EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32008R0767

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 767/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008 , για το Σύστημα Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις (VIS) και την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ κρατών μελών για τις θεωρήσεις μικρής διάρκειας (Κανονισμός VIS)

OJ L 218, 13.8.2008, p. 60–81 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)
Special edition in Croatian: Chapter 19 Volume 006 P. 120 - 141

In force: This act has been changed. Current consolidated version: 11/06/2019

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2008/767/oj

13.8.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 218/60


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 767/2008 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 9ης Ιουλίου 2008

για το Σύστημα Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις (VIS) και την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ κρατών μελών για τις θεωρήσεις μικρής διάρκειας (κανονισμός VIS)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 2 στοιχείο β) σημείο ii) και το άρθρο 66,

την πρόταση της Επιτροπής,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Κατά τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 20ής Σεπτεμβρίου 2001 και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Λάκεν τον Δεκέμβριο του 2001, της Σεβίλλης τον Ιούνιο του 2002, της Θεσσαλονίκης τον Ιούνιο του 2003 και των Βρυξελλών τον Μάρτιο του 2004, η δημιουργία του Συστήματος Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις (VIS) αποτελεί μια από τις βασικές πρωτοβουλίες στο πλαίσιο των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εξασφάλιση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.

(2)

Η απόφαση 2004/512/ΕΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2004, για τη δημιουργία του Συστήματος Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις (VIS) (2), δημιούργησε το VIS ως σύστημα ανταλλαγής δεδομένων για θεωρήσεις, μεταξύ των κρατών μελών.

(3)

Είναι τώρα απαραίτητο να προσδιοριστούν ο στόχος, οι λειτουργίες και οι αρμοδιότητες του VIS και οι προϋποθέσεις και διαδικασίες ανταλλαγής δεδομένων για θεωρήσεις μεταξύ των κρατών μελών προκειμένου να διευκολυνθεί η εξέταση των αιτήσεων θεώρησης και οι σχετικές αποφάσεις, λαμβάνοντας υπόψη τους προσανατολισμούς για την ανάπτυξη του VIS που χάραξε το Συμβούλιο στις 19 Φεβρουαρίου 2004, και να ανατεθεί στην Επιτροπή η εντολή για τη δημιουργία του VIS.

(4)

Μεταβατικώς, η Επιτροπή θα είναι υπεύθυνη για τη λειτουργική διαχείριση του κεντρικού VIS, των εθνικών διεπαφών και ορισμένων πλευρών της επικοινωνιακής υποδομής μεταξύ του κεντρικού VIS και των εθνικών διεπαφών.

Μακροπρόθεσμα και μετά από αξιολόγηση των επιπτώσεων και ουσιώδη ανάλυση των εναλλακτικών λύσεων από δημοσιονομικής, λειτουργικής και οργανωτικής άποψης και των νομοθετικών προτάσεων της Επιτροπής, θα πρέπει να συσταθεί μόνιμη διαχειριστική αρχή η οποία θα αναλάβει το έργο αυτό. Η μεταβατική περίοδος δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα πέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.

(5)

Το VIS θα πρέπει να αποσκοπεί στην καλύτερη εφαρμογή της κοινής πολιτικής θεωρήσεων, την προξενική συνεργασία και τη διαβούλευση μεταξύ των κεντρικών προξενικών αρχών, διευκολύνοντας την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των κρατών μελών για τις αιτήσεις θεωρήσεων και τις σχετικές αποφάσεις, με σκοπό να διευκολυνθούν οι διαδικασίες υποβολής των αιτήσεων θεώρησης και να αποτρέπεται η άγρα θεωρήσεων («visa shopping») και να διευκολυνθεί η καταπολέμηση της απάτης και οι έλεγχοι στα εξωτερικά σημεία συνοριακής διέλευσης και στο έδαφος των κρατών μελών. Το VIS θα πρέπει να βοηθεί επίσης στον εντοπισμό των προσώπων που δεν πληρούν ή δεν πληρούν πλέον τους όρους εισόδου, παραμονής ή κατοικίας στο έδαφος των κρατών μελών και να διευκολύνει την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 2003, για τη θέσπιση κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας (3), καθώς επίσης να συμβάλει στην αποτροπή των απειλών κατά της εσωτερικής ασφάλειας των κρατών μελών.

(6)

Ο παρών κανονισμός βασίζεται στο κεκτημένο της κοινής πολιτικής θεωρήσεων. Τα δεδομένα τα οποία θα επεξεργάζεται το VIS θα πρέπει να καθορισθούν λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα που περιέχονται στο κοινό έντυπο αίτησης θεώρησης, το οποίο καθιερώθηκε με την απόφαση 2002/354/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 2002, σχετικά με την προσαρμογή του μέρους ΙΙΙ και τη δημιουργία παραρτήματος 16 της κοινής προξενικής εγκυκλίου (4), καθώς και τις πληροφορίες που αναφέρονται στην αυτοκόλλητη θεώρηση που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1683/95 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1995, για την καθιέρωση θεώρησης ενιαίου τύπου (5).

(7)

Το VIS θα πρέπει να συνδεθεί με τα εθνικά συστήματα των κρατών μελών για να επιτρέψει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να επεξεργάζονται δεδομένα σχετικά με τις αιτήσεις θεωρήσεων και με τις θεωρήσεις που εκδίδονται, απορρίπτονται, ακυρώνονται, ανακαλούνται ή παρατείνονται.

(8)

Οι προϋποθέσεις και οι διαδικασίες εισαγωγής, τροποποίησης, διαγραφής και αναζήτησης δεδομένων στο VIS θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις διαδικασίες της κοινής προξενικής εγκυκλίου προς τις διπλωματικές και έμμισθες προξενικές αρχές (6) (στο εξής «κοινή προξενική εγκύκλιος»).

(9)

Οι τεχνικές λειτουργίες του δικτύου για τη διαβούλευση με τις κεντρικές αρχές, όπως αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 2 της συνθήκης εφαρμογής της συμφωνίας Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα (7) (στο εξής «σύμβαση Σένγκεν») θα πρέπει να ενσωματωθούν στο VIS.

(10)

Για να εξασφαλισθεί αξιόπιστος έλεγχος και προσδιορισμός της ταυτότητας των ατόμων που ζητούν θεώρηση, είναι απαραίτητο να εισαχθούν βιομετρικά δεδομένα στο VIS.

(11)

Είναι αναγκαίο να ορισθούν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, των οποίων το δεόντως εξουσιοδοτημένο προσωπικό θα έχει δυνατότητα πρόσβασης για να εισάγει, να τροποποιεί, να διαγράφει ή να συμβουλεύεται τα δεδομένα για τις ειδικές ανάγκες του VIS σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, αν είναι απαραίτητο προς εκπλήρωση των καθηκόντων του.

(12)

Κάθε επεξεργασία δεδομένων του VIS θα πρέπει να είναι ανάλογη με τους επιδιωκόμενους στόχους και αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων των αρμοδίων αρχών. Κατά τη χρήση του VIS, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να σέβονται την αξιοπρέπεια και την ακεραιότητα των προσώπων για τα οποία ζητούνται δεδομένα, χωρίς διακρίσεις για λόγους φύλου, φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.

(13)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να συμπληρωθεί με χωριστή νομική πράξη η οποία θα θεσπιστεί δυνάμει του τίτλου VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την πρόσβαση για αναζήτηση δεδομένων στο VIS από αρχές που είναι αρμόδιες για την εσωτερική ασφάλεια.

(14)

Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που καταχωρίζονται στο VIS δεν θα πρέπει να διατηρούνται για χρόνο περισσότερο από τον απαραίτητο για τις ανάγκες του VIS. Φαίνεται ενδεδειγμένο να διατηρούνται πέντε έτη το πολύ ώστε τα δεδομένα που αφορούν προηγούμενες αιτήσεις να μπορούν να λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση των αιτήσεων θεωρήσεων, συμπεριλαμβανομένης της καλής πίστης των αιτούντων, και για τη δημιουργία φακέλων για τους λαθρομετανάστες οι οποίοι μπορεί, σε κάποιο στάδιο, να είχαν υποβάλει αίτηση θεώρησης. Συντομότερη περίοδος δεν θα ήταν επαρκής για τους σκοπούς αυτούς. Τα δεδομένα θα πρέπει να διαγράφονται μετά τα πέντε έτη, εκτός εάν υπάρχουν λόγοι να διαγραφούν νωρίτερα.

(15)

Θα πρέπει να θεσπισθούν ακριβείς κανόνες όσον αφορά τις αρμοδιότητες για την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία του VIS, αφενός, και τις αρμοδιότητες των κρατών μελών όσον αφορά τα εθνικά συστήματα και την πρόσβαση σε δεδομένα από τις εθνικές αρχές, αφετέρου.

(16)

Θα πρέπει να θεσπισθούν κανόνες σχετικά με την ευθύνη των κρατών μελών σε περίπτωση ζημιών από παράβαση του παρόντος κανονισμού. Η ευθύνη της Επιτροπής από μια τέτοια ζημία διέπεται από τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 288 της συνθήκης.

(17)

Η οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (8), εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα κράτη μέλη κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Θα πρέπει, εντούτοις, να διευκρινισθούν ορισμένα σημεία όσον αφορά την ευθύνη από την επεξεργασία των δεδομένων, την προστασία των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων και την εποπτεία της προστασίας των δεδομένων.

(18)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (9), εφαρμόζεται στις δραστηριότητες των κοινοτικών οργάνων ή οργανισμών, όταν εκτελούν τα καθήκοντά τους ως υπεύθυνοι για την επιχειρησιακή διαχείριση του VIS. Θα πρέπει, εντούτοις, να διευκρινισθούν ορισμένα σημεία όσον αφορά την ευθύνη από την επεξεργασία δεδομένων και την εποπτεία της προστασίας των δεδομένων.

(19)

Οι εθνικές αρχές ελέγχου που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 28 της οδηγίας 95/46/ΕΚ θα πρέπει να ελέγχουν τη νομιμότητα της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα κράτη μέλη, ενώ ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων, όπως προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001, θα πρέπει να ελέγχει τις δραστηριότητες των κοινοτικών οργάνων και οργανισμών σε σχέση με την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, λαμβάνοντας υπόψη τα περιορισμένα καθήκοντα των κοινοτικών οργάνων και οργανισμών ως προς τα δεδομένα καθαυτά.

