EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32015R1905

Κανονισμός (ΕΕ) 2015/1905 της Επιτροπής, της 22ας Οκτωβρίου 2015, για την τροποποίηση του παραρτήματος II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 183/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τον έλεγχο της παρουσίας διοξινών στα έλαια, τα λίπη και τα προϊόντα που παράγονται από αυτά (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

OJ L 278, 23.10.2015, p. 5–10 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2015/1905/oj

23.10.2015   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 278/5


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2015/1905 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 22ας Οκτωβρίου 2015

για την τροποποίηση του παραρτήματος II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 183/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τον έλεγχο της παρουσίας διοξινών στα έλαια, τα λίπη και τα προϊόντα που παράγονται από αυτά

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

H ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 183/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιανουαρίου 2005, περί καθορισμού των απαιτήσεων για την υγιεινή των ζωοτροφών (1), και ιδίως το άρθρο 27,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 183/2005 καθορίζει γενικούς κανόνες για την υγιεινή ζωοτροφών, καθώς και τις συνθήκες και τις ρυθμίσεις προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τηρούνται οι συνθήκες επεξεργασίας που αποσκοπούν στην ελαχιστοποίηση και στον έλεγχο των ενδεχόμενων κινδύνων. Επίσης προβλέπει ότι οι εγκαταστάσεις ζωοτροφών πρέπει να εγγράφονται στο μητρώο της αρμόδιας αρχής ή να εγκρίνονται από αυτήν. Επιπλέον, οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών σε χαμηλότερο επίπεδο της αλυσίδας ζωοτροφών έχουν την υποχρέωση να προμηθεύονται ζωοτροφές αποκλειστικά από εγκαταστάσεις που έχουν καταχωρισθεί ή εγκριθεί.

(2)

Το παράρτημα II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 183/2005 θεσπίζει απαιτήσεις για τις επιχειρήσεις ζωοτροφών εκτός του επιπέδου της πρωτογενούς παραγωγής. Συγκεκριμένα, προβλέπει ότι οι απαιτήσεις ελέγχου διοξινών που καθορίζονται στο εν λόγω παράρτημα πρέπει να επανεξεταστούν έως τις 16 Μαρτίου 2014.

(3)

Ο ορισμός των προϊόντων που προέρχονται από φυτικά έλαια που καθορίζονται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 183/2005 θα πρέπει να τροποποιηθεί, ώστε να διευκρινιστεί ότι τα προϊόντα προέρχονται από διυλισμένο πετρέλαιο και πρόσθετα ζωοτροφών που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2) δεν καλύπτονται από τον ορισμό αυτό.

(4)

Ο ορισμός της ανάμειξης λιπών που εμφαίνονται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 183/2005 θα πρέπει επίσης να τροποποιηθεί κατά τρόπο ώστε να αποσαφηνιστεί η διαφορά μεταξύ ανάμειξης λιπών και της αποθήκευσης μόνο διαδοχικών παρτίδων λιπών και λαδιών χωρίς την ανάμειξή τους. Επιπλέον, θα πρέπει να διευκρινίζεται πότε αναμεμειγμένα λίπη θεωρούνται σύνθετες ζωοτροφές ή πρώτες ύλες ζωοτροφών.

(5)

Δεδομένου ότι είναι φρόνιμο να εντοπίζονται τα προϊόντα που είναι εμφανώς μολυσμένα με διοξίνη στο σημείο εισόδου στην αλυσίδα ζωοτροφών, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι απαιτήσεις σχετικά με την παρακολούθηση των διοξινών που καθορίζονται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 183/2005 ισχύουν για όλους τους υπευθύνους επιχειρήσεων ζωοτροφών που διαθέτουν στην αγορά ζωοτροφές, συμπεριλαμβανομένων των εισαγωγέων.

