EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62009CJ0072

Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 28ης Οκτωβρίου 2010.
Établissements Rimbaud SA κατά Directeur général des impôts και Directeur des services fiscaux d’Aix-en-Provence.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Cour de cassation - Γαλλία.
Άμεση φορολογία - Ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων - Νομικά πρόσωπα εγκατεστημένα σε τρίτη χώρα που είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου - Κυριότητα ακινήτων ευρισκομένων σε κράτος μέλος - Φόρος επί της αγοραίας αξίας των εν λόγω ακινήτων - Απόρριψη αιτήσεως απαλλαγής - Καταστολή της φοροδιαφυγής - Εκτίμηση βάσει της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ.
Υπόθεση C-72/09.

European Court Reports 2010 I-10659

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2010:645

Υπόθεση C-72/09

Établissements Rimbaud SA

κατά

Directeur général des impôts

και

Directeur des services fiscaux d’Aix-en-Provence

[αίτηση του Cour de cassation (Γαλλία)

για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Άμεση φορολογία – Ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων – Νομικά πρόσωπα εγκατεστημένα σε τρίτη χώρα που είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου – Κυριότητα ακινήτων ευρισκομένων σε κράτος μέλος – Φόρος επί της αγοραίας αξίας των εν λόγω ακινήτων – Απόρριψη αιτήσεως απαλλαγής – Καταστολή της φοροδιαφυγής – Εκτίμηση βάσει της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ»

Περίληψη της αποφάσεως

1.        Διεθνείς συμφωνίες – Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο – Ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων – Ίδιο νομικό περιεχόμενο με τις κοινοτικές διατάξεις

(Άρθρο 63 ΣΛΕΕ· Συμφωνία ΕΟΧ, άρθρο 40 και παράρτημα XII)

2.        Διεθνείς συμφωνίες – Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο – Ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων – Περιορισμοί – Φορολογική νομοθεσία – Φόρος επί της αγοραίας αξίας των ακινήτων των νομικών προσώπων

(Συμφωνία ΕΟΧ, άρθρο 40)

1.        Ένας από τους κύριους σκοπούς της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) είναι η κατά το δυνατόν πληρέστερη πραγμάτωση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων σε ολόκληρο τον ΕΟΧ, ούτως ώστε η υλοποιηθείσα στο έδαφος της Κοινότητας εσωτερική αγορά να επεκταθεί στα κράτη της ΕΖΕΣ. Με την προοπτική αυτή, πολλές διατάξεις της εν λόγω Συμφωνίας έχουν ως σκοπό να διασφαλίσουν την κατά το δυνατόν ομοιόμορφη ερμηνεία της στο σύνολο του ΕΟΧ. Στο πλαίσιο αυτό, απόκειται στο Δικαστήριο να μεριμνά ώστε οι κανόνες της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ, οι οποίοι ταυτίζονται κατ’ ουσία με τους αντίστοιχους της Συνθήκης ΛΕΕ, να ερμηνεύονται ομοιόμορφα εντός των κρατών μελών.

Από τις διατάξεις του άρθρου 40 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ προκύπτει ότι οι κανόνες περί απαγορεύσεως των περιορισμών των κινήσεων κεφαλαίων και της συνεπαγόμενης δυσμενούς διακρίσεως ταυτίζονται, όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ κρατών που είναι μέρη της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ, είτε πρόκειται για μέλη της Ένωσης είτε για μέλη της ΕΖΕΣ, με τους κανόνες τους οποίους επιβάλλει το δίκαιο της Ένωσης στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών.

Επομένως, μολονότι οι περιορισμοί της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων μεταξύ υπηκόων των συμβαλλομένων στη Συμφωνία για τον ΕΟΧ κρατών πρέπει να εκτιμώνται με γνώμονα το άρθρο 40 και το παράρτημα XII της εν λόγω Συμφωνίας, οι διατάξεις αυτές έχουν το ίδιο νομικό περιεχόμενο με εκείνες του άρθρου 63 ΣΛΕΕ.

(βλ. σκέψεις 20-22)

2.        Το άρθρο 40 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) δεν απαγορεύει εθνική ρύθμιση η οποία απαλλάσσει από τον φόρο επί της αγοραίας αξίας των ακινήτων που βρίσκονται στο έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις επιχειρήσεις που έχουν την εταιρική τους έδρα στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους, ενώ εξαρτά την απαλλαγή αυτή, προκειμένου περί εταιρίας που έχει την έδρα της σε τρίτο κράτος το οποίο, όμως, είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, είτε από την ύπαρξη συμβάσεως διοικητικής συνδρομής συναφθείσας μεταξύ του εν λόγω κράτους μέλους και του συγκεκριμένου τρίτου κράτους με σκοπό την πάταξη της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής είτε από την προϋπόθεση ότι, κατ’ εφαρμογήν συνθήκης περιέχουσας ρήτρα περί απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, τα νομικά αυτά πρόσωπα δεν πρέπει να υπόκεινται σε φορολογία βαρύτερη από εκείνη που επιβάλλεται στις εταιρίες οι οποίες είναι εγκατεστημένες στο οικείο κράτος μέλος.

Πράγματι, ναι μεν η ως άνω εθνική ρύθμιση συνιστά, για τα νομικά πρόσωπα, περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων, ο οποίος απαγορεύεται, κατ’ αρχήν, από το άρθρο 40 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ, όπως ακριβώς απαγορεύεται και από το άρθρο 63 ΣΛΕΕ, πλην όμως ο δικαιολογητικός λόγος που συνδέεται με την πάταξη της φοροδιαφυγής και την απαίτηση διαφυλάξεως της αποτελεσματικότητας των φορολογικών ελέγχων πρέπει να εκτιμηθεί διαφορετικά εφόσον το πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών, το οποίο θεσπίζει η οδηγία 77/799, δεν υφίσταται όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ αυτών και των αρμοδίων αρχών τρίτης χώρας που δεν έχει αναλάβει δέσμευση αμοιβαίας συνδρομής. Υπό τις συνθήκες αυτές, το οικείο κράτος μέλος μπορεί, κατ’ αρχήν, θεμιτώς να μη χορηγήσει το πλεονέκτημα σε περίπτωση που αποδειχθεί αδύνατη η λήψη πληροφοριών από το εν λόγω τρίτο κράτος, ιδίως καθόσον αυτό δεν έχει αναλάβει συμβατική υποχρέωση παροχής πληροφοριών.

