EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62017CJ0591

Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 18ης Ιουνίου 2019.
Δημοκρατία της Αυστρίας κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
Παράβαση κράτους μέλους – Άρθρα 18, 34, 56 και 92 ΣΛΕΕ – Ρύθμιση κράτους μέλους η οποία προβλέπει τέλος υποδομών για τα επιβατηγά αυτοκίνητα οχήματα – Περίπτωση κατά την οποία οι ιδιοκτήτες οχημάτων ταξινομημένων σε αυτό το κράτος μέλος απαλλάσσονται από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων κατά ποσό που αντιστοιχεί στο τέλος αυτό.
Υπόθεση C-591/17.

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2019:504

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 18ης Ιουνίου 2019 ( *1 )

«Παράβαση κράτους μέλους – Άρθρα 18, 34, 56 και 92 ΣΛΕΕ – Ρύθμιση κράτους μέλους η οποία προβλέπει τέλος υποδομών για τα επιβατηγά αυτοκίνητα οχήματα – Περίπτωση κατά την οποία οι ιδιοκτήτες οχημάτων ταξινομημένων σε αυτό το κράτος μέλος απαλλάσσονται από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων κατά ποσό που αντιστοιχεί στο τέλος αυτό»

Στην υπόθεση C‑591/17,

με αντικείμενο προσφυγή λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 259 ΣΛΕΕ, που ασκήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 2017,

Δημοκρατία της Αυστρίας, εκπροσωπούμενη από τον G. Hesse, καθώς και από τις J. Schmoll και C. Drexel,

προσφεύγουσα,

υποστηριζόμενη από το

Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τους J. Langer και J. M. Hoogveld, καθώς και από την M. K. Bulterman,

παρεμβαίνον,

κατά

Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τον T. Henze και την S. Eisenberg, επικουρούμενους από τον C. Hillgruber, Rechtsanwalt,

καθής,

υποστηριζόμενης από το

Βασίλειο της Δανίας, εκπροσωπούμενο από τον J. Nymann-Lindegren και την M. Wolff,

παρεμβαίνον,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, R. Silva de Lapuerta (εισηγήτρια), Αντιπρόεδρο, J.-C. Bonichot, A. Arabadjev, E. Regan και Κ. Λυκούργο, προέδρους τμήματος, E. Juhász, M. Ilešič, J. Malenovský, C. G. Fernlund, C. G. Xuereb, N. Picarra και L. S. Rossi, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: N. Wahl

γραμματέας: K. Malacek, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 11ης Δεκεμβρίου 2018,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Φεβρουαρίου 2019,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με την προσφυγή της, η Δημοκρατία της Αυστρίας ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεσπίζοντας τέλος χρήσης υποδομών για τα επιβατηγά αυτοκίνητα οχήματα με τον Infrastrukturabgabegesetz (νόμο για τα τέλη υποδομών), της 8ης Ιουνίου 2015 (BGBl. I, σ. 904), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του νόμου της 18ης Μαΐου 2017 (BGBl. I, σ. 1218) (στο εξής: InfrAG), και προβλέποντας απαλλαγή από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων, κατά ποσό τουλάχιστον αντίστοιχο προς το ποσό του εν λόγω τέλους, υπέρ των ιδιοκτητών οχημάτων που έχουν ταξινομηθεί στη Γερμανία, η οποία περιελήφθη στον Kraftfahrzeugsteuergesetz (νόμο περί του φόρου επί των αυτοκινήτων οχημάτων), της 26ης Σεπτεμβρίου 2002 (BGBl. I, σ. 3818) (στο εξής: KraftStG) με τον Zweites Verkehrsteueränderungsgesetz (δεύτερο τροποποιητικό νόμο περί του φόρου κυκλοφορίας), της 8ης Ιουνίου 2015 (BGBl. I, σ. 901), όπως τροποποιήθηκε πρόσφατα με τον Gesetz zur Änderung des Zweiten Verkehrsteueränderungsgesetzes (νόμο για την τροποποίηση του δεύτερου τροποποιητικού νόμου περί του φόρου κυκλοφορίας), της 6ης Ιουνίου 2017 (BGBl. I, σ. 1493) (στο εξής, από κοινού: επίδικα εθνικά μέτρα), παρέβη τα άρθρα 18, 34, 56 και 92 ΣΛΕΕ.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

2

Κατά το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 1999/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 1999, περί επιβολής τελών στα βαρέα φορτηγά οχήματα που χρησιμοποιούν ορισμένα έργα υποδομής (ΕΕ 1999, L 187, σ. 42), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2011/76/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 2011 (ΕΕ 2011, L 269, σ. 1) (στο εξής: οδηγία για την ευρωβινιέτα), η οδηγία αυτή ισχύει για τους φόρους επί των οχημάτων, τα διόδια και τα τέλη χρήσης που επιβάλλονται στα οχήματα, όπως αυτά καθορίζονται στο άρθρο 2. Το εν λόγω άρθρο 2, στοιχείο δʹ, προβλέπει ότι ως «όχημα» κατά την έννοια της οδηγίας για την ευρωβινιέτα νοείται «όχημα με κινητήρα ή συνδυασμός αρθρωτών οχημάτων που προορίζονται ή χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και έχουν μέγιστο επιτρεπόμενο μεικτό βάρος άνω των 3,5 τόνων».

3

Το άρθρο 7 της οδηγίας για την ευρωβινιέτα προβλέπει τα εξής:

«1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 9, παράγραφος 1α, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να εισάγουν διόδια και/ή τέλη χρήσης στο διευρωπαϊκό οδικό δίκτυο, ή σε ορισμένα τμήματα του εν λόγω δικτύου, και σε άλλα επιπλέον τμήματα του δικτύου αυτοκινητοδρόμων που δεν είναι τμήμα του διευρωπαϊκού οδικού δικτύου υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2, 3, 4 και 5 του παρόντος άρθρου και στα άρθρα 7α έως 7ια. Αυτό δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών, τηρουμένης της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να εφαρμόζουν διόδια και/ή τέλη χρήσης σε άλλες οδούς, υπό την προϋπόθεση ότι η επιβολή διοδίων και/ή τελών χρήσης σε τέτοιες άλλες οδούς δεν εισάγει διακρίσεις εις βάρος της διεθνούς κυκλοφορίας και δεν έχει ως αποτέλεσμα στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων μεταφορέων.

[…]

3.   Τα διόδια και τα τέλη χρήσης δεν μπορούν να εισάγουν, άμεσα ή έμμεσα, διακρίσεις λόγω της ιθαγένειας του μεταφορέα, του κράτους μέλους ή της τρίτης χώρας όπου είναι εγκατεστημένος ο μεταφορέας ή όπου έχει εκδοθεί η άδεια κυκλοφορίας του οχήματος, ή της προέλευσης ή του προορισμού της μεταφοράς.

[…]»

4

Το άρθρο 7ια της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη των άρθρων 107 και 108 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η παρούσα οδηγία δεν επηρεάζει την ευχέρεια των κρατών μελών, τα οποία καθιερώνουν σύστημα διοδίων και/ή τελών χρήσης των υποδομών, να προβλέπουν κατάλληλη αντιστάθμιση των εν λόγω τελών.»

Το γερμανικό δίκαιο

Ο InfrAG

5

Το άρθρο 1 του InfrAG προβλέπει την καταβολή τέλους για τη χρήση των ομοσπονδιακών οδών, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Bundesfernstraßengesetz (νόμου περί των ομοσπονδιακών οδών), όπως δημοσιεύθηκε στις 28 Ιουνίου 2007 (BGBl. I, σ. 1206), από τα επιβατηγά αυτοκίνητα οχήματα (στο εξής: τέλος υποδομών), συμπεριλαμβανομένων των αυτοκινητοδρόμων.

6

Σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 7 του InfrAG, όσον αφορά τα ταξινομημένα στη Γερμανία οχήματα, το τέλος υποδομών καταβάλλεται από τον ιδιοκτήτη του οχήματος υπό τη μορφή αυτοκόλλητου σήματος ετήσιας ισχύος. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, του InfrAG, το ποσό του τέλους υποδομών καθορίζεται με απόφαση της αρμόδιας για το εν λόγω τέλος αρχής. Το αυτοκόλλητο σήμα θεωρείται ότι αποκτήθηκε κατά την ταξινόμηση.

7

Στην περίπτωση οχημάτων ταξινομημένων στην αλλοδαπή, υποχρέωση καταβολής του τέλους, το οποίο οφείλεται μόνο στην περίπτωση χρήσης των αυτοκινητοδρόμων, φέρει είτε ο ιδιοκτήτης είτε ο οδηγός κατά τη διάρκεια της εν λόγω χρήσης και γεννάται, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 4, του InfrAG, κατά την πρώτη χρήση οδού υποκείμενης σε τέλος μετά τη διέλευση των συνόρων. Το τέλος καταβάλλεται με την αγορά αυτοκόλλητου σήματος. Συναφώς, υπάρχει δυνατότητα επιλογής μεταξύ αυτοκόλλητου σήματος δεκαήμερης, διμηνιαίας και ετήσιας ισχύος.

8

Το ποσό του προς καταβολή τέλους, το οποίο ρυθμίζεται στην παράγραφο 1 του παραρτήματος του άρθρου 8 του InfrAG, υπολογίζεται με βάση τον κυβισμό του κινητήρα, το μέσο πρόωσης (επιβαλλόμενη ανάφλεξη/ανάφλεξη με συμπίεση) και την κατηγορία εκπομπών. Η παράγραφος αυτή έχει ως ακολούθως:

«Το τέλος υποδομών για:

1.

το αυτοκόλλητο σήμα δεκαήμερης ισχύος των οχημάτων για τα οποία, σύμφωνα με το σημείο 3, το αντίτιμο του αυτοκόλλητου σήματος ετήσιας ισχύος είναι

a)

μικρότερο των 20 ευρώ, ανέρχεται σε 2,50 ευρώ·

b)

μικρότερο των 40 ευρώ, ανέρχεται σε 4 ευρώ·

c)

μικρότερο των 70 ευρώ, ανέρχεται σε 8 ευρώ·

d)

μικρότερο των 100 ευρώ, ανέρχεται σε 14 ευρώ·

e)

μικρότερο των 130 ευρώ, ανέρχεται σε 20 ευρώ και

f)

130 ευρώ, ανέρχεται σε 25 ευρώ,

2.

το αυτοκόλλητο σήμα διμηνιαίας ισχύος των οχημάτων για τα οποία, σύμφωνα με το σημείο 3, το αντίτιμο του αυτοκόλλητου σήματος ετήσιας ισχύος είναι

a)

μικρότερο των 20 ευρώ, ανέρχεται σε 7 ευρώ·

b)

μικρότερο των 40 ευρώ, ανέρχεται σε 11 ευρώ·

c)

μικρότερο των 70 ευρώ, ανέρχεται σε 18 ευρώ·

d)

μικρότερο των 100 ευρώ, ανέρχεται σε 30 ευρώ·

e)

μικρότερο των 130 ευρώ, ανέρχεται σε 40 ευρώ και

f)

130 ευρώ, ανέρχεται σε 50 ευρώ,

3.

το αυτοκόλλητο σήμα ετήσιας ισχύος

a)

των οχημάτων κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, σημεία 1 και 3, με κινητήρες παλινδρομικού εμβόλου και περιστρεφόμενου εμβόλου με κυβισμό κινητήρα 100 cm3 ή μικρότερο όταν

aa)

κινούνται με κινητήρες επιβαλλόμενης ανάφλεξης και

aaa)

δεν πληρούν τις απαιτήσεις των κατηγοριών εκπομπών που αναφέρονται στα σημεία bbb και ccc ή η τήρηση των οποίων δεν αποδεικνύεται επαρκώς, ανέρχεται σε 6,50 ευρώ·

bbb)

πληρούν τις απαιτήσεις της κατηγορίας εκπομπών Euro 4 ή Euro 5, ανέρχεται σε 2 ευρώ·

ccc)

πληρούν τις απαιτήσεις της κατηγορίας εκπομπών Euro 6, ανέρχεται σε 1,80 ευρώ,

bb)

κινούνται με κινητήρα ανάφλεξης με συμπίεση και

aaa)

δεν πληρούν τις απαιτήσεις των κατηγοριών εκπομπών που αναφέρονται στα σημεία bbb και ccc ή η τήρηση των οποίων δεν αποδεικνύεται επαρκώς, ανέρχεται σε 9,50 ευρώ·

bbb)

πληρούν τις απαιτήσεις της κατηγορίας εκπομπών Euro 4 ή Euro 5, ανέρχεται σε 5 ευρώ·

ccc)

πληρούν τις απαιτήσεις της κατηγορίας εκπομπών Euro 6, ανέρχεται σε 4,80 ευρώ,

b)

των οχημάτων κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, σημείο 2, ανά 200 kg του συνολικού επιτρεπόμενου βάρους ή τμήματος αυτού, ανέρχεται σε 16 ευρώ,

το συνολικό ποσό των οποίων δεν υπερβαίνει, σε κάθε περίπτωση, τα 130 ευρώ.»

9

Εάν οι οδοί που υπόκεινται στο τέλος χρησιμοποιούνται χωρίς έγκυρο αυτοκόλλητο σήμα ή εάν το αυτοκόλλητο σήμα έχει υπολογιστεί σε ιδιαίτερα χαμηλό ποσό, το τέλος εισπράττεται εκ των υστέρων με απόφαση λαμβανόμενη σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του InfrAG. Επομένως, επιβάλλεται η καταβολή τέλους μέχρι του αντιτίμου του αυτοκόλλητου σήματος ετήσιας ισχύος ή μέχρι της διαφοράς μεταξύ του ήδη καταβληθέντος ποσού και του αντιτίμου του αυτοκόλλητου σήματος ετήσιας ισχύος.

