Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 02013R0575-20190101

Κανονισμοσ (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκου Κοινοβουλιου και του Συμβουλιου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2013/575/2019-01-01

02013R0575 — EL — 01.01.2019 — 004.001


Το κείμενο αυτό αποτελεί απλώς εργαλείο τεκμηρίωσης και δεν έχει καμία νομική ισχύ. Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν φέρουν καμία ευθύνη για το περιεχόμενό του. Τα αυθεντικά κείμενα των σχετικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένων των προοιμίων τους, είναι εκείνα που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι διαθέσιμα στο EUR-Lex. Αυτά τα επίσημα κείμενα είναι άμεσα προσβάσιμα μέσω των συνδέσμων που περιέχονται στο παρόν έγγραφο

►B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 26ης Ιουνίου 2013

σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1)

Τροποποιείται από:

 

 

Επίσημη Εφημερίδα

  αριθ.

σελίδα

ημερομηνία

►M1

ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2015/62 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 10ης Οκτωβρίου 2014

  L 11

37

17.1.2015

►M2

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2016/1014 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 8ης Ιουνίου 2016

  L 171

153

29.6.2016

►M3

ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2017/2188 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 11ης Αυγούστου 2017

  L 310

1

25.11.2017

►M4

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2017/2395 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 12ης Δεκεμβρίου 2017

  L 345

27

27.12.2017

►M5

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2017/2401 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 12ης Δεκεμβρίου 2017

  L 347

1

28.12.2017

 M6

ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2018/405 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 21ης Νοεμβρίου 2017

  L 74

3

16.3.2018


Διορθώνεται από:

►C1

Διορθωτικό, ΕΕ L 208, 2.8.2013, σ.  68 (575/2013)

►C2

Διορθωτικό, ΕΕ L 321, 30.11.2013, σ.  6 (575/2013)

►C3

Διορθωτικό, ΕΕ L 020, 25.1.2017, σ.  3 (575/2013)




▼B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 26ης Ιουνίου 2013

σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)



ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ



ΤΙΤΛΟΣ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει ενιαίους κανόνες που αφορούν τις γενικές προληπτικές απαιτήσεις προς τους οποίους οφείλουν να συμμορφώνονται τα ιδρύματα που εποπτεύονται δυνάμει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ σε σχέση με τα κατωτέρω στοιχεία:

α) απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αφορούν πλήρως ποσοτικοποιήσιμα, ενιαία και τυποποιημένα στοιχεία πιστωτικού κινδύνου, κινδύνου αγοράς, λειτουργικού κινδύνου και κινδύνου διακανονισμού,

β) απαιτήσεις περιορισμού των μεγάλων ανοιγμάτων,

γ) μετά τη θέση σε ισχύ της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 460, απαιτήσεις ρευστότητας που αφορούν πλήρως ποσοτικοποιήσιμα, ενιαία και τυποποιημένα στοιχεία κινδύνου ρευστότητας,

δ) απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων σχετικά με τα στοιχεία α), β) και γ) και με τη μόχλευση,

ε) απαιτήσεις δημοσιοποίησης.

Ο παρών κανονισμός δεν διέπει τις απαιτήσεις δημοσίευσης για τις αρμόδιες αρχές στον τομέα των προληπτικών κανονιστικών διατάξεων και εποπτείας των ιδρυμάτων όπως ορίζεται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ.

Άρθρο 2

Εποπτικές εξουσίες

Για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό, οι αρμόδιες αρχές έχουν τις εξουσίες και ακολουθούν τις διαδικασίες που ορίζονται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ.

Άρθρο 3

Εφαρμογή αυστηρότερων απαιτήσεων από τα ιδρύματα

Ο παρών κανονισμός δεν εμποδίζει τα ιδρύματα να διατηρούν ίδια κεφάλαια και συνιστώσες τους που υπερβαίνουν αυτά που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό ή να εφαρμόζουν μέτρα αυστηρότερα από τα προβλεπόμενα στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 4

Ορισμοί

1.  Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1) ως «πιστωτικό ίδρυμα» νοείται η επιχείρηση της οποίας η δραστηριότητα συνίσταται στην αποδοχή από το κοινό καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων και στη χορήγηση πιστώσεων για ίδιο λογαριασμό,

2) ως «επιχείρηση επενδύσεων» νοείται το πρόσωπο όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, το οποίο υπόκειται στις απαιτήσεις που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία, εκτός από:

α) τα πιστωτικά ιδρύματα,

β) τις τοπικές επιχειρήσεις,

γ) τις εταιρείες που δεν είναι αδειοδοτημένες να παρέχουν την παρεπόμενη υπηρεσία που αναφέρεται στο παράρτημα Ι τμήμα B σημείο (1) της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, οι οποίες παρέχουν μόνο μία ή περισσότερες από τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία (1), (2), (4) και (5) της εν λόγω οδηγίας και οι οποίες δεν επιτρέπεται να κρατούν χρήματα ή τίτλους που ανήκουν στους πελάτες τους και οι οποίες, για αυτόν τον λόγο, δεν μπορούν σε καμία χρονική στιγμή να εμφανίζουν οφειλές έναντι αυτών των πελατών,

3) ως «ίδρυμα» νοείται πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων,

4) ως «τοπική επιχείρηση» νοείται η επιχείρηση η οποία πραγματοποιεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό σε αγορές χρηματοπιστωτικών συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης ή δικαιωμάτων προαίρεσης ή άλλων παράγωγων μέσων και σε αγορές μετρητών με αποκλειστικό σκοπό την αντιστάθμιση θέσεων σε αγορές παράγωγων μέσων ή η οποία πραγματοποιεί συναλλαγές για λογαριασμό άλλων μελών των εν λόγω αγορών και καλύπτεται από την εγγύηση εκκαθαριστικών μελών των ίδιων αγορών, όπου η ευθύνη για την εξασφάλιση της εκτέλεσης των συμβάσεων τέτοιων επιχειρήσεων αναλαμβάνεται από εκκαθαριστικά μέλη των ίδιων αγορών,

5) ως «ασφαλιστική επιχείρηση» νοείται η ασφαλιστική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 13 σημείο 1) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) ( 1 ),

6) ως «αντασφαλιστική επιχείρηση» νοείται η αντασφαλιστική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 13 σημείο 4) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

7) ως «οργανισμός συλλογικών επενδύσεων» ή «ΟΣΕ» νοείται ένας ΟΣΕΚΑ όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) ( 2 ), περιλαμβανομένων, εκτός εάν άλλως προβλέπεται, οντοτήτων τρίτων χωρών οι οποίες εκτελούν παρόμοιες δραστηριότητες, που υπόκεινται σε εποπτεία σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο ή το δίκαιο τρίτης χώρας που εφαρμόζει εποπτικές και ρυθμιστικές απαιτήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που εφαρμόζονται στην Ένωση, ένας ΟΕΕ όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων ( 3 ) ή ένας εκτός ΕΕ ΟΕΕ, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο αα) της εν λόγω οδηγίας,

8) ως «οντότητα του δημόσιου τομέα» νοείται διοικητικός μη εμπορικός οργανισμός υπεύθυνος έναντι κεντρικών κυβερνήσεων, περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών ή έναντι αρχών που ασκούν τα ίδια καθήκοντα με τις περιφερειακές κυβερνήσεις και τις τοπικές αρχές, ή μη εμπορική επιχείρηση που ανήκει ή έχει ιδρυθεί και τελεί υπό την αιγίδα κεντρικών κυβερνήσεων, περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών και που έχει ειδικές εγγυητικές ρυθμίσεις, και μπορεί να περιλαμβάνει αυτοδιοικούμενους φορείς, η λειτουργία των οποίων διέπεται από νόμο και οι οποίοι βρίσκονται υπό δημόσια εποπτεία,

9) ως «διοικητικό όργανο» νοείται το διοικητικό όργανο όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 7) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,

10) ως «ανώτερα διοικητικά στελέχη» νοούνται τα ανώτερα διοικητικά στελέχη όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 9) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,

11) ως «συστημικός κίνδυνος» νοείται ο συστημικός κίνδυνος όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 10) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,

12) ως «κίνδυνος του υποδείγματος» νοείται ο κίνδυνος του υποδείγματος όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 11) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,

▼M5

13) ως «μεταβιβάζουσα οντότητα» νοείται σ μεταβιβάζουσα οντότητα όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 3) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 ( 4 ),

14) ως «ανάδοχη οντότητα» νοείται ανάδοχη οντότητα όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 5) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

▼M5

14α) ως «αρχικός δανειστής» νοείται ο αρχικός δανειστής όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 20) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

▼B

15) ως «μητρική επιχείρηση» νοείται:

α) η μητρική επιχείρηση κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ,

β) για τους σκοπούς του τμήματος ΙΙ των κεφαλαίων 3 και 4 των τίτλων VΙΙ και VIII της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, καθώς και του μέρους V του παρόντος κανονισμού, η μητρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ και κάθε επιχείρηση η οποία ασκεί πράγματι δεσπόζουσα επιρροή επί άλλης επιχείρησης,

16) ως «θυγατρική» νοείται:

α) η θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ,

β) η θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ και κάθε επιχείρηση επί της οποίας η μητρική επιχείρηση ασκεί πράγματι δεσπόζουσα επιρροή.

Οι θυγατρικές θυγατρικών θεωρούνται επίσης θυγατρικές της επιχείρησης που είναι η αρχική τους μητρική επιχείρηση,

17) ως «υποκατάστημα» νοείται ο τόπος επιχείρησης νομικώς εξαρτώμενης από ίδρυμα, η οποία διενεργεί άμεσα, όλες ή ορισμένες από τις συναλλαγές που εντάσσονται στις δραστηριότητες των ιδρυμάτων,

18) ως «επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών» νοείται η επιχείρηση της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην κατοχή ή διαχείριση περιουσίας, στη διαχείριση υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων ή σε παρεμφερή δραστηριότητα επικουρικής φύσης ως προς την κύρια δραστηριότητα ενός ή περισσότερων ιδρυμάτων,

►C2  19) ως «εταιρεία διαχείρισης» νοείται η εταιρεία διαχείρισης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 5) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ ή ο ΔΟΕΕ όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, περιλαμβανομένων, εάν δεν προβλέπεται άλλως, οντοτήτων τρίτων χωρών που διεξάγουν παρόμοιες δραστηριότητες και υπόκεινται στο δίκαιο τρίτης χώρας ◄ που εφαρμόζει προληπτικές εποπτικές και ρυθμιστικές απαιτήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που εφαρμόζονται στην Ένωση,

20) ως «χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών» νοείται ένα χρηματοδοτικό ίδρυμα οι θυγατρικές του οποίου είναι, αποκλειστικώς ή κυρίως, ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, ενώ μία τουλάχιστον από τις θυγατρικές αυτές επιχειρήσεις είναι ίδρυμα, και δεν είναι μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών,

21) ως «μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών» νοείται η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 15) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ,

22) ως «μικτή εταιρεία συμμετοχών» νοείται η μητρική εταιρεία η οποία δεν είναι χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή ίδρυμα ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών και μεταξύ των θυγατρικών της οποίας περιλαμβάνεται ένα τουλάχιστον ίδρυμα,

23) ως «ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας» νοείται η ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας όπως ορίζεται στο άρθρο 13 σημείο 3) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

24) ως «αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας» νοείται η αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας όπως ορίζεται στο άρθρο 13 σημείο 6) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

25) ως «αναγνωρισμένη επιχείρηση επενδύσεων τρίτων χωρών» νοείται η επιχείρηση η οποία πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) εάν ήταν εγκατεστημένη εντός της Ένωσης, θα καλυπτόταν από τον ορισμό της επιχείρησης επενδύσεων,

β) έχει άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα,

γ) υπόκειται σε και οφείλει να τηρεί κανόνες προληπτικής εποπτείας που θεωρούνται από τις αρμόδιες αρχές ως τουλάχιστον εξίσου αυστηροί με τους κανόνες που θεσπίζει ο παρών κανονισμός ή η οδηγία 2013/36/ΕΕ,

26) ως «χρηματοδοτικό ίδρυμα» νοείται μια επιχείρηση πλην ιδρύματος, η κύρια δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών ή στην άσκηση μίας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που παρατίθενται στα σημεία 2 έως 12 και στο σημείο 15 του παραρτήματος I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, περιλαμβανομένων των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών, των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, των ιδρυμάτων πληρωμών κατά την έννοια της οδηγίας 2007/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά ( 5 ) και των εταιρειών διαχείρισης, ►C2  αλλά αποκλειομένων των ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου και των ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας όπως ορίζονται, αντίστοιχα, στο άρθρο 212 παράγραφος 1 στοιχεία στ) και ζ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, ◄

27) ως «οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα» νοείται οποιοσδήποτε από τους κατωτέρω φορείς:

α) ίδρυμα,

β) χρηματοδοτικό ίδρυμα,

γ) επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών που περιλαμβάνεται στην ενοποιημένη χρηματοοικονομική κατάσταση ενός ιδρύματος,

δ) ασφαλιστική επιχείρηση,

ε) ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας,

στ) αντασφαλιστική επιχείρηση,

ζ) αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας,

▼C2

η) ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου όπως ορίζεται στο άρθρο 212 παράγραφος 1 στοιχείο στ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

▼C2

▼B

ια) επιχείρηση που εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας,

ιβ) επιχείρηση τρίτης χώρας με κύρια δραστηριότητα συγκρίσιμη με οποιαδήποτε από τις οντότητες των στοιχείων α) έως ια),

28) ως «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος» νοείται το ίδρυμα εντός κράτους μέλους το οποίο διαθέτει θυγατρικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή το οποίο κατέχει συμμετοχή σε τέτοιο ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα και το οποίο δεν αποτελεί το ίδιο θυγατρική άλλου ιδρύματος με άδεια λειτουργίας στο ίδιο κράτος μέλος ή χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί στο ίδιο κράτος μέλος,

29) ως «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ» νοείται το μητρικό ίδρυμα εντός κράτους μέλους, το οποίο δεν αποτελεί θυγατρική άλλου ιδρύματος με άδεια λειτουργίας σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ή χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί σε οποιοδήποτε κράτος μέλος,

30) ως «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» νοείται μια χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών η οποία δεν αποτελεί η ίδια θυγατρική ιδρύματος με άδεια λειτουργίας στο ίδιο κράτος μέλος ή άλλης χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί στο ίδιο κράτος μέλος,

31) ως «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ» νοείται η μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εντός κράτους μέλους η οποία δεν αποτελεί θυγατρική ιδρύματος με άδεια λειτουργίας σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ή άλλης χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί σε οποιοδήποτε κράτος μέλος,

32) ως «μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» νοείται μια μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών η οποία δεν αποτελεί η ίδια θυγατρική ιδρύματος με άδεια λειτουργίας στο ίδιο κράτος μέλος, ή χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί στο ίδιο κράτος μέλος,

33) ως «μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ» νοείται η μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εντός κράτους μέλους η οποία δεν αποτελεί θυγατρική ιδρύματος με άδεια λειτουργίας σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ή άλλης χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί σε οποιοδήποτε κράτος μέλος,

34) ως «κεντρικός αντισυμβαλλόμενος» ή «CCP» νοείται ο CCP όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) 648/2012,

35) ως «συμμετοχή» νοείται η συμμετοχή κατά την έννοια της πρώτης πρότασης του άρθρου 17 της τέταρτης οδηγίας 78/660/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί των ετησίων λογαριασμών εταιρειών ορισμένων μορφών ( 6 ), ή η άμεση ή έμμεση κατοχή τουλάχιστον του 20 % ή περισσότερο των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης·

36) ως «ειδική συμμετοχή» νοείται η άμεση ή έμμεση κατοχή κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 10 % του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης ή που καθιστά δυνατή την άσκηση ουσιώδους επιρροής στη διαχείριση της επιχείρησης αυτής,

37) ως «έλεγχος» νοείται η σχέση μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης, ως ορίζεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ ή τα λογιστικά πρότυπα στα οποία υπόκειται ίδρυμα δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1606/2002 ή παρεμφερής σχέση μεταξύ κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου και επιχείρησης,

38) ως «στενοί δεσμοί» νοείται η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται μεταξύ τους με έναν από τους κάτωθι τρόπους:

α) συμμετοχή υπό μορφή ιδιοκτησίας, άμεσης ή μέσω ελέγχου, του 20 % ή ανώτερου ποσοστού των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης,

β) έλεγχος,

γ) η κατάσταση κατά την οποία αμφότερα ή όλα τα πρόσωπα αυτά συνδέονται σταθερά με το αυτό τρίτο πρόσωπο μέσω ελέγχου,

39) ως «ομάδα συνδεδεμένων πελατών» νοείται ένα εκ των εξής:

α) δύο ή περισσότερα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, τα οποία, πλην αντιθέτου αποδείξεως, συνιστούν ενιαίο κίνδυνο, διότι το ένα ελέγχει, άμεσα ή έμμεσα, το άλλο ή τα άλλα,

β) δύο ή περισσότερα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, μεταξύ των οποίων δεν υπάρχει σχέση ελέγχου κατά την έννοια του στοιχείου α), αλλά τα οποία θεωρούνται ως αποτελούντα έναν ενιαίο κίνδυνο διότι συνδέονται μεταξύ τους κατά τρόπο που, εάν ένα από αυτά αντιμετωπίζει χρηματοοικονομικά προβλήματα, και ιδίως δυσκολίες χρηματοδότησης ή αποπληρωμής, το άλλο ή όλα τα άλλα πιθανόν να αντιμετωπίσουν επίσης δυσκολίες χρηματοδότησης ή αποπληρωμής.

Κατά παρέκκλιση των στοιχείων α) και β), σε περίπτωση που μια κεντρική κυβέρνηση ελέγχει άμεσα ή διασυνδέεται άμεσα με περισσότερα από ένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, το σύνολο που αποτελείται από την κεντρική κυβέρνηση και όλα τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από αυτή σύμφωνα με το στοιχείο α) ή διασυνδέονται με αυτή σύμφωνα με το στοιχείο β) μπορεί να θεωρείται ότι δε συνιστά ομάδα συνδεδεμένων πελατών. Αντιθέτως, η ύπαρξη ομάδας συνδεδεμένων πελατών που σχηματίζεται από την κεντρική κυβέρνηση και λοιπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα μπορεί να αξιολογηθεί χωριστά για κάθε ένα από τα πρόσωπα που ελέγχονται άμεσα από αυτή σύμφωνα με το στοιχείο α) ή διασυνδέονται άμεσα με αυτή σύμφωνα με το στοιχείο β) και για το σύνολο των φυσικών και νομικών προσώπων που ελέγχονται από το εν λόγω πρόσωπο σύμφωνα με το στοιχείο α) ή διασυνδέονται με το εν λόγω πρόσωπο σύμφωνα με το στοιχείο β), συμπεριλαμβανομένης της κεντρικής κυβέρνησης. Το ίδιο ισχύει και σε περιπτώσεις περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών στις οποίες εφαρμόζεται το άρθρο 115 παράγραφος 2,

40) ως «αρμόδια αρχή» νοείται η δημόσια αρχή ή το όργανο που έχουν επίσημα αναγνωριστεί από το εθνικό δίκαιο και έχουν εξουσιοδοτηθεί βάσει του εθνικού δικαίου να εποπτεύουν ιδρύματα ως υπαγόμενα στο σύστημα εποπτείας που εφαρμόζεται στο οικείο κράτος μέλος,

41) ως «αρχή ενοποιημένης εποπτείας» νοείται η αρχή που είναι αρμόδια για την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση των μητρικών ιδρυμάτων που είναι εγκατεστημένα στην ΕΕ και των ιδρυμάτων που ελέγχονται από μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ ή μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ,

42) ως «άδεια λειτουργίας» νοείται μια πράξη, οποιασδήποτε μορφής, των αρχών, από την οποία απορρέει το δικαίωμα άσκησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας,

43) ως «κράτος μέλος προέλευσης» νοείται το κράτος μέλος όπου έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας σε ίδρυμα,

44) ως «κράτος μέλος υποδοχής» νοείται το κράτος μέλος όπου ίδρυμα έχει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες,

45) ως «κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ» νοούνται οι εθνικές κεντρικές τράπεζες που είναι μέλη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ),

46) ως «κεντρικές τράπεζες» νοούνται οι κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ και οι κεντρικές τράπεζες τρίτων χωρών,

47) ως «ενοποιημένη κατάσταση» νοείται η κατάσταση που προκύπτει από την εφαρμογή των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλο ΙΙ κεφάλαιο 2 σε ένα ίδρυμα, ως εάν το εν λόγω ίδρυμα αποτελούσε ένα ενιαίο ίδρυμα από κοινού με μία ή περισσότερες άλλες οντότητες,

48) ως «ενοποιημένη βάση» νοείται η βάση της ενοποιημένης κατάστασης,

49) «υποενοποιημένη βάση» σημαίνει βάσει της ενοποιημένης κατάστασης μητρικού ιδρύματος, μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που δεν περιλαμβάνει υποομάδα οντοτήτων ή βάσει της ενοποιημένης κατάστασης μητρικού ιδρύματος, μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μητρικής μικτης χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που δεν είναι το τελικό μητρικό ίδρυμα, η τελική μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η τελική μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών,

50) ως «χρηματοοικονομικό μέσο» νοείται οποιοδήποτε από τα κατωτέρω στοιχεία:

α) η σύμβαση από την οποία προκύπτει ένα χρηματοοικονομικό στοιχείο ενεργητικού για το ένα συμβαλλόμενο μέρος και ένα χρηματοπιστωτικό στοιχείο παθητικού ή ιδίου κεφαλαίου για το έτερο συμβαλλόμενο μέρος,

β) μέσο που ορίζεται στο παράρτημα Ι τμήμα Γ της οδηγίας 2004/39/ΕΚ,

γ) ένα παράγωγο χρηματοοικονομικό μέσο,

δ) ένα πρωτογενές χρηματοοικονομικό μέσο,

ε) ένα μέσο σε μετρητά.

Τα μέσα που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) είναι χρηματοοικονομικά μέσα μόνο εάν η αξία τους προκύπτει από την τιμή υποκείμενου χρηματοοικονομικά μέσου ή από την τιμή άλλου υποκείμενου στοιχείου, ποσοστού ή δείκτη,

51) ως «αρχικό κεφάλαιο» νοούνται το ποσό και τα είδη των ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στο άρθρο 12 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ για τα πιστωτικά ιδρύματα και στον τίτλο IV της εν λόγω οδηγίας για τις επιχειρήσεις επενδύσεων,

52) ως «λειτουργικός κίνδυνος» νοείται ο κίνδυνος ζημιών οφειλόμενων στην ανεπάρκεια ή την αποτυχία εσωτερικών διαδικασιών, ατόμων και συστημάτων ή σε εξωτερικά γεγονότα και περιλαμβάνει τον νομικό κίνδυνο,

53) ως «κίνδυνος απομείωσης της αξίας εισπρακτέων» νοείται ο κίνδυνος ότι ένα εισπρακτέο ποσό θα μειωθεί με πίστωση μετρητών ή άλλου είδους προς τον οφειλέτη,

54) ως «πιθανότητα αθέτησης υποχρέωσης» ή «PD» νοείται η πιθανότητα αθέτησης ενός αντισυμβαλλομένου σε περίοδο ενός έτους,

55) ως «ζημία λόγω αθέτησης» ή «LGD» νοείται ο λόγος της ζημίας από άνοιγμα εξαιτίας της αθέτησης υποχρεώσεων εκ μέρους ενός αντισυμβαλλομένου προς το ποσό που είναι ανεξόφλητο κατά τον χρόνο της αθέτησης,

56) ως «συντελεστής μετατροπής» νοείται ο λόγος του μη αναληφθέντος μέρους μιας πιστοδότησης, το οποίο θα μπορούσε να αναληφθεί και το οποίο, ως εκ τούτου, θα ήταν ανεξόφλητο σε περίπτωση αθέτησης, προς το επί του παρόντος μη αναληφθέν μέρος της πιστοδότησης αυτής, όπου η έκταση της πιστοδότησης καθορίζεται από το εγκεκριμένο όριο, εκτός αν το μη εγκεκριμένο όριο είναι μεγαλύτερο,

57) ως «τεχνική μείωσης πιστωτικού κινδύνου» νοείται η μέθοδος που εφαρμόζει ένα ίδρυμα προκειμένου να μειωθεί ο πιστωτικός κίνδυνος που συνδέεται με ένα ή περισσότερα ανοίγματα που εξακολουθεί να διατηρεί το εν λόγω ίδρυμα,

58) ως «χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία» νοείται η τεχνική μείωσης του πιστωτικού κινδύνου όταν η μείωση του πιστωτικού κινδύνου ενός χρηματοδοτικού ανοίγματος ενός ιδρύματος απορρέει από το δικαίωμα του εν λόγω ιδρύματος – σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης του αντισυμβαλλομένου ή επέλευσης άλλων συγκεκριμένων πιστωτικών συμβάντων που έχουν σχέση με τον αντισυμβαλλόμενο – να προβεί στη ρευστοποίηση ή να επιτύχει τη μεταβίβαση ή την κατάσχεση ή την παρακράτηση ορισμένων περιουσιακών στοιχείων ή ποσών, ή να μειώσει το ποσό του ανοίγματος ή να το αντικαταστήσει με το ποσό της διαφοράς μεταξύ του ύψους του ανοίγματος και του ύψους μιας υποχρέωσης του ιδρύματος,

59) ως «μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία» νοείται η τεχνική μείωσης του πιστωτικού κινδύνου όπου η μείωση του πιστωτικού κινδύνου ενός χρηματοδοτικού ανοίγματος ενός ιδρύματος απορρέει από την υποχρέωση τρίτου να καταβάλει ένα ποσό σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων του δανειολήπτη ή από την επέλευση άλλων συγκεκριμένων πιστωτικών συμβάντων,

60) ως «μέσο εξομοιούμενο με μετρητά» νοείται ένα πιστοποιητικό καταθέσεων, ομόλογο, συμπεριλαμβανομένων των καλυμμένων ομολόγων, ή άλλο μέσο μη μειωμένης εξασφάλισης, το οποίο έχει εκδοθεί από ίδρυμα, έχει ήδη καταβληθεί στο σύνολό του στο ίδρυμα και επιστρέφεται άνευ όρων από το ίδρυμα στην ονομαστική του αξία,

▼M5

61) ως «τιτλοποίηση» νοείται τιτλοποίηση όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

62) ως «θέση τιτλοποίησης» νοείται θέση τιτλοποίησης όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 19) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

63) ως «επανατιτλοποίηση» νοείται επανατιτλοποίηση όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 4) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

▼B

64) ως «θέση επανατιτλοποίησης» νοείται ένα άνοιγμα σε επανατιτλοποίηση,

65) ως «πιστωτική ενίσχυση» νοείται η συμβατική ρύθμιση με την οποία η πιστωτική ποιότητα της θέσης σε μια τιτλοποίηση βελτιώνεται σε σχέση με ό,τι θα ήταν χωρίς την ενίσχυση, περιλαμβανομένης της ενίσχυσης που παρέχουν περισσότερα ελάσσονος εξοφλητικής προτεραιότητας τμήματα τιτλοποίησης (junior tranches) και άλλα είδη πιστωτικής προστασίας,

▼M5

66) ως «οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση» ή «ΟΕΣΤ» νοείται οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση ή ΟΕΣΤ όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

67) ως «τμήμα τιτλοποίησης» νοείται σ τμήμα τιτλοποίησης όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 6) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402,

▼B

68) ως «αποτίμηση με τιμές αγοράς» νοείται η αποτίμηση θέσεων σε τιμές ρευστοποίησης άμεσα διαθέσιμες και προερχόμενες από ανεξάρτητη πηγή, όπως τιμές χρηματιστηρίου, τιμές διαθέσιμες από ηλεκτρονικές πηγές και τιμές πρόθεσης συναλλαγής προερχόμενες από περισσότερες ανεξάρτητες και αξιόπιστες χρηματιστηριακούς διαμεσολαβητές,

69) ως «αποτίμηση βάσει υποδείγματος» νοείται κάθε αποτίμηση η οποία πρέπει να γίνει με τη μέθοδο της συγκριτικής αξιολόγησης ή της προβολής ή να υπολογισθεί άλλως με βάση ένα ή περισσότερα δεδομένα της αγοράς,

70) ως «ανεξάρτητη επαλήθευση τιμών» νοείται η διαδικασία με την οποία οι τιμές αγοράς ή τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για την αποτίμηση βάσει υποδείγματος υποβάλλονται σε τακτικό έλεγχο της ακρίβειας και ανεξαρτησίας τους,

▼C2

71) ως «αποδεκτό κεφάλαιο» νοούνται τα ακόλουθα:

α) για τους σκοπούς του τίτλου ΙΙΙ του δεύτερου μέρους, νοείται το σύνολο των κατωτέρω:

i) κεφάλαιο της κατηγορίας 1, όπως αναφέρεται στο άρθρο 25, χωρίς να εφαρμόζεται η αφαίρεση στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) σημείο i),

ii) κεφάλαιο της κατηγορίας 2, όπως αναφέρεται στο άρθρο 71, που είναι ίσο ή λιγότερο από το ένα τρίτο του κεφαλαίου της κατηγορίας 1, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το σημείο i) του παρόντος στοιχείου,

β) για τους σκοπούς του άρθρου 97 και του τέταρτου μέρους, νοείται το σύνολο των κατωτέρω:

i) κεφάλαιο της κατηγορίας 1, όπως αναφέρεται στο άρθρο 25,

ii) κεφάλαιο της κατηγορίας 2, όπως αναφέρεται στο άρθρο 71, που είναι ίσο ή λιγότερο από το ένα τρίτο του κεφαλαίου της κατηγορίας 1,

▼B

72) ως «αναγνωρισμένα χρηματιστήρια» νοούνται τα χρηματιστήρια που πληρούν σωρευτικά τα κάτωθι κριτήρια:

α) είναι ρυθμιζόμενες αγορές,

β) έχουν μηχανισμό εκκαθάρισης βάσει του οποίου οι συμβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα II υπόκεινται σε καθημερινές απαιτήσεις περιθωρίου ασφάλισης οι οποίες, σύμφωνα με τις αρμόδιες αρχές, παρέχουν επαρκή προστασία,

73) ως «προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές» νοούνται προσαυξημένες συνταξιοδοτικές παροχές που χορηγούνται σε προαιρετική βάση από το ίδρυμα σε εργαζόμενο, ως μέρος του συνόλου των μεταβλητών αποδοχών του, οι οποίες δεν περιλαμβάνουν τις δεδουλευμένες παροχές που αποδίδονται σε εργαζόμενο δυνάμει των όρων του εταιρικού συνταξιοδοτικού προγράμματος,

74) ως «αξία του ενυπόθηκου ακινήτου» νοείται η αξία ακινήτου ως αποτιμάται κατόπιν προσεκτικής εκτίμησης της μελλοντικής εμπορευσιμότητάς του, λαμβάνοντας υπόψη τα μακροχρόνια διατηρήσιμα χαρακτηριστικά του, τις κανονικές και τις τοπικές συνθήκες της αγοράς, την τρέχουσα χρήση του ακινήτου και τις ενδεχόμενες εναλλακτικές χρήσεις του,

75) ως «ακίνητο κατοικίας» νοείται η κατοικία που καταλαμβάνει ο ιδιοκτήτης ή ο μισθωτής αυτής, περιλαμβανομένου του δικαιώματος διαμονής σε διαμέρισμα σε οικιστικούς συνεταιρισμούς που βρίσκονται στη Σουηδία,

76) ως «αγοραία αξία», για τους σκοπούς της ακίνητης περιουσίας, νοείται το εκτιμώμενο ποσό έναντι του οποίου θα ανταλλασσόταν το ακίνητο κατά την ημέρα της αποτίμησης μεταξύ ενός ενδιαφερόμενου αγοραστή και ενός ενδιαφερόμενου πωλητή, οι οποίοι συναλλάσσονται υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού μετά από κατάλληλη εμπορική διαπραγμάτευση και ενεργούν έκαστος εν πλήρη γνώσει, με σύνεση και χωρίς καταναγκασμό,

77) ως «εφαρμοστέο λογιστικό πλαίσιο» νοούνται τα λογιστικά πρότυπα στα οποία υπόκειται το ίδρυμα δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 ή της οδηγίας αριθ. 86/635/ΕΟΚ,

78) ως «ποσοστό αθέτησης ενός έτους» νοείται η αναλογία μεταξύ του αριθμού των αθετήσεων υποχρέωσης που επήλθαν κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που αρχίζει ένα έτος πριν από μια ημερομηνία Τ και του αριθμού των οφειλετών που εμπίπτουν στην εν λόγω βαθμίδα ή ομάδα ένα έτος πριν από την ως άνω ημερομηνία,

79) ως «κερδοσκοπική χρηματοδότηση ακίνητης περιουσίας» νοούνται τα δάνεια για την αγορά ή την ανάπτυξη ή κατασκευή επί οικοπέδου, τα οποία αφορούν ακίνητη περιουσία ή παρόμοια περιουσία, με στόχο την επαναπώληση με σκοπό το κέρδος,

80) ως «χρηματοδότηση του εμπορίου» νοείται η χρημαδότηση, περιλαμβανομένων των εγγυήσεων, που συνδέεται με την ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών μέσω χρηματοπιστωτικών προϊόντων ορισμένης βραχυπρόθεσμης ληκτότητας, κατά κανόνα μικρότερης του ενός έτους, χωρίς αυτόματη αναχρηματοδότηση,

81) ως «επισήμως στηριζόμενες εξαγωγικές πιστώσεις» νοούνται τα δάνεια ή οι πιστώσεις για τη χρηματοδότηση της εξαγωγής αγαθών και υπηρεσιών για τα οποία παρέχονται εγγυήσεις, ασφάλιση ή άμεση χρηματοδότηση από επίσημο οργανισμό εξαγωγικών πιστώσεων,

▼C2

82) ως «συμφωνία πώλησης και επαναγοράς» και «συμφωνία αγοράς και επαναπώλησης» νοείται κάθε συμφωνία βάσει της οποίας ένα ίδρυμα ή ο αντισυμβαλλόμενός του μεταβιβάζει τίτλους ή βασικά εμπορεύματα ή εγγυημένα δικαιώματα που αφορούν τίτλο κυριότητας τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων και όπου η εγγύηση αυτή έχει εκδοθεί από αναγνωρισμένο χρηματιστήριο που κατέχει τα δικαιώματα επί των τίτλων ή των βασικών εμπορευμάτων και η συμφωνία δεν επιτρέπει σε ένα ίδρυμα να μεταβιβάσει ή ενεχυριάσει ένα συγκεκριμένο τίτλο ή βασικό εμπόρευμα σε πλείονες του ενός αντισυμβαλλομένους ταυτόχρονα, υπό την προϋπόθεση της δέσμευσης επαναγοράς τους — ή επαναγοράς υποκατάστατων τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων με τα αυτά χαρακτηριστικά — σε καθορισμένη τιμή και συγκεκριμένη μελλοντική ημερομηνία, που ορίζεται ή πρόκειται να ορισθεί από τον μεταβιβάζοντα, όπου η συμφωνία για το ίδρυμα που πωλεί τους τίτλους ή τα βασικά εμπορεύματα είναι συμφωνία πώλησης και επαναγοράς, για δε το ίδρυμα που τους αγοράζει συμφωνία αγοράς και επαναπώλησης,

▼B

83) ως «πράξη επαναγοράς» νοείται κάθε πράξη που διέπεται από «συμφωνία πώλησης και επαναγοράς» ή «συμφωνία αγοράς και επαναπώλησης»,

84) ως «απλή συμφωνία πώλησης και επαναγοράς» νοείται η πράξη πώλησης και επαναγοράς για ένα μόνο στοιχείο περιουσίας ή για παρόμοια μη περίπλοκα στοιχεία περιουσίας, κατ’ αντιδιαστολή προς μια ομάδα στοιχείων ενεργητικού,

85) ως «θέσεις που κατέχονται με σκοπό τη διαπραγμάτευση» νοούνται οι εξής:

α) οι για ίδιο λογαριασμό κατεχόμενες θέσεις και οι θέσεις που προκύπτουν από εξυπηρέτηση πελατών και δραστηριότητες ειδικής διαπραγμάτευσης,

β) οι θέσεις που πρόκειται να επαναπωληθούν βραχυπρόθεσμα,

γ) οι θέσεις που έχουν στόχο την αποκόμιση κέρδους από πραγματικές ή αναμενόμενες βραχυπρόθεσμες αποκλίσεις μεταξύ των τιμών αγοράς και των τιμών πώλησης ή από άλλου είδους διακυμάνσεις των τιμών ή των επιτοκίων,

86) ως «χαρτοφυλάκιο συναλλαγών» νοείται το σύνολο των θέσεων ενός ιδρύματος σε χρηματοπιστωτικά μέσα και βασικά εμπορεύματα, οι οποίες κατέχονται είτε με σκοπό τη συναλλαγή, είτε με σκοπό την αντιστάθμιση θέσεων που κατέχονται με σκοπό τη συναλλαγή,

87) ως «πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης» νοείται ο πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης όπως ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 15) της οδηγίας 2004/39/ΕΚ,

88) ως «αναγνωρισμένος κεντρικός αντισυμβαλλόμενος» νοείται ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που είτε έχει εξουσιοδοτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 είτε έχει αναγνωρισθεί σύμφωνα με το άρθρο 25 του εν λόγω κανονισμού,

89) ως «κεφάλαιο εκκαθάρισης» νοείται το κεφάλαιο που καθορίζεται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σύμφωνα με το άρθρο 42 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και αξιοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 45 του εν λόγω κανονισμού,

90) ως «προκαταβεβλημένη συνεισφορά στο κεφάλαιο εκκαθάρισης κεντρικού αντισυμβαλλομένου» νοείται η συνεισφορά στο κεφάλαιο εκκαθάρισης κεντρικού αντισυμβαλλομένου η οποία καταβάλλεται από ίδρυμα,

►C2  91) ως «συναλλακτικό άνοιγμα» νοείται το τρέχον άνοιγμα, συμπεριλαμβανομένου του περιθωρίου μεταβλητότητας που οφείλεται στο εκκαθαριστικό μέλος ή στον πελάτη αλλά δεν έχει ακόμα ληφθεί, ◄ και οποιοδήποτε δυνητικό μελλοντικό άνοιγμα εκκαθαριστικού μέλους ή πελάτη προς κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, το οποίο προκύπτει από συμβάσεις και συναλλαγές που παρατίθενται στο άρθρο 301 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε), καθώς και το αρχικό περιθώριο ασφάλειας,

92) ως «ρυθμιζόμενες αγορές» νοούνται οι ρυθμιζόμενες αγορές όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 14) της οδηγίας 2004/39/ΕΚ,

93) ως «μόχλευση» νοείται το σχετικό μέγεθος των στοιχείων ενεργητικού ενός ιδρύματος, των υποχρεώσεων εκτός ισολογισμού και των ενδεχόμενων υποχρεώσεων προς πληρωμή, προς παράδοση ή προς παροχή εγγύησης, περιλαμβανομένων των υποχρεώσεων από ληφθείσα χρηματοδότηση, αναληφθείσες δεσμεύσεις, παράγωγα μέσα και συμφωνίες πώλησης και επαναγοράς, αλλά εξαιρουμένων των υποχρεώσεων που μπορούν να εκτελεστούν μόνο στο πλαίσιο της εκκαθάρισης ενός ιδρύματος, συγκρινόμενα με τα ίδια κεφάλαια του εν λόγω ιδρύματος,

94) ως «κίνδυνος υπερβολικής μόχλευσης» νοείται ο κίνδυνος που απορρέει από τον ευάλωτο χαρακτήρα ιδρύματος λόγω μόχλευσης ή ενδεχόμενης μόχλευσης που ενδέχεται να απαιτεί ακούσια διορθωτικά μέτρα στο επιχειρηματικό σχέδιό του, περιλαμβανομένης της υπό πίεση πώλησης στοιχείων ενεργητικού που μπορεί να οδηγήσει σε ζημίες ή σε αναπροσαρμογές της αξίας των λοιπών στοιχείων του ενεργητικού του,

95) ως «προσαρμογή πιστωτικού κινδύνου» νοείται το ποσό ειδικών και γενικών προβλέψεων ζημιών από δάνεια για πιστωτικούς κινδύνους, που αναγνωρίζεται στις οικονομικές καταστάσεις του ιδρύματος σύμφωνα με το εφαρμοστέο λογιστικό πλαίσιο,

96) ως «εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου» νοείται η θέση η οποία αντισταθμίζει σημαντικά συνιστώσες στοιχείων κινδύνου μεταξύ θέσης του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και κάποιας εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή μεταξύ συνόλων θέσεων,

97) ως «υποχρέωση αναφοράς» νοείται η υποχρέωση που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της αξίας διακανονισμού με χρηματικά διαθέσιμα ενός πιστωτικού παράγωγου,

98) ως «εξωτερικός οργανισμός πιστοληπτικών αξιολογήσεων» ή «ΕΟΠΑ» νοείται ο οργανισμός αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ο οποίος είναι εγγεγραμμένος ή πιστοποιημένος σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ( 7 ) ή η κεντρική τράπεζα η οποία εκδίδει πιστωτικές διαβαθμίσεις που εξαιρούνται από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1060/2009,

99) ως «καθορισμένος ΕΟΠΑ» νοείται ο ΕΟΠΑ που έχει καθορισθεί από ίδρυμα,

100) ο όρος «συσσωρευμένα λοιπά συνολικά έσοδα» έχει την ίδια έννοια με αυτή του Διεθνούς Λογιστικού Προτύπου (ΔΛΠ) 1, ως ισχύει δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002,

101) ως «βασικά ίδια κεφάλαια» νοούνται τα ίδια κεφάλαια κατά την έννοια του άρθρου 88 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

102) ως «ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της Κατηγορίας 1» νοούνται τα στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων που υπόκεινται στις απαιτήσεις της οδηγίας 2009/138/ΕΚ εφόσον τα εν λόγω στοιχεία ταξινομούνται στην Κατηγορία 1 κατά την έννοια της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 94 παράγραφος 1 της εν λόγω οδηγίας,

103) ως «πρόσθετα ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της Κατηγορίας 1» νοούνται τα στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων που υπόκεινται στις απαιτήσεις της οδηγίας 2009/138/ΕΚ εφόσον τα εν λόγω στοιχεία ταξινομούνται στην Κατηγορία 1 κατά την έννοια της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 94 παράγραφος 1 της εν λόγω οδηγίας και εφόσον η συμπερίληψη των ως άνω στοιχείων περιορίζεται από τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που ψηφίζονται σύμφωνα με το άρθρο 99 της ανωτέρω οδηγίας,

104) ως «ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της Κατηγορίας 2» νοούνται τα στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων που υπόκεινται στις απαιτήσεις της οδηγίας 2009/138/ΕΚ εφόσον τα εν λόγω στοιχεία ταξινομούνται στην Κατηγορία 2 κατά την έννοια της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 94 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας,

105) ως «ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της Κατηγορίας 3» νοούνται τα στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων που υπόκεινται στις απαιτήσεις της οδηγίας 2009/138/ΕΚ εφόσον τα εν λόγω στοιχεία ταξινομούνται στην Κατηγορία 3 κατά την έννοια της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 94 παράγραφος 3 της εν λόγω οδηγίας,

106) ο όρος «αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις» έχει την ίδια έννοια με αυτή του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

107) ως «αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία» νοούνται οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις η μελλοντική αξία των οποίων μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο σε περίπτωση που το ίδρυμα παραγάγει φορολογήσιμο κέρδος στο μέλλον,

108) ο όρος «αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις» έχει την ίδια έννοια με αυτή του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

109) ως «περιουσιακά στοιχεία συνταξιοδοτικού ταμείου προκαθορισμένων παροχών» νοούνται τα περιουσιακά στοιχεία ενός συνταξιοδοτικού ταμείου ή συνταξιοδοτικού προγράμματος προκαθορισμένων παροχών, ανάλογα με την περίπτωση, υπολογισμένα μετά την αφαίρεση των υποχρεώσεων του ίδιου ταμείου ή προγράμματος,

110) ως «διανομές» νοείται η πληρωμή μερισμάτων ή τόκου οποιασδήποτε μορφής,

111) ο όρος «χρηματοπιστωτική επιχείρηση» έχει την ίδια έννοια με αυτή του άρθρου 13 σημείο 25) στοιχεία β) και δ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

112) ο όρος «κεφάλαια για γενικούς τραπεζικούς κινδύνους» έχει την ίδια έννοια με αυτή του άρθρου 38 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ,

113) ο όρος «υπεραξία» έχει την ίδια έννοια με αυτήν του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

114) ως «έμμεση συμμετοχή» νοείται κάθε άνοιγμα σε ενδιάμεση οντότητα η οποία έχει άνοιγμα σε κεφαλαιακά μέσα εκδοθέντα από οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα όπου, σε περίπτωση μόνιμης διαγραφής των κεφαλαιακών μέσων που έχει εκδώσει η οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα, η επακόλουθη ζημία του ιδρύματος δεν θα διέφερε ουσιαστικά από τη ζημία που θα συνεπαγόταν για το ίδρυμα άμεση συμμετοχή σε αυτά τα κεφαλαιακά μέσα που έχει εκδώσει η οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα,

115) ο όρος «άυλα στοιχεία ενεργητικού» έχει την ίδια έννοια με αυτήν του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου και περιλαμβάνει την υπεραξία,

116) ως «άλλα κεφαλαιακά μέσα» νοούνται τα κεφαλαιακά μέσα που εκδίδονται από οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα που δεν είναι αποδεκτά ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, ως πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2 ή ως ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 1, πρόσθετα ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 1, ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 2 ή ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 3,

117) ως «λοιπά αποθεματικά» νοούνται τα αποθεματικά κατά την έννοια του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου, τα οποία πρέπει να κοινοποιούνται δυνάμει του ισχύοντος λογιστικού προτύπου, εξαιρουμένων τυχόν ποσών που περιλαμβάνονται ήδη στο λοιπό συνολικό συσσωρευμένο εισόδημα ή στα αδιανέμητα κέρδη,

118) ως «ίδια κεφάλαια» νοείται το άθροισμα του κεφαλαίου της Κατηγορίας 1 και του κεφαλαίου της Κατηγορίας 2,

119) ως «μέσα ιδίων κεφαλαίων» νοούνται τα κεφαλαιακά μέσα που εκδίδονται από το ίδρυμα και χαρακτηρίζονται ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2,

120) ως «δικαίωμα μειοψηφίας» νοείται το ποσό του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 θυγατρικής ή ιδρύματος που αποδίδεται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα πέραν αυτών που εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής της εποπτικής ενοποίησης του ιδρύματος,

121) ο όρος «κέρδος» έχει την ίδια έννοια με αυτήν του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

122) ως «αμοιβαία συμμετοχή» νοείται η συμμετοχή ιδρύματος στα μέσα ιδίων κεφαλαίων ή σε άλλα κεφαλαιακά μέσα που εκδίδονται από οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα εφόσον οι εν λόγω οντότητες κατέχουν επίσης μέσα ιδίων κεφαλαίων εκδοθέντα από το ίδρυμα,

123) ως «κέρδη εις νέον» νοούνται τα αποτελέσματα που μεταφέρονται στην επόμενη περίοδο κατόπιν της τελικής εφαρμογής των αποτελεσμάτων δυνάμει των ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

124) ο όρος «διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο» έχει την ίδια έννοια με αυτήν του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

125) ο όρος «προσωρινές διαφορές» έχει την ίδια έννοια με αυτήν του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

126) ως «σύνθετη συμμετοχή» νοείται επένδυση ιδρύματος σε χρηματοοιιονομικό μέσο η αξία του οποίου συνδέεται άμεσα με την αξία των κεφαλαιακών μέσων που έχει εκδώσει οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα,

127) ως «συνεγγυητικό σύστημα» νοείται το σύστημα που πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) τα ιδρύματα εμπίπτουν στο ίδιο θεσμικό σύστημα προστασίας που αναφέρεται στο άρθρο 113 παράγραφος 7,

β) τα ιδρύματα είναι πλήρως ενοποιημένα σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) ή δ) ή το άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ υπάγονται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ιδρύματος που αποτελεί μητρικό ίδρυμα σε κράτος μέλος σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 του παρόντος κανονισμού και υπόκεινται σε απαίτηση ιδίων κεφαλαίων,

γ) το μητρικό ίδρυμα που είναι εγκατεστημένο σε κράτος μέλος και οι θυγατρικές του είναι εγκατεστημένα στο ίδιο κράτος μέλος και υπόκεινται σε άδεια λειτουργίας και εποπτεία από την ίδια αρμόδια αρχή,

δ) το μητρικό ίδρυμα που είναι εγκατεστημένο σε κράτος μέλος και οι θυγατρικές του έχουν συμφωνήσει σε μια συμβατική ή θεσμική ρύθμιση ευθύνης που προστατεύει τα εν λόγω ιδρύματα και εξασφαλίζει ιδιαίτερα τη ρευστότητα και τη φερεγγυότητά τους, προκειμένου να αποφεύγεται η χρεοκοπία στις περιπτώσεις όπου τούτο καθίσταται αναγκαίο,

ε) υφίστανται διευθετήσεις για την εξασφάλιση ταχείας παροχής χρηματοδοτικών μέσων από άποψη κεφαλαίου και ρευστότητας, εφόσον καταστεί αναγκαίο, βάσει της συμβατικής ή θεσμικής ρύθμισης του στοιχείου δ),

στ) η επάρκεια των ρυθμίσεων που αναφέρονται στα στοιχεία δ) και ε) παρακολουθείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα από την αρμόδια αρχή,

ζ) η ελάχιστη περίοδος προειδοποίησης για εθελοντική έξοδο μιας θυγατρικής από τη ρύθμιση ευθύνης είναι 10 χρόνια,

η) η αρμόδια αρχή διαθέτει την εξουσία να απαγορεύει την εθελοντική έξοδο μιας θυγατρικής από την ρύθμιση ευθύνης,

128) ως «διανεμητέα στοιχεία» νοούνται το ποσό των κερδών του τελευταίου οικονομικού έτους, προσαυξημένο κατά τα κέρδη που έχουν μεταφερθεί από την τελευταία χρήση και τα αποθεματικά που είναι διαθέσιμα για τον σκοπό αυτό προ των διανομών στους κατόχους των μέσων ιδίων κεφαλαίων, μειωμένα κατά το ποσό των ζημιών που έχουν μεταφερθεί από προηγούμενες χρήσεις, κέρδη τα οποία δεν διανέμονται δυνάμει διατάξεων της νομοθεσίας ή κανονισμών του ιδρύματος και ποσά που έχουν τοποθετηθεί σε αποθεματικά που δεν διανέμονται σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία ή το καταστατικό του ιδρύματος, εφόσον οι ζημίες και τα αποθεματικά αυτά προσδιορίζονται βάσει των ατομικών λογαριασμών του ιδρύματος και όχι βάσει των ενοποιημένων λογαριασμών,

▼M5

129) ως «διαχειριστής» νοείται ο διαχειριστής όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 13) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402.