(βλ. σκέψεις 29, 41, 44, 52 και διατακτ.)







ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 28ης Οκτωβρίου 2010 (*)

«Άμεση φορολογία – Ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων – Νομικά πρόσωπα εγκατεστημένα σε τρίτη χώρα που είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου – Κυριότητα ακινήτων ευρισκομένων σε κράτος μέλος – Φόρος επί της αγοραίας αξίας των εν λόγω ακινήτων – Απόρριψη αιτήσεως απαλλαγής – Πάταξη της φοροδιαφυγής – Εκτίμηση βάσει της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ»

Στην υπόθεση C‑72/09,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Cour de cassation (Γαλλία) με απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2009, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Φεβρουαρίου 2009, στο πλαίσιο της δίκης

Établissements Rimbaud SA

κατά

Directeur général des impôts,

Directeur des services fiscaux d’Aix-en-Provence,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, E. Juhász, Γ. Αρέστη (εισηγητή), T. von Danwitz και D. Šváby, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: N. Jääskinen

γραμματέας: N. Nanchev, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της συνεδριάσεως της 3ης Φεβρουαρίου 2010,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατάθεσαν:

–        η Établissements Rimbaud SA, εκπροσωπούμενη από τον J.‑P. Chevallier, avocat,

–        η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους G. de Bergues και J.‑S. Pilczer,

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Lumma και C. Blaschke,

–        η Εσθονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον L. Uibo,

–        η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Σ. Σπυρόπουλο και τις Ζ. Χατζηπαύλου και Μ. Τασσοπούλου,

–        η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Muñoz Pérez,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την I. Bruni, επικουρούμενη από τον P. Gentili, avvocato dello Stato,

–        η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις C. M. Wissels και M. de Mol,

–        η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Falk και τον A. Engman,

–        η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την I. Rao και τον I. Hutton,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους R. Lyal και J.‑P. Keppenne,

–        η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ, εκπροσωπούμενη από τις L. Armati και I. Hauger, καθώς και από τους B. Alterskjæn και X. Lewis,

–        το Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν, εκπροσωπούμενο από την S. Monauni‑Tömördy,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Απριλίου 2010,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 40 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, της 2ας Μαΐου 1992 (ΕΕ 1994, L 1, σ. 3, στο εξής: Συμφωνία για τον EOX).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο της εκδικάσεως διαφοράς μεταξύ, αφενός, της εταιρίας Établissements Rimbaud SA (στο εξής: Rimbaud) και, αφετέρου, του directeur général des impôts και του directeur des services fiscaux d’Aix‑en‑Provence (στο εξής: γαλλική φορολογική αρχή), με αντικείμενο το ζήτημα αν η ως άνω εταιρία υπόκειται στον φόρο επί της αγοραίας αξίας των ευρισκομένων στη Γαλλία ακινήτων, των οποίων την κυριότητα έχουν νομικά πρόσωπα (στο εξής: επίδικος φόρος).

 Το νομικό πλαίσιο

 Η Συμφωνία για τον ΕΟΧ

3        Το άρθρο 40 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ ορίζει τα εξής:

«Στα πλαίσια των διατάξεων της παρούσας Συμφωνίας, δεν επιβάλλονται περιορισμοί μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, στις κινήσεις κεφαλαίων που ανήκουν σε πρόσωπα που έχουν κατοικία σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή της ΕΖΕΣ ούτε διάκριση μεταχείρισης που βασίζεται στην ιθαγένεια ή στην κατοικία των μερών ή στον τόπο της επενδύσεως. Στο παράρτημα ΧΙΙ περιέχονται οι αναγκαίες διατάξεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.»

4        Το παράρτημα ΧΙΙ της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων», παραπέμπει στην οδηγία 88/361/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988, για τη θέση σε εφαρμογή του άρθρου 67 της Συνθήκης [που καταργήθηκε με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ] (ΕΕ L 178, σ. 5). Βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, οι κινήσεις κεφαλαίων ταξινομούνται σύμφωνα με την ονοματολογία του παραρτήματος Ι.

 Η εθνική νομοθεσία

5        Τα άρθρα 990 D επ. του γαλλικού γενικού φορολογικού κώδικα (στο εξής: CGI) εντάσσονται στα μέτρα που έλαβε ο Γάλλος νομοθέτης για την καταπολέμηση μίας ορισμένης μορφής φοροαποφυγής.

6        Το άρθρο 990 D του CGI προβλέπει τα εξής:

«Τα νομικά πρόσωπα τα οποία, είτε αυτοπροσώπως είτε διά παρεμβαλλομένου προσώπου, έχουν την κυριότητα ενός ή πλειόνων ακινήτων στη Γαλλία ή έχουν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων οφείλουν ετήσιο φόρο ίσο προς το 3 % της αγοραίας αξίας των εν λόγω ακινήτων ή δικαιωμάτων

Θεωρείται κύριος ακινήτων ή φορέας δικαιωμάτων επί ακινήτων διά παρεμβαλλομένου προσώπου στη Γαλλία κάθε νομικό πρόσωπο που έχει συμμετοχές, ανεξαρτήτως μορφής και ποσοστού, στο κεφάλαιο νομικού προσώπου το οποίο είναι κύριος των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων ή φορέας των εν λόγω δικαιωμάτων ή κάτοχος μεριδίων εταιρικού κεφαλαίου σε τρίτο νομικό πρόσωπο που το ίδιο είναι κύριος των περιουσιακών στοιχείων ή φορέας των δικαιωμάτων ή παρεμβάλλεται στην αλυσίδα των συμμετοχών. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται ανεξαρτήτως του αριθμού των παρεμβαλλομένων νομικών προσώπων.»

