EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 61997CJ0167

Απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Φεßρουαρίου 1999.
Regina κατά Secretary of State for Employment, ex parte Nicole Seymour-Smith και Laura Perez.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: House of Lords - Ηνωμένο Βασίλειο.
Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι - Ισότητα αμοιßών - Ίση μεταχείριση - Αποζημίωση για καταχρηστική απόλυση - Έννοια της αμοιßής - Δικαίωμα του εργαζομένου να μην απολυθεί καταχρηστικώς - Εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ ή της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ - Νομικό κριτήριο για να κριθεί αν ένα εθνικό μέτρο συνιστά έμμεση διάκριση υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης - Δικαιολογείται αντικειμενικά.
Υπόθεση C-167/97.

European Court Reports 1999 I-00623

ECLI identifier: ECLI:EU:C:1999:60

61997J0167

Απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Φεßρουαρίου 1999. - Regina κατά Secretary of State for Employment, ex parte Nicole Seymour-Smith και Laura Perez. - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: House of Lords - Ηνωμένο Βασίλειο. - Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι - Ισότητα αμοιßών - Ίση μεταχείριση - Αποζημίωση για καταχρηστική απόλυση - Έννοια της αμοιßής - Δικαίωμα του εργαζομένου να μην απολυθεί καταχρηστικώς - Εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ ή της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ - Νομικό κριτήριο για να κριθεί αν ένα εθνικό μέτρο συνιστά έμμεση διάκριση υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης - Δικαιολογείται αντικειμενικά. - Υπόθεση C-167/97.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1999 σελίδα I-00623


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


1 Κοινωνική πολιτική - Άνδρες εργαζόμενοι και γυναίκες εργαζόμενοι - Ισότητα αμοιβών - Αμοιβή - Έννοια - Αποζημίωση για καταχρηστική απόλυση - Περιλαμβάνεται

(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 119)

2 Κοινωνική πολιτική - Άνδρες εργαζόμενοι και γυναίκες εργαζόμενοι - Ισότητα αμοιβών - Άρθρο 119 της Συνθήκης - Ίση μεταχείριση όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση και τις συνθήκες εργασίες - Οδηγία 76/207 - Αντίστοιχα πεδία εφαρμογής

(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 119· οδηγία 76/207 του Συμβουλίου)

3 Κοινωνική πολιτική - Άνδρες εργαζόμενοι και γυναίκες εργαζόμενοι - Ισότητα αμοιβών - Εθνικό μέτρο συνεπαγόμενο έμμεση διάκριση - Εκτίμηση από το εθνικό δικαστήριο - Κριτήρια - Απόδειξη αντικειμενικής αιτιολογίας που απόκειται στο κράτος μέλος

(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 119)

Περίληψη


1 Η χορηγηθείσα δυνάμει δικαστικής αποφάσεως αποζημίωση σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος του εργαζομένου να μην τύχει καταχρηστικής απολύσεως συνιστά αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης. Η αποζημίωση αυτή αποσκοπεί, ιδίως, να παρασχεθεί στον εργαζόμενο αυτό που έπρεπε να είχε λάβει αν ο εργοδότης δεν είχε διακόψει παρανόμως τη σχέση εργασίας.

Συνεπώς, η αποζημίωση για καταχρηστική απόλυση καταβάλλεται στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας που είχε και που θα εξακολουθούσε να έχει σε περίπτωση μη καταχρηστικής απολύσεως. Η αποζημίωση αυτή εμπίπτει, επομένως, στην έννοια της αμοιβής του άρθρου 119 της Συνθήκης.

2 Οι προϋποθέσεις που καθορίζουν αν, σε περίπτωση καταχρηστικής απολύσεως, ένας εργαζόμενος δικαιούται αποζημιώσεως διέπονται από το άρθρο 119 της Συνθήκης. Αντιθέτως, οι προϋποθέσεις που προσδιορίζουν αν, σε περίπτωση καταχρηστικής απολύσεως, ένας εργαζόμενος δικαιούται να επανενταχθεί ή να επαναπροσληφθεί διέπονται από την οδηγία 76/207, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας.

3 Για να κριθεί αν ένα μέτρο, θεσπισθέν από κράτος μέλος, σύμφωνα με το οποίο η προστασία κατά των καταχρηστικών απολύσεων εφαρμόζεται μόνο στους μισθωτούς που εργάστηκαν για μία ελαχίστη περίοδο δύο ετών, επηρεάζει τόσο διαφορετικά τους άνδρες και τις γυναίκες ώστε να ισοδυναμεί με έμμεση δυσμενή διάκριση υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης, το εθνικό δικαστήριο, στο οποίο απόκειται να καθορίζει, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συναφείς νομικές και πραγματικές περιστάσεις, τον χρόνο εν αναφορά προς τον οποίο πρέπει να κριθεί η νομιμότητα ενός τέτοιου κανόνα, πρέπει να εξετάσει αν τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι ένα αισθητά χαμηλότερο ποσοστό εργαζομένων γυναικών απ' ό,τι εργαζομένων ανδρών είναι σε θέση να πληροί την επιβαλλομένη από το εν λόγω μέτρο προϋπόθεση. Αν αυτό συμβαίνει, υφίσταται έμμεση δυσμενής διάκριση βασιζομένη στο φύλλο, εκτός αν το εν λόγω μέτρο δικαιολογείται από παράγοντες αντικειμενικούς και ξένους προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζομένη στο φύλλο.

Συναφώς, στο κράτος μέλος απόκειται, υπό την ιδιότητά του του δημιουργού του κανόνα που τεκμαίρεται ότι εισάγει διακρίσεις, να αποδείξει ότι ο εν λόγω κανόνας ανταποκρίνεται σε θεμιτό στόχο της κοινωνικής πολιτικής του, ότι ο εν λόγω στόχος είναι ξένος προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζομένη στο φύλλο και ότι αυτό μπορούσε ευλόγως να εκτιμήσει ότι τα επιλεγέντα μέσα ήσαν πρόσφορα για την υλοποίηση του στόχου αυτού. Οι απλές γενικεύσεις που αφορούν την καταλληλότητα ορισμένου μέτρου για την προώθηση των προσλήψεων δεν αρκούν για να αποδειχθεί ότι ο στόχος του επίδικου κανόνα είναι ξένος προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζομένη στο φύλλο ούτε για να παράσχουν στοιχεία επιτρέποντα να συναχθεί ότι το εν λόγω μέτρο μπορεί να συμβάλλει στην υλοποίηση του σκοπού αυτού.

