EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62014CJ0378

Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 22ας Οκτωβρίου 2015.
Bundesagentur für Arbeit - Familienkasse Sachsen κατά Tomislaw Trapkowski.
Αίτηση του Bundesfinanzhof για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή — Κοινωνική ασφάλιση — Κανονισμός (ΕΚ) 883/2004 — Άρθρο 67 — Κανονισμός (ΕΚ) 987/2009 — Άρθρο 60, παράγραφος 1 — Χορήγηση οικογενειακών παροχών σε περίπτωση διαζυγίου — Έννοια του “εμπλεκόμενου ατόμου” — Κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία προβλέπει τη χορήγηση οικογενειακού επιδόματος στον γονέα με τον οποίο διαμένει το τέκνο — Περίπτωση κατά την οποία η κατοικία του γονέα αυτού ευρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος — Ο γονέας αυτός δεν ζητεί τη χορήγηση οικογενειακού επιδόματος — Δικαίωμα του άλλου γονέα να ζητήσει τη χορήγηση του οικογενειακού αυτού επιδόματος.
Υπόθεση C-378/14.

Court reports – general

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2015:720

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 22ας Οκτωβρίου 2015 ( * )

«Προδικαστική παραπομπή — Κοινωνική ασφάλιση — Κανονισμός (ΕΚ) 883/2004 — Άρθρο 67 — Κανονισμός (ΕΚ) 987/2009 — Άρθρο 60, παράγραφος 1 — Χορήγηση οικογενειακών παροχών σε περίπτωση διαζυγίου — Έννοια του “εμπλεκόμενου ατόμου” — Κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία προβλέπει τη χορήγηση οικογενειακού επιδόματος στον γονέα με τον οποίο διαμένει το τέκνο — Περίπτωση κατά την οποία η κατοικία του γονέα αυτού ευρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος — Ο γονέας αυτός δεν ζητεί τη χορήγηση οικογενειακού επιδόματος — Δικαίωμα του άλλου γονέα να ζητήσει τη χορήγηση του οικογενειακού αυτού επιδόματος»

Στην υπόθεση C‑378/14,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Bundesfinanzhof (Γερμανία) με απόφαση της 8ης Μαΐου 2014, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 7 Αυγούστου 2014, στο πλαίσιο της δίκης

Bundesagentur für Arbeit – Familienkasse Sachsen

κατά

Tomislaw Trapkowski,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Tizzano, αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, προεδρεύοντα του πρώτου τμήματος, F. Biltgen, A. Borg Barthet, M. Berger και S. Rodin (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi

γραμματέας: V. Tourrès, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 17ης Ιουνίου 2015,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

ο T. Trapkowski, εκπροσωπούμενος από τον C. Rebber, Rechtsanwalt,

η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις B. Koopman και M. Bulterman,

η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,

η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τη V. Kaye, επικουρούμενη από τον J. Holmes, barrister,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την S. Grünheid και τον D. Martin,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 60, παράγραφος 1, πρώτη και τρίτη περίοδος, του κανονισμού (ΕΚ) 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 284, σ. 1).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Bundesagentur für Arbeit – Familienkasse Sachsen (Ομοσπονδιακός Οργανισμός Απασχολήσεως — Ταμείο Οικογενειακών Επιδομάτων της Σαξονίας, στο εξής: BfA) και του T. Trapkowski σχετικά με την άρνηση του πρώτου να καταβάλει στον δεύτερο οικογενειακό επίδομα για το τέκνο του το οποίο διαμένει με τη μητέρα του στην Πολωνία.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

Ο κανονισμός (ΕΚ) 883/2004

3

Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 166, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ L 200, σ. 1), όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 465/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2012 (ΕΕ L 149, σ. 4, στο εξής: κανονισμός 883/2004), ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:

[...]

θ)

“μέλος της οικογένειας”

1)

i)

κάθε πρόσωπο το οποίο ορίζεται ή αναγνωρίζεται ως μέλος της οικογένειας ή χαρακτηρίζεται ως μέλος του νοικοκυριού από τη νομοθεσία βάσει της οποίας χορηγούνται οι παροχές·

[...]».

