Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62012CJ0162

Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 13ης Φεβρουαρίου 2014.
Airport Shuttle Express scarl και Giovanni Panarisi (C-162/12) και Società Cooperativa Autonoleggio Piccola arl και Gianpaolo Vivani (C-163/12) κατά Comune di Grottaferrata.
Αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Tribunale amministrativo regionale per il Lazio - Ιταλία.
Προδικαστική παραπομπή - Άρθρα 49 ΣΛΕΕ, 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ - Κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/92 - Κανονισμός (ΕΚ) 12/98 - Δραστηριότητα εκμίσθωσης οχημάτων με οδηγό - Εθνικές και περιφερειακές ρυθμίσεις - Άδεια χορηγούμενη από τους δήμους - Προϋποθέσεις - Καταστάσεις αμιγώς εσωτερικής φύσης - Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου - Παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων.
Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-162/12 και C-163/12.

Digital reports (Court Reports - general)

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2014:74

ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 13ης Φεβρουαρίου 2014 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή — Άρθρα 49 ΣΛΕΕ, 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ — Κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/92 — Κανονισμός (ΕΚ) 12/98 — Δραστηριότητα εκμίσθωσης οχημάτων με οδηγό — Εθνικές και περιφερειακές ρυθμίσεις — Άδεια χορηγούμενη από τους δήμους — Προϋποθέσεις — Καταστάσεις αμιγώς εσωτερικής φύσης — Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου — Παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων»

Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑162/12 και C‑163/12,

με αντικείμενο αιτήσεις προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, τις οποίες υπέβαλε το Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (Ιταλία) με αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 2011 και της 1ης Δεκεμβρίου 2011, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 2 Απριλίου 2012, στο πλαίσιο των δικών

Airport Shuttle Express scarl (C‑162/12),

Giovanni Panarisi (C‑162/12),

Società Cooperativa Autonoleggio Piccola arl (C‑163/12),

Gianpaolo Vivani (C‑163/12)

κατά

Comune di Grottaferrata,

παρεμβαίνουσα:

Federnoleggio,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. Ilešič, πρόεδρο τμήματος, C. G. Fernlund, A. Ó Caoimh (εισηγητή), C. Toader και E. Jarašiūnas, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: A. Impellizzeri, υπάλληλος διοίκησης,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζήτησης της 19ης Ιουνίου 2013,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Airport Shuttle Express scarl, ο G. Panarisi, η Società Cooperativa Autonoleggio Piccola arl, ο G. Vivani και η Federnoleggio, εκπροσωπούμενοι από τον P. Troianiello, avvocato,

ο Comune di Grottaferrata, εκπροσωπούμενος από τους M. Giustiniani και N. Moravia, avvocati,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις J. Hottiaux και F. Moro,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Οι αιτήσεις προδικαστικής απόφασης αφορούν την ερμηνεία των άρθρων 3 ΣΕΕ έως 6 ΣΕΕ, 49 ΣΛΕΕ, 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ, καθώς και των κανονισμών (ΕΟΚ) 2454/92 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1992, για τον καθορισμό των όρων υπό τους οποίους γίνονται δεκτοί στις εθνικές οδικές μεταφορές επιβατών σε ένα κράτος μέλος μεταφορείς μη εγκαταστημένοι σε αυτό (ΕΕ L 251, σ. 1), και (ΕΚ) 12/98 του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1997, για τον καθορισμό των όρων υπό τους οποίους γίνονται δεκτοί στις εθνικές οδικές μεταφορές επιβατών σε ένα κράτος μέλος μεταφορείς μη εγκατεστημένοι σε αυτό (ΕΕ L 4, σ. 10).

2

Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο δύο ένδικων διαφορών μεταξύ, πρώτον, της Airport Shuttle Express scarl (στο εξής: Airport Shuttle Express) και του G. Panarisi αφενός και του Comune di Grottaferrata (Δήμου της Grottaferrata) αφετέρου και, δεύτερον, της Società Cooperativa Autonoleggio Piccola arl (στο εξής: Autonoleggio Piccola) και του G. Vivani αφενός και του Comune di Grottaferrata αφετέρου και αντικείμενο των διαφορών αυτών είναι η αναστολή των αδειών άσκησης της δραστηριότητας εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό («noleggio con conducente», στο εξής: εκμίσθωση οχήματος με οδηγό). Η Federnoleggio, μια ένωση επιχειρήσεων εκμίσθωσης αυτοκινήτων και λεωφορείων με οδηγό, έχει παρέμβει υπέρ των προσφευγόντων σε αμφότερες τις δίκες.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3

Ο κανονισμός 2454/92 ακυρώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Ιουνίου 1994, C-388/92, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-2067).

4

Το άρθρο 1 του κανονισμού 12/98 ορίζει τα εξής:

«Κάθε μεταφορέας που εκτελεί οδικές μεταφορές επιβατών για λογαριασμό τρίτων και ο οποίος έχει την κοινοτική άδεια […] γίνεται δεκτός, υπό τους όρους που καθορίζονται από τον παρόντα κανονισμό και χωρίς διάκριση όσον αφορά την ιθαγένειά του ή τον τόπο εγκατάστασής του, για να εκτελεί, προσωρινά, εθνικές οδικές μεταφορές επιβατών για λογαριασμό τρίτων σε άλλο κράτος μέλος […], χωρίς να διαθέτει εκεί έδρα ή άλλη εγκατάσταση.

[...]»

5

Κατά το άρθρο 2, σημείο 4, του κανονισμού 12/98, για τους σκοπούς του εν λόγω κανονισμού, νοούνται ως «οχήματα»«τα αυτοκίνητα οχήματα τα οποία, λόγω του τύπου κατασκευής τους και του εξοπλισμού τους, μπορούν να μεταφέρουν άνω των εννέα ατόμων —συμπεριλαμβανομένου του οδηγού— και προορίζονται για τον σκοπό αυτό».

