EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32019R1009

Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019, για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με τη διάθεση προϊόντων λίπανσης της ΕΕ στην αγορά και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 και (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2003/2003 (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

PE/76/2018/REV/1

OJ L 170, 25.6.2019, p. 1–114 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force: This act has been changed. Current consolidated version: 16/03/2023

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2019/1009/oj

25.6.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 170/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2019/1009 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 5ης Ιουνίου 2019

για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με τη διάθεση προϊόντων λίπανσης της ΕΕ στην αγορά και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 και (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2003/2003

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Οι όροι για τη διάθεση λιπασμάτων στην εσωτερική αγορά εναρμονίστηκαν μερικώς μέσω του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2003/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3), ο οποίος καλύπτει σχεδόν αποκλειστικά τα λιπάσματα από ορυκτά ή από χημικώς παραγόμενα ανόργανα υλικά. Υπάρχει επίσης ανάγκη να αξιοποιηθούν ανακυκλωμένα ή οργανικά υλικά για σκοπούς λίπανσης. Θα πρέπει να θεσπιστούν εναρμονισμένοι όροι για τη διάθεση λιπασμάτων παραγόμενων από τέτοια ανακυκλωμένα ή οργανικά υλικά σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά προκειμένου να παρασχεθεί ένα σημαντικό κίνητρο για την περαιτέρω χρήση τους. Η προώθηση της αυξημένης χρήσης ανακυκλωμένων θρεπτικών στοιχείων θα συνέβαλλε περαιτέρω στην ανάπτυξη της κυκλικής οικονομίας και θα καθιστούσε δυνατή την πιο αποδοτική από άποψη πόρων γενική χρήση των θρεπτικών στοιχείων, ενώ παράλληλα θα μείωνε την εξάρτηση της Ένωσης από θρεπτικά στοιχεία προέλευσης τρίτων χωρών. Επομένως, το πεδίο εφαρμογής της εναρμόνισης θα πρέπει να διευρυνθεί ώστε να συμπεριλάβει ανακυκλωμένα και οργανικά υλικά.

(2)

Ορισμένα προϊόντα χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με λιπάσματα με σκοπό τη βελτίωση της αποδοτικότητας της θρέψης, γεγονός που συμβάλλει στη μείωση της ποσότητας των χρησιμοποιούμενων λιπασμάτων και άρα και των επιπτώσεών τους στο περιβάλλον. Προκειμένου να διευκολυνθεί η ελεύθερη κυκλοφορία αυτών των προϊόντων στην εσωτερική αγορά, η εναρμόνιση θα πρέπει να καλύπτει όχι μόνο τα λιπάσματα, δηλαδή τα προϊόντα που αποσκοπούν στην παροχή θρεπτικών στοιχείων στα φυτά, αλλά και τα προϊόντα που αποσκοπούν στη βελτίωση της αποδοτικότητας της θρέψης των φυτών.

(3)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) καθορίζει τους κανόνες διαπίστευσης των οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης, παρέχει το πλαίσιο για την εποπτεία της αγοράς προϊόντων και για τη διενέργεια ελέγχων σε προϊόντα από τρίτες χώρες και καθορίζει τις γενικές αρχές που διέπουν τη σήμανση CE. Ο εν λόγω κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται στα προϊόντα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα προϊόντα που επωφελούνται από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Ένωσης πληρούν απαιτήσεις που εγγυώνται υψηλό επίπεδο προστασίας δημόσιων συμφερόντων, όπως είναι η υγεία του ανθρώπου, των ζώων και των φυτών, η ασφάλεια και το περιβάλλον.

(4)

Η απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) καθορίζει κοινές αρχές και διατάξεις αναφοράς που εφαρμόζονται σε όλη την τομεακή νομοθεσία, ώστε να εξασφαλίζεται μια συνεκτική βάση για την αναθεώρηση ή την αναδιατύπωση της εν λόγω νομοθεσίας. Επομένως, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2003/2003 θα πρέπει να αντικατασταθεί από τον παρόντα κανονισμό, καταρτισμένο, στο μέτρο του δυνατού, σύμφωνα με τις εν λόγω κοινές αρχές και διατάξεις αναφοράς.

(5)

Σε αντίθεση με τα περισσότερα άλλα μέτρα εναρμόνισης προϊόντων στο ενωσιακό δίκαιο, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2003/2003 δεν απαγορεύει τη διάθεση μη εναρμονισμένων λιπασμάτων στην εσωτερική αγορά σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και με τους γενικούς κανόνες της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) περί ελεύθερης κυκλοφορίας. Δεδομένου του ιδιαίτερα τοπικού χαρακτήρα ορισμένων αγορών προϊόντων, αυτή η δυνατότητα θα πρέπει να διατηρηθεί. Ως εκ τούτου, η συμμόρφωση με τους εναρμονισμένους κανόνες θα πρέπει να παραμείνει προαιρετική και θα πρέπει να απαιτείται μόνο για προϊόντα που προορίζονται να παρέχουν θρεπτικά στοιχεία στα φυτά ή να βελτιώνουν την αποδοτικότητα της θρέψης των φυτών και τα οποία φέρουν το σήμα CE όταν διατίθενται στην αγορά. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να ισχύει για προϊόντα που δεν φέρουν το σήμα CE όταν διατίθενται στην αγορά.

(6)

Οι διάφορες λειτουργίες των προϊόντων επιβάλλουν διαφορετικές απαιτήσεις ασφάλειας και ποιότητας, προσαρμοσμένες στις διάφορες προβλεπόμενες χρήσεις των προϊόντων. Κατά συνέπεια, τα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ θα πρέπει να διακρίνονται σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργίας προϊόντος, καθεμία από τις οποίες θα πρέπει να υπόκειται σε ειδικές απαιτήσεις ασφάλειας και ποιότητας.

(7)

Ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ ενδέχεται να έχει περισσότερες από μία λειτουργίες που περιγράφονται στις κατηγορίες λειτουργίας προϊόντος που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Όταν δηλώνεται μόνο μία από αυτές τις λειτουργίες, θα πρέπει να αρκεί το προϊόν λίπανσης της ΕΕ να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της κατηγορίας λειτουργίας προϊόντος όπου περιγράφεται η εν λόγω λειτουργία. Αντιθέτως, όταν δηλώνονται περισσότερες από μία από αυτές τις λειτουργίες, το προϊόν λίπανσης της ΕΕ θα πρέπει να θεωρείται ως μείγμα δύο ή περισσότερων συστατικών προϊόντων λίπανσης της ΕΕ και θα πρέπει να απαιτείται συμμόρφωση για καθένα από τα συστατικά προϊόντα λίπανσης της ΕΕ σε σχέση με τη λειτουργία του. Μια ειδική κατηγορία λειτουργίας προϊόντος θα πρέπει, συνεπώς, να καλύπτει τα εν λόγω μείγματα.

(8)

Ο παρασκευαστής που χρησιμοποιεί ένα ή περισσότερα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ τα οποία έχουν ήδη υποβληθεί σε αξιολόγηση της συμμόρφωσης, από τον ίδιο τον παρασκευαστή ή άλλον παρασκευαστή, ενδέχεται, εφόσον το επιθυμεί, να βασίζεται στην εν λόγω αξιολόγηση της συμμόρφωσης. Για να μειωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η διοικητική επιβάρυνση, το προϊόν λίπανσης της ΕΕ που προκύπτει θα πρέπει επίσης να θεωρείται ως μείγμα δύο ή περισσότερων συστατικών προϊόντων λίπανσης της ΕΕ και οι πρόσθετες απαιτήσεις συμμόρφωσης για το μείγμα θα πρέπει να περιορίζονται στις πτυχές που δικαιολογούνται από τη δραστηριότητα ανάμειξης.

(9)

Τα διάφορα συστατικά υλικά χρειάζονται διαφορετικές απαιτήσεις διεργασίας και μηχανισμούς ελέγχου, προσαρμοσμένα στη διαφορετική δυνητική επικινδυνότητα και μεταβλητότητα του καθενός. Τα συστατικά υλικά των προϊόντων λίπανσης της ΕΕ θα πρέπει συνεπώς να διακρίνονται σε διαφορετικές κατηγορίες, καθεμία από τις οποίες θα πρέπει να υπόκειται σε ειδικές απαιτήσεις διεργασίας και μηχανισμούς ελέγχου. Θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα να διατίθεται στην αγορά ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ που να αποτελείται από διάφορα συστατικά υλικά υπαγόμενα σε διάφορες κατηγορίες συστατικών υλικών, με καθένα από τα υλικά να συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις της κατηγορίας στην οποία υπάγεται.

(10)

Οι επιμολυντές στα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ, όπως το κάδμιο, ενδεχομένως να έθεταν σε κίνδυνο την υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών, την ασφάλεια ή το περιβάλλον, καθώς συσσωρεύονται στο περιβάλλον και εισέρχονται στην τροφική αλυσίδα. Ως εκ τούτου, η περιεκτικότητα αυτών των προϊόντων σε τέτοιες ουσίες θα πρέπει να είναι περιορισμένη. Επιπλέον, η παρουσία προσμείξεων, ιδίως πολυμερών αλλά και μετάλλου και γυαλιού, στα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ που παράγονται από βιολογικά απόβλητα θα πρέπει είτε να αποτρέπεται είτε να περιορίζεται στον βαθμό που αυτό είναι τεχνικώς εφικτό, μέσω ανίχνευσης τέτοιων προσμείξεων στα χωριστά συλλεγόμενα βιολογικά απόβλητα πριν από την επεξεργασία.

(11)

Διάφορα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει εθνικές διατάξεις που περιορίζουν την περιεκτικότητα σε κάδμιο των φωσφορικών λιπασμάτων, για λόγους προστασίας της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος. Εάν ένα κράτος μέλος κρίνει αναγκαίο να διατηρήσει τις εν λόγω εθνικές διατάξεις μετά την έγκριση εναρμονισμένων οριακών τιμών δυνάμει του παρόντος κανονισμού και έως ότου οι εν λόγω εναρμονισμένες οριακές τιμές εξισωθούν με τις ήδη θεσπισμένες εθνικές οριακές τιμές ή είναι χαμηλότερες από αυτές, θα πρέπει να κοινοποιεί τις διατάξεις αυτές στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 114 παράγραφος 4 ΣΛΕΕ. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 114 παράγραφος 5 ΣΛΕΕ, εάν ένα κράτος μέλος κρίνει αναγκαίο να θεσπίσει νέες εθνικές διατάξεις, όπως διατάξεις για τον περιορισμό της περιεκτικότητας σε κάδμιο των φωσφορικών λιπασμάτων, επί τη βάσει νέων επιστημονικών στοιχείων σχετικών με την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας, για λόγους οι οποίοι συντρέχουν μόνον στην περίπτωσή του και οι οποίοι ανακύπτουν μετά την έκδοση του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να κοινοποιεί στην Επιτροπή τις μελετώμενες διατάξεις και τους λόγους που υπαγορεύουν τη θέσπισή τους. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 114 παράγραφος 6 ΣΛΕΕ, θα πρέπει να εξακριβώνει εάν οι κοινοποιηθείσες εθνικές διατάξεις αποτελούν μέσο αυθαίρετων διακρίσεων, συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου ή εμπόδιο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

(12)

Δεδομένου ότι σε ορισμένα κράτη μέλη έχουν χορηγηθεί παρεκκλίσεις από το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2003/2003 σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ, όσον αφορά την περιεκτικότητα σε κάδμιο των λιπασμάτων για λόγους, μεταξύ άλλων, προστασίας της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος στο πλαίσιο των ιδιαίτερων εδαφικών και κλιματικών συνθηκών που επικρατούν στα εν λόγω κράτη μέλη, και εφόσον οι πραγματικές περιστάσεις που οδήγησαν στη χορήγηση των εν λόγω παρεκκλίσεων από την Επιτροπή εξακολουθούν να ισχύουν, τα εν λόγω κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να συνεχίζουν να εφαρμόζουν τις οικείες εθνικές οριακές τιμές για την περιεκτικότητα σε κάδμιο, μέχρις ότου εφαρμοστούν σε ενωσιακό επίπεδο οι εναρμονισμένες οριακές τιμές για την περιεκτικότητα σε κάδμιο των φωσφορικών λιπασμάτων, οι οποίες θα είναι ίσες ή χαμηλότερες από τις εν λόγω εθνικές οριακές τιμές.

(13)

Για να διευκολυνθεί η συμμόρφωση των φωσφορικών λιπασμάτων με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και να ενισχυθεί η καινοτομία, θα πρέπει να παρασχεθούν επαρκή κίνητρα για την ανάπτυξη συναφών τεχνολογιών, ιδιαίτερα της τεχνολογίας αποκαδμίωσης, και για τη διαχείριση πλούσιων σε κάδμιο επικίνδυνων αποβλήτων υπό τη μορφή σχετικών χρηματοδοτικών πόρων, όπως οι πόροι που διατίθενται στο πλαίσιο του προγράμματος «Ορίζων Ευρώπη», της πλατφόρμας χρηματοδοτικής στήριξης της κυκλικής οικονομίας ή μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Τα κίνητρα αυτά θα πρέπει να στοχεύουν σε λύσεις αποκαδμίωσης που είναι οικονομικά βιώσιμες σε βιομηχανική κλίμακα και επιτρέπουν κατάλληλη επεξεργασία των αποβλήτων που δημιουργούνται.

(14)

Σε προϊόν λίπανσης της ΕΕ που πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να επιτρέπεται η ελεύθερη κυκλοφορία στην εσωτερική αγορά. Όταν ένα ή περισσότερα από τα συστατικά υλικά είναι παράγωγα προϊόντα κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6), αλλά έχουν φθάσει σε σημείο της αλυσίδας παρασκευής πέραν του οποίου δεν συνιστούν πλέον σημαντικό κίνδυνο για την υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών, για την ασφάλεια ή για το περιβάλλον («τελικό σημείο στην αλυσίδα παρασκευής»), τότε η συνεχιζόμενη υπαγωγή του προϊόντος στις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού θα αποτελούσε άσκοπη διοικητική επιβάρυνση. Κατά συνέπεια, τέτοια προϊόντα λίπανσης θα πρέπει να αποκλείονται από τις απαιτήσεις του εν λόγω κανονισμού. Συνεπώς, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(15)

Για κάθε κατηγορία συστατικών υλικών που περιλαμβάνει παράγωγα προϊόντα κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1069/2009, το τελικό σημείο στην αλυσίδα παρασκευής θα πρέπει να προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται στον εν λόγω κανονισμό. Όταν το τελικό αυτό σημείο επιτυγχάνεται πριν τεθεί σε κυκλοφορία το προϊόν λίπανσης της ΕΕ αλλά μετά την έναρξη της διαδικασίας παρασκευής που διέπεται από τον παρόντα κανονισμό, οι απαιτήσεις διεργασίας που ορίζουν τόσο ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 όσο και ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζονται σωρευτικά στο προϊόν λίπανσης της ΕΕ, γεγονός που σημαίνει πως όπου κάποια παράμετρος ρυθμίζεται και από τους δύο κανονισμούς θα ισχύει η αυστηρότερη από τις δύο απαιτήσεις.

(16)

Παράγωγα προϊόντα κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 τα οποία έχουν ήδη τεθεί σε κυκλοφορία στην αγορά και χρησιμοποιούνται στην Ένωση ως οργανικά λιπάσματα και βελτιωτικά εδάφους σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό αποτελούν πολλά υποσχόμενες πρώτες ύλες για την παραγωγή καινοτόμων προϊόντων λίπανσης σε μια κυκλική οικονομία. Μόλις ένα τελικό σημείο στην αλυσίδα παρασκευής έχει προσδιοριστεί για το αντίστοιχο παράγωγο προϊόν, στα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ που περιέχουν τέτοια παράγωγα προϊόντα σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να χορηγείται ελεύθερη κυκλοφορία στην εσωτερική αγορά χωρίς να υπόκεινται στις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1069/2009. Για τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή θα πρέπει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, να διενεργεί μια πρώτη αξιολόγηση για να εξακριβώσει εάν μπορεί να προσδιοριστεί ένα τελικό σημείο στην αλυσίδα παρασκευής.

(17)

Στην περίπτωση κινδύνων για τη δημόσια υγεία ή την υγεία των ζώων από προϊόντα λίπανσης που προέρχονται από ζωικά υποπροϊόντα, θα πρέπει να είναι εφικτή η προσφυγή σε μέτρα διασφάλισης σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7), όπως συμβαίνει για τις υπόλοιπες κατηγορίες προϊόντων που παράγονται από ζωικά υποπροϊόντα.

(18)

Η διάθεση στην αγορά ζωικού υποπροϊόντος ή παράγωγου προϊόντος κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 για το οποίο δεν έχει προσδιοριστεί τελικό σημείο στην αλυσίδα παρασκευής ή το οποίο δεν έχει φτάσει στο προσδιορισμένο τελικό σημείο κατά τον χρόνο της διάθεσης στην αγορά υπόκειται στις απαιτήσεις του εν λόγω κανονισμού. Ως εκ τούτου, θα ήταν παραπλανητικό να προβλεφθεί η σήμανση CE του προϊόντος σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Κάθε προϊόν το οποίο περιέχει ή αποτελείται από τέτοιο ζωικό υποπροϊόν ή παράγωγο προϊόν θα πρέπει συνεπώς να εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Τα μη επεξεργασμένα ζωικά υποπροϊόντα δεν θα πρέπει να υπάγονται στον παρόντα κανονισμό.

(19)

Για ορισμένα ανακτηθέντα απόβλητα, όπως ο στρουβίτης, ο βιοξυλάνθρακας και τα προϊόντα με βάση τις τέφρες, κατά την έννοια της οδηγίας 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8), έχει διαπιστωθεί ζήτηση στην αγορά για τη χρήση τους ως προϊόντων λίπανσης. Επιπλέον, θα πρέπει να ισχύουν ορισμένες απαιτήσεις για τα απόβλητα που χρησιμοποιούνται ως υλικά εισροής στις δραστηριότητες ανάκτησης, για τις διεργασίες και τεχνικές επεξεργασίας, καθώς και για τα προϊόντα λίπανσης που προκύπτουν από τη δραστηριότητα ανάκτησης, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η χρήση των εν λόγω προϊόντων λίπανσης δεν συνεπάγεται συνολικά δυσμενείς επιπτώσεις για το περιβάλλον ή την ανθρώπινη υγεία. Για τα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ, οι εν λόγω απαιτήσεις θα πρέπει να καθοριστούν στον παρόντα κανονισμό. Ως εκ τούτου, από τη στιγμή που τα εν λόγω προϊόντα συμμορφώνονται με όλες τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να παύουν να θεωρούνται απόβλητα, κατά την έννοια της οδηγίας 2008/98/ΕΚ, και συνεπώς τα προϊόντα λίπανσης που περιέχουν ή που αποτελούνται από τέτοια ανακτηθέντα υλικά αποβλήτων θα πρέπει να μπορούν να έχουν πρόσβαση στην εσωτερική αγορά. Προκειμένου να διασφαλιστεί ασφάλεια δικαίου, να αξιοποιηθούν οι τεχνικές εξελίξεις και να ενισχυθεί περαιτέρω το κίνητρο των παραγωγών για μεγαλύτερη χρήση πολύτιμων ροών αποβλήτων, η διενέργεια επιστημονικών αναλύσεων και ο καθορισμός απαιτήσεων ανάκτησης σε επίπεδο Ένωσης για τα προϊόντα αυτά θα πρέπει να ξεκινήσουν αμέσως μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τον καθορισμό, χωρίς περιττές καθυστερήσεις, μεγαλύτερων ή πρόσθετων κατηγοριών συστατικών υλικών κατάλληλων για χρήση στην παραγωγή προϊόντων λίπανσης της ΕΕ.

(20)

Ορισμένα υποπροϊόντα κατά την έννοια της οδηγίας 2008/98/ΕΚ χρησιμοποιούνται επί του παρόντος από τους παρασκευαστές ως συστατικά προϊόντων λίπανσης ή αναμένεται να χρησιμοποιηθούν σε μελλοντικές αναδυόμενες αγορές. Για τα συστατικά αυτά, θα πρέπει να θεσπιστούν ειδικές απαιτήσεις σε χωριστή κατηγορία συστατικών υλικών στο παράρτημα II του παρόντος κανονισμού.

(21)

Ορισμένες ουσίες και μείγματα, που κοινώς αποκαλούνται αναστολείς, βελτιώνουν τον τρόπο έκλυσης των θρεπτικών στοιχείων των λιπασμάτων επιβραδύνοντας ή διακόπτοντας τη δραστηριότητα συγκεκριμένων ομάδων μικροοργανισμών ή ενζύμων. Για αναστολείς που διατίθενται στην αγορά προοριζόμενοι να προστεθούν σε προϊόντα λίπανσης, ο παρασκευαστής θα πρέπει να είναι υπεύθυνος για τη διασφάλιση ότι οι εν λόγω αναστολείς πληρούν ορισμένα κριτήρια απόδοσης. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω αναστολείς θα πρέπει να θεωρούνται προϊόντα λίπανσης της ΕΕ βάσει του παρόντος κανονισμού. Επιπλέον, τα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ που περιέχουν τέτοιους αναστολείς θα πρέπει να υπόκεινται σε ορισμένα κριτήρια απόδοσης και ασφάλειας και περιβαλλοντικά κριτήρια. Συνεπώς, οι εν λόγω αναστολείς θα πρέπει επίσης να ρυθμίζονται ως συστατικά υλικά για προϊόντα λίπανσης της ΕΕ.

(22)

Ορισμένες ουσίες, μείγματα και μικροοργανισμοί, που καλούνται βιοδιεγέρτες φυτών, δεν είναι εισροές θρεπτικών στοιχείων τα ίδια αλλά διεγείρουν τις φυσικές διεργασίες θρέψης των φυτών. Όταν τα προϊόντα αυτά αποσκοπούν αποκλειστικά στη βελτίωση της αποδοτικότητας της χρήσης των θρεπτικών στοιχείων από τα φυτά, της αντοχής σε αβιοτικές καταπονήσεις, των χαρακτηριστικών ποιότητας ή στην αύξηση της διαθεσιμότητας θρεπτικών στοιχείων που συγκρατούνται στο έδαφος ή στη ριζόσφαιρα, τότε είναι εκ της φύσεώς τους όμοια με προϊόντα λίπανσης μάλλον παρά με τις περισσότερες κατηγορίες φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Ενεργούν συμπληρωματικά προς τα λιπάσματα, με στόχο τη βελτιστοποίηση της αποτελεσματικότητας των εν λόγω λιπασμάτων και τη μείωση της δοσολογίας εφαρμογής των θρεπτικών στοιχείων. Τα προϊόντα αυτά θα πρέπει, συνεπώς, να είναι επιλέξιμα για σήμανση CE βάσει του παρόντος κανονισμού και να αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9). Συνεπώς, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(23)

Προϊόντα με μία ή περισσότερες λειτουργίες, μία από τις οποίες εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009, αποτελούν φυτοπροστατευτικά προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού. Τα προϊόντα αυτά θα πρέπει να παραμένουν υπό καθεστώς ελέγχου σχεδιασμένου για τέτοια προϊόντα όπως προβλέπεται από τον εν λόγω κανονισμό. Όταν ένα τέτοιο προϊόν λειτουργεί επιπλέον και ως προϊόν λίπανσης, θα ήταν παραπλανητικό να προβλέπεται η σήμανση CE του προϊόντος σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, αφού η διάθεση ενός φυτοπροστατευτικού προϊόντος στην αγορά εξαρτάται από την ύπαρξη έγκυρης άδειας για το προϊόν στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος. Συνεπώς, τέτοια προϊόντα θα πρέπει να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

(24)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εμποδίζει την εφαρμογή της υφιστάμενης ενωσιακής νομοθεσίας σχετικά με πτυχές της προστασίας της υγείας του ανθρώπου, των ζώων και των φυτών, της ασφάλειας και του περιβάλλοντος που δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό. Ως εκ τούτου, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να ισχύει με την επιφύλαξη της οδηγίας 86/278/ΕΟΚ του Συμβουλίου (10), της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου (11), της οδηγίας 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου (12), της οδηγίας 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13), της οδηγίας 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (16), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1881/2006 της Επιτροπής (18), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 του Συμβουλίου (19), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (20), του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 98/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (21),του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1143/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (22), του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (23), της οδηγίας (ΕΕ) 2016/2284 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (24) και του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (25).

(25)

Σύμφωνα με την κοινή πρακτική, το άζωτο, ο φώσφορος και το κάλιο θα πρέπει να αναφέρονται ως «κύρια μακροθρεπτικά στοιχεία» και το ασβέστιο, το μαγνήσιο, το νάτριο και το θείο θα πρέπει να αναφέρονται ως «δευτερεύοντα μακροθρεπτικά στοιχεία». Επίσης σύμφωνα με την κοινή πρακτική, τα λιπάσματα θα πρέπει να αναφέρονται ως «απλά», όταν περιέχουν είτε ένα μόνο μακροθρεπτικό στοιχείο - ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για κύριο ή δευτερεύον - ή μόνο ένα κύριο μακροθρεπτικό στοιχείο σε συνδυασμό με ένα ή περισσότερα δευτερεύοντα μακροθρεπτικά στοιχεία. Σύμφωνα με την ίδια πρακτική, τα λιπάσματα θα πρέπει να αναφέρονται ως «σύνθετα», είτε όταν περιέχουν περισσότερα από ένα κύρια μακροθρεπτικά στοιχεία - ανεξάρτητα από το αν περιέχουν επίσης ένα ή περισσότερα δευτερεύοντα μακροθρεπτικά στοιχεία - είτε όταν δεν περιέχουν κύρια μακροθρεπτικά στοιχεία, αλλά περιέχουν περισσότερα από ένα δευτερεύοντα μακροθρεπτικά στοιχεία.

(26)

Όταν ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ περιέχει ουσία ή μείγμα κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006, η ασφάλεια των συστατικών ουσιών του για την προβλεπόμενη χρήση θα πρέπει να βεβαιώνεται μέσω καταχώρισης σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό. Οι απαιτήσεις πληροφόρησης θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η ασφάλεια της προβλεπόμενης χρήσης του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ καταδεικνύεται με τρόπο συγκρίσιμο με εκείνον που επιτυγχάνεται μέσω άλλων κανονιστικών καθεστώτων για τα προϊόντα που προορίζονται για χρήση σε καλλιεργήσιμα εδάφη ή σε καλλιέργειες, ιδίως μέσω της εθνικής νομοθεσίας των κρατών μελών για τα λιπάσματα και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009. Συνεπώς, όταν οι πραγματικές ποσότητες που τίθενται σε κυκλοφορία είναι χαμηλότερες από 10 τόνους ανά εταιρεία ανά έτος, οι απαιτήσεις πληροφόρησης που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 για την καταχώριση ουσιών σε ποσότητες μεταξύ 10 και 100 τόνων θα πρέπει κατ’ εξαίρεση να εφαρμόζονται ως προϋπόθεση για τη χρήση σε προϊόντα λίπανσης της ΕΕ. Οι εν λόγω απαιτήσεις πληροφόρησης θα πρέπει να ισχύουν για τις ουσίες που πράγματι περιέχονται στο προϊόν λίπανσης της ΕΕ, σε αντιδιαστολή με τις πρόδρομες ουσίες που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή των εν λόγω ουσιών. Οι ίδιες οι πρόδρομες ουσίες, όπως το θειικό οξύ που χρησιμοποιείται ως πρόδρομη ουσία για την παραγωγή απλού υπερφωσφορικού, δεν θα πρέπει να ρυθμίζονται ως συστατικά υλικά για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, διότι η χημική ασφάλεια διασφαλίζεται καλύτερα εάν ρυθμίζονται ως συστατικά υλικά οι ουσίες που σχηματίζονται από τις πρόδρομες ουσίες και που πραγματικά περιέχονται στο προϊόν λίπανσης της ΕΕ. Ως εκ τούτου, η υποχρέωση τήρησης όλων των απαιτήσεων μιας κατηγορίας συστατικών υλικών θα πρέπει να ισχύει για τις εν λόγω ουσίες.

(27)

Σε περίπτωση που οι πραγματικές ποσότητες ουσιών στα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ που ρυθμίζονται από τον παρόντα κανονισμό είναι μεγαλύτερες από τους 100 τόνους, οι πρόσθετες απαιτήσεις πληροφόρησης που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 θα πρέπει να εφαρμόζονται άμεσα δυνάμει του εν λόγω κανονισμού. Ούτε η εφαρμογή των υπόλοιπων διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 θα πρέπει να θίγεται από τον παρόντα κανονισμό.

(28)

Οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να φέρουν την ευθύνη για τη συμμόρφωση των προϊόντων λίπανσης της ΕΕ προς τον παρόντα κανονισμό, ανάλογα με τον ρόλο που διαδραματίζουν αντιστοίχως στην αλυσίδα εφοδιασμού, έτσι ώστε να διασφαλίζουν υψηλό επίπεδο προστασίας των ζητημάτων δημόσιου συμφέροντος που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό και να εγγυώνται επίσης θεμιτό ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά. Όποτε κρίνεται σκόπιμο, οι παρασκευαστές και οι εισαγωγείς θα πρέπει να διενεργούν δειγματοληπτικές δοκιμές των προϊόντων λίπανσης της ΕΕ που διέθεσαν στην αγορά, προκειμένου να προστατεύσουν την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών και το περιβάλλον.

(29)

Είναι απαραίτητο να προβλεφθεί σαφής και αναλογική κατανομή των υποχρεώσεων, η οποία να ανταποκρίνεται στον ρόλο κάθε οικονομικού φορέα στην αλυσίδα εφοδιασμού και διανομής.

(30)

Ο παρασκευαστής, γνωρίζοντας λεπτομερώς τη διαδικασία σχεδιασμού και παραγωγής, βρίσκεται στην καλύτερη θέση για να διενεργεί τη διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης. Συνεπώς, η αξιολόγηση της συμμόρφωσης των προϊόντων λίπανσης της ΕΕ θα πρέπει να παραμείνει υποχρέωση του παρασκευαστή και μόνο.

(31)

Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι τα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ που εισέρχονται στην εσωτερική αγορά από τρίτες χώρες συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό και ιδίως ότι οι παρασκευαστές έχουν διενεργήσει τις κατάλληλες διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης όσον αφορά τα εν λόγω προϊόντα λίπανσης της ΕΕ. Θα πρέπει, επομένως, να υπάρξει πρόβλεψη ώστε οι εισαγωγείς να εξασφαλίζουν ότι τα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ που αυτοί θέτουν σε κυκλοφορία συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και ότι οι εισαγωγείς δεν θέτουν σε κυκλοφορία προϊόντα λίπανσης της ΕΕ που δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις αυτές ή συνιστούν κίνδυνο για την υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών, για την ασφάλεια ή για το περιβάλλον. Θα πρέπει επίσης να υπάρξει πρόβλεψη ώστε οι εισαγωγείς αυτοί να εξασφαλίζουν ότι έχουν διενεργηθεί οι διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης και ότι η σήμανση των προϊόντων λίπανσης της ΕΕ και οι φάκελοι που συντάσσουν οι παρασκευαστές είναι στη διάθεση των αρμόδιων εθνικών αρχών προς επιθεώρηση.

(32)

Όταν θέτουν σε κυκλοφορία ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ, οι εισαγωγείς θα πρέπει να αναγράφουν πάνω στη συσκευασία του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ το όνομά τους, την καταχωρισμένη εμπορική επωνυμία ή το σήμα κατατεθέν τους και την ταχυδρομική διεύθυνση επικοινωνίας τους, ούτως ώστε να καθίσταται εφικτή η εποπτεία της αγοράς.

(33)

Δεδομένου ότι οι διανομείς διαθέτουν στην αγορά ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ το οποίο έχει προηγουμένως τεθεί σε κυκλοφορία από τον παρασκευαστή ή τον εισαγωγέα, θα πρέπει να ενεργούν με τη δέουσα προσοχή ώστε να διασφαλίζεται ότι ο τρόπος χειρισμού του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ δεν επηρεάζει αρνητικά τη συμμόρφωση του εν λόγω προϊόντος λίπανσης της ΕΕ με τον παρόντα κανονισμό.