4

Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:

«Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στους υπηκόους κράτους μέλους, τους ανιθαγενείς και τους πρόσφυγες που κατοικούν σε κράτος μέλος και υπάγονται ή είχαν υπαχθεί στη νομοθεσία ενός ή περισσότερων κρατών μελών καθώς και στα μέλη της οικογένειάς τους και στους επιζώντες τους.»

5

Το άρθρο 11, παράγραφοι 1, 2 και 3, του εν λόγω κανονισμού έχει ως εξής:

«1.   Τα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός υπάγονται στη νομοθεσία ενός και μόνον κράτους μέλους. Η νομοθεσία αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο.

2.   Για τους σκοπούς εφαρμογής του παρόντος τίτλου, τα πρόσωπα που λαμβάνουν παροχές σε χρήμα λόγω ή συνεπεία μισθωτής ή μη μισθωτής τους δραστηριότητας, θεωρούνται ότι ασκούν τη δραστηριότητα αυτή. Τούτο δεν ισχύει για συντάξεις αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων ούτε για συντάξεις λόγω εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας ούτε για παροχές ασθένειας σε χρήμα που καλύπτουν περίθαλψη απεριορίστου διαρκείας.

3.   Με την επιφύλαξη των άρθρων 12 έως 16:

α)

το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα σε κράτος μέλος, υπάγεται στη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους·

[...]».

6

Το άρθρο 67 του εν λόγω κανονισμού έχει ως εξής:

«Ένα πρόσωπο δικαιούται οικογενειακές παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους μέλους και για τα μέλη της οικογενείας του που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος, ως εάν κατοικούσαν στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους. Ωστόσο, οι συνταξιούχοι δικαιούνται τις οικογενειακές παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο για τη χορήγηση της σύνταξής τους.»

7

Το άρθρο 68, παράγραφος 1, του ίδιου ως άνω κανονισμού, το οποίο τιτλοφορείται «Κανόνες προτεραιότητας στην περίπτωση σώρευσης δικαιωμάτων», ορίζει τους «κανόνες προτεραιότητας» που εφαρμόζονται εάν, κατά την ίδια περίοδο και για τα ίδια μέλη οικογενείας, προβλέπονται παροχές δυνάμει των νομοθεσιών περισσοτέρων του ενός κρατών μελών.

Ο κανονισμός 987/2009

8

Κατά το άρθρο 60, παράγραφος 1, του κανονισμού 987/2009:

«Η αίτηση χορήγησης οικογενειακών παροχών υποβάλλεται στον αρμόδιο φορέα. Για την εφαρμογή των άρθρων 67 και 68 του βασικού κανονισμού, λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση ολόκληρης της οικογενείας ως εάν όλα τα εμπλεκόμενα άτομα να υπάγονταν στη νομοθεσία του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και να κατοικούσαν εκεί, ιδίως όσον αφορά το δικαίωμα ενός προσώπου να απαιτεί τη χορήγηση των παροχών αυτών. Σε περίπτωση κατά την οποία ένα άτομο που δικαιούται να απαιτήσει τη χορήγηση παροχών δεν ασκήσει το δικαίωμά του, αίτηση οικογενειακών παροχών που υποβάλλεται από τον άλλο γονέα, πρόσωπο εξομοιούμενο με γονέα, ή πρόσωπο ή φορέα που ασκεί την κηδεμονία του ή των τέκνων, λαμβάνεται υπόψη από τον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους η νομοθεσία του οποίου εφαρμόζεται.»

Το γερμανικό δίκαιο

9

Το άρθρο 64, παράγραφοι 1 και 2, του νόμου περί φορολογίας εισοδήματος (Einkommensteuergesetz, στο εξής: EStG) ορίζει τα εξής:

«1)   Για έκαστο τέκνο καταβάλλεται οικογενειακό επίδομα σε έναν και μόνο δικαιούχο·

2)   Εάν υπάρχουν περισσότεροι του ενός δικαιούχοι, το οικογενειακό επίδομα καταβάλλεται σε εκείνον με τον οποίο διαμένει το τέκνο. Εάν το τέκνο διαμένει στην κοινή οικογενειακή στέγη των δύο γονέων, ενός γονέα του και του συζύγου του, των αναδόχων γονέων ή των παππούδων του, αυτοί ορίζουν μεταξύ τους το πρόσωπο στο οποίο θα καταβληθεί το επίδομα. [...]»

