EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32016R0399

Κανονισμός (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, περί κώδικα της Ένωσης σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν)

OJ L 77, 23.3.2016, p. 1–52 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force: This act has been changed. Current consolidated version: 11/06/2019

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2016/399/oj

23.3.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 77/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2016/399 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 9ης Μαρτίου 2016

περί κώδικα της Ένωσης σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν)

(κωδικοποιημένο κείμενο)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 77 παράγραφος 2 στοιχεία β) και ε),

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2) έχει επανειλημμένως τροποποιηθεί ουσιωδώς (3). Είναι, ως εκ τούτου, σκόπιμη, για λόγους σαφήνειας και ορθολογισμού, η κωδικοποίηση του εν λόγω κανονισμού.

(2)

Η θέσπιση μέτρων κατά το άρθρο 77 παράγραφος 2 στοιχείο ε) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι δεν θα υπάρχει συνοριακός έλεγχος των προσώπων που διέρχονται εσωτερικά σύνορα, αποτελεί συστατικό στοιχείο του στόχου της Ένωσης για τη δημιουργία χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, όπως καθορίζει το άρθρο 26 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ.

(3)

Σύμφωνα με το άρθρο 67 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ, η δημιουργία χώρου ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων πρέπει να πλαισιώνεται από άλλα μέτρα. Η κοινή πολιτική σχετικά με τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων, την οποία προβλέπει το άρθρο 77 παράγραφος 1 στοιχείο β) ΣΛΕΕ, ανήκει στα μέτρα αυτά.

(4)

Τα κοινά μέτρα για τη διέλευση προσώπων από τα εσωτερικά σύνορα και τον έλεγχο των εξωτερικών συνόρων πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις διατάξεις του κεκτημένου Σένγκεν που ενσωματώθηκε στην Ένωση και, κυρίως, τις αντίστοιχες διατάξεις της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα (4) καθώς και του κοινού εγχειριδίου (5).

(5)

Το κοινό καθεστώς σχετικά με τη διέλευση προσώπων από τα σύνορα δεν θίγει ούτε επηρεάζει τα δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας των οποίων απολαύουν οι πολίτες της Ένωσης και τα μέλη της οικογένειάς τους, καθώς και οι υπήκοοι τρίτων χωρών και τα μέλη της οικογένειάς τους οι οποίοι, δυνάμει συμφωνιών μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της, αφενός, και αυτών των χωρών, αφετέρου, απολαύουν δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας ισοδύναμων με εκείνα των πολιτών της Ένωσης.

(6)

Ο έλεγχος των συνόρων δεν γίνεται μόνο προς το συμφέρον των κρατών μελών στα εξωτερικά σύνορα των οποίων ασκείται αλλά προς το συμφέρον όλων των κρατών μελών που έχουν καταργήσει τον έλεγχο στα εσωτερικά τους σύνορα. Ο έλεγχος θα πρέπει να συμβάλλει στην καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης και της εμπορίας ανθρώπων, καθώς και στην πρόληψη κάθε απειλής κατά της εσωτερικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας υγείας και των διεθνών σχέσεων των κρατών μελών.

(7)

Ο έλεγχος των συνόρων θα πρέπει να διεξάγεται υπό συνθήκες πλήρους σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ο έλεγχος των συνόρων θα πρέπει να διεξάγεται κατά επαγγελματικό τρόπο και με τον δέοντα σεβασμό και να είναι ανάλογος προς τους επιδιωκόμενους στόχους.

(8)

Ο έλεγχος των συνόρων περιλαμβάνει όχι μόνο τον έλεγχο προσώπων στα συνοριακά σημεία διέλευσης και την επιτήρηση μεταξύ των σημείων αυτών αλλά και ανάλυση των κινδύνων για την εσωτερική ασφάλεια και των ενδεχόμενων απειλών κατά της ασφάλειας των εξωτερικών συνόρων. Πρέπει, κατά συνέπεια, να καθορισθούν οι προϋποθέσεις, τα κριτήρια καθώς και οι λεπτομερείς κανόνες που διέπουν ταυτόχρονα τις διαδικασίες ελέγχου στα συνοριακά σημεία διέλευσης και την επιτήρηση των συνόρων, συμπεριλαμβανομένων των ελέγχων στο πλαίσιο του συστήματος πληροφοριών Σένγκεν (SIS).

(9)

Είναι αναγκαίο να θεσπισθούν κανόνες σχετικά με τον υπολογισμό της επιτρεπόμενης διάρκειας των παραμονών σύντομης διάρκειας στην Ένωση. Με τη θέσπιση σαφών, απλών και εναρμονισμένων κανόνων σε όλες τις νομικές πράξεις που αφορούν το θέμα αυτό εκτιμάται ότι θα ωφεληθούν τόσο οι ταξιδιώτες όσο και οι συνοριακές αρχές και οι αρχές θεώρησης.

(10)

Επειδή μόνον η επαλήθευση δακτυλικών αποτυπωμάτων μπορεί να επιβεβαιώσει με ασφάλεια ότι ένα πρόσωπο που επιθυμεί να εισέλθει στον χώρο του Σένγκεν είναι το πρόσωπο για το οποίο εκδόθηκε η θεώρηση, θα πρέπει να προβλεφθεί η χρήση στα εξωτερικά σύνορα του Συστήματος Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις (VIS), το οποίο προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 767/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6).

(11)

Για να ελεγχθεί κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εισόδου για υπηκόους τρίτων χωρών, οι οποίες καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, και για να επιτευχθεί η επιτυχής διαχείριση των σχεδιασμών τους, οι συνοριοφύλακες θα πρέπει να χρησιμοποιούν όλες τις διαθέσιμες απαραίτητες πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων που μπορεί να αναζητηθούν στο VIS.

(12)

Για να αποφευχθούν οι παραβιάσεις των σημείων συνοριακής διέλευσης στα οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί το VIS και να υπάρξουν εγγυήσεις για την πλήρη αποτελεσματικότητα του VIS, κρίνεται ότι υπάρχει ιδιαίτερη ανάγκη να χρησιμοποιείται το VIS με εναρμονισμένο τρόπο κατά τη διεξαγωγή ελέγχων εισόδου στα εξωτερικά σύνορα.

(13)

Επειδή σε περιπτώσεις πολλαπλών αιτήσεων θεώρησης ενδείκνυνται η εκ νέου χρήση και η αντιγραφή από την πρώτη αίτηση βιομετρικών στοιχείων στο VIS, η χρήση του VIS για ελέγχους εισόδου στα εξωτερικά σύνορα θα πρέπει να είναι υποχρεωτική.

(14)

Η χρήση του VIS θα πρέπει να συνεπάγεται συστηματική έρευνα στο VIS με χρήση του αριθμού της αυτοκόλλητης θεώρησης σε συνδυασμό με την επαλήθευση των δακτυλικών αποτυπωμάτων. Ωστόσο, δεδομένου του δυνητικού αντίκτυπου αυτών των ερευνών στον χρόνο αναμονής στα σημεία διέλευσης των συνόρων, θα πρέπει να είναι δυνατόν, κατά παρέκκλιση και για μεταβατική περίοδο σε αυστηρά καθορισμένες περιστάσεις, να χρησιμοποιείται το VIS χωρίς συστηματική επαλήθευση των δακτυλικών αποτυπωμάτων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι αυτή η παρέκκλιση χρησιμοποιείται μόνον όταν οι οικείες προϋποθέσεις πληρούνται εντελώς και ότι η διάρκεια και η συχνότητα της εφαρμογής αυτής της παρέκκλισης περιορίζεται στο απολύτως ελάχιστο στα μεμονωμένα σημεία διέλευσης των συνόρων.

(15)

Για να αποφευχθεί η υπερβολική αναμονή στα σημεία διέλευσης των συνόρων, θα πρέπει να προβλέπεται η δυνατότητα απλούστευσης των ελέγχων στα εξωτερικά σύνορα σε περίπτωση εξαιρετικών και απρόβλεπτων συνθηκών. Η συστηματική επίθεση σφραγίδων στα έγγραφα υπηκόων τρίτων χωρών θα παραμείνει υποχρεωτική σε περίπτωση απλούστευσης των συνοριακών ελέγχων. Με τις σφραγίδες αποδεικνύεται με ασφάλεια η ημερομηνία και το σημείο διέλευσης των συνόρων, χωρίς πάντοτε να αποδεικνύεται ότι έχουν διεξαχθεί όλοι οι απαιτούμενοι έλεγχοι των ταξιδιωτικών εγγράφων.

(16)

Για να μειωθεί η αναμονή των δικαιούχων του ενωσιακού δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, πρέπει επίσης να προβλεφθούν, εφόσον το επιτρέπουν οι συνθήκες, χωριστές λωρίδες στα σημεία διέλευσης των συνόρων, σηματοδοτημένες με ενιαίες σε όλα τα κράτη μέλη ενδείξεις. Χωριστές λωρίδες πρέπει να προβλέπονται στους διεθνείς αερολιμένες. Όπου θεωρείται σκόπιμο και εφόσον το επιτρέπουν οι τοπικές συνθήκες, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο χωριστών λωρίδων σε χερσαία και θαλάσσια συνοριακά σημεία διέλευσης.

(17)

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο έλεγχος στα εξωτερικά σύνορα να μην εμποδίζει σοβαρά τις εμπορικές, κοινωνικές και πολιτιστικές συναλλαγές. Προς τον σκοπό αυτό, πρέπει να διαθέτουν επαρκές προσωπικό και πόρους.

(18)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίσουν την εθνική υπηρεσία ή τις εθνικές υπηρεσίες που είναι αρμόδιες, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, να εκτελούν αποστολές ελέγχου των συνόρων. Όταν υπάρχουν στο ίδιο κράτος μέλος περισσότερες υπηρεσίες αρμόδιες για τον έλεγχο των συνόρων θα πρέπει να εξασφαλίζεται η στενή και διαρκής συνεργασία τους.

(19)

Η επιχειρησιακή συνεργασία και η βοήθεια μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά τον έλεγχο των συνόρων θα πρέπει να διοικείται και να συντονίζεται από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για τη Διαχείριση της Επιχειρησιακής Συνεργασίας στα Εξωτερικά Σύνορα των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ο Οργανισμός»), που δημιουργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2007/2004 του Συμβουλίου (7).

(20)

Ο παρών κανονισμός δεν επηρεάζει τους ελέγχους στο πλαίσιο των γενικών αστυνομικών αρμοδιοτήτων, τους ελέγχους ασφαλείας επί προσώπων που είναι ανάλογοι με τους ελέγχους που διεξάγονται για εσωτερικές πτήσεις ούτε τις δυνατότητες των κρατών μελών να διενεργούν εκτάκτως ελέγχους των αποσκευών σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3925/91 του Συμβουλίου (8) ούτε τις εθνικές νομοθεσίες που αφορούν την επίδειξη ταξιδιωτικών εγγράφων και δελτίων ταυτότητας ή την υποχρέωση γνωστοποίησης της παρουσίας προσώπου στην επικράτεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

(21)

Σε έναν χώρο ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, η επαναφορά του ελέγχου των εσωτερικών συνόρων θα πρέπει να αποτελεί εξαίρεση. Δεν θα πρέπει να διενεργείται έλεγχος των συνόρων ή να επιβάλλονται διατυπώσεις εκ μόνου του γεγονότος της διέλευσης συνόρων.

(22)

Η δημιουργία ενός χώρου στον οποίο διασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων εντός των εσωτερικών συνόρων αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της Ένωσης. Σε έναν τέτοιο χώρο χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα, είναι απαραίτητη η κοινή αντιμετώπιση καταστάσεων που επηρεάζουν σοβαρά τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλεια του χώρου αυτού ή μερών του, ή ενός ή περισσότερων κρατών μελών, επιτρέποντας προσωρινά την επαναφορά των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα σε εξαιρετικές περιστάσεις, χωρίς ωστόσο να τίθεται σε κίνδυνο η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων. Με δεδομένες τις επιπτώσεις αυτών των μέτρων έσχατης ανάγκης σε όλα τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα να κυκλοφορούν εντός του χώρου χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα, θα πρέπει να προβλεφθούν οι προϋποθέσεις και διαδικασίες για την επαναφορά τέτοιων μέτρων για να διαφυλαχθεί ο εξαιρετικός χαρακτήρας τους και η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας. Η εμβέλεια και η διάρκεια κάθε προσωρινής επαναφοράς τέτοιων μέτρων θα πρέπει να περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα για την αντιμετώπιση σοβαρής απειλής της δημόσιας τάξης ή της εσωτερικής ασφάλειας.

(23)

Δεδομένου ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων επηρεάζεται από την προσωρινή επαναφορά των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα, οποιαδήποτε απόφαση περί επαναφοράς τέτοιου ελέγχου θα πρέπει να λαμβάνεται σύμφωνα με αμοιβαίως συμφωνημένα κριτήρια και θα πρέπει να κοινοποιείται δεόντως στην Επιτροπή ή να συνιστάται από θεσμικό όργανο της Ένωσης. Σε κάθε περίπτωση, η επαναφορά των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα θα πρέπει να παραμένει εξαίρεση και να αποτελεί μόνο μέτρο έσχατης ανάγκης, αυστηρά περιορισμένης εμβέλειας και διάρκειας και βασιζόμενο σε συγκεκριμένα αντικειμενικά κριτήρια και σε εκτίμηση αναγκαιότητας, το οποίο θα πρέπει να παρακολουθείται σε επίπεδο Ένωσης. Στις περιπτώσεις που η σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλεια απαιτεί άμεση δράση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επαναφέρουν τους ελέγχους στα εσωτερικά τους σύνορα για περίοδο που δεν υπερβαίνει τις 10 ημέρες. Οποιαδήποτε παράταση της περιόδου αυτής πρέπει να παρακολουθείται σε επίπεδο Ένωσης.

(24)

Η αναγκαιότητα και η αναλογικότητα του μέτρου της επαναφοράς των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα θα πρέπει να εξετάζεται σε σχέση με την απειλή για τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλεια που αποτέλεσε το έναυσμα για την ανάγκη για αυτή την επαναφορά, όπως θα πρέπει να εξετάζονται και εναλλακτικά μέτρα που θα μπορούσαν να ληφθούν σε εθνικό ή ενωσιακό επίπεδο, ή αμφότερα, και παράλληλα με τις επιπτώσεις ενός τέτοιου μέτρου στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων εντός του χώρου χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα.

(25)

Η επαναφορά των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα μπορεί να είναι κατ’ εξαίρεση αναγκαία σε περίπτωση σοβαρής απειλής για τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλεια στο επίπεδο του χώρου χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα ή σε εθνικό επίπεδο, ειδικότερα μετά από τρομοκρατικά συμβάντα ή απειλές, ή μετά από απειλές που συνδέονται με το οργανωμένο έγκλημα.

(26)

Η μετανάστευση και η διέλευση των εξωτερικών συνόρων από μεγάλο αριθμό υπηκόων τρίτων χωρών δεν θα πρέπει καθαυτή να θεωρείται απειλή για τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλεια.

(27)

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η παρέκκλιση από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά, η δε έννοια της δημόσιας τάξης προϋποθέτει την ύπαρξη πραγματικής, συντρέχουσας και αρκούντως σοβαρής απειλής για κάποιο από τα θεμελιώδη συμφέροντα της κοινωνίας.

(28)

Βάσει της πείρας που αποκτήθηκε ως προς τη λειτουργία του χώρου χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα και προκειμένου να διευκολυνθεί η διασφάλιση της συνεκτικής εφαρμογής του κεκτημένου του Σένγκεν, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να χαράσσει κατευθυντήριες γραμμές για την επαναφορά των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα, τόσο σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα τέτοιο μέτρο απαιτείται σε προσωρινή βάση, όσο και σε περιπτώσεις που χρήζουν άμεσης δράσης. Οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές θα πρέπει να προβλέπουν σαφείς δείκτες που θα διευκολύνουν την αξιολόγηση των περιστάσεων οι οποίες θα μπορούσαν να συνιστούν σοβαρές απειλές για τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλεια.

(29)

Όταν διαπιστώνονται σοβαρές αδυναμίες στην πραγματοποίηση ελέγχων στα εξωτερικά σύνορα σε έκθεση αξιολόγησης που συντάσσεται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1053/2013 του Συμβουλίου (9) και με σκοπό να διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τις συστάσεις που έχουν εγκριθεί δυνάμει του εν λόγω κανονισμού, θα πρέπει να εκχωρηθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή ώστε να προβαίνει σε συστάσεις στο αξιολογούμενο κράτος μέλος για τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων όπως η ανάπτυξη ευρωπαϊκών ομάδων συνοριοφυλάκων, η υποβολή στρατηγικών σχεδίων ή, ως έσχατη ανάγκη και συνεκτιμώντας τη σοβαρότητα της κατάστασης, το κλείσιμο ενός συγκεκριμένου σημείου διέλευσης των συνόρων. Οι αρμοδιότητες αυτές θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10). Λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 2 παράγραφος 2 στοιχείο β) σημείο iii) του εν λόγω κανονισμού, θα πρέπει να εφαρμόζεται η διαδικασία εξέτασης.

(30)

Η προσωρινή επαναφορά ελέγχων σε ορισμένα εσωτερικά σύνορα βάσει συγκεκριμένης διαδικασίας σε επίπεδο Ένωσης θα μπορούσε επίσης να δικαιολογηθεί στην περίπτωση εξαιρετικών περιστάσεων και ως μέτρο έσχατης ανάγκης όταν η συνολική λειτουργία του χώρου χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα τίθεται σε κίνδυνο επειδή παραμένουν σοβαρές αδυναμίες που σχετίζονται με τους ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα και διαπιστώνονται στο πλαίσιο αυστηρής διαδικασίας αξιολόγησης σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1053/2013, εφόσον οι εν λόγω περιστάσεις θα αποτελούσαν σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλεια εντός του χώρου αυτού ή σε τμήματά του. Μια τέτοια ειδική διαδικασία για την προσωρινή επαναφορά ελέγχων σε ορισμένα εσωτερικά σύνορα θα μπορούσε επίσης να ενεργοποιηθεί, υπό τις ίδιες συνθήκες, ως αποτέλεσμα σοβαρής αμέλειας του αξιολογούμενου κράτους μέλους να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του. Λόγω της πολιτικά ευαίσθητης φύσης των μέτρων αυτών, τα οποία άπτονται των εθνικών εκτελεστικών εξουσιών και εξουσιών εφαρμογής των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα, οι εκτελεστικές αρμοδιότητες για την έγκριση συστάσεων στο πλαίσιο αυτής της ειδικής διαδικασίας σε επίπεδο Ένωσης θα πρέπει να ανατίθενται στο Συμβούλιο, το οποίο θα ενεργεί κατόπιν πρότασης της Επιτροπής.

(31)

Πριν εγκριθεί σύσταση για την προσωρινή επαναφορά ελέγχων σε ορισμένα εσωτερικά σύνορα, θα πρέπει να διερευνάται πλήρως και εγκαίρως η δυνατότητα προσφυγής σε μέτρα που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της υποκείμενης κατάστασης, περιλαμβανομένης της συνδρομής από φορείς, όργανα και οργανισμούς της Ένωσης, όπως ο Οργανισμός ή η Ευρωπαϊκή Αστυνομική Υπηρεσία (Ευρωπόλ), που ιδρύθηκε με την απόφαση 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου (11), καθώς και τεχνικών ή οικονομικών μέτρων στήριξης σε εθνικό επίπεδο, επίπεδο Ένωσης ή σε αμφότερα. Εάν διαπιστωθούν σοβαρές αδυναμίες, η Επιτροπή μπορεί να προβεί σε μέτρα χρηματοδοτικής στήριξης για να βοηθήσει το συγκεκριμένο κράτος μέλος. Επιπλέον, κάθε σύσταση της Επιτροπής και του Συμβουλίου θα πρέπει να στηρίζεται σε τεκμηριωμένα στοιχεία.

(32)

Η Επιτροπή θα πρέπει να δύναται να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις με άμεση εφαρμογή όταν, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις που σχετίζονται με την ανάγκη επέκτασης του συνοριακού ελέγχου στα εσωτερικά σύνορα, συντρέχουν προς τούτο εξαιρετικοί λόγοι έκτακτης ανάγκης.

(33)

Οι εκθέσεις αξιολόγησης και οι συστάσεις που αναφέρονται στα άρθρα 14 και 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1053/2013 θα πρέπει να αποτελούν τη βάση για την ενεργοποίηση των ειδικών μέτρων, σε περίπτωση σοβαρών αδυναμιών που συνδέονται με τον έλεγχο των εξωτερικών συνόρων, και της ειδικής διαδικασίας, σε περίπτωση εξαιρετικών περιστάσεων που θέτουν σε κίνδυνο τη συνολική λειτουργία του χώρου χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα, κατά τα προβλεπόμενα σε αυτό τον κανονισμό. Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή προβαίνουν από κοινού σε τακτικές, αντικειμενικές και αμερόληπτες αξιολογήσεις προκειμένου να ελέγξουν την ορθή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η δε Επιτροπή συντονίζει τις αξιολογήσεις σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη. Ο εν λόγω μηχανισμός αξιολόγησης συνίσταται στα εξής στοιχεία: πολυετή και ετήσια προγράμματα αξιολόγησης, προαναγγελλόμενες και απροειδοποίητες επιτόπιες επισκέψεις από μικρή ομάδα εκπροσώπων της Επιτροπής και εμπειρογνωμόνων που υποδεικνύουν τα κράτη μέλη, εκθέσεις για τα αποτελέσματα της αξιολόγησης τις οποίες εγκρίνει η Επιτροπή και συστάσεις για διορθωτικές ενέργειες τις οποίες εγκρίνει το Συμβούλιο ύστερα από πρόταση της Επιτροπής, ενδεδειγμένη εκ των υστέρων παρακολούθηση, ενεργό παρακολούθηση και υποβολή αναφορών.

(34)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 562/2006 και οι διαδοχικές τροποποιήσεις του, δηλαδή η θέσπιση κανόνων για τη διέλευση των συνόρων, δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη αλλά μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ). Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ίδιου άρθρου, ο εν λόγω κανονισμός και οι διαδοχικές τροποποιήσεις του δεν υπερέβησαν τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(35)

Θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τη θέσπιση πρόσθετων ρυθμίσεων για το θέμα της επιτήρησης, καθώς και ορισμένων τροποποιήσεων των παραρτημάτων του παρόντος κανονισμού. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διενεργεί η Επιτροπή τις δέουσες διαβουλεύσεις κατά τη διάρκεια των προπαρασκευαστικών εργασιών της, συμπεριλαμβανομένων των διαβουλεύσεων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Η Επιτροπή, κατά την επεξεργασία και κατάρτιση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, θα πρέπει να διασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

(36)

Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες που αναγνωρίζονται κυρίως από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τίθεται σε εφαρμογή τηρουμένων των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά τη διεθνή προστασία και τη μη επαναπροώθηση.

(37)

Κατά παρέκκλιση του άρθρου 355 ΣΛΕΕ, ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στα ευρωπαϊκά εδάφη της Γαλλίας και των Κάτω Χωρών. Δεν θίγει τις ειδικές ρυθμίσεις που ισχύουν για τη Θέουτα και τη Μελίλια, όπως ορίζονται με τη συμφωνία για την πράξη προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας στη σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 (12).

(38)

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 22 για τη θέση της Δανίας, που προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη ΣΛΕΕ, η Δανία δεν συμμετέχει στην έκδοση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του. Δεδομένου ότι ο παρών κανονισμός αναπτύσσει το κεκτημένο Σένγκεν, η Δανία, σύμφωνα με το άρθρο 4 του εν λόγω πρωτοκόλλου, πρέπει να αποφασίσει εντός έξι μηνών από την απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με τον παρόντα κανονισμό, εάν θα τον μεταφέρει στο εθνικό της δίκαιο.

(39)

Όσον αφορά την Ισλανδία και τη Νορβηγία, ο παρών κανονισμός αποτελεί ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν, κατά την έννοια της συμφωνίας που συνήφθη από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη Δημοκρατία της Ισλανδίας και το Βασίλειο της Νορβηγίας σχετικά με τη σύνδεση των εν λόγω χωρών προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την περαιτέρω ανάπτυξη του κεκτημένου Σένγκεν (13), που υπάγονται στον τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 1 σημείο Α της απόφασης 1999/437/ΕΚ του Συμβουλίου (14).

(40)

Όσον αφορά την Ελβετία, ο παρών κανονισμός αποτελεί ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν, κατά την έννοια της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την περαιτέρω ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν (15), οι οποίες εμπίπτουν στον τομέα του άρθρου 1 σημείο Α της απόφασης 1999/437/ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της απόφασης του Συμβουλίου 2008/146/ΕΚ (16).