(34)

Οικονομικοί φορείς που θέτουν σε κυκλοφορία προϊόν λίπανσης της ΕΕ με τη δική τους επωνυμία ή εμπορικό σήμα ή τροποποιούν προϊόν λίπανσης της ΕΕ κατά τρόπο ώστε να επηρεάζεται ενδεχομένως η συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να θεωρούνται παρασκευαστές και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να αναλαμβάνουν τις υποχρεώσεις των παρασκευαστών. Σε άλλες περιπτώσεις, οι οικονομικοί φορείς που απλώς συσκευάζουν ή ανασυσκευάζουν προϊόντα λίπανσης της ΕΕ που έχουν ήδη τεθεί σε κυκλοφορία από άλλους οικονομικούς φορείς θα πρέπει να δύνανται να αποδείξουν ότι δεν έχει θιγεί η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, με την αναγραφή των στοιχείων τους επί του συσκευασμένου προϊόντος και τη διατήρηση αντιγράφου των αρχικών στοιχείων της επισήμανσης.

(35)

Καθώς οι διανομείς και οι εισαγωγείς βρίσκονται κοντά στην αγορά, θα πρέπει να συμμετέχουν στα καθήκοντα εποπτείας της αγοράς που εκτελούνται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές και θα πρέπει υποχρεωτικά να συμμετέχουν ενεργά και να παρέχουν στις εν λόγω αρχές όλες τις αναγκαίες πληροφορίες που αφορούν το προϊόν λίπανσης της ΕΕ.

(36)

Η διασφάλιση της ιχνηλασιμότητας ενός προϊόντος λίπανσης της ΕΕ καθ’ όλο το μήκος της αλυσίδας εφοδιασμού συμβάλλει στην απλούστερη και αποδοτικότερη εποπτεία της αγοράς. Με αποδοτικό σύστημα ιχνηλασιμότητας διευκολύνεται το έργο των αρχών εποπτείας της αγοράς όσον αφορά τον εντοπισμό των οικονομικών φορέων που είναι υπεύθυνοι για τη διάθεση μη συμμορφούμενων προϊόντων λίπανσης της ΕΕ στην αγορά. Στο πλαίσιο της τήρησης των στοιχείων που απαιτούνται για την ταυτοποίηση άλλων οικονομικών φορέων, δεν θα πρέπει να απαιτείται από τους οικονομικούς φορείς να επικαιροποιούν τα στοιχεία αυτά για άλλους οικονομικούς φορείς που είτε τους έχουν προμηθεύσει προϊόντα λίπανσης της ΕΕ είτε έχουν προμηθευτεί από αυτούς προϊόντα λίπανσης της ΕΕ, αφού συνήθως δεν έχουν στη διάθεσή τους τέτοιες επικαιροποιημένες πληροφορίες.

(37)

Για να διευκολυνθεί η αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, είναι απαραίτητο να προβλεφθεί τεκμήριο συμμόρφωσης για τα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ τα οποία συμμορφώνονται με εναρμονισμένα πρότυπα που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (26) ή με κοινές προδιαγραφές που έχουν θεσπιστεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

(38)

Για να δοθεί η δυνατότητα στους οικονομικούς φορείς να αποδείξουν, και στις αρμόδιες αρχές να επαληθεύσουν, ότι τα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ που διατίθενται στην αγορά ικανοποιούν τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, είναι απαραίτητο να προβλεφθούν διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης. Με την απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ θεσπίζονται ενότητες για τις διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης, από τη λιγότερο αυστηρή έως την περισσότερο αυστηρή, ανάλογα με το επίπεδο του σχετικού κινδύνου και το επίπεδο της απαιτούμενης ασφάλειας. Για να διασφαλιστεί διατομεακή συνοχή και να αποφευχθούν οι ad hoc παραλλαγές, οι διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης θα πρέπει να επιλέγονται από τις εν λόγω ενότητες. Θα πρέπει να είναι δυνατό για τους παρασκευαστές να επιλέξουν αυστηρότερη διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης για την αξιολόγηση προϊόντος λίπανσης της ΕΕ επιλέξιμου για λιγότερο αυστηρή διαδικασία, δεδομένου ότι αυτό μπορεί να δώσει τη δυνατότητα στους παρασκευαστές να εξορθολογίσουν τη διαχείρισή τους χωρίς να θέσουν σε κίνδυνο τη συμμόρφωση του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ. Περαιτέρω, είναι αναγκαίο να προσαρμοστούν οι ενότητες που προβλέπονται στην απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ, ώστε να ληφθούν υπόψη ορισμένες ιδιαίτερες πτυχές των προϊόντων λίπανσης. Είναι ειδικότερα αναγκαίο να ενισχυθούν τα συστήματα ποιότητας και η συμμετοχή των κοινοποιημένων οργανισμών στην αξιολόγηση της συμμόρφωσης ορισμένων προϊόντων λίπανσης της ΕΕ που παράγονται από ανακτηθέντα απόβλητα.

(39)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα λιπάσματα νιτρικού αμμωνίου με υψηλή περιεκτικότητα σε άζωτο δεν συνιστούν απειλή για την ασφάλεια και ότι τα λιπάσματα αυτά δεν χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους για τους οποίους προορίζονται, για παράδειγμα ως εκρηκτικά, τα λιπάσματα αυτά θα πρέπει να υπόκεινται σε ειδικές απαιτήσεις σχετικά με τις δοκιμές εκρηκτικότητας και με την ιχνηλασιμότητα.

(40)

Προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματική πρόσβαση στις πληροφορίες για σκοπούς εποπτείας της αγοράς, οι πληροφορίες που αφορούν τη συμμόρφωση με όλες τις πράξεις της Ένωσης που εφαρμόζονται στα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ θα πρέπει να παρέχονται με τη μορφή ενιαίας δήλωσης συμμόρφωσης ΕΕ. Για τη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης των οικονομικών φορέων, θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα η εν λόγω ενιαία δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ να είναι φάκελος που περιλαμβάνει τις σχετικές επιμέρους δηλώσεις συμμόρφωσης.

(41)

Η σήμανση CE, που δηλώνει τη συμμόρφωση προϊόντος λίπανσης της ΕΕ με τον παρόντα κανονισμό, είναι η ορατή έκβαση μιας ολόκληρης διαδικασίας η οποία συμπεριλαμβάνει την αξιολόγηση της συμμόρφωσης υπό ευρεία έννοια. Οι γενικές αρχές που διέπουν τη σήμανση CE και τη σχέση της με άλλες σημάνσεις διατυπώνονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008. Θα πρέπει να καθοριστούν ειδικοί κανόνες που να διέπουν την τοποθέτηση της σήμανσης CE στην περίπτωση των προϊόντων λίπανσης της ΕΕ.

(42)

Ορισμένες διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό απαιτούν την παρέμβαση οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης, οι οποίοι κοινοποιούνται από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή.

(43)

Είναι, ωστόσο, σημαντικό όλοι οι κοινοποιημένοι οργανισμοί να εκτελούν τα καθήκοντά τους στο ίδιο επίπεδο και με συνθήκες θεμιτού ανταγωνισμού. Αυτό προϋποθέτει τον καθορισμό υποχρεωτικών απαιτήσεων για τους οργανισμούς αξιολόγησης της συμμόρφωσης που επιθυμούν να κοινοποιηθούν για να παρέχουν υπηρεσίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης.

(44)

Εάν ένας οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης αποδείξει τη συμμόρφωση προς τα κριτήρια που ορίζονται στα εναρμονισμένα πρότυπα, τότε θα πρέπει να τεκμαίρεται η συμμόρφωση και προς τις αντίστοιχες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

(45)

Για να διασφαλιστεί ομοιόμορφο επίπεδο ποιότητας κατά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης των προϊόντων λίπανσης της ΕΕ, χρειάζεται επίσης να καθοριστούν απαιτήσεις για τις κοινοποιούσες αρχές και τους άλλους φορείς που συμμετέχουν στην αξιολόγηση, την κοινοποίηση και την παρακολούθηση των κοινοποιημένων οργανισμών.

(46)

Το σύστημα που θεσπίζεται με τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να συμπληρώνεται με το σύστημα διαπίστευσης που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008. Επειδή η διαπίστευση είναι βασικό μέσο για να επαληθεύεται η επάρκεια των οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης, θα πρέπει να χρησιμοποιείται επίσης για τον σκοπό της κοινοποίησης.

(47)

Λόγω της μεταβλητής φύσης ορισμένων συστατικών υλικών προϊόντων λίπανσης της ΕΕ, καθώς και της δυνητικά ανεπανόρθωτης φύσης ορισμένων από τις βλάβες που μπορεί να προκαλέσει η έκθεση του εδάφους και των καλλιεργειών σε προσμείξεις, η διαφανής διαπίστευση που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και διασφαλίζει το αναγκαίο επίπεδο εμπιστοσύνης στα πιστοποιητικά συμμόρφωσης των προϊόντων λίπανσης της ΕΕ θα πρέπει να είναι το μοναδικό μέσο απόδειξης της τεχνικής επάρκειας των οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης.

(48)

Οι οργανισμοί αξιολόγησης της συμμόρφωσης συχνά αναθέτουν υπεργολαβικά σε τρίτους ή σε θυγατρικές τους μέρη των δραστηριοτήτων τους που συνδέονται με την αξιολόγηση της συμμόρφωσης. Για να εξασφαλιστεί το επίπεδο της προστασίας που απαιτείται για τα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ που πρόκειται να τεθούν σε κυκλοφορία, έχει σημασία οι υπεργολάβοι και οι θυγατρικές που αξιολογούν τη συμμόρφωση να πληρούν, για την εκτέλεση των καθηκόντων αξιολόγησης της συμμόρφωσης, τις ίδιες απαιτήσεις όπως και οι κοινοποιημένοι οργανισμοί. Είναι συνεπώς σημαντικό η αξιολόγηση της επάρκειας και της απόδοσης των οργανισμών που πρόκειται να κοινοποιηθούν, καθώς και η παρακολούθηση των ήδη κοινοποιημένων οργανισμών, να καλύπτουν και δραστηριότητες που διεξάγονται από υπεργολάβους και θυγατρικές.

(49)

Είναι ανάγκη να προβλεφθεί μια αποδοτική και διαφανής διαδικασία κοινοποίησης και, ειδικότερα, να προσαρμοστεί η διαδικασία αυτή στις νέες τεχνολογίες ώστε να καταστεί δυνατή η ηλεκτρονική κοινοποίηση.

(50)

Επειδή οι υπηρεσίες που προσφέρουν οι κοινοποιημένοι οργανισμοί σε ένα κράτος μέλος ενδέχεται να αφορούν προϊόντα λίπανσης της ΕΕ που διατίθενται στην αγορά ολόκληρης της Ένωσης, κρίνεται σκόπιμο να δοθεί στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή η δυνατότητα να υποβάλλουν ενστάσεις σχετικά με κοινοποιημένο οργανισμό. Συνεπώς, είναι σημαντικό να προβλεφθεί χρονικό διάστημα κατά το οποίο θα μπορούν να αποσαφηνίζονται τυχόν αμφιβολίες ή ανησυχίες ως προς την επάρκεια των οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης, προτού αυτοί αρχίσουν να λειτουργούν ως κοινοποιημένοι οργανισμοί.

(51)

Για λόγους διευκόλυνσης της πρόσβασης στην αγορά, έχει καθοριστική σημασία οι κοινοποιημένοι οργανισμοί να εφαρμόζουν τις διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης χωρίς περιττές επιβαρύνσεις για τους οικονομικούς φορείς. Για τον ίδιο λόγο και για να διασφαλιστεί η ίση μεταχείριση των οικονομικών φορέων, είναι αναγκαίο να διασφαλίζεται συνέπεια στην τεχνική εφαρμογή των διαδικασιών αξιολόγησης της συμμόρφωσης. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα με τον κατάλληλο συντονισμό και τη συνεργασία των κοινοποιημένων οργανισμών.

(52)

Για λόγους ασφάλειας δικαίου, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι οι κανόνες για την εποπτεία της εσωτερικής αγοράς και για τον έλεγχο των προϊόντων που εισέρχονται στην εσωτερική αγορά οι οποίοι προβλέπονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008 ισχύουν και για τα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό. Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να επιλέγουν τις αρμόδιες αρχές που θα εκτελούν αυτά τα καθήκοντα.

(53)

Τα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ θα πρέπει να τίθενται σε κυκλοφορία μόνο εφόσον είναι επαρκώς αποτελεσματικά και δεν παρουσιάζουν κίνδυνο για την υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών, για την ασφάλεια ή για το περιβάλλον, όταν έχουν αποθηκευτεί καταλλήλως και χρησιμοποιούνται για τον σκοπό για τον οποίο προορίζονται ή υπό εύλογα προβλέψιμες συνθήκες χρήσης, δηλαδή όταν η χρήση τους μπορεί να είναι απόρροια νόμιμης και άμεσα προβλέψιμης ανθρώπινης συμπεριφοράς..

(54)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2003/2003 προβλέπει διαδικασία διασφάλισης με την οποία η Επιτροπή μπορεί να εξετάζει την αιτιολόγηση των μέτρων που λαμβάνει ένα κράτος μέλος εις βάρος λιπασμάτων ΕΚ τα οποία θεωρείται ότι συνιστούν κίνδυνο. Προκειμένου να αυξηθεί η διαφάνεια και να μειωθεί ο χρόνος διεκπεραίωσης, είναι ανάγκη να βελτιωθεί η ισχύουσα διαδικασία διασφάλισης έτσι ώστε να γίνει πιο αποτελεσματική και να αξιοποιηθεί η πείρα που έχει συγκεντρωθεί στα κράτη μέλη.

(55)

Το υπάρχον σύστημα θα πρέπει να συμπληρωθεί με διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας τα ενδιαφερόμενα μέρη θα ενημερώνονται για τα μέτρα που πρόκειται να ληφθούν σχετικά με τα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ που συνιστούν κίνδυνο για την υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών, για την ασφάλεια ή για το περιβάλλον. Θα πρέπει επίσης να δίνει τη δυνατότητα στις αρχές εποπτείας της αγοράς, σε συνεργασία με τους σχετικούς οικονομικούς φορείς, να ενεργούν σε πρώιμο στάδιο σε σχέση με τέτοιου είδους προϊόντα λίπανσης της ΕΕ.

(56)

Οι υποχρεώσεις των αρχών εποπτείας της αγοράς στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού να απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς να λαμβάνουν διορθωτικά μέτρα θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο σε προϊόντα λίπανσης που φέρουν τη σήμανση CE όταν αυτά διατίθενται στην αγορά. Οι εν λόγω υποχρεώσεις δεν θα πρέπει να θίγουν επομένως τυχόν δυνατότητα που προβλέπεται στο εθνικό δίκαιο, βάσει της οποίας επιτρέπεται να αφαιρεί ο οικονομικός φορέας τη σήμανση CE και να θέτει νόμιμα σε κυκλοφορία το προϊόν, ως προϊόν που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

(57)

Προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, για προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο, ιδίως στον τομέα της παραγωγής προϊόντων λίπανσης που προέρχονται από ζωικά υποπροϊόντα και στον τομέα της ανάκτησης αποβλήτων, καθώς και στον γεωργικό τομέα και στον τομέα των γεωργικών προϊόντων διατροφής.

(58)

Σημειώνεται ελπιδοφόρος τεχνολογική πρόοδος στον τομέα της ανακύκλωσης των αποβλήτων, όπως η ανακύκλωση φωσφόρου από λυματολάσπη, και της παραγωγής προϊόντων λίπανσης από ζωικά υποπροϊόντα, όπως ο βιοξυλάνθρακας. Τα προϊόντα που περιέχουν ή που αποτελούνται από τέτοια υλικά θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στην εσωτερική αγορά χωρίς περιττή καθυστέρηση, όταν οι διαδικασίες παραγωγής έχουν αναλυθεί επιστημονικά και όταν έχουν καθοριστεί απαιτήσεις διεργασίας σε ενωσιακό επίπεδο. Για τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τον καθορισμό και την εισαγωγή πρόσθετων συστατικών υλικών κατάλληλων για χρήση στην παραγωγή προϊόντων λίπανσης της ΕΕ και των αντίστοιχων οριακών τιμών επιμολυντών σε τέτοια προϊόντα. Η εν λόγω εξουσιοδότηση θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στον βαθμό που δικαιολογείται από την τεχνολογική πρόοδο που διαπιστώνεται μετά την έκδοση του παρόντος κανονισμού, και όχι για τον σκοπό της τροποποίησης οποιωνδήποτε στοιχείων του παρόντος κανονισμού ελλείψει νέων ενδείξεων επίτευξης τέτοιας προόδου. Προκειμένου να βασίζεται η πρόβλεψη νέων οριακών τιμών επιμολυντών στα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ στην πλήρη συνεκτίμηση των άμεσων και έμμεσων επιπτώσεων στην ασφάλεια των τροφίμων και των ζωοτροφών και στο περιβάλλον, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επιστημονικές γνωμοδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων, του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων ή του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Επιτροπής, κατά περίπτωση, πριν από την έγκριση νέων οριακών τιμών επιμολυντών. Για τα παράγωγα προϊόντα κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1069/2009, κατηγορίες συστατικών υλικών θα πρέπει να προστίθενται ή να διευρύνονται μόνο στον βαθμό που θα έχει προσδιοριστεί ένα τελικό σημείο στην αλυσίδα παρασκευής, σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται στον εν λόγω κανονισμό, αφού τα παράγωγα προϊόντα για τα οποία δεν έχει προσδιοριστεί τέτοιο τελικό σημείο εξαιρούνται ούτως ή άλλως από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

(59)

Δεδομένου ότι οι μικροοργανισμοί δεν υπόκεινται σε καταχώριση στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 ή οποιασδήποτε άλλης οριζόντιας ενωσιακής νομοθεσίας η οποία απαιτεί από τους παρασκευαστές να αποδεικνύουν ότι ή προβλεπόμενη χρήση είναι ασφαλής, θα πρέπει να είναι επιλέξιμοι ως συστατικά υλικά για προϊόντα λίπανσης της ΕΕ μόνο στον βαθμό που έχουν σαφώς ταυτοποιηθεί και υποστηριχθεί από δεδομένα που αποδεικνύουν ότι η χρήση τους είναι ασφαλής και περιέχονται σε εξαντλητικό κατάλογο που εγκρίνεται σε αυτήν τη βάση. Θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ σχετικά με την προσθήκη, πάνω στην ίδια βάση, νέων μικροοργανισμών στον εν λόγω εξαντλητικό κατάλογο.

(60)

Ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ μπορεί να περιέχει πολυμερή άλλα από πολυμερή θρεπτικών στοιχείων. Ωστόσο, αυτό θα πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου ο σκοπός του πολυμερούς είναι ο έλεγχος της έκλυσης θρεπτικών στοιχείων ή η αύξηση της ικανότητας συγκράτησης ύδατος ή της διαβρεξιμότητας του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ. Καινοτόμα προϊόντα που περιέχουν τέτοια πολυμερή θα πρέπει να έχουν δυνατότητα πρόσβασης στην εσωτερική αγορά. Προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι κίνδυνοι για την ανθρώπινη υγεία, την ασφάλεια ή το περιβάλλον που μπορεί να προκύψουν από πολυμερή άλλα από τα πολυμερή θρεπτικών στοιχείων, θα πρέπει να καθοριστούν τα κριτήρια βιοαποδομησιμότητάς τους, ώστε να είναι σε θέση να υφίστανται φυσική και βιολογική αποσύνθεση. Για τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τον ορισμό των κριτηρίων για τη μετατροπή του πολυμερικού άνθρακα σε διοξείδιο του άνθρακα και σχετικής μεθόδου δοκιμής. Τα πολυμερή που δεν πληρούν τα εν λόγω κριτήρια θα πρέπει να απαγορεύονται μετά από μεταβατική περίοδο.

(61)

Επιπλέον, θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα άμεσης αντίδρασης σε νέα επιστημονικά στοιχεία, καθώς και σε νέες αξιολογήσεις του κινδύνου για την υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών, για την ασφάλεια ή για το περιβάλλον. Για τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ ώστε να τροποποιούνται οι απαιτήσεις που ισχύουν για τις διάφορες κατηγορίες προϊόντων λίπανσης της ΕΕ.

(62)

Όταν η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις βάσει του παρόντος κανονισμού, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι οποίες να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου του 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (27). Ειδικότερα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(63)

Προκειμένου να εξασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή να εκδίδει πράξεις προκειμένου να καθορίζει αν τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη σχετικά με μη συμμορφούμενα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ είναι δικαιολογημένα ή όχι. Δεδομένου ότι οι εν λόγω πράξεις θα συνδέονται με το κατά πόσον τα εθνικά μέτρα είναι δικαιολογημένα, οι εν λόγω πράξεις δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε έλεγχο από τα κράτη μέλη.

(64)

Προκειμένου εξασφαλιστούν περαιτέρω ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή. Οι αρμοδιότητες αυτές θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (28).

(65)

Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η συμβουλευτική διαδικασία για την έκδοση εκτελεστικών πράξεων μέσω των οποίων ζητείται από το κοινοποιούν κράτος μέλος να λάβει τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα σχετικά με κοινοποιημένους οργανισμούς οι οποίοι δεν πληρούν ή παύουν να πληρούν τις απαιτήσεις για την κοινοποίησή τους.

(66)

Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η διαδικασία εξέτασης για την έκδοση εκτελεστικών πράξεων για τη θέσπιση, σε κοινές προδιαγραφές, ενιαίων προϋποθέσεων για την εφαρμογή των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού, καθώς και για τη θέσπιση, σε κοινές προδιαγραφές, δοκιμών για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης των προϊόντων λίπανσης της ΕΕ όπου δεν έχουν εγκριθεί εναρμονισμένα πρότυπα ή τα εναρμονισμένα πρότυπα δεν πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, για την τροποποίηση ή την κατάργηση των κοινών προδιαγραφών, εάν η μη συμμόρφωση του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ μπορεί να αποδοθεί σε ελλείψεις των εν λόγω κοινών προδιαγραφών, και για τον καθορισμό σχετικά με το εάν το εθνικό μέτρο που έχει ληφθεί αναφορικά με συμμορφούμενο προϊόν λίπανσης της ΕΕ που συνιστά κίνδυνο για την υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών, για την ασφάλεια ή για το περιβάλλον είναι δικαιολογημένο ή όχι.

(67)

Η Επιτροπή θα πρέπει να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις άμεσης εφαρμογής με τις οποίες θα καθορίζεται εάν ένα εθνικό μέτρο που έχει ληφθεί αναφορικά με συμμορφούμενο προϊόν λίπανσης της ΕΕ που συνιστά κίνδυνο είναι δικαιολογημένο ή όχι, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις που αφορούν την προστασία της υγείας του ανθρώπου, των ζώων και των φυτών, την ασφάλεια ή το περιβάλλον, όπου το επιβάλλουν επιτακτικοί λόγοι επείγουσας ανάγκης.

(68)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν κανόνες επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση παράβασης του παρόντος κανονισμού και να διασφαλίσουν την εφαρμογή των κανόνων αυτών. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

(69)

Δεδομένων της ανάγκης να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος και της ανάγκης να ληφθούν υπόψη οι νέες εξελίξεις βάσει των επιστημονικών δεδομένων, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση που να περιλαμβάνει αξιολόγηση των οριακών τιμών για την περιεκτικότητα σε κάδμιο.

(70)

Είναι αναγκαίο να προβλεφθούν μεταβατικές διευθετήσεις που να επιτρέπουν τη διάθεση στην αγορά εκείνων των λιπασμάτων ΕΚ που έχουν ήδη τεθεί σε κυκλοφορία σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2003/2003 πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, χωρίς να χρειάζεται τα εν λόγω προϊόντα να συμμορφωθούν με περαιτέρω απαιτήσεις. Συνεπώς, οι διανομείς θα πρέπει να μπορούν να προμηθεύουν λιπάσματα ΕΚ που έχουν τεθεί σε κυκλοφορία, δηλαδή εμπόρευμα που βρίσκεται ήδη στην αλυσίδα διανομής, πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

(71)

Είναι αναγκαίο να δοθεί επαρκής χρόνος στους οικονομικούς φορείς να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό και στα κράτη μέλη να προετοιμάσουν τη διοικητική υποδομή που απαιτείται για την εφαρμογή του. Επομένως, η εφαρμογή θα πρέπει να αναβληθεί μέχρι μια ημερομηνία που θα επιτρέπει ευλόγως την ολοκλήρωση των προετοιμασιών αυτών.

(72)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η κατοχύρωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς με παράλληλη διασφάλιση ότι τα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ που διατίθενται στην αγορά πληρούν τις απαιτήσεις που εγγυώνται υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας του ανθρώπου, των ζώων και των φυτών, της ασφάλειας και του περιβάλλοντος, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων του, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ.

Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται σε:

α)

ζωικά υποπροϊόντα ή παράγωγα προϊόντα, που υπόκεινται στις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 όταν διατίθενται στην αγορά,

β)

φυτοπροστατευτικά προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009.

2.   Ο παρών κανονισμός δεν θίγει την εφαρμογή των ακόλουθων νομικών πράξεων:

α)

της οδηγίας 86/278/ΕΟΚ,

β)

της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ,

γ)

της οδηγίας 91/676/ΕΟΚ,

δ)

της οδηγίας 2000/60/ΕΚ,

ε)

της οδηγίας 2001/18/ΕΚ,

στ)

του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004,

ζ)

του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004,

η)

του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1881/2006,

θ)

του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006

ι)

του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007

ια)

του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008

ιβ)

του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 98/2013,

ιγ)

του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1143/2014

ιδ)

του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031

ιε)

της οδηγίας (ΕΕ) 2016/2284

ιστ)

του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)   «προϊόν λίπανσης»: κάθε ουσία, μείγμα, μικροοργανισμός ή οποιοδήποτε άλλο υλικό που χορηγείται ή προορίζεται να χορηγηθεί σε φυτά ή στη ριζόσφαιρά τους ή σε μανιτάρια ή στη μυκητόσφαιρά τους ή προορίζεται να αποτελέσει αυτή τη ριζόσφαιρα ή μυκητόσφαιρα, είτε σε καθαρή μορφή είτε αναμεμειγμένο με άλλο υλικό, με σκοπό να παράσχει θρεπτικά στοιχεία στα φυτά ή στα μανιτάρια ή να βελτιώσει την αποδοτικότητα της θρέψης τους,

2)   «προϊόν λίπανσης της ΕΕ»: κάθε προϊόν λίπανσης που φέρει σήμανση CE όταν διατίθεται στην αγορά,

3)   «ουσία»: κάθε ουσία όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006,

4)   «μείγμα»: κάθε μείγμα όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006,

5)   «μικροοργανισμός»: κάθε μικροοργανισμός όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009,

6)   «υγρή μορφή»: αιώρημα ή διάλυμα, όπου το αιώρημα είναι διασπορά δύο φάσεων στην οποία στερεά σωματίδια διατηρούνται αιωρούμενα μέσα στην υγρή φάση και το διάλυμα είναι υγρό ελεύθερο στερεών σωματιδίων, ή γέλη και περιλαμβάνει και τα ημίρρευστα μείγματα,

7)   «στερεά μορφή»: μορφή που χαρακτηρίζεται από διαρθρωτική ανελαστικότητα και αντοχή στις αλλαγές σχήματος ή όγκου και στην οποία τα άτομα είναι στερεά συνδεδεμένα μεταξύ τους, είτε σε τακτικό γεωμετρικό πλέγμα (κρυσταλλικά στερεά) είτε ατάκτως (άμορφα στερεά),

8)   «% κατά μάζα»: το ποσοστό της μάζας ολόκληρου του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ με τη μορφή με την οποία διατίθεται στην αγορά,

9)   «διάθεση στην αγορά»: κάθε προσφορά προϊόντος λίπανσης της ΕΕ προς διανομή ή χρήση στην αγορά της Ένωσης στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, είτε έναντι αντιτίμου είτε δωρεάν,

10)   «θέση σε κυκλοφορία»: η πρώτη φορά κατά την οποία ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ διατίθεται στην αγορά της Ένωσης,

11)   «παρασκευαστής»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρασκευάζει προϊόν λίπανσης της ΕΕ ή που αναθέτει σε άλλους τη σχεδίαση ή την παρασκευή ενός προϊόντος λίπανσης της ΕΕ και διοχετεύει στην αγορά το εν λόγω προϊόν λίπανσης της ΕΕ υπό την επωνυμία ή το εμπορικό σήμα του,

12)   «εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εγκατεστημένο στην Ένωση, το οποίο έχει λάβει γραπτή εντολή από παρασκευαστή να ενεργεί εξ ονόματος αυτού για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων,

13)   «εισαγωγέας»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση που θέτει σε κυκλοφορία στην αγορά της Ένωσης προϊόν λίπανσης της ΕΕ προερχόμενο από τρίτη χώρα,

14)   «διανομέας»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην αλυσίδα εφοδιασμού, εκτός του παρασκευαστή και του εισαγωγέα, το οποίο διαθέτει προϊόν λίπανσης της ΕΕ στην αγορά,

15)   «οικονομικοί φορείς»: οι παρασκευαστές, οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι, οι εισαγωγείς και οι διανομείς,

16)   «τεχνική προδιαγραφή»: έγγραφο με το οποίο ορίζονται οι τεχνικές απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ, η διαδικασία παραγωγής του ή οι μέθοδοι δειγματοληψίας και ανάλυσής του,

17)   «εναρμονισμένο πρότυπο»: ένα εναρμονισμένο πρότυπο όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012,

18)   «διαπίστευση»: η διαπίστευση όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 10) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008,

19)   «εθνικός οργανισμός διαπίστευσης»: ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 11) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008,

20)   «αξιολόγηση της συμμόρφωσης»: η διαδικασία που αποδεικνύει αν ικανοποιούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού για ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ,

21)   «οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης»: φορέας που εκτελεί δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης, περιλαμβανομένων των δοκιμών, της πιστοποίησης και της επιθεώρησης,

22)   «ανάκληση»: κάθε μέτρο που αποσκοπεί στην επιστροφή προϊόντος λίπανσης της ΕΕ που έχει ήδη διατεθεί στον τελικό χρήστη,

23)   «απόσυρση»: κάθε μέτρο που αποσκοπεί στο να εμποδίσει ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ που βρίσκεται στην αλυσίδα εφοδιασμού να διατεθεί στην αγορά,

24)   «ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης»: κάθε πράξη της ενωσιακής νομοθεσίας η οποία εναρμονίζει τους όρους εμπορίας των προϊόντων,

25)   «σήμανση CE»: σήμανση με την οποία ο παρασκευαστής δηλώνει ότι το προϊόν λίπανσης της ΕΕ συμμορφώνεται με τις ισχύουσες απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης που προβλέπει την τοποθέτηση της σήμανσης αυτής.

Άρθρο 3

Ελεύθερη κυκλοφορία

1.   Τα κράτη μέλη δεν εμποδίζουν, για λόγους που αφορούν τη σύνθεση, την επισήμανση ή άλλες πτυχές που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, τη διάθεση στην αγορά όσων προϊόντων λίπανσης της ΕΕ συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, κράτος μέλος το οποίο, στις 14 Ιουλίου 2019, απολαύει παρέκκλισης από το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2003/2003 σχετικά με την περιεκτικότητα σε κάδμιο των λιπασμάτων, η οποία χορηγείται σύμφωνα με το άρθρο 114 παράγραφος 4 ΣΛΕΕ, μπορεί να συνεχίσει να εφαρμόζει τις εθνικές οριακές τιμές για την περιεκτικότητα σε κάδμιο των λιπασμάτων που ισχύουν στο εν λόγω κράτος μέλος στις 14 Ιουλίου 2019 και εφαρμόζονται στα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ, μέχρις ότου εφαρμοστούν σε ενωσιακό επίπεδο εναρμονισμένες οριακές τιμές για την περιεκτικότητα σε κάδμιο των φωσφορικών λιπασμάτων, οι οποίες θα είναι ίσες ή χαμηλότερες από τις οριακές τιμές που ισχύουν στο σχετικό κράτος μέλος στις 14 Ιουλίου 2019.

3.   Ο παρών κανονισμός δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν διατάξεις με σκοπό την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος, οι οποίες είναι σύμφωνες με τις Συνθήκες, σχετικά με τη χρήση προϊόντων λίπανσης της ΕΕ, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν απαιτούν τροποποίηση των προϊόντων λίπανσης της ΕΕ που είναι σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και δεν επηρεάζουν τους όρους διάθεσής τους στην αγορά.

