EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62014CJ0098

Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 11ης Ιουνίου 2015.
Berlington Hungary Tanácsadó és Szolgáltató kft κ.λπ. κατά Magyar Állam.
Αίτηση του Fővárosi Törvényszék για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Τυχηρά παίγνια – Εθνικοί φόροι που βαρύνουν την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων με κερματοδέκτη τα οποία είναι εγκατεστημένα στις αίθουσες παιγνίων – Εθνική νομοθεσία που απαγορεύει την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων με κερματοδέκτη εκτός των καζίνο – Αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης – Οδηγία 98/34/ΕΚ – Υποχρέωση γνωστοποιήσεως των σχεδίων τεχνικών κανόνων στην Επιτροπή – Ευθύνη του κράτους μέλους για τις ζημίες που προκλήθηκαν από αντιβαίνουσα στο δίκαιο της Ένωσης νομοθεσία.
Υπόθεση C-98/14.

Digital reports (Court Reports - general)

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2015:386

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 11ης Ιουνίου 2015 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή — Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών — Τυχηρά παίγνια — Εθνικοί φόροι που βαρύνουν την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων με κερματοδέκτη τα οποία είναι εγκατεστημένα στις αίθουσες παιγνίων — Εθνική νομοθεσία που απαγορεύει την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων με κερματοδέκτη εκτός των καζίνο — Αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης — Οδηγία 98/34/ΕΚ — Υποχρέωση γνωστοποιήσεως των σχεδίων τεχνικών κανόνων στην Επιτροπή — Ευθύνη του κράτους μέλους για τις ζημίες που προκλήθηκαν από αντιβαίνουσα στο δίκαιο της Ένωσης νομοθεσία»

Στην υπόθεση C‑98/14,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Fővárosi Törvényszék (Ουγγαρία) με απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2014, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Μαρτίου 2014, στο πλαίσιο της δίκης

Berlington Hungary Tanácsadó és Szolgáltató kft,

Lixus Szerencsejáték Szervező kft,

Lixus Projekt Szerencsejáték Szervező kft,

Lixus Invest Szerencsejáték Szervező kft,

Megapolis Terminal Szolgáltató kft

κατά

Magyar Állam,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Tizzano, πρόεδρο τμήματος, S. Rodin (εισηγητή), A. Borg Barthet, M. Berger και F. Biltgen, δικαστές

γενικός εισαγγελέας: N. Jääskinen

γραμματέας: I. Illéssy

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 14ης Ιανουαρίου 2015,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

οι Berlington Hungary Tanácsadó és Szolgáltató kft, Lixus Szerencsejáték Szervező kft, Lixus Projekt Szerencsejáték Szervező kft, Lixus Invest Szerencsejáték Szervező kft και Megapolis Terminal Szolgáltató kft, εκπροσωπούμενες από τον L. Kelemen, ügyvéd,

το Magyar Állam, εκπροσωπούμενο από τους T. Bogdán και I. Janitsáry, ügyvédek,

η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Fehér και G. Koós,

η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την L. Van den Broeck και τον J.-C. Halleux, επικουρούμενους από τους P. Vlaemminck και B. Van Vooren, advocaten,

η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Smolek, J. Vláčil και T. Müller,

η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον L. Inez Fernandes και την P. de Sousa Inês,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους D. Loma‑Osorio Lerena και A. Tokár,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 3, ΣΕΕ, των άρθρων 34, 36, 52, παράγραφος 1, 56 και 61 ΣΛΕΕ, καθώς και των άρθρων 1, 8 και 9 της οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (EE L 204, σ. 37), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2006/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006 (EE L 363, σ. 81, στο εξής: οδηγία 98/34).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, των Berlington Hungary Tanácsadó és Szolgáltató kft, Lixus Szerencsejáték Szervező kft, Lixus Projekt Szerencsejáték Szervező kft, Lixus Invest Szerencsejáték Szervező kft και Megapolis Terminal Szolgáltató kft και, αφετέρου, του Magyar Állam (Ουγγρικού Δημοσίου) σχετικά με αγωγή αποζημιώσεως την οποία άσκησαν οι εταιρίες αυτές προβάλλοντας ζημία που υπέστησαν εκ της εφαρμογής εθνικών νόμων οι οποίοι αφορούσαν την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων με κερματοδέκτη (στο εξής: παιγνιομηχανήματα) και οι οποίοι αντέβαιναν στο δίκαιο της Ένωσης.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3

Το άρθρο 1 της οδηγίας 98/34 έχει ως εξής:

«Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

[...]

3)

“Tεχνική προδιαγραφή”: η προδιαγραφή που περιέχεται σε έγγραφο στο οποίο ορίζονται τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, όπως τα επίπεδα ποιότητας ή ιδιότητες χρήσης, η ασφάλεια, οι διαστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων που ισχύουν για το προϊόν όσον αφορά την ονομασία πώλησης, την ορολογία, τα σύμβολα, τις δοκιμές και τις μεθόδους δοκιμής, τη συσκευασία, τη σήμανση και το ετικετάρισμα, καθώς και τις διαδικασίες αξιολόγησης της πιστότητας.

[...]

4)

“Άλλη απαίτηση”: απαίτηση, εκτός των τεχνικών προδιαγραφών, επιβαλλόμενη σε ένα προϊόν, ιδίως για λόγους προστασίας των καταναλωτών ή του περιβάλλοντος, η οποία αφορά τον κύκλο ζωής του προϊόντος μετά τη διάθεσή του στην αγορά, όπως οι συνθήκες χρησιμοποίησης, ανακύκλωσης, επαναχρησιμοποίησης ή εξάλειψής του, εφόσον οι συνθήκες αυτές μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη σύνθεση ή τη φύση του προϊόντος, ή την εμπορία του·

[...]

11)

“Τεχνικός κανόνας”: τεχνική προδιαγραφή ή άλλη απαίτηση ή κανόνας σχετικά με τις υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των οικείων διοικητικών διατάξεων των οποίων η τήρηση είναι υποχρεωτική de jure ή de facto, για την εμπορία, την παροχή υπηρεσιών, την εγκατάσταση ενός φορέα παροχής υπηρεσιών ή τη χρήση σε κράτος μέλος ή σε σημαντικό τμήμα του κράτους αυτού, όπως επίσης, με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 10, οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που απαγορεύουν την κατασκευή, εισαγωγή, εμπορία ή χρήση ενός προϊόντος και την παροχή ή χρήση μιας υπηρεσίας ή την εγκατάσταση για την παροχή των υπηρεσιών αυτών.

Τεχνικοί κανόνες de facto είναι ιδίως:

[...]

[...]

οι τεχνικές προδιαγραφές ή άλλες απαιτήσεις ή οι κανόνες περί υπηρεσιών, που συνδέονται με φορολογικά ή οικονομικά μέτρα και επηρεάζουν την κατανάλωση προϊόντων ή υπηρεσιών ενθαρρύνοντας την τήρηση των τεχνικών αυτών προδιαγραφών ή άλλων απαιτήσεων ή κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες· εξαιρούνται οι τεχνικές προδιαγραφές ή άλλες απαιτήσεις ή οι κανόνες σχετικά με τις υπηρεσίες που έχουν σχέση με τα εθνικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης.

[...]»

4

Το άρθρο 8, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας ορίζει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη του άρθρου 10, τα κράτη μέλη γνωστοποιούν πάραυτα στην Επιτροπή κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα, εκτός εάν πρόκειται απλώς για αυτούσια μεταφορά ενός διεθνούς ή ευρωπαϊκού προτύπου, οπότε αρκεί μια απλή πληροφόρηση ως προς το συγκεκριμένο πρότυπο· επίσης, απευθύνουν στην Επιτροπή κοινοποίηση σχετικά με τους λόγους για τους οποίους είναι αναγκαία η θέσπιση ενός τέτοιου τεχνικού κανόνα, εκτός εάν οι λόγοι αυτοί συνάγονται ήδη από το ίδιο το σχέδιο.

[...]»

5

Κατά το άρθρο 9 της εν λόγω οδηγίας:

«1.   Τα κράτη μέλη αναβάλλουν την έγκριση ενός σχεδίου τεχνικού κανόνα για τρεις μήνες από την ημερομηνία παραλαβής από την Επιτροπή της γνωστοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1.

[...]

7.   Οι παράγραφοι 1 έως 5 δεν εφαρμόζονται όταν ένα κράτος μέλος

για επείγοντες λόγους που σχετίζονται με σοβαρή και απρόβλεπτη κατάσταση που αφορά την προστασία της υγείας προσώπων και ζώων, την προστασία των φυτών ή την ασφάλεια και, για τους κανόνες σχετικά με τις υπηρεσίες, με τη δημόσια τάξη και δη με την προστασία των ανηλίκων, πρέπει να εκπονήσει σε ιδιαίτερα σύντομη προθεσμία τεχνικούς κανόνες για να τους εγκρίνει και να τους θέσει σε εφαρμογή αμέσως, χωρίς να είναι δυνατές διαβουλεύσεις

[...]

Το κράτος μέλος αναφέρει στην ανακοίνωση που προβλέπει το άρθρο 8 τους λόγους που δικαιολογούν το επείγον των εν λόγω μέτρων. Η Επιτροπή εκφράζει την άποψή της για την ανακοίνωση αυτή το συντομότερο δυνατό. Λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα σε περίπτωση καταχρηστικής προσφυγής στη διαδικασία αυτή. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενημερώνεται σχετικά από την Επιτροπή.»

6

Το άρθρο 10, παράγραφος 4, της ιδίας οδηγίας έχει ως εξής:

«Το άρθρο 9 δεν εφαρμόζεται στις τεχνικές προδιαγραφές ή άλλες απαιτήσεις ή στους κανόνες σχετικά με τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο άρθρο 1 σημείο 11 δεύτερο εδάφιο τρίτη περίπτωση.»

Το ουγγρικό δίκαιο

7

Το άρθρο 26, παράγραφος 3, του νόμου αριθ. XXXIV του 1991, για τη διοργάνωση τυχηρών παιγνίων (στο εξής: νόμος για τα τυχηρά παίγνια), όπως ίσχυε μέχρι τις 9 Οκτωβρίου 2012, επέτρεπε την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων είτε στα καζίνο είτε στις αίθουσες παιγνίων τις οποίες εκμεταλλεύονταν εμπορικές εταιρίες ιδρυθείσες αποκλειστικώς προς τον σκοπό αυτό.

8

Κατά το άρθρο 33 του ως άνω νόμου, όπως ίσχυε έως τις 31 Οκτωβρίου 2011, o κατ’ αποκοπήν φόρος επί των παιγνίων ο οποίος βάρυνε την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων ανερχόταν σε 100000 ουγγρικά φιορίνια (HUF) μηνιαίως ανά θέση παίκτη σε ό,τι αφορούσε τα παιγνιομηχανήματα που ήταν εγκατεστημένα στις αίθουσες παιγνίων των κατηγοριών I και II. Κατά παρέκκλιση από τον κανόνα αυτό, τα παιγνιομηχανήματα που ήταν εγκατεστημένα στα «ηλεκτρονικά καζίνο» υπέκειντο σε φόρο 120000 HUF, μολονότι τα εν λόγω καζίνο θεωρούνταν ιδιαίτερο είδος αίθουσας παιγνίων της κατηγορίας I. Ο φόρος οφειλόταν και για τους μήνες που είχαν αρχίσει χωρίς να συμπληρωθούν. Η εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων αυτών στα καζίνο υπέκειτο σε χωριστό φορολογικό καθεστώς.