(41)

Όσον αφορά το Λιχτενστάιν, ο παρών κανονισμός συνιστά ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν κατά την έννοια του πρωτοκόλλου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν για την προσχώρηση του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν (17) οι οποίες εμπίπτουν στον τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 1 σημείο Α της απόφασης 1999/437/ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της απόφασης 2011/350/ΕΕ του Συμβουλίου (18).

(42)

Ο παρών κανονισμός αποτελεί ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν στις οποίες το Ηνωμένο Βασίλειο δεν συμμετέχει, σύμφωνα με την απόφαση 2000/365/ΕΚ του Συμβουλίου (19). Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν συμμετέχει, κατά συνέπεια, στην έκδοση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του.

(43)

Ο παρών κανονισμός αποτελεί ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν στις οποίες η Ιρλανδία δεν συμμετέχει, σύμφωνα με την απόφαση 2002/192/ΕΚ του Συμβουλίου (20). Η Ιρλανδία δεν συμμετέχει, συνεπώς, στην έκδοση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του.

(44)

Σε ό,τι αφορά τη Βουλγαρία, την Κροατία, την Κύπρο και τη Ρουμανία, το άρθρο 1 πρώτη παράγραφος, το άρθρο 6 παράγραφος 5 στοιχείο α), ο τίτλος ΙΙΙ, καθώς και οι διατάξεις του τίτλου ΙΙ και τα παραρτήματά του που αφορούν το σύστημα SIS και το σύστημα VIS, αποτελούν διατάξεις βασιζόμενες στο κεκτημένο του Σένγκεν ή άλλως σχετιζόμενες με αυτό, κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2 της πράξης προσχώρησης του 2003, του άρθρου 4 παράγραφος 2 της πράξης προσχώρησης του 2005 και του άρθρου 4 παράγραφος 2 της πράξης προσχώρησης του 2011, αντιστοίχως,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΤΙΤΛΟΣ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο και αρχές

Ο παρών κανονισμός προβλέπει ότι δεν διενεργείται συνοριακός έλεγχος προσώπων κατά τη διέλευση των εσωτερικών συνόρων μεταξύ των κρατών μελών της Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει τους κανόνες συνοριακού ελέγχου προσώπων κατά τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών της Ένωσης.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:

1)   «εσωτερικά σύνορα»:

α)

τα κοινά χερσαία σύνορα, περιλαμβανομένων των ποτάμιων και λιμναίων συνόρων, μεταξύ των κρατών μελών·

β)

οι αερολιμένες των κρατών μελών για τις εσωτερικές πτήσεις·

γ)

οι θαλάσσιοι, ποτάμιοι και λιμναίοι λιμένες των κρατών μελών για τα τακτικά εσωτερικά δρομολόγια οχηματαγωγών·

2)   «εξωτερικά σύνορα»: τα χερσαία, ποτάμια, λιμναία και θαλάσσια σύνορα, καθώς και οι αερολιμένες και ποτάμιοι, θαλάσσιοι και λιμναίοι λιμένες των κρατών μελών, εφόσον δεν αποτελούν εσωτερικά σύνορα·

3)   «εσωτερική πτήση»: κάθε πτήση που πραγματοποιείται αποκλειστικά από ή προς τις επικράτειες των κρατών μελών χωρίς στάση στην επικράτεια τρίτης χώρας·

4)   «τακτικό εσωτερικό δρομολόγιο οχηματαγωγών»: κάθε δρομολόγιο με οχηματαγωγά μεταξύ δύο ή περισσότερων συγκεκριμένων λιμένων που ευρίσκονται στην επικράτεια των κρατών μελών, χωρίς στάση σε λιμένες που ευρίσκονται εκτός της επικράτειας των κρατών μελών, που περιλαμβάνει τη μεταφορά προσώπων και οχημάτων σύμφωνα με δημοσιευμένο ωράριο·

5)   «δικαιούχοι του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης»:

α)

οι πολίτες της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 20 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ, καθώς και οι υπήκοοι τρίτων χωρών οι οποίοι είναι μέλη της οικογενείας πολίτη της Ένωσης με δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας σύμφωνα με την οδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (21)·

β)

οι υπήκοοι τρίτων χωρών και τα μέλη της οικογενείας τους, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, εφόσον, δυνάμει συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της αφενός και αυτών των τρίτων χωρών αφετέρου, απολαύουν δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας ισοδυνάμων με τα δικαιώματα των πολιτών της Ένωσης·

6)   «υπήκοος τρίτης χώρας»: οποιοσδήποτε δεν είναι υπήκοος της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 20 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ και δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του σημείου 5 του παρόντος άρθρου·

7)   «πρόσωπο που έχει καταχωριστεί ως ανεπιθύμητο»:: κάθε υπήκοος τρίτης χώρας που έχει καταχωριστεί στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν βάσει των άρθρων 24 και 26 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1987/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (22) και για τους σκοπούς των εν λόγω άρθρων·

8)   «συνοριακό σημείο διέλευσης»: κάθε σημείο διέλευσης επιτρεπόμενο από τις αρμόδιες αρχές για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων·

9)   «κοινό συνοριακό σημείο διέλευσης»: κάθε συνοριακό σημείο διέλευσης ευρισκόμενο είτε στην επικράτεια κράτους μέλους είτε στην επικράτεια τρίτης χώρας, στο οποίο οι συνοριοφύλακες του κράτους μέλους και οι συνοριοφύλακες της τρίτης χώρας διενεργούν ελέγχους εξόδου και εισόδου διαδοχικά σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο και με βάση διμερή συμφωνία·

10)   «έλεγχος των συνόρων»: οι δραστηριότητες που αναλαμβάνονται στα σύνορα, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και για τους σκοπούς του, αποκλειστικώς συνεπεία πρόθεσης διέλευσης ή συνεπεία διέλευσης των συνόρων, ασχέτως άλλου λόγου· οι εν λόγω δραστηριότητες συνίστανται στους συνοριακούς ελέγχους και στην επιτήρηση των συνόρων·

11)   «συνοριακοί έλεγχοι»: οι έλεγχοι στα συνοριακά σημεία διέλευσης, προκειμένου να εξακριβωθεί ότι τα πρόσωπα, τα μέσα μεταφοράς τους και τα αντικείμενα που έχουν στην κατοχή τους δικαιούνται να εισέλθουν στην επικράτεια των κρατών μελών ή να την εγκαταλείψουν·

12)   «επιτήρηση των συνόρων»: η επιτήρηση των συνόρων εκτός των συνοριακών σημείων διέλευσης και η επιτήρηση των συνοριακών σημείων διέλευσης εκτός των καθορισμένων ωραρίων λειτουργίας, ώστε να μη γίνεται παράκαμψη των συνοριακών ελέγχων·

13)   «έλεγχος δεύτερης γραμμής»: ο περαιτέρω έλεγχος που μπορεί να διενεργηθεί σε ειδική τοποθεσία μακριά από την τοποθεσία στην οποία διεξάγεται ο γενικός έλεγχος (πρώτη γραμμή)·

14)   «συνοριοφύλακας»: δημόσιος υπάλληλος ο οποίος, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, υπηρετεί είτε σε συνοριακό σημείο διέλευσης είτε κατά μήκος των συνόρων ή σε άμεση εγγύτητα προς αυτά και ο οποίος εκτελεί καθήκοντα ελέγχου των συνόρων, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και το εθνικό δίκαιο·

15)   «μεταφορέας»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκτελεί κατ’ επάγγελμα τη μεταφορά προσώπων·

16)   «τίτλος διαμονής»:

α)

κάθε άδεια διαμονής εκδιδόμενη από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τον ενιαίο τύπο που καθορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1030/2002 του Συμβουλίου (23), καθώς και τα δελτία διαμονής που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2004/38/ΕΚ·

β)

κάθε άλλο έγγραφο που έχει εκδοθεί από κράτος μέλος προς υπήκοο τρίτης χώρας και το οποίο παρέχει δικαίωμα διαμονής στην επικράτειά του και έχει αποτελέσει αντικείμενο κοινοποίησης και επακόλουθης δημοσίευσης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 39, με εξαίρεση:

i)

τις προσωρινές άδειες που χορηγούνται μέχρις ότου εξετασθεί η πρώτη αίτηση άδειας διαμονής κατά το στοιχείο α) ή αίτηση ασύλου· και

ii)

τις θεωρήσεις που εκδίδονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τον ενιαίο τύπο που καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1683/95 του Συμβουλίου (24)·

17)   «κρουαζιερόπλοιο»: πλοίο με συγκεκριμένο δρομολόγιο σύμφωνα με προκαθορισμένο πρόγραμμα, το οποίο περιλαμβάνει πρόγραμμα τουριστικών δραστηριοτήτων στους διάφορους λιμένες και το οποίο, κατά κανόνα, ούτε επιβιβάζει ούτε αποβιβάζει επιβάτες κατά τη διάρκεια του ταξιδίου·

18)   «ναυσιπλοΐα αναψυχής»: η χρησιμοποίηση πλοίων για την άσκηση αθλητικής ή τουριστικής ναυσιπλοΐας·

19)   «παράκτια αλιεία»: οι αλιευτικές δραστηριότητες με πλοία τα οποία επιστρέφουν καθημερινά ή εντός 36 ωρών σε λιμένα ευρισκόμενο στην επικράτεια κράτους μέλους χωρίς να σταματούν σε λιμένα ευρισκόμενο σε τρίτη χώρα·

20)   «υπεράκτιος εργαζόμενος»: πρόσωπο που εργάζεται σε υπεράκτια εγκατάσταση που βρίσκεται στα χωρικά ύδατα ή σε περιοχή της αποκλειστικής θαλάσσιας οικονομικής εκμετάλλευσης των κρατών μελών, όπως ορίζει το διεθνές δίκαιο της θάλασσας, και ο οποίος επιστρέφει τακτικά διά θαλάσσης ή δι’ αέρος στην επικράτεια των κρατών μελών·

21)   «απειλή κατά της δημόσιας υγείας»: : οιαδήποτε νόσος δυνάμενη να προσλάβει χαρακτήρα επιδημίας όπως ορίζεται στον διεθνή υγειονομικό κανονισμό του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και άλλες λοιμώδεις νόσοι ή μεταδοτικές παρασιτικές ασθένειες εφόσον διέπονται από διατάξεις περί προστασίας οι οποίες ισχύουν για τους υπηκόους των κρατών μελών.

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στα πρόσωπα που διέρχονται τα εσωτερικά ή εξωτερικά σύνορα κράτους μέλους, υπό την επιφύλαξη:

α)

των δικαιωμάτων των προσώπων που απολαύουν του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης·

β)

των δικαιωμάτων των προσφύγων και των αιτούντων διεθνή προστασία, κυρίως όσον αφορά τη μη επαναπροώθηση.

Άρθρο 4

Θεμελιώδη δικαιώματα

Κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη συμμορφώνονται πλήρως προς τη συναφή ενωσιακή νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Χάρτης»), το σχετικό διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της σύμβασης περί της νομικής καταστάσεως των προσφύγων η οποία υπεγράφη στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 («Σύμβαση της Γενεύης»), τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με την πρόσβαση σε διεθνή προστασία, ιδίως με την αρχή της μη επαναπροώθησης, και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Σύμφωνα με τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου, οι αποφάσεις δυνάμει του παρόντος κανονισμού πρέπει να εκδίδονται σε ατομική βάση.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΕΞΩΤΕΡΙΚΑ ΣΥΝΟΡΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Διέλευση των εξωτερικών συνόρων και προϋποθέσεις εισόδου

Άρθρο 5

Διέλευση των εξωτερικών συνόρων

1.   Η διέλευση των εξωτερικών συνόρων επιτρέπεται μόνο στα συνοριακά σημεία διέλευσης και κατά τη διάρκεια καθορισμένων ωρών λειτουργίας. Οι ώρες λειτουργίας εμφαίνονται επακριβώς στα σημεία διέλευσης που δεν λειτουργούν επί εικοσιτετραώρου βάσεως.

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τον κατάλογο των συνοριακών τους σημείων διέλευσης στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 39.

2.   Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, μπορούν να επιτραπούν εξαιρέσεις από την υποχρέωση διέλευσης των εξωτερικών συνόρων μόνο στα συνοριακά σημεία διέλευσης και κατά τη διάρκεια των καθορισμένων ωρών λειτουργίας:

α)

στην περίπτωση προσώπων ή ομάδων, εφόσον συντρέχει ειδική ανάγκη για την κατά καιρούς διέλευση των εξωτερικών συνόρων εκτός των επίσημων σημείων διέλευσης των συνόρων ή εκτός των καθορισμένων ωρών λειτουργίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι κατέχουν τις άδειες που επιβάλλονται από την εθνική νομοθεσία και ότι δεν αντιτάσσονται λόγοι δημόσιας τάξης και εσωτερικής ασφάλειας των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν ειδικές ρυθμίσεις για τον σκοπό αυτό στο πλαίσιο διμερών συμφωνιών. Γενικές εξαιρέσεις που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο και τις διμερείς συμφωνίες κοινοποιούνται στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 39·

β)

στην περίπτωση των προσώπων ή ομάδων για τα οποία προκύπτει απρόβλεπτη κατάσταση έκτακτης ανάγκης·

γ)

σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες που θεσπίζονται στα άρθρα 19 και 20 σε σχέση με τα παραρτήματα VI και VII.

3.   Υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων κατά την παράγραφο 2 και των υποχρεώσεων που υπέχουν όσον αφορά τη διεθνή προστασία, τα κράτη μέλη θεσπίζουν κυρώσεις, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, σε περίπτωση παράνομης διέλευσης των εξωτερικών συνόρων εκτός των συνοριακών σημείων διέλευσης και των καθορισμένων ωρών λειτουργίας. Οι εν λόγω κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές.

Άρθρο 6

Προϋποθέσεις εισόδου για τους υπηκόους τρίτων χωρών

1.   Για σκοπούμενη παραμονή στην επικράτεια των κρατών μελών που δεν υπερβαίνει σε διάρκεια τις 90 ημέρες εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών, που περιλαμβάνει τον συνυπολογισμό της τελευταίας περιόδου 180 ημερών πριν από κάθε ημέρα παραμονής, οι προϋποθέσεις εισόδου για τους υπηκόους τρίτων χωρών είναι οι εξής:

α)

να διαθέτουν έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο ή έγγραφο που δίνει το δικαίωμα στον κάτοχο για διέλευση των συνόρων και πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

ισχύει τουλάχιστον επί τρεις μήνες μετά την προβλεπόμενη ημερομηνία αναχώρησης από την επικράτεια των κρατών μελών. Σε αιτιολογημένη επείγουσα περίσταση, η υποχρέωση αυτή δύναται να αίρεται,

ii)

εκδόθηκε εντός της προηγούμενης δεκαετίας·

β)

να διαθέτουν έγκυρη θεώρηση, εφόσον απαιτείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 539/2001 του Συμβουλίου (25), εκτός εάν διαθέτουν έγκυρο τίτλο διαμονής ή έγκυρη θεώρηση μακράς διαρκείας·

γ)

να αιτιολογούν τον σκοπό και τις συνθήκες της προβλεπόμενης παραμονής, να διαθέτουν δε επαρκή μέσα διαβίωσης, τόσο για την προβλεπόμενη περίοδο παραμονής όσο και για την επιστροφή στη χώρα προέλευσης ή τη διέλευση προς τρίτη χώρα στην οποία η είσοδός τους είναι εξασφαλισμένη, ή να μπορούν να εξασφαλίσουν νομίμως τα μέσα αυτά·

δ)

δεν είναι καταχωρισμένοι στο SIS ως ανεπιθύμητοι·

ε)

δεν θεωρούνται απειλή για τη δημόσια τάξη, την εσωτερική ασφάλεια, τη δημόσια υγεία ή τις διεθνείς σχέσεις ενός εκ των κρατών μελών, ιδίως, δε, δεν είναι καταχωρισμένοι ως ανεπιθύμητοι στις εθνικές βάσεις δεδομένων των κρατών μελών για τους ίδιους λόγους.

2.   Για τον σκοπό της εφαρμογής της παραγράφου 1, ως ημερομηνία εισόδου λογίζεται η πρώτη ημέρα παραμονής στην επικράτεια των κρατών μελών και ως ημερομηνία εξόδου λογίζεται η τελευταία ημέρα παραμονής στην επικράτεια των κρατών μελών. Περίοδοι παραμονής που επιτρέπονται βάσει άδειας διαμονής ή θεώρησης παραμονής μακράς διαρκείας δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της διάρκειας παραμονής στην επικράτεια των κρατών μελών.

3.   Στο παράρτημα Ι περιέχεται ενδεικτικός κατάλογος των δικαιολογητικών που μπορεί να ζητήσει ο συνοριοφύλακας από τον υπήκοο τρίτης χώρας για να ελέγξει την τήρηση των όρων της παραγράφου 1 στοιχείο γ).

4.   Τα μέσα διαβίωσης αξιολογούνται ανάλογα με τη διάρκεια και τον σκοπό της παραμονής και σε σχέση με τις μέσες τιμές στέγασης και διατροφής στο ή στα οικεία κράτη μέλη, οι οποίες υπολογίζονται με βάση τιμές οικονομικών ξενοδοχείων πολλαπλασιαζόμενες επί τον αριθμό των ημερών παραμονής.

Τα ποσά αναφοράς που ορίζουν τα κράτη μέλη κοινοποιούνται στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 39.

Η αξιολόγηση της ύπαρξης επαρκών μέσων διαβίωσης μπορεί να βασισθεί στα μετρητά, τις ταξιδιωτικές επιταγές και τις πιστωτικές κάρτες που έχει ο υπήκοος τρίτης χώρας. Οι δηλώσεις χορηγιών, όταν οι δηλώσεις αυτές προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο και οι εγγυητικές επιστολές από φιλοξενούντα, όπως ορίζει το εθνικό δίκαιο, εφόσον ο υπήκοος τρίτης χώρας φιλοξενείται, δύνανται επίσης να συνιστούν αποδείξεις επαρκών μέσων διαβίωσης.

5.   Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1:

α)

Στους υπηκόους τρίτης χώρας οι οποίοι δεν πληρούν όλες τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 αλλά διαθέτουν άδεια διαμονής ή θεώρηση μακράς παραμονής επιτρέπεται η είσοδος στα εδάφη των άλλων κρατών μελών για σκοπούς διέλευσης προκειμένου να μπορέσουν να φθάσουν στην επικράτεια του κράτους μέλους το οποίο χορήγησε την άδεια διαμονής ή τη θεώρηση μακράς παραμονής, εκτός εάν οι υπήκοοι αυτοί έχουν καταχωριστεί στον εθνικό πίνακα ανεπιθύμητων του κράτους μέλους τα εξωτερικά σύνορα του οποίου επιδιώκουν να διασχίσουν και η καταχώριση συνοδεύεται από οδηγίες για άρνηση εισόδου ή διέλευσης.

β)

Στους υπηκόους τρίτης χώρας οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1, εκτός από το στοιχείο β), και παρουσιάζονται στα σύνορα μπορεί να επιτραπεί η είσοδος στην επικράτεια των κρατών μελών, εάν εκδοθεί θεώρηση στα σύνορα σύμφωνα με τα άρθρα 35 και 36 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 810/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (26).

Τα κράτη μέλη καταρτίζουν στατιστικές σχετικά με τις θεωρήσεις που χορηγούνται στα σύνορα σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 810/2009 και το παράρτημα XII του ιδίου.

Εάν δεν είναι δυνατόν να τεθεί θεώρηση στο συγκεκριμένο έγγραφο, πρέπει να τεθεί κατ’ εξαίρεση σε χωριστό φύλλο το οποίο προσαρτάται στο έγγραφο. Στην περίπτωση αυτή, χρησιμοποιείται το φύλλο ενιαίου τύπου επί του οποίου τίθεται η θεώρηση, όπως ορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 333/2002 του Συμβουλίου (27).

γ)

Στους υπηκόους τρίτης χώρας οι οποίοι δεν πληρούν μία ή περισσότερες από τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 μπορεί να επιτραπεί από κράτος μέλος η είσοδος στο έδαφός του για λόγους ανθρωπιστικούς ή εθνικού συμφέροντος ή λόγω διεθνών υποχρεώσεων. Εφόσον ο εν λόγω υπήκοος τρίτης χώρας είναι καταχωρισμένος ως ανεπιθύμητος σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο δ), το κράτος μέλος που επιτρέπει την είσοδο του προσώπου αυτού στο έδαφός του ενημερώνει σχετικά τα λοιπά κράτη μέλη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

Έλεγχος των εξωτερικών συνόρων και άρνηση εισόδου

Άρθρο 7

Διενέργεια ελέγχων στα σύνορα

1.   Οι συνοριοφύλακες εκτελούν τα καθήκοντά τους σεβόμενοι πλήρως την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ιδίως σε περιπτώσεις όπου εμπλέκονται ευάλωτα πρόσωπα.

Τα μέτρα που λαμβάνουν προς εκτέλεση των καθηκόντων τους είναι ανάλογα προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς.

2.   Κατά τους συνοριακούς ελέγχους, οι συνοριοφύλακες μεριμνούν ώστε να μην παρατηρούνται διακρίσεις εις βάρος προσώπων λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.

Άρθρο 8

Συνοριακοί έλεγχοι προσώπων

1.   Η διασυνοριακή κυκλοφορία στα εξωτερικά σύνορα υπόκειται σε ελέγχους εκ μέρους των συνοριοφυλάκων, οι οποίοι διεξάγονται σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο.

Οι έλεγχοι αυτοί μπορούν επίσης να αφορούν τα μέσα μεταφοράς και τα αντικείμενα που ευρίσκονται στην κατοχή των προσώπων που διέρχονται τα σύνορα. Σε περίπτωση ερευνών εφαρμόζεται το εθνικό δίκαιο κάθε κράτους μέλους.

2.   Όλα τα πρόσωπα που διέρχονται τα εξωτερικά σύνορα υπόκεινται σε στοιχειώδη έλεγχο προκειμένου να εξακριβωθεί η ταυτότητά τους με προσκόμιση ή επίδειξη των ταξιδιωτικών τους εγγράφων. Ο στοιχειώδης έλεγχος συνίσταται σε απλή και ταχεία εξακρίβωση —κατά περίπτωση με τη χρησιμοποίηση τεχνικών μέσων και την αναζήτηση στις οικείες βάσεις δεδομένων πληροφοριών που αφορούν αποκλειστικώς έγγραφα τα οποία έχουν κλαπεί, υπεξαιρεθεί, απολεσθεί και ακυρωθεί— της ισχύος του εγγράφου που επιτρέπει στον νόμιμο δικαιούχο τη διέλευση των συνόρων και της παρουσίας ενδείξεων παραποίησης ή πλαστογράφησης.

Ο στοιχειώδης έλεγχος κατά το πρώτο εδάφιο αποτελεί τον κανόνα για τα πρόσωπα που απολαύουν του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης.

Ωστόσο, οι συνοριοφύλακες δύνανται, σε μη συστηματική βάση, κατά τον στοιχειώδη έλεγχο προσώπων που απολαύουν του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας βάσει του δικαίου της Ένωσης, να συμβουλεύονται εθνικές και ευρωπαϊκές βάσεις δεδομένων προκειμένου να βεβαιώνονται ότι τα συγκεκριμένα πρόσωπα δεν συνιστούν πραγματικό, άμεσο και επαρκώς σοβαρό κίνδυνο για την εσωτερική ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, τις διεθνείς σχέσεις των κρατών μελών ή απειλή για τη δημόσια υγεία.

Οι συνέπειες της αναδρομής στις εν λόγω βάσεις δεδομένων δεν διακυβεύουν το δικαίωμα εισόδου προσώπων που απολαύουν του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας βάσει του δικαίου της Ένωσης στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους όπως προβλέπει η οδηγία 2004/38/ΕΚ.