7        Το άρθρο 990 Ε του CGI έχει ως εξής:

«Ο φόρος τον οποίο προβλέπει το άρθρο 990 D δεν επιβάλλεται:

1˚      Στα νομικά πρόσωπα των οποίων η ευρισκόμενη στη Γαλλία ακίνητη περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 990 D, αντιπροσωπεύει ποσοστό μικρότερο του 50 % της συνολικής τους περιουσίας στη Γαλλία. Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, στην ακίνητη περιουσία δεν περιλαμβάνεται η περιουσία την οποία τα νομικά πρόσωπα κατά την έννοια του άρθρου 990 D ή τα παρεμβαλλόμενα πρόσωπα χρησιμοποιούν στο πλαίσιο της δικής τους επαγγελματικής δραστηριότητας, εφόσον αυτή δεν έχει ως αντικείμενο πράξεις σχετικές με ακίνητα.

2˚      Στα νομικά πρόσωπα τα οποία έχουν την έδρα τους εντός χώρας ή επικράτειας που έχει συνάψει με τη Γαλλία σύμβαση διοικητικής συνδρομής προς καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής και δηλώνουν κατ’ έτος, το αργότερο ως τις 15 Μαΐου, στον τόπο που ορίζεται με την προβλεπόμενη στο άρθρο 990 F υπουργική απόφαση, τη θέση, την κατάσταση και την αξία των ακινήτων των οποίων την κυριότητα είχαν την 1η Ιανουαρίου, την ταυτότητα και τη διεύθυνση των εταίρων τους κατά την ίδια ημερομηνία, καθώς και τον αριθμό των μετοχών ή μεριδίων που έχει καθένας από αυτούς·

3˚      Στα νομικά πρόσωπα τα οποία έχουν την πραγματική έδρα της διοικήσεώς τους στη Γαλλία και στα λοιπά νομικά πρόσωπα τα οποία, δυνάμει συνθήκης, δεν πρέπει να υποβάλλονται σε βαρύτερη φορολογία, εφόσον ανακοινώνουν κατ’ έτος ή αναλαμβάνουν και τηρούν τη δέσμευση να γνωστοποιούν στη φορολογική αρχή, όταν τους το ζητήσει, τη θέση και την κατάσταση των ακινήτων των οποίων την κυριότητα είχαν την 1η Ιανουαρίου, την ταυτότητα και διεύθυνση των μετόχων, εταίρων ή άλλων μελών τους, τον αριθμό των μετοχών, μεριδίων ή άλλων δικαιωμάτων που κατέχει καθένας από αυτούς, καθώς και τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη φορολογική κατοικία τους. Η δέσμευση αναλαμβάνεται είτε κατά τον χρόνο που το νομικό πρόσωπο αποκτά την κυριότητα του ακινήτου ή του δικαιώματος επί ακινήτου ή της συμμετοχής, στα οποία αναφέρεται το άρθρο 990 D είτε, όσον αφορά τυχόν ακίνητα, δικαιώματα ή μερίδια εταιρικού κεφαλαίου των οποίων την κυριότητα είχε ήδη το νομικό πρόσωπο κατά την 1η Ιανουαρίου 1993, το αργότερο έως τις 15 Μαΐου 1993 [...]»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

8        Η Rimbaud, η οποία εδρεύει στο Λιχτενστάιν, έχει την κυριότητα ακινήτου που βρίσκεται στη Γαλλία. Για τον λόγο αυτόν, υπόκειται κατ’ αρχήν στον επίδικο φόρο.

9        Η γαλλική φορολογική αρχή προχώρησε στην είσπραξη του επίδικου φόρου από τη Rimbaud, αρχικώς για τα έτη 1988 έως 1997, στη συνέχεια δε για τα έτη 1998 έως 2000.

10      Κατόπιν της απορρίψεως των διοικητικών της ενστάσεων, η Rimbaud άσκησε προσφυγές κατά των σχετικών αποφάσεων της γαλλικής φορολογικής αρχής. Μετά την έκδοση, στις 20 Σεπτεμβρίου 2005, δυσμενούς γι’ αυτήν αποφάσεως από το Cour d’appel d’Aix‑en‑Provence, η Rimbaud άσκησε αναίρεση ενώπιον του Cour de cassation.

11      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Cour de cassation αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Το άρθρο 40 της Συμφωνίας για τον [ΕΟΧ] απαγορεύει νομοθεσία όπως αυτή των άρθρων 990 D επ. του [CGI], όπως ίσχυαν κατά την επίμαχη περίοδο, που απαλλάσσει από τον φόρο του 3 % επί της αγοραίας αξίας των κείμενων στη Γαλλία ακινήτων τις εταιρίες που εδρεύουν στη Γαλλία και εξαρτά την απαλλαγή αυτή, προκειμένου περί εταιρίας που εδρεύει σε κράτος του [ΕΟΧ], μη μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από την ύπαρξη συμβάσεως διοικητικής συνδρομής συναφθείσας μεταξύ της [Γαλλικής Δημοκρατίας] και του κράτους αυτού με σκοπό την [πάταξη] της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής ή από το γεγονός ότι, κατ’ εφαρμογήν συνθήκης περιέχουσας ρήτρα περί απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, τα εν λόγω νομικά πρόσωπα δεν πρέπει να υπόκεινται σε βαρύτερη φορολογία από αυτήν στην οποία υπόκεινται οι εγκατεστημένες στη Γαλλία εταιρίες;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

12      Το αιτούν δικαστήριο ζητεί, με το ερώτημά του, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 40 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία απαλλάσσει από τον επίδικο φόρο τις επιχειρήσεις που έχουν την εταιρική τους έδρα στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους, ενώ εξαρτά την απαλλαγή αυτή, προκειμένου περί εταιρίας που έχει την έδρα της σε τρίτο κράτος το οποίο, όμως, είναι μέλος του ΕΟΧ, είτε από την ύπαρξη συμβάσεως διοικητικής συνδρομής συναφθείσας μεταξύ του εν λόγω κράτους μέλους και του συγκεκριμένου τρίτου κράτους με σκοπό την πάταξη της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής είτε από την προϋπόθεση ότι, κατ’ εφαρμογήν συνθήκης περιέχουσας ρήτρα περί απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, τα νομικά αυτά πρόσωπα δεν πρέπει να υπόκεινται σε φορολογία βαρύτερη από εκείνη που επιβάλλεται στις εταιρίες οι οποίες είναι εγκατεστημένες στο οικείο κράτος μέλος.