(6)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί η ιχνηλασιμότητα και η κατάλληλη πληροφόρηση σχετικά με τις ζωοτροφές, η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις επισήμανσης που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 767/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3), θα πρέπει να επισημαίνονται ειδικότερα οι ονομαστικές αξίες, οι προδιαγραφές και οι αριθμοί του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 68/2013 της Επιτροπής (4).

(7)

Είναι αναγκαία η απαίτηση να πραγματοποιείται μια αντιπροσωπευτική ανάλυση ανά μεγάλη ποσότητα με βάση ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα. Επομένως, είναι σκόπιμο τα στοιχειώδη δείγματα να αποτελούν το συνολικό δείγμα που λαμβάνονται ανά τακτά διαστήματα, π.χ. τουλάχιστον ένα στοιχειώδες δείγμα ανά 50 τόνους, τα οποία πρέπει να είναι σύμφωνα με τις διατάξεις περί δειγματοληψίας που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 152/2009 της Επιτροπής (5).

(8)

Τα αποτελέσματα του ελέγχου της παρουσίας διοξινών που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 183/2005, οι εκθέσεις (6) των ελέγχων του Γραφείου Τροφίμων και Κτηνιατρικών Θεμάτων της Επιτροπής και το γεγονός ότι δεν διαπιστώθηκε μη συμμόρφωση για κανένα δείγμα προϊόντων που προέρχονταν από φυτικά έλαια, εκτός από αποστάγματα λιπαρών οξέων από φυσικό ραφινάρισμα και από αποσμημένα αποστάγματα, που γνωστοποιήθηκαν στο πλαίσιο του συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές (7) δείχνουν ότι τα εν λόγω προϊόντα δεν παρουσιάζουν υψηλό κίνδυνο για μόλυνση από διοξίνες. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να μετριαστούν οι απαιτήσεις ελέγχου διοξινών, όσον αφορά το ποσοστό 100 % για τα εν λόγω προϊόντα οι οποίες ορίζονται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 183/2005.

(9)

Προκειμένου να αποσαφηνιστεί η ευθύνη για τον έλεγχο παρουσίας διοξινών στα εισαγόμενα προϊόντα, θα πρέπει να θεσπιστεί ειδική διάταξη στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 183/2005. Αυτό θα πρέπει επίσης να εξασφαλίσει ότι τα εισαγόμενα προϊόντα έχουν το ίδιο επίπεδο ασφάλειας από εκείνα που παράγονται στην Ένωση.

(10)

Το σύστημα που έχει θεσπισθεί από το παράρτημα II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 183/2005, με σκοπό να αποδειχθεί μέσω πιστοποιητικού ότι έχει αναληφθεί η υποχρεωτική ανάλυση μιας συγκεκριμένης παρτίδας πρέπει να τροποποιηθεί με αρκετές προδιαγραφές σχετικά με τα καθήκοντα των διαφόρων υπευθύνων επιχειρήσεων ζωοτροφών προκειμένου να αποσαφηνιστούν οι ευθύνες των διαφόρων παραγόντων στην τροφική αλυσίδα.

(11)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής φυτών, ζώων, τροφίμων και ζωοτροφών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Το παράρτημα II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 183/2005 τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το σημείο 2 στοιχείο η) της παραγράφου 3 στοιχείο β) του παραρτήματος του παρόντος κανονισμού εφαρμόζεται από τις 23 Απριλίου 2016.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 22 Οκτωβρίου 2015.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)  ΕΕ L 35 της 8.2.2005, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, για τις πρόσθετες ύλες που χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων (ΕΕ L 268 της 18.10.2003, σ. 29).

(3)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 767/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση ζωοτροφών (ΕΕ L 229 της 1.9.2009, σ. 1).

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 68/2013 της Επιτροπής, της 16ης Ιανουαρίου 2013, για την κατάρτιση του καταλόγου πρώτων υλών ζωοτροφών (ΕΕ L 29 της 30.1.2013, σ. 1).