(20)

Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων και οι εθνικές αρχές ελέγχου θα πρέπει να συνεργάζονται στενά.

(21)

Ο αποτελεσματικός έλεγχος της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού επιβάλλει τακτική αξιολόγηση.

(22)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν κανόνες για τις επιβλητέες κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης του παρόντος κανονισμού και να φροντίζουν για την εφαρμογή τους.

(23)

Τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (10).

(24)

Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(25)

Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η εγκαθίδρυση ενός κοινού συστήματος πληροφοριών για τις θεωρήσεις και ο προσδιορισμός κοινών υποχρεώσεων, προϋποθέσεων και διαδικασιών για την ανταλλαγή δεδομένων για τις θεωρήσεις μεταξύ των κρατών μελών δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύνανται, συνεπώς, λόγω της κλίμακας και των επιπτώσεων της δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να θεσπίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που προβλέπεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη αυτών των στόχων.

(26)

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας που έχει προσαρτηθεί ως παράρτημα στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Δανία δεν συμμετέχει στη θέσπιση του παρόντος κανονισμού και, συνεπώς, δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του. Επειδή, εντούτοις, ο παρών κανονισμός αποσκοπεί στην ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του τρίτου μέρους του τίτλου IV της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Δανία, σύμφωνα με το άρθρο 5 του εν λόγω πρωτοκόλλου, θα πρέπει να αποφασίσει, εντός εξαμήνου αφότου το Συμβούλιο θεσπίσει τον παρόντα κανονισμό, εάν θα τον μεταφέρει ή όχι στο εθνικό της δίκαιο.

(27)

Όσον αφορά την Ισλανδία και τη Νορβηγία, ο παρών κανονισμός συνιστά ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν, κατά την έννοια της συμφωνίας που έχει συναφθεί από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη Δημοκρατία της Ισλανδίας και το Βασίλειο της Νορβηγίας για τη σύνδεση αυτών των δύο κρατών με την υλοποίηση, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν (11), οι οποίες υπάγονται στον τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 1 στοιχείο β) της απόφασης 1999/437/ΕΚ του Συμβουλίου (12) σχετικά με ορισμένες λεπτομέρειες εφαρμογής της εν λόγω συμφωνίας.

(28)

Θα πρέπει να συναφθεί συμφωνία για να δοθεί η δυνατότητα της αντιπροσώπους της Ισλανδίας και της Νορβηγίας να συμμετέχουν της εργασίες των επιτροπών που επικουρούν την Επιτροπή κατά την άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της. Τέτοιος διακανονισμός προβλέφθηκε στη συμφωνία υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών μεταξύ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δημοκρατίας της Ισλανδίας και του Βασιλείου της Νορβηγίας σχετικά με της επιτροπές που επικουρούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά την άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της (13), που επισυνάπτεται στη συμφωνία η οποία αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 27.

(29)

Ο παρών κανονισμός συνιστά ανάπτυξη διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν στις οποίες δεν συμμετέχει το Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με την απόφαση 2000/365/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, σχετικά με την αίτηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας να συμμετέχει σε ορισμένες διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν (14), και την επόμενη απόφαση 2004/926/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με τη θέση σε εφαρμογή από το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας μερών του κεκτημένου του Σένγκεν (15). Ως εκ τούτου, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν συμμετέχει στην έκδοση του παρόντος κανονισμού και συνεπώς δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του.

(30)

Ο παρών κανονισμός συνιστά ανάπτυξη διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν, στις οποίες δεν συμμετέχει η Ιρλανδία βάσει της απόφασης 2002/192/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2002, σχετικά με το αίτημα της Ιρλανδίας να συμμετέχει σε ορισμένες από τις διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν (16). Ως εκ τούτου, η Ιρλανδία δεν συμμετέχει στην έκδοση του παρόντος κανονισμού, δεν δεσμεύεται από αυτόν, ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του.

(31)

Όσον αφορά την Ελβετία, ο παρών κανονισμός συνιστά ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν, κατά την έννοια της συμφωνίας που έχει συναφθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και την Ελβετική Συνομοσπονδία όσον αφορά τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας με την υλοποίηση, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν, οι οποίες εμπίπτουν στον τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 1 στοιχείο β) της απόφασης 1999/437/ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παράγραφος 1 της απόφασης 2004/860/ΕΚ του Συμβουλίου (17).

(32)

Θα πρέπει να συναφθεί συμφωνία για να δοθεί η δυνατότητα στους αντιπροσώπους της Ελβετίας να συμμετέχουν στις εργασίες των επιτροπών που επικουρούν την Επιτροπή κατά την άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της. Ένας τέτοιος διακανονισμός έχει προβλεφθεί στην ανταλλαγή επιστολών μεταξύ Κοινότητας και Ελβετίας, που επισυνάπτεται στη συμφωνία που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 31.

(33)

Ο παρών κανονισμός συνιστά πράξη η οποία βασίζεται ή αναφέρεται στο κεκτημένο του Σένγκεν κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2 της πράξης προσχώρησης του 2003 και του άρθρου 4 παράγραφος 2 της πράξης προσχώρησης του 2005,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός καθορίζει το σκοπό, τις λειτουργίες καθώς και τις αρμοδιότητες του συστήματος πληροφοριών για τις θεωρήσεις (VIS), όπως προβλέπεται στο άρθρο 1 της απόφασης 2004/512/ΕΚ. Προσδιορίζει τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ των κρατών μελών για τις αιτήσεις θεωρήσεων μικρής διάρκειας και τις σχετικές αποφάσεις, συμπεριλαμβανομένης της απόφασης ακύρωσης, ανάκλησης ή παράτασης της θεώρησης, με σκοπό να διευκολύνει την εξέταση αυτών των αιτήσεων και τη λήψη των σχετικών αποφάσεων.

Άρθρο 2

Σκοπός

Το VIS αποσκοπεί στην καλύτερη εφαρμογή της κοινής πολιτικής θεωρήσεων, την προξενική συνεργασία και τη διαβούλευση μεταξύ κεντρικών προξενικών αρχών διευκολύνοντας την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των κρατών μελών για τις αιτήσεις θεωρήσεων και τις σχετικές αποφάσεις, με σκοπό:

α)

να διευκολύνει τη διαδικασία υποβολής των αιτήσεων·

β)

να αποφύγει την καταστρατήγηση των κριτηρίων προσδιορισμού του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης·

γ)

να διευκολύνει την καταπολέμηση της απάτης·

δ)

να διευκολύνει τους ελέγχους στα εξωτερικά σημεία συνοριακής διέλευσης των κρατών μελών και στην επικράτεια των κρατών μελών·

ε)

να βοηθά στον εντοπισμό των προσώπων που δεν πληρούν ή δεν πληρούν πλέον τους όρους που διέπουν την είσοδο, την παραμονή ή την κατοικία στο έδαφος των κρατών μελών·

στ)

να διευκολύνει την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003·

ζ)

να συμβάλλει στην αποτροπή των απειλών κατά της εσωτερικής ασφάλειας των κρατών μελών.

Άρθρο 3

Διαθεσιμότητα δεδομένων για την αποτροπή, την εξακρίβωση και τη διερεύνηση τρομοκρατικών πράξεων και άλλων σοβαρών ποινικών αδικημάτων

1.   Οι καθορισμένες αρχές των κρατών μελών δύνανται, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και ύστερα από τεκμηριωμένο γραπτό ή ηλεκτρονικό αίτημα, να έχουν πρόσβαση στα δεδομένα που είναι αποθηκευμένα στο VIS, σύμφωνα με τα άρθρα 9 έως 14, εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύουν ότι η αναζήτηση δεδομένων στο VIS θα συμβάλει ουσιαστικά στην αποτροπή, την εξακρίβωση ή τη διερεύνηση τρομοκρατικών πράξεων και άλλων σοβαρών αξιόποινων πράξεων. Η Ευρωπόλ δύναται να έχει πρόσβαση στο VIS εντός των ορίων της εντολής της και όπου είναι απαραίτητο για την εκτέλεση των καθηκόντων της.

2.   Η αναζήτηση δεδομένων κατά την παράγραφο 1 διεξάγεται μέσω κεντρικών σημείων επαφής υπευθύνων για την αυστηρή τήρηση των όρων πρόσβασης και των διαδικασιών που ορίζονται στην απόφαση 2008/633/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουνίου 2008, σχετικά με την πρόσβαση στο Σύστημα Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις (VIS) των εντεταλμένων αρχών των κρατών μελών καθώς και της Ευρωπόλ, προς αναζήτηση δεδομένων για την πρόληψη, εξακρίβωση και διερεύνηση τρομοκρατικών πράξεων και άλλων σοβαρών αξιόποινων πράξεων (18). Τα κράτη μέλη δύνανται να ορίζουν πλείονα κεντρικά σημεία επαφής ώστε να αντιστοιχούν προς την οργανωτική και διοικητική δομή τους κατ’ εκπλήρωση των συνταγματικών ή νομικών υποχρεώσεών τους. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, τα κεντρικά σημεία επαφής μπορούν να δέχονται γραπτές, ηλεκτρονικές ή προφορικές αιτήσεις και απλώς εξακριβώνουν εκ των υστέρων αν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις πρόσβασης, και αν όντως υπάρχει εξαιρετικά επείγουσα περίπτωση. Η εκ των υστέρων εξακρίβωση διενεργείται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά τη διεκπεραίωση της αίτησης.

3.   Τα δεδομένα που υφίστανται επεξεργασία στο VIS κατ’ εφαρμογή της απόφασης του Συμβουλίου που αναφέρεται στην παράγραφο 2, δεν μεταβιβάζονται ούτε διατίθενται σε τρίτη χώρα ή σε διεθνή οργανισμό. Ωστόσο, σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, τέτοια δεδομένα είναι δυνατόν να μεταβιβάζονται ή να διατίθενται σε τρίτη χώρα ή σε διεθνή οργανισμό αποκλειστικά για σκοπούς αποτροπής και εξακρίβωσης τρομοκρατικών πράξεων και άλλων σοβαρών αξιόποινων πράξεων και υπό τις προϋποθέσεις που τίθενται σε αυτή την απόφαση. Σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τα κράτη μέλη καταγράφουν όλες αυτές τις μεταβιβάσεις και τις διαθέτουν στις εθνικές αρχές προστασίας δεδομένων κατόπιν αιτήσεώς τους. Η μεταβίβαση δεδομένων από το κράτος μέλος στο οποίο καταχώρισε τα δεδομένα στο VIS, υπόκειται στο εθνικό δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους.