9

Το άρθρο 33 του νόμου για τα τυχηρά παίγνια τροποποιήθηκε από το άρθρο 27 του νόμου αριθ. CXXV του 2011, περί τροποποιήσεως ορισμένων φορολογικών νόμων προς εξασφάλιση της δημοσιονομικής σταθερότητας (στο εξής: τροποποιητικός νόμος του 2011), με ισχύ από 1ης Νοεμβρίου 2011, έτσι ώστε τα ποσά αυτά να αυξηθούν στα 700000 HUF για τα παιγνιομηχανήματα που ήταν εγκατεστημένα στα ηλεκτρονικά καζίνο και στα 500000 HUF για τα παιγνιομηχανήματα που ήταν εγκατεστημένα στις άλλες αίθουσες παιγνίων των κατηγοριών I και II. Το εν λόγω άρθρο 27 εισήγαγε επίσης έναν αναλογικό φόρο επί των παιγνίων ο οποίος βάρυνε την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων στις αίθουσες παιγνίων, στο μέτρο που, σε ένα δεδομένο τρίμηνο, το ποσό των καθαρών εσόδων ανά μηχάνημα ισούταν ή ήταν ανώτερο των 900000 HUF. Για τα μηχανήματα που είχαν περισσότερες θέσεις παικτών, το εφαρμοστέο κατώφλιο υπολογιζόταν διά πολλαπλασιασμού του αριθμού των θέσεων παικτών με το ποσό των 900000 HUF. Ο φόρος αυτός ανερχόταν στο 20 % του μέρους των καθαρών τριμηνιαίων εσόδων του μηχανήματος που υπερέβαινε τα 900000 HUF.

10

Εξάλλου, ο τροποποιητικός νόμος του 2011 προέβλεψε ότι, από 1ης Ιανουαρίου 2013, τα παιγνιομηχανήματα που ήταν εγκατεστημένα στις αίθουσες παιγνίων θα συνδέονταν υποχρεωτικώς με έναν κεντρικό εξυπηρετητή (server) τον οποίο θα διατηρούσε εμπορική εταιρία πληρούσα συγκεκριμένες προϋποθέσεις και στον οποίο θα είχαν πρόσβαση σε πραγματικό χρόνο οι αρμόδιες για την επιτήρηση των τυχηρών παιγνίων υπηρεσίες.

11

Το άρθρο 26, παράγραφος 3, του νόμου για τα τυχηρά παίγνια τροποποιήθηκε στη συνέχεια, με ισχύ από 10 Οκτωβρίου 2012, με το άρθρο 5 του νόμου αριθ. CXLIV του 2012, περί τροποποιήσεως του νόμου αριθ. XXXIV του 1991 για τη διοργάνωση τυχηρών παιγνίων (στο εξής: τροποποιητικός νόμος του 2012), κατά τρόπο ώστε να επιφυλάσσεται στα καζίνο το αποκλειστικό δικαίωμα εκμεταλλεύσεως παιγνιομηχανημάτων.

12

Με το άρθρο 8 του τροποποιητικού νόμου του 2012 προστέθηκε στον νόμο για τα τυχηρά παίγνια το άρθρο 40/A, του οποίου η παράγραφος 1 προέβλεπε ότι οι άδειες για την εκμετάλλευση εγκατεστημένων σε αίθουσες παιγνίων παιγνιομηχανημάτων οι οποίες είχαν εκδοθεί πριν την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του ως άνω τροποποιητικού νόμου θα έπαυαν να ισχύουν την επομένη της ημερομηνίας αυτής και ότι οι διοργανωτές τυχηρών παιγνίων υποχρεούντο να παραδώσουν τις άδειες αυτές στις φορολογικές αρχές εντός δεκαπενθημέρου από την εν λόγω ημερομηνία.

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

13

Οι ενάγουσες της κύριας δίκης είναι εμπορικές εταιρίες οι οποίες, μέχρι την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού νόμου του 2012, εκμεταλλεύονταν παιγνιομηχανήματα σε αίθουσες παιγνίων. Ασκούσαν τις δραστηριότητές τους κατά κύριο λόγο με μηχανήματα προερχόμενα από άλλα κράτη μέλη. Μέρος της πελατείας τους αποτελούνταν από πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που πραγματοποιούσαν τις διακοπές τους στην Ουγγαρία.

14

Δυνάμει της ουγγρικής νομοθεσίας που ίσχυσε μεταξύ 16 Αυγούστου 1991 και 9 Οκτωβρίου 2012, η εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων μπορούσε να γίνεται στα καζίνο και στις αίθουσες παιγνίων, με διοικητική άδεια την οποία χορηγούσαν οι αρμόδιες για την επιτήρηση των τυχηρών παιγνίων υπηρεσίες. Οι επιχειρηματίες αιθουσών παιγνίων, όπως οι ενάγουσες της κύριας δίκης, υποχρεούντο σε καταβολή ενός μηνιαίου κατ’ αποκοπήν φόρου το ύψος του οποίου ανερχόταν, στις 31 Οκτωβρίου 2011, σε 100000 HUF ανά παιγνιομηχάνημα.

15

Ο τροποποιητικός νόμος του 2011 προέβλεψε ότι τα παιγνιομηχανήματα που λειτουργούσαν σε αίθουσες παιγνίων έπρεπε να συνδεθούν, από 1ης Ιανουαρίου 2013, σε κεντρικό εξυπηρετητή.

16

Ακόμη, ο ως άνω νόμος πενταπλασίασε, με ισχύ από 1ης Νοεμβρίου 2011, το ποσό του μηνιαίου κατ’ αποκοπήν φόρου που βάρυνε την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων τα οποία ήταν εγκατεστημένα στις αίθουσες παιγνίων, ενώ πρόσθεσε και έναν αναλογικό φόρο, που αντιστοιχούσε σε ποσοστό από τα καθαρά τριμηνιαία έσοδα του κάθε μηχανήματος. Το ύψος του φόρου ο οποίος βάρυνε την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων που ήταν εγκατεστημένα στα καζίνο παρέμενε ωστόσο αμετάβλητο.

17

Στις 30 Σεπτεμβρίου 2011, δηλαδή την επομένη της δημοσιεύσεως του τροποποιητικού νόμου του 2011, η Ουγγρική Κυβέρνηση κοινοποίησε το κείμενο του νόμου αυτού στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, χωρίς όμως να δηλώσει ότι η αύξηση των φόρων την οποία προέβλεπε ο εν λόγω νόμος ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 98/34. Το μορατόριο του άρθρου 9, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας δεν τηρήθηκε.

18

Η εφαρμογή του συστήματος λειτουργίας των παιγνιομηχανημάτων βάσει κεντρικού εξυπηρετητή, όπως την είχε προβλέψει ο τροποποιητικός νόμος του 2011, εγκαταλείφθηκε τελικώς, καθόσον το ουγγρικό κοινοβούλιο ψήφισε στις 2 Οκτωβρίου 2012, κατόπιν προτάσεως της κυβερνήσεως της 1ης Οκτωβρίου 2012, τον τροποποιητικό νόμο του 2012 ο οποίος απαγόρευσε την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων εκτός των καζίνο. Προκειμένου να δικαιολογήσει την απαγόρευση αυτή, ο νομοθέτης επικαλέσθηκε την πρόληψη του εγκλήματος και της εξαρτήσεως από τα τυχηρά παίγνια καθώς και λόγους δημόσιας υγείας σχετικούς με την πρόληψη της εξαρτήσεως από τα τυχηρά παίγνια. Ο νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ στις 10 Οκτωβρίου 2012, δηλαδή την επομένη της δημοσιεύσεώς του. Την επομένη, δηλαδή στις 11 Οκτωβρίου 2012, οι άδειες εκμεταλλεύσεως των παιγνιομηχανημάτων στις αίθουσες παιγνίων έληξαν αυτοδικαίως, χωρίς ο νομοθέτης να προβλέψει αποζημίωση των θιγόμενων επιχειρηματιών.

19

Την 1η Οκτωβρίου 2012, η Ουγγρική Κυβέρνηση κοινοποίησε στην Επιτροπή το σχέδιο του τροποποιητικού νόμου του 2012, χαρακτηρίζοντας τον νόμο αυτό ως οικονομικό μέτρο κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 11, της οδηγίας 98/34. Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 10, παράγραφος 4, της ως άνω οδηγίας, δεν ίσχυσε μορατόριο. Στις 15 Οκτωβρίου 2012, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην ως άνω κυβέρνηση ότι διαφωνούσε με τον χαρακτηρισμό αυτό. Η εν λόγω κυβέρνηση επικαλέσθηκε τότε επείγοντες λόγους κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 7, της εν λόγω οδηγίας.

20

Οι ενάγουσες της κύριας δίκης ενήγαγαν το Magyar Állam ενώπιον του Fővárosi Törvényszék (Πρωτοδικείου Βουδαπέστης) ζητώντας την ανόρθωση της ζημίας την οποία υποστηρίζουν ότι υπέστησαν εκ της εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του τροποποιητικού νόμου του 2011 και του τροποποιητικού νόμου του 2012. Κατά τις ενάγουσες, η προβαλλόμενη ζημία προήλθε από την εκ μέρους τους καταβολή των φόρων επί των παιγνίων, από τη μείωση της αξίας των παιγνιομηχανημάτων τους και από τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας της κύριας δίκης.

21

Το Magyar Állam ζήτησε την απόρριψη της αγωγής, αμφισβητώντας τόσο τη νομική βάση της όσο και τα ποσά τα οποία ζητούσαν οι ενάγουσες της κύριας δίκης.

22

Με διάταξη της 13ης Φεβρουαρίου 2014, το Fővárosi Törvényszék αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα δεκαπέντε προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Είναι συμβατή προς το άρθρο 56 ΣΛΕΕ μια μη εισάγουσα διακρίσεις ρύθμιση κράτους μέλους με την οποία, μέσω μίας μόνο πράξης και άνευ χορηγήσεως περιόδου προσαρμογής, πενταπλασιάζεται ο προγενέστερος άμεσος φόρος επί των παιγνιομηχανημάτων των οποίων γίνεται εκμετάλλευση σε αίθουσες τυχηρών παιγνίων, επονομαζόμενος φόρος επί των παιγνίων, και, επιπλέον, εισάγεται αναλογικός φόρος επί των παιγνίων σε ποσοστιαία βάση, κατά τρόπον ώστε να περιορίζεται η δραστηριότητα των διοργανωτών τυχηρών παιγνίων οι οποίοι εκμεταλλεύονται αίθουσες παιγνίων;

2)

Μπορεί να ερμηνευθεί το άρθρο 34 ΣΛΕΕ υπό την έννοια ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του μια μη εισάγουσα διακρίσεις ρύθμιση κράτους μέλους με την οποία, μέσω μίας μόνο πράξης και άνευ χορηγήσεως περιόδου προσαρμογής, πενταπλασιάζεται ο προγενέστερος άμεσος φόρος επί των παιγνιομηχανημάτων των οποίων γίνεται εκμετάλλευση σε αίθουσες τυχηρών παιγνίων, επονομαζόμενος φόρος επί των παιγνίων, και, επιπλέον, εισάγεται αναλογικός φόρος επί των παιγνίων σε ποσοστιαία βάση, κατά τρόπον ώστε να περιορίζεται η εισαγωγή στην Ουγγαρία παιγνιομηχανημάτων προερχόμενων από την Ευρωπαϊκή Ένωση;