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-167/97,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του House of Lords (Ηνωμένο Βασίλειο) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Regina

και

Secretary of State for Employment,

ex parte: Nicole Seymour-Smith και Laura Perez,

"η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ, καθώς και της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, P. J. G. Kapteyn, J.-P. Puissochet, G. Hirsch και P. Jann, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini (εισηγητή), J. C. Moitinho de Almeida, C. Gulmann, J. L. Murray, D. A. O. Edward, H. Ragnemalm, L. Sevσn, M. Wathelet, R. Schintgen και K. M. Ιωάννου, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς

γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

- η N. Seymour-Smith και η L. Perez, εκπροσωπούμενες από τους Robin Allen, QC, και Peter Duffy, QC, κατ' εντολήν της Gay Moon, solicitor,

- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένη από τη Lindsey Nicoll, του Treasury Solicitor's Department, επικουρουμένη από τους Patrick Elias, QC, και Nicholas Paines, QC,

- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Christopher Docksey και τη Marie Wolfcarius, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των N. Seymour-Smith και L. Perez, εκπροσωπουμένων από τους Robin Allen και Peter Duffy, κατ' εντολήν της Gay Moon, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένου από τη Stephanie Ridley, του Treasury Solicitor's Department, επικουρουμένη από τον Nicholas Paines, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον Christopher Docksey και την Marie Wolfcarius, κατά τη συνεδρίαση της 12ης Μαου 1998,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιουλίου 1998,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με διάταξη της 13ης Μαρτίου 1997, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Μαου 1997, το House of Lords υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, πέντε ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ, καθώς και της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70).

2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο αιτήσεως «judicial review» (για δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας), υποβληθείσας ενώπιον του High Court of Justice από τις N. Seymour-Smith και L. Perez ως προς την Unfair Dismissal (Variation of Qualifying Period) Order 1985 (κανονιστική απόφαση περί τροποποιήσεως του χρόνου απασχολήσεως που απαιτείται για την παροχή προστασίας από την καταχρηστική απόλυση, SI 1985, αριθ. 782, στο εξής: κανονιστική απόφαση του 1985), τροποποιήσασα το άρθρο 54 του Employment Protection (Consolidation) Act 1978 (κωδικοποιημένο κείμενο του νόμου περί της προστασίας της απασχολήσεως, στο εξής: νόμος του 1978).

Η εθνική νομοθεσία

3 Το άρθρο 54 του νόμου του 1978 προβλέπει ότι όλοι οι εργαζόμενοι στους οποίους εφαρμόζεται η εν λόγω διάταξη έχουν το δικαίωμα να μην απολύονται καταχρηστικώς από τον εργοδότη τους. Ανάλογη διάταξη περιλαμβάνεται στο άρθρο 94 του Employment Rights Act 1996 (νόμου περί των δικαιωμάτων εργασίας, στο εξής: νόμος του 1996), ο οποίος δεν ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης.

4 Πριν από την έναρξη της ισχύος της κανονιστικής αποφάσεως του 1985, οι εργαζόμενοι ετύγχαναν προστασίας από την καταχρηστική απόλυση δυνάμει του άρθρου 54 του νόμου του 1978 αν, κατά την ημερομηνία παύσεως της σχέσεως εργασίας, είχαν εργασθεί αδιαλείπτως για ένα τουλάχιστον έτος σε εργοδότη απασχολούντα τουλάχιστον 20 εργαζομένους. Δυνάμει του άρθρου 64, παράγραφος 1, του νόμου του 1978, όπως τροποποιήθηκε με την κανονιστική απόφαση του 1985, το άρθρο 54 δεν εφαρμόζεται στην απόλυση εργαζομένου αν ο εργαζόμενος αυτός δεν απασχολήθηκε αδιαλείπτως για περίοδο τουλάχιστον δύο ετών, τερματισθείσα κατά την ημερομηνία της απολύσεως (στο εξής: επίδικος κανόνας). Το άρθρο 108, παράγραφος 1, του νόμου του 1996 περιέχει ανάλογες διατάξεις προς αυτές του επίδικου κανόνα.

5 Σύμφωνα με το άρθρο 68, παράγραφος 1, του νόμου του 1978, οσάκις ένα Industrial Tribunal διαπιστώνει το βάσιμο αιτήσεως αφορώσας καταχρηστική απόλυση, επισημαίνει στην αιτούσα τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν, δηλαδή την επανένταξή της ή την αναπρόσληψή της, και τις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτά μπορούν να ληφθούν, την ερωτά δε αν επιθυμεί να εκδώσει το Industrial Tribunal ένα τέτοιο μέτρο.

6 Δυνάμει της παραγράφου 2 της ιδίας διατάξεως, αν, στο πλαίσιο αιτήσεως αφορώσας καταχρηστική απόλυση, το Industrial Tribunal διαπιστώσει ότι η αίτηση είναι βάσιμη, αλλ' ότι δεν μπορεί να εκδοθεί απόφαση περί επανεντάξεως ή αναπροσλήψεως, επιδικάζει αποζημίωση λόγω καταχρηστικής απολύσεως.

7 Η επιδικαζομένη λόγω καταχρηστικής απολύσεως αποζημίωση αποτελείται από δύο στοιχεία, ήτοι από μία βασική και από μία αντισταθμιστική αποζημίωση. Η βασική αποζημίωση αντιστοιχεί στην αμοιβή την οποία ο εργαζόμενος στερήθηκε λόγω της απολύσεώς του. Δυνάμει του άρθρου 74, παράγραφος 1, του νόμου του 1978, η αντισταθμιστική αποζημίωση αντιστοιχεί στο ποσό που το Industrial Tribunal κρίνει ορθό και δίκαιο λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις, ενόψει της ζημίας την οποία υπέστη ο εργαζόμενος λόγω της απολύσεως, στο μέτρο που η ζημία αυτή είναι καταλογιστέα στον εργοδότη. Η παράγραφος 2 της ιδίας διατάξεως προβλέπει ότι όλα τα έξοδα, στα οποία ο εργαζόμενος ευλόγως υποβλήθηκε λόγω της απολύσεώς του, καθώς και η απώλεια οποιουδήποτε οφέλους που ευλόγως θα μπορούσε να προσδοκά ότι θα λάβει αν δεν είχε απολυθεί, θεωρούνται ότι αποτελούν μέρος της ζημίας αυτής.

Οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου

8 Το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/005, σ. 42), προβλέπει ότι η αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων, που προβλέπεται στο άρθρο 119 της Συνθήκης, συνεπάγεται, για την ίδια εργασία ή για εργασία ίσης αξίας, την κατάργηση, για το σύνολο των στοιχείων και όρων αμοιβής, κάθε διακρίσεως βασιζομένης στο φύλο.

9 Σύμφωνα με το άρθρο της 1, η οδηγία 76/207 αποσκοπεί στην εφαρμογή, εντός των κρατών μελών, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά, ιδίως, την πρόσβαση στην απασχόληση και τους όρους εργασίας.

10 Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207, η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων, χωρίς διάκριση βασιζομένη στο φύλο.