3.   Κατά την είσοδο και την έξοδο, οι υπήκοοι τρίτων χωρών υποβάλλονται σε διεξοδικό έλεγχο ως εξής:

α)

Οι διεξοδικοί έλεγχοι κατά την είσοδο περιλαμβάνουν την εξακρίβωση των προϋποθέσεων εισόδου που ορίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1, καθώς και, ενδεχομένως, των εγγράφων που επιτρέπουν τη διαμονή και την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας. Η εξακρίβωση αυτή περιλαμβάνει αναλυτική εξέταση των ακόλουθων στοιχείων:

i)

εξακρίβωση ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας διαθέτει έγγραφο έγκυρο για τη διέλευση των συνόρων το οποίο δεν έχει λήξει και ότι το έγγραφο αυτό συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από την αναγκαία θεώρηση ή τίτλο διαμονής,

ii)

λεπτομερή έλεγχο του ταξιδιωτικού εγγράφου για τη διαπίστωση ενδείξεων παραποίησης ή πλαστογράφησης,

iii)

εξέταση των σφραγίδων εισόδου και εξόδου του ταξιδιωτικού εγγράφου του υπηκόου τρίτης χώρας προκειμένου να εξακριβωθεί, με σύγκριση των ημερομηνιών εισόδου και εξόδου, ότι αυτός δεν έχει ήδη υπερβεί την ανώτατη διάρκεια επιτρεπόμενης παραμονής στο έδαφος των κρατών μελών,

iv)

εξακρίβωση του σημείου αναχώρησης και προορισμού του οικείου υπηκόου τρίτης χώρας και του σκοπού της παραμονής του, και, εφόσον χρειάζεται, έλεγχος των αντίστοιχων δικαιολογητικών,

v)

εξακρίβωση ότι ο οικείος υπήκοος τρίτης χώρας διαθέτει επαρκή μέσα διαβίωσης για τη διάρκεια και τον σκοπό της παραμονής του, για την επιστροφή του στην χώρα καταγωγής ή τη διέλευσή του προς τρίτη χώρα όπου είναι σίγουρος ότι θα γίνει δεκτός, ή ότι είναι σε θέση να εξασφαλίσει νομίμως τα μέσα αυτά,

vi)

εξακρίβωση ότι ο οικείος υπήκοος τρίτης χώρας, τα μέσα μεταφοράς του και τα αντικείμενα τα οποία μεταφέρει δεν μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη, εσωτερική ασφάλεια, δημόσια υγεία ή τις διεθνείς σχέσεις κάποιου εκ των κρατών μελών. Η εξακρίβωση αυτή περιλαμβάνει την άμεση εξέταση των δεδομένων και των καταχωρίσεων προσώπων και, εφόσον απαιτείται, αντικειμένων που περιέχονται στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν και σε εθνικά αρχεία δεδομένων καθώς και, ενδεχομένως, τη λήψη των αναγκαίων μέτρων συνεπεία της καταχώρισης προσώπου ως ανεπιθύμητου.

β)

Εάν ο υπήκοος τρίτης χώρας διαθέτει τη θεώρηση που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο β), ο διεξοδικός έλεγχος κατά την είσοδο περιλαμβάνει επίσης εξακρίβωση της ταυτότητας του κατόχου της θεώρησης και του γνησίου της θεώρησης, με αναζήτηση στο σύστημα πληροφοριών για τις θεωρήσεις (VIS) σύμφωνα με το άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 767/2008.

γ)

Κατά παρέκκλιση, μπορεί να πραγματοποιείται αναζήτηση στο VIS βάσει του αριθμού της αυτοκόλλητης θεώρησης σε όλες τις περιπτώσεις και, δειγματοληπτικά, βάσει του αριθμού της αυτοκόλλητης θεώρησης σε συνδυασμό με την επαλήθευση των δακτυλικών αποτυπωμάτων όταν:

i)

η κυκλοφορία αγγίζει υψηλά επίπεδα με αποτέλεσμα ο χρόνος αναμονής στο σημείο διέλευσης συνόρων να καθίσταται υπερβολικός,

ii)

έχουν εξαντληθεί όλοι οι πόροι όσον αφορά το προσωπικό, τον εξοπλισμό και την οργάνωση, και

iii)

βάσει αξιολόγησης προκύπτει ότι δεν υπάρχει κίνδυνος που συνδέεται με την εσωτερική ασφάλεια και την παράνομη μετανάστευση.

Ωστόσο, σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει αμφιβολία όσον αφορά την ταυτότητα του κατόχου της θεώρησης και/ή το γνήσιο της θεώρησης, διενεργείται συστηματικά αναζήτηση στο VIS με χρήση του αριθμού της αυτοκόλλητης θεώρησης σε συνδυασμό με την επαλήθευση των δακτυλικών αποτυπωμάτων.

Η παρέκκλιση αυτή μπορεί να εφαρμόζεται μόνον σε συγκεκριμένο σημείο διέλευσης συνόρων ενόσω ισχύουν οι όροι οι οποίοι αναφέρονται στα σημεία i), ii) και iii).

δ)

Η απόφαση αναζήτησης πληροφοριών στο VIS σύμφωνα με το στοιχείο γ) λαμβάνεται από τον επικεφαλής συνοριοφύλακα στο σημείο διέλευσης των συνόρων ή σε υψηλότερο επίπεδο.

Το σχετικό κράτος μέλος κοινοποιεί αμέσως στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή οιαδήποτε τέτοια απόφαση.

ε)

Έκαστο κράτος μέλος διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στην Επιτροπή άπαξ ετησίως έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του στοιχείου γ), η οποία περιλαμβάνει τον αριθμό των υπηκόων τρίτης χώρας για τους οποίους αναζητήθηκαν πληροφορίες στο VIS μόνο βάσει του αριθμού της αυτοκόλλητης θεώρησης και τη διάρκεια του χρόνου αναμονής που αναφέρεται στο στοιχείο γ) σημείο i).

στ)

Τα στοιχεία γ) και δ) εφαρμόζονται για μέγιστο χρονικό διάστημα τριών ετών, αρχίζοντας τρία έτη μετά την έναρξη λειτουργίας του VIS. Η Επιτροπή, πριν από το τέλος του δεύτερου έτους εφαρμογής των στοιχείων γ) και δ), διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο αξιολόγηση της εφαρμογής τους. Με βάση την αξιολόγηση αυτή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορούν να καλέσουν την Επιτροπή να προτείνει κατάλληλες τροποποιήσεις του παρόντος κανονισμού.

ζ)

Οι διεξοδικοί έλεγχοι κατά την έξοδο περιλαμβάνουν:

i)

εξακρίβωση ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας διαθέτει έγκυρο έγγραφο για τη διέλευση των συνόρων,

ii)

έλεγχο του ταξιδιωτικού εγγράφου για ενδείξεις παραποίησης ή πλαστογράφησης,

iii)

όπου είναι εφικτό, εξακρίβωση ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας δεν θεωρείται απειλή κατά της δημόσιας τάξης, της εσωτερικής ασφάλειας ή των διεθνών σχέσεων οιουδήποτε κράτους μέλους.

η)

Επιπροσθέτως των ελέγχων του στοιχείου ζ), οι διεξοδικοί έλεγχοι κατά την έξοδο μπορούν επίσης να περιλαμβάνουν:

i)

εξακρίβωση ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο διαθέτει έγκυρη θεώρηση, εφόσον απαιτείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 539/2001, εκτός εάν διαθέτει έγκυρο τίτλο διαμονής, η οποία εξακρίβωση μπορεί να περιλαμβάνει αναζήτηση στο VIS σύμφωνα με το άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 767/2008,

ii)

εξακρίβωση ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν υπερέβη την ανώτατη διάρκεια επιτρεπόμενης παραμονής στην επικράτεια των κρατών μελών,

iii)

εξέταση των καταχωρίσεων σεσημασμένων και αντικειμένων που περιέχονται στο SIS και των εκθέσεων που περιέχονται σε εθνικά αρχεία δεδομένων.

θ)

Για λόγους εξακρίβωσης της ταυτότητας προσώπου που δεν πληροί ή δεν πληροί πλέον τους όρους που διέπουν την είσοδο, παραμονή ή κατοικία στο έδαφος των κρατών μελών, μπορεί να γίνεται αναζήτηση στο VIS σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 767/2008.

4.   Εφόσον υπάρχουν οι ανάλογες δυνατότητες και εφόσον το ζητήσει ο υπήκοος τρίτης χώρας, οι εν λόγω διεξοδικοί έλεγχοι διενεργούνται σε απομονωμένο χώρο.

5.   Με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου, οι υπήκοοι τρίτης χώρας οι οποίοι υποβάλλονται σε διεξοδικό έλεγχο σε δεύτερη γραμμή ενημερώνονται εγγράφως σε γλώσσα που τους είναι κατανοητή ή ευλόγως μπορεί να θεωρηθεί ότι αντιλαμβάνονται ή με άλλον λυσιτελή τρόπο σχετικά με τον σκοπό και τη διαδικασία του ελέγχου αυτού.

Η ενημέρωση αυτή παρέχεται σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης και στη (στις) γλώσσα(-ες) της χώρας ή των χωρών που συνορεύουν με το οικείο κράτος μέλος. Ο οικείος υπήκοος ενημερώνεται μεταξύ άλλων ότι έχει δικαίωμα να ζητήσει το όνομα ή τον υπηρεσιακό αριθμό αναγνώρισης των συνοριοφυλάκων οι οποίοι διενήργησαν τον διεξοδικό έλεγχο σε δεύτερη γραμμή καθώς και την ονομασία του συνοριακού σημείου διέλευσης και την ημερομηνία διέλευσης των συνόρων.

6.   Ο έλεγχος προσώπου που απολαύει του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας βάσει του δικαίου της Ένωσης διενεργείται σύμφωνα με την οδηγία 2004/38/ΕΚ.

7.   Στο παράρτημα ΙΙ προβλέπονται λεπτομερείς κανόνες για την καταχώριση των πληροφοριών.

8.   Σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 5 παράγραφος 2 στοιχείο α) ή β), τα κράτη μέλη δύνανται επίσης να θεσπίζουν παρεκκλίσεις από τους κανόνες του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 9

Απλούστευση των συνοριακών ελέγχων

1.   Οι έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα μπορούν να απλουστευθούν λόγω εξαιρετικών και απρόβλεπτων συνθηκών. Αυτό τεκμαίρεται ότι συμβαίνει όταν λόγω απρόβλεπτων γεγονότων δημιουργείται τόσο έντονη κυκλοφορία ώστε ο χρόνος αναμονής στο συνοριακό σημείο διέλευσης να είναι υπερβολικός, έχουν δε εξαντληθεί όλοι οι πόροι όσον αφορά το προσωπικό, τον εξοπλισμό και την οργάνωση.

2.   Σε περίπτωση απλουστευμένων ελέγχων σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι έλεγχοι κατά την είσοδο έχουν κατ’ αρχήν προτεραιότητα έναντι των ελέγχων κατά την έξοδο.

Την απόφαση για την απλούστευση των ελέγχων λαμβάνει ο συνοριοφύλακας που είναι επικεφαλής στο σημείο διέλευσης των συνόρων.

Η εν λόγω απλούστευση είναι προσωρινή, προσαρμοσμένη στις συνθήκες που την δικαιολογούν και εισάγεται σταδιακά.

3.   Ακόμη και σε περίπτωση απλούστευσης των συνοριακών ελέγχων, ο συνοριοφύλακας σφραγίζει τα ταξιδιωτικά έγγραφα των υπηκόων τρίτων χωρών τόσο κατά την είσοδο όσο και κατά την έξοδο, σύμφωνα με το άρθρο 11.

4.   Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν μία φορά κατ’ έτος έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Επιτροπή.

Άρθρο 10

Χωριστές λωρίδες και σηματοδότηση

1.   Τα κράτη μέλη δημιουργούν χωριστές λωρίδες, ιδίως στα σημεία διέλευσης των εναέριων συνόρων τους, για να διευκολύνουν τη διεξαγωγή των ελέγχων προσώπων σύμφωνα με το άρθρο 8. Αυτές οι λωρίδες επισημαίνονται με τις πινακίδες οι οποίες φέρουν τις ενδείξεις που εμφαίνονται στο παράρτημα ΙΙΙ.

Τα κράτη μέλη μπορούν να δημιουργήσουν χωριστές λωρίδες στα σημεία διέλευσης των θαλάσσιων και χερσαίων συνόρων τους, καθώς και στα σύνορα μεταξύ των κρατών μελών που δεν εφαρμόζουν το άρθρο 22 στα κοινά τους σύνορα. Οι πινακίδες με τις ενδείξεις που εμφαίνονται στο παράρτημα ΙΙΙ χρησιμοποιούνται εφόσον τα κράτη μέλη έχουν δημιουργήσει χωριστές λωρίδες στα σύνορα αυτά.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι λωρίδες αυτές να φέρουν σαφή σηματοδότηση, ακόμη και όταν αναστέλλεται, σύμφωνα με την παράγραφο 4, η εφαρμογή των κανόνων σχετικά με τη χρήση των διαφόρων λωρίδων, προκειμένου να εξασφαλίζεται η καλύτερη δυνατή ροή των προσώπων που διέρχονται τα σύνορα.

2.   Οι δικαιούχοι του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης δικαιούνται να χρησιμοποιούν τις λωρίδες που επισημαίνονται με την πινακίδα του μέρους Α («ΕΕ, ΕΟΧ, CH») του παραρτήματος ΙΙΙ. Μπορούν επίσης να χρησιμοποιούν τις λωρίδες που επισημαίνονται με την πινακίδα του μέρους B1 («χωρίς υποχρέωση θεώρησης») και του μέρους B2 («όλα τα διαβατήρια») του παραρτήματος ΙΙΙ.

Οι υπήκοοι τρίτων χωρών οι οποίοι δεν υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 539/2001 και οι υπήκοοι τρίτων χωρών οι οποίοι διαθέτουν έγκυρη άδεια διαμονής ή θεώρηση μακράς παραμονής μπορούν να χρησιμοποιούν τις λωρίδες που επισημαίνονται με την πινακίδα του μέρους B1 («δεν υπάρχει υποχρέωση θεώρησης») του παραρτήματος III του παρόντος κανονισμού. Δύνανται επίσης να χρησιμοποιούν τις λωρίδες που επισημαίνονται με την πινακίδα του μέρους B2 («όλα τα διαβατήρια») του παραρτήματος III του παρόντος κανονισμού.

Όλα τα άλλα πρόσωπα πρέπει να χρησιμοποιούν τις λωρίδες που επισημαίνονται με την πινακίδα του μέρους B2 («όλα τα διαβατήρια») του παραρτήματος III.

Οι ενδείξεις των πινακίδων που αναφέρονται στην πρώτη, δεύτερη και τρίτη υποπαράγραφο μπορούν να αναγράφονται στη γλώσσα ή στις γλώσσες που κρίνονται ενδεδειγμένες από κάθε κράτος μέλος.

Η πρόβλεψη χωριστών λωρίδων επισημαινόμενων με την πινακίδα του μέρους B1 («δεν υπάρχει υποχρέωση θεώρησης») του παραρτήματος III δεν είναι υποχρεωτική. Τα κράτη μέλη αποφασίζουν εάν θα ενεργήσουν σύμφωνα με τα ανωτέρω και σε ποια συνοριακά σημεία διέλευσης αναλόγως των πρακτικών αναγκών.

3.   Στα σημεία διέλευσης των θαλάσσιων και χερσαίων συνόρων, τα κράτη μέλη μπορούν να χωρίζουν την κυκλοφορία των οχημάτων σε διαφορετικές λωρίδες, ανάλογα αν πρόκειται για ελαφρά ή βαρέα οχήματα ή λεωφορεία, μέσω των πινακίδων που επισημαίνονται στο παράρτημα ΙΙΙ μέρος Γ.

Τα κράτη μέλη μπορούν να διαφοροποιούν τις ενδείξεις των πινακίδων αυτών εφόσον το απαιτούν οι τοπικές συνθήκες.

4.   Σε περίπτωση προσωρινής διαταραχής της κυκλοφορίας σε δεδομένο συνοριακό σημείο διέλευσης, οι κανόνες σχετικά με τη χρήση των διαφόρων λωρίδων μπορούν να ανασταλούν από τις αρμόδιες αρχές για το διάστημα που είναι απαραίτητο για την αποκατάσταση της κυκλοφορίας.

Άρθρο 11

Σφράγιση ταξιδιωτικών εγγράφων

1.   Τα ταξιδιωτικά έγγραφα των υπηκόων τρίτων χωρών σφραγίζονται συστηματικά κατά την είσοδο και την έξοδο. Ειδικότερα, σφραγίδα εισόδου ή εξόδου τοποθετείται:

α)

στα έγγραφα των υπηκόων τρίτων χωρών που επιτρέπουν τη διέλευση των συνόρων τα οποία φέρουν ισχύουσα θεώρηση·

β)

στα έγγραφα που επιτρέπουν τη διέλευση των συνόρων από υπηκόους τρίτων χωρών στους οποίους έχει χορηγηθεί θεώρηση στα σύνορα από κάποιο κράτος μέλος·

γ)

στα έγγραφα που επιτρέπουν τη διέλευση των συνόρων από υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι δεν υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης.

2.   Τα ταξιδιωτικά έγγραφα των υπηκόων τρίτων χωρών, μελών της οικογένειας πολίτη της Ένωσης ο οποίος υπάγεται στην οδηγία 2004/38/ΕΚ, οι οποίοι δεν επιδεικνύουν το δελτίο διαμονής που προβλέπεται στην εν λόγω οδηγία, σφραγίζονται κατά την είσοδο και την έξοδο.

Τα ταξιδιωτικά έγγραφα των υπηκόων τρίτων χωρών, μελών της οικογένειας υπηκόων τρίτων χωρών που απολαύουν του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, οι οποίοι δεν επιδεικνύουν το δελτίο διαμονής που προβλέπεται στην οδηγία 2004/38/ΕΚ, σφραγίζονται κατά την είσοδο και την έξοδο.

3.   Δεν τοποθετείται σφραγίδα εισόδου και εξόδου:

α)

στα ταξιδιωτικά έγγραφα των αρχηγών κρατών ή των προσωπικοτήτων των οποίων η άφιξη έχει προαναγγελθεί επισήμως διά της διπλωματικής οδού·

β)

στις άδειες κυβερνήτη αεροσκάφους ή τα πιστοποιητικά μέλους πληρώματος αεροσκάφους·

γ)

στα ταξιδιωτικά έγγραφα των ναυτικών οι οποίοι παραμένουν στην επικράτεια κράτους μέλους μόνο κατά τον ελλιμενισμό του πλοίου και στη ζώνη του λιμένος·

δ)

στα ταξιδιωτικά έγγραφα των μελών του πληρώματος και των επιβατών κρουαζιερόπλοιων που δεν υπόκεινται σε συνοριακούς ελέγχους σύμφωνα με το σημείο 3.2.3 του παραρτήματος VΙ·

ε)

στα έγγραφα που επιτρέπουν τη διέλευση των συνόρων σε υπηκόους της Ανδόρας, του Μονακό και του Αγίου Μαρίνου·

στ)

στα ταξιδιωτικά έγγραφα των μελών του πληρώματος επιβατικών και εμπορικών αμαξοστοιχιών που εκτελούν διεθνή δρομολόγια·

ζ)

στα ταξιδιωτικά έγγραφα υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι επιδεικνύουν δελτίο διαμονής προβλεπόμενο στην οδηγία 2004/38/ΕΚ.

Κατόπιν αιτήματος υπηκόου τρίτης χώρας, μπορεί κατ’ εξαίρεση να μην τοποθετηθεί σφραγίδα εισόδου ή εξόδου όταν αυτή η σφράγιση μπορεί να του δημιουργήσει σοβαρές δυσκολίες. Στην περίπτωση αυτή η είσοδος ή η έξοδος βεβαιούται σε ξεχωριστό φύλλο με μνεία του ονόματος και του αριθμού διαβατηρίου του εν λόγω προσώπου. Το φύλλο αυτό παραδίδεται στον υπήκοο τρίτης χώρας. Οι αρχές των κρατών μελών δύνανται να τηρούν στατιστικά στοιχεία αυτών των κατ' εξαίρεση περιπτώσεων και να τα διαβιβάζουν στην Επιτροπή.

4.   Οι πρακτικές ρυθμίσεις της σφράγισης ορίζονται στο παράρτημα ΙV.

5.   Οι υπήκοοι τρίτων χωρών ενημερώνονται, εφόσον είναι δυνατόν, για την υποχρέωση του συνοριοφύλακα να σφραγίζει τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα κατά την είσοδο και έξοδο, ακόμη και κατά την απλούστευση των ελέγχων σύμφωνα με το άρθρο 9.

Άρθρο 12

Τεκμήριο διάρκειας παραμονής

1.   Εάν το ταξιδιωτικό έγγραφο του υπηκόου τρίτης χώρας δεν φέρει σφραγίδα εισόδου, οι αρμόδιες εθνικές αρχές μπορούν να εικάσουν ότι ο κάτοχος του εγγράφου δεν πληροί, ή έχει παύσει να πληροί, τους όρους διάρκειας παραμονής που ισχύουν στο οικείο κράτος μέλος.

2.   Το τεκμήριο της παραγράφου 1 καταρρίπτεται αν ο υπήκοος της τρίτης χώρας προσκομίσει, με οιοδήποτε μέσο, αξιόπιστη απόδειξη, όπως εισιτήρια ή αποδεικτικά στοιχεία της παρουσίας του εκτός του εδάφους των κρατών μελών, από τα οποία να συνάγεται ότι έχουν τηρηθεί οι όροι όσον αφορά τη διάρκεια βραχείας παραμονής.

Στις περιπτώσεις αυτές:

α)

όταν ο υπήκοος τρίτης χώρας βρίσκεται στο έδαφος των κρατών μελών που εφαρμόζουν πλήρως το κεκτημένο του Σένγκεν, οι αρμόδιες αρχές εγγράφουν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και πρακτική, στο ταξιδιωτικό έγγραφο του υπηκόου αυτού την ημερομηνία και το σημείο απ’ όπου διήλθε τα εξωτερικά σύνορα ενός των κρατών μελών αυτών·

β)

όταν ο υπήκοος της τρίτης χώρας βρίσκεται στο έδαφος κράτους μέλους ως προς το οποίο δεν έχει ληφθεί η απόφαση η οποία προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 της πράξης προσχώρησης του 2003, στο άρθρο 4 παράγραφος 2 της πράξης προσχώρησης του 2005 και στο άρθρο 4 παράγραφος 2 της πράξης προσχώρησης του 2011, οι αρμόδιες αρχές εγγράφουν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και πρακτική, στο ταξιδιωτικό έγγραφο του υπηκόου αυτού την ημερομηνία και το σημείο από το οποίο αυτός διήλθε τα εξωτερικά σύνορα του εν λόγω κράτους μέλους.

Πέραν των εγγραφών που προβλέπουν τα στοιχεία α) και β), ο υπήκοος της τρίτης χώρας μπορεί να λάβει έντυπο όπως το προβλεπόμενο στο παράρτημα VIII.

Τα κράτη μέλη αλληλοενημερώνονται και ενημερώνουν την Επιτροπή και τη γραμματεία του Συμβουλίου σχετικά με τις εθνικές πρακτικές όσον αφορά τις εγγραφές που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.

3.   Σε περίπτωση μη κατάρριψης του τεκμηρίου που αναφέρεται στην παράγραφο 1, επιτρέπεται επιστροφή του υπηκόου τρίτης χώρας σύμφωνα με την οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (28) και με το εθνικό δίκαιο που τηρεί τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας.

4.   Οι σχετικές διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία σε περίπτωση έλλειψης σφραγίδας εξόδου.

Άρθρο 13

Επιτήρηση των συνόρων

1.   Η επιτήρηση των εξωτερικών συνόρων έχει ως κύριο σκοπό να εμποδίσει τη μη επιτρεπόμενη διέλευση των συνόρων, να καταπολεμήσει τη διασυνοριακή εγκληματικότητα και να λάβει μέτρα κατά των ατόμων που διήλθαν τα σύνορα παρανόμως. Πρόσωπο που διήλθε παρανόμως τα σύνορα και δεν έχει δικαίωμα παραμονής στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους συλλαμβάνεται και υπόκειται στις διαδικασίες που ερείδονται στην οδηγία 2008/115/ΕΚ.

2.   Οι συνοριοφύλακες χρησιμοποιούν σταθερές ή κινητές μονάδες για την επιτήρηση των συνόρων.

Η επιτήρηση αυτή διεξάγεται κατά τρόπο ώστε να εμποδίζεται και να αποθαρρύνεται η παράκαμψη των ελέγχων στα συνοριακά σημεία διέλευσης.

3.   Η επιτήρηση μεταξύ των συνοριακών σημείων διέλευσης διεξάγεται από συνοριοφύλακες, των οποίων ο αριθμός και οι μέθοδοι προσαρμόζονται στους υφιστάμενους ή προβλεπόμενους κινδύνους και απειλές. Περιλαμβάνει συχνές και απρόοπτες αλλαγές της συχνότητας επιτήρησης ώστε να περιορίζεται στο ελάχιστο η δυνατότητα παράνομης διέλευσης των συνόρων χωρίς κίνδυνο ανακάλυψης.

4.   Η επιτήρηση πραγματοποιείται από σταθερές ή κινητές μονάδες οι οποίες περιπολούν ή σταθμεύουν στα γνωστά ή εικαζόμενα ευαίσθητα σημεία, για να συλλάβουν τα πρόσωπα που διέρχονται παράνομα τα σύνορα. Η επιτήρηση μπορεί να γίνεται και με τη βοήθεια τεχνικών μέσων, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών.