6

Όπως προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (ΕΕ L 376, σ. 36), η οδηγία αυτή δεν εφαρμόζεται στις υπηρεσίες στον τομέα των μεταφορών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του τίτλου VI του τρίτου μέρους της Συνθήκης ΛΕΕ.

Το ιταλικό δίκαιο

Η εθνική νομοθεσία

7

Το άρθρο 3 του νόμου αριθ. 21, της 15ης Ιανουαρίου 1992, ο οποίος επιγράφεται «Νόμος-πλαίσιο για τη μεταφορά προσώπων με οχήματα δημόσιας χρήσης που δεν εξυπηρετούν τακτικές γραμμές» (GURI αριθ. 18, της 23ης Ιανουαρίου 1992), όπως τροποποιήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 207, της 30ής Δεκεμβρίου 2008 (GURI αριθ. 304, της 31ης Δεκεμβρίου 2008), το οποίο μετατράπηκε σε νόμο, κατόπιν τροποποίησής του, με τον νόμο αριθ. 14, της 27ης Φεβρουαρίου 2009 (τακτικό συμπλήρωμα της GURI αριθ. 49, της 28ης Φεβρουαρίου 2009, στο εξής: νόμος 21/1992), προβλέπει τα εξής:

«1.   Η υπηρεσία εκμίσθωσης [...] με οδηγό απευθύνεται στους πελάτες εκείνους που ζητούν ειδικά από τον μεταφορέα την παροχή της υπηρεσίας για συγκεκριμένο χρόνο ή/και για συγκεκριμένο ταξίδι.

2.   Τα οχήματα με τα οποία παρέχεται η υπηρεσία αυτή πρέπει να σταθμεύουν εντός του χώρου στάθμευσης του μεταφορέα [...]

3.   Η έδρα του μεταφορέα και ο χώρος στάθμευσης των οχημάτων πρέπει να βρίσκονται οπωσδήποτε εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια.»

8

Κατά το άρθρο 7 του νόμου 21/1992:

«1.   Οι κάτοχοι άδειας παροχής υπηρεσιών ταξί ή άδειας παροχής υπηρεσιών εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό μπορούν, ενόψει της ελεύθερης άσκησης της δραστηριότητάς τους,

[...]

b)

να ιδρύουν συνεταιρισμούς παραγωγών και εργαζόμενων, δηλαδή συνεταιρισμούς με σύστημα συλλογικής ιδιοκτησίας, ή συνεταιρισμούς παρόχων υπηρεσιών, οι οποίοι να λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τους συνεταιρισμούς,

c)

να ιδρύουν κοινοπραξίες βιοτεχνικών επιχειρήσεων ή ενώσεις οποιασδήποτε άλλης μορφής προβλεπόμενης από τον νόμο,

[...]

2.   Στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 επιτρέπονται αφενός η μεταβίβαση της άδειας στους φορείς που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο και αφετέρου η ανάκτηση της μεταβιβασθείσας αυτής άδειας σε περίπτωση αποχώρησης, έκπτωσης από την ιδιότητα του μέλους ή αποβολής από τον οικείο φορέα.

[...]»

9

Το άρθρο 8 του νόμου αυτού ορίζει τα εξής:

«1.   Η άδεια παροχής υπηρεσιών ταξί και η άδεια παροχής της υπηρεσίας εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό [...] χορηγούνται από τις δημοτικές αρχές, κατόπιν διαγωνισμού, σε πρόσωπα που έχουν την κυριότητα οχήματος [...] ή την κατοχή οχήματος βάσει σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης: τα πρόσωπα αυτά μπορούν να εκμεταλλεύονται την άδεια είτε ανεξάρτητα από άλλους κατόχους άδειας είτε με συνεταιριστική μορφή.

2.   Κάθε άδεια χορηγείται για ένα όχημα [...]. Επιτρέπεται η χορήγηση [...] περισσότερων της μιας αδειών στο ίδιο πρόσωπο ενόψει της παροχής της υπηρεσίας εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό.

3.   Για την απόκτηση και διατήρηση άδειας παροχής της υπηρεσίας εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχει, βάσει έγκυρου νομικού τίτλου, έδρα και χώρο στάθμευσης […] εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια.»

10

Το άρθρο 11, παράγραφοι 2 και 4, του νόμου 21/1992 προβλέπει τα εξής:

«2.   Το σημείο εκκίνησης για την παραλαβή του πελάτη ή το σημείο από το οποίο αρχίζει η παροχή της υπηρεσίας πρέπει να βρίσκεται εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια, όποιος και αν είναι ο προορισμός, εφόσον ο οδηγός έχει συναινέσει για τους προορισμούς που βρίσκονται εκτός των ορίων του δήμου ή της οικείας ένωσης δήμων, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 5.

[...]

4.   Οι κρατήσεις για μεταφορά με μισθωμένο όχημα με οδηγό πραγματοποιούνται στον χώρο στάθμευσης οχημάτων του οικείου μεταφορέα. Η παροχή κάθε συγκεκριμένης υπηρεσίας εκμίσθωσης με οδηγό πρέπει να αρχίζει και να τελειώνει στον χώρο στάθμευσης που βρίσκεται εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια, όπου πρέπει να επιστρέφει το όχημα, ενώ η παραλαβή του πελάτη και η άφιξή του στον προορισμό του μπορούν να γίνονται και σε σημείο που βρίσκεται εντός των ορίων άλλου δήμου.»

