση της ασφάλειας επί του πλοίου, των συνθηκών εργασίας και της ποιότητας του προϊόντος, υπό τον όρο ότι ο εκσυγχρονισμός αυτός δεν θα αυξάνει την αλιευτική ικανότητα του σκάφους·

γ)

κοινωνικοοικονομικής αντιστάθμισης για τη στήριξη της διαχείρισης του στόλου, δηλαδή προώθηση της πολλαπλής απασχόλησης των αλιέων, κατάρτιση για την άσκηση άλλων δραστηριοτήτων εκτός της αλιείας και πρόωρη συνταξιοδότηση.

Αυτή η γραμμή δράσης προβλέπει επίσης τη συμβολή στη χρηματοδότηση μέτρων και κινήτρων κατάρτισης για νέους αλιείς που επιθυμούν να γίνουν για πρώτη φορά ιδιοκτήτες αλιευτικού σκάφους.

3.5.1.1

Η πρώτη γραμμή δράσης που αναφέρεται στο σημείο 3.5.1, για την οποία η Επιτροπή προτείνει τη χρηματοδοτική της συμβολή, αφορά τις δημόσιες ενισχύσεις σε πλοιοκτήτες και πληρώματα που επηρεάζονται από εθνικά σχέδια για την προσαρμογή της αλιευτικής προσπάθειας στις εξής περιπτώσεις:

σχέδια αποκατάστασης·

επείγοντα μέτρα·

μη ανανέωση αλιευτικής συμφωνίας με τρίτες χώρες·

θέσπιση σχεδίων διαχείρισης·

εθνικά σχέδια εξόδου από τον στόλο μέγιστης διάρκειας δύο ετών.

3.5.1.1.1

Η πρόταση κανονισμού, στο άρθρο 24, ορίζει ότι η διάρκεια των εθνικών σχεδίων προσαρμογής της αλιευτικής προσπάθειας θα περιορίζεται σε δύο χρόνια.

3.5.1.1.1.1

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 αναφέρει ότι τα σχέδια αποκατάστασης και τα σχέδια διαχείρισης θα είναι πολυετή.

3.5.1.1.1.2

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η απαίτηση να περιορίζονται σε δύο χρόνια τα σχέδια προσαρμογής του στόλου ενδέχεται να προξενήσει σοβαρά προβλήματα στα κράτη μέλη, καθώς θα απαιτείται σημαντική προσπάθεια σε περιορισμένο χρόνο, εφόσον τα σχέδια αποκατάστασης θα είναι πολυετή. Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι οι ενισχύσεις για τα εθνικά σχέδια προσαρμογής της αλιευτικής προσπάθειας που προβλέπονται στο στοιχείο α) του άρθρου 23 της πρότασης κανονισμού θα πρέπει να έχουν τουλάχιστον τετραετή διάρκεια.

3.5.1.1.2

Η Επιτροπή προτείνει τα εθνικά σχέδια προσαρμογής της αλιευτικής προσπάθειας, στο πλαίσιο αυτού του άξονα προτεραιότητας 1, να περιλαμβάνουν μέτρα για την προσωρινή διακοπή και την οριστική παύση των δραστηριοτήτων των αλιευτικών σκαφών.

3.5.1.1.2.1

Η πρόταση κανονισμού αναφέρει ότι η οριστική παύση των αλιευτικών δραστηριοτήτων ενός σκάφους μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τη διάλυση του σκάφους ή την αλλαγή της χρήσης του για μη κερδοσκοπικούς σκοπούς. Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η αλλαγή χρήσης του σκάφους θα πρέπει να γίνεται για σκοπούς διαφορετικούς της αλιείας, χωρίς να εξετάζεται εάν θα είναι κερδοσκοπικοί ή όχι, δεδομένου ότι η ίδια η Επιτροπή προωθεί ορισμένες κερδοσκοπικές χρήσεις (αλιεία-τουρισμός). Επίσης, η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η έννοια της αλλαγής χρήσης θα μπορούσε να περιλαμβάνει επίσης την οριστική εξαγωγή του σκάφους σε τρίτες χώρες και σε μικτές εταιρείες, υπό τον όρο ότι οι επιστημονικές εκθέσεις θα εγγυώνται την ύπαρξη πλεονασματικών δυνατοτήτων αλιείας, οι οποίες θα επιτρέπουν την ανάπτυξη βιώσιμης αλιείας στα ύδατα της τρίτης χώρας.

3.5.1.1.2.2

Υπό την έννοια αυτή, η ΕΟΚΕ εξακολουθεί να πιστεύει, όπως αναφέρεται και στη γνωμοδότησή της για τη μεταρρύθμιση της κοινής αλιευτικής πολιτικής (6), ότι «οι κοινές επιχειρήσεις αποτελούν ένα βασικό μέσο επαναπροσανατολισμού του αλιευτικού στόλου και συνεργασίας με τρίτες χώρες στο πλαίσιο της Πολιτικής Αναπτυξιακής Συνεργασίας».