5.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις δυνάμει του άρθρου 37 σχετικά με πρόσθετα μέτρα στον τομέα της επιτήρησης.

Άρθρο 14

Άρνηση εισόδου

1.   Η είσοδος στην επικράτεια των κρατών μελών απαγορεύεται στους υπηκόους τρίτων χωρών που δεν πληρούν το σύνολο των προϋποθέσεων εισόδου, όπως καθορίζονται με το άρθρο 6 παράγραφος 1, και δεν υπάγονται στις κατηγορίες προσώπων του άρθρου 6 παράγραφος 5. Τα ανωτέρω ισχύουν με την επιφύλαξη της εφαρμογής των ειδικών διατάξεων σχετικά με το δικαίωμα ασύλου και τη διεθνή προστασία ή την έκδοση θεωρήσεων μακράς διαρκείας.

2.   Η άρνηση εισόδου επιβάλλεται μόνο με αιτιολογημένη απόφαση η οποία αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους της άρνησης. Η απόφαση λαμβάνεται από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και είναι αμέσως εφαρμοστέα.

Η αιτιολογημένη απόφαση η οποία αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους άρνησης έχει τη μορφή τυποποιημένου εντύπου, όπως προβλέπεται στο παράρτημα V μέρος Β, το οποίο συμπληρώνεται από την αρμόδια σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο αρχή. Το έντυπο αυτό, αφού συμπληρωθεί, παραδίδεται στον οικείο υπήκοο, ο οποίος βεβαιώνει την παραλαβή της απόφασης άρνησης μέσω του εντύπου.

3.   Τα πρόσωπα στα οποία απαγορεύεται η είσοδος έχουν δικαίωμα προσφυγής. Οι προσφυγές ασκούνται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Ο υπήκοος της τρίτης χώρας λαμβάνει επίσης γραπτό κατάλογο σημείων επαφής που μπορούν να τον ενημερώσουν σχετικά με την ύπαρξη αντιπροσώπων αρμόδιων να τον εκπροσωπήσουν σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

Η κατάθεση προσφυγής δεν αναστέλλει την εφαρμογή της απόφασης περί άρνησης εισόδου.

Με την επιφύλαξη ενδεχόμενης αποζημίωσης βάσει του εθνικού δικαίου, ο υπήκοος τρίτης χώρας δικαιούται να ζητήσει διόρθωση της ακυρωθείσας σφραγίδας εισόδου, και τυχόν άλλων ακυρώσεων ή προσθηκών, από το κράτος μέλος το οποίο του απαγόρευσε την είσοδο εφόσον αποδειχθεί, συνεπεία της προσφυγής, ότι η απόφαση περί άρνησης εισόδου ήταν αβάσιμη.

4.   Οι συνοριοφύλακες μεριμνούν ώστε ο υπήκοος τρίτης χώρας στον οποίο απαγορεύθηκε η είσοδος να μην εισέλθει στο έδαφος του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

5.   Τα κράτη μέλη συλλέγουν στατιστικά στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των προσώπων στα οποία έχει απαγορευθεί η είσοδος, τους λόγους απαγόρευσης, την ιθαγένεια των προσώπων αυτών και το είδος των συνόρων (χερσαία, θαλάσσια, εναέρια) στα οποία τους απαγορεύθηκε η είσοδος, και υποβάλλουν τα στοιχεία αυτά ετησίως στην Επιτροπή (Ευρωστάτ) σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 862/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (29).

6.   Οι λεπτομερείς κανόνες της διαδικασίας άρνησης αναφέρονται στο παράρτημα V μέρος Α.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

Προσωπικό και πόροι για τον έλεγχο των συνόρων και συνεργασία μεταξύ κρατών μελών

Άρθρο 15

Προσωπικό και πόροι για τον έλεγχο των συνόρων

Τα κράτη μέλη διαθέτουν κατάλληλο και επαρκές σε αριθμό προσωπικό και μέσα για την άσκηση του ελέγχου των εξωτερικών συνόρων σύμφωνα με τα άρθρα 7 έως 14, ώστε να εξασφαλίζεται αποτελεσματικό, υψηλό και ενιαίο επίπεδο ελέγχου στα εξωτερικά σύνορά τους.

Άρθρο 16

Διεξαγωγή του ελέγχου

1.   Ο προβλεπόμενος στα άρθρα 7 έως 14 του παρόντος κανονισμού έλεγχος των συνόρων διεξάγεται από τους συνοριοφύλακες σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και την εθνική νομοθεσία.

Κατά τη διεξαγωγή του ελέγχου αυτού δεν θίγονται οι εκ του εθνικού δικαίου αρμοδιότητες των συνοριοφυλάκων να κινούν ποινικές διαδικασίες οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το σώμα των συνοριοφυλάκων να αποτελείται από εξειδικευμένους και δεόντως καταρτισμένους επαγγελματίες, λαμβάνοντας υπόψη τους κοινούς βασικούς κορμούς μαθημάτων για συνοριοφύλακες τους οποίους καταρτίζει και αναπτύσσει ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για τη Διαχείριση της Επιχειρησιακής Συνεργασίας στα Εξωτερικά Σύνορα των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Οργανισμός»), ο οποίος συνεστήθη με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2007/2004. Οι κορμοί μαθημάτων κατάρτισης περιλαμβάνουν εξειδικευμένη κατάρτιση με αντικείμενο την ανίχνευση και αντιμετώπιση περιπτώσεων που σχετίζονται με ευάλωτα άτομα, όπως ασυνόδευτους ανήλικους και θύματα εμπορίας ανθρώπων. Τα κράτη μέλη, με την υποστήριξη του Οργανισμού, ενθαρρύνουν τους συνοριοφύλακες να μάθουν γλώσσες αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

2.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 39, τον κατάλογο των εθνικών υπηρεσιών που είναι αρμόδιες για τον έλεγχο των συνόρων σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο.

3.   Για να εξασφαλισθεί ο αποτελεσματικός έλεγχος των συνόρων, κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε να υπάρχει στενή και μόνιμη συνεργασία μεταξύ των οικείων αρμόδιων εθνικών υπηρεσιών του.

Άρθρο 17

Συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών

1.   Τα κράτη μέλη αλληλοβοηθούνται και διατηρούν στενή και μόνιμη συνεργασία μεταξύ τους με σκοπό την αποτελεσματική εφαρμογή του ελέγχου των συνόρων, σύμφωνα με τα άρθρα 7 έως 16. Ανταλλάσσουν μεταξύ τους όλες τις αναγκαίες για τον σκοπό αυτό πληροφορίες.

2.   Η επιχειρησιακή συνεργασία μεταξύ κρατών μελών στον τομέα της διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων συντονίζεται από τον Οργανισμό.

3.   Με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του οργανισμού, τα κράτη μέλη μπορούν να συνεχίσουν την επιχειρησιακή συνεργασία με άλλα κράτη μέλη και/ή τρίτες χώρες στα εξωτερικά σύνορα, περιλαμβανομένης της ανταλλαγής αξιωματικών-συνδέσμων, εφόσον η συνεργασία αυτή συμπληρώνει τη δράση του οργανισμού.

Τα κράτη μέλη αποφεύγουν κάθε δραστηριότητα που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη λειτουργία του οργανισμού ή την επίτευξη των στόχων του.

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν τον οργανισμό σχετικά με την επιχειρησιακή συνεργασία του πρώτου εδαφίου.

4.   Τα κράτη μέλη παρέχουν εκπαίδευση όσον αφορά τους κανόνες του ελέγχου των συνόρων και όσον αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα. Εν προκειμένω, λαμβάνονται υπόψη τα κοινά εκπαιδευτικά πρότυπα τα οποία έχουν καθορισθεί και αναπτυχθεί από τον οργανισμό.

Άρθρο 18

Κοινός έλεγχος

1.   Τα κράτη μέλη τα οποία δεν εφαρμόζουν το άρθρο 22 στα κοινά χερσαία σύνορά τους μπορούν, έως την ημερομηνία εφαρμογής του εν λόγω άρθρου, να πραγματοποιούν από κοινού έλεγχο αυτών των κοινών συνόρων —στην περίπτωση αυτή διενεργείται μόνο μία φορά έλεγχος κατά την είσοδο και έξοδο προσώπου— υπό την επιφύλαξη της ατομικής ευθύνης των κρατών μελών που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 7 έως 14.

Προς τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη μπορούν να συνάπτουν μεταξύ τους διμερείς διακανονισμούς.

2.   Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τους διακανονισμούς που συνάπτονται σύμφωνα με την παράγραφο 1.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Ειδικοί κανόνες για τους συνοριακούς ελέγχους

Άρθρο 19

Ειδικοί κανόνες για τα διάφορα είδη συνόρων και τα διάφορα μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιούνται για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων

Οι ειδικοί κανόνες ελέγχου του παραρτήματος VI εφαρμόζονται για τα διάφορα είδη συνόρων και τα διάφορα μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιούνται για τη διέλευση των σημείων διέλευσης των συνόρων.

Οι εν λόγω ειδικοί κανόνες μπορούν να περιέχουν παρεκκλίσεις από τα άρθρα 5 και 6 και τα άρθρα 8 έως 14.

Άρθρο 20

Ειδικοί κανόνες ελέγχου για συγκεκριμένες κατηγορίες προσώπων

1.   Οι ειδικοί κανόνες του παραρτήματος VΙΙ εφαρμόζονται στους ελέγχους που αφορούν τις ακόλουθες κατηγορίες προσώπων:

α)

αρχηγούς κρατών και τα μέλη της αντιπροσωπείας τους·

β)

κυβερνήτες και άλλα μέλη του πληρώματος των αεροσκαφών·

γ)

ναυτικούς·

δ)

κατόχους διπλωματικών ή υπηρεσιακών διαβατηρίων και μέλη διεθνών οργανισμών·

ε)

διασυνοριακούς εργαζομένους·

στ)

ανηλίκους·

ζ)

υπηρεσίες διάσωσης, αστυνομικές, πυροσβεστικές δυνάμεις και συνοριοφύλακες·

η)

υπεράκτιους εργαζομένους.

Οι εν λόγω ειδικοί κανόνες μπορούν να περιέχουν παρεκκλίσεις από τα άρθρα 5 και 6 και τα άρθρα 8 έως 14.

2.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τα υποδείγματα διπλωματικών ή υπηρεσιακών διαβατηρίων που εκδίδονται από τα οικεία Υπουργεία Εξωτερικών στα διαπιστευμένα μέλη των διπλωματικών αποστολών και των προξενικών αντιπροσωπειών, καθώς και στην οικογένειά τους σύμφωνα με το άρθρο 39.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

Ειδικά μέτρα σε περίπτωση σοβαρών αδυναμιών που συνδέονται με τον έλεγχο των εξωτερικών συνόρων

Άρθρο 21

Μέτρα στα εξωτερικά σύνορα και συνδρομή του Οργανισμού

1.   Όταν διαπιστώνονται σοβαρές αδυναμίες στην πραγματοποίηση ελέγχων στα εξωτερικά σύνορα σε έκθεση αξιολόγησης που συντάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1053/2013, και προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις συστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 15 του εν λόγω κανονισμού, η Επιτροπή μπορεί να συνιστά, μέσω εκτελεστικής πράξης, στο αξιολογούμενο κράτος μέλος να λάβει ορισμένα ειδικά μέτρα, τα οποία μπορούν να περιλαμβάνουν ένα ή αμφότερα από τα ακόλουθα:

α)

έναρξη της ανάπτυξης των ευρωπαϊκών ομάδων συνοριοφυλάκων σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2007/2004·

β)

υποβολή των στρατηγικών του σχεδίων βάσει αξιολόγησης κινδύνου, περιλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με την παροχή προσωπικού και εξοπλισμού για σχετική γνωμοδότηση από τον Οργανισμό.

Η εν λόγω εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 38 παράγραφος 2.

2.   Η Επιτροπή ενημερώνει σε τακτά διαστήματα την επιτροπή που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 1 σχετικά με την πρόοδο της υλοποίησης των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και σχετικά με τον αντίκτυπό τους στις διαπιστωθείσες αδυναμίες.

Ενημερώνει επίσης το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

3.   Όταν, από έκθεση αξιολόγησης σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1, εξάγεται το συμπέρασμα ότι το αξιολογούμενο κράτος μέλος αμελεί σοβαρά τις υποχρεώσεις του και πρέπει συνεπώς να υποβάλει έκθεση σχετικά με την υλοποίηση του σχετικού σχεδίου δράσης εντός τριών μηνών, σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1053/2013, και αν, μετά το πέρας της περιόδου των τριών μηνών, η Επιτροπή διαπιστώσει ότι εξακολουθεί να ισχύει η ίδια κατάσταση, μπορεί να ενεργοποιήσει την εφαρμογή της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 29 του παρόντος κανονισμού όταν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΣΥΝΟΡΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Μη διενέργεια ελέγχου στα εσωτερικά σύνορα

Άρθρο 22

Διέλευση των εσωτερικών συνόρων

Επιτρέπεται η διέλευση των εσωτερικών συνόρων σε οποιοδήποτε σημείο χωρίς συνοριακούς ελέγχους, ανεξαρτήτως ιθαγενείας των προσώπων.

Άρθρο 23

Έλεγχοι στο εσωτερικό της επικράτειας

Η μη διενέργεια ελέγχου στα εσωτερικά σύνορα δεν θίγει:

α)

την άσκηση αστυνομικών αρμοδιοτήτων εκ μέρους των αρμόδιων αρχών δυνάμει της νομοθεσίας κάθε κράτους μέλους, εφόσον η άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών δεν έχει ισοδύναμο αποτέλεσμα με τους συνοριακούς ελέγχους· αυτό ισχύει και στις παραμεθόριες περιοχές. Κατά την έννοια της πρώτης πρότασης, η άσκηση αστυνομικών αρμοδιοτήτων δεν μπορεί, ειδικότερα, να θεωρηθεί ισοδύναμη με τους συνοριακούς ελέγχους όταν τα αστυνομικά μέτρα:

i)

δεν έχουν ως στόχο τον έλεγχο των συνόρων,

ii)

βασίζονται σε γενικές αστυνομικές πληροφορίες και πείρα όσον αφορά ενδεχόμενες απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και αποσκοπούν συγκεκριμένα στην καταπολέμηση του διασυνοριακού εγκλήματος,

iii)

σχεδιάζονται και εκτελούνται κατά τρόπο σαφώς διαφορετικό από τους συστηματικούς ελέγχους προσώπων στα εξωτερικά σύνορα,

iv)

διενεργούνται βάσει δειγματοληπτικών ελέγχων·

β)

τη διενέργεια ελέγχων ασφαλείας στους λιμένες ή αερολιμένες από τις αρμόδιες αρχές δυνάμει της νομοθεσίας κάθε κράτους μέλους, από τους υπεύθυνους των λιμένων ή αερολιμένων ή από τους μεταφορείς, στον βαθμό που αυτοί οι έλεγχοι αφορούν και τα πρόσωπα που ταξιδεύουν στο εσωτερικό κράτους μέλους·

γ)

τη δυνατότητα κράτους μέλους να προβλέπει στην εθνική νομοθεσία του την υποχρέωση κατοχής και επίδειξης τίτλων και εγγράφων·

δ)

τη δυνατότητα ένα κράτος μέλος να προβλέπει διά νόμου την υποχρέωση των υπηκόων τρίτων χωρών να δηλώνουν την παρουσία τους στην επικράτειά του σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα («συμφωνία Σένγκεν»).

Άρθρο 24

Άρση των εμποδίων κυκλοφορίας στα οδικά σημεία διέλευσης των εσωτερικών συνόρων

Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την άρση κάθε εμποδίου στην ομαλή ροή της κυκλοφορίας σε οδικά σημεία διέλευσης των εσωτερικών συνόρων, και ιδίως περιορισμών της ταχύτητας που δεν οφείλονται αποκλειστικά σε λόγους οδικής ασφάλειας.

Παράλληλα, τα κράτη μέλη πρέπει να είναι προετοιμασμένα να παράσχουν τα απαραίτητα τεχνικά μέσα για τη διεξαγωγή ελέγχων, σε περίπτωση επαναφοράς του ελέγχου των εσωτερικών συνόρων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

Προσωρινή επαναφορά του ελέγχου στα εσωτερικά σύνορα

Άρθρο 25

Γενικό πλαίσιο για την προσωρινή επαναφορά των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα

1.   Όταν στον χώρο χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα υπάρχει σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλεια σε ένα κράτος μέλος, το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί κατ’ εξαίρεση να επαναφέρει τους ελέγχους στα σύνορα σε όλα τα εσωτερικά του σύνορα ή σε συγκεκριμένα μέρη τους για περιορισμένη περίοδο που δεν υπερβαίνει τις 30 ημέρες ή για την προβλεπόμενη διάρκεια της σοβαρής απειλής εάν αυτή υπερβαίνει τις 30 ημέρες. Η εμβέλεια και η διάρκεια της προσωρινής επαναφοράς του ελέγχου στα εσωτερικά σύνορα περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα για την αντιμετώπιση της σοβαρής απειλής.

2.   Οι έλεγχοι στα εσωτερικά σύνορα επαναφέρονται μόνο ως έσχατη ανάγκη και σύμφωνα με τα άρθρα 27, 28 και 29. Τα κριτήρια που αναφέρονται στα άρθρα 26 και 30 αντίστοιχα λαμβάνονται υπόψη σε κάθε περίπτωση που εξετάζεται το ενδεχόμενο να ληφθεί απόφαση για την επαναφορά των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα σύμφωνα με τα άρθρα 27, 28 ή 29 αντίστοιχα.

3.   Εάν η σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλεια στο συγκεκριμένο κράτος μέλος συνεχίζεται πέραν της περιόδου που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να παρατείνει τους ελέγχους στα εσωτερικά του σύνορα, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που απαριθμούνται στο άρθρο 26 και σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 27, για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν νέα στοιχεία, για ανανεώσιμες περιόδους μέγιστης διάρκειας 30 ημερών.

4.   Η συνολική περίοδος κατά την οποία επαναφέρονται οι έλεγχοι στα εσωτερικά σύνορα περιλαμβανομένων και των παρατάσεων της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες. Όταν συντρέχουν οι εξαιρετικές περιστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 29, αυτή η συνολική περίοδος μπορεί να παραταθεί κατ’ ανώτατο όριο στα δύο έτη, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου.

Άρθρο 26

Κριτήρια για την προσωρινή επαναφορά των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα

Όταν ένα κράτος μέλος αποφασίζει ως έσχατη ανάγκη να επαναφέρει προσωρινά τους ελέγχους σε ένα ή περισσότερα εσωτερικά σύνορά του ή σε τμήματα αυτών ή αποφασίζει να παρατείνει την εν λόγω επαναφορά σύμφωνα με το άρθρο 25 ή το άρθρο 28 παράγραφος 1, εξετάζει τον βαθμό στον οποίο ένα τέτοιο μέτρο ενδέχεται να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την απειλή για τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλεια και αξιολογεί την αναλογικότητα του μέτρου σε σχέση με την απειλή αυτή. Κατά την αξιολόγηση αυτή τα κράτη μέλη λαμβάνουν ιδίως υπόψη τα ακόλουθα:

α)

τις πιθανές επιπτώσεις των απειλών για τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλειά του, ειδικότερα έπειτα από τρομοκρατικά συμβάντα ή απειλές, και συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συνδέονται με το οργανωμένο έγκλημα·

β)

τις πιθανές επιπτώσεις ενός τέτοιου μέτρου στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων εντός του χώρου χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα.

Άρθρο 27

Διαδικασία για την προσωρινή επαναφορά των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα βάσει του άρθρου 25

1.   Όταν ένα κράτος μέλος σχεδιάζει να επαναφέρει τους ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα βάσει του άρθρου 25, προβαίνει σε κοινοποίηση στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή το αργότερο εντός τεσσάρων εβδομάδων πριν από τη σχεδιαζόμενη επαναφορά ή εντός συντομότερης προθεσμίας όταν οι περιστάσεις που επιτάσσουν την επαναφορά των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα δεν γίνονται γνωστές νωρίτερα από τέσσερις εβδομάδες πριν από τη σχεδιαζόμενη επαναφορά. Προς τον σκοπό αυτό, το εν λόγω κράτος μέλος παρέχει τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

τους λόγους της προτεινόμενης επαναφοράς, περιλαμβανομένων όλων των σχετικών στοιχείων με λεπτομερή περιγραφή των γεγονότων που αποτελούν σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλειά του·

β)

την εμβέλεια της προτεινόμενης επαναφοράς, διευκρινίζοντας το τμήμα ή τα τμήματα των εσωτερικών συνόρων στα οποία προτείνεται η επαναφορά των ελέγχων·

γ)

τις ονομασίες των επιτρεπόμενων σημείων διέλευσης·

δ)

την ημερομηνία και τη διάρκεια της σχεδιαζόμενης επαναφοράς·

ε)

όπου απαιτείται, τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν από τα άλλα κράτη μέλη.

Η κοινοποίηση, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, μπορεί να υποβληθεί από κοινού από δύο ή περισσότερα κράτη μέλη.

Εάν απαιτείται, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες από το οικείο/οικεία κράτος μέλος / κράτη μέλη.

2.   Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 διαβιβάζονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο την ίδια στιγμή που κοινοποιούνται στα λοιπά κράτη μέλη και στην Επιτροπή, σύμφωνα με την εν λόγω παράγραφο.

3.   Τα κράτη μέλη που προβαίνουν σε κοινοποίηση κατά την παράγραφο 1 μπορούν, όταν κρίνεται απαραίτητο και σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, να αποφασίσουν τη διαβάθμιση μέρους των πληροφοριών.

Η διαβάθμιση αυτή δεν αποκλείει τη διάθεση των πληροφοριών από την Επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η διαβίβαση και η διαβάθμιση των πληροφοριών και των εγγράφων που διαβιβάζονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δυνάμει του παρόντος άρθρου συνάδουν με τους ισχύοντες κανόνες περί προώθησης και διαχείρισης διαβαθμισμένων πληροφοριών μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής.

4.   Μετά την κοινοποίηση εκ μέρους του κράτους μέλους δυνάμει της παραγράφου 1 και ενόψει της διαβούλευσης που προβλέπεται στην παράγραφο 5, η Επιτροπή ή οποιοδήποτε από τα υπόλοιπα κράτη μέλη μπορεί, με την επιφύλαξη του άρθρου 72 ΣΛΕΕ, να διατυπώσει γνώμη.

Εάν, βάσει των πληροφοριών που περιέχονται στην κοινοποίηση ή άλλων πρόσθετων πληροφοριών που έχει λάβει, η Επιτροπή διατηρεί αμφιβολίες όσον αφορά την αναγκαιότητα ή την αναλογικότητα της σχεδιαζόμενης επαναφοράς των συνοριακών ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα ή εάν εκτιμά ότι θα ήταν σκόπιμο να διεξαχθούν διαβουλεύσεις για κάποια πτυχή της κοινοποίησης, εκδίδει γνώμη προς τον σκοπό αυτό.

5.   Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, καθώς και η γνώμη που μπορεί να διατυπώσει η Επιτροπή ή οποιοδήποτε κράτος μέλος σύμφωνα με την παράγραφο 4, αποτελούν αντικείμενο διαβουλεύσεων, συμπεριλαμβανομένων, όπου απαιτείται, κοινών συνεδριάσεων μεταξύ του κράτους μέλους που σχεδιάζει την επαναφορά των ελέγχων των εσωτερικών συνόρων, των υπόλοιπων κρατών μελών, ιδίως εκείνων που επηρεάζονται άμεσα από τη λήψη τέτοιων μέτρων, και της Επιτροπής, με σκοπό να οργανωθεί, όπου ενδείκνυται, η αμοιβαία συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και να εξετασθεί η αναλογικότητα των μέτρων με τα γεγονότα που οδήγησαν στην επαναφορά των ελέγχων στα σύνορα και με την απειλή για τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλεια.

6.   Η διαβούλευση της παραγράφου 5 πραγματοποιείται τουλάχιστον 10 ημέρες πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία επαναφοράς των συνοριακών ελέγχων.

Άρθρο 28

Ειδική διαδικασία για περιπτώσεις που χρήζουν άμεσης δράσης

1.   Όταν σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλεια ενός κράτους μέλους επιβάλλει την ανάληψη άμεσης δράσης, το οικείο κράτος μέλος μπορεί κατ’ εξαίρεση να επαναφέρει αμέσως τον έλεγχο στα εσωτερικά σύνορα, για περιορισμένη περίοδο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 10 ημέρες.

