EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62007CJ0054

Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 10ης Ιουλίου 2008.
Centrum voor gelijkheid van kansen en voor racismebestrijding κατά Firma Feryn NV.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Arbeidshof te Brussel - Βέλγιο.
Οδηγία 2000/43/ΕΚ - Κριτήρια επιλογής του προσωπικού ενέχοντα δυσμενή διάκριση - Βάρος αποδείξεως - Κυρώσεις.
Υπόθεση C-54/07.

European Court Reports 2008 I-05187

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2008:397

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 10ης Ιουλίου 2008 ( *1 )

«Οδηγία 2000/43/ΕΚ — Κριτήρια επιλογής του προσωπικού ενέχοντα δυσμενή διάκριση — Βάρος αποδείξεως — Κυρώσεις»

Στην υπόθεση C-54/07,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το arbeidshof te Brussel (Βέλγιο) με απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2007, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Φεβρουαρίου 2007, στο πλαίσιο της δίκης

Centrum voor gelijkheid van kansen en voor racismebestrijding

κατά

Firma Feryn NV,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, L. Bay Larsen, K. Schiemann, J. Makarczyk και J.-C. Bonichot (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro

γραμματέας: B. Fülöp, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 28ης Νοεμβρίου 2007,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

το Centrum voor gelijkheid van kansen en voor racismebestrijding, εκπροσωπούμενο από τον C. Bayart, advocaat,

η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους L. Van den Broeck και C. Pochet,

η Ιρλανδία, εκπροσωπούμενη από τους D. O’Hagan και P. McGarry,

η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την T. Harris, επικουρούμενη από τους T. Ward, barrister, και J. Eady, solicitor,

η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους M. van Beek και J. Enegren,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Μαρτίου 2008,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 2000, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής (ΕΕ L 180, σ. 22).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Centrum voor gelijkheid van kansen en voor racismebestrijding (κέντρου για την ισότητα ευκαιριών και των καταπολέμηση των φυλετικών διακρίσεων), ενάγοντος της κύριας δίκης, και της εταιρίας Firma Feryn NV (στο εξής: Feryn), εναγομένης της κύριας δίκης, κατόπιν των δηλώσεων ενός από τους διευθυντές της, ο οποίος δήλωσε δημοσίως ότι η εταιρία του δεν επιθυμούσε να προσλάβει άτομα καλούμενα «αλλόχθονες».

Το νομικό πλαίσιο

Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση

3

Σύμφωνα με το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/43, «σκοπός της […] είναι να θεσπισθεί πλαίσιο για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, με στόχο να πραγματωθεί στα κράτη μέλη η αρχή της ίσης μεταχείρισης».

4

Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο α’, της οδηγίας αυτής:

«συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για λόγους φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, σε ένα πρόσωπο επιφυλάσσεται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν της οποίας τυγχάνει, έτυχε ή θα ετύγχανε ένα άλλο πρόσωπο, σε ανάλογη κατάσταση».

5

Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α’, της εν λόγω οδηγίας διευκρινίζει ότι η οδηγία αυτή αφορά «τους όρους πρόσβασης στην απασχόληση, την αυτοαπασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων επιλογής και των όρων πρόσληψης, ανεξάρτητα από τον κλάδο δραστηριότητας και σε όλα τα επίπεδα της επαγγελματικής ιεραρχίας, συμπεριλαμβανομένων των προαγωγών». Αντιθέτως, κατά το άρθρο της 3, παράγραφος 2, η ίδια αυτή οδηγία δεν αφορά «τη διαφορετική μεταχείριση λόγω υπηκοότητας».

6

Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/43:

«Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν διατάξεις που είναι ευνοϊκότερες για την προστασία της αρχής της ίσης μεταχείρισης από αυτές που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.»

7

Το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής διευκρινίζει τα εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κάθε πρόσωπο που θεωρεί εαυτό ζημιωθέν από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ακόμη και εάν η σχέση στο πλαίσιο της οποίας εικάζεται ότι σημειώθηκε η διάκριση έχει λήξει, έχει πρόσβαση σε δικαστικές ή/και διοικητικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανόμενων, όπου κρίνεται ενδεδειγμένο, διαδικασιών συνδιαλλαγής, για την πραγμάτωση των υποχρεώσεων εκ της παρούσας οδηγίας.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ενώσεις, οργανώσεις ή άλλα νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν, σύμφωνα με τα κριτήρια της εθνικής τους νομοθεσίας, έννομο συμφέρον να διασφαλίσουν ότι τηρούνται οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας, μπορούν να κινήσουν, είτε εξ ονόματος του ενάγοντος/αιτούντος είτε προς υπεράσπισή του, και με την έγκρισή του, κάθε δικαστική ή/και διοικητική διαδικασία, προβλεπομένη για την πραγμάτωση των υποχρεώσεων εκ της παρούσας οδηγίας.