Άρθρο 4

Απαιτήσεις προϊόντων

1.   Κάθε προϊόν λίπανσης της ΕΕ:

α)

ικανοποιεί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο παράρτημα Ι για την αντίστοιχη κατηγορία λειτουργίας προϊόντος,

β)

ικανοποιεί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙ για την αντίστοιχη κατηγορία ή τις αντίστοιχες κατηγορίες συστατικών υλικών και

γ)

επισημαίνεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις επισήμανσης που καθορίζονται στο παράρτημα III.

2.   Για τυχόν πτυχές που δεν καλύπτονται από το παράρτημα I ή II, τα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ δεν συνιστούν κίνδυνο για την υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών, για την ασφάλεια ή για το περιβάλλον.

3.   Η Επιτροπή, έως τις 16 Ιουλίου 2020, δημοσιεύει έγγραφο οδηγιών προς τους παρασκευαστές και τις αρχές εποπτείας της αγοράς με σαφείς πληροφορίες και παραδείγματα σχετικά με την οπτική εμφάνιση της ετικέτας που αναφέρεται στο παράρτημα III.

Άρθρο 5

Διάθεση στην αγορά

Προϊόντα λίπανσης της ΕΕ διατίθενται στην αγορά μόνο εφόσον συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ

Άρθρο 6

Υποχρεώσεις των παρασκευαστών

1.   Όταν θέτουν σε κυκλοφορία ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ, οι παρασκευαστές διασφαλίζουν ότι το προϊόν έχει σχεδιαστεί και παρασκευαστεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στα παραρτήματα Ι και II.

2.   Προτού θέσουν σε κυκλοφορία ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ, οι παρασκευαστές καταρτίζουν τεχνικό φάκελο και διενεργούν ή μεριμνούν για τη διενέργεια της σχετικής διαδικασίας αξιολόγησης της συμμόρφωσης που αναφέρεται στο άρθρο 15.

Όταν η συμμόρφωση ενός προϊόντος λίπανσης της ΕΕ με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού έχει αποδειχθεί με την εν λόγω διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης, οι παρασκευαστές καταρτίζουν δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ και τοποθετούν τη σήμανση CE.

3.   Οι παρασκευαστές φυλάσσουν τον τεχνικό φάκελο και τη δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ για διάστημα 5 ετών από την ημερομηνία που τίθεται σε κυκλοφορία το προϊόν λίπανσης της ΕΕ που καλύπτεται από τα εν λόγω έγγραφα.

Κατόπιν αιτήματος, οι παρασκευαστές διαθέτουν αντίγραφο της δήλωσης συμμόρφωσης ΕΕ σε άλλους οικονομικούς φορείς.

4.   Οι παρασκευαστές διασφαλίζουν ότι εφαρμόζονται διαδικασίες ώστε τα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ που αποτελούν μέρος παραγωγής εν σειρά να συμμορφώνονται διαρκώς προς τον παρόντα κανονισμό. Λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι αλλαγές στη διαδικασία παραγωγής ή στα χαρακτηριστικά των εν λόγω προϊόντων λίπανσης της ΕΕ και οι αλλαγές στα εναρμονισμένα πρότυπα, στις κοινές προδιαγραφές που αναφέρονται στο άρθρο 14 ή σε άλλες τεχνικές προδιαγραφές προς τις οποίες δηλώνεται η συμμόρφωση ενός προϊόντος λίπανσης της ΕΕ ή με την εφαρμογή των οποίων επαληθεύεται η συμμόρφωσή του.

Όταν κρίνεται σκόπιμο, όσον αφορά τις επιδόσεις ή τους κινδύνους ενός προϊόντος λίπανσης της ΕΕ, οι παρασκευαστές διενεργούν δειγματοληπτικές δοκιμές σε τέτοια προϊόντα λίπανσης της ΕΕ που διατίθενται στην αγορά, διερευνούν τις σχετικές καταγγελίες και, εφόσον απαιτείται, διατηρούν αρχείο με τις καταγγελίες, με τα μη συμμορφούμενα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ και με τις ανακλήσεις τέτοιων προϊόντων λίπανσης της ΕΕ και τηρούν ενήμερους τους διανομείς για την εν λόγω παρακολούθηση.

5.   Οι παρασκευαστές διασφαλίζουν ότι η συσκευασία κάθε προϊόντος λίπανσης της ΕΕ που έχουν θέσει σε κυκλοφορία φέρει αριθμό τύπου, αριθμό παρτίδας ή άλλο στοιχείο που να επιτρέπει την ταυτοποίησή του ή, όταν το προϊόν λίπανσης της ΕΕ παρέχεται χωρίς συσκευασία, διασφαλίζουν ότι οι απαιτούμενες πληροφορίες περιλαμβάνονται σε έγγραφο που συνοδεύει το προϊόν λίπανσης.

6.   Οι παρασκευαστές αναγράφουν την ονομασία, την καταχωρισμένη εμπορική επωνυμία ή το σήμα κατατεθέν τους και την ταχυδρομική διεύθυνση επικοινωνίας τους πάνω στη συσκευασία του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ ή, όταν το προϊόν λίπανσης της ΕΕ παρέχεται χωρίς συσκευασία, σε έγγραφο που συνοδεύει το προϊόν λίπανσης της ΕΕ. Η ταχυδρομική διεύθυνση αντιστοιχεί σε ένα μοναδικό σημείο επικοινωνίας με τον παρασκευαστή. Οι εν λόγω πληροφορίες διατυπώνονται σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από τους τελικούς χρήστες και τις αρχές εποπτείας της αγοράς και είναι σαφείς, κατανοητές και ευανάγνωστες.

7.   Οι παρασκευαστές διασφαλίζουν ότι τα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ συνοδεύονται από τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του παραρτήματος ΙΙΙ. Όταν προϊόν λίπανσης της ΕΕ παρέχεται σε συσκευασμένο προϊόν, οι πληροφορίες εμφαίνονται σε ετικέτα που τοποθετείται στο εν λόγω συσκευασμένο προϊόν. Όταν το συσκευασμένο προϊόν είναι πολύ μικρό και δεν μπορεί να περιέχει όλες τις πληροφορίες, οι πληροφορίες που δεν μπορούν να παρασχεθούν στην ετικέτα παρέχονται σε χωριστό φυλλάδιο που συνοδεύει το εν λόγω συσκευασμένο προϊόν. Το εν λόγω φυλλάδιο θεωρείται μέρος της ετικέτας. Όταν το προϊόν λίπανσης της ΕΕ παρέχεται χωρίς συσκευασία, όλες οι πληροφορίες παρέχονται σε φυλλάδιο. Η ετικέτα και το φυλλάδιο είναι προσβάσιμα για σκοπούς επιθεώρησης, όταν το προϊόν λίπανσης της ΕΕ διατίθεται στην αγορά. Οι πληροφορίες διατυπώνονται σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από τους τελικούς χρήστες, όπως αυτό αποφασίζεται από το οικείο κράτος μέλος, και είναι σαφείς, κατανοητές και εύληπτες.

8.   Οι παρασκευαστές που θεωρούν ή έχουν λόγο να πιστεύουν ότι ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ το οποίο έχουν θέσει σε κυκλοφορία δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό λαμβάνουν αμέσως τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα για να επιτύχουν τη συμμόρφωση του εν λόγω προϊόντος λίπανσης της ΕΕ, για να το αποσύρουν ή για να το ανακαλέσουν, κατά περίπτωση. Επιπλέον, σε περίπτωση που ένας παρασκευαστής θεωρεί ή έχει λόγο να πιστεύει ότι ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ που αυτός έχει θέσει σε κυκλοφορία συνιστά κίνδυνο για την υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών, για την ασφάλεια ή για το περιβάλλον, ενημερώνει σχετικά αμέσως τις αρμόδιες εθνικές αρχές των κρατών μελών στην αγορά των οποίων έχει διαθέσει το προϊόν λίπανσης της ΕΕ και παρέχει λεπτομέρειες, ειδικότερα, για τυχόν μη συμμόρφωση και τυχόν διορθωτικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

9.   Κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος της αρμόδιας εθνικής αρχής, οι παρασκευαστές παρέχουν σε αυτήν, σε έντυπη ή σε ηλεκτρονική μορφή, όλες τις πληροφορίες και τα έγγραφα τεκμηρίωσης που απαιτούνται για να αποδειχθεί η συμμόρφωση του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ προς τον παρόντα κανονισμό, σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από την εν λόγω αρχή. Συνεργάζονται με την εν λόγω αρχή, κατόπιν αιτήματός της, στις ενέργειες που πρέπει να γίνουν ώστε να εξαλειφθούν οι κίνδυνοι από ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ που αυτοί έχουν θέσει σε κυκλοφορία.

Άρθρο 7

Εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος

1.   Ο παρασκευαστής μπορεί να διορίζει εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο, με γραπτή εντολή.

Οι υποχρεώσεις που ορίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 και η υποχρέωση κατάρτισης του τεχνικού φακέλου που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 δεν περιλαμβάνονται στην εντολή του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου.

2.   Ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος ασκεί τα καθήκοντα που προσδιορίζονται στην εντολή την οποία λαμβάνει από τον παρασκευαστή. Η εντολή επιτρέπει στον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο τουλάχιστον τα εξής:

α)

να φυλάσσει τη δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ και τον τεχνικό φάκελο και να τα θέτει στη διάθεση των εθνικών αρχών εποπτείας της αγοράς για διάστημα 5 ετών από την ημερομηνία που τίθεται σε κυκλοφορία το προϊόν λίπανσης της ΕΕ που καλύπτεται από τα εν λόγω έγγραφα,

β)

να παρέχει στην αρμόδια εθνική αρχή, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος αυτής, όλες τις πληροφορίες και τα έγγραφα τεκμηρίωσης που απαιτούνται για να αποδειχθεί η συμμόρφωση ενός προϊόντος λίπανσης της ΕΕ,

γ)

να συνεργάζεται με τις αρμόδιες εθνικές αρχές, κατόπιν αιτήματός τους, σε τυχόν ενέργειες που γίνονται προκειμένου να εξαλειφθούν οι κίνδυνοι από τα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ τα οποία καλύπτει η εντολή του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου.

Άρθρο 8

Υποχρεώσεις των εισαγωγέων

1.   Οι εισαγωγείς θέτουν σε κυκλοφορία μόνο συμμορφούμενα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ.

2.   Προτού θέσουν σε κυκλοφορία προϊόν λίπανσης της ΕΕ, οι εισαγωγείς διασφαλίζουν ότι ο παρασκευαστής έχει διενεργήσει την κατάλληλη διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης που αναφέρεται στο άρθρο 15. Διασφαλίζουν ότι ο παρασκευαστής έχει καταρτίσει τον τεχνικό φάκελο, ότι το προϊόν λίπανσης της ΕΕ συνοδεύεται από τα απαιτούμενα έγγραφα και ότι ο παρασκευαστής έχει τηρήσει τις απαιτήσεις του άρθρου 6 παράγραφοι 5 και 6.

Όταν ο εισαγωγέας θεωρεί ή έχει λόγους να πιστεύει ότι ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό, τότε δεν θέτει το προϊόν λίπανσης της ΕΕ σε κυκλοφορία έως ότου επιτευχθεί η συμμόρφωση του προϊόντος. Επιπλέον, όταν το προϊόν λίπανσης της ΕΕ συνιστά κίνδυνο για την υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών, για την ασφάλεια ή για το περιβάλλον, ο εισαγωγέας ενημερώνει σχετικά τον παρασκευαστή και τις αρχές εποπτείας της αγοράς.

3.   Οι εισαγωγείς αναγράφουν την ονομασία, την καταχωρισμένη εμπορική επωνυμία ή το σήμα κατατεθέν τους και την ταχυδρομική διεύθυνση επικοινωνίας τους πάνω στη συσκευασία του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ ή, όταν το προϊόν λίπανσης της ΕΕ παρέχεται χωρίς συσκευασία, σε έγγραφο που συνοδεύει το προϊόν λίπανσης της ΕΕ. Τα στοιχεία επικοινωνίας διατυπώνονται σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από τους τελικούς χρήστες και τις αρχές εποπτείας της αγοράς.

4.   Οι εισαγωγείς διασφαλίζουν ότι τα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ συνοδεύονται από τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του παραρτήματος ΙΙΙ. Όταν ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ παρέχεται σε συσκευασμένο προϊόν, οι πληροφορίες εμφαίνονται σε ετικέτα που τοποθετείται στο εν λόγω συσκευασμένο προϊόν. Όταν το συσκευασμένο προϊόν είναι πολύ μικρό και δεν μπορεί να περιέχει όλες τις πληροφορίες, οι πληροφορίες που δεν μπορούν να παρασχεθούν στην ετικέτα παρέχονται σε χωριστό φυλλάδιο που συνοδεύει το εν λόγω συσκευασμένο προϊόν. Το εν λόγω φυλλάδιο θεωρείται μέρος της ετικέτας. Όταν το προϊόν λίπανσης της ΕΕ παρέχεται χωρίς συσκευασία, όλες οι πληροφορίες παρέχονται σε φυλλάδιο. Η ετικέτα και το φυλλάδιο είναι προσβάσιμα για σκοπούς επιθεώρησης, όταν το προϊόν λίπανσης της ΕΕ διατίθεται στην αγορά. Οι πληροφορίες διατυπώνονται σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από τους τελικούς χρήστες, όπως αυτό αποφασίζεται από το οικείο κράτος μέλος.

5.   Οι εισαγωγείς διασφαλίζουν ότι, ενόσω το προϊόν λίπανσης της ΕΕ βρίσκεται υπό την ευθύνη τους, οι συνθήκες αποθήκευσης ή μεταφοράς του δεν θέτουν σε κίνδυνο τη συμμόρφωσή του με τις απαιτήσεις του παραρτήματος I ή ΙΙΙ.

6.   Όταν κρίνεται σκόπιμο, όσον αφορά τις επιδόσεις ή τους κινδύνους ενός προϊόντος λίπανσης της ΕΕ, οι εισαγωγείς διενεργούν δειγματοληπτικές δοκιμές σε τέτοια προϊόντα λίπανσης της ΕΕ που διατίθενται στην αγορά, διερευνούν τις σχετικές καταγγελίες και, εφόσον απαιτείται, διατηρούν αρχείο με τις καταγγελίες, με τα μη συμμορφούμενα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ και με τις ανακλήσεις τέτοιων προϊόντων λίπανσης της ΕΕ και τηρούν ενήμερους τους διανομείς για την εν λόγω παρακολούθηση.

7.   Οι εισαγωγείς που θεωρούν ή έχουν λόγο να πιστεύουν ότι ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ το οποίο έχουν θέσει σε κυκλοφορία δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό λαμβάνουν αμέσως τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα για να επιτύχουν τη συμμόρφωση του εν λόγω προϊόντος λίπανσης της ΕΕ, για να το αποσύρουν ή για να το ανακαλέσουν, κατά περίπτωση. Επιπλέον, σε περίπτωση που οι εισαγωγείς θεωρούν ή έχουν λόγο να πιστεύουν ότι ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ που αυτοί έχουν θέσει σε κυκλοφορία συνιστά κίνδυνο για την υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών, για την ασφάλεια ή για το περιβάλλον, ενημερώνουν σχετικά αμέσως τις αρμόδιες εθνικές αρχές των κρατών μελών στην αγορά των οποίων έχουν διαθέσει το προϊόν λίπανσης της ΕΕ και παρέχουν λεπτομέρειες, ειδικότερα, για τυχόν μη συμμόρφωση και τυχόν διορθωτικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

8.   Οι εισαγωγείς διατηρούν αντίγραφο της δήλωσης συμμόρφωσης ΕΕ στη διάθεση των αρχών που είναι αρμόδιες για την εποπτεία της αγοράς, για περίοδο 5 ετών από την ημερομηνία που τίθεται σε κυκλοφορία το προϊόν λίπανσης της ΕΕ, και διασφαλίζουν ότι ο τεχνικός φάκελος μπορεί να τεθεί στη διάθεση των εν λόγω αρχών, κατόπιν αιτήματός τους.

Κατόπιν αιτήματος, οι εισαγωγείς διαθέτουν αντίγραφο της δήλωσης συμμόρφωσης ΕΕ σε άλλους οικονομικούς φορείς.

9.   Κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος της αρμόδιας εθνικής αρχής, οι εισαγωγείς παρέχουν σε αυτήν, σε έντυπη ή σε ηλεκτρονική μορφή, όλες τις πληροφορίες και τα έγγραφα τεκμηρίωσης που απαιτούνται για να αποδειχθεί η συμμόρφωση του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ με τον παρόντα κανονισμό, σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από την εν λόγω αρχή. Συνεργάζονται με την εν λόγω αρχή, κατόπιν αιτήματός της, στις ενέργειες που πρέπει να γίνουν ώστε να εξαλειφθούν οι κίνδυνοι από προϊόν λίπανσης της ΕΕ που αυτοί έχουν θέσει σε κυκλοφορία.

Άρθρο 9

Υποχρεώσεις των διανομέων

1.   Όταν οι διανομείς διαθέτουν ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ στην αγορά, ενεργούν με τη δέουσα προσοχή σε σχέση με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

2.   Οι διανομείς, προτού διαθέσουν προϊόν λίπανσης της ΕΕ στην αγορά, επαληθεύουν ότι αυτό συνοδεύεται από τα απαιτούμενα έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 7 ή στο άρθρο 8 παράγραφος 4 οι οποίες παρέχονται με τον τρόπο που αυτά ορίζουν, σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από τους τελικούς χρήστες στο κράτος μέλος στην αγορά του οποίου πρόκειται να διατεθεί το προϊόν λίπανσης της ΕΕ και ότι ο παρασκευαστής και ο εισαγωγέας έχουν τηρήσει τις απαιτήσεις του άρθρου 6 παράγραφοι 5 και 6 και του άρθρου 8 παράγραφος 3 αντιστοίχως.

Όταν ο διανομέας θεωρεί ή έχει λόγους να πιστεύει ότι ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό, τότε δεν διαθέτει το προϊόν λίπανσης της ΕΕ στην αγορά έως ότου επιτευχθεί η συμμόρφωση του προϊόντος. Επιπλέον, όταν το προϊόν λίπανσης της ΕΕ συνιστά κίνδυνο για την υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών, για την ασφάλεια ή για το περιβάλλον, ο διανομέας ενημερώνει σχετικά τον παρασκευαστή ή τον εισαγωγέα και τις αρχές εποπτείας της αγοράς.

3.   Οι διανομείς εξασφαλίζουν ότι, ενόσω το προϊόν λίπανσης της ΕΕ βρίσκεται υπό την ευθύνη τους, οι συνθήκες αποθήκευσης ή μεταφοράς του δεν θέτουν σε κίνδυνο τη συμμόρφωσή του με τις απαιτήσεις του παραρτήματος I ή ΙΙΙ.

4.   Οι διανομείς που θεωρούν ή έχουν λόγο να πιστεύουν ότι ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ που έχουν διαθέσει στην αγορά δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό διασφαλίζουν ότι λαμβάνονται τα διορθωτικά μέτρα που απαιτούνται για να επιτευχθεί η συμμόρφωση, η απόσυρση ή η ανάκληση του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ, κατά περίπτωση. Επιπλέον, σε περίπτωση που ένας διανομέας θεωρεί ή έχει λόγο να πιστεύει ότι ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ που αυτός έχει διαθέσει στην αγορά συνιστά κίνδυνο για την υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών, για την ασφάλεια ή για το περιβάλλον, ενημερώνει σχετικά αμέσως τις αρμόδιες εθνικές αρχές των κρατών μελών στην αγορά των οποίων έχει διαθέσει το προϊόν λίπανσης της ΕΕ και παρέχει λεπτομέρειες, ειδικότερα, για τυχόν μη συμμόρφωση και τυχόν διορθωτικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

5.   Κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος της αρμόδιας εθνικής αρχής, οι διανομείς παρέχουν σε αυτήν, σε έντυπη ή σε ηλεκτρονική μορφή, όλες τις πληροφορίες και τα έγγραφα τεκμηρίωσης που απαιτούνται για να αποδειχθεί η συμμόρφωση του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ με τον παρόντα κανονισμό. Συνεργάζονται με την εν λόγω αρχή, κατόπιν αιτήματός της, στις ενέργειες που πρέπει να γίνουν ώστε να εξαλειφθούν οι κίνδυνοι από τα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ που έχουν διαθέσει στην αγορά.

Άρθρο 10

Περιπτώσεις στις οποίες οι υποχρεώσεις των παρασκευαστών εφαρμόζονται στους εισαγωγείς και στους διανομείς

Ένας εισαγωγέας ή διανομέας θεωρείται παρασκευαστής για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού και υπόκειται στις υποχρεώσεις που προβλέπονται για τον παρασκευαστή σύμφωνα με το άρθρο 6, όταν θέτει σε κυκλοφορία ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ υπό τη δική του επωνυμία ή το δικό του εμπορικό σήμα ή όταν τροποποιεί προϊόν λίπανσης της ΕΕ που έχει ήδη τεθεί σε κυκλοφορία κατά τρόπο που μπορεί να επηρεάσει τη συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 11

Συσκευασία και ανασυσκευασία από εισαγωγείς και διανομείς

Όταν ο εισαγωγέας ή ο διανομέας συσκευάζει ή ανασυσκευάζει προϊόν λίπανσης της ΕΕ και δεν θεωρείται παρασκευαστής κατά το άρθρο 10, ο εν λόγω εισαγωγέας ή διανομέας:

α)

διασφαλίζει ότι η συσκευασία φέρει το όνομά του, την καταχωρισμένη εμπορική επωνυμία ή το σήμα κατατεθέν και την ταχυδρομική διεύθυνση επικοινωνίας του, μετά την ένδειξη «συσκευάστηκε από» ή «ανασυσκευάστηκε από», και

β)

διατηρεί ένα δείγμα των αρχικών πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 7 ή στο άρθρο 8 παράγραφος 4 στη διάθεση των αρχών εποπτείας της αγοράς επί 5 έτη από την ημερομηνία που θα διατεθεί στην αγορά το προϊόν λίπανσης της ΕΕ.

Άρθρο 12

Ταυτοποίηση των οικονομικών φορέων

1.   Κατόπιν αιτήματος, οι οικονομικοί φορείς υποδεικνύουν στις αρχές εποπτείας της αγοράς την ταυτότητα:

α)

κάθε οικονομικού φορέα ο οποίος τους έχει προμηθεύσει προϊόν λίπανσης της ΕΕ,

β)

κάθε οικονομικού φορέα στον οποίον έχουν προμηθεύσει προϊόν λίπανσης της ΕΕ.

2.   Οι οικονομικοί φορείς είναι σε θέση να υποβάλουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 για περίοδο 5 ετών από την ημερομηνία κατά την οποία προμηθεύτηκαν το προϊόν λίπανσης της ΕΕ και για περίοδο 5 ετών από την ημερομηνία κατά την οποία προμήθευσαν το προϊόν λίπανσης της ΕΕ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΛΙΠΑΝΣΗΣ ΤΗΣ ΕΕ

Άρθρο 13

Τεκμήριο συμμόρφωσης

1.   Τα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ που συμμορφώνονται με εναρμονισμένα πρότυπα ή μέρη εναρμονισμένων προτύπων, τα στοιχεία αναφοράς των οποίων έχουν δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τεκμαίρεται ότι συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα παραρτήματα I, II και III τις οποίες αφορούν τα εν λόγω πρότυπα ή μέρη προτύπων.

2.   Οι δοκιμές για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης των προϊόντων λίπανσης της ΕΕ με τις απαιτήσεις των παραρτημάτων Ι, ΙΙ και ΙΙΙ εκτελούνται με αξιόπιστο και αναπαραγώγιμο τρόπο. Οι δοκιμές που συμμορφώνονται με εναρμονισμένα πρότυπα ή μέρη εναρμονισμένων προτύπων, τα στοιχεία αναφοράς των οποίων έχουν δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τεκμαίρεται ότι είναι αξιόπιστες και αναπαραγώγιμες στον βαθμό που καλύπτονται από τα εν λόγω πρότυπα ή μέρη προτύπων.

Άρθρο 14

Κοινές προδιαγραφές

1.   Η Επιτροπή δύναται να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που θεσπίζουν κοινές προδιαγραφές για τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο παράρτημα Ι, ΙΙ ή ΙΙΙ ή τις δοκιμές που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 2, όταν:

α)

οι εν λόγω απαιτήσεις ή δοκιμές δεν καλύπτονται από εναρμονισμένα πρότυπα ή μέρη αυτών, τα στοιχεία αναφοράς των οποίων έχουν δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

β)

η Επιτροπή διαπιστώνει αδικαιολόγητες καθυστερήσεις στην έγκριση εναρμονισμένων προτύπων που έχουν ζητηθεί, ή

γ)

η Επιτροπή έχει αποφασίσει σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 11 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 να διατηρήσει με περιορισμούς ή να αποσύρει τα στοιχεία αναφοράς των εναρμονισμένων προτύπων ή μερών τους από τα οποία καλύπτονται οι εν λόγω απαιτήσεις ή δοκιμές.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 3.

2.   Τα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ που συμμορφώνονται με κοινές προδιαγραφές ή μέρη κοινών προδιαγραφών τεκμαίρεται ότι συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα παραρτήματα I, II και III τις οποίες αφορούν οι εν λόγω κοινές προδιαγραφές ή μέρη αυτών.

3.   Οι δοκιμές για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης των προϊόντων λίπανσης της ΕΕ με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα παραρτήματα Ι, ΙΙ και ΙΙΙ οι οποίες συμμορφώνονται με κοινές προδιαγραφές ή μέρη κοινών προδιαγραφών τεκμαίρεται ότι είναι αξιόπιστες και αναπαραγώγιμες στον βαθμό που καλύπτονται από τις εν λόγω κοινές προδιαγραφές ή μέρη αυτών.

Άρθρο 15

Διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης

1.   Η αξιολόγηση της συμμόρφωσης ενός προϊόντος λίπανσης της ΕΕ προς τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό πραγματοποιείται κατά την εφαρμοστέα διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης σύμφωνα με το παράρτημα IV.

2.   Τα αρχεία και η αλληλογραφία που αφορούν τις διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης συντάσσονται στην επίσημη γλώσσα ή στις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο κοινοποιημένος οργανισμός που διεξάγει τις διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης ή σε γλώσσα αποδεκτή από τον εν λόγω οργανισμό.

Άρθρο 16

Δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ

1.   Η δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ αναφέρει ότι πληρούνται αποδεδειγμένα οι απαιτήσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

2.   Η δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ ακολουθεί το υπόδειγμα δομής που καθορίζεται στο παράρτημα V, περιέχει τα στοιχεία που προσδιορίζονται στις σχετικές ενότητες που περιγράφονται στο παράρτημα IV και επικαιροποιείται διαρκώς. Μεταφράζεται στη γλώσσα ή στις γλώσσες που απαιτεί το κράτος μέλος στο οποίο τίθεται σε κυκλοφορία ή στην αγορά του οποίου διατίθεται το προϊόν λίπανσης της ΕΕ.

3.   Όταν ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ διέπεται από περισσότερες από μία πράξεις της Ένωσης βάσει των οποίων απαιτείται δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ, καταρτίζεται μία και μόνο δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ για όλες τις εν λόγω πράξεις της Ένωσης. Η δήλωση αυτή κατονομάζει τις εν λόγω πράξεις της Ένωσης και αναφέρει τα στοιχεία δημοσίευσής τους. Μπορεί να είναι φάκελος που περιλαμβάνει τις σχετικές επιμέρους δηλώσεις συμμόρφωσης ΕΕ.

4.   Με την κατάρτιση της δήλωσης συμμόρφωσης ΕΕ, ο παρασκευαστής αναλαμβάνει την ευθύνη για τη συμμόρφωση του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ προς τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 17

Γενικές αρχές της σήμανσης CE

Η σήμανση CE υπόκειται στις γενικές αρχές του άρθρου 30 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

Άρθρο 18

Κανόνες και όροι για την τοποθέτηση της σήμανσης CE

1.   Η σήμανση CE τοποθετείται κατά τρόπο εμφανή, ευανάγνωστο και ανεξίτηλο επί της συσκευασίας του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ ή, όταν το προϊόν λίπανσης της ΕΕ παρέχεται χωρίς συσκευασία, σε έγγραφο που συνοδεύει το προϊόν λίπανσης της ΕΕ.

2.   Η σήμανση CE τοποθετείται προτού τεθεί σε κυκλοφορία το προϊόν λίπανσης της ΕΕ.

3.   Η σήμανση «CE» ακολουθείται από τον αριθμό μητρώου του κοινοποιημένου οργανισμού, εφόσον απαιτείται κατά το παράρτημα IV.

Ο αριθμός μητρώου του κοινοποιημένου οργανισμού τοποθετείται είτε από τον ίδιο τον οργανισμό είτε, σύμφωνα με τις οδηγίες του οργανισμού, από τον παρασκευαστή ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του.

4.   Τα κράτη μέλη βασίζονται στους υφιστάμενους μηχανισμούς για την εξασφάλιση της ορθής εφαρμογής του καθεστώτος που διέπει τη σήμανση CE και λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα σε περίπτωση αθέμιτης χρήσης της εν λόγω σήμανσης.

Άρθρο 19

Αποχαρακτηρισμός αποβλήτων

Με τον παρόντα κανονισμό θεσπίζονται κριτήρια σύμφωνα με τα οποία τα υλικά που αποτελούν απόβλητα, όπως ορίζονται στην οδηγία 2008/98/ΕΚ, μπορεί να πάψουν να είναι απόβλητα, εάν περιλαμβάνονται σε συμμορφούμενο προϊόν λίπανσης της ΕΕ. Στις περιπτώσεις αυτές, η εργασία ανάκτησης κατά τον παρόντα κανονισμό πραγματοποιείται πριν το υλικό πάψει να είναι απόβλητο και το υλικό θεωρείται ότι πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας και, ως εκ τούτου, ότι έχει πάψει να αποτελεί απόβλητο από τη στιγμή που συντάχθηκε η δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ

Άρθρο 20

Κοινοποίηση

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη τους οργανισμούς που έχουν λάβει έγκριση για την εκτέλεση καθηκόντων αξιολόγησης της συμμόρφωσης ως τρίτοι στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 21

Κοινοποιούσες αρχές

1.   Τα κράτη μέλη ορίζουν κοινοποιούσα αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για τον καθορισμό και τη διεξαγωγή των αναγκαίων διαδικασιών αξιολόγησης και κοινοποίησης των οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης και για την παρακολούθηση των κοινοποιημένων οργανισμών, συμπεριλαμβανομένης της συμμόρφωσης με τις διατάξεις του άρθρου 26.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι η αξιολόγηση και η παρακολούθηση στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου διεξάγονται από εθνικό οργανισμό διαπίστευσης, κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και σύμφωνα με αυτόν.

3.   Εφόσον η κοινοποιούσα αρχή εκχωρήσει ή αναθέσει με άλλο τρόπο την αξιολόγηση, κοινοποίηση ή παρακολούθηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου σε οργανισμό που δεν είναι κρατική οντότητα, ο οργανισμός αυτός είναι νομικό πρόσωπο και συμμορφώνεται, κατ’ αναλογίαν, προς τις απαιτήσεις του άρθρου 22. Επιπλέον, ο εν λόγω οργανισμός προβαίνει σε διευθετήσεις ώστε να καλύπτει τις ευθύνες που προκύπτουν από τις δραστηριότητές του.

4.   Η κοινοποιούσα αρχή αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη για τα καθήκοντα τα οποία εκτελεί ο οργανισμός που αναφέρεται στην παράγραφο 3.

Άρθρο 22

Απαιτήσεις σχετικές με τις κοινοποιούσες αρχές

1.   H κοινοποιούσα αρχή συγκροτείται κατά τρόπο που δεν συνεπάγεται σύγκρουση συμφερόντων με τους οργανισμούς αξιολόγησης της συμμόρφωσης.

2.   Η κοινοποιούσα αρχή οργανώνεται και λειτουργεί κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και η αμεροληψία στις δραστηριότητές της.

3.   Η κοινοποιούσα αρχή οργανώνεται κατά τρόπο ώστε κάθε απόφαση που αφορά την κοινοποίηση ενός οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης να λαμβάνεται από αρμόδια πρόσωπα που είναι άλλα από τα πρόσωπα που διεξήγαγαν την αξιολόγηση.

