Use quotation marks to search for an "exact phrase". Append an asterisk (*) to a search term to find variations of it (transp*, 32019R*). Use a question mark (?) instead of a single character in your search term to find variations of it (ca?e finds case, cane, care).
«Αναίρεση – Υπάλληλοι – Απόσπαση σε πολιτική ομάδα του Κοινοβουλίου – Απόφαση περί τερματισμού της αποφάσεως – Δικαιώματα άμυνας»
Περίληψη της αποφάσεως
Υπάλληλοι – Απόσπαση προς το συμφέρον της υπηρεσίας – Απόσπαση σε πολιτική ομάδα του Κοινοβουλίου – Απόφαση περί τερματισμού
της αποσπάσεως – Διακριτική ευχέρεια της πολιτικής ομάδας και δέσμια αρμοδιότητα της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής –
Έλλειψη επιτακτικής ανάγκης να ακουστεί ο ενδιαφερόμενος πριν την έκδοση της αποφάσεως
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 37, εδ. 1, στοιχ. α΄, δεύτερη περίπτωση, και 90)
Σύμφωνα με το άρθρο 37, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, δεύτερη περίπτωση, του ΚΥΚ, επιτρέπεται η προς το συμφέρον της υπηρεσίας
απόσπαση υπαλλήλου, προκειμένου να ασκήσει προσωρινώς ορισμένα καθήκοντα σε πολιτική ομάδα του Κοινοβουλίου. Η αρμόδια για
τους διορισμούς αρχή, εφόσον απόκειται σ’ αυτή να αποφασίσει τόσο για την απόσπαση υπαλλήλου σε πολιτική ομάδα όσο και για
τον τερματισμό της αποσπάσεως αυτής, υποχρεούται να σεβαστεί τη σχετική επιλογή της πολιτικής ομάδας που ζητεί τη λήψη ενός
τέτοιου μέτρου. Πράγματι, η οικεία πολιτική ομάδα διαθέτει διακριτική ευχέρεια τόσο ως προς την επιλογή των συνεργατών που
επιθυμεί να προσλάβει για την άσκηση προσωρινών καθηκόντων στην ομάδα όσο και για τον τερματισμό της σχέσεώς τους εργασίας.
Η διακριτική αυτή ευχέρεια δικαιολογείται ιδίως από την ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων που ασκούνται εντός μιας πολιτικής ομάδας
και από την ανάγκη διατηρήσεως, σε ένα τέτοιο πολιτικό περιβάλλον, σχέσεων αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ της ομάδας και των
υπαλλήλων που έχουν αποσπαστεί σ’ αυτή. Αποδεχόμενοι να ασκήσουν τέτοια προσωρινά καθήκοντα εντός μιας πολιτικής ομάδας, οι
υπάλληλοι αυτοί πρέπει να έχουν συνείδηση του γεγονότος ότι η ομάδα αυτή ενδέχεται να ζητήσει τον τερματισμό της σχέσεως εργασίας
τους πριν τη λήξη της αρχικώς προβλεφθείσας διάρκειας της αποσπάσεως.
Πράγματι, εφόσον για οποιονδήποτε λόγο παύσει να υπάρχει η αμοιβαία εμπιστοσύνη, ο εν λόγω υπάλληλος αδυνατεί να ασκήσει τα
καθήκοντά του. Σε μια τέτοια κατάσταση, η χρηστή διοίκηση επιβάλλει στο οικείο όργανο να αποφασίσει, έναντι του υπαλλήλου
αυτού, τον τερματισμό της αποσπάσεως το συντομότερο δυνατόν. Μια τέτοια απόφαση συνιστά, από διαδικαστικής απόψεως, πράξη
βλαπτική για τον υπάλληλο ο οποίος έχει, ως εκ τούτου, προσωπικό συμφέρον να ζητήσει την ακύρωσή της. Ωστόσο, αυτό δεν συνεπάγεται
αυτοδικαίως και χωρίς να ληφθεί υπόψη η φύση της διαδικασίας που στρέφεται κατά του ενδιαφερομένου ότι η αρμόδια για τους
διορισμούς αρχή υποχρεούται, ως εκ τούτου, να ακούσει λυσιτελώς τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο πριν την έκδοση τέτοιας αποφάσεως.
Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, όταν της υποβάλλεται αίτημα για τον τερματισμό της αποσπάσεως ενός υπαλλήλου σε πολιτική
ομάδα, υποχρεούται καταρχήν να το ικανοποιήσει το συντομότερο δυνατόν, αφού εξακριβώσει ότι το αίτημα αυτό προέρχεται πράγματι
από πρόσωπο ή υπηρεσία που έχει την αρμοδιότητα να το υποβάλει.