▼B

►C2  2.  Όταν στον παρόντα κανονισμό γίνεται αναφορά σε ακίνητη περιουσία, ακίνητα κατοικίας ή εμπορικά ακίνητα ή σε υποθήκη επί της περιουσίας αυτής, περιλαμβάνει τις μετοχές σε φινλανδικές στεγαστικές εταιρείες που λειτουργούν σύμφωνα με τον φινλανδικό νόμο περί στεγαστικών εταιρειών του 1991 ή βάσει μεταγενέστερης ισοδύναμης νομοθεσίας. Τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν να επιτρέπουν τη μεταχείριση των μετοχών που συνιστούν ισοδύναμη έμμεση κατοχή ακινήτου ως άμεσης κατοχής ακινήτου, εάν ◄ αυτή η έμμεση κατοχή ρυθμίζεται ρητά στην εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους και, όταν έχει δοθεί ως εξασφάλιση, προσφέρει ισοδύναμη προστασία στους πιστωτές.

3.  Η χρηματοδότηση του εμπορίου όπως αναφέρεται στην παράγραφο σημείο 80) είναι κατά κανόνα αδέσμευτη και απαιτεί τα δέοντα δικαιολογητικά συναλλαγής για κάθε αίτημα ανάληψης πίστωσης, με δυνατότητα άρνησης της χρηματοδότησης σε περίπτωση αμφιβολίας σχετικά με την πιστοληπτική ικανότητα ή τα δικαιολογητικά της συναλλαγής. Η αποπληρωμή ανοιγμάτων χρηματοδότησης του εμπορίου συνήθως δεν εξαρτάται από τον δανειολήπτη, αντιθέτως, τα κεφάλαια προέρχονται συνήθως από το ρευστό που λαμβάνεται από εισαγωγείς ή προκύπτουν από την πώληση των υποκείμενων προϊόντων.

Άρθρο 5

Ορισμοί που ισχύουν για κεφαλαιακές απαιτήσεις για πιστωτικό κίνδυνο

Για τους σκοπούς του τρίτου μέρους τίτλος ΙΙ, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1) ως «άνοιγμα» ή «χρηματοδοτικό άνοιγμα» νοείται ένα στοιχείο ενεργητικού ή ένα στοιχείο εκτός ισολογισμού,

2) ως «ζημία» νοείται η οικονομική ζημία, περιλαμβανομένων σημαντικών μειωτικών επιδράσεων και σημαντικών άμεσων και έμμεσων δαπανών συνδεόμενων με την είσπραξη ποσών στο πλαίσιο ενός μέσου,

3) ως «αναμενόμενη ζημία» ή «EL» νοείται ο λόγος της αναμενόμενης ζημίας από άνοιγμα λόγω δυνητικής αθέτησης υποχρεώσεων από μέρους ενός αντισυμβαλλομένου ή λόγω απομείωσης της αξίας εισπρακτέων σε περίοδο ενός έτους προς το ποσό που είναι ανεξόφλητο κατά τον χρόνο της αθέτησης.



ΤΙΤΛΟΣ II

ΕΠΙΠΕΔΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Εφαρμογή των απαιτήσεων σε ατομική βάση

Άρθρο 6

Γενικές αρχές

1.  Τα ιδρύματα συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο δεύτερο έως πέμπτο μέρος και στο όγδοο μέρος σε ατομική βάση.

▼C2

2.  Κανένα ίδρυμα το οποίο αποτελεί είτε θυγατρική στο κράτος μέλος στο οποίο έχει λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται είτε μητρική επιχείρηση, καθώς και κανένα ίδρυμα που περιλαμβάνεται στην ενοποίηση δυνάμει του άρθρου 18, δεν απαιτείται να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 89, 90 και 91, σε ατομική βάση.

3.  Κανένα ίδρυμα που αποτελεί είτε μητρική είτε θυγατρική επιχείρηση, καθώς και κανένα ίδρυμα που περιλαμβάνεται στην ενοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 18, δεν απαιτείται να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο όγδοο μέρος, σε ατομική βάση.

▼B

4.  Πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων που διαθέτουν άδεια παροχής των επενδυτικών υπηρεσιών και των δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο παράρτημα I τμήμα A σημεία (3) και (6) της οδηγίας 2004/39/ΕΚ συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο έκτο μέρος, σε ατομική βάση. Εν αναμονή της έκθεσης της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 508 παράγραφος 3, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απαλλάσσουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων από τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο έκτο μέρος λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων επενδύσεων.

5.  Τα ιδρύματα, εκτός από τις επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 95 παράγραφος 1 και στο άρθρο 96 παράγραφος 1 και τα ιδρύματα ως προς τα οποία οι αρμόδιες αρχές έχουν ασκήσει το δικαίωμα παρέκκλισης του άρθρου 7 παράγραφος 1 ή 3, συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο έβδομο μέρος, σε ατομική βάση.

Άρθρο 7

Παρέκκλιση από την εφαρμογή των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας σε ατομική βάση

1.  Οι αρμόδιες αρχές έχουν τη δυνατότητα να μην εφαρμόσουν το άρθρο 6 παράγραφος 1 σε θυγατρική ιδρύματος εφόσον τόσο η θυγατρική όσο και το ίδρυμα έχουν άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται από το οικείο κράτος μέλος και η θυγατρική περιλαμβάνεται στην πραγματοποιούμενη σε ενοποιημένη βάση εποπτεία του ιδρύματος που αποτελεί τη μητρική επιχείρηση, και εφόσον συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που ακολουθούν, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα ίδια κεφάλαια κατανέμονται επαρκώς μεταξύ μητρικής επιχείρησης και θυγατρικής:

α) δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταφορά ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων από τη μητρική επιχείρηση,

β) είτε η μητρική επιχείρηση παρέχει ικανοποιητικές αποδείξεις στην αρμόδια αρχή όσον αφορά τη συνετή διαχείριση της θυγατρικής και έχει δηλώσει, με τη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής, ότι εγγυάται τις υποχρεώσεις τις οποίες έχει αναλάβει η θυγατρική είτε οι κίνδυνοι της θυγατρικής είναι αμελητέοι,

γ) οι διαδικασίες της μητρικής επιχείρησης όσον αφορά την αξιολόγηση, τη μέτρηση και τον έλεγχο των κινδύνων καλύπτουν τη θυγατρική,

δ) η μητρική επιχείρηση κατέχει περισσότερο από το 50 % των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με μετοχές στο κεφάλαιο της θυγατρικής ή έχει δικαίωμα να διορίζει ή να απολύει την πλειονότητα των μελών του διοικητικού οργάνου της θυγατρικής.

2.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα που προβλέπεται στην παράγραφο 1 εφόσον η μητρική επιχείρηση αποτελεί χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών συσταθείσα στο ίδιο κράτος μέλος με το ίδρυμα, υπό την προϋπόθεση ότι υπόκειται στην ίδια εποπτεία με τα ιδρύματα και ιδίως στα πρότυπα που ορίζονται στο άρθρο 11 παράγραφος 1.

3.  Οι αρμόδιες αρχές έχουν τη δυνατότητα να μην εφαρμόσουν το άρθρο 6 παράγραφος 1, σε μητρικό ίδρυμα σε κράτος μέλος, εφόσον το εν λόγω ίδρυμα έχει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται από το οικείο κράτος μέλος και περιλαμβάνεται στην πραγματοποιούμενη σε ενοποιημένη βάση εποπτεία και εφόσον συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που ακολουθούν, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα ίδια κεφάλαια κατανέμονται επαρκώς μεταξύ μητρικής επιχείρησης και θυγατρικών:

α) δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταφορά ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων προς το μητρικό ίδρυμα σε κράτος μέλος,

β) οι διαδικασίες αξιολόγησης, μέτρησης και ελέγχου των κινδύνων που αφορούν την ενοποιημένη εποπτεία καλύπτουν το μητρικό ίδρυμα σε κράτος μέλος.

Η αρμόδια αρχή που προσφεύγει στην παρούσα παράγραφο ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές όλων των κρατών μελών.

Άρθρο 8

Παρέκκλιση από την εφαρμογή των απαιτήσεων για την κάλυψη κινδύνων ρευστότητας σε ατομική βάση

1.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαλλάσσουν πλήρως ή εν μέρει ένα ίδρυμα και όλες ή κάποιες εκ των θυγατρικών του στην Ένωση από την εφαρμογή του έκτου μέρους και τις εποπτεύουν ως αυτόνομη οντότητα διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας εφόσον πληρούν όλες τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) το μητρικό ίδρυμα σε ενοποιημένη βάση ή το θυγατρικό ίδρυμα σε υποενοποιημένη βάση συνάδει με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο έκτο μέρος,

β) το μητρικό ίδρυμα σε ενοποιημένη βάση ή το θυγατρικό ίδρυμα σε υποενοποιημένη βάση παρακολουθεί και εποπτεύει ανά πάσα στιγμή τις θέσεις ρευστότητας όλων των ιδρυμάτων του ομίλου ή της οντότητας τα οποία υπόκεινται στην απαλλαγή και εξασφαλίζει επαρκή ρευστότητα για όλα αυτά τα ιδρύματα,

γ) τα ιδρύματα έχουν συνάψει συμβάσεις προς ικανοποίηση των αρμόδιων αρχών, που προβλέπουν την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων μεταξύ τους και τους επιτρέπουν να πληρούν τις μεμονωμένες και κοινές υποχρεώσεις τους όταν καθίστανται ληξιπρόθεσμες,

δ) δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την εκπλήρωση των συμβάσεων που αναφέρονται στο στοιχείο γ).

Έως την 1η Ιανουαρίου 2014, η Επιτροπή θα υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τυχόν νομικά εμπόδια ικανά να καταστήσουν αδύνατη την εφαρμογή του στοιχείου γ) της πρώτης παραγράφου και καλείται να υποβάλει νομοθετική πρόταση, κατά το δέον, έως την 31η Δεκεμβρίου 2015, για την άρση των εμποδίων αυτών.

2.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαλλάσσουν πλήρως ή εν μέρει ένα ίδρυμα και όλες ή κάποιες εκ των θυγατρικών του από την εφαρμογή του έκτου μέρους, εφόσον όλα τα ιδρύματα της αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας έχουν άδεια λειτουργίας στο ίδιο κράτος μέλος και με την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι όροι στην παράγραφο 1.

3.  Σε περίπτωση που τα ιδρύματα της αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας έχουν άδεια λειτουργίας σε περισσότερα κράτη μέλη, η παράγραφος 1 εφαρμόζεται μόνο μετά την τήρηση της διαδικασίας που ορίζεται στο άρθρο 21 και μόνο σε ιδρύματα των οποίων οι αρμόδιες αρχές συμφωνούν σχετικά με τα κατωτέρω στοιχεία:

α) την αξιολόγησή τους όσον αφορά τη συμμόρφωση του οργανισμού και την αντιμετώπιση του κινδύνου ρευστότητας κατά τους όρους του άρθρου 86 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ για ολόκληρη την αυτόνομη οντότητα διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας,

β) την κατανομή των ποσών, την τοποθεσία και την ιδιοκτησία των απαιτούμενων ρευστών διαθεσίμων που πρέπει να κατέχει η αυτόνομη οντότητα διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας,

γ) τον καθορισμό των ελάχιστων ποσών των ρευστών διαθεσίμων που πρέπει να κατέχουν τα ιδρύματα τα οποία θα απαλλαγούν από την εφαρμογή του έκτου μέρους,

δ) την ανάγκη αυστηρότερων παραμέτρων από αυτές που προβλέπονται στο έκτο μέρος,

ε) την απεριόριστη ανταλλαγή ολοκληρωμένων πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών,

στ) την απόλυτη κατανόηση των επιπτώσεων αυτής της απαλλαγής.

►C2  4.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να εφαρμόσουν τις παραγράφους 1, 2 και 3 σε ιδρύματα που είναι μέλη του ίδιου θεσμικού συστήματος προστασίας όπως αναφέρεται στο άρθρο 113 παράγραφος 7, εφόσον ικανοποιούν όλες τις προϋποθέσεις που ορίζονται εκεί, καθώς και σε άλλα ιδρύματα που συνδέονται κατά το άρθρο 113 παράγραφος 6, εφόσον ικανοποιούν όλες τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο εν λόγω άρθρο. ◄ Σε αυτή την περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν ένα από τα ιδρύματα που υπόκεινται στην απαλλαγή, το οποίο πρέπει να πληροί το έκτο μέρος, βάσει της ενοποιημένης κατάστασης όλων των ιδρυμάτων της αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας.

5.  Σε περίπτωση που μια απαλλαγή έχει χορηγηθεί δυνάμει της παραγράφου 1 ή της παραγράφου 2, οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να εφαρμόσουν το άρθρο 86 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, ή μέρη αυτού, στο επίπεδο αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας, και να ανακαλέσουν την εφαρμογή του άρθρου 86 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, ή μερών αυτού, σε ατομική βάση.

Άρθρο 9

Μέθοδος μερικής ενοποίησης

1.  Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 144 παράγραφος 3 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέψουν, κατά περίπτωση, σε μητρικά ιδρύματα να συμπεριλάβουν στον υπολογισμό των απαιτήσεών τους δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 1, τις θυγατρικές τους εκείνες που ανταποκρίνονται στα κριτήρια του άρθρου 7 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ) και των οποίων τα ουσιώδη ανοίγματα ή οι ουσιώδεις υποχρεώσεις είναι έναντι των εν λόγω μητρικών ιδρυμάτων.

2.  Η δυνατότητα που καθορίζεται στην παράγραφο 1 επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το μητρικό ίδρυμα τεκμηριώνει στις αρμόδιες αρχές τις συνθήκες και τις ρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων των νομικών ρυθμίσεων, χάρις στις οποίες δεν υφίσταται και δεν προβλέπεται ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα στην άμεσημεταφορά ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων που οφείλονται από τη θυγατρική προς τη μητρική επιχείρηση.

3.  Εάν μια αρμόδια αρχή κάνει χρήση της διακριτικής ευχέρειας που προβλέπεται στην παράγραφο 1, πρέπει να ενημερώνει τακτικά και τουλάχιστον σε ετήσια βάση, τις αρμόδιες αρχές όλων των άλλων κρατών μελών σχετικά με την εφαρμογή της παραγράφου 1 και τις συνθήκες και τις ρυθμίσεις της παραγράφου 2. Εάν η θυγατρική βρίσκεται σε τρίτη χώρα, οι αρμόδιες αρχές παρέχουν τις ίδιες πληροφορίες και στις αρμόδιες αρχές της χώρας αυτής.

Άρθρο 10

Απαλλαγή για πιστωτικά ιδρύματα μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό

1.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, εν μέρει ή πλήρως, να απαλλάσσουν από την εφαρμογή των απαιτήσεων που ορίζονται στο δεύτερο έως όγδοο μέρος ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα εγκατεστημένα στο ίδιο κράτος μέλος, που είναι μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό ο οποίος τα εποπτεύει και είναι εγκατεστημένος στο αυτό κράτος μέλος, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) οι υποχρεώσεις του κεντρικού οργανισμού και των ιδρυμάτων που συνδέονται με αυτόν αποτελούν αλληλέγγυες υποχρεώσεις ή οι υποχρεώσεις των ιδρυμάτων που συνδέονται με αυτόν τον κεντρικό οργανισμό καλύπτονται πλήρως από εγγυήσεις του κεντρικού οργανισμού,

β) η φερεγγυότητα και η ρευστότητα του κεντρικού οργανισμού και όλων των ιδρυμάτων που συνδέονται με αυτόν παρακολουθούνται στο σύνολό τους βάσει ενοποιημένων λογαριασμών των εν λόγω ιδρυμάτων,

γ) η διοίκηση του κεντρικού οργανισμού έχει τη δυνατότητα να εκδίδει οδηγίες προς τη διοίκηση των ιδρυμάτων που συνδέονται με αυτόν.

▼C2

Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν και να αξιοποιούν την ισχύουσα εθνική νομοθεσία όσον αφορά την εφαρμογή της απαλλαγής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, εφόσον δεν συγκρούεται με τον παρόντα κανονισμό ή την οδηγία 2013/36/ΕΕ.

▼B

2.  Εφόσον οι αρμόδιες αρχές κρίνουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 και εφόσον τα ιδρύματα που συνδέονται με τον κεντρικό οργανισμό εγγυώνται πλήρως τα στοιχεία του παθητικού ή τις υποχρεώσεις του κεντρικού οργανισμού, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαλλάσσουν τον κεντρικό οργανισμό από την εφαρμογή του δεύτερου έως όγδοου μέρους σε ατομική βάση.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Εποπτική ενοποίηση



Τμήμα Ι

Εφαρμογή των απαιτήσεων σε ενοποιημένη βάση

Άρθρο 11

Γενική αντιμετώπιση

1.  Τα εγκατεστημένα σε κράτος μέλος μητρικά ιδρύματα συμμορφώνονται, στον βαθμό και με τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 18, με τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται στο δεύτερο έως τέταρτο μέρος και στο έβδομο μέρος, βάσει της ενοποιημένης τους κατάστασης. Οι μητρικές επιχειρήσεις και οι θυγατρικές τους, υπαγόμενες στον παρόντα κανονισμό, διαμορφώνουν την κατάλληλη οργανωτική διάρθρωση και τους κατάλληλους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα απαιτούμενα στοιχεία ενοποίησης υποβάλλονται σε δέουσα επεξεργασία και διαβιβάζονται. Ιδιαίτερα, διασφαλίζουν ότι οι θυγατρικές για τις οποίες δεν ισχύει ο παρών κανονισμός εφαρμόζουν ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμούς που διασφαλίζουν την κατάλληλη ενοποίηση.

2.  Τα ιδρύματα που ελέγχονται από μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή από μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος συμμορφώνονται, στον βαθμό και με τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 18, με τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται στο δεύτερο έως τέταρτο μέρος και στο έβδομο μέρος, βάσει της ενοποιημένης κατάστασης της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών.

Όταν μια μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μια μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ελέγχει πάνω από ένα ίδρυμα, η πρώτη παράγραφος ισχύει μόνο για το ίδρυμα στο οποίο ασκείται εποπτεία σε ενοποιημένη βάση δυνάμει του άρθρου 111 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

3.  Τα μητρικά ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στην ΕΕ και τα ιδρύματα που ελέγχονται από μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή από μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο έκτο μέρος, βάσει της ενοποιημένης κατάστασης του ανωτέρω μητρικού ιδρύματος, της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών, εφόσον ο όμιλος περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν άδεια παροχής των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο παράρτημα I τμήμα A σημεία 3 και 6 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ. ►C2  Εν αναμονή της έκθεσης της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 508 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού και εάν ο όμιλος αποτελείται μόνο από επιχειρήσεις επενδύσεων, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απαλλάσσουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων από τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο έκτο μέρος σε ενοποιημένη βάση, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων. ◄

4.  Όπου ισχύει το άρθρο 10, ο κεντρικός οργανισμός που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του δεύτερου έως όγδοου μέρους, βάσει της ενοποιημένης κατάστασης του συνόλου που απαρτίζεται από τον κεντρικό οργανισμό και τα συνδεδεμένα με αυτόν ιδρύματα.

5.  Παράλληλα με τις απαιτήσεις των παραγράφων 1 έως 4 και με την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όταν ευλόγως απαιτείται, για εποπτικούς σκοπούς, λόγω των ιδιαιτεροτήτων του κινδύνου ή της διάρθρωσης του κεφαλαίου ενός ιδρύματος ή όπου τα κράτη μέλη υιοθετούν εθνική νομοθεσία η οποία απαιτεί τον δομικό διαχωρισμό των δραστηριοτήτων ενός τραπεζικού ομίλου, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν από τα δομικά διαχωρισμένα ιδρύματα να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο δεύτερο έως τέταρτο μέρος και στο έκτο έως όγδοο μέρος του παρόντος κανονισμού και στον τίτλο VII της οδηγίας 2013/36/ΕΕ σε υποενοποιημένη βάση.

Η προσέγγιση που καθορίζεται στο πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της αποτελεσματικής εποπτείας σε ενοποιημένη βάση και δεν δύναται να επιφέρει δυσανάλογα δυσμενείς επιπτώσεις στο σύνολο ή σε τμήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε άλλα κράτη μέλη ή της Ένωσης συνολικά, ούτε να αποτελεί ή να δημιουργεί εμπόδιο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

Άρθρο 12

Χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών με θυγατρικό πιστωτικό ίδρυμα και θυγατρική επιχείρηση επενδύσεων

Όταν χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών είναι μητρική επιχείρηση τουλάχιστον ενός πιστωτικού ιδρύματος και μίας επιχείρησης επενδύσεων, το πιστωτικό ίδρυμα υπόκειται στις απαιτήσεις που ισχύουν με βάση την ενοποιημένη κατάσταση της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών.

Άρθρο 13

Εφαρμογή των απαιτήσεων δημοσιοποίησης σε ενοποιημένη βάση

1.  Τα εγκατεστημένα στην ΕΕ μητρικά ιδρύματα συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζει το όγδοο μέρος, βάσει της ενοποιημένης κατάστασής τους.

Οι σημαντικές θυγατρικές μητρικών ιδρυμάτων εγκατεστημένων στην ΕΕ και οι θυγατρικές που έχουν ουσιαστική σημασία για τις τοπικές αγορές τους δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που προσδιορίζονται στα άρθρα 437, 438, 440, 442, 450, 451 και 453, σε ατομική ή υποενοποιημένη βάση.

2.  Τα ιδρύματα που ελέγχονται από μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή από μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο όγδοο μέρος, βάσει της ενοποιημένης κατάστασης της συγκεκριμένης χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών.

Οι σημαντικές θυγατρικές μητρικών χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών εγκατεστημένων στην ΕΕ ή μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών εγκατεστημένων στην ΕΕ και οι θυγατρικές που έχουν ουσιαστική σημασία για τις τοπικές αγορές τους δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που προσδιορίζονται στα άρθρα 437, 438, 440, 442, 450, 451 και 453, σε ατομική ή υποενοποιημένη βάση.

3.  Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν ισχύουν πλήρως ή εν μέρει για μητρικά ιδρύματα εγκατεστημένα στην ΕΕ, για ιδρύματα που ελέγχονται από μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή από μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, εφόσον περιλαμβάνονται σε ισοδύναμες δημοσιοποιήσεις παρεχόμενες σε ενοποιημένη βάση από μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα.

4.  Σε περίπτωση που εφαρμόζεται το άρθρο 10, ο κεντρικός οργανισμός που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του όγδοου μέρους, βάσει της ενοποιημένης κατάστασης του κεντρικού οργανισμού. Το άρθρο 18 παράγραφος 1 εφαρμόζεται στον κεντρικό οργανισμό και τα συνδεδεμένα ιδρύματα αντιμετωπίζονται ως θυγατρικές του κεντρικού οργανισμού.

Άρθρο 14

Εφαρμογή των απαιτήσεων του πέμπτου μέρους σε ενοποιημένη βάση

1.  Οι μητρικές επιχειρήσεις και οι θυγατρικές τους που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος κανονισμού τηρούν τις υποχρεώσεις που ορίζει το πέμπτο μέρος σε ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι ρυθμίσεις, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που απαιτούνται δυνάμει των εν λόγω διατάξεων διέπονται από συνέπεια και συνοχή και ότι μπορούν να παραχθούν όλα τα σχετικά με την εποπτεία δεδομένα και στοιχεία. Ιδιαίτερα, διασφαλίζουν ότι οι θυγατρικές για τις οποίες δεν ισχύει ο παρών κανονισμός εφαρμόζουν ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμούς που συμμορφώνονται με αυτές τις διατάξεις.

2.  Τα ιδρύματα εφαρμόζουν πρόσθετο συντελεστή στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 407 κατά την εφαρμογή του άρθρου 92 σε ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση εάν οι απαιτήσεις των άρθρων 405 ή 406 παραβιαστούν σε επίπεδο οντότητας εγκατεστημένης σε τρίτη χώρα η οποία συμπεριλαμβάνεται στην ενοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 18, εάν η παραβίαση είναι ουσιώδης σε σχέση με το γενικότερο προφίλ κινδύνου του ομίλου.

3.  Οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από το πέμπτο μέρος σχετικά με θυγατρικές επιχειρήσεις οι οποίες δεν υπόκεινται οι ίδιες στον παρόντα κανονισμό δεν ισχύουν εάν το μητρικό ίδρυμα της ΕΕ ή τα ιδρύματα υπό τον έλεγχο μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ μπορούν να αποδείξουν στις αρμόδιες αρχές ότι η εφαρμογή του πέμπτου μέρους είναι παράνομη σύμφωνα με τη νομοθεσία της τρίτης χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένη η θυγατρική.

Άρθρο 15

Παρέκκλιση από την εφαρμογή των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση για ομίλους επιχειρήσεων επενδύσεων

►C2  1.  Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας δύναται, ανάλογα με την περίπτωση, να χορηγεί απαλλαγή από την εφαρμογή του τρίτου μέρους του παρόντος κανονισμού και του τίτλου VII κεφάλαιο 4 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, σε ενοποιημένη βάση, υπό τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) έκαστη επιχείρηση επενδύσεων του ομίλου που είναι εγκατεστημένη στην ΕΕ εφαρμόζει τον εναλλακτικό υπολογισμό του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο που αναφέρεται στο άρθρο 95 παράγραφος 2 ή στο άρθρο 96 παράγραφος 2,

β) όλες οι επιχειρήσεις επενδύσεων του ομίλου εμπίπτουν στις κατηγορίες του άρθρου 95 παράγραφος 1 ή του άρθρου 96 παράγραφος 1,

γ) έκαστη επιχείρηση επενδύσεων του ομίλου που είναι εγκατεστημένη στην ΕΕ πληροί τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 95 ή 96 σε ατομική βάση ◄ και συγχρόνως αφαιρεί από τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που κατέχει τυχόν ενδεχόμενες υποχρεώσεις προς όφελος επιχειρήσεων επενδύσεων, χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, εταιρειών διαχείρισης και επιχειρήσεων παροχής επικουρικών υπηρεσιών που διαφορετικά θα αποτελούσαν αντικείμενο ενοποίησης,

δ) κάθε χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, η οποία είναι η μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, σε κράτος μέλος, επιχείρησης επενδύσεων που είναι μέλος του ομίλου, διαθέτει τουλάχιστον τόσα κεφάλαια, οριζόμενα εδώ ως το άθροισμα των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 26 παράγραφος 1, το άρθρο 51 παράγραφος 1 και το άρθρο 62 παράγραφος 1, ώστε να καλύπτεται το άθροισμα των ακολούθων:

i) του αθροίσματος της πλήρους λογιστικής αξίας των τυχόν συμμετοχών, των απαιτήσεων μειωμένης εξασφάλισης και των μέσων που μνημονεύονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχεία η) και θ), το άρθρο 56 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ) και το άρθρο 66 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ) σε επιχειρήσεις επενδύσεων, χρηματοδοτικά ιδρύματα, εταιρείες διαχείρισης και επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών που διαφορετικά θα αποτελούσαν αντικείμενο ενοποίησης και

ii) του συνολικού ποσού ενδεχόμενων υποχρεώσεων προς όφελος επιχειρήσεων επενδύσεων, χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, εταιρειών διαχείρισης και επιχειρήσεων παροχής επικουρικών υπηρεσιών που διαφορετικά θα αποτελούσαν αντικείμενο ενοποίησης,

ε) ο όμιλος δεν περιλαμβάνει πιστωτικά ιδρύματα.

Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου, κάθε επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην ΕΕ διαθέτει και εφαρμόζει συστήματα για την παρακολούθηση και τον έλεγχο των πηγών κεφαλαίων και χρηματοδότησης όλων των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών, επιχειρήσεων επενδύσεων, χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, εταιρειών διαχείρισης και επιχειρήσεων παροχής επικουρικών υπηρεσιών που ανήκουν στον εκάστοτε όμιλο.

2.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να χορηγήσουν την απαλλαγή εάν οι χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών κατέχουν χαμηλότερο ποσό ιδίων κεφαλαίων από το ποσό που υπολογίστηκε δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχείο δ), το οποίο δεν είναι χαμηλότερο από το άθροισμα των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που επιβάλλονται σε ατομική βάση σε επιχειρήσεις επενδύσεων, χρηματοδοτικά ιδρύματα, εταιρείες διαχείρισης και επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών που διαφορετικά θα αποτελούσαν αντικείμενο ενοποίησης και του συνολικού ποσού ενδεχόμενων υποχρεώσεων προς όφελος επιχειρήσεων επενδύσεων, χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, εταιρειών διαχείρισης και επιχειρήσεων παροχής επικουρικών υπηρεσιών που διαφορετικά θα αποτελούσαν αντικείμενο ενοποίησης. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που ισχύει για τις επιχειρήσεις επενδύσεων τρίτων χωρών, τα χρηματοδοτικά ιδρύματα, τις εταιρείες διαχείρισης και τις επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών είναι ονομαστική απαίτηση ιδίων κεφαλαίων.

Άρθρο 16

Παρέκκλιση από την εφαρμογή των απαιτήσεων για τον δείκτη μόχλευσης σε ενοποιημένη βάση για ομίλους επιχειρήσεων επενδύσεων

Εάν όλες οι οντότητες ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, περιλαμβανομένης της μητρικής, είναι επιχειρήσεις επενδύσεων απαλλαγμένες από την εφαρμογή των απαιτήσεων που ορίζονται στο έβδομο μέρος σε ατομική βάση σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 5, η μητρική επιχείρηση επενδύσεων μπορεί να επιλέξει να μην εφαρμόσει τις απαιτήσεις που ορίζονται στο έβδομο μέρος σε ενοποιημένη βάση.

Άρθρο 17

Εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων που έχουν απαλλαχθεί από την εφαρμογή των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση

1.  Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που ανήκουν σε όμιλο εμπίπτοντα στην απαλλαγή που περιγράφεται στο άρθρο 15 ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές για τους κινδύνους που θα μπορούσαν να βλάψουν την οικονομική τους κατάσταση, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων που συνδέονται με τη σύνθεση και τις πηγές των ιδίων κεφαλαίων, του εσωτερικού κεφαλαίου και της χρηματοδότησής τους.

2.  Σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές οι οποίες είναι υπεύθυνες για την προληπτική εποπτεία επιχείρησης επενδύσεων δεν επιβάλουν την υποχρέωση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση δυνάμει του άρθρου 15, λαμβάνουν άλλα ανάλογα μέτρα για την παρακολούθηση των κινδύνων, ιδίως των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, για ολόκληρο τον όμιλο, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων οι οποίες δεν είναι εγκατεστημένες σε κράτος μέλος.

3.  Εάν οι αρμόδιες αρχές οι οποίες είναι υπεύθυνες για την προληπτική εποπτεία επιχείρησης επενδύσεων δεν εφαρμόσουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση δυνάμει του άρθρου 15, οι απαιτήσεις του όγδοου μέρους ισχύουν σε ατομική βάση.



Τμήμα 2

Μέθοδοι εποπτικής ενοποίησης

Άρθρο 18

Μέθοδοι εποπτικής ενοποίησης

1.  Τα ιδρύματα που υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο Τμήμα 1 βάσει της ενοποιημένης κατάστασής τους διεξάγουν πλήρη ενοποίηση όλων των ιδρυμάτων και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που είναι θυγατρικές τους ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, των θυγατρικών της ίδιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών. Οι παράγραφοι 2 έως 8 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται εάν το έκτο μέρος εφαρμόζεται βάσει της ενοποιημένης κατάστασης ενός ιδρύματος.

2.  Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέψουν, κατά περίπτωση, αναλογική ενοποίηση, ανάλογα με το μερίδιο του κεφαλαίου που κατέχει η μητρική επιχείρηση στη θυγατρική. Η αναλογική ενοποίηση επιτρέπεται μόνο εάν πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) η ευθύνη της μητρικής επιχείρησης περιορίζεται στο τμήμα του κεφαλαίου που κατέχει στη θυγατρική, λαμβανομένης υπόψη της ευθύνης των άλλων μετόχων ή εταίρων,

β) η φερεγγυότητα των εν λόγω άλλων μετόχων ή εταίρων είναι ικανοποιητική,

γ) η ευθύνη των άλλων μετόχων και εταίρων ορίζεται με σαφήνεια και νομικά δεσμευτικό τρόπο.

3.  Σε περίπτωση που επιχειρήσεις συνδέονται κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν πώς πρέπει να γίνει η ενοποίηση·

4.  Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας απαιτεί την αναλογική ενοποίηση ανάλογα με το τμήμα του κεφαλαίου σε συμμετοχές σε ιδρύματα και χρηματοδοτικά ιδρύματα, τα οποία διευθύνονται από επιχείρηση συμπεριλαμβανόμενη στην ενοποίηση από κοινού με μία ή περισσότερες επιχειρήσεις μη συμπεριλαμβανόμενες στην ενοποίηση, όταν η ευθύνη των εν λόγω επιχειρήσεων περιορίζεται στο τμήμα του κεφαλαίου που κατέχουν.

5.   ►C2  Εκτός των περιπτώσεων που μνημονεύονται στις παραγράφους 1 και 4, στις υπόλοιπες περιπτώσεις συμμετοχών ή κεφαλαιακού δεσμού, οι αρμόδιες αρχές ◄ ορίζουν αν και με ποια μορφή πρέπει να πραγματοποιείται η ενοποίηση. Μπορούν ιδιαίτερα να επιτρέψουν ή να επιβάλουν τη χρησιμοποίηση της μεθόδου της καθαρής θέσεως. Η μέθοδος αυτή δεν σημαίνει ωστόσο υπαγωγή των επιχειρήσεων αυτών στην εποπτεία επί ενοποιημένης βάσεως.

6.  Οι αρμόδιες αρχές αποφασίζουν αν και με ποια μορφή θα γίνει η ενοποίηση, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα ασκεί, κατά τις αρμόδιες αρχές, σημαντική επιρροή επί ενός ή πλειόνων ιδρυμάτων ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, χωρίς όμως να διαθέτει συμμετοχή ή άλλο κεφαλαιακό δεσμό με αυτά, και

β) όταν δύο ή πλείονα ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα τίθενται υπό ενιαία διοίκηση, χωρίς προς τούτο να απαιτείται σχετική σύμβαση ή ρήτρα του καταστατικού.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν ιδίως να επιτρέψουν ή να επιβάλουν τη χρήση της μεθόδου του άρθρου 12 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ. Η μέθοδος αυτή δεν σημαίνει ωστόσο υπαγωγή των επιχειρήσεων αυτών στην εποπτεία επί ενοποιημένης βάσης.

7.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να ορίσει τις συνθήκες υπό τις οποίες διεξάγεται η ενοποίηση στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 6 του παρόντος άρθρου.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα στην Επιτροπή το αργότερο έως τις 31.12.16.

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

8.  Όταν η ενοποιημένη εποπτεία επιβάλλεται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 111 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, οι επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών και οι εταιρείες διαχείρισης όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 5) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ περιλαμβάνονται στην ενοποίηση στις ίδιες περιπτώσεις και με τις ίδιες μεθόδους όπως οι προβλεπόμενες στο παρόν άρθρο.



Τμήμα 3

Πεδίο εφαρμογης της εποπτικης ενοποιησης

Άρθρο 19

Οντότητες που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της εποπτικής ενοποίησης

1.  Ένα ίδρυμα, ένα χρηματοδοτικό ίδρυμα ή μια επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών που αποτελούν θυγατρικές ή μια επιχείρηση στην οποία κατέχεται συμμετοχή δεν χρειάζεται να συμπεριληφθεί στην ενοποίηση σε περίπτωση όταν το συνολικό ποσό των στοιχείων του ενεργητικού και των λογαριασμών εκτός ισολογισμού της σχετικής επιχείρησης υπολείπεται του μικρότερου των δύο παρακάτω ποσών:

α) 10 εκατομμύρια EUR,

β) 1 % των στοιχείων του ενεργητικού και των λογαριασμών εκτός ισολογισμού της μητρικής επιχείρησης ή της επιχείρησης που κατέχει τη συμμετοχή.

2.  Οι αρμόδιες αρχές που έχουν αναλάβει την ενοποιημένη εποπτεία βάσει του άρθρου 111 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ μπορούν να αποφασίσουν κατά περίπτωση να μην υπαγάγουν στην ενοποίηση ένα ίδρυμα, ένα χρηματοδοτικό ίδρυμα ή μια επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών που αποτελούν θυγατρικές ή στα οποία κατέχεται συμμετοχή:

α) όταν η υπόψη επιχείρηση βρίσκεται σε τρίτη χώρα όπου υπάρχουν νομικά εμπόδια στην διαβίβαση των αναγκαίων πληροφοριών,

▼C2

β) όταν η υπόψη επιχείρηση είναι αμελητέα μόνον σε σχέση με τους στόχους της παρακολούθησης ιδρυμάτων,

▼B

γ) όταν, κατά τη γνώμη των αρμοδίων αρχών που έχουν αναλάβει την ενοποιημένη εποπτεία, η ενοποίηση της χρηματοοικονομικής κατάστασης της υπόψη επιχείρησης θα ήταν απρόσφορη ή παραπλανητική ►C3  όσον αφορά τους στόχους της εποπτείας ιδρυμάτων. ◄

3.  Αν, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και στην παράγραφο 2 στοιχείο β), πλείονες επιχειρήσεις πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται σε αυτές, υπάγονται παρά ταύτα στην ενοποίηση όταν ως σύνολο παρουσιάζουν σημαντικό ενδιαφέρον σε σχέση με τους καθορισθέντες στόχους.

Άρθρο 20

Κοινές αποφάσεις σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας

1.  Οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται μεταξύ τους, σε πλήρη συνεννόηση:

α) όσον αφορά τις αιτήσεις χορήγησης των αδειών που μνημονεύονται στο άρθρο 143 παράγραφος 1, το άρθρο 151 παράγραφοι 4 και 9, το άρθρο 283, το άρθρο 312 παράγραφος 2 και το άρθρο 363 αντίστοιχα που υποβάλλονται από μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ και τις θυγατρικές του ή από κοινού από τις θυγατρικές επιχειρήσεις μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μιας μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ, προκειμένου να αποφασισθεί αν πρέπει να χορηγηθεί ή όχι η αιτούμενη άδεια και να προσδιοριστούν τυχόν όροι και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για τη χορήγησή της,

β) προκειμένου να προσδιορίσουν κατά πόσον πληρούνται τα κριτήρια για ειδική αντιμετώπιση εντός του αυτού ομίλου, ως ορίζονται στο άρθρο 422 παράγραφος 9 και στο άρθρο 425 παράγραφος 5, όπως συμπληρώνονται με τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα της ΕΑΤ που αναφέρονται στο άρθρο 422 παράγραφος 10 και το άρθρο 425 παράγραφος 6.

Οι αιτήσεις υποβάλλονται μόνο στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας.

Η αίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 312 παράγραφος 2 του κανονισμού περιλαμβάνει περιγραφή των μεθόδων που εφαρμόζονται για την κατανομή των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι λειτουργικού κινδύνου μεταξύ των διαφόρων οντοτήτων του ομίλου. Η αίτηση αναφέρει εάν και με ποιο τρόπο σχεδιάζεται να ενσωματωθούν οι επιπτώσεις της διαφοροποίησης στο σύστημα μέτρησης κινδύνων.

2.  Οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να λάβουν από κοινού απόφαση εντός έξι μηνών σχετικά με:

α) την αίτηση που αναφέρει η παράγραφος 1 στοιχείο α),

β) την εκτίμηση των κριτηρίων και τον προσδιορισμό της ειδικής αντιμετώπισης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β).

Η κοινή αυτή απόφαση παρουσιάζεται σε έγγραφο που περιέχει την πλήρως αιτιολογημένη απόφαση η οποία διαβιβάζεται στον αιτούντα από την αρμόδια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3.  Η περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο 2 αρχίζει:

α) κατά την ημερομηνία παραλαβής από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας της ολοκληρωμένης αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α). Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας προωθεί την ολοκληρωμένη αίτηση στις άλλες αρμόδιες αρχές χωρίς καθυστέρηση,

β) κατά την ημερομηνία παραλαβής από τις αρμόδιες αρχές αναφοράς που συντάχθηκε από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας και αναλύει υποχρεώσεις εντός του ομίλου.

4.  Εάν δεν ληφθεί κοινή απόφαση από τις αρμόδιες αρχές εντός έξι μηνών, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας αποφασίζει εξ ιδίας πρωτοβουλίας για την παράγραφο 1 στοιχείο α). Η απόφαση της αρχής ενοποιημένης εποπτείας δεν περιορίζει τις εξουσίες των αρμόδιων αρχών βάσει του άρθρου 105 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Η εν λόγω απόφαση παρουσιάζεται σε έγγραφο που περιέχει την πλήρως αιτιολογημένη απόφαση και λαμβάνει υπόψη τις θέσεις και τις επιφυλάξεις που έχουν εκφράσει οι άλλες αρμόδιες αρχές εντός του χρονικού διαστήματος των έξι μηνών.

Η απόφαση ανακοινώνεται στο μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ ή στη μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή στη μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ και στις άλλες αρμόδιες αρχές από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας.

Αν στο τέλος του εξαμήνου οποιαδήποτε από τις σχετικές αρμόδιες αρχές έχει παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας αναβάλλει την απόφασή της σχετικά με την παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου και περιμένει την απόφαση της ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του ανωτέρω κανονισμού ως προς την απόφασή της, στη συνέχεια δε αποφασίζει σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Η προθεσμία έξι μηνών θεωρείται περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού. Η ΕΑΤ αποφασίζει εντός ενός μηνός. Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά το πέρας του εξαμήνου ή αφού ληφθεί απόφαση από κοινού.

5.  Εάν δεν ληφθεί κοινή απόφαση από τις αρμόδιες αρχές εντός έξι μηνών, η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία της θυγατρικής σε ατομική βάση λαμβάνουν μόνες τους απόφαση σχετικά με την παράγραφο 1 στοιχείο β).

Η εν λόγω απόφαση παρουσιάζεται σε έγγραφο που περιέχει την πλήρως αιτιολογημένη απόφαση και λαμβάνει υπόψη τις θέσεις και τις επιφυλάξεις που έχουν εκφράσει οι άλλες αρμόδιες αρχές εντός του χρονικού διαστήματος των έξι μηνών.

Η απόφαση ανακοινώνεται στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας η οποία ενημερώνει το μητρικό ίδρυμα που είναι εγκατεστημένο στην ΕΕ, τη μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών που είναι εγκατεστημένη στην ΕΕ ή τη μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών που είναι εγκατεστημένη στην ΕΕ.

Αν στο τέλος του εξαμήνου η αρχή ενοποιημένης εποπτείας έχει παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία της θυγατρικής σε ατομική βάση αναβάλλει την απόφασή της σχετικά με την παράγραφο 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου και αναμένει την απόφαση της ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του ανωτέρω κανονισμού ως προς την απόφασή της, στη συνέχεια δε αποφασίζει σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Η προθεσμία έξι μηνών θεωρείται η φάση συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού. Η ΕΑΤ αποφασίζει εντός ενός μηνός. Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά το πέρας του εξαμήνου ή αφού ληφθεί απόφαση από κοινού.

6.  Στις περιπτώσεις όπου μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ και οι θυγατρικές του, οι θυγατρικές μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ χρησιμοποιούν μία εξελιγμένη προσέγγιση μέτρησης που αναφέρεται στο άρθρο 312 παράγραφος 2 ή την προσέγγιση των εσωτερικών διαβαθμίσεων (ΠΕΔ-IRB) που αναφέρεται στο άρθρο 143 σε ενοποιημένη βάση, οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν στη μητρική και στις θυγατρικές να ικανοποιήσουν από κοινού τα κριτήρια επιλεξιμότητας που καθορίζονται στα άρθρα 321 και 322 ή στο τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 3 τμήμα 6 αντίστοιχα, με τρόπο σύμφωνο με τη δομή του ομίλου και τα συστήματα διαχείρισης κινδύνου, τις διαδικασίες και τις μεθόδους του ομίλου.

7.  Οι αποφάσεις που μνημονεύονται στις παραγράφους 2, 4 και 5 αναγνωρίζονται ως καθοριστικές και εφαρμόζονται από τις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών.

8.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό της διαδικασίας κοινής απόφασης στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 στοιχείο α), όσον αφορά την υποβολή αιτήσεων αδειοδότησης κατά το άρθρο 143 παράγραφος 1, το άρθρο 151 παράγραφοι 4 και 9, το άρθρο 283 παράγραφος 2 και το άρθρο 363, για τη διευκόλυνση της λήψης κοινών αποφάσεων.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή το αργότερο έως την 31η Δεκεμβρίου 2014.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρα 21

Κοινές αποφάσεις για το επίπεδο εφαρμογής των απαιτήσεων ρευστότητας

1.  Μόλις ένα μητρικό ίδρυμα της ΕΕ ή μια μητρική χρηματοδοτική εταιρία συμμετοχών της ΕΕ ή μια μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών της ΕΕ ή μια υποενοποιημένη θυγατρική μητρικού ιδρύματος της ΕΕ ή μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών της ΕΕ ή μιας μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ υποβάλει αίτηση, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας και οι αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία θυγατρικών ενός μητρικού ιδρύματος της ΕΕ ή μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών της ΕΕ ή μιας μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών της ΕΕ σε κράτος μέλος, κάνουν ό,τι είναι δυνατό προκειμένου να καταλήξουν σε κοινή απόφαση, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως δ), και καθορίζουν μια αυτόνομη οντότητα διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας για την εφαρμογή του άρθρου 8.

Η κοινή απόφαση λαμβάνεται εντός έξι μηνών από την υποβολή έκθεσης εκ μέρους της αρχής ενοποιημένης εποπτείας η οποία καθορίζει αυτόνομες οντότητες διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 8. Σε περίπτωση διαφωνίας κατά τη διάρκεια της εξάμηνης περιόδου, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας συμβουλεύεται την ΕΑΤ αν αυτό ζητηθεί από οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή. Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας μπορεί εξ ιδίας πρωτοβουλίας να συμβουλεύεται την ΕΑΤ.

Η κοινή απόφαση μπορεί επίσης να επιβάλλει περιορισμούς στον τόπο διακράτησης και την ιδιοκτησία των ρευστών διαθεσίμων και ελάχιστα ποσά ρευστών διαθεσίμων τα οποία πρέπει να κατέχουν τα ιδρύματα που εξαιρούνται από την εφαρμογή του έκτου μέρους.

Η κοινή απόφαση παρουσιάζεται σε έγγραφο που περιέχει την πλήρως αιτιολογημένη απόφαση και υποβάλλεται στο μητρικό ίδρυμα της αυτόνομης οντότητας διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας.

2.  Εάν δεν ληφθεί κοινή απόφαση εντός έξι μηνών, κάθε αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία σε ατομική βάση λαμβάνει τη δική της απόφαση.

Ωστόσο, οποιαδήποτε αρμόδια αρχή μπορεί κατά τη διάρκεια του εξαμήνου να ερωτά την ΕΑΤ εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως δ). Στην περίπτωση αυτή, η ΕΑΤ μπορεί να μεσολαβεί κατά τρόπο μη δεσμευτικό, σύμφωνα με το άρθρο 31 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, και όλες οι εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές αναβάλλουν την απόφασή τους εν αναμονή της έκβασης της μη δεσμευτικής διαμεσολάβησης. Εάν, κατά τη διάρκεια της διαμεσολάβησης, δεν επιτευχθεί συμφωνία από τις αρμόδιες αρχές εντός τριών μηνών, κάθε αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία σε ατομική βάση λαμβάνει τη δική της απόφαση, συνεκτιμώντας την αναλογικότητα των οφελών και των κινδύνων στο επίπεδο του κράτους μέλους του μητρικού ιδρύματος και την αναλογικότητα των οφελών και των κινδύνων στο επίπεδο του κράτους μέλους της θυγατρικής. Το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά το πέρας του εξαμήνου ή αφού ληφθεί απόφαση από κοινού.

Η κοινή απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και οι αποφάσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου είναι δεσμευτικές.

3.  Οποιαδήποτε αρμόδια αρχή μπορεί επίσης κατά τη διάρκεια του εξαμήνου να συμβουλεύεται την ΕΑΤ σε περίπτωση διαφωνίας σχετικά με τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 παράγραφος 3 στοιχεία α) έως δ). Στην περίπτωση αυτή, η ΕΑΤ μπορεί να αναλάβει τη μη δεσμευτική διαμεσολάβησή της σύμφωνα με το άρθρο 31 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και όλες οι ενεχόμενες αρμόδιες αρχές θα αναβάλλουν την απόφασή τους εν αναμονή της έκβασης της μη δεσμευτικής διαμεσολάβησης. Εάν, κατά τη διάρκεια της διαμεσολάβησης, δεν επιτευχθεί συμφωνία από τις αρμόδιες αρχές εντός τριών μηνών, κάθε αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία σε ατομική βάση λαμβάνει τη δική της απόφαση.

Άρθρο 22

Υποενοποίηση σε περιπτώσεις οντοτήτων σε τρίτες χώρες

►C2  Τα θυγατρικά ιδρύματα τηρούν τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται στα άρθρα 89 έως 91 και στο τρίτο και τέταρτο μέρος σε υποενοποιημένη βάση ◄ όταν τα εν λόγω ιδρύματα ή η μητρική επιχείρηση, εφόσον πρόκειται για χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή για μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, διαθέτουν ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ως θυγατρική σε τρίτη χώρα ή διαθέτουν συμμετοχή σε τέτοια επιχείρηση.

Άρθρο 23

Επιχειρήσεις σε τρίτες χώρες

Για τους σκοπούς της εφαρμογής εποπτείας σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο, οι όροι «επιχείρηση επενδύσεων», «πιστωτικό ίδρυμα», «χρηματοδοτικό ίδρυμα» και «ίδρυμα» ισχύουν επίσης για επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, οι οποίες αν ήταν εγκατεστημένες στην Ένωση θα πληρούσαν τους ορισμούς των ως άνω όρων στο άρθρο 4.