4.   Ο παρών κανονισμός δεν θίγει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις εκ του ισχύοντος εθνικού δικαίου για τη διαβίβαση πληροφοριών σχετικών με κάθε εγκληματική δραστηριότητα που εντοπίζουν οι αναφερόμενες στο άρθρο 6 αρχές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, προς τις αρμόδιες αρχές, για τους σκοπούς της αποτροπής, διερεύνησης και δίωξης αξιόποινων πράξεων.

Άρθρο 4

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1.

«θεώρηση»:

α)

«θεώρηση για διαμονή μικρής διάρκειας», όπως ορίζεται στο άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο α) της σύμβασης Σένγκεν·

β)

«θεώρηση διέλευσης», όπως ορίζεται στο άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο β) της σύμβασης Σένγκεν·

γ)

«θεώρηση διέλευσης από αερολιμένα», όπως ορίζεται στο τμήμα Ι σημείο 2.1.1 της κοινής προξενικής εγκυκλίου·

δ)

«θεώρηση περιορισμένης εδαφικής ισχύος», όπως ορίζεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 και στα άρθρα 14 και 16 της σύμβασης Σένγκεν·

ε)

«εθνική θεώρηση μακράς διάρκειας που ισχύει και ως θεώρηση μικρής διάρκειας», όπως ορίζεται στο άρθρο 18 της σύμβασης Σένγκεν,

2.

«αυτοκόλλητη θεώρηση», η ενιαίου τύπου θεώρηση που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1683/95,

3.

«αρχές θεώρησης», οι αρχές οι οποίες σε κάθε κράτος μέλος είναι αρμόδιες για την εξέταση και τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τις αιτήσεις θεωρήσεων ή τις αποφάσεις ακύρωσης, ανάκλησης ή παράτασης των θεωρήσεων, συμπεριλαμβανομένων των κεντρικών αρχών θεώρησης και των αρχών που είναι αρμόδιες για την έκδοση θεωρήσεων στα σύνορα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 415/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Φεβρουαρίου 2003, σχετικά με τη χορήγηση θεωρήσεων στα σύνορα, συμπεριλαμβανομένης της χορήγησης των εν λόγω θεωρήσεων σε διερχόμενους ναυτικούς (19),

4.

«έντυπο αίτησης», το τυποποιημένο έντυπο αίτησης θεώρησης που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 16 της κοινής προξενικής εγκυκλίου,

5.

«αιτών», κάθε πρόσωπο υποκείμενο στην υποχρέωση θεώρησης σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 539/2001 του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, περί του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών, και του καταλόγου των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή (20), το οποίο έχει υποβάλει αίτηση θεώρησης,

6.

«μέλη της ομάδας», αιτούντες που είναι υποχρεωμένοι για νομικούς λόγους να εισέρχονται μαζί στο έδαφος των κρατών μελών και να εξέρχονται μαζί από αυτό,

7.

«ταξιδιωτικό έγγραφο», διαβατήριο ή αντίστοιχο έγγραφο που επιτρέπει στο δικαιούχο να διέλθει τα εξωτερικά σύνορα και στο οποίο μπορεί να τοποθετηθεί θεώρηση,

8.

«υπεύθυνο κράτος μέλος», το κράτος μέλος που εισήγαγε τα δεδομένα στο VIS,

9.

«επαλήθευση», η διαδικασία που συνίσταται στη σύγκριση σειράς δεδομένων για να επαληθευθεί η ισχύς μιας δηλωθείσας ταυτότητας (έλεγχος με τη σύγκριση δύο δειγμάτων),

10.

«εξακρίβωση ταυτότητας», η διαδικασία που συνίσταται στην εξακρίβωση της ταυτότητας ατόμου μέσω έρευνας βάσης δεδομένων χρησιμοποιώντας πολλαπλές σειρές δεδομένων (έλεγχος με σύγκριση περισσοτέρων δειγμάτων),

11.

«αλφαριθμητικά δεδομένα», δεδομένα που αποτελούνται από γράμματα, ψηφία, ειδικούς χαρακτήρες, διαστήματα και σημεία στίξης.

Άρθρο 5

Κατηγορίες δεδομένων

1.   Μόνον οι ακόλουθες κατηγορίες δεδομένων καταχωρίζονται στο VIS:

α)

αλφαριθμητικά δεδομένα για τον αιτούντα και για τις αιτηθείσες, εκδοθείσες, απορριφθείσες, ακυρωθείσες, ανακληθείσες ή παραταθείσες θεωρήσεις, που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφοι 1 έως 4 και στα άρθρα 10 έως 14·

β)

φωτογραφίες που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 5·

γ)

δακτυλικά αποτυπώματα που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 6·

δ)

σύνδεσμοι με άλλες αιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφοι 3 και 4.

2.   Τα μηνύματα που διαβιβάζονται μέσω VIS, που προβλέπονται στο άρθρο 16, στο άρθρο 24 παράγραφος 2 και στο άρθρο 25 παράγραφος 2, δεν καταχωρίζονται στο VIS, με την επιφύλαξη της καταχώρισης πράξεων επεξεργασίας δεδομένων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 34.

Άρθρο 6

Πρόσβαση στο VIS για την εισαγωγή, τροποποίηση, διαγραφή και αναζήτηση δεδομένων

1.   Πρόσβαση στο VIS για την εισαγωγή, τροποποίηση ή διαγραφή των δεδομένων που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, έχει μόνο το δεόντως εξουσιοδοτημένο προσωπικό των αρχών θεώρησης.

2.   Πρόσβαση στο VIS για την αναζήτηση δεδομένων έχει μόνο το δεόντως εξουσιοδοτημένο προσωπικό των αρχών κάθε κράτους μέλους που είναι αρμόδιες για τους σκοπούς που ορίζονται στα άρθρα 15 έως 22, εφόσον αυτά τα δεδομένα είναι απαραίτητα για την εκτέλεση των καθηκόντων τους κατά τους σκοπούς αυτούς και είναι ανάλογα με τους επιδιωκόμενους στόχους.

3.   Κάθε κράτος μέλος ορίζει τις αρμόδιες αρχές των οποίων το δεόντως εξουσιοδοτημένο προσωπικό μπορεί να εισάγει, να τροποποιεί, να διαγράφει ή να αναζητεί δεδομένα στο VIS. Κάθε κράτος μέλος ανακοινώνει αμελλητί στην Επιτροπή, κατάλογο αυτών των αρχών, περιλαμβανομένων εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 4, καθώς και τις τυχόν τροποποιήσεις του. Στον κατάλογο προσδιορίζεται ο σκοπός για τον οποίον κάθε αρχή επιτρέπεται να επεξεργάζεται δεδομένα στο VIS.

Εντός τριών μηνών από τη θέση σε λειτουργία του VIS σύμφωνα με το άρθρο 48 παράγραφος 1, η Επιτροπή δημοσιεύει ενοποιημένο κατάλογο στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όταν ο κατάλογος τροποποιείται, η Επιτροπή δημοσιεύει άπαξ εντός του ιδίου έτους ενημερωμένο ενοποιημένο κατάλογο.

Άρθρο 7

Γενικές αρχές

1.   Κάθε αρμόδια αρχή εξουσιοδοτημένη να έχει πρόσβαση στο VIS σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό εξασφαλίζει ότι η χρήση του VIS είναι απαραίτητη, κατάλληλη και ανάλογη προς την εκτέλεση των καθηκόντων της.

2.   Κάθε αρμόδια αρχή, όταν χρησιμοποιεί το VIS, δεν προβαίνει σε διακρίσεις εναντίον αιτούντων και κατόχων θεώρησης για λόγους φύλου, φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποίθησης, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού και σέβεται πλήρως την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ακεραιότητα του αιτούντος ή του κατόχου της θεώρησης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΘΕΩΡΗΣΗΣ

Άρθρο 8

Διαδικασίες εισαγωγής δεδομένων κατά την αίτηση

1.   Με την παραλαβή αίτησης, η αρχή θεώρησης δημιουργεί αμελλητί τον φάκελο της αίτησης, εισάγοντας στο VIS τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 9, εφόσον ο αιτών είναι υποχρεωμένος να παράσχει τα δεδομένα αυτά.

2.   Όταν δημιουργεί το φάκελο αίτησης, η αρχή θεώρησης ελέγχει, σύμφωνα με το άρθρο 15, μήπως έχει καταχωρισθεί στο VIS από άλλο κράτος μέλος προηγούμενη αίτηση του ιδίου αιτούντος.

3.   Εάν έχει καταχωρισθεί προηγούμενη αίτηση, η αρχή θεώρησης συνδέει κάθε νέο φάκελο αίτησης με τον προηγούμενο φάκελο αίτησης του ιδίου αιτούντος.

4.   Εάν ο αιτών ταξιδεύει ομαδικά ή με σύζυγο ή/και τέκνα, η αρχή θεώρησης δημιουργεί φάκελο αίτησης για κάθε αιτούντα και συνδέει τους φακέλους αίτησης των προσώπων που συνταξιδεύουν.

5.   Όταν δεν απαιτείται η παροχή συγκεκριμένων δεδομένων εκ του νόμου ή είναι για αντικειμενικούς λόγους αδύνατο να δοθούν τα δεδομένα αυτά, στα σχετικά πεδία δεδομένων αναγράφεται «άνευ αντικειμένου». Στην περίπτωση των δακτυλικών αποτυπωμάτων, το σύστημα, για τους σκοπούς του άρθρου 17, επιτρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των περιπτώσεων όπου η λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων δεν απαιτείται εκ του νόμου και των περιπτώσεων όπου η λήψη είναι για αντικειμενικούς λόγους αδύνατη· μετά από τέσσερα έτη αυτή η δυνατότητα παύει, εκτός εάν επιβεβαιωθεί από απόφαση της Επιτροπής με βάση την αξιολόγηση που αναφέρεται στο άρθρο 50 παράγραφος 4.