(βλ. σκέψεις 48-52, 56-57, 59-60)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα) της 29ης Απριλίου 2004(1)
Στην υπόθεση C-111/02 P,
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους H. von Hertzen και D. Moore, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσείον,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τρίτο τμήμα) της 23ης Ιανουαρίου
2002, T-237/00, Reynolds κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 2002, σ. II-163), με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι ο:
Patrick Reynolds, υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κάτοικος Βρυξελλών (Βέλγιο), εκπροσωπούμενος από τους P. Legros και S. Rodrigues,
δικηγόρους, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθού πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),,
συγκείμενο από τους P. Jann, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, C. W. A. Timmermans, A. Rosas, A. La Pergola και S. von Bahr
(εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα ο οποίος ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη δημόσια συνεδρίαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2003,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Μαρτίου 2002, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο άσκησε, δυνάμει του
άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 23ης Ιανουαρίου 2002, Τ-237/00,
Reynolds κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-163, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία, αφενός, ακυρώθηκε
η απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Κοινοβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2000, για τον τερματισμό της αποσπάσεως του Patrick Reynolds
στην πολιτική ομάδα «Ευρώπη της Δημοκρατίας και της Διαφοράς» (στο εξής: ομάδα ΕΔΔ) και την επανένταξή του στη Γενική Διεύθυνση
Πληροφοριών και Δημοσίων Σχέσεων από τις 15 Ιουλίου 2000 (στο εξής: επίδικη απόφαση) και, αφετέρου, υποχρεώθηκε το Κοινοβούλιο
στην αποκατάσταση της υλικής ζημίας και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που ο Patrick Reynolds υπέστη λόγω της αποφάσεως αυτής.
Το ιστορικό της διαφοράς
2
Το ιστορικό της διαφοράς, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, συνοψίζεται ως εξής.
3
Τον Σεπτέμβριο του 1999, το Κοινοβούλιο δημοσίευσε προκήρυξη για την πλήρωση κενής θέσεως γενικού γραμματέα της πολιτικής
ομάδας ΕΔΔ.
4
Ο Patrick Reynolds, ο οποίος ήταν υπάλληλος της Γενικής Διευθύνσεως Πληροφοριών και Δημοσίων Σχέσεων του Κοινοβουλίου, με
βαθμό LA 5, κλιμάκιο 3, υπέβαλε αίτηση υποψηφιότητας για τη θέση αυτή.
5
Με την από 12 Νοεμβρίου 1999 επιστολή, ο πρόεδρος της ομάδας ΕΔΔ γνωστοποίησε στον Γενικό Γραμματέα του Κοινοβουλίου την απόφαση
του γραφείου της ομάδας να διορίσει τον Patrick Reynolds στη θέση του γενικού γραμματέα και του ζήτησε να εγκρίνει την απόσπαση
του προσφεύγοντος στην εν λόγω πολιτική ομάδα.
6
Με απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2000, ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου επιβεβαίωσε την προς το συμφέρον της υπηρεσίας
απόσπαση του Patrick Reynolds, βάσει του άρθρου 37, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των
υπαλλήλων (στο εξής: ΚΥΚ), στην ομάδα ΕΔΔ, με τον βαθμό Α 2, κλιμάκιο 1, για διάστημα ενός έτους, από τις 22 Νοεμβρίου 1999
ως τις 30 Νοεμβρίου 2000.
7
Στις 18 Μαΐου 2000, ο πρόεδρος της ομάδας ΕΔΔ ενημέρωσε, για πρώτη φορά, τον Patrick Reynolds ότι, κατά τη συνεδρίαση των
μελών του γραφείου της ομάδας, η οποία είχε πραγματοποιηθεί λίγες ώρες νωρίτερα, ορισμένες επί μέρους ομάδες είχαν εκφράσει
την απώλεια της εμπιστοσύνης τους στο πρόσωπο του προσφεύγοντος και ότι, κατά συνέπεια, αποφασίστηκε να μην παραταθεί η απόσπασή
του στην ομάδα ΕΔΔ μετά τις 30 Νοεμβρίου 2000.
8
Στις 24 Μαΐου 2000, κατά τη διάρκεια μιας δεύτερης συνομιλίας με τον Patrick Reynolds, ο πρόεδρος της ομάδας ΕΔΔ επιβεβαίωσε
ότι η ομάδα αυτή δεν επιθυμούσε τη συνέχιση της συνεργασίας τους. Την ίδια ημέρα ο Patrick Reynolds ενημέρωσε τον πρόεδρο
ότι σκόπευε να απουσιάσει για τέσσερις εβδομάδες προκειμένου να σκεφθεί επί ορισμένων ζητημάτων, πράγμα που αποδέχθηκε ο πρόεδρος
της ομάδας. Εξάλλου, ο ενδιαφερόμενος συμβουλεύθηκε τον θεράποντα ιατρό του, ο οποίος βεβαίωσε ανικανότητα προς εργασία λόγω
ασθενείας.