3)

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο και/ή δεύτερο ερώτημα, μπορεί κράτος μέλος να επικαλεσθεί αποκλειστικά τη διευθέτηση της δημοσιονομικής κατάστασης στο πλαίσιο της εφαρμογής των άρθρων 36 ΣΛΕΕ, 52, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και 61 ΣΛΕΕ ή της εξυπηρετήσεως επιτακτικών λόγων;

4)

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο και/ή δεύτερο ερώτημα, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι γενικές αρχές του δικαίου, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 3 ΣΕΕ, σχετικά με τους περιορισμούς που επιβάλλει κράτος μέλος και τη χορήγηση περιόδου προσαρμογής στην φορολογική ρύθμιση;

5)

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο και/ή δεύτερο ερώτημα, χωρεί ερμηνεία της αποφάσεως Brasserie du pêcheur και Factortame (C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79) κατά τρόπον ώστε η παράβαση των άρθρων 34 ΣΛΕΕ και/ή 56 ΣΛΕΕ να θεμελιώνει ευθύνη του κράτους μέλους προς αποζημίωση για τον λόγο ότι οι ως άνω διατάξεις —λόγω του αμέσου αποτελέσματός τους— παρέχουν δικαιώματα στους ιδιώτες, πολίτες των κρατών μελών;

6)

Μπορεί να ερμηνευθεί η οδηγία 98/34 υπό την έννοια ότι συνιστά “de facto τεχνικό κανόνα” φορολογική ρύθμιση κράτους μέλους που πενταπλασιάζει διά μιας το ποσό ενός άμεσου φόρου, δηλαδή του καταβλητέου φόρου επί των παιγνίων για τα παιγνιομηχανήματα των οποίων γίνεται εκμετάλλευση σε αίθουσες παιγνίων, ενώ επίσης θεσπίζει αναλογικό φόρο επί των παιγνίων σε ποσοστιαία βάση;

7)

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο έκτο ερώτημα, μπορούν να επικαλεστούν οι ιδιώτες σε κράτος μέλος έναντι του κράτους αυτού την εκ μέρους του παράβαση των άρθρων 8 παράγραφος 1 και/ή 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/34 ως παράβαση που θεμελιώνει υποχρέωση αποζημιώσεως, ήτοι αποσκοπεί η εν λόγω οδηγία στη χορήγηση ατομικών δικαιωμάτων; Ποιους παράγοντες πρέπει να σταθμίσει ο εθνικός δικαστής προκειμένου να αποφανθεί επί του ζητήματος αν το εναγόμενο διέπραξε κατάφωρη παράβαση και τι είδους αξίωση αποζημιώσεως μπορεί να θεμελιωθεί στην εν λόγω παράβαση;

8)

Είναι συμβατή προς το άρθρο 56 ΣΛΕΕ η μη εισάγουσα διακρίσεις ρύθμιση κράτους μέλους με την οποία απαγορεύεται με άμεσο αποτέλεσμα η εκμετάλλευση παιγνιομηχανημάτων σε αίθουσες παιγνίων, χωρίς τη χορήγηση περιόδου μετάβασης ή προσαρμογής στους θιγόμενους διοργανωτές τυχηρών παιγνίων και/ή χωρίς καταβολή σε αυτούς προσήκουσας αποζημιώσεως, ενώ ταυτόχρονα θεσπίζεται μονοπώλιο εκμεταλλεύσεως των παιγνιομηχανημάτων υπέρ των καζίνο;

9)

Μπορεί να ερμηνευθεί το άρθρο 34 ΣΛΕΕ υπό την έννοια ότι ισχύει και εφαρμόζεται και στην περίπτωση που κράτος μέλος θεσπίζει μη εισάγουσα διακρίσεις ρύθμιση η οποία, μολονότι δεν απαγορεύει ευθέως την εισαγωγή παιγνιομηχανημάτων από την Ευρωπαϊκή Ένωση, εντούτοις περιορίζει ή απαγορεύει την πραγματική χρήση και εκμετάλλευση των εν λόγω μηχανημάτων μέσω της διοργανώσεως τυχηρών παιγνίων, χωρίς να χορηγεί στους θιγόμενους διοργανωτές τυχηρών παιγνίων που ασκούν τη δραστηριότητα αυτή ούτε περίοδο μετάβασης ή προσαρμογής ούτε αποζημίωση;

10)

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο όγδοο και/ή ένατο ερώτημα, ποια κριτήρια πρέπει να συνυπολογίσει ο εθνικός δικαστής προκειμένου να αποφανθεί επί του αναγκαίου, πρόσφορου και αναλογικού χαρακτήρα του εν λόγω περιορισμού στο πλαίσιο της εφαρμογής των άρθρων 36 ΣΛΕΕ, 52, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και 61 ΣΛΕΕ ή της εξυπηρετήσεως επιτακτικών λόγων;

11)

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο όγδοο και/ή ένατο ερώτημα, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι γενικές αρχές του δικαίου κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, ΣΕΕ, ως προς τις απαγορεύσεις που επιβάλλονται από κράτος μέλος και τη χορήγηση περιόδου προσαρμογής; Λαμβάνονται υπόψη τα θεμελιώδη δικαιώματα —όπως το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και η απαγόρευση στερήσεως της ιδιοκτησίας άνευ αποζημιώσεως— ως προς τον επιβαλλόμενο εν προκειμένω περιορισμό και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, με ποιον τρόπο;

12)

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο όγδοο και/ή ένατο ερώτημα, χωρεί ερμηνεία της αποφάσεως Brasserie du pêcheur και Factortame (C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79) κατά τρόπον ώστε η παράβαση των άρθρων 34 ΣΛΕΕ και/ή 56 ΣΛΕΕ να θεμελιώνει ευθύνη του κράτους μέλους προς αποζημίωση για τον λόγο ότι οι ως άνω διατάξεις —λόγω του άμεσου αποτελέσματός τους— απονέμουν δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών στα κράτη μέλη;

13)

Μπορεί να ερμηνευθεί η οδηγία 98/34/ΕΚ υπό την έννοια ότι συνιστά “άλλη απαίτηση” κανόνας κράτους μέλους με τον οποίο απαγορεύεται η εκμετάλλευση παιγνιομηχανημάτων σε αίθουσες παιγνίων λόγω περιορισμού της εκμεταλλεύσεώς τους αποκλειστικά στα καζίνο;

14)

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δέκατο τρίτο ερώτημα, μπορούν να επικαλεστούν οι ιδιώτες σε κράτος μέλος έναντι του κράτους αυτού την εκ μέρους του παράβαση των άρθρων 8 παράγραφος 1 και/ή 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/34 ως παράβαση που θεμελιώνει υποχρέωση αποζημιώσεως; Ποιους παράγοντες πρέπει να σταθμίσει ο εθνικός δικαστής προκειμένου να αποφανθεί επί του ζητήματος αν το εναγόμενο διέπραξε κατάφωρη παράβαση και τι είδους αξίωση αποζημιώσεως μπορεί να θεμελιωθεί στην εν λόγω παράβαση;

15)

Τυγχάνει εφαρμογής η αρχή του δικαίου της Ένωσης κατά την οποία τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αποκαταστήσουν τη ζημία που υπέστησαν οι ιδιώτες λόγω παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης καταλογιζόμενης σ’ αυτά, ακόμα κι αν ο τομέας τον οποίο αφορά η θεσπισθείσα ρύθμιση υπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του κράτους μέλους; Μπορούν να αποτελέσουν και στην περίπτωση αυτή κατευθυντήριες γραμμές τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι γενικές αρχές του δικαίου που πηγάζουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου

23

Καταρχάς, η Ουγγρική Κυβέρνηση αμφισβητεί, κατ’ ουσίαν, την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα με το σκεπτικό ότι, ελλείψει διασυνοριακού στοιχείου, η διαφορά της κύριας δίκης δεν εμφανίζει σύνδεσμο με το δίκαιο της Ένωσης.

24

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις όπως οι επίδικες στην κύρια δίκη, οι οποίες εφαρμόζονται αδιακρίτως τόσο επί των Ούγγρων υπηκόων όσο και επί των υπηκόων των άλλων κρατών μελών, δεν εμπίπτουν, κατά γενικό κανόνα, στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων για τις θεμελιώδεις ελευθερίες που έχουν κατοχυρωθεί με τη Συνθήκη ΛΕΕ παρά μόνον αν εφαρμόζονται σε καταστάσεις που έχουν σχέση με το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις Anomar κ.λπ., C‑6/01, EU:C:2003:446, σκέψη 39, και Garkalns, C‑470/11, EU:C:2012:505, σκέψη 21).

25

Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι μέρος της πελατείας των εναγουσών της κύριας δίκης αποτελούνταν από πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που πραγματοποιούσαν τις διακοπές τους στην Ουγγαρία.

26

Οι υπηρεσίες όμως τις οποίες παρέχει, δίχως να μετακινείται, πάροχος εγκατεστημένος σε κράτος μέλος σε αποδέκτη εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος συνιστούν διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 56 ΣΛΕΕ (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις Alpine Investments, C‑384/93, EU:C:1995:126, σκέψεις 21 και 22· Gambelli κ.λπ., C‑243/01, EU:C:2003:597, σκέψη 53, και Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑211/08, EU:C:2010:340, σκέψη 48).

27

Εξάλλου, ουδόλως αποκλείεται επιχειρηματίες εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη πλην της Ουγγαρίας να ενδιαφέρθηκαν ή να ενδιαφερθούν να ανοίξουν αίθουσες παιγνίων στο ουγγρικό έδαφος (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις Blanco Pérez και Chao Gómez, C‑570/07 και C‑571/07, EU:C:2010:300, σκέψη 40, καθώς και Garkalns, C‑470/11, EU:C:2012:505, σκέψη 21).

28

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα.

Επί της υπάρξεως περιορισμών των θεμελιωδών ελευθεριών

Επί του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος

29

Με το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα, τα οποία πρέπει να συνεξετασθούν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν εθνική νομοθεσία όπως ο τροποποιητικός νόμος του 2011, που, χωρίς να προβλέψει μεταβατική περίοδο, πενταπλασιάζει το ύψος ενός κατ’ αποκοπήν φόρου ο οποίος βαρύνει την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων στις αίθουσες παιγνίων και επιπλέον εισάγει αναλογικό φόρο επί της ίδιας δραστηριότητας, συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, τις οποίες κατοχυρώνουν αντιστοίχως τα άρθρα 34 ΣΛΕΕ και 56 ΣΛΕΕ.

30

Καταρχάς, επισημαίνεται ότι τέτοιου είδους νομοθεσία επηρεάζει ευθέως τη δραστηριότητα της εκμεταλλεύσεως των παιγνιομηχανημάτων. Αντιθέτως, μια τέτοια νομοθεσία δεν επηρεάζει παρά κατά τρόπο έμμεσο, ως συνέπεια της επιρροής την οποία ασκεί στην ως άνω δραστηριότητα, την εισαγωγή των μηχανημάτων αυτών.