Άρθρο 9

Δεδομένα που εισάγονται κατά την υποβολή της αίτησης

Η αρχή θεώρησης εισάγει τα ακόλουθα δεδομένα στο φάκελο αίτησης:

1.

τον αριθμό της αίτησης·

2.

πληροφορίες για την κατάσταση της θεώρησης, προσδιορίζοντας ότι υποβλήθηκε αίτηση θεώρησης·

3.

την αρχή στην οποία υποβλήθηκε η αίτηση, συμπεριλαμβανομένου του τόπου στον οποίο εδρεύει, και το κατά πόσον η αίτηση υποβλήθηκε σε αυτή την αρχή κατ’ εκπροσώπηση άλλου κράτους μέλους·

4.

τα ακόλουθα δεδομένα που λαμβάνονται από το έντυπο αίτησης:

α)

επώνυμο, γένος (προηγούμενο/α επώνυμο/α), ονόματα, φύλο, ημερομηνία, τόπος και χώρα γέννησης·

β)

παρούσα υπηκοότητα και υπηκοότητα κατά τη γέννηση·

γ)

είδος και αριθμός του ταξιδιωτικού εγγράφου, αρχή έκδοσης και ημερομηνία έκδοσης και λήξης·

δ)

τόπος και ημερομηνία της αίτησης·

ε)

είδος αιτούμενης θεώρησης·

στ)

στοιχεία του ατόμου που απευθύνει την πρόσκληση ή/και αναλαμβάνει τα έξοδα διαβίωσης του αιτούντος στη διάρκεια της διαμονής:

i)

εάν πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση του προσώπου,

ii)

εάν πρόκειται για επιχείρηση ή άλλο οργανισμό: επωνυμία και διεύθυνση της επιχείρησης/του άλλου οργανισμού, ονοματεπώνυμο του υπευθύνου της επιχείρησης/οργανισμού αυτού·

ζ)

κύριος προορισμός και διάρκεια της προβλεπόμενης διαμονής·

η)

σκοπός του ταξιδιού·

θ)

προβλεπόμενη ημερομηνία άφιξης και αναχώρησης·

ι)

προβλεπόμενο συνοριακό σημείο πρώτης εισόδου ή διαδρομή διέλευσης·

ια)

συνήθης διαμονή·

ιβ)

τρέχουσα απασχόληση και εργοδότης. Για φοιτητές: όνομα του σχολείου·

ιγ)

για ανήλικο, το επώνυμο και το/τα όνομα/ονόματα του πατρός και της μητρός του αιτούντος·

5.

φωτογραφία του αιτούντος, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1683/95·

6.

τα δακτυλικά αποτυπώματα του αιτούντος, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της κοινής προξενικής εγκυκλίου.

Άρθρο 10

Δεδομένα που προστίθενται αν η θεώρηση εκδοθεί

1.   Αν ληφθεί απόφαση να εκδοθεί θεώρηση, η εκδίδουσα αρχή προσθέτει τα ακόλουθα δεδομένα στο φάκελο αίτησης:

α)

την κατάσταση της θεώρησης, με ένδειξη ότι η θεώρηση έχει εκδοθεί·

β)

την αρχή που εξέδωσε τη θεώρηση, συμπεριλαμβανομένου του τόπου στον οποίο εδρεύει, και το αν η αρχή αυτή εξέδωσε τη θεώρηση για λογαριασμό άλλου κράτους μέλους·

γ)

τον τόπο και την ημερομηνία της απόφασης για έκδοση της θεώρησης·

δ)

το είδος της θεώρησης·

ε)

τον αριθμό της αυτοκόλλητης θεώρησης·

στ)

το έδαφος στο οποίο ο κάτοχος της θεώρησης έχει δικαίωμα να ταξιδεύει, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της κοινής προξενικής εγκυκλίου·

ζ)

τις ημερομηνίες έναρξης και λήξης ισχύος της θεώρησης·

η)

τον αριθμό εισόδων που επιτρέπει η θεώρηση στην επικράτεια για την οποία ισχύει·

θ)

τη διάρκεια της επιτρεπόμενης από τη θεώρηση διαμονής·

ι)

ενδεχομένως, ένδειξη ότι η θεώρηση έχει εκδοθεί σε ξεχωριστό φύλλο σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 333/2002 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 2002, της 18ης Φεβρουαρίου 2002, για την καθιέρωση φύλλου ενιαίου τύπου επί του οποίου τίθεται η θεώρηση που χορηγείται από τα κράτη μέλη στους κατόχους ταξιδιωτικών εγγράφων μη αναγνωριζόμενων από το κράτος μέλος που χορηγεί το φύλλο (21).

2.   Σε περίπτωση ανάκλησης αίτησης ή εάν η αίτηση δεν προωθήθηκε περαιτέρω από τον αιτούντα πριν ληφθεί η απόφαση για την έκδοση ή μη της θεώρησης, η αρχή θεώρησης στην οποία υποβλήθηκε η αίτηση σημειώνει ότι η αίτηση αρχειοθετήθηκε για τους λόγους αυτούς καθώς και την ημερομηνία αρχειοθέτησης.

Άρθρο 11

Δεδομένα που προστίθενται όταν διακόπτεται η εξέταση της αίτησης

Όταν η αρχή θεώρησης που εκπροσωπεί άλλο κράτος μέλος αναγκάζεται να διακόψει την εξέταση της αίτησης, προσθέτει τα ακόλουθα δεδομένα στο φάκελο αίτησης:

1.

την κατάσταση της θεώρησης, προσδιορίζοντας ότι η εξέταση της αίτησης διεκόπη,

2.

την αρχή η οποία διέκοψε την εξέταση της αίτησης, και τον τόπο που εδρεύει,

3.

τον τόπο και την ημερομηνία της απόφασης για διακοπή της εξέτασης,

4.

το κράτος μέλος που είναι αρμόδιο να εξετάσει την αίτηση.

Άρθρο 12

Δεδομένα που προστίθενται σε περίπτωση άρνησης της θεώρησης

1.   Εφόσον ληφθεί απόφαση να απορριφθεί η έκδοση θεώρησης, η αρχή θεώρησης που απέρριψε την αίτηση προσθέτει τα ακόλουθα δεδομένα στο φάκελο αίτησης:

α)

την κατάσταση της θεώρησης, προσδιορίζοντας ότι η έκδοση θεώρησης απερρίφθη·

β)

την αρχή που απέρριψε τη θεώρηση και τον τόπο που εδρεύει·

γ)

τον τόπο και την ημερομηνία της απόφασης για απόρριψη της θεώρησης.

2.   Ο φάκελος αίτησης προσδιορίζει επίσης τον/τους λόγο/ους απόρριψης της θεώρησης, μεταξύ των εξής: Ο αιτών:

α)

δεν διαθέτει έγκυρα ταξιδιωτικά έγγραφα·

β)

φέρει ταξιδιωτικό έγγραφο πλαστό, παραποιημένο ή πλαστογραφημένο·

γ)

δεν αιτιολογεί το σκοπό και τις συνθήκες της διαμονής και ειδικότερα θεωρείται ότι αποτελεί ιδιαίτερο κίνδυνο για παράνομη μετανάστευση σύμφωνα με το τμήμα V της κοινής προξενικής εγκυκλίου·

δ)

έχει ήδη διαμείνει για ένα τρίμηνο εντός διαστήματος έξι μηνών στο έδαφος κράτους μέλους·

ε)

δεν διαθέτει επαρκείς πόρους διαβίωσης για τη συγκεκριμένη διάρκεια και μορφή διαμονής ή ναύλα επιστροφής στη χώρα προέλευσης ή διέλευσης·

στ)

είναι καταχωρισμένος στο SIS ή/και στο εθνικό μητρώο σε κατάλογο ανεπιθύμητων με σκοπό την απαγόρευση εισόδου·

ζ)

ο αιτών θεωρείται απειλή για τη δημόσια τάξη, την εσωτερική ασφάλεια ή τις διεθνείς σχέσεις ενός εκ των κρατών μελών, ή τη δημόσια υγεία, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 σημείο 19 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν) (22).

Άρθρο 13

Δεδομένα που προστίθενται σε περίπτωση ακύρωσης ή ανάκλησης της θεώρησης ή μείωσης της διάρκειας ισχύος της

1.   Αν ληφθεί απόφαση ακύρωσης ή ανάκλησης της θεώρησης ή μείωσης της διάρκειας ισχύος της, η αρχή θεώρησης που έλαβε την οικεία απόφαση προσθέτει τα ακόλουθα δεδομένα στο φάκελο αίτησης:

α)

την κατάσταση της θεώρησης, προσδιορίζοντας ότι η θεώρηση ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε ή ότι μειώθηκε η διάρκεια ισχύος της·

β)

την αρχή που ακύρωσε ή ανακάλεσε τη θεώρηση ή μείωσε τη διάρκεια ισχύος της, και τον τόπο που εδρεύει η εν λόγω αρχή·

γ)

τον τόπο και την ημερομηνία της απόφασης·

δ)

ενδεχομένως, τη νέα ημερομηνία λήξης της ισχύος της θεώρησης·

ε)

τον αριθμό της αυτοκόλλητης θεώρησης, εάν η μειωμένη διάρκεια ισχύος λαμβάνει τη μορφή νέας αυτοκόλλητης θεώρησης.

2.   Ο φάκελος αίτησης προσδιορίζει επίσης τον/τους λόγο/ους ακύρωσης, ανάκλησης ή μείωσης της διάρκειας ισχύος της θεώρησης, οι οποίοι είναι:

α)

σε περίπτωση ακύρωσης ή ανάκλησης, ένας ή περισσότεροι από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 12 παράγραφος 2·

β)

σε περίπτωση απόφασης μείωσης της διάρκειας ισχύος της θεώρησης, ένας ή περισσότεροι από τους ακόλουθους λόγους:

i)

πρόθεση απέλασης του κατόχου θεώρησης,

ii)

απουσία επαρκών πόρων διαβίωσης για την αρχικά προβλεπόμενη διάρκεια διαμονής.