Η διαφορά της κύριας δίκης

11 Η N. Seymour-Smith άρχισε να εργάζεται ως γραμματέας στην Christo & Co. την 1η Φεβρουαρίου 1990 και απολύθηκε την 1η Μαου 1991. Στις 26 Ιουλίου 1991 προσέφυγε στο Industrial Tribunal για τον λόγο ότι είχε απολυθεί καταχρηστικώς από τους πρώην εργοδότες της.

12 Η L. Perez άρχισε να εργάζεται στη Matthew Stone Restoration Ltd στις 19 Φεβρουαρίου 1990 και απολύθηκε στις 25 Μαου 1991. Στις 19 Ιουνίου 1991 υπέβαλε ενώπιον του Industrial Tribunal αίτηση καταγγέλλοντας τους πρώην εργοδότες της για καταχρηστική απόλυση. Στις 20 Ιουνίου 1991, η κεντρική υπηρεσία των Industrial Tribunals της γνωστοποίησε ότι η αίτησή της δεν καταχωρήθηκε διότι δεν είχε εργαστεί πλέον των δύο ετών. Πάντως, στις 12 Αυγούστου 1991, προσέφυγε εκ νέου στο Industrial Tribunal για καταχρηστική απόλυση.

13 Από τη δικογραφία της κύριας δίκης προκύπτει ότι οι αιτήσεις των δύο αιτουσών, με τις οποίες επιδίωκαν να διαπιστωθεί ο καταχρηστικός χαρακτήρας των απολύσεων αυτών καθώς και να λάβουν αποζημίωση, κρίθηκαν απαράδεκτες από το Industrial Tribunal για τον λόγο ότι δεν πληρούσαν την προϋπόθεση των δύο ετών απασχολήσεως που απαιτεί ο επίδικος κανόνας.

14 Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου προφορική διαδικασία, οι αιτούσες της κύριας δίκης διευκρίνισαν ότι οι σχετικές με τις αιτήσεις τους διαδικασίες είχαν ανασταλεί από το Industrial Tribunal προκειμένου να καταστεί δυνατό σ' αυτές να υποβάλουν, εκ παραλλήλου, αίτηση «judicial review» για να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα του επίδικου κανόνα.

15 Στις 15 Αυγούστου 1991 προσέφυγαν στο High Court of Justice για να τους δοθεί η άδεια να υποβάλουν αίτηση για δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας του επίδικου κανόνα, για τον λόγο ότι αυτός αντέβαινε προς την οδηγία 76/207. Η υποβολή της αιτήσεως αυτής επιτράπηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1991.

16 Στις 20 Μαου 1994 το High Court απέρριψε την αίτηση περί «judicial review» κρίνοντας ότι, παρόλον ότι ο επίδικος κανόνας έθιγε περισσότερο τις γυναίκες από τους άνδρες, οι στατιστικές δεν αποδείκνυαν ότι η επίπτωση αυτή ήταν δυσανάλογη. Πάντως, το High Court επισήμανε ότι, αν αυτό συνέβαινε, το ίδιο δεν είχε διαπιστώσει κανένα αντικειμενικό λόγο δυνάμενο να δικαιολογήσει μια τέτοια διάκριση.

17 Οι αιτούσες της κύριας δίκης άσκησαν έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Court of Appeal, το οποίο δέχθηκε την εκ μέρους τους επίκληση του άρθρου 119 της Συνθήκης καθώς και της οδηγίας 76/207.

18 Στις 31 Ιουλίου 1995, το Court of Appeal έκρινε ότι ο επίδικος κανόνας συνεπαγόταν έμμεση διάκριση κατά τον χρόνο της απολύσεως των αιτουσών της κύριας δίκης και δεν εδικαιολογείτο αντικειμενικώς.

Πάντως, έχοντας κρίνει ότι ο χαρακτηρισμός της αποζημιώσεως για καταχρηστική απόλυση ως αμοιβής κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης δεν προέκυπτε σαφώς από την πράξη, το Court of Appeal αρκέστηκε να δηλώσει ότι η απαίτηση του νόμου του 1978, όπως αυτός τροποποιήθηκε, για διάρκεια απασχολήσεως δύο ετών ήταν ασύμβατη προς την οδηγία 76/207 κατά την ημερομηνία της απολύσεως των αιτουσών της κύριας δίκης.

Τα προδικαστικά ερωτήματα

19 Τόσον ο Secretary of State όσον και οι αιτούσες της κύριας δίκης άσκησαν αναίρεση ενώπιον του House of Lords. Αυτό αποφάσισε να ακυρώσει την απόφαση του Court of Appeal, να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1) Αποτελεί "αμοιβή" υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ η επιδικαζομένη σε περίπτωση καταχρηστικής απολύσεως αποζημίωση που προβλέπεται από εθνική νομοθεσία, όπως ο Employment Protection (Consolidation) Act 1978;

2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, εμπίπτουν οι προϋποθέσεις που καθορίζουν αν ένας εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να μην τύχει καταχρηστικής απολύσεως στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 ή σε εκείνο της οδηγίας 76/207;

3) Ποιο είναι το νομικό κριτήριο βάσει του οποίου μπορεί να κριθεί αν ένα θεσπισθέν από κράτος μέλος μέτρο θίγει τόσο διαφορετικά τους άνδρες και τις γυναίκες ώστε να ισοδυναμεί με έμμεση διάκριση για τους σκοπούς του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ, εκτός αν αποδεικνύεται ότι στηρίζεται σε άλλους αντικειμενικά δικαιολογημένους παράγοντες πλην του φύλου;

4) Πότε πρέπει να εφαρμόζεται το νομικό αυτό κριτήριο σε μέτρο θεσπισθέν από κράτος μέλος; Ειδικότερα, εν αναφορά προς ποια από τις ακόλουθες ημερομηνίες ή εν αναφορά προς ποια άλλη ημερομηνία πρέπει να εφαρμόζεται το κριτήριο αυτό στο επίδικο μέτρο:

α) την ημερομηνία της θεσπίσεως του μέτρου·

β) την ημερομηνία της ενάρξεως της ισχύος του μέτρου·

γ) την ημερομηνία της απολύσεως του εργαζομένου;

5) Ποιες είναι οι νομικές προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την απόδειξη, για τους σκοπούς της έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ, της υπάρξεως αντικειμενικού λόγου για τη στήριξη μέτρου που θέσπισε κράτος μέλος σε εφαρμογή της κοινωνικής πολιτικής του; Ειδικότερα, ποια είναι τα στοιχεία που το κράτος μέλος οφείλει να παρέχει προς στήριξη της αιτιολογίας που προβάλλει;»

Επί του πρώτου ερωτήματος

20 Με το πρώτο του ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν η επιδικασθείσα δυνάμει δικαστικής αποφάσεως αποζημίωση σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος του εργαζομένου να μη τύχει καταχρηστικής απολύσεως συνιστά αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης.