2.   Μόλις το κράτος μέλος επαναφέρει τον έλεγχο στα εσωτερικά του σύνορα, ενημερώνει συγχρόνως σχετικά τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή και παρέχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 27 παράγραφος 1 αναφέροντας τους λόγους που δικαιολογούν την προσφυγή στη διαδικασία που καθορίζεται στο παρόν άρθρο. Η Επιτροπή μπορεί να διαβουλευτεί με τα άλλα κράτη μέλη αμέσως μετά την παραλαβή της κοινοποίησης.

3.   Εάν η σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλεια διαρκεί πέραν της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, το κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει να παρατείνει τον έλεγχο στα εσωτερικά σύνορα για ανανεώσιμες περιόδους μέγιστης διάρκειας 20 ημερών. Στην περίπτωση αυτή, το εν λόγω κράτος μέλος λαμβάνει υπόψη τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 26, περιλαμβανομένης της επικαιροποιημένης αξιολόγησης της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας του μέτρου, καθώς και τυχόν νέα στοιχεία.

Σε περίπτωση που λαμβάνεται τέτοια απόφαση παράτασης, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του άρθρου 27 παράγραφοι 4 και 5, και η διαβούλευση πραγματοποιείται χωρίς καθυστέρηση μετά την κοινοποίηση της απόφασης παράτασης στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη.

4.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 25 παράγραφος 4, η συνολική περίοδος κατά την οποία επαναφέρονται οι έλεγχοι στα εσωτερικά σύνορα, βάσει της αρχικής περιόδου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και τυχόν παρατάσεων δυνάμει της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες.

5.   Η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο χωρίς καθυστέρηση για κάθε κοινοποίηση που υποβάλλεται βάσει του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 29

Ειδική διαδικασία όταν εξαιρετικές περιστάσεις θέτουν σε κίνδυνο τη συνολική λειτουργία του χώρου χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα

1.   Σε εξαιρετικές περιστάσεις όπου η συνολική λειτουργία του χώρου χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα τίθεται σε κίνδυνο επειδή παραμένουν σοβαρές αδυναμίες που σχετίζονται με τους ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα όπως αναφέρεται στο άρθρο 21, και στον βαθμό που οι περιστάσεις αυτές συνιστούν σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλεια εντός του χώρου χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα ή σε τμήματα αυτού, μπορούν να επαναφερθούν οι έλεγχοι στα εσωτερικά σύνορα σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες. Η περίοδος αυτή μπορεί να παραταθεί το πολύ τρεις φορές για επιπλέον διάστημα μέγιστης διάρκειας έξι μηνών εάν εξακολουθούν να υφίστανται οι εξαιρετικές περιστάσεις.

2.   Το Συμβούλιο μπορεί, ως έσχατη ανάγκη και ως μέτρο προστασίας των κοινών συμφερόντων εντός του χώρου χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα, όταν όλα τα άλλα μέτρα, ιδίως αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 1, έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή για να μετριάσουν τη διαπιστωθείσα σοβαρή απειλή, να συστήσει σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη να επαναφέρουν τους συνοριακούς ελέγχους στο σύνολο ή σε συγκεκριμένα τμήματα των εσωτερικών συνόρων του(ς). Η σύσταση του Συμβουλίου βασίζεται σε πρόταση της Επιτροπής. Τα κράτη μέλη δύνανται να ζητούν από την Επιτροπή να υποβάλει τέτοια πρόταση στο Συμβούλιο για τη διατύπωση σύστασης.

Στη σύστασή του το Συμβούλιο αναφέρει τουλάχιστον τις πληροφορίες που απαριθμούνται στο άρθρο 27 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε).

Το Συμβούλιο μπορεί να συστήσει παράταση σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και διαδικασίες που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.

Προτού ένα κράτος μέλος επαναφέρει τους συνοριακούς ελέγχους στο σύνολο ή σε συγκεκριμένα τμήματα των εσωτερικών συνόρων του βάσει της παρούσας παραγράφου, ενημερώνει σχετικά τα υπόλοιπα κράτη μέλη, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Επιτροπή.

3.   Σε περίπτωση που η σύσταση της παραγράφου 2 δεν εφαρμόζεται από ένα κράτος μέλος, το εν λόγω κράτος μέλος ενημερώνει το συντομότερο δυνατό την Επιτροπή εγγράφως για τους λόγους του.

Σε μια τέτοια περίπτωση, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αξιολογώντας τους λόγους που προβάλλει το εν λόγω κράτος μέλος, καθώς και τις συνέπειες για την προστασία των κοινών συμφερόντων του χώρου χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα.

4.   Όταν συντρέχουν δεόντως αιτιολογημένοι λόγοι έκτακτης ανάγκης που συνδέονται με καταστάσεις των οποίων οι περιστάσεις που επιτάσσουν την παράταση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα, σύμφωνα με την παράγραφο 2, γίνονται γνωστές εντός διαστήματος μικρότερου των 10 ημερών πριν από τη λήξη της προηγούμενης περιόδου επαναφοράς, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει οποιαδήποτε από τις απαραίτητες συστάσεις μέσω εκτελεστικών πράξεων με άμεση εφαρμογή σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 38 παράγραφος 3. Εντός 14 ημερών από την έκδοση τέτοιων συστάσεων η Επιτροπή υποβάλλει στο Συμβούλιο πρόταση σύστασης σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

5.   Το παρόν άρθρο δεν θίγει τα μέτρα που δύνανται να λάβουν τα κράτη μέλη σε περίπτωση σοβαρής απειλής για τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλεια σύμφωνα με τα άρθρα 25, 27 και 28.

Άρθρο 30

Κριτήρια για την προσωρινή επαναφορά των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα σε περίπτωση εξαιρετικών περιστάσεων που θέτουν σε κίνδυνο τη συνολική λειτουργία του χώρου χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα

1.   Όταν, ως έσχατη ανάγκη, το Συμβούλιο συστήνει σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2 την προσωρινή επαναφορά των ελέγχων σε ένα ή περισσότερα εσωτερικά σύνορα ή σε τμήματα αυτών, αξιολογεί τον βαθμό στον οποίο το μέτρο αυτό ενδέχεται να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την απειλή για τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλεια εντός του χώρου χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα, ενώ επίσης αξιολογεί και την αναλογικότητα του μέτρου σε σχέση με την απειλή. Η αξιολόγηση αυτή στηρίζεται σε λεπτομερείς πληροφορίες που υποβάλλονται από το οικείο κράτος μέλος ή κράτη μέλη και την Επιτροπή, καθώς και σε κάθε άλλη σχετική πληροφορία, περιλαμβανομένων τυχόν πληροφοριών που λαμβάνονται βάσει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Κατά την εν λόγω αξιολόγηση, οι ακόλουθοι παράμετροι λαμβάνονται ιδιαιτέρως υπόψη:

α)

η διαθεσιμότητα τεχνικών ή οικονομικών μέτρων στήριξης στα οποία έγινε ή θα μπορούσε να είχε γίνει προσφυγή σε εθνικό επίπεδο, σε επίπεδο Ένωσης ή σε αμφότερα, περιλαμβανομένης της συνδρομής από φορείς, όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, όπως ο Οργανισμός, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης Ασύλου (EASO), που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 439/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (30), ή η Ευρωπαϊκή Αστυνομική Υπηρεσία (Ευρωπόλ) που συστάθηκε με την απόφαση 2009/371/ΔΕΥ και ο βαθμός στον οποίο αυτά τα μέτρα ενδέχεται να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις απειλές για τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλεια εντός του χώρου χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα·

β)

οι τρέχουσες και πιθανές μελλοντικές επιπτώσεις κάθε σοβαρής αδυναμίας που συνδέεται με τον έλεγχο των εξωτερικών συνόρων και διαπιστώνεται στο πλαίσιο των εκθέσεων αξιολόγησης που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1053/2013 καθώς και ο βαθμός στον οποίο τέτοιες σοβαρές αδυναμίες αποτελούν σοβαρές απειλές για τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλεια εντός του χώρου χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα·

γ)

οι πιθανές επιπτώσεις της επαναφοράς των ελέγχων στα σύνορα στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων εντός του χώρου χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα.

2.   Προτού εκδώσει πρόταση σύστασης του Συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2, η Επιτροπή μπορεί:

α)

να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες από τα κράτη μέλη, τον Οργανισμό, την Ευρωπόλ ή άλλους φορείς, όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης·

β)

να πραγματοποιεί επιτόπιες επισκέψεις, με την υποστήριξη εμπειρογνωμόνων από κράτη μέλη και τον Οργανισμό, την Ευρωπόλ ή κάθε άλλο αρμόδιο φορέα, όργανο ή οργανισμό της Ένωσης, προκειμένου να λάβει ή να επαληθεύσει πληροφορίες σχετικά με την εν λόγω σύσταση.

Άρθρο 31

Ενημέρωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

Η Επιτροπή και το οικείο κράτος μέλος ή κράτη μέλη ενημερώνουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο το συντομότερο δυνατόν σχετικά με οποιουσδήποτε λόγους θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην εφαρμογή του άρθρου 21 και των άρθρων 25 έως 30.

Άρθρο 32

Διατάξεις που εφαρμόζονται κατά την επαναφορά του ελέγχου στα εσωτερικά σύνορα

Κατά την επαναφορά του ελέγχου στα εσωτερικά σύνορα εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι σχετικές διατάξεις του τίτλου ΙΙ.

Άρθρο 33

Έκθεση για την επαναφορά του ελέγχου στα εσωτερικά σύνορα

Εντός τεσσάρων εβδομάδων μετά την άρση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα, το κράτος μέλος που διεξήγαγε τους ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με την επαναφορά των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα, περιγράφοντας, ειδικότερα, την αρχική αξιολόγηση και την τήρηση των κριτηρίων που αναφέρονται στα άρθρα 26, 28 και 30, τη λειτουργία των ελέγχων, την πρακτική συνεργασία με τα γειτονικά κράτη μέλη, τον αντίκτυπο στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, την αποτελεσματικότητα της επαναφοράς των συνοριακών ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα και περιλαμβάνοντας μια εκ των υστέρων αξιολόγηση της αναλογικότητας της επαναφοράς των ελέγχων.

Η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει γνωμοδότηση για αυτή την εκ των υστέρων αξιολόγηση της προσωρινής επαναφοράς των συνοριακών ελέγχων σε ένα ή περισσότερα εσωτερικά σύνορα ή σε τμήματα αυτών.

Η Επιτροπή υποβάλλει τουλάχιστον ετησίως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με τη λειτουργία του χώρου χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα. Στην έκθεση περιλαμβάνεται κατάλογος όλων των αποφάσεων που ελήφθησαν με σκοπό την επαναφορά του συνοριακού ελέγχου στα εσωτερικά σύνορα κατά το αντίστοιχο έτος.

Άρθρο 34

Ενημέρωση του κοινού

Η Επιτροπή και το οικείο κράτος μέλος ενημερώνουν το κοινό κατά τρόπο συντονισμένο για την απόφαση επαναφοράς των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα και προσδιορίζουν ειδικότερα την ημερομηνία έναρξης και λήξης του μέτρου αυτού, εκτός αν επιτακτικοί λόγοι ασφαλείας δεν το επιτρέπουν.

Άρθρο 35

Εμπιστευτικότητα

Κατόπιν αιτήσεως του οικείου κράτους μέλους, τα άλλα κράτη μέλη καθώς και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Επιτροπή τηρούν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών που παρέχονται στο πλαίσιο της επαναφοράς και της παράτασης του ελέγχου των συνόρων, καθώς και της έκθεσης που συντάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 33.

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 36

Τροποποίηση των παραρτημάτων

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις δυνάμει του άρθρου 37 σχετικά με τροποποιήσεις των παραρτημάτων III, IV και VIII.

Άρθρο 37

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Η εξουσία για την έκδοση πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.

2.   Η εξουσία θέσπισης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 5 και στο άρθρο 36, ανατίθεται στην Επιτροπή για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα.

3.   Η ανάθεση εξουσίας κατά το άρθρο 13 παράγραφος 5 και το άρθρο 36 μπορεί να ανακαλείται ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση περί ανάκλησης τερματίζει την εξουσιοδότηση στην οποία αναφέρεται η ίδια αυτή απόφαση. Η ανάκληση τίθεται σε ισχύ την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που καθορίζεται στην απόφαση. Δεν επηρεάζει την ισχύ των τυχόν κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ήδη ισχύουν.

4.   Μετά την έκδοση κάθε κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

5.   Κάθε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη η οποία εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 13 παράγραφος 5 και του άρθρου 36 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχουν αντιταχθεί σε αυτή ούτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ούτε το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εφόσον, πριν από την παρέλευση της εν λόγω χρονικής περιόδου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έχουν αμφότερα ενημερώσει την Επιτροπή για το ότι δεν σκοπεύουν να προβάλουν αντίρρηση. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 38

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή. Η τελευταία είναι επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.   Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011. Στις περιπτώσεις που η επιτροπή δεν εκφέρει γνώμη, η Επιτροπή δεν εκδίδει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης και εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

3.   Όποτε γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του κανονισμού αυτού.

Άρθρο 39

Κοινοποιήσεις

1.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή:

α)

τον κατάλογο των τίτλων διαμονής, με διάκριση μεταξύ αυτών που εμπίπτουν στο άρθρο 2 σημείο 16) στοιχείο α), και εκείνων που εμπίπτουν στο άρθρο 2 σημείο 16) στοιχείο β), και με την επισύναψη υποδείγματος για τους τίτλους που εμπίπτουν στο άρθρο 2 σημείο 16) στοιχείο β). Τα δελτία διαμονής που εκδίδονται σύμφωνα με την οδηγία 2004/38/ΕΚ πρέπει να επισημαίνονται ειδικά ως τέτοια και θα παρέχεται υπόδειγμα για τα δελτία διαμονής που δεν έχουν εκδοθεί σύμφωνα με το ενιαίο πρότυπο που καθορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1030/2002·

β)

τον κατάλογο των σημείων διέλευσης των συνόρων τους·

γ)

τα ποσά αναφοράς που απαιτούνται για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων τους και τα οποία καθορίζονται ετησίως από τις εθνικές αρχές·

δ)

τον κατάλογο των υπευθύνων για τον έλεγχο των συνόρων εθνικών αρχών·

ε)

τα υποδείγματα δελτίων που χορηγούν τα Υπουργεία Εξωτερικών·

στ)

τις εξαιρέσεις από τους κανόνες που αφορούν την διέλευση εξωτερικών συνόρων και αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο α)·

ζ)

τα στατιστικά στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 3.

2.   Η Επιτροπή θέτει τα στοιχεία που κοινοποιούνται δυνάμει της παραγράφου 1 στη διάθεση των κρατών μελών και του κοινού με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά C, και με κάθε άλλο κατάλληλο μέσο.

Άρθρο 40

Τοπική διασυνοριακή κυκλοφορία

Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τους κανόνες της Ένωσης για την τοπική διασυνοριακή κυκλοφορία ούτε τις ισχύουσες διμερείς συμφωνίες που αφορούν την τοπική διασυνοριακή κυκλοφορία.

Άρθρο 41

Θέουτα και Μελίλλια

Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού δεν θίγουν τους ειδικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις πόλεις Θέουτα και Μελίλια, όπως ορίζονται στη δήλωση του Βασιλείου της Ισπανίας για τις πόλεις Θέουτα και Μελίλια στην τελική πράξη της συμφωνίας προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας στη σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 (31).

Άρθρο 42

Κοινοποίηση πληροφοριών από τα κράτη μέλη

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις εθνικές τους διατάξεις σχετικά με το άρθρο 23 στοιχεία γ) και δ) τις κυρώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 3 και τις διμερείς συμφωνίες που συνάπτονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτών των διατάξεων κοινοποιούνται εντός πέντε εργάσιμων ημερών.

Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται από τα κράτη μέλη δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά C.

Άρθρο 43

Μηχανισμός αξιολόγησης

1.   Σύμφωνα με τις Συνθήκες και υπό την επιφύλαξη των διατάξεών τους σχετικά με τις διαδικασίες επί παραβάσει, η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού από κάθε κράτος μέλος θα αξιολογείται βάσει μηχανισμού αξιολόγησης.

2.   Οι κανόνες για τον μηχανισμό αξιολόγησης καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1053/2013. Σύμφωνα με αυτό τον μηχανισμό αξιολόγησης, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή από κοινού προβαίνουν σε τακτικές, αντικειμενικές και αμερόληπτες αξιολογήσεις προκειμένου να ελέγξουν την ορθή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η δε Επιτροπή συντονίζει τις αξιολογήσεις σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη. Βάσει του εν λόγω μηχανισμού, κάθε κράτος μέλος αξιολογείται τουλάχιστον ανά πενταετία από μικρή ομάδα εκπροσώπων της Επιτροπής και εμπειρογνωμόνων που ορίζονται από τα κράτη μέλη.

Οι αξιολογήσεις μπορεί να συνίστανται σε προαναγγελλόμενες ή απροειδοποίητες επιτόπιες επισκέψεις σε εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα.

Σύμφωνα με τον εν λόγω μηχανισμό αξιολόγησης, η Επιτροπή είναι υπεύθυνη να εγκρίνει τα ετήσια και πολυετή προγράμματα αξιολόγησης και τις εκθέσεις αξιολόγησης.

3.   Σε περίπτωση τυχόν αδυναμιών, στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορούν να απευθυνθούν συστάσεις για διορθωτικές ενέργειες.

Όταν, σε έκθεση αξιολόγησης που υιοθετείται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1053/2013, εντοπίζονται σοβαρές αδυναμίες στην πραγματοποίηση ελέγχων στα εξωτερικά σύνορα, εφαρμόζονται τα άρθρα 21 και 29 του παρόντος κανονισμού.

4.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώνονται σε όλα τα στάδια της αξιολόγησης και τους διαβιβάζονται όλα τα σχετικά έγγραφα, σύμφωνα με τους κανόνες περί διαβαθμισμένων εγγράφων.

5.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενημερώνεται αμέσως και πλήρως για κάθε πρόταση τροποποίησης ή αντικατάστασης των κανόνων που θεσπίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1053/2013.

Άρθρο 44

Κατάργηση

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 562/2006 καταργείται.

Οι παραπομπές στον καταργούμενο κανονισμό νοούνται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος X.

Άρθρο 45

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις Συνθήκες.

Στρασβούργο, 9 Μαρτίου 2016.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

J. A. HENNIS-PLASSCHAERT


(1)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 2ας Φεβρουαρίου 2016 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 29ης Φεβρουαρίου 2016.

(2)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν) (ΕΕ L 105 της 13.4.2006, σ. 1).

(3)  Βλ. παράρτημα ΙΧ.

(4)  ΕΕ L 239 της 22.9.2000, σ. 19.

(5)  ΕΕ C 313 της 16.12.2002, σ. 97.

(6)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 767/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για το Σύστημα Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις (VIS) και την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ κρατών μελών για τις θεωρήσεις μικρής διάρκειας (Κανονισμός VIS) (ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 60).

(7)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2007/2004 του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2004, σχετικά με τη σύσταση ευρωπαϊκού οργανισμού για τη διαχείριση της επιχειρησιακής συνεργασίας στα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 349 της 25.11.2004, σ. 1).

(8)  Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3925/91 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1991, για την κατάργηση των ελέγχων και διατυπώσεων που εφαρμόζονται στις χειραποσκευές και τις παραδιδόμενες αποσκευές προσώπων που πραγματοποιούν ενδοκοινοτικές πτήσεις καθώς και στις αποσκευές των προσώπων που πραγματοποιούν ενδοκοινοτικό θαλάσσιο ταξίδι (ΕΕ L 374 της 31.12.1991, σ. 4).

(9)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1053/2013 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 2013, σχετικά με τη θέσπιση ενός μηχανισμού αξιολόγησης και παρακολούθησης για την επαλήθευση της εφαρμογής του κεκτημένου του Σένγκεν και την κατάργηση της απόφασης της εκτελεστικής επιτροπής της 16ης Σεπτεμβρίου 1998 σχετικά με τη σύσταση της μόνιμης επιτροπής για την αξιολόγηση και την εφαρμογή της σύμβασης Σένγκεν (ΕΕ L 295 της 6.11.2013, σ. 27).

(10)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).

(11)  Απόφαση 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 6ης Απριλίου 2009, για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Ευρωπόλ) (ΕΕ L 121 της 15.5.2009, σ. 37).

(12)  ΕΕ L 239 της 22.9.2000, σ. 69.

(13)  ΕΕ L 176 της 10.7.1999, σ. 36.

(14)  Απόφαση 1999/437/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, σχετικά με ορισμένες λεπτομέρειες εφαρμογής της συμφωνίας που έχει συναφθεί από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη Δημοκρατία της Ισλανδίας και το Βασίλειο της Νορβηγίας για τη σύνδεση των δύο αυτών κρατών, με την υλοποίηση, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν (ΕΕ L 176 της 10.7.1999, σ. 31).

(15)  ΕΕ L 53 της 27.2.2008, σ. 52.

(16)  Απόφαση 2008/146/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2008, για τη σύναψη εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς την υλοποίηση, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν (ΕΕ L 53 της 27.2.2008, σ. 1).

(17)  ΕΕ L 160 της 18.6.2011, σ. 21.

(18)  Απόφαση 2011/350/EE του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2011, για τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του πρωτοκόλλου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν για την προσχώρηση του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν, όσον αφορά την κατάργηση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα και την κυκλοφορία των προσώπων (ΕΕ L 160 της 18.6.2011, σ. 19).

(19)  Απόφαση 2000/365/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, σχετικά με το αίτημα του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας να συμμετέχει σε ορισμένες από τις διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν (ΕΕ L 131 της 1.6.2000, σ. 43).

(20)  Απόφαση 2002/192/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2002, σχετικά με το αίτημα της Ιρλανδίας να συμμετέχει σε ορισμένες από τις διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν (ΕΕ L 64 της 7.3.2002, σ. 20).

(21)  Οδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ L 158 της 30.4.2004, σ. 77).

(22)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1987/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τη δημιουργία, τη λειτουργία και τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II) (ΕΕ L 381 της 28.12.2006, σ. 4).

(23)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1030/2002 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για την καθιέρωση αδειών διαμονής ενιαίου τύπου για τους υπηκόους τρίτων χωρών (ΕΕ L 157 της 15.6.2002, σ. 1).

(24)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1683/95 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1995, για την καθιέρωση ενιαίου τύπου θεώρησης (ΕΕ L 164 της 14.7.1995, σ. 1).

(25)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 539/2001 του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, περί του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών, και του καταλόγου των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή (ΕΕ L 81 της 21.3.2001, σ. 1).

(26)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 810/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τη θέσπιση κοινοτικού κώδικα θεωρήσεων (κώδικας θεωρήσεων) (ΕΕ L 243 της 15.9.2009, σ. 1).

(27)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 333/2002 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 2002, για την καθιέρωση φύλλου ενιαίου τύπου επί του οποίου τίθεται η θεώρηση που χορηγείται από τα κράτη μέλη στους κατόχους ταξιδιωτικών εγγράφων μη αναγνωριζόμενων από το κράτος μέλος που χορηγεί το φύλλο (ΕΕ L 53 της 23.2.2002, σ. 4).

(28)  Οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ L 348 της 24.12.2008, σ. 98).

(29)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, περί κοινοτικών στατιστικών για τη μετανάστευση και τη διεθνή προστασία και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 311/76 του Συμβουλίου περί τηρήσεως στατιστικών για τους αλλοδαπούς εργαζόμενους (ΕΕ L 199 της 31.7.2007, σ. 23).

(30)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 439/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 2010, για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EE L 132 της 29.5.2010, σ. 11).