(5)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 152/2009 της Επιτροπής, της 27ης Ιανουαρίου 2009, για τον καθορισμό μεθόδων δειγματοληψίας και ανάλυσης για τον επίσημο έλεγχο των ζωοτροφών (ΕΕ L 54 της 26.2.2009, σ. 1).

(6)  http://ec.europa.eu/food/fvo/audit_reports/index.cfm: Αριθμοί ελέγχου 2013-6748, 2013-6749, 2013-6750, 2013-6751, 2013-6752, 2013-6753, 2014-7036, 2014-7037 και 2014-7038.

(7)  http://ec.europa.eu/food/safety/rasff/portal/index_en.htm


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Το παράρτημα II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 183/2005 τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο τμήμα που φέρει τον τίτλο «ΟΡΙΣΜΟΙ», τα στοιχεία β) και γ) αντικαθίστανται από τα ακόλουθα στοιχεία β) και γ) και προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο δ):

«β)

“προϊόντα προερχόμενα από φυτικά έλαια” σημαίνει οποιοδήποτε προϊόν που προέρχεται από ακατέργαστα ή ανακτημένα φυτικά έλαια μέσω ελαιοχημικής επεξεργασίας ή επεξεργασίας βιοντίζελ ή απόσταξης, χημικού ή φυσικού ραφιναρίσματος, εκτός

του ραφιναρισμένου ελαίου,

των προϊόντων που προέρχονται από ραφιναρισμένο πετρέλαιο,

των ζωοτροφικών πρόσθετων·

γ)

“ανάμειξη λιπών” σημαίνει την παραγωγή σύνθετων ζωοτροφών ή, στην περίπτωση που όλα τα συστατικά ανήκουν στην ίδια εγγραφή στο ΜΕΡΟΣ Γ του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 68/2013 της Επιτροπής (1), τα οποία προέρχονται από τα ίδια φυτικά ή ζωικά είδη, από πρώτες ύλες ζωοτροφών με την ανάμειξη ακατέργαστων ελαίων, ραφιναρισμένων ελαίων, ζωικών λιπών, ελαίων που ανακτώνται από τους υπεύθυνους επιχειρήσεων τροφίμων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004 ή προϊόντα που προέρχονται από αυτές τις ύλες για την παραγωγή ενός αναμεμειγμένου ελαίου ή λίπους, με εξαίρεση την

την αποθήκευση μόνο διαδοχικών παρτίδων, και

την αποκλειστική ανάμειξη ραφιναρισμένων ελαίων·

δ)

“ραφιναρισμένα έλαια ή λίπη” έλαια ή λίπη που έχουν υποβληθεί σε διαδικασία ραφιναρίσματος, όπως αναφέρεται στο σημείο 53 του γλωσσαρίου μεθόδων που αναφέρονται στο μέρος B του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 68/2013.

(1)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 68/2013 της Επιτροπής, της 16ης Ιανουαρίου 2013, για τον κατάλογο πρώτων υλών ζωοτροφών (ΕΕ L 29 της 30.1.2013, σ. 1)»."

2)

Στο τμήμα με τον τίτλο «ΠΑΡΑΓΩΓΗ» το σημείο 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο και προστίθεται το ακόλουθο σημείο 9:

«8)

Η επισήμανση των προϊόντων πρέπει να υποδεικνύει με σαφή τρόπο αν προορίζονται για ζωοτροφές ή για άλλους σκοπούς. Αν ο παραγωγός δηλώσει ότι μια συγκεκριμένη παρτίδα ενός προϊόντος δεν προορίζεται για χρήση σε ζωοτροφές ή τρόφιμα, αυτή η δήλωση δεν τροποποιείται αργότερα από έναν υπεύθυνο επιχείρησης σε μεταγενέστερο στάδιο της αλυσίδας.

9)

Στην επισήμανση των πρώτων υλών ζωοτροφών σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 767/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), θα πρέπει να χρησιμοποιούνται, εφόσον υπάρχουν, οι ονομασίες σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 68/2013 της Επιτροπής.