[…]»

8

Το άρθρο 8, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει εξάλλου τα εξής:

«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, σύμφωνα με την εθνική δικονομία, προκειμένου να διασφαλίζουν ότι όταν ένα πρόσωπο που θεωρεί εαυτό ζημιωθέν από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσάγει, ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής, πραγματικά περιστατικά, από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης, θα εναπόκειται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.»

9

Το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/43 επιβάλλει στα κράτη μέλη να ορίσουν φορέα ή φορείς για την προώθηση της ίσης μεταχειρίσεως. Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής:

«Τα κράτη μέλη περιλαμβάνουν στις αρμοδιότητες των εν λόγω φορέων:

παροχή ανεξάρτητης συνδρομής προς τα θύματα διακρίσεων όταν καταγγέλλουν διακριτική μεταχείριση, με την επιφύλαξη του δικαιώματος των θυμάτων και των ενώσεων, οργανισμών ή άλλων νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 7, παράγραφος 2,

[…]»

10

Τέλος, το άρθρο 15 της εν λόγω οδηγίας αναθέτει στα κράτη μέλη τη μέριμνα για τον καθορισμό του συστήματος των προς επιβολή κυρώσεων και διευκρινίζει ότι οι κυρώσεις αυτές μπορούν να περιλαμβάνουν την καταβολή αποζημιώσεως στο θύμα και ότι πρέπει να είναι «αποτελεσματικές, ανάλογες με την παράβαση και αποτρεπτικές».

Η εθνική κανονιστική ρύθμιση

11

Με τον νόμο της 25ης Φεβρουαρίου 2003, για την καταπολέμηση των δυσμενών διακρίσεων και την τροποποίηση του νόμου της 15ης Φεβρουαρίου 1993, περί ιδρύσεως Κέντρου για την ισότητα των ευκαιριών και την καταπολέμηση των δυσμενών διακρίσεων (Moniteur belge της 17ης Μαρτίου 2003, σ. 12844), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 20ής Ιουλίου 2006, περί διαφόρων θεμάτων (Moniteur belge της 28ης Ιουλίου 2006, σ. 36940, στο εξής: νόμος της 25ης Φεβρουαρίου 2003), μεταφέρθηκε η οδηγία 2000/43 στο βελγικό δίκαιο.

12

Το άρθρο 2 του νόμου της 25ης Φεβρουαρίου 2003 απαγορεύει κάθε άμεση ή έμμεση δυσμενή διάκριση, σχετική με τις προϋποθέσεις προσβάσεως στις έμμισθες δραστηριότητες. Το άρθρο 19 του νόμου αυτού σκοπεί στη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 8 της οδηγίας 2000/43, το οποίο αφορά το βάρος αποδείξεως.

13

Ο νόμος της 25ης Φεβρουαρίου 2003 καθιστά επίσης δυνατή στην προσφυγή στη δικαιοσύνη κατά των δυσμενών διακρίσεων, είτε ενώπιον των ποινικών είτε ενώπιον των αστικών δικαστηρίων. Το δικαστήριο μπορεί, δυνάμει του άρθρου 19 του νόμου αυτού, να διατάξει την παύση της συνιστώσας δυσμενή διάκριση πράξεως (παράγραφος 1) και τη δημοσίευση της αποφάσεώς του (παράγραφος 2) ή, δυνάμει του άρθρου 20 του εν λόγω νόμου, να επιβάλει χρηματική ποινή.

14

Ο Βέλγος νομοθέτης έχει παράσχει στο Centrum voor gelijkheid van kansen en voor racismebestrijding τη δυνατότητα προσφυγής στη δικαιοσύνη οσάκις συντρέχει ή θα μπορούσε να συντρέξει δυσμενής διάκριση, χωρίς να είναι αναγκαίο προς τούτο να υποβληθεί προηγουμένως καταγγελία.

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

15

Το Centrum voor gelijkheid van kansen en voor racismebestrijding, το οποίο αποτελεί τον βελγικό φορέα που έχει ορισθεί, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 13 της οδηγίας 2000/43, για την προώθηση της ίσης μεταχειρίσεως, ζήτησε από τα βελγικά δικαστήρια επιλύσεως εργατικών διαφορών να διαπιστώσουν ότι η Feryn, η οποία ειδικεύεται στην πώληση και εγκατάσταση θυρών οροφής και σπαστών θυρών, εφάρμοζε πολιτική προσλήψεων ενέχουσα δυσμενή διάκριση.