4.   Η κοινοποιούσα αρχή δεν προσφέρει ούτε παρέχει οποιεσδήποτε δραστηριότητες που εκτελούνται από οργανισμούς αξιολόγησης της συμμόρφωσης ή οποιεσδήποτε συμβουλευτικές υπηρεσίες σε εμπορική ή ανταγωνιστική βάση.

5.   Η κοινοποιούσα αρχή εξασφαλίζει την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που λαμβάνει.

6.   Η κοινοποιούσα αρχή διαθέτει επαρκές και ικανό προσωπικό για τη σωστή εκτέλεση των καθηκόντων της.

Άρθρο 23

Υποχρέωση ενημέρωσης για τις κοινοποιούσες αρχές

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τις διαδικασίες που εφαρμόζουν για την αξιολόγηση και την κοινοποίηση των οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης και για την παρακολούθηση των κοινοποιημένων οργανισμών, καθώς και σχετικά με τυχόν αλλαγές στις διαδικασίες αυτές.

Η Επιτροπή δημοσιοποιεί αυτές τις πληροφορίες.

Άρθρο 24

Απαιτήσεις σχετικές με τους κοινοποιημένους οργανισμούς

1.   Για τους σκοπούς της κοινοποίησης, κάθε οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης πληροί τις απαιτήσεις των παραγράφων 2 έως 11.

2.   Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης συγκροτείται βάσει του εθνικού δικαίου κράτους μέλους και διαθέτει νομική προσωπικότητα.

3.   Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης είναι τρίτος φορέας ανεξάρτητος από τον οργανισμό ή το προϊόν λίπανσης της ΕΕ που αξιολογεί.

4.   Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης, τα διευθυντικά του στελέχη και το προσωπικό που είναι αρμόδιο για την εκτέλεση των καθηκόντων αξιολόγησης της συμμόρφωσης δεν ταυτίζονται με τον σχεδιαστή, τον παρασκευαστή, τον προμηθευτή, τον αγοραστή, τον ιδιοκτήτη ή τον χρήστη των προϊόντων λίπανσης, ούτε με τον αντιπρόσωπο οποιουδήποτε από αυτά τα μέρη. Αυτό δεν αποκλείει τη χρήση προϊόντων λίπανσης που είναι αναγκαία για τις λειτουργίες του οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης ή τη χρήση προϊόντων λίπανσης για προσωπικούς σκοπούς.

Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης, τα διευθυντικά του στελέχη και το προσωπικό που είναι αρμόδιο για την εκτέλεση των καθηκόντων αξιολόγησης της συμμόρφωσης δεν εμπλέκονται άμεσα στον σχεδιασμό, την παρασκευή, την εμπορία ή τη χρήση προϊόντων λίπανσης ούτε εκπροσωπούν μέρη που εμπλέκονται στις δραστηριότητες αυτές. Δεν αναλαμβάνουν καμία δραστηριότητα που μπορεί να θίξει την ανεξάρτητη κρίση ή την ακεραιότητά τους σε σχέση με τις δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης για τις οποίες είναι κοινοποιημένοι. Αυτό ισχύει ιδίως για τις συμβουλευτικές υπηρεσίες.

Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης εξασφαλίζει ότι οι δραστηριότητες των θυγατρικών ή των υπεργολάβων του δεν επηρεάζουν την εμπιστευτικότητα, αντικειμενικότητα ή αμεροληψία των δραστηριοτήτων αξιολόγησης της συμμόρφωσης που διεξάγει.

5.   Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης και το προσωπικό του εκτελούν τις δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης με τη μέγιστη επαγγελματική ακεραιότητα και την απαιτούμενη τεχνική επάρκεια στον συγκεκριμένο τομέα και οφείλουν να είναι απαλλαγμένοι από κάθε πίεση και προτροπή, κυρίως οικονομική, που θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση τους ή τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων αξιολόγησης της συμμόρφωσης, ιδιαίτερα από πρόσωπα ή ομάδες προσώπων που έχουν συμφέρον από τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων αυτών.

6.   Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης είναι σε θέση να εκτελεί όλα τα καθήκοντα τα σχετικά με την αξιολόγηση της συμμόρφωσης που του έχουν ανατεθεί βάσει των διατάξεων του παραρτήματος IV και για τα οποία έχει κοινοποιηθεί, είτε αυτά εκτελούνται από τον ίδιο τον οργανισμό αξιολόγησης της συμμόρφωσης είτε εκτελούνται εξ ονόματός του και υπό την ευθύνη του.

Ανά πάσα στιγμή και για κάθε διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης και για κάθε είδος ή κατηγορία προϊόντων λίπανσης της ΕΕ για τα οποία είναι κοινοποιημένος, ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης έχει στη διάθεσή του:

α)

το αναγκαίο προσωπικό με τεχνικές γνώσεις και επαρκή και κατάλληλη πείρα για την εκτέλεση των καθηκόντων αξιολόγησης της συμμόρφωσης,

β)

τις αναγκαίες περιγραφές των διαδικασιών σύμφωνα με τις οποίες διενεργείται η αξιολόγηση της συμμόρφωσης και εξασφαλίζεται η διαφάνεια και η δυνατότητα αναπαραγωγής αυτών των διαδικασιών. Διαθέτει την κατάλληλη πολιτική και τις διαδικασίες που εξασφαλίζουν τη διάκριση μεταξύ των καθηκόντων τα οποία εκτελεί ως κοινοποιημένος οργανισμός και οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας,

γ)

τις αναγκαίες διαδικασίες για να ασκεί τις δραστηριότητές του λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος μιας επιχείρησης, τον τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται, τη δομή της, τον βαθμό πολυπλοκότητας της τεχνολογίας του εκάστοτε προϊόντος και τον μαζικό ή εν σειρά χαρακτήρα της παραγωγικής διαδικασίας.

Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης διαθέτει τα αναγκαία μέσα για την κατάλληλη εκτέλεση των τεχνικών και διοικητικών καθηκόντων που συνδέονται με τις δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης και έχει πρόσβαση σε όλο τον αναγκαίο εξοπλισμό ή εγκαταστάσεις.

7.   Το προσωπικό που είναι αρμόδιο για την εκτέλεση των καθηκόντων αξιολόγησης της συμμόρφωσης διαθέτει:

α)

πλήρη τεχνική και επαγγελματική κατάρτιση, η οποία καλύπτει όλα τα καθήκοντα αξιολόγησης της συμμόρφωσης για τα οποία έχει κοινοποιηθεί ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης,

β)

επαρκή γνώση των απαιτήσεων των αξιολογήσεων που διενεργεί και επαρκές κύρος για τη διενέργεια των αξιολογήσεων αυτών,

γ)

κατάλληλες γνώσεις και κατανόηση των απαιτήσεων που καθορίζονται στα παραρτήματα Ι, ΙΙ και III, των εφαρμοστέων εναρμονισμένων προτύπων που αναφέρονται στο άρθρο 13 και των κοινών προδιαγραφών που αναφέρονται στο άρθρο 14 και των σχετικών διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης και της εθνικής νομοθεσίας,

δ)

την απαιτούμενη ικανότητα να συντάσσει τα πιστοποιητικά, τα πρακτικά και τις εκθέσεις που αποδεικνύουν τη διεξαγωγή των αξιολογήσεων.

8.   Η αμεροληψία του οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης, των διευθυντικών στελεχών του και του προσωπικού που είναι αρμόδιο για την εκτέλεση των καθηκόντων αξιολόγησης της συμμόρφωσης είναι εγγυημένη.

Οι αμοιβές των διευθυντικών στελεχών του οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης και του προσωπικού που είναι αρμόδιο για την εκτέλεση των καθηκόντων αξιολόγησης της συμμόρφωσης δεν εξαρτώνται από τον αριθμό των αξιολογήσεων που διενεργούνται ή από τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων αυτών.

9.   Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης συνάπτει ασφάλεια αστικής ευθύνης, εκτός αν η ευθύνη αυτή καλύπτεται από το κράτος βάσει του εθνικού δικαίου ή η αξιολόγηση της συμμόρφωσης πραγματοποιείται υπό την άμεση ευθύνη του κράτους μέλους.

10.   Το προσωπικό του οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης δεσμεύεται να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο για κάθε πληροφορία που περιέρχεται σε γνώση του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του σύμφωνα με το παράρτημα ΙV, εξαιρουμένης της σχέσης με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο διεξάγονται οι δραστηριότητες του οργανισμού. Τα δικαιώματα κυριότητας προστατεύονται.

11.   Οι οργανισμοί αξιολόγησης της συμμόρφωσης συμμετέχουν στις σχετικές δραστηριότητες τυποποίησης και στις δραστηριότητες της ομάδας συντονισμού των κοινοποιημένων οργανισμών η οποία έχει συσταθεί δυνάμει του άρθρου 36, ή διασφαλίζουν ότι το προσωπικό τους που είναι αρμόδιο για την εκτέλεση των καθηκόντων αξιολόγησης της συμμόρφωσης ενημερώνεται για τις δραστηριότητες αυτές, και εφαρμόζουν ως γενικές οδηγίες τις διοικητικές αποφάσεις και τα έγγραφα που είναι το αποτέλεσμα των εργασιών της ομάδας συντονισμού.

Άρθρο 25

Τεκμήριο συμμόρφωσης των κοινοποιημένων οργανισμών

Αν ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης αποδείξει ότι πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στα σχετικά εναρμονισμένα πρότυπα ή σε μέρη αυτών, τα στοιχεία αναφοράς των οποίων έχουν δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τότε τεκμαίρεται ότι συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις του άρθρου 24 εφόσον τα εφαρμοστέα εναρμονισμένα πρότυπα καλύπτουν τις απαιτήσεις αυτές.

Άρθρο 26

Θυγατρικές και υπεργολάβοι των κοινοποιημένων οργανισμών

1.   Όταν ο κοινοποιημένος οργανισμός αναθέτει υπεργολαβικά συγκεκριμένα καθήκοντα που συνδέονται με την αξιολόγηση της συμμόρφωσης ή προσφεύγει σε θυγατρική, διασφαλίζει ότι ο υπεργολάβος ή η θυγατρική πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 24 και ενημερώνει αναλόγως την κοινοποιούσα αρχή.

2.   Ο κοινοποιημένος οργανισμός αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη για τα καθήκοντα που εκτελούν οι υπεργολάβοι ή οι θυγατρικές, όπου κι αν είναι εγκατεστημένοι.

3.   Οι δραστηριότητες μπορούν να ανατίθενται σε υπεργολάβο ή να διεξάγονται από θυγατρική μόνον εφόσον συμφωνήσει ο πελάτης.

4.   Ο κοινοποιημένος οργανισμός τηρεί στη διάθεση της κοινοποιούσας αρχής τα έγγραφα τα σχετικά με την αξιολόγηση των προσόντων του υπεργολάβου ή της θυγατρικής και τα σχετικά με τις εργασίες που διεξήγαγε ο υπεργολάβος ή η θυγατρική δυνάμει του παραρτήματος ΙV.

Άρθρο 27

Αίτηση κοινοποίησης

1.   Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης υποβάλλει αίτηση κοινοποίησης στην κοινοποιούσα αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος.

2.   Η αίτηση κοινοποίησης συνοδεύεται από περιγραφή των δραστηριοτήτων αξιολόγησης της συμμόρφωσης, της ενότητας ή των ενοτήτων αξιολόγησης της συμμόρφωσης και του προϊόντος ή των προϊόντων λίπανσης της ΕΕ για τα οποία ο οργανισμός ισχυρίζεται ότι διαθέτει την απαιτούμενη επάρκεια, καθώς και από πιστοποιητικό διαπίστευσης το οποίο έχει εκδοθεί από εθνικό οργανισμό διαπίστευσης και με το οποίο πιστοποιείται ότι ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 24.

Άρθρο 28

Διαδικασία κοινοποίησης

1.   Οι κοινοποιούσες αρχές μπορούν να κοινοποιούν μόνο τους οργανισμούς αξιολόγησης της συμμόρφωσης που πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 24.

2.   Τους κοινοποιούν στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη, με χρήση του ηλεκτρονικού μέσου κοινοποίησης που έχει δημιουργήσει και διαχειρίζεται η Επιτροπή.

3.   Στην κοινοποίηση περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία για τις δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης, την ενότητα ή τις ενότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης και το εν λόγω προϊόν ή προϊόντα λίπανσης της ΕΕ, καθώς και το πιστοποιητικό διαπίστευσης που αναφέρεται στο άρθρο 27 παράγραφος 2.

4.   Ο ενδιαφερόμενος οργανισμός μπορεί να εκτελεί τις δραστηριότητες κοινοποιημένου οργανισμού μόνο εφόσον δεν διατυπωθεί ένσταση από την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη εντός δύο εβδομάδων από την κοινοποίηση.

Μόνο υπό αυτές τις προϋποθέσεις θεωρείται κοινοποιημένος ο οργανισμός για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

5.   Η κοινοποιούσα αρχή ενημερώνει την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη για τυχόν επακόλουθες συναφείς αλλαγές στην κοινοποίηση.

Άρθρο 29

Αριθμοί μητρώου και κατάλογοι κοινοποιημένων οργανισμών

1.   Η Επιτροπή χορηγεί αριθμό μητρώου στους κοινοποιημένους οργανισμούς.

Χορηγεί έναν και μόνο αριθμό, ακόμη και αν ο οργανισμός είναι κοινοποιημένος βάσει διαφόρων πράξεων της Ένωσης.

2.   Η Επιτροπή δημοσιοποιεί τον κατάλογο των οργανισμών που κοινοποιούνται βάσει του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των αριθμών μητρώου που τους έχουν χορηγηθεί και των δραστηριοτήτων για τις οποίες έχουν κοινοποιηθεί.

Η Επιτροπή μεριμνά για την ενημέρωση του καταλόγου.

Άρθρο 30

Τροποποιήσεις κοινοποιήσεων

1.   Όταν μια κοινοποιούσα αρχή διαπιστώνει ή πληροφορείται ότι ένας κοινοποιημένος οργανισμός δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις του άρθρου 24 ή ότι αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, η κοινοποιούσα αρχή περιορίζει, αναστέλλει ή ανακαλεί την κοινοποίηση, κατά περίπτωση, αναλόγως της σοβαρότητας της μη τήρησης των απαιτήσεων ή της μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων. Ενημερώνει αμέσως σχετικά την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη.

2.   Στην περίπτωση περιορισμού, αναστολής ή ανάκλησης της κοινοποίησης ή όταν ο κοινοποιημένος οργανισμός παύσει τη δραστηριότητά του, το κοινοποιούν κράτος μέλος προβαίνει στις δέουσες ενέργειες για να εξασφαλίσει ότι τα αρχεία του οργανισμού αυτού είτε τα χειρίζεται άλλος κοινοποιημένος οργανισμός είτε παραμένουν διαθέσιμα στις αρμόδιες αρχές κοινοποίησης και εποπτείας της αγοράς, κατόπιν αιτήματός τους.

Άρθρο 31

Αμφισβήτηση της επάρκειας των κοινοποιημένων οργανισμών

1.   Η Επιτροπή ερευνά όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες έχει αμφιβολίες ή έχει περιέλθει σε γνώση της αμφιβολία όσον αφορά την επάρκεια κοινοποιημένου οργανισμού ή την ικανότητα συνεχούς εκπλήρωσης από κοινοποιημένο οργανισμό των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων που υπέχει.

2.   Το κοινοποιούν κράτος μέλος παρέχει στην Επιτροπή, εάν αυτή το ζητήσει, όλες τις πληροφορίες σχετικά με την αιτιολόγηση της κοινοποίησης ή την επιβεβαίωση της επάρκειας του εν λόγω κοινοποιημένου οργανισμού.

3.   Η Επιτροπή διασφαλίζει την εμπιστευτικότητα όλων των ευαίσθητων πληροφοριών που προκύπτουν κατά τις έρευνες αυτές.

4.   Όταν η Επιτροπή διαπιστώνει ότι κοινοποιημένος οργανισμός δεν πληροί ή παύει να πληροί τις απαιτήσεις κοινοποίησής του, εκδίδει εκτελεστική πράξη που απαιτεί από το κοινοποιούν κράτος μέλος να λάβει τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της ανάκλησης της κοινοποίησης, εφόσον είναι αναγκαίο.

H εν λόγω εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 2.

Άρθρο 32

Λειτουργικές υποχρεώσεις των κοινοποιημένων οργανισμών

1.   Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί διενεργούν αξιολογήσεις της συμμόρφωσης σύμφωνα με τις διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης που προβλέπονται στο παράρτημα IV.

2.   Οι αξιολογήσεις συμμόρφωσης διενεργούνται κατά αναλογικό τρόπο ώστε να αποφεύγονται οι περιττές επιβαρύνσεις για τους οικονομικούς φορείς. Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί ασκούν τις δραστηριότητές τους λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το μέγεθος μιας επιχείρησης, τον τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται, τη δομή της, την πολυπλοκότητα της τεχνολογίας του εκάστοτε προϊόντος και τον μαζικό ή εν σειρά χαρακτήρα της διαδικασίας παραγωγής.

Επ’ αυτού τηρούν πάντως τον βαθμό αυστηρότητας και το επίπεδο προστασίας που απαιτούνται για τη συμμόρφωση του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ προς τον παρόντα κανονισμό.

3.   Όταν κοινοποιημένος οργανισμός διαπιστώσει ότι οι απαιτήσεις που καθορίζονται στο παράρτημα Ι, ΙΙ ή III ή στα αντίστοιχα εναρμονισμένα πρότυπα, στις κοινές προδιαγραφές που αναφέρονται στο άρθρο 14 ή σε άλλες τεχνικές προδιαγραφές δεν πληρούνται από τον παρασκευαστή, ζητεί από τον παρασκευαστή να λάβει τα ενδεδειγμένα διορθωτικά μέτρα και δεν εκδίδει πιστοποιητικό ούτε απόφαση έγκρισης.

4.   Όταν, κατά την παρακολούθηση της συμμόρφωσης μετά την έκδοση πιστοποιητικού ή απόφασης έγκρισης, κοινοποιημένος οργανισμός διαπιστώσει ότι κάποιο προϊόν λίπανσης της ΕΕ δεν συμμορφώνεται πλέον, τότε απαιτεί από τον παρασκευαστή να λάβει τα ενδεδειγμένα διορθωτικά μέτρα και αναστέλλει ή ανακαλεί το πιστοποιητικό ή την απόφαση έγκρισης, εφόσον απαιτείται.

5.   Εάν δεν ληφθούν διορθωτικά μέτρα ή εάν αυτά δεν έχουν το απαιτούμενο αποτέλεσμα, ο κοινοποιημένος οργανισμός περιορίζει, αναστέλλει ή ανακαλεί τυχόν πιστοποιητικό ή απόφαση έγκρισης, κατά περίπτωση.

Άρθρο 33

Προσφυγή κατά αποφάσεων των κοινοποιημένων οργανισμών

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι προβλέπεται διαδικασία προσφυγής κατά των αποφάσεων των κοινοποιημένων οργανισμών.

Άρθρο 34

Υποχρέωση ενημέρωσης για τους κοινοποιημένους οργανισμούς

1.   Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί ενημερώνουν την κοινοποιούσα αρχή για τα εξής:

α)

απόρριψη, περιορισμό, αναστολή ή ανάκληση πιστοποιητικού ή απόφασης έγκρισης,

β)

τυχόν περιστάσεις, που επηρεάζουν το πεδίο εφαρμογής ή τους όρους της κοινοποίησης,

γ)

τυχόν αίτημα για ενημέρωση σχετικά με δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης, το οποίο έλαβαν από τις αρχές εποπτείας της αγοράς,

δ)

κατόπιν αιτήματος, τις δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης που εκτελούν στο πλαίσιο της κοινοποίησής τους και οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένων των διασυνοριακών δραστηριοτήτων και υπεργολαβιών.

2.   Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί παρέχουν στους άλλους κοινοποιημένους δυνάμει του παρόντος κανονισμού οργανισμούς οι οποίοι διεξάγουν παρόμοιες δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης που καλύπτουν τα ίδια προϊόντα λίπανσης της ΕΕ, συναφείς πληροφορίες για ζητήματα που αφορούν αρνητικά και, κατόπιν αιτήματος, θετικά αποτελέσματα αξιολόγησης της συμμόρφωσης.

Άρθρο 35

Ανταλλαγή εμπειριών

Η Επιτροπή μεριμνά για την οργανωμένη ανταλλαγή εμπειριών μεταξύ των εθνικών αρχών των κρατών μελών που είναι αρμόδιες για την πολιτική κοινοποίησης.

Άρθρο 36

Συντονισμός των κοινοποιημένων οργανισμών

Η Επιτροπή διασφαλίζει ότι μεταξύ των οργανισμών που κοινοποιούνται δυνάμει του παρόντος κανονισμού θεσμοθετείται κατάλληλος συντονισμός και συνεργασία και ότι αυτά λειτουργούν σωστά με τη μορφή τομεακής ομάδας κοινοποιημένων οργανισμών.

Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί συμμετέχουν στις εργασίες της εν λόγω ομάδας άμεσα ή μέσω διορισμένων αντιπροσώπων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΗΣ ΕΝΩΣΙΑΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ, ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΛΙΠΑΝΣΗΣ ΤΗΣ ΕΕ ΠΟΥ ΕΙΣΕΡΧΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΝΩΣΙΑΚΗ ΑΓΟΡΑ ΚΑΙ ΕΝΩΣΙΑΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Άρθρο 37

Εποπτεία της ενωσιακής αγοράς και έλεγχος των προϊόντων λίπανσης της ΕΕ που εισέρχονται στην ενωσιακή αγορά

Τα άρθρα 16 έως 29 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 εφαρμόζονται στα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ.

Άρθρο 38

Διαδικασία αντιμετώπισης σε εθνικό επίπεδο προϊόντων λίπανσης της ΕΕ που συνιστούν κίνδυνο

1.   Εάν οι αρχές εποπτείας της αγοράς ενός κράτους μέλους έχουν επαρκείς λόγους να πιστεύουν ότι ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ συνιστά κίνδυνο για την υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών, για την ασφάλεια ή για το περιβάλλον, διενεργούν για το εν λόγω προϊόν λίπανσης της ΕΕ αξιολόγηση που καλύπτει όλες τις συναφείς απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Για τον σκοπό αυτό, οι ενδιαφερόμενοι οικονομικοί φορείς συνεργάζονται με τις αρχές εποπτείας της αγοράς όπως απαιτείται.

Εάν, κατά την αξιολόγηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, οι αρχές εποπτείας της αγοράς διαπιστώσουν ότι το προϊόν λίπανσης της ΕΕ δεν συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, τότε ζητούν αμελλητί από τον σχετικό οικονομικό φορέα να λάβει όλα τα ενδεδειγμένα διορθωτικά μέτρα, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος το οποίο ορίζεται από τις αρχές εποπτείας της αγοράς και είναι σύμμετρο προς τον χαρακτήρα του κινδύνου, για να επιτύχει τη συμμόρφωση του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ με τις απαιτήσεις αυτές, να αποσύρει το προϊόν λίπανσης της ΕΕ από την αγορά ή να το ανακαλέσει.

Οι αρχές εποπτείας της αγοράς ενημερώνουν σχετικά τον οικείο κοινοποιημένο οργανισμό.

Το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 εφαρμόζεται στα μέτρα που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

2.   Εάν οι αρχές εποπτείας της αγοράς θεωρούν ότι η μη συμμόρφωση δεν περιορίζεται στη δική τους εθνική επικράτεια, ενημερώνουν την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη για τα αποτελέσματα της αξιολόγησης και τα μέτρα που ζήτησαν να λάβει ο οικονομικός φορέας.

3.   Ο οικονομικός φορέας μεριμνά ώστε να ληφθούν όλα τα ενδεδειγμένα διορθωτικά μέτρα για όλα τα σχετικά προϊόντα λίπανσης της ΕΕ που έχει διαθέσει στην αγορά σε όλη την Ένωση.

4.   Εάν ο σχετικός οικονομικός φορέας δεν λάβει τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα εντός του χρονικού διαστήματος το οποίο αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1, οι αρχές εποπτείας της αγοράς λαμβάνουν όλα τα ενδεδειγμένα προσωρινά μέτρα για να απαγορεύσουν ή να περιορίσουν τη διάθεση του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ στην εθνική τους αγορά ή να αποσύρουν το προϊόν λίπανσης της ΕΕ από την αγορά ή να το ανακαλέσουν.

Οι αρχές εποπτείας της αγοράς ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη για τα μέτρα αυτά.

5.   Στις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 4 δεύτερο εδάφιο περιλαμβάνονται όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, ιδίως τα στοιχεία που απαιτούνται για την ταυτοποίηση του μη συμμορφούμενου προϊόντος λίπανσης της ΕΕ, η καταγωγή του εν λόγω προϊόντος λίπανσης της ΕΕ, η φύση της εικαζόμενης μη συμμόρφωσης και του σχετικού κινδύνου, η φύση και η διάρκεια των εθνικών μέτρων που ελήφθησαν, καθώς και τα επιχειρήματα που προβάλλει ο σχετικός οικονομικός φορέας. Οι αρχές εποπτείας της αγοράς αναφέρουν ειδικότερα αν η μη συμμόρφωση οφείλεται σε οποιονδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:

α)

μη εκπλήρωση των απαιτήσεων που καθορίζονται στο παράρτημα Ι, ΙΙ ή III για το προϊόν λίπανσης της ΕΕ,

β)

ελλείψεις στα εναρμονισμένα πρότυπα που αναφέρονται στο άρθρο 13,

γ)

ελλείψεις στις κοινές προδιαγραφές που αναφέρονται στο άρθρο 14.

6.   Τα κράτη μέλη πλην του κράτους μέλους που κίνησε τη διαδικασία δυνάμει του παρόντος άρθρου ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη για τα μέτρα που έλαβαν και παρέχουν τυχόν άλλες πρόσθετες πληροφορίες που διαθέτουν όσον αφορά τη μη συμμόρφωση του εν λόγω προϊόντος λίπανσης της ΕΕ, καθώς και τυχόν αντιρρήσεις τους σε περίπτωση που διαφωνούν με εθνικό μέτρο που έχει θεσπιστεί.

7.   Εάν, εντός τριών μηνών από τη λήψη των πληροφοριών που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4, δεν έχει διατυπωθεί ένσταση από κράτος μέλος ή την Επιτροπή σε σχέση με προσωρινό μέτρο που έχει λάβει κράτος μέλος, τότε το μέτρο θεωρείται δικαιολογημένο.

8.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ενδεδειγμένα περιοριστικά μέτρα, όπως η απόσυρση του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ από την αγορά, λαμβάνονται χωρίς καθυστέρηση όσον αφορά τα σχετικά προϊόντα λίπανσης της ΕΕ.

9.   Οι υποχρεώσεις των αρχών εποπτείας της αγοράς βάσει του παρόντος άρθρου δεν θίγουν τη δυνατότητα των κρατών μελών να ρυθμίζουν τα προϊόντα λίπανσης που δεν είναι προϊόντα λίπανσης της ΕΕ.

Άρθρο 39

Ενωσιακή διαδικασία διασφάλισης

1.   Εάν, κατά την ολοκλήρωση της διαδικασίας του άρθρου 38 παράγραφοι 3 και 4, διατυπωθούν ενστάσεις για μέτρο που έχει λάβει κράτος μέλος ή εάν η Επιτροπή θεωρεί ότι το εθνικό μέτρο αντίκειται στο ενωσιακό δίκαιο, η Επιτροπή διαβουλεύεται αμελλητί με τα κράτη μέλη και τον σχετικό οικονομικό φορέα ή φορείς και διενεργεί αξιολόγηση του εθνικού μέτρου. Βάσει των αποτελεσμάτων αυτής της αξιολόγησης η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστική πράξη με τη μορφή απόφασης που ορίζει αν το εθνικό μέτρο είναι δικαιολογημένο.

Εάν το εθνικό μέτρο θεωρηθεί δικαιολογημένο, η απόφαση διατάσσει όλα τα κράτη μέλη να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι το μη συμμορφούμενο προϊόν λίπανσης της ΕΕ θα αποσυρθεί από τις αγορές τους και να ενημερώσουν σχετικά την Επιτροπή.

Εάν το εθνικό μέτρο δεν κριθεί δικαιολογημένο, η απόφαση διατάσσει το οικείο κράτος μέλος να το αποσύρει.

Η Επιτροπή απευθύνει την απόφασή της σε όλα τα κράτη μέλη και την ανακοινώνει αμέσως σε αυτά και στον σχετικό οικονομικό φορέα ή φορείς.

2.   Εάν το εθνικό μέτρο θεωρηθεί δικαιολογημένο και η μη συμμόρφωση του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ αποδοθεί σε ελλείψεις των εναρμονισμένων προτύπων που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφος 5 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή εφαρμόζει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012.

3.   Εάν το εθνικό μέτρο θεωρηθεί δικαιολογημένο και η μη συμμόρφωση του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ αποδοθεί σε ελλείψεις των κοινών προδιαγραφών που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφος 5 στοιχείο γ), η Επιτροπή εκδίδει αμελλητί εκτελεστικές πράξεις για την τροποποίηση ή την κατάργηση των σχετικών κοινών προδιαγραφών.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 3.

Άρθρο 40

Συμμορφούμενα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ που συνιστούν κίνδυνο

1.   Όταν κράτος μέλος διαπιστώσει, αφού έχει διενεργήσει αξιολόγηση δυνάμει του άρθρου 38 παράγραφος 1, ότι ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ συνιστά κίνδυνο για την υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών, για την ασφάλεια ή για το περιβάλλον, παρότι συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό, απαιτεί αμελλητί από τον σχετικό οικονομικό φορέα να λάβει, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος το οποίο ορίζεται από την αρχή εποπτείας της αγοράς και είναι σύμμετρο προς τον χαρακτήρα του κινδύνου, όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα για να διασφαλίσει ότι το συγκεκριμένο προϊόν λίπανσης της ΕΕ, όταν διατεθεί στην αγορά, δεν θα ενέχει πλέον τον εν λόγω κίνδυνο, ή για να αποσύρει το προϊόν λίπανσης της ΕΕ από την αγορά ή για να το ανακαλέσει.

2.   Ο οικονομικός φορέας διασφαλίζει ότι λαμβάνονται διορθωτικά μέτρα για όλα τα σχετικά προϊόντα λίπανσης της ΕΕ που έχει διαθέσει στην αγορά σε ολόκληρη την Ένωση.

3.   Το κράτος μέλος ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη. Στην πληροφόρηση που παρέχει περιλαμβάνονται όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, ιδίως τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την ταυτοποίηση του συγκεκριμένου προϊόντος λίπανσης της ΕΕ, η καταγωγή του και η αλυσίδα εφοδιασμού του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ, η φύση του σχετικού κινδύνου και η φύση και η διάρκεια των εθνικών μέτρων που ελήφθησαν.

4.   Η Επιτροπή διαβουλεύεται αμελλητί με τα κράτη μέλη και τον σχετικό οικονομικό φορέα ή φορείς και διενεργεί αξιολόγηση των εθνικών μέτρων που ελήφθησαν. Βάσει των αποτελεσμάτων αυτής της αξιολόγησης η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστική πράξη με τη μορφή απόφασης που ορίζει αν το εθνικό μέτρο είναι δικαιολογημένο και, εάν χρειάζεται, διατάσσει τη λήψη κατάλληλων μέτρων.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 3.

Για δεόντως αιτιολογημένους επιτακτικούς λόγους επείγουσας ανάγκης που αφορούν την προστασία της υγείας του ανθρώπου, των ζώων και των φυτών, της ασφάλειας και του περιβάλλοντος, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις άμεσης εφαρμογής σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 45 παράγραφος 4.

5.   Η Επιτροπή απευθύνει την απόφασή της σε όλα τα κράτη μέλη και την ανακοινώνει αμέσως σε αυτά και στον σχετικό οικονομικό φορέα ή φορείς.