10

Το άρθρο 11 του InfrAG προβλέπει τη δυνατότητα διενέργειας τυχαίων ελέγχων για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης προς την υποχρέωση καταβολής του τέλους. Σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 7, του InfrAG, οι αρχές δύνανται να εισπράξουν, στο σημείο διενέργειας του ελέγχου, το αντίτιμο του αυτοκόλλητου σήματος ετήσιας ισχύος καθώς και εγγύηση ίση προς το πρόστιμο που επιβάλλεται δυνάμει του άρθρου 14 του InfrAG, πλέον των εξόδων της διαδικασίας. Επιπλέον, μπορεί να απαγορευθεί στον οδηγό η συνέχιση του ταξιδίου του εφόσον δεν καταβάλει το τέλος στο σημείο διενέργειας του ελέγχου, παρότι του ζητήθηκε, και εάν υπάρχουν εύλογες αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο αυτό θα καταβληθεί μεταγενέστερα ή εφόσον δεν επιδείξει τα απαραίτητα για τον έλεγχο έγγραφα, αρνηθεί να παράσχει τις ζητούμενες πληροφορίες ή δεν καταβάλει εν όλω ή εν μέρει την επιβληθείσα εγγύηση.

11

Το άρθρο 14 του InfrAG ορίζει ότι η μη καταβολή ή η ελλιπής καταβολή του τέλους, η άρνηση παροχής πληροφοριών ή η παροχή ανακριβών πληροφοριών καθώς και η μη συμμόρφωση με την εντολή ακινητοποίησης του οχήματος στο πλαίσιο διενέργειας ελέγχου της τήρησης της υποχρέωσης καταβολής του τέλους συνιστούν διοικητικές παραβάσεις οι οποίες επισύρουν την επιβολή προστίμου.

Ο KraftStG

12

Το άρθρο 9, παράγραφος 6, του KraftStG προβλέπει τα εξής:

«Όσον αφορά τα ημεδαπά οχήματα, ο ετήσιος φόρος [επί των αυτοκινήτων οχημάτων] μειώνεται (απαλλαγή) για:

1)

τα επιβατηγά οχήματα με κυβισμό κινητήρα 100 cm3 ή μικρότερο

a)

τα οποία δεν υπερβαίνουν τα υποχρεωτικά όρια του πίνακα 2 του παραρτήματος Ι του κανονισμού (ΕΚ) 715/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2007, που αφορά την έγκριση τύπου μηχανοκινήτων οχημάτων όσον αφορά εκπομπές από ελαφρά επιβατηγά και εμπορικά οχήματα (Euro 5 και Euro 6) και σχετικά με την πρόσβαση σε πληροφορίες επισκευής και συντήρησης οχημάτων (ΕΕ 2007, L 171, σ. 1), και κινούνται με

aa)

κινητήρες επιβαλλόμενης ανάφλεξης, κατά 2,32 ευρώ·

bb)

κινητήρες ανάφλεξης με συμπίεση, κατά 5,32 ευρώ,

b)

τα οποία δεν υπερβαίνουν τα υποχρεωτικά όρια του πίνακα 1 του παραρτήματος Ι του κανονισμού [715/2007] ή της σειράς Β της κατηγορίας οχημάτων Μ των πινάκων του σημείου 5.3.1.4 του παραρτήματος I της οδηγίας 70/220/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1970, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών οι οποίες αφορούν στα μέτρα που πρέπει να ληφθούν κατά της μολύνσεως του αέρος από τα αέρια που προέρχονται από κινητήρες με επιβαλλόμενη ανάφλεξη με τους οποίους είναι εφοδιασμένα τα οχήματα με κινητήρα (ΕΕ 1970, L 76, σ. 1)], όπως ίσχυε έως την 1η Ιανουαρίου 2013, και κινούνται με

aa)

κινητήρες επιβαλλόμενης ανάφλεξης, κατά 2 ευρώ·

bb)

κινητήρες ανάφλεξης με συμπίεση, κατά 5 ευρώ,

c)

εάν δεν είναι σύμφωνα με τις απαιτήσεις των στοιχείων a και b και κινούνται με

aa)

κινητήρες επιβαλλόμενης ανάφλεξης, κατά 6,50 ευρώ·

bb)

κινητήρες ανάφλεξης με συμπίεση, κατά 9,50 ευρώ

πάντως, σε κάθε περίπτωση, συνολικά κατά 130 ευρώ κατ’ ανώτατο όριο,

2)

τα αυτοκινούμενα τροχόσπιτα με 200 kg συνολικό επιτρεπόμενο βάρος ή μικρότερο, κατά 16 ευρώ, πάντως, σε κάθε περίπτωση, συνολικά κατά 130 ευρώ κατ’ ανώτατο όριο,

3)

τα επιβατηγά οχήματα και τα αυτοκινούμενα τροχόσπιτα με

a)

αριθμό ταξινόμησης ο οποίος χορηγείται για συλλεκτικά οχήματα, κατά 130 ευρώ·

b)

εποχιακό αριθμό ταξινόμησης ο οποίος χορηγείται για κάθε ημέρα του διαστήματος εκμετάλλευσης, κατά το αντίστοιχο μέρος του ετήσιου ποσού σύμφωνα με τα σημεία 1 έως 3, στοιχείο a.

Το ποσό της απαλλαγής βάσει της πρώτης περιόδου ανέρχεται έως το ποσό του ετήσιου φόρου κατά την παράγραφο 1, σημεία 2 και 2a, καθώς και κατά την παράγραφο 4, σημείο 2, στην περίπτωση εποχιακών ταξινομήσεων έως το μέρος του ετήσιου ποσού που αναλογεί στο συγκεκριμένο διάστημα εκμετάλλευσης.»

13

Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, του δεύτερου τροποποιητικού νόμου περί του φόρου κυκλοφορίας, η έναρξη ισχύος αυτής της ρύθμισης εξαρτάται από την έναρξη της είσπραξης του τέλους υποδομών, σύμφωνα με τον InfrAG.

Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

14

Με προειδοποιητική επιστολή της 18ης Ιουνίου 2015, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κίνησε διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, βάλλοντας, αφενός, κατά των συνδυασμένων αποτελεσμάτων των επίδικων εθνικών μέτρων και, αφετέρου, κατά των τιμών των αυτοκόλλητων σημάτων μικρής ισχύος. Με την προειδοποιητική επιστολή, η οποία συμπληρώθηκε με δεύτερη προειδοποιητική επιστολή της 10ης Δεκεμβρίου 2015, επέστησε την προσοχή των γερμανικών αρχών σε ενδεχόμενη παράβαση των άρθρων 18, 34, 45, 56 και 92 ΣΛΕΕ. Κατόπιν ανταλλαγής απόψεων με τις γερμανικές αρχές και μετά την έκδοση αιτιολογημένης γνώμης στις 28 Απριλίου 2016, η Επιτροπή αποφάσισε, στις 29 Σεπτεμβρίου 2016, να προσφύγει στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ.

15

Ωστόσο, κατόπιν τροποποιήσεων των διατάξεων της γερμανικής νομοθεσίας τις οποίες επέκρινε η Επιτροπή, το εν λόγω θεσμικό όργανο αποφάσισε, στις 17 Μαΐου 2017, να περατώσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως.

16

Με έγγραφο της 7ης Ιουλίου 2017, η Δημοκρατία της Αυστρίας ζήτησε τη διατύπωση γνώμης εκ μέρους της Επιτροπής κατ’ εφαρμογή του άρθρου 259 ΣΛΕΕ, σχετικά με ενδεχόμενη παράβαση από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας των άρθρων 18, 34, 56 και 92 ΣΛΕΕ, λόγω των συνδυασμένων αποτελεσμάτων του τέλους υποδομών και της απαλλαγής από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων υπέρ των ιδιοκτητών οχημάτων που έχουν ταξινομηθεί στη Γερμανία.

17

Με έγγραφο της 14ης Ιουλίου 2017, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την παραλαβή του εγγράφου της Δημοκρατίας της Αυστρίας.

18

Με έγγραφο της 11ης Αυγούστου 2017, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αντέκρουσε την επιχειρηματολογία της Δημοκρατίας της Αυστρίας και δικαιολόγησε τα επίδικα εθνικά μέτρα, επικαλούμενη κυρίως την αλλαγή του συστήματος, καθώς αντί της χρηματοδότησης μέσω της φορολογίας προβλέφθηκε χρηματοδότηση από τους χρήστες, καθώς και τη νομιμότητα των αντισταθμιστικών μέτρων με βάση την οδηγία για την ευρωβινιέτα.

19

Στις 31 Αυγούστου 2017 διεξήχθη ακρόαση στην έδρα της Επιτροπής, κατά τη διάρκεια της οποίας η Δημοκρατία της Αυστρίας και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εξέθεσαν τα επιχειρήματά τους.

20

Η Επιτροπή δεν εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 259 ΣΛΕΕ προθεσμίας των τριών μηνών.

21

Στις 12 Οκτωβρίου 2017 η Δημοκρατία της Αυστρίας άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

22

Με αποφάσεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 15ης Ιανουαρίου και της 14ης Φεβρουαρίου 2018, επετράπη στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών και στο Βασίλειο της Δανίας να παρέμβουν, αντιστοίχως, υπέρ της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

Επί της προσφυγής

23

Προς στήριξη της προσφυγής, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει τέσσερις αιτιάσεις όσον αφορά την επίμαχη εθνική νομοθεσία, διευκρινίζοντας ότι, καίτοι έχει θεσπιστεί, δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ. Η πρώτη και η δεύτερη αιτίαση αφορούν παράβαση του άρθρου 18 ΣΛΕΕ, η οποία απορρέει, αφενός, από το συνδυασμένο αποτέλεσμα του τέλους υποδομών και της απαλλαγής από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων η οποία προβλέπεται για τα ταξινομημένα στη Γερμανία οχήματα και, αφετέρου, από τη διαμόρφωση και την εφαρμογή του τέλους υποδομών. Η τρίτη αιτίαση αφορά παράβαση των άρθρων 34 και 56 ΣΛΕΕ απορρέουσα από το σύνολο των επικρινόμενων μέτρων στο πλαίσιο της πρώτης και της δεύτερης αιτίασης. Η τέταρτη αιτίαση αφορά παράβαση του άρθρου 92 ΣΛΕΕ απορρέουσα από το συνδυασμένο αποτέλεσμα του τέλους υποδομών και της απαλλαγής από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων η οποία προβλέπεται για τα ταξινομημένα στη Γερμανία οχήματα.

Επί της πρώτης αιτίασης, η οποία αφορά παράβαση του άρθρου 18 ΣΛΕΕ απορρέουσα από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των επίδικων εθνικών μέτρων

Επιχειρήματα των διαδίκων

24

Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι το συνδυασμένο αποτέλεσμα του τέλους υποδομών και της ταυτόχρονης απαλλαγής των ιδιοκτητών οχημάτων που έχουν ταξινομηθεί στη Γερμανία από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων τουλάχιστον ισόποσης με το τέλος οδηγεί στην εκ των πραγμάτων επιβάρυνση με το τέλος αυτό μόνο των ιδιοκτητών και των οδηγών οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας, οι οποίοι είναι κυρίως υπήκοοι των εν λόγω κρατών μελών. Ως εκ τούτου, τούτο συνεπάγεται έμμεση διάκριση λόγω ιθαγένειας κατά παράβαση του άρθρου 18 ΣΛΕΕ.

25

Η διάκριση αυτή απορρέει από την απόλυτη και αδιάσπαστη ουσιαστική και χρονική σύνδεση μεταξύ του τέλους υποδομών και της απαλλαγής από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων η οποία προβλέπεται για τα ταξινομημένα στη Γερμανία οχήματα, λόγω δε της σύνδεσης αυτής τα επίδικα εθνικά μέτρα πρέπει να εξεταστούν και να αξιολογηθούν από κοινού υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης.

26

Η Δημοκρατία της Αυστρίας σημειώνει επίσης ότι σκοπός των επίδικων εθνικών μέτρων είναι η τήρηση της υπόσχεσης που δόθηκε το 2013 στη Γερμανία κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας για την ανάδειξη της Bundestag (Ομοσπονδιακής Βουλής), σύμφωνα με την οποία οι αλλοδαποί οδηγοί αυτοκινήτων οχημάτων οφείλουν να συνεισφέρουν στις δαπάνες για τη χρηματοδότηση των γερμανικών υποδομών χωρίς να επέρχεται πρόσθετη επιβάρυνση των Γερμανών ιδιοκτητών οχημάτων.

27

Τέλος, η Δημοκρατία της Αυστρίας παραπέμπει στη σκέψη 23 της απόφασης της 19ης Μαΐου 1992, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑195/90, EU:C:1992:219), προκειμένου να τεκμηριώσει την ύπαρξη της προβαλλόμενης έμμεσης διάκρισης.

28

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αναγνώρισε μεν ότι τα επίδικα εθνικά μέτρα αποτελούν μια ενότητα τόσο από την άποψη του υποκειμενικού σκοπού τους όσο και του αντικειμενικού περιεχομένου τους, πλην όμως αμφισβητεί την ύπαρξη δυσμενούς διάκρισης απορρέουσας από τη θέσπιση του τέλους υποδομών, ακόμη και στην περίπτωση που εξεταστεί σε συνδυασμό με την απαλλαγή από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων.

29

Ως προς το σημείο αυτό, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρατηρεί, πρώτον, ότι, μολονότι η θέσπιση του τέλους υποδομών μεταβάλλει την υφιστάμενη κατάσταση σε βάρος των ιδιοκτητών και των οδηγών οχημάτων που έχουν ταξινομηθεί στην αλλοδαπή, εντούτοις δεν εισάγει δυσμενή μεταχείριση που περιάγει σε μειονεκτική θέση τους εν λόγω ιδιοκτήτες και οδηγούς σε σχέση με τους ιδιοκτήτες οχημάτων ταξινομημένων στη Γερμανία. Αντιθέτως, οι ιδιοκτήτες και οι οδηγοί οχημάτων ταξινομημένων σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας περιέρχονται, όσον αφορά τη συνεισφορά στη χρηματοδότηση των ομοσπονδιακών υποδομών μεταφορών, σε ευνοϊκότερη κατάσταση σε σχέση με τους ιδιοκτήτες οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί στη Γερμανία, δεδομένου ότι οι πρώτοι καταβάλλουν το τέλος υποδομών μόνον όταν χρησιμοποιούν τους γερμανικούς αυτοκινητοδρόμους, ενώ οι δεύτεροι υπόκεινται οπωσδήποτε σε αυτό το τέλος και υποχρεούνται επίσης να καταβάλλουν τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων, έστω και αν είναι δυνατή η μείωσή του. Εξάλλου, η επιβάρυνση των ιδιοκτητών και των οδηγών οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας με το τέλος υποδομών αντιστοιχεί κατ’ ανώτατο στην εν πάση περιπτώσει επιβάρυνση για τον ίδιο λόγο των ιδιοκτητών οχημάτων που έχουν ταξινομηθεί στη Γερμανία.