16

Το Centrum voor gelijkheid van kansen en voor racismebestrijding στηρίζεται στις δημόσιες δηλώσεις του διευθυντή της επιχειρήσεως αυτής, σύμφωνα με τις οποίες, κατ’ ουσίαν, η επιχείρησή του ζητούσε να προσλάβει μονταδόρους, αλλά δεν μπορούσε να προσλάβει «αλλόχθονες», λόγω των ενδοιασμών που είχαν οι πελάτες της επιχειρήσεως προκειμένου να τους επιτρέψουν την πρόσβαση, κατά τον χρόνο των εργασιών, στην ιδιωτική τους κατοικία.

17

Με διάταξη της 26ης Ιουνίου 2006, ο voorzitter van de arbeidsrechtbank te Brussel απέρριψε την αγωγή του Centrum voor gelijkheid van kansen en voor racismebestrijding, επισημαίνοντας ιδίως ότι δεν υπήρχε απόδειξη ούτε τεκμήριο περί του ότι ένα άτομο υπέβαλε αίτηση για θέση εργασίας και δεν προσλήφθηκε λόγω της εθνοτικής του καταγωγής.

18

Στο πλαίσιο αυτό, το arbeidshof te Brussel, ενώπιον του οποίου άσκησε έφεση το Centrum voor gelijkheid van kansen en voor racismebestrijding, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Υφίσταται άμεση δυσμενής διάκριση, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο α’, της οδηγίας 2000/43 […], όταν ο εργοδότης, αφού έχει δημοσιεύσει ευδιάκριτη ανακοίνωση προσφοράς θέσεων εργασίας, δηλώνει δημοσίως:

“Πρέπει να ικανοποιώ τις απαιτήσεις των πελατών μου. Αν μου πείτε ‘θέλω αυτό το συγκεκριμένο προϊόν ή το θέλω έτσι και έτσι’, και εγώ πω ‘δεν το κάνω, οι άνθρωποι αυτοί πάντως θα έλθουν’, τότε θα μου πείτε ‘δεν χρειάζομαι αυτή την πόρτα’. Τότε θα κλείσει η επιχείρηση. Οφείλουμε να ικανοποιούμε τις απαιτήσεις των πελατών. Δεν είναι δικό μου πρόβλημα. Δεν δημιούργησα εγώ το πρόβλημα στους Βέλγους. Θέλω η επιχείρηση να δουλεύει και στο τέλος του χρόνου να έχω κύκλο εργασιών και πώς θα τον πραγματοποιήσω […] Πρέπει να τον πραγματοποιήσω όπως θέλει ο πελάτης!”[;]

2)

Αρκεί, για τη θεμελίωση άμεσης δυσμενούς διακρίσεως ως προς τις προϋποθέσεις προσβάσεως σε μισθωτή εργασία, η διαπίστωση ότι ο εργοδότης εφαρμόζει κριτήρια επιλογής που ενέχουν άμεση δυσμενή διάκριση;

3)

Μπορεί, για τη διαπίστωση άμεσης δυσμενούς διακρίσεως, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο α’, της οδηγίας 2000/43 […], να λαμβάνονται υπόψη οι προσλήψεις αποκλειστικώς αυτοχθόνων μονταδόρων από συνδεδεμένη με τον εργοδότη εταιρία, όταν εξετάζεται αν η πολιτική προσλήψεων αυτού του εργοδότη ενέχει δυσμενή διάκριση;

4)

Τι πρέπει να νοείται με τη φράση “πραγματικά περιστατικά, από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης”, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας [2000/43]; Ποια αυστηρότητα πρέπει να επιδεικνύει το εθνικό δικαστήριο κατά την εκτίμηση των περιστατικών από τα οποία τεκμαίρεται δυσμενής διάκριση;

α)

Κατά πόσον προηγούμενα περιστατικά που συνιστούν δυσμενή διάκριση (δημόσια γνωστοποίηση κριτηρίων επιλογής που ενέχουν άμεση δυσμενή διάκριση τον Απρίλιο του 2005) συνιστούν “πραγματικά περιστατικά από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης”, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας [2000/43];

β)