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

10

Ο T. Trapkowski κατοικεί στη Γερμανία και είναι διαζευγμένος, η δε πρώην σύζυγός του κατοικεί στην Πολωνία με τον γιο τους, ο οποίος γεννήθηκε τον Απρίλιο του 2000.

11

Από τον Ιανουάριο του 2011 έως τον Οκτώβριο του 2012, ο T. Trapkowski έλαβε για ορισμένο χρονικό διάστημα επίδομα ανεργίας. Από τον Νοέμβριο δε του 2011 έως τον Ιανουάριο του 2012, καθώς και από την 1η έως τις 22 Φεβρουαρίου 2012, εργάστηκε ως μισθωτός στη Γερμανία, κατόπιν δε της απασχολήσεώς του αυτής έλαβε παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως βάσει του γερμανικού δικαίου.

12

Τον Αύγουστο του 2012, ο T. Trapkowski ζήτησε από τον BfA να του χορηγήσει οικογενειακό επίδομα για τον γιο του για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2011 έως τον Οκτώβριο του 2012. Κατά το κρίσιμο αυτό χρονικό διάστημα, η μητέρα του τέκνου, η οποία ασκούσε επαγγελματική δραστηριότητα στην Πολωνία, δεν έλαβε οικογενειακές παροχές ούτε υπέβαλε αίτηση για τη χορήγησή τους, είτε βάσει της γερμανικής είτε βάσει της πολωνικής νομοθεσίας.

13

Με απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2012, ο BfA απέρριψε την αίτηση του T. Trapkowski για τον λόγο ότι η μητέρα του τέκνου είχε κατά προτεραιότητα δικαίωμα να λάβει το οικογενειακό επίδομα βάσει του γερμανικού δικαίου. Η διοικητική ένσταση που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε επίσης.

14

Το Finanzgericht Düsseldorf (φορολογικό δικαστήριο του Düsseldorf) δέχθηκε όμως την προσφυγή που άσκησε ο T. Trapkowski κατά της από 3 Σεπτεμβρίου 2012 αποφάσεως του BfA και κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως. Το ως άνω δικαστήριο έκρινε ότι ο προσφεύγων είχε δικαίωμα λήψεως οικογενειακού επιδόματος σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο, το οποίο έπρεπε να εφαρμοστεί στην περίπτωσή του δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφοι 1 και 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 883/2004.

15

Επιπλέον, κατά το Finanzgericht Düsseldorf, σύμφωνα με το πλάσμα δικαίου που προβλέπει το άρθρο 60, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 987/2009, λογίζεται ότι η οικογένεια του T. Trapkowski κατοικεί στη Γερμανία. Συνεπώς, δεν υπήρχε στην υπόθεση της κύριας δίκης σύγκρουση δικαιωμάτων κατά την έννοια του άρθρου 68 του κανονισμού 883/2004, δεδομένου ότι η μητέρα του τέκνου δεν μπορούσε να ζητήσει τη χορήγηση οικογενειακών παροχών στην Πολωνία.

16

Το Finanzgericht Düsseldorf έκρινε ότι αποκλειστικός σκοπός του άρθρου 60, παράγραφος 1, του κανονισμού 987/2009 είναι η αποτροπή του ενδεχομένου να απολέσει τα δικαιώματά του πρόσωπο το οποίο μετακινείται από κράτος μέλος σε άλλο κράτος μέλος και όχι ο περιορισμός ή ο αποκλεισμός των δικαιωμάτων προσώπου που κατοικεί στην ημεδαπή.