30

Δεύτερον, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επισημαίνει ότι το γεγονός ότι η απαλλαγή από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων ωφελεί μόνον τους ιδιοκτήτες οχημάτων ταξινομημένων στη Γερμανία στηρίζεται στο δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως στην οδηγία 83/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Κοινότητας στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων (ΕΕ 1983, L 105, σ. 59), η οποία καθορίζει την κατανομή της φορολόγησης των οχημάτων με βάση τον τόπο ταξινόμησης και, επομένως, με βάση τον τόπο συνήθους διαμονής. Η οριοθέτηση των εθνικών φορολογικών αρμοδιοτήτων για τα αυτοκίνητα οχήματα με βάση την ως άνω οδηγία, η οποία αποσκοπεί στην αποτροπή της διπλής φορολόγησης των φορέων της αγοράς και των πολιτών της Ένωσης, δεδομένης της έλλειψης εναρμόνισης στον τομέα αυτό, σημαίνει ότι αποφασιστικό ρόλο για κάθε όχημα έχει μόνον ο επιβαλλόμενος στο κράτος μέλος ταξινόμησης του οχήματος φόρος επί των οχημάτων. Συνεπώς, κατά την άποψή της, το ύψος του γερμανικού φόρου επί των αυτοκινήτων οχημάτων, ο οποίος επιβαρύνει μόνον τους ιδιοκτήτες οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί στη Γερμανία, δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο όσον αφορά τους ιδιοκτήτες οχημάτων ταξινομημένων σε άλλα κράτη μέλη.

31

Τρίτον, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η επιβολή τέλους υποδομών, του οποίου το προϊόν διατίθεται στον προϋπολογισμό για τις μεταφορές και χρησιμοποιείται εξ ολοκλήρου, σύμφωνα με τον προορισμό του, για τη βελτίωση των ομοσπονδιακών υποδομών μεταφορών, ανταποκρίνεται στον σκοπό της ενίσχυσης της χρηματοδότησης των υποδομών αυτών από τους χρήστες. Προς τον σκοπό αυτόν, το κράτος μέλος αλλάζει σύστημα, μεταβαίνοντας από τη χρηματοδότηση μέσω της φορολογίας στη χρηματοδότηση από τους χρήστες. Στο πλαίσιο αυτό, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κατά την άσκηση της εξουσίας θέσπισης άμεσων φόρων, αποφάσισε να προσαρμόσει τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων με τη θέσπιση απαλλαγής από μέρος του φόρου αυτού, προκειμένου να διατηρήσει στο προγενέστερο επίπεδο τη συνολική οικονομική πίεση που ασκείται επί των ιδιοκτητών οχημάτων που έχουν ταξινομηθεί στο εν λόγω κράτος μέλος και να αποτρέψει τη δυσανάλογη διπλή φορολόγηση.

32

Τέταρτον, η δυνατότητα αντιστάθμισης του τέλους υποδομών με τη μείωση του φόρου επί των αυτοκινήτων οχημάτων είναι απόρροια του ιστορικού θέσπισης του άρθρου 7, παράγραφος 3, καθώς και του άρθρου 7ια της οδηγίας για την ευρωβινιέτα, η οποία χρησιμεύει ως πρότυπο για τους κανόνες που αφορούν τα τέλη χρήσης του οδικού δικτύου που επιβάλλονται επί των επιβατηγών αυτοκινήτων οχημάτων. Η πρόσφατη πρακτική ορισμένων κρατών μελών, όπως είναι το Ηνωμένο Βασίλειο ή το Βασίλειο του Βελγίου, τα οποία, όσον αφορά τα βαρέα φορτηγά οχήματα, κάνουν χρήση αυτής της δυνατότητας, ενισχύει την άποψη ότι τα επίδικα εθνικά μέτρα συνάδουν με το δίκαιο της Ένωσης.

33

Τέλος, πέμπτον, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τονίζει ότι οι δηλώσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας δεν ασκούν επιρροή επί της διαπίστωσης περί ενδεχόμενης διαφορετικής μεταχείρισης η οποία συνιστά δυσμενή διάκριση.

34

Επικουρικώς, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επικαλείται, ως λόγους που δικαιολογούν την έμμεση διάκριση που ενδεχομένως προκύπτει από τον συνδυασμό των επίδικων εθνικών μέτρων, εκτιμήσεις σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος, την κατανομή της επιβάρυνσης μεταξύ των χρηστών των ημεδαπών και αλλοδαπών υποδομών καθώς και την αλλαγή του συστήματος χρηματοδότησης των ομοσπονδιακών υποδομών μεταφορών.

35

Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών συμμερίζεται ουσιαστικά την επιχειρηματολογία της Δημοκρατίας της Αυστρίας και επισημαίνει τον εν προκειμένω συγκρίσιμο χαρακτήρα της κατάστασης των ιδιοκτητών οχημάτων ταξινομημένων στη Γερμανία και εκείνης των ιδιοκτητών και οδηγών οχημάτων ταξινομημένων σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Γερμανίας, οι οποίοι χρησιμοποιούν τους γερμανικούς αυτοκινητοδρόμους.

36

Αντιθέτως, το Βασίλειο της Δανίας συμμερίζεται την άποψη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι τα επίδικα εθνικά μέτρα δεν εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις και, ειδικότερα, τονίζει την αρμοδιότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν, να τροποποιούν και να καταργούν άμεσους φόρους και εθνικές επιβαρύνσεις που δεν είναι εναρμονισμένα σε επίπεδο Ένωσης.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

37

Στο πλαίσιο της πρώτης αιτίασης, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι το τέλος υποδομών και η απαλλαγή από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί στη Γερμανία, μολονότι τυπικά δεν βασίζονται σε διάκριση λόγω ιθαγένειας, συνεπάγονται, διά του συνδυασμένου αποτελέσματός τους, ευνοϊκότερη μεταχείριση των Γερμανών υπηκόων σε σχέση με τους υπηκόους άλλων κρατών μελών και, ως εκ τούτου, παράβαση του άρθρου 18, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

38

Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι, εντός του πεδίου εφαρμογής των Συνθηκών και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών τους, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας.

39

Συναφώς, επισημαίνεται καταρχάς ότι, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 18 ΣΛΕΕ, το οποίο κατοχυρώνει τη γενική αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, μπορεί να εφαρμοστεί αυτοτελώς μόνο σε διεπόμενες από το δίκαιο της Ένωσης καταστάσεις για τις οποίες η Συνθήκη ΛΕΕ δεν προβλέπει ειδικούς κανόνες απαγόρευσης των διακρίσεων (απόφαση της 18ης Ιουλίου 2017, Erzberger, C‑566/15, EU:C:2017:562, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

40

Η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας υλοποιείται, ειδικότερα, στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, με το άρθρο 34 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 36 ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση της 8ης Ιουνίου 2017, Medisanus, C‑296/15, EU:C:2017:431, σκέψη 65), στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, με το άρθρο 45 ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση της 22ας Ιουνίου 2017, Bechtel, C‑20/16, EU:C:2017:488, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και, στον τομέα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, με τα άρθρα 56 και 62 ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2014, Strojírny Prostějov και ACO Industries Tábor, C‑53/13 και C‑80/13, EU:C:2014:2011, σκέψη 32 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

41

Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, τα επίδικα εθνικά μέτρα εξετάζονται υπό το πρίσμα του άρθρου 18, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ μόνον στον βαθμό που εφαρμόζονται σε καταστάσεις μη εμπίπτουσες στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω ειδικών κανόνων περί απαγόρευσης των διακρίσεων που προβλέπει η Συνθήκη ΛΕΕ.

42

Ακολούθως, υπενθυμίζεται ότι η γενική αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 18, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, απαγορεύει όχι μόνον τις άμεσες διακρίσεις λόγω ιθαγένειας, αλλά και κάθε μορφή έμμεσης διάκρισης η οποία, κατ’ εφαρμογήν άλλων κριτηρίων διαφοροποίησης, καταλήγει στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα (πρβλ. απόφαση της 13ης Απριλίου 2010, Bressol κ.λπ., C‑73/08, EU:C:2010:181, σκέψη 40 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

43

Προκειμένου να εκτιμηθεί το βάσιμο της πρώτης αιτίασης της Δημοκρατίας της Αυστρίας, είναι αναγκαίο, πρώτον, να εξακριβωθεί κατά πόσον τα επίδικα εθνικά μέτρα συνδέονται μεταξύ τους κατά τρόπο που δικαιολογεί την από κοινού εκτίμησή τους υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης.

44

Συναφώς, καταρχάς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο, το τέλος υποδομών και η απαλλαγή από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων θεσπίστηκαν την ίδια ημέρα, στις 8 Ιουνίου 2015, και στη συνέχεια τροποποιήθηκαν σε κοντινές μεταξύ τους ημερομηνίες, αντιστοίχως, στις 18 Μαΐου 2017 και στις 6 Ιουνίου 2017, και ότι η εφαρμογή της απαλλαγής αυτής εξαρτήθηκε από την έναρξη της είσπραξης του εν λόγω τέλους. Εξάλλου, το ποσό της απαλλαγής της οποίας απολαύουν οι ιδιοκτήτες των ταξινομημένων στη Γερμανία οχημάτων αντιστοιχεί στο ποσό του τέλους υποδομών το οποίο οι εν λόγω ιδιοκτήτες υποχρεώθηκαν προηγουμένως να καταβάλουν, πλην της περιπτώσεως των οχημάτων κατηγορίας εκπομπών Euro 6, οι ιδιοκτήτες των οποίων απαλλάσσονται από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων κατά ποσό υψηλότερο από το ποσό του τέλους που υποχρεώθηκαν να καταβάλουν. Επομένως, η απαλλαγή από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων έχει πάντοτε ως ελάχιστο αποτέλεσμα την αντιστάθμιση, για τους ιδιοκτήτες ταξινομημένων στη Γερμανία οχημάτων, της νέας επιβάρυνσης που συνίσταται στο τέλος υποδομών.

45

Ακολούθως, όσον αφορά την είσπραξη του τέλους υποδομών το οποίο οφείλουν οι ιδιοκτήτες οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί στη Γερμανία, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προέβλεψε ότι το τέλος αυτό οφείλεται, όπως και ο φόρος επί των αυτοκινήτων οχημάτων, λόγω της ταξινόμησης του οχήματος.

46

Επιβάλλεται, επομένως, η διαπίστωση ότι, τόσο από χρονική άποψη όσο και από άποψη περιεχομένου, τα επίδικα εθνικά μέτρα συνδέονται τόσο στενά μεταξύ τους ώστε δικαιολογείται η από κοινού εκτίμησή τους υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης, και δη του άρθρου 18 ΣΛΕΕ. Η ύπαρξη τέτοιας σύνδεσης αναγνωρίζεται, εξάλλου, από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, όπως προκύπτει από τη σκέψη 28 της παρούσας απόφασης.

47

Δεύτερον, πρέπει να εξακριβωθεί κατά πόσον τα επίδικα εθνικά μέτρα, εκτιμώμενα από κοινού, εισάγουν διαφορετική μεταχείριση λόγω ιθαγένειας.

48

Συναφώς, δεν αμφισβητείται ότι, κατ’ εφαρμογήν των μέτρων αυτών, όλοι οι χρήστες των γερμανικών αυτοκινητοδρόμων υπόκεινται στο τέλος υποδομών, ανεξάρτητα από τον τόπο ταξινόμησης των οχημάτων τους. Ωστόσο, οι ιδιοκτήτες των ταξινομημένων στη Γερμανία οχημάτων τυγχάνουν απαλλαγής από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων τουλάχιστον ισόποσης με το τέλος που υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, οπότε εκ των πραγμάτων επιβαρύνονται οικονομικά με το τέλος αυτό μόνον οι ιδιοκτήτες και οι οδηγοί οχημάτων που έχουν ταξινομηθεί σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Γερμανίας.

49

Ως εκ τούτου, λόγω του συνδυασμού των επίδικων εθνικών μέτρων, οι ιδιοκτήτες και οι οδηγοί οχημάτων ταξινομημένων σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Γερμανίας οι οποίοι χρησιμοποιούν τους γερμανικούς αυτοκινητοδρόμους τυγχάνουν λιγότερο ευνοϊκής μεταχείρισης από τους ιδιοκτήτες των οχημάτων που έχουν ταξινομηθεί στη Γερμανία, όσον αφορά τη χρήση των εν λόγω αυτοκινητοδρόμων, και τούτο παρότι τελούν σε παρόμοια κατάσταση όσον αφορά τη χρήση αυτή.

50

Αυτή η διαφορετική μεταχείριση είναι ιδιαιτέρως εμφανής όσον αφορά τα οχήματα της κατηγορίας εκπομπών Euro 6. Συγκεκριμένα, ενώ οι ιδιοκτήτες αυτού του τύπου οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί στη Γερμανία απολαύουν υπεραντιστάθμισης του τέλους υποδομών, οι ιδιοκτήτες και οι οδηγοί οχημάτων της κατηγορίας εκπομπών Euro 6 τα οποία έχουν ταξινομηθεί σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Γερμανίας οι οποίοι χρησιμοποιούν τους γερμανικούς αυτοκινητοδρόμους επιβαρύνονται, σε κάθε περίπτωση, με το εν λόγω τέλος. Ως εκ τούτου, οι τελευταίοι τυγχάνουν λιγότερο ευνοϊκής μεταχείρισης όχι μόνο σε σχέση με τους ιδιοκτήτες οχημάτων της κατηγορίας εκπομπών Euro 6 τα οποία έχουν ταξινομηθεί στη Γερμανία, αλλά και σε σχέση με τους ιδιοκτήτες πλέον ρυπογόνων οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί στο εν λόγω κράτος μέλος.