9
Από τις 24 Μαΐου 2000, ο Patrick Reynolds δεν εμφανίστηκε πλέον στην εργασία του λόγω της ασθενείας του.
10
Στις 23 Ιουνίου 2000, ο Patrick Reynolds υπέβαλε ένσταση, βάσει του άρθρου 90 του ΚΥΚ, προς τον Γενικό Γραμματέα του Κοινοβουλίου
για βλαπτικές εις βάρος του πράξεις στο πλαίσιο της ασκήσεως των καθηκόντων του στην ομάδα ΕΔΔ. Ζήτησε να ληφθεί απόφαση για
τον τερματισμό των πράξεων αυτών και την αποκατάσταση των αρνητικών συνεπειών τους. Ο Patrick Reynolds διευκρίνισε, πάντως,
ότι δεν είχε την πρόθεση να παραιτηθεί από τη θέση του γενικού γραμματέα της ομάδας ΕΔΔ.
11
Την ίδια ημέρα, ο Patrick Reynolds απηύθυνε στον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου επίσημη αίτηση εξετάσεως των λογαριασμών
της ομάδας ΕΔΔ, διευκρινίζοντας ότι αφενός μια τέτοια εξέταση ήταν προς το συμφέρον της ομάδας και υπηρετούσε το δημόσιο συμφέρον
και ότι αφετέρου είχε παρεμποδιστεί η πρόσβασή του στους εν λόγω λογαριασμούς.
12
Μόλις πληροφορήθηκε, ιδίως από τον Τύπο, ότι υποβλήθηκε τέτοια αίτηση στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο πρόεδρος της ομάδας ΕΔΔ διαβεβαίωσε
με την από 30 Ιουνίου 2000 επιστολή του τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ότι το όργανο μπορούσε ελεύθερα να έχει πρόσβαση
στους λογαριασμούς της ομάδας αυτής.
13
Την 1η Ιουλίου 2000, ο προσφεύγων συνέταξε υπόμνημα με το οποίο αναφερόταν λεπτομερώς στην εμπειρία του από την απόσπαση στην
ομάδα ΕΔΔ.
14
Στις 4 Ιουλίου 2000, κατόπιν αποφάσεως του γραφείου της ομάδας ΕΔΔ, ο πρόεδρος της ομάδας ζήτησε από τον Γενικό Γραμματέα
του Κοινοβουλίου να τερματίσει, το συντομότερο δυνατόν, την απόσπαση του Patrick Reynolds.
15
Στις 18 Ιουλίου 2000, ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου, ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ), εξέδωσε
απόφαση για τον τερματισμό, από το βράδυ της 14ης Ιουλίου 2000 (άρθρο 1 της επίδικης αποφάσεως), της προς το συμφέρον της
υπηρεσίας αποσπάσεως του Patrick Reynolds στην ομάδα ΕΔΔ και για την επανένταξή του, από τις 15 Ιουλίου 2000, στη θέση του
κύριου μεταφραστή στη Γενική Διεύθυνση Πληροφοριών και Δημοσίων Σχέσεων του Κοινοβουλίου με τον βαθμό LA 5, κλιμάκιο 3.
16
Αφού υπέβαλε ένσταση κατά της επίδικης αποφάσεως, ο Patrick Reynolds άσκησε στις 8 Σεπτεμβρίου 2000 ενώπιον του Πρωτοδικείου
προσφυγή για την ακύρωση της αποφάσεως αυτής και αγωγή αποζημιώσεως κατά του Κοινοβουλίου.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
17
Προς στήριξη της προσφυγής περί ακυρώσεως, ο Patrick Reynolds προέβαλε επτά λόγους ακυρώσεως που αντλούνται αντιστοίχως από
παράβαση του άρθρου 38 του ΚΥΚ, παραβίαση της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως,
παραβίαση της συμφωνίας του Νοεμβρίου 1974 περί μεταθέσεων των υπαλλήλων των πολιτικών ομάδων, παραβίαση της αρχής της προστασίας
της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς και από μη τήρηση του καθήκοντος αρωγής και από κατάχρηση εξουσίας.