Άρθρο 41

Τυπική μη συμμόρφωση

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 38, όταν κράτος μέλος προβεί σε κάποια από τις ακόλουθες διαπιστώσεις αναφορικά με προϊόν λίπανσης της ΕΕ, απαιτεί από τον οικείο οικονομικό φορέα να θέσει τέλος στη μη συμμόρφωση:

α)

η σήμανση CE έχει τοποθετηθεί κατά παράβαση του άρθρου 30 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 ή του άρθρου 18 του παρόντος κανονισμού,

β)

ο αριθμός μητρώου του κοινοποιημένου οργανισμού έχει τοποθετηθεί κατά παράβαση του άρθρου 18 ή δεν έχει τοποθετηθεί, παρότι απαιτείται δυνάμει του άρθρου 18,

γ)

η δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ δεν έχει καταρτιστεί ή δεν έχει καταρτιστεί σωστά,

δ)

ο τεχνικός φάκελος δεν είναι διαθέσιμος ή δεν είναι πλήρης,

ε)

οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 6 ή στο άρθρο 8 παράγραφος 3 λείπουν, είναι λανθασμένες ή είναι ελλιπείς,

στ)

δεν πληρούται οποιαδήποτε άλλη από τις διοικητικές απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6 ή 8.

2.   Εάν η μη συμμόρφωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εξακολουθήσει να υφίσταται, το οικείο κράτος μέλος λαμβάνει όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα για να περιορίσει ή να απαγορεύσει τη διάθεση του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ στην αγορά ή για να διασφαλίσει ότι αυτό θα ανακληθεί ή θα αποσυρθεί από την αγορά.

Οι υποχρεώσεις των κρατών μελών εν προκειμένω δεν θίγουν τη δυνατότητά τους να ρυθμίζουν τα προϊόντα λίπανσης που δεν είναι προϊόντα λίπανσης της ΕΕ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Άρθρο 42

Τροποποιήσεις των παραρτημάτων

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 44 για την τροποποίηση του παραρτήματος I, εξαιρουμένων των οριακών τιμών για το κάδμιο και των ορισμών των κατηγοριών λειτουργίας προϊόντων ή άλλων στοιχείων που αφορούν το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω κατηγοριών και για την τροποποίηση των παραρτημάτων ΙΙ, ΙΙΙ και IV, με σκοπό την προσαρμογή των εν λόγω παραρτημάτων στην τεχνική πρόοδο και τη διευκόλυνση της πρόσβασης στην εσωτερική αγορά και της ελεύθερης κυκλοφορίας για τα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ:

α)

τα οποία είναι πιθανό να αποτελέσουν αντικείμενο σημαντικών εμπορικών συναλλαγών στην εσωτερική αγορά, και

β)

τα οποία, σύμφωνα με τα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία:

i)

δεν συνιστούν κίνδυνο για την υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών, για την ασφάλεια ή για το περιβάλλον, και

ii)

διασφαλίζουν αποδοτικότητα των καλλιεργητικών πρακτικών.

Όταν η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εισάγουν νέες οριακές τιμές επιμολυντών στο παράρτημα I, λαμβάνει υπόψη τις επιστημονικές γνωμοδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων, του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων ή του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Επιτροπής, κατά περίπτωση.

Όταν η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις με στόχο την προσθήκη ή αναθεώρηση κατηγοριών συστατικών υλικών, ώστε να συμπεριλάβει υλικά που μπορούν να θεωρηθούν ως ανακτηθέντα απόβλητα ή υποπροϊόντα κατά την έννοια της οδηγίας 2008/98/ΕΚ, οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις αποκλείουν ρητά τα εν λόγω υλικά από τις κατηγορίες συστατικών υλικών 1 και 11 του παραρτήματος ΙΙ του παρόντος κανονισμού.

Κατά την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων βάσει της παρούσας παραγράφου, η Επιτροπή δίνει προτεραιότητα ειδικότερα στα ζωικά υποπροϊόντα, τα υποπροϊόντα κατά την έννοια της οδηγίας 2008/98/ΕΚ και τα ανακτηθέντα απόβλητα, ιδίως από τον γεωργικό τομέα και τον τομέα των γεωργικών προϊόντων διατροφής, καθώς και σε υλικά και προϊόντα που ήδη έχουν τεθεί νομίμως σε κυκλοφορία σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη.

2.   Χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά τις 15 Ιουλίου 2019, η Επιτροπή αξιολογεί τον στρουβίτη, τον βιοξυλάνθρακα και τα προϊόντα με βάση τις τέφρες και, εάν η εν λόγω αξιολόγηση δείξει ότι πληρούνται τα κριτήρια της παραγράφου 1 στοιχείο β), η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με την παράγραφο 1 για να συμπεριλάβει τα εν λόγω υλικά στο παράρτημα ΙΙ.

3.   Η Επιτροπή δύναται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με την παράγραφο 1 για την τροποποίηση του παραρτήματος II του παρόντος κανονισμού προκειμένου να συμπεριλάβει στις κατηγορίες συστατικών υλικών υλικά που παύουν να αποτελούν απόβλητα μετά από εργασία ανάκτησης, αν οι κανόνες ανάκτησης στο εν λόγω παράρτημα, οι οποίοι έχουν θεσπιστεί το αργότερο έως τη συμπερίληψη στο παράρτημα, διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω υλικά πληρούν τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 6 της οδηγίας 2008/98/ΕΚ.

4.   Η Επιτροπή δύναται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με την παράγραφο 1 για την τροποποίηση του παραρτήματος II προκειμένου να συμπεριλάβει νέους μικροοργανισμούς ή στελέχη μικροοργανισμών ή επιπλέον μεθόδους επεξεργασίας στην κατηγορία συστατικών υλικών για τέτοιους οργανισμούς, αφού επαληθεύσει ποια στελέχη του πρόσθετου μικροοργανισμού πληρούν τα κριτήρια στην παράγραφο 1 στοιχείο β), με βάση τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

ονομασία του μικροοργανισμού,

β)

ταξινομική κατάταξη του μικροοργανισμού: γένος, είδος, στέλεχος και μέθοδος κτήσης,

γ)

επιστημονική βιβλιογραφία στην οποία αναφέρεται η ασφαλής παραγωγή, διατήρηση και χρήση του μικροοργανισμού,

δ)

ταξινομική σχέση με είδη μικροοργανισμών που πληρούν τις απαιτήσεις για τεκμήριο αναγνωρισμένης ασφάλειας, όπως αυτό έχει προσδιοριστεί από την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων,

ε)

πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία παραγωγής, μεταξύ άλλων, κατά περίπτωση, μέθοδοι επεξεργασίας όπως ξήρανση με ψεκασμό, ξήρανση με στρώμα υγρού, στατική ξήρανση, φυγοκέντρηση, απενεργoποίηση με θερμότητα, διήθηση και άλεση,

στ)

πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα και τα επίπεδα καταλοίπων των υπολειμματικών ενδιάμεσων προϊόντων, τοξινών ή μικροβιακών μεταβολιτών στο συστατικό υλικό, και

ζ)

παρουσία στη φύση, επιβίωση και κινητικότητα στο περιβάλλον.

5.   Η Επιτροπή δύναται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με την παράγραφο 1 για την τροποποίηση του παραρτήματος II του παρόντος κανονισμού προκειμένου να προσθέσει παράγωγα προϊόντα κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 στην κατηγορία συστατικών υλικών μόνο όταν έχει προσδιοριστεί ένα τελικό σημείο στην αλυσίδα παρασκευής σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού.

Η Επιτροπή αξιολογεί αυτά τα παράγωγα προϊόντα σε σχέση με συναφείς πτυχές που δεν λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς του προσδιορισμού τελικού σημείου στην αλυσίδα παρασκευής σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1069/2009. Εάν η εν λόγω αξιολόγηση δείξει ότι πληρούνται τα κριτήρια της παραγράφου 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου για να συμπεριλάβει τα εν λόγω υλικά στον πίνακα της κατηγορίας συστατικών υλικών 10 στο μέρος II του παραρτήματος ΙΙ του παρόντος κανονισμού χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση όποτε προσδιοριστεί αυτό το τελικό σημείο.

6.   Η Επιτροπή, έως τις 16 Ιουλίου 2024, αξιολογεί τα κριτήρια βιοαποδομησιμότητας για τα πολυμερή που αναφέρονται στο σημείο 2 της κατηγορίας συστατικών υλικών 9 στο παράρτημα ΙΙ μέρος II και τις μεθόδους δοκιμής για την επαλήθευση της συμμόρφωσης με αυτά τα κριτήρια και, εάν ενδείκνυται, εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με την παράγραφο 1 η οποία θεσπίζει τα εν λόγω κριτήρια.

Τα εν λόγω κριτήρια διασφαλίζουν ότι:

α)

το πολυμερές είναι ικανό να υφίσταται φυσική και βιολογική αποσύνθεση σε φυσικές εδαφολογικές συνθήκες και υδάτινα περιβάλλοντα σε ολόκληρη την Ένωση, έτσι ώστε τελικώς να αποσυντίθεται μόνο σε διοξείδιο του άνθρακα, βιομάζα και νερό,

β)

τουλάχιστον το 90 % του οργανικού άνθρακα του πολυμερούς μετατρέπεται σε διοξείδιο του άνθρακα το αργότερο εντός 48 μηνών μετά το τέλος της δηλούμενης περιόδου λειτουργικότητας του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ που αναγράφεται στην ετικέτα, και σε σύγκριση με ενδεδειγμένο πρότυπο κατά την δοκιμή βιοαποδόμησης, και

γ)

η χρήση πολυμερών δεν οδηγεί σε συσσώρευση πλαστικών στο περιβάλλον.

7.   Η Επιτροπή, έως τις 16 Ιουλίου 2022, εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 44 για να συμπληρώσει το σημείο 3 της κατηγορίας συστατικών υλικών 11 στο μέρος II του παραρτήματος II του παρόντος κανονισμού μέσω του ορισμού κριτηρίων για την αποδοτικότητα των καλλιεργητικών πρακτικών και την ασφάλεια όσον αφορά τη χρήση υποπροϊόντων κατά την έννοια της οδηγίας 2008/98/ΕΚ στα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ. Τα εν λόγω κριτήρια λαμβάνουν υπόψη τις τρέχουσες πρακτικές παρασκευής προϊόντων, τις τεχνολογικές εξελίξεις και τα πλέον πρόσφατα επιστημονικά δεδομένα.

8.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 44 για την τροποποίηση του παραρτήματος I, με εξαίρεση τις οριακές τιμές για το κάδμιο, και των παραρτημάτων ΙΙ, ΙΙΙ και IV με βάση νέα επιστημονικά στοιχεία. Η Επιτροπή χρησιμοποιεί την εξουσιοδότηση αυτή όταν απαιτείται τροποποίηση, με βάση αξιολόγηση κινδύνου, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι κάθε προϊόν λίπανσης της ΕΕ που συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού δεν συνιστά κίνδυνο, υπό κανονικές συνθήκες χρήσης, για την υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών, για την ασφάλεια ή για το περιβάλλον.

Άρθρο 43

Χωριστές κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για χωριστές κατηγορίες συστατικών υλικών

Κατά την άσκηση των εξουσιών της έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 42, η Επιτροπή εκδίδει χωριστή κατ’ εξουσιοδότηση πράξη για κάθε κατηγορία συστατικών υλικών στο παράρτημα ΙΙ. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις περιλαμβάνουν τυχόν τροποποιήσεις των παραρτημάτων Ι, ΙΙΙ και IV που καθίστανται αναγκαίες λόγω τροποποιήσεων του παραρτήματος II.

Άρθρο 44

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Η αρμοδιότητα για την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.   Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων κατά το άρθρο 42 ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από τις 15 Ιουλίου 2019. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της πενταετούς περιόδου. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται σιωπηρά για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλουν αντιρρήσεις το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου.

3.   Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 42 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Η απόφαση αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

4.   Πριν από την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.

5.   Μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6.   Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 42 τίθεται σε ισχύ μόνο εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός περιόδου τριών μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά τρεις μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 45

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή για τα προϊόντα λίπανσης. Η εν λόγω επιτροπή είναι επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.   Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

3.   Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

4.   Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του ίδιου κανονισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Άρθρο 46

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1069/2009

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 τροποποιείται ως εξής:

1)

στο άρθρο 5, οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Για τα αναφερόμενα στα άρθρα 32, 35 και 36 παράγωγα προϊόντα, τα οποία δεν παρουσιάζουν πλέον κανέναν ουσιαστικό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία ή την υγεία των ζώων, μπορεί να προσδιορίζεται τελικό σημείο στην αλυσίδα παρασκευής πέραν του οποίου δεν υπόκεινται πλέον στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Τα εν λόγω παράγωγα προϊόντα μπορούν εν συνεχεία να τίθενται σε κυκλοφορία άνευ περιορισμών δυνάμει του παρόντος κανονισμού και δεν υπόκεινται πλέον σε επισήμους ελέγχους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 51α, για να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό προσδιορίζοντας τελικό σημείο στην αλυσίδα παρασκευής, πέραν του οποίου τα παράγωγα προϊόντα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο δεν υπόκεινται πλέον στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

3.   Στην περίπτωση κινδύνων για τη δημόσια υγεία ή την υγεία των ζώων, τα άρθρα 53 και 54 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 που αφορούν έκτακτα υγειονομικά μέτρα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, στα παράγωγα προϊόντα τα οποία αναφέρονται στα άρθρα 32, 33 και 36 του παρόντος κανονισμού.

4.   Εντός έξι μηνών από τις 15 Ιουλίου 2019, η Επιτροπή δρομολογεί μια πρώτη αξιολόγηση των παράγωγων προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 32 τα οποία χρησιμοποιούνται ήδη ευρέως στην Ένωση ως οργανικά λιπάσματα και βελτιωτικά εδάφους. Η αξιολόγηση καλύπτει τουλάχιστον τα ακόλουθα προϊόντα: κρεατάλευρο, οστεάλευρο, κρεατοστεάλευρο, αίμα ζώων, υδρολυμένες πρωτεΐνες υλικών της κατηγορίας 3, επεξεργασμένη κόπρος, κομπόστ, υπολείμματα βιοαερίου από χώνευση, πτεράλευρο, γλυκερίνη και άλλα προϊόντα από υλικά της κατηγορίας 2 ή 3 που προκύπτουν από την παραγωγή βιοντίζελ και ανανεώσιμων καυσίμων, καθώς και ζωοτροφές, τροφές και τεχνητά κόκαλα για σκύλους που έχουν αποσυρθεί για εμπορικούς λόγους ή εξαιτίας τεχνικών αστοχιών, και παράγωγα προϊόντα από αίμα ζώων, δορές και δέρματα, οπλές και κέρατα, γκουανό νυχτερίδων και πτηνών, μαλλί και τρίχες, φτερά και πούπουλα και τρίχες χοίρων. Εφόσον η αξιολόγηση καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα εν λόγω παράγωγα προϊόντα δεν παρουσιάζουν πλέον κανέναν ουσιαστικό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία ή την υγεία των ζώων, η Επιτροπή προσδιορίζει ένα τελικό σημείο στην αλυσίδα παρασκευής σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση το αργότερο έξι μήνες μετά την περάτωση της αξιολόγησης.»·

2)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 51α

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Η αρμοδιότητα για την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.   Η προβλεπόμενη στο άρθρο 5 παράγραφος 2 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από τις 15 Ιουλίου 2019. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της πενταετούς περιόδου. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται σιωπηρά για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλουν αντιρρήσεις το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου.

3.   Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Η απόφαση αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

4.   Πριν από την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (*1).

5.   Μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6.   Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός περιόδου δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

(*1)  ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.»."

Άρθρο 47

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 2 παράγραφος 1, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

να επηρεάζουν τις βιολογικές διεργασίες των φυτών, όπως τις ουσίες που επηρεάζουν την ανάπτυξή τους, εκτός αν πρόκειται για θρεπτικά στοιχεία ή για βιοδιεγέρτες φυτών·».

2)

Στο άρθρο 3 προστίθεται το ακόλουθο σημείο:

«34)

“βιοδιεγέρτης φυτών”: προϊόν που διεγείρει τις διαδικασίες θρέψης των φυτών ανεξάρτητα από την περιεκτικότητα του προϊόντος σε θρεπτικά στοιχεία, με μοναδικό σκοπό τη βελτίωση ενός ή περισσοτέρων από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά του φυτού ή της ριζόσφαιρας του φυτού:

α)

αποδοτικότητα της χρήσης των θρεπτικών στοιχείων,

β)

αντοχή σε αβιοτικές καταπονήσεις,

γ)

χαρακτηριστικά ποιότητας,

δ)

διαθεσιμότητα των θρεπτικών στοιχείων που συγκρατούνται στο έδαφος ή στη ριζόσφαιρα.».

3)

Στο άρθρο 80, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«8.   Σε προϊόν για το οποίο είχε χορηγηθεί άδεια δυνάμει του άρθρου 32 παράγραφος 1 βάσει αίτησης που υποβλήθηκε πριν από τις 15 Ιουλίου 2019 και το οποίο μετά την εν λόγω ημερομηνία εμπίπτει στον ορισμό του άρθρου 3 σημείο 34), ο παρών κανονισμός εξακολουθεί να ισχύει για τη διάρκεια που προβλέπεται στην άδεια.».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 48

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες για τις κυρώσεις που επισύρουν οι παραβάσεις του παρόντος κανονισμού και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της εφαρμογής τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή τους εν λόγω κανόνες και μέτρα και την ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση σχετικά με κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή τους.

Άρθρο 49

Έκθεση

Έως τις 16 Ιουλίου 2026, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση αξιολόγησης της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και του συνολικού αντικτύπου του ως προς την επίτευξη των στόχων του, συμπεριλαμβανομένου του αντικτύπου στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Η εν λόγω έκθεση περιλαμβάνει:

α)

αξιολόγηση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς για τα προϊόντα λίπανσης, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης συμμόρφωσης και της αποτελεσματικότητας της εποπτείας της αγοράς, και ανάλυση των επιπτώσεων της προαιρετικής εναρμόνισης στην παραγωγή, στα μερίδια αγοράς και στις εμπορικές ροές των προϊόντων λίπανσης της ΕΕ και των προϊόντων λίπανσης που τίθενται σε κυκλοφορία σύμφωνα με εθνικούς κανόνες,

β)

επανεξέταση των οριακών τιμών για την περιεκτικότητα σε κάδμιο των φωσφορικών λιπασμάτων, με σκοπό την αξιολόγηση της σκοπιμότητας μείωσης των εν λόγω οριακών τιμών σε χαμηλότερο ενδεδειγμένο επίπεδο βάσει των διαθέσιμων τεχνολογιών και επιστημονικών στοιχείων σχετικά με την έκθεση στο κάδμιο και τη συσσώρευση καδμίου στο περιβάλλον, λαμβάνοντας υπόψη περιβαλλοντικούς παράγοντες, ιδίως στο πλαίσιο των εδαφικών και κλιματολογικών συνθηκών, παράγοντες σχετικούς με την υγεία, καθώς και κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες, όπως ζητήματα που αφορούν την ασφάλεια εφοδιασμού,

γ)

αξιολόγηση της εφαρμογής των περιορισμών για τα επίπεδα επιμολυντών, όπως ορίζεται στο παράρτημα Ι, και αξιολόγηση οποιονδήποτε νέων σχετικών επιστημονικών στοιχείων όσον αφορά την τοξικότητα και ικανότητα καρκινογένεσης των επιμολυντών, εάν αυτά καθίστανται διαθέσιμα, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων μόλυνσης από ουράνιο σε προϊόντα λίπανσης.

Η έκθεση λαμβάνει δεόντως υπόψη την τεχνολογική πρόοδο και την καινοτομία, καθώς και τις διαδικασίες τυποποίησης που επηρεάζουν την παραγωγή και τη χρήση προϊόντων λίπανσης. Συνοδεύεται, εάν ενδείκνυται, από νομοθετική πρόταση.

Άρθρο 50

Επανεξέταση ως προς τη βιοαποδομησιμότητα

Έως τις 16 Ιουλίου 2024, η Επιτροπή προβαίνει σε επανεξέταση προκειμένου να εκτιμήσει τη δυνατότητα καθορισμού κριτηρίων βιοαποδομησιμότητας των στρώσεων εδαφοκάλυψης και τη δυνατότητα συμπερίληψής τους στην κατηγορία συστατικών υλικών 9 στο παράρτημα ΙΙ μέρος ΙΙ.

Άρθρο 51

Κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2003/2003

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2003/2003 καταργείται από τις 16 Ιουλίου 2022.

Οι παραπομπές στον καταργούμενο κανονισμό θεωρούνται παραπομπές στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 52

Μεταβατικές διατάξεις

Τα κράτη μέλη δεν εμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά όσων προϊόντων είχαν τεθεί σε κυκλοφορία ως λιπάσματα με την ένδειξη «λίπασμα ΕΚ» σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2003/2003 πριν από τις 16 Ιουλίου 2022. Ωστόσο, το κεφάλαιο V του παρόντος κανονισμού εφαρμόζεται στα προϊόντα αυτά mutatis mutandis.

Άρθρο 53

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από τις 16 Ιουλίου 2022.

Ωστόσο:

α)

το άρθρο 4 παράγραφος 3 και τα άρθρα 14, 42, 43, 44, 45, 46 και 47 εφαρμόζονται από τις 15 Ιουλίου 2019, και

β)

τα άρθρα 20 έως 36 εφαρμόζονται από τις 16 Ιουλίου 2020.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 5 Ιουνίου 2019.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

A. TAJANI

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

G. CIAMBA


(1)  ΕΕ C 389 της 21.10.2016, σ. 80.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 27ης Μαρτίου 2019 (δεν έχει δημοσιευτεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2019.

(3)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2003/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τα λιπάσματα (ΕΕ L 304 της 21.11.2003, σ. 1).

(4)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 339/93 (ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 30).

(5)  Απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για κοινό πλαίσιο εμπορίας των προϊόντων και για την κατάργηση της απόφασης 93/465/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 82).

(6)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, περί υγειονομικών κανόνων για ζωικά υποπροϊόντα και παράγωγα προϊόντα που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 (κανονισμός για τα ζωικά υποπροϊόντα) (ΕΕ L 300 της 14.11.2009, σ. 1).

(7)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την ασφάλεια των τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1).

(8)  Οδηγία 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών (ΕΕ L 312 της 22.11.2008, σ. 3).

(9)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά και την κατάργηση των οδηγιών 79/117/ΕΟΚ και 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 309 της 24.11.2009, σ. 1).

(10)  Οδηγία 86/278/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1986, σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος και ιδίως του εδάφους κατά τη χρησιμοποίηση της ιλύος καθαρισμού λυμάτων στη γεωργία (ΕΕ L 181 της 4.7.1986, σ. 6).

(11)  Οδηγία 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (ΕΕ L 183 της 29.6.1989, σ. 1).

(12)  Οδηγία 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορύπανση γεωργικής προέλευσης (ΕΕ L 375 της 31.12.1991, σ. 1).

(13)  Οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2000, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων (ΕΕ L 327 της 22.12.2000, σ. 1).

(14)  Οδηγία 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον και την κατάργηση της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 106 της 17.4.2001, σ. 1).

(15)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 852/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για την υγιεινή των τροφίμων (ΕΕ L 139 της 30.4.2004, σ. 1).

(16)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 882/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τη διενέργεια επισήμων ελέγχων της συμμόρφωσης προς τη νομοθεσία περί ζωοτροφών και τροφίμων και προς τους κανόνες για την υγεία και την καλή διαβίωση των ζώων (ΕΕ L 165 της 30.4.2004, σ. 1).

(17)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/94 της Επιτροπής καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ (ΕΕ L 396 της 30.12.2006, σ. 1).

(18)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1881/2006 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2006, για καθορισμό μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων για ορισμένες ουσίες οι οποίες επιμολύνουν τα τρόφιμα (ΕΕ L 364 της 20.12.2006, σ. 5).

(19)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 834/2007 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2007, για τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91 (ΕΕ L 189 της 20.7.2007, σ. 1).

(20)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων, την τροποποίηση και την κατάργηση των οδηγιών 67/548/ΕΟΚ και 1999/45/ΕΚ και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 (ΕΕ L 353 της 31.12.2008, σ. 1).

(21)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 98/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2013, σχετικά με την κυκλοφορία στην αγορά και τη χρήση πρόδρομων ουσιών εκρηκτικών υλών (ΕΕ L 39 της 9.2.2013, σ. 1).

(22)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1143/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2014, για την πρόληψη και διαχείριση της εισαγωγής και εξάπλωσης χωροκατακτητικών ξένων ειδών (ΕΕ L 317 της 4.11.2014, σ. 35).

(23)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/2031 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2016, σχετικά με προστατευτικά μέτρα κατά των επιβλαβών για τα φυτά οργανισμών, την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 228/2013, (ΕΕ) αριθ. 652/2014 και (ΕΕ) αριθ. 1143/2014, και την κατάργηση των οδηγιών του Συμβουλίου 69/464/ΕΟΚ, 74/647/ΕΟΚ, 93/85/ΕΟΚ, 98/57/ΕΚ, 2000/29/ΕΚ, 2006/91/ΕΚ και 2007/33/ΕΚ (ΕΕ L 317 της 23.11.2016, σ. 4).

(24)  Οδηγία (ΕΕ) 2016/2284 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 2016, σχετικά με τη μείωση των εθνικών εκπομπών ορισμένων ατμοσφαιρικών ρύπων, την τροποποίηση της οδηγίας 2003/35/ΕΚ και την κατάργηση της οδηγίας 2001/81/ΕΚ (ΕΕ L 344 της 17.12.2016, σ. 1).

(25)  Κανονισμός (EE) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2017, για τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες που διενεργούνται με σκοπό την εξασφάλιση της εφαρμογής της νομοθεσίας για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές και των κανόνων για την υγεία και την καλή μεταχείριση των ζώων, την υγεία των φυτών και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, για την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 999/2001, (ΕΚ) αριθ. 396/2005, (ΕΚ) αριθ. 1069/2009, (ΕΚ) αριθ. 1107/2009, (ΕΕ) αριθ. 1151/2012, (EE) αριθ. 652/2014, (ΕΕ) 2016/429 και (ΕΕ) 2016/2031, των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1/2005 και (ΕΚ) αριθ. 1099/2009 και των οδηγιών του Συμβουλίου 98/58/ΕΚ, 1999/74/ΕΚ, 2007/43/ΕΚ, 2008/119/ΕΚ και 2008/120/ΕΚ και για την κατάργηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 854/2004 και (ΕΚ) αριθ. 882/2004, των οδηγιών του Συμβουλίου 89/608/ΕΟΚ, 89/662/ΕΟΚ, 90/425/ΕΟΚ, 91/496/ΕΟΚ, 96/23/ΕΚ, 96/93/ΕΚ και 97/78/ΕΚ και της απόφασης 92/438/ΕΟΚ του Συμβουλίου (κανονισμός για τους επίσημους ελέγχους) (ΕΕ L 95 της 7.4.2017, σ. 1).

(26)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με την ευρωπαϊκή τυποποίηση, την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 89/686/ΕΟΚ και 93/15/ΕΟΚ και των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 94/9/ΕΚ, 94/25/ΕΚ, 95/16/ΕΚ, 97/23/ΕΚ, 98/34/ΕΚ, 2004/22/ΕΚ, 2007/23/ΕΚ, 2009/23/ΕΚ και 2009/105/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 87/95/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της απόφασης αριθ. 1673/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 316 της 14.11.2012, σ. 12).

(27)  ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.

(28)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Κατηγορίες λειτουργίας προϊόντος (ΚΛΠ) για προϊόντα λίπανσης της ΕΕ

ΜΕΡΟΣ Ι

ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΚΛΠ

1.   Λίπασμα

A.   Οργανικό λίπασμα

I.

Στερεό οργανικό λίπασμα

II.

Υγρό οργανικό λίπασμα

B.   Οργανο-ανόργανο λίπασμα

I.

Στερεό οργανο-ανόργανο λίπασμα

II.

Υγρό οργανο-ανόργανο λίπασμα

Γ.   Ανόργανο λίπασμα

I.

Ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα

α)

Στερεό ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα

i)

Απλό στερεό ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα

A)

Απλό στερεό ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα νιτρικού αμμωνίου υψηλής περιεκτικότητας σε άζωτο

ii)

Σύνθετο στερεό ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα

A)

Σύνθετο στερεό ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα νιτρικού αμμωνίου υψηλής περιεκτικότητας σε άζωτο

β)

Υγρό ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα

i)

Απλό υγρό ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα

ii)

Σύνθετο υγρό ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα

II.

Ανόργανο μικροθρεπτικό λίπασμα

α)

Απλό ανόργανο μικροθρεπτικό λίπασμα

β)

Σύνθετο ανόργανο μικροθρεπτικό λίπασμα

2.   Υλικό ασβέστωσης

3.   Βελτιωτικό εδάφους

A.

Οργανικό βελτιωτικό εδάφους

B.

Ανόργανο βελτιωτικό εδάφους

4.   Υπόστρωμα καλλιέργειας

5.   Αναστολέας

A.

Αναστολέας νιτροποίησης

B.

Αναστολέας απονίτρωσης

Γ.

Αναστολέας ουρεάσης

6.   Βιοδιεγέρτης φυτών

A.

Μικροβιακός βιοδιεγέρτης φυτών

B.

Μη μικροβιακός βιοδιεγέρτης φυτών

7.   Σύμμεικτο προϊόν λίπανσης

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΙΣ ΚΛΠ

1.

Το παρόν μέρος καθορίζει τις απαιτήσεις που αφορούν τις ΚΛΠ στις οποίες υπάγονται τα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ βάσει της αναφερόμενης λειτουργίας τους.

2.

Οι απαιτήσεις που καθορίζονται στο παρόν παράρτημα για μια ορισμένη ΚΛΠ ισχύουν για τα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ όλων των υποκατηγοριών της συγκεκριμένης ΚΛΠ.

3.

Ο ισχυρισμός ότι ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ είναι σύμφωνο με τη λειτουργία που περιγράφεται στο παρόν παράρτημα για την αντίστοιχη ΚΛΠ υποστηρίζεται από τον τρόπο δράσης του προϊόντος, τη σχετική περιεκτικότητα των διαφόρων συστατικών του ή κάθε άλλη συναφή παράμετρο.

4.

Όταν η συμμόρφωση με μια ορισμένη απαίτηση (όπως απουσία συγκεκριμένου επιμολυντή) προκύπτει σαφώς και αδιαμφισβήτητα από τη φύση ή τη διαδικασία παρασκευής ενός προϊόντος λίπανσης της ΕΕ, η συμμόρφωση μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη κατά τη διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης, χωρίς επαλήθευση (π.χ. δοκιμές), με ευθύνη του παρασκευαστή.

5.

Όταν το προϊόν λίπανσης της ΕΕ περιέχει μια ουσία για την οποία έχουν θεσπιστεί ανώτατες οριακές τιμές καταλοίπων για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές σύμφωνα με:

α)

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 315/93 του Συμβουλίου (1),

β)

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 396/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2),

γ)

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 470/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3), ή

δ)

την οδηγία 2002/32/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4),

τότε η χρήση του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ, όπως περιγράφεται στις οδηγίες χρήσης, δεν πρέπει να οδηγεί στην υπέρβαση των εν λόγω οριακών τιμών σε τρόφιμα ή ζωοτροφές.

6.

Φωσφονικά δεν προστίθενται σκόπιμα σε κανένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ. Η ακούσια παρουσία φωσφονικών δεν υπερβαίνει το 0,5 % κατά μάζα.

7.

Οι απαιτήσεις του παρόντος παραρτήματος εκφράζονται στην οξειδωμένη μορφή για ορισμένα θρεπτικά στοιχεία. Όταν η συμμόρφωση αξιολογείται βάσει της παρουσίας του εν λόγω θρεπτικού στοιχείου σε στοιχειακή μορφή, χρησιμοποιούνται οι ακόλουθοι συντελεστές μετατροπής:

φώσφορος (P)

=

πεντοξείδιο του φωσφόρου (P2O5) × 0,436,

κάλιο (K)

=

οξείδιο του καλίου (K2O) × 0,830,

ασβέστιο (Ca)

=

οξείδιο του ασβεστίου (CaO) × 0,715,

μαγνήσιο (Mg)

=

οξείδιο του μαγνησίου (MgO) × 0,603,

νάτριο (Na)

=

οξείδιο του νατρίου (Na2O) × 0,742,

θείο (S)

=

τριοξείδιο του θείου (SO3) × 0,400.

8.

Οι απαιτήσεις στο παρόν παράρτημα εκφράζονται αναφορικά με τον οργανικό άνθρακα (Corg). Όταν η συμμόρφωση αξιολογείται βάσει της οργανικής ύλης ισχύει ο ακόλουθος συντελεστής μετατροπής:

οργανικός άνθρακας (Corg) = οργανική ύλη × 0,56.