17

Ο BfA άσκησε αίτηση αναιρέσεως της αποφάσεως του Finanzgericht Düsseldorf, υποστηρίζοντας ότι τα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζεται ο κανονισμός 883/2004 υπάγονται στη νομοθεσία ενός και μόνον κράτους μέλους. Κατά τη γερμανική νομοθεσία, οι οικογενειακές παροχές οφείλονται στο πρόσωπο με το οποίο διαμένει το τέκνο.

18

Κατά τον BfA, από τη συνδυασμένη ερμηνεία του άρθρου 67, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004 και του άρθρου 60, παράγραφος 1, του κανονισμού 987/2009, καθώς και από τη νομολογία του Δικαστηρίου μπορεί να συναχθεί ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά προτεραιότητα δικαιούχος των οικογενειακών παροχών ήταν, σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία, η μητέρα του τέκνου και όχι ο T. Trapkowski.

19

Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το γερμανικό δίκαιο προβλέπει ότι τα οικογενειακά επιδόματα καταβάλλονται μόνο σε ένα συγκεκριμένο δικαιούχο. Κατά το δίκαιο αυτό, τα ως άνω επιδόματα καταβάλλονται στον γονέα με τον οποίο διαμένει το τέκνο, δεδομένου ότι κατά την κοινή πείρα εκείνος που ασκεί την επιμέλεια του τέκνου φέρει το μέγιστο βάρος των δαπανών για τη συντήρησή του. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς το σημείο αυτό αν συνέπεια της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης στην υπόθεση της κύριας δίκης θα μπορούσε να είναι ο αποκλεισμός του δικαιώματος του T. Trapkowski για λήψη οικογενειακού επιδόματος.

20

Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι το γεγονός ότι η πρώην σύζυγος του αναιρεσιβλήτου δεν έχει δικαίωμα λήψεως πολωνικών οικογενειακών παροχών δεν είναι κρίσιμο για το ζήτημα αν ο κανονισμός 883/2004 εφαρμόζεται στην υπόθεση της κύριας δίκης. Επιπλέον, το ίδιο δικαστήριο επισημαίνει ότι, βάσει του γερμανικού δικαίου, το διαζύγιο των γονέων δεν αναιρεί την ιδιότητά τους ως μελών της οικογένειας στα οποία είναι δυνατή η καταβολή οικογενειακών παροχών.

21

Λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι εφαρμόζεται το πλάσμα δικαίου που προβλέπει το άρθρο 60, παράγραφος 1, του κανονισμού 987/2009, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ προοιμίου, ιδίως υπό το πρίσμα του άρθρου 68α του κανονισμού 883/2004, η ερμηνεία ότι η μητέρα του τέκνου θα μπορούσε να έχει δικαίωμα στις οικογενειακές παροχές, δεδομένου, αφενός, ότι λογίζεται ως κάτοικος Γερμανίας και, αφετέρου, ότι το τέκνο διαμένει με αυτήν.

22

Για την περίπτωση που γίνει δεκτή η ερμηνεία αυτή, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν το άρθρο 60, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 987/2009 εμποδίζει την εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης του άρθρου 64, παράγραφος 2, του EStG, κατά το οποίο μόνον ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο μπορεί να ζητήσει τη χορήγηση οικογενειακού επιδόματος, ή αν πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ του δικαιώματος υποβολής αιτήσεως για τη χορήγηση οικογενειακού επιδόματος –δικαίωμα το οποίο μπορεί να αναγνωριστεί στον T. Trapkowski– και του δικαιώματος λήψεως του εν λόγω επιδόματος –που είναι αποκλειστικό δικαίωμα της πρώην συζύγου του ενδιαφερομένου, δεδομένου ότι το τέκνο διαμένει με αυτήν.

23

Τέλος, αν γίνει δεκτό ότι το άρθρο 60, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 987/2009 έχει την έννοια ότι το δικαίωμα λήψεως οικογενειακών παροχών μεταβιβάζεται στον γονέα που κατοικεί στην ημεδαπή στην περίπτωση που ο κατά προτεραιότητα δικαιούχος των παροχών, ο οποίος κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος, δεν έχει υποβάλει σχετική αίτηση, το αιτούν δικαστήριο ερωτά ποιο είναι το χρονικό διάστημα μετά την παρέλευση του οποίου μπορεί να θεωρηθεί ότι ο ως άνω κατά προτεραιότητα δικαιούχος δεν υπέβαλε αίτηση.