31

Χωρίς να απαιτείται να εξετασθεί η εισαγωγή παιγνιομηχανημάτων ως παρεπόμενο της εκμεταλλεύσεώς τους, διαπιστώνεται ότι, έστω και αν η εκμετάλλευση των μηχανημάτων αυτών συνδέεται με την πράξη εισαγωγής τους, η πρώτη από αυτές τις δραστηριότητες εμπίπτει στις διατάξεις της Συνθήκης για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και η δεύτερη στις διατάξεις της Συνθήκης για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (απόφαση Anomar κ.λπ., C‑6/01, EU:C:2003:446, σκέψη 55).

32

Έστω και αν υποτεθεί όμως ότι εθνική νομοθεσία, όπως ο τροποποιητικός νόμος του 2011, είναι ικανή να παρεμποδίσει την εισαγωγή των παιγνιομηχανημάτων στο μέτρο που περιορίζει τις δυνατότητες εκμεταλλεύσεώς τους, το Δικαστήριο δεν μπορεί, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, να αποφανθεί ως προς το αν το άρθρο 34 ΣΛΕΕ απαγορεύει την εφαρμογή μιας τέτοιας νομοθεσίας ελλείψει επαρκών διευκρινίσεων σχετικά με τις πραγματικές επιπτώσεις της νομοθεσίας αυτής επί της εισαγωγής των παιγνιομηχανημάτων (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Läärä κ.λπ., C‑124/97, EU:C:1999:435, σκέψη 26).

33

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, μια τέτοιου είδους νομοθεσία πρέπει να εξετασθεί αποκλειστικώς υπό το πρίσμα του άρθρου 56 ΣΛΕΕ.

34

Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί εξαρχής ότι, καίτοι η άμεση φορολογία εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, τα κράτη μέλη οφείλουν να ασκούν την αρμοδιότητα αυτή σεβόμενα το δίκαιο της Ένωσης και, ιδίως, τις θεμελιώδεις ελευθερίες που κατοχυρώνονται από τη Συνθήκη (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Blanco και Fabretti, C‑344/13 και C‑367/13, EU:C:2014:2311, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

35

Το άρθρο 56 ΣΛΕΕ επιτάσσει όχι μόνον την εξάλειψη κάθε δυσμενούς διακρίσεως που υφίσταται λόγω της ιθαγενείας του ο εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος παρέχων υπηρεσίες, αλλά και την κατάργηση κάθε περιορισμού της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, έστω και αν αυτός εφαρμόζεται αδιακρίτως τόσο στους ημεδαπούς παρέχοντες υπηρεσίες όσο και σε εκείνους των άλλων κρατών μελών, οσάκις δύναται να παρεμποδίσει, να παρενοχλήσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστικές τις δραστηριότητες του παρέχοντος υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος, όπου νομίμως παρέχει ανάλογες υπηρεσίες (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις Sporting Exchange, C‑203/08, EU:C:2010:307, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και HIT και HIT LARIX, C‑176/11, EU:C:2012:454, σκέψη 16).

36

Αντιθέτως, το άρθρο 56 ΣΛΕΕ δεν καλύπτει τα μέτρα των οποίων το μόνο αποτέλεσμα είναι να καθιστούν οικονομικά επαχθέστερη τη συγκεκριμένη παροχή υπηρεσιών και τα οποία πλήττουν εξίσου την παροχή υπηρεσιών μεταξύ κρατών μελών και την παροχή υπηρεσιών στο εσωτερικό ενός μόνο κράτους μέλους (απόφαση Mobistar και Belgacom Mobile, C‑544/03 και C‑545/03, EU:C:2005:518, σκέψη 31).

37

Δεν αμφισβητείται ότι ο τροποποιητικός νόμος του 2011 δεν εισάγει άμεση διάκριση μεταξύ των ουγγρικών εταιριών και των εδρευουσών σε άλλα κράτη μέλη εταιριών που εκμεταλλεύονται παιγνιομηχανήματα σε αίθουσες παιγνίων στο ουγγρικό έδαφος, εφόσον ο κατ’ αποκοπήν φόρος και ο αναλογικός φόρος τους οποίους προβλέπει ο νόμος αυτός επιβάλλονται υπό τους ίδιους όρους για όλες τις εταιρίες αυτές.

38

Εξάλλου, δεν προκύπτει ούτε από την απόφαση περί παραπομπής ούτε από τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν οι διάδικοι ότι οι εταιρίες που εκμεταλλεύονται αίθουσες παιγνίων στην ουγγρική αγορά εδρεύουν στην πλειοψηφία τους σε άλλα κράτη μέλη, οπότε στην περίπτωση αυτή τα επίδικα στην κύρια δίκη νομοθετήματα θα ήταν ικανά να στοιχειοθετήσουν έμμεση δυσμενή διάκριση εις βάρος των παρεχόντων υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις Spotti, C‑272/92, EU:C:1993:848, σκέψη 18, και Hervis Sport- és Divatkereskedelmi, C‑385/12, EU:C:2014:47, σκέψεις 39 και 41).

39

Οι ενάγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν όμως ότι ο τροποποιητικός νόμος του 2011, καθόσον αύξησε κατακόρυφα το ύψος των φόρων που βαρύνουν την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων στις αίθουσες παιγνίων, εμπόδισε την κερδοφόρο εκμετάλλευση των μηχανημάτων αυτών από τους επιχειρηματίες αιθουσών παιγνίων και κατ’ αυτόν τον τρόπο κατέστησε στην πράξη αποκλειστική την άσκηση της δραστηριότητας αυτής από τους επιχειρηματίες των καζίνο. Ειδικότερα, εφόσον μια αίθουσα παιγνίων της κατηγορίας I θα πραγματοποιούσε κατά μέσο όρο μηνιαία έσοδα 200000 HUF ανά παιγνιομηχάνημα, η καταβολή του ποσού των 500000 HUF ως μηνιαίου κατ’ αποκοπήν φόρου θα προκαλούσε από μόνη της άμεση μηνιαία απώλεια κατά μέσο όρο 300000 HUF ανά παιγνιομηχάνημα. Εν πάση περιπτώσει, έστω και αν υποτεθεί ότι ορισμένοι επιχειρηματίες αιθουσών παιγνίων θα πραγματοποιούσαν μεγαλύτερες εισπράξεις, το εναπομένον κέρδος μετά την αφαίρεση των εν λόγω φόρων και διαφόρων εξόδων θα ήταν μηδενικό ή ελάχιστο.

40

Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, σε περίπτωση που ο τροποποιητικός νόμος του 2011 μπορούσε πράγματι να παρεμποδίσει, να παρενοχλήσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών που αφορούν την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων στις αίθουσες παιγνίων στην Ουγγαρία, πράγμα που απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να ελέγξει, θα πρέπει να θεωρηθεί ως εμπόδιο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών την οποία εγγυάται το άρθρο 56 ΣΛΕΕ.

41

Τούτο θα συνέβαινε αν το αιτούν δικαστήριο διαπίστωνε ότι η προβλεπόμενη από τον τροποποιητικό νόμο του 2011 αύξηση των φόρων είχε ως αποτέλεσμα η δραστηριότητα της εκμεταλλεύσεως των παιγνιομηχανημάτων να περιορισθεί στα καζίνο, στα οποία η αύξηση αυτή δεν εφαρμοζόταν. Έτσι, η εν λόγω αύξηση θα είχε αποτελέσματα παρόμοια προς εκείνα της απαγορεύσεως της εκμεταλλεύσεως των παιγνιομηχανημάτων εκτός των καζίνο, πράγμα που κατά πάγια νομολογία θεωρείται ως εμπόδιο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Anomar κ.λπ., C‑6/01, EU:C:2003:446, σκέψη 75, και Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑65/05, EU:C:2006:673, σκέψη 53).

42

Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι εθνική νομοθεσία όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, η οποία, χωρίς να προβλέψει μεταβατική περίοδο, πενταπλασιάζει το ύψος ενός κατ’ αποκοπήν φόρου ο οποίος βαρύνει την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων στις αίθουσες παιγνίων και επιπλέον εισάγει αναλογικό φόρο επί της ίδιας δραστηριότητας, συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών την οποία εγγυάται το άρθρο 56 ΣΛΕΕ στο μέτρο που μπορεί να παρεμποδίσει, να παρενοχλήσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών που αφορούν την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων στις αίθουσες παιγνίων, πράγμα που απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να ελέγξει.

43

Για τους λόγους που αναφέρθηκαν στις σκέψεις 30 έως 32, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.

Επί του ογδόου και του ενάτου ερωτήματος

44

Με το όγδοο και το ένατο ερώτημα, τα οποία πρέπει να συνεξετασθούν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν εθνική νομοθεσία όπως ο τροποποιητικός νόμος του 2012, που, χωρίς να προβλέψει ούτε μεταβατική περίοδο ούτε αποζημίωση των επιχειρηματιών αιθουσών παιγνίων, απαγορεύει την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων εκτός των καζίνο, συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, τις οποίες κατοχυρώνουν αντιστοίχως τα άρθρα 34 ΣΛΕΕ και 56 ΣΛΕΕ.

45

Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι ορισμένα επιχειρήματα τα οποία εξέθεσαν στο Δικαστήριο οι διάδικοι της κύριας δίκης αφορούν ζητήματα που δεν καλύπτονται από τα προπαρατεθέντα προδικαστικά ερωτήματα και τα οποία αντλούνται από πραγματικά περιστατικά άσχετα προς το ιστορικό της διαφοράς όπως περιγράφεται στην απόφαση περί παραπομπής.

46

Ειδικότερα, οι ενάγουσες της κύριας δίκης υποστήριξαν με τις γραπτές παρατηρήσεις τους, πράγμα που επιβεβαίωσε η Ουγγρική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι η εκμετάλλευση καζίνο στο ουγγρικό έδαφος επιτρέπεται μόνο στους επιχειρηματίες στους οποίους έχει παραχωρηθεί σχετική άδεια από το Magyar Állam. Οι άδειες όμως εκμεταλλεύσεως καζίνο παραχωρούνται μόνο προς περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων, σε ορισμένες δε περιπτώσεις η παραχώρησή τους είναι δυνατή χωρίς προηγούμενο διαγωνισμό. Εξάλλου, κατά τις ενάγουσες της κύριας δίκης, μέχρι σήμερα, άδεια έχει παραχωρηθεί αποκλειστικώς σε εδρεύουσες στην Ουγγαρία εταιρίες. Έτσι, οι διαδικασίες που ακολουθεί η Ουγγαρία για την παραχώρηση των αδειών αυτών στην πράξη περιάγουν σε δυσμενή θέση τους εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη επιχειρηματίες.

47

Εντούτοις, το ζήτημα της συμμορφώσεως των εν λόγω διαδικασιών προς το δίκαιο της Ένωσης είναι διακριτό από το ζήτημα αν είναι σύμφωνη προς το δίκαιο της Ένωσης η απαγόρευση εκμεταλλεύσεως παιγνιομηχανημάτων εκτός των καζίνο, το οποίο και μόνο αποτελεί αντικείμενο των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν από το αιτούν δικαστήριο.