Άρθρο 14

Δεδομένα που προστίθενται σε περίπτωση παράτασης της θεώρησης

1.   Αν ληφθεί απόφαση παράτασης της θεώρησης, η αρχή θεώρησης που παρέτεινε τη θεώρηση προσθέτει τα ακόλουθα δεδομένα στο φάκελο αίτησης:

α)

την κατάσταση της θεώρησης προσδιορίζοντας ότι η θεώρηση παρατάθηκε·

β)

την αρχή που παρέτεινε τη θεώρηση, και τον τόπο που εδρεύει·

γ)

τον τόπο και την ημερομηνία της απόφασης·

δ)

τον αριθμό της αυτοκόλλητης θεώρησης, εάν η παράταση της θεώρησης λαμβάνει τη μορφή νέας θεώρησης·

ε)

τις ημερομηνίες έναρξης και λήξης της παράτασης·

στ)

την περίοδο παράτασης της επιτρεπόμενης διάρκειας διαμονής·

ζ)

το έδαφος στο οποίο ο κάτοχος της θεώρησης έχει δικαίωμα να ταξιδεύει, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της κοινής προξενικής εγκυκλίου·

η)

το είδος της θεώρησης που παρατάθηκε.

2.   Ο φάκελος αίτησης προσδιορίζει επίσης τους λόγους παράτασης της θεώρησης, μεταξύ των ακολούθων:

α)

ανωτέρα βία·

β)

ανθρωπιστικοί λόγοι·

γ)

σοβαροί επαγγελματικοί λόγοι·

δ)

σοβαροί προσωπικοί λόγοι.

Άρθρο 15

Χρήση του VIS για την εξέταση αιτήσεων

1.   Η αρμόδια αρχή θεώρησης συμβουλεύεται το VIS για την εξέταση των αιτήσεων και των σχετικών αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων ακύρωσης ή ανάκλησης της θεώρησης και παράτασης ή μείωσης της διάρκειας ισχύος της θεώρησης, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις.

2.   Για τις ανάγκες της παραγράφου 1, η αρμόδια αρχή θεώρησης εξουσιοδοτείται να πραγματοποιεί έρευνες με τη βοήθεια ενός ή περισσοτέρων από τα ακόλουθα δεδομένα:

α)

αριθμός της αίτησης·

β)

δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 στοιχείο α)·

γ)

δεδομένα που αφορούν το ταξιδιωτικό έγγραφο, που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 στοιχείο γ)·

δ)

ονοματεπώνυμο και διεύθυνση του φυσικού προσώπου ή επωνυμία και διεύθυνση της επιχείρησης/άλλου οργανισμού που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 στοιχείο στ)·

ε)

δακτυλικά αποτυπώματα·

στ)

αριθμός της αυτοκόλλητης θεώρησης και ημερομηνία έκδοσης τυχόν προηγουμένως εκδοθείσας θεώρησης.

3.   Εάν η έρευνα με τη βοήθεια ενός ή περισσοτέρων εκ των δεδομένων που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 δείξει ότι το VIS περιλαμβάνει δεδομένα για τον αιτούντα, η αρμόδια αρχή θεώρησης έχει δικαίωμα πρόσβασης στο/στους φάκελο/ους αίτησης, δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφοι 3 και 4, και στον/στους συνδεδεμένο/ους φάκελο/ους αίτησης, αποκλειστικά για τους σκοπούς της παραγράφου 1.

Άρθρο 16

Χρήση του VIS για σκοπούς διαβούλευσης και αίτησης εγγράφων

1.   Για τους σκοπούς της διαβούλευσης μεταξύ εθνικών κεντρικών αρχών για τις αιτήσεις θεώρησης σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 2 της σύμβασης Σένγκεν, η αίτηση διαβούλευσης και οι σχετικές απαντήσεις διαβιβάζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

2.   Το κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης διαβιβάζει στο VIS την αίτηση διαβούλευσης συνοδευόμενη από τον αριθμό της αίτησης, προσδιορίζοντας το ή τα κράτη μέλη με το οποίο/τα οποία πρέπει να γίνει διαβούλευση.

Το VIS διαβιβάζει την αίτηση στο σχετικό κράτος μέλος ή κράτη μέλη.

Το κράτος μέλος ή κράτη μέλη από τα οποία ζητείται η διαβούλευση διαβιβάζουν την απάντηση στο VIS, το οποίο την προωθεί στο κράτος μέλος που υπέβαλε την αίτηση.

3.   Η διαδικασία της παραγράφου 2 μπορεί να εφαρμόζεται και στη διαβίβαση πληροφοριών για την έκδοση θεωρήσεων περιορισμένης εδαφικής ισχύος και άλλων μηνυμάτων που αφορούν την προξενική συνεργασία καθώς και για τη διαβίβαση αιτημάτων στην αρμόδια αρχή θεώρησης να προωθήσει αντίγραφα ταξιδιωτικών εγγράφων και άλλα έγγραφα υποστηρικτικά της αίτησης και για τη διαβίβαση αντιγράφων αυτών των εγγράφων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Οι αρμόδιες αρχές θεώρησης ανταποκρίνονται στα αιτήματα αμελλητί.

4.   Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος άρθρου χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την ενημέρωση των κεντρικών αρχών και για την προξενική συνεργασία.

Άρθρο 17

Χρήση δεδομένων για την υποβολή εκθέσεων και την κατάρτιση στατιστικών

Οι αρμόδιες αρχές θεώρησης μπορούν να συμβουλεύονται τα ακόλουθα δεδομένα, αποκλειστικά για σκοπούς υποβολής εκθέσεων και κατάρτισης στατιστικών, χωρίς να επιτρέπεται η εξακρίβωση της ταυτότητας συγκεκριμένων αιτούντων:

1.

κατάσταση της θεώρησης,

2.

αρμόδια αρχή θεώρησης και τόπος που εδρεύει,

3.

παρούσα υπηκοότητα του αιτούντος,

4.

συνοριακό σημείο πρώτης εισόδου,

5.

ημερομηνία και τόπος της αίτησης ή της απόφασης σχετικά με τη θεώρηση,

6.

είδος αιτούμενης ή εκδοθείσας θεώρησης,

7.

είδος ταξιδιωτικού εγγράφου,

8.

λόγοι που προσδιορίζονται για κάθε απόφαση σχετικά με τη θεώρηση ή την αίτηση θεώρησης,

9.

αρμόδια αρχή θεώρησης που απέρριψε την αίτηση, τόπος που εδρεύει και ημερομηνία απόρριψης,

10.

αν ο ίδιος αιτών έχει υποβάλει αίτηση θεώρησης σε περισσότερες από μία αρχές θεώρησης, αναφέρονται οι αρχές αυτές, οι τόποι που εδρεύουν και οι ημερομηνίες των απορρίψεων,

11.

σκοπός του ταξιδιού,

12.

τις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν ήταν αντικειμενικά δυνατό να παρασχεθούν τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 6, σύμφωνα με τη δεύτερη πρόταση του άρθρου 8 παράγραφος 5,

13.

τις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν απαιτείτο για νομικούς λόγους να παρασχεθούν τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 6, σύμφωνα με τη δεύτερη πρόταση του άρθρου 8 παράγραφος 5,

14.

τις περιπτώσεις κατά τις οποίες απορρίφθηκε αίτηση προσώπου το οποίο δεν μπορούσε αντικειμενικά να παράσχει τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 6, σύμφωνα με τη δεύτερη πρόταση του άρθρου 8 παράγραφος 5.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΑΛΛΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

Άρθρο 18

Πρόσβαση σε δεδομένα για έλεγχο στα εξωτερικά σημεία συνοριακής διέλευσης

1.   Με αποκλειστικό σκοπό να ελέγξουν την ταυτότητα του κατόχου θεώρησης ή/και το γνήσιο της θεώρησης ή/και το κατά πόσον πληρούνται οι όροι εισόδου στο έδαφος των κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 5 του κώδικα συνόρων του Σένγκεν, οι αρμόδιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με τους ελέγχους στα εξωτερικά σημεία συνοριακής διέλευσης σύμφωνα με τον κώδικα συνόρων του Σένγκεν εξουσιοδοτούνται, με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και 3, να πραγματοποιούν έρευνες χρησιμοποιώντας τον αριθμό αυτοκόλλητης θεώρησης σε συνδυασμό με την επαλήθευση των δακτυλικών αποτυπωμάτων του κατόχου θεώρησης.

2.   Για περίοδο το πολύ τριών ετών μετά την έναρξη λειτουργίας του VIS, η αναζήτηση δύναται να διεξάγεται με χρήση μόνο του αριθμού της αυτοκόλλητης θεώρησης. Ένα χρόνο μετά την έναρξη λειτουργίας, η περίοδος των τριών ετών δύναται να μειωθεί στην περίπτωση των εναέριων συνόρων, σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 49 παράγραφος 3.

3.   Για τους κατόχους θεώρησης των οποίων τα δακτυλικά αποτυπώματα δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν, η αναζήτηση διενεργείται μόνο με τον αριθμό της αυτοκόλλητης θεώρησης.

4.   Εάν η έρευνα με τη βοήθεια των δεδομένων της παραγράφου 1 δείξει ότι στο VIS έχουν καταχωρισθεί δεδομένα σχετικά με τον κάτοχο της θεώρησης, η αρμόδια για τους συνοριακούς ελέγχους αρχή εξουσιοδοτείται να συμβουλεύεται τα ακόλουθα δεδομένα του φακέλου αίτησης και του/των συνδεδεμένου/ων φακέλου/ων αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 4, αποκλειστικά για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1:

α)

την κατάσταση της θεώρησης και τα δεδομένα που λαμβάνονται από το έντυπο αίτησης, που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφοι 2 και 4·

β)

φωτογραφίες·

γ)

τα δεδομένα που έχουν καταχωρισθεί σχετικά με τυχόν εκδοθείσα, ακυρωθείσα ή ανακληθείσα θεώρηση ή θεώρηση της οποίας η διάρκεια ισχύος έχει παραταθεί ή μειωθεί, κατά τα αναφερόμενα στα άρθρα 10, 13 και 14.