24

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Bundesfinanzhof αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Πρέπει, σε περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο που κατοικεί σε ένα κράτος μέλος (ημεδαπή) και δικαιούται οικογενειακό επίδομα για τέκνα που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος (αλλοδαπή) με τον πρώην σύζυγο του εν λόγω προσώπου, να έχει εφαρμογή το άρθρο 60, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 987/2009, με αποτέλεσμα σύμφωνα με το πλάσμα δικαίου κατά το οποίο, κατά την εφαρμογή των άρθρων 67 και 68 του κανονισμού 883/2004, —ιδίως όσον αφορά το δικαίωμα ενός προσώπου να ζητεί τη χορήγηση παροχής— πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση ολόκληρης της οικογένειας ως εάν όλα τα εμπλεκόμενα άτομα υπάγονταν στη νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους και κατοικούσαν εκεί, αποκλειστικός δικαιούχος του οικογενειακού επιδόματος να είναι ο γονέας που κατοικεί στο άλλο κράτος μέλος (αλλοδαπή), διότι το εθνικό δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους (ημεδαπή) προβλέπει ότι επί πλειόνων δικαιούχων οικογενειακού επιδόματος το επίδομα χορηγείται στον γονέα με τον οποίο διαμένει το τέκνο;

2)

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:

Όταν συντρέχουν οι περιστάσεις που εκτέθηκαν στο πρώτο ερώτημα, έχει το άρθρο 60, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 987/2009 την έννοια ότι ο γονέας που κατοικεί σε ένα κράτος μέλος (ημεδαπή) έχει δικαίωμα λήψεως οικογενειακού επιδόματος κατά το εθνικό δίκαιο, επειδή ο άλλος γονέας που κατοικεί στο άλλο κράτος μέλος (αλλοδαπή) δεν έχει υποβάλει αίτηση για τη χορήγηση οικογενειακού επιδόματος;

3)

Αν στο δεύτερο ερώτημα, όταν συντρέχουν οι περιστάσεις που εκτέθηκαν στο πρώτο ερώτημα, δοθεί η απάντηση ότι η παράλειψη υποβολής αιτήσεως από τον γονέα που κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος οδηγεί στη μεταβίβαση του δικαιώματος λήψεως οικογενειακού επιδόματος στον γονέα που κατοικεί στην ημεδαπή:

Ποιο είναι το χρονικό διάστημα μετά την παρέλευση του οποίου πρέπει να θεωρηθεί ότι ο γονέας που κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος δεν “ασκεί”, κατά την έννοια του άρθρου 60, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 987/2009, το δικαίωμα λήψεως οικογενειακού επιδόματος, με συνέπεια το δικαίωμα αυτό να περιέρχεται στον γονέα που κατοικεί στην ημεδαπή;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

25

Για να δοθεί απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα, πρέπει κατ’ αρχάς να εξεταστεί αν σύμφωνα με τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 11, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 883/2004 εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού πρόσωπο, όπως ο T. Trapkowski, το οποίο έχει εργαστεί κατά περιόδους σε κράτος μέλος, εν προκειμένω στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, και έχει επιπροσθέτως την κατοικία του στο κράτος αυτό.

26

Εξάλλου, δεν αμφισβητείται ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη παροχή, η οποία σκοπό έχει να ελαφρύνει τα βάρη που συνεπάγεται η συντήρηση των τέκνων, εμπίπτει στην έννοια της «οικογενειακής παροχής» κατά τον κανονισμό 883/2004 (βλ. αποφάσεις Offermanns, C‑85/99, EU:C:2001:166, σκέψη 41, και Lachheb, C‑177/12, EU:C:2013:689, σκέψη 35).