48

Συναφώς, διευκρινίζεται ότι απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο να προσδιορίσει το αντικείμενο των ερωτημάτων που προτίθεται να υποβάλει στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν δύναται, κατόπιν αιτήματος ενός εκ των διαδίκων της κύριας δίκης, να εξετάσει ερωτήματα που δεν του υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο. Αν το εθνικό δικαστήριο, λαμβανομένης υπόψη της εξελίξεως της διαφοράς, κρίνει αναγκαίο να λάβει συμπληρωματικά στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, σ’ αυτό απόκειται να απευθυνθεί εκ νέου στο Δικαστήριο (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις CBEM, 311/84, EU:C:1985:394, σκέψη 10· Σύνδεσμος Μελών της Ελευθέρας Ευαγγελικής Εκκλησίας κ.λπ., C‑381/89, EU:C:1992:142, σκέψη 19, και Slob, C‑236/02, EU:C:2004:94, σκέψη 29). Παρέλκει επομένως η εξέταση εκ μέρους του Δικαστηρίου των διαλαμβανόμενων στη σκέψη 46 της παρούσας αποφάσεως επιχειρημάτων.

49

Συνεπώς, πρέπει να κριθεί αν εθνική νομοθεσία όπως ο τροποποιητικός νόμος του 2012 παρακωλύει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στο μέτρο που απαγορεύει την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων εκτός των καζίνο, ζήτημα το οποίο είναι ανεξάρτητο από το αν, κατά τα λοιπά, η ουγγρική νομοθεσία για τη διαδικασία παραχωρήσεως των αδειών εκμεταλλεύσεως καζίνο επίσης ενέχει περιορισμούς των ελευθεριών αυτών.

50

Για τους λόγους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 30 έως 32, μια τέτοια εθνική νομοθεσία πρέπει να εξετασθεί αποκλειστικώς υπό το πρίσμα του άρθρου 56 ΣΛΕΕ.

51

Συναφώς, προκύπτει ιδίως από τη νομολογία που υπενθυμίζεται στη σκέψη 41 ότι εθνική νομοθεσία η οποία δεν επιτρέπει την εκμετάλλευση και τη διεξαγωγή ορισμένων τυχηρών παιγνίων παρά μόνο στα καζίνο συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.

52

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, στο όγδοο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι εθνική νομοθεσία όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, που, χωρίς να προβλέψει ούτε μεταβατική περίοδο ούτε αποζημίωση των επιχειρηματιών αιθουσών παιγνίων, απαγορεύει την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων εκτός των καζίνο, συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών την οποία εγγυάται το άρθρο 56 ΣΛΕΕ.

53

Η απάντηση στο ένατο ερώτημα παρέλκει.

Επί της δικαιολογήσεως των περιορισμών της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών

54

Με το τρίτο, το τέταρτο, το δέκατο και το ενδέκατο ερώτημα, τα οποία πρέπει να συνεξετασθούν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί σε ποιο βαθμό οι περιορισμοί που μπορούν να απορρεύσουν από εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις όπως οι επίδικες στην κύρια δίκη μπορούν να γίνουν δεκτοί ως μέτρα παρεκκλίσεως τα οποία προβλέπονται ρητώς στα άρθρα 51 ΣΛΕΕ και 52 ΣΛΕΕ, εφαρμοστέα στον συγκεκριμένο τομέα δυνάμει του άρθρου 62 ΣΛΕΕ, ή να δικαιολογηθούν, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος.

55

Εφόσον οι τροποποιητικοί νόμοι του 2011 και του 2012 εντάσσονται αμφότεροι στο πλαίσιο εθνικής μεταρρυθμίσεως που έχει ως αντικείμενο να παρεμποδισθεί η εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων, ο δε Ούγγρος νομοθέτης επικαλέσθηκε τους ίδιους σκοπούς προς δικαιολόγηση και των δύο αυτών νομοθετημάτων, το ζήτημα της τυχόν δικαιολογήσεως των περιορισμών που απορρέουν από τους εν λόγω νόμους πρέπει να υποβληθεί σε ενιαία εξέταση.

Επί της υπάρξεως επιτακτικών λόγων γενικού συμφέροντος

56

Υπενθυμίζεται εξαρχής ότι η ρύθμιση των τυχηρών παιγνίων συγκαταλέγεται μεταξύ των τομέων εκείνων στους οποίους υπάρχουν σημαντικές διαφορές ηθικής, θρησκευτικής και πολιτιστικής φύσεως μεταξύ των κρατών μελών. Ελλείψει εναρμονίσεως στο επίπεδο της Ένωσης, τα κράτη μέλη είναι, καταρχήν, ελεύθερα να καθορίζουν τους σκοπούς της πολιτικής τους στον τομέα των τυχηρών παιγνίων και, ενδεχομένως, να προσδιορίζουν με ακρίβεια το επίπεδο της επιδιωκόμενης προστασίας (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις Dickinger και Ömer, C‑347/09, EU:C:2011:582, σκέψη 47, καθώς και Digibet και Albers, C‑156/13, EU:C:2014:1756, σκέψη 24).

57

Ο προσδιορισμός των σκοπών τους οποίους όντως επιδιώκει η εθνική ρύθμιση εναπόκειται, στο πλαίσιο υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, στο αιτούν δικαστήριο (απόφαση Pfleger κ.λπ., C‑390/12, EU:C:2014:281, σκέψη 47).

58

Πάντως, διαπιστώνεται ότι οι σκοποί που εξαγγέλλουν ότι επιδιώκουν τα επίδικα στην κύρια δίκη νομοθετήματα, δηλαδή η προστασία των καταναλωτών έναντι της εξαρτήσεως από τα τυχηρά παίγνια και η πρόληψη του εγκλήματος και της απάτης που συνδέονται με τα τυχηρά παίγνια, συνιστούν επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος δυνάμενους να δικαιολογήσουν περιορισμούς των δραστηριοτήτων διεξαγωγής τυχηρών παιγνίων (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις Carmen Media Group, C‑46/08, EU:C:2010:505, σκέψη 55, καθώς και Stanley International Betting και Stanleybet Malta, C‑463/13, EU:C:2015:25, σκέψεις 48 και 49 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

59

Οι ενάγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν όμως ότι ο κύριος σκοπός του τροποποιητικού νόμου του 2011 συνίσταται στην πραγματικότητα στην αύξηση των φορολογικών εσόδων από την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων.

60

Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι μόνος ο σκοπός της μεγιστοποιήσεως των εσόδων του Δημοσίου δεν αρκεί ώστε να επιτρέπεται η επιβολή περιορισμού της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Dickinger και Ömer, C‑347/09, EU:C:2011:582, σκέψη 55, καθώς και Pfleger κ.λπ., C‑390/12, EU:C:2014:281, σκέψη 54).

61

Το γεγονός όμως ότι ο περιορισμός των δραστηριοτήτων διεξαγωγής τυχηρών παιγνίων παρεμπιπτόντως ωφελεί τον προϋπολογισμό του οικείου κράτους μέλους δεν αποκλείει τη δυνατότητα να είναι ο περιορισμός αυτός δικαιολογημένος στο μέτρο που καταρχάς επιδιώκει πράγματι σκοπούς αναγόμενους σε επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις Zenatti, C‑67/98, EU:C:1999:514, σκέψη 36, καθώς και Gambelli κ.λπ., C‑243/01, EU:C:2003:597, σκέψη 62), είναι δε έργο του εθνικού δικαστηρίου να ελέγξει τούτο.

Επί του αναλογικού χαρακτήρα των εμποδίων που επιβάλλονται σε ό,τι αφορά το άρθρο 56 ΣΛΕΕ

62

Καταρχάς, υπενθυμίζεται ότι η επιλογή του τρόπου οργανώσεως και ελέγχου των δραστηριοτήτων εκμεταλλεύσεως και διεξαγωγής τυχηρών παιγνίων ή παιγνίων επί χρήμασι, όπως η σύναψη με το Δημόσιο διοικητικής συμβάσεως παραχωρήσεως ή ο περιορισμός της εκμεταλλεύσεως και διεξαγωγής ορισμένων παιγνίων σε χώρους που διαθέτουν σχετική άδεια, απόκειται στις εθνικές αρχές στο πλαίσιο της εξουσίας τους εκτιμήσεως (αποφάσεις Anomar κ.λπ., C‑6/01, EU:C:2003:446, σκέψη 88, καθώς και Carmen Media Group, C‑46/08, EU:C:2010:505, σκέψη 59).

63

Ειδικότερα, το να επιτρέπονται υπό περιορισμούς τα εν λόγω παίγνια στο πλαίσιο ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται ή παραχωρούνται σε ορισμένους οργανισμούς, λύση που έχει ιδίως το πλεονέκτημα να στρέφει τη διάθεση για τυχηρά παίγνια και την εκμετάλλευση τους εντός ελεγχόμενου κυκλώματος, δύναται να ενταχθεί στην επιδίωξη των σκοπών γενικού συμφέροντος περί προστασίας του καταναλωτή και περί προστασίας της κοινωνικής τάξεως (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Läärä, C‑124/97, EU:C:1999:435, σκέψη 37· Zenatti, C‑67/98, EU:C:1999:514, σκέψη 35, καθώς και Anomar κ.λπ., C‑6/01, EU:C:2003:446, σκέψη 74).

64

Πάντως, οι επιβαλλόμενοι από τα κράτη μέλη περιορισμοί πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις που απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου από πλευράς αναλογικότητας, ήτοι να είναι κατάλληλοι να εξασφαλίσουν την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και να μην υπερβαίνουν το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρο. Στο πλαίσιο αυτό υπενθυμίζεται εξάλλου ότι εθνική νομοθεσία είναι κατάλληλη να εξασφαλίσει την επίτευξη του προβαλλόμενου σκοπού μόνον αν εάν εξυπηρετεί πράγματι την επίτευξή του κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό (βλ. απόφαση HIT και HIT LARIX, C‑176/11, EU:C:2012:454, σκέψη 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

65

Eναπόκειται στο κράτος μέλος που προβάλλει σκοπό ικανό να δικαιολογήσει το εμπόδιο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών να παράσχει στο δικαστήριο το οποίο καλείται να αποφανθεί επ’ αυτού του ζητήματος όλα τα στοιχεία που θα δώσουν στο δικαστήριο αυτό τη δυνατότητα να εξακριβώσει αν το συγκεκριμένο μέτρο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που απορρέουν από την αρχή της αναλογικότητας (βλ. αποφάσεις Dickinger και Ömer, C‑347/09, EU:C:2011:582, σκέψη 54, καθώς και Pfleger κ.λπ., C‑390/12, EU:C:2014:281, σκέψη 50).

66

Εν προκειμένω, οι ενάγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι τα επίδικα στην κύρια δίκη νομοθετήματα δεν εξυπηρετούν πράγματι, κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό, την επίτευξη των προβαλλόμενων σκοπών δημοσίου συμφέροντος.

67

Υποστηρίζουν, αφενός, ότι ο Ούγγρος νομοθέτης, κατόπιν των μεταρρυθμίσεων που εισήχθησαν με τα ως άνω νομοθετήματα, απελευθέρωσε, από τις 19 Ιουλίου 2013, την εκμετάλλευση από τα καζίνο των διαδικτυακών τυχηρών παιγνίων, περιλαμβανομένων των διαδικτυακών παιγνιομηχανημάτων. Αφετέρου, το 2014 παραχωρήθηκαν επτά νέες άδειες εκμεταλλεύσεως καζίνο, πράγμα που επιβεβαίωσε άλλωστε η Ουγγρική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

68

Πρέπει να θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις αυτές, υπό την επιφύλαξη της επαληθεύσεώς τους από το αιτούν δικαστήριο, είναι δυνατόν να ενταχθούν στο πλαίσιο μιας πολιτικής ελεγχόμενης αναπτύξεως των δραστηριοτήτων διεξαγωγής τυχηρών παιγνίων.