11

Από τα στοιχεία της δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι το άρθρο 14 bis, παράγραφος 2, του νόμου αριθ. 11, της 4ης Φεβρουαρίου 2005, το οποίο προστέθηκε στον εν λόγω νόμο με τον νόμο αριθ. 88, της 7ης Ιουλίου 2009, ο οποίος περιλαμβάνει τις διατάξεις για την εκτέλεση των κοινοτικών υποχρεώσεων που απορρέουν για την Ιταλία από το γεγονός ότι ανήκει στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες — κοινοτικός νόμος 2008 (τακτικό συμπλήρωμα της GURI αριθ. 161, της 14ης Ιουλίου 2009), προβλέπει ότι «οι διατάξεις που περιέχονται στην εσωτερική ιταλική νομοθεσία ή οι πρακτικές που εφαρμόζονται βάσει της νομοθεσίας αυτής και έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία διακρίσεων σε βάρος υπηκόων άλλων κρατών μελών που κατοικούν εντός της εθνικής επικράτειας δεν εφαρμόζονται στους Ιταλούς υπηκόους».

Η νομοθεσία της Περιφέρειας του Λατίου

12

Το άρθρο 5 του περιφερειακού νόμου του Λατίου αριθ. 58, της 26ης Οκτωβρίου 1993, που περιλαμβάνει τις διατάξεις για την άσκηση της δραστηριότητας δημόσιων μεταφορών που δεν εξυπηρετούν τακτικές γραμμές και τους κανόνες για τον ρόλο των οδηγών στις δημόσιες υπηρεσίες μεταφορών που δεν εξυπηρετούν τακτικές γραμμές, διατάξεις προβλεπόμενες από το άρθρο 6 του νόμου 21/1992 (Bollettino ufficiale della Regione Lazio αριθ. 31, της 10ης Νοεμβρίου 1993), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 58 του περιφερειακού νόμου του Λατίου αριθ. 27, της 28ης Δεκεμβρίου 2006 (τακτικό συμπλήρωμα αριθ. 5 στο Bollettino ufficiale della Regione Lazio αριθ. 36, της 30ής Δεκεμβρίου 2006, στο εξής: περιφερειακός νόμος 58/1993), ορίζει τα εξής:

«Η υπηρεσία εκμίσθωσης με οδηγό απευθύνεται στους πελάτες εκείνους που ζητούν ειδικά από τον μεταφορέα, και μάλιστα στην έδρα του, την παροχή της υπηρεσίας για συγκεκριμένο χρόνο ή/και για συγκεκριμένο ταξίδι. Το σημείο παραλαβής του πελάτη ή το σημείο από το οποίο αρχίζει η παροχή της υπηρεσίας πρέπει να βρίσκεται εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια. Η υπηρεσία παρέχεται για οποιονδήποτε προορισμό. Η στάθμευση των οχημάτων πραγματοποιείται εντός των ειδικών χώρων στάθμευσης.»

13

Το άρθρο 10 του περιφερειακού νόμου 58/1993 επιγράφεται «Υποχρεώσεις των κατόχων άδειας παροχής υπηρεσιών ταξί και άδειας παροχής της υπηρεσίας εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό» και προβλέπει στην παράγραφό του 2 τα εξής:

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων […], το σημείο παραλαβής του πελάτη και το σημείο από το οποίο αρχίζει η παροχή της υπηρεσίας πρέπει οπωσδήποτε να βρίσκονται εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια και η υπηρεσία παρέχεται για οποιονδήποτε προορισμό, εφόσον ο οδηγός έχει συναινέσει για τους προορισμούς που βρίσκονται εκτός των ορίων του εν λόγω δήμου.»

14

Το άρθρο 17 του περιφερειακού νόμου 58/1993 ορίζει τις προϋποθέσεις εγγραφής των οδηγών στο επαρχιακό μητρώο οδηγών. Κατά την παράγραφο 1, στοιχείο a, του άρθρου αυτού, προϋπόθεση για την εγγραφή αυτή είναι να έχει ο ενδιαφερόμενος «την ιταλική ιθαγένεια ή την ιθαγένεια χώρας της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας».

Οι διαφορές στις κύριες δίκες και τα προδικαστικά ερωτήματα

15

Με πράξεις της 1ης Φεβρουαρίου 2011, ο Comune di Grottaferrata αποφάσισε να αναστείλει, για 30 ημέρες από τις 14 Μαρτίου 2011, τις άδειες άσκησης της δραστηριότητας εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό που είχε χορηγήσει στον G. Panarisi και στον G. Vivani. Ο λόγος ήταν ότι είχε διαπιστωθεί παράβαση των άρθρων 3 και 11, παράγραφος 4, του νόμου 21/1992, καθώς και των άρθρων 5 και 10 του περιφερειακού νόμου 58/1993, τα οποία προβλέπουν ότι πρέπει να χρησιμοποιείται αποκλειστικά και υποχρεωτικά χώρος στάθμευσης που να βρίσκεται εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια για την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, καθώς και ότι η παροχή της υπηρεσίας αρχίζει και τελειώνει στον ίδιο αυτό χώρο στάθμευσης. Συγκεκριμένα, από ελέγχους είχε προκύψει ότι τα οχήματα που χρησιμοποιούνταν για την παροχή της υπηρεσίας την οποία αφορούσαν οι εν λόγω άδειες δεν χρησιμοποιούσαν χώρους στάθμευσης εντός των ορίων του Comune di Grottaferrata, αλλά χώρους στάθμευσης που βρίσκονταν στο έδαφος του Δήμου Ρώμης, όπου έχουν την εταιρική έδρα τους η Airport Shuttle Express και η Autonoleggio Piccola, στις οποίες είχαν μεταβιβάσει τις εν λόγω άδειες ο G. Panarisi και ο G. Vivani αντίστοιχα.