27

Επιπλέον, κατά το άρθρο 1, στοιχείο θʹ, σημείο 1, περίπτωση i, του κανονισμού 883/2004 ως «μέλος της οικογένειας» νοείται «κάθε πρόσωπο το οποίο ορίζεται ή αναγνωρίζεται ως μέλος της οικογένειας ή χαρακτηρίζεται ως μέλος του νοικοκυριού από τη νομοθεσία βάσει της οποίας χορηγούνται οι παροχές».

28

Στην υπό κρίση υπόθεση, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι η γερμανική νομοθεσία ορίζει τους δικαιούχους του οικογενειακού επιδόματος χωρίς όμως να δίνει ρητό ορισμό του «μέλους της οικογένειας».

29

Εντούτοις, όπως επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, το δικαίωμα σε οικογενειακές παροχές για ορισμένο τέκνο αναγνωρίζεται, σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο, στους συγγενείς πρώτου βαθμού του εν λόγω τέκνου ανεξαρτήτως του αν συνδέονται με συζυγική σχέση.

30

Επί της βάσεως αυτής, το εν λόγω δικαστήριο κρίνει ότι στην υπόθεση της κύριας δίκης τόσο το τέκνο όσο και η μητέρα του πρέπει να θεωρούνται μέλη της οικογένειας του T. Trapkowski κατά το γερμανικό δίκαιο όσον αφορά το δικαίωμα σε οικογενειακές παροχές.

31

Το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αμφισβητήσει τη διαπίστωση αυτή η οποία στηρίζεται στο εθνικό δίκαιο όπως ερμηνεύεται από το εθνικό δικαστήριο (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Slanina, C‑363/08, EU:C:2009:732, σκέψη 27).

32

Όσον αφορά το κατά πόσον έχουν εφαρμογή εν προκειμένω οι κανόνες προτεραιότητας που προβλέπει το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 883/2004 για την περίπτωση σωρεύσεως, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για να μπορεί να γίνει δεκτό ότι υφίσταται σώρευση δικαιωμάτων λήψεως οικογενειακών παροχών σε δεδομένη περίπτωση, δεν αρκεί να οφείλονται παροχές εντός του κράτους μέλους κατοικίας του συγκεκριμένου τέκνου και να υπάρχει, παράλληλα, δυνατότητα καταβολής τους σε άλλο κράτος μέλος, στο οποίο εργάζεται ένας εκ των γονέων του τέκνου αυτού (απόφαση Schwemmer, C‑16/09, EU:C:2010:605, σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

33

Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι στην υπόθεση της κύριας δίκης η μητέρα του τέκνου δεν είχε δικαίωμα να ζητήσει τη χορήγηση οικογενειακών παροχών στην Πολωνία, δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω οι ως άνω κανόνες προτεραιότητας.

Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

34

Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 60, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 987/2009 έχει την έννοια ότι το πλάσμα δικαίου που προβλέπει η διάταξη αυτή μπορεί να συνεπάγεται την αναγνώριση δικαιώματος λήψεως οικογενειακών παροχών σε πρόσωπο που δεν κατοικεί στο έδαφος του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο για την καταβολή των παροχών αυτών.

35

Προς απάντηση του ως άνω ερωτήματος, υπενθυμίζεται πρώτον ότι σύμφωνα με το πλάσμα δικαίου που προβλέπει το άρθρο 67 του κανονισμού 883/2004 ένα πρόσωπο μπορεί να ζητήσει οικογενειακές παροχές για τα μέλη της οικογένειάς του που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος και όχι στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για τη χορήγηση των παροχών αυτών, ως εάν τα μέλη της οικογένειάς του να κατοικούσαν στο δεύτερο κράτος μέλος.

36

Δεύτερον, το άρθρο 60, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 987/2009 ορίζει ότι, για την εφαρμογή ιδίως του κανονισμού 883/2004, λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση ολόκληρης της οικογένειας ως εάν όλα τα εμπλεκόμενα άτομα να υπάγονταν στη νομοθεσία του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και να κατοικούσαν εκεί, ιδίως όσον αφορά το δικαίωμα ενός προσώπου να ζητεί τη χορήγηση των οικογενειακών παροχών.