5.   Όταν ο έλεγχος του κατόχου θεώρησης ή της θεώρησης αποτυγχάνει ή όταν υπάρχουν αμφιβολίες για την ταυτότητα του κατόχου θεώρησης, για το γνήσιο της θεώρησης και/ή του ταξιδιωτικού εγγράφου, το δεόντως εξουσιοδοτημένο προσωπικό αυτών των αρμόδιων αρχών έχει πρόσβαση στα δεδομένα σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφοι 1 και 2.

Άρθρο 19

Πρόσβαση σε δεδομένα για έλεγχο στο έδαφος των κρατών μελών

1.   Με αποκλειστικό σκοπό να ελέγξουν την ταυτότητα του κατόχου θεώρησης και/ή το γνήσιο της θεώρησης και/ή το αν πληρούνται οι όροι εισόδου, παραμονής και κατοικίας στο έδαφος των κρατών μελών, οι αρχές που είναι αρμόδιες στο έδαφος των κρατών μελών να ελέγχουν ότι πληρούνται οι όροι εισόδου, παραμονής και κατοικίας στο έδαφος των κρατών μελών, εξουσιοδοτούνται να πραγματοποιούν έρευνες με βάση τον αριθμό αυτοκόλλητης θεώρησης σε συνδυασμό με την επαλήθευση των δακτυλικών αποτυπωμάτων του κατόχου θεώρησης ή του αριθμού της αυτοκόλλητης θεώρησης.

Για τους κατόχους θεώρησης των οποίων τα δακτυλικά αποτυπώματα δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν, η αναζήτηση διενεργείται μόνο με τον αριθμό της αυτοκόλλητης θεώρησης.

2.   Εάν η έρευνα με τη βοήθεια των δεδομένων που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 δείξει ότι στο VIS έχουν καταχωρισθεί δεδομένα σχετικά με τον κάτοχο θεώρησης, η αρμόδια αρχή εξουσιοδοτείται να συμβουλεύεται τα ακόλουθα δεδομένα του φακέλου αίτησης και του/των συνδεδεμένου/ων φακέλου/ων αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 4, αποκλειστικά για τους σκοπούς της παραγράφου 1:

α)

την κατάσταση της θεώρησης και τα δεδομένα που λαμβάνονται από το έντυπο αίτησης, που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφοι 2 και 4·

β)

φωτογραφίες·

γ)

τα δεδομένα που έχουν καταχωρισθεί σχετικά με τυχόν εκδοθείσα, ακυρωθείσα ή ανακληθείσα θεώρηση ή θεώρηση, της οποίας η διάρκεια ισχύος έχει παραταθεί ή μειωθεί, κατά τα αναφερόμενα στα άρθρα 10, 13 και 14.

3.   Όταν ο έλεγχος του κατόχου θεώρησης ή της θεώρησης αποτυγχάνει ή όταν υπάρχουν αμφιβολίες για την ταυτότητα του κατόχου θεώρησης, για το γνήσιο της θεώρησης ή/και του ταξιδιωτικού εγγράφου, το δεόντως εξουσιοδοτημένο προσωπικό αυτών των αρμόδιων αρχών έχει πρόσβαση στα δεδομένα σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφοι 1 και 2.

Άρθρο 20

Πρόσβαση σε δεδομένα για εξακρίβωση ταυτότητας

1.   Οι αρμόδιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με τους ελέγχους στα εξωτερικά σημεία συνοριακής διέλευσης σύμφωνα με τον κώδικα συνόρων του Σένγκεν ή στο έδαφος των κρατών μελών για το κατά πόσον πληρούνται οι όροι εισόδου, παραμονής και κατοικίας στο έδαφος των κρατών μελών, εξουσιοδοτούνται να πραγματοποιούν έρευνες με βάση τα δακτυλικά αποτυπώματα του προσώπου, με μόνο σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητας προσώπων που δεν πληρούν ή δεν πληρούν πια τους όρους που διέπουν την είσοδο, παραμονή και κατοικία στο έδαφος των κρατών μελών.

Αν τα δακτυλικά αποτυπώματα του εν λόγω προσώπου δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ή αν η έρευνα με τα δακτυλικά αποτυπώματα αποτύχει, η έρευνα πραγματοποιείται με βάση τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 στοιχεία α) ή/και γ). Η έρευνα μπορεί να πραγματοποιείται σε συνδυασμό με τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 στοιχείο β).

2.   Εάν η έρευνα με τη βοήθεια των δεδομένων που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 δείξει ότι το VIS περιλαμβάνει δεδομένα για τον αιτούντα, η αρμόδια αρχή εξουσιοδοτείται να συμβουλεύεται τα ακόλουθα δεδομένα του φακέλου αίτησης και του/των συνδεδεμένου/ων φακέλου/ων αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφοι 3 και 4, αποκλειστικά για τους σκοπούς της παραγράφου 1:

α)

τον αριθμό της αίτησης, την κατάσταση της θεώρησης και την αρχή στην οποία υποβλήθηκε η αίτηση·

β)

τα δεδομένα που λαμβάνονται από το έντυπο αίτησης, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4·

γ)

φωτογραφίες·

δ)

τα δεδομένα που έχουν εισαχθεί σχετικά με τυχόν εκδοθείσα, απορριφθείσα, ακυρωθείσα ή ανακληθείσα θεώρηση ή θεώρηση της οποίας η διάρκεια ισχύος έχει παραταθεί ή μειωθεί, ή σχετικά με αιτήσεις των οποίων η εξέταση διεκόπη, κατά τα αναφερόμενα στα άρθρα 10 έως 14.

3.   Όταν ο ενδιαφερόμενος διαθέτει θεώρηση, οι αρμόδιες αρχές έχουν πρώτα πρόσβαση στο VIS σύμφωνα με τα άρθρα 18 ή 19.

Άρθρο 21

Πρόσβαση σε δεδομένα για τον προσδιορισμό της αρμοδιότητας για τις αιτήσεις ασύλου

1.   Οι αρμόδιες για το άσυλο αρχές είναι εξουσιοδοτημένες να πραγματοποιούν έρευνες με βάση τα δακτυλικά αποτυπώματα του αιτούντος άσυλο, με μόνο σκοπό τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο να εξετάσει αίτηση ασύλου, σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 21 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003.

Αν τα δακτυλικά αποτυπώματα του εν λόγω προσώπου δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ή η έρευνα με τα δακτυλικά αποτυπώματα αποτύχει, η έρευνα πραγματοποιείται με βάση τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 στοιχεία α) ή/και γ). Η έρευνα μπορεί να πραγματοποιείται σε συνδυασμό με τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 στοιχείο β).

2.   Εάν η έρευνα με τα απαριθμούμενα στην παράγραφο 1 δεδομένα δείξει ότι έχει καταχωρισθεί στο VIS μια θεώρηση η οποία έχει εκδοθεί με ημερομηνία λήξεως που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες πριν από την ημερομηνία της αίτησης ασύλου ή/και μια θεώρηση η οποία έχει παραταθεί έως ημερομηνία λήξεως που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες πριν από την ημερομηνία της αίτησης ασύλου, η αρμόδια για το άσυλο αρχή εξουσιοδοτείται να συμβουλεύεται τα ακόλουθα δεδομένα του φακέλου αίτησης, και όσον αφορά τα απαριθμούμενα στο στοιχείο ζ) στοιχεία της συζύγου και των τέκνων, δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 4, αποκλειστικά για το σκοπό της παραγράφου 1:

α)

τον αριθμό της αίτησης και την αρχή που εξέδωσε ή παρέτεινε τη θεώρηση, και εάν η αρχή την εξέδωσε για λογαριασμό άλλου κράτους μέλους·

β)

τα δεδομένα που λαμβάνονται από το έντυπο αίτησης, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 στοιχεία α) και β)·

γ)

το είδος της θεώρησης·

δ)

τη διάρκεια ισχύος της θεώρησης·

ε)

τη διάρκεια της σκοπουμένης παραμονής·

στ)

φωτογραφίες·

ζ)

τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 στοιχεία α) και β), του/των συνδεδεμένου/ων φακέλου/ων αίτησης για τη σύζυγο και τα τέκνα.

3.   Η πρόσβαση στο VIS δυνάμει των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου πραγματοποιείται μόνο από τις εντεταλμένες εθνικές αρχές του άρθρου 21 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003.

Άρθρο 22

Πρόσβαση σε δεδομένα για την εξέταση αίτησης ασύλου

1.   Με αποκλειστικό σκοπό να εξετάσουν αίτηση ασύλου, οι αρμόδιες για το άσυλο αρχές έχουν πρόσβαση σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003 σε έρευνες αποκλειστικά με βάση τα δακτυλικά αποτυπώματα του αιτούντος άσυλο.

Αν τα δακτυλικά αποτυπώματα του εν λόγω προσώπου δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ή η έρευνα με τα δακτυλικά αποτυπώματα αποτύχει, η έρευνα πραγματοποιείται με βάση τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 στοιχεία α) ή/και γ). Η έρευνα μπορεί να πραγματοποιείται σε συνδυασμό με τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 στοιχείο β).

2.   Αν η έρευνα με τη βοήθεια των δεδομένων που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 δείξει ότι έχει καταχωρισθεί στο VIS μια εκδοθείσα θεώρηση, η αρμόδια για το άσυλο αρχή εξουσιοδοτείται να συμβουλεύεται τα ακόλουθα δεδομένα του φακέλου αίτησης και του/των συνδεδεμένου/ων φακέλου/ων αίτησης του αιτούντος σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 3 και όσον αφορά τα απαριθμούμενα στο στοιχείο ε) στοιχεία της συζύγου και των τέκνων, δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 4, αποκλειστικά για το σκοπό της παραγράφου 1:

α)

τον αριθμό της αίτησης·

β)

τα δεδομένα που λαμβάνονται από το έντυπο αίτησης, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 στοιχεία α), β) και γ)·

γ)

φωτογραφίες·

δ)

τα δεδομένα που έχουν εισαχθεί σχετικά με τυχόν εκδοθείσα, ακυρωθείσα ή ανακληθείσα θεώρηση ή θεώρηση της οποίας η διάρκεια ισχύος έχει παραταθεί ή μειωθεί, κατά τα αναφερόμενα στα άρθρα 10, 13 και 14·

ε)

τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 στοιχεία α) και β), του/των συνδεδεμένου/ων φακέλου/ων αίτησης για τη σύζυγο και τα τέκνα.