18
Αφού διαπίστωσε, στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής ο Patrick Reynolds
καταφανώς είχε προσωπικό συμφέρον να ζητήσει την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως, η οποία συνιστά πράξη βλαπτική γι’ αυτόν,
το Πρωτοδικείο απέρριψε, με τη σκέψη 43 της ίδιας αποφάσεως, τον περί απαραδέκτου ισχυρισμό που προέβαλε το Κοινοβούλιο και
που αντλείται από έλλειψη συμφέροντος του Patrick Reynolds να ζητήσει την εν λόγω ακύρωση.
19
Επί της ουσίας, το Πρωτοδικείο προέβη καταρχήν στην εξέταση του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 38 του
ΚΥΚ.
20
Πράγματι, ο Patrick Reynolds προέβαλε ότι η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει στην ΑΔΑ να τερματίσει την προς το συμφέρον της υπηρεσίας
απόσπαση πριν τη λήξη της αρχικώς προβλεφθείσας διάρκειας της αποσπάσεως.
21
Το Πρωτοδικείο επισήμανε, στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 38, στοιχείο β΄, του ΚΥΚ,
η διάρκεια της προς το συμφέρον της υπηρεσίας αποσπάσεως καθορίζεται από την ΑΔΑ.
22
Στη σκέψη 50 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδᄍκείο έκρινε ότι η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια
ότι η ΑΔΑ, εφόσον είναι απαραίτητο να μεριμνά ώστε η απόσπαση να συμβαδίζει προς το συμφέρον της υπηρεσίας, διαθέτει ανά πάσα
στιγμή τη δυνατότητα να τροποποιεί την αρχικώς προβλεφθείσα διάρκεια της αποσπάσεως και, επομένως, να τερματίζει την απόσπαση
πριν την παρέλευση της διάρκειάς της.
23
Το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε συναφώς, με τη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι εν προκειμένω η ΑΔΑ ορθώς είχε κρίνει
ότι μπορούσε να κάνει χρήση της αρμοδιότητας αυτής για να τερματίσει την απόσπαση του Patrick Reynolds στην ομάδα ΕΔΔ, αφού
της είχε υποβληθεί επίσημο αίτημα του προέδρου της ομάδας αυτής, με το οποίο είχε ζητηθεί ο τερματισμός της αποσπάσεως το
συντομότερο δυνατόν. Πράγματι, σύμφωνα με το Πρωτοδικείο, από αυτό καθαυτό το αίτημα μπορεί να συναχθεί ότι η συνέχιση της
αποσπάσεως δεν ήταν πλέον προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται για τον μείζονα λόγο ότι, πριν ακόμα
περιέλθει σ’ αυτήν το επίσημο αίτημα του προέδρου της ομάδας, η ΑΔΑ ήταν ήδη ενήμερη των εντάσεων που δημιουργούσε η απόσπαση
του προσφεύγοντος.
24
Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο απέρριψε, με τη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, τον πρώτο λόγο ακυρώσεως ως αβάσιμο.
25
Το Πρωτοδικείο εξέτασε, δεύτερον, τον λόγο ακυρώσεως που αντλείται από παραβίαση της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας.
26
Με τη σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι επιβάλλεται, κατ’ αρχάς, να εξεταστεί κατά πόσον
έχει εν προκειμένω εφαρμογή η νομολογία σύμφωνα με την οποία δεν αναγνωρίζεται σε υπάλληλο έννομο συμφέρον για την ακύρωση
αποφάσεως λόγω τυπικής πλημμέλειας στην περίπτωση που η διοίκηση ήταν υποχρεωμένη να ενεργήσει όπως ενήργησε.
27
Το Πρωτοδικείο έκρινε συναφώς, στη σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι, γενικώς, η υποβολή αιτήματος από την υπηρεσία
στην οποία έχει αποσπαστεί ο υπάλληλος, με το οποίο ζητείται από την ΑΔΑ να χρησιμοποιήσει την αρμοδιότητά της και να τερματίσει
μία απόσπαση πριν τη λήξη της αρχικώς προβλεφθείσας διάρκειάς της, συνιστά καθοριστικό στοιχείο για την εκ μέρους της ΑΔΑ
άσκηση της αρμοδιότητας αυτής.
28
Στη σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι ο καθοριστικός χαρακτήρας του αιτήματος για τερματισμό,
προς το συμφέρον της υπηρεσίας, της αποσπάσεως ενός υπαλλήλου δεν σημαίνει ότι η ΑΔΑ δεν διαθέτει σχετικώς κανένα περιθώριο
εκτιμήσεως και ότι είναι υποχρεωμένη να ικανοποιήσει το αίτημα αυτό. Το Πρωτοδικείο επισημαίνει ότι η ΑΔΑ, όταν της υποβάλλεται
ένα τέτοιο αίτημα, είναι σε κάθε περίπτωση υποχρεωμένη να εξετάσει, κατά τρόπο αμερόληπτο και αντικειμενικό, αφενός, αν το
αίτημα που της υποβλήθηκε συνιστά, πέραν πάσης αμφιβολίας, την έγκυρη βούληση της υπηρεσίας ή του φυσικού προσώπου όπου έχει
αποσπασθεί ο υπάλληλος και, αφετέρου, αν το αίτημα αυτό στηρίζεται σε λόγους καταφανώς παράνομους.