Συνιστά, κατόπιν, η διαπιστωθείσα τον Απρίλιο του 2005 δυσμενής διάκριση (δημόσια δήλωση τον Απρίλιο του 2005) τεκμήριο για τη συνέχιση μιας πολιτικής προσλήψεων που ενέχει άμεση δυσμενή διάκριση; Αρκεί —λαμβανομένων υπόψη των περιστατικών της κύριας δίκης— για τη δημιουργία τεκμηρίου (περί του ότι ο εργοδότης εφαρμόζει και συνεχίζει να εφαρμόζει πολιτική προσλήψεων που ενέχει δυσμενή διάκριση) το ότι αυτός, τον Απρίλιο του 2005, προς απάντηση στην ερώτηση μήπως ως εργοδότης δεν μεταχειρίζεται με τον ίδιο τρόπο αλλόχθονες και αυτόχθονες και, επομένως, είναι όντως λίγο ρατσιστής, απαντά δημοσίως: “Πρέπει να ικανοποιώ τις απαιτήσεις των πελατών μου. Αν μου πείτε ‘θέλω αυτό το συγκεκριμένο προϊόν ή το θέλω έτσι και έτσι’, και εγώ πω ‘δεν το κάνω, οι άνθρωποι αυτοί πάντως θα έλθουν’, τότε θα μου πείτε ‘δεν χρειάζομαι αυτή την πόρτα’. Τότε θα κλείσει η επιχείρηση. Οφείλουμε να ικανοποιούμε τις απαιτήσεις των πελατών. Δεν είναι δικό μου πρόβλημα. Δεν δημιούργησα εγώ το πρόβλημα στους Βέλγους. Θέλω η επιχείρηση να δουλεύει και στο τέλος του χρόνου να έχω κύκλο εργασιών και πώς θα τον πραγματοποιήσω […] Πρέπει να τον πραγματοποιήσω όπως θέλει ο πελάτης!”[;]

γ)

Μπορεί —λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης— ένα από κοινού ανακοινωθέν Τύπου του εργοδότη και της εθνικής αρχής για την καταπολέμηση των διακρίσεων, με το οποίο ο εργοδότης επιβεβαιώνει, τουλάχιστον εμμέσως, περιστατικά που συνιστούν δυσμενή διάκριση, να δημιουργήσει ένα τέτοιο τεκμήριο;

δ)

Δημιουργεί τεκμήριο έμμεσης διακρίσεως το γεγονός ότι ο εργοδότης δεν απασχολεί αλλόχθονες μονταδόρους, όταν ο ίδιος εργοδότης πριν λίγο χρόνο αντιμετώπιζε μεγάλες δυσκολίες στην πρόσληψη μονταδόρων και δηλώνει επίσης ότι η πελατεία του δεν θέλει να έχει συνεργασία με αλλόχθονες μονταδόρους;

ε)

Αρκεί ένα και μόνο γεγονός για τη δημιουργία τεκμηρίου δυσμενούς διακρίσεως;

στ) Μπορεί —λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης— να συναχθεί τεκμήριο δυσμενούς διακρίσεως στην οποία προβαίνει ο εργοδότης από την αποκλειστική πρόσληψη αυτοχθόνων μονταδόρων σε συνδεδεμένη με αυτόν τον εργοδότη εταιρία;

5)

Ποια αυστηρότητα πρέπει να επιδεικνύει το εθνικό δικαστήριο κατά την εκτίμηση της ανταποδείξεως που πρέπει να προσκομισθεί, όταν υπάρχει τεκμήριο δυσμενούς διακρίσεως, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, της οδηγίας [2000/43]; Μπορεί υπαρκτό τεκμήριο διακρίσεως κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας [2000/43] να ανατραπεί με απλή και μονομερή δήλωση του εργοδότη στον Τύπο ότι αυτός δεν προβαίνει ή δεν προβαίνει πλέον σε δυσμενή διάκριση και ότι αλλόχθονες μονταδόροι είναι ευπρόσδεκτοι· και/ή με την απλή δήλωση του εργοδότη ότι σ’ αυτόν, με εξαίρεση τη θυγατρική επιχείρηση, έχουν πληρωθεί όλες οι κενές θέσεις μονταδόρων και/ή με την ανακοίνωση ότι προσελήφθη μια Τυνήσια καθαρίστρια· και/ή μπορεί το τεκμήριο, λαμβανομένων υπόψη των περιστατικών της κύριας δίκης, να ανατραπεί αποκλειστικώς και μόνο με την πραγματική πρόσληψη αλλοχθόνων μονταδόρων ή/και την τήρηση των δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν με την κοινή δήλωση προς τον Τύπο;

6)