3.5.1.1.2.3

Τέλος, η ΕΟΚΕ εκφράζει τις ανησυχίες της σχετικά με τα κριτήρια που προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο άρθρο 25 για τον καθορισμό του επιπέδου δημόσιας ενίσχυσης που θα λαμβάνουν οι πλοιοκτήτες όταν αποφασίζουν τη διάλυση των σκαφών τους, επειδή εισάγονται κυμαινόμενα επίπεδα αποζημιώσεων, ανάλογα με την αξία του σκάφους στην εθνική αγορά, την ασφαλιστική του αξία, τον κύκλο εργασιών του σκάφους, την ηλικία του σκάφους και τη χωρητικότητά του. Κατά τη γνώμη της ΕΟΚΕ, τα κριτήρια αυτά ενδέχεται να προξενήσουν προβλήματα στον αλιευτικό κλάδο, ή ακόμη και διακρίσεις ανάλογα με την αξία που αποδίδεται στα σκάφη σε κάθε χώρα. Ζητά, επομένως, από την Επιτροπή να εξεύρει κάποια εναλλακτικά κριτήρια, περισσότερο ισότιμα για όλα τα κράτη μέλη.

3.5.1.1.3

Πέρα από τη χρηματοδοτική συνεισφορά του Ταμείου για την προσωρινή διακοπή δραστηριοτήτων των σκαφών ως συνέπεια των σχεδίων προσαρμογής της αλιευτικής προσπάθειας, η πρόταση κανονισμού της Επιτροπής προβλέπει ότι το ΕΑΤ θα μπορεί να συνεισφέρει στη χρηματοδότηση αποζημιώσεων για προσωρινή διακοπή δραστηριοτήτων, οι οποίες θα χορηγούνται στους αλιείς και τους ιδιοκτήτες σκαφών για μέγιστη περίοδο έξι μηνών σε περίπτωση φυσικών καταστροφών ή άλλων έκτακτων συμβάντων τα οποία δεν έχουν σχέση με μέτρα διατήρησης των πόρων.

3.5.1.1.3.1

Η ΕΟΚΕ θεωρεί πολύ σημαντική την πρόβλεψη αυτή της Επιτροπής για φυσικές καταστροφές ή έκτακτα συμβάντα.

3.5.1.2

Οι επενδύσεις επί των αλιευτικών σκαφών περιορίζονται στα σκάφη ηλικίας άνω των πέντε ετών, για εκσυγχρονισμό του κυρίου καταστρώματος με στόχο τη βελτίωση της ασφάλειας επί του σκάφους.

3.5.1.2.1

Κατ' αυτόν τον τρόπο, η πρόταση κανονισμού εξαιρεί από τις διατάξεις της τη συγχρηματοδότηση για αλλαγές του κύριου κινητήρα του αλιευτικού σκάφους.

3.5.1.2.2

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι, με την εξαίρεση των συστημάτων διάσωσης και επικοινωνίας, τα οποία κανονικά βρίσκονται επί του κυρίου καταστρώματος, η ασφάλεια των σκαφών επικεντρώνεται κάτω από το κύριο κατάστρωμα.

3.5.1.2.3

Δεδομένου ότι η ανάγκη αλλαγής του κύριου κινητήρα επηρεάζει σαφώς την ασφάλεια του σκάφους, ενώ η αλλαγή αυτή δεν υπάρχει λόγος να αυξάνει τα kW ισχύος του ούτε, επομένως, και να αυξάνει και την αλιευτική του ικανότητα, η ΕΟΚΕ προτείνει στην Επιτροπή, παρότι οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 περιορίζουν τις δυνατότητες εκσυγχρονισμού στους εξοπλισμούς που βρίσκονται στο κύριο κατάστρωμα, να εξετάσει το ενδεχόμενο να συμπεριλάβει την αλλαγή του κύριου κινητήρα στις περιπτώσεις επενδύσεων επί των αλιευτικών σκαφών, με στόχο αποκλειστικά την ασφάλεια.

3.5.1.2.4

Η ΕΟΚΕ, διατυπώνοντας το αίτημα αυτό προς την Επιτροπή, μεριμνά επίσης για τη μακροπρόθεσμη διατήρηση του αλιευτικού στόλου που προκύπτει από την εφαρμογή της μεταρρύθμισης της ΚΑΠ.

3.5.1.2.5

Πέρα από τις προαναφερόμενες επενδύσεις για την ασφάλεια επί των σκαφών, η πρόταση κανονισμού προβλέπει επίσης τη χρηματοδότηση εξοπλισμού που καθιστά δυνατή τη διατήρηση επί του σκάφους των απορρίψεων, εξοπλισμού για συγκεκριμένα πειραματικά έργα και εξοπλισμού για τον περιορισμό της επίπτωσης της αλιείας επί των ενδιαιτημάτων ή του θαλάσσιου βυθού. Η ΕΟΚΕ είναι σύμφωνη με τις προτάσεις αυτές.

3.5.1.3

Η πρόταση κανονισμού προβλέπει — και η ΕΟΚΕ συμφωνεί μ' αυτό — ότι οι ενισχύσεις για την προαναφερόμενη συγχρηματοδότηση εξοπλισμού θα αυξάνονται σε 20 % όταν χορηγούνται στα σκάφη που διεξάγουν «παράκτια αλιεία μικρής κλίμακας».

3.5.1.4

Τέλος, η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για τα κοινωνικο-οικονομικά μέτρα που προβλέπονται στην πρόταση κανονισμού και τα οποία επηρεάζουν κυρίως τους αλιείς που, λόγω της μεταρρύθμισης της κοινής αλιευτικής πολιτικής, θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν το επάγγελμα του αλιέως. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ φρονεί ότι τα κοινωνικο-οικονομικά αυτά μέτρα θα πρέπει να συμπεριλάβουν ενισχύσεις για τη συνεχή κατάρτιση και την αλλαγή επαγγελματικής ειδίκευσης των αλιέων που συνεχίζουν να επιδίδονται στη θαλάσσια αλιεία.