13      Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι το άρθρο 40 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ τέθηκε σε εφαρμογή στο Λιχτενστάιν από 1ης Μαΐου 1995, δυνάμει της αποφάσεως 1/95 του Συμβουλίου του ΕΟΧ, της 10ης Μαρτίου 1995, σχετικά με την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο όσον αφορά το Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν (ΕΕ L 86, σ. 58). Συνεπώς, η ερμηνεία της διατάξεως αυτής ουδεμία επιρροή ασκεί σε προγενέστερα της ως άνω ημερομηνίας πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων θεμελιώνεται υποχρέωση καταβολής του επίδικου φόρου.

14      Σημειωτέον, επίσης, ότι το Δικαστήριο έχει ήδη εξετάσει, με την απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 2007, C‑451/05, ELISA (Συλλογή 2007, σ. I 8251), την επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση, υπό το πρίσμα τόσο της οδηγίας 77/799/EΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1977, σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών στον τομέα της άμεσης και της έμμεσης φορολογίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 86), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992 (ΕΕ L 76, σ. 1, στο εξής: οδηγία 77/799), όσο και του άρθρου 63 ΣΛΕΕ.

15      Στην υπόθεση της κύριας δίκης, η Rimbaud ως έχουσα την κυριότητα ακινήτου στη Γαλλία οφείλει, κατ’ αρχήν, να καταβάλει τον επίδικο φόρο βάσει του άρθρου 990 D του CGI.

16      Όσον αφορά την επίμαχη εν προκειμένω κατηγορία κινήσεων κεφαλαίων, πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 40 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ προβλέπει ότι οι αναγκαίες διατάξεις για την εφαρμογή του ίδιου αυτού άρθρου περιέχονται στο παράρτημα ΧΙΙ της εν λόγω Συμφωνίας. Το παράρτημα ΧΙΙ ορίζει ότι έχουν εφαρμογή στον ΕΟΧ τόσο η οδηγία 88/361 όσο και το παράρτημα Ι της οδηγίας αυτής.

17      Κατά πάγια νομολογία, οι κινήσεις κεφαλαίων περιλαμβάνουν την πραγματοποίηση επενδύσεων σε ακίνητα ευρισκόμενα στο έδαφος κράτους μέλους από πρόσωπα που δεν κατοικούν στο κράτος αυτό, όπως προκύπτει από την ονοματολογία των κινήσεων κεφαλαίων η οποία περιέχεται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 88/361, καθόσον η ονοματολογία αυτή εξακολουθεί να έχει ενδεικτική αξία, όσον αφορά τον ορισμό της έννοιας των κινήσεων κεφαλαίων (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 16ης Μαρτίου 1999, C-222/97, Trummer και Mayer, Συλλογή 1999, σ. I-1661, σκέψη 21· της 11ης Ιανουαρίου 2001, C-464/98, Stefan, Συλλογή 2001, σ. I-173, σκέψη 5· της 5ης Μαρτίου 2002, C‑515/99, C‑519/99 έως C‑524/99 και C‑526/99 έως C‑540/99, Reisch κ.λπ., Συλλογή 2002, σ. I‑2157, σκέψη 30, και της 14ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑386/04, Centro di Musicologia Walter Stauffer, Συλλογή 2004, σ. I‑8203, σκέψη 22).

18      Δεν αμφισβητείται ότι η Rimbaud πραγματοποίησε επένδυση σε ακίνητο στη Γαλλία. Αυτή η διασυνοριακή επένδυση αποτελεί κίνηση κεφαλαίων κατά την έννοια της εν λόγω ονοματολογίας (βλ., σχετικώς, προαναφερθείσα απόφαση ELISA, σκέψη 60).

19      Κατά συνέπεια, οι διατάξεις του άρθρου 40 και του παραρτήματος ΧΙΙ της Συμφωνίας ΕΟΧ έχουν εφαρμογή επί διαφοράς όπως αυτή της κύριας δίκης, η οποία αφορά συναλλαγή μεταξύ υπηκόων κρατών που είναι μέρη της εν λόγω Συμφωνίας. Κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο μπορεί να τις ερμηνεύσει καθόσον υποβάλλεται ενώπιόν του, από δικαστήριο κράτους μέλους, προδικαστικό ερώτημα σχετικό με την ισχύ, στο ίδιο αυτό κράτος, μιας συμφωνίας η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της έννομης τάξεως της Ένωσης (βλ. αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 1999, C-321/97, Andersson και Wåkerås-Andersson, Συλλογή 1999, σ. Ι-3551, σκέψεις 26 έως 31· της 15ης Μαΐου 2003, C-300/01, Salzmann, Συλλογή 2003, σ. I‑4899, σκέψη 65, καθώς και της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑452/01, Ospelt και Schlössle Weissenberg, Συλλογή 2003, σ. I‑9743, σκέψη 27).

20      Ένας από τους κύριους σκοπούς της Συμφωνίας ΕΟΧ είναι η κατά το δυνατόν πληρέστερη πραγμάτωση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων σε ολόκληρο τον ΕΟΧ, ούτως ώστε η υλοποιηθείσα στο έδαφος της Κοινότητας εσωτερική αγορά να επεκταθεί στα κράτη της ΕΖΕΣ. Με την προοπτική αυτή, πολλές διατάξεις της εν λόγω Συμφωνίας έχουν ως σκοπό να διασφαλίσουν την κατά το δυνατόν ομοιόμορφη ερμηνεία της στο σύνολο του ΕΟΧ (βλ. γνωμοδότηση 1/92, της 10ης Απριλίου 1992, Συλλογή 1992, σ. Ι-2821). Στο πλαίσιο αυτό, απόκειται στο Δικαστήριο να μεριμνά ώστε οι κανόνες της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ, οι οποίοι ταυτίζονται κατ’ ουσία με τους αντίστοιχους της Συνθήκης ΛΕΕ, να ερμηνεύονται κατά ομοιόμορφο τρόπο εντός των κρατών μελών (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Ospelt και Schlössle Weissenberg, σκέψη 29).