ΚΛΠ 1: ΛΙΠΑΣΜΑ

Λίπασμα καλείται ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ που έχει ως λειτουργία την παροχή θρεπτικών στοιχείων σε φυτά ή μανιτάρια.

ΚΛΠ 1(Α): ΟΡΓΑΝΙΚΟ ΛΙΠΑΣΜΑ

1.

Ένα οργανικό λίπασμα περιέχει:

οργανικό άνθρακα (Corg) και

θρεπτικά στοιχεία

αποκλειστικά βιολογικής προέλευσης.

Ένα οργανικό λίπασμα μπορεί να περιέχει τύρφη, λεοναρδίτη και λιγνίτη, όχι όμως άλλα απολιθωμένα ή ενσωματωμένα σε γεωλογικούς σχηματισμούς υλικά.

2.

Σε ένα οργανικό λίπασμα οι επιμολυντές δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις ακόλουθες οριακές τιμές:

α)

κάδμιο (Cd)

:

1,5 mg/kg ξηράς ουσίας,

β)

εξασθενές χρώμιο (Cr VI)

:

2 mg/kg ξηράς ουσίας,

γ)

υδράργυρος (Hg)

:

1 mg/kg ξηράς ουσίας,

δ)

νικέλιο (Ni)

:

50 mg/kg ξηράς ουσίας,

ε)

μόλυβδος (Pb)

:

120 mg/kg ξηράς ουσίας, και

στ)

ανόργανο αρσενικό (As)

:

40 mg/kg ξηράς ουσίας.

Σε ένα οργανικό λίπασμα δεν πρέπει να περιέχεται διουρία (C2H5N3O2).

3.

Σε ένα οργανικό λίπασμα η περιεκτικότητα σε χαλκό (Cu) δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 300 mg/kg ξηράς ουσίας και σε ένα οργανικό λίπασμα η περιεκτικότητα σε ψευδάργυρο (Zn) δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 800 mg/kg ξηράς ουσίας.

4.

Σε ένα οργανικό λίπασμα οι παθογόνοι παράγοντες δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια που καθορίζονται στον ακόλουθο πίνακα:

Μικροοργανισμοί προς έλεγχο

Σχέδια δειγματοληψίας

Όριο

n

c

m

M

Salmonella spp.

5

0

0

Απουσία σε 25 g ή 25 ml

Escherichia coli ή Enterococcaceae

5

5

0

1 000 σε 1 g ή 1 ml

Όπου:

n

=

ο αριθμός των προς έλεγχο δειγμάτων,

c

=

ο αριθμός των δειγμάτων στα οποία ο αριθμός των βακτηρίων, εκφραζόμενος σε μονάδες σχηματισμού αποικιών (CFU), είναι μεταξύ m και Μ,

m

=

κατώτατη τιμή για τον αριθμό των βακτηρίων, εκφραζόμενο σε CFU, που θεωρείται ικανοποιητική,

M

=

μέγιστη τιμή για τον αριθμό των βακτηρίων εκφραζόμενο σε CFU.

ΚΛΠ 1(Α)(I): ΣΤΕΡΕΟ ΟΡΓΑΝΙΚΟ ΛΙΠΑΣΜΑ

1.

Ένα στερεό οργανικό λίπασμα είναι σε στερεά μορφή.

2.

Ένα στερεό οργανικό λίπασμα περιέχει τουλάχιστον ένα από τα παρακάτω δηλούμενα κύρια θρεπτικά στοιχεία: άζωτο (N), πεντοξείδιο του φωσφόρου (P2O5) ή οξείδιο του καλίου (K2O).

Εάν ένα στερεό οργανικό λίπασμα περιέχει μόνο ένα δηλούμενο κύριο θρεπτικό στοιχείο, η εν λόγω περιεκτικότητα του θρεπτικού στοιχείου είναι τουλάχιστον η ακόλουθη:

α)

ολικό άζωτο (N) 2,5 % κατά μάζα,

β)

ολικό πεντοξείδιο του φωσφόρου (P2O5) 2 % κατά μάζα, ή

γ)

ολικό οξείδιο του καλίου (K2O) 2 % κατά μάζα.

Εάν ένα στερεό οργανικό λίπασμα περιέχει περισσότερα από ένα δηλούμενα κύρια θρεπτικά στοιχεία, οι εν λόγω περιεκτικότητες του θρεπτικού στοιχείου είναι τουλάχιστον οι ακόλουθες:

α)

ολικό άζωτο (N) 1 % κατά μάζα,

β)

ολικό πεντοξείδιο του φωσφόρου (P2O5) 1 % κατά μάζα, ή

γ)

ολικό οξείδιο του καλίου (K2O) 1 % κατά μάζα.

Το άθροισμα των εν λόγω περιεκτικοτήτων του θρεπτικού στοιχείου είναι τουλάχιστον 4 % κατά μάζα.

3.

Η περιεκτικότητα ενός στερεού οργανικού λιπάσματος σε οργανικό άνθρακα (Corg) είναι τουλάχιστον 15 % κατά μάζα.

ΚΛΠ 1(Α)(II): ΥΓΡΟ ΟΡΓΑΝΙΚΟ ΛΙΠΑΣΜΑ

1.

Ένα υγρό οργανικό λίπασμα είναι σε υγρή μορφή.

2.

Ένα υγρό οργανικό λίπασμα περιέχει τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα δηλούμενα κύρια θρεπτικά στοιχεία: άζωτο (N), πεντοξείδιο του φωσφόρου (P2O5) ή οξείδιο του καλίου (K2O).

Εάν ένα υγρό οργανικό λίπασμα περιέχει μόνο ένα δηλούμενο κύριο θρεπτικό στοιχείο, η εν λόγω περιεκτικότητα του θρεπτικού στοιχείου είναι τουλάχιστον η ακόλουθη:

α)

ολικό άζωτο (N) 2 % κατά μάζα,

β)

ολικό πεντοξείδιο του φωσφόρου (P2O5) 1 % κατά μάζα, ή

γ)

ολικό οξείδιο του καλίου (K2O) 2 % κατά μάζα.

Εάν ένα υγρό οργανικό λίπασμα περιέχει περισσότερα από ένα δηλούμενα κύρια θρεπτικά στοιχεία, οι εν λόγω περιεκτικότητες του θρεπτικού στοιχείου είναι τουλάχιστον οι ακόλουθες:

α)

ολικό άζωτο (N) 1 % κατά μάζα,

β)

ολικό πεντοξείδιο του φωσφόρου (P2O5) 1 % κατά μάζα, ή

γ)

ολικό οξείδιο του καλίου (K2O) 1 % κατά μάζα.

Το άθροισμα των εν λόγω περιεκτικοτήτων του θρεπτικού στοιχείου είναι τουλάχιστον 3 % κατά μάζα.

3.

Σε ένα υγρό οργανικό λίπασμα η περιεκτικότητα σε οργανικό άνθρακα (Corg) είναι τουλάχιστον 5 % κατά μάζα.

ΚΛΠ 1(B): ΟΡΓΑΝΟ-ΑΝΟΡΓΑΝΟ ΛΙΠΑΣΜΑ

1.

Ένα οργανο-ανόργανο λίπασμα είναι συνδυασμένο παρασκεύασμα από:

α)

ένα ή περισσότερα ανόργανα λιπάσματα, όπως ορίζονται στην ΚΛΠ 1(Γ), και

β)

ένα ή περισσότερα υλικά που περιέχουν:

οργανικό άνθρακα (Corg) και

θρεπτικά στοιχεία

αποκλειστικά βιολογικής προέλευσης.

Ένα οργανο-ανόργανο λίπασμα μπορεί να περιέχει τύρφη, λεοναρδίτη και λιγνίτη, όχι όμως άλλα απολιθωμένα ή ενσωματωμένα σε γεωλογικούς σχηματισμούς υλικά.

2.

Εάν ένα ή περισσότερα από τα ανόργανα λιπάσματα του συνδυασμένου παρασκευάσματος είναι απλό ή σύνθετο στερεό ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα νιτρικού αμμωνίου υψηλής περιεκτικότητας σε άζωτο, όπως ορίζεται στην ΚΛΠ 1(Γ)(Ι)(α)(i-ii)(Α), ένα οργανο-ανόργανο λίπασμα δεν περιέχει άζωτο (N) εκ νιτρικού αμμωνίου (NH4NO3) σε ποσοστό ίσο ή μεγαλύτερο από 16 % κατά μάζα.

3.

Σε ένα οργανο-ανόργανο λίπασμα οι επιμολυντές δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις ακόλουθες οριακές τιμές:

α)

κάδμιο (Cd)

:

i)

όταν το οργανο-ανόργανο λίπασμα έχει περιεκτικότητα σε ολικό φώσφορο (P) χαμηλότερη του 5 % κατά μάζα σε ισοδύναμα πεντοξειδίου του φωσφόρου (P2O5): 3 mg/kg ξηράς ουσίας, ή

ii)

όταν οργανο-ανόργανο λίπασμα έχει περιεκτικότητα σε ολικό φώσφορο (P) 5 % κατά μάζα ή μεγαλύτερη σε ισοδύναμα πεντοξειδίου του φωσφόρου (P2O5) («φωσφορικό λίπασμα»): πεντοξείδιο του φωσφόρου (P2O5) 60 mg/kg,

β)

εξασθενές χρώμιο (Cr VI)

:

2 mg/kg ξηράς ουσίας,

γ)

υδράργυρος (Hg)

:

1 mg/kg ξηράς ουσίας,

δ)

νικέλιο (Ni)

:

50 mg/kg ξηράς ουσίας,

ε)

μόλυβδος (Pb)

:

120 mg/kg ξηράς ουσίας,

στ)

ανόργανο αρσενικό (As)

:

40 mg/kg ξηράς ουσίας, και

ζ)

διουρία (C2H5N3O2)

:

12 g/kg ξηράς ουσίας.

4.

Σε ένα οργανο-ανόργανο λίπασμα η περιεκτικότητα σε χαλκό (Cu) δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 600 mg/kg ξηράς ουσίας και σε ένα οργανο-ανόργανο λίπασμα η περιεκτικότητα σε ψευδάργυρο (Zn) δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 1 500 mg/kg ξηράς ουσίας. Ωστόσο, αυτές οι οριακές τιμές δεν ισχύουν όταν ο χαλκός (Cu) ή ο ψευδάργυρος(Zn) έχει σκόπιμα προστεθεί σε ένα οργανο-ανόργανο λίπασμα με σκοπό να διορθωθεί η ανεπάρκεια σε μικροθρεπτικά στοιχεία ενός εδάφους και έχει δηλωθεί σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙΙ.

5.

Οι παθογόνοι παράγοντες σε ένα οργανο-ανόργανο λίπασμα δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια που καθορίζονται στον ακόλουθο πίνακα:

Μικροοργανισμοί προς έλεγχο

Σχέδια δειγματοληψίας

Όριο

n

c

m

M

Salmonella spp.

5

0

0

Απουσία σε 25 g ή 25 ml

Escherichia coli ή Enterococcaceae

5

5

0

1 000 σε 1 g ή 1 ml

Όπου:

n

=

ο αριθμός των προς έλεγχο δειγμάτων,

c

=

ο αριθμός των δειγμάτων στα οποία ο αριθμός των βακτηρίων, εκφραζόμενος σε CFU, είναι μεταξύ m και Μ,

m

=

κατώτατη τιμή για τον αριθμό των βακτηρίων, εκφραζόμενο σε CFU, που θεωρείται ικανοποιητική,

M

=

μέγιστη τιμή για τον αριθμό των βακτηρίων εκφραζόμενο σε CFU.

ΚΛΠ 1(B)(I): ΣΤΕΡΕΟ ΟΡΓΑΝΟ-ΑΝΟΡΓΑΝΟ ΛΙΠΑΣΜΑ

1.

Ένα στερεό οργανο-ανόργανο λίπασμα είναι σε στερεά μορφή.

2.

Ένα στερεό οργανο-ανόργανο λίπασμα περιέχει τουλάχιστον ένα από τα παρακάτω δηλούμενα κύρια θρεπτικά στοιχεία: άζωτο (N), πεντοξείδιο του φωσφόρου (P2O5) ή οξείδιο του καλίου (K2O).

Εάν ένα στερεό οργανο-ανόργανο λίπασμα περιέχει μόνο ένα δηλούμενο κύριο θρεπτικό κύριο στοιχείο, η εν λόγω περιεκτικότητα του θρεπτικού στοιχείου είναι τουλάχιστον η ακόλουθη:

α)

ολικό άζωτο (N) 2,5 % κατά μάζα, εκ των οποίων 1 % κατά μάζα είναι οργανικό άζωτο (Νorg),

β)

ολικό πεντοξείδιο του φωσφόρου (P2O5) 2 % κατά μάζα, ή

γ)

ολικό οξείδιο του καλίου (K2O) 2 % κατά μάζα.

Εάν ένα στερεό οργανο-ανόργανο λίπασμα περιέχει περισσότερα από ένα δηλούμενα κύρια θρεπτικά στοιχεία, οι εν λόγω περιεκτικότητες του θρεπτικού στοιχείου είναι τουλάχιστον οι ακόλουθες:

α)

ολικό άζωτο (N) 2 % κατά μάζα, εκ των οποίων 0,5 % κατά μάζα είναι οργανικό άζωτο (Νorg),

β)

ολικό πεντοξείδιο του φωσφόρου (P2O5) 2 % κατά μάζα ή

γ)

ολικό οξείδιο του καλίου (K2O) 2 % κατά μάζα.

Το άθροισμα των εν λόγω περιεκτικοτήτων του θρεπτικού στοιχείου είναι τουλάχιστον 8 % κατά μάζα.

3.

Σε ένα στερεό οργανο-ανόργανο λίπασμα η περιεκτικότητα σε οργανικό άνθρακα (Corg) είναι τουλάχιστον 7,5 % κατά μάζα.

4.

Κάθε φυσική μονάδα σε ένα στερεό οργανο-ανόργανο λόπασμαπεριέχει οργανικό άνθρακα (Corg) και όλα τα θρεπτικά στοιχεία στις δηλούμενες περιεκτικότητες. Η φυσική μονάδα αναφέρεται σε ένα από τα συστατικά ενός προϊόντος, όπως κόκκοι ή σύμπηκτα.

ΚΛΠ 1(B)(II): ΥΓΡΟ ΟΡΓΑΝΟ-ΑΝΟΡΓΑΝΟ ΛΙΠΑΣΜΑ

1.

Ένα υγρό οργανο-ανόργανο λίπασμα είναι σε υγρή μορφή.

2.

Ένα υγρό οργανο-ανόργανο λίπασμα περιέχει τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα δηλούμενα κύρια θρεπτικά στοιχεία: άζωτο (N), πεντοξείδιο του φωσφόρου (P2O5) ή οξείδιο του καλίου (K2O).

Εάν ένα υγρό οργανο-ανόργανο λίπασμα περιέχει μόνο ένα δηλούμενο κύριο θρεπτικό στοιχείο, η εν λόγω περιεκτικότητα του θρεπτικού στοιχείου είναι τουλάχιστον η ακόλουθη:

α)

ολικό άζωτο (N) 2 % κατά μάζα, εκ των οποίων 0,5 % κατά μάζα είναι οργανικό άζωτο (Νorg),

β)

ολικό πεντοξείδιο του φωσφόρου (P2O5) 2 % κατά μάζα, ή

γ)

ολικό οξείδιο του καλίου (K2O) 2 % κατά μάζα.

Εάν ένα υγρό οργανο-ανόργανο λίπασμα περιέχει περισσότερα από ένα δηλούμενα κύρια θρεπτικά στοιχεία, οι εν λόγω περιεκτικότητες του θρεπτικού στοιχείου είναι τουλάχιστον οι ακόλουθες:

α)

ολικό άζωτο (N) 2 % κατά μάζα, εκ των οποίων 0,5 % κατά μάζα είναι οργανικό άζωτο (Νorg),

β)

ολικό πεντοξείδιο του φωσφόρου (P2O5) 2 % κατά μάζα ή

γ)

ολικό οξείδιο του καλίου (K2O) 2 % κατά μάζα.

Το άθροισμα των εν λόγω περιεκτικοτήτων του θρεπτικού στοιχείου είναι τουλάχιστον 6 % κατά μάζα.

3.

Σε ένα υγρό οργανο-ανόργανο λίπασμα, η περιεκτικότητα σε οργανικό άνθρακα (Corg) είναι τουλάχιστον 3 % κατά μάζα.

ΚΛΠ 1(Γ): ΑΝΟΡΓΑΝΟ ΛΙΠΑΣΜΑ

1.

Ένα ανόργανο λίπασμα είναι κάθε λίπασμα που περιέχει ή απελευθερώνει θρεπτικά στοιχεία σε ανόργανη μορφή, εκτός των οργανικών και των οργανο-ανόργανων λιπασμάτων.

2.

Πέραν των απαιτήσεων είτε της ΚΛΠ 1(Γ)(I) ή της ΚΛΠ 1(Γ)(ΙΙ), ένα ανόργανο λίπασμα το οποίο περιέχει περισσότερο από 1 % κατά μάζα οργανικού άνθρακα (Corg), εκτός από οργανικό άνθρακα (Corg) που προέρχεται από:

χηλικούς ή συμπλεκτικούς παράγοντες που αναφέρονται στο σημείο 3 της κατηγορίας συστατικού υλικού (ΚΣΥ) 1 στο παράρτημα ΙΙ μέρος ΙΙ,

αναστολείς νιτροποίησης, αναστολείς απονίτρωσης ή αναστολείς ουρεάσης που αναφέρονται στο σημείο 4 της ΚΣΥ 1 στο παράρτημα ΙΙ μέρος ΙΙ,

παράγοντες επικάλυψης που αναφέρονται στο σημείο 1(α) της ΚΣΥ 9 στο παράρτημα ΙΙ μέρος ΙΙ,

ουρία (CH4N2O) ή

κυαναμίδη του ασβεστίου (CaCN2),

πληροί την απαίτηση ότι οι παθογόνοι παράγοντες σε ένα ανόργανο λίπασμα δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια που καθορίζονται στον ακόλουθο πίνακα:

Μικροοργανισμοί προς έλεγχο

Σχέδια δειγματοληψίας

Όριο

n

c

M

M

Salmonella spp.

5

0

0

Απουσία σε 25 g ή 25 ml

Escherichia coli ή Enterococcaceae

5

5

0

1 000 σε1 g ή 1 ml

Όπου:

n

=

ο αριθμός των προς έλεγχο δειγμάτων,

c

=

ο αριθμός των δειγμάτων στα οποία ο αριθμός των βακτηρίων, εκφραζόμενος σε CFU, κυμαίνεται μεταξύ m και Μ,

m

=

κατώτατη τιμή για τον αριθμό των βακτηρίων, εκφραζόμενο σε CFU, που θεωρείται ικανοποιητική,

M

=

μέγιστη τιμή για τον αριθμό των βακτηρίων εκφραζόμενο σε CFU.

ΚΛΠ 1(Γ)(I): ΑΝΟΡΓΑΝΟ ΜΑΚΡΟΘΡΕΠΤΙΚΟ ΛΙΠΑΣΜΑ

1.

Ένα ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα προορίζεται για την παροχή ενός ή περισσότερων από τα ακόλουθα μακροθρεπτικά στοιχεία σε φυτά ή μανιτάρια:

α)

κύρια μακροθρεπτικά στοιχεία: άζωτο (N), φώσφορος (P) ή κάλιο (K),

β)

δευτερεύοντα μακροθρεπτικά στοιχεία: ασβέστιο (Ca) μαγνήσιο (Mg), νάτριο (Na) ή θείο (S).

2.

Σε ένα ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα οι επιμολυντές δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις ακόλουθες οριακές τιμές:

α)

κάδμιο (Cd)

:

i)

όταν ένα ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα έχει περιεκτικότητα σε ολικό φώσφορο (P) χαμηλότερη του 5 % κατά μάζα σε ισοδύναμα πεντοξειδίου του φωσφόρου (P2O5): 3 mg/kg ξηράς ουσίας, ή

ii)

όταν ένα ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα έχει περιεκτικότητα σε ολικό φώσφορο (P) 5 % κατά μάζα ή μεγαλύτερη σε ισοδύναμα πεντοξειδίου του φωσφόρου (P2O5) («φωσφορικό λίπασμα»): 60 mg/kg πεντοξειδίου του φωσφόρου (P2O5),

β)

εξασθενές χρώμιο (Cr VI)

:

2 mg/kg ξηράς ουσίας,

γ)

υδράργυρος (Hg)

:

1 mg/kg ξηράς ουσίας,

δ)

νικέλιο (Ni)

:

100 mg/kg ξηράς ουσίας,

ε)

μόλυβδος (Pb)

:

120 mg/kg ξηράς ουσίας,

στ)

αρσενικό (As)

:

40 mg/kg ξηράς ουσίας,

ζ)

διουρία (C2H5N3O2)

:

12 g/kg ξηράς ουσίας,

η)

υπερχλωρικό (ClO4-)

:

50 mg/kg ξηράς ουσίας.

3.

Σε ένα ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα η περιεκτικότητα σε χαλκό (Cu) δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 600 mg/kg ξηράς ουσίας και σε ένα ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα η περιεκτικότητα σε ψευδάργυρο (Zn) δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 1 500 mg/kg ξηράς ουσίας. Ωστόσο, αυτές οι οριακές τιμές δεν ισχύουν όταν χαλκός (Cu) ή ο ψευδάργυρος (Zn) έχει σκόπιμα προστεθεί σε ένα ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα με σκοπό να διορθωθεί η ανεπάρκεια σε μικροθρεπτικά στοιχεία του εδάφους και έχει δηλωθεί σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙΙ.

ΚΛΠ 1(Γ)(I)(α): ΣΤΕΡΕΟ ΑΝΟΡΓΑΝΟ ΜΑΚΡΟΘΡΕΠΤΙΚΟ ΛΙΠΑΣΜΑ

Ένα στερεό ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα είναι σε στερεά μορφή.

ΚΛΠ 1(Γ)(I)(α)(i): ΑΠΛΟ ΣΤΕΡΕΟ ΑΝΟΡΓΑΝΟ ΜΑΚΡΟΘΡΕΠΤΙΚΟ ΛΙΠΑΣΜΑ

1.

Ένα απλό στερεό ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα έχει δηλούμενη περιεκτικότητα:

α)

μόνο ενός μακροθρεπτικού στοιχείου (άζωτο (N), φώσφορος (P), κάλιο (K), ασβέστιο (Ca), μαγνήσιο (Mg), νάτριο (Na), θείο (S)) ή

β)

μόνο ενός κύριου μακροθρεπτικού στοιχείου (άζωτο (N), φώσφορος (P), κάλιο (K)) και ενός ή περισσότερων δευτερευόντων μακροθρεπτικών στοιχείων (ασβέστιο (Ca), μαγνήσιο (Mg), νάτριο (Na), θείο (S)).

2.

Όταν ένα απλό στερεό ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα περιέχει μόνο ένα δηλούμενο μακροθρεπτικό στοιχείο (άζωτο (N), φώσφορο (P), κάλιο (K), ασβέστιο (Ca), μαγνήσιο (Mg), νάτριο (Na), θείο (S)), η εν λόγω περιεκτικότητα του μακροθρεπτικού στοιχείου είναι τουλάχιστον η ακόλουθη:

α)

ολικό άζωτο (N) 10 % κατά μάζα,

β)

ολικό πεντοξείδιο του φωσφόρου (P2O5) 12 % κατά μάζα,

γ)

ολικό οξείδιο του καλίου (K2O) 6 % κατά μάζα,

δ)

ολικό οξείδιο του μαγνησίου (MgO) 5 % κατά μάζα,

ε)

ολικό οξείδιο του ασβεστίου (CaO) 12 % κατά μάζα,

στ)

ολικό τριοξείδιο του θείου (SO3) 10 % κατά μάζα ή

ζ)

ολικό οξείδιο του νατρίου (Na2O) 1 % κατά μάζα.

Ωστόσο, η περιεκτικότητα του ολικού οξειδίου του νατρίου (Na2O) δεν υπερβαίνει το 40 % κατά μάζα.

Όταν ένα απλό στερεό ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα περιέχει μόνο ένα δηλούμενο κύριο μακροθρεπτικό στοιχείο (άζωτο (N), φώσφορος (P), κάλιο (K)) και ένα ή περισσότερα δηλούμενα δευτερεύοντα μακροθρεπτικά στοιχεία (ασβέστιο (Ca), μαγνήσιο (Mg), νάτριο (Na), θείο (S)):

α)

η εν λόγω περιεκτικότητα του κύριου μακροθρεπτικού στοιχείου είναι τουλάχιστον η ακόλουθη:

i)

ολικό άζωτο (N) 3 % κατά μάζα,

ii)

ολικό πεντοξείδιο του φωσφόρου (P2O5) 3 % κατά μάζα ή

iii)

ολικό οξείδιο του καλίου (K2O) 3 % κατά μάζα,

β)

η εν λόγω περιεκτικότητα ή περιεκτικότητες του δευτερεύοντος μακροθρεπτικού στοιχείου είναι τουλάχιστον οι ακόλουθες:

i)

ολικό οξείδιο του μαγνησίου (MgO) 1,5 % κατά μάζα,

ii)

ολικό οξείδιο του ασβεστίου (CaO) 1,5 % κατά μάζα,

iii)

ολικό τριοξείδιο του θείου (SO3) 1,5 % κατά μάζα ή

iv)

ολικό οξείδιο του νατρίου (Na2O) 1 % κατά μάζα.

Ωστόσο, η περιεκτικότητα του ολικού οξειδίου του νατρίου (Na2O) δεν υπερβαίνει το 40 % κατά μάζα,

Το άθροισμα των περιεκτικοτήτων όλων των δηλούμενων κύριων και δευτερευόντων μακροθρεπτικών στοιχείων είναι τουλάχιστον 18 % κατά μάζα.

ΚΛΠ 1(Γ)(I)(α)(ii): ΣΥΝΘΕΤΟ ΣΤΕΡΕΟ ΑΝΟΡΓΑΝΟ ΜΑΚΡΟΘΡΕΠΤΙΚΟ ΛΙΠΑΣΜΑ

1.

Ένα σύνθετο στερεό ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα έχει δηλούμενη περιεκτικότητα:

α)

σε περισσότερα από ένα κύρια μακροθρεπτικά στοιχεία (άζωτο (N), φώσφορο (P), κάλιο (K)) ή

β)

σε περισσότερα από ένα δευτερεύοντα μακροθρεπτικά στοιχεία (ασβέστιο (Ca), μαγνήσιο (Mg), νάτριο (Na), θείο (S)) χωρίς κύριο μακροθρεπτικό στοιχείο (άζωτο (N), φώσφορο (P), κάλιο (K)).

2.

Ένα σύνθετο στερεό ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα περιέχει περισσότερα από ένα από τα ακόλουθα δηλούμενα μακροθρεπτικά στοιχεία τουλάχιστον στις ακόλουθες περιεκτικότητες:

α)

ολικό άζωτο (N) 3 % κατά μάζα,

β)

ολικό πεντοξείδιο του φωσφόρου (P2O5) 3 % κατά μάζα,

γ)

ολικό οξείδιο του καλίου (K2O) 3 % κατά μάζα,

δ)

ολικό οξείδιο του μαγνησίου (MgO) 1,5 % κατά μάζα,

ε)

ολικό οξείδιο του ασβεστίου (CaO) 1,5 % κατά μάζα,

στ)

ολικό τριοξείδιο του θείου (SO3) 1,5 % κατά μάζα ή

ζ)

ολικό οξείδιο του νατρίου (Na2O) 1 % κατά μάζα.

Ωστόσο, η περιεκτικότητα του ολικού οξειδίου του νατρίου (Na2O) δεν υπερβαίνει το 40 % κατά μάζα.

Το άθροισμα των περιεκτικοτήτων όλων των δηλούμενων μακροθρεπτικών στοιχείων είναι τουλάχιστον 18 % κατά μάζα.

ΚΛΠ 1(Γ)(I)(α)(i-ii)(Α): ΑΠΛΟ Η ΣΥΝΘΕΤΟ ΣΤΕΡΕΟ ΑΝΟΡΓΑΝΟ ΜΑΚΡΟΘΡΕΠΤΙΚΟ ΛΙΠΑΣΜΑ ΝΙΤΡΙΚΟΥ ΑΜΜΩΝΙΟΥ ΥΨΗΛΗΣ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΕ ΑΖΩΤΟ

1.

Ένα απλό ή σύνθετο στερεό ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα νιτρικού αμμωνίου υψηλής περιεκτικότητας σε άζωτο έχει ως βάση το νιτρικό αμμώνιο (NH4NO3) και έχει περιεκτικότητα σε άζωτο (N) εκ του νιτρικού αμμωνίου (NH4NO3) 28 % ή περισσότερο κατά μάζα.

2.

Κάθε άλλη ύλη εκτός του νιτρικού αμμωνίου (NH4NO3) είναι αδρανής έναντι του νιτρικού αμμωνίου (NH4NO3).

3.

Ένα απλό ή σύνθετο στερεό ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα νιτρικού αμμωνίου υψηλής περιεκτικότητας σε άζωτο διατίθεται στον τελικό χρήστη μόνο σε συσκευασμένη μορφή. Το συσκευασμένο προϊόν κλείνεται με τέτοιο τρόπο ή τέτοιο μέσο ώστε το κλείσιμο, η σφράγιση ή το ίδιο το συσκευασμένο προϊόν να καταστρέφονται ανεπανόρθωτα μετά το άνοιγμά του. Επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται σάκοι με βαλβίδες.

4.

Η κατακράτηση πετρελαίου από ένα απλό ή σύνθετο στερεό ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα νιτρικού αμμωνίου υψηλής περιεκτικότητας σε άζωτο, έπειτα από δύο θερμικούς κύκλους όπως περιγράφεται στο παράρτημα IV μέρος II ενότητα A1 σημείο 4.1, δεν πρέπει να υπερβαίνει το 4 % κατά μάζα.

5.

Η εκρηκτικότητα ενός απλού ή σύνθετου στερεού ανόργανου μακροθρεπτικού λιπάσματος νιτρικού αμμωνίου υψηλής περιεκτικότητας σε άζωτο είναι τέτοια ώστε:

έπειτα από πέντε θερμικούς κύκλους όπως περιγράφεται στο παράρτημα IV μέρος II ενότητα Α1 σημείο 4.3,

σε δύο δοκιμές εκρηκτικότητας όπως περιγράφεται στο παράρτημα IV μέρος II ενότητα Α1 σημείο 4.4,

ένας ή περισσότεροι από τους υποστηρικτικούς μολύβδινους κυλίνδρους να συνθλίβονται κατά λιγότερο από 5 %.

6.

Το επί τοις εκατό ποσοστό καύσιμου υλικού κατά μάζα, μετρούμενου ως άνθρακας (C), δεν υπερβαίνει:

το 0,2 % απλού ή σύνθετου στερεού ανόργανου μακροθρεπτικού λιπάσματος νιτρικού αμμωνίου υψηλής περιεκτικότητας σε άζωτο με περιεκτικότητα σε άζωτο (Ν) τουλάχιστον 31,5 % κατά μάζα και

το 0,4 % απλού ή σύνθετου στερεού ανόργανου μακροθρεπτικού λιπάσματος νιτρικού αμμωνίου υψηλής περιεκτικότητας σε άζωτο με περιεκτικότητα σε άζωτο (Ν) τουλάχιστον 28 % αλλά λιγότερο από 31,5 % κατά μάζα.

7.

Ένα διάλυμα 10 g απλού ή σύνθετου στερεού ανόργανου μακροθρεπτικού λιπάσματος νιτρικού αμμωνίου υψηλής περιεκτικότητας σε άζωτο σε 100 ml νερού πρέπει να έχει pH 4,5 τουλάχιστον.

8.

Μέχρι 5 % κατά μάζα διέρχεται από κόσκινο με διάμετρο οπών 1 mm και μέχρι 3 % κατά μάζα διέρχεται από κόσκινο με διάμετρο οπών 0,5 mm.

9.

Η περιεκτικότητα σε χαλκό (Cu) δεν υπερβαίνει τα 10 mg/kg και η περιεκτικότητα σε χλώριο (Cl) δεν υπερβαίνει τα 200 mg/kg.

ΚΛΠ 1(Γ)(I)(β): ΥΓΡΟ ΑΝΟΡΓΑΝΟ ΜΑΚΡΟΘΡΕΠΤΙΚΟ ΛΙΠΑΣΜΑ

Ένα υγρό ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα είναι σε υγρή μορφή

ΚΛΠ 1(Γ)(I)(β)(i): ΑΠΛΟ ΥΓΡΟ ΑΝΟΡΓΑΝΟ ΜΑΚΡΟΘΡΕΠΤΙΚΟ ΛΙΠΑΣΜΑ

1.