3.5.1.4.1

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι, πέρα από τους αλιείς, θα πρέπει να μπορούν να είναι δικαιούχοι των προαναφερόμενων κοινωνικο-οικονομικών αντισταθμίσεων και οι ενώσεις αλιέων.

3.5.1.4.2

Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι οι νέοι αλιείς που επιθυμούν να γίνουν ιδιοκτήτες αλιευτικού σκάφους για πρώτη φορά μπορούν να λάβουν χρηματοδοτική συμβολή αποκλειστικά για την αλιευτική/ναυτική κατάρτισή τους, όχι όμως και συγχρηματοδότηση για τη ναυπήγηση του αλιευτικού τους σκάφους, η οποία θα μπορούσε να υπόκειται σε διάφορους περιορισμούς, όπως για παράδειγμα το μήκος του σκάφους. Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο αυτό.

3.5.1.5

Η ΕΟΚΕ έχει επίγνωση του γεγονότος ότι αυτές οι γραμμές δράσης ανταποκρίνονται επακριβώς στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 2371/2002. Εντούτοις, η ΕΟΚΕ έχει επίσης επίγνωση της υποχρέωσής της να εγγυάται, ενώπιον των κρατών μελών και, συνεπώς, ενώπιον των ευρωπαίων πολιτών, την κοινωνικο-οικονομική ποιότητα των προτάσεων της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, έχει καθήκον να επισημάνει ότι, με τα μέτρα αυτά που προτείνει η Επιτροπή, επιταχύνεται η αλλαγή δραστηριότητας των ευρωπαίων αλιέων και η στροφή τους προς άλλα επαγγέλματα εκτός της αλιείας, αποδυναμώνεται ο κοινοτικός αλιευτικός στόλος και, κατά συνέπεια, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα εξαρτάται όλο και περισσότερο από τις εισαγωγές ψαριών από τρίτες χώρες.

3.5.1.6

Για το λόγο αυτό, και λαμβάνοντας υπόψη ότι στην αλιεία — μια από τις πλέον επικίνδυνες ενασχολήσεις στην Ευρώπη και σε ολόκληρο τον κόσμο — καταγράφεται το μεγαλύτερο ποσοστό εργατικών ατυχημάτων, η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει τα όσα έχει ήδη δηλώσει στις προηγούμενες γνωμοδοτήσεις της (7) σχετικά με την «Πράσινη Βίβλο για το μέλλον της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής» και με την «Ανακοίνωση της Επιτροπής για τη μεταρρύθμιση της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής», στις οποίες αναφερόταν επί λέξει ότι δεν θα πρέπει, βάσει των προσπαθειών για τη μείωση του κοινοτικού στόλου, να λησμονείται ότι «για τη βελτίωση της ποιότητας του εφοδιασμού και της πρώτης ύλης και των συνθηκών διαβίωσης επί του σκάφους καθώς και για τη μεγαλύτερη ασφάλεια των πληρωμάτων, απαιτείται τόσο η ανανέωση όσο και ο εκσυγχρονισμός του κοινοτικού στόλου». Ζητά, λοιπόν, από την Επιτροπή να επανεξετάσει το αίτημα που υπέβαλε η ΕΟΚΕ στα συμπεράσματα της γνωμοδότησής της για τη μεταρρύθμιση της ΚΑΠ, όπου τόνιζε πως «πρέπει να συνεχιστεί η κρατική ενίσχυση για την ανανέωση και τον εκσυγχρονισμό του αλιευτικού στόλου», αρκεί η κατάσταση των αλιευτικών πόρων να επιτρέπει κάτι τέτοιο.

3.5.2

Ο άξονας προτεραιότητας 2 εξετάζει τις δυνατότητες στήριξης, εκ μέρους του Ταμείου, για τις επενδύσεις σε «υδατοκαλλιέργεια, μεταποίηση και εμπορία προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας». Η πρόταση κανονισμού, αφού αναλύει σαφώς τις επενδύσεις για την υδατοκαλλιέργεια και για τον τομέα της μεταποίησης και εμπορίας που μπορούν ή δεν μπορούν να επιδοτούνται, καθώς και ποια μέτρα, στα πλαίσια των εν λόγω επενδύσεων, μπορούν να χρηματοδοτούνται, καταλήγει στον περιορισμό ή τη διαφύλαξη των ενισχύσεων για τέτοιου είδους επενδύσεις αποκλειστικά σε εκείνες για τις οποίες υποβάλλεται αίτημα από μικρές ή πολύ μικρές επιχειρήσεις.

3.5.2.1

Η μόνη δικαιολογία που προβάλλει η Επιτροπή για τον περιορισμό αυτό είναι ότι οι μικρές και οι πολύ μικρές επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουν το 90 % του παραγωγικού ιστού της υδατοκαλλιέργειας. Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι, στον άξονα αυτόν, θα πρέπει να εφαρμόζεται σαφώς η αρχή της επικουρικότητας. Το κράτος μέλος, κατά την κατάρτιση του εθνικού στρατηγικού του σχεδίου και τον καθορισμό των ειδικών του στόχων, θα πρέπει να θέτει ως μοναδικό περιορισμό για τη χρηματοδότηση των υποβαλλόμενων σχεδίων το να είναι οικονομικά και εμπορικά βιώσιμα, ώστε να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Από την άποψη αυτή, η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η συγχρηματοδότηση από το ΕΑΤ θα πρέπει να απευθύνεται σε αποδοτικές επιχειρήσεις, κατά προτεραιότητα μικρές ή πολύ μικρές, που ακολουθούν ένα αυστηρό πρότυπο εκμετάλλευσης. Μόνον αυτές οι επιχειρήσεις θα καταστήσουν δυνατή τη διατήρηση του οικονομικού και κοινωνικού ιστού που είναι απαραίτητη για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και τη διαφύλαξη του περιβάλλοντος. Επομένως, η ΕΟΚΕ ζητά να προορίζεται μεν η συγχρηματοδότηση κατά προτεραιότητα για τις μικρές και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, να μην αποκλείονται όμως από τη συγχρηματοδότηση αυτή και άλλης μορφής επιχειρήσεις με αποδοτική εκμετάλλευση.