51

Τέλος, καίτοι η διαπιστωθείσα διαφορετική μεταχείριση δεν βασίζεται άμεσα στην ιθαγένεια, εντούτοις γεγονός παραμένει ότι η μεγάλη πλειονότητα των ιδιοκτητών και οδηγών οχημάτων ταξινομημένων σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας δεν έχει τη γερμανική ιθαγένεια, ενώ η μεγάλη πλειονότητα των ιδιοκτητών ταξινομημένων στη Γερμανία οχημάτων έχει την ιθαγένεια αυτή, με αποτέλεσμα αυτή η διαφορετική μεταχείριση να επιφέρει στην πραγματικότητα ίδιο αποτέλεσμα με τη διαφορετική μεταχείριση λόγω ιθαγένειας.

52

Το γεγονός ότι, αφενός, οι ιδιοκτήτες οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί στη Γερμανία υπόκεινται στο τέλος υποδομών και, επιπλέον, στον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων και ότι, αφετέρου, το ποσό του τέλους υποδομών που οφείλουν να καταβάλουν οι ιδιοκτήτες και οι οδηγοί οχημάτων ταξινομημένων σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας αντιστοιχεί, κατ’ ανώτατο όριο, σε εκείνο που οφείλουν να καταβάλουν οι ιδιοκτήτες των ταξινομημένων στη Γερμανία οχημάτων για το ίδιο τέλος, ουδόλως μεταβάλλει, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, τη διαπίστωση στη σκέψη 49 της παρούσας απόφασης. Επομένως, η διαπιστωθείσα άνιση μεταχείριση εις βάρος των ιδιοκτητών και των οδηγών οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας οφείλεται στο γεγονός ότι, λόγω της απαλλαγής της οποίας απολαύουν οι ιδιοκτήτες οχημάτων ταξινομημένων στη Γερμανία, οι ιδιοκτήτες αυτοί εκ των πραγμάτων δεν φέρουν την οικονομική επιβάρυνση που αντιστοιχεί στο τέλος υποδομών.

53

Η διαπίστωση αυτή δεν ανατρέπεται περαιτέρω ούτε από τα επιχειρήματα που προέβαλε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, τα οποία συνοψίζονται στις σκέψεις 30 έως 32 της παρούσας απόφασης.

54

Πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα ότι συνάδει προς το δίκαιο της Ένωσης το ότι η απαλλαγή από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων ωφελεί μόνον τους ιδιοκτήτες οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί στη Γερμανία, το Δικαστήριο έχει βεβαίως αποφανθεί ότι, ελλείψει εναρμόνισης της φορολογίας των αυτοκινήτων οχημάτων, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να ασκούν τη φορολογική αρμοδιότητά τους στον τομέα αυτό η δε ταξινόμηση εμφανίζεται ως το φυσικό επιστέγασμα της άσκησης αυτής της αρμοδιότητας (πρβλ. απόφαση της 21ης Μαρτίου 2002, Cura Anlagen, C‑451/99, EU:C:2002:195, σκέψεις 40 και 41). Το γεγονός αυτό εξηγεί τον λόγο για τον οποίο ο φόρος επί των αυτοκινήτων οχημάτων βαρύνει μόνον τους ιδιοκτήτες ταξινομημένων στη Γερμανία οχημάτων και, ως εκ τούτου, μόνον οι ιδιοκτήτες αυτοί μπορούν να τύχουν της απαλλαγής από τον φόρο.

55

Τούτο δεν σημαίνει όμως ότι το ποσό του εν λόγω φόρου δεν είναι κρίσιμο για την εκτίμηση της ύπαρξης διάκρισης σε βάρος των ιδιοκτητών και των οδηγών οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας.

56

Συγκεκριμένα, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη οφείλουν να ασκούν την αρμοδιότητά τους στον τομέα της άμεσης φορολογίας τηρώντας το δίκαιο της Ένωσης και, ιδίως, τις θεμελιώδεις ελευθερίες τις οποίες εγγυάται η Συνθήκη ΛΕΕ (αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 2002, Cura Anlagen, C‑451/99, EU:C:2002:195, σκέψη 40, καθώς και της 25ης Ιουλίου 2018, TTL, C‑553/16, EU:C:2018:604, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

57

Κατά συνέπεια, όταν επιβάλλουν φόρους επί των αυτοκινήτων οχημάτων, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν, ιδίως, την αρχή της ίσης μεταχείρισης, έτσι ώστε οι διαδικασίες εφαρμογής της φορολόγησης αυτής να μην αποτελούν μέσο διάκρισης.

58

Εν προκειμένω, η απαλλαγή από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων προς όφελος των ιδιοκτητών οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί στη Γερμανία έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη αντιστάθμιση του καταβληθέντος από αυτούς τέλους υποδομών και, ως εκ τούτου, όπως εκτίθεται στη σκέψη 48 της παρούσας απόφασης, την εκ των πραγμάτων οικονομική επιβάρυνση με το τέλος αυτό αποκλειστικά των ιδιοκτητών και των οδηγών οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας, όπερ συνιστά μέτρο που εισάγει διάκριση σε βάρος των συγκεκριμένων ιδιοκτητών και οδηγών.

59

Ως εκ τούτου, το ύψος του φόρου επί των αυτοκινήτων οχημάτων αποτελεί κρίσιμο στοιχείο όσον αφορά τους ιδιοκτήτες και τους οδηγούς οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας, στον βαθμό που οι ισχύοντες κανόνες για τον καθορισμό του ύψους αυτού καταλήγουν στην πραγματικότητα σε διαφορετική μεταχείριση εις βάρος τους.

60

Δεύτερον, όπως υποστηρίζει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, τα κράτη μέλη δύνανται να τροποποιήσουν το σύστημα χρηματοδότησης των οδικών υποδομών τους, αντικαθιστώντας το σύστημα χρηματοδότησης μέσω της φορολογίας με σύστημα χρηματοδότησης από το σύνολο των χρηστών, συμπεριλαμβανομένων των ιδιοκτητών και των οδηγών ταξινομημένων σε άλλα κράτη μέλη οχημάτων, οι οποίοι χρησιμοποιούν τις υποδομές αυτές, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι όλοι οι χρήστες συνεισφέρουν κατά τρόπο δίκαιο και αναλογικό στην εν λόγω χρηματοδότηση, υπό τον όρο ότι η τροποποίηση συνάδει προς το δίκαιο της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων που κατοχυρώνεται στο άρθρο 18, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Μια τέτοια τροποποίηση πηγάζει από την ελεύθερη επιλογή κάθε κράτους μέλους να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτούνται οι δημόσιες υποδομές του, υπό τον όρο της τήρησης του δικαίου της Ένωσης.

61

Εν προκειμένω, από τα δικόγραφα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προκύπτει ότι το εν λόγω κράτος μέλος αποφάσισε, όσον αφορά τις ομοσπονδιακές υποδομές μεταφορών, να μεταβεί εν μέρει από ένα σύστημα χρηματοδότησης μέσω της φορολογίας σε ένα σύστημα χρηματοδότησης που στηρίζεται στις αρχές «ο χρήστης πληρώνει» και «ο ρυπαίνων πληρώνει».

62

Η τροποποίηση του συστήματος βασίζεται στη θέσπιση του τέλους υποδομών, στο οποίο υπόκεινται όλοι οι χρήστες των γερμανικών αυτοκινητοδρόμων, ανεξαρτήτως του αν το όχημά τους είναι ταξινομημένο στη Γερμανία, τα έσοδα από το οποίο διατίθενται εξ ολοκλήρου για τη χρηματοδότηση των οδικών υποδομών, καθώς η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας καθόρισε τους συντελεστές για το τέλος αυτό ανάλογα με την κατηγορία εκπομπών των οχημάτων.

63

Επιβάλλεται, ωστόσο, η διαπίστωση ότι τα επίδικα εθνικά μέτρα δεν συνάδουν με τον σκοπό τον οποίο επιδιώκει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με τη θέσπιση του τέλους υποδομών, όπως υπενθυμίζεται στη σκέψη 61 της παρούσας απόφασης.

64

Συναφώς, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, παράλληλα με τη θέσπιση του τέλους, σχεδίασε έναν μηχανισμό κατ’ ιδίαν αντιστάθμισής του υπέρ των ιδιοκτητών οχημάτων που έχουν ταξινομηθεί στη Γερμανία, μέσω απαλλαγής από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων κατά ποσό τουλάχιστον ίσο με εκείνο που καταβλήθηκε για το τέλος αυτό.

65

Ωστόσο, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η άποψη του εν λόγω κράτους μέλους ότι η απαλλαγή αυτή αντανακλά τη μετάβαση σε σύστημα χρηματοδότησης των οδικών υποδομών από το σύνολο των χρηστών κατ’ εφαρμογήν των αρχών «ο χρήστης πληρώνει» και «ο ρυπαίνων πληρώνει».

66

Συγκεκριμένα, η ίδια η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αναγνώρισε με τα δικόγραφά της ότι, συνεπεία της απαλλαγής από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων της οποίας απολαύουν οι ιδιοκτήτες οχημάτων ταξινομημένων στη Γερμανία, οι εν λόγω ιδιοκτήτες, παρότι υποχρεούνται σε καταβολή του τέλους υποδομών, στην πραγματικότητα δεν υπόκεινται σε οποιαδήποτε επιπλέον επιβάρυνση από της θέσπισης του εν λόγω τέλους.

67

Βεβαίως, το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει ότι οι ως άνω ιδιοκτήτες συνεισέφεραν ήδη, πριν από τη θέσπιση του τέλους, στη χρηματοδότηση των οδικών υποδομών μέσω του φόρου επί των αυτοκινήτων οχημάτων και ότι ο μηχανισμός αντιστάθμισης σχεδιάστηκε έτσι ώστε να αποτραπεί η δυσανάλογη φορολογική επιβάρυνση. Ωστόσο, πέραν του ότι η ίδια η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τονίζει, σε γενικές γραμμές, ότι οι ομοσπονδιακές υποδομές χρηματοδοτούνται μέσω της φορολογίας, δεν εξέθεσε επακριβώς την έκταση της εν λόγω συνεισφοράς και, ως εκ τούτου, ουδόλως απέδειξε ότι η αντιστάθμιση που χορηγείται στους εν λόγω ιδιοκτήτες, υπό τη μορφή απαλλαγής από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων τουλάχιστον ισόποσης με το τέλος υποδομών, δεν υπερβαίνει την εν λόγω συνεισφορά και ότι ως εκ τούτου έχει πρόσφορο χαρακτήρα.

68

Επιπλέον, όσον αφορά τους ιδιοκτήτες οχημάτων ταξινομημένων στη Γερμανία, παρατηρείται ότι το τέλος υποδομών είναι σχεδιασμένο κατά τρόπο ώστε να μην εξαρτάται από την πραγματική χρήση των ομοσπονδιακών οδών από αυτούς. Έτσι, αφενός, το τέλος οφείλεται ακόμη και από τους ιδιοκτήτες που ουδέποτε χρησιμοποιούν τις ομοσπονδιακές οδούς. Αφετέρου, ο ιδιοκτήτης οχήματος το οποίο έχει ταξινομηθεί στη Γερμανία υπόκειται αυτομάτως στο ετήσιο τέλος και, ως εκ τούτου, δεν έχει τη δυνατότητα να επιλέξει αυτοκόλλητο σήμα μικρότερης ισχύος εάν αυτό ανταποκρίνεται καλύτερα στη συχνότητα χρήσης των εν λόγω οδών. Τα ως άνω στοιχεία, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι εν λόγω ιδιοκτήτες τυγχάνουν επίσης απαλλαγής από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων κατά ποσό τουλάχιστον ίσο με το καταβληθέν για το εν λόγω τέλος, καταδεικνύουν ότι η μετάβαση σε σύστημα χρηματοδότησης βασιζόμενο στις αρχές «ο χρήστης πληρώνει» και «ο ρυπαίνων πληρώνει» στην πραγματικότητα αφορά αποκλειστικά τους ιδιοκτήτες και τους οδηγούς οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας, ενώ η αρχή της χρηματοδότησης μέσω της φορολογίας εξακολουθεί να ισχύει για τους ιδιοκτήτες οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί στο εν λόγω κράτος μέλος.

69

Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι ο επίμαχος μηχανισμός αντιστάθμισης εισάγει διακρίσεις σε βάρος των ιδιοκτητών και οδηγών οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας, στον βαθμό που η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν απέδειξε ότι ο εν λόγω μηχανισμός ανταποκρίνεται στον ανακοινωθέντα από το κράτος μέλος σκοπό της μετάβασης από σύστημα χρηματοδότησης των υποδομών μέσω της φορολογίας σε σύστημα χρηματοδότησης από το σύνολο των χρηστών, δεδομένου ότι η μείωση του φόρου επί των αυτοκινήτων οχημάτων την οποία θέσπισε το εν λόγω κράτος μέλος στην πραγματικότητα συνεπάγεται απαλλαγή των ιδιοκτητών ταξινομημένων στη Γερμανία οχημάτων από το τέλος υποδομών.

70

Τρίτον, ο συνδυασμός των επίδικων εθνικών μέτρων δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να βασιστεί, ακόμη και κατ’ αναλογία, στην οδηγία για την ευρωβινιέτα.