16

Η Airport Shuttle Express και ο G. Panarisi, καθώς και η Autonoleggio Piccola και ο G. Vivani, έχουν ασκήσει ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου δύο προσφυγές με τις οποίες ζητούν την ακύρωση των προαναφερθέντων μέτρων αναστολής, των οποίων αμφισβητούν τη νομιμότητα επικαλούμενοι, μεταξύ άλλων, τη νομοθεσία της Ένωσης στους τομείς των μεταφορών, της εσωτερικής αγοράς και του ανταγωνισμού.

17

Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι για τις μεταφορές με μισθωμένο όχημα με οδηγό που δεν εξυπηρετούν τακτικές γραμμές δεν υπάρχει καμία ειδική ρύθμιση στο δίκαιο της Ένωσης. Εν προκειμένω πάντως πρέπει να ληφθεί ως γνώμονας η νομοθεσία της Ένωσης που διέπει τη μεταφορά προσώπων. Συναφώς το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που διέπουν την ελευθερία εγκατάστασης και τον ελεύθερο ανταγωνισμό εφαρμόζονται πλήρως στον τομέα των μεταφορών. Το εν λόγω δικαστήριο τονίζει, μεταξύ άλλων, τον σκοπό της ελευθέρωσης των μεταφορών, τον οποίο επιδιώκει ο κανονισμός 2454/92, καθώς και την ελευθέρωση στον τομέα των μεταφορέων επιβατών με λεωφορεία, η οποία έχει επιτευχθεί με τον κανονισμό 12/98. Το δικαστήριο αυτό αναφέρει επίσης το άρθρο 92 ΣΛΕΕ. Όσον αφορά τον ελεύθερο ανταγωνισμό, παραθέτει τα άρθρα 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 ΣΕΕ και 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, καθώς και με τα άρθρα 3 ΣΛΕΕ έως 6 ΣΛΕΕ.

18

Κατά το αιτούν δικαστήριο, οι κρίσιμες ιταλικές ρυθμίσεις, τόσο η εθνική όσο και η περιφερειακή ρύθμιση, αντιβαίνουν εκ πρώτης όψεως στο άρθρο 49 ΣΛΕΕ. Το εν λόγω δικαστήριο εκτιμά επιπλέον ότι οι ρυθμίσεις αυτές περιλαμβάνουν πιθανώς μέτρα που εμποδίζουν τον πραγματικό ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων που δρουν εντός της αγοράς των μεταφορών.

19

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunale amministrativo regionale per il Lazio αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία έχουν πανομοιότυπη διατύπωση στις υποθέσεις C‑162/12 και C‑163/12:

«1)

Απαγορεύουν τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ, 3 ΣΕΕ [έως] 6 ΣΕΕ, 101 [ΣΛΕΕ] και 102 ΣΛΕΕ καθώς και ο κανονισμός [2454/92] και ο κανονισμός [12/98] την εφαρμογή των άρθρων 3, παράγραφος 3, και 11 του νόμου [21/1992], τα οποία προβλέπουν ότι “[...] [η] έδρα του μεταφορέα και ο χώρος στάθμευσης των οχημάτων πρέπει να βρίσκονται οπωσδήποτε εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια” και ότι “[…] οι κρατήσεις για μεταφορά με χρήση υπηρεσιών μισθωμένου οχήματος με οδηγό πραγματοποιούνται στον χώρο στάθμευσης οχημάτων του οικείου μεταφορέα. Η παροχή κάθε συγκεκριμένης υπηρεσίας εκμίσθωσης με οδηγό πρέπει να αρχίζει και να τελειώνει στον χώρο στάθμευσης που βρίσκεται εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια, όπου πρέπει να επιστρέφει το όχημα, ενώ η παραλαβή του πελάτη και η άφιξή του στον προορισμό του μπορούν να γίνονται και σε σημείο που βρίσκεται εντός των ορίων άλλου δήμου […]”;

2)

Απαγορεύουν τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ, 3 ΣΕΕ [έως] 6 ΣΕΕ, 101 [ΣΛΕΕ] και 102 ΣΛΕΕ καθώς και ο κανονισμός [2454/92] και ο κανονισμός [12/98] την εφαρμογή των άρθρων 5 και 10 του περιφερειακού νόμου [58/1993], τα οποία προβλέπουν ότι “[…] το σημείο παραλαβής του πελάτη ή το σημείο από το οποίο αρχίζει η παροχή της υπηρεσίας πρέπει να βρίσκεται εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια” και ότι “το σημείο παραλαβής του πελάτη και το σημείο από το οποίο αρχίζει η παροχή της υπηρεσίας πρέπει οπωσδήποτε να βρίσκονται εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια και η υπηρεσία παρέχεται για οποιονδήποτε προορισμό, εφόσον ο οδηγός έχει συναινέσει για τους προορισμούς που βρίσκονται εκτός των ορίων του εν λόγω δήμου […]”;»

20

Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 2ας Μαΐου 2012, οι υποθέσεις C‑162/12 και C‑163/12 ενώθηκαν προς διευκόλυνση της έγγραφης και προφορικής διαδικασίας και έκδοση κοινής απόφασης.