Άρθρο 24

Αποτίμηση στοιχείων ενεργητικού και στοιχείων εκτός ισολογισμού

1.  Η αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και των στοιχείων εκτός ισολογισμού πραγματοποιείται βάσει του εφαρμοστέου λογιστικού πλαισίου.

2.  Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απαιτήσουν από τα ιδρύματα να αποτιμήσουν τα στοιχεία ενεργητικού και τα στοιχεία εκτός ισολογισμού και να προσδιορίσουν τα ίδια κεφάλαια σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα, ως ισχύει δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002.



Μεροσ Δευτερο

ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ



ΤΙΤΛΟΣ Ι

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Κεφάλαιο της κατηγορίας 1

Άρθρο 25

Κεφάλαιο της κατηγορίας 1

Το κεφάλαιο της κατηγορίας 1 ενός ιδρύματος αποτελείται από το άθροισμα του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 και του πρόσθετου κεφαλαίου της κατηγορίας 1 του ιδρύματος.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1



Τμήμα 1

Στοιχεία και μεσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1

Άρθρο 26

Στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1

1.  Τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 των ιδρυμάτων αποτελούνται από τα εξής:

α) κεφαλαιακά μέσα, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 28 ή, κατά περίπτωση, στο άρθρο 29,

β) η διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο που αφορά τα μέσα που αναφέρονται στο στοιχείο α),

γ) κέρδη εις νέον,

▼C2

δ) συσσωρευμένα λοιπά συνολικά έσοδα,

▼B

ε) λοιπά αποθεματικά,

στ) κεφάλαια για γενικούς τραπεζικούς κινδύνους.

Τα στοιχεία που αναφέρονται στα στοιχεία γ) έως στ) αναγνωρίζονται ως στοιχεία κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 μόνο εφόσον διατίθενται στο ίδρυμα για την απεριόριστη και άμεση κάλυψη κινδύνων ή ζημιών κατά τη στιγμή της επέλευσής τους.

2.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο γ), τα ιδρύματα μπορούν να συμπεριλάβουν ενδιάμεσα κέρδη περιόδου ή κέρδη τέλους χρήσεως στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 πριν από τη λήψη επίσημης απόφασης από το ίδρυμα που επιβεβαιώνει το τελικό αποτέλεσμα του ιδρύματος, μόνο με την προηγούμενη έγκριση της αρμόδιας αρχής. Η αρμόδια αρχή χορηγεί την άδειά της εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) τα εν λόγω κέρδη έχουν ελεγχθεί από πρόσωπα ανεξάρτητα από το ίδρυμα, τα οποία είναι αρμόδια για τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων του εν λόγω ιδρύματος,

β) οι αρμόδιες αρχές έχουν λάβει ικανοποιητικές αποδείξεις ότι κάθε προβλέψιμη επιβάρυνση και πρόβλεψη για μερίσματα έχει αφαιρεθεί από το ύψος των εν λόγω κερδών.

Ο έλεγχος των ενδιάμεσων κερδών περιόδου ή των κερδών τέλους χρήσης του ιδρύματος θα διασφαλίζει επαρκώς ότι τα ανωτέρω κέρδη έχουν εκτιμηθεί σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στο ισχύον λογιστικό πλαίσιο.

3.  Οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν κατά πόσον οι εκδόσεις των μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 28 ή, κατά περίπτωση, του άρθρου 29. ►C1  Αναφορικά με τις εκδόσεις μετά την 28η Ιουνίου 2013, τα ιδρύματα ταξινομούν ◄ τα κεφαλαιακά μέσα ως μέσα Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 μόνο κατόπιν έγκρισης των αρμοδίων αρχών, οι οποίες δύνανται να ζητήσουν τη γνώμη της ΕΑΤ.

Για κεφαλαιακά μέσα, εξαιρουμένης της κρατικής ενίσχυσης, τα οποία εγκρίνονται από την αρμόδια αρχή ως αποδεκτά για ταξινόμηση ως μέσα Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 αλλά, κατά τη γνώμη της ΕΑΤ διαπίστωση της συμμόρφωσης προς τα κριτήρια του άρθρου 28 ή, κατά περίπτωση, του άρθρου 29, παρουσιάζει ουσιαστικές δυσχέρειες, οι αρμόδιες αρχές εξηγούν τη συλλογιστική τους στην ΕΑΤ.

Βάσει πληροφοριών από κάθε αρμόδια αρχή, η ΕΑΤ καταρτίζει, τηρεί και δημοσιεύει κατάλογο όλων των ειδών κεφαλαιακών μέσων σε έκαστο κράτος μέλος τα οποία κρίνονται ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1. ►C1  Η ΕΑΤ καταρτίζει και δημοσιεύει τον εν λόγω κατάλογο έως την 28η Ιουλίου 2013 για πρώτη φορά ◄ .

Η ΕΑΤ δύναται, σύμφωνα με τη διαδικασία επανεξέτασης του άρθρου 80 και εφόσον υφίστανται σημαντικές ενδείξεις ότι τα εν λόγω μέσα δεν πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 28 ή, κατά περίπτωση, του άρθρου 29, ►C1  να αποφασίσει να αποσύρει από τον κατάλογο τα κεφαλαιακά μέσα που δεν συνιστούν κρατική ενίσχυση και τα οποία εκδόθηκαν μετά την 28η Ιουνίου 2013 ◄ και να προβεί σε σχετική ανακοίνωση.

4.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να διευκρινίσει την έννοια του προβλέψιμου κατά τον προσδιορισμό της αφαίρεσης τυχόν προβλέψιμων επιβαρύνσεων και μερισμάτων.

▼C1

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 28η Ιουλίου 2013.

▼B

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 27

Κεφαλαιακά μέσα αλληλασφαλιστικών ενώσεων, συνεταιριστικών εταιρειών, ταμιευτηρίων ή παρόμοιων ιδρυμάτων σε στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1

1.  Τα στοιχεία Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 περιλαμβάνουν οποιοδήποτε κεφαλαιακό μέσο που εκδίδεται από ένα ίδρυμα δυνάμει του καταστατικού του εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) το ίδρυμα ανήκει σε τύπο ιδρύματος που ορίζεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας και αναγνωρίζεται από τις αρμόδιες αρχές ως:

i) αλληλασφαλιστική ένωση,

ii) συνεταιριστική εταιρεία,

iii) ταμιευτήριο,

iv) παρόμοιο ίδρυμα,

v) πιστωτικό ίδρυμα το οποίο ανήκει εξ ολοκλήρου στην ιδιοκτησία ιδρύματος που αναφέρεται στα σημεία i) έως iv) και έχει λάβει έγκριση από την αρμόδια αρχή να κάνει χρήση των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον και για όσον καιρό το 100 % των κοινών μετοχών που εκδίδει το πιστωτικό ίδρυμα ανήκει άμεσα ή έμμεσα σε ίδρυμα που αναφέρεται στα εν λόγω σημεία,

β) πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 28 ή, κατά περίπτωση, του άρθρου 29.

Οι εν λόγω αλληλασφαλιστικές ενώσεις, συνεταιριστικές εταιρείες ή ταμιευτήρια που αναγνωρίζονται ως τέτοια από την ισχύουσα εθνική νομοθεσία πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2012, θα εξακολουθήσουν να ταξινομούνται στην κατηγορία αυτή για τους σκοπούς του παρόντος μέρους, υπό την προϋπόθεση ότι εξακολουθούν να πληρούν τα κριτήρια που καθόρισαν την αναγνώριση αυτή.

2.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδιο ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τις προϋποθέσεις σύμφωνα με τις οποίες οι αρμόδιες αρχές δύνανται να αποφασίσουν ότι ένα είδος επιχείρησης αναγνωρισμένο δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας αναγνωρίζεται ως αλληλασφαλιστική ένωση, συνεταιριστική εταιρεία, ταμιευτήριο ή παρόμοιος ίδρυμα για τους σκοπούς του παρόντος μέρους.

▼C1

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 28η Ιουλίου 2013.

▼B

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 28

Μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1

1.  Τα κεφαλαιακά μέσα χαρακτηρίζονται ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 μόνο εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) τα μέσα εκδίδονται άμεσα από το ίδρυμα κατόπιν έγκρισης των ιδιοκτητών του ιδρύματος ή, εφόσον επιτρέπεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, από το διοικητικό σώμα του ιδρύματος,

β) τα μέσα είναι καταβεβλημένα και η αγορά τους δεν χρηματοδοτείται άμεσα ή έμμεσα από το ίδρυμα,

γ) τα μέσα πληρούν όλες τις κατωτέρω προϋποθέσεις όσον αφορά την κατάταξή τους:

i) χαρακτηρίζονται ως κεφάλαιο κατά την έννοια του άρθρου 22 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ,

ii) κατατάσσονται στην καθαρή θέση κατά την έννοια του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

iii) κατατάσσονται ως μετοχικό κεφάλαιο για τους σκοπούς του προσδιορισμού της αφερεγγυότητας βάσει του ισολογισμού, ανάλογα με την περίπτωση δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας,

δ) τα μέσα εμφανίζονται χωριστά και με σαφήνεια στον ισολογισμό των οικονομικών καταστάσεων του ιδρύματος,

ε) τα μέσα είναι αόριστης διάρκειας,

στ) το κεφάλαιο των μέσων δεν δύναται να μειωθεί ή να εξοφληθεί, εξαιρουμένων των κατωτέρω περιπτώσεων:

i) εκκαθάριση του ιδρύματος,

ii) προαιρετική επαναγορά των μέσων ή άλλο προαιρετικό μέσο μείωσης του κεφαλαίου, εφόσον το ίδρυμα έχει εξασφαλίσει την προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το άρθρο 77,

ζ) οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα δεν αναφέρουν ρητά ή σιωπηρά ότι το κεφάλαιο των μέσων θα μπορούσε ή ενδέχεται να μειωθεί ή να εξοφληθεί εκτός από την περίπτωση εκκαθάρισης του ιδρύματος, και το ίδρυμα δεν αναφέρει κάτι ανάλογο πριν από ή κατά την έκδοση των μέσων, με εξαίρεση την περίπτωση των μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 27 όπου η το ίδρυμα απαγορεύεται να αρνηθεί την εξόφληση των εν λόγω μέσων δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας,

η) τα μέσα πληρούν όλες τις κατωτέρω προϋποθέσεις όσον αφορά τις διανομές:

i) δεν υφίσταται προνομιακή μεταχείριση στη διανομή σε σχέση με τη σειρά καταβολής των διανομών, ακόμα και σε σχέση με άλλα μέσα κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, και οι όροι που διέπουν τα μέσα δεν προβλέπουν προνομιακά δικαιώματα για την καταβολή των διανομών,

ii) οι διανομές στους κατόχους των μέσων δύνανται να καταβάλλονται μόνο από διανεμητέα στοιχεία,

iii) οι όροι που διέπουν τα μέσα δεν περιλαμβάνουν ανώτατο όριο ή άλλο περιορισμό ως προς το μέγιστο επίπεδο διανομών, με εξαίρεση την περίπτωση των μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 27,

iv) το επίπεδο των διανομών δεν προσδιορίζεται βάσει του ποσού έναντι του οποίου αγοράσθηκαν τα μέσα κατά την έκδοσή τους, με εξαίρεση την περίπτωση των μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 27,

v) οι όροι που διέπουν τα μέσα δεν περιλαμβάνουν καμία υποχρέωση του ιδρύματος να προβαίνει σε διανομές στους κατόχους των μέσων και το ίδρυμα δεν υπόκειται σε καμία περίπτωση στην εν λόγω υποχρέωση,

vi) η μη καταβολή των διανομών δεν συνιστά αθέτηση υποχρέωσης του ιδρύματος,

vii) η ακύρωση των διανομών δεν επιβάλλει κανένα περιορισμό στο ίδρυμα,

θ) σε σύγκριση με όλα τα κεφαλαιακά μέσα που εκδίδει το ίδρυμα, τα μέσα απορροφούν το πρώτο και μεγαλύτερο αναλογικά μερίδιο των ζημιών καθώς συμβαίνουν, και κάθε μέσο απορροφά τις ζημίες στον ίδιο βαθμό με όλα τα άλλα μέσα Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1,

ι) τα μέσα ιεραρχούνται χαμηλότερα από όλες τις άλλες αξιώσεις σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης του ιδρύματος,

ια) τα μέσα δίνουν το δικαίωμα στους ιδιοκτήτες τους να έχουν απαίτηση επί των εναπομενόντων στοιχείων ενεργητικού του ιδρύματος, η οποία, σε περίπτωση εκκαθάρισης και μετά την εξόφληση όλων των απαιτήσεων με εξοφλητική προτεραιότητα, είναι ανάλογη με το ύψος των εκδοθέντων μέσων και δεν είναι σταθερή ούτε υπόκειται σε ανώτατο όριο, εκτός από την περίπτωση των κεφαλαιακών μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 27,

ιβ) τα μέσα δεν είναι εξασφαλισμένα ούτε υπόκεινται σε εγγύηση που ενισχύει την εξοφλητική προτεραιότητα της απαίτησης από οποιονδήποτε από τους κατωτέρω:

i) το ίδρυμα ή τις θυγατρικές του,

ii) τη μητρική επιχείρηση του ιδρύματος ή τις θυγατρικές της,

iii) τη μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή τις θυγατρικές της,

iv) τη μικτή εταιρεία συμμετοχών ή τις θυγατρικές της,

v) τη μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών και τις θυγατρικές της,

vi) οποιαδήποτε επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με τις οντότητες που αναφέρονται στα σημεία i) έως v,·

ιγ) τα μέσα δεν υπόκεινται σε οποιαδήποτε ρύθμιση, συμβατική ή άλλη, η οποία ενισχύει την εξοφλητική προτεραιότητα των απαιτήσεων δυνάμει των μέσων σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης.

Η προϋπόθεση του στοιχείου ι) του πρώτου εδαφίου λογίζεται ότι πληρούται έστω και αν τα μέσα περιλαμβάνονται στα πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2 δυνάμει του άρθρου 484 παράγραφος 3, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν την ίδια προτεραιότητα.

2.  Οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 σημείο i) θεωρείται ότι πληρούνται ανεξάρτητα από μείωση σε μόνιμη βάση της αξίας του κεφαλαίου των πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2.

Οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 σημείο στ) θεωρείται ότι πληρούνται ανεξαρτήτως της μείωσης του ποσού του κεφαλαιακού μέσου στο πλαίσιο διαδικασίας εξυγίανσης ή ως συνέπεια της μείωσης της αξίας των κεφαλαιακών μέσων που απαιτούνται από την αρχή εξυγίανσης που είναι υπεύθυνη για το ίδρυμα.

Οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 σημείο ζ) θεωρείται ότι πληρούνται ανεξαρτήτως των διατάξεων που διέπουν το κεφαλαιακό μέσο υποδεικνύοντας ρητά ή σιωπηρά ότι το ποσό του κεφαλαίου του μέσου θα μειωθεί ή ενδέχεται να μειωθεί στο πλαίσιο διαδικασίας εξυγίανσης ή ως συνέπεια της μείωσης της ονομαστικής αξίας των κεφαλαιακών μέσων που απαιτούνται από την αρχή εξυγίανσης που είναι υπεύθυνη για το ίδρυμα.

3.  Οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 στοιχείο η) σημείο iii) θεωρείται ότι πληρούνται ανεξάρτητα από το εάν το μέσο καταβάλλει πολλαπλάσιο μέρισμα, υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πολλαπλάσιο μέρισμα δεν έχει ως αποτέλεσμα διανομή που προκαλεί δυσανάλογη επίπτωση στα ίδια κεφάλαια.

4.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο η) σημείο i), οι διαφοροποιημένες διανομές αντικατοπτρίζουν μόνο τα διαφοροποιημένα δικαιώματα ψήφου. Σε αυτό το πλαίσιο, οι υψηλότερες διανομές εφαρμόζονται μόνο στα μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 με λιγότερα δικαιώματα ψήφου ή χωρίς δικαιώματα ψήφου.

5.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:

α) τις ισχύουσες μορφές και τη φύση της έμμεσης χρηματοδότησης των μέσων ιδίων κεφαλαίων,

β) εάν και πότε οι πολλαπλάσιες διανομές προκαλούν δυσανάλογη επίπτωση στα ίδια κεφάλαια,

γ) την έννοια των προνομιακών διανομών.

▼C1

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 28η Ιουλίου 2013.

▼B

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 29

Κεφαλαιακά μέσα που εκδίδονται από αλληλασφαλιστικές ενώσεις, συνεταιριστικές εταιρείες, ταμιευτήρια και παρόμοια ιδρύματα

1.  Τα κεφαλαιακά μέσα που εκδίδονται από αλληλασφαλιστικές ενώσεις, συνεταιριστικές εταιρείες, ταμιευτήρια και παρόμοια ιδρύματα είναι αποδεκτά ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 μόνο εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 28 με τις τροποποιήσεις που απορρέουν από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

2.  Οι κατωτέρω προϋποθέσεις πληρούνται όσον αφορά την εξόφληση των κεφαλαιακών μέσων:

α) εκτός εάν απαγορεύεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, το ίδρυμα δύναται να αρνηθεί την εξόφληση των μέσων,

β) σε περίπτωση που το ίδρυμα απαγορεύεται να αρνηθεί την εξόφληση των μέσων δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα δίνουν στο ίδρυμα τη δυνατότητα να περιορίσει την εξόφλησή τους,

γ) η άρνηση εξόφλησης των μέσων ή ο περιορισμός της εξόφλησής τους, ανάλογα με την περίπτωση, δεν συνιστά αθέτηση υποχρέωσης του ιδρύματος.

3.  Τα κεφαλαιακά μέσα είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν ανώτατο όριο ή περιορισμό ως προς το μέγιστο επίπεδο των διανομών μόνο εφόσον το εν λόγω όριο ή ο περιορισμός προβλέπεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας ή του καταστατικό του ιδρύματος.

4.  Σε περίπτωση που τα κεφαλαιακά μέσα παρέχουν στον ιδιοκτήτη τους δικαιώματα στα αποθεματικά του ιδρύματος σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης, τα οποία περιορίζονται στην ονομαστική αξία των μέσων, ο εν λόγω περιορισμός ισχύει στον ίδιο βαθμό για τους κατόχους όλων των υπόλοιπων μέσων Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 που εκδίδει το ίδρυμα.

Οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο ισχύουν με την επιφύλαξη της δυνατότητας αλληλασφαλιστικής ένωσης, συνεταιριστικής εταιρείας, ταμιευτηρίου ή παρόμοιων φορέων να αναγνωρίσουν εντός μέσων Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 που δεν παρέχουν δικαιώματα ψήφου στον κάτοχο και πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) η απαίτηση των κατόχων των μέσων χωρίς δικαίωμα ψήφου σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης του ιδρύματος είναι ανάλογη προς το μερίδιο του συνόλου των μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που αντιπροσωπεύουν τα εν λόγω μέσα χωρίς δικαίωμα ψήφου,

β) τα μέσα είναι άλλως αποδεκτά ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.

5.  Σε περίπτωση που τα κεφαλαιακά μέσα παρέχουν στον ιδιοκτήτη τους δικαίωμα απαίτησης επί των στοιχείων ενεργητικού του ιδρύματος σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισής του, η οποία είναι σταθερή ή υπόκειται σε ένα ανώτατο όριο, ο εν λόγω περιορισμός ισχύει στον ίδιο βαθμό για όλους τους κατόχους όλων των μέσων Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 που εκδίδει το ίδρυμα

6.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τη φύση των περιορισμών της εξόφλησης που είναι απαραίτητοι σε περίπτωση που το ίδρυμα απαγορεύεται να αρνηθεί την εξόφληση των μέσων δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας.

▼C1

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 28η Ιουλίου 2013.

▼B

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 30

Συνέπειες της παύσης ικανοποίησης των προϋποθέσεων αναγνώρισης για τα μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1

Σε περίπτωση που δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 28 ή, κατά περίπτωση, στο άρθρο 29, για ένα μέσο Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, ισχύουν τα εξής:

α) το μέσο παύει αμέσως να είναι αποδεκτό ως μέσο κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1,

β) η διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο που αφορά το εν λόγω μέσο παύει αμέσως να αναγνωρίζεται ως στοιχείο κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.

Άρθρο 31

Κεφαλαιακά μέσα που αναλαμβάνονται από δημόσιες αρχές σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης

1.  Σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέψουν στα ιδρύματα να συμπεριλάβουν στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 κεφαλαιακά μέσα που συμμορφώνονται, κατ’ ελάχιστον, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 28 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως ε), όταν πληρούνται όλες οι κάτωθι προϋποθέσεις:

α) τα κεφαλαιακά μέσα εκδίδονται μετά 1η Ιανουαρίου 2014,

β) τα κεφαλαιακά μέσα θεωρούνται από την Επιτροπή ως κρατική ενίσχυση,

γ) τα κεφαλαιακά μέσα εκδίδονται στο πλαίσιο μέτρων ανακεφαλαιοποίησης σύμφωνα με τους εκάστοτε ισχύοντες κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων,

δ) τα κεφαλαιακά μέσα έχουν αναληφθεί πλήρως και κατέχονται από το κράτος ή από σχετική δημόσια αρχή ή από δημόσια οντότητα,

ε) τα κεφαλαιακά μέσα έχουν τη δυνατότητα να απορροφήσουν ζημίες,

στ) εκτός για τα κεφαλαιακά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 27, στην περίπτωση εκκαθάρισης, τα κεφαλαιακά μέσα δίνουν το δικαίωμα στους ιδιοκτήτες τους να υποβάλουν αξίωση επί των εναπομείναντων περιουσιακών στοιχείων του ιδρύματος μετά την εξόφληση όλων των απαιτήσεων με εξοφλητική προτεραιότητα,

ζ) υφίστανται κατάλληλοι μηχανισμοί εξόδου για το κράτος, ή κατά περίπτωση, για την αρμόδια δημόσια αρχή ή δημόσια οντότητα,

η) η αρμόδια αρχή έχει προτέρως εγκρίνει και έχει δημοσιεύσει την απόφασή της παράλληλα με την αιτιολόγηση της εν λόγω απόφασης.

2.  Κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος της σχετικής αρμόδιας αρχής και σε συνεργασία με αυτήν, η ΕΑΤ θεωρεί τα κεφαλαιακά μέσα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ως ισοδύναμα με τα μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.



Τμήμα 2

Εποπτίκεσ προσαρμογές

Άρθρο 32

Τιτλοποιημένα στοιχεία ενεργητικού

1.  Κάθε ίδρυμα εξαιρεί από οποιοδήποτε στοιχείο ιδίων κεφαλαίων του κάθε αύξηση του μετοχικού του κεφαλαίου δυνάμει του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου, η οποία προκύπτει από τιτλοποιημένα στοιχεία ενεργητικού, συμπεριλαμβανομένων των κατωτέρω:

α) μια τέτοια αύξηση που σχετίζεται με μελλοντικό περιθώριο εσόδων που έχει ως αποτέλεσμα κέρδος από πωλήσεις για το ίδρυμα,

β) σε περίπτωση που το ίδρυμα αποτελεί την μεταβιβάζουσα οντότητα μιας τιτλοποίησης, τα καθαρά κέρδη από την κεφαλαιοποίηση μελλοντικών εσόδων από τα τιτλοποιημένα στοιχεία ενεργητικού, τα οποία παρέχουν πιστωτική ενίσχυση στις θέσεις σε τιτλοποίηση.

2.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει περαιτέρω την έννοια του κέρδους από πωλήσεις που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παραγράφου 1.

▼C1

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 28η Ιουλίου 2013.

▼B

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 33

Αντισταθμίσεις ταμειακών ροών και αλλαγές στην αξία των ιδίων υποχρεώσεων

1.  Τα ιδρύματα δεν συμπεριλαμβάνουν τα ακόλουθα στοιχεία σε οποιοδήποτε στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων τους:

α) τα αποθεματικά εύλογης αξίας που σχετίζονται με κέρδη ή ζημίες από αντισταθμίσεις ταμειακών ροών από χρηματοοικονομικά μέσα που δεν αποτιμώνται στην εύλογη αξία τους, συμπεριλαμβανομένων των προβλεπόμενων ταμειακών ροών,

β) κέρδη ή ζημίες από τις υποχρεώσεις του ιδρύματος που αποτιμώνται στην εύλογη αξία τους και προκύπτουν από αλλαγές στην πιστωτική διαβάθμιση του ίδιου του ιδρύματος,

▼C2

γ) κέρδη και ζημίες εύλογης αξίας από υποχρεώσεις του ιδρύματος από παράγωγα που προκύπτουν από αλλαγές στην πιστωτική διαβάθμιση του ίδιου του ιδρύματος.

▼B

2.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο γ), τα ιδρύματα δεν αντισταθμίζουν τα κέρδη και τις ζημίες εύλογης αξίας που προκύπτουν από τον ίδιο πιστωτικό κίνδυνο του ιδρύματος με τα κέρδη και τις ζημίες που προκύπτουν από τον πιστωτικό κίνδυνο του αντισυμβαλλομένου.

3.  Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 στοιχείο β), τα ιδρύματα μπορούν να περιλαμβάνουν το ποσό των κερδών και των ζημιών από υποχρεώσεις τους στα ίδια κεφάλαια, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) οι υποχρεώσεις έχουν τη μορφή ομολόγων όπως αναφέρονται στο άρθρο 52 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ,

β) οι αλλαγές της αξίας των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων του ιδρύματος οφείλονται στις ίδιες αλλαγές στην πιστωτική διαβάθμιση του ίδιου του ιδρύματος,

γ) υφίσταται στενή αντιστοιχία μεταξύ της αξίας των ομολόγων του στοιχείου α) και της αξίας των περιουσιακών στοιχείων του ιδρύματος,

δ) είναι δυνατή η εξόφληση των ενυπόθηκων δανείων με την επαναγορά των ομολόγων που χρηματοδοτούν τα ενυπόθηκα δάνεια στην αγοραία ή την ονομαστική τους αξία.

4.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει σε τι συνίσταται η στενή αντιστοιχία μεταξύ της αξίας των ομολόγων και της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο γ).

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2013.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 34

Πρόσθετες προσαρμογές αξίας

Τα ιδρύματα εφαρμόζουν τις διατάξεις του άρθρου 105 σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία τους που αποτιμώνται σε εύλογη αξία κατά τον υπολογισμό του ύψους των ιδίων κεφαλαίων και αφαιρούν από το Κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 το ποσό τυχόν άλλων πρόσθετων προσαρμογών αξίας που θεωρούνται αναγκαίες.

Άρθρο 35

Μη πραγματοποιηθέντα κέρδη και ζημίες από αποτίμηση στην εύλογη αξία

Εκτός από την περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 33, τα ιδρύματα δεν δύνανται να κάνουν προσαρμογές για να αφαιρούν από τα ίδια κεφάλαιά τους τα μη πραγματοποιηθέντα κέρδη και τις ζημίες επί των περιουσιακών στοιχείων ή των υποχρεώσεών τους που αποτιμώνται στην εύλογη αξία τους.



Τμήμα 3

Αφαιρέσεις από τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, έξαιρεσεις και εναλλακτικές δυνατοτητές



Ενότητα 1

Αφαιρέσεις απο τα στοιχεία κεφαλαιου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1

Άρθρο 36

Αφαιρέσεις από τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1

1.  Τα ιδρύματα αφαιρούν τα κατωτέρω στοιχεία από τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1:

α) ζημίες της τρέχουσας χρήσης,

β) άυλα στοιχεία του ενεργητικού,

γ) αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που βασίζονται στη μελλοντική κερδοφορία,

δ) για τα ιδρύματα που υπολογίζουν τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων με την προσέγγιση των εσωτερικών διαβαθμίσεων (προσέγγιση IRB), τα αρνητικά ποσά που προκύπτουν από τον υπολογισμό των ποσών αναμενόμενης ζημίας που διευκρινίζεται στα άρθρα 158 και 159,

ε) περιουσιακά στοιχεία του συνταξιοδοτικού ταμείου προκαθορισμένων παροχών στον ισολογισμό του ιδρύματος,

στ) τις άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις του ιδρύματος σε ίδια μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, συμπεριλαμβανομένων των ίδιων μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που υποχρεούται να αγοράσει επί του παρόντος ή μελλοντικά ένα ίδρυμα βάσει υφιστάμενης συμβατικής υποχρέωσης,

ζ) τις άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα σε περίπτωση που οι εν λόγω οντότητες έχουν αμοιβαία συμμετοχή με το ίδρυμα, η οποία, κατά τις αρμόδιες αρχές, σχεδιάστηκε με στόχο την τεχνητή διόγκωση των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος,

η) το ισχύον ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα στις περιπτώσεις που το ίδρυμα δεν διαθέτει σημαντική επένδυση στις εν λόγω οντότητες,

θ) το ισχύον ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα στις περιπτώσεις που το ίδρυμα διαθέτει σημαντική επένδυση στις εν λόγω οντότητες,

ι) το ποσό των στοιχείων που πρέπει να αφαιρεθούν από Πρόσθετα στοιχεία της Κατηγορίας 1 σύμφωνα με ►C3  το άρθρο 56 το οποίο υπερβαίνει τα Πρόσθετα στοιχεία της Κατηγορίας 1 του ιδρύματος, ◄

ια) το ποσό του ανοίγματος των ακόλουθων στοιχείων που είναι αποδεκτά για συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1 250  %, σε περίπτωση που το ίδρυμα αφαιρεί το εν λόγω ποσό από το ποσό των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ως εναλλακτική δυνατότητα αντί της εφαρμογής συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1 250  %:

i) ειδικές συμμετοχές εκτός του χρηματοπιστωτικού τομέα,

▼M5

ii) θέσεις τιτλοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 244 παράγραφος 1 στοιχείο β), το άρθρο 245 παράγραφος 1 στοιχείο β) και το άρθρο 253,

▼B

iii) ατελείς συναλλαγές, σύμφωνα με το άρθρο 379 παράγραφος 3,

iv) θέσεις ενός καλαθιού για τις οποίες το ίδρυμα δεν μπορεί να προσδιορίσει το συντελεστή στάθμισης κινδύνου δυνάμει της προσέγγισης IRB σύμφωνα με το άρθρο 153 παράγραφος 8,

v) ανοίγματα σε μετοχές στο πλαίσιο μιας μεθόδου εσωτερικών υποδειγμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 155 παράγραφος 4,

ιβ) οποιαδήποτε φορολογική επιβάρυνση σχετίζεται με τα στοιχεία Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, η οποία προβλέπεται κατά τη στιγμή του υπολογισμού της, εκτός εάν το ίδρυμα προσαρμόσει κατάλληλα το ποσό των στοιχείων Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 στο μέτρο που η επιβάρυνση αυτή μειώνει το ποσό μέχρι το οποίο τα στοιχεία αυτά ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη κινδύνων ή ζημιών.

2.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει την εφαρμογή των αφαιρέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), γ), ε), στ), η), θ) και ιβ) του παρόντος άρθρου και των σχετικών αφαιρέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 56 στοιχεία α), γ), δ) και στ) και στο άρθρο 66 στοιχεία α), γ) και δ).

▼C1

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 28η Ιουλίου 2013.

▼B

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

3.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει τα είδη των κεφαλαιακών μέσων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και, σε διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) (ΕΑΑΕΣ) που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010 ( 8 ), των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτων χωρών και των επιχειρήσεων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας, τα οποία αφαιρούνται από τα κατωτέρω στοιχεία ιδίων κεφαλαίων:

α) στοιχεία Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1,

β) πρόσθετα στοιχεία της Κατηγορίας 1,

γ) στοιχεία της Κατηγορίας 2.

▼C1

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 28η Ιουλίου 2013.

▼B

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 37

Αφαίρεση άυλων στοιχείων ενεργητικού

Τα ιδρύματα καθορίζουν το ποσό των άυλων στοιχείων ενεργητικού που αφαιρούνται σύμφωνα με τα εξής:

α) το ποσό που πρόκειται να αφαιρεθεί, είναι μειωμένο κατά το ποσό των σχετικών αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων που θα εξαλείφονταν εάν τα άυλα στοιχεία ενεργητικού απομειώνονταν ή αποαναγνωρίζονταν δυνάμει του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

β) το ποσό που πρόκειται να αφαιρεθεί περιλαμβάνει την υπεραξία που περιλαμβάνεται στην αποτίμηση σημαντικών επενδύσεων του ιδρύματος.

Άρθρο 38

Αφαίρεση των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία

1.  Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που βασίζεται σε μελλοντική κερδοφορία και του οποίου απαιτείται η αφαίρεση σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

2.  Με εξαίρεση τις περιπτώσεις στις οποίες πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 3, το ποσό των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία υπολογίζεται χωρίς την αφαίρεση του ποσού των σχετικών αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων του ιδρύματος.

3.  Το ποσό των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία είναι δυνατόν να μειωθεί κατά το ποσό των σχετικών αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων του ιδρύματος, εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) η οικονομική οντότητα έχει νομικά εκτελεστό δικαίωμα δυνάμει του ισχύοντος εθνικού δικαίου να συμψηφίσει τις τρέχουσες φορολογικές απαιτήσεις αυτές με τις τρέχουσες φορολογικές υποχρεώσεις,

β) οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις και οι αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις σχετίζονται με φόρους που επιβάλλονται από την ίδια φορολογική αρχή και στην ίδια φορολογητέα οντότητα.

4.  Οι σχετικές αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις του ιδρύματος που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς της παραγράφου 3 δεν είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις που περιορίζουν το ποσό των άυλων στοιχείων ενεργητικού ή περιουσιακών στοιχείων του συνταξιοδοτικού ταμείου προκαθορισμένων παροχών των οποίων απαιτείται η αφαίρεση.

5.  Το ποσό των σχετικών αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 4 κατανέμεται μεταξύ των κατωτέρω στοιχείων:

α) αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές που δεν αφαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 48 παράγραφος 1,

β) όλες οι υπόλοιπες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία.

Τα ιδρύματα κατανέμουν τις σχετικές αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις σύμφωνα με την αναλογία των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία, την οποία αντιπροσωπεύουν τα στοιχεία που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β).

Άρθρο 39

Επιπλέον καταβληθείς φόρος, μεταφορές φορολογικών ζημιών και αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που δεν βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία

1.  Τα ακόλουθα στοιχεία δεν αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια και υπόκεινται σε στάθμιση κινδύνου σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 ή 3, κατά περίπτωση:

α) επιπλέον καταβληθείς φόρος από το ίδρυμα για την τρέχουσα χρήση,

β) φορολογικές ζημίες του ιδρύματος από την τρέχουσα χρήση που μεταφέρονται σε προηγούμενες χρήσεις και εγείρουν αξίωση ή εισπρακτέα απαίτηση έναντι κεντρικής κυβέρνησης, περιφερειακής κυβέρνησης ή εγχώριας φορολογικής αρχής.

2.  Οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που δεν βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία περιορίζονται στις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που προκύπτουν από προσωρινές διαφορές, εφόσον πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) αντικαθιστώνται αμέσως από έκπτωση φόρου, αυτομάτως και υποχρεωτικά, σε περίπτωση που το ίδρυμα αναφέρει ζημία κατά την επίσημη έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων του ιδρύματος ή σε περίπτωση εκκαθάρισης ή αφερεγγυότητας του ιδρύματος,

β) ένα ίδρυμα είναι σε θέση, δυνάμει της ισχύουσας εθνικής φορολογικής νομοθεσίας, να αντισταθμίσει φορολογική έκπτωση που αναφέρεται στο στοιχείο α) με οποιαδήποτε φορολογική υποχρέωση του ιδρύματος ή οποιασδήποτε άλλης επιχείρησης που υπάγεται στην ίδια ενοποίηση με το ίδρυμα για φορολογικούς σκοπούς σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτή ή οποιασδήποτε άλλης επιχείρησης που υπόκειται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2,

γ) εφόσον το ποσό των φορολογικών εκπτώσεων που αναφέρονται στο στοιχείο β) υπερβαίνει τις φορολογικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στο ίδιο στοιχείο, οποιοδήποτε υπερβάλλον ποσό αντικαθίσταται αμέσως με άμεση απαίτηση έναντι της κεντρικής κυβέρνησης του κράτους μέλους στο οποίο έχει συσταθεί το ίδρυμα.

Τα ιδρύματα εφαρμόζουν στάθμιση κινδύνου 100 % στις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις των στοιχείων α), β) και γ).

Άρθρο 40

Αφαίρεση των αρνητικών ποσών που προκύπτουν από τον υπολογισμό των ποσών αναμενόμενης ζημίας

Το ποσό που αφαιρείται σύμφωνα με το στοιχείο δ) του άρθρου 33 παράγραφος 1 δεν μειώνεται από την αύξηση του επιπέδου των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία, ή από άλλη πρόσθετη επίπτωση του φόρου, που θα μπορούσε να προκύψει ►C2  αν οι προβλέψεις ανέρχονταν στο επίπεδο των αναμενόμενων ζημιών που αναφέρονται στο τμήμα 3 του κεφαλαίου 3 του τίτλου ΙΙ του τρίτου μέρους. ◄

Άρθρο 41

Αφαίρεση περιουσιακών στοιχείων συνταξιοδοτικών ταμείων προκαθορισμένων παροχών

▼C2

1.  Για τους σκοπούς του στοιχείου ε) του άρθρου 36 παράγραφος 1, το ποσό των περιουσιακών στοιχείων των συνταξιοδοτικών ταμείων προκαθορισμένων παροχών που αφαιρούνται μειώνεται κατά τα εξής:

α) το ποσό οποιωνδήποτε σχετικών αναβαλλόμενων φορολογικών υποχρεώσεων που ενδέχεται να εξαλείφονταν εάν τα στοιχεία ενεργητικού απομειώνονταν ή αποαναγνωρίζονταν δυνάμει του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου,

β) το ποσό των περιουσιακών στοιχείων του συνταξιοδοτικού ταμείου προκαθορισμένων παροχών που το ίδρυμα δύναται να χρησιμοποιεί απεριόριστα, με την προϋπόθεση ότι το ίδρυμα έχει λάβει την πρότερη άδεια της αρμόδιας αρχής.

Τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται για τη μείωση του προς αφαίρεση ποσού λαμβάνουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με το Κεφάλαιο 2 ή 3 του Τίτλου ΙΙ του τρίτου μέρους, ανάλογα με την περίπτωση.

▼B

2.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία μια αρμόδια αρχή επιτρέπει σε ένα ίδρυμα τη μείωση του ποσού των περιουσιακών στοιχείων του συνταξιοδοτικού ταμείου προκαθορισμένων παροχών όπως ορίζεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1.

▼C1

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 28η Ιουλίου 2013.

▼B

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 42

Αφαίρεση των τοποθετήσεων σε ίδια μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1

Για τους σκοπούς του στοιχείου στ) του άρθρου 36 παράγραφος 1, τα ιδρύματα υπολογίζουν τις τοποθετήσεις σε ίδια μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 βάσει των μεικτών θετικών τους θέσεων με τις ακόλουθες εξαιρέσεις:

α) τα ιδρύματα δύνανται να υπολογίζουν τα ίδια μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 βάσει της καθαρής θετικής τους θέσης υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται και οι δύο κάτωθι προϋποθέσεις:

i) οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις βρίσκονται στο ίδιο υποκείμενο άνοιγμα και οι αρνητικές θέσεις δεν ενέχουν κίνδυνο αντισυμβαλλόμενου,

ii) είτε οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις περιλαμβάνονται αμφότερες στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών,

β) τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό που αφαιρείται για άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις που παίρνουν τη μορφή τοποθετήσεων σε τίτλους συνδεδεμένους με δείκτες υπολογίζοντας το υποκείμενο άνοιγμα στα ίδια μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που περιλαμβάνονται στους δείκτες αυτούς,

γ) τα ιδρύματα δύνανται να συμψηφίζουν τις μεικτές θετικές θέσεις σε ίδια μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που προκύπτουν από τοποθετήσεις σε τίτλους συνδεδεμένους με δείκτες με τις αρνητικές θέσεις σε ίδια μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που προκύπτουν από αρνητικές θέσεις στους υποκείμενους δείκτες, ακόμα και στις περιπτώσεις που οι εν λόγω αρνητικές θέσεις ενέχουν κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται αμφότερες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

i) οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις είναι στους ίδιους υποκείμενους δείκτες,

ii) είτε αμφότερες οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

Άρθρο 43

Σημαντική επένδυση σε οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα

Για τους σκοπούς της αφαίρεσης, ένα ίδρυμα έχει σημαντική επένδυση σε οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα εφόσον πληρούται οιαδήποτε εκ των κατωτέρω προϋποθέσεων:

α) το ίδρυμα κατέχει ποσοστό μεγαλύτερο από 10 % των μέσων Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 που εκδίδει η εν λόγω οντότητα,

β) το ίδρυμα έχει στενούς δεσμούς με την εν λόγω οντότητα και κατέχει μέσα Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 που εκδίδει αυτή,

γ) το ίδρυμα κατέχει μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που εκδίδει η εν λόγω οντότητα και η οντότητα δεν συμπεριλαμβάνεται σε ενοποίηση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2, αλλά συμπεριλαμβάνεται στην ίδια λογιστική ενοποίηση με το ίδρυμα για σκοπούς χρηματοοικονομικής πληροφόρησης δυνάμει του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου.

Άρθρο 44

Αφαίρεση των τοποθετήσεων σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα σε περίπτωση που το ίδρυμα έχει αμοιβαία συμμετοχή που σχεδιάστηκε με στόχο την τεχνητή διόγκωση των ιδίων κεφαλαίων

Τα ιδρύματα πραγματοποιούν τις αφαιρέσεις που αναφέρονται στα στοιχεία ζ), η) και θ) του άρθρου 36 παράγραφος 1 σύμφωνα με τα εξής:

α) οι τοποθετήσεις σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 και σε άλλα κεφαλαιακά μέσα οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα υπολογίζονται βάσει των μικτών θετικών θέσεων,

β) τα ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της Κατηγορίας 1 θεωρούνται ως τοποθετήσεις σε μέσα Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 για τους σκοπούς της αφαίρεσης.

Άρθρο 45

Αφαίρεση των τοποθετήσεων σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα

Τα ιδρύματα πραγματοποιούν τις αφαιρέσεις που απαιτούνται δυνάμει των στοιχείων η) και θ) του άρθρου 36 παράγραφος 1 σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις:

α) δύνανται να υπολογίζουν τις άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 των οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα βάσει της καθαρής θετικής θέσης στο ίδιο υποκείμενο άνοιγμα, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται αμφότερες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

i) η ληκτότητα της αρνητικής θέσης ταυτίζεται με τη ληκτότητα της θετικής ή ότι έχει εναπομένουσα ληκτότητα τουλάχιστον ενός έτους,

ii) είτε η θετική και η αρνητική θέση περιλαμβάνονται αμφότερες στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών,

β) τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό που αφαιρείται για άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις που παίρνουν τη μορφή τοποθετήσεων σε τίτλους συνδεδεμένους με δείκτες, υπολογίζοντας το υποκείμενο άνοιγμα στα κεφαλαιακά μέσα οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα που περιλαμβάνονται στους δείκτες αυτούς.

Άρθρο 46

Αφαίρεση τοποθετήσεων μέσων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1σε περίπτωση που ένα ίδρυμα δεν έχει σημαντική επένδυση σε οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα

1.  Για τους σκοπούς του στοιχείου η) του άρθρου 36 παράγραφος 1, τα ιδρύματα υπολογίζουν το προς αφαίρεση ποσό κατά περίπτωση πολλαπλασιάζοντας το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου με το συντελεστή που προκύπτει από τον υπολογισμό που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου:

α) το συνολικό ποσό κατά το οποίο οι άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις του ιδρύματος σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα στις οποίες το ίδρυμα δεν έχει σημαντική επένδυση υπερβαίνουν το 10 % του συνολικού ποσού των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος, υπολογισμένο μετά την εφαρμογή των κατωτέρω στα στοιχεία κοινών μετοχών της κατηγορίας 1:

i) των άρθρων 32 έως 35,

ii) των αφαιρέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ζ), στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) σημεία ii) έως v) και στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ), με την εξαίρεση του ποσού που αφαιρείται για αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές,

iii) των άρθρων 44 και 45,

β) το ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 εκείνων των οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα όπου το ίδρυμα δεν έχει σημαντική επένδυση, ►C2  διά του συνολικού ποσού των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, σε πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και σε μέσα της κατηγορίας 2 των εν λόγω οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα. ◄

2.  Τα ιδρύματα εξαιρούν τις θέσεις αναδοχής που τηρούνται για πέντε εργάσιμες ημέρες κατά μέγιστο από το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παραγράφου 1 και από τον υπολογισμό του συντελεστή που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1.

3.  Το ποσό που πρέπει να αφαιρεθεί δυνάμει της παραγράφου 1 κατανέμεται σε όλα τα διατηρούμενα μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1. ►C2  Τα ιδρύματα καθορίζουν το ποσό κάθε μέσου κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που αφαιρείται ◄ δυνάμει της παραγράφου 1 πολλαπλασιάζοντας το ποσό που ορίζεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου με την αναλογία που ορίζεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου:

α) το ποσό των τοποθετήσεων που πρέπει να αφαιρεθούν δυνάμει της παραγράφου 1,

β) η αναλογία του συνολικού ποσού των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα στις περιπτώσεις που το ίδρυμα δεν διαθέτει σημαντική επένδυση η οποία να αντιπροσωπεύεται από κάθε μέσο κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που κατέχεται.

4.  Το ποσό των τοποθετήσεων που αναφέρονται στο στοιχείο η) του άρθρου 36 παράγραφος 1, το οποίο είναι ίσο ή μικρότερο από το 10 % των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος μετά την εφαρμογή των διατάξεων που ορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) σημεία i) έως iii), δεν αφαιρείται και υπόκειται στους αντίστοιχους συντελεστές στάθμισης κινδύνου δυνάμει του τρίτου μέρους τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 ή 3 και των απαιτήσεων που ορίζονται στο τρίτο μέρος τίτλος IV, ανάλογα με την περίπτωση.

▼C2

5.  Τα ιδρύματα καθορίζουν το ποσό κάθε μέσου κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που υπόκειται σε συντελεστή στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με την παράγραφο 4 πολλαπλασιάζοντας το ποσό που ορίζεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου επί του ποσού που ορίζεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου:

α) το ποσό των τοποθετήσεων που πρέπει να σταθμιστούν δυνάμει της παραγράφου 4,

β) την αναλογία που προκύπτει από τον υπολογισμό στο στοιχείο β) της παραγράφου 3.

▼B

Άρθρο 47

Αφαίρεση των τοποθετήσεων σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 σε περίπτωση που ένα ίδρυμα έχει σημαντική επένδυση σε οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα

Για τους σκοπούς του στοιχείο θ) του άρθρου 36 παράγραφος 1, από το ποσό που αφαιρείται κατά περίπτωση από τα στοιχεία Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 εξαιρούνται οι θέσεις αναδοχής που τηρούνται για πέντε εργάσιμες ημέρες κατά μέγιστο και το εν λόγω ποσό προσδιορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 44 και 45 και την ενότητα 2.



Ενότητα 2

Εξαιρεσεις και εναλλακτικες δυνατοτητες αφαιρεσησ από στοιχεια κεφαλαιου κοινων μετοχων της kατηγοριας 1

Άρθρο 48

Εξαιρέσεις λόγω ορίου από την αφαίρεση από στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1

1.  Κατά την πραγματοποίηση των απαιτούμενων αφαιρέσεων δυνάμει του άρθρου 36 παράγραφος 1 των στοιχείων γ) και θ), δεν απαιτείται από τα ιδρύματα να αφαιρούν τα ποσά των στοιχείων που παρατίθενται στα σημεία α) και β) της παρούσας παραγράφου, το σύνολο των οποίων είναι ίσο ή μικρότερο από το ποσό ορίου της παραγράφου 2:

α) οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που εξαρτώνται από τη μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές, και συνολικά είναι ίσες ή μικρότερες από το 10 % των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος, υπολογισμένες κατόπιν εφαρμογής των κατωτέρω διατάξεων·

i) των άρθρων 32 έως 35,

ii) του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως η), του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) σημεία ii) έως v) και του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ), εξαιρουμένων των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές,

β) σε περίπτωση που ένα ίδρυμα έχει σημαντική επένδυση σε οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα, οι άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις του ιδρύματος σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 της εν λόγω οντότητας που συνολικά είναι ίσες με ή μικρότερες από το 10 % των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος υπολογισμένες κατόπιν εφαρμογής των κατωτέρω διατάξεων.

i) τα άρθρα 32 έως 35·

ii) του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως η), του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) σημεία ii) έως v) και του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ), εξαιρουμένων των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές.

2.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, το ποσό του ορίου ισούται με το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου επί το ποσοστό που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου:

α) το εναπομένον ποσό των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, μετά την πλήρη εφαρμογή των προσαρμογών και των αφαιρέσεων των άρθρων 32 έως 36 και χωρίς να εφαρμόζονται οι εξαιρέσεις ορίου που προσδιορίζονται στο παρόν άρθρο,

β) 17,65 %.

3.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα ιδρύματα καθορίζουν το τμήμα των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων στο συνολικό ποσό των στοιχείων για το οποίο δεν επιβάλλεται αφαίρεση, διαιρώντας το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου με το ποσό του στοιχείου β) της παρούσας παραγράφου:

α) το ποσό των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που εξαρτώνται από τη μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές και συνολικά είναι ίσες με ή μικρότερες από το 10 % των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος,

β) το σύνολο των κατωτέρω:

i) το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α),

ii) το ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα ίδιου κεφαλαίου οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα στις οποίες το ίδρυμα έχει σημαντική επένδυση, με τις εν λόγω τοποθετήσεις να είναι συνολικά ίσες με ή μικρότερες από το 10 % των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος.

Η αναλογία των σημαντικών επενδύσεων στο συνολικό ποσό των στοιχείων που δεν απαιτείται να αφαιρεθεί ισούται με ένα μείον την αναλογία που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.

4.  Τα ποσά των στοιχείων που δεν αφαιρούνται δυνάμει της παραγράφου 1 έχουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 250 %.