21 Τόσον οι αιτούσες της κύριας δίκης όσον και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η επιδικασθείσα σε περίπτωση καταχρηστικής απολύσεως αποζημίωση συνιστά αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης. Κατά την Επιτροπή, πρόκειται για αντιστάθμισμα απώλειας κέρδους όσον αφορά τον μισθό και άλλα οφέλη συνδεόμενα με την απασχόληση.

22 Αντιθέτως, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι η υπόθεση της κύριας δίκης αφορά μια φερομένη ανισότητα ως προς τους όρους εργασίας υπό την έννοια της οδηγίας 76/207, δηλαδή το δικαίωμα του εργαζομένου να μην τύχει καταχρηστικής απολύσεως. Η αποζημίωση την οποία μπορεί να επιδικάσει το Industrial Tribunal δεν συνιστά την αμοιβή της εργασίας του εργαζομένου, αλλά αντιστάθμισμα για τη μη τήρηση ενός από τους όρους του εργασίας. Συνεπώς, το κύριο χαρακτηριστικό της αμοιβής, δηλαδή η αντιπαροχή για παρασχεθείσα εργασία, δεν υφίσταται εν προκειμένω.

23 Πρέπει κατ' αρχάς να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η έννοια της αμοιβής του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 119 περιλαμβάνει όλα τα οφέλη, σε χρήμα ή σε είδος, τωρινά ή μελλοντικά, αρκεί να καταβάλλονται, έστω και εμμέσως, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας του τελευταίου (βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της 9ης Φεβρουαρίου 1982, 12/81, Garland, Συλλογή 1982, σ. 359, σκέψη 5, και της 17ης Μαου 1990, C-262/88, Barber, Συλλογή 1990, σ. I-1889, σκέψη 12).

24 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι το γεγονός ότι ορισμένες παροχές καταβάλλονται μετά τη λήξη της σχέσεως εργασίας δεν αποκλείει ότι μπορούν να έχουν χαρακτήρα αμοιβής, κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης (προπαρατεθείσα απόφαση Barber, σκέψη 12).

25 Όσον αφορά, ιδίως, τις αποζημιώσεις που χορηγούνται στον εργαζόμενο από τον εργοδότη κατά τη διακοπή της σχέσεως εργασίας, το Δικαστήριο ήδη διαπίστωσε ότι αυτές αποτελούν μορφή ετεροχρονισμένης αμοιβής, την οποία δικαιούται ο εργαζόμενος λόγω της εργασίας του, η οποία όμως του καταβάλλεται κατά τον χρόνο της διακοπής της σχέσεως εργασίας, προκειμένου να διευκολύνει την προσαρμογή του στις νέες καταστάσεις που προκύπτουν εξ αυτής (βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Barber, σκέψη 13, και την απόφαση της 27ης Ιουνίου 1990, C-33/89, Kowalska, Συλλογή 1990, σ. I-2591, σκέψη 10).

26 Εν προκειμένω, επιβάλλεται να τονιστεί ότι η επιδικασθείσα στον εργαζόμενο αποζημίωση για καταχρηστική απόλυση, η οποία αποτελείται από μια βασική αποζημίωση καθώς και από μια αντισταθμιστική αποζημίωση, αποσκοπεί, ιδίως, να δοθεί στον εργαζόμενο αυτό που έπρεπε να είχε λάβει αν ο εργοδότης δεν είχε διακόψει παρανόμως τη σχέση εργασίας.

27 Αφενός, η βασική αποζημίωση παραπέμπει άμεσα στην αμοιβή που θα οφειλόταν στον εργαζόμενο σε περίπτωση μη απολύσεως. Αφετέρου, η αντισταθμιστική αποζημίωση καλύπτει τη ζημία που υπέστη ο εργαζόμενος λόγω της απολύσεως και περιλαμβάνει όλα τα έξοδα που αυτός ευλόγως υπέστη λόγω της απολύσεώς του και, υπό την επιφύλαξη ορισμένων προϋποθέσεων, την απώλεια όλων των πλεονεκτημάτων που ευλόγως θα ανέμενε ότι θα λάβει αν δεν είχε απολυθεί.

28 Συνεπώς, η αποζημίωση για καταχρηστική απόλυση καταβάλλεται στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας που είχε και που θα εξακολουθούσε να έχει σε περίπτωση μη καταχρηστικής απολύσεως. Η αποζημίωση αυτή εμπίπτει, επομένως, στην έννοια της αμοιβής του άρθρου 119 της Συνθήκης.

29 Η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να ανασκευαστεί για τον μόνο λόγο ότι η αποζημίωση για την οποία πρόκειται στην κύρια δίκη επιδικάζεται με δικαστική απόφαση και σύμφωνα προς τις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει ήδη διευκρινίσει συναφώς ότι δεν έχει σημασία το γεγονός ότι το δικαίωμα αποζημιώσεως προβλέπεται από άλλη πηγή εκτός της συμβάσεως εργασίας, και ιδίως από τον νόμο (βλ., υπό την έννοια αυτή, την προπαρατεθείσα απόφαση Barber, σκέψη 16).

30 Ενόψει των προεκτεθέντων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι η επιδικαζομένη με δικαστική απόφαση αποζημίωση σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος του εργαζομένου να μη τύχει καταχρηστικής απολύσεως συνιστά αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης.

Επί του δευτέρου ερωτήματος

31 Με το δεύτερο ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν οι προϋποθέσεις που καθορίζουν αν ένας εργαζόμενος δικαιούται, σε περίπτωση καταχρηστικής απολύσεως, να επανενταχθεί ή αναπροσληφθεί, ή ακόμη να λάβει αποζημίωση, εμπίπτουν στο άρθρο 119 της Συνθήκης ή στην οδηγία 76/207.

32 Δεδομένου ότι η υπόθεση της κύριας δίκης αφορά αμοιβή εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης, οι αιτούσες ισχυρίζονται ότι η αφορώσα την ίση μεταχείριση οδηγία 76/207 δεν έχει εφαρμογή. Πράγματι, ο νόμος δεν μπορεί να απαγορεύσει σε εργαζόμενο, ο οποίος δικαιούται αποζημιώσεως για καταχρηστική απόλυση στο πλαίσιο του δικαιώματος για ισότητα αμοιβών του άρθρου 119, να επικαλεστεί την ίδια διάταξη για να εξασφαλίσει έναντι του εργοδότη του τη μη εφαρμογή όρων συνεπαγομένων διακρίσεις, οι οποίοι, αν εφαρμοστούν, θα έχουν ως αποτέλεσμα να καταστεί κενή περιεχομένου η αρχή της ισότητας των αμοιβών.