3.   Η πρόσβαση στο VIS δυνάμει των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου πραγματοποιείται μόνο από τις εντεταλμένες εθνικές αρχές του άρθρου 21 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

Άρθρο 23

Διάρκεια της περιόδου διατήρησης δεδομένων

1.   Κάθε φάκελος αίτησης διατηρείται στο VIS έως πέντε έτη το πολύ, με την επιφύλαξη της διαγραφής δεδομένων που αναφέρεται στα άρθρα 24 και 25 και της τήρησης αρχείων που αναφέρεται στο άρθρο 34.

Αυτή η περίοδος αρχίζει:

α)

από την ημερομηνία λήξης της θεώρησης, σε περίπτωση έκδοσης θεώρησης·

β)

από τη νέα ημερομηνία λήξης της θεώρησης, σε περίπτωση παράτασης θεώρησης·

γ)

από την ημερομηνία της δημιουργίας του φακέλου αίτησης στο VIS, σε περίπτωση απόσυρσης ή αρχειοθέτησης της αίτησης ή διακοπής της εξέτασής της·

δ)

από την ημερομηνία της απόφασης της αρχής θεώρησης, σε περίπτωση απόρριψης, ακύρωσης, ανάκλησης της αίτησης ή μείωσης της διάρκειας ισχύος της.

2.   Κατά τη λήξη της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 1, το VIS διαγράφει αυτόματα το φάκελο αίτησης και τον/τους σχετικό/ούς σύνδεσμο/ους, όπως αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφοι 3 και 4.

Άρθρο 24

Τροποποίηση των δεδομένων

1.   Μόνο το αρμόδιο κράτος μέλος δικαιούται να τροποποιήσει δεδομένα που έχει διαβιβάσει στο VIS διορθώνοντας ή διαγράφοντάς τα.

2.   Εάν ένα κράτος μέλος έχει αποδείξεις ότι τα δεδομένα που υφίστανται επεξεργασία στο VIS είναι ανακριβή ή ότι η επεξεργασία τους στο VIS είναι αντίθετη προς τον παρόντα κανονισμό, ενημερώνει αμέσως το αρμόδιο κράτος μέλος. Το μήνυμα μπορεί να διαβιβασθεί μέσω VIS.

3.   Το αρμόδιο κράτος μέλος επαληθεύει τα εν λόγω δεδομένα και, εφόσον χρειάζεται, τα διορθώνει ή τα διαγράφει χωρίς καθυστέρηση.

Άρθρο 25

Πρόωρη διαγραφή δεδομένων

1.   Όταν πριν από τη λήξη της περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 1, ένας αιτών έχει αποκτήσει την υπηκοότητα κράτους μέλους, οι φάκελοι αίτησης και οι αναφερόμενοι στο άρθρο 8 παράγραφοι 3 και 4, σύνδεσμοι που τον αφορούν διαγράφονται από το VIS αμελλητί, από το κράτος μέλος που δημιούργησε τον σχετικό φάκελο αίτησης.

2.   Κάθε κράτος μέλος ενημερώνει αμελλητί το αρμόδιο κράτος μέλος για την απόκτηση της υπηκοότητάς του από έναν αιτούντα. Το μήνυμα μπορεί να διαβιβασθεί μέσω VIS.

3.   Εάν η απόφαση να απορριφθεί η έκδοση θεώρησης αναιρεθεί από δικαστήριο ή τμήμα προσφυγών, το κράτος μέλος που απέρριψε τη θεώρηση διαγράφει χωρίς καθυστέρηση τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 12, μόλις η αναιρετική απόφαση αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ

Άρθρο 26

Επιχειρησιακή διαχείριση

1.   Ύστερα από μια μεταβατική περίοδο, μια διαχειριστική αρχή (στο εξής «η διαχειριστική αρχή»), η οποία χρηματοδοτείται από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναλαμβάνει την επιχειρησιακή διαχείριση του κεντρικού VIS και των εθνικών διεπαφών. Η διαχειριστική αρχή, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, μεριμνά ώστε να χρησιμοποιούνται ανά πάσα στιγμή οι καλύτερες διαθέσιμες τεχνολογίες για το κεντρικό VIS και τις εθνικές διεπαφές βάσει της ανάλυσης κόστους-οφέλους.

2.   Η διαχειριστική αρχή έχει επίσης τα ακόλουθα καθήκοντα που σχετίζονται με την υποδομή επικοινωνίας μεταξύ του κεντρικού VIS και των εθνικών διεπαφών:

α)

εποπτεία·

β)

ασφάλεια·

γ)

συντονισμό των σχέσεων μεταξύ κρατών μελών και προμηθευτή.

3.   Έχει επίσης όλα τα άλλα καθήκοντα που σχετίζονται με την υποδομή επικοινωνίας μεταξύ του κεντρικού VIS και των εθνικών διεπαφών, ειδικότερα:

α)

εκτέλεση του προϋπολογισμού·

β)

αγορά και ανανέωση·

γ)

συμβατικά ζητήματα.

4.   Κατά τη μεταβατική περίοδο έως ότου η διαχειριστική αρχή αναλάβει τα καθήκοντά της, η Επιτροπή αναλαμβάνει την επιχειρησιακή διαχείριση του VIS. Η Επιτροπή μπορεί να αναθέσει το καθήκον αυτό, καθώς και τα καθήκοντα που αφορούν την εκτέλεση του προϋπολογισμού, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (23), σε εθνικούς δημόσιους φορείς σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη.

5.   Κάθε εθνικός δημόσιος φορέας, όπως ορίζεται στην παράγραφο 4, πρέπει να πληροί τα εξής κριτήρια επιλογής:

α)

πρέπει να έχει εκτεταμένη πείρα σχετική με τη λειτουργία συστήματος πληροφορικής ευρείας κλίμακας·

β)

πρέπει να διαθέτει αξιόλογη εμπειρογνωμοσύνη όσον αφορά τις υπηρεσίες και τις απαιτήσεις ασφάλειας ενός συστήματος πληροφορικής ευρείας κλίμακας·

γ)

πρέπει να διαθέτει επαρκές και έμπειρο προσωπικό με κατάλληλα επαγγελματικά και γλωσσικά προσόντα για να εργάζεται σε περιβάλλον διεθνούς συνεργασίας, όπως αυτό που απαιτείται από το VIS·

δ)

πρέπει να διαθέτει εγκατάσταση με ασφαλή και ειδικά προσαρμοσμένη υποδομή, η οποία να εγγυάται ειδικότερα την εφεδρική στήριξη και τη διαρκή λειτουργία συστημάτων τεχνολογίας πληροφορικής μεγάλης κλίμακας, και

ε)

το διοικητικό του περιβάλλον πρέπει να του επιτρέπει να εκτελεί τα καθήκοντά του δεόντως και χωρίς οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων.

6.   Προτού προβεί σε οποιαδήποτε ανάθεση κατά την παράγραφο 4 και στη συνέχεια κατά τακτά χρονικά διαστήματα, η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τους όρους της ανάθεσης, την ακριβή έκτασή της καθώς και τους φορείς στους οποίους ανατίθενται τα καθήκοντα αυτά.

7.   Η Επιτροπή, αν μεταβιβάσει την ευθύνη κατά τη μεταβατική περίοδο βάσει της παραγράφου 4, μεριμνά ώστε η μεταβίβαση αυτή να τηρεί πλήρως τα όρια του θεσμικού συστήματος όπως καθορίζονται από τη συνθήκη. Ειδικότερα μεριμνά ώστε η μεταβίβαση να μην θίγει το μηχανισμό αποτελεσματικού ελέγχου κατ’ εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, είτε αυτός ασκείται από το Δικαστήριο, είτε από το Ελεγκτικό Συνέδριο είτε από τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων.

8.   Η επιχειρησιακή διαχείριση του VIS περιλαμβάνει όλες τις εργασίες που απαιτούνται για να είναι το VIS σε λειτουργία επί 24ώρου βάσεως επτά ημέρες την εβδομάδα κατά τα προβλεπόμενα στον παρόντα κανονισμό, ειδικότερα όσον αφορά τη συντήρηση και τις τεχνικές παρεμβάσεις οι οποίες είναι αναγκαίες ώστε το σύστημα να λειτουργεί σε ικανοποιητικό βαθμό επιχειρησιακής ποιότητας, ιδίως όσον αφορά το χρόνο που απαιτείται για την υποβολή ερωτήσεων στην κεντρική βάση δεδομένων από τις προξενικές αρχές, ο οποίος πρέπει να είναι ο συντομότερος δυνατός.

9.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 17 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που θεσπίσθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68 του Συμβουλίου (24) η διαχειριστική αρχή εφαρμόζει τους δέοντες κανόνες περί επαγγελματικού απορρήτου ή ισοδύναμη υποχρέωση εχεμύθειας σε όλα τα μέλη του προσωπικού της που ασχολούνται με δεδομένα του VIS. Η υποχρέωση αυτή εξακολουθεί να ισχύει ακόμη και αφού το οικείο προσωπικό παύσει να ασκεί τα καθήκοντά του ή να απασχολείται στη συγκεκριμένη θέση εργασίας ή μετά τον τερματισμό των δραστηριοτήτων του.

Άρθρο 27

Έδρα του Κεντρικού Συστήματος Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις

Το κύριο Κεντρικό VIS, που έχει την τεχνική εποπτεία και διοίκηση, εδρεύει στο Στρασβούργο (Γαλλία), ενώ στο Sankt Johann im Pongau (Αυστρία) βρίσκεται ένα εφεδρικό Κεντρικό VIS, το οποίο μπορεί να διενεργεί όλες τις λειτουργίες του βασικού κεντρικού VIS αν εκείνο υποστεί βλάβη.

Άρθρο 28

Σχέση με τα εθνικά συστήματα

1.   Το VIS συνδέεται με το εθνικό σύστημα κάθε κράτους μέλους μέσω της εθνικής διαπαφής στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.

2.   Κάθε κράτος μέλος διορίζει μια εθνική αρχή, η οποία παρέχει πρόσβαση στο VIS στις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφοι 1 και 2, και συνδέει αυτή την εθνική αρχή με την εθνική διεπαφή.