Ποια είναι η έννοια της φράσεως “αποτελεσματικές, ανάλογες με την παράβαση και αποτρεπτικές” κυρώσεις, κατά το άρθρο 15 της οδηγίας 2000/43 […]; Επιτρέπει η προϋπόθεση του προπαρατεθέντος άρθρου 15 της οδηγίας 2000/43 […] στο εθνικό δικαστήριο —λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης— να περιοριστεί στη διαπίστωση ότι υπήρξε άμεση δυσμενής διάκριση; Ή μήπως αυτό μπορεί να σημαίνει αντιθέτως ότι το εθνικό δικαστήριο οφείλει να εκδώσει τη διάταξη περί παύσεως, όπως προβλέπεται στο εθνικό δίκαιο; Κατά πόσον απαιτείται περαιτέρω, λαμβανομένων υπόψη των περιστατικών της κύριας δίκης, να διατάξει το εθνικό δικαστήριο τη δημοσίευση της αποφάσεως που θα εκδοθεί ως αποτελεσματική, ανάλογη με την παράβαση και αποτρεπτική κύρωση;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

19

Υπενθυμίζεται κατ’ αρχάς ότι το άρθρο 234 ΕΚ δεν παρέχει στο Δικαστήριο αρμοδιότητα να εφαρμόζει τους κοινοτικούς κανόνες σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, αλλά μόνο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας της Συνθήκης ΕΚ και των πράξεων των οργάνων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1964, 100/63, van der Veen, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1173, και της 10ης Μαΐου 2001, C-203/99, Veedfald, Συλλογή 2001, σ. I-3569, σκέψη 31). Το Δικαστήριο μπορεί όμως, στο πλαίσιο της δικαστικής συνεργασίας που καθιερώνει το εν λόγω άρθρο και βάσει των στοιχείων της δικογραφίας, να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο τα στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που θα του ήσαν χρήσιμα κατά την εκτίμηση των αποτελεσμάτων της τάδε ή της δείνα διατάξεως του δικαίου αυτού (αποφάσεις της 8ης Δεκεμβρίου 1987, 20/87, Gauchard, Συλλογή 1987, σ. 4879, σκέψη 5, και της 5ης Μαρτίου 2002, C-515/99, C-519/99 έως C-524/99 και C-526/99 έως C-540/99, Reisch κ.λπ., Συλλογή 2002, σ. I-2157, σκέψη 22).

20

Το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει την οδηγία 2000/43, προκειμένου να εκτιμηθεί η έννοια της άμεσης διακρίσεως όσον αφορά δημόσιες δηλώσεις στις οποίες προβαίνει ένας εργοδότης στο πλαίσιο διαδικασίας προσλήψεων (πρώτο και δεύτερο ερώτημα), τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εφαρμοσθεί ο κανόνας της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως τον οποίο προβλέπει η ίδια αυτή οδηγία (τρίτο, τέταρτο και πέμπτο ερώτημα) και τη φύση των κυρώσεων που θα μπορούσαν να θεωρηθούν προσήκουσες επί υποθέσεως όπως αυτή την οποία αφορά η διαφορά της κύριας δίκης (έκτο ερώτημα).

Επί του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος

21

Επί του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος, η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας υποστηρίζουν ότι δεν μπορεί να υφίσταται άμεση δυσμενής διάκριση, υπό την έννοια της οδηγίας 2000/43, οπότε αυτή δεν έχει εφαρμογή, οσάκις η προβαλλόμενη δυσμενής διάκριση απορρέει από δημόσιες δηλώσεις στις οποίες προβαίνει ο εργοδότης όσον αφορά την πολιτική του προσλήψεων, αλλά χωρίς να μπορεί να εντοπισθεί συγκεκριμένος ενάγων ο οποίος ισχυρίζεται ότι υπήρξε θύμα της διακρίσεως αυτής.

22

Είναι αληθές, όπως ισχυρίζονται τα δύο αυτά κράτη μέλη, ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/43 ορίζει την άμεση δυσμενή διάκριση ως την κατάσταση στην οποία, για λόγους φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, σε ένα πρόσωπο «επιφυλάσσεται μεταχείριση» λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν της οποίας τυγχάνει, έτυχε ή θα ετύγχανε ένα άλλο πρόσωπο, σε ανάλογη κατάσταση. Ομοίως, το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι «κάθε πρόσωπο που θεωρεί εαυτό ζημιωθέν από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης» και οι οργανισμοί δημοσίου συμφέροντος που προσφεύγουν στη δικαιοσύνη «εξ ονόματος του ενάγοντος/αιτούντος είτε προς υπεράσπισή του» έχουν πρόσβαση σε δικαστικές διαδικασίες.