71

Αρκεί να επισημανθεί συναφώς ότι καμία διάταξη της οδηγίας αυτής δεν επιτρέπει, κατά τη φορολόγηση των βαρέων φορτηγών οχημάτων για τη χρήση υποδομών, μηχανισμό αντιστάθμισης του τέλους υποδομών αντίστοιχο προς τον επίμαχο στην υπό κρίση υπόθεση. Πράγματι, πέραν του ότι το άρθρο 7ια της εν λόγω οδηγίας αναφέρεται μόνο σε «κατάλληλη αντιστάθμιση», η αντιστάθμιση αυτή πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να συνάδει προς το δίκαιο της Ένωσης.

72

Περαιτέρω, το επιχείρημα ότι προβλέπονται σε άλλα κράτη μέλη, στο πλαίσιο της οδηγίας για την ευρωβινιέτα, μοντέλα αντιστάθμισης του φόρου επί των αυτοκινήτων οχημάτων παρόμοια με το επίμαχο εν προκειμένω δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για να υποστηριχθεί ότι ο συνδυασμός των επίδικων εθνικών μέτρων συνάδει με το άρθρο 18 ΣΛΕΕ.

73

Τέλος, τρίτον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, έμμεση δυσμενής διάκριση λόγω ιθαγένειας μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο εάν στηρίζεται σε αντικειμενικές εκτιμήσεις, ανεξάρτητες της ιθαγένειας των οικείων προσώπων και ανάλογες προς τον σκοπό που επιδιώκει θεμιτώς το εθνικό δίκαιο (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2012, Επιτροπή κατά Αυστρίας, C‑75/11, EU:C:2012:605, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

74

Στο πλαίσιο αυτό, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επικαλείται, προκειμένου να δικαιολογήσει την έμμεση δυσμενή διάκριση που απορρέει από τον συνδυασμό των επίδικων εθνικών μέτρων, εκτιμήσεις σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος, τον επιμερισμό των βαρών μεταξύ των Γερμανών και των αλλοδαπών χρηστών, προκειμένου να διαφυλαχθεί η συνοχή του φορολογικού συστήματος, καθώς και σχετικά με τη μεταβολή του συστήματος χρηματοδότησης των υποδομών.

75

Όσον αφορά, καταρχάς, τις περιβαλλοντικές εκτιμήσεις, μολονότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η προστασία του περιβάλλοντος συνιστά θεμιτό σκοπό δυνάμενο να δικαιολογήσει διαφορετική μεταχείριση λόγω ιθαγένειας (βλ., κατ’ αναλογίαν, όσον αφορά τη δικαιολόγηση περιορισμών των θεμελιωδών ελευθεριών, απόφαση της 3ης Απριλίου 2014, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑428/12, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:218, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν αποδεικνύει εντούτοις με ποιον τρόπο η θέσπιση τέλους υποδομών, το οποίο εκ των πραγμάτων επιβαρύνει μόνο τους ιδιοκτήτες και τους οδηγούς οχημάτων ταξινομημένων σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας, είναι πρόσφορη για τη διασφάλιση του σκοπού αυτού.

76

Όσον αφορά, στη συνέχεια, τον σκοπό της μετάβασης από σύστημα χρηματοδότησης των υποδομών μέσω της φορολογίας σε σύστημα χρηματοδότησης από τους χρήστες, ακόμη και αν ο σκοπός αυτός θα μπορούσε να δικαιολογήσει μια διαφορετική μεταχείριση, από τις σκέψεις 64 έως 69 της παρούσας απόφασης προκύπτει ότι ο συνδυασμός των επίδικων εθνικών μέτρων δεν είναι κατάλληλος για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού.

77

Τέλος, το επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι επιβάλλεται η διαφύλαξη της συνοχής του φορολογικού καθεστώτος διά της δίκαιης κατανομής της επιβάρυνσης που αντιστοιχεί στο τέλος υποδομών δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 69 της παρούσας απόφασης, ο συνδυασμός των επίδικων εθνικών μέτρων καταλήγει, εκ των πραγμάτων, στην απαλλαγή από το εν λόγω τέλος των ιδιοκτητών οχημάτων που έχουν ταξινομηθεί στη Γερμανία και, ως εκ τούτου, στην επιβάρυνση με το τέλος αυτό μόνο των ιδιοκτητών και οδηγών οχημάτων που δεν έχουν ταξινομηθεί στο ως άνω κράτος μέλος.

78

Με βάση τις ανωτέρω εκτιμήσεις, πρέπει να γίνει δεκτή η πρώτη αιτίαση και να διαπιστωθεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεσπίζοντας το τέλος υποδομών και προβλέποντας, συγχρόνως, απαλλαγή των ιδιοκτητών οχημάτων που έχουν ταξινομηθεί στη Γερμανία από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων τουλάχιστον ισόποση με το καταβληθέν τέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 18 ΣΛΕΕ.

Επί της δεύτερης αιτίασης, η οποία αφορά παράβαση του άρθρου 18 ΣΛΕΕ απορρέουσα από τη διαμόρφωση και την εφαρμογή του τέλους υποδομών

Επιχειρήματα των διαδίκων

79

Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι αφ’ εαυτής η διαμόρφωση του τέλους υποδομών εισάγει δυσμενή διάκριση και, ως εκ τούτου, αντιβαίνει στο άρθρο 18, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Συναφώς, η Δημοκρατία της Αυστρίας υπογραμμίζει ότι ο InfrAG εισάγει, από πολλές απόψεις, διάκριση μεταξύ των ταξινομημένων στη Γερμανία οχημάτων και των ταξινομημένων στην αλλοδαπή οχημάτων.

80

Ειδικότερα, οι εξουσίες παρέμβασης που προβλέπονται στα άρθρα 11, 12 και 14 του InfrAG, δηλαδή οι τυχαίοι έλεγχοι, η είσπραξη εγγύησης και η απαγόρευση της συνέχισης του ταξιδίου, όπως επίσης και η εκ των υστέρων είσπραξη του τέλους υποδομών μέχρι του αντιτίμου του αυτοκόλλητου σήματος ετήσιας ισχύος ή μέχρι της διαφοράς μεταξύ του ήδη καταβληθέντος ποσού και του αντιτίμου του αυτοκόλλητου σήματος ετήσιας ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 12 του InfrAG, ισχύουν μόνο για τα ταξινομημένα στην αλλοδαπή οχήματα.

81

Επίσης, η επιβολή προστίμων σύμφωνα με το άρθρο 14 του InfrAG αφορά σε μεγάλο βαθμό τους ιδιοκτήτες και τους οδηγούς οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το ότι οι περιστάσεις που στοιχειοθετούν ορισμένες παραβάσεις, όπως η «ελλιπής καταβολή του τέλους», μπορούν να διαπιστωθούν μόνον όσον αφορά τους εν λόγω ιδιοκτήτες και οδηγούς.

82

Κατά τη Δημοκρατία της Αυστρίας, η απόφαση της 19ης Μαρτίου 2002, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑224/00, EU:C:2002:185, σκέψεις 16 έως 19), επιβεβαιώνει την ύπαρξη της διαφορετικής μεταχείρισης που προσάπτεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

83

Η Δημοκρατία της Αυστρίας αναγνωρίζει ότι ο σκοπός της εξασφάλισης της καταβολής του τέλους υποδομών το οποίο οφείλουν οι ιδιοκτήτες και οδηγοί οχημάτων ταξινομημένων σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας θα μπορούσε ενδεχομένως να δικαιολογήσει την προβαλλόμενη διαφορετική μεταχείριση όσον αφορά τις εξουσίες παρέμβασης και την επιβολή προστίμων. Αντιθέτως, ο σκοπός αυτός δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει μια τέτοια μεταχείριση όσον αφορά την εκ των υστέρων είσπραξη του τέλους υποδομών, κατά το άρθρο 12 του InfrAG. Συναφώς, η Δημοκρατία της Αυστρίας παραπέμπει επίσης στην απόφαση της 19ης Μαρτίου 2002, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑224/00, EU:C:2002:185, σκέψη 26).

84

Εν πάση περιπτώσει, οι συγκεκριμένοι τρόποι καταβολής του τέλους υποδομών αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας.

85

Συγκεκριμένα, όσον αφορά ειδικότερα την καταβολή εγγύησης, η Δημοκρατία της Αυστρίας υπενθυμίζει ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με τη σκέψη 43 της απόφασης της 26ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑514/03, EU:C:2006:63), καθόσον υπάρχει η δυνατότητα αναγκαστικής είσπραξης των προστίμων βάσει διατάξεων του δικαίου της Ένωσης ή διεθνών συνθηκών, η καταβολή εγγύησης βαίνει πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για να διασφαλιστεί η καταβολή του προστίμου. Συναφώς, η Δημοκρατία της Αυστρίας παραπέμπει στη συνθήκη για τη δικαστική συνεργασία σε διοικητικά θέματα μεταξύ της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

86

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διευκρινίζει ότι οι κανόνες για την εκτέλεση και τον έλεγχο της καταβολής του τέλους υποδομών εφαρμόζονται αδιακρίτως στους ιδιοκτήτες ταξινομημένων στη Γερμανία οχημάτων και στους ιδιοκτήτες και οδηγούς ταξινομημένων σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας οχημάτων.

87

Μολονότι το άρθρο 11, παράγραφος 7, του InfrAG προβλέπει υποχρέωση παροχής εγγύησης μόνο για τους ιδιοκτήτες και τους οδηγούς οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας, η υποχρέωση αυτή δικαιολογείται, κατά την άποψη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, στον βαθμό που οι αλλοδαποί οφειλέτες του τέλους υποδομών δεν υπόκεινται στον έλεγχο της αρμόδιας για το εν λόγω τέλος διοικητικής αρχής ή της αρμόδιας διοικητικής αρχής ελέγχου, αφού εγκαταλείψουν τη γερμανική επικράτεια. Εξάλλου, η παροχή εγγύησης δεν είναι υποχρεωτική, το δε ύψος της δεν είναι δυσανάλογο.

88

Όσον αφορά την απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Ισπανίας (C‑514/03, EU:C:2006:63), στην οποία παραπέμπει η Δημοκρατία της Αυστρίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τονίζει ότι, με την ως άνω απόφαση, το Δικαστήριο δεν έκρινε γενικώς ότι η απαίτηση παροχής εγγύησης είναι δυσανάλογη δεδομένου του παρόντος σταδίου εξέλιξης της διασυνοριακής συνεργασίας στον τομέα της δικαιοσύνης, αλλά, αντιθέτως, απαίτησε, για λόγους αναλογικότητας, να λαμβάνεται υπόψη η σύσταση εγγύησης που έχει ήδη καταβληθεί στο κράτος μέλος προέλευσης, όπερ δεν έχει συμβεί στην προκειμένη περίπτωση.

89

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η εκ των υστέρων είσπραξη του τέλους υποδομών μέχρι του αντιτίμου του αυτοκόλλητου σήματος ετήσιας ισχύος ή της διαφοράς μεταξύ του ήδη καταβληθέντος ποσού και του αντιτίμου του αυτοκόλλητου σήματος ετήσιας ισχύος σκοπεί να διασφαλίσει ότι το οφειλόμενο τέλος όντως θα καταβληθεί και ότι τελεί σε αναλογία προς τον ως άνω σκοπό. Στο πλαίσιο αυτό, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρατηρεί ότι οι ιδιοκτήτες και οι οδηγοί οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας δεν τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης από τους ιδιοκτήτες οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί στη Γερμανία, οι οποίοι, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να καταβάλλουν το αντίτιμο του αυτοκόλλητου σήματος ετήσιας ισχύος.

90

Τέλος, όσον αφορά το προβλεπόμενο πρόστιμο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις σχετικά με το τέλος υποδομών, το πρόστιμο αυτό δεν εισάγει δυσμενείς διακρίσεις ούτε είναι δυσανάλογο. Συναφώς, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επισημαίνει ότι η επιβολή τέτοιου προστίμου δεν έχει αυτόματο χαρακτήρα και εξακολουθεί να υπόκειται στην αρχή της απαγόρευσης λήψης υπερβολικών μέτρων.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

91

Επιβάλλεται να εξακριβωθεί εάν οι διατάξεις του InfrAG περί τυχαίων ελέγχων, απαγόρευσης της συνέχισης του ταξιδίου με το οικείο όχημα, εκ των υστέρων είσπραξης του τέλους υποδομών, ενδεχόμενης επιβολής προστίμου καθώς και καταβολής εγγύησης εισάγουν διακρίσεις σε βάρος των ιδιοκτητών και των οδηγών οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, κατά πόσον τούτο μπορεί να δικαιολογηθεί.

92

Συναφώς, όσον αφορά, πρώτον, τις διατάξεις του InfrAG περί τυχαίων ελέγχων, απαγόρευσης της συνέχισης του ταξιδίου και ενδεχόμενης επιβολής προστίμου σε περίπτωση παράβασης της υποχρέωσης καταβολής του οφειλόμενου τέλους υποδομών, είναι σημαντικό να διαπιστωθεί ότι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 80 και 81 των προτάσεών του, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή μόνον όσον αφορά τους ιδιοκτήτες και τους οδηγούς οχημάτων ταξινομημένων σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας.

93

Αντιθέτως, από το γράμμα των εν λόγω διατάξεων προκύπτει ότι τόσο οι ιδιοκτήτες οχημάτων ταξινομημένων στη Γερμανία όσο και οι ιδιοκτήτες και οδηγοί οχημάτων ταξινομημένων σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας είναι δυνατό να υποβληθούν σε τυχαίους ελέγχους, προκειμένου να εξακριβωθεί κατά πόσον έχουν συμμορφωθεί με την υποχρέωση καταβολής του οφειλόμενου τέλους υποδομών και, σε αντίθετη περίπτωση, να τους απαγορευθεί η συνέχιση του ταξιδίου με το οικείο όχημα και να τους επιβληθεί πρόστιμο, όπως υποστήριξε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με τις παρατηρήσεις της.

94

Εξάλλου, η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν απέδειξε ότι οι διατάξεις του InfrAG ως προς το σημείο αυτό, μολονότι έχουν διατυπωθεί κατά τρόπο ουδέτερο, θέτουν σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση τους ιδιοκτήτες και τους οδηγούς οχημάτων ταξινομημένων σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας.