Άρθρο 49

Απαίτηση αφαίρεσης σε περίπτωση εφαρμογής ενοποίησης, συμπληρωματικής εποπτείας ή θεσμικών συστημάτων προστασίας

1.  Για τους σκοπούς του υπολογισμού των ιδίων κεφαλαίων σε μεμονωμένη βάση, σε υποενοποιημένη βάση και σε ενοποιημένη βάση, σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές ζητούν ή επιτρέπουν στα ιδρύματα να εφαρμόζουν τη μέθοδο 1, 2 ή 3 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα να μην αφαιρούν τις τοποθετήσεις σε μέσα ιδίων κεφαλαίων οντότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα στην οποία το μητρικό ίδρυμα, ή η μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μητρική εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών ή το ίδρυμα έχει σημαντική επένδυση, υπό τον όρο να πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στα στοιχεία α) έως ε) της παρούσας παραγράφου:

α) η οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα είναι ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου,

β) η ασφαλιστική επιχείρηση, η αντασφαλιστική επιχείρηση ή η ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου υπάγεται στην ίδια συμπληρωματική εποπτεία δυνάμει της οδηγίας 2002/87/ΕΚ όπως το μητρικό ίδρυμα, η μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μητρική εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών ή το ίδρυμα που έχει τη συμμετοχή,

γ) το ίδρυμα έχει λάβει την προηγούμενη έγκριση της αρμόδιας αρχής,

δ) πριν από τη χορήγηση της άδειας που αναφέρεται στο στοιχείο γ), και σε διαρκή βάση, οι αρμόδιες αρχές έχουν πεισθεί ότι το επίπεδο της ενιαίας διοίκησης, της διαχείρισης κινδύνου και του εσωτερικού ελέγχου όσον αφορά τις οντότητες που θα συμπεριληφθούν στο πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης δυνάμει των μεθόδων 1, 2 ή 3 είναι επαρκές,

ε) οι τοποθετήσεις στην οντότητα ανήκουν σε έναν από τους κατωτέρω:

i) στο μητρικό πιστωτικό ίδρυμα,

ii) στη μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών,

iii) στη μητρική χρηματοοικονομικήεταιρεία συμμετοχών,

iv) στο ίδρυμα,

v) σε θυγατρική μιας από τις οντότητες που αναφέρονται στα στοιχεία i) έως iv) η οποία περιλαμβάνεται στο πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης δυνάμει του πρώτου μέρους τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2.

Η επιλεγείσα μέθοδος εφαρμόζεται διαχρονικά με συνέπεια.

2.  Για τους σκοπούς του υπολογισμού των ιδίων κεφαλαίων σε ατομική βάση και σε υποενοποιημένη βάση, τα ιδρύματα που υπόκεινται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 δεν αφαιρούν τις τοποθετήσεις σε μέσα ιδίων κεφαλαίων που εκδίδονται από οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα που περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής της ενοποιημένης εποπτείας, εκτός εάν οι αρμόδιες αρχές ορίσουν ότι οι αφαιρέσεις αυτές απαιτούνται για ειδικούς σκοπούς, ιδίως τον διαρθρωτικό διαχωρισμό των τραπεζικών δραστηριοτήτων και τον προγραμματισμό της εξυγίανσης.

Η εφαρμογή της προσέγγισης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν επιφέρει δυσανάλογες δυσμενείς επιπτώσεις στο σύνολο ή σε τμήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος των άλλων κρατών μελών ή στην Ένωση συνολικά, οι οποίες παρακωλύουν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

3.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν, για λόγους υπολογισμού των ιδίων κεφαλαίων σε ατομική ή υποενοποιημένη βάση, να επιτρέψουν στα ιδρύματα να μην αφαιρέσουν τοποθετήσεις σε μέσα ιδίων κεφαλαίων στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) όταν ένα ίδρυμα διατηρεί συμμετοχή σε άλλο ίδρυμα, και πληρούνται οι προϋποθέσεις των σημείων i) έως v):

i) τα ιδρύματα εμπίπτουν στο ίδιο θεσμικό σύστημα προστασίας που αναφέρεται στο άρθρο 113 παράγραφος 7,

ii) οι αρμόδιες αρχές έχουν χορηγήσει την άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 113 παράγραφος 7,

iii) πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 113 παράγραφος 7,

iv) το θεσμικό σύστημα προστασίας καταρτίζει ενοποιημένο ισολογισμό που αναφέρεται στο στοιχείο ε) του άρθρου 113 παράγραφος 7 ή, εφόσον δεν υποχρεούται να καταρτίζει ενοποιημένους ισολογισμούς, διευρυμένο αθροιστικό υπολογισμό που, κατά τις αρμόδιες αρχές είναι ικανοποιητικά αντίστοιχος προς τις διατάξεις της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ, που ενσωματώνει ορισμένες προσαρμογές των διατάξεων της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ ή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 ν, που διέπει τους ενοποιημένους λογαριασμούς των ομίλων πιστωτικών ιδρυμάτων. Η ισοδυναμία του εν λόγω διευρυμένου αθροιστικού υπολογισμού ελέγχεται από εξωτερικό ελεγκτή και ιδίως εξαλείφεται η πολλαπλή χρήση στοιχείων αποδεκτών για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων καθώς και οποιαδήποτε αθέμιτη δημιουργία ιδίων κεφαλαίων μεταξύ μελών του θεσμικού συστήματος προστασίας. Ο ενοποιημένος ισολογισμός ή ο διευρυμένος αθροιστικός υπολογισμός γνωστοποιούνται στις αρμόδιες αρχές σε συχνότητα όχι μικρότερη από εκείνη που αναφέρεται στο άρθρο 99,

v) τα ιδρύματα που υπάγονται σε θεσμικό σύστημα προστασίας πληρούν από κοινού σε ενοποιημένη ή διευρυμένη αθροιστική βάση τις απαιτήσεις του άρθρου 92 και υποβάλλουν εκθέσεις για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις αυτές σύμφωνα με το άρθρο 99. Στο πλαίσιο θεσμικού συστήματος προστασίας δεν απαιτείται μείωση του επιτοκίου που κατέχουν τα μέλη του συνεταιρισμού ή οι νομικές οντότητες που δεν είναι μέλη του θεσμικού συστήματος προστασίας, υπό την προϋπόθεση ότι εξαλείφεται η πολλαπλή χρήση στοιχείων αποδεκτών για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων, καθώς και οποιαδήποτε αθέμιτη δημιουργία ιδίων κεφαλαίων μεταξύ μελών του θεσμικού συστήματος προστασίας και του μειοψηφούντος μετόχου, όταν είναι ίδρυμα,

β) σε περίπτωση που ένα περιφερειακό πιστωτικό ίδρυμα κατέχει συμμετοχή στο κεντρικό του ή άλλο περιφερειακό πιστωτικό του ίδρυμα και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του στοιχείου α) σημεία i) έως v).

4.  Οι τοποθετήσεις για τις οποίες δεν γίνεται αφαίρεση σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 ή 3, γίνονται αποδεκτές ως ανοίγματα και πρέπει να σταθμίζονται ως προς τον κίνδυνο σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 ή 3, κατά περίπτωση.

►C2  5.  Όταν ένα ίδρυμα εφαρμόζει τη μέθοδο 1, 2 ή 3 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, το ίδρυμα ◄ δημοσιοποιεί τη συμπληρωματική απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και το δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, όπως υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 6 και το παράρτημα Ι της εν λόγω οδηγίας.

6.  Η ΕΑΤ, η ΕΑΑΕΣ και η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (ΕΑΚΑΑ), που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 ( 9 ), μέσω της Κοινής Επιτροπής, καταρτίζουν σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσουν τις συνθήκες εφαρμογής των μεθόδων υπολογισμού για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα Ι μέρος ΙΙ της οδηγίας 2002/87/ΕΚ για τους σκοπούς της θέσπισης εναλλακτικών λύσεων στην αφαίρεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

▼C1

Η ΕΑΤ, η ΕΑΑΕΣ και η ΕΑΚΑΑ υποβάλλουν τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 28η Ιουλίου 2013.

▼B

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 αντίστοιχα.



Τμήμα 4

Κεφαλαίο kοινών μετοχών της kατηγορίας 1

Άρθρο 50

Κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1

Το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ενός ιδρύματος απαρτίζεται από στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 μετά την εφαρμογή των προσαρμογών που απαιτούνται δυνάμει των άρθρων 32 έως 35, των αφαιρέσεων δυνάμει του άρθρου 36 και των εξαιρέσεων και εναλλακτικών δυνατοτήτων των άρθρων 48, 49 και 79.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Πρόσθετο κεφάλαιο κατηγορίας 1



Τμήμα 1

Πρόσθετα στοιχεία και μεσα της κατηγορίας 1

Άρθρο 51

Πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1

Τα πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1 απαρτίζονται από τα ακόλουθα στοιχεία:

α) κεφαλαιακά μέσα, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 52 παράγραφος 1,

β) τη διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο που αφορά τα μέσα που αναφέρονται στο στοιχείο α).

Μέσα που περιλαμβάνονται στο στοιχείο α) δεν είναι αποδεκτά ως στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2.

Άρθρο 52

Πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1

1.  Τα κεφαλαιακά μέσα χαρακτηρίζονται ως πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 μόνο εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) τα μέσα έχουν εκδοθεί και καταβληθεί πλήρως,

β) τα μέσα δεν έχουν αγοραστεί από κανέναν από τους εξής:

i) το ίδρυμα ή τις θυγατρικές του,

ii) επιχείρηση στην οποία το ίδρυμα έχει συμμετοχή υπό μορφή ιδιοκτησίας, άμεσης ή μέσω ελέγχου, του 20 % ή περισσότερου των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου της,

γ) η αγορά των μέσων δεν χρηματοδοτείται άμεσα ή έμμεσα από το ίδρυμα,

δ) τα μέσα κατατάσσονται χαμηλότερα από τα μέσα της κατηγορίας 2 σε περίπτωση αφερεγγυότητας του ιδρύματος,

ε) τα μέσα δεν αποτελούν αντικείμενο εξασφάλισης ούτε υπόκεινται σε εγγύηση που ενισχύει την εξοφλητική προτεραιότητα των απαιτήσεων από οποιονδήποτε από τους κατωτέρω:

i) το ίδρυμα ή τις θυγατρικές του,

ii) τη μητρική επιχείρηση του ιδρύματος ή τις θυγατρικές του,

iii) τη μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή τις θυγατρικές της,

iv) την μικτή εταιρεία συμμετοχών τις θυγατρικές της,

v) την μικτή χρηματοοικοομική εταιρεία συμμετοχών και τις θυγατρικές της,

vi) κάθε επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με τις οντότητες που αναφέρονται στα σημεία i) έως v),

στ) τα μέσα δεν υπόκεινται σε οποιαδήποτε ρύθμιση, συμβατική ή άλλη, η οποία ενισχύει την εξοφλητική προτεραιότητα της απαίτησης δυνάμει των μέσων σε αφερεγγυότητα ή εκκαθάριση,

ζ) τα μέσα είναι αόριστης διάρκειας και οι διατάξεις που τα διέπουν δεν περιλαμβάνουν κανένα κίνητρο για την εξόφλησή τους από το ίδρυμα,

η) σε περίπτωση που οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα δικαιώματα ανάκλησης, το δικαίωμα ανάκλησης δύναται να ασκηθεί κατά την αποκλειστική κρίση του εκδότη,

θ) η ανάκληση, εξόφληση ή επαναγορά των μέσων είναι δυνατή μόνο εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 77 και το νωρίτερο πέντε έτη από την ημερομηνία έκδοσης, εκτός εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 78 παράγραφος 4,

ι) οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα δεν προβλέπουν ρητά ή σιωπηρά ότι τα μέσα θα μπορούσαν ή ενδέχεται να ανακληθούν, εξοφληθούν ή επαναγοραστούν και το ίδρυμα δεν παρέχει άλλως τέτοια ένδειξη, πλην των ακόλουθων περιπτώσεων:

i) εκκαθάριση του ιδρύματος,

ii) προαιρετική επαναγορά των μέσων ή άλλο προαιρετικό μέσο μείωσης του ποσού του πρόσθετου κεφαλαίου της κατηγορίας 1, εφόσον το ίδρυμα έχει εξασφαλίσει την προηγούμενη έγκριση της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το άρθρο 77,

ια) το ίδρυμα δεν υποδεικνύει ρητά ή σιωπηρά ότι η αρμόδια αρχή θα συναινέσει σε μια αίτηση ανάκλησης, εξόφλησης ή επαναγοράς των μέσων,

ιβ) οι διανομές δυνάμει των μέσων πληρούν τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

i) καταβάλλονται από τα διανεμητέα στοιχεία,

ii) το επίπεδο των διανομών που πραγματοποιούνται επί των μέσων δεν θα τροποποιηθεί βάσει της πιστωτικής διαβάθμισης του ιδρύματος ή της μητρικής του επιχείρησης,

iii) οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα παρέχουν πλήρη ευχέρεια στο ίδρυμα να ακυρώσει ανά πάσα στιγμή τις διανομές επί των μέσων για απεριόριστο χρονικό διάστημα και σε μη σωρευτική βάση και το ίδρυμα δύναται να χρησιμοποιήσει τις εν λόγω ακυρωθείσες πληρωμές χωρίς περιορισμό για να ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις του όταν καταστούν απαιτητές,

iv) η ακύρωση των διανομών δεν συνιστά αθέτηση υποχρέωσης του ιδρύματος,

v) η ακύρωση των διανομών δεν επιβάλλει περιορισμούς στο ίδρυμα,

ιγ) τα μέσα δεν συνεισφέρουν στο να προσδιοριστεί ότι το παθητικό ενός ιδρύματος υπερβαίνει το ενεργητικό του, εάν ένας τέτοιος προσδιορισμός συνιστά δοκιμή αφερεγγυότητας δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας,

ιδ) οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα επιβάλλουν, κατά την επέλευση γεγονότος ενεργοποίησης, την μείωση της ονομαστικής αξίας του κεφαλαίου των μέσων σε μόνιμη ή προσωρινή βάση ή τη μετατροπή τους σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1,

ιε) οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα δεν περιλαμβάνουν κανένα χαρακτηριστικό που θα μπορούσε να εμποδίσει την ανακεφαλαιοποίηση του ιδρύματος,

ιστ) σε περίπτωση που τα μέσα δεν εκδίδονται άμεσα από ίδρυμα, πρέπει να πληρούνται αμφότερες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) τα μέσα έχουν εκδοθεί από οντότητα εντός της ενοποίησης σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2,

ii) τα έσοδα διατίθενται άμεσα στο ίδρυμα χωρίς περιορισμό και κατά τρόπο ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παρούσα παράγραφο.

Η προϋπόθεση του στοιχείου δ) του πρώτου εδαφίου λογίζεται ότι πληρούται έστω και αν τα μέσα περιλαμβάνονται στα πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2 δυνάμει του άρθρου 484 παράγραφος 3, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν την ίδια προτεραιότητα.

2.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:

α) τη μορφή και τη φύση των κινήτρων εξόφλησης,

β) τη φύση κάθε επανάκτησης της ονομαστικής αξίας του κεφαλαίου ενός πρόσθετου μέσου της κατηγορίας 1 έπειτα από μείωση της ονομαστικής αξίας του κεφαλαίου του σε προσωρινή βάση,

γ) τις διαδικασίες και το χρονοδιάγραμμα των κατωτέρω ενεργειών:

i) του προσδιορισμού της επέλευσης γεγονότος ενεργοποίησης,

ii) την επανάκτηση της ονομαστικής αξίας του κεφαλαίου πρόσθετου μέσου της κατηγορίας 1 έπειτα από μείωση της ονομαστικής αξίας του κεφαλαίου του σε προσωρινή βάση,

δ) τα χαρακτηριστικά των μέσων που θα μπορούσαν να εμποδίσουν την ανακεφαλαιοποίηση του ιδρύματος,

ε) τη χρήση οντοτήτων ειδικού σκοπού για την έμμεση έκδοση μέσων ιδίων κεφαλαίων.

▼C1

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 28η Ιουλίου 2013.

▼B

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 53

Περιορισμοί στην ακύρωση των διανομών επί πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 και χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να εμποδίσουν την ανακεφαλαιοποίηση του ιδρύματος

Για τους σκοπούς του άρθρου 52 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ) σημείο v) και του άρθρου 52 παράγραφος 1 στοιχείο ιε), οι διατάξεις που διέπουν τα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 δεν θα περιλαμβάνουν, συγκεκριμένα, τα εξής:

α) απαίτηση να γίνονται οι διανομές των μέσων σε περίπτωση που πραγματοποιείται διανομή επί μέσου που έχει εκδοθεί από το ίδρυμα, το οποίο κατατάσσεται στο ίδιο ή σε χαμηλότερο επίπεδο από το Πρόσθετο μέσο της Κατηγορίας 1, συμπεριλαμβανομένων των μέσων Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1,

β) απαίτηση ακύρωσης της πληρωμής των διανομών σε μέσα Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, Πρόσθετα μέσα της Κατηγορίας 1 ή της Κατηγορίας 2 σε περίπτωση που δεν πραγματοποιούνται διανομές επί αυτών των Πρόσθετων μέσων της Κατηγορίας 1,

γ) υποχρέωση αντικατάστασης της πληρωμής τόκου ή μερίσματος με πληρωμή υπό διαφορετική μορφή. Διαφορετικά το ίδρυμα δεν υπόκειται στην εν λόγω υποχρέωση.

Άρθρο 54

Μείωση της ονομαστικής αξίας ή μετατροπή των πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1

1.  Για τους σκοπούς του άρθρου 52 παράγραφος 1 στοιχείο ιδ), οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται σε Πρόσθετα μέσα της Κατηγορίας 1:

α) ένα γεγονός ενεργοποίησης συμβαίνει όταν ο δείκτης Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 ενός ιδρύματος που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο α) είναι χαμηλότερος από οποιοδήποτε από τα εξής:

i) 5,125 %,

ii) ένα επίπεδο υψηλότερο από 5,125 %, σε περίπτωση που προσδιορίζεται από το ίδρυμα και διευκρινίζεται στις διατάξεις που διέπουν το μέσο,

β) Τα ιδρύματα ενδέχεται να διευκρινίσουν στις διατάξεις που διέπουν το μέσο ένα ή περισσότερα γεγονότα ενεργοποίησης επιπλέον των γεγονότων ενεργοποίησης που αναφέρονται στο στοιχείο α),

γ) σε περίπτωση που οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα απαιτούν τη μετατροπή τους σε μέσα Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 όταν συμβεί ένα γεγονός ενεργοποίησης, οι εν λόγω διατάξεις διευκρινίζουν ένα από τα κατωτέρω:

i) τον συντελεστή της εν λόγω μετατροπής και ένα όριο του επιτρεπόμενου ποσού της μετατροπής,

ii) ένα εύρος εντός του οποίου τα μέσα θα μετατραπούν σε μέσα Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1,

δ) σε περίπτωση που οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα απαιτούν τη μείωση της ονομασικής αξίας του κεφαλαίου τους όταν επέλθει γεγονός ενεργοποίησης, η μείωση της ονομαστικής αξίας θα μειώσει όλα τα κατωτέρω:

i) την απαίτηση του κατόχου του μέσου κατά την αφερεγγυότητα ή εκκαθάριση του ιδρύματος,

ii) το ποσό που απαιτείται να καταβληθεί σε περίπτωση ανάκλησης ή εξόφλησης του μέσου,

iii) τις διανομές που πραγματοποιούνται επί του μέσου.

2.  Η μείωση της ονομαστικής αξίας ή η μετατροπή πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 δημιουργούν, στο πλαίσιο του εφαρμοστέου λογιστικού πλαισίου, στοιχεία που είναι αποδεκτά ως στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.

▼C2

3.  Το ποσό των πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 που αναγνωρίζεται στα πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1 περιορίζεται στο ελάχιστο ποσό των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που θα δημιουργηθεί εάν η ονομαστική αξία του κεφαλαίου των πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 έχει πλήρως απομειωθεί ή μετατραπεί σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.

▼B

4.  Το αθροιστικό ποσό των πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 που πρέπει να υποστεί μείωση αξίας ή να μετατραπεί κατά την επέλευση γεγονότος ενεργοποίησης δεν υπολείπεται του χαμηλότερου από τα κατωτέρω ποσά:

α) του απαιτούμενου ποσού για πλήρη αποκατάσταση του δείκτη κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 σε 5,125 %,

β) ολόκληρου του βασικού κεφαλαίου του μέσου.

5.  Όταν επέρχεται γεγονός ενεργοποίησης, τα ιδρύματα ενεργούν ως εξής:

α) ενημερώνουν πάραυτα τις αρμόδιες αρχές,

β) ενημερώνουν τους κατόχους των πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1,

γ) μειώνουν την αξία του ποσού του κεφαλαίου του μέσου ή μετατρέπουν τα μέσα σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 χωρίς καθυστέρηση, το αργότερο εντός μηνός, σύμφωνα με την απαίτηση του παρόντος άρθρου.

6.  Το ίδρυμα που εκδίδει πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 που μετατρέπονται σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 κατά την επέλευση γεγονότος ενεργοποίησης διασφαλίζει ότι το εγγεγραμμένο μετοχικό κεφάλαιό του επαρκεί ανά πάσα στιγμή για τη μετατροπή σε μετοχές όλων αυτών των μετατρέψιμων πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 εφόσον επέλθει γεγονός ενεργοποίησης. Όλες οι απαραίτητες εγκρίσεις λαμβάνονται κατά την ημερομηνία έκδοσης των εν λόγω μετατρέψιμων πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1. Το ίδρυμα διατηρεί ανά πάσα στιγμή την απαραίτητη πρότερη εξουσιοδότηση να εκδίδει τα μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 στα οποία θα μετατραπούν τα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 μόλις συμβεί γεγονός ενεργοποίησης.

7.  Το ίδρυμα που εκδίδει πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 που μετατρέπονται σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 κατά την επέλευση γεγονότος ενεργοποίησης διασφαλίζει ότι δεν υπάρχουν διαδικαστικά εμπόδια για τη μετατροπή αυτή λόγω της σύστασης ή του καταστατικού ή των συμβατικών διευθετήσεών του.

Άρθρο 55

Συνέπειες της διακοπής ικανοποίησης των προϋποθέσεων για τα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1

Τα κατωτέρω εφαρμόζονται εάν σταματήσουν να πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 52 παράγραφος 1 στην περίπτωση Πρόσθετου μέσου της Κατηγορίας 1:

α) το μέσο παύει αμέσως να είναι αποδεκτό ως πρόσθετο μέσο της κατηγορίας 1,

β) το τμήμα της διαφοράς από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο που αφορά το εν λόγω μέσο παύει αμέσως να είναι αποδεκτό ως πρόσθετο στοιχείο της κατηγορίας 1.



Τμήμα 2

Αφαιρέσεις από πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1

Άρθρο 56

Αφαιρέσεις από πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1

Τα ιδρύματα αφαιρούν τα κατωτέρω από τα πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1:

α) άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις ενός ιδρύματος σε ίδια πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 που μπορεί να υποχρεούται να αγοράσει ένα ίδρυμα ως αποτέλεσμα υφιστάμενων συμβατικών υποχρεώσεων,

β) άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις σε πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα με τις οποίες το ίδρυμα έχει αμοιβαία συμμετοχή η οποία, κατά τις αρμόδιες αρχές, σχεδιάστηκε με στόχο την τεχνητή διόγκωση των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος,

γ) το ισχύον ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων συμμετοχών σε πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα, που προσδιορίζεται κατά περίπτωση δυνάμει του άρθρου 67, όταν το ίδρυμα δεν διαθέτει σημαντική επένδυση στις εν λόγω οντότητες,

δ) άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις ενός ιδρύματος σε πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα, όταν το ίδρυμα διαθέτει σημαντική επένδυση στις εν λόγω οντότητες, εξαιρουμένων των θέσεων αναδοχής που τηρούνται για πέντε εργάσιμες ημέρες κατ’ ανώτατο όριο,

ε) το ποσό των στοιχείων που πρέπει να αφαιρεθούν από στοιχεία της κατηγορίας 2 σύμφωνα με ►C3  το άρθρο 66 το οποίο υπερβαίνει τα στοιχεία της κατηγορίας 2 του ιδρύματος, ◄

στ) οποιαδήποτε φορολογική επιβάρυνση σχετίζεται με πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1, η οποία προβλέπεται κατά τη στιγμή του υπολογισμού του, εκτός εάν το ίδρυμα προσαρμόσει κατάλληλα το ποσό των πρόσθετων στοιχείων της κατηγορίας 1 στο μέτρο που η επιβάρυνση αυτή μειώνει το ποσό μέχρι το οποίο τα στοιχεία αυτά ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη κινδύνων ή ζημιών.

Άρθρο 57

Αφαίρεση των τοποθετήσεων σε ίδια πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1

Για τους σκοπούς του στοιχείου α) του άρθρου 56, τα ιδρύματα υπολογίζουν τις τοποθετήσεις σε ίδια πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 βάσει των μεικτών θετικών τους θέσεων με τις ακόλουθες εξαιρέσεις:

α) τα ιδρύματα δύνανται να υπολογίζουν το ποσό των πρόσθετων ίδιων μέσων της κατηγορίας 1 βάσει της καθαρής θετικής τους θέσης υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται αμφότερες οι κάτωθι προϋποθέσεις:

i) οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις βρίσκονται στο ίδιο υποκείμενο άνοιγμα και οι αρνητικές θέσεις δεν ενέχουν κίνδυνο αντισυμβαλλόμενου,

ii) είτε αμφότερες οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών,

β) τα ιδρύματα καθορίζουν το ποσό που αφαιρείται για άμεσες, έμμεσες ή σύνθετες τοποθετήσεις υπό μορφή τοποθετήσεων σε τίτλους συνδεδεμένους με δείκτες, υπολογίζοντας το υποκείμενο άνοιγμα στα ίδια πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 που περιλαμβάνονται στους εν λόγω δείκτες αυτούς,

γ) τα ιδρύματα δύνανται να συμψηφίζουν τις μεικτές θετικές θέσεις σε ίδια πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 που προκύπτουν από τοποθετήσεις σε τίτλους συνδεδεμένους με δείκτες με τις αρνητικές θέσεις σε ίδια πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 που προκύπτουν από αρνητικές θέσεις στους υποκείμενους δείκτες, ακόμα και στις περιπτώσεις που οι εν λόγω αρνητικές θέσεις ενέχουν κίνδυνο αντισυμβαλλόμενου, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται αμφότερες οι κάτωθι προϋποθέσεις:

i) οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις είναι στους ίδιους υποκείμενους δείκτες,

ii) είτε οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις περιλαμβάνονται αμφότερες στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

Άρθρο 58

Αφαίρεση των τοποθετήσεων σε πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα σε περίπτωση που το ίδρυμα έχει αμοιβαία συμμετοχή που σχεδιάστηκε με στόχο την τεχνητή διόγκωση των ιδίων κεφαλαίων του

Τα ιδρύματα πραγματοποιούν τις αφαιρέσεις που απαιτούνται δυνάμει των στοιχείων β), γ) και δ) του άρθρου 56 σύμφωνα με τα εξής:

α) οι τοποθετήσεις σε Πρόσθετα μέσα της Κατηγορίας 1 υπολογίζονται βάσει των μεικτών θετικών θέσεων,

β) τα πρόσθετα ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της Κατηγορίας 1 θεωρούνται ως τοποθετήσεις σε Πρόσθετα μέσα της Κατηγορίας 1 για τους σκοπούς της αφαίρεσης.

Άρθρο 59

Αφαίρεση των τοποθετήσεων σε πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα

Τα ιδρύματα πραγματοποιούν τις αφαιρέσεις που απαιτούνται δυνάμει των στοιχείων γ) και δ) του άρθρου 56 σύμφωνα με τα εξής:

α) δύνανται να υπολογίζουν τις άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις σε πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 των οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα βάσει της καθαρής θετικής θέσης στο ίδιο υποκείμενο άνοιγμα υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται αμφότερες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

i) η ληκτότητα της αρνητικής θέσης ταυτίζεται με τη ληκτότητα της θετικής ή έχει εναπομένουσα ληκτότητα τουλάχιστον ενός έτους,

ii) είτε οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις περιλαμβάνονται αμφότερες στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών,

β) προσδιορίζουν το ποσό που αφαιρείται για άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις υπό μορφή τοποθετήσεων σε τίτλους συνδεδεμένους με δείκτες, υπολογίζοντας το υποκείμενο άνοιγμα στα κεφαλαιακά μέσα οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα που περιλαμβάνονται στους εν λόγω δείκτες.

Άρθρο 60

Αφαίρεση τοποθετήσεων σε πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 σε περίπτωση που το ίδρυμα δεν έχει σημαντική επένδυση σε οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα

1.  Για τους σκοπούς του στοιχείου γ) του άρθρου 56 παράγραφος 1, τα ιδρύματα υπολογίζουν το προς αφαίρεση ποσό κατά περίπτωση πολλαπλασιάζοντας το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου με τον συντελεστή που προκύπτει από τον υπολογισμό που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου:

▼C2

α) το συνολικό ποσό κατά το οποίο οι άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις του ιδρύματος σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και μέσα της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα στις οποίες το ίδρυμα δεν έχει σημαντική επένδυση υπερβαίνουν το 10 % των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος, υπολογισμένο μετά την εφαρμογή των κατωτέρω:

i) των άρθρων 32 έως 35,

ii) του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ζ), του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) σημεία ii) έως v) και του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ), εξαιρουμένων των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές,

iii) των άρθρων 44 και 45,

β) το ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε πρόσθετα μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 εκείνων των οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα όπου το ίδρυμα δεν έχει σημαντική επένδυση, δια του συνολικού ποσού όλων των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και μέσα της κατηγορίας 2 των εν λόγω οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα.

2.  Τα ιδρύματα εξαιρούν τις θέσεις αναδοχής που τηρούνται για πέντε εργάσιμες ημέρες κατά μέγιστο από το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παραγράφου 1 και από τον υπολογισμό του συντελεστή που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1.

▼C2

3.  Το ποσό που πρέπει να αφαιρεθεί δυνάμει της παραγράφου 1 κατανέμεται σε όλα τα διακρατηθέντα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1. Τα ιδρύματα καθορίζουν το ποσό κάθε πρόσθετου μέσου της κατηγορίας 1 που αφαιρείται δυνάμει της παραγράφου 1 πολλαπλασιάζοντας το ποσό που ορίζεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου με την αναλογία του στοιχείου β) της παρούσας παραγράφου:

α) το ποσό των τοποθετήσεων που πρέπει να αφαιρεθεί δυνάμει της παραγράφου 1,

β) την αναλογία του συνολικού ποσού των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα στις οποίες το ίδρυμα δεν διαθέτει σημαντική επένδυση η οποία να αντιπροσωπεύεται από κάθε πρόσθετο μέσο της κατηγορίας 1 που κατέχεται.

▼B

4.  Το ποσό των τοποθετήσεων που αναφέρονται στο στοιχείο γ) του άρθρου 56 που είναι ίσο ή μικρότερο από το 10 % των στοιχείων Κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 του ιδρύματος μετά την εφαρμογή των διατάξεων που ορίζονται στο στοιχείο α) σημεία i), ii) και iii) της παραγράφου 1 δεν αφαιρείται και υπόκειται στους αντίστοιχους συντελεστές στάθμισης κινδύνου δυνάμει του Κεφαλαίου 2 ή 3 του Τίτλου ΙΙ του Μέρους τρία και των απαιτήσεων που ορίζονται στον Τίτλο IV του Μέρους τρία, ανάλογα με την περίπτωση.

▼C2

5.  Τα ιδρύματα καθορίζουν το ποσό κάθε πρόσθετου μέσου της κατηγορίας 1 που υπόκειται σε συντελεστή στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με την παράγραφο 4 πολλαπλασιάζοντας το ποσό που ορίζεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου επί του ποσού που ορίζεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου:

α) το ποσό των τοποθετήσεων που πρέπει να σταθμιστούν δυνάμει της παραγράφου 4,

β) την αναλογία που προκύπτει από τον υπολογισμό στο στοιχείο β) της παραγράφου 3.

▼B



Τμήμα 3

Πρόσθετο κεφάλαιο κατηγορίας 1

Άρθρο 61

Πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1

Το Πρόσθετο κεφάλαιο της Κατηγορίας 1 ενός ιδρύματος απαρτίζεται από Πρόσθετα στοιχεία της Κατηγορίας 1 μετά την αφαίρεση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 56 και μετά την εφαρμογή του άρθρου 79.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Κεφάλαιο της κατηγορίας 2



Τμήμα 1

Στοιχεία και Μέσα της κατηγορίας 2

Άρθρο 62

Στοιχεία της κατηγορίας 2

Τα στοιχεία της Κατηγορίας 2 απαρτίζονται από τα ακόλουθα στοιχεία:

α) κεφαλαιακά μέσα και δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 63,

β) η διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο που αφορά τα μέσα που αναφέρονται στο στοιχείο α),

γ) για τα ιδρύματα που υπολογίζουν σταθμισμένα ανοίγματα δυνάμει του τρίτου μέρους τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2, τις γενικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου, με τις επιπτώσεις του φόρου, ύψους έως 1,25 % σταθμισμένων ανοιγμάτων υπολογισμένων σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 του τίτλου ΙΙ του τρίτου μέρους,

δ) για τα ιδρύματα που υπολογίζουν τα σταθμισμένα ανοίγματα δυνάμει του τρίτου μέρους τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 3, τα θετικά ποσά, με τις επιπτώσεις του φόρου, που προκύπτουν από τον υπολογισμό που προσδιορίζεται στα άρθρα 158 και 159, έως και 0,6 % των σταθμισμένων ανοιγμάτων υπολογισμένων σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 του τίτλου ΙΙ του τρίτου μέρους.

Μέσα που περιλαμβάνονται στο στοιχείο α) δεν είναι αποδεκτά ως στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ή πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1.

Άρθρο 63

Μέσα της κατηγορίας 2

Τα κεφαλαιακά μέσα και τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης είναι αποδεκτά ως μέσα της κατηγορίας 2 εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) τα μέσα έχουν εκδοθεί ή τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης έχουν ληφθεί, αναλόγως, και καταβληθεί πλήρως,

β) τα μέσα δεν έχουν αγοραστεί ή τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης δεν έχουν χορηγηθεί, αναλόγως, από κανένα από τα εξής:

i) το ίδρυμα ή τις θυγατρικές του,

ii) επιχείρηση στην οποία το ίδρυμα έχει συμμετοχή υπό μορφή ιδιοκτησίας, άμεσης ή μέσω ελέγχου, του 20 % ή περισσότερο των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου της,

γ) η αγορά των μέσων ή η χορήγηση των δανείων μειωμένης εξασφάλισης, αναλόγως, δεν χρηματοδοτείται άμεσα ή έμμεσα από το ίδρυμα,

δ) η απαίτηση έναντι του κεφαλαίου των μέσων δυνάμει των διατάξεων που διέπουν τα μέσα ή η απαίτηση επί του κεφαλαίου των δανείων μειωμένης εξασφάλισης δυνάμει των διατάξεων που διέπουν τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, αναλόγως, κατατάσσεται εξ ολοκλήρου μετά τις απαιτήσεις πλήρους εξασφάλισης όλων των άλλων πιστωτών,

ε) τα μέσα ή τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, αναλόγως, δεν αποτελούν αντικείμενο εξασφάλισης ούτε υπόκεινται σε εγγύηση που ενισχύει την εξοφλητική προτεραιότητα της απαίτησης από οποιονδήποτε από τους κατωτέρω:

i) το ίδρυμα ή τις θυγατρικές του,

ii) τη μητρική επιχείρηση του ιδρύματος ή τις θυγατρικές της,

iii) τη μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή τις θυγατρικές της,

iv) την μικτή εταιρεία συμμετοχώνή τις θυγατρικές της,

v) την μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών ή τις θυγατρικές της,

vi) οποιαδήποτε επιχείρηση έχει στενούς δεσμούς με τις οντότητες που αναφέρονται στα σημεία i) έως v),

στ) τα μέσα ή τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, αναλόγως, δεν υπόκεινται σε ρύθμιση που ενισχύει άλλως την εξοφλητική προτεραιότητα της σχετικής απαίτησης των μέσων ή των δανείων μειωμένης εξασφάλισης αντίστοιχα,

ζ) τα μέσα ή τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, αναλόγως, έχουν αρχική ληκτότητα τουλάχιστον πέντε ετών,

η) οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα ή τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, αναλόγως, δεν περιλαμβάνουν κανένα κίνητρο για πληρωμή ή εξόφληση του κεφαλαίου τους, αναλόγως, από το ίδρυμα πριν από τη λήξη τους,

θ) σε περίπτωση που τα μέσα ή τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, αναλόγως, περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα δικαιώματα ανάκλησης ή δικαιώματα πρόωρης αποπληρωμής, κατά περίπτωση, τα δικαιώματα ασκούνται κατά την αποκλειστική κρίση του εκδότη ή του χρεώστη, κατά περίπτωση,

ι) η ανάκληση, εξόφληση ή επαναγορά ή πρόωρη αποπληρωμή των μέσων ή των δανείων μειωμένης εξασφάλισης, αναλόγως, είναι δυνατή μόνο εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 77 και το νωρίτερο πέντε έτη από την ημερομηνία έκδοσης ή λήψης, αναλόγως, εκτός εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 78 παράγραφος 4,

ια) οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα ή τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, αναλόγως, δεν υποδεικνύουν ρητά ή σιωπηρά ότι τα μέσα ή τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, αναλόγως, θα μπορούσαν ή ενδέχεται να ανακληθούν, να εξοφληθούν, να επαναγοραστούν ή να αποπληρωθούν πρόωρα, αναλόγως, από το ίδρυμα, πλην της περίπτωσης αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης του ιδρύματος, ενώ το ίδρυμα δεν προβλέπει άλλως τέτοια υπόδειξη,

ιβ) οι διατάξεις που διέπουν τα μέσα ή τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, αναλόγως, δεν παρέχουν στον κάτοχο το δικαίωμα να επιταχύνει τις προγραμματισμένες στο μέλλον πληρωμές τόκων ή κεφαλαίου, με εξαίρεση την περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης του ιδρύματος,

ιγ) το επίπεδο των οφειλόμενων πληρωμών τόκων ή μερισμάτων, αναλόγως, επί των μέσων ή των δανείων μειωμένης εξασφάλισης, αναλόγως, δεν θα τροποποιηθεί βάσει της πιστωτικής διαβάθμισης του ιδρύματος ή της μητρικής του επιχείρησης,

ιδ) σε περίπτωση που τα μέσα δεν εκδίδονται άμεσα από ίδρυμα ή σε περίπτωση που τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης δεν λαμβάνονται άμεσα από ίδρυμα, αναλόγως, πρέπει να πληρούνται αμφότερες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) τα μέσα έχουν εκδοθεί ή τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης έχουν ληφθεί, αναλόγως, μέσω οντότητας, που αποτελεί μέρος της ενοποίησης σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 του τίτλου ΙΙ του πρώτου μέρους,

ii) τα έσοδα διατίθενται άμεσα χωρίς περιορισμό στο ίδρυμα κατά τρόπο ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παρούσα παράγραφο.

Άρθρο 64

Απόσβεση μέσων της κατηγορίας 2

Ο βαθμός στον οποίο τα μέσα της κατηγορίας 2 αναγνωρίζονται ως στοιχεία της κατηγορίας 2 κατά τη διάρκεια των πέντε τελευταίων ετών της ληκτότητας των μέσων υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας το αποτέλεσμα που προκύπτει από τον υπολογισμό στο στοιχείο α) επί το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο β) ως εξής:

α) το ονομαστικό ποσό των μέσων ή των δανείων μειωμένης εξασφάλισης την πρώτη ημέρα της τελικής πενταετούς περιόδου της συμβατικής ληκτότητάς τους προς τον αριθμό των ημερολογιακών ημερών της εν λόγω περιόδου,

β) ο αριθμός των εναπομενουσών ημερολογιακών ημερών συμβατικής ληκτότητας των μέσων ή δανείων μειωμένης εξασφάλισης.

Άρθρο 65

Συνέπειες της παύσης ικανοποίησης των προϋποθέσεων για μέσα της κατηγορίας 2

Οι κατωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται εάν σταματήσουν να πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 63 στην περίπτωση μέσου της Κατηγορίας 2:

α) το μέσο παύει αμέσως να είναι αποδεκτό ως μέσο της κατηγορίας 2,

β) το τμήμα της διαφοράς από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο που αφορά το εν λόγω μέσο παύει αμέσως να είναι αποδεκτό ως στοιχείο της κατηγορίας 2.



Τμήμα 2

Αφαιρέσεις από στοιχεία της κατηγορίας 2

Άρθρο 66

Αφαιρέσεις από στοιχεία της κατηγορίας 2

Τα κατωτέρω στοιχεία αφαιρούνται από τα στοιχεία της κατηγορίας 2:

α) άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις ενός ιδρύματος σε ίδια μέσα της κατηγορίας 2, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων μέσων της κατηγορίας 2 που ενδέχεται να υποχρεούται να αγοράσει ένα ίδρυμα ως αποτέλεσμα υφιστάμενων συμβατικών υποχρεώσεων,

β) άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις σε μέσα της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα με τις οποίες το ίδρυμα έχει αμοιβαία συμμετοχή η οποία, κατά τη γνώμη των αρμόδιων αρχών, σχεδιάστηκε με στόχο την τεχνητή διόγκωση των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος,

γ) το ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων σε μέσα της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα, που προσδιορίζεται δυνάμει του άρθρου 70, στις περιπτώσεις που το ίδρυμα δεν διαθέτει σημαντική επένδυση στις εν λόγω οντότητες,

δ) άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις του ιδρύματος σε μέσα της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα, σε περίπτωση που το ίδρυμα διαθέτει σημαντική επένδυση στις εν λόγω οντότητες, εξαιρουμένων των θέσεων αναδοχής που τηρούνται για πέντε εργάσιμες ημέρες κατ’ ανώτατο όριο.

Άρθρο 67

Αφαίρεση των τοποθετήσεων σε ίδια μέσα της κατηγορίας 2

Για τους σκοπούς του άρθρου 66 στοιχείο α), τα ιδρύματα υπολογίζουν τις τοποθετήσεις τους βάσει των μικτών θετικών τους θέσεων που υπόκεινται στις ακόλουθες εξαιρέσεις:

α) τα ιδρύματα δύνανται να υπολογίζουν τα ποσά των τοποθετήσεων βάσει της καθαρής θετικής τους θέσης υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται και οι δύο κάτωθι προϋποθέσεις:

i) οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις βρίσκονται στο ίδιο υποκείμενο άνοιγμα και οι αρνητικές θέσεις δεν ενέχουν κίνδυνο αντισυμβαλλόμενου,

ii) είτε οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις περιλαμβάνονται αμφότερες στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών,

β) τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό που αφαιρείται για άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις σε τίτλους συνδεδεμένους με δείκτες, υπολογίζοντας το υποκείμενο άνοιγμα στα ίδια μέσα της κατηγορίας 2 που περιλαμβάνονται στους εν λόγω δείκτες,

γ) τα ιδρύματα δύνανται να συμψηφίζουν τις μεικτές θετικές θέσεις σε ίδια μέσα της κατηγορίας 2 που προκύπτουν από τοποθετήσεις σε τίτλους συνδεδεμένους με δείκτες με τις αρνητικές θέσεις σε ίδια μέσα της κατηγορίας 2 που προκύπτουν από αρνητικές θέσεις στους υποκείμενους δείκτες, ακόμα και στις περιπτώσεις που οι εν λόγω αρνητικές θέσεις ενέχουν κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται αμφότερες οι κάτωθι προϋποθέσεις:

i) οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις είναι στους ίδιους υποκείμενους δείκτες,

ii) είτε οι θετικές και οι αρνητικές θέσεις περιλαμβάνονται αμφότερες στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

Άρθρο 68

Αφαίρεση των τοποθετήσεων σε μέσα της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα σε περίπτωση που το ίδρυμα έχει αμοιβαία συμμετοχή που σχεδιάστηκε με στόχο την τεχνητή διόγκωση των ιδίων κεφαλαίων του

Τα ιδρύματα πραγματοποιούν τις αφαιρέσεις που απαιτούνται δυνάμει των στοιχείων β), γ) και δ) του άρθρου 66 παράγραφος 1 σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις:

α) οι τοποθετήσεις σε μέσα της κατηγορίας 2 υπολογίζονται βάσει των μεικτών θετικών θέσεων,

β) οι τοποθετήσεις σε ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 2 και σε ασφαλιστικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 3 θεωρούνται ως τοποθετήσεις σε μέσα της κατηγορίας 2 για τους σκοπούς της αφαίρεσης.

Άρθρο 69

Αφαίρεση των τοποθετήσεων σε μέσα της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα

Τα ιδρύματα πραγματοποιούν τις αφαιρέσεις που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 66 στοιχεία γ) και δ) σύμφωνα με τα εξής:

α) δύνανται να υπολογίζουν τις άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις σε μέσα της κατηγορίας 2 των οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα βάσει της καθαρής θετικής θέσης στο ίδιο υποκείμενο άνοιγμα υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται αμφότερες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

i) η ληκτότητα της αρνητικής θέσης ταυτίζεται με τη ληκτότητα της θετικής ή έχει εναπομένουσα ληκτότητα τουλάχιστον ενός έτους,

ii) είτε η θετική και η αρνητική θέση περιλαμβάνονται αμφότερες στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών,

β) προσδιορίζουν το ποσό που αφαιρείται για άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις σε τίτλους συνδεδεμένους με δείκτες, λαμβάνοντας υπόψη το υποκείμενο άνοιγμα στα κεφαλαιακά μέσα οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα που περιλαμβάνονται στους δείκτες αυτούς.

Άρθρο 70

Αφαίρεση μέσων της κατηγορίας 2 σε περίπτωση που το ίδρυμα δεν έχει σημαντική επένδυση σε σχετική οντότητα

1.  Για τους σκοπούς του στοιχείου γ) του άρθρου 66 παράγραφος 1, τα ιδρύματα υπολογίζουν το προς αφαίρεση ποσό κατά περίπτωση πολλαπλασιάζοντας το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου με τον συντελεστή που προκύπτει από τον υπολογισμό που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου:

▼C2

α) το συνολικό ποσό κατά το οποίο οι άμεσες, έμμεσες και σύνθετες τοποθετήσεις του ιδρύματος σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και μέσα της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα στις οποίες το ίδρυμα δεν έχει σημαντική επένδυση υπερβαίνουν το 10 % των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος, υπολογισμένο μετά την εφαρμογή των κατωτέρω:

i) των άρθρων 32 έως 35,

ii) του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως η), του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) σημεία ii) έως v) και του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ), εξαιρουμένου του ποσού που αφαιρείται για τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές,

iii) των άρθρων 44 και 45,

▼C2

β) το ποσό των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα στις οποίες το ίδρυμα δεν έχει σημαντική επένδυση διά του συνολικού ποσού όλων των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και μέσα της κατηγορίας 2 των εν λόγω οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα.

▼B

2.  Τα ιδρύματα εξαιρούν τις θέσεις αναδοχής που τηρούνται για πέντε εργάσιμες ημέρες κατά μέγιστο από το ποσό που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παραγράφου 1 και από τον υπολογισμό του συντελεστή που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1.

▼C2

3.  Το ποσό που πρέπει να αφαιρεθεί δυνάμει της παραγράφου 1 κατανέμεται σε όλα τα μέσα της κατηγορίας 2. Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό που πρέπει να αφαιρεθεί από κάθε μέσο της κατηγορίας 2 και το οποίο αφαιρείται δυνάμει της παραγράφου 1, πολλαπλασιάζοντας το ποσό που ορίζεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου με την αναλογία του στοιχείου β) της παρούσας παραγράφου:

α) το συνολικό ποσό των τοποθετήσεων που πρέπει να αφαιρεθούν δυνάμει της παραγράφου 1,

β) την αναλογία του συνολικού ποσού των άμεσων, έμμεσων και σύνθετων τοποθετήσεων του ιδρύματος σε μέσα της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα στις περιπτώσεις που το ίδρυμα δεν διαθέτει σημαντική επένδυση η οποία να αντιπροσωπεύεται από κάθε μέσο της κατηγορίας 2 που κατέχεται.

▼B

4.  Το ποσό των τοποθετήσεων που αναφέρονται στο στοιχείο γ) του άρθρου 66 παράγραφος 1, το οποίο είναι ίσο ή μικρότερο από το 10 % των στοιχείων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος μετά την εφαρμογή των διατάξεων που ορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) σημεία i) έως iii), δεν αφαιρείται και υπόκειται στους αντίστοιχους συντελεστές στάθμισης κινδύνου δυνάμει του τρίτου μέρους τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 ή 3 και των απαιτήσεων που ορίζονται στο τρίτο μέρος τίτλος IV, ανάλογα με την περίπτωση.

▼C2

5.  Τα ιδρύματα καθορίζουν το ποσό κάθε μέσου της κατηγορίας 2 που υπόκειται σε συντελεστή στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με την παράγραφο 4 πολλαπλασιάζοντας το ποσό που ορίζεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου με το ποσό που ορίζεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου:

α) το ποσό των τοποθετήσεων που πρέπει να σταθμιστούν δυνάμει της παραγράφου 4,

β) την αναλογία που προκύπτει από τον υπολογισμό στο στοιχείο β) της παραγράφου 3.

▼B



Τμήμα 3

Κεφάλαιο της κατηγορίας 2

Άρθρο 71

Κεφάλαιο της κατηγορίας 2

Το κεφάλαιο της κατηγορίας 2 ενός ιδρύματος απαρτίζεται από στοιχεία της κατηγορίας 2 μετά τις αφαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 66 και μετά την εφαρμογή του άρθρου 79.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Ίδια κεφάλαια

Άρθρο 72

Ίδια κεφάλαια

Τα ίδια κεφάλαια ενός ιδρύματος απαρτίζονται από το άθροισμα του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 και του κεφαλαίου της κατηγορίας 2.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Γενικές απαιτήσεις

Άρθρο 73

Διανομές επί μέσων ιδίων κεφαλαίων

1.  Τα κεφαλαιακά μέσα για τα οποία ένα ίδρυμα αποφασίζει κατά την αποκλειστική κρίση του να πραγματοποιήσει διανομές με άλλη μορφή εκτός από τα μετρητά ή μέσο ιδίων κεφαλαίων, δεν είναι δυνατόν να γίνουν αποδεκτά ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2, εκτός εάν το ίδρυμα έχει λάβει την προηγούμενη άδεια των αρμόδιων αρχών.