29
Υπό το πρίσμα των σκέψεων που παρατέθηκαν, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή η νομολογία σύμφωνα με
την οποία ο Patrick Reynolds δεν έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση αποφάσεως λόγω τυπικής πλημμέλειας στην περίπτωση που
η διοίκηση δεν διαθέτει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως και υποχρεούται να ενεργήσει όπως ενήργησε.
30
Στη σκέψη 84 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διευκρίνισε ότι τα άλλα επιχειρήματα που προέβαλαν οι διάδικοι
στο πλαίσιο του λόγου που αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας πρέπει να εξετασθούν υπό το πρίσμα αυτής της διαπιστώσεως.
31
Το Πρωτοδικείο υπενθύμισε, στη σκέψη 86 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, ο σεβασμός των
δικαιωμάτων άμυνας, στο πλαίσιο οποιασδήποτε διαδικασίας που κινείται κατά οποιουδήποτε προσώπου και δύναται να καταλήξει
στην έκδοση βλαπτικής πράξεως, συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου, η οποία πρέπει να εφαρμόζεται έστω και αν η
σχετική με την εν λόγω διαδικασία κανονιστική ρύθμιση δεν περιλαμβάνει σχετικώς ρητή διάταξη (βλ., σχετικώς, αποφάσεις του
Πρωτοδικείου της 6ης Μαΐου 1997, T-169/95, Quijano κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I-A-91 και ΙΙ-273, σκέψη 44, και
της 15ης Ιουνίου 2000, T-211/98, F κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I-A-107 και ΙΙ-471, σκέψη 28).
32
Στη σκέψη 87 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι, όπως είχε υπογραμμίσει στη σκέψη 42, η επίδικη
απόφαση συνιστά βλαπτική πράξη. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι η ΑΔΑ είχε την υποχρέωση να ακούσει λυσιτελώς τον Patrick Reynolds
πριν από την έκδοση της αποφάσεως αυτής.
33
Περαιτέρω, κατά την κρίση του Πρωτοδικείου, στη σκέψη 94 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το γεγονός ότι το άρθρο 90 του
ΚΥΚ προβλέπει διαδικασία προηγούμενης ενστάσεως δεν αρκεί, αυτό καθεαυτό, προκειμένου να αποκλειστεί η ύπαρξη υποχρεώσεως
της ΑΔΑ να ακούσει τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο πριν από τη λήψη βλαπτικής γι’ αυτόν αποφάσεως.
34
Το Πρωτοδικείο υπογραμμίζει περαιτέρω, στη σκέψη 98 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η υποχρέωση που υπέχει η ΑΔΑ να
ακούσει τον υπάλληλο πριν αποφασίσει την προς το συμφέρον της υπηρεσίας απόσπασή του, όπως προβλέπει το άρθρο 38, στοιχείο
α΄, του ΚΥΚ, πρέπει επίσης να ισχύσει, όπως επιβάλλει η αρχή του παραλληλισμού των τυπικών διαδικασιών, στην περίπτωση που
η ΑΔΑ αποφασίσει να καθορίσει ή να μεταβάλει τη διάρκεια μιας προς το συμφέρον της υπηρεσίας αποσπάσεως, βάσει του άρθρου
38, στοιχείο β΄, του ΚΥΚ.
35
Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 109 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η ΑΔΑ δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση να ακούσει
λυσιτελώς τον Patrick Reynolds πριν την έκδοση της επίδικης αποφάσεως.
36
Το Πρωτοδικείο υπογράμμισε, στη σκέψη 112 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας
παραβιάζεται, αν αποδειχθεί ότι ο ενδιαφερόμενος δεν διατύπωσε λυσιτελώς τη γνώμη του πριν από την έκδοση της βλαπτικής γι’
αυτόν πράξεως και δεν μπορεί ευλόγως να αποκλεισθεί ότι η πλημμέλεια αυτή θα μπορούσε να έχει ιδιαίτερη επίπτωση στο περιεχόμενο
της πράξεως.