23

Ωστόσο, δεν μπορεί να συναχθεί εντεύθεν ότι η αδυναμία εντοπισμού συγκεκριμένου ενάγοντος καθιστά δυνατό το συμπέρασμα ότι ουδόλως συντρέχει δυσμενής διάκριση, υπό την έννοια της οδηγίας 2000/43. Πράγματι, όπως υπενθυμίζει η όγδοη αιτιολογική της σκέψη, η οδηγία αυτή έχει ως σκοπό τη «δημιουργία προϋποθέσεων για μια αγορά εργασίας που θα ευνοεί την κοινωνική ένταξη». Προς τούτο, το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α’, της εν λόγω οδηγίας διευκρινίζει ότι η οδηγία αυτή αφορά ιδίως τα κριτήρια επιλογής και τους όρους προσλήψεως.

24

Ο σκοπός της δημιουργίας προϋποθέσεων για μια αγορά εργασίας που θα ευνοεί την κοινωνική ένταξη θα επιτυγχανόταν δυσχερώς αν το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/43 περιοριζόταν μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας υποψήφιος για μια θέση εργασίας, ο οποίος δεν προσλήφθηκε και ο οποίος θεωρεί ότι υπέστη διάκριση, στρέφεται δικαστικώς κατά του εργοδότη.

25

Πράγματι, το γεγονός ότι ένας εργοδότης δηλώνει δημοσίως ότι δεν θα προσλαμβάνει μισθωτούς με ορισμένη εθνοτική ή φυλετική καταγωγή, πράγμα το οποίο είναι προδήλως ικανό να αποτρέψει σοβαρά ορισμένους υποψηφίους από την υποβολή της υποψηφιότητάς τους και επομένως, να εμποδίσει την πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας, συνιστά άμεση δυσμενή διάκριση κατά την πρόσληψη, υπό την έννοια της οδηγίας 2000/43. Η ύπαρξη μιας τέτοιας άμεσης δυσμενούς διακρίσεως δεν προϋποθέτει ότι μπορεί να εντοπισθεί συγκεκριμένος ενάγων ο οποίος ισχυρίζεται ότι υπέστη τέτοια διάκριση.

26

Το ζήτημα τι συνιστά άμεση δυσμενή διάκριση, υπό την έννοια της οδηγίας 2000/43, πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα των ενδίκων βοηθημάτων που προβλέπει το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής για τη διαπίστωση της μη τηρήσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και για την επιβολή των σχετικών κυρώσεων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, τα εν λόγω ένδικα βοηθήματα πρέπει να παρέχονται στα άτομα που θεωρούν ότι εθίγησαν από δυσμενή διάκριση. Ωστόσο, οι διατάξεις του άρθρου 7 της οδηγίας 2000/43 αποτελούν απλώς και μόνον, όπως ορίζει το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής, στοιχειώδεις διατάξεις και η εν λόγω οδηγία δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ διατάξεις ευνοϊκότερες για την προστασία της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.

27

Κατά συνέπεια, το άρθρο 7 της οδηγίας 2000/43 ουδόλως απαγορεύει στα κράτη μέλη να προβλέπουν, με την εθνική τους νομοθεσία, το δικαίωμα των ενώσεων που έχουν έννομο συμφέρον να διασφαλίζουν την τήρηση της οδηγίας αυτής ή του οργανισμού ή των οργανισμών που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 13 της εν λόγω οδηγίας, να κινούν ένδικες ή διοικητικές διαδικασίες με σκοπό την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία αυτή, χωρίς να ενεργούν εξ ονόματος συγκεκριμένου ενάγοντος ή σε περίπτωση αδυναμίας εντοπισμού συγκεκριμένου ενάγοντος. Εν πάση περιπτώσει, στον εθνικό δικαστή και μόνον εναπόκειται να εκτιμήσει αν η νομοθεσία του παρέχει τέτοια δυνατότητα.

28

Κατόπιν των ανωτέρω, στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το γεγονός ότι ένας εργοδότης δηλώνει δημοσίως ότι δεν θα προσλάβει μισθωτούς με ορισμένη εθνοτική ή φυλετική καταγωγή συνιστά άμεση δυσμενή διάκριση κατά την πρόσληψη, υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο α’, της οδηγίας 2000/43, δεδομένου ότι τέτοιου είδους δηλώσεις είναι ικανές να αποτρέψουν σοβαρά ορισμένους υποψηφίους από την υποβολή της υποψηφιότητάς τους και, επομένως, να εμποδίσουν την πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας.

Επί του τρίτου, τετάρτου και πέμπτου ερωτήματος

29

Το τρίτο, τέταρτο και πέμπτο ερώτημα αφορούν τον τρόπο εφαρμογής του κανόνα περί αντιστροφής του βάρους αποδείξεως, τον οποίο προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/43, σε περίπτωση κατά την οποία προβάλλεται η ύπαρξη πολιτικής προσλήψεων ενέχουσας δυσμενή διάκριση με βάση τις δημόσιες δηλώσεις ενός εργοδότη ως προς την πολιτική προσλήψεών του.