3.5.2.2

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η δραστηριότητα των επικουρικών σκαφών που χρησιμοποιούνται για υποστήριξη της υδατοκαλλιέργειας δεν αυξάνει την αλιευτική προσπάθεια που αφορά την κατάσταση των πόρων, η ΕΟΚΕ κρίνει ότι η πρόταση κανονισμού θα έπρεπε να προβλέπει τη συγχρηματοδότηση από το ΕΑΤ για τη ναυπήγηση καινούριων σκαφών τέτοιου τύπου.

3.5.2.3

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η πρόταση κανονισμού, μεταξύ των επιλέξιμων για χρηματοδότηση μέτρων, θα έπρεπε να εξετάζει το ενδεχόμενο χορήγησης ενισχύσεων για τη χρηματοδότηση επενδύσεων με στόχο την αύξηση της βιολογικής και οικονομικής αποδοτικότητας των υφισταμένων παραγωγικών συστημάτων, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η χρήση νέων τεχνολογιών που θα σέβονται το περιβάλλον και θα αυξάνουν παράλληλα την αποδοτικότητα της παραγωγής.

3.5.2.4

Σε σχέση με την υδατοκαλλιέργεια, η πρόταση κανονισμού παρουσιάζει μια καινοτομία την οποία η ΕΟΚΕ θεωρεί πολύ σημαντική. Πρόκειται για τη χορήγηση αντισταθμιστικής οικονομικής ενίσχυσης, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, για τη χρήση παραγωγικών μεθόδων υδατοκαλλιέργειας που να συμβάλλουν στην προστασία και τη βελτίωση του περιβάλλοντος και στη διαφύλαξη της φύσης, ούτως ώστε να εκπληρώνονται οι κοινοτικοί στόχοι στους τομείς της αλιείας και του περιβάλλοντος.

3.5.2.5

Η ΕΟΚΕ κρίνει, ωστόσο, ότι είναι πρακτικά αδύνατον να εφαρμοστούν τα όσα απαιτούνται στην παράγραφο 4 του άρθρου 31 της πρότασης κανονισμού. Πράγματι, το κράτος μέλος, όταν καταρτίζει το επιχειρησιακό του πρόγραμμα για το έτος 2006, δεν μπορεί να προβλέψει εκ των προτέρων ούτε την σημειωθείσα απώλεια εσόδων, ούτε το πρόσθετο κόστος, ούτε τη χρηματοδοτική στήριξη που θα είναι αναγκαία για την ολοκλήρωση των έργων κατά τη διάρκεια του καθενός από τα επόμενα επτά έτη. Για όλους αυτούς τους λόγους, η ΕΟΚΕ ζητά να διαγραφεί η παράγραφος 4 του άρθρου 31.

3.5.2.6

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η συνεισφορά του Ταμείου για τα μέτρα δημόσιας υγείας και υγείας των ζώων είναι η ενδεδειγμένη, τόσο όσον αφορά τις αποζημιώσεις προς τους οστρακοκαλλιεργητές για την προσωρινή αναστολή της συλλογής εκτρεφόμενων μαλακίων λόγω μόλυνσης όσο και όσον αφορά τη χρηματοδότηση για την εξάλειψη των παθολογικών κινδύνων στην υδατοκαλλιέργεια.

3.5.2.7

Η ΕΟΚΕ κρίνει επίσης κατάλληλα τα επιλέξιμα για επιδότηση μέτρα στον τομέα της μεταποίησης και της εμπορίας, τα οποία προβλέπει η πρόταση κανονισμού, υπό τον όρο, όπως αναφέρεται παραπάνω, ότι δεν θα περιορίζονται αποκλειστικά στις μικρές και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις.

3.5.2.8

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι ο άξονας προτεραιότητας αυτός θα έπρεπε επίσης να περιλαμβάνει σαφώς τις ενισχύσεις για τη χρηματοδότηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων σε εσωτερικά ύδατα, μια μορφή αλιείας ιδιαίτερα σημαντική σε ορισμένα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.5.3

Στον άξονα προτεραιότητας 3, η πρόταση κανονισμού καλύπτει τα «μέτρα συλλογικού ενδιαφέροντος». Προβλέπει ότι το Ταμείο θα μπορεί να χρηματοδοτεί συλλογικές δράσεις περιορισμένης διάρκειας, οι οποίες θα μπορούν να διεξάγονται με την ενεργό υποστήριξη των ίδιων των οικονομικών φορέων ή από οργανώσεις που ενεργούν για λογαριασμό παραγωγών ή άλλες οργανώσεις αναγνωρισμένες από την διαχειριστική αρχή και οι οποίες συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων της κοινής αλιευτικής πολιτικής. Εντούτοις, και παρότι μεταξύ των αρχών της παρέμβασης αναφέρεται ότι οι δράσεις θα μπορούν να πραγματοποιούνται από τους «ίδιους τους οικονομικούς φορείς», στις ίδιες αρχές της παρέμβασης δηλώνεται επίσης ότι το Ταμείο θα μπορεί να στηρίζει συλλογικές δράσεις περιορισμένης διάρκειας, «οι οποίες υπό κανονικές περιστάσεις δεν θα ελάμβαναν στήριξη από ιδιωτικές επιχειρήσεις». Επιπλέον, στο παράρτημα ΙΙ της πρότασης κανονισμού δεν προβλέπεται η οικονομική συμμετοχή των ιδιωτικών δικαιούχων φορέων στις μη παραγωγικές επενδύσεις που περιλαμβάνονται στην «Ομάδα 1», μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται όλες οι επενδύσεις που προτείνονται στον άξονα 3. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ ζητά να μπορεί το Ταμείο να χρηματοδοτεί συλλογικές δράσεις περιορισμένης διάρκειας τις οποίες θα ζητούν ιδιωτικές επιχειρήσεις.