Επί των αιτημάτων που υποβλήθηκαν μετά την περάτωση της προφορικής διαδικασίας

21

Η Airport Shuttle Express, ο G. Panarisi, η Autonoleggio Piccola και ο G. Vivani, καθώς και η Federnoleggio ζήτησαν με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 31 Οκτωβρίου 2013 και το οποίο συμπληρώθηκε με πρόσθετο δικόγραφο που κατέθεσαν στις 21 Νοεμβρίου 2013 την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας. Κατ’ αυτούς, η επανάληψη είναι επιβεβλημένη κατόπιν των προτάσεων της γενικής εισαγγελέα, προκειμένου αφενός να καλυφθούν ορισμένα κενά ως προς τα πραγματικά περιστατικά, κενά που έχουν σχέση με το ζήτημα του παραδεκτού των αιτήσεων προδικαστικής απόφασης, και αφετέρου να καταστεί δυνατή η εξέταση των πιθανών επιπτώσεων που έχει για το ζήτημα αυτό η χορήγηση από τους ιταλικούς δήμους των αδειών άσκησης της δραστηριότητας εκμίσθωσης οχημάτων με οδηγό.

22

Επικουρικώς, οι εν λόγω ενδιαφερόμενοι καλούν το Δικαστήριο να ζητήσει διευκρινίσεις από το αιτούν δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 101 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

23

Κατά το άρθρο 83 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, ιδίως αν κρίνει ότι δεν έχει διαφωτισθεί επαρκώς, ή όταν ένας διάδικος, μετά τη λήξη της διαδικασίας αυτής, επικαλείται νέο πραγματικό περιστατικό δυνάμενο να ασκήσει αποφασιστική επιρροή επί της απόφασης του Δικαστηρίου, ή ακόμα όταν, προς επίλυση της διαφοράς, το Δικαστήριο χρειάζεται να στηριχθεί σε επιχείρημα επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων ή των κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενδιαφερομένων.

24

Εντούτοις, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 252, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ο ρόλος του γενικού εισαγγελέα είναι να διατυπώνει δημοσίως με πλήρη αμεροληψία και ανεξαρτησία αιτιολογημένες προτάσεις επί των υποθέσεων που, σύμφωνα με τον Οργανισμό του Δικαστηρίου, απαιτούν την παρέμβασή του. Κατά την εκπλήρωση της αποστολής αυτής, έχει τη δυνατότητα, κατά περίπτωση, να αναλύει μια αίτηση προδικαστικής απόφασης εντάσσοντάς τη σε πλαίσιο ευρύτερο εκείνου του οποίου τα όρια έχουν προσδιορίσει αυστηρά το αιτούν δικαστήριο ή οι διάδικοι της κύριας δίκης. Δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται ούτε από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα ούτε από το σκεπτικό βάσει του οποίου ο εισαγγελέας αυτός καταλήγει στις εν λόγω προτάσεις, η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 83 του Κανονισμού Διαδικασίας δεν είναι απαραίτητη κάθε φορά που ο γενικός εισαγγελέας θέτει ένα νομικό ζήτημα επί του οποίου οι διάδικοι δεν έχουν διατυπώσει την άποψή τους (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 22ας Μαΐου 2008, C-361/06, Feinchemie Schwebda και Bayer CropScience, Συλλογή 2008, σ. I-3865, σκέψη 34, της 11ης Απριλίου 2013, C‑535/11, Novartis Pharma, σκέψη 31, καθώς και της 12ης Δεκεμβρίου 2013, C‑361/12, Carratù, σκέψη 19).

25

Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα επανάληψης της προφορικής διαδικασίας.

26

Όσον αφορά την προβλεπόμενη στο άρθρο 101 του Κανονισμού Διαδικασίας δυνατότητα αίτησης προς το αιτούν δικαστήριο για παροχή διευκρινίσεων, από πάγια νομολογία, η οποία έχει πλέον αποτυπωθεί στο άρθρο 94, στοιχεία βʹ και γʹ, του εν λόγω κανονισμού, προκύπτει ότι, αφού η απόφαση περί παραπομπής αποτελεί τη βάση της προδικαστικής διαδικασίας που διεξάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να διασαφηνίζει, με την ίδια την απόφαση περί παραπομπής, το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης και να επεξηγεί στοιχειωδώς τους λόγους για τους οποίους ζητεί την ερμηνεία των συγκεκριμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, καθώς και τη σχέση που εκτιμά ότι υφίσταται μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εθνικής νομοθεσίας η οποία έχει εφαρμογή στη διαφορά που έχει υποβληθεί στην κρίση του (βλ. συναφώς, μεταξύ άλλων, διάταξη της 28ης Ιουνίου 2000, C-116/00, Laguillaumie, Συλλογή 2000, σ. I-4979, σκέψεις 23 και 24, και αποφάσεις της 19ης Απριλίου 2007, C-295/05, Asemfo, Συλλογή 2007, σ. I-2999, σκέψη 33, και της 21ης Φεβρουαρίου 2013, C‑79/12, Mora IPR, σκέψη 37).

27

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο δεν κρίνει ενδεδειγμένο, στο πλαίσιο των υπό κρίση υποθέσεων, να ζητήσει διευκρινίσεις από το αιτούν δικαστήριο.

Επί των αιτήσεων προδικαστικής απόφασης

28

Το αιτούν δικαστήριο, με τα ερωτήματά του, θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα αν ορισμένες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης έχουν την έννοια ότι αντιβαίνουν σ’ αυτές η εθνική και η περιφερειακή νομοθεσία που ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας άσκησης της δραστηριότητας εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό και για την άσκηση της δραστηριότητας αυτής.