33 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν η επιδικαζομένη αποζημίωση για προσβολή του δικαιώματος του εργαζομένου να μη απολυθεί καταχρηστικώς θεωρηθεί αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119, οποιαδήποτε φερομένη παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ως προς τους όρους που καθορίζουν το ευεργέτημα του δικαιώματος, συμπεριλαμβανομένης χρηματικής αποζημιώσεως, πρέπει να διέπεται από την οδηγία 76/207 και όχι από το άρθρο 119.

34 Προς στήριξη της απόψεως αυτής επικαλείται την απόφαση της 15ης Ιουνίου 1978, 149/77, Defrenne ΙΙΙ (Συλλογή τόμος 1978, σ. 419), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 21, ότι το γεγονός ότι ο προσδιορισμός ορισμένων όρων εργασίας μπορεί να έχει χρηματικές συνέπειες δεν αποτελεί επαρκή λόγο ώστε να εφαρμόζεται στους όρους αυτούς το άρθρο 119, το οποίο στηρίζεται στη στενή σχέση που υπάρχει μεταξύ της φύσεως της παρεχομένης εργασίας και του ύψους του μισθού.

35 Πρέπει να τονιστεί συναφώς, όπως ορθώς έπραξε η Επιτροπή, ότι, οσάκις η αίτηση αποσκοπεί στη λήψη αποζημιώσεως, ο προβλεπόμενος από τον επίδικο κανόνα όρος αφορά την πρόσβαση σε μια μορφή αμοιβής, ως προς την οποία εφαρμόζονται το άρθρο 119 και η οδηγία 75/117.

36 Εν προκειμένω, οι αιτήσεις που υπέβαλαν ενώπιον του Industrial Tribunal οι αιτούσες της κύριας δίκης δεν αφορούν τις ενδεχόμενες συνέπειες ενός όρου εργασίας, δηλαδή το δικαίωμα να μην απολυθούν καταχρηστικώς, αλλά την αποζημίωση καθεαυτή. Επομένως, το ζήτημα αυτό εμπίπτει στο άρθρο 119 της Συνθήκης και όχι στην οδηγία 76/207.

37 Τα πράγματα θα ήσαν διαφορετικά αν η αίτηση σκοπούσε στην επανένταξη ή αναπρόσληψη του απολυθέντος εργαζομένου. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι προβλεπόμενοι από το εθνικό δίκαιο όροι θα αφορούσαν τις συνθήκες εργασίας ή την πρόσβαση στην εργασία και, επομένως, θα ενέπιπταν στην οδηγία 76/207.

38 Στην τελευταία αυτή περίπτωση, προκειμένου για αίτηση περί «judicial review» υποβληθείσα κατά του Secretary of State και αφορώσα την επελθούσα με την κανονιστική απόφαση του 1985 τροποποίηση του άρθρου 64, παράγραφος 1, του νόμου του 1978, οι αιτούσες της κύριας δίκης θα είχαν το δικαίωμα να εναντιωθούν σε δυσμενή διάκριση βασιζομένη στο φύλο επικαλούμενες όχι το άρθρο 119 της Συνθήκης αλλά την οδηγία 76/207.

39 Πράγματι, σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες προκύπτει ότι, από απόψεως περιεχομένου, οι διατάξεις μιας οδηγίας είναι απαλλαγμένες αιρέσεων και επαρκώς σαφείς, οι ιδιώτες μπορούν βασίμως να τις επικαλούνται ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου έναντι του κράτους (βλ., ιδίως, απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, C-188/89, Foster κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. Ι-3313, σκέψη 16).

40 Ως προς το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207, περί απαγορεύσεως όλων των διακρίσεων βάσει του φύλου όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, το Δικαστήριο διαπίστωσε ήδη ότι είναι επαρκώς σαφές ώστε να είναι δυνατή η επίκλησή του από ιδιώτη έναντι του κράτους και η εφαρμογή του από εθνικό δικαστήριο για να αποκρουστεί η εφαρμογή κάθε εθνικής διατάξεως που αντιβαίνει στο εν λόγω άρθρο 5, παράγραφος 1 (βλ. απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall I, Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψεις 52 και 56).

41 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι προϋποθέσεις που καθορίζουν αν, σε περίπτωση καταχρηστικής απολύσεως, ένας εργαζόμενος δικαιούται αποζημιώσεως διέπονται από το άρθρο 119 της Συνθήκης. Αντιθέτως, οι προϋποθέσεις που καθορίζουν αν, σε περίπτωση καταχρηστικής απολύσεως, ένας εργαζόμενος δικαιούται να επανενταχθεί ή αναπροσληφθεί διέπονται από την οδηγία 76/207.

Επί του τετάρτου ερωτήματος

42 Με το τέταρτο ερώτημά του, στο οποίο πρέπει να δοθεί απάντηση σ' αυτό το στάδιο, το εθνικό δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν η νομιμότητα ενός κανόνα, όπως είναι ο επίδικος, πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ημερομηνία της θεσπίσεώς του, την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του ή την ημερομηνία απολύσεως του εργαζομένου.

43 Οι αιτούσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι, όταν ένα μέτρο που κράτος μέλος πρόκειται να θεσπίσει και/ή να θέσει σε εφαρμογή ενέχει από τη φύση του τον κίνδυνο παραγωγής διαφορετικού αποτελέσματος ως προς την αμοιβή των ανδρών και των γυναικών, το οικείο κράτος μέλος θα ενεργήσει κατά παράβαση της Συνθήκης ΕΚ αν διατηρήσει το μέτρο αυτό, εκτός αν μπορεί να αποδειχθεί ότι η θέσπισή του βασίζεται σε άλλους εκτός του φύλου παράγοντες που δικαιολογούνται αντικειμενικώς. Επιπλέον, η Συνθήκη απαιτεί από τα κράτη μέλη να εξετάζουν περιοδικώς όλα τα μέτρα που επηρεάζουν την αμοιβή των εργαζομένων και να μην εφαρμόζουν ένα μέτρο αν διαπιστώνουν την παράβαση κάποιας από τις υποχρεώσεις που επιβάλλει συναφώς η Συνθήκη.

44 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί, αντιθέτως, ότι το χρονικό σημείο σε σχέση με το οποίο πρέπει να εκτιμάται η επίπτωση ενός μέτρου πρέπει να είναι η ημερομηνία της απολύσεως του εργαζομένου. Αυτή είναι η ημερομηνία κατά την οποία ο επίδικος κανόνας παράγει το αποτέλεσμα για το οποίο διαμαρτύρεται η εργαζομένη, δηλαδή την παρεμπόδισή της να υποβάλει αίτηση για καταχρηστική απόλυση. Ο εισάγων ή μη εισάγων δυσμενή διάκριση χαρακτήρας ενός μέτρου δεν καθορίζεται κατά την ημερομηνία της θεσπίσεως ή της ενάρξεως της ισχύος του μέτρου, αλλά εξαρτάται από τις περιστάσεις που επικρατούν κατά την ημερομηνία της διαμαρτυρίας κατά της επιπτώσεως του μέτρου αυτού.