3.5.3.1

Η ΕΟΚΕ κρίνει ενδεδειγμένη την υποστήριξη του Ταμείου για «συλλογικές δράσεις», έτσι όπως προτείνεται στο άρθρο 36. Η παρουσίαση σε τέσσερις γραμμές δράσης πολύ ευρείες καθιστά δυνατή την επιλογή σημαντικών στόχων για τον αλιευτικό κλάδο και για την υδατοκαλλιέργεια.

3.5.3.2

Όσον αφορά τα «μέτρα που έχουν ως στόχο την προστασία και ανάπτυξη της υδρόβιας πανίδας» του άρθρου 37, η ΕΟΚΕ εκφράζει την ανησυχία της για το γεγονός ότι τα μέτρα αυτά έχουν αποκλειστικά μηχανιστικό χαρακτήρα — όπως η τοποθέτηση στατικών ή κινητών εγκαταστάσεων για την προστασία και την ανάπτυξη της υδρόβιας πανίδας ή η αποκατάσταση εσωτερικών υδάτινων οδών προς τους τόπους ωοτοκίας και των οδών μετανάστευσης για τα μεταναστευτικά είδη — χωρίς να υπάρχει καμία αναφορά στην αναγκαία παρέμβαση της επιστημονικής παρακολούθησης και με εξαίρεση του άμεσου εμπλουτισμού του αποθέματος. Η ΕΟΚΕ ζητά από την Επιτροπή η συμμετοχή του Ταμείου σε δράσεις αυτού του είδους να προϋποθέτει ρητά την επιστημονική παρακολούθηση, καθώς επίσης να εξεταστεί η ενδεχόμενη ανάγκη ενισχύσεων για τον εμπλουτισμό των αποθεμάτων, για συγκεκριμένα μεταναστευτικά είδη. Ακόμη, ζητά, μεταξύ των οργανισμών που μπορούν να υλοποιούν τέτοιου είδους δράσεις, να περιληφθούν και οι ιδιωτικοί φορείς που ενδέχεται να έχουν συμφέρον και που μπορούν να επιτύχουν τους προβλεπόμενους στόχους.

3.5.3.3

Εκτίθεται με σαφήνεια η συγχρηματοδότηση των επενδύσεων σε αλιευτικούς λιμένες. Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι, στις πέντε προβλεπόμενες γραμμές δράσης, πρέπει να προστεθεί ακόμη μία που να προβλέπει την οικοδόμηση και συντήρηση εγκαταστάσεων υποδοχής για τους κοινοτικούς αλιείς που επιστρέφουν από τη θάλασσα και δεν διαμένουν στο λιμένα αγκυροβολίου.

3.5.3.4

Η συγκεκριμένη προσέγγιση όσον αφορά την «προώθηση και ανάπτυξη νέων αγορών» υποστηρίζεται πλήρως από την ΕΟΚΕ, δεδομένου ότι η στήριξη του ΕΑΤ απευθύνεται κυρίως στις δράσεις συλλογικού χαρακτήρα που έχουν στόχο, μεταξύ άλλων, την αξιοποίηση πλεοναζόντων ή υποεκμεταλευόμενων ειδών, τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων, την προώθηση προϊόντων που παράγονται με τη χρήση μεθόδων που σέβονται το περιβάλλον, την υλοποίηση εκστρατειών για τη βελτίωση της εικόνας του αλιευτικού κλάδου.

3.5.3.5

Όσον αφορά τα «πιλοτικά έργα» του άρθρου 40, η ΕΟΚΕ φρονεί ότι θα έπρεπε να περιληφθεί παράγραφος που να προβλέπει τη δυνατότητα επιδότησης των δράσεων πειραματικής αλιείας, ως πιλοτικών έργων, υπό τον όρο ότι θα συνδέονται με στόχους διατήρησης των πόρων και θα προβλέπουν την εφαρμογή πιο επιλεκτικών αλιευτικών μεθόδων, όπως προβλέπεται και στο υφιστάμενο ΧΜΠΑ.

3.5.3.6

Ακόμη, η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα έπρεπε να προσθέσει στον άξονα αυτόν τα αναγκαία μέτρα για τη βελτίωση των επιστημονικών συμβουλών, όπως προτείνει στην ανακοίνωσή της σχετικά με τη «Βελτίωση των επιστημονικών και τεχνικών συμβουλών για τη διαχείριση της κοινοτικής αλιείας» (8). Προς τούτο, η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι θα έπρεπε να χρηματοδοτούνται οι εκστρατείες θαλάσσιων ερευνών, οι κοινωνικο-οικονομικές μελέτες σχετικά με την επίδραση των δραστικών μέτρων ανάκτησης των αποθεμάτων, η παροχή επιστημονικών συμβουλών προς τον κλάδο, καθώς και η λειτουργία των Περιφερειακών Συμβουλευτικών Συμβουλίων, με τη χρηματοδότηση των επιστημόνων σαν να ήταν μέλη των Συμβουλίων αυτών.