30

Το άρθρο 8 της οδηγίας 2000/43 διευκρινίζει συναφώς ότι στον εναγόμενο εναπόκειται να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, άπαξ από τα πραγματικά περιστατικά τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διακρίσεως. Η υποχρέωση αποδείξεως του αντιθέτου, την οποία υπέχει το πρόσωπο που φέρεται ότι προέβη σε δυσμενή διάκριση, εξαρτάται μόνον από τη διαπίστωση της υπάρξεως τεκμηρίου δυσμενούς διακρίσεως, άπαξ αυτό στηρίζεται σε αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά.

31

Μπορούν να συνιστούν πραγματικά περιστατικά από τα οποία μπορεί να τεκμαίρεται η ύπαρξη πολιτικής προσλήψεων ενέχουσας δυσμενή διάκριση οι δηλώσεις με τις οποίες ο εργοδότης καθιστά δημοσίως γνωστό ότι, στο πλαίσιο της πολιτικής του προσλήψεων, δεν θα προσλαμβάνει μισθωτούς ορισμένης εθνοτικής ή φυλετικής καταγωγής.

32

Συνεπώς, στον εργοδότη αυτόν εναπόκειται να αποδείξει ότι δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, πράγμα το οποίο μπορεί να πράξει, μεταξύ άλλων, αποδεικνύοντας ότι η πραγματική πολιτική προσλήψεων της επιχειρήσεως δεν αντιστοιχεί στις δηλώσεις αυτές.

33

Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται, αφενός, να εξακριβώσει αν έχουν αποδειχθεί τα πραγματικά περιστατικά που προσάπτονται στον εν λόγω εργοδότη και, αφετέρου, να εκτιμήσει αν επαρκούν τα στοιχεία που αυτός προσκομίζει προς στήριξη των ισχυρισμών του ότι δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.

34

Επομένως, στο τρίτο, τέταρτο και πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι δημόσιες δηλώσεις με τις οποίες ο εργοδότης καθιστά γνωστό ότι, στο πλαίσιο της πολιτικής του προσλήψεων, δεν θα προσλαμβάνει μισθωτούς ορισμένης εθνοτικής ή φυλετικής καταγωγής αρκούν προκειμένου να τεκμαίρεται, υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/43, η ύπαρξη πολιτικής προσλήψεων ενέχουσας άμεση δυσμενή διάκριση. Στην περίπτωση αυτή, στον εν λόγω εργοδότη εναπόκειται να αποδείξει ότι δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Μπορεί να το πράξει, μεταξύ άλλων, αποδεικνύοντας ότι η πραγματική πολιτική προσλήψεων της επιχειρήσεως δεν αντιστοιχεί στις δηλώσεις αυτές. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν έχουν αποδειχθεί τα προσαπτόμενα πραγματικά περιστατικά και να εκτιμήσει αν επαρκούν τα στοιχεία που προσκομίζονται προς στήριξη των ισχυρισμών του εργοδότη αυτού ότι δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.

Επί του έκτου ερωτήματος

35

Το έκτο ερώτημα αφορά κατ’ ουσίαν το ζήτημα ποιες κυρώσεις θα μπορούσαν να θεωρηθούν κατάλληλες για μια πολιτική προσλήψεων που έχει αποδειχθεί βάσει των δημοσίων δηλώσεων του εργοδότη.

36

Το άρθρο 15 της οδηγίας 2000/43 αναθέτει στα κράτη μέλη τη μέριμνα για τον καθορισμό του συστήματος των κυρώσεων που επιβάλλονται για τις παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας αυτής. Το άρθρο αυτό διευκρινίζει ότι οι εν λόγω κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες προς την παράβαση και αποτρεπτικές και προβλέπει ότι μπορούν να περιλαμβάνουν την καταβολή αποζημιώσεως στο θύμα.

37

Το άρθρο 15 της οδηγίας 2000/43 επιβάλλει έτσι στα κράτη μέλη την υποχρέωση θεσπίσεως, στην εσωτερική τους έννομη τάξη, αρκούντως αποτελεσματικών μέτρων για την επίτευξη του σκοπού της οδηγίας αυτής και μέριμνας προκειμένου να μπορεί να γίνεται αποτελεσματική επίκληση των μέτρων αυτών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, ώστε η ένδικη προστασία να είναι πραγματική και αποτελεσματική. Ωστόσο, η οδηγία 2000/43 δεν επιβάλλει συγκεκριμένη κύρωση, αλλά αφήνει στα κράτη μέλη την ελευθερία να επιλέγουν μεταξύ των διαφόρων λύσεων που είναι κατάλληλες για την υλοποίηση των σκοπών που θέτει.