(31)  ΕΕ L 239 της 22.9.2000, σ. 73.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Δικαιολογητικά για την εξακρίβωση της εκπλήρωσης των προϋποθέσεων εισόδου

Τα δικαιολογητικά κατά το άρθρο 6 παράγραφος 3 μπορούν να περιλαμβάνουν τα εξής:

α)

για ταξίδια επαγγελματικού χαρακτήρα:

i)

πρόσκληση επιχείρησης ή αρχής για συμμετοχή σε συνεδριάσεις, διασκέψεις ή εκδηλώσεις εμπορικού, βιομηχανικού χαρακτήρα ή υπηρεσιακές,

ii)

άλλα έγγραφα, από όπου προκύπτει η ύπαρξη εμπορικών ή υπηρεσιακών σχέσεων,

iii)

εισιτήρια σε εκθέσεις και συνέδρια, εφόσον συμμετέχει ο ενδιαφερόμενος·

β)

για ταξίδια πραγματοποιούμενα στα πλαίσια σπουδών ή άλλου είδους κατάρτισης:

i)

πιστοποιητικό εγγραφής σε εκπαιδευτικό ίδρυμα με σκοπό τη συμμετοχή σε θεωρητικά ή πρακτικά μαθήματα βασικής κατάρτισης και διαρκούς εκπαίδευσης,

ii)

σπουδαστικές ταυτότητες ή βεβαιώσεις σχετικές με τα παρακολουθούμενα μαθήματα·

γ)

για ταξίδια τουριστικού ή ιδιωτικού χαρακτήρα:

i)

δικαιολογητικά σχετικά με το κατάλυμα:

πρόσκληση του φιλοξενούντος, εάν παρέχει κατάλυμα στον ενδιαφερόμενο,

δικαιολογητικό από τον οργανισμό ο οποίος παρέχει το κατάλυμα, ή οιοδήποτε άλλο κατάλληλο δικαιολογητικό στο οποίο αναφέρεται το προβλεπόμενο κατάλυμα,

ii)

δικαιολογητικά σχετικά με τη διαδρομή:

επιβεβαίωση της κράτησης οργανωμένου ταξιδίου ή οιοδήποτε άλλο κατάλληλο δικαιολογητικό στο οποίο αναφέρονται τα προβλεπόμενα σχέδια ταξιδίου,

iii)

δικαιολογητικά σχετικά με την επιστροφή:

εισιτήριο επιστροφής ή εισιτήριο τουριστικής κυκλοφορίας·

δ)

για ταξίδια πολιτικού, επιστημονικού, πολιτιστικού, αθλητικού ή θρησκευτικού χαρακτήρα ή που πραγματοποιούνται για άλλους λόγους:

προσκλήσεις, εισιτήρια εισόδου, εγγραφές ή προγράμματα, όπου αναφέρεται, στο μέτρο του δυνατού, το όνομα του προσκαλούντος οργανισμού και η διάρκεια της παραμονής ή οιοδήποτε άλλο κατάλληλο δικαιολογητικό το οποίο αναφέρει τον σκοπό της επίσκεψης.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

Καταχώριση πληροφοριών

Σε όλα τα συνοριακά σημεία διέλευσης καταχωρίζονται σε έντυπο ή ηλεκτρονικό αρχείο όλες οι υπηρεσιακές πληροφορίες καθώς και κάθε άλλη ιδιαίτερα σημαντική πληροφορία. Πρέπει ιδίως να καταχωρίζονται οι ακόλουθες πληροφορίες:

α)

το όνομα του κατά τόπον υπευθύνου για τους συνοριακούς ελέγχους συνοριοφύλακα και των άλλων υπαλλήλων κάθε ομάδας·

β)

οι περιπτώσεις απλούστευσης των ελέγχων προσώπων σύμφωνα με το άρθρο 9·

γ)

η χορήγηση, στα σύνορα, εγγράφων που επέχουν θέση διαβατηρίου καθώς και θεωρήσεων·

δ)

οι συλλήψεις και οι καταγγελίες (ποινικά αδικήματα και διοικητικές παραβάσεις)·

ε)

οι αρνήσεις εισόδου σύμφωνα με το άρθρο 14 (λόγοι της άρνησης και ιθαγένεια)·

στ)

οι κωδικοί ασφαλείας των σφραγίδων εσόδου και εξόδου, η ταυτότητα των συνοριοφυλάκων που χρησιμοποιούν τις σφραγίδες σε οποιαδήποτε ημερομηνία ή βάρδια καθώς και οι πληροφορίες που αφορούν τις σφραγίδες που έχουν χαθεί ή κλαπεί·

ζ)

καταγγελίες προσώπων που υπόκεινται σε ελέγχους·

η)

άλλα ιδιαίτερα σημαντικά αστυνομικά και δικαστικά μέτρα·

θ)

ιδιαίτερα γεγονότα.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

Υποδείγματα πινακίδων που τοποθετούνται στις λωρίδες των συνοριακών σημείων διέλευσης

ΜΕΡΟΣ A

Image

 (1)

ΜΕΡΟΣ B1: «χωρίς υποχρέωση θεώρησης»·

Image

ΜΕΡΟΣ B2: «όλα τα διαβατήρια».

Image

ΜΕΡΟΣ Γ

Image

 (1)

Image

 (1)

Image

 (1)

Image Image Image Image Image Image

(1)  Δεν απαιτείται λογότυπο για τη Νορβηγία και την Ισλανδία.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙV

Σφράγιση

1.

Τα ταξιδιωτικά έγγραφα υπηκόων τρίτων χωρών σφραγίζονται συστηματικά κατά την είσοδο και την έξοδο, σύμφωνα με το άρθρο 11. Τα ειδικά χαρακτηριστικά αυτών των σφραγίδων καθορίζονται στην απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής Σένγκεν SCH/COM-EX (94) 16 αναθ. και SCH/Gem-Handb (93) 15 (CONFIDENTIAL).

2.

Οι κωδικοί ασφαλείας των σφραγίδων τροποποιούνται κατά τακτά διαστήματα που δεν υπερβαίνουν τον μήνα.

3.

Κατά την είσοδο και έξοδο υπηκόων τρίτων χωρών που υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης, η σφραγίδα τίθεται κατά γενικό κανόνα στην απέναντι σελίδα από αυτή στην οποία έχει τοποθετηθεί η θεώρηση.

Αν αυτή η σελίδα δεν είναι χρησιμοποιήσιμη, η σφραγίδα τοποθετείται στην επόμενη σελίδα. Η ζώνη που προορίζεται για ανάγνωση από μηχανήματα δεν σφραγίζεται.

4.

Τα κράτη μέλη ορίζουν τα εθνικά σημεία επαφής τα οποία είναι αρμόδια για την ανταλλαγή πληροφοριών για τους κωδικούς ασφαλείας των σφραγίδων εισόδου και εξόδου που χρησιμοποιούνται στα συνοριακά σημεία διέλευσης και ενημερώνουν σχετικά τα άλλα κράτη μέλη, τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου και την Επιτροπή. Τα εν λόγω σημεία επαφής έχουν πρόσβαση, χωρίς καθυστέρηση, στις πληροφορίες που αφορούν τις κοινές σφραγίδες εισόδου και εξόδου που χρησιμοποιούνται στα εξωτερικά σύνορα του σχετικού κράτους μέλους, και κυρίως στις πληροφορίες που αφορούν την ένδειξη:

α)

του συνοριακού σημείου διέλευσης, το οποίο θα χρησιμοποιεί τη μία ή την άλλη σφραγίδα·

β)

της ταυτότητας του συνοριοφύλακα ο οποίος θα τοποθετεί σφραγίδα σε δεδομένη στιγμή·

γ)

του κωδικού ασφαλείας τον οποίο φέρει κάθε σφραγίδα σε δεδομένη στιγμή.

Κάθε αίτηση πληροφοριών σχετικά με τις κοινές σφραγίδες εισόδου και εξόδου υποβάλλεται μέσω των προαναφερόμενων εθνικών σημείων επαφής.

Τα εθνικά σημεία επαφής διαβιβάζουν αμέσως στα άλλα σημεία επαφής και στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου και στην Επιτροπή τις πληροφορίες που αφορούν μεταβολή των σημείων επαφής καθώς και τις σφραγίδες που έχουν χαθεί ή κλαπεί.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

ΜΕΡΟΣ A

Διαδικασίες άρνησης εισόδου στα σύνορα

1.

Σε περίπτωση άρνησης εισόδου, ο αρμόδιος συνοριοφύλακας:

α)

συμπληρώνει το ενιαίο έντυπο άρνησης εισόδου, το οποίο εμφανίζεται κάτωθι (μέρος Β). Ο συγκεκριμένος υπήκοος τρίτης χώρας υπογράφει το έντυπο και λαμβάνει αντίγραφο του υπογεγραμμένου εντύπου. Εάν ο υπήκοος τρίτης χώρας αρνηθεί να υπογράψει, ο συνοριοφύλακας αναφέρει την άρνησή του στο έντυπο, στο τμήμα «παρατηρήσεις»·

β)

θέτει επί του διαβατηρίου σφραγίδα εισόδου, που διαγράφεται από σταυρό με μαύρη ανεξίτηλη μελάνη και γράφει απέναντι, στα δεξιά, επίσης με ανεξίτηλη μελάνη το (τα) γράμμα(-τα) που αντιστοιχεί(-ούν) στον (στους) λόγο(-ους) της άρνησης εισόδου, των οποίων ο κατάλογος περιλαμβάνεται στο ενιαίο έντυπο άρνησης εισόδου που αναφέρεται ανωτέρω·

γ)

καταργεί ή ανακαλεί τις θεωρήσεις, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 34 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 810/2009·

δ)

καταχωρίζει κάθε άρνηση εισόδου σε αρχείο ή σε κατάλογο, τα οποία θα μνημονεύουν την ταυτότητα και την ιθαγένεια του υπηκόου τρίτης χώρας, τα στοιχεία του εγγράφου που επιτρέπει τη διέλευση καθώς και τον λόγο και την ημερομηνία της άρνησης εισόδου.

2.

Εάν ο υπήκοος τρίτης χώρας για τον οποίο ελήφθη απόφαση αρνήσεως εισόδου μεταφέρθηκε στα εξωτερικά σύνορα από μεταφορική εταιρεία, ο κατά τόπο αρμόδιος συνοριοφύλακας:

α)

διατάσσει τον συγκεκριμένο μεταφορέα να αναλάβει τον υπήκοο τρίτης χώρας χωρίς καθυστέρηση και να τον μεταφέρει είτε προς την τρίτη χώρα από την οποία μεταφέρθηκε είτε προς την τρίτη χώρα η οποία χορήγησε το έγγραφο που επιτρέπει τη διέλευση των συνόρων είτε προς οποιαδήποτε άλλη τρίτη χώρα στην οποία η αποδοχή του είναι εγγυημένη, ή να εξεύρει μέσον για την περαιτέρω μεταφορά σύμφωνα με το άρθρο 26 της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν και την οδηγία 2001/51/ΕΚ του Συμβουλίου (1)·

β)

εν αναμονή της περαιτέρω μεταφοράς, είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει στα πλαίσια του εθνικού δικαίου και λαμβανομένων υπόψη των τοπικών περιστάσεων τα κατάλληλα μέτρα για να αποφεύγεται η παράνομη είσοδος υπηκόων τρίτων χωρών για τους οποίους ελήφθη απόφαση αρνήσεως εισόδου.

3.

Όταν συντρέχουν λόγοι άρνησης εισόδου και σύλληψης υπηκόου τρίτης χώρας, ο συνοριοφύλακας έρχεται σε επαφή με τις αρμόδιες δικαστικές αρχές για να αποφασισθεί η στάση που πρέπει να τηρηθεί σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

ΜΕΡΟΣ B

Ενιαίο έντυπο άρνησης εισόδου στα σύνορα

Image

Κείμενο της εικόνας

(1)  Οδηγία 2001/51/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2001, για τη συμπλήρωση των διατάξεων του άρθρου 26 της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου1985 (ΕΕ L 187 της 10.7.2001, σ. 45).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI

Ειδικοί κανόνες για τα διάφορα είδη συνόρων και τα διάφορα μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιούνται για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών

1.   Χερσαία σύνορα

1.1.   Έλεγχος στο πλαίσιο της οδικής κυκλοφορίας

1.1.1.   Η κυκλοφορία στα συνοριακά σημεία διέλευσης ρυθμίζεται με τον κατάλληλο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική διενέργεια ελέγχων και ταυτόχρονα να διασφαλίζεται η ασφαλής και ομαλή ροή της οδικής κυκλοφορίας. Αν παραστεί ανάγκη, τα κράτη μέλη δύνανται να συνάπτουν διμερείς συμφωνίες σχετικά με τη διοχέτευση της κυκλοφορίας και την τοποθέτηση φραγμάτων. Ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 42.

1.1.2.   Στα χερσαία σύνορα, τα κράτη μέλη μπορούν, εφόσον το κρίνουν ενδεδειγμένο και το επιτρέπουν οι συνθήκες να διευθετήσουν ή να θέσουν σε λειτουργία χωριστές λωρίδες σε ορισμένα συνοριακά σημεία διέλευσης, σύμφωνα με το άρθρο 10.

Η χρησιμοποίηση χωριστών λωρίδων μπορεί να ανασταλεί οποτεδήποτε από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, υπό εξαιρετικές συνθήκες και όταν το επιβάλλει η κατάσταση της κυκλοφορίας και των υποδομών.

Τα κράτη μέλη μπορούν να συνεργάζονται με τις γειτονικές χώρες για τη διευθέτηση χωριστών λωρίδων στα σημεία διέλευσης των εξωτερικών συνόρων.

1.1.3.   Οι επιβαίνοντες σε οχήματα μπορούν, κατά γενικό κανόνα, να παραμένουν εντός των οχημάτων κατά τη διάρκεια του ελέγχου. Ωστόσο, εφόσον το απαιτούν οι περιστάσεις, μπορεί να τους ζητηθεί να εξέλθουν από τα οχήματά τους. Οι διεξοδικοί έλεγχοι πραγματοποιούνται, εάν το επιτρέπουν οι τοπικές συνθήκες, στους ειδικούς για τον σκοπό αυτό χώρους. Για λόγους ασφάλειας του προσωπικού, οι έλεγχοι διενεργούνται, εφόσον είναι δυνατόν, από δύο συνοριοφύλακες.

1.1.4.   Κοινά σημεία διέλευσης των συνόρων

1.1.4.1.

Τα κράτη μέλη δύνανται να συνάπτουν ή να διατηρούν διμερείς συμφωνίες με όμορες τρίτες χώρες σχετικά με τη δημιουργία κοινών σημείων διέλευσης των συνόρων στα οποία οι συνοριοφύλακες του κράτους μέλους και οι συνοριοφύλακες της τρίτης χώρας διενεργούν διαδοχικά ελέγχους εξόδου και εισόδου, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, στην επικράτεια του έτερου μέρους. Τα κοινά σημεία διέλευσης των συνόρων μπορούν να βρίσκονται στην επικράτεια κράτους μέλους ή τρίτης χώρας.

1.1.4.2.

Κοινά σημεία διέλευσης των συνόρων τα οποία βρίσκονται στην επικράτεια κράτους μέλους: οι διμερείς συμφωνίες σχετικά με τη δημιουργία κοινών σημείων διέλευσης των συνόρων που βρίσκονται στην επικράτεια κράτους μέλους περιλαμβάνουν τη χορήγηση άδειας στους συνοριοφύλακες τρίτης χώρας για την άσκηση των καθηκόντων τους στο οικείο κράτος μέλος, σε συμμόρφωση με τις ακόλουθες αρχές:

α)

Διεθνής προστασία: κάθε υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος ζητεί διεθνή προστασία στην επικράτεια κράτους μέλους έχει πρόσβαση στις σχετικές διαδικασίες οι οποίες προβλέπονται στο εν λόγω κράτος μέλος, σύμφωνα με το κεκτημένο της Ένωσης στον τομέα του ασύλου.

β)

Σύλληψη προσώπου ή κατάσχεση περιουσίας: σε περίπτωση που υποπέσουν στην αντίληψη συνοριοφυλάκων τρίτης χώρας γεγονότα τα οποία υπαγορεύουν τη σύλληψη ενός προσώπου ή τη θέση του υπό προστασία ή την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων, οι συνοριοφύλακες ενημερώνουν τις αρχές του κράτους μέλους σχετικά με τα γεγονότα αυτά, οι δε αρχές του κράτους μέλους φροντίζουν για τις επακόλουθες ενδεδειγμένες ενέργειες σύμφωνα με την εθνική, ενωσιακή και διεθνή νομοθεσία, ασχέτως της ιθαγένειας του ενδιαφερόμενου προσώπου.

γ)

Πρόσωπα που απολαύουν του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και εισέρχονται στην επικράτεια της Ένωσης: οι συνοριοφύλακες τρίτης χώρας δεν εμποδίζουν πρόσωπα που απολαύουν του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης να εισέρχονται στην επικράτεια της Ένωσης. Αν υφίστανται λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν την απαγόρευση εξόδου από την οικεία τρίτη χώρα, οι συνοριοφύλακες τρίτης χώρας ενημερώνουν τις αρχές του κράτους μέλους σχετικά με τους λόγους αυτούς, οι δε αρχές του κράτους μέλους φροντίζουν για τις επακόλουθες ενδεδειγμένες ενέργειες σύμφωνα με την εθνική, ενωσιακή και διεθνή νομοθεσία.

1.1.4.3.

Κοινά σημεία διέλευσης των συνόρων τα οποία βρίσκονται στην επικράτεια τρίτης χώρας: οι διμερείς συμφωνίες σχετικά με τη δημιουργία κοινών σημείων διέλευσης των συνόρων που βρίσκονται στην επικράτεια τρίτης χώρας περιλαμβάνουν τη χορήγηση άδειας στους συνοριοφύλακες κράτους μέλους για την άσκηση των καθηκόντων τους στην τρίτη χώρα. Για τον σκοπό του παρόντος κανονισμού, κάθε έλεγχος που διενεργείται από συνοριοφύλακες κράτους μέλους σε κοινό σημείο διέλευσης των συνόρων που βρίσκεται στην επικράτεια τρίτης χώρας θεωρείται ότι διενεργείται στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους. Οι συνοριοφύλακες κράτους μέλους ασκούν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και σε συμμόρφωση με τις ακόλουθες αρχές:

α)

Διεθνής προστασία: σε κάθε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος έχει υποβληθεί σε έλεγχο εξόδου από συνοριοφύλακες τρίτης χώρας και στη συνέχεια ζητά διεθνή προστασία από τους συνοριοφύλακες κράτους μέλους οι οποίοι υπηρετούν στην τρίτη χώρα παρέχεται πρόσβαση στις διαδικασίες του οικείου κράτους μέλους σύμφωνα με το κεκτημένο της Ένωσης στον τομέα του ασύλου. Οι αρχές της τρίτης χώρας αποδέχονται τη μεταφορά του ενδιαφερόμενου προσώπου στην επικράτεια του κράτους μέλους.

β)

Σύλληψη προσώπου ή κατάσχεση περιουσίας: σε περίπτωση που υποπέσουν στην αντίληψη συνοριοφυλάκων κράτους μέλους γεγονότα τα οποία υπαγορεύουν τη σύλληψη ενός προσώπου ή τη θέση του υπό προστασία ή την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων, οι συνοριοφύλακες ενεργούν σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας τους, το ενωσιακό και το διεθνές δίκαιο. Οι αρχές της τρίτης χώρας αποδέχονται μεταφορά του ενδιαφερόμενου προσώπου ή του οικείου αντικειμένου στην επικράτεια κράτους μέλους.

γ)

Πρόσβαση σε συστήματα ΤΠ: οι συνοριοφύλακες κράτους μέλους μπορούν να χρησιμοποιούν τα συστήματα πληροφορικής για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με το άρθρο 8. Επιτρέπεται στα κράτη μέλη η θέσπιση τεχνικών και οργανωτικών μέτρων ασφαλείας που απαιτούνται από το δίκαιο της Ένωσης για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα έναντι τυχαίας ή παράνομης καταστροφής ή τυχαίας απώλειας, παραποίησης, παράνομης κοινοποίησης ή πρόσβασης, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης από αρχές τρίτης χώρας.

1.1.4.4.

Πριν από τη σύναψη ή την τροποποίηση οποιασδήποτε διμερούς συμφωνίας σχετικά με κοινά σημεία διέλευσης των συνόρων με όμορη τρίτη χώρα, το οικείο κράτος μέλος ζητά τη γνώμη της Επιτροπής σχετικά με τη συμβατότητα της συμφωνίας με το δίκαιο της Ένωσης. Προϊσχύουσα διμερής συμφωνία κοινοποιείται στην Επιτροπή το αργότερο μέχρι τις 20 Ιανουαρίου 2014.

Αν η Επιτροπή θεωρεί ότι το σχέδιο της συμφωνίας δεν συμβιβάζεται με το δίκαιο της Ένωσης, ενημερώνει σχετικά το οικείο κράτος μέλος. Το κράτος μέλος λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο εντός εύλογου χρονικού διαστήματος για την τροποποίηση της συμφωνίας κατά τρόπον ώστε να εξαλείφεται κάθε διαπιστωθείσα ασυμβατότητα.

1.2.   Έλεγχος στο πλαίσιο της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας

1.2.1.   Σε ελέγχους υπόκεινται τόσο οι επιβάτες, όσο και οι υπάλληλοι των σιδηροδρόμων που διέρχονται τα εξωτερικά σύνορα, συμπεριλαμβανομένων αυτών που επιβαίνουν σε εμπορικές αμαξοστοιχίες ή σε κενές αμαξοστοιχίες. Τα κράτη μέλη δύνανται να συνάπτουν διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες σχετικά με τον τρόπο διενέργειας αυτών των ελέγχων, σε συμμόρφωση με τις αρχές που καθορίζονται στο σημείο 1.1.4. Οι εν λόγω έλεγχοι διενεργούνται με έναν από τους εξής τρόπους:

στον πρώτο σταθμό άφιξης ή στον τελευταίο σταθμό αναχώρησης στην επικράτεια κράτους μέλους,

επί της αμαξοστοιχίας, κατά τη διέλευση μεταξύ του τελευταίου σταθμού αναχώρησης σε τρίτη χώρα και του πρώτου σταθμού άφιξης στην επικράτεια κράτους μέλους, και αντιστρόφως,

στον τελευταίο σταθμό αναχώρησης ή στον πρώτο σταθμό άφιξης στην επικράτεια τρίτης χώρας.

1.2.2.   Εξάλλου, για τη διευκόλυνση της κυκλοφορίας των επιβατικών αμαξοστοιχιών μεγάλης ταχύτητας, τα κράτη μέλη από τα οποία διέρχονται οι εν λόγω αμαξοστοιχίες προερχόμενες από τρίτες χώρες μπορούν επίσης, κατόπιν κοινής συμφωνίας με τις οικείες τρίτες χώρες και σε συμμόρφωση με τις αρχές που καθορίζονται στο σημείο 1.1.4, να αποφασίσουν τη διενέργεια ελέγχων εισόδου για τους επιβαίνοντες ταξιδιώτες σε αμαξοστοιχίες από τρίτες χώρες, με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:

στους σταθμούς που βρίσκονται σε τρίτη χώρα όπου οι ταξιδιώτες επιβιβάζονται στο τρένο,

στους σταθμούς αποβίβασης των ταξιδιωτών που ευρίσκονται στην επικράτεια των κρατών μελών,

επί της αμαξοστοιχίας κατά τη διάρκεια της διέλευσης μεταξύ των σταθμών που ευρίσκονται στην επικράτεια τρίτης χώρας και των σταθμών που ευρίσκονται στην επικράτεια και των κρατών μελών, εφόσον οι ταξιδιώτες παραμένουν εντός της αμαξοστοιχίας.

1.2.3.   Εάν η εταιρεία σιδηροδρομικών μεταφορών μπορεί, για τις αμαξοστοιχίες μεγάλης ταχύτητας που προέρχονται από τρίτες χώρες και πραγματοποιούν πολλαπλές στάσεις στην επικράτεια των κρατών μελών, να επιβιβάζει επιβάτες αποκλειστικά για το εναπομένον τμήμα της διαδρομής εντός της επικράτειας των κρατών μελών, οι εν λόγω επιβάτες υποβάλλονται σε ελέγχους εισόδου, είτε εντός της αμαξοστοιχίας είτε στον σταθμό προορισμού, εκτός εάν έχουν διεξαχθεί έλεγχοι σύμφωνα με το σημεία 1.2.1 ή το σημείο 1.2.2 πρώτη περίπτωση.

Τα πρόσωπα τα οποία επιθυμούν να ταξιδέψουν σιδηροδρομικώς αποκλειστικά για το εναπομένον τμήμα της διαδρομής εντός της επικράτειας των κρατών μελών ενημερώνονται πριν από την αναχώρηση, κατά τρόπο σαφή, ότι θα υποβληθούν σε ελέγχους εισόδου, είτε κατά τη διάρκεια του ταξιδίου είτε στον σταθμό προορισμού.

1.2.4.   Όταν ταξιδεύουν προς την αντίστροφη κατεύθυνση, οι επιβάτες της αμαξοστοιχίας υποβάλλονται σε ελέγχους εξόδου βάσει αντίστοιχων ρυθμίσεων.

1.2.5.   Ο συνοριοφύλακας μπορεί να διατάξει να ερευνηθούν οι κενοί χώροι των οχημάτων, εάν είναι απαραίτητο με τη συνδρομή του σταθμάρχη, για να εξακριβωθεί το κατά πόσον κρύβονται εκεί πρόσωπα ή αντικείμενα που υπόκεινται σε συνοριακό έλεγχο.