21      Από τις διατάξεις του άρθρου 40 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ προκύπτει ότι οι κανόνες περί απαγορεύσεως των περιορισμών των κινήσεων κεφαλαίων και της συνεπαγόμενης δυσμενούς διακρίσεως ταυτίζονται, όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ κρατών που είναι μέρη της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ, είτε πρόκειται για μέλη της Ένωσης είτε για μέλη της ΕΖΕΣ, με τους κανόνες τους οποίους επιβάλλει το δίκαιο της Ένωσης στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Ospelt και Schlössle Weissenberg, σκέψη 28).

22      Επομένως, μολονότι οι περιορισμοί της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων μεταξύ υπηκόων των συμβαλλομένων στη Συμφωνία για τον ΕΟΧ κρατών πρέπει να εκτιμώνται με γνώμονα το άρθρο 40 και το παράρτημα XII της εν λόγω Συμφωνίας, οι διατάξεις αυτές έχουν το ίδιο νομικό περιεχόμενο με εκείνες του άρθρου 63 ΣΛΕΕ (βλ., απόφαση της 11ης Ιουνίου 2009, C‑521/07, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 2009, σ. I‑4873, σκέψη 33).

23      Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, καίτοι η άμεση φορολογία εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά την άσκησή της, να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, C-319/02, Manninen, Συλλογή 2004, σ. I-7477, σκέψη 19· της 6ης Μαρτίου 2007, C‑292/04, Meilicke κ.λπ., Συλλογή 2007, σ. Ι-1835, σκέψη 19· της 24ης Μαΐου 2007, C‑157/05, Holböck, Συλλογή 2007, σ. Ι-4051, σκέψη 21, και προαναφερθείσα απόφαση ELISA, σκέψη 68). Ομοίως, η αρμοδιότητά τους αυτή δεν τους παρέχει την ευχέρεια να εφαρμόζουν μέτρα αντίθετα προς τις σχετικές με την κυκλοφορία ελευθερίες τις οποίες κατοχυρώνουν οι αντίστοιχες διατάξεις της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

 Επί της υπάρξεως περιορισμού των κινήσεων κεφαλαίων

24      Όσον αφορά το ζήτημα αν εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη συνιστά περιορισμό των κινήσεων κεφαλαίων, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση ELISA, ότι η επίμαχη ρύθμιση αποτελεί περιορισμό της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων, ο οποίος απαγορεύεται, κατ’ αρχήν, από το άρθρο 63 ΣΛΕΕ.

25      Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι, για να μπορούν να τύχουν της απαλλαγής από τον επίδικο φόρο, τα νομικά πρόσωπα που δεν έχουν την έδρα της διοικήσεώς τους στη Γαλλία πρέπει, αντιθέτως προς τους λοιπούς υποκειμένους στον φόρο, να πληρούν μία επιπλέον προϋπόθεση, η οποία αφορά την ύπαρξη συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ της Γαλλικής Δημοκρατίας και του οικείου κράτους μέλους. Ελλείψει τέτοιας συμβάσεως, νομικό πρόσωπο το οποίο δεν έχει την έδρα της διοικήσεώς του στη Γαλλία στερείται της δυνατότητας να ζητήσει λυσιτελώς απαλλαγή από τον επίδικο φόρο, δυνάμει των άρθρων 990 D και 990 E, σημεία 2 και 3, του CGI. Καθόσον απόκειται αποκλειστικώς και μόνο στα ενδιαφερόμενα κράτη να αποφασίσουν αν θα δεσμευτούν συμβατικώς, η προϋπόθεση της υπάρξεως είτε συμβάσεως διοικητικής συνδρομής είτε συνθήκης ενδέχεται να δημιουργήσει de facto, γι’ αυτή την κατηγορία νομικών προσώπων, μόνιμο καθεστώς στερήσεως της δυνατότητας απαλλαγής από τον επίδικο φόρο, καθιστώντας έτσι λιγότερο ελκυστική την πραγματοποίηση επενδύσεων στη Γαλλία για τις εταιρίες οι οποίες δεν έχουν την έδρα τους σε αυτό το κράτος μέλος (βλ. προαναφερθείσα απόφαση ELISA, σκέψεις 75 έως 77).

26      Στην υπόθεση της κύριας δίκης, η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 990 E του CGI απαλλαγή από τον επίδικο φόρο των εταιριών που είναι εγκατεστημένες στο οικείο κράτος μέλος χορηγείται υπό την προϋπόθεση της υπάρξεως είτε συμβάσεως διοικητικής συνδρομής είτε συνθήκης συναφθείσας μεταξύ της Γαλλικής Δημοκρατίας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν.

27      Πάντως, όσον αφορά την προβλεπόμενη από το άρθρο 990 E, σημείο 2, του CGI απαλλαγή, δεν έχει συναφθεί μεταξύ των ως άνω δύο κρατών σύμβαση περί διοικητικής συνδρομής με σκοπό την πάταξη της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής. Ομοίως, όσον αφορά την προβλεπόμενη από το άρθρο 990 E, σημείο 3, του CGI απαλλαγή, επισημαίνεται ότι η Γαλλική Δημοκρατία και το Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν δεν έχουν, μέχρι τούδε, υπογράψει συνθήκη δυνάμει της οποίας τα οικεία νομικά πρόσωπα δεν επιτρέπεται να υπόκεινται σε βαρύτερη φορολογία από την επιβαλλόμενη στα νομικά πρόσωπα που έχουν την εταιρική τους έδρα στη Γαλλία.

28      Επομένως, οι απαιτήσεις τις οποίες προβλέπει η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση όσον αφορά τη χορήγηση απαλλαγής από τον επίδικο φόρο αποκλείουν αυτομάτως τις αλλοδαπές εταιρίες που είναι εγκατεστημένες στο Λιχτενστάιν από το πλεονέκτημα της εν λόγω απαλλαγής, καθιστώντας έτσι λιγότερο ελκυστική γι’ αυτές την πραγματοποίηση επενδύσεων σε ακίνητα στη Γαλλία.

29      Κατά συνέπεια, σε υπόθεση όπως αυτή της κύριας δίκης, η ως άνω εθνική ρύθμιση συνιστά, για τα νομικά πρόσωπα, περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων, ο οποίος απαγορεύεται, κατ’ αρχήν, από το άρθρο 40 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ, όπως ακριβώς απαγορεύεται και από το άρθρο 63 ΣΛΕΕ.