37
Στη σκέψη 113 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, επισήμανε ότι το ενδεχόμενο να έχει μια προηγούμενη διαβούλευση ιδιαίτερη
επίδραση στο περιεχόμενο μιας βλαπτικής πράξεως δεν μπορεί ευλόγως να αποκλεισθεί, παρά μόνον αν αποδειχθεί ότι ο συντάκτης
της πράξεως δεν είχε κανένα περιθώριο εκτιμήσεως και ότι ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει όπως ενήργησε.
38
Το Πρωτοδικείο, παραπέμποντας στη σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, διαπίστωσε, στη σκέψη 114 αυτής, ότι, εν προκειμένω,
η ΑΔΑ διέθετε προφανώς περιθώριο εκτιμήσεως, περιορισμένο βεβαίως, αλλά όχι ανύπαρκτο, όσον αφορά τη δυνατότητα τερματισμού
της αποσπάσεως του Patrick Reynolds πριν τη συμπλήρωση της αρχικώς προβλεφθείσας διάρκειας. Σύμφωνα με το Πρωτοδικείο, δεν
μπορεί, συνεπώς, να αποκλεισθεί πλήρως ότι, εν προκειμένω, μια προηγούμενη διαβούλευση με τον προσφεύγοντα θα μπορούσε να
έχει ιδιαίτερη επίπτωση στο περιεχόμενο της επίδικης αποφάσεως.
39
Το Πρωτοδικείο προσέθεσε, στη σκέψη 115 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι δεν απόκειται σε αυτό να υποκαταστήσει τη διοικητική
αρχή και να ερευνήσει αν, εν προκειμένω, υφίστανται στοιχεία ικανά να έχουν ιδιαίτερη επίπτωση στο περιεχόμενο της επίδικης
αποφάσεως.
40
Κατόπιν των προεκτεθέντων, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 117 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ο λόγος που αντλείται
από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας είναι βάσιμος και, επομένως, η επίδικη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, χωρίς να απαιτείται
η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως που προέβαλε ο Patrick Reynolds.
41
Ως προς την αγωγή αποζημιώσεως, το Κοινοβούλιο υποχρεώθηκε, με τις σκέψεις 149 και 150 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, να
καταβάλει στον Patrick Reynolds ποσό που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που αυτός θα δικαιούταν ως αποσπασμένος
υπάλληλος με βαθμό Α 2, κλιμάκιο 1, και αυτών που λαμβάνει κατόπιν της επανεντάξεώς του στον βαθμό LA 5, κλιμάκιο 3, για το
διάστημα από 15 Ιουλίου 2000 έως 30 Νοεμβρίου 2000, πλέον τόκων υπερημερίας με επιτόκιο 5,25% από την ημερομηνία κατά την
οποία κατέστησαν απαιτητά τα ποσά βάσει των οποίων υπολογίζεται ο τόκος μέχρι πραγματικής καταβολής τους.
42
Ως προς την ηθική βλάβη, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 153 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ο Patrick Reynolds,
εφόσον δεν τήρησε την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία που προβλέπεται προς τούτο, δεν μπορεί να ζητήσει την ικανοποίηση
της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω της συμπεριφοράς, μη έχουσας χαρακτήρα αποφάσεως, της ομάδας ΕΔΔ ή ορισμένων εκ των μελών
της. Αντιθέτως, το Πρωτοδικείο επισήμανε, στη σκέψη 154 της ως άνω αποφάσεως, ότι η έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως
απλώς επέτεινε την ηθική βλάβη του Patrick Reynolds. Προς ικανοποίηση της βλάβης αυτής, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το Κοινοβούλιο
πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενδιαφερόμενο το συμβολικό ποσό του ενός ευρώ.
Η αίτηση αναιρέσεως
43
Με την αίτηση αναιρέσεως, το Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να αποφανθεί
οριστικώς επί της διαφοράς, απορρίπτοντας την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη, ή να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο, προκειμένου
αυτό να αποφανθεί εκ νέου επί της διαφοράς. Ζητεί επίσης να απορριφθεί η ανταναίρεση του Patrick Reynolds ως προδήλως αβάσιμη.
44
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, το Κοινοβούλιο προβάλλει τέσσερις λόγους που αντλούνται από παραβίαση του κοινοτικού
δικαίου από το Πρωτοδικείο, ιδίως ως προς την υποχρέωση αιτιολογήσεως των δικαστικών αποφάσεων και τον σεβασμό των δικαιωμάτων
άμυνας.