37

Τρίτον, από το άρθρο 60, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 987/2009 προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο που δικαιούται να ζητήσει τη χορήγηση οικογενειακών παροχών δεν ασκήσει το δικαίωμά του, ο «άλλος γονέας» περιλαμβάνεται μεταξύ των προσώπων και φορέων που δύνανται να υποβάλουν αίτηση για τη χορήγηση των παροχών αυτών.

38

Από τη συνδυασμένη ερμηνεία του άρθρου 67 του κανονισμού 883/2004 και του άρθρου 60, παράγραφος 1, του κανονισμού 987/2009 προκύπτει, αφενός, ότι ένα πρόσωπο μπορεί να ζητήσει οικογενειακές παροχές για τα μέλη της οικογένειάς του που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος και όχι στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για τη χορήγηση των παροχών αυτών και, αφετέρου, ότι η δυνατότητα υποβολής αιτήσεως για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών αναγνωρίζεται όχι μόνο στα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος του κράτους μέλους που υποχρεούται να καταβάλει τις οικογενειακές παροχές, αλλά και σε όλα τα «εμπλεκόμενα άτομα» που δύνανται να ζητήσουν τη χορήγηση των παροχών αυτών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι γονείς του τέκνου για το οποίο ζητούνται οι παροχές αυτές.

39

Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι οι γονείς του τέκνου για το οποίο ζητούνται οι οικογενειακές παροχές περιλαμβάνονται στα «εμπλεκόμενα άτομα» κατά την έννοια του άρθρου 60, παράγραφος 1, του κανονισμού 987/2009, τα οποία δύνανται να ζητήσουν τη χορήγηση των παροχών αυτών, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να δικαιούται να λάβει τις εν λόγω παροχές ο γονέας που κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και όχι στο έδαφος του κράτους μέλους που έχει την υποχρέωση καταβολής των παροχών αυτών, εφόσον συντρέχουν όλες οι λοιπές προϋποθέσεις που προβλέπει το εθνικό δίκαιο.

40

Στην αρμόδια εθνική αρχή εναπόκειται όμως να καθορίσει τα πρόσωπα τα οποία, κατά το εθνικό δίκαιο, έχουν δικαίωμα λήψεως οικογενειακών παροχών.

41

Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι το άρθρο 60, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 987/2009 έχει την έννοια ότι το πλάσμα δικαίου που προβλέπει η διάταξη αυτή μπορεί να συνεπάγεται την αναγνώριση δικαιώματος λήψεως οικογενειακών παροχών σε πρόσωπο που δεν έχει την κατοικία του στο έδαφος του κράτους μέλους το οποίο είναι αρμόδιο για την καταβολή των παροχών αυτών, εφόσον πληρούνται όλες οι λοιπές προϋποθέσεις που προβλέπει το εθνικό δίκαιο για τη χορήγηση των εν λόγω παροχών, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος

42

Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 60, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 987/2009 έχει την έννοια ότι συνεπάγεται την αναγνώριση, υπέρ του γονέα του τέκνου για το οποίο χορηγούνται οι οικογενειακές παροχές ο οποίος κατοικεί στο κράτος μέλος που έχει την υποχρέωση καταβολής των εν λόγω παροχών, δικαιώματος στις εν λόγω παροχές για τον λόγο ότι ο άλλος γονέας, ο οποίος κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος, δεν υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών.

43

Προς απάντηση του ως άνω ερωτήματος, υπενθυμίζεται κατ’ αρχάς ότι οι κανονισμοί 987/2009 και 883/2004, μολονότι ορίζουν τους κανόνες που καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό των προσώπων που δύνανται να ζητήσουν τη χορήγηση οικογενειακών παροχών, εντούτοις δεν προσδιορίζουν τους δικαιούχους των παροχών αυτών.

44

Ειδικότερα, ο καθορισμός των δικαιούχων των οικογενειακών παροχών γίνεται, όπως σαφώς προκύπτει από το άρθρο 67 του κανονισμού 883/2004, βάσει του εθνικού δικαίου.