1.2.6.   Όταν υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι πρόσωπα σεσημασμένα ή ύποπτα εγκληματικών πράξεων, ή υπήκοοι τρίτων χωρών που έχουν την πρόθεση να εισέλθουν παράνομα, κρύβονται εντός της αμαξοστοιχίας, ο συνοριοφύλακας, εάν δεν μπορεί να επέμβει σύμφωνα με τις εθνικές του διατάξεις, ενημερώνει τα κράτη μέλη προς τα οποία ή εντός των οποίων κινείται η αμαξοστοιχία.

2.   Εναέρια σύνορα

2.1.   Έλεγχος στους διεθνείς αερολιμένες

2.1.1.

Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μεριμνούν ώστε η εταιρεία του αερολιμένα να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για τον διαχωρισμό μεταξύ των επιβατών των εσωτερικών πτήσεων αφενός και των επιβατών άλλων πτήσεων αφετέρου. Προς τον σκοπό αυτό, πρέπει να δημιουργούνται οι κατάλληλες υποδομές σε όλους τους διεθνείς αερολιμένες.

2.1.2.

Ο τόπος διενέργειας των συνοριακών ελέγχων προσδιορίζεται ως εξής:

α)

Οι επιβάτες πτήσης προερχόμενης από τρίτη χώρα οι οποίοι επιβιβάζονται σε εσωτερική πτήση υποβάλλονται σε έλεγχο εισόδου στον αερολιμένα άφιξης της πτήσης που προέρχεται από τρίτη χώρα. Οι επιβάτες εσωτερικής πτήσης οι οποίοι επιβιβάζονται σε πτήση με προορισμό τρίτη χώρα (επιβάτες με ανταπόκριση) υποβάλλονται σε έλεγχο εξόδου στον αερολιμένα αναχώρησης αυτής της τελευταίας πτήσης.

β)

Για πτήσεις με προέλευση ή προορισμό τρίτες χώρες χωρίς οι επιβάτες να αλλάξουν αεροσκάφος και για πτήσεις με πολλαπλές στάσεις σε αερολιμένες των κρατών μελών χωρίς αλλαγή αεροσκάφους:

i)

οι επιβάτες των πτήσεων με προέλευση ή προορισμό τρίτες χώρες χωρίς προηγούμενη ή επόμενη ανταπόκριση στην επικράτεια των κρατών μελών υποβάλλονται σε έλεγχο εισόδου στον αερολιμένα άφιξης και σε έλεγχο εξόδου στον αερολιμένα αναχώρησης,

ii)

οι επιβάτες πτήσεων με προέλευση ή προορισμό τρίτες χώρες με πολλαπλές στάσεις στην επικράτεια των κρατών μελών χωρίς αλλαγή αεροσκάφους (διερχόμενοι επιβάτες), και χωρίς δυνατότητα επιβίβασης στο τμήμα της πτήσης που ευρίσκεται στην επικράτεια των κρατών μελών, υποβάλλονται σε έλεγχο εισόδου στον αερολιμένα προορισμού και σε έλεγχο εξόδου στον αερολιμένα επιβίβασης,

iii)

εάν ο αερομεταφορέας έχει τη δυνατότητα, για πτήσεις προερχόμενες από τρίτες χώρες με πολλές στάσεις στην επικράτεια των κρατών μελών, να επιβιβάζει επιβάτες αποκλειστικά για το εναπομένον τμήμα του ταξιδίου εντός αυτής της επικράτειας, οι εν λόγω επιβάτες υποβάλλονται σε έλεγχο εξόδου στον αερολιμένα επιβίβασης και σε έλεγχο εισόδου στον αερολιμένα άφιξης.

Οι έλεγχοι των επιβατών οι οποίοι, κατά τη διάρκεια αυτών των στάσεων, ευρίσκονται ήδη εντός του αεροσκάφους και δεν έχουν επιβιβασθεί στην επικράτεια των κρατών μελών, πραγματοποιούνται σύμφωνα με το σημείο ii). Η αντίστροφη διαδικασία εφαρμόζεται σε πτήσεις αυτής της κατηγορίας, όταν η χώρα προορισμού είναι τρίτη χώρα.

2.1.3.

Οι συνοριακοί έλεγχοι διενεργούνται κατά κανόνα εκτός του αεροσκάφους ή της πύλης, εκτός εάν δικαιολογεί το αντίθετο η αξιολόγηση των κινδύνων που αφορούν την εσωτερική ασφάλεια και την παράνομη μετανάστευση. Για να εξασφαλισθεί, στους αερολιμένες που ορίζονται ως συνοριακά σημεία διέλευσης, ότι οι έλεγχοι διενεργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 έως 14, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρχές του αερολιμένα να λαμβάνουν τα δέοντα μέτρα για τη διοχέτευση των επιβατών προς τις εγκαταστάσεις οι οποίες προορίζονται για τη διενέργεια των ελέγχων.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η εταιρεία του αερολιμένα να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για να εμποδίζει την είσοδο και την έξοδο μη εξουσιοδοτημένων προσώπων στις καθορισμένες ζώνες πρόσβασης, όπως, για παράδειγμα, στη ζώνη διέλευσης. Ο έλεγχος κανονικά δεν διενεργείται στη ζώνη διέλευσης, εκτός εάν δικαιολογεί το αντίθετο η αξιολόγηση των κινδύνων που αφορούν την εσωτερική ασφάλεια και την παράνομη μετανάστευση. Οι έλεγχοι στη ζώνη αυτή είναι δυνατόν να αφορούν ιδίως πρόσωπα που υπόκεινται σε υποχρέωση θεώρησης διέλευσης από αερολιμένα, προκειμένου να εξακριβωθεί κατά πόσον διαθέτουν τη θεώρηση αυτή.

2.1.4.

Αν, σε περίπτωση ανωτέρας βίας, επικείμενου κινδύνου ή κατόπιν οδηγιών των αρχών, αεροσκάφος που εκτελεί πτήση από τρίτη χώρα πρέπει να προσγειωθεί σε σημείο το οποίο δεν είναι συνοριακό σημείο διέλευσης, αυτό το αεροσκάφος μπορεί να συνεχίσει την πτήση του μόνο έπειτα από άδεια των συνοριοφυλάκων και των τελωνειακών αρχών. Το αυτό ισχύει όταν αεροσκάφος που εκτελεί πτήση από τρίτη χώρα προσγειώνεται χωρίς άδεια. Σε κάθε περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 7 έως 14 για τον έλεγχο των επιβατών των αεροσκαφών αυτών.

2.2.   Έλεγχος στα δευτερεύοντα αεροδρόμια

2.2.1.

Διενεργείται επίσης έλεγχος προσώπων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 έως 14, στους αερολιμένες που δεν έχουν το καθεστώς διεθνούς αερολιμένα σύμφωνα με το σχετικό εθνικό δίκαιο («δευτερεύοντα αεροδρόμια»), αλλά μέσω των οποίων επιτρέπονται οι πτήσεις από ή προς τρίτες χώρες.

2.2.2.

Κατά παρέκκλιση από το σημείο 2.1.1, στα δευτερεύοντα αεροδρόμια δεν είναι απαραίτητη η πρόβλεψη των αναγκαίων ρυθμίσεων για τον διαχωρισμό μεταξύ των επιβατών εσωτερικών και άλλων πτήσεων, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 300/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (1). Επιπλέον, όταν υπάρχει μειωμένη κυκλοφορία, δεν απαιτείται η συνεχής παρουσία των συνοριοφυλάκων, εφόσον υπάρχει η βεβαιότητα ότι, σε περίπτωση ανάγκης, το προσωπικό μπορεί να μεταβεί επιτόπου σε εύλογο χρονικό διάστημα.

2.2.3.

Εφόσον στο δευτερεύον αεροδρόμιο δεν υπάρχουν μονίμως συνοριοφύλακες, ο διευθυντής του εν λόγω αεροδρομίου ενημερώνει δεόντως τους συνοριοφύλακες για την άφιξη και την αναχώρηση αεροσκάφους που εκτελεί πτήση από ή προς τρίτη χώρα.

2.3.   Έλεγχος επιβατών ιδιωτικών πτήσεων

2.3.1.

Στην περίπτωση ιδιωτικών πτήσεων από ή προς τρίτες χώρες, ο κυβερνήτης διαβιβάζει στους συνοριοφύλακες του κράτους μέλους προορισμού και, ενδεχομένως, του κράτους μέλους πρώτης εισόδου, πριν από την απογείωση, γενική δήλωση που περιλαμβάνει κυρίως σχέδιο πτήσης σύμφωνα με το παράρτημα 2 της σύμβασης σχετικά με τη διεθνή πολιτική αεροπορία και πληροφορίες για την ταυτότητα των επιβατών.

2.3.2.

Όταν οι ιδιωτικές πτήσεις που προέρχονται από τρίτη χώρα και έχουν προορισμό κράτος μέλος κάνουν στάση στην επικράτεια άλλων κρατών μελών, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εισόδου προβαίνουν σε συνοριακό έλεγχο και επιθέτουν σφραγίδα εισόδου στη γενική δήλωση που προβλέπεται στο σημείο 2.3.1.

2.3.3.

Όταν δεν είναι βέβαιο ότι πτήση έχει αποκλειστική προέλευση ή προορισμό κράτος μέλος, χωρίς ενδιάμεση προσγείωση στο έδαφος τρίτης χώρας, οι αρμόδιες αρχές διενεργούν τον έλεγχο προσώπων στους αερολιμένες και στα αεροδρόμια σύμφωνα με τα σημεία 2.1 και 2.2.

2.3.4.

Οι ρυθμίσεις για την είσοδο και έξοδο των ανεμοπλάνων, των υπερελαφρών αεροπλάνων, των ελικοπτέρων και των αεροσκαφών ερασιτεχνικής κατασκευής με τα οποία διανύονται μικρές αποστάσεις, καθώς και των αεροστάτων, ορίζονται από το εθνικό δίκαιο και, ενδεχομένως, από διμερείς συμφωνίες.

3.   Θαλάσσια σύνορα

3.1.   Γενικές διαδικασίες ελέγχου στο πλαίσιο της θαλάσσιας κυκλοφορίας

3.1.1.

Ο έλεγχος των σκαφών πραγματοποιείται στον λιμένα άφιξης ή αναχώρησης, ή σε χώρο που προβλέπεται για τον σκοπό αυτό, ο οποίος ευρίσκεται σε άμεση εγγύτητα με το σκάφος ή επί του σκάφους εντός των χωρικών υδάτων όπως ορίζονται στη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας. Τα κράτη μέλη δύνανται να συνάπτουν συμφωνίες οι οποίες ορίζουν ότι έλεγχος μπορεί εξίσου να πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια του διάπλου ή, κατά την άφιξη ή την αναχώρηση του σκάφους, στο έδαφος τρίτης χώρας, εφόσον τηρούνται οι αρχές που καθορίζονται στο σημείο 1.1.4.

3.1.2.

Ο πλοίαρχος, ο πράκτορας του σκάφους ή άλλο πρόσωπο που είναι δεόντως εξουσιοδοτημένο από τον διαχειριστή του πλοίου ή εξουσιοδοτημένο κατά τρόπο αποδεκτό για την οικεία κρατική αρχή (το πρόσωπο αυτό καλείται εφεξής και στις δύο περιπτώσεις «πλοίαρχος») καταρτίζει κατάλογο των μελών του πληρώματος και των τυχόν επιβατών· ο κατάλογος πρέπει να περιέχει τις πληροφορίες που καθορίζονται στα έντυπα υπ’ αριθ. 5 (κατάλογος μελών πληρώματος) και στο έντυπο υπ’ αριθ. 6 (κατάλογος επιβατών) της σύμβασης FAL (Σύμβαση περί Διευκολύνσεως της Διεθνούς Ναυτιλιακής Κινήσεως), καθώς επίσης, κατά περίπτωση, τον αριθμό της θεώρησης ή της άδειας διαμονής:

το αργότερο 24 ώρες πριν από την άφιξη στον λιμένα, ή

το αργότερο τη στιγμή που το πλοίο αναχωρεί από τον προηγούμενο λιμένα, εάν η διάρκεια του ταξιδιού είναι μικρότερη από 24 ώρες, ή

εάν ο λιμένας κατάπλου είναι άγνωστος ή τροποποιήθηκε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ευθύς μόλις οι πληροφορίες αυτές είναι διαθέσιμες.

Ο πλοίαρχος διαβιβάζει τον κατάλογο ή τους καταλόγους στους συνοριοφύλακες ή, εάν προβλέπεται έτσι στο εθνικό δίκαιο, σε άλλες σχετικές αρχές οι οποίες διαβιβάζουν τους καταλόγους αμελλητί στους συνοριοφύλακες.

3.1.3.

Στον πλοίαρχο επιστρέφεται από τους συνοριοφύλακες ή από τις αρχές που αναφέρονται στο σημείο 3.1.2 βεβαίωση παραλαβής (υπογεγραμμένο αντίγραφο του ή των καταλόγων ή ηλεκτρονική επιβεβαιωτική απόδειξη), ο οποίος την προσκομίζει, αν του ζητηθεί, κατά την παραμονή του πλοίου στον λιμένα.

3.1.4.

Ο πλοίαρχος γνωστοποιεί πάραυτα στην αρμόδια αρχή τυχόν μεταβολές της σύνθεσης του πληρώματος ή του αριθμού των επιβατών.

Επιπλέον, ο πλοίαρχος γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές πάραυτα, και εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στο σημείο 3.1.2, την παρουσία τυχόν λαθρεπιβατών. Οι τυχόν λαθρεπιβάτες παραμένουν, πάντως, υπό την ευθύνη του πλοιάρχου.

Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 5 και 8, δεν διενεργούνται συστηματικοί συνοριακοί έλεγχοι επί των προσώπων που παραμένουν επί του πλοίου. Εντούτοις, μόνον όταν κρίνεται σκόπιμο με γνώμονα την εκτίμηση των κινδύνων που σχετίζονται με την εσωτερική ασφάλεια και την παράνομη μετανάστευση, οι συνοριοφύλακες προβαίνουν σε έρευνα του πλοίου και ελέγχους των προσώπων που παραμένουν επί του πλοίου.

3.1.5.

Ο πλοίαρχος ενημερώνει εγκαίρως την αρμόδια αρχή για την αναχώρηση του πλοίου σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν στον συγκεκριμένο λιμένα.

3.2.   Ειδικές διαδικασίες ελέγχου για ορισμένα είδη θαλάσσιας ναυσιπλοΐας

Κρουαζιερόπλοια

3.2.1.

Ο πλοίαρχος του κρουαζιερόπλοιου διαβιβάζει στην αρμόδια αρχή το δρομολόγιο και το πρόγραμμα της κρουαζιέρας, αμέσως μόλις καταρτισθούν και το αργότερο εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στο σημείο 3.1.2.

3.2.2.

Εάν το δρομολόγιο του κρουαζιερόπλοιου περιλαμβάνει αποκλειστικά λιμένες που ευρίσκονται στην επικράτεια των κρατών μελών, κατά παρέκκλιση των άρθρων 5 και 8 δεν διενεργείται συνοριακός έλεγχος και το πλοίο μπορεί να ελλιμενίζεται σε λιμένες που δεν είναι συνοριακά σημεία διέλευσης.

Εντούτοις, διενεργούνται έλεγχοι επί του πληρώματος και των επιβατών των εν λόγω πλοίων μόνον όταν κρίνεται σκόπιμο με γνώμονα εκτίμηση των κινδύνων που σχετίζονται με την εσωτερική ασφάλεια και την παράνομη μετανάστευση.

3.2.3.

Εάν το δρομολόγιο του κρουαζιερόπλοιου περιλαμβάνει τόσο λιμένες που ευρίσκονται στην επικράτεια των κρατών μελών όσο και λιμένες που ευρίσκονται σε τρίτες χώρες, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 8 οι συνοριακοί έλεγχοι διενεργούνται ως εξής:

α)

Όταν το κρουαζιερόπλοιο, προερχόμενο από λιμένα που ευρίσκεται σε τρίτη χώρα, φθάνει για πρώτη φορά σε λιμένα που ευρίσκεται στην επικράτεια κράτους μέλους, το πλήρωμα και οι επιβάτες υποβάλλονται σε έλεγχο εισόδου βάσει των ονομαστικών καταλόγων πληρώματος και επιβατών, όπως αναφέρεται στο σημείο 3.1.2.

Οι επιβάτες που αποβιβάζονται υποβάλλονται σε έλεγχο εισόδου σύμφωνα με το άρθρο 8, εκτός εάν η αξιολόγηση των κινδύνων που αφορούν την εσωτερική ασφάλεια και την παράνομη μετανάστευση δείξει ότι δεν απαιτείται έλεγχος.

β)

Όταν το κρουαζιερόπλοιο, προερχόμενο από λιμένα που ευρίσκεται σε τρίτη χώρα, φθάνει και πάλι σε λιμένα που ευρίσκεται στην επικράτεια κράτους μέλους, το πλήρωμα και οι επιβάτες υποβάλλονται σε έλεγχο εισόδου βάσει των ονομαστικών καταλόγων πληρώματος και επιβατών, όπως αναφέρεται στο σημείο 3.1.2, στον βαθμό που οι εν λόγω κατάλογοι έχουν τροποποιηθεί μετά την άφιξη του κρουαζιερόπλοιου στον προηγούμενο λιμένα που ευρίσκεται στην επικράτεια κράτους μέλους.

Οι επιβάτες που αποβιβάζονται υποβάλλονται σε έλεγχο εισόδου σύμφωνα με το άρθρο 8, εκτός εάν η αξιολόγηση των κινδύνων που αφορούν την εσωτερική ασφάλεια και την παράνομη μετανάστευση δείξει ότι δεν απαιτείται έλεγχος.

γ)

Όταν το κρουαζιερόπλοιο, προερχόμενο από λιμένα που ευρίσκεται σε κράτος μέλος, φθάνει σε άλλο λιμένα κράτους μέλους, οι αποβιβαζόμενοι επιβάτες υποβάλλονται σε έλεγχο εισόδου σύμφωνα με το άρθρο 8, εφόσον το απαιτεί η αξιολόγηση των κινδύνων που αφορούν την εσωτερική ασφάλεια και την παράνομη μετανάστευση.

δ)

Όταν κρουαζιερόπλοιο αναχωρεί από λιμένα που ευρίσκεται σε κράτος μέλος με προορισμό λιμένα που ευρίσκεται σε τρίτη χώρα, το πλήρωμα και οι επιβάτες υποβάλλονται σε έλεγχο εξόδου βάσει των ονομαστικών καταλόγων πληρώματος και επιβατών.

Εφόσον το απαιτεί η αξιολόγηση των κινδύνων που αφορούν την εσωτερική ασφάλεια και την παράνομη μετανάστευση, οι επιβιβαζόμενοι επιβάτες υποβάλλονται σε έλεγχο εξόδου σύμφωνα με το άρθρο 8.

ε)

Όταν κρουαζιερόπλοιο αναχωρεί από λιμένα που ευρίσκεται σε κράτος μέλος με προορισμό άλλο λιμένα κράτους μέλους, δεν διενεργείται έλεγχος εξόδου.

Εντούτοις, διενεργούνται έλεγχοι επί του πληρώματος και των επιβατών των εν λόγω πλοίων μόνον όταν κρίνεται σκόπιμο με γνώμονα εκτίμηση των κινδύνων που σχετίζονται με την εσωτερική ασφάλεια και την παράνομη μετανάστευση.

Ναυσιπλοΐα αναψυχής

3.2.4.

Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 5 και 8, οι επιβάτες σκαφών αναψυχής τα οποία προέρχονται από ή αναχωρούν προς λιμένα ευρισκόμενο σε κράτος μέλος δεν υποβάλλονται σε συνοριακό έλεγχο και μπορούν να εισέλθουν σε λιμένα που δεν είναι συνοριακό σημείο διέλευσης.

Ωστόσο, βάσει αξιολογήσεως των κινδύνων όσον αφορά την παράνομη μετανάστευση και κυρίως εάν οι ακτές τρίτης χώρας ευρίσκονται σε άμεση εγγύτητα με την επικράτεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους, διενεργούνται έλεγχοι των επιβατών αυτών και/ή έρευνα του σκάφους αναψυχής.

3.2.5.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 5, σκάφος αναψυχής προερχόμενο από τρίτη χώρα μπορεί να εισέλθει κατ’ εξαίρεση σε λιμένα ο οποίος δεν είναι συνοριακό σημείο διέλευσης. Στις περιπτώσεις αυτές, οι επιβάτες του σκάφους ειδοποιούν τις λιμενικές αρχές, ώστε να επιτραπεί η είσοδός τους στον συγκεκριμένο λιμένα. Οι λιμενικές αρχές έρχονται σε επαφή με τις αρχές του εγγύτερου λιμένα που έχει ορισθεί ως συνοριακό σημείο διέλευσης για να δηλώσουν την άφιξη του σκάφους. Η δήλωση σχετικά με τους επιβάτες γίνεται με την κατάθεση προς τις λιμενικές αρχές του καταλόγου των παρόντων επί του σκάφους προσώπων. Ο κατάλογος τίθεται στη διάθεση των συνοριοφυλάκων το αργότερο κατά την άφιξη.

Κατά τον ίδιο τρόπο, εάν, για λόγους ανωτέρας βίας, σκάφος αναψυχής προερχόμενο από τρίτη χώρα πρέπει να δέσει σε άλλο λιμένα πέραν συνοριακού σημείου διέλευσης, οι λιμενικές αρχές έρχονται σε επαφή με τις αρχές του εγγύτερου λιμένα που έχει ορισθεί ως συνοριακό σημείο διέλευσης για να δηλώσουν την παρουσία του σκάφους.

3.2.6.

Με την ευκαιρία των ελέγχων, παραδίδεται έγγραφο το οποίο περιέχει το σύνολο των τεχνικών χαρακτηριστικών του σκάφους, καθώς και το όνομα των προσώπων που ευρίσκονται επ’ αυτού. Αντίγραφο αυτού του εγγράφου διαβιβάζεται στις αρχές των λιμένων εισόδου και εξόδου. Όσο το σκάφος παραμένει στα εθνικά ύδατα ενός εκ των κρατών μελών, αντίγραφο αυτού του καταλόγου συγκαταλέγεται μεταξύ των εγγράφων του σκάφους.

Παράκτια αλιεία

3.2.7.

Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 5 και 8, το πλήρωμα σκαφών παράκτιας αλιείας που επιστρέφει καθημερινά ή εντός 36 ωρών στον λιμένα νηολόγησης ή σε οποιονδήποτε άλλο λιμένα ευρισκόμενο στην επικράτεια των κρατών μελών, χωρίς να δέσει σε λιμένα ευρισκόμενο στην επικράτεια τρίτης χώρας, δεν υποβάλλεται συστηματικά σε ελέγχους. Εντούτοις, η αξιολόγηση των κινδύνων όσον αφορά την παράνομη μετανάστευση, κυρίως σε περίπτωση που οι ακτές τρίτης χώρας ευρίσκονται σε άμεση εγγύτητα με την επικράτεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους, λαμβάνεται υπόψη για να καθορίζεται η συχνότητα των απαιτούμενων ελέγχων. Αναλόγως των κινδύνων αυτών, διενεργούνται έλεγχοι των προσώπων και/ή έρευνα του σκάφους.

3.2.8.

Το πλήρωμα σκαφών που πραγματοποιούν παράκτια αλιεία τα οποία δεν είναι καταχωρισμένα σε λιμένα ευρισκόμενο στην επικράτεια κράτους μέλους υποβάλλεται σε έλεγχο σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τους ναυτικούς.

Δρομολόγια οχηματαγωγών

3.2.9.

Υποβάλλονται σε έλεγχο οι επιβάτες οχηματαγωγών τα οποία εκτελούν δρομολόγια με στάσεις σε λιμένες τρίτων χωρών. Εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:

α)

τα κράτη μέλη προβλέπουν, ει δυνατόν, χωριστές λωρίδες σύμφωνα με το άρθρο 10·

β)

οι επιβάτες χωρίς όχημα υποβάλλονται ατομικά σε έλεγχο·

γ)

οι επιβάτες οχημάτων υποβάλλονται σε έλεγχο εντός του οχήματος·

δ)

οι επιβάτες που ταξιδεύουν με λεωφορείο αντιμετωπίζονται ως επιβάτες χωρίς όχημα και αποβιβάζονται από το λεωφορείο για τη διεξαγωγή του ελέγχου·

ε)

οι οδηγοί βαρέων φορτηγών οχημάτων και οι τυχόν συνοδοί τους υποβάλλονται σε έλεγχο εντός του οχήματος. Η διαδικασία αυτή οργανώνεται κατ’ αρχήν χωριστά από τον έλεγχο των λοιπών επιβατών·

στ)

για την ταχεία διεξαγωγή των ελέγχων, πρέπει να προβλεφθεί επαρκής αριθμός πυλών·

ζ)

διεξάγονται δειγματοληπτικά, με σκοπό κυρίως τον εντοπισμό παράνομων μεταναστών, έλεγχοι των μεταφορικών μέσων των επιβατών, ενδεχομένως δε και επί του φορτίου και λοιπών αντικειμένων που ευρίσκονται εντός του μεταφορικού μέσου·

η)

το πλήρωμα των οχηματαγωγών αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο με το πλήρωμα εμπορικών πλοίων·

θ)

το σημείο 3.1.2 (υποχρέωση υποβολής καταλόγων πληρώματος και επιβατών) δεν έχει εφαρμογή. Σε περίπτωση που πρέπει να καταρτισθεί κατάλογος των ατόμων που επιβαίνουν στο πλοίο κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 98/41/ΕΚ του Συμβουλίου (2), αντίγραφο του καταλόγου αυτού διαβιβάζεται, το αργότερο εντός 30 λεπτών από την αναχώρηση του πλοίου από λιμένα τρίτης χώρας, από τον πλοίαρχο στην αρμόδια αρχή του λιμένα άφιξης στην επικράτεια κράτους μέλους.