29

Υπενθυμίζεται ευθύς εξαρχής, λαμβανομένης υπόψη της διατύπωσης των υποβληθέντων ερωτημάτων, ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να αποφαίνεται ούτε επί της ερμηνείας εθνικών νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων ούτε επί της συμφωνίας αυτών των διατάξεων με το δίκαιο της Ένωσης (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 18ης Νοεμβρίου 1999, C-107/98, Teckal, Συλλογή 1999, σ. I-8121, σκέψη 33, και της 23ης Μαρτίου 2006, C-237/04, Enirisorse, Συλλογή 2006, σ. I-2843, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

30

Από πάγια νομολογία προκύπτει πάντως ότι, όταν τα υποβαλλόμενα ερωτήματα έχουν διατυπωθεί κατά τρόπο αδόκιμο ή υπερβαίνουν το πλαίσιο των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στο Δικαστήριο από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, σ’ αυτό εναπόκειται να συναγάγει από το σύνολο των στοιχείων που του παρέχει το εθνικό δικαστήριο, και κυρίως από την αιτιολογία της απόφασης περί παραπομπής, τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης που θα πρέπει να ερμηνευθούν λόγω του αντικειμένου της διαφοράς (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 11ης Μαρτίου 2010, C-384/08, Attanasio Group, Συλλογή 2010, σ. I-2055, σκέψη 18 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Προς τον σκοπό αυτό, το Δικαστήριο μπορεί να αναδιατυπώσει, εφόσον είναι αναγκαίο, τα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Attanasio Group, σκέψη 19, και αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2010, C-243/09, Fuß, Συλλογή 2010, σ. I-9849, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 4ης Οκτωβρίου 2012, C‑249/11, Byankov, σκέψη 57 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

31

Κατ’ εφαρμογή της νομολογίας αυτής, μπορεί να γίνει δεκτό ότι το αιτούν δικαστήριο, ακόμη και αν με τα προδικαστικά ερωτήματα φαίνεται να ζητεί, λόγω της διατύπωσης των ερωτημάτων αυτών, την απευθείας εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης στις ένδικες διαφορές που εκκρεμούν ενώπιόν του, ζητεί στην πραγματικότητα την ερμηνεία του δικαίου αυτού σε σχέση με τα πραγματικά και νομικά στοιχεία των εν λόγω διαφορών.

32

Στη συνέχεια πρέπει να τονιστεί ότι, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 20 των προτάσεών της, ο κανονισμός 12/98, τον οποίο αφορούν τα προδικαστικά ερωτήματα, δεν έχει εφαρμογή στην επίμαχη στις κύριες δίκες δραστηριότητα, διότι εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο του 2, σημείο 4, μόνο στα αυτοκίνητα οχήματα τα οποία, λόγω του τύπου κατασκευής τους και του εξοπλισμού τους, μπορούν να μεταφέρουν άνω των εννέα ατόμων, συμπεριλαμβανομένου του οδηγού, και προορίζονται για τον σκοπό αυτό. Εξάλλου, από τη σκέψη 3 της παρούσας απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει ακυρώσει τον κανονισμό 2454/92.

33

Επιπλέον, τα προδικαστικά ερωτήματα αναφέρουν, πέρα από τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ, 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ, τα άρθρα «3 ΣΕΕ [έως] 6 ΣΕΕ». Όσον αφορά τους κανόνες ανταγωνισμού που περιλαμβάνονται στα άρθρα 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ, παρά την επ’ αυτού ασάφεια των αιτήσεων προδικαστικής απόφασης, είναι δυνατή η συναγωγή του συμπεράσματος (βλ. κατ’ αναλογία, μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Byankov, σκέψη 58 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) ότι πιθανώς τα εν λόγω ερωτήματα να αφορούν κυρίως, στην πραγματικότητα, την ερμηνεία, σε σχέση με τα περιστατικά των υποθέσεων των κύριων δικών, των διατάξεων αυτών, σε συνδυασμό με τα άρθρα 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ και 106 ΣΛΕΕ αντίστοιχα.

34

Εξάλλου, όπως ορθώς τόνισε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα προδικαστικά ερωτήματα αναφέρονται σε υποχρεώσεις που επιβάλλουν οι επίμαχες στις κύριες δίκες ρυθμίσεις πέραν των υποχρεώσεων των οποίων η μη τήρηση προσάπτεται στους προσφεύγοντες των δικών ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Πράγματι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 15 της παρούσας απόφασης, το αντικείμενο των διαφορών στις κύριες δίκες είναι μόνο η μη τήρηση της υποχρέωσης χρησιμοποίησης αποκλειστικά και μόνο χώρου στάθμευσης που να βρίσκεται εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια άσκησης της δραστηριότητας εκμίσθωσης οχημάτων με οδηγό και της υποχρέωσης να αρχίζει κάθε παροχή υπηρεσίας μεταφοράς και να τελειώνει στον εν λόγω χώρο στάθμευσης.

35

Τα προδικαστικά ερωτήματα όμως, αν ληφθεί υπόψη η διατύπωσή τους, φαίνεται να αφορούν επιπλέον, πρώτον, την υποχρέωση του μεταφορέα να έχει την έδρα του οπωσδήποτε εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την εν λόγω άδεια, δεύτερον, την απαίτηση οι κρατήσεις για τη μίσθωση οχήματος με οδηγό να πραγματοποιούνται στον χώρο στάθμευσης των οχημάτων που χρησιμοποιείται για τη δραστηριότητα αυτή και, τρίτον, την υποχρέωση να πραγματοποιείται η παραλαβή του πελάτη οπωσδήποτε εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια αυτή. Όσον αφορά τις τρεις αυτές υποχρεώσεις, τα προδικαστικά ερωτήματα αποτελούν επομένως υποθετικά ερωτήματα.