3.5.3.7

Ομοίως, η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι θα έπρεπε να διατηρηθούν οι ενισχύσεις για τη σύσταση και λειτουργία των οργανώσεων παραγωγών, όπως ακριβώς προβλέπει το υφιστάμενο ΧΜΠΑ.

3.5.4

Στο πεδίο παρέμβασης του άξονα προτεραιότητας 4, «Αειφόρος ανάπτυξη παράκτιων αλιευτικών περιοχών», αναφέρεται ότι το Ταμείο θα παρεμβαίνει, παράλληλα με άλλα κοινοτικά μέσα, για τη στήριξη της βιώσιμης ανάπτυξης και της βελτίωσης της ποιότητας ζωής των παράκτιων αλιευτικών ζωνών που είναι επιλέξιμες για επιδότηση. Στη συνέχεια, διευκρινίζει ότι η συνδρομή αυτή εντάσσεται στα πλαίσια μιας συνολικής στρατηγικής με την οποία επιδιώκεται η στήριξη της υλοποίησης των στόχων της κοινής αλιευτικής πολιτικής, λαμβανομένων κυρίως υπόψη των κοινωνικο-οικονομικών συνεπειών της.

3.5.4.1

Η πλειονότητα των μέτρων του εν λόγω άξονα προτεραιότητας αποβλέπει στην αλλαγή δραστηριοτήτων στις παράκτιες περιοχές που εξαρτώνται από την αλιεία, με το σκεπτικό ότι η ανάπτυξή τους δεν μπορεί να συνεχίσει να συνδέεται με τις αλιευτικές δραστηριότητες. Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι πριν από τα μέτρα αυτά για τη βιώσιμη ανάπτυξη των εν λόγω περιοχών προς άλλες δραστηριότητες εκτός της αλιείας, θα έπρεπε να προηγηθεί επαρκώς τεκμηριωμένη επιστημονική μελέτη της αλιευτικής δραστηριότητας στην περιοχή, στην οποία να συμμετάσχουν και επιστήμονες, αλλά και ο αλιευτικός κλάδος της ενδιαφερόμενης περιοχής.

3.5.4.2

Η πρόταση κανονισμού ορίζει ότι το κάθε κράτος μέλος θα περιλαμβάνει στο επιχειρησιακό του πρόγραμμα κατάλογο των περιοχών που είναι επιλέξιμες για επιδότηση από το Ταμείο στα πλαίσια της βιώσιμης ανάπτυξης παράκτιων περιοχών.

3.5.4.3

Η τοποθέτηση αυτή συμφωνεί, κατ' αρχήν, με την έννοια της επικουρικότητας, την οποία η Επιτροπή προτείνει συνεχώς ως καθοριστικό στοιχείο για την ορθή εφαρμογή της πρότασης κανονισμού. Ωστόσο, η ίδια η Επιτροπή την αλλοιώνει, καθώς υποχρεώνει τα κράτη μέλη να ορίζουν τις επιλέξιμες για επιδότηση περιοχές σύμφωνα με ορισμένες παραμέτρους, μερικές από τις οποίες δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ειδικότερα δε η απαίτηση να απαρτίζονται από δήμους με πληθυσμό κάτω των 100 000 κατοίκων. Για το λόγο αυτό, η ΕΟΚΕ ζητά να καταργηθεί η απαίτηση αυτή σε ό,τι αφορά τον ορισμό των επιλέξιμων για επιδότηση περιοχών.

3.5.4.4

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι, ως προς το ζήτημα αυτό, αφού η Επιτροπή ορίσει τα μέτρα που δύνανται να επιδοτούνται, η εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας είναι καθοριστική. Η ΕΟΚΕ ζητά από την Επιτροπή το κείμενο της πρότασης κανονισμού να εκχωρεί στο εκάστοτε κράτος μέλος το δικαίωμα να καταρτίζει τον κατάλογο των επιλέξιμων για επιδότηση παράκτιων περιοχών του με βάση δικά του κριτήρια.

3.5.4.5

Τέλος, σε αυτόν τον άξονα προτεραιότητας προβλέπεται ότι οι δράσεις που αποβλέπουν στη στήριξη της βιώσιμης ανάπτυξης παράκτιων αλιευτικών περιοχών θα διεξάγονται σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή εκ μέρους μιας ομάδας τοπικών εταίρων, δημόσιων ή ιδιωτικών, καλούμενης «Παράκτια Ομάδα Δράσης» (ΠΟΔ).

3.5.4.6

Οι ΠΟΔ συγκροτούνται ως διαχειριστές των ενισχύσεων και απαιτείται να τηρούν πρότυπα λειτουργίας που να τους εξασφαλίζουν την αναγκαία διοικητική και χρηματοοικονομική ικανότητα για την επιτυχή υλοποίηση των δράσεων, με πλήρη διαφάνεια.

3.5.4.7

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η σύνθεση των ΠΟΔ θα ήταν ευκταίο να επωφελείται από πρότερη αναγνώριση των κοινωνικών εταίρων.