45
Ο Patrick Reynolds ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως του Κοινοβουλίου. Ζητεί, με ανταναίρεση, από το Δικαστήριο να
αναιρέσει το τέταρτο σημείο του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς,
δεχόμενο την αγωγή του περί ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης που υπέστη, ή να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο, προκειμένου
αυτό να αποφανθεί εκ νέου ως προς το αίτημά του για αποζημίωση.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
46
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος επιβάλλεται να εξεταστεί πρώτος, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι η ανάλυση του Πρωτοδικείου,
σύμφωνα με την οποία κάθε υπάλληλος πρέπει να ακούγεται πριν τη λήψη μέτρου δυνάμενου να τον βλάψει, έρχεται σε αντίθεση με
την πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων επί των δικαιωμάτων άμυνας.
47
Ο Patrick Reynolds δεν συμφωνεί ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του τη νομολογία αυτή.
48
Πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 37, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, δεύτερη περίπτωση, του ΚΥΚ, επιτρέπεται
η προς το συμφέρον της υπηρεσίας απόσπαση υπαλλήλου, προκειμένου να ασκήσει προσωρινώς ορισμένα καθήκοντα σε μία πολιτική
ομάδα του Κοινοβουλίου.
49
Επιβάλλεται να διευκρινιστεί ότι η ΑΔΑ, εφόσον απόκειται σ’ αυτή να αποφασίσει τόσο για την απόσπαση υπαλλήλου σε πολιτική
ομάδα όσο και για τον τερματισμό της αποσπάσεως αυτής, υποχρεούται να σεβαστεί τη σχετική επιλογή της πολιτικής ομάδας που
ζητεί τη λήψη ενός τέτοιου μέτρου.
50
Πράγματι, η οικεία πολιτική ομάδα διαθέτει διακριτική ευχέρεια τόσο ως προς την επιλογή των συνεργατών που επιθυμεί να προσλάβει
για την άσκηση προσωρινών καθηκόντων στην ομάδα, όσο και για τον τερματισμό της σχέσεώς τους εργασίας.
51
Η διακριτική αυτή ευχέρεια δικαιολογείται ιδίως από την ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων που ασκούνται εντός μιας πολιτικής ομάδας
και από την ανάγκη διατηρήσεως, σε ένα τέτοιο πολιτικό περιβάλλον, σχέσεων αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ της ομάδας και των
υπαλλήλων που έχουν αποσπαστεί σ’ αυτή.
52
Αποδεχόμενοι να ασκήσουν τέτοια προσωρινά καθήκοντα εντός μιας πολιτικής ομάδας, οι υπάλληλοι αυτοί πρέπει να έχουν συνείδηση
του γεγονότος ότι η ομάδα αυτή ενδέχεται να ζητήσει τον τερματισμό της σχέσεως εργασίας τους πριν τη λήξη της αρχικώς προβλεφθείσας
διάρκειας της αποσπάσεως.
53
Όσον αφορά έναν υπάλληλο όπως ο Patrick Reynolds, ο οποίος αποσπάστηκε στη θέση του γενικού γραμματέα πολιτικής ομάδας του
Κοινοβουλίου, είναι σαφές ότι προσελήφθη για την ανάληψη συγκεκριμένης αποστολής πολιτικού, κατά κύριο λόγο, χαρακτήρα (βλ.
την απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1977, 25/68, Schertzer κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 529, σκέψη 42).
54
Προκειμένου να είναι σε θέση να εκπληρώσει την αποστολή αυτή, είναι απαραίτητο οι σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης που δημιουργήθηκαν
μεταξύ αυτού και της πολιτικής ομάδας κατά την έναρξη της εργασιακής του σχέσεως, να διατηρηθούν καθ’ όλη τη διάρκεια της
αποσπάσεως.
55
Σε περίπτωση που η οικεία πολιτική ομάδα κρίνει ότι αυτές οι σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης εξέλειπαν, μπορεί μονομερώς να
τερματίσει τη σχέση εργασίας του αποσπασμένου υπαλλήλου πριν τη λήξη της αρχικώς προβλεφθείσας διάρκειας της αποσπάσεως.
56
Πράγματι, εφόσον για οποιονδήποτε λόγο παύσει να υπάρχει η αμοιβαία εμπιστοσύνη, ο εν λόγω υπάλληλος δεν είναι πλέον σε θέση
να ασκήσει τα καθήκοντά του. Σε μία τέτοια κατάσταση, η χρηστή διοίκηση επιβάλλει στο οικείο όργανο να αποφασίσει, έναντι
του υπαλλήλου αυτού, τον τερματισμό της αποσπάσεως το συντομότερο δυνατόν (βλ., αναλόγως, απόφαση της 12ης Ιουλίου 1979, 124/78,
List κατά Επιτροπής, Συλλογή 1979/τόμος ΙΙ, σ. 217, σκέψη 13· απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1996, C-294/95, Ojha κατά Επιτροπής,
Συλλογή 1996, σ. I-5863, σκέψεις 41 και 42).