Ένα απλό υγρό ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα έχει δηλούμενη περιεκτικότητα:

α)

μόνο ενός μακροθρεπτικού στοιχείου (άζωτο (N), φώσφορος (P), κάλιο (K), ασβέστιο (Ca), μαγνήσιο (Mg), νάτριο (Na), θείο (S)) ή

β)

μόνο ενός κύριου μακροθρεπτικού στοιχείου (άζωτο (N), φώσφορος (P), κάλιο (K)) και ενός ή περισσότερων δευτερευόντων μακροθρεπτικών στοιχείων (ασβέστιο (Ca), μαγνήσιο (Mg), νάτριο (Na), θείο (S)).

2.

Όταν ένα απλό υγρό ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα περιέχει μόνο ένα δηλούμενο μακροθρεπτικό στοιχείο (άζωτο (N), φώσφορος (P), κάλιο (K), ασβέστιο (Ca), μαγνήσιο (Mg), νάτριο (Na) ή θείο (S)), η εν λόγω περιεκτικότητα του μακροθρεπτικού στοιχείου είναι τουλάχιστον η ακόλουθη:

α)

ολικό άζωτο (N) 5 % κατά μάζα,

β)

ολικό πεντοξείδιο του φωσφόρου (P2O5) 5 % κατά μάζα,

γ)

ολικό οξείδιο του καλίου (K2O) 3 % κατά μάζα,

δ)

ολικό οξείδιο του μαγνησίου (MgO) 2 % κατά μάζα,

ε)

ολικό οξείδιο του ασβεστίου (CaO) 6 % κατά μάζα,

στ)

ολικό τριοξείδιο του θείου (SO3) 5 % κατά μάζα ή

ζ)

ολικό οξείδιο του νατρίου (Na2O) 1 % κατά μάζα.

Ωστόσο, η περιεκτικότητα του ολικού οξειδίου του νατρίου (Na2O) δεν υπερβαίνει το 40 % κατά μάζα.

Όταν ένα απλό υγρό ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα περιέχει μόνο ένα δηλούμενο κύριο μακροθρεπτικό στοιχείο (άζωτο (N), φώσφορος (P), κάλιο (K)) και ένα ή περισσότερα δηλούμενα δευτερεύοντα μακροθρεπτικά στοιχεία (ασβέστιο (Ca), μαγνήσιο (Mg), νάτριο (Na), θείο (S)), περιέχει:

α)

η εν λόγω περιεκτικότητα του κύριου μακροθρεπτικού στοιχείου είναι τουλάχιστον η ακόλουθη:

i)

ολικό άζωτο (N) 1,5 % κατά μάζα,

ii)

ολικό πεντοξείδιο του φωσφόρου (P2O5) 1,5 % κατά μάζα ή

iii)

ολικό οξείδιο του καλίου (K2O) 1,5 % κατά μάζα, και

β)

η εν λόγω περιεκτικότητα ή οι εν λόγω περιεκτικότητες δευτερεύοντος μακροθρεπτικού στοιχείου είναι τουλάχιστον οι ακόλουθες:

i)

ολικό οξείδιο του μαγνησίου (MgO) 0,75 % κατά μάζα,

ii)

ολικό οξείδιο του ασβεστίου (CaO) 0,75 % κατά μάζα,

iii)

ολικό τριοξείδιο του θείου (SO3) 0,75 % κατά μάζα, ή

iv)

ολικό οξείδιο του νατρίου (Na2O) 0,5 % κατά μάζα.

Ωστόσο, η περιεκτικότητα του ολικού οξειδίου του νατρίου (Na2O) δεν υπερβαίνει το 20 % κατά μάζα.

Το άθροισμα των περιεκτικοτήτων όλων των δηλούμενων κύριων και δευτερευόντων μακροθρεπτικών στοιχείων είναι τουλάχιστον 7 % κατά μάζα.

ΚΛΠ 1(Γ)(I)(β)(ii): ΣΥΝΘΕΤΟ ΥΓΡΟ ΑΝΟΡΓΑΝΟ ΜΑΚΡΟΘΡΕΠΤΙΚΟ ΛΙΠΑΣΜΑ

1.

Ένα σύνθετο υγρό ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα έχει δηλούμενη περιεκτικότητα:

α)

σε περισσότερα από ένα κύρια μακροθρεπτικά στοιχεία (άζωτο (N), φώσφορος (P), κάλιο (K)) ή

β)

σε περισσότερα από ένα δευτερεύοντα μακροθρεπτικά στοιχεία (ασβέστιο (Ca), μαγνήσιο (Mg), νάτριο (Na), θείο (S)), χωρίς κύριο μακροθρεπτικό στοιχείο (άζωτο (N), φώσφορο (P), κάλιο (K)).

2.

Ένα σύνθετο υγρό ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα περιέχει περισσότερα από ένα από τα ακόλουθα δηλούμενα θρεπτικά στοιχεία τουλάχιστον στις ακόλουθες ελάχιστες περιεκτικότητες:

α)

ολικό άζωτο (N) 1,5 % κατά μάζα,

β)

ολικό πεντοξείδιο του φωσφόρου (P2O5) 1,5 % κατά μάζα,

γ)

ολικό οξείδιο του καλίου (K2O) 1,5 % κατά μάζα,

δ)

ολικό οξείδιο του μαγνησίου (MgO) 0,75 % κατά μάζα,

ε)

ολικό οξείδιο του ασβεστίου (CaO) 0,75 % κατά μάζα,

στ)

ολικό τριοξείδιο του θείου (SO3) 0,75 % κατά μάζα ή

ζ)

ολικό οξείδιο του νατρίου (Na2O) 0,5 % κατά μάζα.

Ωστόσο, η περιεκτικότητα του ολικού οξειδίου του νατρίου (Na2O) δεν υπερβαίνει το 20 % κατά μάζα.

Το άθροισμα των περιεκτικοτήτων όλων των δηλούμενων θρεπτικών στοιχείων είναι τουλάχιστον 7 % κατά μάζα.

ΚΛΠ 1(Γ)(ΙΙ): ΑΝΟΡΓΑΝΟ ΜΙΚΡΟΘΡΕΠΤΙΚΟ ΛΙΠΑΣΜΑ

1.

Ένα ανόργανο μικροθρεπτικό λίπασμα είναι ανόργανο λίπασμα άλλο από ανόργανο μακροθρεπτικό λίπασμα, που αποσκοπεί στο να παρέχει σε φυτά ή μανιτάρια ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μικροθρεπτικά στοιχεία: βόριο (B), κοβάλτιο (Co), χαλκό (Cu), σίδηρο (Fe), μαγγάνιο (Mn), μολυβδαίνιο (Mo) ή ψευδάργυρο (Zn).

2.

Τα ανόργανα μικροθρεπτικά λιπάσματα διατίθενται στον τελικό χρήστη μόνο σε συσκευασμένη μορφή.

3.

Σε ένα ανόργανο μικροθρεπτικό λίπασμα οι επιμολυντές δεν υπερβαίνουν τις ακόλουθες οριακές τιμές:

Επιμολυντής

Οριακές τιμές επιμολυντών εκφραζόμενη σε mg, σε σχέση με την ολική περιεκτικότητα σε μικροθρεπτικά στοιχεία εκφραζόμενη σε kg

(mg/kg ολικής περιεκτικότητας σε μικροθρεπτικά στοιχεία, δηλαδή βόριο (B),κοβάλτιο (Co), χαλκό (Cu), σίδηρο (Fe), μαγγάνιο (Mn),μολυβδαίνιο (Mo) και ψευδάργυρο (Zn))

Αρσενικό (As)

1 000

Κάδμιο (Cd)

200

Μόλυβδος (Pb)

600

Υδράργυρος (Hg)

100

Νικέλιο (Ni)

2 000

ΚΛΠ 1(Γ)(II)(α): ΑΠΛΟ ΑΝΟΡΓΑΝΟ ΜΙΚΡΟΘΡΕΠΤΙΚΟ ΛΙΠΑΣΜΑ

1.

Ένα απλό ανόργανο μικροθρεπτικό λίπασμα έχει δηλούμενη περιεκτικότητα για όχι περισσότερα από ένα μικροθρεπτικό στοιχείο.

2.

Ένα απλό ανόργανο μικροθρεπτικό λίπασμα ανήκει σε μία από τις τυπολογίες και συμμορφώνεται με την αντίστοιχη περιγραφή και τις απαιτήσεις ελάχιστης περιεκτικότητας σε μικροθρεπτικά στοιχεία που καθορίζονται στον ακόλουθο πίνακα:

Τυπολογία

Περιγραφή

Ελάχιστη περιεκτικότητα σε μικροθρεπτικά στοιχεία

Λίπασμα αλάτων μικροθρεπτικών στοιχείων

Χημικώς παραγόμενο απλό στερεό ανόργανο μικροθρεπτικό λίπασμα που περιέχει άλας ανόργανου ιόντος ως απαραίτητο συστατικό

το 10 % κατά μάζα ενός λιπάσματος αλάτων μικροθρεπτικών στοιχείων αποτελείται από υδατοδιαλυτό μικροθρεπτικό στοιχείο

Μικροθρεπτικό λίπασμα οξειδίου ή υδροξειδίου

Χημικώς παραγόμενο απλό στερεό ανόργανο μικροθρεπτικό λίπασμα που περιέχει οξείδιο ή υδροξείδιο ως απαραίτητο συστατικό

το 10 % κατά μάζα ενός μικροθρεπτικού λιπάσματος οξειδίου ή υδροξειδίου αποτελείται από μικροθρεπτικό στοιχείο

Λίπασμα με βάση μικροθρεπτικά στοιχεία

Απλό ανόργανο μικροθρεπτικό λίπασμα που συνδυάζει ένα λίπασμα αλάτων μικροθρεπτικών στοιχείων με ένα ή περισσότερα άλλα λιπάσματα αλάτων μικροθρεπτικών στοιχείων και/ή ένα μοναδικό λίπασμα χηλικών συμπλόκων μικροθρεπτικών στοιχείων

το 5 % κατά μάζα ενός λιπάσματος με βάση μικροθρεπτικά στοιχεία αποτελείται από μικροθρεπτικό στοιχείο

Λίπασμα διαλύματος μικροθρεπτικών στοιχείων

Υδατικό διάλυμα διάφορων μορφών ενός απλού ανόργανου μικροθρεπτικού λιπάσματος

το 2 % κατά μάζα ενός λιπάσματος διαλύματος μικροθρεπτικών στοιχείων αποτελείται από υδατοδιαλυτό μικροθρεπτικό στοιχείο

Λίπασμα αιωρήματος μικροθρεπτικών στοιχείων

Αιώρημα διάφορων μορφών ενός απλού ανόργανου μικροθρεπτικού λιπάσματος

το 2 % κατά μάζα ενός λιπάσματος αιωρήματος μικροθρεπτικών στοιχείων αποτελείται από μικροθρεπτικό στοιχείο

Λίπασμα χηλικών συμπλόκων μικροθρεπτικών στοιχείων

Υδατοδιαλυτό απλό ανόργανο μικροθρεπτικό λίπασμα στο οποίο το δηλούμενο μικροθρεπτικό στοιχείο βρίσκεται σε μορφή χημικώς συνδυασμένη με έναν ή περισσότερους χηλικούς παράγοντες που πληρούν τις απαιτήσεις της ΚΣΥ 1 στο παράρτημα ΙΙ μέρος ΙΙ

το 5 % κατά μάζα ενός λιπάσματος χηλικών συμπλόκων μικροθρεπτικών στοιχείων αποτελείται από υδατοδιαλυτό μικροθρεπτικό στοιχείο και

τουλάχιστον το 80 % του υδατοδιαλυτού μικροθρεπτικού στοιχείου είναι συμπλοκοποιημένο με χηλικό παράγοντα που πληροί τις απαιτήσεις της ΚΣΥ 1 στο παράρτημα ΙΙ μέρος ΙΙ

Χηλικά σύμπλοκα σιδήρου UVCB (5)

Υδατοδιαλυτό απλό ανόργανο μικροθρεπτικό λίπασμα στο οποίο ο δηλούμενος σίδηρος βρίσκεται σε μορφή χημικώς συνδυασμένη με έναν ή περισσότερους χηλικούς παράγοντες που πληρούν τις απαιτήσεις της ΚΣΥ 1 στο παράρτημα ΙΙ μέρος ΙΙ

το 5 % κατά μάζα χηλικών συμπλόκων σιδήρου UVCB αποτελείται από υδατοδιαλυτό σίδηρο και

τουλάχιστον το 80 % του υδατοδιαλυτού σιδήρου είναι συμπλοκοποιημένο και τουλάχιστον το 50 % του υδατοδιαλυτού σιδήρου είναι συμπλοκοποιημένο με χηλικό παράγοντα που πληροί τις απαιτήσεις της ΚΣΥ 1 στο παράρτημα ΙΙ μέρος ΙΙ

Λιπάσματα συμπλόκων μικροθρεπτικών στοιχείων

Υδατοδιαλυτό απλό ανόργανο μικροθρεπτικό λίπασμα στο οποίο το δηλούμενο μικροθρεπτικό στοιχείο βρίσκεται σε μορφή χημικώς συνδυασμένη με έναν ή περισσότερους συμπλεκτικούς παράγοντες που πληρούν τις απαιτήσεις της ΚΣΥ 1 στο παράρτημα ΙΙ μέρος ΙΙ

το 5 % κατά μάζα ενός λιπάσματος συμπλόκων μικροθρεπτικών στοιχείων αποτελείται από υδατοδιαλυτό μικροθρεπτικό στοιχείο και

τουλάχιστον το 80 % του υδατοδιαλυτού μικροθρεπτικού στοιχείου είναι συμπλοκοποιημένο με συμπλεκτικό παράγοντα που πληροί τις απαιτήσεις της ΚΣΥ 1 στο παράρτημα ΙΙ μέρος ΙΙ

ΚΛΠ 1(Γ)(ΙΙ)(β): ΣΥΝΘΕΤΟ ΑΝΟΡΓΑΝΟ ΜΙΚΡΟΘΡΕΠΤΙΚΟ ΛΙΠΑΣΜΑ

1.

Ένα σύνθετο ανόργανο μικροθρεπτικό λίπασμα έχει δηλούμενη περιεκτικότητα για περισσότερα από ένα μικροθρεπτικά στοιχεία.

2.

Το άθροισμα των περιεκτικοτήτων όλων των δηλούμενων μικροθρεπτικών στοιχείων σε ένα σύνθετο ανόργανο μικροθρεπτικό λίπασμα είναι τουλάχιστον:

α)

2 % κατά μάζα για λιπάσματα σε υγρή μορφή,

β)

5 % κατά μάζα για λιπάσματα σε στερεά μορφή.

ΚΛΠ 2: ΥΛΙΚΟ ΑΣΒΕΣΤΩΣΗΣ

1.

Ένα υλικό ασβέστωσης είναι προϊόν λίπανσης της ΕΕ που έχει ως λειτουργία τη διόρθωση της οξύτητας του εδάφους.

Ένα υλικό ασβέστωσης περιέχει οξείδια, υδροξείδια, ανθρακικά ή πυριτικά άλατα των θρεπτικών στοιχείων ασβέστιο (Ca) ή μαγνήσιο (Mg).

2.

Σε ένα υλικό ασβέστωσης οι επιμολυντές δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις ακόλουθες οριακές τιμές:

α)

κάδμιο (Cd)

:

2 mg/kg ξηράς ουσίας,

β)

εξασθενές χρώμιο (Cr VI)

:

2 mg/kg ξηράς ουσίας,

γ)

υδράργυρος (Hg)

:

1 mg/kg ξηράς ουσίας,

δ)

νικέλιο (Ni)

:

90 mg/kg ξηράς ουσίας,

ε)

μόλυβδος (Pb)

:

120 mg/kg ξηράς ουσίας,

στ)

αρσενικό (As)

:

40 mg/kg ξηράς ουσίας.

3.

Σε ένα υλικό ασβέστωσης η περιεκτικότητα σε χαλκό (Cu) δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 300 mg/kg ξηράς ουσίας και σε ένα υλικό ασβέστωσης η περιεκτικότητα σε ψευδάργυρο (Zn) δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 800 mg/kg ξηράς ουσίας.

4.

Πληρούνται τα εξής όρια για τις ακόλουθες παραμέτρους, προσδιοριζόμενα στη βάση της μάζας του υλικού ασβέστωσης:

α)

ελάχιστη τιμή εξουδετέρωσης: 15 (ισοδύναμο CaO) ή 9 (ισοδύναμο HO-),

β)

ελάχιστη αντιδραστικότητα: 10 % (δοκιμή υδροχλωρικού οξέος) ή 50 % μετά από 6 μήνες (δοκιμή επώασης), και

γ)

ελάχιστο μέγεθος κόκκου: τουλάχιστον 70 % < 1 mm, εκτός από τον άνυδρο ασβέστη, το κοκκοποιημένο ασβεστώδες υλικό και την κιμωλία (τουλάχιστον 70 % του ασβεστώδους υλικού να διέρχεται από κόσκινο με βροχίδες διαμέτρου 1 mm).

ΚΛΠ 3: ΒΕΛΤΙΩΤΙΚΟ ΕΔΑΦΟΥΣ

Ένα βελτιωτικό εδάφους είναι προϊόν λίπανσης της ΕΕ που έχει ως λειτουργία τη διατήρηση, τη βελτίωση ή την προστασία των φυσικών ή χημικών ιδιοτήτων, της δομής ή της βιολογικής δραστηριότητας του εδάφους στο οποίο προστίθεται.

ΚΛΠ 3(Α): ΟΡΓΑΝΙΚΟ ΒΕΛΤΙΩΤΙΚΟ ΕΔΑΦΟΥΣ

1.

Ένα οργανικό βελτιωτικό εδάφους αποτελείται από υλικά το 95 % των οποίων είναι αποκλειστικά βιολογικής προέλευσης.

Ένα οργανικό βελτιωτικό εδάφους μπορεί να περιέχει τύρφη, λεοναρδίτη και λιγνίτη, όχι όμως άλλα απολιθωμένα ή ενσωματωμένα σε γεωλογικούς σχηματισμούς υλικά.

2.

Σε ένα οργανικό βελτιωτικό εδάφους οι επιμολυντές δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις ακόλουθες οριακές τιμές:

α)

κάδμιο (Cd)

:

2 mg/kg ξηράς ουσίας,

β)

εξασθενές χρώμιο (Cr VI)

:

2 mg/kg ξηράς ουσίας,

γ)

υδράργυρος (Hg)

:

1 mg/kg ξηράς ουσίας,

δ)

νικέλιο (Ni)

:

50 mg/kg ξηράς ουσίας,

ε)

μόλυβδος (Pb)

:

120 mg/kg ξηράς ουσίας και

στ)

ανόργανο αρσενικό (As)

:

40 mg/kg ξηράς ουσίας.

3.

Σε ένα οργανικό βελτιωτικό εδάφους η περιεκτικότητα σε χαλκό (Cu) δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 300 mg/kg ξηράς ουσίας και σε ένα οργανικό βελτιωτικό εδάφους η περιεκτικότητα σε ψευδάργυρο (Zn) δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 800 mg/kg ξηράς ουσίας.

4.

Οι παθογόνοι παράγοντες σε ένα οργανικό βελτιωτικό εδάφους δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια που καθορίζονται στον ακόλουθο πίνακα:

Μικροοργανισμοί προς έλεγχο

Σχέδια δειγματοληψίας

Όριο

n

c

m

M

Salmonella spp.

5

0

0

Απουσία σε 25 g ή 25 ml

Escherichia coli ή Enterococcaceae

5

5

0

1 000 σε 1 g ή 1 ml

Όπου:

n

=

ο αριθμός των προς έλεγχο δειγμάτων,

c

=

ο αριθμός των δειγμάτων στα οποία ο αριθμός των βακτηρίων, εκφραζόμενος σε CFU, κυμαίνεται μεταξύ m και Μ,

m

=

κατώτατη τιμή για τον αριθμό των βακτηρίων, εκφραζόμενο σε CFU, που θεωρείται ικανοποιητική,

M

=

μέγιστη τιμή για τον αριθμό των βακτηρίων εκφραζόμενο σε CFU.

5.

Ένα οργανικό βελτιωτικό εδάφους περιέχει τουλάχιστον 20 % ξηρά ουσία.

6.

Η περιεκτικότητα ενός οργανικού βελτιωτικού εδάφους σε οργανικό άνθρακα (Corg) είναι τουλάχιστον 7,5 % κατά μάζα.

ΚΛΠ 3(B): ΑΝΟΡΓΑΝΟ ΒΕΛΤΙΩΤΙΚΟ ΕΔΑΦΟΥΣ

1.

Ένα ανόργανο βελτιωτικό του εδάφους είναι βελτιωτικό εδάφους άλλο από τα οργανικά βελτιωτικά εδάφους.

2.

Σε ένα ανόργανο βελτιωτικό του εδάφους οι επιμολυντές δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις ακόλουθες οριακές τιμές:

α)

κάδμιο (Cd)

:

1,5 mg/kg ξηράς ουσίας,

β)

εξασθενές χρώμιο (Cr VI)

:

2 mg/kg ξηράς ουσίας,

γ)

υδράργυρος (Hg)

:

1 mg/kg ξηράς ουσίας,

δ)

νικέλιο (Ni)

:

100 mg/kg ξηράς ουσίας,

ε)

μόλυβδος (Pb)

:

120 mg/kg ξηράς ουσίας,

στ)

ανόργανο αρσενικό (As)

:

40 mg/kg ξηράς ουσίας.

3.

Σε ένα ανόργανο βελτιωτικό του εδάφους η περιεκτικότητα σε χαλκό (Cu) δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 300 mg/kg ξηράς ουσίας και σε ένα ανόργανο βελτιωτικό του εδάφους η περιεκτικότητα σε ψευδάργυρο (Zn) δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 800 mg/kg ξηράς ουσίας.

ΚΛΠ 4: ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑΣ

1.

Ένα υπόστρωμα καλλιέργειας είναι προϊόν λίπανσης της ΕΕ άλλο από το έδαφος in situ, που έχει ως λειτουργία να καλλιεργούνται σε αυτό φυτά ή μανιτάρια.

Για τους σκοπούς του παρόντος σημείου, θεωρείται ότιστα φυτά περιλαμβάνονται τα φύκη.

2.

Σε υπόστρωμα καλλιέργειας οι επιμολυντές δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις ακόλουθες οριακές τιμές:

α)

κάδμιο (Cd)

:

1,5 mg/kg ξηράς ουσίας,

β)

εξασθενές χρώμιο (Cr VI)

:

2 mg/kg ξηράς ουσίας,

γ)

υδράργυρος (Hg)

:

1 mg/kg ξηράς ουσίας,

δ)

νικέλιο (Ni)

:

50 mg/kg ξηράς ουσίας,

ε)

μόλυβδος (Pb)

:

120 mg/kg ξηράς ουσίας και

στ)

ανόργανο αρσενικό (As)

:

40 mg/kg ξηράς ουσίας.

3.

Σε υπόστρωμα καλλιέργειας η περιεκτικότητα σε χαλκό (Cu) δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 200 mg/kg ξηράς ουσίας και σε υπόστρωμα καλλιέργειας η περιεκτικότητα σε ψευδάργυρο (Zn) δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 500 mg/kg ξηράς ουσίας.

4.

Οι παθογόνοι παράγοντες σε υπόστρωμα καλλιέργειας δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια που καθορίζονται στον ακόλουθο πίνακα:

Μικροοργανισμοί προς έλεγχο

Σχέδια δειγματοληψίας

Όριο

n

c

m

M

Salmonella spp.

5

0

0

Απουσία σε 25 g ή 25 ml

Escherichia coli ή Enterococcaceae

5

5

0

1 000 σε 1 g ή 1 ml

Όπου:

n

=

ο αριθμός των προς έλεγχο δειγμάτων,

c

=

ο αριθμός των δειγμάτων στα οποία ο αριθμός των βακτηρίων, εκφραζόμενος σε CFU, κυμαίνεται μεταξύ m και Μ,

m

=

κατώτατη τιμή για τον αριθμό των βακτηρίων, εκφραζόμενο σε CFU, που θεωρείται ικανοποιητική,

M

=

μέγιστη τιμή για τον αριθμό των βακτηρίων εκφραζόμενο σε CFU.

ΚΛΠ 5: ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ

Ένας αναστολέας είναι προϊόν λίπανσης της ΕΕ που έχει ως λειτουργία να βελτιώνει τον τρόπο αποδέσμευσης των θρεπτικών στοιχείων προϊόντος που παρέχει θρεπτικά στοιχεία στα φυτά, επιβραδύνοντας ή διακόπτοντας τη δραστηριότητα συγκεκριμένων ομάδων μικροοργανισμών ή ενζύμων.

ΚΛΠ 5(Α): ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ ΝΙΤΡΟΠΟΙΗΣΗΣ

1.

Ένας αναστολέας νιτροποίησης αναστέλλει τη βιολογική οξείδωση του αμμωνιακού αζώτου (NH3-N) προς άζωτο σε μορφή νιτρώδους (NO2-), επιβραδύνοντας έτσι τον σχηματισμό αζώτου σε μορφή νιτρικού (NO3-).

2.

Ο ρυθμός οξείδωσης του αμμωνιακού αζώτου (NH3-N) μετράται βάσει:

α)

της εξαφάνισης του αμμωνιακού αζώτου (NH3-N) ή

β)

του αθροίσματος της παραγωγής αζώτου σε μορφή νιτρώδους (NO2-) και νιτρικού (NO3-) έναντι του χρόνου.

Σε σύγκριση με δείγμα ελέγχου όπου δεν έχει προστεθεί αναστολέας νιτροποίησης, δείγμα εδάφους που περιέχει τον αναστολέα νιτροποίησης παρουσιάζει μείωση 20 % στον ρυθμό οξείδωσης του αμμωνιακού αζώτου (NH3-N) βάσει ανάλυσης που διενεργείται 14 ημέρες κατόπιν εφαρμογής σε επίπεδο εμπιστοσύνης 95 %.

ΚΛΠ 5(Β): ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ ΑΠΟΝΙΤΡΩΣΗΣ

1.

Ο αναστολέας απονίτρωσης αναστέλλει τον σχηματισμό υποξειδίου του αζώτου (N2O), καθυστερώντας ή εμποδίζοντας τη μετατροπή νιτρικών ιόντων (NO3-) σε διάζωτο (N2) αφήνοντας ανεπηρέαστη τη διαδικασία νιτροποίησης όπως υποδεικνύεται στην ΚΛΠ 5 (Α).

2.

Σε σύγκριση με δείγμα ελέγχου όπου δεν έχει προστεθεί αναστολέας απονίτρωσης, δοκιμή in vitro που περιέχει τον αναστολέα απονίτρωσης παρουσιάζει μείωση 20 % στον ρυθμό αποδέσμευσης του υποξειδίου του αζώτου (N2O) βάσει ανάλυσης που διενεργείται 14 ημέρες κατόπιν εφαρμογής σε επίπεδο εμπιστοσύνης 95 %.

ΚΛΠ 5(Γ): ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ ΟΥΡΕΑΣΗΣ

1.

Ένας αναστολέας ουρεάσης αναστέλλει την υδρολυτική δράση του ενζύμου ουρεάση επί της ουρίας (CH4N2O), με κύριο στόχο τη μείωση της πτητικοποίησης της αμμωνίας.

2.

Σε σύγκριση με δείγμα ελέγχου όπου δεν έχει προστεθεί αναστολέας ουρεάσης, δοκιμή in vitro που περιέχει τον αναστολέα ουρεάσης παρουσιάζει μείωση 20 % στον ρυθμό υδρόλυσης της ουρίας (CH4N2O) βάσει ανάλυσης που διενεργείται 14 ημέρες κατόπιν εφαρμογής σε επίπεδο εμπιστοσύνης 95 %.

ΚΛΠ 6: ΒΙΟΔΙΕΓΕΡΤΗΣ ΦΥΤΩΝ

1.

Ένας βιοδιεγέρτης φυτών είναι προϊόν λίπανσης της ΕΕ που έχει ως λειτουργία να διεγείρει τις διαδικασίες θρέψης των φυτών ανεξάρτητα από την περιεκτικότητα του προϊόντος σε θρεπτικά στοιχεία, με μοναδικό σκοπό τη βελτίωση ενός ή περισσότερων από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά του φυτού ή της ριζόσφαιρας του φυτού:

α)

αποδοτικότητα της χρήσης των θρεπτικών στοιχείων,

β)

αντοχή σε αβιοτικές καταπονήσεις,

γ)

χαρακτηριστικά ποιότητας, ή

δ)

διαθεσιμότητα των θρεπτικών στοιχείων που συγκρατούνται στο έδαφος ή στη ριζόσφαιρα.

2.

Σε βιοδιεγέρτη φυτών οι επιμολυντές δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις ακόλουθες οριακές τιμές:

α)

κάδμιο (Cd)

:

1,5 mg/kg ξηράς ουσίας,

β)

εξασθενές χρώμιο (Cr VI)

:

2 mg/kg ξηράς ουσίας,

γ)

μόλυβδος (Pb)

:

120 mg/kg ξηράς ουσίας,

δ)

υδράργυρος (Hg)

:

1 mg/kg ξηράς ουσίας,

ε)

νικέλιο (Ni)

:

50 mg/kg ξηράς ουσίας και

στ)

ανόργανο αρσενικό (As)

:

40 mg/kg ξηράς ουσίας.

3.

Σε βιοδιεγέρτη φυτών η περιεκτικότητα σε χαλκό (Cu) δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 600 mg/kg ξηράς ουσίας και σε βιοδιεγέρτη φυτών η περιεκτικότητα σε ψευδάργυρο (Zn) δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 1 500 mg/kg ξηράς ουσίας.

4.

Ο βιοδιεγέρτης φυτών επιτυγχάνει τα αποτελέσματα που δηλώνονται στην ετικέτα για τα φυτά που προσδιορίζονται σε αυτήν.

ΚΛΠ 6(Α): ΜΙΚΡΟΒΙΑΚΟΣ ΒΙΟΔΙΕΓΕΡΤΗΣ ΦΥΤΩΝ

1.

Ένας μικροβιακός βιοδιεγέρτης φυτών αποτελείται από μικροοργανισμό ή συμβιωτική κοινότητα μικροοργανισμών που αναφέρονται στην ΚΣΥ 7 στο παράρτημα ΙΙ μέρος ΙΙ.

2.

Οι παθογόνοι παράγοντες σε μικροβιακό βιοδιεγέρτη δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια που καθορίζονται στον ακόλουθο πίνακα:

Μικροοργανισμοί/οι τοξίνες και οι μεταβολίτες τους

Σχέδια δειγματοληψίας

Όριο

n

c

Salmonella spp.

5

0

Απουσία σε 25 g ή 25 ml

Escherichia coli

5

0

Απουσία σε 1 g ή 1 ml

Listeria monocytogenes

5

0

Απουσία σε 25 g ή 25 ml

Vibrio spp.

5

0

Απουσία σε 25 g ή 25 ml

Shigella spp.

5

0

Απουσία σε 25 g ή 25 ml

Staphylococcus aureus

5

0

Απουσία σε 25 g ή 25 ml

Enterococcaceae

5

2

10 CFU/g

Αριθμός αναερόβιων αποικιών, εκτός εάν ο μικροβιακός βιοδιεγέρτης φυτών είναι αερόβιο βακτήριο

5

2

105 CFU/g ή ml

Αριθμός ζυμομυκήτων και υφομυκήτων εκτός εάν ο μικροβιακός βιοδιεγέρτης φυτών είναι μύκητας

5

2

1 000 CFU/g ή ml

Όπου:

n

=

αριθμός μονάδων που συνιστούν το δείγμα,

c

=

αριθμός μονάδων δειγματοληψίας με τιμές μεγαλύτερες του καθορισμένου ορίου.

3.

Εάν ο μικροβιακός βιοδιεγέρτης φυτών είναι σε υγρή μορφή, ο βιοδιεγέρτης φυτών έχει άριστο pH για τους περιεχόμενους μικροοργανισμούς και για τα φυτά.

ΚΛΠ 6(B): ΜΗ ΜΙΚΡΟΒΙΑΚΟΣ ΒΙΟΔΙΕΓΕΡΤΗΣ ΦΥΤΩΝ

1.