(2)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 767/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση ζωοτροφών (ΕΕ L 229 της 1.9.2009, σ. 1).»."

3)

Το τμήμα με τίτλο «ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΔΙΟΞΙΝΩΝ» τροποποιείται ως εξής:

α)

Ο τίτλος του εν λόγω τμήματος αντικαθίσταται από τον ακόλουθο τίτλο:

«ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΔΙΟΞΙΝΩΝ ΣΕ ΕΛΑΙΑ, ΛΙΠΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ».

β)

Το σημείο 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.

Για τη συμπλήρωση του συστήματος HACCP του υπευθύνου επιχείρησης ζωοτροφών, οι αναλύσεις που αναφέρονται στο σημείο 1 πραγματοποιούνται τουλάχιστον με τις παρακάτω συχνότητες (αν δεν διευκρινίζεται περαιτέρω, η παρτίδα προϊόντων που πρέπει να αναλυθεί δεν υπερβαίνει τους 1 000 τόνους):

α)

υπεύθυνοι επιχειρήσεων ζωοτροφών που επεξεργάζονται ακατέργαστα φυτικά λίπη και λάδια:

i)

αναλύεται το 100 % των παρτίδων των προϊόντων που προέρχονται από έλαια και λίπη φυτικής προέλευσης, εκτός από τα ακόλουθα:

γλυκερίνη,

λεκιθίνες,

κόμμεα,

προϊόντα που αναφέρονται στο σημείο ii)·

ii)

όξινα λιπαρά από χημικό ραφινάρισμα, λιπαρή πρώτη ύλη σαπωνοποιίας, χρησιμοποιημένα μέσα διηθήσεως, χρησιμοποιημένα αποχρωστικά χώματα και εισερχόμενες παρτίδες ακατέργαστου ελαίου κοκοφοίνικα πρέπει να αναλύονται και να τεκμηριώνονται στο πλαίσιο του συστήματος HACCP·

β)

υπεύθυνοι επιχείρησης ζωοτροφών που παράγουν ζωικά λίπη συμπεριλαμβανομένων των μεταποιητών ζωικών λιπών:

i)

μία αντιπροσωπευτική ανάλυση ανά 5 000 τόνους με τουλάχιστον μία αντιπροσωπευτική ανάλυση ανά έτος ζωικού λίπους και προϊόντων που προέρχονται από αυτό που ανήκουν στο υλικό της κατηγορίας 3, όπως αναφέρεται στο άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3) ή από εγκατάσταση εγκεκριμένη σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 853/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4)·

γ)

υπεύθυνοι επιχείρησης ζωοτροφών που παράγουν ιχθυέλαιο:

i)

αναλύεται το 100 % των παρτίδων ιχθυελαίου, αν αυτό παράγεται από:

προϊόντα που προέρχονται από ακατέργαστο ιχθυέλαιο εκτός του ραφιναρισμένου ιχθυελαίου,

ιχθυότοπους χωρίς ιστορικό παρακολούθησης, απροσδιόριστης προέλευσης ή από τη Βαλτική θάλασσα,

αλιευτικά παραπροϊόντα από εγκαταστάσεις που παράγουν ψάρια για κατανάλωση από τον άνθρωπο τα οποία δεν έχουν εγκριθεί από την ΕΕ,

είδος προσφυγάκι ή ασπρόρεγγα menhaden·

ii)

αναλύεται το 100 % των εξερχόμενων παρτίδων προϊόντων που προέρχονται από ιχθυέλαιο εκτός του ραφιναρισμένου ιχθυελαίου·

iii)

μία αντιπροσωπευτική ανάλυση ανά 2 000 τόνους, όταν πρόκειται για ιχθυέλαιο που δεν αναφέρεται στο σημείο i)·

iv)