38

Σε περίπτωση όπως αυτή την οποία το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε στην κρίση του Δικαστηρίου, στην οποία δεν υπάρχει άμεσο θύμα διακρίσεως, αλλά ένας οργανισμός ο οποίος έχει εξουσιοδοτηθεί προς τούτο από τον νόμο ζητεί τη διαπίστωση και την πάταξη δυσμενούς διακρίσεως, οι κυρώσεις τις οποίες το άρθρο 15 της οδηγίας 2000/43 απαιτεί να προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο πρέπει επίσης να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές.

39

Οι κυρώσεις αυτές μπορούν, ενδεχομένως και αν αυτό φαίνεται κατάλληλο για την επίμαχη στην κύρια δίκη περίπτωση, να συνίστανται στην εκ μέρους του αρμοδίου δικαστηρίου ή της αρμόδιας διοικητικής αρχής διαπίστωση της δυσμενούς διακρίσεως, συνοδευόμενη από την προσήκουσα δημοσιότητα, το κόστος της οποίας πρέπει να φέρει στην περίπτωση αυτή ο εναγόμενος. Μπορούν επίσης να συνίστανται στο να υποχρεωθεί ο εργοδότης, σύμφωνα με τους κανόνες του εθνικού δικαίου, να παύσει τη δυσμενή διάκριση, με ενδεχόμενη ταυτόχρονη επιβολή χρηματικής ποινής. Μπορούν επίσης να συνίστανται στην επιδίκαση αποζημιώσεως στον οργανισμό που κίνησε τη διαδικασία.

40

Επομένως, στο έκτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 15 της οδηγίας 2000/43 επιτάσσει όπως, ακόμη και όταν δεν μπορεί να εντοπισθεί συγκεκριμένο θύμα, το σύστημα κυρώσεων που έχουν εφαρμογή στις παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που έχουν θεσπισθεί για τη μεταφορά της οδηγίας αυτής στο εσωτερικό δίκαιο είναι αποτελεσματικό, ανάλογο προς τις παραβάσεις και αποτρεπτικό.

Επί των δικαστικών εξόδων

41

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:

 

1)

Το γεγονός ότι ένας εργοδότης δηλώνει δημοσίως ότι δεν θα προσλάβει μισθωτούς με ορισμένη εθνοτική ή φυλετική καταγωγή συνιστά άμεση δυσμενή διάκριση κατά την πρόσληψη, υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο α’, της οδηγίας 2000/43/ΕΚ, του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 2000, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής, δεδομένου ότι τέτοιου είδους δηλώσεις είναι ικανές να αποτρέψουν σοβαρά ορισμένους υποψηφίους από την υποβολή της υποψηφιότητάς τους και, επομένως, να εμποδίσουν την πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας.

 

2)

Οι δημόσιες δηλώσεις με τις οποίες ο εργοδότης καθιστά γνωστό ότι, στο πλαίσιο της πολιτικής του προσλήψεων, δεν θα προσλαμβάνει μισθωτούς ορισμένης εθνοτικής ή φυλετικής καταγωγής αρκούν προκειμένου να τεκμαίρεται, υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/43, η ύπαρξη πολιτικής προσλήψεων ενέχουσας άμεση δυσμενή διάκριση. Στην περίπτωση αυτή, στον εν λόγω εργοδότη εναπόκειται να αποδείξει ότι δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Μπορεί να το πράξει, μεταξύ άλλων, αποδεικνύοντας ότι η πραγματική πολιτική προσλήψεων της επιχειρήσεως δεν αντιστοιχεί στις δηλώσεις αυτές. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν έχουν αποδειχθεί τα προσαπτόμενα πραγματικά περιστατικά και να εκτιμήσει αν επαρκούν τα στοιχεία που προσκομίζονται προς στήριξη των ισχυρισμών του εργοδότη αυτού ότι δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.

 

3)

Το άρθρο 15 της οδηγίας 2000/43 επιτάσσει όπως, ακόμη και όταν δεν μπορεί να εντοπισθεί συγκεκριμένο θύμα, το σύστημα κυρώσεων που έχουν εφαρμογή στις παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που έχουν θεσπισθεί για τη μεταφορά της οδηγίας αυτής στο εσωτερικό δίκαιο είναι αποτελεσματικό, ανάλογο προς τις παραβάσεις και αποτρεπτικό.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.

Top