95

Ως προς το τελευταίο σημείο, όσον αφορά τις διατάξεις περί επιβολής προστίμων, πρέπει να σημειωθεί, αφενός, ότι, σε αντίθεση με ό,τι υποστηρίζει η Δημοκρατία της Αυστρίας, το γεγονός ότι οι περιστάσεις που στοιχειοθετούν ορισμένες παραβάσεις, όπως η ελλιπής καταβολή του τέλους ή η εσφαλμένη παροχή πληροφοριών, μπορούν να διαπιστωθούν μόνον όσον αφορά τους ιδιοκτήτες και τους οδηγούς οχημάτων ταξινομημένων σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας ουδόλως ενισχύει το επιχείρημα ότι οι διατάξεις αυτές θίγουν κυρίως τους συγκεκριμένους οδηγούς και ιδιοκτήτες.

96

Πράγματι, το γεγονός αυτό αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια των αντικειμενικών διαφορών που υφίστανται μεταξύ των ιδιοκτητών οχημάτων ταξινομημένων στη Γερμανία και των ιδιοκτητών και οδηγών οχημάτων ταξινομημένων σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας όσον αφορά τόσο τον καθορισμό του αντιτίμου του τέλους υποδομών όσο και την καταβολή του. Συναφώς, ενώ οι ιδιοκτήτες οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί στη Γερμανία είναι υποχρεωμένοι να προκαταβάλλουν το τέλος, υπό τη μορφή αυτοκόλλητου σήματος ετήσιας ισχύος το οποίο αποκτάται με την ταξινόμηση των οχημάτων, μέχρι ποσού καθοριζόμενου αυτεπαγγέλτως από την αρμόδια αρχή, οι ιδιοκτήτες και οι οδηγοί οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας υποχρεούνται σε καταβολή του εν λόγω τέλους μόνο όταν χρησιμοποιούν τους γερμανικούς αυτοκινητοδρόμους, αφού διασχίσουν τα σύνορα, υπό τη μορφή αυτοκόλλητου σήματος με διάρκεια που ποικίλλει, ανάλογα με την επιλογή του οικείου χρήστη, και μέχρι ποσού καθοριζόμενου βάσει των πληροφοριών που παρέχει ο χρήστης.

97

Αφετέρου, η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν παρέσχε καμία ένδειξη σχετικά με το ύψος των τυχόν προστίμων που επιβάλλονται για παραβάσεις οι οποίες μπορούν να διαπραχθούν μόνον από τους ιδιοκτήτες και τους οδηγούς οχημάτων ταξινομημένων σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας, οπότε δεν αποδεικνύεται με βάση τα στοιχεία της δικογραφίας ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το ύψος αυτό είναι δυσανάλογο προς τη σοβαρότητα των παραβάσεων.

98

Δεύτερον, όσον αφορά την κατά το άρθρο 12 του InfrAG εκ των υστέρων είσπραξη του μη καταβληθέντος τέλους υποδομών μέχρι του αντιτίμου του αυτοκόλλητου σήματος ετήσιας ισχύος στην περίπτωση χρήσης των γερμανικών αυτοκινητοδρόμων χωρίς έγκυρο αυτοκόλλητο ή μέχρι της διαφοράς μεταξύ του ήδη καταβληθέντος ποσού και του αντιτίμου του αυτοκόλλητου σήματος ετήσιας ισχύος στην περίπτωση χρήσης των γερμανικών αυτοκινητοδρόμων με εξαιρετικά σύντομης χρονικής ισχύος αυτοκόλλητο σήμα, η διάταξη αυτή δεν εισάγει δυσμενείς διακρίσεις, στον βαθμό που οι ιδιοκτήτες οχημάτων ταξινομημένων στη Γερμανία υποχρεούνται και αυτοί να καταβάλουν το αντίτιμο του αυτοκόλλητου σήματος ετήσιας ισχύος.

99

Εξάλλου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η διάταξη αυτή εισάγει διαφορετική μεταχείριση σε βάρος των ιδιοκτητών και οδηγών οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας, η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται από τον σκοπό της εξασφάλισης της πραγματικής καταβολής του οφειλόμενου τέλους υποδομών. Πράγματι, πέραν του ότι η διάταξη αυτή καθιστά δυνατή την επίτευξη του ως άνω σκοπού, η υποχρέωση των ιδιοκτητών και των οδηγών οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας να καταβάλουν, σε περίπτωση παράβασης, το τέλος υποδομών μέχρι του αντιτίμου του αυτοκόλλητου σήματος ετήσιας ισχύος ή μέχρι της διαφοράς μεταξύ του αντιτίμου του αυτοκόλλητου σήματος ετήσιας ισχύος και του ήδη καταβληθέντος ποσού δεν φαίνεται να είναι δυσανάλογη, δεδομένου ότι οι γερμανικές αρχές οι οποίες διαπιστώνουν, κατά τη διενέργεια τυχαίου ελέγχου, παράβαση της υποχρέωσης απόκτησης αυτοκόλλητου σήματος για τη χρήση των γερμανικών αυτοκινητοδρόμων δεν είναι εν γένει σε θέση να γνωρίζουν το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο παραβάτης έκανε παρανόμως χρήση αυτών των οδών χωρίς να διαθέτει το προβλεπόμενο αυτοκόλλητο σήμα.

100

Τρίτον, όσον αφορά την κατά το άρθρο 11, παράγραφος 7, του InfrAG δυνατότητα των αρχών οι οποίες διαπιστώνουν, κατά τη διάρκεια τυχαίου ελέγχου, παράβαση της υποχρέωσης καταβολής του οφειλόμενου τέλους υποδομών να εισπράξουν ως εγγύηση ποσό ίσο προς το επιβληθέν πρόστιμο και τα έξοδα της διοικητικής διαδικασίας, είναι αληθές, όπως επιβεβαίωσε και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με τις παρατηρήσεις της, ότι η δυνατότητα αυτή προβλέπεται μόνο έναντι των παραβατών που χρησιμοποιούν όχημα ταξινομημένο σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Γερμανίας. Κατά συνέπεια, η εν λόγω διάταξη εισάγει διαφορετική μεταχείριση σε βάρος των τελευταίων.

101

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει, ωστόσο, ότι η εν λόγω διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται από την ανάγκη να εξασφαλιστεί η καταβολή των προστίμων που επιβάλλονται στους παραβάτες που χρησιμοποιούν όχημα ταξινομημένο σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Γερμανίας, δεδομένης της δυσκολίας είσπραξης των εν λόγω απαιτήσεων όταν οι παραβάτες εγκαταλείψουν τη γερμανική επικράτεια.

102

Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η μη ύπαρξη συμβάσεων που να διασφαλίζουν την εκτέλεση ποινικής κύρωσης σε άλλο κράτος μέλος πλην του κράτους έκδοσης της απόφασης αυτής δικαιολογεί αντικειμενικά τη διαφορετική μεταχείριση των παραβατών κατοίκων ημεδαπής και κατοίκων αλλοδαπής και ότι η υποχρέωση καταβολής ενός ποσού ως εγγύησης, που επιβάλλεται μόνον στους παραβάτες κατοίκους αλλοδαπής, είναι κατάλληλη για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να αποφύγουν την επιβολή κύρωσης, δηλώνοντας απλώς ότι δεν συναινούν στην άμεση είσπραξη του προστίμου (απόφαση της 19ης Μαρτίου 2002, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C‑224/00, EU:C:2002:185, σκέψη 21).

103

Υπό το πρίσμα της νομολογίας αυτής, διαπιστώνεται ότι ο σκοπός της εξασφάλισης της πληρωμής των προστίμων που επιβάλλονται στους παραβάτες οι οποίοι χρησιμοποιούν όχημα ταξινομημένο σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Γερμανίας, τον οποίο επιδιώκει η δυνατότητα να υποχρεωθούν οι παραβάτες αυτοί να καταβάλουν εγγύηση, δικαιολογεί την εντεύθεν προκύπτουσα διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των εν λόγω παραβατών και των παραβατών που χρησιμοποιούν όχημα ταξινομημένο στη Γερμανία.

104

Η ύπαρξη διμερούς συμφωνίας για τη δικαστική και διοικητική συνεργασία μεταξύ της Δημοκρατίας της Αυστρίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω, δεδομένου ότι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 97 των προτάσεών του, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν έχει συνάψει παρόμοιες συμφωνίες με το σύνολο των άλλων κρατών μελών.

105

Στον βαθμό που η δυνατότητα να απαιτείται η καταβολή ποσού ως εγγύησης επιτρέπει την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, απομένει να εξακριβωθεί κατά πόσον η απαίτηση αυτή βαίνει πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

106

Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, αφενός, όπως προκύπτει σαφώς από το γράμμα του άρθρου 11, παράγραφος 7, του InfrAG και όπως εξέθεσε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με τις παρατηρήσεις της, σε περίπτωση διαπίστωσης, κατά τη διάρκεια τυχαίου ελέγχου, ότι υπάρχει παράβαση των εθνικών διατάξεων σχετικά με το τέλος υποδομών, οι γερμανικές αρχές δικαιούνται, χωρίς να υποχρεούνται, να απαιτούν από τον παραβάτη που χρησιμοποιεί όχημα ταξινομημένο σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Γερμανίας και αρνείται να καταβάλει αμέσως το επιβληθέν πρόστιμο να καταβάλει εγγύηση ώστε να διασφαλιστεί η πληρωμή του προστίμου.

107

Στον βαθμό που η καταβολή εγγύησης δεν απαιτείται αυτομάτως από όλους τους παραβάτες, ευλόγως τεκμαίρεται ότι οι αρμόδιες αρχές θα επιβάλουν την απαίτηση αυτή μόνο όταν, σε συνάρτηση με τις ατομικές περιστάσεις, υπάρχει κίνδυνος να καταστεί αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερής η είσπραξη του επιβληθέντος προστίμου. Εν πάση περιπτώσει, η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προσκόμισε στοιχεία ικανά να θέσουν υπό αμφισβήτηση το τεκμήριο αυτό.

108

Αφετέρου, πρέπει να σημειωθεί ότι το ποσό που καθορίζεται ως εγγύηση περιορίζεται μόνο στο επιβληθέν πρόστιμο και στα έξοδα της διοικητικής διαδικασίας.

109

Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν προκύπτει ότι η διαφορετική μεταχείριση που απορρέει από τη δυνατότητα να απαιτείται η καταβολή εγγύησης από τους παραβάτες που χρησιμοποιούν όχημα ταξινομημένο σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Γερμανίας, ώστε να διασφαλιστεί η πληρωμή του επιβληθέντος προστίμου, δεν τελεί σε αναλογία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.

110

Κατόπιν των ανωτέρω, η δεύτερη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.

Επί της τρίτης αιτίασης, η οποία αφορά παράβαση των άρθρων 34 και 56 ΣΛΕΕ

Επιχειρήματα των διαδίκων

111

Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι τα επίδικα εθνικά μέτρα είναι ικανά να έχουν επιπτώσεις στις διασυνοριακές παραδόσεις αγαθών που πραγματοποιούνται με επιβατηγά αυτοκίνητα οχήματα συνολικού βάρους έως 3,5 τόνους τα οποία υπόκεινται στο τέλος υποδομών, καθώς και την παροχή υπηρεσιών από μη μόνιμους κατοίκους ή ακόμη την παροχή υπηρεσιών σε μη μόνιμους κατοίκους, με αποτέλεσμα τα εν λόγω μέτρα να αντιβαίνουν στις αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.

112

Παραπέμποντας στα επιχειρήματα που ανέπτυξε στο πλαίσιο της πρώτης και της δεύτερης αιτίασης, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι τα επίδικα εθνικά μέτρα εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις και επίσης συνιστούν παράνομους περιορισμούς των θεμελιωδών ελευθεριών που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη.

113

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι το τέλος υποδομών επηρεάζει τον δίαυλο διανομής των προς πώληση προϊόντων και, ως εκ τούτου, αποτελεί μορφή πώλησης, κατά την έννοια της απόφασης της 24ης Νοεμβρίου 1993, Keck και Mithouard (C‑267/91 και C‑268/91, EU:C:1993:905), η οποία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 34 ΣΛΕΕ, καθόσον δεν εισάγει εμφανή ή συγκεκαλυμμένη δυσμενή διάκριση.

114

Περαιτέρω, κατά την άποψή της, η απαλλαγή από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων δεν έχει διασυνοριακό χαρακτήρα, καθώς αφορά μόνο τους ημεδαπούς και, ως εκ τούτου, δεν ισοδυναμεί με μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την εισαγωγή.

115

Εν πάση περιπτώσει, η σχέση μεταξύ της επιβολής τέλους υποδομών για τα επιβατηγά αυτοκίνητα οχήματα και των ενδεχόμενων εμποδίων στην πρόσβαση στην αγορά για τα εμπορεύματα που μεταφέρονται με τα οχήματα αυτά έχει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, και ιδίως την απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 1993, CMC Motorradcenter (C‑93/92, EU:C:1993:838), υπερβολικά υποθετικό και έμμεσο χαρακτήρα ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή η ύπαρξη εμποδίου στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, κατά την έννοια του άρθρου 34 ΣΛΕΕ.

116

Περαιτέρω, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι το τέλος υποδομών δεν αντιβαίνει στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 56 ΣΛΕΕ. Συγκεκριμένα, κατά την άποψή της, δεν υπάρχει πραγματικός περιορισμός της πρόσβασης, στη γερμανική αγορά, των παρεχόντων υπηρεσίες και των αποδεκτών υπηρεσιών που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη της Ένωσης, δεδομένου ότι ο αντίκτυπος των επίδικων μέτρων επί του κόστους των οικείων υπηρεσιών είναι οριακός.