το ιχθυέλαιο που έχει απολυμανθεί από επίσημα εγκεκριμένη κατεργασία όπως αναφέρεται στο παράρτημα VIII του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 767/2009 και του κανονισμού (ΕΕ) 2015/786 της Επιτροπής (5) πρέπει να αναλύεται και να τεκμηριώνεται στο πλαίσιο του συστήματος HACCP·

δ)

ελαιοχημική βιομηχανία που διαθέτει ζωοτροφές στην αγορά:

i)

το 100 % των εισερχομένων παρτίδων ζωικών λιπών που δεν καλύπτονται από το στοιχείο β) ή η), το ιχθυέλαιο που δεν καλύπτεται από το στοιχείο γ) ή η), τα έλαια και λίπη που έχουν ανακτηθεί από τους υπευθύνους επιχειρήσεων τροφίμων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004 και των αναμεμειγμένων λιπών και ελαίων·

ii)

το 100 % των παρτίδων των προϊόντων που προέρχονται από έλαια και λίπη φυτικής προέλευσης, εκτός από τα ακόλουθα:

γλυκερίνη,

καθαρά αποσταγμένα λιπαρά οξέα από διαχωρισμό,

προϊόντα που αναφέρονται στο σημείο ii)·

iii)

ακατέργαστα λιπαρά οξέα από διαχωρισμό, λιπαρά οξέα εστεροποιημένα με γλυκερίνη, μονο- και διγλυκερίδια λιπαρών οξέων, άλατα λιπαρών οξέων και εισερχόμενων παρτίδων ακατέργαστου ελαίου κοκοφοίνικα πρέπει να αναλύονται και να τεκμηριώνονται στο πλαίσιο του συστήματος HACCP·

ε)

βιομηχανία βιοντίζελ που διαθέτει ζωοτροφές στην αγορά:

i)

το 100 % των εισερχομένων παρτίδων ζωικών λιπών που δεν καλύπτονται από το στοιχείο β) ή η), το ιχθυέλαιο που δεν καλύπτεται από το στοιχείο γ) ή η), έλαια και λίπη που έχουν ανακτηθεί από τους υπευθύνους επιχειρήσεων τροφίμων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004 και των αναμεμειγμένων λιπών και ελαίων·

ii)

το 100 % των παρτίδων των προϊόντων που προέρχονται από έλαια και λίπη φυτικής προέλευσης, εκτός από τα ακόλουθα:

γλυκερίνη,

λεκιθίνες,

κόμμεα,

προϊόντα που αναφέρονται στο σημείο iii)·

iii)

όξινα λιπαρά από χημικό ραφινάρισμα, αποθέματα σαπουνιού και ακατέργαστο έλαιο κοκοφοίνικα πρέπει να αναλύονται και να τεκμηριώνονται στο πλαίσιο του συστήματος HACCP·

στ)

εκμεταλλεύσεις ανάμειξης λιπών:

i)

το 100 % των εισερχομένων παρτίδων ακατέργαστου ελαίου κοκοφοίνικα, ζωικά λίπη που δεν καλύπτονται από το στοιχείο β) ή η), το ιχθυέλαιο που δεν καλύπτεται από το στοιχείο γ) ή η), έλαια και λίπη που έχουν ανακτηθεί από τους υπεύθυνους επιχειρήσεων τροφίμων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004, αναμεμειγμένα λίπη και λάδια και προϊόντα που προέρχονται από έλαια και λίπη, εκτός από τα ακόλουθα:

γλυκερίνη,

λεκιθίνες,

κόμμεα,

προϊόντα που αναφέρονται στο σημείο ii)·

ii)

όξινα λιπαρά από χημικό ραφινάρισμα, ακατέργαστα λιπαρά οξέα από διαχωρισμό, καθαρά αποσταγμένα λιπαρά οξέα από διαχωρισμό και αποθέματα σαπουνιού πρέπει να αναλύονται και να τεκμηριώνονται στο πλαίσιο του συστήματος HACCP·

ή

iii)

το 100 % των παρτίδων αναμεμειγμένων λιπών και ελαίων που προορίζονται για ζωοτροφές.