57
Βεβαίως, όπως ορθώς διαπίστωσε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, αποφαινόμενο επί του παραδεκτού,
μια τέτοια απόφαση συνιστά, από διαδικαστικής απόψεως, πράξη βλαπτική για τον υπάλληλο ο οποίος έχει, ως εκ τούτου, προσωπικό
συμφέρον να ζητήσει την ακύρωσή της. Ωστόσο, αντιθέτως προς ό,τι εσφαλμένως έκρινε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 87 της ως άνω
αποφάσεώς του, αυτό δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως και χωρίς να ληφθεί υπόψη η φύση της διαδικασίας που στρέφεται κατά του ενδιαφερομένου
ότι η ΑΔΑ ήταν, ως εκ τούτου, υποχρεωμένη να ακούσει λυσιτελώς τον Patrick Reynolds προτού εκδώσει την επίδικη απόφαση.
58
Όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 49 της παρούσας αποφάσεως, ο υπάλληλος που αποδέχεται μία θέση με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως
αυτή του γενικού γραμματέα μιας πολιτικής ομάδας του Κοινοβουλίου, πρέπει να έχει συνείδηση του ότι η ομάδα αυτή έχει τη διακριτική
ευχέρεια να τερματίσει ανά πάσα στιγμή την εργασιακή του σχέση, ιδίως σε περίπτωση που παύσει να υπάρχει η αμοιβαία εμπιστοσύνη
μεταξύ της ομάδας και του υπαλλήλου.
59
Επομένως, η ΑΔΑ, όταν της υποβάλλεται από μια πολιτική ομάδα του Κοινοβουλίου αίτημα με αντικείμενο τον τερματισμό της αποσπάσεως
ενός υπαλλήλου στην ομάδα αυτή, είναι καταρχήν υποχρεωμένη να το ικανοποιήσει το συντομότερο δυνατόν, αφού εξακριβώσει ότι
το αίτημα αυτό προέρχεται πράγματι από πρόσωπο ή υπηρεσία που έχει την αρμοδιότητα να το υποβάλει.
60
Κατόπιν των προεκτεθέντων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι είναι δικαιολογημένη η έκδοση της επίδικης αποφάσεως από την ΑΔΑ χωρίς
προηγούμενη ακρόαση του Patrick Reynolds.
61
Υπό τις περιστάσεις αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως έκρινε, με τις σκέψεις 99, 109 και 117 της
αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι είναι βάσιμος ο λόγος που αντλείται από παραβίαση της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων
άμυνας, επειδή η ΑΔΑ δεν είχε λυσιτελώς ακούσει τον Patrick Reynolds πριν την έκδοση της επίδικης αποφάσεως.
62
Επομένως, χωρίς να απαιτείται η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως που προβάλλει το Κοινοβούλιο, επιβάλλεται η εξαφάνιση
της αναιρεσιβαλλόᄐενης αποφάσεως, καθόσον ακυρώνει την επίδικη απόφαση. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται επίσης η αναίρεση της αποφάσεως
αυτής καθόσον υποχρεώνει το Κοινοβούλιο στην αποκατάσταση της υλικής ζημίας και στην ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που ο Patrick
Reynolds ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της επίδικης αποφάσεως.
63
Υπό τις συνθήκες αυτές, η ανταναίρεση του Patrick Reynolds, που αφορά τον προσδιορισμό της ηθικής βλάβης που ισχυρίζεται ότι
υπέστη λόγω της επίδικης αποφάσεως, καθίσταται άνευ αντικειμένου και δεν απαιτείται να αποφανθεί το Δικαστήριο επ’ αυτής.
Επί της αναπομπής της υποθέσεως στο Πρωτοδικείο
64
Σύμφωνα με το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, σε περίπτωση αναιρέσεως αποφάσεως του Πρωτοδικείου,
το Δικαστήριο μπορεί είτε να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει
στο Πρωτοδικείο για την κρίνει αυτό.
65
Δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε μόνον δύο από τους επτά λόγους ακυρώσεως που προέβαλε ο Patrick Reynolds προς στήριξη
της προσφυγής, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί το ίδιο να αποφανθεί επί της υποθέσεως και ότι επιβάλλεται η αναπομπή της
στο Πρωτοδικείο, προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί των άλλων λόγων της προσφυγής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Αναιρεί, ως προς τα σημεία 1, 2 4 και 5 του διατακτικού της, την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 23ης
Ιανουαρίου 2002 στην υπόθεση T237/00, Reynolds κατά Κοινοβουλίου.
2)
Αναπέμπει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο.
3)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Jann
Timmermans
Rosas
La Pergola
von Bahr
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 29 Απριλίου 2004.