69

Το Δικαστήριο έκρινε όμως ότι μια τέτοια πολιτική μπορεί να συνάδει τόσο προς τον σκοπό της αποτροπής της εκμεταλλεύσεως των δραστηριοτήτων διεξαγωγής τυχηρών παιγνίων για εγκληματικούς σκοπούς ή για απάτες όσο και προς τον σκοπό της αποτροπής της ενθαρρύνσεως υποβολής σε υπερβολικά υψηλές δαπάνες για τα τυχηρά παίγνια και της καταπολεμήσεως του εθισμού σε αυτά, διά της προσελκύσεως των καταναλωτών προς την προερχόμενη από εξουσιοδοτημένους επιχειρηματικούς φορείς προσφορά, η οποία θεωρείται συγχρόνως ότι αποκλείει την ύπαρξη εγκληματικών στοιχείων και ότι έχει καθιερωθεί για την καλύτερη προστασία των καταναλωτών από υπερβολικά υψηλές δαπάνες και από τον εθισμό στα τυχηρά παίγνια (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις Stoß κ.λπ., C‑316/07, C‑358/07 έως C‑360/07, C‑409/07 και C‑410/07, EU:C:2010:504, σκέψεις 101 και 102, καθώς και Zeturf, C‑212/08, EU:C:2011:437, σκέψη 67).

70

Προς επίτευξη του ως άνω σκοπού του περιορισμού των συναφών δραστηριοτήτων εντός ελεγχόμενων πλαισίων, οι εξουσιοδοτημένοι επιχειρηματικοί φορείς πρέπει να αποτελούν μια αξιόπιστη και, ταυτοχρόνως, ελκυστική εναλλακτική επιλογή έναντι μιας απαγορευόμενης δραστηριότητας, πράγμα που μεταξύ άλλων μπορεί να σημαίνει τη χρησιμοποίηση νέων μεθόδων διανομής (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις Placanica κ.λπ., C‑338/04, C‑359/04 και C‑360/04, EU:C:2007:133, σκέψη 55· Ladbrokes Betting & Gaming και Ladbrokes International, C‑258/08, EU:C:2010:308, σκέψη 25, και Dickinger και Ömer, C‑347/09, EU:C:2011:582, σκέψη 64).

71

Εντούτοις, μια πολιτική ελεγχόμενης αναπτύξεως των δραστηριοτήτων διεξαγωγής τυχηρών παιγνίων μπορεί να θεωρείται συνεπής μόνον αν, αφενός, οι εγκληματικές δραστηριότητες και οι απάτες σε συσχετισμό με τα τυχηρά παίγνια και, αφετέρου, ο εθισμός στα τυχηρά παίγνια αποτελούσαν, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, πρόβλημα στην Ουγγαρία και το πρόβλημα αυτό μπορούσε να αντιμετωπισθεί με την επέκταση των εγκεκριμένων και νομοθετικώς ρυθμιζόμενων δραστηριοτήτων (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις Ladbrokes Betting & Gaming και Ladbrokes International, C‑258/08, EU:C:2010:308, σκέψη 30· Zeturf, C‑212/08, EU:C:2011:437, σκέψη 70, καθώς και Dickinger και Ömer, C‑347/09, EU:C:2011:582, σκέψη 67).

72

Απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, στο πλαίσιο της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και, ενδεχομένως, μήπως η επίμαχη πολιτική αναπτύξεως έχει έκταση τέτοια που να την καθιστά ασύμβατη προς τον σκοπό να χαλιναγωγηθεί η εξάρτηση από τα τυχηρά παίγνια (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Ladbrokes Betting & Gaming και Ladbrokes International, C‑258/08, EU:C:2010:308, σκέψη 38).

73

Προς τούτο, το εν λόγω δικαστήριο πρέπει να προβεί σε σφαιρική εκτίμηση των περιστάσεων υπό τις οποίες εκδόθηκαν και τέθηκαν σε εφαρμογή τα επίμαχα εισάγοντα περιορισμούς νομοθετήματα.

Επί της εξετάσεως των δικαιολογητικών λόγων υπό το φως των θεμελιωδών δικαιωμάτων

74

Υπενθυμίζεται περαιτέρω ότι, στις περιπτώσεις που κράτος μέλος επικαλείται επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος προκειμένου να δικαιολογήσει ρύθμιση δυνάμενη να παρακωλύσει την άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, η δικαιολόγηση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται και υπό το πρίσμα των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης και ιδίως των θεμελιωδών δικαιωμάτων τα οποία κατοχυρώνονται πλέον από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης). Επομένως, η επίδικη εθνική νομοθεσία θα μπορεί να καλύπτεται από τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις μόνον αν συμβιβάζεται προς τα θεμελιώδη δικαιώματα, των οποίων την τήρηση διασφαλίζει το Δικαστήριο (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις ΕΡΤ, C‑260/89, EU:C:1991:254, σκέψη 43· Familiapress, C‑368/95, EU:C:1997:325, σκέψη 24, και Ålands Vindkraft, C‑573/12, EU:C:2014:2037, σκέψη 125).

75

Εν προκειμένω, οι ενάγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι τα επίδικα στην κύρια δίκη νομοθετήματα προσβάλλουν, αφενός, τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και, αφετέρου, το κατοχυρούμενο στο άρθρο 17 του Χάρτη δικαίωμα ιδιοκτησίας.

– Επί των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

76

Οι ενάγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι τα επίδικα στην κύρια δίκη νομοθετήματα, στο μέτρο που αύξησαν κατακόρυφα το ύψος των φόρων επί των παιγνίων οι οποίοι βαρύνουν την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων στις αίθουσες παιγνίων προβλέποντας ταυτοχρόνως τη μετάβαση προς ένα σύστημα λειτουργίας βάσει κεντρικού εξυπηρετητή, στη συνέχεια δε απαγόρευσαν την εκμετάλλευση των μηχανημάτων αυτών εκτός των καζίνο, άνευ κατάλληλης μεταβατικής περιόδου και αποζημιώσεως των θιγόμενων επιχειρηματιών, αντιβαίνουν στις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

77

Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου, από την οποία απορρέει η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, επιτάσσει, ιδίως, οι κανόνες δικαίου να είναι σαφείς και ακριβείς, τα δε αποτελέσματά τους να μπορούν να προβλεφθούν, ιδίως όταν οι κανόνες αυτοί ενδέχεται να έχουν δυσμενείς συνέπειες για τους ιδιώτες και τις επιχειρήσεις (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις VEMW κ.λπ., C‑17/03, EU:C:2005:362, σκέψη 80 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· ASM Brescia, C‑347/06, EU:C:2008:416, σκέψη 69, και Test Claimants in the Franked Investment Income Group Litigation, C‑362/12, EU:C:2013:834, σκέψη 44).

78

Το Δικαστήριο έχει κρίνει ακόμη ότι ένας επιχειρηματίας δεν μπορεί να προσδοκεί ότι δεν θα επέλθει καμία νομοθετική μεταβολή, αλλά μόνο να προβάλει τις αντιρρήσεις του κατά του τρόπου εφαρμογής της μεταβολής αυτής (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Gemeente Leusden και Holin Groep, C‑487/01 και C‑7/02, EU:C:2004:263, σκέψη 81).

79

Ομοίως, η αρχή της ασφάλειας δικαίου δεν συνεπάγεται απουσία νομοθετικής μεταβολής, αλλά απαιτεί μάλλον να λαμβάνει υπόψη ο εθνικός νομοθέτης την ειδική κατάσταση των επιχειρηματιών και να προβλέπει, ενδεχομένως, προσαρμογές κατά την εφαρμογή των νέων νομικών κανόνων (αποφάσεις VEMW κ.λπ., C‑17/03, EU:C:2005:362, σκέψη 81, και Plantanol, C‑201/08, EU:C:2009:539, σκέψη 49· βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Gemeente Leusden και Holin Groep, C‑487/01 και C‑7/02, EU:C:2004:263, σκέψη 70).

80

Κατά πάγια νομολογία, είναι έργο του αιτούντος δικαστηρίου και μόνο να εξετάσει αν εθνική νομοθεσία συνάδει προς τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, το δε Δικαστήριο, αποφαινόμενο κατόπιν προδικαστικής παραπομπής δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, είναι αρμόδιο μόνο να εξασφαλίσει στο δικαστήριο αυτό όλα τα αναγόμενα στο δίκαιο της Ένωσης ερμηνευτικά στοιχεία τα οποία μπορούν να του παράσχουν τη δυνατότητα να εκτιμήσει το εν λόγω συμβατό (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Plantanol, C‑201/08, EU:C:2009:539, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και Ålands Vindkraft, C‑573/12, EU:C:2014:2037, σκέψη 126).

81

Το αιτούν δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη, προς τούτο, όλα τα ουσιώδη στοιχεία που προκύπτουν από το γράμμα, τον σκοπό ή την οικονομία των εν λόγω νομοθετικών ρυθμίσεων (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Ålands Vindkraft, C‑573/12, EU:C:2014:2037, σκέψη 129).

82

Προκειμένου να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο χρήσιμη απάντηση, υπογραμμίζονται, ειδικότερα, τα ακόλουθα στοιχεία που προκύπτουν από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία.

83

Όσον αφορά, πρώτον, τον τροποποιητικό νόμο του 2011, οι ενάγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι ο νόμος αυτός πενταπλασίασε το ποσό του κατ’ αποκοπήν φόρου που βάρυνε την εκμετάλλευση παιγνιομηχανημάτων στις αίθουσες παιγνίων, εισάγοντας ταυτοχρόνως έναν αναλογικό φόρο με ισχύ από 1ης Νοεμβρίου 2011, δηλαδή από τον πρώτο μήνα μετά τη δημοσίευση του ως άνω νόμου, ενώ το φορολογικό καθεστώς της δραστηριότητας αυτής δεν είχε υποβληθεί σε νομοθετική μεταβολή επί είκοσι σχεδόν έτη. Έτσι, κατά τις ενάγουσες της κύριας δίκης, εξαιτίας της απουσίας αυτής κατάλληλης περιόδου προσαρμογής, κατέστη αδύνατο, για τους επιχειρηματίες οι οποίοι σχεδίαζαν να ανοίξουν νέες αίθουσες παιγνίων, να λάβουν εγκαίρως τα αναγκαία μέτρα για να αναβάλουν την υλοποίηση του σχεδίου τους ή να παραιτηθούν από αυτό. Επιπλέον, η αύξηση των φόρων που βάρυναν την εκμετάλλευση παιγνιομηχανημάτων σε αίθουσες παιγνίων εξανάγκασε πολλούς επιχειρηματίες να παύσουν τη δραστηριότητα αυτή.

84

Όσον αφορά, δεύτερον, τον τροποποιητικό νόμο του 2012, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι ο νόμος αυτός προκάλεσε, από την επομένη της θέσεώς του σε ισχύ, την αυτοδίκαιη ανάκληση των αδειών εκμεταλλεύσεως παιγνιομηχανημάτων σε αίθουσες παιγνίων, χωρίς πρόβλεψη ούτε μεταβατικής περιόδου ούτε αποζημιώσεως για τους θιγόμενους επιχειρηματίες.