Ο υπεύθυνος επιχείρησης ζωοτροφών πρέπει να δηλώνει στην αρμόδια αρχή, στο πλαίσιο της εκτίμησης κινδύνου που πραγματοποιεί, ποια εναλλακτική διαδικασία επιλέγει·

ζ)

παραγωγοί σύνθετων ζωοτροφών για ζώα παραγωγής τροφίμων, εκτός όσων αναφέρονται στο στοιχείο στ):

i)

το 100 % των εισερχόμενων παρτίδων ακατέργαστου ελαίου κοκοφοίνικα, ζωικά λίπη που δεν καλύπτονται από το στοιχείο β) ή η), το ιχθυέλαιο που δεν καλύπτεται από το στοιχείο γ) ή η), έλαια και λίπη που έχουν ανακτηθεί από τους υπευθύνους επιχειρήσεων τροφίμων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004, αναμεμειγμένα λίπη και λάδια και προϊόντα που προέρχονται από έλαια και λίπη, εκτός από τα ακόλουθα:

γλυκερίνη,

λεκιθίνες,

κόμμεα,

προϊόντα που αναφέρονται στο σημείο ii)·

ii)

όξινα λιπαρά από χημικό ραφινάρισμα, ακατέργαστα λιπαρά οξέα από διαχωρισμό, καθαρά αποσταγμένα λιπαρά οξέα από διαχωρισμό· μέσα διηθήσεως, λευκαντικά χώματα και αποθέματα σαπουνιού πρέπει να αναλύονται και να τεκμηριώνονται στο πλαίσιο του συστήματος HACCP·

iii)

το 1 % των παρτίδων όσον αφορά την παραγόμενη σύνθετη ζωοτροφή που περιέχει τα προϊόντα που αναφέρονται στα σημεία i) και ii)·

η)

εισαγωγείς που διαθέτουν στην αγορά τις ακόλουθες ζωοτροφές:

i)

το 100 % των εισαγόμενων παρτίδων ακατέργαστου ελαίου κοκοφοίνικα, ζωικά λίπη, ιχθυέλαια, έλαια και λίπη που ανακτήθηκαν από τους υπευθύνους επιχειρήσεων τροφίμων, αναμεμειγμένα λίπη και έλαια, τοκοφερόλες και οξική τοκοφερόλη που προέρχονται από φυτικά έλαια και τα προϊόντα που προέρχονται από έλαια και λίπη, εκτός από τα ακόλουθα:

γλυκερίνη,

λεκιθίνες,

κόμμεα,

προϊόντα που αναφέρονται στο σημείο ii)·

ii)

όξινα λιπαρά από χημικό ραφινάρισμα, ακατέργαστα λιπαρά οξέα από διαχωρισμό, καθαρά αποσταγμένα λιπαρά οξέα από διαχωρισμό και αποθέματα σαπουνιού πρέπει να αναλύονται και να τεκμηριώνονται στο πλαίσιο του συστήματος HACCP.

(3)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, περί υγειονομικών κανόνων για ζωικά υποπροϊόντα και παράγωγα προϊόντα που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 (κανονισμός για τα ζωικά υποπροϊόντα) (ΕΕ L 300 της 14.11.2009, σ. 1)."

(4)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 853/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον καθορισμό ειδικών κανόνων υγιεινής για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης (ΕΕ L 139 της 30.4.2004, σ. 55)."

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) 2015/786 της Επιτροπής, της 19ης Μαΐου 2015, για τον καθορισμό κριτηρίων αποδοχής για τις μεθόδους αποτοξίνωσης που εφαρμόζονται στα προϊόντα τα οποία προορίζονται για ζωοτροφές, όπως προβλέπεται στην οδηγία 2002/32/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 125 της 21.5.2015, σ. 10)»."