36

Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι με τα υποβαλλόμενα ερωτήματα ζητείται κατ’ ουσία να διευκρινιστεί αν το άρθρο 49 ΣΛΕΕ ή οι κανόνες της Ένωσης στον τομέα του ανταγωνισμού έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν τις εθνικές ή περιφερειακές ρυθμίσεις που, όπως οι επίμαχες στις κύριες δίκες, επιβάλλουν τις υποχρεώσεις ότι ο χώρος στάθμευσης που χρησιμοποιείται για τη δραστηριότητα εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό πρέπει να βρίσκεται οπωσδήποτε εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια άσκησης της δραστηριότητας αυτής, ότι τα οχήματα που χρησιμοποιούνται για τη δραστηριότητα αυτή πρέπει να σταθμεύουν εντός του χώρου στάθμευσης αυτού και ότι η παροχή κάθε υπηρεσίας εκμίσθωσης πρέπει να αρχίζει και να τελειώνει στον εν λόγω χώρο στάθμευσης.

37

Συναφώς, όσον αφορά, πρώτον, τους κανόνες της Ένωσης στον τομέα του ανταγωνισμού, τα άρθρα 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ, μολονότι αφορούν αποκλειστικά και μόνο τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων και δεν αφορούν τα θεσπιζόμενα από τα κράτη μέλη νομοθετικά ή κανονιστικά μέτρα, εντούτοις επιβάλλουν στα κράτη μέλη, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, το οποίο επιτάσσει καθήκον συνεργασίας, την υποχρέωση να μη θεσπίζουν και να μη διατηρούν σε ισχύ μέτρα, ακόμη και νομοθετικής ή κανονιστικής φύσης, τα οποία θα μπορούσαν να αναιρούν την πρακτική αποτελεσματικότητα των εφαρμοζόμενων στις επιχειρήσεις κανόνων ανταγωνισμού (βλ. αποφάσεις της 16ης Νοεμβρίου 1977, 13/77, GB-Inno-BM, Συλλογή τόμος 1977, σ. 653, σκέψη 31, της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, C-198/01, CIF, Συλλογή 2003, σ. I-8055, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, C-338/09, Yellow Cab Verkehrsbetrieb, Συλλογή 2010, σ. I-13927, σκέψη 25).

38

Εντούτοις, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο, λόγω της ανάγκης να δοθεί ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης που να του είναι χρήσιμη, πρέπει να προσδιορίζει το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή, τουλάχιστον, να διευκρινίζει τις πραγματικές περιστάσεις τις οποίες αφορούν τα ερωτήματα αυτά. Οι απαιτήσεις αυτές ισχύουν κατά μείζονα λόγο στον τομέα του ανταγωνισμού, ο οποίος χαρακτηρίζεται από περίπλοκες πραγματικές και νομικές καταστάσεις (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Attanasio Group, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και απόφαση της 10ης Μαΐου 2012, C‑357/10 έως C‑359/10, Duomo Gpa κ.λπ., σκέψη 22).

39

Εν προκειμένω, οι αποφάσεις περί παραπομπής δεν παρέχουν στο Δικαστήριο τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που θα του επέτρεπαν να καθορίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ορισμένες ρυθμίσεις όπως οι επίμαχες στις κύριες δίκες είναι δυνατό να εμπίπτουν στα άρθρα 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με τα άρθρα 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ και 106 ΣΛΕΕ αντίστοιχα. Ειδικότερα, οι αποφάσεις αυτές δεν παρέχουν καμία διευκρίνιση όσον αφορά τη σχέση που διαπιστώνουν μεταξύ των διατάξεων αυτών και των διαφορών στις κύριες δίκες ή του αντικειμένου τους.

40

Υπό τις συνθήκες αυτές, τα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να κριθούν απαράδεκτα, στο μέτρο που αφορούν την ερμηνεία των διατάξεων αυτών (βλ. κατ’ αναλογία, μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Duomo Gpa κ.λπ., σκέψη 24).

41

Όσον αφορά, δεύτερον, το άρθρο 49 ΣΛΕΕ, δεν αμφισβητείται ότι όλα τα στοιχεία των διαφορών στις κύριες δίκες περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνο κράτους μέλους. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξακριβωθεί αν, στις υπό κρίση υποθέσεις, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της εν λόγω διάταξης (βλ. κατ’ αναλογία, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 31ης Ιανουαρίου 2008, C-380/05, Centro Europa 7, Συλλογή 2008, σ. I-349, σκέψη 64, της 22ας Δεκεμβρίου 2010, C-245/09, Omalet, Συλλογή 2010, σ. I-13771, σκέψεις 9 και 10, καθώς και την προπαρατεθείσα απόφαση Duomo Gpa κ.λπ., σκέψη 25).

42

Συγκεκριμένα, οι ρυθμίσεις που, όπως οι επίμαχες στις κύριες δίκες, εφαρμόζονται, σύμφωνα με το γράμμα τους, αδιακρίτως τόσο στους επιχειρηματίες που είναι εγκατεστημένοι στην ιταλική επικράτεια όσο και στους επιχειρηματίες που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη δεν εμπίπτουν, κατά κανόνα, στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων για τις θεμελιώδεις ελευθερίες που έχουν κατοχυρωθεί με τη Συνθήκη ΛΕΕ παρά μόνον αν εφαρμόζονται σε καταστάσεις που έχουν σχέση με το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών (βλ. επ’ αυτού, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1997, C-321/94 έως C-324/94, Pistre κ.λπ., Συλλογή 1997, σ. I-2343, σκέψη 45, και της 5ης Δεκεμβρίου 2000, C-448/98, Guimont, Συλλογή 2000, σ. I-10663, σκέψη 21, καθώς και την προπαρατεθείσα απόφαση Duomo Gpa κ.λπ., σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