85

Συναφώς, επισημαίνεται ότι, όταν ο εθνικός νομοθέτης ανακαλεί άδειες που επιτρέπουν στους δικαιούχους να ασκήσουν οικονομική δραστηριότητα, οφείλει να προβλέψει υπέρ των δικαιούχων αυτών μεταβατική περίοδο με διάρκεια επαρκή ώστε να μπορέσουν να προσαρμοσθούν ή σύστημα εύλογης αποζημιώσεως (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, ΕΔΔΑ, Vékony κατά Ουγγαρίας, αριθ. 65681/13, § 34 και 35, 13 Ιανουαρίου 2015).

86

Εξάλλου, οι ενάγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι, πριν την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού νόμου του 2012, προέβησαν σε δαπάνες για να προσαρμοσθούν στην, προβλεπόμενη από τον τροποποιητικό νόμο του 2011, εφαρμογή του νέου συστήματος λειτουργίας των παιγνιομηχανημάτων. Το σύστημα αυτό λειτουργίας, που θα άρχιζε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 2013, συνεπαγόταν ότι τα παιγνιομηχανήματα των αιθουσών παιγνίων θα λειτουργούσαν διαδικτυακά και θα συνδέονταν με κεντρικό εξυπηρετητή. Η έκδοση όμως του τροποποιητικού νόμου του 2012 προκάλεσε άμεση ματαίωση αυτής της θεμιτής προσδοκίας.

87

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι επιχειρηματίας ο οποίος προέβη σε δαπανηρές επενδύσεις με σκοπό να συμμορφωθεί προς το καθεστώς που είχε προηγουμένως θεσπισθεί από τον νομοθέτη ενδέχεται να θιγεί σημαντικά στα συμφέροντά του εξαιτίας μιας πρόωρης καταργήσεως του καθεστώτος αυτού, κατά μείζονα λόγο όταν η κατάργηση αυτή επέρχεται αιφνίδια και απρόβλεπτα, χωρίς να παρασχεθεί στον επιχειρηματία ο απαραίτητος χρόνος προσαρμογής στο νέο νομοθετικό καθεστώς (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Plantanol, C‑201/08, EU:C:2009:539, σκέψη 52).

88

Απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να ελέγξει, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων, αν εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις όπως οι επίδικες στην κύρια δίκη πληρούν τις απαιτήσεις που απορρέουν από τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

– Επί του δικαιώματος ιδιοκτησίας

89

Οι ενάγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ακόμη ότι εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις όπως οι επίδικες στην κύρια δίκη προσβάλλουν το δικαίωμα ιδιοκτησίας των επιχειρηματιών αιθουσών παιγνίων, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, του Χάρτη.

90

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η κατά το άρθρο 56 ΣΛΕΕ περιοριστική εθνική νομοθεσία ενδέχεται να περιορίζει και το κατοχυρούμενο στο άρθρο 17 του Χάρτη δικαίωμα ιδιοκτησίας. Ομοίως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι κανείς αδικαιολόγητος ή δυσανάλογος, κατά το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, περιορισμός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιτρεπόμενος, δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, υπό το πρίσμα του άρθρου 17 του Χάρτη (απόφαση Pfleger κ.λπ., C‑390/12, EU:C:2014:281, σκέψεις 57 και 59).

91

Κατά συνέπεια, εν προκειμένω, η πραγματοποιηθείσα στις σκέψεις 56 έως 73 της παρούσας αποφάσεως εξέταση του περιορισμού που αντιπροσωπεύουν κατά το άρθρο 56 ΣΛΕΕ νομοθετικές ρυθμίσεις όπως οι επίδικες στην κύρια δίκη καλύπτει και τους τυχόν περιορισμούς της ασκήσεως του κατοχυρούμενου στο άρθρο 17 του Χάρτη δικαιώματος ιδιοκτησίας, με συνέπεια να μη χρειάζεται συναφώς ιδιαίτερη εξέταση (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Pfleger κ.λπ., C‑390/12, EU:C:2014:281, σκέψη 60).

Απαντήσεις στο τρίτο, στο τέταρτο, στο δέκατο και στο ενδέκατο ερώτημα

92

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, στο τρίτο, στο τέταρτο, στο δέκατο και στο ενδέκατο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που μπορούν να απορρεύσουν από εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις όπως οι επίδικες στην κύρια δίκη μπορούν να δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος μόνο στο μέτρο που το εθνικό δικαστήριο διαπιστώνει, κατόπιν σφαιρικής εκτιμήσεως των περιστάσεων υπό τις οποίες εκδόθηκαν και τέθηκαν σε εφαρμογή οι ως άνω νομοθετικές ρυθμίσεις:

ότι καταρχάς επιδιώκουν πράγματι σκοπούς που ανάγονται στην προστασία των καταναλωτών έναντι της εξαρτήσεως από τα τυχηρά παίγνια και στην καταπολέμηση των εγκληματικών δραστηριοτήτων και της απάτης σε συσχετισμό με τα τυχηρά παίγνια, ενώ το γεγονός και μόνο ότι ο περιορισμός των δραστηριοτήτων τυχηρών παιγνίων παρεμπιπτόντως ωφελεί, διά της αυξήσεως των φορολογικών εσόδων, τον προϋπολογισμό του οικείου κράτους μέλους δεν αποκλείει την εκτίμηση ότι ο περιορισμός αυτός καταρχάς επιδιώκει πράγματι τέτοιους σκοπούς·

ότι επιδιώκουν τους ως άνω σκοπούς κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό, και

ότι πληρούν τις απαιτήσεις που απορρέουν από τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, ειδικότερα τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καθώς και από το δικαίωμα ιδιοκτησίας.

Επί της υπάρξεως παραβάσεων της οδηγίας 98/34

93

Με το έκτο και το δέκατο τρίτο ερώτημα, τα οποία πρέπει να συνεξετασθούν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 1, σημείο 11, της οδηγίας 98/34 έχει την έννοια ότι εθνικές διατάξεις, όπως οι φορολογικοί κανόνες του τροποποιητικού νόμου του 2011 και η απαγόρευση εκμεταλλεύσεως παιγνιομηχανημάτων εκτός των καζίνο την οποία επέβαλε ο τροποποιητικός νόμος του 2012, συνιστούν «τεχνικούς κανόνες» κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, τα σχέδια των οποίων πρέπει να γνωστοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της ως άνω οδηγίας.

94

Σε ό,τι αφορά, πρώτον, εθνικές διατάξεις όπως αυτές του τροποποιητικού νόμου του 2011, το ως άνω δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί, ειδικότερα, αν τέτοιες διατάξεις μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «τεχνικοί κανόνες de facto» κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 11, τρίτη περίπτωση, της οδηγίας 98/34.

95

Κατά το εν λόγω άρθρο 1, σημείο 11, τρίτη περίπτωση, οι «τεχνικοί κανόνες de facto» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής συνίστανται σε «τεχνικές προδιαγραφές ή άλλες απαιτήσεις ή […] κανόνες περί υπηρεσιών, που συνδέονται με φορολογικά ή οικονομικά μέτρα και επηρεάζουν την κατανάλωση προϊόντων ή υπηρεσιών ενθαρρύνοντας την τήρηση των τεχνικών αυτών προδιαγραφών ή άλλων απαιτήσεων ή κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες».

96

Από το ως άνω γράμμα προκύπτει ότι η έννοια των «τεχνικών κανόνων de facto» δηλώνει όχι τα ίδια τα φορολογικά μέτρα, αλλά τις συνδεόμενες με αυτά τεχνικές προδιαγραφές ή άλλες απαιτήσεις.

97

Συνεπώς, φορολογική νομοθεσία όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, που δεν συνοδεύεται από τεχνικές προδιαγραφές ή άλλες απαιτήσεις την τήρηση των οποίων έχει σκοπό να εξασφαλίσει, δεν δύναται να χαρακτηρισθεί ως «τεχνικός κανόνας de facto».

98

Σε ό,τι αφορά, δεύτερον, εθνικές διατάξεις όπως αυτές του τροποποιητικού νόμου του 2012, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι εθνικό μέτρο που επιφυλάσσει στα καζίνο την αποκλειστικότητα της διοργανώσεως ορισμένων τυχηρών παιγνίων συνιστά «τεχνικό κανόνα» κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 1, σημείο 11, στο μέτρο που είναι ικανό να επηρεάσει σημαντικά τη φύση ή την εμπορία των προϊόντων τα οποία χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο αυτό (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑65/05, EU:C:2006:673, σκέψη 61, καθώς και Fortuna κ.λπ., C‑213/11, C‑214/11 και C‑217/11, EU:C:2012:495, σκέψεις 24 και 40).

99

Απαγόρευση όμως εκμεταλλεύσεως των παιγνιομηχανημάτων εκτός των καζίνο, όπως αυτή την οποία επέβαλε ο τροποποιητικός νόμος του 2012, είναι ικανή να επηρεάσει σημαντικά την εμπορία των εν λόγω μηχανημάτων, τα οποία συνιστούν αγαθά δυνάμενα να υπαχθούν στο άρθρο 34 ΣΛΕΕ (βλ. απόφαση Läärä κ.λπ., C‑124/97, EU:C:1999:435, σκέψεις 20 και 24), μειώνοντας τους διαύλους για την εκμετάλλευση των μηχανημάτων αυτών.

100

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, στο έκτο και στο δέκατο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, σημείο 11, της οδηγίας 98/34 έχει την έννοια ότι:

οι εθνικές νομοθετικές διατάξεις που πενταπλασιάζουν το ύψος ενός κατ’ αποκοπήν φόρου ο οποίος βαρύνει την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων στις αίθουσες παιγνίων και επιπλέον εισάγουν αναλογικό φόρο επί της ίδιας δραστηριότητας δεν συνιστούν «τεχνικούς κανόνες» κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, και ότι

οι εθνικές νομοθετικές διατάξεις που απαγορεύουν την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων εκτός των καζίνο συνιστούν «τεχνικούς κανόνες» κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, τα σχέδια των οποίων πρέπει να γνωστοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της ως άνω οδηγίας.

Επί της υπάρξεως υποχρεώσεως του οικείου κράτους μέλους σε αποζημίωση

Επί του πέμπτου και του δωδέκατου ερωτήματος

101

Με το πέμπτο και το δωδέκατο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν τα άρθρα 34 ΣΛΕΕ και 56 ΣΛΕΕ σκοπούν στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, έτσι ώστε η παράβασή τους από κράτος μέλος, περιλαμβανομένης και της παραβάσεως λόγω της νομοθετικής του δραστηριότητας, να συνεπάγεται τη δημιουργία δικαιώματος των ιδιωτών για αποκατάσταση από το ως άνω κράτος μέλος της ζημίας την οποία υπέστησαν εξαιτίας της παραβάσεως αυτής.

102

Συναφώς, δεδομένων των όσων αναπτύχθηκαν στις σκέψεις 30 έως 32 της παρούσας αποφάσεως, στα ερωτήματα αυτά πρέπει να δοθεί απάντηση μόνο στο μέτρο που αναφέρονται στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ.

103

Υπενθυμίζεται εξαρχής ότι η αρχή της ευθύνης του κράτους μέλους για ζημίες που προκλήθηκαν στους ιδιώτες από παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης οι οποίες του καταλογίζονται ισχύει για κάθε περίπτωση παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης από κράτος μέλος, όποιο και αν είναι το όργανο του κράτους μέλους του οποίου η πράξη ή η παράλειψη προκαλεί την παράβαση (αποφάσεις Brasserie du pêcheur και Factortame, C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 32, καθώς και Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Η αρχή αυτή ισχύει επομένως μεταξύ άλλων όταν η προσαπτόμενη παράβαση αποδίδεται στον εθνικό νομοθέτη (απόφαση Brasserie du pêcheur και Factortame, C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 36).