γ)

Τα σημεία 4, 5 και 6 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.

Όταν ένας υπεύθυνος επιχείρησης ζωοτροφών έχει αποδεικτικά στοιχεία ότι μια παρτίδα ενός προϊόντος ή όλα τα συστατικά μιας παρτίδας ενός προϊόντος που αναφέρεται στο σημείο 2 που εισέρχεται στην εγκατάστασή του έχει ήδη αναλυθεί σε προγενέστερο στάδιο παραγωγής, μεταποίησης ή διανομής, ο υπεύθυνος επιχείρησης ζωοτροφών απαλλάσσεται της υποχρέωσης να αναλύσει τη συγκεκριμένη παρτίδα.

5.

Κάθε παρτίδα προϊόντων που αναλύθηκαν σύμφωνα με το σημείο 2 πρέπει να συνοδεύεται από έγγραφες αποδείξεις ότι τα προϊόντα αυτά, ή όλα τα συστατικά του στοιχεία, έχουν αναλυθεί ή έχουν υποβληθεί για ανάλυση σε εγκεκριμένο εργαστήριο που αναφέρεται στο σημείο 1, πλην των παρτίδων των προϊόντων που αναφέρονται στο σημείο 2 στοιχείο α) σημείο ii), στοιχείο β) σημείο i), στοιχείο γ) σημείο iii), στοιχείο γ) σημείο iv), στοιχείο δ) περίπτωση iii), στοιχείο ε) σημείο iii), στοιχείο στ) σημείο ii), στοιχείο ζ) σημείο ii) και στοιχείο η) σημείο ii).

Η απόδειξη της ανάλυσης θα συνδέει αναμφισβήτητα την παράδοση και την παρτίδα ή τις παρτίδες που ελέγχθηκαν. Η σύνδεση αυτή πρέπει να περιγράφεται στο τεκμηριωμένο σύστημα ιχνηλασιμότητας στις εγκαταστάσεις του προμηθευτή. Ειδικότερα, όταν η παράδοση λαμβάνεται από περισσότερες από μία παρτίδες ή εξαρτήματα, τα αποδεικτικά στοιχεία που πρέπει να παρέχονται θα αποτελούν αποδείξεις για καθένα από τα συστατικά της παράδοσης. Στην περίπτωση όπου η δοκιμή εκτελείται σε απερχόμενο προϊόν, η απόδειξη ότι το προϊόν έχει αναλυθεί είναι η αναλυτική έκθεση.

Κάθε παράδοση προϊόντων, όπως αναφέρεται στα σημεία 2 στοιχείο β) σημείο i) ή στοιχείο γ) σημείο iii), συνοδεύεται από τεκμηρίωση ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα έχουν αναλυθεί ή ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των σημείων 2 στοιχείο β) σημείο i) ή στοιχείο γ) σημείο iii). Εφόσον απαιτείται, το πιστοποιητικό ανάλυσης που περιλαμβάνει την παρτίδες ή τις παρτίδες που παραδίδονται πρέπει να αποστέλλεται στον παραλήπτη, όταν ο φορέας εκμετάλλευσης λαμβάνει την ανάλυση από τα εγκεκριμένα εργαστήρια.

6.

Αν όλες οι εισερχόμενες παρτίδες των προϊόντων που αναφέρονται στο σημείο 2 στοιχείο η) σημείο i) οι οποίες εισέρχονται σε μια διαδικασία παραγωγής έχουν αναλυθεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις του εν λόγω κανονισμού και αν μπορεί να διασφαλιστεί ότι η διαδικασία παραγωγής, ο χειρισμός και η αποθήκευση δεν αυξάνουν τη μόλυνση με διοξίνες, ο υπεύθυνος επιχείρησης ζωοτροφών απαλλάσσεται από την υποχρέωση ανάλυσης του τελικού προϊόντος και αντίθετα το αναλύει σύμφωνα με το σύστημα HACCP.».



Top