117

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπενθυμίζει ότι τα μέτρα των οποίων το μόνο αποτέλεσμα είναι να καθιστούν οικονομικά επαχθέστερη τη συγκεκριμένη παροχή υπηρεσιών και τα οποία πλήττουν εξίσου την παροχή υπηρεσιών μεταξύ κρατών μελών και την παροχή υπηρεσιών στο εσωτερικό ενός μόνο κράτους μέλους δεν καλύπτονται από το άρθρο 56 ΣΛΕΕ (απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, Mobistar και Belgacom Mobile, C‑544/03 και C‑545/03, EU:C:2005:518, σκέψη 31). Συναφώς, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπογραμμίζει ότι οι παρέχοντες υπηρεσίες και οι αποδέκτες υπηρεσιών που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη δεν υφίστανται, λόγω της θέσπισης του τέλους υποδομών και της ταυτόχρονης απαλλαγής από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων, έμμεσες διακρίσεις σε σχέση με τους Γερμανούς παρέχοντες υπηρεσίες και αποδέκτες των ίδιων υπηρεσιών.

118

Τέλος, το Βασίλειο της Δανίας παρατηρεί ότι το άρθρο 7ια της οδηγίας για την ευρωβινιέτα κατ’ ανάγκη προϋποθέτει ότι η πρόβλεψη τελών χρήσης για τα βαρέα φορτηγά οχήματα, με ταυτόχρονη αντιστάθμιση για τις ημεδαπές μεταφορικές επιχειρήσεις, που είναι ικανή να επηρεάσει εμμέσως την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, δεν αντιβαίνει στα άρθρα 34 και 56 ΣΛΕΕ. Κατά την άποψή του, είναι θεμελιωδώς αντίθετο προς τις αρχές που αποτελούν το έρεισμα του εν λόγω άρθρου 7ια το να μην υπάρχει δυνατότητα θέσπισης κανενός τέτοιου συστήματος αντιστάθμισης εκτός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου αυτού.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

– Επί της υπάρξεως περιορισμού στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων

119

Πρέπει να υπομνησθεί ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών είναι θεμελιώδης αρχή της Συνθήκης ΛΕΕ, η οποία εκφράζεται με την επιβαλλόμενη από το άρθρο 34 ΣΛΕΕ απαγόρευση των ποσοτικών περιορισμών επί των εισαγωγών μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και κάθε μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος (απόφαση της 27ης Απριλίου 2017, Noria Distribution, C‑672/15, EU:C:2017:310, σκέψη 17 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

120

Κατά πάγια νομολογία, η επιβαλλόμενη με το άρθρο 34 ΣΛΕΕ απαγόρευση μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς κατά την εισαγωγή αφορά κάθε μέτρο των κρατών μελών ικανό να εμποδίσει, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το εμπόριο εντός της Ένωσης (απόφαση της 3ης Απριλίου 2014, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑428/12, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:218, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

121

Εξάλλου, ένα μέτρο, ακόμη και αν δεν έχει ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα τη δυσμενέστερη μεταχείριση των προϊόντων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, εμπίπτει επίσης στην έννοια του «μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς», κατά το άρθρο 34 ΣΛΕΕ, εάν παρακωλύει την πρόσβαση, στην αγορά κράτους μέλους, των προϊόντων καταγωγής άλλων κρατών μελών (απόφαση της 3ης Απριλίου 2014, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑428/12, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:218, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

122

Τέλος, κατά πάγια νομολογία, εθνική ρύθμιση η οποία αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς δικαιολογείται ενδεχομένως από έναν από τους λόγους γενικού συμφέροντος που απαριθμούνται στο άρθρο 36 ΣΛΕΕ ή από επιτακτικές ανάγκες. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η εθνική διάταξη πρέπει να είναι ικανή να διασφαλίζει την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και να μη βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του ως άνω σκοπού (αποφάσεις της 6ης Σεπτεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Βελγίου, C‑150/11, EU:C:2012:539, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, καθώς και της 12ης Νοεμβρίου 2015, Visnapuu, C‑198/14, EU:C:2015:751, σκέψη 110).

123

Υπό το πρίσμα της νομολογίας αυτής, πρέπει να εξακριβωθεί κατά πόσον τα επίδικα εθνικά μέτρα θίγουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.

124

Στο πλαίσιο της εξακρίβωσης αυτής, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 46 της παρούσας απόφασης, η σύνδεση μεταξύ των εν λόγω μέτρων δικαιολογεί την από κοινού εκτίμησή τους υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης και, ως εκ τούτου, του άρθρου 34 ΣΛΕΕ.

125

Συναφώς, θα πρέπει καταρχάς να επισημανθεί ότι, ακόμη και αν το τέλος υποδομών δεν επιβάλλεται σε αυτά καθεαυτά τα μεταφερόμενα προϊόντα, ενδέχεται, ωστόσο, να επηρεάσει τα εμπορεύματα που παραδίδονται με επιβατηγά αυτοκίνητα οχήματα βάρους έως 3,5 τόνους τα οποία έχουν ταξινομηθεί σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Γερμανίας, μετά τη διέλευση των συνόρων, και πρέπει συνεπώς να εξεταστεί, σε συνδυασμό με την απαλλαγή από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων, υπό το πρίσμα των εφαρμοζόμενων διατάξεων σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.

126

Ακολούθως, βάσει των εκτιμήσεων στις σκέψεις 48 και 49 της παρούσας απόφασης διαπιστώνεται ότι, μολονότι το τέλος υποδομών ισχύει τυπικά τόσο για τα εμπορεύματα που παραδίδονται με οχήματα ταξινομημένα στη Γερμανία όσο και για τα εμπορεύματα που παραδίδονται με οχήματα ταξινομημένα σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Γερμανίας, προκύπτει εντούτοις ότι, λόγω της απαλλαγής από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων που προβλέπεται για την πρώτη κατηγορία εμπορευμάτων, το εν λόγω τέλος στην πραγματικότητα είναι πιθανό να επηρεάσει μόνο τη δεύτερη κατηγορία εμπορευμάτων. Κατά συνέπεια, λόγω της συνδυασμένης εφαρμογής των επίδικων εθνικών μέτρων, τα εμπορεύματα αυτής της δεύτερης κατηγορίας υφίστανται λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση σε σχέση με τα εμπορεύματα που παραδίδονται με οχήματα ταξινομημένα στη Γερμανία.

127

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι τα επίδικα εθνικά μέτρα είναι ικανά να εμποδίσουν την πρόσβαση προϊόντων καταγωγής άλλων κρατών μελών στη γερμανική αγορά. Συγκεκριμένα, το τέλος υποδομών στο οποίο υπόκεινται, στην πραγματικότητα, μόνο τα οχήματα τα οποία μεταφέρουν τα προϊόντα αυτά ενδέχεται να αυξήσει το κόστος μεταφοράς και, κατά συνέπεια, την τιμή των εν λόγω προϊόντων, επηρεάζοντας έτσι την ανταγωνιστικότητά τους.

128

Το επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι το τέλος υποδομών αποτελεί μόνο μορφή πώλησης, κατά την έννοια της απόφασης της 24ης Νοεμβρίου 1993, Keck και Mithouard (C‑267/91 και C‑268/91, EU:C:1993:905), δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

129

Πράγματι, δεδομένου ότι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 118 των προτάσεών του, η έννοια των «μορφών πώλησης» καλύπτει μόνον τις εθνικές διατάξεις που ρυθμίζουν τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να διατεθούν στην αγορά τα προϊόντα, οι κανόνες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο αυτά μεταφέρονται δεν εμπίπτουν στην έννοια αυτή.

130

Περαιτέρω δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι τα τυχόν περιοριστικά αποτελέσματα του τέλους υποδομών έχουν υπερβολικά υποθετικό και εξαιρετικό χαρακτήρα ώστε να συνιστούν παράβαση του άρθρου 34 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως την απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 1993, CMC Motorradcenter (C‑93/92, EU:C:1993:838).

131

Στο πλαίσιο αυτό, αρκεί η διαπίστωση ότι, δεδομένων των συνεπειών των επίδικων εθνικών μέτρων που περιγράφονται στη σκέψη 127 της παρούσας απόφασης, δεν μπορεί ευλόγως να υποστηριχθεί ότι τα περιοριστικά αποτελέσματα των μέτρων αυτών έχουν υπερβολικά υποθετικό και εξαιρετικό χαρακτήρα ώστε να συνιστούν παράβαση του άρθρου 34 ΣΛΕΕ.

132

Υπό τις συνθήκες αυτές, συνάγεται ότι τα επίδικα εθνικά μέτρα συνιστούν περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων ο οποίος αντιβαίνει στο άρθρο 34 ΣΛΕΕ, εκτός εάν δικαιολογείται αντικειμενικά.

133

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν επικαλέστηκε συναφώς λόγο δυνάμενο να δικαιολογήσει τον περιορισμό αυτό. Εν πάση περιπτώσει, η επιχειρηματολογία που προέβαλε το εν λόγω κράτος μέλος, προς αντίκρουση της πρώτης αιτίασης, προκειμένου να δικαιολογήσει τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των ιδιοκτητών οχημάτων ταξινομημένων στη Γερμανία και των ιδιοκτητών και οδηγών οχημάτων ταξινομημένων σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας, δεν είναι ικανή να δικαιολογήσει τον εν λόγω περιορισμό, για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στις σκέψεις 75 έως 77 της παρούσας απόφασης.

134

Κατά συνέπεια, τα επίδικα εθνικά μέτρα συνιστούν περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, κατά παράβαση του άρθρου 34 ΣΛΕΕ.

– Όσον αφορά την ύπαρξη περιορισμού στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών

135

Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 56 ΣΛΕΕ απαγορεύει την εφαρμογή οποιασδήποτε εθνικής ρύθμισης που έχει ως αποτέλεσμα να καθίσταται η παροχή υπηρεσιών μεταξύ κρατών μελών δυσκολότερη απ’ ό,τι η παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιείται αποκλειστικώς στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους (απόφαση της 28ης Απριλίου 1998, Kohll, C‑158/96, EU:C:1998:171, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

136

Συνιστούν περιορισμούς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών τα εθνικά μέτρα που απαγορεύουν, παρακωλύουν ή καθιστούν λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελευθερίας αυτής (απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, TTL, C‑553/16, EU:C:2018:604, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

137

Αντιθέτως, το άρθρο 56 ΣΛΕΕ δεν καλύπτει τα μέτρα των οποίων το μόνο αποτέλεσμα είναι να καθιστούν οικονομικά επαχθέστερη τη συγκεκριμένη παροχή υπηρεσιών και τα οποία πλήττουν εξίσου την παροχή υπηρεσιών μεταξύ κρατών μελών και την παροχή υπηρεσιών στο εσωτερικό ενός μόνο κράτους μέλους (απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, Mobistar και Belgacom Mobile, C‑544/03 και C‑545/03, EU:C:2005:518, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

138

Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών περιλαμβάνει όχι μόνον την ελευθερία ενεργητικής παροχής υπηρεσιών στο πλαίσιο της οποίας ο παρέχων τις υπηρεσίες μεταβαίνει προς τον αποδέκτη, αλλά και την ελευθερία παθητικής παροχής υπηρεσιών, δηλαδή την ελευθερία των αποδεκτών των υπηρεσιών να μεταβαίνουν σε άλλο κράτος μέλος, όπου βρίσκεται ο παρέχων τις υπηρεσίες, για να αποδεχθούν τις υπηρεσίες αυτές (πρβλ. αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου 1989, Cowan, 186/87, EU:C:1989:47, σκέψη 15, καθώς και της 11ης Σεπτεμβρίου 2007, Schwarz και Gootjes-Schwarz, C‑76/05, EU:C:2007:492, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

139

Τέλος, από τη νομολογία του Δικαστηρίου απορρέει ότι περιορισμός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν μπορεί να γίνει δεκτός παρά μόνον αν με αυτόν επιδιώκεται θεμιτός σκοπός συμβατός προς τη Συνθήκη ΛΕΕ και αν δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, εφόσον, σε μια τέτοια περίπτωση, είναι πρόσφορος για την εξασφάλιση της υλοποίησης του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξή του (απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, TTL, C‑553/16, EU:C:2018:604, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

140

Υπό το πρίσμα της νομολογίας αυτής πρέπει να εξεταστεί εάν τα επίδικα εθνικά μέτρα, τα οποία εκτιμήθηκαν από κοινού, θίγουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.

141

Συναφώς, δεν αμφισβητείται ότι οι παρέχοντες υπηρεσίες οι οποίοι μεταβαίνουν στη Γερμανία προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, με όχημα βάρους έως 3,5 τόνους ταξινομημένο σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Γερμανίας, υπόκεινται στο τέλος υποδομών και ότι η πλειονότητα των εν λόγω παρεχόντων υπηρεσίες είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Γερμανίας, ενώ οι παρέχοντες υπηρεσίες στη Γερμανία οι οποίοι, για τους σκοπούς της αυτής παροχής, μετακινούνται με όχημα ταξινομημένο στο ίδιο κράτος μέλος είναι κατά κύριο λόγο εγκατεστημένοι στη Γερμανία.

142

Επίσης, δεν αμφισβητείται ότι οι αποδέκτες υπηρεσιών οι οποίοι μεταβαίνουν στη Γερμανία με όχημα ταξινομημένο σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Γερμανίας, προκειμένου να τους παρασχεθούν οι οικείες υπηρεσίες, υπόκεινται στο εν λόγω τέλος και ότι οι αποδέκτες αυτοί προέρχονται κατά κύριο λόγο από άλλο κράτος μέλος εκτός της Γερμανίας, ενώ οι αποδέκτες υπηρεσιών που παρέχονται στη Γερμανία οι οποίοι, προκειμένου να τους παρασχεθούν οι εν λόγω υπηρεσίες, μετακινούνται με όχημα ταξινομημένο στη Γερμανία προέρχονται συνήθως από αυτό το κράτος μέλος.