Ένας μη μικροβιακός βιοδιεγέρτης φυτών είναι βιοδιεγέρτης φυτών άλλος από τους μικροβιακούς βιοδιεγέρτες φυτών.

2.

Οι παθογόνοι παράγοντες σε μη μικροβιακό βιοδιεγέρτη φυτών δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια που καθορίζονται στον ακόλουθο πίνακα:

Μικροοργανισμοί προς έλεγχο

Σχέδια δειγματοληψίας

Όριο

n

c

m

M

Salmonella spp.

5

0

0

Απουσία σε 25 g ή 25 ml

Escherichia coli ή Enterococcaceae

5

5

0

1 000 σε1 g ή 1 ml

Όπου:

n

=

ο αριθμός των προς έλεγχο δειγμάτων,

c

=

ο αριθμός των δειγμάτων στα οποία ο αριθμός των βακτηρίων, εκφραζόμενος σε CFU, κυμαίνεται μεταξύ m και Μ,

m

=

κατώτατη τιμή για τον αριθμό των βακτηρίων, εκφραζόμενο σε CFU, που θεωρείται ικανοποιητική,

M

=

μέγιστη τιμή για τον αριθμό των βακτηρίων εκφραζόμενο σε CFU.

ΚΛΠ 7: ΣΥΜΜΕΙΚΤΟ ΠΡΟΪΟΝ ΛΙΠΑΝΣΗΣ

1.

Ένα σύμμεικτο προϊόν λίπανσης είναι προϊόν λίπανσης της ΕΕ αποτελούμενο από δύο ή περισσότερα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ των ΚΛΠ 1 έως 6 για το οποίο έχει αποδειχθεί η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού για κάθε συστατικό προϊόν λίπανσης της ΕΕ στο σύμμεικτο προϊόν σύμφωνα με τη διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης που ισχύει για το συγκεκριμένο συστατικό προϊόν λίπανσης της ΕΕ.

2.

Η δραστηριότητα ανάμειξης δεν μεταβάλλει τη φύση του κάθε συστατικού προϊόντος λίπανσης της ΕΕ και δεν έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου, των ζώων ή των φυτών, στην ασφάλεια ή στο περιβάλλον υπό ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες αποθήκευσης ή χρήσης του σύμμεικτου προϊόντος λίπανσης.

3.

Ο παρασκευαστής του σύμμεικτου προϊόντος αξιολογεί τη συμμόρφωση του σύμμεικτου προϊόντος με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα σημεία 1 και 2 της παρούσας ΚΛΠ, διασφαλίζει τη συμμόρφωση του σύμμεικτου προϊόντος με τις απαιτήσεις επισήμανσης που προβλέπονται στο παράρτημα III και αναλαμβάνει την ευθύνη σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού για τη συμμόρφωση του σύμμεικτου προϊόντος με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού,

α)

καταρτίζοντας δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ για το σύμμεικτο προϊόν λίπανσης σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, και

β)

εξασφαλίζοντας δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ για καθένα από τα συστατικά προϊόντα λίπανσης.

4.

Οι οικονομικοί φορείς που διαθέτουν στην αγορά σύμμεικτα προϊόντα λίπανσης τηρούν τις ακόλουθες διατάξεις του παρόντος κανονισμού όσον αφορά τη δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ για κάθε συστατικό προϊόν λίπανσης της ΕΕ και για το σύμμεικτο προϊόν:

α)

το άρθρο 6 παράγραφος 3 (υποχρέωση των παρασκευαστών να διατηρούν τη δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ),

β)

το άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο α) (υποχρέωση των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων να διατηρούν τη δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ),

γ)

το άρθρο 8 παράγραφος 8 (υποχρέωση των εισαγωγέων να διατηρούν αντίγραφο της δήλωσης συμμόρφωσης ΕΕ στη διάθεση των αρχών εποπτείας της αγοράς).


(1)  Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 315/93 του Συμβουλίου, της 8ης Φεβρουαρίου 1993, για τη θέσπιση κοινοτικών διαδικασιών για τις προσμείξεις των τροφίμων (ΕΕ L 37 της 13.2.1993, σ. 1).

(2)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 396/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Φεβρουαρίου 2005, για τα ανώτατα όρια καταλοίπων φυτοφαρμάκων μέσα ή πάνω στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές φυτικής και ζωικής προέλευσης και για την τροποποίηση της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 70 της 16.3.2005, σ. 1).

(3)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 470/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Μαΐου 2009, για θέσπιση κοινοτικών διαδικασιών για τον καθορισμό ορίων καταλοίπων των φαρμακολογικά δραστικών ουσιών στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης, για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2377/90 του Συμβουλίου και τροποποίηση της οδηγίας 2001/82/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 152 της 16.6.2009, σ. 11).

(4)  Οδηγία 2002/32/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 2002, σχετικά με τις ανεπιθύμητες ουσίες στις ζωοτροφές (ΕΕ L 140 της 30.5.2002, σ. 10).

(5)  UVCB: Ουσία άγνωστης ή ασταθούς σύνθεσης, προϊόντα πολύπλοκων αντιδράσεων ή βιολογικά υλικά.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

Κατηγορίες Συστατικών Υλικών (ΚΣΥ)

Ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ αποτελείται αποκλειστικά από συστατικά υλικά τα οποία πληρούν τις απαιτήσεις για μία ή περισσότερες από τις ΚΣΥ που απαριθμούνται στο παρόν παράρτημα.

Τα συστατικά υλικά και τα υλικά εισροής που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τους δεν περιέχουν καμία από τις ουσίες για τις οποίες παρατίθενται μέγιστες οριακές τιμές στο παράρτημα Ι, σε ποσότητες τέτοιες ώστε να θίγεται η συμμόρφωση του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ με τις ισχύουσες απαιτήσεις του εν λόγω παραρτήματος.

ΜΕΡΟΣ Ι

ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΚΣΥ

ΚΣΥ 1: Ουσίες και μείγματα παρθένων υλικών

ΚΣΥ 2: Φυτά, μέρη φυτών ή εκχυλίσματα φυτών

ΚΣΥ 3: Κομπόστ

ΚΣΥ 4: Νωπό χώνευμα καλλιεργειών

ΚΣΥ 5: Χώνευμα άλλο από το νωπό χώνευμα καλλιεργειών

ΚΣΥ 6: Υποπροϊόντα της βιομηχανίας τροφίμων

ΚΣΥ 7: Μικροοργανισμοί

ΚΣΥ 8: Πολυμερή θρεπτικών στοιχείων

ΚΣΥ 9: Πολυμερή άλλα από τα πολυμερή θρεπτικών στοιχείων

ΚΣΥ 10: Παράγωγα προϊόντα κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1069/2009

ΚΣΥ 11: Υποπροϊόντα κατά την έννοια της οδηγίας 2008/98/ΕΚ

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΙΣ ΚΣΥ

Σε αυτό το μέρος ορίζονται τα συστατικά υλικά από τα οποία αποτελούνται αποκλειστικώς τα προϊόντα λίπανσης της ΕΕ.

ΚΣΥ 1: ΟΥΣΙΕΣ ΚΑΙ ΜΕΙΓΜΑΤΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ ΥΛΙΚΩΝ

1.

Ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ επιτρέπεται να περιέχει ουσίες και μείγματα, εκτός από (1):

α)

απόβλητα κατά την έννοια της οδηγίας 2008/98/ΕΚ,

β)

ουσίες ή μείγματα που έχουν αποχαρακτηριστεί από απόβλητα σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη δυνάμει των μέτρων που μεταφέρουν στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 6 της οδηγίας 2008/98/ΕΚ,

γ)

ουσίες που σχηματίζονται από πρόδρομες ουσίες που έχουν αποχαρακτηριστεί από απόβλητα σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη δυνάμει των μέτρων που μεταφέρουν στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 6 της οδηγίας 2008/98/ΕΚ, ή μείγματα που περιέχουν τέτοιες ουσίες,

δ)

υποπροϊόντα κατά την έννοια της οδηγίας 2008/98/ΕΚ,

ε)

ζωικά υποπροϊόντα ή παράγωγα προϊόντα κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1069/2009,

στ)

πολυμερή,

ζ)

κομπόστ ή

η)

χώνευμα.

2.

Όλες οι ουσίες που ενσωματώνονται σε προϊόν λίπανσης της ΕΕ, σε καθαρή μορφή ή σε μείγμα, έχουν καταχωριστεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 (2), με φάκελο που περιέχει:

α)

τις πληροφορίες που προβλέπονται στα παραρτήματα VI, VII και VIII του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 και

β)

έκθεση χημικής ασφάλειας σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006, η οποία να καλύπτει τη χρήση του ως προϊόντος λίπανσης,

εκτός εάν καλύπτονται ρητώς από κάποια από τις εξαιρέσεις από την υποχρέωση καταχώρισης που προβλέπει το παράρτημα IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 ή από τα σημεία 6, 7, 8 ή 9 του παραρτήματος V του εν λόγω κανονισμού.

3.

Όταν η ουσία ή μια από τις ουσίες στο μείγμα προορίζεται για να ενισχύει τη μακροπρόθεσμη διαθεσιμότητα στο προϊόν λίπανσης της ΕΕ μικροθρεπτικών στοιχείων για τα φυτά, η εν λόγω ουσία είναι είτε χηλικός παράγοντας είτε συμπλεκτικός παράγοντας και ισχύουν οι ακόλουθοι κανόνες:

α)

Ο χηλικός παράγοντας είναι οργανική ουσία που αποτελείται από μόριο το οποίο:

i)

περιλαμβάνει δύο ή περισσότερες θέσεις που προσφέρουν ζεύγη ηλεκτρονίων σε ένα κεντρικό κατιόν μετάλλου μετάπτωσης (ψευδάργυρο (Zn), χαλκό (Cu), σίδηρο (Fe), μαγγάνιο (Mn), μαγνήσιο (Mg), ασβέστιο (Ca) ή κοβάλτιο (Co)), και

ii)

είναι αρκετά μεγάλο ώστε να σχηματίζει κυκλική δομή αποτελούμενη από πέντε ή έξι δακτυλίους.

Το προϊόν λίπανσης της ΕΕ παραμένει σταθερό μέσα σε πρότυπο διάλυμα Hoagland με pH 7 και 8 για τουλάχιστον 3 ημέρες.

β)

Ο συμπλεκτικός παράγοντας είναι οργανική ουσία που σχηματίζει επίπεδη ή στερεοχημική δομή με ένα δισθενές ή τρισθενές κατιόν μετάλλου μετάπτωσης (ψευδάργυρο (Zn), χαλκό (Cu), σίδηρο (Fe), μαγγάνιο (Mn) ή κοβάλτιο (Co)).

Το προϊόν λίπανσης της ΕΕ παραμένει σταθερό μέσα σε υδατικό διάλυμα με pH 6 και 7 για τουλάχιστον 1 ημέρα.

4.

Όταν η ουσία ή μια από τις ουσίες στο μείγμα προορίζεται για να βελτιώνει τον τρόπο αποδέσμευσης θρεπτικών στοιχείων του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ επιβραδύνοντας ή διακόπτοντας τη δραστηριότητα συγκεκριμένων ομάδων μικροοργανισμών ή ενζύμων, η εν λόγω ουσία είναι αναστολέας νιτροποίησης, αναστολέας απονίτρωσης ή αναστολέας ουρεάσης και ισχύουν οι ακόλουθοι κανόνες:

α)

Ο αναστολέας νιτροποίησης αναστέλλει τη βιολογική οξείδωση του αμμωνιακού αζώτου (NH3-N) προς άζωτο σε μορφή νιτρώδους (NO2-), επιβραδύνοντας έτσι τον σχηματισμό αζώτου σε μορφή νιτρικού (NO3-).

Ο ρυθμός οξείδωσης του αμμωνιακού αζώτου (NH3-N) μετράται είτε βάσει:

i)

της εξαφάνισης του αμμωνιακού αζώτου (NH3-N) ή

ii)

του αθροίσματος της παραγωγής αζώτου σε μορφή νιτρώδους (NO2-) και νιτρικού (NO3-) έναντι του χρόνου.

Σε σύγκριση με δείγμα ελέγχου όπου δεν έχει προστεθεί αναστολέας νιτροποίησης, δείγμα εδάφους που περιέχει τον αναστολέα νιτροποίησης παρουσιάζει μείωση 20 % στον ρυθμό οξείδωσης του αμμωνιακού αζώτου (NH3-N) βάσει ανάλυσης που διενεργείται 14 ημέρες κατόπιν εφαρμογής σε επίπεδο εμπιστοσύνης 95 %.

Τουλάχιστον το 50 % της συνολικής περιεκτικότητας του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ σε άζωτο (N) συνίσταται από άζωτο (Ν) σε μορφή αμμωνίου (NH4 +) και ουρίας (CH4N2O).

β)

Ο αναστολέας απονίτρωσης αναστέλλει τον σχηματισμό υποξειδίου του αζώτου (N2O), καθυστερώντας ή εμποδίζοντας τη μετατροπή νιτρικών ιόντων (NO3-) σε διάζωτο (N2) αφήνοντας ανεπηρέαστη τη διαδικασία νιτροποίησης όπως υποδεικνύεται στην ΚΛΠ 5 (Α).

Σε σύγκριση με δείγμα ελέγχου όπου δεν έχει προστεθεί αναστολέας απονίτρωσης, δοκιμή in vitro που περιέχει τον αναστολέα απονίτρωσης παρουσιάζει μείωση 20 % στον ρυθμό αποδέσμευσης του υποξειδίου του αζώτου (N2O) βάσει ανάλυσης που διενεργείται 14 ημέρες κατόπιν εφαρμογής σε επίπεδο εμπιστοσύνης 95 %.

γ)

Ο αναστολέας ουρεάσης αναστέλλει την υδρολυτική δράση του ενζύμου ουρεάση επί της ουρίας (CH4N2O), με κύριο στόχο τη μείωση της πτητικοποίησης της αμμωνίας. Σε σύγκριση με δείγμα ελέγχου όπου δεν έχει προστεθεί αναστολέας ουρεάσης, δοκιμή in vitro που περιέχει τον αναστολέα ουρεάσης παρουσιάζει μείωση 20 % στον ρυθμό υδρόλυσης της ουρίας (CH4N2O) βάσει ανάλυσης που διενεργείται 14 ημέρες κατόπιν εφαρμογής σε επίπεδο εμπιστοσύνης 95 %.

Τουλάχιστον το 50 % της συνολικής περιεκτικότητας του προϊόντος λίπανσης της ΕΕ σε άζωτο (N) συνίσταται από άζωτο (Ν) σε μορφή ουρίας (CH4N2O).

ΚΣΥ 2: ΦΥΤΑ, ΜΕΡΗ ΦΥΤΩΝ H ΕΚΧΥΛΙΣΜΑΤΑ ΦΥΤΩΝ

Ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ επιτρέπεται να περιέχει φυτά, μέρη φυτών ή εκχυλίσματα φυτών που δεν έχουν υποστεί καμία άλλη επεξεργασία πέραν της κοπής, της άλεσης, της έκθλιψης, του κοσκινίσματος, της διαλογής, της φυγοκέντρησης, της συμπίεσης, της ξήρανσης, της επεξεργασίας βαθιάς ψύξης, της λυοφιλίωσης ή της εκχύλισης με νερό ή της εκχείλισης με υπερκρίσιμο CO2.

Για τους σκοπούς του παρόντος σημείου, στα φυτά περιλαμβάνονται τα μανιτάρια και τα φύκη και δεν περιλαμβάνονται τα κυανοφύκη (κυανοβακτήρια).

ΚΣΥ 3: ΚΟΜΠΟΣΤ

1.

Ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ επιτρέπεται να περιέχει κομπόστ που προέρχεται από αερόβια κομποστοποίηση ενός ή περισσότερων από τα ακόλουθα υλικά εισροής αποκλειστικά:

α)

βιολογικά απόβλητα κατά την έννοια της οδηγίας 2008/98/ΕΚ, προερχόμενα από χωριστή συλλογή βιολογικών αποβλήτων στην πηγή,

β)

παράγωγα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 32 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 για τα οποία το τελικό σημείο στην αλυσίδα παρασκευής έχει καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο του εν λόγω κανονισμού,

γ)

ζώντες ή νεκρούς οργανισμούς ή μέρη αυτών, οι οποίοι/τα οποία δεν έχουν υποστεί επεξεργασία ή έχουν υποστεί επεξεργασία μόνο με χειροκίνητα, μηχανικά ή βαρυτικά μέσα, με διάλυση στο νερό, με επίπλευση, με εκχύλιση με νερό, με απόσταξη με υδρατμούς ή με θέρμανση αποκλειστικά για την αφαίρεση του νερού, ή οι οποίοι/τα οποία λαμβάνονται από τον αέρα με οποιονδήποτε τρόπο, εκτός από:

το οργανικό κλάσμα μεικτών αστικών οικιακών αποβλήτων, το οποίο έχει διαχωριστεί με μηχανική, φυσικοχημική, βιολογική και/ή μη αυτοματοποιημένη μεταχείριση,

λυματολάσπη, βιομηχανική ιλύ ή ιλύ βυθοκόρησης, και

ζωικά υποπροϊόντα ή παράγωγα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 για τα οποία δεν έχει καθοριστεί τελικό σημείο στην αλυσίδα παρασκευής σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο του εν λόγω κανονισμού,

δ)

πρόσθετα κομποστοποίησης τα οποία είναι αναγκαία για τη βελτίωση της απόδοσης ή των περιβαλλοντικών επιδόσεων της διαδικασίας κομποστοποίησης, εφόσον:

i)

το πρόσθετο έχει καταχωριστεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 (3), με φάκελο που περιέχει:

τις πληροφορίες που προβλέπονται στα παραρτήματα VI, VII και VIII του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 και

έκθεση χημικής ασφάλειας σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006, η οποία να καλύπτει τη χρήση του ως προϊόντος λίπανσης,

εκτός εάν αυτό καλύπτεται ρητώς από κάποια από τις εξαιρέσεις από την υποχρέωση καταχώρισης που προβλέπει το παράρτημα IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 ή το παράρτημα V σημείο 6, 7, 8 ή 9 του εν λόγω κανονισμού, και

ii)

η συνολική περιεκτικότητα όλων των προσθέτων δεν υπερβαίνει το 5 % του συνολικού βάρους των εισερχόμενων υλικών ή

ε)

οποιοδήποτε υλικό που αναφέρεται στα στοιχείο α), β) ή γ) και το οποίο:

i)

έχει προηγουμένως υποστεί κομποστοποίηση ή χώνευση και

ii)

δεν περιέχει ΠΑΥ16 σε συγκέντρωση μεγαλύτερη από 6 mg/kg ξηράς ουσίας (4).

2.

Η κομποστοποίηση πραγματοποιείται σε μονάδα:

α)

όπου οι γραμμές παραγωγής για την επεξεργασία των υλικών εισροής που αναφέρονται στο σημείο 1 διαχωρίζονται σαφώς από τις γραμμές παραγωγής για την επεξεργασία υλικών εισροής άλλων από αυτά που αναφέρονται στο σημείο 1 και

β)

όπου αποφεύγεται η φυσική επαφή μεταξύ υλικών εισροής και εκροής, ακόμα και κατά την περίοδο της αποθήκευσης.

3.

Η αερόβια κομποστοποίηση συνίσταται στην ελεγχόμενη αποσύνθεση βιοαποδομήσιμων υλικών, η οποία γίνεται κατά κύριο λόγο αερόβια και επιτρέπει την ανάπτυξη θερμοκρασιών κατάλληλων για θερμόφιλα βακτήρια ως αποτέλεσμα βιολογικώς παραγόμενης θερμότητας. Όλα τα μέρη κάθε παρτίδας είτε μετατοπίζονται και αναποδογυρίζονται τακτικά και διεξοδικά είτε υπόκεινται σε μηχανικό αερισμό ώστε να εξασφαλίζεται η σωστή υγιεινοποίηση και ομοιογένεια του υλικού. Κατά τη διαδικασία κομποστοποίησης, όλα τα μέρη κάθε παρτίδας παρουσιάζουν ένα από τα ακόλουθα προφίλ θερμοκρασίας–χρόνου:

70 °C ή υψηλότερη επί τουλάχιστον 3 ημέρες,

65 °C ή υψηλότερη επί τουλάχιστον 5 ημέρες,

60 °C ή υψηλότερη επί τουλάχιστον 7 ημέρες ή

55 °C ή υψηλότερη επί τουλάχιστον 14 ημέρες.

4.

Το κομπόστ περιέχει:

α)

ΠΑΥ16 σε συγκέντρωση όχι μεγαλύτερη από 6 mg/kg ξηράς ουσίας (5),

β)

μακροσκοπικές προσμείξεις μεγέθους άνω των 2 mm σε ποσότητα όχι μεγαλύτερη από 3 g/kg ξηράς ουσίας σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες μορφές: γυαλί, μέταλλο ή πλαστικό, και

γ)

ποσότητα όχι μεγαλύτερη από 5 g/kg ξηράς ουσίας του συνολικού αθροίσματος των μακροσκοπικών προσμείξεων που αναφέρονται στο στοιχείο β).

Από τις 16 Ιουλίου 2026, η παρουσία πλαστικού μεγέθους άνω των 2 mm εντός των μέγιστων οριακών τιμών που αναφέρονται στο στοιχείο β) είναι σε ποσότητα όχι μεγαλύτερη από 2,5 g/kg ξηράς ουσίας. Έως τις 16 Ιουλίου 2029 η οριακή τιμή των 2,5 g/kg ξηράς ουσίας για πλαστικό μεγέθους άνω των 2 mm επανεξετάζεται προκειμένου να ληφθεί υπόψη η πρόοδος που θα έχει επιτευχθεί στον τομέα της χωριστής συλλογής των βιολογικών αποβλήτων.

5.

Το κομπόστ πληροί τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα κριτήρια σταθερότητας:

α)

Ρυθμός πρόσληψης οξυγόνου:

Ορισμός: ένδειξη του βαθμού στον οποίο διασπάται η βιοαποδομήσιμη οργανική ύλη εντός καθορισμένης χρονικής περιόδου. Η μέθοδος δεν είναι κατάλληλη για υλικά που περιέχουν σωματίδια μεγέθους > 10 mm σε αναλογία άνω του 20 %,

Κριτήριο: 25 mmol O2/kg οργανικής ύλης/h το μέγιστο, ή

β)

Συντελεστής αυτοθέρμανσης:

Ορισμός: η μέγιστη θερμοκρασία στην οποία φθάνει το κομπόστ υπό τυποποιημένες συνθήκες, ως ένδειξη της κατάστασης αερόβιας βιολογικής δραστηριότητας,

Κριτήριο: Rottegrad III τουλάχιστον.

ΚΣΥ 4: ΝΩΠΟ ΧΩΝΕΥΜΑ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΩΝ

1.

Ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ επιτρέπεται να περιέχει χώνευμα που προέρχεται από αναερόβια χώνευση ενός ή περισσότερων από τα ακόλουθα υλικά εισροής αποκλειστικά:

α)

φυτά ή μέρη φυτών που καλλιεργούνται για την παραγωγή βιοαερίου. Για τους σκοπούς του παρόντος στοιχείου, στα φυτά περιλαμβάνονται τα φύκη και δεν περιλαμβάνονται τα κυανοφύκη (κυανοβακτήρια),

β)

πρόσθετα χώνευσης τα οποία είναι αναγκαία για τη βελτίωση της απόδοσης ή των περιβαλλοντικών επιδόσεων της διαδικασίας χώνευσης, εφόσον:

i)

το πρόσθετο έχει καταχωριστεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 (6), με φάκελο που περιέχει:

τις πληροφορίες που προβλέπονται στα παραρτήματα VI, VII και VIII του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 και

έκθεση χημικής ασφάλειας σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006, η οποία να καλύπτει τη χρήση του ως προϊόντος λίπανσης,

εκτός εάν αυτό καλύπτεται ρητώς από κάποια από τις εξαιρέσεις από την υποχρέωση καταχώρισης που προβλέπει το παράρτημα IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 ή το παράρτημα V σημείο 6, 7, 8 ή 9 του εν λόγω κανονισμού, και

ii)

η συνολική περιεκτικότητα όλων των προσθέτων δεν υπερβαίνει το 5 % του συνολικού βάρους των εισερχόμενων υλικών, ή

γ)

οποιοδήποτε υλικό αναφέρεται στο στοιχείο α) και το οποίο έχει προηγουμένως υποστεί χώνευση.

2.

Η αναερόβια χώνευση πραγματοποιείται σε μονάδα:

α)

όπου οι γραμμές παραγωγής για την επεξεργασία των υλικών εισροής που αναφέρονται στο σημείο 1 διαχωρίζονται σαφώς από τις γραμμές παραγωγής για την επεξεργασία υλικών εισροής άλλων από αυτά που αναφέρονται στο σημείο 1 και

β)

όπου αποφεύγεται η φυσική επαφή μεταξύ υλικών εισροής και εκροής, ακόμα και κατά την περίοδο της αποθήκευσης.

3.

Η αναερόβια χώνευση συνίσταται στην ελεγχόμενη αποσύνθεση βιοαποδομήσιμων υλικών, η οποία γίνεται κατά κύριο λόγο αναερόβια και σε θερμοκρασίες κατάλληλες για μεσόφιλα ή θερμόφιλα βακτήρια. Όλα τα μέρη κάθε παρτίδας μετατοπίζονται και αναποδογυρίζονται τακτικά και διεξοδικά ώστε να εξασφαλίζεται η σωστή υγιεινοποίηση και ομοιογένεια του υλικού. Κατά τη διαδικασία χώνευσης, όλα τα μέρη κάθε παρτίδας παρουσιάζουν ένα από τα ακόλουθα προφίλ θερμοκρασίας–χρόνου:

α)

θερμόφιλη αναερόβια χώνευση σε θερμοκρασία 55 °C επί τουλάχιστον 24 ώρες ακολουθούμενη από υδραυλικό χρόνο παραμονής τουλάχιστον 20 ημερών,

β)

θερμόφιλη αναερόβια χώνευση σε θερμοκρασία 55 °C με διεργασία επεξεργασίας που περιλαμβάνει παστερίωση όπως περιγράφεται στο παράρτημα V κεφάλαιο Ι τμήμα 1 σημείο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 142/2011 της Επιτροπής (7),

γ)

θερμόφιλη αναερόβια χώνευση σε θερμοκρασία 55 °C ακολουθούμενη από κομποστοποίηση σε θερμοκρασία:

70 °C ή υψηλότερη επί τουλάχιστον 3 ημέρες,

65 °C ή υψηλότερη επί τουλάχιστον 5 ημέρες,

60 °C ή υψηλότερη επί τουλάχιστον 7 ημέρες ή

55 °C ή υψηλότερη επί τουλάχιστον 14 ημέρες,

δ)

μεσόφιλη αναερόβια χώνευση σε θερμοκρασία 37-40 °C με διεργασία επεξεργασίας που περιλαμβάνει παστερίωση όπως περιγράφεται στο παράρτημα V κεφάλαιο Ι τμήμα 1 σημείο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 142/2011 ή

ε)

μεσόφιλη αναερόβια χώνευση σε θερμοκρασία 37–40 °C ακολουθούμενη από κομποστοποίηση σε θερμοκρασία:

70 °C ή υψηλότερη επί τουλάχιστον 3 ημέρες,

65 °C ή υψηλότερη επί τουλάχιστον 5 ημέρες,

60 °C ή υψηλότερη επί τουλάχιστον 7 ημέρες ή

55 °C ή υψηλότερη επί τουλάχιστον 14 ημέρες.

4.

Τόσο το στερεό όσο και το υγρό μέρος του χωνεύματος πληρούν τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα κριτήρια σταθερότητας:

α)

Ρυθμός πρόσληψης οξυγόνου:

Ορισμός: ένδειξη του βαθμού στον οποίο διασπάται η βιοαποδομήσιμη οργανική ύλη εντός καθορισμένης χρονικής περιόδου. Η μέθοδος δεν είναι κατάλληλη για υλικά που περιέχουν σωματίδια μεγέθους > 10 mm σε αναλογία άνω του 20 %,

Κριτήριο: 25 mmol O2/kg οργανικής ύλης/h το μέγιστο, ή

β)

Υπολειμματικό δυναμικό παραγωγής βιοαερίου:

Ορισμός: ένδειξη του αερίου που εκλύεται από χώνευμα σε περίοδο 28 ημερών, συγκρινόμενου με τα πτητικά στερεά που περιέχονται στο δείγμα. Η δοκιμή εκτελείται εις τριπλούν και χρησιμοποιείται ο μέσος όρος των αποτελεσμάτων για να αποδειχθεί η συμμόρφωση με το κριτήριο. Τα πτητικά στερεά είναι εκείνα τα στερεά σε ένα δείγμα υλικού που χάνονται μετά την ανάφλεξη των ξηρών στερεών σε θερμοκρασία 550 °C.

Κριτήριο: 0,25 l βιοαερίου/g πτητικών στερεών το μέγιστο.

ΚΣΥ 5: ΧΩΝΕΥΜΑ ΑΛΛΟ ΑΠΟ ΤΟ ΝΩΠΟ ΧΩΝΕΥΜΑ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΩΝ

1.

Ένα προϊόν λίπανσης της ΕΕ επιτρέπεται να περιέχει χώνευμα που προέρχεται από αναερόβια χώνευση ενός ή περισσότερων από τα ακόλουθα υλικά εισροής αποκλειστικά:

α)

βιολογικά απόβλητα κατά την έννοια της οδηγίας 2008/98/ΕΚ, προερχόμενα από χωριστή συλλογή βιολογικών αποβλήτων στην πηγή,

β)

παράγωγα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 32 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 για τα οποία το τελικό σημείο στην αλυσίδα παρασκευής έχει καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο του εν λόγω κανονισμού,

γ)

ζώντες ή νεκρούς οργανισμούς ή μέρη αυτών, οι οποίοι/τα οποία δεν έχουν υποστεί επεξεργασία ή έχουν υποστεί επεξεργασία μόνο με χειροκίνητα, μηχανικά ή βαρυτικά μέσα, με διάλυση στο νερό, με επίπλευση, με εκχύλιση με νερό, με απόσταξη με υδρατμούς ή με θέρμανση αποκλειστικά για την αφαίρεση του νερού, ή οι οποίοι/τα οποία λαμβάνονται από τον αέρα με οποιονδήποτε τρόπο, εκτός από:

i)

το οργανικό κλάσμα μεικτών αστικών οικιακών αποβλήτων, το οποίο έχει διαχωριστεί με μηχανική, φυσικοχημική, βιολογική και/ή μη αυτοματοποιημένη μεταχείριση,

ii)

λυματολάσπη, βιομηχανική ιλύ ή ιλύ βυθοκόρησης,

iii)

ζωικά υποπροϊόντα ή παράγωγα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 για τα οποία δεν έχει καθοριστεί τελικό σημείο στην αλυσίδα παρασκευής σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο του εν λόγω κανονισμού,

δ)

πρόσθετα χώνευσης τα οποία είναι απαραίτητα για τη βελτίωση της απόδοσης ή των περιβαλλοντικών επιδόσεων της διαδικασίας χώνευσης, εφόσον:

i)

το πρόσθετο έχει καταχωριστεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 (8), με φάκελο που περιέχει:

τις πληροφορίες που προβλέπονται στα παραρτήματα VI, VII και VIII του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 και

έκθεση χημικής ασφάλειας σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006, η οποία να καλύπτει τη χρήση του ως προϊόντος λίπανσης,

εκτός εάν αυτό καλύπτεται ρητά από μία από τις εξαιρέσεις από την υποχρέωση καταχώρισης που προβλέπει το παράρτημα IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 ή από το παράρτημα το V σημείο 6, 7, 8 ή 9 του εν λόγω κανονισμού, και

ii)

η συνολική περιεκτικότητα όλων των προσθέτων δεν υπερβαίνει το 5 % του συνολικού βάρους των εισερχόμενων υλικών, ή

ε)

οποιοδήποτε υλικό αναφέρεται στα στοιχείο α), β) ή γ) και το οποίο:

i)

έχει προηγουμένως υποστεί κομποστοποίηση ή χώνευση και

ii)

δεν περιέχει ΠΑΥ16 σε συγκέντρωση μεγαλύτερη από 6 mg/kg ξηράς ουσίας (9).

2.

Η αναερόβια χώνευση πραγματοποιείται σε μονάδα:

α)

όπου οι γραμμές παραγωγής για την επεξεργασία των υλικών εισροής που αναφέρονται στο σημείο 1 διαχωρίζονται σαφώ