45 Εκ προοιμίου, πρέπει να τονιστεί ότι οι απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου πρέπει να τηρούνται κατά πάντα κρίσιμο χρόνο, είτε ο χρόνος αυτός είναι ο χρόνος της θεσπίσεως ενός μέτρου, της θέσεώς του σε εφαρμογή ή της εφαρμογής του στη συγκεκριμένη περίπτωση.

46 Πάντως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο χρόνος σε σχέση με τον οποίο το εθνικό δικαστήριο πρέπει να κρίνει τη νομιμότητα ενός κανόνα, όπως είναι ο επίδικος, μπορεί να εξαρτάται από διάφορα γεγονότα, τόσο νομικά όσο και πραγματικά.

47 Επομένως, όταν προβάλλεται η αναρμοδιότητα της εθνικής αρχής που εξέδωσε μια πράξη, η νομιμότητα της πράξεως αυτής πρέπει, κατ' αρχήν, να κρίνεται σε σχέση με την ημερομηνία της εκδόσεώς της.

48 Αντιθέτως, προκειμένου για την εφαρμογή σε ατομική περίπτωση εθνικής πράξεως που εκδόθηκε νομίμως, μπορεί να είναι λυσιτελές να κριθεί αν, κατά τον χρόνο της εφαρμογής της, η εν λόγω πράξη παραμένει συμβατή προς το κοινοτικό δίκαιο.

49 Όσον αφορά ιδίως τις στατιστικές, μπορεί να είναι λυσιτελής η λήψη υπόψη όχι μόνον των διαθεσίμων κατά την ημερομηνία της εκδόσεως της πράξεως στατιστικών, αλλά και εκείνων των μεταγενεστέρων που μπορούν να παράσχουν ενδείξεις ως προς την επίπτωση της εν λόγω πράξεως, αντιστοίχως, στους άνδρες εργαζομένους και στις γυναίκες εργαζόμενες.

50 Επομένως, στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να καθορίζει, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συναφείς νομικές και πραγματικές περιστάσεις, τον χρόνο σε σχέση με τον οποίο πρέπει να κριθεί η νομιμότητα ενός κανόνα όπως είναι ο επίδικος κανόνας.

Επί του τρίτου ερωτήματος

51 Με το τρίτο ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο επιδιώκει τον προσδιορισμό του νομικού κριτηρίου που καθιστά δυνατό να κριθεί αν ένα μέτρο, θεσπισθέν από κράτος μέλος, επηρεάζει τόσο διαφορετικά τους άνδρες και τις γυναίκες ώστε να ισοδυναμεί με έμμεση δυσμενή διάκριση υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης.

52 Πρέπει να υπομνηστεί συναφώς ότι το άρθρο 119 της Συνθήκης διατυπώνει την αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων για την ίδια εργασία. Η αρχή αυτή δεν απαγορεύει μόνον την εφαρμογή διατάξεων που εισάγουν διακρίσεις οι οποίες βασίζονται άμεσα στο φύλο, αλλά και την εφαρμογή διατάξεων οι οποίες διατηρούν σε ισχύ τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων βάσει κριτηρίων που δεν βασίζονται στο φύλο, εφόσον αυτή η διαφορετική μεταχείριση δεν μπορεί να εξηγηθεί από αντικειμενικά δικαιολογημένους παράγοντες ξένους προς κάθε διάκριση με βάση το φύλο (βλ. απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1994, C-399/92, C-409/92, C-425/92, C-34/93, C-50/93 και C-78/93, Helmig κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. I-5727, σκέψη 20).

53 Ως προς τον επίδικο κανόνα, δεν αμφισβητείται ότι αυτός δεν εισάγει δυσμενείς διακρίσεις βασιζόμενες άμεσα στο φύλο. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν μπορεί να συνιστά έμμεση δυσμενή διάκριση ασύμβατη προς το άρθρο 119 της Συνθήκης.

54 Οι αιτούσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι, όταν ένα μέτρο θεσπισθέν από κράτος μέλος ενέχει, αυτό καθεαυτό, τον κίνδυνο να επηρεάζει διαφορετικά την αμοιβή των ανδρών και των γυναικών και/ή το διαφορετικό αυτό αποτέλεσμα αποδεικνύεται συγκεκριμένα από αξιόπιστες και σημαντικές στατιστικές, αυτό συνιστά παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης, εκτός αν μπορεί να αποδειχθεί ότι το εν λόγω μέτρο βασίζεται σε παράγοντες αντικειμενικούς και ξένους προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζομένη στο φύλο.

55 Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι, όταν υπάρχουν στατιστικές που είναι σημαντικές, που καλύπτουν το σύνολο του εργατικού δυναμικού και αποδεικνύουν την ύπαρξη μακροπροθέσμων φαινομένων που δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν τυχαία, οποιαδήποτε διαφορά επιπτώσεως, υπερβαίνουσα μια ελαχίστη διαφορά, παραβαίνει την υποχρέωση εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.

56 Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, από τους όρους που χρησιμοποιεί το Δικαστήριο στη νομολογία του σχετικά με την έμμεση διάκριση προκύπτει σαφώς ότι αυτό επιζητεί να εκφράσει μια σημαντική διαφορά αποτελέσματος.

57 Η Επιτροπή προτείνει το κριτήριο της «λυσιτέλειας των στατιστικών στοιχείων», σύμφωνα με το οποίο οι στατιστικές πρέπει να αποτελούν κατάλληλες παραμέτρους συγκρίσεως και το εθνικό δικαστήριο οφείλει να προσέχει μήπως τα στατιστικά στοιχεία είναι αλλοιωμένα λόγω των ειδικών πτυχών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Η ύπαρξη σημαντικών στατιστικών αρκεί για να αποδειχθεί μια δυσανάλογη επίπτωση και για να επιβληθεί το βάρος αποδείξεως δικαιολογίας στον εκδότη του μέτρου που τεκμαίρεται ότι εισάγει διακρίσεις.

58 Ως προς την απόδειξη έμμεσης διακρίσεως, πρέπει κατ' αρχάς να εξεταστεί αν ένα μέτρο όπως ο επίδικος κανόνας παράγει έναντι των εργαζομένων γυναικών περισσότερο δυσμενή αποτελέσματα από αυτά που συνεπάγεται για τους εργαζομένους άνδρες.