3.5.5

Οι παρεμβάσεις του ΕΑΤ ολοκληρώνονται με τον άξονα προτεραιότητας 5, ο οποίος αναφέρεται στην τεχνική συνδρομή. Στόχος αυτού του άξονα προτεραιότητας είναι, με πρωτοβουλία ή και με ίδια δράση της Επιτροπής, να χρηματοδοτούνται τα μέτρα που οφείλει να λαμβάνει η ίδια η Επιτροπή για την προετοιμασία, την παρακολούθηση, την τεχνική και διοικητική συνδρομή, την αξιολόγηση, την επιθεώρηση και τον έλεγχο του ΕΑΤ, καθώς και τα μέτρα που ενδέχεται να προτείνουν για τον ίδιο σκοπό τα κράτη μέλη, για τα επιχειρησιακά τους προγράμματα.

3.5.5.1

Η πρόταση κανονισμού ορίζει ως ανώτατο όριο για τον προϋπολογισμό για την τεχνική συνδρομή το 0,80 % της ετήσιας χρηματοδότησης του Ταμείου και για την υποστήριξη των κρατών μελών, το 5 % του συνολικού ποσού του κάθε επιχειρησιακού προγράμματος.

3.5.5.2

Η ΕΟΚΕ κρίνει ορθές τις προτεινόμενες ως επιλέξιμες για χρηματοδότηση δράσεις, καθώς και τα όρια χρηματοδότησης που καθορίζονται.

4.   Γενικά

4.1

Η πρόταση κανονισμού περιλαμβάνει σειρά γενικών διατάξεων σχετικά με την «αποτελεσματικότητα και προβολή» των παρεμβάσεων, τη «χρηματοδοτική συνεισφορά του Ταμείου», τη «διαχείριση, παρακολούθηση και έλεγχο», τη «δημοσιονομική διαχείριση» και την «Επιτροπή του Ευρωπαϊκού Αλιευτικού Ταμείου».

4.1.1

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με όλες αυτές τις διατάξεις, δεδομένου ότι διασφαλίζουν την ορθή λειτουργία, διαχείριση και διαφάνεια του κανονισμού.

5.   Συμπεράσματα

5.1

Σύμφωνα με την πρόταση κανονισμού, το ΕΑΤ θα έχει ρόλο χρηματοδοτικού μέσου για τη συνοδεία των μέτρων διαχείρισης των πόρων και για την προσαρμογή των παραγωγικών δομών του κλάδου σύμφωνα με την Κοινή Αλιευτική Πολιτική. Για τους λόγους αυτούς, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υποστηρίζει, στις γενικές της γραμμές, την πρόταση που υποβάλλει η Επιτροπή.

5.2

Η περίοδος εφαρμογής του κανονισμού, από 1ης Ιανουαρίου 2007 έως 31 Δεκεμβρίου 2013, καθώς και η ρήτρα αναθεώρησής του από το Συμβούλιο πριν από την τελευταία αυτή ημερομηνία, είναι ορθές, κατά την άποψη της ΕΟΚΕ.

5.3

Η ΕΟΚΕ φρονεί, επίσης, ότι οι στόχοι και οι γενικοί κανόνες παρέμβασης που προβλέπονται είναι κατάλληλοι, παρότι καλεί την Επιτροπή να διευρύνει κατά το δυνατόν την αρχή της επικουρικότητας, αφήνοντας στα κράτη μέλη τη δυνατότητα απόφασης σχετικά με τα συγκεκριμένα μέτρα στα οποία πρέπει να επικεντρώσουν την οικονομική προσπάθεια. Επίσης, η ΕΟΚΕ προτείνει, μεταξύ των στόχων που προβλέπονται για τις παρεμβάσεις του Ταμείου, να συμπεριληφθεί ένας ακόμη που να αφορά «τη διασφάλιση καλής ποιότητας στους τόπους εργασίας και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, ασφάλειας και υγιεινής στον χώρο εργασίας».

5.4

Η ΕΟΚΕ κρίνει υπερβολικά περιορισμένη την προθεσμία των τριών μηνών που προβλέπεται για την κατάρτιση του εθνικού στρατηγικού σχεδίου, λαμβάνοντας υπόψη την εμβέλειά του, τη δυσχέρεια σύνταξης που συνεπάγεται η συμμετοχή της εταιρικής σχέσης στην κατάρτισή του, καθώς και το πλήθος των περιφερειών που διαθέτουν ορισμένες παράκτιες χώρες.

5.5

Όσον αφορά τον άξονα προτεραιότητας 1, «Μέτρα για την προσαρμογή του κοινοτικού αλιευτικού στόλου», τα μέτρα που υιοθετεί το Ταμείο απορρέουν από το κείμενο που υιοθέτησε το Συμβούλιο κατά τη μεταρρύθμιση της ΚΑΠ. Εντούτοις, η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να διατηρεί μόνιμα έναν λειτουργικό και ανταγωνιστικό αλιευτικό στόλο, τόσο εντός όσο και εκτός της Αποκλειστικής Οικονομικής της Ζώνης (ΑΟΖ) και ότι η διατήρηση του στόλου αυτού αποτελεί ευθύνη της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ ζητά από την Επιτροπή να εξετάσει τις ακόλουθες βελτιώσεις για τον άξονα προτεραιότητας 1:

Οι ενισχύσεις για τα εθνικά σχέδια προσαρμογής της αλιευτικής προσπάθειας θα πρέπει να έχουν τουλάχιστον τετραετή διάρκεια.

Οι ενισχύσεις για οριστική παύση των αλιευτικών δραστηριοτήτων θα πρέπει να προβλέπουν όχι μόνο την διάλυση των σκαφών, αλλά και την αλλαγή της χρήσης τους για σκοπούς εκτός της αλιείας, την εξαγωγή τους σε τρίτες χώρες και σε μικτές εταιρείες.