143

Εξάλλου, βάσει των εκτιμήσεων στις σκέψεις 48 και 49 της παρούσας απόφασης διαπιστώνεται ότι, λόγω της απαλλαγής από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων της οποίας απολαύουν οι εγκατεστημένοι στη Γερμανία παρέχοντες υπηρεσίες και αποδέκτες υπηρεσιών, το τέλος υποδομών επιβαρύνει μόνον τους προερχόμενους από άλλο κράτος μέλος παρέχοντες υπηρεσίες και αποδέκτες υπηρεσιών.

144

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι τα επίδικα εθνικά μέτρα είναι ικανά να εμποδίσουν την πρόσβαση, στη γερμανική αγορά, των παρεχόντων υπηρεσίες και των αποδεκτών υπηρεσιών που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος εκτός της Γερμανίας. Πράγματι, το τέλος υποδομών είναι ικανό, λόγω της απαλλαγής από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων που αποτελεί μέρος των επίδικων εθνικών μέτρων, είτε να αυξήσει το κόστος των υπηρεσιών που παρέχουν εντός Γερμανίας οι εν λόγω παρέχοντες υπηρεσίες είτε να αυξήσει το κόστος που αντιπροσωπεύει για τους εν λόγω αποδέκτες υπηρεσιών η μετάβαση σε αυτό το κράτος μέλος προκειμένου να τους παρασχεθεί εκεί υπηρεσία.

145

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μπορεί να στηριχθεί στη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 117 της παρούσας απόφασης προκειμένου να αποδείξει ότι δεν υπάρχει εμπόδιο στην προκειμένη περίπτωση.

146

Πράγματι, η νομολογία αυτή εφαρμόζεται μόνον όταν τα επίδικα εθνικά μέτρα πλήττουν εξίσου την παροχή υπηρεσιών μεταξύ κρατών μελών και την παροχή υπηρεσιών στο εσωτερικό ενός μόνο κράτους μέλους, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

147

Υπό τις συνθήκες αυτές, συνάγεται ότι τα επίδικα εθνικά μέτρα συνιστούν περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ο οποίος αντιβαίνει στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ, εκτός εάν δικαιολογείται αντικειμενικά.

148

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν επικαλέστηκε συναφώς λόγο δυνάμενο να δικαιολογήσει τον περιορισμό αυτό. Εν πάση περιπτώσει, η επιχειρηματολογία που προέβαλε το εν λόγω κράτος μέλος, σε αντίκρουση της πρώτης αιτίασης, προκειμένου να δικαιολογήσει τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των ιδιοκτητών οχημάτων ταξινομημένων στη Γερμανία και των ιδιοκτητών και οδηγών οχημάτων ταξινομημένων σε άλλα κράτη μέλη εκτός της Γερμανίας, δεν είναι ικανή να δικαιολογήσει τον εν λόγω περιορισμό, για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στις σκέψεις 75 έως 77 της παρούσας απόφασης.

149

Κατά συνέπεια, τα επίδικα εθνικά μέτρα συνιστούν περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, κατά παράβαση του άρθρου 56 ΣΛΕΕ.

150

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτή η τρίτη αιτίαση και να διαπιστωθεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεσπίζοντας το τέλος υποδομών και προβλέποντας, συγχρόνως, απαλλαγή των ιδιοκτητών οχημάτων που έχουν ταξινομηθεί στη Γερμανία από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων τουλάχιστον ισόποση με το καταβληθέν τέλος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 34 και 56 ΣΛΕΕ.

Επί της τέταρτης αιτίασης, η οποία αφορά παράβαση του άρθρου 92 ΣΛΕΕ

Επιχειρήματα των διαδίκων

151

Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι η γερμανική νομοθεσία συνιστά παράβαση του άρθρου 92 ΣΛΕΕ, το οποίο απαγορεύει τις διακρίσεις στον τομέα των μεταφορών, το οποίο αποκλείει κάθε δυνατότητα δικαιολόγησης και το πεδίο εφαρμογής του οποίου καλύπτει την εμπορική μεταφορά εμπορευμάτων με λεωφορείο ή τη μεταφορά εμπορευμάτων με επιβατηγά αυτοκίνητα οχήματα βάρους έως 3,5 τόνους.

152

Η Δημοκρατία της Αυστρίας επισημαίνει ότι αναγκαία προϋπόθεση για τη μη εφαρμογή του άρθρου 92 ΣΛΕΕ είναι η έκδοση διατάξεων του παράγωγου δικαίου. Ωστόσο, το παράγωγο δίκαιο δεν προβλέπει υποχρεωτικό καθεστώς για τα επιβατηγά αυτοκίνητα οχήματα βάρους έως 3,5 τόνους.

153

Ως εκ τούτου, η Δημοκρατία της Αυστρίας θεωρεί ότι η νομική αρχή που απορρέει από τη σκέψη 23 της απόφασης της 19ης Μαΐου 1992, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑195/90, EU:C:1992:219), μπορεί να εφαρμοστεί κατ’ αναλογία στην παρούσα υπόθεση.

154

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει, πρώτον, ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92 ΣΛΕΕ δεν καλύπτει το τέλος υποδομών, ακόμη και αν εξεταστεί σε συνδυασμό με την απαλλαγή από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων, καθόσον, λόγω της επιβολής του τέλους μόνο σε ορισμένες κατηγορίες οχημάτων, οι εμπορικές μεταφορές κατά μεγάλο μέρος τους δεν υπόκεινται σε υποχρέωση καταβολής του τέλους.

155

Δεύτερον, αντιθέτως προς την ερμηνεία του άρθρου 92 ΣΛΕΕ ως ρήτρας περί μη μεταβολής της υφιστάμενης κατάστασης, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 19ης Μαΐου 1992, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑195/90, EU:C:1992:219), η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θεωρεί ότι η κατά το άρθρο 92 ΣΛΕΕ απαγόρευση της μεταβολής επί τα χείρω δεν επιβάλλει προστασία της υφιστάμενης κατάστασης του ανταγωνισμού, αλλά απαγορεύει μόνον τις άμεσες ή έμμεσες διακρίσεις σε βάρος αλλοδαπών επιχειρήσεων μεταφορών, απαγόρευση η οποία δεν έχει παραβιαστεί εν προκειμένω.

156

Τρίτον, ακόμη και αν το άρθρο 92 ΣΛΕΕ ερμηνευθεί ως εγγύηση της μη μεταβολής της υφιστάμενης κατάστασης, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εκτιμά ότι η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται πλέον, δεδομένου ότι η οδηγία για την ευρωβινιέτα περιλαμβάνει κριτήρια για τις εθνικές ρυθμίσεις που μπορούν ενδεχομένως να εφαρμοστούν και στα οχήματα βάρους έως 3,5 τόνους όταν επιβάλλονται τέλη χρήσης του οδικού δικτύου. Ειδικότερα, το άρθρο 7, παράγραφος 1, και το άρθρο 7ια της οδηγίας αυτής επιτρέπουν τη λήψη εθνικών μέτρων όπως τα επίμαχα στην υπό κρίση υπόθεση.

157

Το Βασίλειο της Δανίας διευκρινίζει ότι η απόφαση της 19ης Μαΐου 1992, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑195/90, EU:C:1992:219), επί της οποίας στηρίζεται η Δημοκρατία της Αυστρίας, αφορούσε αποκλειστικά και συγκεκριμένα την κατά το άρθρο 92 ΣΛΕΕ ρήτρα περί μη μεταβολής της υφιστάμενης κατάστασης, λαμβανομένου υπόψη του σταδίου εξέλιξης του δικαίου πριν από τη θέσπιση της ειδικής ρύθμισης της Ένωσης σχετικά με την επιβολή τελών σε βαρέα φορτηγά οχήματα, η οποία περιλαμβάνεται πλέον στην οδηγία για την ευρωβινιέτα, οδηγία από την οποία, κατά την άποψή του, προκύπτει ότι τα συγχρόνως θεσπισθέντα επίδικα εθνικά μέτρα είναι σύμφωνα με το άρθρο 92 ΣΛΕΕ.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

158

Κατά το άρθρο 92 ΣΛΕΕ, μέχρι να θεσπισθούν οι διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 91, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ κανένα κράτος μέλος δεν δύναται να καταστήσει λιγότερο ευνοϊκές τις διατάξεις οι οποίες διέπουν τον τομέα των μεταφορών την 1η Ιανουαρίου 1958, ή, για τα κράτη που προσχωρούν, την ημερομηνία της προσχώρησής τους, ως προς την άμεση ή έμμεση επίπτωσή τους έναντι των μεταφορέων των άλλων κρατών μελών σε σχέση με τους εθνικούς μεταφορείς, εκτός εάν το Συμβούλιο αποφασίσει ομόφωνα μέτρο παρέκκλισης.

159

Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται, αφενός, ότι η υποκείμενη στο τέλος υποδομών δραστηριότητα μεταφοράς μπορεί να πραγματοποιηθεί με οχήματα βάρους έως 3,5 τόνους. Στην περίπτωση αυτή, η δραστηριότητα είναι κοινώς γνωστή ως «ελαφρά μεταφορά».

160

Αφετέρου, μολονότι ο τομέας της οδικής μεταφοράς καλύπτεται σε μεγάλο βαθμό από τη νομοθεσία της Ένωσης, εντούτοις η ελαφρά μεταφορά εξακολουθεί να μην ρυθμίζεται σε επίπεδο δικαίου της Ένωσης. Ειδικότερα, δεν έχει θεσπιστεί ρύθμιση για την επιβολή τελών χρήσης του οδικού δικτύου από οχήματα βάρους έως 3,5 τόνους, σύμφωνα με το άρθρο 91 ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, όπως προκύπτει από το άρθρο 1 της οδηγίας για την ευρωβινιέτα, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών με βάση την οδηγία αυτή αφορά μόνο τα οχήματα βάρους άνω των 3,5 τόνων.

161

Τέλος, λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων στις σκέψεις 141 και 143 της παρούσας απόφασης, πρέπει να διαπιστωθεί ότι, λόγω του συνδυασμού των επίδικων εθνικών μέτρων, μόνον οι μεταφορείς οι οποίοι χρησιμοποιούν όχημα βάρους έως 3,5 τόνους ταξινομημένο σε άλλο κράτος μέλος εκτός της Γερμανίας (στο εξής: αλλοδαποί μεταφορείς) θίγονται, στην πραγματικότητα, από το τέλος υποδομών, καθόσον οι μεταφορείς οι οποίοι χρησιμοποιούν όχημα βάρους έως 3,5 τόνους ταξινομημένο στη Γερμανία (στο εξής: Γερμανοί μεταφορείς) απολαύουν αντιστάθμισης του εν λόγω τέλους.

162

Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αντισταθμίζοντας στο σύνολό της τη νέα επιβάρυνση που συνίσταται στο τέλος υποδομών, το οποίο καταβάλλεται από όλους τους μεταφορείς, με απαλλαγή από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων τουλάχιστον ισόποση με το καταβληθέν τέλος, της οποίας τυγχάνουν μόνον οι Γερμανοί μεταφορείς αποκλειομένων των αλλοδαπών μεταφορέων, τα επίδικα εθνικά μέτρα έχουν ως αποτέλεσμα τη δυσμενή μεταβολή της θέσης των αλλοδαπών μεταφορέων έναντι των Γερμανών μεταφορέων (πρβλ. απόφαση της 19ης Μαΐου 1992, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C‑195/90, EU:C:1992:219, σκέψη 23).

163

Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτή η τέταρτη αιτίαση και να διαπιστωθεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεσπίζοντας το τέλος υποδομών και προβλέποντας, συγχρόνως, απαλλαγή από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων υπέρ των ιδιοκτητών οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί στη Γερμανία τουλάχιστον ισόποση με το καταβληθέν τέλος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 92 ΣΛΕΕ.

164

Εκ των ανωτέρω απορρέει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεσπίζοντας το τέλος υποδομών για τα επιβατηγά αυτοκίνητα οχήματα και προβλέποντας, συγχρόνως, απαλλαγή από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων υπέρ των ιδιοκτητών οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί στη Γερμανία τουλάχιστον ισόποση με το καταβληθέν τέλος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 18, 34, 56 και 92 ΣΛΕΕ.

Επί των δικαστικών εξόδων

165

Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του, εκτός εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι δικαιολογείται από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως ένας διάδικος, πέραν των δικαστικών εξόδων του, να φέρει και μέρος των εξόδων του αντιδίκου.

166

Εν προκειμένω, τόσο η Δημοκρατία της Αυστρίας όσο και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζήτησαν την καταδίκη του ηττηθέντος διαδίκου στα δικαστικά έξοδα. Επιπλέον, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκε στο πλαίσιο της πρώτης, της τρίτης και της τέταρτης αιτίασης τις οποίες προέβαλε η Δημοκρατία της Αυστρίας, η δε Δημοκρατία της Αυστρίας ηττήθηκε στο πλαίσιο της δεύτερης αιτίασής της.

167

Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, πρέπει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να καταδικαστεί στα τρία τέταρτα των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Δημοκρατία της Αυστρίας και να κριθεί ότι, κατά τα λοιπά, κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

168

Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 140, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού Διαδικασίας, κατά το οποίο τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και το Βασίλειο της Δανίας φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:

 

1)

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεσπίζοντας το τέλος υποδομών για τα επιβατηγά αυτοκίνητα οχήματα και προβλέποντας, συγχρόνως, απαλλαγή από τον φόρο επί των αυτοκινήτων οχημάτων υπέρ των ιδιοκτητών οχημάτων τα οποία έχουν ταξινομηθεί στη Γερμανία τουλάχιστον ισόποση με το καταβληθέν τέλος, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 18, 34, 56 και 92 ΣΛΕΕ.

 

2)

Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.

 

3)

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας φέρει τα τρία τέταρτα των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Δημοκρατία της Αυστρίας, καθώς και τα δικά της δικαστικά έξοδα.

 

4)

Η Δημοκρατία της Αυστρίας φέρει το ένα τέταρτο των δικαστικών εξόδων της.

 

5)

Το Βασίλειο της Κάτω Χωρών και το Βασίλειο της Δανίας φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.

Top