104

Κατά πάγια νομολογία, το δίκαιο της Ένωσης αναγνωρίζει δικαίωμα αποζημιώσεως εφόσον συντρέχουν τρεις προϋποθέσεις, εφόσον δηλαδή ο παραβιαζόμενος κανόνας δικαίου αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, η παράβαση είναι κατάφωρη και υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως της υποχρεώσεως την οποία υπέχει το κράτος και της βλάβης που υπέστησαν οι ζημιωθέντες (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Brasserie du pêcheur και Factortame, C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 51· Danske Slagterier, C‑445/06, EU:C:2009:178, σκέψη 20, και Επιτροπή κατά Ιταλίας, C‑379/10, EU:C:2011:775, σκέψη 40).

105

Ως προς την πρώτη από τις προϋποθέσεις αυτές, η οποία αποτελεί το αντικείμενο των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν από το αιτούν δικαστήριο, από τη νομολογία προκύπτει ότι οι διατάξεις της Συνθήκης για τις θεμελιώδεις ελευθερίες δημιουργούν υπέρ των ιδιωτών δικαιώματα που τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να προστατεύουν (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Brasserie du pêcheur και Factortame, C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 54).

106

Κατά συνέπεια, στο πέμπτο και στο δωδέκατο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 56 ΣΛΕΕ σκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, έτσι ώστε η παράβασή του από κράτος μέλος, περιλαμβανομένης και της παραβάσεως λόγω της νομοθετικής του δραστηριότητας, να συνεπάγεται δικαίωμα των ιδιωτών για αποκατάσταση από το ως άνω κράτος μέλος της ζημίας την οποία υπέστησαν εξαιτίας της παραβάσεως αυτής, εφόσον η εν λόγω παράβαση είναι κατάφωρη και υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ως άνω παραβάσεως και της ζημίας αυτής, πράγμα που απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να ελέγξει.

Επί του εβδόμου και του δεκάτου τέταρτου ερωτήματος

107

Με το έβδομο και το δέκατο τέταρτο ερώτημα, τα οποία πρέπει να συνεξετασθούν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν τα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας 98/34 σκοπούν στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, έτσι ώστε η παράβασή τους από κράτος μέλος να συνεπάγεται δικαίωμα των ιδιωτών για αποκατάσταση από το ως άνω κράτος μέλος της ζημίας την οποία υπέστησαν εξαιτίας της παραβάσεως αυτής.

108

Συναφώς, από τη νομολογία προκύπτει ότι, μολονότι η οδηγία 98/34 επιδιώκει να εξασφαλίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων διοργανώνοντας προληπτικό έλεγχο χάριν της αποτελεσματικότητας του οποίου πρέπει να μείνει ανεφάρμοστο, στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, εθνικό μέτρο το οποίο έχει θεσπισθεί κατά παράβαση των άρθρων 8 και 9 αυτής, η ως άνω οδηγία ουδόλως προσδιορίζει το ουσιαστικό περιεχόμενο του κανόνα δικαίου βάσει του οποίου ο εθνικός δικαστής οφείλει να κρίνει την εκκρεμή ενώπιόν του διαφορά. Συνεπώς, η εν λόγω οδηγία δεν γεννά ούτε δικαιώματα ούτε υποχρεώσεις για τους ιδιώτες (απόφαση Unilever, C‑443/98, EU:C:2000:496, σκέψη 51).

109

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, διαπιστώνεται ότι η πρώτη από τις προϋποθέσεις που απαριθμούνται στη σκέψη 104 δεν πληρούται, οπότε οι ιδιώτες δεν δύνανται να επικαλεσθούν μη τήρηση των άρθρων 8 και 9 της ως άνω οδηγίας ώστε να θεμελιωθεί ευθύνη του οικείου κράτους μέλους επί τη βάσει του δικαίου της Ένωσης.

110

Επομένως, στο έβδομο και στο δέκατο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας 98/34 δεν σκοπούν στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, οπότε η παράβασή τους από κράτος μέλος δεν συνεπάγεται δικαίωμα των ιδιωτών για αποκατάσταση από το ως άνω κράτος μέλος, επί τη βάσει του δικαίου της Ένωσης, της ζημίας την οποία υπέστησαν εξαιτίας της παραβάσεως αυτής.

Επί του δεκάτου πέμπτου ερωτήματος

111

Με το δέκατο πέμπτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί σε ποιο βαθμό το γεγονός ότι εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις όπως οι επίδικες στην κύρια δίκη αφορούν τομέα ο οποίος ανήκει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών επηρεάζει τις απαντήσεις που πρέπει να δοθούν στο πέμπτο, στο έβδομο, στο δωδέκατο και στο δέκατο τέταρτο ερώτημα.

112

Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, όπως τονίσθηκε στη σκέψη 34, τα κράτη μέλη οφείλουν να ασκούν τις αρμοδιότητές τους σεβόμενα το δίκαιο της Ένωσης και, ιδίως, τις θεμελιώδεις ελευθερίες που κατοχυρώνονται από τη Συνθήκη, οι οποίες εφαρμόζονται στις καταστάσεις, όπως οι επίδικες στην κύρια δίκη, οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.

113

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, οι λόγοι που προβάλλονται από κράτος μέλος προς δικαιολόγηση περιορισμού των εν λόγω ελευθεριών πρέπει να ερμηνευθούν υπό το φως των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ακόμη και όταν ο ως άνω περιορισμός αφορά τομέα ανήκοντα στην αρμοδιότητα του ως άνω κράτους μέλους, εφόσον η κατάσταση περί της οποίας πρόκειται εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Åkerberg Fransson, C‑617/10, EU:C:2013:105, σκέψη 21).

114

Ομοίως, κάθε παράβαση του δικαίου της Ένωσης την οποία έχει διαπράξει κράτος μέλος, ακόμη και όταν αφορά τομέα ανήκοντα στην αρμοδιότητα του κράτους μέλους αυτού, θεμελιώνει ευθύνη του στο μέτρο που συντρέχουν οι υπομνησθείσες στη σκέψη 104 της παρούσας αποφάσεως προϋποθέσεις.

115

Συνεπώς, στο δέκατο πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το γεγονός ότι εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις όπως οι επίδικες στην κύρια δίκη αφορούν τομέα ο οποίος ανήκει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών δεν επηρεάζει τις απαντήσεις που πρέπει να δοθούν στα ερωτήματα τα οποία υποβλήθηκαν από το αιτούν δικαστήριο.

Επί των δικαστικών εξόδων

116

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

1)

Εθνική νομοθεσία όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, η οποία, χωρίς να προβλέψει μεταβατική περίοδο, πενταπλασιάζει το ύψος ενός κατ’ αποκοπήν φόρου ο οποίος βαρύνει την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων στις αίθουσες παιγνίων και επιπλέον εισάγει αναλογικό φόρο επί της ίδιας δραστηριότητας, συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών την οποία εγγυάται το άρθρο 56 ΣΛΕΕ στο μέτρο που μπορεί να παρεμποδίσει, να παρενοχλήσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών που αφορούν την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων στις αίθουσες παιγνίων, πράγμα που απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να ελέγξει.

 

2)

Εθνική νομοθεσία όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, που, χωρίς να προβλέψει ούτε μεταβατική περίοδο ούτε αποζημίωση των επιχειρηματιών αιθουσών παιγνίων, απαγορεύει την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων εκτός των καζίνο, συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών την οποία εγγυάται το άρθρο 56 ΣΛΕΕ.

 

3)

Οι περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που μπορούν να απορρεύσουν από εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις όπως οι επίδικες στην κύρια δίκη μπορούν να δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος μόνο στο μέτρο που το εθνικό δικαστήριο διαπιστώνει, κατόπιν σφαιρικής εκτιμήσεως των περιστάσεων υπό τις οποίες εκδόθηκαν και τέθηκαν σε εφαρμογή οι ως άνω νομοθετικές ρυθμίσεις:

ότι καταρχάς επιδιώκουν πράγματι σκοπούς που ανάγονται στην προστασία των καταναλωτών έναντι της εξαρτήσεως από τα τυχηρά παίγνια και στην καταπολέμηση των εγκληματικών δραστηριοτήτων και της απάτης σε συσχετισμό με τα τυχηρά παίγνια, ενώ το γεγονός και μόνον ότι ο περιορισμός των δραστηριοτήτων τυχηρών παιγνίων παρεμπιπτόντως ωφελεί, διά της αυξήσεως των φορολογικών εσόδων, τον προϋπολογισμό του οικείου κράτους μέλους δεν αποκλείει την εκτίμηση ότι ο περιορισμός αυτός καταρχάς επιδιώκει πράγματι τέτοιους σκοπούς·

ότι επιδιώκουν τους ως άνω σκοπούς κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό, και

ότι πληρούν τις απαιτήσεις που απορρέουν από τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, ειδικότερα τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καθώς και από το δικαίωμα ιδιοκτησίας.

 

4)

Το άρθρο 1, σημείο 11, της οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2006/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006, έχει την έννοια ότι:

οι εθνικές νομοθετικές διατάξεις που πενταπλασιάζουν το ύψος ενός κατ’ αποκοπήν φόρου ο οποίος βαρύνει την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων στις αίθουσες παιγνίων και επιπλέον εισάγουν αναλογικό φόρο επί της ίδιας δραστηριότητας δεν συνιστούν «τεχνικούς κανόνες» κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, και ότι

οι εθνικές νομοθετικές διατάξεις που απαγορεύουν την εκμετάλλευση των παιγνιομηχανημάτων εκτός των καζίνο συνιστούν «τεχνικούς κανόνες» κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, τα σχέδια των οποίων πρέπει να γνωστοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της ως άνω οδηγίας.

 

5)

Το άρθρο 56 ΣΛΕΕ σκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, έτσι ώστε η παράβασή του από κράτος μέλος, περιλαμβανομένης και της παραβάσεως λόγω της νομοθετικής του δραστηριότητας, να συνεπάγεται δικαίωμα των ιδιωτών για αποκατάσταση από το ως άνω κράτος μέλος της ζημίας την οποία υπέστησαν εξαιτίας της παραβάσεως αυτής, εφόσον η εν λόγω παράβαση είναι κατάφωρη και υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ως άνω παραβάσεως και της ζημίας αυτής, πράγμα που απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να ελέγξει.

 

6)

Τα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας 98/34, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2006/96, δεν σκοπούν στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, οπότε η παράβασή τους από κράτος μέλος δεν συνεπάγεται δικαίωμα των ιδιωτών για αποκατάσταση από το ως άνω κράτος μέλος, επί τη βάσει του δικαίου της Ένωσης, της ζημίας την οποία υπέστησαν εξαιτίας της παραβάσεως αυτής.

 

7)

Το γεγονός ότι εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις όπως οι επίδικες στην κύρια δίκη αφορούν τομέα ο οποίος ανήκει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών δεν επηρεάζει τις απαντήσεις που πρέπει να δοθούν στα ερωτήματα τα οποία υποβλήθηκαν από το αιτούν δικαστήριο.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική.

Top