59 Εν συνεχεία, πρέπει να τονιστεί, όπως ορθώς ανέφερε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, ότι η καλύτερη μέθοδος συγκρίσεως των στατιστικών στοιχείων συνίσταται στη σύγκριση, αφενός, των αντιστοίχων ποσοστών εργαζομένων που πληρούν και που δεν πληρούν την προϋπόθεση των δύο ετών εργασίας που απαιτεί ο επίδικος κανόνας στο ανδρικό εργατικό δυναμικό και, αφετέρου, των ιδίων ποσοστών στο γυναικείο εργατικό δυναμικό. Δεν αρκεί να ληφθεί υπόψη ο αριθμός των θιγομένων προσώπων, δεδομένου ότι ο αριθμός αυτός εξαρτάται από τον αριθμό των εν ενεργεία εργαζομένων σε ολόκληρο το κράτος μέλος καθώς και από την κατανομή των εργαζομένων ανδρών και των εργαζομένων γυναικών στο εν λόγω κράτος μέλος.

60 Επομένως, πρέπει να καθοριστεί, όπως κατ' επανάληψη το Δικαστήριο διευκρίνισε, αν τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι ένα αισθητά χαμηλότερο ποσοστό εργαζομένων γυναικών απ' ό,τι εργαζομένων ανδρών μπορεί να πληροί την προϋπόθεση των δύο ετών εργασίας που απαιτεί ο επίδικος κανόνας. Μια τέτοια κατάσταση θα αποκάλυπτε το πρόδηλον διακρίσεως βασιζομένης στο φύλο, εκτός εάν ο επίδικος κανόνας δικαιολογείται από παράγοντες αντικειμενικούς και ξένους προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζομένη στο φύλο.

61 Θα μπορούσε να συμβεί το ίδιο αν τα στατιστικά στοιχεία αποκάλυπταν μια λιγότερο σημαντική διαφορά, αλλά διαρκή και σχετικώς σταθερή κατά τη διάρκεια μακράς περιόδου, μεταξύ των εργαζομένων ανδρών και των εργαζομένων γυναικών που πληρούν την προϋπόθεση των δύο ετών εργασίας. Πάντως, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει τα συμπεράσματα που θα συναχθούν από αυτά τα στατιστικά στοιχεία.

62 Επιβάλλεται επίσης να υπομνηστεί ότι στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να κρίνει αν τα στατιστικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν την κατάσταση του εργατικού δυναμικού είναι έγκυρα και αν μπορούν να ληφθούν υπόψη, δηλαδή αν καλύπτουν αρκετά μεγάλο αριθμό ατόμων, αν εκφράζουν καθαρώς τυχαία ή συγκυριακά φαινόμενα και αν, γενικότερα, είναι σημαντικά (βλ. απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1993, C-127/92, Enderby, Συλλογή 1993, σ. Ι-5535, σκέψη 17). Σ' αυτό απόκειται δηλαδή να κρίνει αν, λαμβάνοντας υπόψη την απάντηση που δόθηκε στο τέταρτο ερώτημα, οι στατιστικές του 1985 σχετικά με τα αντίστοιχα ποσοστά των εργαζομένων ανδρών και των εργαζομένων γυναικών που πληρούν την προϋπόθεση των δύο ετών εργασίας που απαιτεί ο επίδικος κανόνας είναι λυσιτελείς και επαρκείς για τη λύση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί.

63 Εν προκειμένω, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το 1985, έτος θεσπίσεως της προϋποθέσεως των δύο ετών εργασίας, το 77,4 % των εργαζομένων ανδρών και το 68,9 % των εργαζομένων γυναικών πληρούσαν την προϋπόθεση αυτή.

64 Εκ πρώτης όψεως, από αυτές τις στατιστικές δεν φαίνεται να προκύπτει ότι ένα αισθητά χαμηλότερο ποσοστό εργαζομένων γυναικών απ' ό,τι εργαζομένων ανδρών είναι σε θέση να πληροί την επιβαλλομένη από τον επίδικο κανόνα προϋπόθεση.

65 Επομένως, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, για να κριθεί αν ένα μέτρο, θεσπισθέν από κράτος μέλος, επηρεάζει τόσο διαφορετικά τους άνδρες και τις γυναίκες ώστε να ισοδυναμεί με έμμεση δυσμενή διάκριση υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι ένα αισθητά χαμηλότερο ποσοστό εργαζομένων γυναικών απ' ό,τι εργαζομένων ανδρών είναι σε θέση να πληροί την επιβαλλομένη από το εν λόγω μέτρο προϋπόθεση. Αν αυτό συμβαίνει, υφίσταται έμμεση δυσμενής διάκριση βασιζομένη στο φύλο, εκτός αν το εν λόγω μέτρο δικαιολογείται από παράγοντες αντικειμενικούς και ξένους προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζομένη στο φύλο.

Επί του πέμπτου ερωτήματος

66 Με το πέμπτο ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο επιζητεί τον καθορισμό νομικών κριτηρίων που να καθιστούν δυνατό να αποδειχθεί, για τους σκοπούς της έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως του άρθρου 119 της Συνθήκης, η ύπαρξη αντικειμενικής δικαιολογίας προς στήριξη μέτρου θεσπισθέντος από κράτος μέλος σε εφαρμογή της κοινωνικής πολιτικής του.

67 Συναφώς, πρέπει κατ' αρχάς να υπομνηστεί ότι, εν τέλει, στο εθνικό δικαστήριο, που είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά και να ερμηνεύσει την εθνική νομοθεσία, απόκειται να κρίνει αν και σε ποιο βαθμό μια νομοθετική διάταξη που εφαρμόζεται ανεξαρτήτως του φύλου του εργαζομένου, πλήττει όμως στην πράξη περισσότερο τις γυναίκες παρά τους άνδρες, δικαιολογείται από λόγους αντικειμενικούς και ξένους προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο (βλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, 171/88, Rinner-Kόhn, Συλλογή 1989, σ. 2743, σκέψη 15).

68 Πάντως, μολονότι απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, την ύπαρξη τέτοιων αντικειμενικών παραγόντων στη συγκεκριμένη υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιόν του, το Δικαστήριο, καλούμενο να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμες απαντήσεις, είναι αρμόδιο να παράσχει, με βάση τη δικογραφία της κύριας δίκης και τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις που του υποβλήθηκαν, στοιχεία που θα επιτρέψουν στο εθνικό δικαστήριο να εκδώσει την απόφασή του (απόφαση της 7ης Μαρτίου 1996, C-278/93, Freers και Speckmann, Συλλογή 1996, σ. Ι-1165, σκέψη 24).

69 Κατά πάγια νομολογία, αν ένα κράτος μέλος είναι σε θέση να αποδείξει ότι τα επιλεγέντα μέσα ανταποκρίνονται σε θεμιτό σκοπό της κοινωνικής του πολιτικής, είναι πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και αναγκαία προς τούτο, το γεγονός και μόνον ότι η νομοθετική διάταξη πλήττει σημαντικά μεγαλύτερο αριθμό γυναικών εργαζομένων απ' ό,τι ανδρών εργαζομένων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης (βλ., ιδίως, την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-444/93, Megner και Scheffel (Συλλογή 1995, σ. I-4741, σκέψη 24, και την προπαρατεθείσα απόφαση Freers και Speckmann, σκέψη 28).