2.  Οι αρμόδιες αρχές χορηγούν την άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μόνο εφόσον κρίνουν ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) η ικανότητα του ιδρύματος να ακυρώνει τις πληρωμές δυνάμει του μέσου δεν θα επηρεαζόταν αρνητικά από τη διακριτική ευχέρεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή από τη μορφή με την οποία θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν οι διανομές,

β) η ικανότητα του μέσου να απορροφά τις ζημίες δεν θα επηρεαζόταν αρνητικά από τη διακριτική ευχέρεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή από τη μορφή με την οποία θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν οι διανομές,

γ) η ποιότητα του κεφαλαιακού μέσου δεν θα μειωνόταν κατ’ άλλον τρόπο από τη διακριτική ευχέρεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή από τη μορφή με την οποία θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν οι διανομές.

3.  Τα κεφαλαιακά μέσα για τα οποία ένα νομικό πρόσωπο διαφορετικό από το ίδρύμα που τα εκδίδει έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίζει ή να απαιτεί την πληρωμή των διανομών επί του μέσου με άλλη μορφή εκτός από τα μετρητά ή μέσο ιδίων κεφαλαίων δεν είναι δυνατόν να γίνουν αποδεκτά ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2.

4.  Τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν ευρύ δείκτη αγοράς ως μία από τις βάσεις καθορισμού του ύψους των διανομών επί πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 και μέσων της κατηγορίας 2.

5.  Η παράγραφος 4 δεν εφαρμόζεται όταν το ίδρυμα αποτελεί οντότητα αναφοράς σε αυτό τον ευρύ δείκτη αγοράς, εκτός εάν πληρούνται και οι δύο ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) το ίδρυμα θεωρεί ότι οι κινήσεις σε αυτό τον ευρύ δείκτη αγοράς δεν συσχετίζονται σημαντικά με την πιστωτική διαβάθμιση του ιδρύματος, του μητρικού του ιδρύματος ή της μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μητρικής μεικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών ή μητρικής μεικτής εταιρείας συμμετοχών,

β) η αρμόδια αρχή δεν έχει καταλήξει σε προσδιορισμό διαφορετικό από τον αναφερόμενο στο στοιχείο α).

6.  Τα ιδρύματα αναφέρουν και κοινοποιούν τους ευρείς δείκτες αγοράς στους οποίους βασίζονται τα κεφαλαιακά τους μέσα.

7.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει τους όρους υπό τους οποίους οι δείκτες μπορούν να θεωρούνται ευρείς δείκτες αγοράς για τους σκοπούς της παραγράφου 4.

▼C1

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 28η Ιουλίου 2013.

▼B

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 74

Τοποθετήσεις σε κεφαλαιακά μέσα τα οποία εκδίδονται από ρυθμιζόμενες οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα και είναι αποδεκτά ως εποπτικό κεφάλαιο

Τα ιδρύματα δεν αφαιρούν από οποιοδήποτε στοιχείο των ίδιων κεφαλαίων άμεσες, έμμεσες ή σύνθετες τοποθετήσεις τους κεφαλαιακών μέσων τα οποία εκδίδονται από ρυθμιζόμενη οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα και δεν αναγνωρίζονται ως εποπτικό κεφάλαιο της εν λόγω οντότητας. Τα ιδρύματα εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου στις εν λόγω τοποθετήσεις σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 ή 3, κατά περίπτωση.

Άρθρο 75

Αφαίρεση και απαιτήσεις ληκτότητας για τις αρνητικές θέσεις

Οι απαιτήσεις ληκτότητας για αρνητικές θέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 45 στοιχείο α), το άρθρο 59 στοιχείο α) και το άρθρο 69 στοιχείο α) θεωρείται ότι πληρούνται όσον αφορά τις θέσεις που κατέχονται, εφόσον πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:

α) το ίδρυμα έχει συμβατικό δικαίωμα να πωλήσει σε συγκεκριμένη μελλοντική ημερομηνία στον αντισυμβαλλόμενο που παρέχει την αντιστάθμιση τη θετική θέση που αντισταθμίζεται,

β) ο αντισυμβαλλόμενος που παρέχει την αντιστάθμιση στο ίδρυμα υποχρεούται συμβατικά να αγοράσει από το ίδρυμα στη συγκεκριμένη μελλοντική ημερομηνία τη θετική θέση που αναφέρεται στο στοιχείο α).

Άρθρο 76

Τοποθετήσεις κεφαλαιακών μέσων που περιλαμβάνονται σε δείκτες

1.  Για τους σκοπούς του άρθρου 42 στοιχείο α), του άρθρου 45 στοιχείο α), του άρθρου 57 στοιχείο α), του άρθρου 59 στοιχείο α), του άρθρου 67 στοιχείο α) και του άρθρου 69 στοιχείο α), τα ιδρύματα μπορούν να μειώσουν το ποσό θετικής θέσης σε κεφαλαιακό μέσο κατά το τμήμα ενός δείκτη που αποτελείται από το ίδιο υποκείμενο άνοιγμα που αντισταθμίζεται, με την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:

α) είτε αμφότερες η θετική θέση που αντισταθμίζεται και η αρνητική θέση σε δείκτη που χρησιμοποιείται για την αντιστάθμιση αυτής της θετικής θέσης περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε αμφότερες περιλαμβάνονται σε χαρτοφυλάκιο πέραν του χαρτοφυλακίου συναλλαγών,

β) οι θέσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α) αποτιμώνται στην εύλογη αξία τους στον ισολογισμό του ιδρύματος,

γ) η αρνητική θέση που αναφέρεται στο στοιχείο α) αναγνωρίζεται ως αποτελεσματική αντιστάθμιση στο πλαίσιο των διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου του ιδρύματος,

δ) οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν την καταλληλότητα των διαδικασιών ελέγχου που αναφέρονται στο στοιχείο γ) τουλάχιστον σε ετήσια βάση και κρίνουν ότι εξακολουθεί να πληρούται ο όρος αυτός.

2.  Όταν η αρμόδια αρχή έχει προτέρως δώσει την άδεια της, ένα ίδρυμα μπορεί να εκτιμά συντηρητικά το υποκείμενο άνοιγμα του ιδρύματος σε κεφαλαιακά μέσα που περιλαμβάνονται στους δείκτες, ως εναλλακτική λύση στον υπολογισμό του ανοίγματος του ιδρύματος στα στοιχεία που αναφέρονται σε έκαστο ή σε αμφότερα τα στοιχεία α) ή β):

α) ίδια μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και μέσα της κατηγορίας 2, που περιλαμβάνονται στους δείκτες,

β) μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2 οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα, που περιλαμβάνονται στους δείκτες.

3.  Οι αρμόδιες αρχές χορηγούν την άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 2 μόνο εάν το ίδρυμα έχει αποδείξει επαρκώς ότι η παρακολούθηση εκ μέρους του ιδρύματος του υποκείμενου ανοίγματος στα στοιχεία που αναφέρονται σε έκαστο ή σε αμφότερα τα στοιχεία α) ή β) της παραγράφου 2, αναλόγως, θα ήταν λειτουργικά δύσκολη.

4.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:

α) όταν μια εκτίμηση που χρησιμοποιείται ως εναλλακτική λύση για τον υπολογισμό του υποκείμενου ανοίγματος που αναφέρεται στην παράγραφο 2 είναι επαρκώς συντηρητική,

β) την έννοια της λειτουργικής επιβάρυνσης για τους σκοπούς της παραγράφου 3.

▼C1

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 28η Ιουλίου 2013.

▼B

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 77

Προϋποθέσεις μείωσης των ιδίων κεφαλαίων

Απαιτείται η προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής προκειμένου ένα ίδρυμα να προβεί σε αμφότερες ή σε οποιαδήποτε από τις κατωτέρω ενέργειες:

α) μείωση, εξόφληση ή επαναγορά των μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που έχουν εκδοθεί από το ίδρυμα με τρόπο που επιτρέπεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας,

β) εξάσκηση της ανάκλησης, εξόφληση,, αποπληρωμή ή επαναγορά πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2, αναλόγως, πριν από την ημερομηνία συμβατικής ληκτότητάς τους.

Άρθρο 78

Εποπτική άδεια για τη μείωση των ιδίων κεφαλαίων

1.  Η αρμόδια αρχή χορηγεί την άδειά της για τη μείωση, επαναγορά, ανάκληση ή εξόφληση των μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, των πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 ή των μέσων της κατηγορίας 2 εφόσον πληρούται οποιαδήποτε από τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) πριν από ή ταυτόχρονα με την ενέργεια που αναφέρεται στο άρθρο 77, το ίδρυμα αντικαθιστά τα μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 77 με μέσα ιδίων κεφαλαίων ίσης ή υψηλότερης ποιότητας με όρους που είναι βιώσιμοι για την ικανότητα εσόδων του ιδρύματος,

β) το ίδρυμα έχει αποδείξει επαρκώς στην αρμόδια αρχή ότι τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος, μετά τη σχετική ενέργεια, θα υπερέβαιναν τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού και την απαίτηση συνδυασμένου αποθέματος ασφαλείας όπως ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ κατά περιθώριο που μπορεί να κριθεί απαραίτητο από την αρμόδια αρχή βάσει του άρθρου 104 παράγραφος 3 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

2.  Οι αρμόδιες αρχές, όταν εκτιμούν, δυνάμει του στοιχείου α) της παραγράφου 1, τη βιωσιμότητα των μέσων αντικατάστασης για την ικανότητα εσόδων του ιδρύματος, λαμβάνουν υπόψη τους τον βαθμό στον οποίο αυτά τα κεφαλαιακά μέσα αντικατάστασης θα ήταν δαπανηρότερα για το ίδρυμα από εκείνα που αντικαθιστούν.

3.  Σε περίπτωση που ένα ίδρυμα προβεί σε κάποια ενέργεια που αναφέρεται στο άρθρο 77 στοιχείο α) και η άρνηση εξόφλησης των μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που αναφέρονται στο άρθρο 27 απαγορεύεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, η αρμόδια αρχή μπορεί να παρεκκλίνει από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου εφόσον απαιτεί από το ίδρυμα να περιορίσει την εξόφληση των εν λόγω μέσων σε κατάλληλη βάση.

4.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα να εξοφλούν πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2 πριν από την πάροδο πέντε ετών από την ημερομηνία έκδοσης, μόνο εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 και του στοιχείου α) ή β) της παρούσας παραγράφου:

α) υπάρχει αλλαγή στην εποπτική κατάταξη των μέσων αυτών, η οποία θα συνεπαγόταν ενδεχομένως τον αποκλεισμό τους από τα ίδια κεφάλαια ή την ανακατάταξή τους σε ίδια κεφάλαια χαμηλότερης ποιότητας, πληρούνται δε και οι δύο ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) η αρμόδια αρχή θεωρεί επαρκώς βέβαιη την αλλαγή αυτή,

ii) το ίδρυμα αποδεικνύει στις αρμόδιες αρχές ότι η υποχρεωτική ανακατάταξη των μέσων αυτών δεν μπορούσε να προβλεφθεί ευλόγως κατά το χρόνο της έκδοσής τους,

β) υπάρχει αλλαγή στην εφαρμοστέα φορολογική αντιμετώπιση των εν λόγω μέσων για την οποία το ίδρυμα αποδεικνύει στις αρμόδιες αρχές ότι είναι σημαντική και δεν μπορούσε να προβλεφθεί ευλόγως κατά το χρόνο της έκδοσής τους.

5.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:

α) την έννοια της βιώσιμης ικανότητας εσόδων του ιδρύματος,

β) τις κατάλληλες βάσεις περιορισμού της εξόφλησης που αναφέρονται στην παράγραφο 3,

γ) τη διαδικασία και τις απαιτήσεις δεδομένων για την υποβολή αίτησης από ένα ίδρυμα προς την αρμόδια αρχή ώστε να επιτρέψει τη διεξαγωγή ενέργειας αναφερόμενης στο άρθρο 77, περιλαμβανομένης της διαδικασίας που εφαρμόζεται στην περίπτωση εξόφλησης εκδιδόμενων μεριδίων σε μέλη συνεταιριστικών εταιρειών, και της χρονικής περιόδου για την επεξεργασία της αίτησης αυτής.

▼C1

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 28η Ιουλίου 2013.

▼B

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 79

Προσωρινή αναστολή της αφαίρεσης από τα ίδια κεφάλαια

1.  Εάν ένα ίδρυμα προσωρινά κατέχει κεφαλαιακά μέσα ή έχει χορηγήσει δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, κατά περίπτωση, που μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2 σε οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα και η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι οι εν λόγω τοποθετήσεις έχουν σκοπό τη χρηματοδοτική συνδρομή για την ανασυγκρότηση και διάσωση της εν λόγω οντότητας, η αρμόδια αρχή μπορεί να αναστείλει προσωρινά την εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με την αφαίρεση, οι οποίες διαφορετικά θα εφαρμόζονταν στα εν λόγω μέσα.

2.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει την έννοια της λέξης «προσωρινά» για τους σκοπούς της παραγράφου 1 και τις προϋποθέσεις σύμφωνα με τις οποίες η αρμόδια αρχή μπορεί να κρίνει ότι οι εν λόγω προσωρινές τοποθετήσεις προορίζονται ως χρηματοδοτική συνδρομή στην ανασυγκρότηση και διάσωση της σχετικής οντότητας.

▼C1

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 28η Ιουλίου 2013.

▼B

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 80

Συνεχής αξιολόγηση της ποιότητας των ιδίων κεφαλαίων

1.  Η ΕΑΤ παρακολουθεί την ποιότητα των μέσων ιδίων κεφαλαίων που εκδίδονται από ιδρύματα σε ολόκληρη την Ένωση και ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή εάν υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις ότι τα μέσα αυτά δεν πληρούν τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 28 ή, κατά περίπτωση, στο άρθρο 29.

Οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν αμελλητί, κατόπιν αιτήματος της ΕΑΤ, όλες τις πληροφορίες που η ΕΑΤ θεωρεί αναγκαίες σχετικά με νέα κεφαλαιακά μέσα που εκδίδονται, προκειμένου να μπορεί να παρακολουθεί την ποιότητα των μέσων ιδίων κεφαλαίων που εκδίδονται από ιδρύματα σε ολόκληρη την Ένωση.

2.  Η σχετική κοινοποίηση περιλαμβάνει τα εξής:

α) λεπτομερή εξήγηση της φύσης και της έκτασης της διαπιστωθείσας ανεπάρκειας,

β) τεχνικές συμβουλές σχετικά με τις ενέργειες στις οποίες η ΕΑΤ θεωρεί ότι είναι απαραίτητο να προβεί η Επιτροπή,

γ) σημαντικές εξελίξεις στη μεθοδολογία της ΕΑΤ για προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων με στόχο τη δοκιμή της φερεγγυότητας των ιδρυμάτων.

3.  Η ΕΑΤ παρέχει τεχνικές συμβουλές στην Επιτροπή σχετικά με τυχόν σημαντικές αλλαγές οι οποίες θεωρεί ότι απαιτούνται για τον ορισμό των ιδίων κεφαλαίων ως αποτέλεσμα οποιουδήποτε από τα κατωτέρω γεγονότα:

α) σχετικές εξελίξεις στα πρότυπα ή την πρακτική της αγοράς,

β) αλλαγές σε σχετικά νομικά ή λογιστικά πρότυπα,

γ) σημαντικές εξελίξεις στη μεθοδολογία της ΕΑΤ για προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων με στόχο τη δοκιμή της φερεγγυότητας των ιδρυμάτων.

4.  Η ΕΑΤ παρέχει τεχνικές συμβουλές στην Επιτροπή το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2014 σχετικά με πιθανές προτάσεις για την αντιμετώπιση των μη πραγματοποιηθέντων κερδών υπολογισμένων σε εύλογη αξία, εκτός από τη συμπερίληψή τους στις κοινές μετοχές της κατηγορίας 1 χωρίς προσαρμογή. Οι εν λόγω συστάσεις λαμβάνουν υπόψη σχετικές εξελίξεις στα διεθνή λογιστικά πρότυπα και σε διεθνείς συμφωνίες σχετικά με τα πρότυπα προληπτικής εποπτείας για τις τράπεζες.



ΤΙΤΛΟΣ II

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΘΕΤΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ 1 ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ 2 ΠΟΥ ΕΚΔΙΔΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΘΥΓΑΤΡΙΚΕΣ

Άρθρο 81

Δικαιώματα μειοψηφίας που μπορούν να συμπεριληφθούν στο ενοποιημένο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1

1.  Τα δικαιώματα μειοψηφίας απαρτίζονται από το άθροισμα των μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, της διαφοράς από έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο που σχετίζονται με τα εν λόγω μέσα, των κερδών εις νέον και λοιπών αποθεματικών μιας θυγατρικής εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) η θυγατρική είναι ένας από τους κατωτέρω φορείς:

i) ίδρυμα,

ii) επιχείρηση που υπόκειται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας,

β) η θυγατρική περιλαμβάνεται πλήρως στην ενοποίηση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2,

γ) τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, που αναφέρονται στο εισαγωγικό μέρος της παρούσας παραγράφου, ανήκουν σε πρόσωπα διαφορετικά από τις επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στην ενοποίηση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2.

2.  Τα δικαιώματα μειοψηφίας που χρηματοδοτούνται άμεσα ή έμμεσα, μέσω οντότητας ειδικού σκοπού ή με άλλο τρόπο, από τη μητρική επιχείρηση του ιδρύματος ή τις θυγατρικές του δεν γίνονται αποδεκτά ως ενοποιημένο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.

Άρθρο 82

Αποδεκτό πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1, κεφάλαιο της κατηγορίας 1, κεφάλαιο της κατηγορίας 2 και αποδεκτά ίδια κεφάλαια

Το αποδεκτό πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1, το κεφάλαιο της κατηγορίας 1, το κεφάλαιο της κατηγορίας 2 και τα αποδεκτά ίδια κεφάλαια περιλαμβάνουν το δικαίωμα μειοψηφίας, το πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2, κατά περίπτωση, προσαυξημένο κατά τα σχετικά κέρδη εις νέον και τη διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο, μιας θυγατρικής, εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) η θυγατρική είναι οποιοσδήποτε από τους κατωτέρω φορείς:

i) ίδρυμα,

ii) επιχείρηση που υπόκειται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας,

β) η θυγατρική περιλαμβάνεται πλήρως στο πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2,

γ) τα εν λόγω μέσα ανήκουν σε πρόσωπα διαφορετικά από τις επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στην ενοποίηση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2.

Άρθρο 83

Αποδεκτό πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1 και κεφάλαιο της κατηγορίας 2 που εκδίδεται από οντότητα ειδικού σκοπού

1.  Τα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2 που εκδίδονται από οντότητα ειδικού σκοπού και η σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο περιλαμβάνονται στο αποδεκτό πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1, στο κεφάλαιο της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2 ή στα αποδεκτά ίδια κεφάλαια, αναλόγως, μόνον εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) η οντότητα ειδικού σκοπού που εκδίδει τα εν λόγω μέσα περιλαμβάνεται πλήρως στην ενοποίηση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2,

β) τα μέσα και η σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο περιλαμβάνονται στο αποδεκτό πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1 μόνον εφόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 52 παράγραφος 1,

γ) τα μέσα και η σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο περιλαμβάνονται στο αποδεκτό κεφάλαιο της κατηγορίας 2 μόνον εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 63,

δ) το μοναδικό στοιχείο ενεργητικού της οντότητας ειδικού σκοπού είναι η επένδυσή της στα ίδια κεφάλαια της μητρικής επιχείρησης ή θυγατρικής της που περιλαμβάνεται πλήρως στην ενοποίηση δυνάμει του πρώτου μέρους τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2, με τρόπο ώστε να πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 52 παράγραφος 1 ή στο άρθρο 63, ανάλογα με την περίπτωση.

Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι το ενεργητικό μιας οντότητας ειδικού σκοπού εκτός της επένδυσής της στα ίδια κεφάλαια της μητρικής επιχείρησης ή της θυγατρικής που περιλαμβάνεται στο πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης δυνάμει του πρώτου μέρους τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2, είναι ελάχιστο και ασήμαντο για μια τέτοια οντότητα, η αρμόδια αρχή δύναται να μην εφαρμόσει την προϋπόθεση που ορίζεται στο στοιχείο δ) του πρώτου εδαφίου.

2.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει τα είδη των στοιχείων ενεργητικού που μπορούν να σχετίζονται με τη λειτουργία οντοτήτων ειδικού σκοπού και τις έννοιες των όρων «ελάχιστο» και «ασήμαντο» που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1.

▼C1

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 28η Ιουλίου 2013.

▼B

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 84

Δικαιώματα μειοψηφίας που περιλαμβάνονται στο ενοποιημένο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1

1.  Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό των δικαιωμάτων μειοψηφίας μιας θυγατρικής που συμπεριλαμβάνεται στο ενοποιημένο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 αφαιρώντας από τα δικαιώματα μειοψηφίας της εν λόγω επιχείρησης το γινόμενο του πολλαπλασιασμού του ποσού που αναφέρεται στο στοιχείο α) επί το ποσοστό που αναφέρεται στο στοιχείο β):

α) το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 της θυγατρικής μείον το χαμηλότερο από τα κατωτέρω ποσά:

i) το ποσό του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 της ανωτέρω θυγατρικής που απαιτείται για να επιτευχθεί το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο α), των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας έως 36, της απαίτησης συνδυασμένου αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 500, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1,

ii) το ποσό του ενοποιημένου κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που αφορά την ανωτέρω θυγατρική και που απαιτείται σε ενοποιημένη βάση για να επιτευχθεί το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρου 82 παράγραφος 1 στοιχείο α), των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της απαίτησης συνδυασμένου αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 500 καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1,

β) τα δικαιώματα μειοψηφίας της θυγατρικής εκπεφρασμένα ως ποσοστό όλων των μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 της εν λόγω επιχείρησης προσαυξημένο κατά τη σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο, τα σχετικά κέρδη εις νέον και τα λοιπά αποθεματικά.

2.  Ο υπολογισμός που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πραγματοποιείται σε υποενοποιημένη βάση για κάθε θυγατρική που αναφέρεται στο άρθρο 81 παράγραφος 1.

Ένα ίδρυμα μπορεί να επιλέξει να μην πραγματοποιήσει αυτό τον υπολογισμό για θυγατρική που αναφέρεται στο άρθρο 81 παράγραφος 1. Όταν ένα ίδρυμα λαμβάνει την απόφαση αυτή, το δικαίωμα μειοψηφίας αυτής της θυγατρικής ενδέχεται να μην συμπεριλαμβάνεται στο ενοποιημένο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.

3.  Όταν μια αρμόδια αρχή παρεκκλίνει από την εφαρμογή απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας σε ατομική βάση, όπως ορίζεται στο άρθρο 7, το δικαίωμα μειοψηφίας εντός των θυγατρικών στις οποίες εφαρμόζεται η απαλλαγή από την υποχρέωση δεν αναγνωρίζεται σε ίδια κεφάλαια στο υποενοποιημένο ή στο ενοποιημένο επίπεδο, κατά περίπτωση.

4.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ώστε να προσδιοριστεί ο υπολογισμός της υποενοποίησης που απαιτείται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και τα άρθρα 85 και 87.

▼C1

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 28η Ιουλίου 2013.

▼B

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

5.  Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να χορηγούν απαλλαγή από την υποχρέωση εφαρμογής του παρόντος άρθρου σε μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών που πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) η κύρια δραστηριότητά της συνίσταται στην απόκτηση μετοχών,

β) υπόκειται σε προληπτική εποπτεία σε ενοποιημένη βάση,

γ) ενοποιεί θυγατρικό ίδρυμα στο οποίο έχει μόνο μειοψηφική συμμετοχή δυνάμει της σχέσης ελέγχου που ορίζεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ,

δ) περισσότερο από το 90 % του ενοποιημένου απαιτούμενου κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 προέρχεται από το αναφερόμενο στο στοιχείο γ) θυγατρικό ίδρυμα υπολογιζόμενο σε υποενοποιημένη βάση.

►C1  Σε περίπτωση που, ύστερα από την 28η Ιουνίου 2013, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία ◄ συμμετοχών που πληροί τις προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου γίνει μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να χορηγήσουν στην εν λόγω μητρική εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών την απαλλαγή που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, υπό την προϋπόθεση ότι πληροί τις προϋποθέσεις του εν λόγω εδαφίου.

6.  Όταν πιστωτικά ιδρύματα τα οποία συνδέονται μόνιμα σε δίκτυο με κεντρικό οργανισμό και ιδρύματα τα οποία έχουν συσταθεί στο πλαίσιο θεσμικού συστήματος προστασίας που υπόκειται στις απαιτήσεις του άρθρου 113 παράγραφος 7 έχουν συστήσει συνεγγυητικό σύστημα που προβλέπει ότι δεν υφίσταται κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες, πρακτικό ή νομικό κώλυμα για τη μεταβίβαση του ποσού ιδίων κεφαλαίων που υπερβαίνει τις εποπτικές απαιτήσεις από τον αντισυμβαλλόμενο στο πιστωτικό ίδρυμα, τα εν λόγω ιδρύματα εξαιρούνται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου όσον αφορά τις αφαιρέσεις και μπορούν να αναγνωρίζουν πλήρως τυχόν δικαίωμα μειοψηφίας που προκύπτει εντός του συνεγγυητικού συστήματος.

Άρθρο 85

Αποδεκτά μέσα της κατηγορίας 1 που περιλαμβάνονται στο ενοποιημένο κεφάλαιο της κατηγορίας 1

►C2  1.  Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό των αποδεκτών κεφαλαίων της κατηγορίας 1 μιας θυγατρικής που συμπεριλαμβάνεται στα ενοποιημένα ίδια κεφάλαια αφαιρώντας από τα αποδεκτά κεφάλαια της κατηγορίας 1 της εν λόγω επιχείρησης ◄ το γινόμενο του ποσού που αναφέρεται στο στοιχείο α) επί το ποσοστό που αναφέρεται στο στοιχείο β).

α) το κεφάλαιο της κατηγορίας 1 της θυγατρικής μείον το χαμηλότερο από τα κατωτέρω ποσά:

i) το ποσό του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 της ανωτέρω θυγατρικής που απαιτείται για να επιτευχθεί το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο β), των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της απαίτησης συνδυασμένου αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 500, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο της κατηγορίας 1,

ii) το ποσό του ενοποιημένου κεφαλαίου της κατηγορίας 1 που αφορά τη θυγατρική και που απαιτείται σε ενοποιημένη βάση για να επιτευχθεί το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο β), των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της απαίτησης συνδυασμένου αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 500, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο της κατηγορίας 1,

β) το αποδεκτό κεφάλαιο της κατηγορίας 1 της θυγατρικής εκπεφρασμένο ως ποσοστό όλων των μέσων της κατηγορίας 1 της εν λόγω επιχείρησης προσαυξημένο κατά τη σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο, τα κέρδη εις νέον και τα λοιπά αποθεματικά.

2.  Ο υπολογισμός που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πραγματοποιείται σε υποενοποιημένη βάση για κάθε θυγατρική που αναφέρεται στο άρθρο 81 παράγραφος 1.

Ένα ίδρυμα μπορεί να επιλέξει να μην πραγματοποιήσει αυτό τον υπολογισμό για θυγατρική που αναφέρεται στο άρθρο 81 παράγραφος 1. Όταν ένα ίδρυμα λαμβάνει την απόφαση αυτή, το αποδεκτό κεφάλαιο της κατηγορίας 1 αυτής της θυγατρικής ενδέχεται να μην συμπεριλαμβάνεται στο ενοποιημένο κεφάλαιο της κατηγορίας 1.

3.  Όταν μια αρμόδια αρχή παρεκκλίνει από την εφαρμογή απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας σε ατομική βάση, όπως ορίζεται στο άρθρο 7, τα μέσα της κατηγορίας 1 εντός των θυγατρικών στις οποίες εφαρμόζεται η απαλλαγή δεν αναγνωρίζονται σε ίδια κεφάλαια στο υποενοποιημένο ή στο ενοποιημένο επίπεδο, κατά περίπτωση.

Άρθρο 86

Αποδεκτό κεφάλαιο της κατηγορίας 1 που περιλαμβάνεται στο ενοποιημένο πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1

Με την επιφύλαξη του άρθρου 84 παράγραφοι 5 και 6, τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό του αποδεκτού κεφαλαίου της κατηγορίας 1 μιας θυγατρικής που συμπεριλαμβάνεται στο ενοποιημένο πρόσθετο κεφάλαιο της κατηγορίας 1 αφαιρώντας από το αποδεκτό κεφάλαιο της κατηγορίας 1 της εν λόγω επιχείρησης που συμπεριλαμβάνεται στο ενοποιημένο κεφάλαιο της κατηγορίας 1 τα δικαιώματα μειοψηφίας της ανωτέρω επιχείρησης που συμπεριλαμβάνονται στο ενοποιημένο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.

Άρθρο 87

Αποδεκτά ίδια κεφάλαια που συμπεριλαμβάνονται στα ενοποιημένα ίδια κεφάλαια

1.  Τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό των αποδεκτών ιδίων κεφαλαίων μιας θυγατρικής που συμπεριλαμβάνεται στα ενοποιημένα ίδια κεφάλαια αφαιρώντας από τα αποδεκτά ίδια κεφάλαια της εν λόγω επιχείρησης το γινόμενο του πολλαπλασιασμού του ποσού που αναφέρεται στο στοιχείο α) επί το ποσοστό που αναφέρεται στο στοιχείο β):

α) τα ίδια κεφάλαια της θυγατρικής μείον το χαμηλότερο από τα κατωτέρω ποσά:

i) το ποσό των ιδίων κεφαλαίων της θυγατρικής που απαιτούνται για να επιτευχθεί το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο γ), των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της απαίτησης συνδυασμένου αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 500, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες,

ii) το ποσό των ιδίων κεφαλαίων που συνδέεται με τη θυγατρική και το οποίο απαιτείται σε ενοποιημένη βάση για να επιτευχθεί το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο γ), των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της απαίτησης συνδυασμένου αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 500, καθώς και οποιωνδήποτε πρόσθετων απαιτήσεων τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες,

β) τα αποδεκτά ίδια κεφάλαια της θυγατρικής, εκπεφρασμένα ως ποσοστό όλων των μέσων ιδίων κεφαλαίων της θυγατρικής τα οποία περιλαμβάνονται σε στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2 και της σχετικής διαφοράς από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο, των κερδών εις νέον και των λοιπών αποθεματικών.

2.  Ο υπολογισμός που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πραγματοποιείται σε υποενοποιημένη βάση για κάθε θυγατρική που αναφέρεται στο άρθρο 81 παράγραφος 1.

Ένα ίδρυμα μπορεί να επιλέξει να μην πραγματοποιήσει αυτό τον υπολογισμό για θυγατρική που αναφέρεται στο άρθρο 81 παράγραφος 1. Όταν ένα ίδρυμα λαμβάνει την απόφαση αυτή, τα αποδεκτά ίδια κεφάλαια αυτής της θυγατρικής ενδέχεται να μην συμπεριλαμβάνονται στα ενοποιημένα ίδια κεφάλαια.

3.  Όταν μια αρμόδια αρχή παρεκκλίνει από την εφαρμογή απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας σε ατομική βάση, όπως ορίζεται στο άρθρο 7, τα μέσα ιδίων κεφαλαίων εντός των θυγατρικών στις οποίες εφαρμόζεται η απαλλαγή δεν αναγνωρίζονται σε ίδια κεφάλαια στο υποενοποιημένο ή στο ενοποιημένο επίπεδο, κατά περίπτωση.

Άρθρο 88

Αποδεκτά μέσα ιδίων κεφαλαίων που περιλαμβάνονται στο ενοποιημένο κεφάλαιο της κατηγορίας 2

Με την επιφύλαξη του άρθρου 84 παράγραφοι 5 και 6, τα ιδρύματα προσδιορίζουν το ποσό των αποδεκτών ιδίων κεφαλαίων μιας θυγατρικής που συμπεριλαμβάνεται στο ενοποιημένο κεφάλαιο της κατηγορίας 2 αφαιρώντας από τα αποδεκτά ίδια κεφάλαια της εν λόγω επιχείρησης που συμπεριλαμβάνονται στα ενοποιημένα ίδια κεφάλαια το αποδεκτό κεφάλαιο της κατηγορίας 1 της ανωτέρω επιχείρησης που συμπεριλαμβάνεται στο ενοποιημένο κεφάλαιο της κατηγορίας 1.



ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ

ΕΙΔΙΚΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ

Άρθρο 89

Στάθμιση κινδύνου και απαγόρευση ειδικών συμμετοχών εκτός του χρηματοπιστωτικού τομέα

1.  Μια ειδική συμμετοχή, το ποσό της οποίας υπερβαίνει το 15 % του αποδεκτού κεφαλαίου του ιδρύματος, σε επιχείρηση που δεν εμπίπτει στις κατωτέρω κατηγορίες υπόκειται στις διατάξεις που ορίζονται στην παράγραφο 3:

α) οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα,

β) επιχείρηση που δεν είναι οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα, η οποία διεξάγει δραστηριότητες που κατά την αρμόδια αρχή είναι:

i) άμεση προέκταση τραπεζικής δραστηριότητας,

ii) δευτερεύουσες υπηρεσίες του τραπεζικού τομέα,

iii) χρηματοδοτική μίσθωση, πρακτόρευση, διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων, διαχείριση υπηρεσιών πληροφορικής ή άλλη παρόμοια δραστηριότητα.

2.  Το συνολικό ποσό των ειδικών συμμετοχών ενός ιδρύματος σε επιχειρήσεις διαφορετικές από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) που υπερβαίνουν το 60 % του αποδεκτού κεφαλαίου υπόκειται στις διατάξεις που ορίζονται στην παράγραφο 3.

3.  Οι αρμόδιες αρχές εφαρμόζουν τις απαιτήσεις που ορίζονται στο στοιχείο α) ή β) σε ειδικές συμμετοχές ιδρυμάτων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2:

α) για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων σύμφωνα με το τρίτο μέρος, τα ιδρύματα εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1 250  % στο μεγαλύτερο από τα εξής στοιχεία:

i) στο ποσό των ειδικών συμμετοχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, το οποίο υπερβαίνει το 15 % του αποδεκτού κεφαλαίου,

ii) στο συνολικό ποσό των ειδικών συμμετοχών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και που υπερβαίνουν το 60 % του αποδεκτού κεφαλαίου του ιδρύματος,

β) οι αρμόδιες αρχές απαγορεύουν στα ιδρύματα να διαθέτουν ειδικές συμμετοχές που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 σε ποσό που υπερβαίνει τα ποσοστά αποδεκτού κεφαλαίου που ορίζονται στις ανωτέρω παραγράφους.

Οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν την επιλογή τους μεταξύ των στοιχείων α) και β).

4.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β), η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές όπου προσδιορίζονται οι κατωτέρω έννοιες:

α) δραστηριότητες που αποτελούν άμεση προέκταση της τραπεζικής δραστηριότητας,

β) δευτερεύουσες υπηρεσίες του τραπεζικού τομέα,

γ) παρεμφερείς δραστηριότητες.

Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές εγκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 90

Εναλλακτική δυνατότητα στον συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1 250  %

Ως εναλλακτική δυνατότητα στην εφαρμογή συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1 250  % στα ποσά που υπερβαίνουν τα όρια που προσδιορίζονται στο άρθρο 89 παράγραφοι 1 και 2, τα ιδρύματα μπορούν να αφαιρούν τα εν λόγω ποσά από στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια).

Άρθρο 91

Εξαιρέσεις

1.  Οι μετοχές επιχειρήσεων που δεν αναφέρονται στο άρθρο 89 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) δεν περιλαμβάνονται στον υπολογισμό των ορίων του αποδεκτού κεφαλαίου που ορίζονται στο εν λόγω άρθρο όταν πληρούται μία από τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) οι εν λόγω μετοχές κατέχονται προσωρινά, κατά τη διάρκεια χρηματοδοτικής συνδρομής κατά την έννοια του άρθρου 79,

β) η κατοχή των μετοχών αυτών είναι θέση αναδοχής που τηρείται για πέντε εργάσιμες ημέρες κατ’ ανώτατο όριο,

γ) οι εν λόγω μετοχές τηρούνται στο όνομα του ιδρύματος και εκ μέρους άλλων.

2.  Οι μετοχές που δεν έχουν το χαρακτήρα παγίων χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού που αναφέρονται στο άρθρο 35 παράγραφος 2 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ δεν συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό που προβλέπεται στο άρθρο 89.



ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ



ΤΙΤΛΟΣ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ, ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΒΟΛΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Απαιτούμενο επίπεδο ιδίων κεφαλαίων



Τμήμα 1

Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για Ιδρύματα

Άρθρο 92

Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων

1.  Δυνάμει των άρθρων 93 και 94, τα ιδρύματα πρέπει ανά πάσα στιγμή να πληρούν τις κατωτέρω απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων:

α) δείκτη κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ίσο με 4,5 %,

β) δείκτη κεφαλαίου της κατηγορίας 1 ίσο με 6 %,

γ) συνολικό δείκτη κεφαλαίου 8 %.

2.  Τα ιδρύματα υπολογίζουν τους δείκτες κεφαλαίου τους ως εξής:

α) ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 είναι το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 εκπεφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο,

β) ο δείκτης κεφαλαίου της κατηγορίας 1 είναι το κεφάλαιο της κατηγορίας 1 του ιδρύματος εκπεφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο,

γ) ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου είναι τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος εκπεφρασμένα ως ποσοστό του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο.

3.  Το συνολικό ποσό του ανοίγματος σε κίνδυνο υπολογίζεται ως το άθροισμα των στοιχείων α) έως στ) της παρούσας παραγράφου, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων της παραγράφου 4:

α) ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων όσον αφορά τον πιστωτικό κίνδυνο και τον κίνδυνο απομείωσης της αξίας εισπρακτέων απαιτήσεων υπολογισμένα σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙ και το άρθρο 379, για όλες τις επιχειρηματικές δραστηριότητες ενός ιδρύματος, εξαιρουμένων των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων από τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του ιδρύματος,

β) απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, προσδιορισμένων σύμφωνα με τον τίτλο IV του παρόντος μέρους ή του τέταρτου μέρους, ανάλογα με την περίπτωση, για τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών ενός ιδρύματος, για τα εξής:

i) κίνδυνος θέσης,

ii) μεγάλα ανοίγματα που υπερβαίνουν τα όρια που προβλέπονται στα άρθρα 395 έως 401, στο βαθμό που επιτρέπεται σε ένα ίδρυμα να υπερβεί τα εν λόγω όρια,

γ) απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, προσδιορισμένες σύμφωνα με τον τίτλο IV ή τον τίτλο V με εξαίρεση το άρθρο 379, κατά περίπτωση, για τα εξής:

i) κίνδυνος συναλλάγματος,

ii) κίνδυνος διακανονισμού,

iii) κίνδυνος βασικών εμπορευμάτων,

δ) απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων υπολογισμένες σύμφωνα με τον τίτλο VI για τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης των εξωχρηματιστηριακών παραγώγων εκτός από τα πιστωτικά παράγωγα που αναγνωρίζεται για να μειώνουν τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων στον πιστωτικό κίνδυνο,

ε) απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων προσδιορισμένες σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙΙ για το λειτουργικό κίνδυνο,

στ) ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων προσδιορισμένα σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙ για τον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου που προκύπτει από τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του ιδρύματος για τα ακόλουθα είδη συναλλαγών και συμφωνιών:

i) συμβόλαια που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ και πιστωτικά παράγωγα,

ii) πράξεις πώλησης και επαναγοράς, πράξεις δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων με βάση τίτλους ή βασικά εμπορεύματα,

iii) πράξεις δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης βασιζόμενες σε τίτλους ή σε βασικά εμπορεύματα,

iv) πράξεις με μακρά προθεσμία διακανονισμού.

▼C2

4.  Οι κατωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται στον υπολογισμό του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο που αναφέρεται στην παράγραφο 3:

▼B

α) οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στα στοιχεία γ), δ) και ε) της εν λόγω παραγράφου περιλαμβάνουν τις απαιτήσεις που προκύπτουν από όλες τις επιχειρηματικές δραστηριότητες ενός ιδρύματος,

β) τα ιδρύματα πολλαπλασιάζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που προβλέπονται στα στοιχεία β) έως ε) της εν λόγω παραγράφου επί 12,5.

Άρθρο 93

Απαίτηση αρχικού κεφαλαίου σε συνθήκες δρώσας οικονομικής κατάστασης

1.  Τα ίδια κεφάλαια ενός ιδρύματος δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερα από το ποσό του αρχικού κεφαλαίου που απαιτείται κατά τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας.

2.  Τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούσαν ήδη την 1η Ιανουαρίου 1993, των οποίων το επίπεδο των ίδιων κεφαλαίων δεν ανέρχεται στα απαιτούμενα επίπεδα αρχικού κεφαλαίου, μπορούν να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους. Στην περίπτωση αυτή, το επίπεδο των ίδιων κεφαλαίων των εν λόγω ιδρυμάτων δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το ανώτατο ποσό στο οποίο είχαν ανέλθει από την 22α Δεκεμβρίου 1989.

3.  Οι επιχειρήσεις επενδύσεων με άδεια λειτουργίας και οι επιχειρήσεις που καλύπτονταν από το άρθρο 6 της οδηγίας 2006/49/ΕΚ και λειτουργούσαν ήδη πριν από την 31η Δεκεμβρίου 1995 των οποίων το επίπεδο των ίδιων κεφαλαίων δεν ανέρχεται στα απαιτούμενα επίπεδα αρχικού κεφαλαίου μπορούν να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους. Τα ίδια κεφάλαια όλων αυτών των επιχειρήσεων δεν μπορούν να είναι κατώτερα από το υψηλότερο επίπεδο αναφοράς στο οποίο έχουν φθάσει μετά την ημερομηνία κοινοποίησης που προβλέπεται στην οδηγία 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1993, για την επάρκεια των ίδιων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων ( 10 ). Το επίπεδο αναφοράς είναι ο μέσος όρος του ημερήσιου ύψους των ιδίων κεφαλαίων, υπολογιζόμενος επί του εξαμήνου που προηγείται της ημερομηνίας υπολογισμού. Το εν λόγω επίπεδο αναφοράς υπολογίζεται ανά εξάμηνο επί της αντίστοιχης προηγηθείσης περιόδου.

4.  Εάν ο έλεγχος ενός ιδρύματος που υπάγεται στην κατηγορία της παραγράφου 2 ή 3 περιέλθει σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο άλλο από εκείνο που ήλεγχε προηγουμένως το ίδρυμα, το επίπεδο των ίδιων κεφαλαίων αυτού του ιδρύματος πρέπει να ισούται με το απαιτούμενο αρχικό κεφάλαιο.

5.  Εάν συγχωνευθούν δύο ή περισσότερα ιδρύματα που υπάγονται στην κατηγορία της παραγράφου 2 ή 3, το επίπεδο των ίδιων κεφαλαίων του ιδρύματος που προκύπτει από τη συγχώνευση δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το άθροισμα των ιδίων κεφαλαίων των συγχωνευμένων ιδρυμάτων κατά την ημερομηνία της συγχώνευσης, εφόσον το επίπεδο του απαιτούμενου αρχικού κεφαλαίου δεν έχει επιτευχθεί.

6.  Εάν οι αρμόδιες αρχές θεωρούν απαραίτητη τη διασφάλιση της φερεγγυότητας ενός ιδρύματος για το οποίο πληρούται η απαίτηση που ορίζεται στην παράγραφο 1, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 5.

Άρθρο 94

Παρέκκλιση για μικρές δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών

1.  Τα ιδρύματα δύνανται να αντικαταστήσουν την κεφαλαιακή απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο β) με κεφαλαιακή απαίτηση που υπολογίζεται σύμφωνα με το στοιχείο α) της εν λόγω παραγράφου όσον αφορά τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, εφόσον ο όγκος των δραστηριοτήτων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών εντός και εκτός ισολογισμού πληροί αμφότερες τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) είναι συνήθως μικρότερος από 5 % του συνόλου του ενεργητικού και από 15 εκατομμύρια EUR,

β) δεν υπερβαίνει ποτέ το 6 % του συνόλου του ενεργητικού και τα 20 εκατομμύρια EUR.

2.  Για τον υπολογισμό του όγκου των δραστηριοτήτων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών εντός και εκτός ισολογισμού, τα ιδρύματα εφαρμόζουν τα ακόλουθα:

α) οι χρεωστικοί τίτλοι αποτιμώνται βάσει της ονομαστικής ή της αγοραίας τους αξίας, οι μετοχές βάσει της αγοραίας τους αξίας και τα παράγωγα μέσα βάσει της ονομαστικής ή της αγοραίας αξίας των υποκείμενων μέσων,

β) η απόλυτη τιμή των θετικών θέσεων αθροίζεται με την απόλυτη τιμή των αρνητικών θέσεων.

3.  Αν ένα ίδρυμα δεν πληροί την προϋπόθεση που ορίζεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), ειδοποιεί αμέσως την αρμόδια αρχή. Αν, κατόπιν αξιολογήσεως, η αρμόδια αρχή αποφασίσει και ειδοποιήσει το ίδρυμα ότι η απαίτηση που ορίζεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) δεν πληρούται, το ίδρυμα παύει να χρησιμοποιεί την παράγραφο 1 από την επόμενη ημερομηνία αναφοράς στις αρχές.



Τμήμα 2

Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για επιχειρήσεις επενδύσεων με περιορισμένη άδεια παροχής επενδυτικών υπηρεσιών

Άρθρο 95

Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για επιχειρήσεις επενδύσεων με περιορισμένη άδεια παροχής επενδυτικών υπηρεσιών

1.  Για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 3, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν διαθέτουν άδεια παροχής των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3 και 6 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ χρησιμοποιούν τον υπολογισμό του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο που προσδιορίζεται στην παράγραφο 2.

2.  Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο γ) οι οποίες παρέχουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες που παρατίθενται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 2 και 4 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ υπολογίζουν το συνολικό ποσό ανοίγματος σε κίνδυνο ως το υψηλότερο από τα κατωτέρω ποσά:

α) το άθροισμα των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχεία α) έως δ) και στο άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο στ) μετά την εφαρμογή του άρθρου 92 παράγραφος 4,

β) το ποσό που ορίζεται στο άρθρο 97 επί 12,5.

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2) στοιχείο γ) οι οποίες παρέχουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες που παρατίθενται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 2 και 4 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 92 παράγραφοι 1 και 2 βάσει του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.

Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να ορίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2) στοιχείο γ) οι οποίες παρέχουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες που παρατίθενται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 2 και 4 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, ως τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που θα ήταν δεσμευτικές για τις επιχειρήσεις αυτές σύμφωνα με τα ισχύοντα την 31η Δεκεμβρίου 2013 μέτρα για τη μεταφορά στην εθνική νομοθεσία των οδηγιών 2006/49/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ.

▼C2

3.  Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 υπόκεινται σε όλες τις άλλες διατάξεις που αφορούν τον λειτουργικό κίνδυνο και ορίζονται στον τίτλο VII κεφάλαιο 2 τμήμα ΙΙ ενότητα 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

▼B

Άρθρο 96

Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για επιχειρήσεις επενδύσεων που κατέχουν αρχικό κεφάλαιο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 28 παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ

1.  Για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 3, οι κατωτέρω κατηγορίες επιχειρήσεων επενδύσεων που διαθέτουν αρχικό κεφάλαιο σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ χρησιμοποιούν τον υπολογισμό του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου:

α) επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες πραγματοποιούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό με μόνο σκοπό την εκπλήρωση ή την εκτέλεση εντολών πελατών ή με σκοπό την απόκτηση πρόσβασης σε σύστημα εκκαθάρισης και διακανονισμού ή σε αναγνωρισμένο χρηματιστήριο οσάκις ενεργούν υπό την ιδιότητα πράκτορα ή εκτελούν εντολή πελάτη,

β) επιχειρήσεις επενδύσεων που πληρούν όλες τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

i) δεν κατέχουν χρήματα ή τίτλους πελατών,

ii) πραγματοποιούν συναλλαγές μόνο για ίδιο λογαριασμό,

iii) δεν διαθέτουν εξωτερικούς πελάτες,

iv) πραγματοποιούν συναλλαγές των οποίων η εκτέλεση και ο διακανονισμός τελούν υπό την ευθύνη και την εγγύηση εκκαθαριστικού οργανισμού.

2.  Για τις επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, το συνολικό ποσό του ανοίγματος σε κίνδυνο υπολογίζεται ως το άθροισμα των κατωτέρω:

α) των στοιχείων του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχεία α) έως δ) και του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχείο στ) μετά την εφαρμογή του άρθρου 92 παράγραφος 4,

β) του ποσού που αναφέρεται στο άρθρο 97 επί 12,5.

3.  Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 υπόκεινται σε όλες τις άλλες διατάξεις που αφορούν τον λειτουργικό κίνδυνο και ορίζονται στον τίτλο VII κεφάλαιο 3 τμήμα ΙΙ ενότητα 1 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Άρθρο 97

Ίδια κεφάλαια βάσει των παγίων εξόδων

1.  Σύμφωνα με τα άρθρα 95 και 96, μια επιχείρηση επενδύσεων και οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2) στοιχείο γ) οι οποίες παρέχουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες που παρατίθενται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 2 και 4 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ διαθέτουν επιλέξιμο κεφάλαιο που ισοδυναμεί τουλάχιστον με το ένα τέταρτο των παγίων εξόδων του προηγούμενου έτους.

2.  Εάν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στη δραστηριότητα μιας επιχείρησης επενδύσεων από το προηγούμενο έτος, η οποία κρίνεται ουσιώδης από την αρμόδια αρχή, η εν λόγω αρχή δύναται να προσαρμόσει την απαίτηση που ορίζεται στην παράγραφο 1.

3.  Εάν μια επιχείρηση επενδύσεων δεν έχει ασκήσει τις δραστηριότητές της κατά τη διάρκεια ενός ολόκληρου έτους, περιλαμβανομένης της ημέρας έναρξης των δραστηριοτήτων της, η εν λόγω επιχείρηση διαθέτει επιλέξιμο κεφάλαιο που ισοδυναμεί τουλάχιστον με το ένα τέταρτο των παγίων εξόδων που προβλέπονται στο πρόγραμμα δραστηριοτήτων της, εκτός εάν η αρμόδια αρχή απαιτεί την προσαρμογή του προγράμματος δραστηριοτήτων της.