Χρήση πιο ισότιμων κριτηρίων για τον υπολογισμό του επιπέδου δημόσιας ενίσχυσης για τη διάλυση των σκαφών.

Για λόγους ασφάλειας, να προβλέπεται η αλλαγή του κύριου κινητήρα ως επένδυση επί των αλιευτικών σκαφών επιλέξιμη για χρηματοδότηση.

Τα κοινωνικοοικονομικά μέτρα θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουν ενισχύσεις για τη συνεχή κατάρτιση και την αλλαγή επαγγελματικής ειδίκευσης των αλιέων που συνεχίζουν να αναπτύσσουν δραστηριότητα στη θαλάσσια περιοχή.

Διατήρηση ενός λειτουργικού αλιευτικού στόλου μέσω της ανανέωσης και εκσυγχρονισμού των αλιευτικών σκαφών, υπό τον όρο ότι η κατάσταση των αλιευτικών πόρων επιτρέπει κάτι τέτοιο.

5.6

Σχετικά με τον άξονα προτεραιότητας 2, «Υδατοκαλλιέργεια, μεταποίηση και εμπορία προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας», η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι, κατά την εφαρμογή του, θα πρέπει να προέχει το κριτήριο της επικουρικότητας και, επομένως, να επιτρέπεται στο κράτος μέλος να αποφασίζει ποια είναι η ορθότερη εφαρμογή της οικονομικής προσπάθειας του Ταμείου, δίνοντας προτεραιότητα στις επενδύσεις για τις οποίες υποβάλλεται σχετικό αίτημα από μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις και εφαρμόζοντας ως μοναδικό περιορισμό την προϋπόθεση να είναι τα υποβληθέντα σχέδια οικονομικά και εμπορικά βιώσιμα, ώστε να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.

5.7

Ως προς τον άξονα προτεραιότητας 3, «Μέτρα συλλογικού ενδιαφέροντος», η ΕΟΚΕ ζητά να δύναται το Ταμείο να χρηματοδοτεί συλλογικές δράσεις περιορισμένης διάρκειας τις οποίες θα ζητούν ιδιωτικές επιχειρήσεις, καθώς και τις επενδύσεις που απαιτούνται για τη βελτίωση των επιστημονικών και τεχνικών συμβουλών για τη διαχείριση της κοινοτικής αλιείας.

5.8

Ο άξονας προτεραιότητας 4, «Αειφόρος ανάπτυξη παράκτιων αλιευτικών περιοχών», περιορίζει τις επιλέξιμες για χρηματοδότηση περιοχές σε εκείνες που απαρτίζονται από δήμους με πληθυσμό κάτω των 100 000 κατοίκων. Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι θα πρέπει να καταργηθεί η απαίτηση αυτή και ότι θα πρέπει να εφαρμόζεται η αρχή της επικουρικότητας και να επαφίεται στο εκάστοτε κράτος μέλος το δικαίωμα να καταρτίζει τον κατάλογο των επιλέξιμων για χρηματοδότηση παράκτιων περιοχών του στηριζόμενο στα δικά του κριτήρια.

5.9

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τον άξονα προτεραιότητας 5, «Τεχνική συνδρομή», καθώς κρίνει ότι είναι ορθές οι επιλέξιμες για χρηματοδότηση δράσεις που προτείνονται, καθώς και τα όρια χρηματοδότησης που ορίζονται.

5.10

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι το ΕΑΤ θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει σαφώς τις ενισχύσεις για τη χρηματοδότηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων σε εσωτερικά ύδατα, μια μορφή αλιείας ιδιαίτερα σημαντική σε ορισμένα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ΕΟΚΕ συνιστά, επίσης, να αντικατασταθεί η φράση «παραλίμνιες περιοχές» με τη φράση «εσωτερικά ύδατα»στον Τίτλο Ι, κεφάλαιο ΙΙ, άρθρο 4, στοιχείο ε) της πρότασης κανονισμού του Συμβουλίου και σε οποιοδήποτε άλλο άρθρο περιέχεται.

5.11

Σχετικά με τα συστήματα διαχείρισης, παρακολούθησης και ελέγχου του Ταμείου, η ΕΟΚΕ δηλώνει ότι τα υποστηρίζει πλήρως και ότι φρονεί πως είναι άκρως κατάλληλα και αναγκαία για την αποτελεσματικότητα που επιδιώκει το ΕΑΤ.

5.12

Για όλους τους λόγους που αναλύονται παραπάνω, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υποστηρίζει την πρόταση κανονισμού που υποβάλλει η Επιτροπή για το ΕΑΤ, ζητά όμως παράλληλα από την Επιτροπή να λάβει υπόψη της τις παρατηρήσεις που περιλαμβάνονται στην παρούσα γνωμοδότηση.

Βρυξέλλες, 11 Mαΐου 2005

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  ΕΕ L 358 της 31.12.2002.

(2)  ΕΕ L 161 της 26.6.1999.

(3)  ΕΕ L 161 της 26.6.1999.

(4)  ΕΕ L 337 της 31.12.1999.

(5)  ΕΕ L 55 της 24.2.2001.

(6)  ΕΕ C 85 της 8.4.2003

(7)  CESE 1369/2002 (ΕΕ C 85 της 8.4.2003) και CESE 1315/2001 (ΕΕ C 36 της 8.2.2002)

(8)  ΕΕ C 47 της 27.2.2003


Top