45

Επιπλέον, επισημαίνεται ότι το άρθρο 60, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 987/2009 ορίζει ότι σε περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο που δικαιούται να ζητήσει τη χορήγηση οικογενειακών παροχών δεν ασκήσει το δικαίωμά του οι αρμόδιοι φορείς των κρατών μελών λαμβάνουν υπόψη τις αιτήσεις χορηγήσεως των παροχών αυτών που υποβάλλονται από τα πρόσωπα ή τους φορείς που ορίζει η διάταξη αυτή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται ο «άλλος γονέας».

46

Πρώτον, τόσο από το γράμμα όσο και από την όλη οικονομία του άρθρου 60, παράγραφος 1, του κανονισμού 987/2009 προκύπτει ότι πρέπει να διακρίνεται η υποβολή αιτήσεως για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών από το δικαίωμα λήψεως των παροχών αυτών.

47

Δεύτερον, από το γράμμα του εν λόγω άρθρου προκύπτει επίσης ότι αρκεί η υποβολή αιτήσεως για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών από ένα από τα πρόσωπα που δύνανται να ζητήσουν τη χορήγησή τους, προκειμένου ο αρμόδιος φορέας να υποχρεούται να λάβει υπόψη την αίτηση αυτή.

48

Το δίκαιο της Ένωσης όμως δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ο φορέας αυτός, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο, να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δικαιούχος των οικογενειακών παροχών για ορισμένο τέκνο είναι άλλο πρόσωπο και όχι εκείνο που υπέβαλε την αίτηση για τη χορήγηση των παροχών αυτών.

49

Κατά συνέπεια, στην περίπτωση που πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών για ορισμένο τέκνο και οι εν λόγω παροχές πράγματι χορηγούνται, δεν έχει σημασία ποιος γονέας θεωρείται, βάσει του εθνικού δικαίου, ότι έχει το δικαίωμα να λάβει τις παροχές αυτές (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Hoever και Zachow, C‑245/94 και C‑312/94, EU:C:1996:379, σκέψη 37).

50

Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι το άρθρο 60, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 987/2009 έχει την έννοια ότι δεν συνεπάγεται την αναγνώριση, υπέρ του γονέα του τέκνου για το οποίο χορηγούνται οι οικογενειακές παροχές ο οποίος κατοικεί στο κράτος μέλος που έχει την υποχρέωση καταβολής των παροχών αυτών, δικαιώματος στις εν λόγω παροχές για τον λόγο ότι ο άλλος γονέας, ο οποίος κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος, δεν υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών.

51

Υπό το πρίσμα της απαντήσεως που δόθηκε στο δεύτερο ερώτημα παρέλκει η απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα.

Επί των δικαστικών εξόδων

52

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

1)

Το άρθρο 60, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού (ΕΚ) 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας, έχει την έννοια ότι το πλάσμα δικαίου που προβλέπει η διάταξη αυτή μπορεί να συνεπάγεται την αναγνώριση δικαιώματος λήψεως οικογενειακών παροχών σε πρόσωπο που δεν έχει την κατοικία του στο έδαφος του κράτους μέλους το οποίο είναι αρμόδιο για την καταβολή των παροχών αυτών, εφόσον πληρούνται όλες οι λοιπές προϋποθέσεις που προβλέπει το εθνικό δίκαιο για τη χορήγηση των εν λόγω παροχών, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

 

2)

Το άρθρο 60, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 987/2009 έχει την έννοια ότι δεν συνεπάγεται την αναγνώριση, υπέρ του γονέα του τέκνου για το οποίο χορηγούνται οι οικογενειακές παροχές ο οποίος κατοικεί στο κράτος μέλος που έχει την υποχρέωση καταβολής των παροχών αυτών, δικαιώματος στις εν λόγω παροχές για τον λόγο ότι ο άλλος γονέας, ο οποίος κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος, δεν υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών.

 

(υπογραφές)


( * )   Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.

Top