4.  Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, αναπτύσσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να διευκρινίσει περαιτέρω τα εξής:

α) τον υπολογισμό της απαίτησης τήρησης επιλέξιμου κεφαλαίου που ισοδυναμεί τουλάχιστον με το ένα τέταρτο των παγίων εξόδων του προηγούμενου έτους,

β) τις προϋποθέσεις για την προσαρμογή από μέρους των αρμόδιων αρχών της απαίτησης τήρησης επιλέξιμου κεφαλαίου που να ισοδυναμεί τουλάχιστον με το ένα τέταρτο των παγίων εξόδων του προηγούμενου έτους,

γ) τον υπολογισμό των προβλεπόμενων παγίων εξόδων σε περίπτωση επιχείρησης επενδύσεων που δεν έχει ασκήσει τις δραστηριότητές της κατά τη διάρκεια ενός ολόκληρου έτους.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή το αργότερο έως την 1η Μαρτίου 2014.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 98

Ίδια κεφάλαια για επιχειρήσεις επενδύσεων σε ενοποιημένη βάση

1.  Στην περίπτωση επιχειρήσεων επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 95 παράγραφος 1 και είναι μέλη ομάδας, εάν η εν λόγω ομάδα δεν περιλαμβάνει πιστωτικά ιδρύματα, μια μητρική επιχείρηση επενδύσεων σε ένα κράτος μέλος εφαρμόζει το άρθρο 92 σε ενοποιημένη βάση ως εξής:

α) χρησιμοποιώντας τον υπολογισμό του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο που ορίζεται στο άρθρο 95 παράγραφος 2,

β) τα ίδια κεφάλαια υπολογίζονται βάσει της ενοποιημένης κατάστασης της μητρικής επιχείρησης επενδύσεων ή τα ίδια κεφάλαια της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών, κατά περίπτωση.

2.  Στην περίπτωση επιχειρήσεων επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 96 παράγραφος 1 και είναι μέλη ομίλου, εάν ο εν λόγω όμιλος δεν περιλαμβάνει πιστωτικά ιδρύματα, η μητρική επιχείρηση επενδύσεων σε κράτος μέλος και η επιχείρηση επενδύσεων που ελέγχεται από χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εφαρμόζει το άρθρο 92 σε ενοποιημένη βάση ως εξής:

α) χρησιμοποιεί τον υπολογισμό του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο που ορίζεται στο άρθρο 96 παράγραφος 2,

β) χρησιμοποιεί τα ίδια κεφάλαια που υπολογίζονται βάσει της ενοποιημένης κατάστασης της μητρικής επιχείρησης επενδύσεων ή τα ίδια κεφάλαια της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών, κατά περίπτωση, και σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Υπολογισμός και απαιτήσεις υποβολής αναφορών

Άρθρο 99

Υποβολή αναφορών για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις και χρηματοοικονομική πληροφόρηση

1.  Η υποβολή αναφορών σχετικά με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο άρθρο 92 από τα ιδρύματα προς τις αρμόδιες αρχές πραγματοποιείται τουλάχιστον ανά εξάμηνο.

2.  Ιδρύματα που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 και πιστωτικά ιδρύματα, εκτός από τα αναφερόμενα στο άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού, που καταρτίζουν τους ενοποιημένους λογαριασμούς τους σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα που θεσπίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 6 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού, υποβάλλουν επίσης αναφορές σχετικά με χρηματοοικονομική πληροφόρηση.

3.  Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν από τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία εφαρμόζουν διεθνή λογιστικά πρότυπα κατά τα ισχύοντα δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 για την κοινοποίηση ιδίων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, να υποβάλλουν επίσης αναφορές σχετικά με χρηματοοικονομική πληροφόρηση όπως προβλέπεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

►C2  4.  Οι χρηματοοικονομικές πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 υποβάλλονται με τη μορφή ◄ αναφορών στο βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για να διαμορφωθεί ολοκληρωμένη εικόνα του προφίλ κινδύνου των δραστηριοτήτων ενός ιδρύματος καθώς και εικόνα των συστημικών κινδύνων που ενέχουν τα ιδρύματα για το χρηματοοικονομικό τομέα ή την πραγματική οικονομία σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

5.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τη διευκρίνιση των ενιαίων μορφοτύπων, συχνοτήτων, ημερομηνιών υποβολής αναφορών, ορισμών και λύσεων ΤΠ που πρέπει να εφαρμόζονται στην Ένωση για την υποβολή αναφορών των παραγράφων 1 έως 4.

Οι απαιτήσεις υποβολής αναφορών είναι ανάλογες με τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των ιδρυμάτων.

▼C1

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 28η Ιουλίου 2013.

▼B

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

6.  Εάν αρμόδια αρχή θεωρεί ότι οι απαιτούμενες βάσει της παραγράφου 2 χρηματοοικονομικές πληροφορίες είναι αναγκαίες για να διαμορφωθεί ολοκληρωμένη εικόνα του προφίλ κινδύνου των δραστηριοτήτων, καθώς και εικόνα των συστημικών κινδύνων για τον χρηματοοικονομικό τομέα ή την πραγματική οικονομία, που ενέχουν ιδρύματα εκτός από τα αναφερόμενα στις παραγράφους 2 και 3, που υπάγονται σε λογιστικό πλαίσιο βάσει της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ, η αρμόδια αρχή διαβουλεύεται με την ΕΑΤ σχετικά με την επέκταση και στα ιδρύματα αυτά των απαιτήσεων υποβολής αναφορών σχετικά με χρηματοοικονομικές πληροφορίες σε ενοποιημένη βάση, εφόσον δεν υποβάλλουν ήδη αναφορές σε αυτή τη βάση.

Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό των μορφοτύπων που πρέπει να χρησιμοποιούν τα ιδρύματα στα οποία οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επεκτείνουν τις απαιτήσεις υποβολής αναφορών σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.

▼C1

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 28η Ιουλίου 2013.

▼B

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

7.  Όταν μια αρμόδια αρχή εκτιμά ότι πληροφορίες που δεν καλύπτονται από τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 5 είναι αναγκαίες για τους σκοπούς της παραγράφου 4, ενημερώνει την ΕΑΤ και το ΕΣΣΚ σχετικά με τις πρόσθετες πληροφορίες που θεωρεί απαραίτητο να συμπεριληφθούν στα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 5.

Άρθρο 100

Συμπληρωματικές απαιτήσεις υποβολής αναφορών

Τα ιδρύματα υποβάλλουν αναφορές στις αρμόδιες αρχές σχετικά με το επίπεδο, τουλάχιστον συγκεντρωτικά, των συμφωνιών επαναγοράς, της δανειοδοσίας τίτλων και όλων των μορφών επιβάρυνσης των στοιχείων ενεργητικού τους.

Η ΕΑΤ συμπεριλαμβάνει τις πληροφορίες αυτές στα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα υποβολής αναφορών που αναφέρονται στο άρθρου 99 παράγραφος 5.

Άρθρο 101

Ειδικές υποχρεώσεις υποβολής αναφορών

1.  Τα ιδρύματα υποβάλλουν αναφορές ανά εξάμηνο σχετικά με τα ακόλουθα στοιχεία στις αρμόδιες αρχές για κάθε εθνική αγορά ακινήτων στην οποία έχουν ανοίγματα:

▼C2

α) τις ζημίες που προέρχονται από ανοίγματα για τα οποία ένα ίδρυμα έχει αναγνωρίσει ακίνητο κατοικίας ως εξασφάλιση, έως το χαμηλότερο μεταξύ του ενυπόθηκου ποσού και του 80 % της αγοραίας αξίας ή του 80 % της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου εκτός εάν αποφασιστεί διαφορετικά δυνάμει του άρθρου 124 παράγραφος 2,

▼B

β) τις συνολικές ζημίες από ανοίγματα για τα οποία ένα ίδρυμα έχει αναγνωρίσει ακίνητο κατοικίας ως εξασφάλιση, έως το τμήμα του ανοίγματος που θεωρείται ως πλήρως εξασφαλισμένο με ακίνητο κατοικίας σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 1,

γ) την αξία ανοίγματος όλων των εκκρεμών ανοιγμάτων για τα οποία ένα ίδρυμα έχει αναγνωρίσει ακίνητο κατοικίας ως εξασφάλιση, μόνον έως το τμήμα που θεωρείται ως πλήρως εξασφαλισμένο με ακίνητο κατοικίας σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 1,

δ) τις ζημίες που προέρχονται από ανοίγματα για τα οποία ένα ίδρυμα έχει αναγνωρίσει εμπορικό ακίνητο ως εξασφάλιση, έως το χαμηλότερο μεταξύ του ενυπόθηκου ποσού και του 50 % της αγοραίας αξίας ή του 60 % της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου εκτός εάν αποφασιστεί κάτι διαφορετικό δυνάμει του άρθρου 124 παράγραφος 2,

ε) τις συνολικές ζημίες από ανοίγματα για τα οποία ένα ίδρυμα έχει αναγνωρίσει εμπορικό ακίνητο ως εξασφάλιση, έως το τμήμα του ανοίγματος που θεωρείται ως πλήρως εξασφαλισμένο με εμπορικό ακίνητο σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 1,

στ) την αξία ανοίγματος όλων των εκκρεμών ανοιγμάτων για τα οποία ένα ίδρυμα έχει αναγνωρίσει εμπορικό ακίνητο ως εξασφάλιση, μόνον έως το τμήμα που θεωρείται ως πλήρως εξασφαλισμένο με εμπορικό ακίνητο σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 1.

2.  Τα δεδομένα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 υποβάλλονται ως αναφορές στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης του σχετικού ιδρύματος. Εφόσον ίδρυμα έχει υποκατάστημα σε άλλο κράτος μέλος, τα δεδομένα που αφορούν το εν λόγω υποκατάστημα υποβάλλονται επίσης ως αναφορές στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής. Τα δεδομένα υποβάλλονται επίσης ως αναφορές χωριστά για κάθε αγορά ακινήτων εντός της Ένωσης στην οποία έχει ανοίγματα το σχετικό ίδρυμα.

3.  Οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν ετησίως σε αθροιστική βάση τα δεδομένα που προσδιορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) έως στ), παράλληλα με δεδομένα ιστορικού, όπου υπάρχουν. Μια αρμόδια αρχή, κατόπιν αιτήσεως άλλης αρμόδιας αρχής κράτους μέλους ή της ΕΑΤ, παρέχει στην εν λόγω αρμόδια αρχή ή την ΕΑΤ περαιτέρω λεπτομερή στοιχεία σχετικά με την κατάσταση των αγορών ακινήτων κατοικίας ή εμπορικών ακινήτων στο εν λόγω κράτος μέλος.

4.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:

α) ενιαίους μορφοτύπους, ορισμούς, συχνότητες και ημερομηνίες υποβολής αναφορών καθώς και τις λύσεις ΤΠ, των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 1,

β) ενιαίους μορφοτύπους, ορισμούς, συχνότητες και ημερομηνίες κοινοποίησης, καθώς και λύσεις ΤΠ των αθροιστικών δεδομένων που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

▼C1

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 28η Ιουλίου 2013.

▼B

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Χαρτοφυλάκιο συναλλαγών

Άρθρο 102

Απαιτήσεις χαρτοφυλακίου συναλλαγών

1.  Οι θέσεις στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών είτε δεν υπόκεινται σε κανένα περιορισμό της εμπορευσιμότητάς τους είτε είναι επιδεκτικές αντιστάθμισης κινδύνου.

2.  Ο σκοπός διαπραγμάτευσης αποδεικνύεται με βάση στρατηγικές, πολιτικές και διαδικασίες τις οποίες το εκάστοτε ίδρυμα θεσπίζει με σκοπό τη διαχείριση της θέσης ή του χαρτοφυλακίου σύμφωνα με το άρθρο 103.

3.  Τα ιδρύματα θεσπίζουν και διατηρούν σε ισχύ συστήματα και ελέγχους για τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους, σύμφωνα με τα άρθρα 104 και 105.

4.  Τα ιδρύματα δύνανται να περιλαμβάνουν εσωτερικές αντισταθμίσεις κινδύνου στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο θέσης υπό την προϋπόθεση ότι η κατοχή τους έχει σκοπό διαπραγμάτευσης και ότι πληρούνται οι απαιτήσεις των άρθρων 103 έως 106.

Άρθρο 103

Διαχείριση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών

Κατά τη διαχείριση των θέσεων ή των ομάδων θέσεών του στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, το ίδρυμα συμμορφώνεται με όλες τις κατωτέρω απαιτήσεις:

α) το ίδρυμα πρέπει να διαθέτει σαφώς τεκμηριωμένη έγγραφη στρατηγική διαπραγμάτευσης για την εκάστοτε θέση/μέσο ή το χαρτοφυλάκιο, ►C3  η οποία να έχει εγκριθεί από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη και να περιλαμβάνει την αναμενόμενη περίοδο διακράτησης, ◄

β) το ίδρυμα πρέπει να διαθέτει σαφώς καθορισμένες πολιτικές και διαδικασίες για την ενεργό διαχείριση των θέσεων που συνομολογούνται σε μονάδα διαπραγμάτευσης. Οι ως άνω πολιτικές και διαδικασίες περιλαμβάνουν τα εξής:

i) σε ποια μονάδα διαπραγμάτευσης μπορεί να συνομολογηθεί κάθε θέση,

ii) υπάρχει καθορισμός ορίων θέσης και έλεγχος της καταλληλότητάς τους,

iii) οι διαπραγματευτές διαθέτουν αυτονομία για τη συνομολόγηση και τη διαχείριση των θέσεων εντός συμφωνημένων ορίων και βάσει της εγκριθείσας στρατηγικής,

►C3  iv) οι θέσεις γνωστοποιούνται στα ανώτερα διοικητικά στελέχη ως αναπόσπαστο στοιχείο ◄ της διαδικασίας διαχείρισης κινδύνων του ιδρύματος,

v) οι θέσεις αποτελούν αντικείμενο ενεργού παρακολούθησης σε συσχετισμό με πηγές πληροφόρησης για την αγορά και γίνεται εκτίμηση της εμπορευσιμότητας ή της ικανότητας αντιστάθμισης της θέσης ή των κινδύνων που τη συνιστούν, συμπεριλαμβανομένης της εκτίμησης της ποιότητας και της διαθεσιμότητας δεδομένων της αγοράς στη διαδικασία αποτίμησης, του ύψους των αριθμών συναλλαγών της αγοράς και του όγκου των θέσεων που αποτελούν αντικείμενο συναλλαγής στην αγορά,

vi) ενεργές διαδικασίες και έλεγχοι για την καταπολέμηση της απάτης,

γ) το ίδρυμα πρέπει να διαθέτει σαφώς καθορισμένες πολιτικές και διαδικασίες για την παρακολούθηση των θέσεων σε συνάρτηση με τη στρατηγική διαπραγμάτευσης του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης του όγκου και των θέσεων των οποίων η αρχικά σκοπούμενη περίοδος διακράτησης έχει υπερβεί.

Άρθρο 104

Συμπερίληψη στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών

1.  Τα ιδρύματα διαθέτουν σαφώς καθορισμένες πολιτικές και διαδικασίες για τον προσδιορισμό των θέσεων που πρέπει να περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών με σκοπό τον υπολογισμό των κεφαλαιακών τους απαιτήσεων, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 102 και με τον ορισμό του χαρτοφυλακίου συναλλαγών δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 86), λαμβανομένων υπόψη των δυνατοτήτων και πρακτικών του ιδρύματος για τη διαχείριση των κινδύνων. Η συμμόρφωση του ιδρύματος προς τις εν λόγω πολιτικές και διαδικασίες τεκμηριώνεται πλήρως και υπόκειται σε περιοδικό εσωτερικό έλεγχο.

2.  Τα ιδρύματα διαθέτουν σαφώς καθορισμένες πολιτικές και διαδικασίες για τη γενική διαχείριση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Οι εν λόγω πολιτικές και διαδικασίες διέπουν τουλάχιστον:

α) τις δραστηριότητες που το ίδρυμα θεωρεί ως διαπραγμάτευσης και ως μέρος του χαρτοφυλακίου συναλλαγών για λόγους απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων,

β) τον βαθμό στον οποίο μία θέση μπορεί να αποτιμάται στην τρέχουσα τιμή της αγοράς στο πλαίσιο μιας ενεργού και ρευστής αγοράς διπλής κατεύθυνσης,

γ) για τις θέσεις που αποτιμώνται βάσει υποδείγματος, τον βαθμό στον οποίο μπορεί το ίδρυμα:

i) να εντοπίζει όλους τους σημαντικούς κινδύνους της θέσης,

ii) να αντισταθμίζει όλους τους σημαντικούς κινδύνους της θέσης με μέσα ως προς τα οποία υπάρχει ενεργός και ρευστή αγορά διπλής κατεύθυνσης,

iii) να πραγματοποιεί αξιόπιστες εκτιμήσεις για τα βασικά συμπεράσματα και παραμέτρους που χρησιμοποιούνται στο υπόδειγμα,

δ) τον βαθμό στον οποίο το ίδρυμα μπορεί, και υποχρεούται, να πραγματοποιεί αποτιμήσεις για τις θέσεις, οι οποίες αποτιμήσεις μπορούν να επικυρώνονται εξωτερικά με συνεπή τρόπο,

ε) τον βαθμό στον οποίο οι νομικοί περιορισμοί ή άλλες λειτουργικές απαιτήσεις θα παρεμπόδιζαν τη δυνατότητα του ιδρύματος να επιτύχει τη ρευστοποίηση ή αντιστάθμιση της θέσης σε βραχυπρόθεσμη βάση,

στ) τον βαθμό στον οποίο το ίδρυμα μπορεί, και υποχρεούται, να διαχειρίζεται ενεργά τους κινδύνους της θέσης στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων διαπραγμάτεύσης του,

ζ) τον βαθμό στον οποίο το ίδρυμα μπορεί να μεταφέρει κινδύνους ή θέσεις μεταξύ του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και τα κριτήρια για τις μεταφορές αυτές.

Άρθρο 105

Απαιτήσεις συνετής αποτίμησης

1.  Όλες οι θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών υπόκεινται στα πρότυπα συνετής αποτίμησης που ορίζονται στο παρόν άρθρο. Συγκεκριμένα, τα ιδρύματα διασφαλίζουν ότι η συνετή αποτίμηση των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους επιτυγχάνει ικανοποιητικό βαθμό βεβαιότητας με γνώμονα τον δυναμικό χαρακτήρα των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, τις απαιτήσεις της συνετής αποτίμησης και τον τρόπο εφαρμογής και τον σκοπό των κεφαλαιακών απαιτήσεων όσον αφορά τις θέσεις χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

2.  Τα ιδρύματα συγκροτούν και διατηρούν σε ισχύ συστήματα και ελέγχους που να επαρκούν για την παροχή συνετών και αξιόπιστων εκτιμήσεων αποτίμησης. Τα εν λόγω συστήματα και οι έλεγχοι περιλαμβάνουν οπωσδήποτε τα ακόλουθα στοιχεία:

α) τεκμηριωμένες έγγραφες πολιτικές και διαδικασίες για τη μέθοδο αποτίμησης, συμπεριλαμβανομένου του σαφή καθορισμού των ευθυνών στους διάφορους τομείς που έχουν εμπλέκονται για τον καθορισμό της αποτίμησης, τις πηγές πληροφόρησης για την αγορά και την εξέταση της καταλληλότητάς τους, τις κατευθυντήριες γραμμές για τη χρήση μη παρατηρήσημων στοιχείων που αντικατοπτρίζουν τις παραδοχές του ιδρύματος όσον αφορά τα στοιχεία που θα χρησιμοποιήσουν οι συμμετέχοντες στην αγορά για την αποτίμηση της θέσης, τη συχνότητα ανεξάρτητων αποτιμήσεων, τις χρονικές παραμέτρους των τιμών κλεισίματος, διαδικασίες για την προσαρμογή αποτιμήσεων και διαδικασίες επαλήθευσης, τόσο στη λήξη μήνα όσο και μεμονωμένου χαρακτήρα,

▼C2

β) σαφείς και ανεξάρτητους από τη μονάδα διαπραγμάτευσης διαύλους αναφοράς για το τμήμα που είναι υπόλογο για τη διαδικασία αποτίμησης, οι οποίοι θα καταλήγουν τελικά στο διοικητικό όργανο.

▼C2

▼B

3.  Τα ιδρύματα ανατιμούν τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους τουλάχιστον άπαξ ημερησίως.

4.  Τα ιδρύματα αποτιμούν τις θέσεις τους με τιμές αγοράς όποτε είναι δυνατό, ακόμα και όταν εφαρμόζεται η κεφαλαιακή αντιμετώπιση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

5.  Κατά την καθημερινή αποτίμηση χρησιμοποιείται την πλέον συντηρητική μεταξύ της τιμή αγοράς και της τιμή πώλησης εκτός εάν το ίδρυμα μπορεί να εκκαθαρίσει τη θέση στη μέση τιμή της αγοράς. Όταν τα ιδρύματα κάνουν χρήση αυτής της παρέκκλισης, ενημερώνουν ανά εξάμηνο τις αρμόδιες αρχές τους για τις σχετικές θέσεις και παρέχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι μπορούν να εκκαθαρίσουν τη θέση στη μέση τιμή της αγοράς.

6.  Όταν δεν είναι δυνατή η αποτίμηση με αγοραίες τιμές, τα ιδρύματα αποτιμούν συντηρητικά βάσει υποδείγματος τις θέσεις και τα χαρτοφυλάκιά τους, ακόμα και όταν υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για θέσεις στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών.

7.  Τα ιδρύματα συμμορφώνονται με τις ακόλουθες απαιτήσεις κατά την αποτίμηση βάσει υποδείγματος:

►C3  α) τα ανώτερα διοικητικά στελέχη γνωρίζουν τα στοιχεία ◄ του χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή άλλων θέσεων εύλογης αξίας που υπόκεινται σε αποτίμηση βάσει υποδείγματος και αντιλαμβάνονται το βαθμό αβεβαιότητας που ως εκ τούτου προκύπτει για τη γνωστοποίηση του κινδύνου ή της απόδοσης της εκάστοτε επιχειρηματικής δράσης,

β) τα ιδρύματα αντλούν τα δεδομένα αγοράς στο μέτρο του δυνατού με γνώμονα τις αγοραίες τιμές, ενώ η καταλληλότητα των δεδομένων αγοράς της εκάστοτε αποτιμώμενης θέσης και οι παράμετροι του υποδείγματος υποβάλλονται σε τακτική αξιολόγηση,

γ) οσάκις είναι διαθέσιμες, χρησιμοποιούνται μεθοδολογίες αποτίμησης οι οποίες αποτελούν αποδεκτή πρακτική στην αγορά για συγκεκριμένα χρηματοοικονομικά μέσα ή βασικά εμπορεύματα,

δ) όταν το υπόδειγμα αναπτύσσεται από το ίδιο το ίδρυμα, πρέπει να στηρίζεται σε κατάλληλες παραδοχές οι οποίες έχουν αξιολογηθεί και ελεγχθεί από πρόσωπα με κατάλληλη κατάρτιση που είναι ανεξάρτητα με τη διαδικασία ανάπτυξης του υποδείγματος,

ε) τα ιδρύματα διαθέτουν τυπικές διαδικασίες ελέγχου των αλλαγών και φυλάσσουν ασφαλές αντίγραφο του υποδείγματος, το οποίο χρησιμοποιείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα για τον έλεγχο των αποτιμήσεων,

στ) οι υπεύθυνοι για τη διαχείριση κινδύνων γνωρίζουν τις αδυναμίες των χρησιμοποιούμενων υποδειγμάτων, καθώς και τον ενδεδειγμένο τρόπο για την αποτύπωσή τους στα πορίσματα των αποτιμήσεων, και

ζ) τα υποδείγματα των ιδρυμάτων υπόκεινται σε τακτική επανεξέταση προκειμένου να κριθεί η ακρίβεια των επιδόσεών τους, ώστε, μεταξύ άλλων, να αξιολογηθεί κατά πόσον οι παραδοχές εξακολουθούν να είναι κατάλληλες, να γίνει ανάλυση των κερδών και ζημιών σε αντιπαραβολή με τους παράγοντες κινδύνου και να συγκριθούν οι πραγματικές τιμές εκκαθάρισης με τις τιμές που προκύπτουν από το υπόδειγμα.

Για τους σκοπούς του στοιχείου δ), το υπόδειγμα αναπτύσσεται ή εγκρίνεται χωρίς την ανάμειξη της μονάδα διαπραγμάτευσης και η ορθότητά του ελέγχεται από ανεξάρτητο φορέα. Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει την επικύρωση των μαθηματικών υπολογισμών, των παραδοχών και του χρησιμοποιούμενου λογισμικού.

8.  Τα ιδρύματα διενεργούν ανεξάρτητη επαλήθευση των τιμών επιπλέον της καθημερινής αποτίμησης με τιμές αγοράς ή της αποτίμησης βάσει υποδείγματος. Η επαλήθευση των τιμών αγοράς και των δεδομένων που χρησιμοποιούνται για το υπόδειγμα διενεργείται από μονάδα ανεξάρτητη από πρόσωπα ή μονάδες που επωφελούνται από το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, τουλάχιστον σε μηνιαία βάση ή συχνότερα, αναλόγως του χαρακτήρα της αγοράς ή της δραστηριότητας διαπραγμάτευσης. Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν ανεξάρτητες πηγές για τις τιμές ή υπάρχουν μεν αλλά χαρακτηρίζονται από αυξημένη υποκειμενικότητα, ενδείκνυται ενδεχομένως η εφαρμογή μέτρων συντηρητικότητας, όπως είναι οι προσαρμογές αποτίμησης.

9.  Τα ιδρύματα διαμορφώνουν και διατηρούν σε ισχύ διαδικασίες που επιτρέπουν τις προσαρμογές αποτίμησης.

10.  Τα ιδρύματα διερευνούν τυπικά τις κατωτέρω προσαρμογές αποτίμησης: μη δεδουλευμένα πιστωτικά περιθώρια, έξοδα εκκαθάρισης, λειτουργικούς κινδύνους, αβεβαιότητα αγοραίας τιμής, πρόωρη λήξη, επενδυτικά έξοδα και έξοδα χρηματοδότησης, μελλοντικά διοικητικά έξοδα και, εφόσον ισχύει, κίνδυνο υποδείγματος.

11.  Τα ιδρύματα υιοθετούν και διατηρούν διαδικασίες για τον υπολογισμό της προσαρμογής στην τρέχουσα αποτίμηση θέσεων μειωμένης ρευστότητας, οι οποίες είναι δυνατόν να προκύψουν τόσο από γεγονότα της αγοράς όσο και από καταστάσεις που αφορούν το ίδρυμα, λ.χ. συγκεντρωμένες θέσεις ή/και θέσεις η αρχικά σκοπούμενη περίοδος διακράτησης των οποίων έχει υπερβεί. Τα ιδρύματα, εφόσον απαιτείται, πραγματοποιούν τις εν λόγω προσαρμογές επιπρόσθετα τυχόν μεταβολών στην αξία της θέσης που απαιτούνται για σκοπούς χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, και σχεδιάζουν τις σχετικές προσαρμογές έτσι ώστε να αντικατοπτρίζουν την έλλειψη ρευστότητας της θέσης. Βάσει των εν λόγω διαδικασιών, όταν ένα ίδρυμα εξετάζει κατά πόσον είναι απαραίτητη η προσαρμογή αποτίμησης για θέσεις μειωμένης ρευστότητας, συνεκτιμά διάφορους παράγοντες, στους οποίους συγκαταλέγονται οι εξής:

α) το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την αντιστάθμιση της θέσης ή των κινδύνων που περικλείει η θέση,

β) η μεταβλητότητα και ο μέσος όρος των αποκλίσεων μεταξύ τιμής αγοράς και τιμής πώλησης,

γ) η διαθεσιμότητα παρεχόμενων τιμών αγοράς (πλήθος και ταυτότητα των ειδικών διαπραγματευτών) και η μεταβλητότητα και ο μέσος όρος των όγκων συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένων των όγκων συναλλαγών κατά τη διάρκεια περιόδων ακραίων συνθηκών της αγοράς,

δ) οι συγκεντρώσεις στην αγορά,

ε) η χρονολογική ωρίμανση των θέσεων,

στ) ο βαθμός στον οποίο η αποτίμηση βασίζεται σε υπόδειγμα αποτίμησης,

ζ) η επίπτωση άλλων κινδύνων που σχετίζονται με το υπόδειγμα.

12.  Όταν ένα ίδρυμα χρησιμοποιεί αποτιμήσεις τρίτων ή αποτιμήσεις βάσει υποδείγματος, πρέπει να εξετάζει τη σκοπιμότητα προσαρμογής αποτίμησης. Επιπλέον, τα ιδρύματα εξετάζουν την αναγκαιότητα θέσπισης προσαρμογών για θέσεις μειωμένης ρευστότητας και ελέγχουν συνεχώς την καταλληλότητά τους. Τα ιδρύματα αξιολογούν συγκεκριμένα την ανάγκη για προσαρμογές αποτίμησης σχετικά με την αβεβαιότητα των παραμέτρων των δεδομένων που χρησιμοποιούνται από τα υποδείγματα.

13.  Όσον αφορά πολύπλοκα προϊόντα, τα οποία περιλαμβάνουν ανοίγματα τιτλοποίησης και πιστωτικά παράγωγα νιοστής αθέτησης, τα ιδρύματα αξιολογούν συγκεκριμένα την ανάγκη για προσαρμογές αποτίμησης προκειμένου να αντικατοπτριστούν ο κίνδυνος υποδείγματος που συνδέεται με τη χρήση ενδεχομένως εσφαλμένης μεθόδου αποτίμησης και ο κίνδυνος υποδείγματος που συνδέεται με τη χρήση στο υπόδειγμα αποτίμησης παραμέτρων βαθμονόμησης μη δυναμένων να παρατηρηθούν (και ενδεχομένως εσφαλμένων).

14.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό των όρων σύμφωνα με τους οποίους ισχύουν οι απαιτήσεις του άρθρου 105 για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

▼C1

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 28η Ιουλίου 2013.

▼B

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 106

Εσωτερικές αντισταθμίσεις κινδύνου

1.  Συγκεκριμένα, μια εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου πληροί τις κατωτέρω απαιτήσεις:

α) δεν έχει ως αρχικό στόχο την αποφυγή ή τη μείωση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων,

β) είναι δεόντως και εγγράφως τεκμηριωμένη και υπόκειται σε ειδικές εσωτερικές διαδικασίες έγκρισης και ελέγχου,

γ) διενεργείται υπό τους όρους που ισχύουν στην αγορά,

δ) ο κίνδυνος αγοράς που δημιουργείται από την εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου αποτελεί αντικείμενο δυναμικής διαχείρισης στο πλαίσιο του χαρτοφυλακίου συναλλαγών εντός των επιτρεπόμενων ορίων,

▼C2

ε) παρακολουθείται προσεκτικά σύμφωνα με επαρκείς διαδικασίες.

▼C2

▼B

2.  Οι απαιτήσεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των απαιτήσεων που ισχύουν για την αντισταθμισμένη θέση εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

3.  Κατά παρέκκλιση των παραγράφων 1 και 2, όταν ένα ίδρυμα αντισταθμίζει ένα άνοιγμα σε πιστωτικό κίνδυνο εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή σε κίνδυνο αντισυμβαλλομένου με ένα πιστωτικό παράγωγο που περιλαμβάνεται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του με εσωτερική αντιστάθμιση, το άνοιγμα εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή στον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου δεν θεωρείται ότι έχει αντισταθμιστεί για τους σκοπούς του υπολογισμού των ποσών των σταθμισμένων ανοιγμάτων ως προς τον κίνδυνο, εκτός εάν το ίδρυμα αγοράσει από τρίτο, ο οποίος είναι επιλέξιμος πάροχος πιστωτικής προστασίας, ένα πιστωτικό παράγωγο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Με την επιφύλαξη του άρθρου 299 παράγραφος 2 στοιχείο η), όταν παρόμοια πιστωτική προστασία αγοράζεται από τρίτους και αναγνωρίζεται ως αντιστάθμιση ανοίγματος εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών για τους σκοπούς του υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων, ούτε η εσωτερική ούτε η εξωτερική αντιστάθμιση με πιστωτικό παράγωγο δεν περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών για τους σκοπούς του υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων.



ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ

ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΚΙΝΔΥΝΟ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Γενικές αρχές

Άρθρο 107

Μέθοδοι όσον αφορά τον πιστωτικό κίνδυνο

1.  Τα ιδρύματα εφαρμόζουν είτε την τυποποιημένη προσέγγιση που προβλέπεται στο κεφάλαιο 2 είτε, εφόσον το επιτρέπουν οι αρμόδιες αρχές βάσει του άρθρου 143, την προσέγγιση εσωτερικών διαβαθμίσεων (IRΒ) που προβλέπεται στο κεφάλαιο 3 προκειμένου να υπολογίσουν τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων τους για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχεία α) και στ).

2.  Για τα ανοίγματα διαπραγμάτευσης και για τις εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης έναντι κεντρικού αντισυμβαλλομένου, τα ιδρύματα εφαρμόζουν την αντιμετώπιση που ορίζεται στο κεφάλαιο 6 τμήμα 9 προκειμένου να υπολογίσουν τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων τους για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχεία α) και στ). Για όλα τα άλλα είδη ανοίγματος έναντι κεντρικού αντισυμβαλλομένου, τα ιδρύματα αντιμετωπίζουν τα εν λόγω ανοίγματα ως εξής:

α) ως ανοίγματα έναντι ιδρύματος για άλλα είδη ανοίγματος έναντι επιλέξιμου κεντρικού αντισυμβαλλομένου,

β) ως ανοίγματα έναντι επιχείρησης για άλλα είδη ανοίγματος έναντι μη επιλέξιμου κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

3.  Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, τα ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων επενδύσεων τρίτων χωρών και τα ανοίγματα έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων τρίτων χωρών και τα ανοίγματα έναντι οίκων διακανονισμού και χρηματιστηρίων τρίτων χωρών αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι ιδρύματος μόνο εάν η τρίτη χώρα εφαρμόζει προληπτικές εποπτικές και ρυθμιστικές απαιτήσεις στην εν λόγω οντότητα οι οποίες είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που ισχύουν στην Ένωση.

4.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 3, η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων και με την επιφύλαξη της διαδικασίας εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 464 παράγραφος 2, απόφαση σχετικά με την εφαρμογή ή όχι από τρίτη χώρα εποπτικών και ρυθμιστικών απαιτήσεων τουλάχιστον ισοδύναμων με εκείνες που ισχύουν στην Ένωση. Ελλείψει τέτοιας απόφασης, έως την 1η Ιανουαρίου 2015, τα ιδρύματα μπορούν να συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν ανοίγματα έναντι των οντοτήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 ως ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικές αρμόδιες αρχές είχαν εγκρίνει την τρίτη χώρα ως επιλέξιμη για τη σχετική αντιμετώπιση πριν από την 1η Ιανουαρίου 2014.

Άρθρο 108

Χρήση των τεχνικών μείωσης πιστωτικού κινδύνου δυνάμει της τυποποιημένης προσέγγισης και της προσέγγισης εσωτερικών διαβαθμίσεων (IRB)

1.  Για ανοίγματα στα οποία ένα ίδρυμα εφαρμόζει την τυποποιημένη προσέγγιση δυνάμει του Κεφαλαίου 2 ή την προσέγγιση εσωτερικών διαβαθμίσεων (IRB) δυνάμει του Κεφαλαίου 3 αλλά δεν χρησιμοποιεί εσωτερικές εκτιμήσεις για τον υπολογισμό της ποσοστιαίας ζημιάς σε περίπτωση αθέτησης (LGD) και των συντελεστών μετατροπής δυνάμει του άρθρου 151, το ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιήσει τις τεχνικές μείωσης του πιστωτικού κινδύνου σύμφωνα με το Κεφάλαιο 4 στον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων για τους σκοπούς των στοιχείων α) και στ) του άρθρου 92 παράγραφος 3 ή, ως σχετικές αναμενόμενες ζημίες για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στο στοιχείο δ) του άρθρου 36 παράγραφος 1 και στο στοιχείο γ) του άρθρου 62.

2.  Για ανοίγματα στα οποία ένα ίδρυμα εφαρμόζει την προσέγγιση IRB χρησιμοποιώντας εσωτερικές εκτιμήσεις για LGD και συντελεστές μετατροπής δυνάμει του άρθρου 151, το ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιήσει τις τεχνικές μείωσης του πιστωτικού κινδύνου σύμφωνα με το κεφάλαιο 3.

▼M5

Άρθρο 109

Αντιμετώπιση των θέσεων τιτλοποίησης

Τα ιδρύματα υπολογίζουν το ποσό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ανοίγματος για θέση που κατέχουν σε τιτλοποίηση σύμφωνα με το κεφάλαιο 5.

▼B

Άρθρο 110

Αντιμετώπιση των γενικών προσαρμογών πιστωτικού κινδύνου

1.  Τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την τυποποιημένη προσέγγιση αντιμετωπίζουν τις γενικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου (credit risk adjustments) σύμφωνα με το άρθρο 62 στοιχείο γ).

2.  Τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την προσέγγιση IRB αντιμετωπίζουν τις γενικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 159, το άρθρο 62 στοιχείο δ) και το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο δ).

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και των κεφαλαίων 2 και 3, από τις γενικές και ειδικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου εξαιρούνται τα κεφάλαια για γενικούς τραπεζικούς κινδύνους.

3.  Τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν την προσέγγιση IRB και εφαρμόζουν την τυποποιημένη προσέγγιση για μέρος των ανοιγμάτων τους σε ενοποιημένη ή ατομική βάση, σύμφωνα με τα άρθρα 148 και 150 προσδιορίζουν το μέρος της γενικής προσαρμογής πιστωτικού κινδύνου που υπάγεται στην αντιμετώπιση της γενικής προσαρμογής πιστωτικού κινδύνου δυνάμει της τυποποιημένης προσέγγισης και το μέρος που υπάγεται στην αντιμετώπιση της γενικής προσαρμογής πιστωτικού κινδύνου δυνάμει της προσέγγισης IRB ως εξής:

α) ανάλογα με την περίπτωση, αν ένα ίδρυμα που συμπεριλαμβάνεται στην ενοποίηση εφαρμόζει αποκλειστικά την προσέγγιση IRB, οι γενικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου του εν λόγω ιδρύματος υπάγονται στην αντιμετώπιση που ορίζεται στην παράγραφο 2,

β) ανάλογα με την περίπτωση, αν ένα ίδρυμα που συμπεριλαμβάνεται στην ενοποίηση εφαρμόζει αποκλειστικά την τυποποιημένη προσέγγιση, οι γενικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου του εν λόγω ιδρύματος υπάγονται στην αντιμετώπιση που ορίζεται στην παράγραφο 1,

γ) Το υπόλοιπο μέρος της προσαρμογής πιστωτικού κινδύνου προσδιορίζεται κατ’ αναλογία σύμφωνα με το μέρος των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων που υπόκεινται στην τυποποιημένη προσέγγιση και αυτών που υπόκεινται στην προσέγγιση IRB αντίστοιχα.

4.  H ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τον υπολογισμό των ειδικών και γενικών προσαρμογών πιστωτικού κινδύνου δυνάμει του εφαρμοστέου λογιστικού πλαισίου για τα κατωτέρω:

α) αξία ανοίγματος βάσει της τυποποιημένης προσέγγισης που αναφέρεται στο άρθρο 111,

β) αξία ανοίγματος βάσει της προσέγγισης IRB που αναφέρεται στα άρθρα 166 έως 168,

γ) αντιμετώπιση των ποσών αναμενόμενης ζημίας που αναφέρονται στο άρθρο 159,

δ) αξία ανοίγματος για τον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για θέση τιτλοποίησης που αναφέρεται στα άρθρα 246 και 266,

ε) προσδιορισμός της αθέτησης δυνάμει του άρθρου 178.

▼C1

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 28η Ιουλίου 2013.

▼B

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Τυποποιημένη μέθοδος



Τμήμα 1

Γενικές αρχές

Άρθρο 111

Αξία ανοίγματος

1.  Η αξία ανοίγματος ενός στοιχείου ενεργητικού ισούται με τη λογιστική αξία που απομένει μετά την εφαρμογή ειδικών προσαρμογών πιστωτικού κινδύνου, πρόσθετων προσαρμογών αξίας σύμφωνα με τα άρθρα 34 και 110 και άλλων αφαιρέσεων στοιχείων ιδίων κεφαλαίων που σχετίζονται με το στοιχείο ενεργητικού στο οποίο έχουν εφαρμοστεί. Η αξία ανοίγματος ενός στοιχείου εκτός ισολογισμού που περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι ισούται με το ακόλουθο ποσοστό της ονομαστικής αξίας του, κατόπιν αφαιρέσεως ειδικών προσαρμογών πιστωτικού κινδύνου:

α) 100 % αν πρόκειται για στοιχείο πλήρους κινδύνου,

β) 50 % εάν πρόκειται για στοιχείο μέτριου κινδύνου,

γ) 20 % εάν πρόκειται για στοιχείο κινδύνου μέτριου προς χαμηλό,

δ) 0 % εάν πρόκειται για στοιχείο χαμηλού κινδύνου.

Τα εκτός ισολογισμού στοιχεία που αναφέρονται στη δεύτερη πρόταση του πρώτου εδαφίου κατατάσσονται σε κατηγορίες κινδύνου βάσει του παραρτήματος Ι.

Όταν ένα ίδρυμα χρησιμοποιεί την αναλυτική μέθοδο χρηματοοικονομικών εξασφαλίσεων δυνάμει του άρθρου 223, η αξία ανοίγματος των τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων που πωλούνται, παρέχονται ως εξασφάλιση ή ως δάνειο στο πλαίσιο μιας πράξης επαναγοράς ή μιας πράξης δανειοδοσίας/δανειοληψίας τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων και πράξεων δανεισμού περιθωρίου προσαυξάνεται κατά το ποσό της προσαρμογής μεταβλητότητας που αναλογεί σε τέτοιου είδους τίτλους ή βασικά εμπορεύματα, σύμφωνα με τα όσα ορίζουν τα άρθρα 223 έως 225.

2.  Η αξία ανοίγματος ενός παράγωγου μέσου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ προσδιορίζεται σύμφωνα με το κεφάλαιο 6 λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα συμβάσεων ανανέωσης και άλλων συμψηφιστικών συμφωνιών για τους σκοπούς των εν λόγω μεθόδων σύμφωνα με το κεφάλαιο 6. Η αξία ανοίγματος των πράξεων επαναγοράς, των συναλλαγών δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή εμπορευμάτων, των πράξεων με μακρά προθεσμία διακανονισμού και των πράξεων δανεισμού περιθωρίου μπορεί να προσδιορίζεται είτε σύμφωνα με το κεφάλαιο 6 είτε σύμφωνα με το κεφάλαιο 4.

3.  Όταν ένα άνοιγμα έχει χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία, η αξία ανοίγματος που αποδίδεται στο υπόψη στοιχείο μπορεί να τροποποιηθεί σύμφωνα με το κεφάλαιο 4.

Άρθρο 112

Κατηγορίες ανοιγμάτων

Κάθε άνοιγμα κατατάσσεται σε μια από τις ακόλουθες κατηγορίες:

α) ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων ή κεντρικών τραπεζών,

β) ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών,

γ) ανοίγματα έναντι οντοτήτων του δημόσιου τομέα,

δ) ανοίγματα έναντι πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης,

ε) ανοίγματα έναντι διεθνών οργανισμών,

στ) ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων,

ζ) ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων,

η) ανοίγματα λιανικής τραπεζικής,

θ) ανοίγματα που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακίνητης περιουσίας,

ι) ανοίγματα σε αθέτηση,

ια) ανοίγματα που σχετίζονται με ιδιαίτερα υψηλούς κινδύνους,

ιβ) ανοίγματα υπό τη μορφή καλυμμένων ομολόγων,

ιγ) στοιχεία που αντιστοιχούν σε θέσεις τιτλοποίησης,

ιδ) ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων και επιχειρήσεων με βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση,

ιε) ανοίγματα υπό μορφή μεριδίων ή μετοχών σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων (ΟΣΕ),

ιστ) ανοίγματα σε μετοχές,

ιζ) άλλα στοιχεία.

Άρθρο 113

Υπολογισμός των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων

1.  Για τον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων, εφαρμόζονται συντελεστές στάθμισης κινδύνου σε όλα τα ανοίγματα εκτός εάν αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια, σύμφωνα με τις διατάξεις της ενότητας 2. Η εφαρμογή των συντελεστών στάθμισης κινδύνου πραγματοποιείται βάσει της κατηγορίας στην οποία υπάγεται το άνοιγμα και της πιστωτικής ποιότητάς του, στο μέτρο που ορίζει το τμήμα 2. Η πιστωτική ποιότητα είναι δυνατόν να προσδιορίζεται με βάση τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις που πραγματοποιούνται από ΕΟΠΑ ή τη διαβάθμιση από οργανισμούς εξαγωγικών πιστώσεων σύμφωνα με το τμήμα 3.

2.  Για τους σκοπούς της εφαρμογής ενός συντελεστή στάθμισης κινδύνου, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στην παράγραφο 1, η αξία ανοίγματος πολλαπλασιάζεται με τον εκάστοτε συντελεστή στάθμισης κινδύνου που καθορίζεται ή προσδιορίζεται σύμφωνα με το τμήμα 2.

3.  Όταν ένα άνοιγμα υπόκειται σε πιστωτική προστασία, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που αποδίδεται στο υπόψη στοιχείο είναι δυνατόν να τροποποιηθεί σύμφωνα με το κεφάλαιο 4.

4.  Τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για τιτλοποίηση υπολογίζονται σύμφωνα με το κεφάλαιο 5.

5.  Στα ανοίγματα για τα οποία δεν προβλέπεται υπολογισμός δυνάμει του τμήματος 2 εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 100 %.

6.  Με εξαίρεση τα ανοίγματα που οδηγούν σε κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1 ή της κατηγορίας 2, ένα ίδρυμα δύναται, με την επιφύλαξη της προηγούμενης έγκρισης από τις αρμόδιες αρχές, να αποφασίσει να μην εφαρμόσει τις απαιτήσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου στα ανοίγματά του έναντι αντισυμβαλλόμενου που αποτελεί τη μητρική του επιχείρηση, δική του θυγατρική ή θυγατρική της μητρικής του επιχείρησης ή επιχείρηση που συνδέεται με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 12 παράγραφος 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ. Οι αρμόδιες αρχές είναι εξουσιοδοτημένες να χορηγούν τη σχετική έγκριση εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

▼C2

α) ο αντισυμβαλλόμενος είναι ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών που υπόκεινται σε καθεστώς προληπτικής εποπτείας,

▼B

β) ο αντισυμβαλλόμενος ενοποιείται με το ίδρυμα με τη μέθοδο της ολικής ενοποίησης,

γ) ο αντισυμβαλλόμενος υπόκειται στις ίδιες διαδικασίες αξιολόγησης, μέτρησης και ελέγχου κινδύνων με το ίδρυμα,

δ) ο αντισυμβαλλόμενος είναι εγκατεστημένος στο ίδιο κράτος μέλος με το ίδρυμα,

ε) δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων προς το ίδρυμα.

Εάν το ίδρυμα, δυνάμει της παρούσας παραγράφου, έχει εξουσιοδοτηθεί να μην εφαρμόσει τις απαιτήσεις της παραγράφου 1, μπορεί να λαμβάνει συντελεστή στάθμισης κινδύνου 0 %.

7.  Με εξαίρεση τα ανοίγματα που οδηγούν σε κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2, τα ιδρύματα δύνανται, εφόσον λάβουν προηγουμένως την άδεια των αρμόδιων αρχών, να μην εφαρμόσουν τις απαιτήσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου στα ανοίγματα έναντι αντισυμβαλλομένων με τους οποίους έχουν συμφωνήσει θεσμικό σύστημα προστασίας δηλαδή συμβατική ή θεσμική ρύθμιση ευθύνης που προστατεύει τα εν λόγω ιδρύματα και εξασφαλίζει ιδιαίτερα τη ρευστότητα και τη φερεγγυότητά τους, προκειμένου να αποφεύγεται η χρεοκοπία όταν είναι αναγκαίο. Οι αρμόδιες αρχές είναι εξουσιοδοτημένες να χορηγούν τη σχετική άδεια εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) πληρούνται οι απαιτήσεις που εκτίθενται στην παράγραφο 6 στοιχεία α), δ) και ε),

β) οι ρυθμίσεις εξασφαλίζουν ότι το θεσμικό σύστημα προστασίας είναι σε θέση να παρέχει την αναγκαία υποστήριξη βάσει των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει με πόρους που θα του διατίθενται έγκαιρα,

γ) το θεσμικό σύστημα προστασίας διαθέτει τα κατάλληλα και ομοιόμορφα διατυπωμένα συστήματα για τον έλεγχο και την κατάταξη του κινδύνου (που παρέχουν πλήρη εικόνα των καταστάσεων κινδύνου όλων των μεμονωμένων μελών και του θεσμικού συστήματος προστασίας στο σύνολό του) με αντίστοιχες δυνατότητες επηρεασμού· τα συστήματα αυτά ελέγχουν κατά το δέοντα τρόπο τα ανοίγματα σε αθέτηση σύμφωνα με το άρθρο 178 παράγραφος 1,

δ) το θεσμικό σύστημα προστασίας συντάσσει τη δική του έκθεση κατάστασης κινδύνου που κοινοποιείται στα μεμονωμένα μέλη,

ε) το θεσμικό σύστημα προστασίας συντάσσει και δημοσιεύει ετησίως είτε ενοποιημένη έκθεση που περιλαμβάνει τον ισολογισμό, τους λογαριασμούς εσόδων-εξόδων, την έκθεση της κατάστασης και την έκθεση της κατάστασης κινδύνου σχετικά με το θεσμικό σύστημα προστασίας στο σύνολό του είτε έκθεση που περιλαμβάνει το συνολικό ισολογισμό, τους συνολικούς λογαριασμούς εσόδων-εξόδων, την έκθεση της κατάστασης και την έκθεση της κατάστασης κινδύνου σχετικά με το θεσμικό σύστημα προστασίας στο σύνολό του,

στ) οι συμμετέχοντες στο θεσμικό σύστημα προστασίας υποχρεούνται να δώσουν προειδοποίηση τουλάχιστον 24 μηνών εάν επιθυμούν να αποχωρήσουν από το σύστημα,

ζ) εξαλείφεται η πολλαπλή χρήση στοιχείων επιλέξιμων για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων (εφεξής «πολλαπλός υπολογισμός») καθώς και οποιαδήποτε αθέμιτη δημιουργία ιδίων κεφαλαίων μεταξύ μελών του θεσμικού συστήματος προστασίας,

η) το θεσμικό σύστημα προστασίας βασίζεται στην ευρεία συμμετοχή πιστωτικών ιδρυμάτων με ως επί το πλείστον ομοιογενή επιχειρησιακή μορφή,

θ) η επάρκεια των συστημάτων που μνημονεύονται στα στοιχεία γ) και δ) πρέπει να εγκρίνεται και να παρακολουθείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα από τις αρμόδιες αρχές.