3.2.10.

Εάν ένα οχηματαγωγό που έρχεται από τρίτη χώρα και πραγματοποιεί περισσότερες της μίας στάσεις στην επικράτεια των κρατών μελών επιβιβάζει επιβάτες αποκλειστικά για το εναπομένον τμήμα του ταξιδιού εντός αυτής της επικράτειας, οι εν λόγω επιβάτες υποβάλλονται σε έλεγχο εξόδου στον λιμένα αναχώρησης και σε έλεγχο εισόδου στον λιμένα άφιξης.

Οι έλεγχοι επί των προσώπων τα οποία, κατά τη διάρκεια αυτών των στάσεων, ευρίσκονται ήδη επί του πλοίου και δεν έχουν επιβιβασθεί στην επικράτεια των κρατών μελών, πραγματοποιούνται στον λιμένα άφιξης. Η αντίστροφη διαδικασία εφαρμόζεται όταν η χώρα προορισμού είναι τρίτη χώρα.

Δρομολόγια εμπορευματικών μεταφορών μεταξύ κρατών μελών

3.2.11.

Κατά παρέκκλιση του άρθρου 8, δεν διεξάγονται συνοριακοί έλεγχοι στα δρομολόγια εμπορευματικών μεταφορών μεταξύ δύο ή περισσότερων λιμένων που βρίσκονται στο έδαφος των κρατών μελών, χωρίς στάση σε λιμένες εκτός του εδάφους των κρατών μελών και τα οποία συνίστανται στη μεταφορά αγαθών.

Εντούτοις, διενεργούνται έλεγχοι επί του πληρώματος και των επιβατών των εν λόγω πλοίων μόνον όταν δικαιολογούνται με γνώμονα εκτίμηση των κινδύνων που σχετίζονται με την εσωτερική ασφάλεια και την παράνομη μετανάστευση.

4.   Ναυσιπλοΐα στα εσωτερικά ύδατα

4.1.

Ως «ναυσιπλοΐα στα εσωτερικά ύδατα με διέλευση εξωτερικών συνόρων», πρέπει να νοείται η χρησιμοποίηση για σκοπούς επαγγελματικούς ή αναψυχής κάθε είδους πλοίων, πλοιαρίων και εξωλεμβίων στους μεγάλους ποταμούς, στους παραποτάμους, στα κανάλια και στις λίμνες.

4.2.

Θεωρούνται μέλη του πληρώματος ή εξομοιούνται προς αυτά, όσον αφορά τα πλοία που χρησιμοποιούνται για επαγγελματικούς σκοπούς, ο πλοίαρχος και τα πρόσωπα που εργάζονται επί του πλοίου και αναφέρονται σε κατάλογο πληρώματος καθώς και τα μέλη της οικογένειας αυτών των προσώπων τα οποία διαμένουν επί του πλοίου.

4.3.

Οι αντίστοιχες διατάξεις των σημείων 3.1 έως 3.2 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία όσον αφορά τον έλεγχο στο πλαίσιο της ναυσιπλοΐας στα εσωτερικά ύδατα.


(1)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 300/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2008, για τη θέσπιση κοινών κανόνων στο πεδίο της ασφάλειας της πολιτικής αεροπορίας και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2320/2002 (EE L 97 της 9.4.2008, σ. 72).

(2)  Οδηγία 98/41/ΕΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1998, σχετικά με την καταγραφή των ατόμων που ταξιδεύουν με επιβατηγά πλοία που εκτελούν δρομολόγια προς ή από λιμένες των κρατών μελών της Κοινότητας (ΕΕ L 188 της 2.7.1998, σ. 35).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII

Ειδικές ρυθμίσεις για ορισμένες κατηγορίες προσώπων

1.   Αρχηγοί κρατών

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 6 και τα άρθρα 8 έως 14, οι αρχηγοί κρατών και τα μέλη της αντιπροσωπείας τους, εφόσον η άφιξη και η αναχώρησή τους έχει προαναγγελθεί επισήμως στους συνοριοφύλακες διά της διπλωματικής οδού, δεν υποβάλλονται σε συνοριακό έλεγχο.

2.   Κυβερνήτες και άλλα μέλη του πληρώματος αεροσκαφών

2.1.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 6, οι κάτοχοι άδειας κυβερνήτη αεροσκάφους ή πιστοποιητικού μέλους πληρώματος (Crew Member Certificate) που προβλέπονται στο παράρτημα 9 της σύμβασης της 7ης Δεκεμβρίου 1944 σχετικά με την πολιτική αεροπορία μπορούν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και βάσει αυτών των εγγράφων:

α)

να επιβιβάζονται και να αποβιβάζονται στον αερολιμένα ενδιάμεσης στάσης ή άφιξης που ευρίσκεται στην επικράτεια κράτους μέλους·

β)

να εισέρχονται στην κοινότητα στην οποία υπάγεται ο αερολιμένας ενδιάμεσης στάσης ή άφιξης που ευρίσκεται στην επικράτεια κράτους μέλους·

γ)

να μεταβαίνουν με κάθε μεταφορικό μέσο σε αερολιμένα ευρισκόμενο στην επικράτεια κράτους μέλους για να επιβιβασθούν σε αεροσκάφος το οποίο αναχωρεί από αυτόν τον ίδιο αερολιμένα.

Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις πρέπει να πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 6 παράγραφος 1.

2.2.

Οι διατάξεις των άρθρων 7 έως 14 εφαρμόζονται για τους ελέγχους των μελών των πληρωμάτων αεροσκαφών. Κατά τη διενέργεια των ελέγχων προτεραιότητα δίνεται, στο μέτρο του δυνατού, στα πληρώματα των αεροσκαφών. Συγκεκριμένα, τα μέλη των πληρωμάτων υποβάλλονται σε έλεγχο είτε πριν από τους επιβάτες είτε σε ειδικούς χώρους που προβλέπονται για τον σκοπό αυτό. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 8, τα μέλη των πληρωμάτων που είναι γνωστά στους αρμόδιους για το συνοριακό έλεγχο υπαλλήλους στο πλαίσιο των καθηκόντων τους υποβάλλονται μόνο δειγματοληπτικά σε ελέγχους.

3.   Ναυτικοί

Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 5 και 8, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στους ναυτικούς που είναι εφοδιασμένοι με δελτίο ναυτικής ταυτότητας το οποίο εκδόθηκε σύμφωνα με τη σύμβαση αριθ. 108 (1958) ή αριθ. 185 (2003) του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας (ILO) σχετικά με τα έγγραφα ταυτότητας των ναυτικών, τη σύμβαση για τη διευκόλυνση της διεθνούς θαλάσσιας κυκλοφορίας (σύμβαση FAL), καθώς και το οικείο εθνικό δίκαιο, να εισέρχονται στην επικράτεια των κρατών μελών και να αναχωρούν από αυτήν, αποβιβαζόμενοι για να παραμείνουν στην περιοχή του λιμένα όπου δένει το πλοίο τους ή σε γειτονικούς δήμους, ή να εξέρχονται από το έδαφος των κρατών μελών επιστρέφοντας στα πλοία τους, χωρίς να παρουσιάζονται σε σημείο διέλευσης των συνόρων, υπό την προϋπόθεση ότι περιλαμβάνονται στον κατάλογο του πληρώματος στο οποίο ανήκουν και ο οποίος έχει προηγουμένως υποβληθεί στον έλεγχο των αρμόδιων αρχών.

Ωστόσο, με γνώμονα εκτίμηση των κινδύνων που σχετίζονται με την εσωτερική ασφάλεια και την παράνομη μετανάστευση, οι ναυτικοί υποβάλλονται σε έλεγχο σύμφωνα με το άρθρο 8 από τους συνοριοφύλακες πριν από την αποβίβαση.

4.   Κάτοχοι διπλωματικών ή υπηρεσιακών διαβατηρίων καθώς και μέλη διεθνών οργανισμών

4.1.

Λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων προνομίων ή των ασυλιών που απολαύουν οι κάτοχοι διπλωματικών ή υπηρεσιακών διαβατηρίων τα οποία έχουν εκδοθεί από τρίτες χώρες ή τις κυβερνήσεις τους που έχουν αναγνωρισθεί από τα κράτη μέλη, καθώς και οι κάτοχοι εγγράφων τα οποία έχουν εκδοθεί από τους διεθνείς οργανισμούς που μνημονεύονται στο σημείο 4.4, οι οποίοι ταξιδεύουν για την άσκηση των καθηκόντων τους, τα πρόσωπα αυτά μπορούν να λαμβάνουν προτεραιότητα έναντι άλλων ταξιδιωτών στα σημεία διέλευσης των συνόρων μολονότι εξακολουθούν να υπόκεινται, ενδεχομένως, στην υποχρέωση θεώρησης.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο γ), οι κάτοχοι αυτών των τίτλων δεν είναι υποχρεωμένοι να αποδεικνύουν ότι διαθέτουν επαρκή μέσα διαβίωσης.

4.2.

Εάν πρόσωπο παρουσιαζόμενο στα εξωτερικά σύνορα επικαλείται προνόμια, ασυλίες και απαλλαγές, ο συνοριοφύλακας μπορεί να του ζητήσει αποδείξεις για την ιδιότητά του, με την προσκόμιση των απαραίτητων εγγράφων, κυρίως πιστοποιητικών εκδοθέντων από το διαπιστεύον κράτος ή διπλωματικού διαβατηρίου ή άλλου μέσου. Εάν έχει αμφιβολίες, ο συνοριοφύλακας μπορεί σε περίπτωση επείγοντος να επικοινωνήσει απευθείας με το Υπουργείο Εξωτερικών.

4.3.

Τα διαπιστευμένα μέλη των διπλωματικών αποστολών και των προξενικών αντιπροσωπειών καθώς και οι οικογένειές τους μπορούν να εισέρχονται στην επικράτεια των κρατών μελών με την επίδειξη του δελτίου που αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 2, συνοδευόμενου από το έγγραφο που επιτρέπει τη διέλευση των συνόρων. Εξάλλου, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 14, οι συνοριοφύλακες δεν μπορούν να απαγορεύσουν στους κατόχους διπλωματικών ή υπηρεσιακών διαβατηρίων την είσοδο στην επικράτεια των κρατών μελών, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Αυτό ισχύει εξίσου όταν ο ενδιαφερόμενος έχει καταχωριστεί ως ανεπιθύμητος στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν (SIS).

4.4.

Τα έγγραφα που εκδίδονται από τους διεθνείς οργανισμούς για τους σκοπούς που προσδιορίζονται στο σημείο 4.1 είναι κυρίως τα ακόλουθα:

άδεια διέλευσης (laissez-passer) των Ηνωμένων Εθνών: εκδίδεται για το προσωπικό των Ηνωμένων Εθνών και για εκείνο των οργάνων που εξαρτώνται από αυτά στη βάση της σύμβασης σχετικά με τα προνόμια και τις ασυλίες των ειδικών οργάνων, που θεσπίσθηκε στη Νέα Υόρκη, στις 21 Νοεμβρίου 1947, από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών,

άδεια διέλευσης (laissez-passer) της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ),

άδεια διέλευσης (laissez-passer) της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (Ευρατόμ),

πιστοποιητικό νομιμοποίησης που εκδίδεται από τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρώπης,

έγγραφα που εκδίδονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου ΙΙΙ της συμφωνίας μεταξύ των μερών του Βορειοατλαντικού Συμφώνου σχετικά με το καθεστώς των δυνάμεών τους (δελτία στρατιωτικής ταυτότητας συνοδευόμενα από διατεταγμένη υπηρεσία, φύλλο πορείας ή ατομική ή συλλογική διαταγή μετακίνησης) καθώς και έγγραφα που εκδίδονται στο πλαίσιο της εταιρικής σχέσης για την ειρήνη.

5.   Διασυνοριακοί εργαζόμενοι

5.1.

Οι έλεγχοι των διασυνοριακών εργαζομένων διέπονται από τις γενικές διατάξεις που αφορούν τον έλεγχο των συνόρων, κυρίως τα άρθρα 8 και 14.

5.2.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 8, οι διασυνοριακοί εργαζόμενοι που είναι πολύ γνωστοί στους συνοριοφύλακες λόγω συχνής διέλευσης των συνόρων από το ίδιο συνοριακό σημείο διέλευσης και οι οποίοι, σύμφωνα με αρχικό έλεγχο, δεν είναι καταχωρισμένοι ως ανεπιθύμητοι ούτε στο SIS ούτε σε εθνικό δελτίο δεδομένων, θα υποβάλλονται μόνο σε δειγματοληπτικό έλεγχο προκειμένου να διαπιστωθεί ότι διαθέτουν έγκυρο έγγραφο που επιτρέπει τη διέλευση των συνόρων και πληρούν τις προϋποθέσεις εισόδου. Αυτή η ομάδα προσώπων υποβάλλεται από καιρού εις καιρό, απροειδοποίητα και σε μη τακτά χρονικά διαστήματα, σε διεξοδικούς ελέγχους.

5.3.

Οι διατάξεις του σημείου 5.2 μπορούν να επεκταθούν και σε άλλες κατηγορίες διασυνοριακών μετακινουμένων.

6.   Ανήλικοι

6.1.

Οι συνοριοφύλακες δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στους ανηλίκους, είτε ταξιδεύουν συνοδευόμενοι είτε ασυνόδευτοι. Οι ανήλικοι οι οποίοι διέρχονται τα εξωτερικά σύνορα υπόκεινται στις αυτές διαδικασίες ελέγχου με τους ενήλικες κατά την είσοδο και έξοδο, όπως προβλέπει ο παρών κανονισμός.

6.2.

Στην περίπτωση συνοδευόμενων ανηλίκων, ο συνοριοφύλακας ελέγχει επίσης την ύπαρξη γονικής μέριμνας του συνοδού ως προς τον ανήλικο, κυρίως όταν ο ανήλικος συνοδεύεται από έναν μόνον ενήλικο και υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες ότι ο ανήλικος έχει παράνομα αποσπασθεί από την επιμέλεια του προσώπου (ή των προσώπων) στο οποίο (στα οποία) έχει ανατεθεί νόμιμα η γονική μέριμνα. Σε αυτή την τελευταία περίπτωση, ο συνοριοφύλακας πραγματοποιεί περαιτέρω έρευνα, προκειμένου να διαπιστωθούν τυχόν ασυμφωνίες ή αντιφάσεις μεταξύ των παρασχεθέντων στοιχείων.

6.3.

Στην περίπτωση ασυνόδευτων ανηλίκων, οι συνοριοφύλακες διασφαλίζουν, μέσω διεξοδικού ελέγχου των ταξιδιωτικών εγγράφων και δικαιολογητικών, ότι οι ανήλικοι δεν εγκαταλείπουν την επικράτεια παρά τη θέληση του προσώπου (ή των προσώπων) στο οποίο (στα οποία) έχει ανατεθεί η γονική μέριμνα.

6.4.

Τα κράτη μέλη διορίζουν εθνικά σημεία επαφής με σκοπό την πραγματοποίηση διαβουλεύσεων σχετικά με ανηλίκους και ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή. Η Επιτροπή παρέχει στα κράτη μέλη κατάλογο των εν λόγω εθνικών σημείων επαφής.

6.5.

Σε περίπτωση αμφιβολίας σχετικά με κάποια από τις περιστάσεις για τις οποίες γίνεται λόγος στα σημεία 6.1, 6.2 και 6.3, οι συνοριοφύλακες κάνουν χρήση του καταλόγου των εθνικών σημείων επαφής που έχουν ορισθεί με σκοπό την πραγματοποίηση διαβουλεύσεων σχετικά με ανηλίκους.

7.   Υπηρεσίες διάσωσης, αστυνομικές, πυροσβεστικές δυνάμεις και συνοριοφύλακες

Οι ρυθμίσεις σχετικά με την είσοδο και την έξοδο μελών των υπηρεσιών διάσωσης και των αστυνομικών και πυροσβεστικών δυνάμεων που επιχειρούν σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, καθώς και των συνοριοφυλάκων που διασχίζουν σύνορα κατά την άσκηση των επαγγελματικών τους καθηκόντων καθορίζονται βάσει του εθνικού δικαίου. Τα κράτη μέλη μπορούν να συνάπτουν διμερείς συμφωνίες με τρίτες χώρες σχετικά με την είσοδο και την έξοδο αυτών των κατηγοριών προσώπων. Οι ρυθμίσεις αυτές και οι διμερείς συμφωνίες είναι δυνατόν να προβλέπουν παρεκκλίσεις από τα άρθρα 5, 6 και 8.

8.   Υπεράκτιοι εργαζόμενοι

Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 5 και 8, οι υπεράκτιοι εργαζόμενοι οι οποίοι επιστρέφουν τακτικά διά θαλάσσης ή αέρος στην επικράτεια των κρατών μελών χωρίς να έχουν παραμείνει στην επικράτεια τρίτης χώρας δεν υποβάλλονται σε συστηματικούς ελέγχους.

Εντούτοις, η αξιολόγηση των κινδύνων όσον αφορά την παράνομη μετανάστευση, κυρίως σε περίπτωση που οι ακτές τρίτης χώρας ευρίσκονται σε άμεση εγγύτητα με το σημείο όπου αναπτύσσεται η υπεράκτια δραστηριότητα, λαμβάνεται υπόψη για να καθορίζεται η συχνότητα των απαιτούμενων ελέγχων.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIII

Image

Κείμενο της εικόνας

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΧ

Καταργούμενος κανονισμός με κατάλογο των διαδοχικών τροποποιήσεών του

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 105 της 13.4.2006, σ. 1)

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 296/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 97 της 9.4.2008, σ. 60)

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 81/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 35 της 4.2.2009, σ. 56)

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 810/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 243 της 15.9.2009, σ. 1)

Μόνον το άρθρο 55

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 265/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 85 της 31.3.2010, σ. 1)

Μόνον το άρθρο 2

Σημείο 9 του παραρτήματος V στην πράξη προσχώρησης 2011

 

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 610/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 1)

Μόνον το άρθρο 1

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1051/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 295 της 6.11.2013, σ. 1)

 


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ X

Πίνακας αντιστοιχίας

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 562/2006

Παρών κανονισμός

Άρθρο 1

Άρθρο 1

Άρθρο 2 εισαγωγική φράση

Άρθρο 2 εισαγωγική φράση

Άρθρο 2 σημεία 1) έως 8)

Άρθρο 2 σημεία 1) έως 8)

Άρθρο 2 σημείο 8α)

Άρθρο 2 σημείο 9)

Άρθρο 2 σημείο 9)

Άρθρο 2 σημείο 10)

Άρθρο 2 σημείο 10)

Άρθρο 2 σημείο 11)

Άρθρο 2 σημείο 11)

Άρθρο 2 σημείο 12)

Άρθρο 2 σημείο 12)

Άρθρο 2 σημείο 13)

Άρθρο 2 σημείο 13)

Άρθρο 2 σημείο 14)

Άρθρο 2 σημείο 14)

Άρθρο 2 σημείο 15)

Άρθρο 2 σημείο 15)

Άρθρο 2 σημείο 16)

Άρθρο 2 σημείο 16)

Άρθρο 2 σημείο 17)

Άρθρο 2 σημείο 17)

Άρθρο 2 σημείο 18)

Άρθρο 2 σημείο 18)

Άρθρο 2 σημείο 19)

Άρθρο 2 σημείο 18α)

Άρθρο 2 σημείο 20)

Άρθρο 2 σημείο 19)

Άρθρο 2 σημείο 21)

Άρθρο 3

Άρθρο 3

Άρθρο 3α

Άρθρο 4

Άρθρο 4

Άρθρο 5

Άρθρο 5 παράγραφος 1

Άρθρο 6 παράγραφος 1

Άρθρο 5 παράγραφος 1στοιχείο α)

Άρθρο 6 παράγραφος 2

Άρθρο 5 παράγραφος 2

Άρθρο 6 παράγραφος 3

Άρθρο 5 παράγραφος 3

Άρθρο 6 παράγραφος 4

Άρθρο 5 παράγραφος 4

Άρθρο 6 παράγραφος 5

Άρθρο 6

Άρθρο 7

Άρθρο 7 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 8 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 7 παράγραφος 3 στοιχείο α)

Άρθρο 8 παράγραφος 3 στοιχείο α)

Άρθρο 7 παράγραφος 3 στοιχείο αα)

Άρθρο 8 παράγραφος 3 στοιχείο β)

Άρθρο 7 παράγραφος 3 στοιχείο αβ)

Άρθρο 8 παράγραφος 3 στοιχείο γ)

Άρθρο 7 παράγραφος 3 στοιχείο αγ)

Άρθρο 8 παράγραφος 3 στοιχείο δ)

Άρθρο 7 παράγραφος 3 στοιχείο αδ)

Άρθρο 8 παράγραφος 3 στοιχείο ε)

Άρθρο 7 παράγραφος 3 στοιχείο αε)

Άρθρο 8 παράγραφος 3 στοιχείο στ)

Άρθρο 7 παράγραφος 3 στοιχείο β)

Άρθρο 8 παράγραφος 3 στοιχείο ζ)

Άρθρο 7 παράγραφος 3 στοιχείο γ)

Άρθρο 8 παράγραφος 3 στοιχείο η)

Άρθρο 7 παράγραφος 3 στοιχείο δ)

Άρθρο 8 παράγραφος 3 στοιχείο θ)

Άρθρο 8

Άρθρο 9

Άρθρο 9 παράγραφος 1

Άρθρο 10 παράγραφος 1

Άρθρο 9 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο α)

Άρθρο 10 παράγραφος 2 πρώτο και δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 9 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο β)

Άρθρο 10 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 9 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 10 παράγραφος 2 τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 9 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 10 παράγραφος 2 πέμπτο εδάφιο

Άρθρο 9 παράγραφοι 3 και 4

Άρθρο 10 παράγραφοι 3 και 4

Άρθρο 10 παράγραφοι 1 έως 5

Άρθρο 11 παράγραφοι 1 έως 5

Άρθρο 10 παράγραφος 6

Άρθρο 11

Άρθρο 12

Άρθρο 12

Άρθρο 13

Άρθρο 13

Άρθρο 14

Άρθρο 14

Άρθρο 15

Άρθρο 15

Άρθρο 16

Άρθρο 16

Άρθρο 17

Άρθρο 17

Άρθρο 18

Άρθρο 18

Άρθρο 19

Άρθρο 19

Άρθρο 20

Άρθρο 19α (κεφάλαιο IV)

Άρθρο 19α (κεφάλαιο IVα)

Άρθρο 21

Άρθρο 20

Άρθρο 22

Άρθρο 21

Άρθρο 23

Άρθρο 22

Άρθρο 24

Άρθρο 23

Άρθρο 25

Άρθρο 23α

Άρθρο 26

Άρθρο 24

Άρθρο 27

Άρθρο 25

Άρθρο 28

Άρθρο 26

Άρθρο 29

Άρθρο 26α

Άρθρο 30

Άρθρο 27

Άρθρο 31

Άρθρο 28

Άρθρο 32

Άρθρο 29

Άρθρο 33

Άρθρο 30

Άρθρο 34

Άρθρο 31

Άρθρο 35

Άρθρο 32

Άρθρο 36

Άρθρο 33

Άρθρο 37

Άρθρο 33α

Άρθρο 38

Άρθρο 34

Άρθρο 39

Άρθρο 35

Άρθρο 40

Άρθρο 36

Άρθρο 41

Άρθρο 37

Άρθρο 42

Άρθρο 37α

Άρθρο 43

Άρθρο 38

Άρθρο 39

Άρθρο 44

Άρθρο 40

Άρθρο 45

Παραρτήματα I έως VIII

Παραρτήματα I έως VIII

Παράρτημα IX

Παράρτημα X


Top