43

Όσον αφορά ειδικότερα το άρθρο 49 ΣΛΕΕ, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή σε δραστηριότητες οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες στο δίκαιο της Ένωσης καταστάσεις και των οποίων όλα τα κρίσιμα στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνο κράτους μέλους (βλ. επ’ αυτού, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 8ης Δεκεμβρίου 1987, 20/87, Gauchard, Συλλογή 1987, σ. 4879, σκέψη 12, της 20ής Απριλίου 1988, 204/87, Bekaert, Συλλογή 1988, σ. 2029, σκέψη 12, της 1ης Απριλίου 2008, C-212/06, Gouvernement de la Communauté française και gouvernement wallon, Συλλογή 2008, σ. I-1683, σκέψη 33, και της 21ης Ιουνίου 2012, C‑84/11, Susisalo κ.λπ., σκέψη 18 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

44

Όπως προκύπτει βέβαια από τη νομολογία που διαμορφώθηκε με την προπαρατεθείσα απόφαση Guimont, ακόμη και όταν πρόκειται για κατάσταση αμιγώς εσωτερικής φύσης, η απάντηση σε ερωτήματα που αφορούν τις θεμελιώδεις ελευθερίες του δικαίου της Ένωσης μπορεί εντούτοις να είναι χρήσιμη για το αιτούν δικαστήριο, ιδίως στην περίπτωση που το εθνικό δίκαιο του επιβάλλει να αναγνωρίζει στους ημεδαπούς τα ίδια δικαιώματα με αυτά που θα παρείχε το δίκαιο της Ένωσης στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών που θα τελούσαν στην ίδια κατάσταση (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 1ης Ιουλίου 2010, C-393/08, Sbarigia, Συλλογή 2010, σ. I-6337, σκέψη 23, και προπαρατεθείσα απόφαση Susisalo κ.λπ., σκέψη 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

45

Εν προκειμένω, το ενδεχόμενο για το οποίο κάνει λόγο η νομολογία που παρατίθεται στην αμέσως προηγούμενη σκέψη αφορά, στο πλαίσιο των διαφορών των κύριων δικών, τα δικαιώματα που θα μπορούσε να αντλήσει από το δίκαιο της Ένωσης ένας υπήκοος άλλου κράτους μέλους εκτός της Ιταλικής Δημοκρατίας, αν βρισκόταν στην ίδια κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι προσφεύγοντες των κύριων δικών.

46

Από τα στοιχεία της δικογραφίας που διαθέτει το Δικαστήριο προκύπτει όμως ότι οι προσφεύγοντες των κύριων δικών είναι ήδη εγκατεστημένοι στην Ιταλία και έχουν άδεια άσκησης της δραστηριότητας της εκμίσθωσης οχημάτων με οδηγό από το έδαφος του Comune di Grottaferrata. Η ισχύς των αδειών τους αναστάλθηκε προσωρινά λόγω της μη τήρησης ορισμένων από τις προϋποθέσεις που προβλέπονταν συναφώς. Οι προσφεύγοντες αυτοί δεν έχουν την πρόθεση να εγκατασταθούν αλλού, είτε στην Ιταλία είτε σε άλλο κράτος μέλος. Με τις προσφυγές τους δεν βάλλουν κατά του γενικού συστήματος ρύθμισης της δραστηριότητας αυτής ή κατά του τρόπου χορήγησης των αδειών. Σκοπός τους είναι απλώς και μόνο η εξάλειψη ορισμένων από τις προϋποθέσεις που θέτουν οι άδειες τις οποίες κατέχουν ήδη.

47

Επομένως, ένας υπήκοος άλλου κράτους μέλους και όχι της Ιταλικής Δημοκρατίας που θα βρισκόταν στην ίδια κατάσταση με τους προσφεύγοντες των κύριων δικών θα ασκούσε εξ ορισμού μια οικονομική δραστηριότητα μονίμως και συνεχώς από εγκατάσταση ευρισκόμενη εντός της ιταλικής επικράτειας.

48

Οι υποθέσεις στις κύριες δίκες έχουν συνεπώς ομοιότητες με την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Sbarigia και η οποία αφορούσε την ενδεχόμενη εξαίρεση ενός συγκεκριμένου φαρμακείου από την υποχρέωση τήρησης του ωραρίου λειτουργίας, οπότε δεν ήταν σαφές πώς μια τέτοια εξαίρεση θα μπορούσε να επηρεάσει τους επιχειρηματίες από άλλα κράτη μέλη (βλ. απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2013, C‑159/12 έως C‑161/12, Venturini κ.λπ., σκέψη 27).

49

Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι προφανές ότι η ερμηνεία του άρθρου 49 ΣΛΕΕ, το οποίο αφορά την ελευθερία εγκατάστασης, δεν είναι λυσιτελής για την επίλυση των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.

50

Με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο εν προκειμένω να ερμηνεύσει το άρθρο 49 ΣΛΕΕ σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων στις κύριες δίκες.

51

Με βάση όλες τις παραπάνω σκέψεις, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στις υπό κρίση αιτήσεις προδικαστικής απόφασης, τις οποίες του έχει υποβάλει το Tribunale amministrativo regionale per il Lazio, κατά το μέτρο κατά το οποίο οι αιτήσεις αυτές αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 49 ΣΛΕΕ. Οι εν λόγω αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες κατά το μέτρο κατά το οποίο αφορούν την ερμηνεία άλλων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης.

Επί των δικαστικών εξόδων

52

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι αρμόδιο, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑162/12 και C‑163/12, να απαντήσει στις αιτήσεις προδικαστικής απόφασης που υπέβαλε με αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 2011 και της 1ης Δεκεμβρίου 2011 το Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (Ιταλία), κατά το μέτρο κατά το οποίο οι αιτήσεις αυτές αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 49 ΣΛΕΕ. Οι εν λόγω αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες κατά το μέτρο κατά το οποίο αφορούν την ερμηνεία άλλων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.

Top