Εάν το ίδρυμα, δυνάμει της παρούσας παραγράφου, αποφασίσει να μην εφαρμόσει τις απαιτήσεις της παραγράφου 1, μπορεί να λαμβάνει συντελεστή στάθμισης κινδύνου 0 %.



Τμήμα 2

Συντελεστές Στάθμισης κινδύνου

Άρθρο 114

Ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών

1.  Στα ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 100 %, εκτός εάν εφαρμόζεται η αντιμετώπιση που ορίζεται στις παραγράφους 2 έως 7.

2.  Στα ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών που έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για το σκοπό αυτό ΕΟΠΑ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με τον πίνακα 1 που αντιστοιχεί στην πιστοληπτική αξιολόγηση του ΕΟΠΑ σύμφωνα με το άρθρο 136.



Πίνακας 1

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

1

2

3

4

5

6

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

0  %

20  %

50  %

100  %

100  %

150  %

3.  Στα ανοίγματα έναντι της ΕΚΤ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 0 %.

4.  Στα ανοίγματα έναντι των κεντρικών κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών που είναι εκπεφρασμένα και χρηματοδοτούμενα στο εθνικό νόμισμα της εν λόγω κεντρικής κυβέρνησης και της κεντρικής τράπεζας εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 0 %.

▼C2

▼C2

6.  Για τα ανοίγματα που αναφέρονται στο άρθρο 495 παράγραφος 2:

α) το 2018 ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται στην αξία των ανοιγμάτων ανέρχεται στο 20 % του συντελεστή στάθμισης κινδύνου που αφορά τα ανοίγματα αυτά σύμφωνα με την παράγραφο 2,

β) το 2019 ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται στην αξία των ανοιγμάτων ανέρχεται στο 50 % του συντελεστή στάθμισης κινδύνου που αφορά τα ανοίγματα αυτά σύμφωνα με την παράγραφο 2,

γ) από το 2020 και έπειτα ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται στην αξία των ανοιγμάτων ανέρχεται στο 100 % του συντελεστή στάθμισης κινδύνου που αφορά τα ανοίγματα αυτά σύμφωνα με την παράγραφο 2.

▼B

7.  Εάν οι αρμόδιες αρχές τρίτης χώρας με εποπτικές και κανονιστικές ρυθμίσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που ισχύουν στην Ένωση εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου χαμηλότερο από εκείνον που ορίζεται στα σημεία 1 έως 2 στα ανοίγματα έναντι της κεντρικής τους κυβέρνησης και της κεντρικής τους τράπεζας που είναι εκπεφρασμένα και χρηματοδοτούμενα στο εθνικό της νόμισμα, τα ιδρύματα δύνανται να σταθμίζουν τα ανοίγματα αυτά με τον ίδιο τρόπο.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων και με την επιφύλαξη της διαδικασίας εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 464 παράγραφος 2, απόφαση σχετικά με το αν μια τρίτη χώρα εφαρμόζει εποπτικές και κανονιστικές ρυθμίσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που ισχύουν στην Ένωση. Εάν δεν εκδοθεί μια τέτοια απόφαση, έως την 1η Ιανουαρίου 2015, τα ιδρύματα μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν την αντιμετώπιση που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο στα ανοίγματα έναντι κεντρικής κυβέρνησης ή κεντρικής τράπεζας τρίτης χώρας εάν οι σχετικές αρμόδιες αρχές είχαν εγκρίνει την εν λόγω τρίτη χώρα ως επιλέξιμη για τη σχετική αντιμετώπιση πριν από την 1η Ιανουαρίου 2014.

Άρθρο 115

Ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών

1.  Τα ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών σταθμίζονται ως ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων εκτός εάν αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων δυνάμει των παραγράφων 2 ή 4 ή σταθμίζονται με συντελεστή στάθμισης κινδύνου που αναφέρεται στην παράγραφο 5. Η προνομιακή αντιμετώπιση των βραχυπρόθεσμων ανοιγμάτων που αναφέρεται στο άρθρο 119 παράγραφος 2 και στο άρθρο 120 παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται.

2.  Τα ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης στη δικαιοδοσία της οποίας υπάγονται εάν δεν υπάρχει διαφορά κινδύνου μεταξύ αυτών των ανοιγμάτων λόγω των ειδικών εξουσιών άντλησης εσόδων αυτών των περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών και λόγω της ύπαρξης ειδικών θεσμικών ρυθμίσεων που περιορίζουν τον κίνδυνο αθέτησης των υποχρεώσεών τους.

Η ΕΑΤ τηρεί βάση δεδομένων, η οποία είναι διαθέσιμη στο κοινό, με όλες τις περιφερειακές κυβερνήσεις και τοπικές αρχές εντός της Ένωσης τα ανοίγματα έναντι των οποίων αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι των κεντρικών κυβερνήσεών τους από τις σχετικές αρμόδιες αρχές.

3.  Ανοίγματα έναντι εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων που έχουν συσταθεί υπό μορφή νομικού προσώπου βάσει νόμου, στο βαθμό που αυτές εισπράττουν φόρους βάσει νομοθεσίας που τους παρέχει το δικαίωμα να το πράττουν, θεωρούνται ως ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών. Σε αυτή, την περίπτωση, η παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται και, για τους σκοπούς του άρθρου 150 παράγραφος 1 στοιχείο α), η έγκριση για εφαρμογή της τυποποιημένης προσέγγισης δεν αποκλείεται.

4.  Εάν οι αρμόδιες αρχές τρίτης χώρας που εφαρμόζει εποπτικές και κανονιστικές ρυθμίσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που ισχύουν στην Ένωση αντιμετωπίζουν τα ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών ως ανοίγματα έναντι της κεντρικής τους κυβέρνησης και δεν υπάρχει διαφορά στον κίνδυνο μεταξύ των δύο ανοιγμάτων λόγω των ειδικών εξουσιών άντλησης εσόδων αυτών των περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών και λόγω της ύπαρξης ειδικών θεσμικών ρυθμίσεων που περιορίζουν τον κίνδυνο αθέτησης των υποχρεώσεών τους, τα ιδρύματα δύνανται να σταθμίζουν τα ανοίγματα έναντι των εν λόγω περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών με τον ίδιο τρόπο.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων και με την επιφύλαξη της διαδικασίας εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 464 παράγραφος 2, απόφαση σχετικά με το αν μια τρίτη χώρα εφαρμόζει εποπτικές και κανονιστικές ρυθμίσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που ισχύουν στην Ένωση. Εάν δεν εκδοθεί σχετική απόφαση, έως την 1η Ιανουαρίου 2015, τα ιδρύματα μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν την αντιμετώπιση που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο για την τρίτη χώρα εάν οι σχετικές αρμόδιες αρχές είχαν εγκρίνει την εν λόγω τρίτη χώρα ως επιλέξιμη για τη σχετική αντιμετώπιση πριν από την 1η Ιανουαρίου 2014.

5.  Τα ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών των κρατών μελών που δεν αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 4 και τα οποία είναι εκπεφρασμένα και χρηματοδοτούμενα στο εγχώριο νόμισμα της εν λόγω περιφερειακής κυβέρνησης και τοπικής αρχής σταθμίζονται με συντελεστή στάθμισης κινδύνου 20 %.

Άρθρο 116

Ανοίγματα έναντι οντοτήτων του δημόσιου τομέα

1.  Στα ανοίγματα έναντι οντοτήτων του δημόσιου τομέα για τα οποία δεν διατίθεται πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για το σκοπό αυτό ΕΟΠΑ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με τη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας στην οποία κατατάσσονται τα ανοίγματα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης στη δικαιοδοσία της οποίας εδρεύει η οντότητα του δημόσιου τομέα σύμφωνα με τον Πίνακα 2 κατωτέρω:



Πίνακας 2

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας στην οποία κατατάσσεται η κεντρική κυβέρνηση

1

2

3

4

5

6

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

20  %

50  %

100  %

100  %

100  %

150  %

Για τα ανοίγματα έναντι οντοτήτων του δημόσιου τομέα που εδρεύουν σε χώρες των οποίων η κεντρική κυβέρνηση δεν αποτελεί αντικείμενο διαβάθμισης, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου είναι 100 %.

2.  Τα ανοίγματα οντοτήτων του δημόσιου τομέα που έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για το σκοπό αυτό ΕΟΠΑ αντιμετωπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 120. Η προνομιακή αντιμετώπιση των βραχυπρόθεσμων ανοιγμάτων που αναφέρεται στο άρθρο 119 παράγραφος 2 και στο άρθρο 120 παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται στις εν λόγω οντότητες.

3.  Στα ανοίγματα έναντι οντοτήτων του δημόσιου τομέα με αρχική ληκτότητα τριών μηνών ή λιγότερο εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 20 %.

4.  Σε εξαιρετικές περιστάσεις, τα ανοίγματα έναντι οντοτήτων του δημόσιου τομέα μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης, περιφερειακής κυβέρνησης ή τοπικής αρχής στη δικαιοδοσία της οποίας εδρεύουν αυτές, εφόσον κατά την κρίση των αρμόδιων αρχών της δικαιοδοσίας αυτής δεν υπάρχει διαφορά κινδύνου μεταξύ αυτών και εκείνων των ανοιγμάτων, καθόσον τα πρώτα είναι δεόντως εγγυημένα από την κεντρική κυβέρνηση, την περιφερειακή κυβέρνηση ή την τοπική αρχή.

5.  Όταν οι αρμόδιες αρχές τρίτης χώρας με εποπτικές και κανονιστικές ρυθμίσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που ισχύουν στην Ένωση αντιμετωπίζουν τα ανοίγματα έναντι οντοτήτων του δημόσιου τομέα σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2, τα ιδρύματα μπορεί να σταθμίζουν με τον ίδιο τρόπο τα ανοίγματα έναντι αυτών των οντοτήτων του δημόσιου τομέα. Διαφορετικά τα ιδρύματα εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 100 %.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων και με την επιφύλαξη της διαδικασίας εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 464 παράγραφος 2, απόφαση σχετικά με το αν μια τρίτη χώρα εφαρμόζει εποπτικές και κανονιστικές ρυθμίσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που ισχύουν στην Ένωση. Εάν δεν εκδοθεί σχετική απόφαση, έως την 1η Ιανουαρίου 2015, τα ιδρύματα μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν την αντιμετώπιση που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο για την τρίτη χώρα εάν οι σχετικές αρμόδιες αρχές είχαν εγκρίνει την εν λόγω τρίτη χώρα ως επιλέξιμη για τη σχετική αντιμετώπιση πριν από την 1η Ιανουαρίου 2014.

Άρθρο 117

Ανοίγματα έναντι πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης

1.  Τα ανοίγματα έναντι πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης που δεν αναφέρονται στην παράγραφο 2 αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως τα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων. Η προνομιακή αντιμετώπιση των βραχυπρόθεσμων ανοιγμάτων που αναφέρεται στο άρθρο 119 παράγραφος 2, στο άρθρο 120 παράγραφος 2 και στο άρθρο 121 παράγραφος 3 δεν εφαρμόζεται.

Η Διαμερικανική Εταιρεία Επενδύσεων (Inter-American Investment Corporation), η Παρευξείνια Τράπεζα (Black Sea Trade and Development Bank), η Κεντροαμερικανική Τράπεζα Οικονομικής Ολοκλήρωσης (Central American Bank for Economic Integration) και η CAF-Αναπτυξιακή Τράπεζα της Λατινικής Αμερικής (CAF-Development Bank of Latin America) θεωρούνται πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης.

2.  Στα ανοίγματα έναντι των ακόλουθων πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 0 %:

α) Διεθνής Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης,

β) Διεθνής Εταιρεία Χρηματοδοτήσεων,

γ) Διαμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης,

δ) Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης,

ε) Αφρικανική Τράπεζα Ανάπτυξης,

στ) Τράπεζα Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης,

ζ) Σκανδιναβική Τράπεζα Επενδύσεων,

η) Τράπεζα Ανάπτυξης της Καραϊβικής,

θ) Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης,

ι) Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων,

ια) Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων,

ιβ) Πολυμερής Οργανισμός για την Εγγύηση των Επενδύσεων,

ιγ) Διεθνής Χρηματοδοτική Διευκόλυνση για Ανοσοποίηση,

ιδ) Ισλαμική Τράπεζα Ανάπτυξης.

3.  Στο τμήμα του εγγεγραμμένου και μη καταβεβλημένου κεφαλαίου του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 20 %.

Άρθρο 118

Ανοίγματα έναντι διεθνών οργανισμών

Στα ανοίγματα έναντι των ακόλουθων διεθνών οργανισμών εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 0 %:

α) Ένωση,

β) Διεθνές Νομισματικό Ταμείο,

γ) Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών,

δ) Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας,

ε) Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας,

στ) οποιοδήποτε διεθνές χρηματοδοτικό ίδρυμα που έχει συσταθεί από δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, με στόχο την κινητοποίηση της χρηματοδότησης και την παροχή χρηματοδοτικής συνδρομής προς όφελος των μελών του, τα οποία βιώνουν ή απειλούνται από σοβαρά προβλήματα χρηματοδότησης.

Άρθρο 119

Ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων

1.  Στα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων που έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για το σκοπό αυτό ΕΟΠΑ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης σύμφωνα με το άρθρο 120. Στα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων για τα οποία δεν διατίθεται πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για το σκοπό αυτό ΕΟΠΑ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης σύμφωνα με το άρθρο 121.

2.  Στα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων με εναπομένουσα ληκτότητα ίση ή μικρότερη των τριών μηνών που είναι εκπεφρασμένα και χρηματοδοτούμενα στο εθνικό νόμισμα του πιστούχου, εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου λιγότερο ευνοϊκός κατά μία κατηγορία από τον προνομιακό συντελεστή στάθμισης, όπως περιγράφεται στο άρθρο 109 παράγραφοι 4 ως 7, που εφαρμόζεται στα ανοίγματα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης στη δικαιοδοσία της οποίας εδρεύουν.

3.  Σε κανένα άνοιγμα με εναπομένουσα ληκτότητα μικρότερη ή ίση των τριών μηνών που είναι εκπεφρασμένο και χρηματοδοτούμενο στο εθνικό νόμισμα του πιστούχου δεν εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου χαμηλότερος του 20 %.

4.  Τα ανοίγματα έναντι ιδρύματος υπό μορφή ελάχιστων αποθεματικών που απιατούνται από την ΕΚΤ ή την κεντρική τράπεζα κράτους μέλους, μπορούν να σταθμίζονται ως ανοίγματα έναντι της κεντρικής τράπεζας του εν λόγω κράτους μέλους εφόσον:

α) τα αποθεματικά διατηρούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1745/2003 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 12ης Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση υποχρέωσης ελάχιστου αποθεματικού ( 11 ) ή σύμφωνα με εθνικές απαιτήσεις καθ’ όλα ισοδύναμες προς τον εν λόγω κανονισμό,

β) στην περίπτωση πτώχευσης ή αφερεγγυότητας του ιδρύματος το οποίο διατηρεί τα αποθεματικά, αυτά επιστρέφονται εγκαίρως και πλήρως στο ίδρυμα και δεν διατίθενται για την κάλυψη άλλων υποχρεώσεων του ιδρύματος.

5.  Τα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων του χρηματοπιστωτικού τομέα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται από τις αρμόδιες αρχές και τα οποία υπόκεινται σε απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας ισοδύναμες με εκείνες που εφαρμόζονται στα ιδρύματα όσον αφορά την ευρωστία, αντιμετωπίζονται όπως τα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων.

Άρθρο 120

Ανοίγματα έναντι διαβαθμισμένων ιδρυμάτων

1.  Στα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων με εναπομένουσα ληκτότητα μεγαλύτερη των τριών μηνών που έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για το σκοπό αυτό ΕΟΠΑ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με τον πίνακα 3 που αντιστοιχεί στην πιστοληπτική αξιολόγηση του ΕΟΠΑ σύμφωνα με το άρθρο 136.



Πίνακας 3

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

1

2

3

4

5

6

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

20  %

50  %

50  %

100  %

100  %

150  %

2.  Στα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων με εναπομένουσα ληκτότητα μικρότερη ή ίση των τριών μηνών που έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για το σκοπό αυτό ΕΟΠΑ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης σύμφωνα με τον πίνακα 4 που αντιστοιχεί στην πιστοληπτική αξιολόγηση του ΕΟΠΑ σύμφωνα με το άρθρο 136.



Πίνακας 4

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

1

2

3

4

5

6

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

20  %

20  %

20  %

50  %

50  %

150  %

3.  Η αλληλεπίδραση μεταξύ της αντιμετώπισης της βραχυπρόθεσμης πιστοληπτικής αξιολόγησης δυνάμει του άρθρου 131 και της γενικής προνομιακής αντιμετώπισης των βραχυπρόθεσμων ανοιγμάτων που προβλέπεται στην παράγραφο 2 είναι η εξής:

α) εάν δεν υπάρχει βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση, εφαρμόζεται η γενική προνομιακή αντιμετώπιση των βραχυπρόθεσμων ανοιγμάτων της παραγράφου 2 σε όλα τα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων με εναπομένουσα ληκτότητα μικρότερη ή ίση των τριών μηνών,

β) εάν υπάρχει βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση που συνεπάγεται την εφαρμογή ευνοϊκότερου ή ισοδύναμου συντελεστή στάθμισης κινδύνου με εκείνον της γενικής προνομιακής αντιμετώπισης των βραχυπρόθεσμων ανοιγμάτων της παραγράφου 2, η βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση χρησιμοποιείται μόνο για το εν λόγω άνοιγμα. Στα άλλα βραχυπρόθεσμα ανοίγματα εφαρμόζεται η γενική προνομιακή αντιμετώπιση που αναφέρεται στην παράγραφο 2,

γ) εάν υπάρχει βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση που συνεπάγεται την εφαρμογή λιγότερο ευνοϊκού συντελεστή στάθμισης κινδύνου από εκείνον της γενικής προνομιακής αντιμετώπισης των βραχυπρόθεσμων ανοιγμάτων, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2, η γενική προνομιακή αντιμετώπιση των βραχυπρόθεσμων ανοιγμάτων δεν χρησιμοποιείται και σε όλες τις βραχυπρόθεσμες απαιτήσεις χωρίς διαβάθμιση εφαρμόζεται ο ίδιος συντελεστής στάθμισης κινδύνου με εκείνον της εν λόγω βραχυπρόθεσμης αξιολόγησης.

Άρθρο 121

Ανοίγματα έναντι μη διαβαθμισμένων ιδρυμάτων

1.  Στα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων για τα οποία δεν διατίθεται πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για το σκοπό αυτό ΕΟΠΑ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με τη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας στην οποία κατατάσσονται τα ανοίγματα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης στη δικαιοδοσία της οποίας εδρεύει το ίδρυμα σύμφωνα με τον Πίνακα 5.



Πίνακας 5

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας στην οποία κατατάσσεται η κεντρική κυβέρνηση

1

2

3

4

5

6

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου του ανοίγματος

20  %

50  %

100  %

100  %

100  %

150  %

2.  Για τα ανοίγματα έναντι μη διαβαθμισμένων ιδρυμάτων που εδρεύουν σε χώρες των οποίων η κεντρική κυβέρνηση δεν είναι διαβαθμισμένη, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου είναι 100 %.

3.  Στα ανοίγματα έναντι μη διαβαθμισμένων ιδρυμάτων με αρχική πραγματική ληκτότητα τριών μηνών ή λιγότερο εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 20 %.

4.  Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 2 και 3 σχετικά με τα ανοίγματα χρηματοδότησης του εμπορίου που αναφέρονται στο άρθρο 162 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο στοιχείο β) έναντι μη διαβαθμισμένων ιδρυμάτων, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου είναι 50 % και όταν η εναπομένουσα ληκτότητα των εν λόγω ανοιγμάτων χρηματοδότησης του εμπορίου έναντι μη διαβαθμισμένων ιδρυμάτων είναι ίση ή μικρότερη των τριών μηνών, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου είναι 20 %.

Άρθρο 122

Ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων

1.  Στα ανοίγματα που έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για το σκοπό αυτό ΕΟΠΑ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με τον πίνακα 6 που αντιστοιχεί στην πιστοληπτική αξιολόγηση του ΕΟΠΑ σύμφωνα με το άρθρο 136.



Πίνακας 6

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

1

2

3

4

5

6

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

20  %

50  %

100  %

100  %

150  %

150  %

2.  Στα ανοίγματα για τα οποία δεν υπάρχει διαθέσιμη πιστοληπτική αξιολόγηση εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 100 % ή ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου των ανοιγμάτων έναντι της κεντρικής κυβέρνησης στη δικαιοδοσία της οποίας υπάγεται η επιχείρηση, όποιος είναι υψηλότερος.

Άρθρο 123

Ανοίγματα λιανικής τραπεζικής

Στα ανοίγματα που πληρούν τα κατωτέρω κριτήρια εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 75 %:

α) το άνοιγμα αφορά φυσικό πρόσωπο ή πρόσωπα ή μικρομεσαία επιχείρηση (ΜΜΕ),

β) το άνοιγμα εντάσσεται σε έναν μεγάλο αριθμό ανοιγμάτων με παρόμοια χαρακτηριστικά, ώστε να είναι πολύ μειωμένοι οι κίνδυνοι που απορρέουν από τέτοιου είδους δανειοδοσία,

γ) το συνολικό ποσό που οφείλει ο πιστούχος ή η οφειλέτρια ομάδα συνδεδεμένων πελατών στο ίδρυμα καθώς και στη μητρική επιχείρηση και τις θυγατρικές της, περιλαμβανομένων τυχόν ανοιγμάτων σε αθέτηση αλλά εξαιρουμένων των ανοιγμάτων που είναι πλήρως εξασφαλισμένα με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία τα οποία υπάγονται στις κατηγορίες ανοίγματος σύμφωνα με το άρθρο 112 στοιχείο θ), δεν πρέπει, εξ’όσων γνωρίζει το ίδρυμα, να υπερβαίνει το 1 εκατομμύριο ευρώ. Το ίδρυμα προβαίνει σε εύλογες ενέργειες προκειμένου να αποκτήσει γνώση των σχετικών πληροφοριών.

Ανοίγματα υπό τη μορφή τίτλων δεν μπορούν να υπαχθούν στην κατηγορία των ανοιγμάτων λιανικής τραπεζικής.

Ανοίγματα που δεν συμμορφώνονται με τα κριτήρια που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως γ) του πρώτου εδαφίου δεν είναι επιλέξιμα για την κατηγορία ανοιγμάτων λιανικής τραπεζικής.

Η παρούσα αξία των ελάχιστων καταβλητέων πληρωμών λιανικής χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι επιλέξιμη για την κατηγορία ανοιγμάτων λιανικής τραπεζικής.

Άρθρο 124

Ανοίγματα που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακίνητης περιουσίας

►C2  1.  Σε ένα άνοιγμα ή σε οποιοδήποτε τμήμα του που εξασφαλίζεται πλήρως με υποθήκη επί ακίνητης περιουσίας εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 100 %, εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις δυνάμει του άρθρου 125 ή 126, ◄ με εξαίρεση οποιοδήποτε τμήμα του ανοίγματος που κατατάσσεται σε άλλη κατηγορία. Στο τμήμα του ανοίγματος που υπερβαίνει την αξία υποθήκης του ακινήτου εφαρμόζεται ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται στα μη εξασφαλισμένα ανοίγματα του εμπλεκόμενου αντισυμβαλλομένου.

Το τμήμα ενός ανοίγματος που αντιμετωπίζεται ως πλήρως εξασφαλισμένο με υποθήκη επί ακίνητης περιουσίας δεν μπορεί να υπερβαίνει το ενυπόθηκο ποσό της αγοραίας αξίας ή, στα κράτη μέλη που έχουν προβλέψει στις νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις τους αυστηρά κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου, την αξία του εν λόγω ενυπόθηκου ακινήτου.

2.  Με βάση τα δεδομένα που συλλέγονται δυνάμει του άρθρου 101 και οποιουσδήποτε σχετικούς δείκτες, οι αρμόδιες αρχές εκτιμούν περιοδικά και τουλάχιστον μια φορά τον χρόνο εάν ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου 35 % για τα ανοίγματα που εξασφαλίζονται με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία σύμφωνα με το άρθρο 125 και ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου 50 % για τα ανοίγματα που εξασφαλίζονται με εμπορικά ακίνητα σύμφωνα με το άρθρο 126 τα οποία βρίσκονται στην επικράτειά τους, είναι κατάλληλοι με βάση τα εξής:

α) εμπειρία ζημίας των ανοιγμάτων που εξασφαλίζονται με ακίνητα,

β) μελλοντικές εξελίξεις της αγοράς ακινήτων.

Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να ορίσουν υψηλότερο συντελεστή στάθμισης ή αυστηρότερα κριτήρια από αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 125 παράγραφος 2 και το άρθρο 126 παράγραφος 2, ανάλογα με την περίπτωση, για λόγους χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

Για τα ανοίγματα που εξασφαλίζονται με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία, η αρμόδια αρχή ορίζει ως συντελεστή στάθμισης κινδύνου ένα ποσοστό από 35 % έως και 150 %.

Για τα ανοίγματα που εξασφαλίζονται με εμπορικά ακίνητα, η αρμόδια αρχή ορίζει ως συντελεστή στάθμισης κινδύνου ένα ποσοστό από 50 % έως και 150 %.

Εντός των ορίων αυτών, ο υψηλότερος συντελεστής στάθμισης κινδύνου ορίζεται με βάση την εμπειρία ζημίας και λαμβανομένων υπόψη των μελλοντικών εξελίξεων της αγοράς ακινήτων και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Όταν από την εκτίμηση προκύπτει ότι οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου που ορίζονται στο άρθρο 125 παράγραφος 2 και το άρθρο 126 παράγραφος 2 δεν αντανακλούν τους πραγματικούς κινδύνους που συνδέονται με μία ή περισσότερες κατηγορίες ακινήτων των ανοιγμάτων αυτών, που εξασφαλίζονται πλήρως με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία ή εμπορικά ακίνητα τα οποία βρίσκονται σε ένα ή περισσότερα τμήματα του εδάφους του συγκεκριμένου κράτους μέλους, οι αρμόδιες αρχές ορίζουν, για τις εν λόγω κατηγορίες ακινήτων των ανοιγμάτων, υψηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου αντίστοιχο προς τους πραγματικούς κινδύνους.

Οι αρμόδιες αρχές συμβουλεύονται την ΕΑΤ σχετικά με τις προσαρμογές των εφαρμοζόμενων συντελεστών στάθμισης κινδύνου και κριτηρίων, οι οποίες υπολογίζονται σύμφωνα με τα κριτήρια της παρούσας παραγράφου που προσδιορίζονται στα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου. ►C2  Η ΕΑΤ δημοσιεύει τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου και τα κριτήρια που ορίζουν οι αρμόδιες αρχές για τα ανοίγματα που αναφέρονται στα άρθρα 125 και 126 και στο άρθρο 199 παράγραφος 1 στοιχείο α). ◄

3.  Εάν οι αρμόδιες αρχές ορίσουν υψηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου ή αυστηρότερα κριτήρια, τα ιδρύματα έχουν στη διάθεσή τους μεταβατική περίοδο έξι μηνών για να εφαρμόσουν το νέο συντελεστή στάθμισης κινδύνου.

4.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:

α) αυστηρά κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου που αναφέρεται στην παράγραφο 1,

β) τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 τις οποίες λαμβάνουν υπόψη τους οι αρμόδιες αρχές για τον προσδιορισμό υψηλότερων συντελεστών στάθμισης κινδύνου και ιδίως τον όρο «λόγοι χρηματοπιστωτικής σταθερότητας».

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2014.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

5.  Τα ιδρύματα κάθε κράτους μέλους εφαρμόζουν τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου και τα κριτήρια που έχουν προσδιοριστεί από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους ►C2  σε ανοίγματα που εξασφαλίζονται με υποθήκες σε εμπορικά ακίνητα και ακίνητα κατοικίας που βρίσκονται στο εν λόγω κράτος μέλος. ◄

Άρθρο 125

Ανοίγματα που εξασφαλίζονται πλήρως και καθ’ολοκληρία με υποθήκες επί ακινήτων που προορίζονται για κατοικία

1.  Εάν δεν αποφασιστεί κάτι διαφορετικό από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 2, τα ανοίγματα που εξασφαλίζονται πλήρως με υποθήκες επί ακινήτων που προορίζονται για κατοικία αντιμετωπίζονται ως εξής:

α) στα ανοίγματα ή τμήματα αυτών που εξασφαλίζονται πλήρως και καθ’ ολοκληρία με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία τα οποία κατοικούνται ή θα κατοικηθούν ή εκμισθώνονται ή θα εκμισθωθούν από τον ιδιοκτήτη ή από τον πραγματικό δικαιούχο στην περίπτωση των προσωπικών επενδυτικών εταιρειών εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης 35 %,

β) στα ανοίγματα έναντι μισθωτή στα πλαίσια πράξεων χρηματοδοτικής μίσθωσης ακινήτων κατοικίας στις οποίες το ίδρυμα είναι ο εκμισθωτής και ο μισθωτής έχει δικαίωμα αγοράς, εφαρμόζεται συντελεστής 35 %, εφόσον το άνοιγμα του ιδρύματος είναι πλήρως εξασφαλισμένο λόγω του ότι διατηρεί την κυριότητα του ακινήτου.

2.  Τα ιδρύματα θεωρούν ένα άνοιγμα ή τμήμα ανοίγματος ως πλήρως και καθ’ολοκληρία εξασφαλισμένο για τους σκοπούς της παραγράφου 1 μόνο αν πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) η αξία του ακινήτου δεν εξαρτάται σε ουσιαστικό βαθμό από την πιστωτική ποιότητα του πιστούχου. Τα ιδρύματα δύνανται να αποκλείουν από τον προσδιορισμό της ουσίας της εν λόγω εξάρτησης περιπτώσεις στις οποίες καθαρά μακροοικονομικοί παράγοντες επηρεάζουν τόσο την αξία του ακινήτου όσο και την τήρηση των υποχρεώσεων του πιστούχου,

β) ο κίνδυνος του πιστούχου δεν εξαρτάται σε ουσιαστικό βαθμό από την απόδοση του υποκείμενου ακινήτου ή έργου αλλά από την ικανότητα του δανειζομένου να εξοφλήσει την οφειλή με έσοδα από άλλες πηγές, και κατά συνέπεια, η εξόφληση του δανείου δεν εξαρτάται ουσιωδώς από ενδεχόμενες χρηματορροές που σχετίζονται με το υποκείμενο ακίνητο που χρησιμοποιείται ως εξασφάλιση. Για τις εν λόγω άλλες πηγές, τα ιδρύματα προσδιορίζουν τους μέγιστους λόγους «δάνειο/έσοδα» ως μέρος της πιστοδοτικής τους πολιτικής και αντλούν επαρκείς αποδείξεις των σχετικών εσόδων κατά τη χορήγηση του δανείου,

▼C3

γ) πληρούνται οι ελάχιστες απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 208 και οι κανόνες αποτίμησης του άρθρου 229 παράγραφος 1,

▼B

δ) εκτός εάν ορίζεται κάτι διαφορετικό δυνάμει του άρθρου 124 παράγραφος 2, το τμήμα του δανείου στο οποίο εφαρμόζεται ο συντελεστής στάθμισης 35 % δεν υπερβαίνει το 80 % της αγοραίας αξίας του σχετικού ακινήτου ή το 80 % της αξίας του εν λόγω ενυπόθηκου ακινήτου στα κράτη μέλη που έχουν προβλέψει στις νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις τους αυστηρά κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου.

3.  Τα ιδρύματα δύνανται να παρεκκλίνουν από την παράγραφο 2 στοιχείο β) για ανοίγματα που εξασφαλίζονται πλήρως και καθ’ολοκληρία με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία που βρίσκονται στο έδαφος κράτους μέλους, εάν η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους έχει δημοσιεύσει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι στο έδαφός του υπάρχει από μακρού καλά αναπτυγμένη αγορά εμπορικών ακινήτων με ποσοστά ζημίας που δεν υπερβαίνουν τα κατωτέρω όρια:

α) οι ζημίες που προέρχονται από δάνεια εξασφαλισμένα με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και αντιπροσωπεύουν έως και το 80 % της αγοραίας αξίας ή το 80 % της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου σε δεδομένο έτος, εκτός εάν αποφασιστεί κάτι διαφορετικό δυνάμει του άρθρου 124 παράγραφος 2, δεν υπερβαίνουν το 0,3 % των ανεξόφλητων υπόλοιπων δανείων που εξασφαλίζονται με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία σε δεδομένο έτος,

β) οι συνολικές ζημίες που απορρέουν από δάνεια εξασφαλισμένα με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία δεν υπερβαίνουν το 0,5 % του ανεξόφλητου υπολοίπου αυτών των δανείων σε δεδομένο έτος.

4.  Εάν ένα από τα δύο όρια της παραγράφου 3 δεν τηρείται σε δεδομένο έτος, η δυνατότητα εφαρμογής της παραγράφου 3 δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί, έχει δε εφαρμογή η προϋπόθεση της παραγράφου 2 στοιχείο β), έως ότου πληρωθούν εκ νέου σε επόμενο έτος οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3.

Άρθρο 126

Ανοίγματα που εξασφαλίζονται πλήρως και καθ’ολοκληρία με υποθήκες επί εμπορικών ακινήτων

1.  Εάν δεν αποφασιστεί κάτι διαφορετικό από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 2, τα ανοίγματα που εξασφαλίζονται πλήρως και καθ’ολοκληρία με υποθήκες επί εμπορικών ακινήτων αντιμετωπίζονται ως εξής:

α) στα ανοίγματα ή τμήματα αυτών που εξασφαλίζονται πλήρως και καθ’ολοκληρία με υποθήκες επί γραφείων ή άλλων εμπορικών ακινήτων μπορεί να εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης 50 %,

β) στα ανοίγματα που σχετίζονται με πράξεις χρηματοδοτικής μίσθωσης γραφείων ή άλλων εμπορικών ακινήτων στις οποίες το ίδρυμα είναι ο εκμισθωτής και ο μισθωτής έχει δικαίωμα αγοράς, μπορεί να εφαρμόζεται συντελεστής 50 %, εφόσον το άνοιγμα του ιδρύματος είναι πλήρως και καθ’ολοκληρία εξασφαλισμένο λόγω του ότι διατηρεί την κυριότητα του ακινήτου.

2.  Τα ιδρύματα θεωρούν ένα άνοιγμα ή τμήμα ανοίγματος ως πλήρως και καθ’ολοκληρία εξασφαλισμένο για τους σκοπούς της παραγράφου 1 μόνο αν πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) Η αξία του ακινήτου δεν εξαρτάται σε ουσιαστικό βαθμό από την πιστωτική ποιότητα του δανειζομένου. Τα ιδρύματα δύνανται να αποκλείουν από τον προσδιορισμό της ουσίας της εν λόγω εξάρτησης καταστάσεις στις οποίες καθαρά μακροοικονομικοί παράγοντες επηρεάζουν τόσο την αξία του ακινήτου όσο και την τήρηση των υποχρεώσεων του πιστούχου,

β) Ο κίνδυνος του πιστούχου δεν εξαρτάται σε ουσιαστικό βαθμό από την απόδοση του υποκείμενου ακινήτου ή έργου αλλά από την ικανότητα του δανειζομένου να εξοφλήσει το χρέος με έσοδα από άλλες πηγές, και κατά συνέπεια, η εξόφληση του δανείου δεν εξαρτάται ουσιωδώς από ενδεχόμενες χρηματορροές που σχετίζονται με το υποκείμενο ακίνητο που χρησιμοποιείται ως εξασφάλιση,

γ) πληρούνται οι ελάχιστες απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 208 και οι κανόνες αποτίμησης του άρθρου 229 παράγραφος 1,

δ) Ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου 50 %, εκτός εάν ορίζεται κάτι διαφορετικό δυνάμει του άρθρου 124 παράγραφος 2, εφαρμόζεται στο τμήμα του δανείου που δεν υπερβαίνει το 50 % της αγοραίας αξίας του σχετικού ακινήτου ή το 60 % της αξίας του εν λόγω ενυπόθηκου ακινήτου, εκτός εάν ορίζεται κάτι διαφορετικό δυνάμει του άρθρου 124 παράγραφος 2, στα κράτη μέλη που έχουν προβλέψει στις νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις τους αυστηρά κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου.

3.  Τα ιδρύματα δύνανται να παρεκκλίνουν από την παράγραφο 2 στοιχείο β) για ανοίγματα που εξασφαλίζονται πλήρως και καθ’ολοκληρία με υποθήκες επί εμπορικών ακινήτων που βρίσκονται στο έδαφος κράτους μέλους, εάν η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους έχει δημοσιεύσει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι στο έδαφός του υπάρχει από μακρού καλά αναπτυγμένη αγορά εμπορικών ακινήτων με ποσοστά ζημίας που δεν υπερβαίνουν τα κατωτέρω όρια:

α) οι ζημίες που προέρχονται από δάνεια εξασφαλισμένα με εμπορικό ακίνητο και αντιπροσωπεύουν έως και το 50 % της αγοραίας αξίας ή το 60 % της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο άρθρο 124 παράγραφος 2, δεν υπερβαίνουν το 0,3 % των ανεξόφλητων υπόλοιπων δανείων που εξασφαλίζονται με εμπορικά ακίνητα,

β) οι συνολικές ζημίες που προέρχονται από δάνεια εξασφαλισμένα με εμπορικά ακίνητα δεν υπερβαίνουν το 0,5 % του ανεξόφλητου υπολοίπου αυτών των δανείων.

4.  Εάν ένα από τα δύο όρια της παραγράφου 3 δεν τηρείται σε δεδομένο έτος, η δυνατότητα εφαρμογής της παραγράφου 3 δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί, έχει δε εφαρμογή η προϋπόθεση της παραγράφου 2 στοιχείο β), έως ότου πληρωθούν εκ νέου σε επόμενο έτος οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3.

Άρθρο 127

Ανοίγματα σε αθέτηση

1.  Στο μη εξασφαλισμένο τμήμα ενός στοιχείου ως προς το οποίο έχει επέλθει αθέτηση από τον οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 178 ή, στην περίπτωση ανοιγμάτων λιανικής τραπεζικής, το μη εξασφαλισμένο τμήμα οποιασδήποτε πιστωτικής διευκόλυνσης ως προς την οποία έχει επέλθει αθέτηση σύμφωνα με το άρθρο 178 εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου:

▼C2

α) 150 % εάν οι ειδικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου είναι χαμηλότερες από το 20 % του μη εξασφαλισμένου τμήματος της αξίας του ανοίγματος σε περίπτωση που δεν θα εφαρμόζονταν οι εν λόγω προσαρμογές,

▼B

β) 100 % εάν οι ειδικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 20 % του μη εξασφαλισμένου τμήματος της αξίας του ανοίγματος σε περίπτωση που δεν θα εφαρμόζονταν οι εν λόγω προσαρμογές.

2.  Για τους σκοπούς του προσδιορισμού του εξασφαλισμένου μέρους του στοιχείου σε καθυστέρηση, επιλέξιμες εξασφαλίσεις και εγγυήσεις είναι εκείνες που είναι επιλέξιμες για τη μείωση του πιστωτικού κινδύνου σύμφωνα με το κεφάλαιο 4.

3.  Στην αξία ανοίγματος που απομένει μετά την εφαρμογή ειδικών προσαρμογών πιστωτικού κινδύνου για τα ανοίγματα που εξασφαλίζονται πλήρως και καθ’ολοκληρία με υποθήκες επί ακινήτων που προορίζονται για κατοικία σύμφωνα με το άρθρο 125 εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 100 % εάν έχει επέλθει αθέτηση σύμφωνα με το άρθρο 178.

4.  Στην αξία ανοίγματος που απομένει μετά την εφαρμογή ειδικών προσαρμογών πιστωτικού κινδύνου για τα ανοίγματα που εξασφαλίζονται πλήρως και καθ’ολοκληρία με υποθήκες επί εμπορικών ακινήτων σύμφωνα με το άρθρο 126 εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 100 % εάν έχει επέλθει αθέτηση σύμφωνα με το άρθρο 178.

Άρθρο 128

Στοιχεία που σχετίζονται με ιδιαίτερα υψηλούς κινδύνους

1.  Τα ιδρύματα εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 150 % σε ανοίγματα, συμπεριλαμβανομένων των ανοιγμάτων υπό τη μορφή μετοχών ή μεριδίων σε ΟΣΕ, τα οποία σχετίζονται με ιδιαίτερα υψηλούς κινδύνους, αν συντρέχει περίπτωση.

2.  Στα ανοίγματα με ιδιαίτερα υψηλούς κινδύνους συγκαταλέγονται όλα τα κατωτέρω ανοίγματα:

α) επενδύσεις σε εταιρείες επιχειρηματικών συμμετοχών,

β) επενδύσεις σε ΟΕΕ όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ εκτός αν η εντολή του οργανισμού δεν επιτρέπει υψηλότερη μόχλευση από την απαιτούμενη βάσει του άρθρου 51 παράγραφος 3 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ,

γ) επενδύσεις σε ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια,

δ) κερδοσκοπική χρηματοδότηση ακίνητης περιουσίας.

3.  Όταν αξιολογούν εάν ένα άνοιγμα διαφορετικό από τα ανοίγματα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στο πρώτο εδάφιο σχετίζεται με ιδιαίτερα υψηλούς κινδύνους, τα ιδρύματα λαμβάνουν υπόψη τους τα κατωτέρω χαρακτηριστικά κινδύνου:

α) υπάρχει υψηλός κίνδυνος ζημίας ως αποτέλεσμα αθέτησης του οφειλέτη,

β) είναι αδύνατον να αξιολογηθεί επαρκώς εάν το άνοιγμα εμπίπτει στην περίπτωση του στοιχείου α).

Η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές που διευκρινίζουν ποια είδη ανοίγματος σχετίζονται με ιδιαίτερα υψηλό κίνδυνο και υπό ποιες περιστάσεις.

Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές εγκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 129

Ανοίγματα υπό τη μορφή καλυμμένων ομολόγων

1.  Προκειμένου να είναι επιλέξιμα για την προνομιακή αντιμετώπιση που προβλέπεται στις παραγράφους 4 και 5, τα ομόλογα που αναφέρονται στο άρθρο 52 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ (καλυμμένα ομόλογα) πληρούν τις απαιτήσεις της παραγράφου 7 και είναι εξασφαλισμένα με ένα από τα κατωτέρω επιλέξιμα στοιχεία ενεργητικού:

α) ανοίγματα έναντι ή ανοίγματα καλυπτόμενα από την εγγύηση κεντρικών κυβερνήσεων, κεντρικών τραπεζών του ΕΣΚΤ, οντοτήτων του δημόσιου τομέα, περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών στην Ένωση,

β) ανοίγματα έναντι ή ανοίγματα καλυπτόμενα από την εγγύηση κεντρικών κυβερνήσεων τρίτων χωρών, κεντρικών τραπεζών τρίτων χωρών, πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης ή διεθνών οργανισμών που κατατάσσονται στην πρώτη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας του παρόντος κεφαλαίου και ανοίγματα έναντι ή ανοίγματα καλυπτόμενα από την εγγύηση οντοτήτων του δημόσιου τομέα τρίτων χωρών, περιφερειακών κυβερνήσεων τρίτων χωρών ή τοπικών αρχών τρίτων χωρών που σταθμίζονται κατά τον κίνδυνο ως ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων ή κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών σύμφωνα με το άρθρο 115 παράγραφος 1 ή 2 ή το άρθρο 116 παράγραφος 1, 2 4 αντίστοιχα και κατατάσσονται στην πρώτη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας του παρόντος κεφαλαίου, και ανοίγματα κατά την έννοια της παρούσας παραγράφου που κατατάσσονται στη δεύτερη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας του παρόντος κεφαλαίου, εφόσον δεν υπερβαίνουν το 20 % του ονομαστικού ποσού των ανεξόφλητων καλυμμένων ομολόγων των εκδιδόντων ιδρυμάτων,

γ) ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων που κατατάσσονται στην πρώτη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας του παρόντος κεφαλαίου. Το σύνολο αυτών των ανοιγμάτων δεν υπερβαίνει το 15 % του ονομαστικού υπολοίπου των ανεξόφλητων καλυμμένων ομολόγων του εκδίδοντος ιδρύματος. Τα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων στην Ένωση με ληκτότητα που δεν υπερβαίνει τις 100 ημέρες δεν συνοδεύονται από την απαίτηση της πρώτης βαθμίδας, αλλά τα ιδρύματα αυτά κατατάσσονται τουλάχιστον στη δεύτερη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας του παρόντος κεφαλαίου,

δ) δάνεια που εξασφαλίζονται:

i) με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία έως το μικρότερο ποσό μεταξύ του ονομαστικού ποσού των υποθηκών, συνεκτιμώντας με κάθε προηγούμενη υποθήκη, και του 80 % της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου ή

ii) με μερίδια με εξοφλητική προτεραιότητα που έχουν εκδοθεί από γαλλικά Fonds Communs de Titrisation ή ανάλογες οντότητες τιτλοποίησης διεπόμενες από τη νομοθεσία κράτους μέλους που τιτλοποιεί ανοίγματα σχετικά με ακίνητα κατοικίας. Σε περίπτωση που τα εν λόγω μερίδια με εξοφλητική προτεραιότητα χρησιμοποιούνται ως εξασφάλιση, η ειδική δημόσια εποπτική υπηρεσία για την προστασία των κατόχων των μεριδίων, όπως προβλέπει το άρθρο 52 παράγραφος 4, της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, διασφαλίζει ότι τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν τα μερίδια αυτά, αποτελούνται, ανά πάσα στιγμή ενόσω περιλαμβάνονται στα συνολικά στοιχεία κάλυψης, τουλάχιστον κατά το 90 % από εγγραφές υποθήκης σε εμπορικά ακίνητα σε συνδυασμό με κάθε προηγούμενη υποθήκη έως το μικρότερο ποσό μεταξύ του κεφαλαίου που οφείλεται στα μερίδια, του κεφαλαίου των υποθηκών και του 80 % της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου, ότι τα μερίδια κατατάσσονται στην πρώτη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας του παρόντος κεφαλαίου, και ότι τα εν λόγω μερίδια δεν υπερβαίνουν το 10 % του ονομαστικού ποσού της καλυπτόμενης έκδοσης ομολόγων,

ε) στεγαστικά δάνεια πλήρως εξασφαλισμένα με εγγύηση από επιλέξιμο πάροχο πιστωτικής προστασίας ο οποίος αναφέρεται στο άρθρο 201 και κατατάσσεται στη δεύτερη ή ανώτερη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας του παρόντος κεφαλαίου, εφόσον το τμήμα κάθε δανείου που χρησιμοποιείται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης της παρούσας παραγράφου για εξασφάλιση του καλυμμένου ομολόγου δεν αντιστοιχεί σε πάνω από 80 % της αξίας του αντίστοιχου ακινήτου που προορίζεται για κατοικία που βρίσκεται στη Γαλλία και εφόσον ο λόγος «δάνειο/έσοδα» ισούται προς μέγιστο ποσοστό 33 % όταν έχει χορηγηθεί το δάνειο. Δεν υφίστανται ενυπόθηκες απαιτήσεις επί του ακινήτου κατοικίας όταν χορηγείται το δάνειο, και για τα δάνεια που χορηγούνται από την 1η Ιανουαρίου 2014 ο πιστούχος δεσμεύεται συμβατικά να μη χορηγήσει σχετικές απαιτήσεις χωρίς τη συγκατάθεση του πιστωτικού ιδρύματος που χορήγησε το δάνειο. Ο λόγος «δάνειο/έσοδα» αντιστοιχεί στο μερίδιο του ακαθάριστου εισοδήματος του δανειολήπτη το οποίο καλύπτει την εξόφληση του δανείου, συμπεριλαμβανομένων των τόκων. Ο πάροχος προστασίας είναι είτε χρηματοδοτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται από τις αρμόδιες αρχές και το οποίο υπόκειται σε απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας ισοδύναμες με εκείνες που εφαρμόζονται στα ιδρύματα όσον αφορά την ανθεκτικότητα ή ασφαλιστική εταιρεία. Συνιστά αμοιβαίο κεφάλαιο εγγύησης ή άλλο ισοδύναμο προστατευτικό μέσο για τις ασφαλιστικές εταιρείες προς απορρόφηση των ζημιών πιστωτικού κινδύνου, των οποίων η βαθμονόμηση αναθεωρείται περιοδικώς από τις αρμόδιες αρχές. Τόσο το πιστωτικό ίδρυμα όσο και ο πάροχος προστασίας διεξάγουν αξιολόγηση της φερεγγυότητας του δανειολήπτη,

στ) δάνεια που εξασφαλίζονται:

i) με εμπορικά ακίνητα έως το μικρότερο ποσό μεταξύ του ονομαστικού ποσού των υποθηκών, συνεκτιμώντας κάθε προηγούμενη υποθήκη, και του 60 % της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου ή

ii) με μερίδια με εξοφλητική προτεραιότητα που έχουν εκδοθεί από γαλλικά Fonds Communs de Titrisation ή ισοδύναμες οντότητες τιτλοποίησης διεπόμενες από τη νομοθεσία κράτους μέλους που τιτλοποιεί ανοίγματα σχετικά με εμπορικά ακίνητα. Σε περίπτωση που τα εν λόγω μερίδια με εξοφλητική προτεραιότητα χρησιμοποιούνται ως εξασφάλιση, η ειδική δημόσια εποπτική υπηρεσία για την προστασία των κατόχων των μεριδίων, όπως προβλέπει το άρθρο 52 παράγραφος 4, της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, διασφαλίζει ότι τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν τα μερίδια αυτά, αποτελούνται, ανά πάσα στιγμή ενόσω περιλαμβάνονται στα συνολικά στοιχεία κάλυψης, τουλάχιστον κατά το 90 % από εγγραφές υποθήκης σε εμπορικά ακίνητα συνεκτιμώντας κάθε προηγούμενη υποθήκη έως το μικρότερο ποσό μεταξύ του κεφαλαίου που οφείλεται στα μερίδια, του κεφαλαίου των υποθηκών και του 60 % της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου, ότι τα μερίδια κατατάσσονται στην πρώτη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας του παρόντος κεφαλαίου, και ότι τα εν λόγω μερίδια δεν υπερβαίνουν το 10 % του ονομαστικού ποσού της καλυπτόμενης έκδοσης ομολόγων.