30      Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, ο επίδικος φόρος έχει ως σκοπό να αποθαρρύνει τους φορολογουμένους που υπόκεινται σε αυτόν από την αποφυγή της καταβολής του διά της ιδρύσεως εταιριών, οι οποίες καθίστανται ιδιοκτήτριες ακινήτων ευρισκομένων στη Γαλλία, εντός κρατών που δεν έχουν συνάψει με τη Γαλλική Δημοκρατία σύμβαση η οποία να περιέχει ρήτρα περί διοικητικής συνδρομής προς πάταξη της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής. Το ουσιώδες κριτήριο απαλλαγής έγκειται στη διασφάλιση της δυνατότητας της γαλλικής φορολογικής αρχής να ζητεί απευθείας από τις αλλοδαπές φορολογικές αρχές κάθε αναγκαία πληροφορία για την επαλήθευση των δηλώσεων των εταιριών που έχουν δικαιώματα κυριότητας ή άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων ευρισκομένων στη Γαλλία σύμφωνα με το άρθρο 990 Ε του CGI, καθώς και των δηλώσεων τις οποίες υπέβαλαν φυσικά πρόσωπα με φορολογική κατοικία στη Γαλλία, σχετικά με τα ακίνητά τους που βαρύνονται με τον φόρο.

31      Η Γαλλική Κυβέρνηση εξηγεί ότι, αντιθέτως προς τις υποχρεώσεις αμοιβαίας συνδρομής που επιβάλλονται στο πλαίσιο της έννομης τάξεως της Ένωσης, τα κράτη τα οποία είναι μέλη του ΕΟΧ αλλά όχι της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν οφείλουν να μεταφέρουν στο εθνικό τους δίκαιο την οδηγία 77/799. Κατά συνέπεια, ελλείψει είτε συμβάσεως που να περιέχει ρήτρα περί διοικητικής συνδρομής είτε συνθήκης που να περιέχει ρήτρα περί απαγορεύσεως των διακρίσεων σε θέματα φορολογίας, η γαλλική φορολογική αρχή δεν δύναται να ζητήσει απευθείας από την αντίστοιχη αρχή του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες.

32      Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί αν ο ως άνω περιορισμός δικαιολογείται από τον λόγο γενικού συμφέροντος, ο οποίος συνίσταται στην πάταξη της φοροδιαφυγής και την απαίτηση διαφυλάξεως της αποτελεσματικότητας των φορολογικών ελέγχων.

 Επί του δικαιολογητικού λόγου που αφορά την πάταξη της φοροδιαφυγής και την απαίτηση διαφυλάξεως της αποτελεσματικότητας των φορολογικών ελέγχων

33      Όσον αφορά τον δικαιολογητικό λόγο που συνδέεται με την πάταξη της φοροδιαφυγής και την απαίτηση διαφυλάξεως της αποτελεσματικότητας των φορολογικών ελέγχων, υπενθυμίζεται ότι περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων μπορεί να γίνει δεκτός, εκ του λόγου αυτού, μόνον υπό την προϋπόθεση ότι είναι κατάλληλος για τη διασφάλιση της επιτεύξεως του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρο (αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 2005, C‑446/03, Marks & Spencer, Συλλογή 2005, σ. I‑10837, σκέψη 35· της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑196/04, Cadbury Schweppes και Cadbury Schweppes Overseas, Συλλογή 2006, σ. I‑7995, σκέψη 47· της 13ης Μαρτίου 2007, C‑524/04, Test Claimants in the Thin Cap Group Litigation, Συλλογή 2007, σ. I‑2107, σκέψη 64, και της 18ης Δεκεμβρίου 2007, C‑101/05, Α, Συλλογή 2007, σ. I‑11531, σκέψη 55).

34      Συνεπώς, δικαιολογητικός λόγος σχετικός με την Πάταξη της φοροδιαφυγής μπορεί να γίνει δεκτός μόνον αν στόχο του αποτελούν οι καθαρά τεχνητές μεθοδεύσεις, σκοπός των οποίων είναι η καταστρατήγηση της φορολογικής νομοθεσίας, όπερ σημαίνει ότι αποκλείεται οιοδήποτε γενικό τεκμήριο φοροδιαφυγής. Επομένως, γενικό τεκμήριο φοροαποφυγής ή φοροδιαφυγής δεν αρκεί για να δικαιολογήσει φορολογικό μέτρο που θίγει τους σκοπούς της Συνθήκης (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2000, C‑478/98, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 2000, σ. I-7587, σκέψη 45, καθώς και προαναφερθείσα απόφαση Cadbury Schweppes και Cadbury Schweppes Overseas, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

35      Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη δύνανται να εφαρμόζουν μέτρα που καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό, με σαφήνεια και ακρίβεια, του ποσού το οποίο οφείλουν να καταβάλουν οι φορολογούμενοι (βλ. απόφαση της 10ης Μαρτίου 2005, C‑39/04, Laboratoires Fournier, Συλλογή 2005, σ. I-2057, σκέψη 24).

36      Όσον αφορά την επίμαχη εθνική ρύθμιση, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί, με την προαναφερθείσα απόφαση ELISA, ότι είναι πράγματι κατάλληλη προς επίτευξη του σκοπού που συνίσταται στην πάταξη της φοροδιαφυγής, κατά το μέτρο που καθιστά δυνατή την καταπολέμηση πρακτικών οι οποίες έχουν ως μόνο σκοπό την αποφυγή εκ μέρους φυσικών προσώπων της καταβολής του φόρου περιουσίας στη Γαλλία, ή τουλάχιστον καθιστά τις πρακτικές αυτές λιγότερο ελκυστικές.

37      Το Δικαστήριο έκρινε πάντως ότι, σε περίπτωση που η γαλλική φορολογική αρχή στερείται της δυνατότητας να ζητήσει, βάσει συμβάσεως συναφθείσας με το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου το οικείο νομικό πρόσωπο έχει την έδρα του διοικήσεως, τη συνεργασία των φορολογικών αρχών του εν λόγω κράτους μέλους, τίποτε δεν εμποδίζει τις γαλλικές φορολογικές αρχές να απαιτούν από τον φορολογούμενο τα αποδεικτικά στοιχεία που κρίνουν αναγκαία για τον ορθό προσδιορισμό των οικείων φόρων και, ενδεχομένως, να απορρίπτουν την αίτηση χορηγήσεως απαλλαγής αν δεν προσκομίζονται τα στοιχεία αυτά.