70 Εν προκειμένω, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι ο κίνδυνος για τους εργοδότες να εμπλακούν σε δίκες για καταχρηστική απόλυση λόγω προσφάτως προσληφθέντων εργαζομένων αποτελεί ένα στοιχείο δυνάμενο να αποτρέψει την πρόσληψη εργαζομένων, οπότε η επέκταση της διάρκειας απασχολήσεως που απαιτείται για το ευεργέτημα της προστασίας από την απόλυση θα ευνοήσει την πρόσληψη των εργαζομένων.

71 Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η προώθηση των προσλήψεων συνιστά θεμιτό στόχο της κοινωνικής πολιτικής.

72 Πρέπει ακόμη να εξεταστεί, ενόψει όλων των συναφών στοιχείων και λαμβάνοντας υπόψη τη δυνατότητα επιτεύξεως του οικείου στόχου κοινωνικής πολιτικής με άλλα μέσα, αν αυτός ο στόχος είναι ξένος προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζομένη στο φύλο και αν ο επίδικος κανόνας, ως μέσο προς επίτευξη του στόχου αυτού, μπορεί να συμβάλει στην υλοποίησή του.

73 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει συναφώς ότι ένα κράτος μέλος πρέπει απλώς να αποδείξει ότι μπορεί ευλόγως να θεωρεί ότι το μέτρο θα συμβάλει στην υλοποίηση στόχου της κοινωνικής πολιτικής του. Προς τούτο στηρίζεται στην απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-317/93, Nolte (Συλλογή 1995, σ. Ι-4625).

74 Βεβαίως, στη σκέψη 33 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Nolte, το Δικαστήριο τόνισε ότι, επιλέγοντας τα μέτρα που είναι πρόσφορα για την υλοποίηση των σκοπών της κοινωνικής πολιτικής τους και της πολιτικής τους για την απασχόληση, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως.

75 Πάντως, είναι μεν αληθές ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, η κοινωνική πολιτική εμπίπτει κατ' ουσίαν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, πλην όμως το περιθώριο εκτιμήσεως που τα κράτη μέλη διαθέτουν συναφώς δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να καταταστεί κενή περιεχομένου η εφαρμογή μιας θεμελιώδους αρχής του κοινοτικού δικαίου όπως είναι αυτή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ των εργαζομένων ανδρών και των εργαζομένων γυναικών.

76 Απλές γενικεύσεις που αφορούν την καταλληλότητα ορισμένου μέτρου για την προώθηση των προσλήψεων δεν αρκούν για να αποδειχθεί ότι ο στόχος του επίδικου κανόνα είναι ξένος προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζομένη στο φύλο ούτε για να παράσχουν στοιχεία επιτρέποντα ευλόγως να κριθεί ότι τα επιλεγέντα μέσα ήταν πρόσφορα για την υλοποίηση του σκοπού αυτού.

77 Επομένως, στο πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ένα αισθητά χαμηλότερο ποσοστό εργαζομένων γυναικών απ' ό,τι εργαζομένων ανδρών είναι σε θέση να πληροί την προϋπόθεση των δύο ετών εργασίας που επιβάλλει ο επίδικος κανόνας, στο κράτος μέλος απόκειται, υπό την ιδιότητά του ως νομοθέτη του κανόνα που τεκμαίρεται ότι εισάγει διακρίσεις, να αποδείξει ότι ο εν λόγω κανόνας ανταποκρίνεται σε θεμιτό στόχο της κοινωνικής πολιτικής του, ότι ο εν λόγω στόχος είναι ξένος προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζομένη στο φύλο και ότι αυτό μπορεί ευλόγως να εκτιμήσει ότι τα επιλεγέντα μέσα είναι πρόσφορα για την υλοποίηση του στόχου αυτού.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

78 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 13ης Μαρτίου 1997 το House of Lords, αποφαίνεται:

1) Η επιδικαζομένη με δικαστική απόφαση αποζημίωση σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος του εργαζομένου να μη τύχει καταχρηστικής απολύσεως συνιστά αμοιβή υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ.

2) Οι προϋποθέσεις που καθορίζουν αν, σε περίπτωση καταχρηστικής απολύσεως, ένας εργαζόμενος δικαιούται αποζημιώσεως διέπονται από το άρθρο 119 της Συνθήκης. Αντιθέτως, οι προϋποθέσεις που καθορίζουν αν, σε περίπτωση καταχρηστικής απολύσεως, ένας εργαζόμενος δικαιούται να επανενταχθεί ή αναπροσληφθεί διέπονται από την οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας.

3) Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να καθορίζει, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συναφείς νομικές και πραγματικές περιστάσεις, τον χρόνο σε σχέση με τον οποίο πρέπει να κριθεί η νομιμότητα ενός κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο η προστασία από τις καταχρηστικές απολύσεις εφαρμόζεται μόνο στους εργαζομένους που εργάστηκαν για ελαχίστη περίοδο δύο ετών.

4) Για να κριθεί αν ένα μέτρο, θεσπισθέν από κράτος μέλος, επηρεάζει τόσο διαφορετικά τους άνδρες και τις γυναίκες ώστε να ισοδυναμεί με έμμεση δυσμενή διάκριση υπό την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι ένα αισθητά χαμηλότερο ποσοστό εργαζομένων γυναικών απ' ό,τι εργαζομένων ανδρών είναι σε θέση να πληροί την επιβαλλομένη από το εν λόγω μέτρο προϋπόθεση. Αν αυτό συμβαίνει, υφίσταται έμμεση δυσμενής διάκριση βασιζομένη στο φύλο, εκτός αν το εν λόγω μέτρο δικαιολογείται από παράγοντες αντικειμενικούς και ξένους προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζομένη στο φύλο.

5) Στην περίπτωση κατά την οποία ένα αισθητά χαμηλότερο ποσοστό εργαζομένων γυναικών απ' ό,τι εργαζομένων ανδρών είναι σε θέση να πληροί την προϋπόθεση των δύο ετών εργασίας που επιβάλλει ο κανόνας που αναφέρεται στο σημείο 3 του διατακτικού, στο κράτος μέλος απόκειται, υπό την ιδιότητά του ως νομοθέτη του κανόνα που τεκμαίρεται ότι εισάγει διακρίσεις, να αποδείξει ότι ο εν λόγω κανόνας ανταποκρίνεται σε θεμιτό στόχο της κοινωνικής πολιτικής του, ότι ο εν λόγω στόχος είναι ξένος προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζομένη στο φύλο και ότι αυτό μπορεί ευλόγως να εκτιμήσει ότι τα επιλεγέντα μέσα είναι πρόσφορα για την υλοποίηση του στόχου αυτού.

Top