Τα δάνεια που εξασφαλίζονται με εμπορικά ακίνητα είναι επιλέξιμα σε περίπτωση υπέρβασης μέχρι μέγιστου ποσοστού70 % της ανωτέρω οριζόμενης τιμής του 60 % για το λόγο «δάνειο/αξία» εάν η αξία όλων των στοιχείων ενεργητικού που δόθηκαν ως εξασφάλιση των καλυμμένων ομολόγων υπερβαίνει το ονομαστικό υπόλοιπο των καλυμμένων ομολόγων κατά τουλάχιστον 10 % και η απαίτηση των ομολογιούχων είναι σύμφωνη με τις υποχρεώσεις ασφάλειας δικαίου του κεφαλαίου 4. Η απαίτηση των ομολογιούχων προηγείται όλων των άλλων απαιτήσεων επί της εξασφάλισης,

ζ) δάνεια που εξασφαλίζονται με ναυτικά προνόμια επί πλοίων έως τη διαφορά μεταξύ του 60 % της αξίας του ενυπόθηκου πλοίου και της αξίας τυχόν προηγούμενου ναυτικού προνομίου.

Για τους σκοπούς του στοιχείου γ) του πρώτου εδαφίου, του στοιχείου δ) σημείο ii) του πρώτου εδαφίου και του στοιχείου στ) σημείο ii) του πρώτου εδαφίου, τα ανοίγματα που δημιουργούνται από τη μεταβίβαση και τη διαχείριση πληρωμών από οφειλέτες δανείων ή από το προϊόν εκκαθάρισης σε σχέση με δάνεια που εξασφαλίζονται με ακίνητα σε κατόχους καλυμμένων ομολόγων δεν λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό των ορίων που αναφέροντοναι στα εν λόγω στοιχεία.

Οι αρμόδιες αρχές δύνανται, αφού ζητήσουν τη γνώμη της ΕΑΤ, να μην εφαρμόζουν εν μέρει το στοιχείο γ) του πρώτου εδαφίου και να επιτρέπουν τη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 2 για ποσό που δεν υπερβαίνει το 10 % του συνολικού ανοίγματος του ονομαστικού υπολοίπου των ανεξόφλητων καλυμμένων ομολόγων του εκδίδοντος ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι μπορεί να τεκμηριωθεί το ενδεχόμενο σημαντικών προβλημάτων συγκέντρωσης στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη λόγω της εφαρμογής της πρώτης βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας που αναφέρεται στο εν λόγω στοιχείο.

2.  Οι περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) έως ζ) περιλαμβάνουν επίσης εξασφάλιση που περιορίζεται αποκλειστικά από τη νομοθεσία στην προστασία των ομολογιούχων από ζημία.

3.  Για τα ακίνητα που δίνονται σε εξασφάλιση καλυμμένων ομολόγων, τα ιδρύματα πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 208 και τους κανόνες αποτίμησης του άρθρου 229 παράγραφος 1.

4.  Στα καλυμμένα ομόλογα που έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για το σκοπό αυτό ΕΟΠΑ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με τον πίνακα 6α που αντιστοιχεί στην πιστοληπτική αξιολόγηση του ΕΟΠΑ σύμφωνα με το άρθρο 136.



Πίνακας 6α

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

1

2

3

4

5

6

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

10  %

20  %

20  %

50  %

50  %

100  %

5.  Στα καλυμμένα ομόλογα για τα οποία δεν διατίθεται πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για το σκοπό αυτό ΕΟΠΑ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου που βασίζεται στο συντελεστή στάθμισης που εφαρμόζεται στα μη εξασφαλισμένα ανοίγματα με εξοφλητική προτεραιότητα έναντι του ιδρύματος που τα εκδίδει. Εφαρμόζεται η ακόλουθη αντιστοιχία μεταξύ συντελεστών στάθμισης κινδύνου:

α) εάν ο συντελεστής στάθμισης για τα ανοίγματα έναντι του ιδρύματος είναι 20 %, στα καλυμμένα ομόλογα εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης 10 %,

β) εάν ο συντελεστής στάθμισης για τα ανοίγματα έναντι του ιδρύματος είναι 50 %, στα καλυμμένα ομόλογα εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης 20 %,

γ) εάν ο συντελεστής στάθμισης για τα ανοίγματα έναντι του ιδρύματος είναι 100 %, στα καλυμμένα ομόλογα εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης 50 %,

δ) εάν ο συντελεστής στάθμισης για τα ανοίγματα έναντι του ιδρύματος είναι 150 %, στα καλυμμένα ομόλογα εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης 100 %.

6.  Τα καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2007 δεν υπόκεινται στις απαιτήσεις των παραγράφων 1 και 3. Είναι επιλέξιμα για την προνομιακή αντιμετώπιση δυνάμει των παραγράφων 4 και 5 έως τη λήξη τους.

7.  Τα ανοίγματα υπό μορφή καλυμμένων ομολόγων είναι επιλέξιμα για προνομιακή αντιμετώπιση, εφόσον το ίδρυμα που επενδύει στα καλυμμένα ομόλογα αποδεικνύει στις αρμόδιες αρχές ότι:

α) λαμβάνει πληροφορίες χαρτοφυλακίου τουλάχιστον όσον αφορά:

i) την αξία των συνολικών στοιχείων κάλυψης και των ανεξόφλητων καλυμμένων ομόλογων,

ii) τη γεωγραφική κατανομή και τον τύπο των στοιχείων κάλυψης, το μέγεθος του δανείου, το επιτόκιο και τους συναλλαγματικούς κινδύνους,

iii) τη δομή ληκτότητας των στοιχείων κάλυψης και των καλυμμένων ομολόγων και

iv) το ποσοστό των δανείων που παρουσιάζουν καθυστέρηση άνω των ενενήντα ημερών,

β) ο εκδότης υποβάλλει τις πληροφορίες του στοιχείου α) στο ίδρυμα τουλάχιστον ανά εξάμηνο.

Άρθρο 130

Στοιχεία που αντιστοιχούν σε θέσεις τιτλοποίησης

Τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για θέσεις τιτλοποίησης προσδιορίζονται σύμφωνα με το κεφάλαιο 5.

Άρθρο 131

Ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων και επιχειρήσεων με βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση

Στα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων και επιχειρήσεων που έχουν βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για το σκοπό αυτό ΕΟΠΑ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με τον πίνακα 7 που αντιστοιχεί στην πιστοληπτική αξιολόγηση του ΕΟΠΑ σύμφωνα με το άρθρο 136.



Πίνακας 7

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

1

2

3

4

5

6

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

20  %

50  %

100  %

150  %

150  %

150  %

Άρθρο 132

Ανοίγματα υπό μορφή μεριδίων ή μετοχών σε ΟΣΕ

1.  Στα ανοίγματα υπό τη μορφή μεριδίων ή μετοχών σε ΟΣΕ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 100 %, εκτός εάν το ίδρυμα εφαρμόζει τη μέθοδο αξιολόγησης πιστωτικού κινδύνου της παραγράφου 2, ή τη μέθοδο εξέτασης της παραγράφου 4 ή τη μέθοδο μέσου συντελεστή στάθμισης της παραγράφου 5 όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3.

2.  Στα ανοίγματα υπό τη μορφή μεριδίων ή μετοχών σε ΟΣΕ που έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για το σκοπό αυτό ΕΟΠΑ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με τον πίνακα 8 που αντιστοιχεί στην πιστοληπτική αξιολόγηση του ΕΟΠΑ σύμφωνα με το άρθρο 136.



Πίνακας 8

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

1

2

3

4

5

6

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

20  %

50  %

100  %

100  %

150  %

150  %

3.  Τα ιδρύματα μπορούν να προσδιορίζουν το συντελεστή στάθμισης κινδύνου για έναν ΟΣΕ σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5, εφόσον πληρούνται τα ακόλουθα κριτήρια επιλεξιμότητας:

α) τον ΟΣΕ διαχειρίζεται εταιρεία που υπόκειται σε εποπτεία από κράτος μέλος, ή, σε περίπτωση ΟΣΕ τρίτης χώρας, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) τον ΟΣΕ διαχειρίζεται εταιρεία η οποία υπόκειται σε εποπτεία που θεωρείται ισοδύναμη με εκείνη που προβλέπεται από το ενωσιακό δίκαιο,

ii) εξασφαλίζεται σε επαρκή βαθμό η συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών,

β) το ενημερωτικό δελτίο ή ισοδύναμο έγγραφο του ΟΣΕ πρέπει να περιλαμβάνει τα παρακάτω:

i) τις κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού στις οποίες επιτρέπεται να επενδύει ο ΟΣΕ,

ii) εάν ισχύουν επενδυτικά όρια, τα σχετικά όρια και τις μεθόδους υπολογισμού τους,

γ) οι δραστηριότητες του ΟΣΕ αποτελούν αντικείμενο εξαμηνιαίων και ετήσιων εκθέσεων, ούτως ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση του ενεργητικού και του παθητικού, των εσόδων και των πράξεων που διενεργήθηκαν κατά τη χρονική περίοδο αναφοράς.

Για τους σκοπούς του στοιχείου α), η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων και με την επιφύλαξη της διαδικασίας εξέτασης του άρθρου 464 παράγραφος 2, απόφαση σχετικά με το αν μια τρίτη χώρα εφαρμόζει εποπτικές και κανονιστικές ρυθμίσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που ισχύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ελλείψει σχετικής απόφασης, έως την 1η Ιανουαρίου 2015, τα ιδρύματα μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν την αντιμετώπιση που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο για ανοίγματα υπό μορφή μεριδίων ή μετοχών σε ΟΣΕ από τρίτες χώρες εάν οι σχετικές αρμόδιες αρχές είχαν εγκρίνει την εν λόγω τρίτη χώρα ως επιλέξιμη για τη σχετική αντιμετώπιση πριν από την 1η Ιανουαρίου 2014.

4.  Εάν το ίδρυμα έχει γνώση των υποκειμένων ανοιγμάτων του ΟΣΕ, μπορεί να τα λάβει αμέσως υπόψη προκειμένου να υπολογίσει ένα μέσο συντελεστή στάθμισης κινδύνου για τα ανοίγματά του υπό τη μορφή μεριδίων ή μετοχών σε ΟΣΕ με τις μεθόδους που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο. Εάν ένα υποκείμενο άνοιγμα του ΟΣΕ είναι άνοιγμα υπό τη μορφή μετοχών σε άλλον ΟΣΕ, ο οποίος πληροί τα κριτήρια της παραγράφου 3, το ίδρυμα μπορεί να εξετάσει τα υποκείμενα ανοίγματα του εν λόγω άλλου ΟΣΕ.

5.  Εάν το ίδρυμα δεν έχει γνώση των υποκειμένων ανοιγμάτων του ΟΣΕ, μπορεί να υπολογίσει ένα μέσο συντελεστή στάθμισης κινδύνου για τα ανοίγματά του υπό τη μορφή μεριδίων ή μετοχών του ΟΣΕ με τις μεθόδους που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο βάσει της παραδοχής ότι ο ΟΣΕ επενδύει πρώτα, στο μεγαλύτερο βαθμό που επιτρέπεται από το σκοπό του, στις κατηγορίες ανοιγμάτων για τις οποίες προβλέπεται υψηλότερη κεφαλαιακή απαίτηση και στη συνέχεια επενδύει με φθίνουσα σειρά έως το ανώτατο συνολικό όριο των επενδύσεων.

Τα ιδρύματα μπορούν να αναθέτουν στους κατωτέρω τρίτους να υπολογίσουν και να κοινοποιήσουν, με τις μεθόδους των παραγράφων 4 και 5, τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου για τον ΟΣΕ:

α) τον οργανισμό ή το χρηματοδοτικό ίδρυμα θεματοφυλακής του ΟΣΕ εφόσον ο εν λόγω ΟΣΕ επενδύει αποκλειστικά σε τίτλους και καταθέτει όλους τους τίτλους στον εν λόγω οργανισμό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα θεματοφυλακής,

β) για τους ΟΣΕ που δεν καλύπτονται από το στοιχείο α), στην εταιρεία διαχείρισης του ΟΣΕ, εφόσον η εν λόγω εταιρεία διαχείρισης πληροί τα κριτήρια της παραγράφου 3 στοιχείο α).

Η ορθότητα του υπολογισμού που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο επιβεβαιώνεται από εξωτερικό ελεγκτή.

Άρθρο 133

Ανοίγματα σε μετοχές

1.  Τα κάτωθι ανοίγματα θεωρούνται ανοίγματα σε μετοχές:

α) ανοίγματα σε μη χρεωστικούς τίτλους που συνεπάγονται υπολειμματική απαίτηση ελάσσονος εξοφλητικής προτεραιότητας επί των στοιχείων ενεργητικού ή του εισοδήματος του εκδότη,

β) δανειακά ανοίγματα και άλλοι τίτλοι, εταιρικές σχέσεις, παράγωγα ή άλλα μέσα, των οποίων η οικονομική ουσία είναι παρόμοια εκείνης των ανοιγμάτων που περιγράφονται στο στοιχείο α).

2.  Στα ανοίγματα σε μετοχές εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 100 %, εκτός εάν απαιτείται η αφαίρεσή τους σύμφωνα με το Δεύτερο Μέρος, η υπαγωγή τους σε συντελεστή στάθμισης 250 % σύμφωνα με το άρθρο 48 παράγραφος 4, η υπαγωγή τους σε συντελεστή στάθμισης 1 250  % σύμφωνα με το άρθρο 89 παράγραφος 3 ή η αντιμετώπισή τους ως στοιχείων υψηλού κινδύνου δυνάμει του άρθρου 128.

3.  Οι επενδύσεις σε μετοχές ή σε μέσα εποπτικών κεφαλαίων που εκδίδονται από ιδρύματα κατατάσσονται ως απαιτήσεις σε μετοχές, εκτός εάν αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια ή λαμβάνουν συντελεστή στάθμισης 250 % σύμφωνα με το άρθρο 48 παράγραφος 4 ή αν αντιμετωπίζονται ως στοιχεία υψηλού κινδύνου δυνάμει του άρθρου 128.

Άρθρο 134

Άλλα στοιχεία

▼C2

1.  Στα ενσώματα πάγια στοιχεία κατά την έννοια του στοιχείου 10 υπό την επικεφαλίδα «Ενεργητικό» στο άρθρο 4 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 100 %.

▼B

2.  Στα προπληρωθέντα έξοδα και τα μη εισπραχθέντα έσοδα για τα οποία το ίδρυμα δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει τον αντισυμβαλλόμενο σύμφωνα με την οδηγία 86/635/ΕΟΚ, εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 100 %.

3.  Στα υπό είσπραξη μετρητά εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 20 %. Στα μετρητά στο ταμείο και στα εξομοιούμενα με αυτά στοιχεία εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 0 %.

4.  Στα αποθέματα χρυσού σε ίδιο θησαυροφυλάκιο ή υπό κοινή διαχείριση, και μέχρι του ποσού των υποχρεώσεων σε χρυσό, εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 0 %.

5.  Στην περίπτωση των συμφωνιών πώλησης και επαναγοράς και των δεσμεύσεων μελλοντικής αγοράς, οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου είναι εκείνοι που εφαρμόζονται στα στοιχεία ενεργητικού και όχι εκείνοι των αντισυμβαλλομένων στις συναλλαγές.

▼M5

6.  Εάν ένα ίδρυμα παρέχει πιστωτική προστασία για ορισμένο αριθμό ανοιγμάτων υπό την προϋπόθεση ότι η νιοστή (n) αθέτηση μεταξύ αυτών των ανοιγμάτων ενεργοποιεί την πληρωμή και το πιστωτικό αυτό γεγονός λύει τη σύμβαση, οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου των ανοιγμάτων που περιλαμβάνονται στο καλάθι αθροίζονται, με την εξαίρεση ανοιγμάτων n-1, μέχρι ποσοστού 1 250  % κατ’ ανώτατο όριο και πολλαπλασιάζονται με το ονομαστικό ποσό της προστασίας που παρέχει το πιστωτικό παράγωγο ώστε να προκύψει το σταθμισμένο ποσό ανοιγμάτων. Τα ανοίγματα n-1 που εξαιρούνται από το άθροισμα προσδιορίζονται κατά τρόπο ώστε να περιλαμβάνουν κάθε άνοιγμα του οποίου το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό είναι χαμηλότερο από το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό καθενός από τα ανοίγματα που περιλαμβάνονται στο άθροισμα.

▼B

7.  Η αξία ανοίγματος των χρηματοδοτικών μισθώσεων είναι η παρούσα αξία των ελάχιστων καταβλητέων πληρωμών τους. Ελάχιστες καταβλητέες πληρωμές είναι οι πληρωμές καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης που ο μισθωτής καλείται ή μπορεί να κληθεί να πραγματοποιήσει και κάθε δικαίωμα έκπτωσης, του οποίου η άσκηση είναι λογικώς βέβαιη. Στην περίπτωση που κάποιος άλλος εκτός του μισθωτή δύναται να υποχρεούται να καταβάλει πληρωμή που σχετίζεται με την υπολειμματική αξία του περιουσιακού στοιχείου που έχει εκμισθωθεί και η εν λόγω υποχρέωση πληρωμής πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 201 περί επιλεξιμότητας παρόχων προστασίας καθώς και τις ελάχιστες προϋποθέσεις αναγνώρισης άλλων μορφών εγγυήσεων που προβλέπονται στα άρθρα 213 έως 215, η εν λόγω υποχρέωση πληρωμής μπορεί να λαμβάνεται υπόψη ως μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία δυνάμει του κεφαλαίου 4. Τα εν λόγω ανοίγματα υπάγονται στη σχετική κατηγορία ανοίγματος σύμφωνα με το άρθρο 112. Όταν το άνοιγμα συνιστά υπολειμματική αξία περιουσιακών στοιχείων που έχουν εκμισθωθεί, τα σταθμισμένα ποσά ανοιγμάτων υπολογίζονται ως εξής: 1/t * 100 % * υπολειμματική αξία, όπου t είναι μεγαλύτερο του 1 και αποτελεί τον πλησιέστερο ακέραιο αριθμό που αντιστοιχεί στα έτη της εναπομένουσας διάρκειας της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης.



Τμήμα 3

Αναγνώριση και κατάταξη πιστοληπτικών αξιολογήσεων



Ενότητα 1

Αναγνώριση των ΕΟΠΑ

Άρθρο 135

Χρησιμοποίηση πιστοληπτικών αξιολογήσεων που διενεργούνται από ΕΟΠΑ

1.  Η εξωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον προσδιορισμό του συντελεστή στάθμισης ενός ανοίγματος σε κίνδυνο δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου μόνο εφόσον έχει εκδοθεί από ΕΟΠΑ ή έχει προσυπογραφεί από ΕΟΠΑ σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1060/2009.

2.  Η ΕΑΤ δημοσιεύει τον κατάλογο των ΕΟΠΑ σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 4 και το άρθρο 18 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 στον δικτυακό της τόπο.



Ενότητα 2

Κατάταξη των πιστοληπτικών αξιολογήσεων των ΕΟΠΑ

Άρθρο 136

Κατάταξη των πιστοληπτικών αξιολογήσεων των ΕΟΠΑ

1.  Η ΕΑΤ, η ΕΑΑΕΣ και η ΕΑΚΑΑ, μέσω της Μεικτής Επιτροπής, καταρτίζουν σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει για όλους τους ΕΟΠΑ, σε ποιες από τις βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας που προβλέπονται στο τμήμα 2 αντιστοιχούν οι σχετικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις του ΕΟΠΑ («κατάταξη»). Οι αντιστοιχίες αυτές πρέπει να είναι αντικειμενικές και συνεπείς.

Η ΕΑΤ, η ΕΑΑΕΣ και η ΕΑΚΑΑ υποβάλλουν τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή το αργότερο έως την 1η Ιουλίου 2014 και υποβάλλει αναθεωρημένα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων όποτε κρίνεται απαραίτητο.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 αντίστοιχα.

2.  Κατά τον προσδιορισμό της κατάταξης των πιστοληπτικών αξιολογήσεων, η ΕΑΤ, η ΕΑΑΕΣ και η ΕΑΚΑΑ συμμορφώνονται με τις κατωτέρω απαιτήσεις:

α) για να διαφοροποιηθούν οι σχετικοί βαθμοί κινδύνου που εκφράζονται με κάθε πιστοληπτική αξιολόγηση, η ΕΑΤ, η ΕΑΑΕΣ και η ΕΑΚΑΑ λαμβάνουν υπόψη ποσοτικούς παράγοντες όπως το μακροπρόθεσμο ποσοστό αθέτησης για όλα τα στοιχεία που έχουν την ίδια πιστοληπτική αξιολόγηση. Η ΕΑΤ, η ΕΑΑΕΣ και η ΕΑΚΑΑ ζητούν από τους νεοσυσταθέντες ΕΟΠΑ και από εκείνους που διαθέτουν περιορισμένο μόνο όγκο δεδομένων για τις περιπτώσεις αθέτησης να προσδιορίσουν ποιο μακροπρόθεσμο ποσοστό αθέτησης θεωρούν ότι αντιστοιχεί σε όλα τα στοιχεία που έχουν την ίδια πιστοληπτική αξιολόγηση,

β) για να διαφοροποιηθούν οι σχετικοί βαθμοί κινδύνου που εκφράζονται με κάθε πιστοληπτική αξιολόγηση, η ΕΑΤ, η ΕΑΑΕΣ και η ΕΑΚΑΑ λαμβάνουν υπόψη ποιοτικούς παράγοντες όπως η ομάδα ομοειδών εκδοτών που καλύπτει ο ΕΟΠΑ, το φάσμα των πιστοληπτικών αξιολογήσεων του ΕΟΠΑ, η σημασία κάθε πιστοληπτικής αξιολόγησης και ο ορισμός της «αθέτησης» που δίνει ο ΕΟΠΑ,

γ) η ΕΑΤ, η ΕΑΑΕΣ και η ΕΑΚΑΑ συγκρίνουν το ποσοστό αθέτησης που καταγράφεται για κάθε πιστοληπτική αξιολόγηση δεδομένου ΕΟΠΑ με ποσοστό αναφοράς που υπολογίζεται βάσει ποσοστών αθέτησης που κατέγραψαν άλλοι ΕΟΠΑ επί πληθυσμού εκδοτών που παρουσιάζει ισοδύναμο επίπεδο πιστωτικού κινδύνου,

δ) όταν το ποσοστό αθέτησης που καταγράφεται για την πιστοληπτική αξιολόγηση δεδομένου ΕΟΠΑ είναι ουσιωδώς και συστηματικά υψηλότερο από το ποσοστό αναφοράς, η ΕΑΤ, η ΕΑΑΕΣ και η ΕΑΚΑΑ κατατάσσουν την πιστοληπτική αξιολόγηση του ΕΟΠΑ σε βαθμίδα υψηλότερου πιστωτικού κινδύνου στην κλίμακα πιστωτικής ποιότητας,

ε) όταν η ΕΑΤ, η ΕΑΑΕΣ και η ΕΑΚΑΑ έχουν αυξήσει το συντελεστή στάθμισης που αποδίδεται σε συγκεκριμένη πιστοληπτική αξιολόγηση ενός δεδομένου ΕΟΠΑ και εφόσον τα ποσοστά αθέτησης που καταγράφονται για την πιστοληπτική αξιολόγηση του εν λόγω ΕΟΠΑ δεν είναι πλέον ουσιωδώς και συστηματικά υψηλότερα από το ποσοστό αναφοράς, η ΕΑΤ, η ΕΑΑΕΣ και η ΕΑΚΑΑ μπορούν να αποφασίσουν να κατατάξουν εκ νέου την πιστοληπτική αξιολόγηση του ΕΟΠΑ στην αρχική του βαθμίδα πιστωτικού κινδύνου στην κλίμακα πιστωτικής ποιότητας.

3.  Η ΕΑΤ, η ΕΑΑΕΣ και η ΕΑΚΑΑ καταρτίζουν σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να καθορίσουν τους ποσοτικούς παράγοντες που αναφέρονται στο στοιχείο α), τους ποιοτικούς παράγοντες που αναφέρονται στο στοιχείο β) και το ποσοστό αναφοράς που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ).

Η ΕΑΤ, η ΕΑΑΕΣ και η ΕΑΚΑΑ υποβάλλουν τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 1η Ιουλίου 2014.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 αντίστοιχα.



Ενοτητα 3

Χρησιμοποίηση πιστοληπτικών αξιολογήσεων που διενεργούνται από οργανισμούς εξαγωγικών πιστώσεων

Άρθρο 137

Χρησιμοποίηση πιστοληπτικών αξιολογήσεων που διενεργούνται από οργανισμούς εξαγωγικών πιστώσεων

1.  Για τους σκοπούς του άρθρου 114, τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν πιστοληπτικές αξιολογήσεις οργανισμού εξαγωγικών πιστώσεων που έχει ορισθεί από το ίδρυμα, εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) πρόκειται για συναινετική βαθμολόγηση κινδύνου από οργανισμούς εξαγωγικών πιστώσεων που συμμετέχουν στον «Διακανονισμό περί κατευθυντηρίων γραμμών στον τομέα των εξαγωγικών πιστώσεων οι οποίες τυγχάνουν δημόσιας στήριξης» του ΟΟΣΑ,

β) ο οργανισμός εξαγωγικών πιστώσεων δημοσιεύει τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις του και εφαρμόζει τη μεθοδολογία που έχει συμφωνηθεί στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ, και η πιστοληπτική αξιολόγηση συνδέεται με ένα από τα οκτώ ελάχιστα ασφάλιστρα εξαγωγικών πιστώσεων (ΕΑΕΠ) που προβλέπονται από τη μεθοδολογία αυτή. Ο ορισμός του οργανισμού εξαγωγικών πιστώσεων μπορεί να ανακληθεί από το ίδρυμα. Το ίδρυμα τεκμηριώνει την ανάκληση, εάν υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις ότι σκοπός της ανάκλησης είναι να μειωθούν οι κεφαλαιακές απαιτήσεις.

2.  Στα ανοίγματα για τα οποία αναγνωρίζεται πιστοληπτική αξιολόγηση οργανισμού εξαγωγικών πιστώσεων για τους σκοπούς της στάθμισης κινδύνων εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με τον πίνακα 9.



Πίνακας 9

ΕΑΕΠ

0

1

2

3

4

5

6

7

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

0  %

0  %

20  %

50  %

100  %

100  %

100  %

150  %



Τμήμα 4

Χρησιμοποιηση των πιστοληπτικων αξιολογησεων των ΕΟΠΑ για τον προσδιορισμό των συντελεστών στάθμισης κινδυνου

Άρθρο 138

Γενικές απαιτήσεις

Ένα ίδρυμα μπορεί να ορίσει έναν ή περισσότερους ΕΟΠΑ των οποίων τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις θα χρησιμοποιεί για τον προσδιορισμό των συντελεστών στάθμισης που εφαρμόζονται στα στοιχεία ενεργητικού και στα στοιχεία εκτός ισολογισμού. Ο ορισμός του ή των ECΑΙ μπορεί να ανακληθεί από το ίδρυμα. Το ίδρυμα τεκμηριώνει την ανάκληση, εάν υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις ότι σκοπός της ανάκλησης είναι να μειωθούν οι απαιτήσεις επάρκειας των ιδίων κεφαλαίων. Δεν επιτρέπεται η επιλεκτική χρήση των πιστοληπτικών αξιολογήσεων. Ένα ίδρυμα χρησιμοποιεί πιστοληπτικές αξιολογήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατόπιν παραγγελίας. Ωστόσο, μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτόκλητες πιστοληπτικές αξιολογήσεις, εάν η ΕΑΤ επιβεβαιώσει ότι αυτόκλητες πιστοληπτικές αξιολογήσεις του ΕΟΠΑ δεν διαφέρουν σε ποιότητα από πιστοληπτικές αξιολογήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατόπιν παραγγελίας. Η ΕΑΤ αρνείται ή ανακαλεί την επιβεβαίωση αυτή, ειδικότερα αν ο ΕΟΠΑ χρησιμοποίησε πιστοληπτική αξιολόγηση που δεν έγιναν κατά παραγγελία για να ασκήσει πίεση στην αξιολογούμενη οντότητα να παραγγείλει πιστοληπτική αξιολόγηση ή άλλες υπηρεσίες. Κατά τη χρήση πιστοληπτικών αξιολογήσεων, τα ιδρύματα συμμορφώνονται με τις κατωτέρω απαιτήσεις:

α) ένα ίδρυμα που αποφασίζει να χρησιμοποιήσει τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις οργανισμού ΕΟΠΑ για δεδομένη κατηγορία στοιχείων χρησιμοποιεί αυτές τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις κατά τρόπο συνεπή για όλα τα ανοίγματα που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία,

β) ένα ίδρυμα που αποφασίζει να χρησιμοποιήσει τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις οργανισμού ΕΟΠΑ τις χρησιμοποιεί σε συνεχή βάση και με διαχρονική συνέπεια,

γ) ένα ίδρυμα χρησιμοποιεί μόνο τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις των ΕΟΠΑ που λαμβάνουν υπόψη όλα τα ποσά που τού οφείλονται τόσο σε κεφάλαιο όσο και σε τόκους,

δ) εάν για ένα διαβαθμισμένο στοιχείο είναι διαθέσιμη μία μόνο πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ, αυτή η πιστοληπτική αξιολόγηση χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό του συντελεστή στάθμισης κινδύνου για το στοιχείο αυτό,

ε) εάν για ένα διαβαθμισμένο στοιχείο είναι διαθέσιμες δύο πιστοληπτικές αξιολογήσεις από καθορισμένους ΕΟΠΑ οι οποίες αντιστοιχούν σε διαφορετικούς συντελεστές στάθμισης, εφαρμόζεται ο υψηλότερος συντελεστής στάθμισης κινδύνου,

στ) εάν για ένα διαβαθμισμένο στοιχείο είναι διαθέσιμες περισσότερες από δύο πιστοληπτικές αξιολογήσεις από καθορισμένους ΕΟΠΑ, οι δύο αξιολογήσεις που αντιστοιχούν στους δύο χαμηλότερους συντελεστές στάθμισης κινδύνου είναι οι αξιολογήσεις αναφοράς. Εάν οι δύο χαμηλότεροι συντελεστές στάθμισης κινδύνου είναι διαφορετικοί, εφαρμόζεται ο υψηλότερος. Εάν οι δύο χαμηλότεροι συντελεστές στάθμισης κινδύνου είναι ίσοι, εφαρμόζεται αυτός ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου.

Άρθρο 139

Πιστοληπτική αξιολόγηση εκδότη και έκδοσης

1.  Εάν υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση για δεδομένο πρόγραμμα έκδοσης χρεογράφων ή για πιστωτική διευκόλυνση στο οποίο ανήκει το στοιχείο που συνιστά το άνοιγμα, αυτή η πιστοληπτική αξιολόγηση χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό του συντελεστή στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται σε αυτό το στοιχείο.

2.  Εάν δεν υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση που μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα στο στοιχείο που συνιστά το άνοιγμα, αλλά υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση για δεδομένο πρόγραμμα έκδοσης χρεογράφων ή πιστωτική διευκόλυνση στο οποίο δεν ανήκει το στοιχείο αυτό ή υπάρχει γενική πιστοληπτική αξιολόγηση για τον εκδότη, αυτή η πιστοληπτική αξιολόγηση χρησιμοποιείται σε οποιαδήποτε από τις κατωτέρω περιπτώσεις:

α) συνεπάγεται υψηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου από ό,τι σε κάθε άλλη περίπτωση και το εν λόγω άνοιγμα έχει, από κάθε άποψη, την ίδια ή χαμηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα από εκείνη του δεδομένου προγράμματος έκδοσης χρεογράφων ή πιστωτικής διευκόλυνσης ή, κατά περίπτωση, από εκείνη των μη εξασφαλισμένων ανοιγμάτων με εξοφλητική προτεραιότητα του ίδιου εκδότη,

β) συνεπάγεται χαμηλότερο συντελεστή στάθμισης και το εν λόγω άνοιγμα έχει, από κάθε άποψη, την ίδια ή υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα από εκείνη του δεδομένου προγράμματος έκδοσης χρεογράφων ή πιστωτικής διευκόλυνσης ή, κατά περίπτωση, από εκείνη των μη εξασφαλισμένων ανοιγμάτων με εξοφλητική προτεραιότητα του ίδιου εκδότη.

Σε κάθε άλλη περίπτωση, το άνοιγμα αντιμετωπίζεται ως μη διαβαθμισμένο.

3.  Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εμποδίζουν την εφαρμογή του άρθρου 129.

4.  Οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις εκδοτών που ανήκουν σε όμιλο δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται ως πιστοληπτικές αξιολογήσεις άλλου εκδότη του ιδίου ομίλου.

Άρθρο 140

Μακροπρόθεσμες και βραχυπρόθεσμες πιστοληπτικές αξιολογήσεις

1.  Οι βραχυπρόθεσμες πιστοληπτικές αξιολογήσεις μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο για βραχυπρόθεσμα στοιχεία ενεργητικού και στοιχεία εκτός ισολογισμού που συνιστούν ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων και επιχειρήσεων.

2.  Κάθε βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση εφαρμόζεται μόνο στο στοιχείο στο οποίο αναφέρεται η βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση και δεν χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό συντελεστών στάθμισης κινδύνου για άλλα στοιχεία, εξαιρουμένων των κατωτέρω περιπτώσεων:

α) εάν σε μια διαβαθμισμένη βραχυπρόθεσμη πιστωτική διευκόλυνση εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 150 %, εφαρμόζεται επίσης συντελεστής στάθμισης κινδύνου 150 % σε όλα τα μη διαβαθμισμένα ανοίγματα χωρίς εξασφάλιση έναντι αυτού του οφειλέτη, είτε είναι βραχυπρόθεσμα είναι μακροπρόθεσμα,

β) εάν σε μια διαβαθμισμένη βραχυπρόθεσμη πιστωτική διευκόλυνση εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 50 %, δεν μπορεί να εφαρμοστεί συντελεστής χαμηλότερος από 100 % σε κανένα μη διαβαθμισμένο βραχυπρόθεσμο άνοιγμα.

Άρθρο 141

Στοιχεία που εκφράζονται σε εθνικό και σε ξένο νόμισμα

Μια πιστοληπτική αξιολόγηση που αναφέρεται σε στοιχείο εκπεφρασμένο στο εθνικό νόμισμα του οφειλέτη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον προσδιορισμό συντελεστή στάθμισης για άλλο άνοιγμα έναντι του ίδιου οφειλέτη που είναι εκπεφρασμένο σε ξένο νόμισμα.

Όταν προκύπτει άνοιγμα από τη συμμετοχή ιδρύματος σε δάνειο που έχει χορηγήσει πολυμερής τράπεζα ανάπτυξης της οποίας το προνομιακό καθεστώς αναγνωρίζεται από την αγορά, η πιστοληπτική αξιολόγηση του στοιχείου που είναι εκπεφρασμένο στο εθνικό νόμισμα του οφειλέτη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς της στάθμισης του κινδύνου.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Προσέγγιση των εσωτερικών διαβαθμίσεων



Τμήμα 1

Αδεια χρήσης της προσέγγισης ΠΕΔ από τις αρμόδιες αρχές

Άρθρο 142

Ορισμοί

1.  Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1) ως «σύστημα διαβάθμισης» νοείται το σύνολο των προσεγγίσεων, διαδικασιών, ελέγχων, συστημάτων συλλογής δεδομένων και πληροφοριακών συστημάτων που υποστηρίζουν την αξιολόγηση του πιστωτικού κινδύνου, την ταξινόμηση των ανοιγμάτων σε βαθμίδες κινδύνου ή σε ομάδες με ομοειδή χαρακτηριστικά κινδύνου και την ποσοτική εκτίμηση της πιθανότητας αθέτησης και της ζημίας που έχει αναπτυχθεί για δεδομένο είδος ανοίγματος,

2) ως «είδος ανοίγματος» νοείται μια ομάδα ανοιγμάτων που υπόκεινται σε ομοιογενή διαχείριση, τα οποία δημιουργούνται από συγκεκριμένο είδος πιστοδοτήσεων και μπορεί να περιορίζονται σε μία μόνο οντότητα ή σε ένα μόνο υποσύνολο οντοτήτων μιας ομάδας εφόσον το ίδιο είδος ανοίγματος υπόκειται σε διαφορετική διαχείριση σε άλλες οντότητες της ομάδας,

3) ως «επιχειρηματική μονάδα» νοούνται οποιεσδήποτε χωριστές οργανωτικές ή νομικές οντότητες, επιχειρηματικοί τομείς, γεωγραφικές τοποθεσίες,

▼C2

4) ως «μεγάλη οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα» νοείται οποιαδήποτε οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της, υπολογιζόμενο σε μεμονωμένη ή ενοποιημένη βάση, είναι μεγαλύτερο ή ίσο με το κατώτατο όριο των 70 δισεκατομμυρίων EUR, με χρήση της πλέον πρόσφατα ελεγμένης οικονομικής κατάστασης ή ενοποιημένου δημοσιονομικού δελτίου για τον προσδιορισμό του μεγέθους των περιουσιακών στοιχείων, και

β) υπόκειται ή τουλάχιστον μία από τις θυγατρικές της υπόκειται σε προληπτική ρύθμιση στην Ένωση ή στους νόμους τρίτης χώρας που εφαρμόζει προληπτικές εποπτικές και ρυθμιστικές απαιτήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες προς εκείνες που εφαρμόζονται στην Ένωση,

►C2  5) ως «μη ρυθμιζόμενη οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα» νοείται οντότητα που δεν είναι ρυθμιζόμενη οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα ◄ αλλά πραγματοποιεί, ως κύρια επαγγελματική δραστηριότητα, μία ή περισσότερες από τις πράξεις που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2004/39/ΕΚ,

6) ως «βαθμίδα πιστούχου» νοείται κατηγορία κινδύνου στην κλίμακα διαβάθμισης πιστούχων του συστήματος διαβάθμισης, στην οποία οι πιστούχοι ταξινομούνται βάσει συνόλου προκαθορισμένων και διακριτών κριτηρίων διαβάθμισης που χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση της πιθανότητας αθέτησης υποχρέωσης (PD),

7) ως «βαθμίδα πιστοδότησης» νοείται κατηγορία κινδύνου στην κλίμακα διαβάθμισης πιστοδοτήσεων του συστήματος διαβάθμισης, στην οποία οι πιστοδοτήσεις ταξινομούνται βάσει συνόλου προκαθορισμένων και διακριτών κριτηρίων διαβάθμισης, που χρησιμοποιούνται για την εσωτερική εκτίμηση της LGD.

▼M5 —————

▼B

2.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 σημείο 4) στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων και με την επιφύλαξη της διαδικασίας εξέτασης του άρθρου 464 παράγραφος 2, απόφαση σχετικά με το αν μια τρίτη χώρα εφαρμόζει εποπτικές και κανονιστικές ρυθμίσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που ισχύουν στην Ένωση. Ελλείψει σχετικής απόφασης, έως την 1η Ιανουαρίου 2015, τα ιδρύματα μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν την αντιμετώπιση που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο για την τρίτη χώρα εάν οι σχετικές αρμόδιες αρχές είχαν εγκρίνει την εν λόγω τρίτη χώρα ως επιλέξιμη για τη σχετική αντιμετώπιση πριν από την 1η Ιανουαρίου 2014.

Άρθρο 143

Άδεια χρήσης της προσέγγισης ΠΕΔ

1.  Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του παρόντος κεφαλαίου, η αρμόδια αρχή επιτρέπει στα ιδρύματα να υπολογίζουν τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων τους χρησιμοποιώντας την προσέγγιση των εσωτερικών διαβαθμίσεων (εφεξής «προσέγγιση ΠΕΔ»).

2.  Απαιτείται προηγούμενη άδεια χρήσης της προσέγγισης ΠΕΔ, συμπεριλαμβανομένων των εσωτερικών εκτιμήσεων της LGD και των συντελεστών μετατροπής, για κάθε κατηγορία ανοίγματος και για κάθε σύστημα διαβάθμισης, για κάθε προσέγγιση εσωτερικών υποδειγμάτων για τα ανοίγματα σε μετοχές και για κάθε προσέγγιση για την εκτίμηση της LGD και των συντελεστών μετατροπής.

3.  Τα ιδρύματα λαμβάνουν την προηγούμενη άδεια των αρμόδιων αρχών προτού προβούν στις εξής ενέργειες:

α) ουσιώδεις αλλαγές στο εύρος εφαρμογής συστήματος διαβάθμισης ή προσέγγισης εσωτερικών υποδειγμάτων για ανοίγματα σε μετοχές που έχει λάβει άδεια να χρησιμοποιεί το ίδρυμα,

β) ουσιώδεις αλλαγές σε σύστημα διαβάθμισης ή προσέγγιση εσωτερικών υποδειγμάτων για ανοίγματα σε μετοχές που έχει λάβει άδεια να χρησιμοποιεί το ίδρυμα.

Το εύρος εφαρμογής συστήματος διαβάθμισης περιλαμβάνει όλα τα ανοίγματα του σχετικού είδους ανοίγματος για το οποίο αναπτύχθηκε το σύστημα διαβάθμισης.

4.  Τα ιδρύματα κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές όλες τις αλλαγές των συστημάτων διαβάθμισης και των προσεγγίσεων εσωτερικών υποδειγμάτων για ανοίγματα σε μετοχές.

5.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τους όρους για την αξιολόγηση της σημασίας της χρησιμοποίησης υπάρχοντος συστήματος διαβάθμισης για άλλα πρόσθετα ανοίγματα που δεν καλύπτονται ήδη από το εν λόγω σύστημα, και των αλλαγών συστημάτων διαβάθμισης ή προσεγγίσεων εσωτερικών υποδειγμάτων όσον αφορά ανοίγματα σε μετοχές δυνάμει της προσέγγισης ΠΕΔ.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2013.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 144

Αξιολόγηση από τις αρμόδιες αρχές αίτησης χρησιμοποίησης της προσέγγισης ΠΕΔ

1.  Η αρμόδια αρχή χορηγεί, σύμφωνα με το άρθρο 143, άδεια σε ίδρυμα για να χρησιμοποιεί την προσέγγιση ΠΕΔ, συμπεριλαμβανομένων εσωτερικών εκτιμήσεων LGD και συντελεστών μετατροπής, μόνο εφόσον πεισθεί ότι πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κεφαλαίου και ιδίως του τμήματος 6, και ότι τα συστήματα του ιδρύματος για τη διαχείριση και διαβάθμιση των αναλαμβανόμενων πιστωτικών κινδύνων είναι αξιόπιστα και εφαρμόζονται με ακεραιότητα και, ιδίως, ότι το ίδρυμα έχει αποδείξει στην αρμόδια αρχή ότι πληρούνται οι κατωτέρω απαιτήσεις:

α) τα συστήματα διαβάθμισης του ιδρύματος επιτρέπουν την έγκυρη αξιολόγηση των χαρακτηριστικών του πιστούχου και της πιστοδότησης, την έγκυρη διαφοροποίηση του κινδύνου, καθώς και ακριβείς και συνεπείς ποσοτικές εκτιμήσεις του κινδύνου,

β) οι εσωτερικές διαβαθμίσεις και εκτιμήσεις αθέτησης υποχρέωσης και ζημίας που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων και στα συναφή συστήματα και διαδικασίες διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στη διαχείριση κινδύνου και τη λήψη αποφάσεων, καθώς και στην έγκριση πιστώσεων, την κατανομή των εσωτερικών κεφαλαίων και την εταιρική διακυβέρνηση του ιδρύματος,

γ) το ίδρυμα διαθέτει μονάδα ελέγχου του πιστωτικού κινδύνου, υπεύθυνη για τα συστήματα διαβάθμισης, η οποία έχει τη δέουσα ανεξαρτησία και δεν υφίσταται αθέμιτες επιρροές,

δ) το ίδρυμα συγκεντρώνει και αποθηκεύει όλα τα σχετικά δεδομένα με σκοπό την αποτελεσματική στήριξη της διαδικασίας μέτρησης και διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου,

ε) το ίδρυμα τεκμηριώνει τα συστήματα διαβάθμισης που εφαρμόζει, καθώς και το σκεπτικό βάσει του οποίου σχεδιάστηκαν, και τα επικυρώνει,

στ) το ίδρυμα έχει επικυρώσει κάθε σύστημα διαβάθμισης και κάθε προσέγγιση εσωτερικών υποδειγμάτων για ανοίγματα σε μετοχές κατά τη διάρκεια κατάλληλης χρονικής περιόδου πριν από τη λήψη άδειας χρήσης του εν λόγω συστήματος διαβάθμισης ή της προσέγγισης εσωτερικών υποδειγμάτων για ανοίγματα σε μετοχές, έχει αξιολογήσει κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου εάν το σύστημα διαβάθμισης ή οι προσεγγίσεις εσωτερικών υποδειγμάτων για ανοίγματα σε μετοχές είναι κατάλληλα για το εύρος εφαρμογής του συστήματος διαβάθμισης ή των προσεγγίσεων εσωτερικών υποδειγμάτων για ανοίγματα σε μετοχές και έχει προβεί στις αναγκαίες αλλαγές στα εν λόγω συστήματα ή τις προσεγγίσεις για ανοίγματα σε μετοχές που προέκυψαν βάσει της αξιολόγησής του,

ζ) το ίδρυμα έχει υπολογίσει βάσει της προσέγγισης ΠΕΔ τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που προκύπτουν από τις εκτιμήσεις του για τις παραμέτρους κινδύνου και είναι σε θέση να υποβάλει την έκθεση που απαιτείται δυνάμει του άρθρου 99,

η) το ίδρυμα έχει ταξινομήσει και συνεχίζει να ταξινομεί κάθε άνοιγμα που περιλαμβάνεται στο εύρος εφαρμογής συστήματος διαβάθμισης σε βαθμίδα ή ομάδα αυτού του συστήματος διαβάθμισης· το ίδρυμα έχει ταξινομήσει και συνεχίζει να ταξινομεί κάθε άνοιγμα που περιλαμβάνεται στο εύρος εφαρμογής προσέγγισης για ανοίγματα σε μετοχές σε αυτή την προσέγγιση εσωτερικών υποδειγμάτων.

Οι απαιτήσεις χρήσης προσέγγισης ΠΕΔ, συμπεριλαμβανομένων εσωτερικών εκτιμήσεων για LGD και συντελεστών μετατροπής, ισχύουν και σε περίπτωση που ένα ίδρυμα έχει εφαρμόσει σύστημα διαβάθμισης, ή υπόδειγμα που χρησιμοποιείται στο πλαίσιο συστήματος διαβάθμισης, το οποίο αγόρασε από τρίτο πωλητή.

2.  Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει την προσέγγιση αξιολόγησης που πρέπει να ακολουθούν οι αρμόδιες αρχές για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης ενός ιδρύματος με τις απαιτήσεις χρήσης της προσέγγισης ΠΕΔ.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2014.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 145

Προηγούμενη εμπειρία από τη χρήση προσεγγίσεων ΠΕΔ

1.  Ένα ίδρυμα που υποβάλλει αίτηση εφαρμογής της προσέγγισης ΠΕΔ οφείλει, για τις σχετικές κατηγορίες ανοίγματος ΠΕΔ, να έχει χρησιμοποιήσει συστήματα διαβάθμισης ανταποκρινόμενα εν γένει στις ελάχιστες απαιτήσεις του τμήματος 6, όσον αφορά την εσωτερική μέτρηση και διαχείριση κινδύνου, τουλάχιστον επί μια τριετία προτού αποκτήσει το δικαίωμα χρήσης της προσέγγισης ΠΕΔ.

2.  Το ίδρυμα το οποίο υποβάλλει αίτηση εφαρμογής εσωτερικών εκτιμήσεων για LGD και συντελεστές μετατροπής οφείλει να αποδείξει στις αρμόδιες αρχές ότι εκτιμούσε και εφάρμοζε εσωτερικές εκτιμήσεις για LGD και συντελεστές μετατροπής κατά τρόπο εν γένει συνεπή προς τις ελάχιστες απαιτήσεις του τμήματος 6, όσον αφορά τη χρήση εσωτερικών εκτιμήσεων για τις παραμέτρους αυτές, τουλάχιστον επί μια τριετία προτού αποκτήσει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί εσωτερικές εκτιμήσεις για LGD και συντελεστές μετατροπής.

3.  Αν το ίδρυμα επεκτείνει τη χρήση της προσέγγισης ΠΕΔ μετά την αρχική άδεια, το ίδρυμα πρέπει να διαθέτει επαρκή εμπειρία για να ικανοποιεί τις απαιτήσεις των παραγράφων 1 και 2 όσον αφορά τα πρόσθετα ανοίγματα που καλύπτονται. Αν η χρήση των συστημάτων διαβάθμισης επεκταθεί και για ανοίγματα που διαφέρουν σημαντικά από τα ήδη καλυπτόμενα, σε βαθμό ώστε η υπάρχουσα εμπειρία να μην μπορεί να θεωρηθεί επαρκής για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των εν λόγω διατάξεων όσον αφορά τα πρόσθετα ανοίγματα, οι απαιτήσεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται χωριστά για τα πρόσθετα ανοίγματα.

Άρθρο 146

Μέτρα που λαμβάνονται όταν παύουν να πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κεφαλαίου

Σε περίπτωση που ένα ίδρυμα παύσει να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του παρόντος κεφαλαίου, οφείλει να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές και να προβεί σε μία από τις κατωτέρω ενέργειες:

α) υποβάλλει, με τρόπο που θα ικανοποιεί την αρμόδια αρχή, πρόγραμμα έγκαιρης επανόδου σε κατάσταση συμμόρφωσης και υλοποιεί το πρόγραμμα αυτό εντός περιόδου που συμφωνείται με την αρμόδια αρχή,

β) αποδεικνύει στις αρμόδιες αρχές ότι οι επιπτώσεις της μη συμμόρφωσης είναι επουσιώδεις.

Άρθρο 147

Μεθοδολογία υπαγωγής ανοιγμάτων σε κατηγορίες ανοιγμάτων

1.  Για την υπαγωγή των