38      Διαπιστώθηκε επίσης ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης γαλλική ρύθμιση δεν παρέχει τη δυνατότητα στις εταιρίες οι οποίες αποκλείονται του πεδίου εφαρμογής συμβάσεως διοικητικής συνδρομής και δεν καλύπτονται από συνθήκη περιέχουσα ρήτρα περί απαγορεύσεως των διακρίσεων σε θέματα φορολογίας, αλλά επενδύουν σε ακίνητα ευρισκόμενα στη Γαλλία, να προσκομίζουν δικαιολογητικά έγγραφα που να αποδεικνύουν την ταυτότητα των μετόχων τους και να περιέχουν οποιαδήποτε άλλη πληροφορία κρίνεται αναγκαία από τις γαλλικές φορολογικές αρχές. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η εν λόγω ρύθμιση εμποδίζει, εν πάση περιπτώσει, τις εταιρίες αυτές να αποδείξουν ότι δεν έχουν σκοπό να διαπράξουν απάτη. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι η Γαλλική Κυβέρνηση μπορούσε να έχει λάβει λιγότερο περιοριστικά μέτρα προκειμένου να επιτύχει τον σκοπό της πατάξεως της φοροδιαφυγής και, ως εκ τούτου, ο επίδικος φόρος δεν είναι δυνατό να δικαιολογηθεί από την πάταξη της φοροδιαφυγής (βλ. προαναφερθείσα απόφαση ELISA, σκέψεις 99 και 100).

39      Πρέπει, πάντως, να υπομνηστεί ότι η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση ELISA αφορούσε πραγματικά περιστατικά σχετικά με κράτη μέλη της Ένωσης, και όχι με οποιοδήποτε τρίτο κράτος. Κατά συνέπεια, οι απαντήσεις που δόθηκαν με την ως άνω απόφαση στα υποβληθέντα, στην περίπτωση εκείνη, προδικαστικά ερωτήματα αφορούν αποκλειστικώς τις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών της Ένωσης.

40      Σημειωτέον ότι η νομολογία σχετικά με τους περιορισμούς στην άσκηση των δικαιωμάτων που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία στο εσωτερικό της Ένωσης δεν μπορεί να εφαρμοστεί αυτούσια στις κινήσεις κεφαλαίων μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών, καθώς οι κινήσεις αυτές εντάσσονται σε διαφορετικό νομικό πλαίσιο (βλ., προαναφερθείσα απόφαση Α, σκέψη 60, και απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2009, C-540/07, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2009, σ. Ι‑10983, σκέψη 69).

41      Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι το πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών, το οποίο θεσπίζει η οδηγία 77/799, δεν υφίσταται όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ αυτών και των αρμοδίων αρχών τρίτης χώρας που δεν έχει αναλάβει δέσμευση αμοιβαίας συνδρομής (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 70).

42      Ασφαλώς, το παράρτημα XXII της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ προβλέπει ότι τα κράτη μέλη του ΕΟΧ οφείλουν να μεταφέρουν στο εθνικό τους δίκαιο τις οδηγίες περί εναρμονίσεως του εταιρικού δικαίου, ιδίως δε εκείνες που αφορούν τα λογιστικά των εταιριών. Τα μέτρα αυτά παρέχουν στον φορολογούμενο τη δυνατότητα να προσκομίσει αξιόπιστα και επαληθεύσιμα στοιχεία σχετικά με εταιρία εγκατεστημένη σε κράτος που είναι συμβαλλόμενο μέρος της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η οδηγία 77/799 δεν έχει εφαρμογή στις σχέσεις των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών με τις αντίστοιχες του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν.

43      Στην υπόθεση της κύριας δίκης, είναι επομένως αδύνατο για τις γαλλικές φορολογικές αρχές να λάβουν από εκείνες του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου επί των στοιχείων τα οποία προσκομίζουν οι υποκείμενες στον φόρο εταιρίες.

44      Κατά συνέπεια, όταν ρύθμιση κράτους μέλους εξαρτά τη χορήγηση φορολογικού πλεονεκτήματος από προϋποθέσεις των οποίων η συνδρομή μπορεί να διαπιστωθεί μόνο διά της λήψεως πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές τρίτου κράτους που είναι μέλος του ΕΟΧ, το οικείο κράτος μέλος μπορεί, κατ’ αρχήν, θεμιτώς να μη χορηγήσει το πλεονέκτημα σε περίπτωση που αποδειχθεί αδύνατη η λήψη πληροφοριών από το εν λόγω τρίτο κράτος, ιδίως καθόσον αυτό δεν έχει αναλάβει συμβατική υποχρέωση παροχής πληροφοριών.

45      Όσον αφορά, ειδικότερα, το ζήτημα αν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, οι γαλλικές φορολογικές αρχές θα έπρεπε να προχωρούν σε κατά περίπτωση εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζουν εταιρίες εγκατεστημένες σε κράτη τα οποία είναι μέλη του ΕΟΧ, επισημαίνεται ότι από την προαναφερθείσα απόφαση ELISA προκύπτει πράγματι ότι, εντός του πλαισίου της Ένωσης, ο άνευ ετέρου αποκλεισμός από τη χορήγηση φορολογικού πλεονεκτήματος δεν δικαιολογείται, δεδομένου ότι τίποτε δεν εμποδίζει τις οικείες φορολογικές αρχές να απαιτούν από τον φορολογούμενο τα αποδεικτικά στοιχεία που κρίνουν αναγκαία για τον ορθό προσδιορισμό των σχετικών φόρων και, ενδεχομένως, να απορρίπτουν την αίτηση χορηγήσεως απαλλαγής αν δεν προσκομίζονται τα στοιχεία αυτά.

46      Εντούτοις, η νομολογία αυτή δεν έχει εφαρμογή στη διαφορετική περίπτωση μιας εταιρίας εγκατεστημένης στο Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν. Πράγματι, μολονότι ούτε στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση ELISA οι λουξεμβουργιανές αρχές υπείχαν, κατ’ αρχήν, υποχρέωση παροχής πληροφοριών βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/799, το ρυθμιστικό πλαίσιο διαφέρει σαφώς.

47      Κατ’ αρχάς, σύμφωνα με τα όσα ορίζει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/799, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ανταλλάσσουν όλες τις πληροφορίες οι οποίες ενδέχεται να καταστήσουν δυνατό τον ορθό προσδιορισμό των φόρων εισοδήματος και περιουσίας, καθώς και όλες τις πληροφορίες που αφορούν τον προσδιορισμό των φόρων επί των ασφαλίστρων. Προκειμένου αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών να εφαρμοστεί στην πράξη, η ως άνω οδηγία θεσπίζει ένα ρυθμιστικό πλαίσιο το οποίο προβλέπει, με το μεν άρθρο 3 της οδηγίας αυτής, την αυτόματη ανταλλαγή και, με το δε άρθρο 4 της ίδιας οδηγίας, την αυθόρμητη ανταλλαγή πληροφοριών. Επιπλέον, επιβάλλει την τήρηση προθεσμίας όσον αφορά τη διαβίβαση των πληροφοριών (άρθρο 5), τη συνεργασία των εκπροσώπων των κρατών (άρθρο 6), την πραγματοποίηση διαβουλεύσεων (άρθρο 9) και την κοινοποίηση των συμπερασμάτων από τη μέχρι τούδε συνεργασία (άρθρο 10).

48      Επομένως, το άρθρο 8 της οδηγίας 77/799, το οποίο φέρει τον τίτλο «[ό]ρια της ανταλλαγής πληροφοριών», προβλέπει, κατά παρέκκλιση και μόνον, ορισμένες εξαιρέσεις από τον κανόνα της ανταλλαγής πληροφοριών. Το άρθρο αυτό πρέπει, ως διάταξη που εισάγει παρέκκλιση, να τυγχάνει στενής ερμηνείας. Εξάλλου, η αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας επιτάσσει να εφαρμόζουν τα κράτη μέλη στην πράξη το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών το οποίο θεσπίζει η οδηγία 77/799.

49      Εντός του ρυθμιστικού αυτού πλαισίου, η δυνατότητα του φορολογουμένου να προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία τα οποία οι γαλλικές φορολογικές αρχές οφείλουν να εξετάζουν, όπως αναγνωρίστηκε με την προαναφερθείσα απόφαση ELISA, λαμβάνει τον χαρακτήρα μέτρου πρόληψης του ενδεχομένου να αποβούν εις βάρος του φορολογουμένου τα όρια που θέτει στο γενικό σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών η εφαρμογή του ως άνω άρθρου 8.

50      Επομένως, αν η εν λόγω δυνατότητα στηρίζεται στην ύπαρξη γενικού συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών όπως του θεσπιζομένου με την οδηγία 77/799 και, κατά συνέπεια, εξαρτάται από την ύπαρξη παρόμοιου συστήματος, δεν πρέπει μια τέτοια δυνατότητα να αναγνωριστεί στον φορολογούμενο υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως κύριας δίκης, οι οποίες χαρακτηρίζονται από την έλλειψη οποιασδήποτε υποχρεώσεως συνδρομής εκ μέρους των φορολογικών αρχών του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν.

51      Υπό τις συνθήκες αυτές, εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης πρέπει να θεωρηθεί, αφενός, δικαιολογημένη έναντι συμβαλλομένου στη Συμφωνία για τον ΕΟΧ κράτους από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος σχετικούς με την πάταξη της φοροδιαφυγής και την απαίτηση διαφυλάξεως της αποτελεσματικότητας των φορολογικών ελέγχων και, αφετέρου, κατάλληλη να διασφαλίσει την υλοποίηση του επιδιωκομένου σκοπού, χωρίς να βαίνει πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

52      Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι το άρθρο 40 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ δεν απαγορεύει εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία απαλλάσσει από τον επίδικο φόρο τις επιχειρήσεις που έχουν την εταιρική τους έδρα στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους, ενώ εξαρτά την απαλλαγή αυτή, προκειμένου περί εταιρίας που έχει την έδρα της σε τρίτο κράτος το οποίο, όμως, είναι μέλος του ΕΟΧ, είτε από την ύπαρξη συμβάσεως διοικητικής συνδρομής συναφθείσας μεταξύ του εν λόγω κράτους μέλους και του συγκεκριμένου τρίτου κράτους με σκοπό την πάταξη της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής είτε από την προϋπόθεση ότι, κατ’ εφαρμογήν συνθήκης περιέχουσας ρήτρα περί απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, τα νομικά αυτά πρόσωπα δεν πρέπει να υπόκεινται σε φορολογία βαρύτερη από εκείνη που επιβάλλεται στις εταιρίες οι οποίες είναι εγκατεστημένες στο οικείο κράτος μέλος.

 Επί των δικαστικών εξόδων

53      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 40 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, της 2ας Μαΐου 1992, δεν απαγορεύει εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία απαλλάσσει από τον φόρο επί της αγοραίας αξίας των ακινήτων που βρίσκονται στο έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις επιχειρήσεις που έχουν την εταιρική τους έδρα στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους, ενώ εξαρτά την απαλλαγή αυτή, προκειμένου περί εταιρίας που έχει την έδρα της σε τρίτο κράτος το οποίο, όμως, είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, είτε από την ύπαρξη συμβάσεως διοικητικής συνδρομής συναφθείσας μεταξύ του εν λόγω κράτους μέλους και του συγκεκριμένου τρίτου κράτους με σκοπό την πάταξη της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής είτε από την προϋπόθεση ότι, κατ’ εφαρμογήν συνθήκης περιέχουσας ρήτρα περί απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, τα νομικά αυτά πρόσωπα δεν πρέπει να υπόκεινται σε φορολογία βαρύτερη από εκείνη που επιβάλλεται στις εταιρίες οι οποίες είναι εγκατεστημένες στο οικείο κράτος μέλος.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.

Top