3.   Κάθε κράτος μέλος εφαρμόζει αυτοματοποιημένες διαδικασίες επεξεργασίας δεδομένων.

4.   Κάθε κράτος μέλος είναι αρμόδιο για:

α)

την ανάπτυξη του εθνικού συστήματος ή/και την προσαρμογή του στο VIS, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 της απόφασης 2004/512/ΕΚ·

β)

τη διοργάνωση, διαχείριση, λειτουργία και συντήρηση του εθνικού του συστήματος·

γ)

τη διαχείριση και τις λεπτομέρειες πρόσβασης στο VIS του δεόντως εξουσιοδοτημένου προσωπικού των αρμόδιων εθνικών αρχών, βάσει του παρόντος κανονισμού, και την κατάρτιση και τακτική ενημέρωση καταλόγου του προσωπικού και των προσόντων του·

δ)

τα έξοδα που αφορούν τα εθνικά συστήματα και τη σύνδεσή τους με την εθνική διεπαφή, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων επένδυσης και λειτουργίας της υποδομής επικοινωνίας μεταξύ της εθνικής διεπαφής και του εθνικού συστήματος.

5.   Το προσωπικό των αρχών που έχει δικαίωμα πρόσβασης στο VIS, προτού λάβει εξουσιοδότηση για την επεξεργασία των δεδομένων VIS, εκπαιδεύεται κατάλληλα στην ασφάλεια και τους κανόνες προστασίας των δεδομένων και ενημερώνεται για τις συναφείς αξιόποινες πράξεις και ποινές.

Άρθρο 29

Υποχρεώσεις για τη χρήση δεδομένων

1.   Κάθε κράτος μέλος φροντίζει για τη νομιμότητα της επεξεργασίας των δεδομένων και συγκεκριμένα εξασφαλίζει ότι μόνο το δεόντως εξουσιοδοτημένο προσωπικό έχει πρόσβαση στα δεδομένα που υφίστανται επεξεργασία στο VIS με σκοπό την εκτέλεση των καθηκόντων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Το υπεύθυνο κράτος μέλος φροντίζει ιδίως:

α)

για τη νομότυπη συγκέντρωση των δεδομένων·

β)

για τη νομότυπη διαβίβαση των δεδομένων στο VIS·

γ)

για την ακρίβεια και την ενημέρωση των δεδομένων κατά τη διαβίβασή τους στο VIS.

2.   Η διαχειριστική αρχή εξασφαλίζει ότι το VIS λειτουργεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και τις εκτελεστικές διατάξεις του που αναφέρονται στο άρθρο 45 παράγραφος 2. Ειδικότερα, η διαχειριστική αρχή:

α)

φροντίζει για την ασφάλεια του κεντρικού συστήματος πληροφοριών για τις θεωρήσεις και της υποδομής επικοινωνίας του με τις εθνικές διεπαφές, υπό την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων κάθε κράτους μέλους·

β)

εξασφαλίζει ότι μόνο το δεόντως εξουσιοδοτημένο προσωπικό έχει πρόσβαση στα δεδομένα που υφίστανται επεξεργασία στο VIS με σκοπό την εκτέλεση των καθηκόντων της διαχειριστικής αρχής σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

3.   Η διαχειριστική αρχή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή για τα μέτρα που λαμβάνει κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 2.

Άρθρο 30

Διατήρηση δεδομένων του VIS σε εθνικά αρχεία

1.   Δεδομένα που ανακτώνται από το VIS μπορούν να διατηρούνται σε εθνικά αρχεία μόνο εφόσον αυτό είναι απαραίτητο σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με το σκοπό του VIS και τις σχετικές νομικές διατάξεις, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων που αφορούν την προστασία των δεδομένων, και για διάστημα όχι μεγαλύτερο από το απαραίτητο στη συγκεκριμένη περίπτωση.

2.   Η παράγραφος 1 δεν θίγει το δικαίωμα κράτους μέλους να διατηρεί στα εθνικά του αρχεία δεδομένα τα οποία έχει το ίδιο καταχωρήσει στο VIS.

3.   Κάθε χρήση δεδομένων που δεν συνάδει με τις παραγράφους 1 και 2 θεωρείται κατάχρηση βάσει του εθνικού δικαίου κάθε κράτους μέλους.

Άρθρο 31

Γνωστοποίηση δεδομένων σε τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς

1.   Τα δεδομένα τα οποία υφίστανται επεξεργασία στο VIS κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού δεν μεταβιβάζονται ούτε διατίθενται σε τρίτη χώρα ή σε διεθνή οργανισμό.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα δεδομένα που αναφέρονται στα άρθρα 9 παράγραφος 4 στοιχεία α), β), γ), ια) και ιγ), μπορούν να μεταβιβάζονται ή να διατίθενται σε τρίτη χώρα ή σε διεθνή οργανισμό που απαριθμείται στο παράρτημα εφόσον απαιτείται σε επιμέρους περιπτώσεις για το σκοπό της απόδειξης της ταυτότητας υπηκόων τρίτων χωρών, μεταξύ άλλων και για λόγους επιστροφής τους, μόνον εφόσον:

α)

η Επιτροπή έχει εκδώσει απόφαση σχετικά με την επαρκή προστασία των προσωπικών δεδομένων στην εν λόγω τρίτη χώρα, σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 6 της οδηγίας 95/46/ΕΚ, ή ισχύει συμφωνία επανεισδοχής μεταξύ της Κοινότητας και της εν λόγω τρίτης χώρας ή έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 26 παράγραφος 1 στοιχείο δ) της οδηγίας 95/46/ΕΚ·

β)

η τρίτη χώρα ή ο διεθνής οργανισμός συμφωνεί να χρησιμοποιήσει τα δεδομένα μόνο για το σκοπό για τον οποίο παρασχέθηκαν·

γ)

τα δεδομένα μεταβιβάζονται ή διατίθενται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, ιδίως τις συμφωνίες επανεισδοχής, και με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο μεταβιβάζονται ή διατίθενται τα δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων των νομικών διατάξεων σχετικά με την ασφάλεια και προστασία των δεδομένων, και

δ)

το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη που καταχώρισαν τα δεδομένα στο VIS έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τους.

3.   Τέτοιες μεταφορές προσωπικών δεδομένων σε τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς δεν θίγουν τα δικαιώματα των προσφύγων και των ατόμων που ζητούν διεθνή προστασία, ιδιαίτερα όσον αφορά τη μη επαναπροώθηση.

Άρθρο 32

Ασφάλεια των δεδομένων

1.   Το υπεύθυνο κράτος μέλος κατοχυρώνει την ασφάλεια των δεδομένων πριν και κατά τη διάρκεια της διαβίβασής τους στην εθνική διεπαφή. Κάθε κράτος μέλος κατοχυρώνει την ασφάλεια των δεδομένων που λαμβάνει από το VIS.

2.   Κάθε κράτος μέλος, στο εθνικό του σύστημα, λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, συμπεριλαμβανομένου σχεδίου ασφαλείας, ώστε:

α)

να προβλέπεται η υλική προστασία των δεδομένων, καθώς και σχέδια έκτακτης ανάγκης για την προστασία υποδομών ζωτικής σημασίας·

β)

να εμποδίζεται η πρόσβαση μη εξουσιοδοτημένων προσώπων στις εθνικές εγκαταστάσεις εντός των οποίων το κράτος μέλος προβαίνει σε ενέργειες σύμφωνα με τους σκοπούς του VIS (έλεγχος εισόδου στην εγκατάσταση)·

γ)

να εμποδίζεται η μη εξουσιοδοτημένη ανάγνωση, αντιγραφή, τροποποίηση ή διαγραφή των δεδομένων και των υποθεμάτων τους (έλεγχος υποθεμάτων)·

δ)

να εμποδίζεται η μη εξουσιοδοτημένη εισαγωγή δεδομένων και η μη εξουσιοδοτημένη επιθεώρηση, τροποποίηση ή διαγραφή αποθηκευμένων προσωπικών δεδομένων (έλεγχος αποθήκευσης)·

ε)

να εμποδίζεται η μη εξουσιοδοτημένη επεξεργασία δεδομένων στο VIS καθώς και οποιαδήποτε μη εξουσιοδοτημένη τροποποίηση ή διαγραφή δεδομένων που έχουν υποστεί επεξεργασία στο VIS (έλεγχος της εισαγωγής δεδομένων)·

στ)

να εξασφαλίζεται ότι τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα για πρόσβαση στο VIS έχουν πρόσβαση μόνο σε δεδομένα που καλύπτονται από τις άδειες πρόσβασής τους, με ατομικές και μοναδικές ταυτότητες χρήστη και μόνο με εμπιστευτικούς κωδικούς πρόσβασης (έλεγχος πρόσβασης στα δεδομένα)·

ζ)

να εξασφαλίζεται ότι όλες οι αρχές που έχουν δικαίωμα πρόσβασης στο VIS δημιουργούν προφίλ τα οποία περιγράφουν τις λειτουργίες και τις ευθύνες των προσώπων που είναι εξουσιοδοτημένα με την πρόσβαση, εισαγωγή, ενημέρωση, διαγραφή και αναζήτηση στα δεδομένα και να διαθέτουν τα προφίλ τους στις εθνικές εποπτικές αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 41, χωρίς καθυστέρηση, κατόπιν αιτήσεώς τους (προφίλ προσωπικού)·

η)

να μπορεί να ελέγχεται και να εξακριβώνεται σε ποιες αρχές μπορούν να διαβιβάζονται προσωπικά δεδομένα μέσω εξοπλισμού διαβίβασης δεδομένων (έλεγχος της διαβίβασης)·

θ)

να μπορεί να ελέγχεται και να εξακριβώνεται ποια δεδομένα έχουν υποστεί επεξεργασία στο VIS, πότε, από ποιον και για ποιο σκοπό (έλεγχος της καταχώρισης)·

ι)

να εμποδίζεται η μη εξουσιοδοτημένη ανάγνωση, αντιγραφή, τροποποίηση ή διαγραφή προσωπικών δεδομένων κατά τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων προς ή από το VIS, ή κατά τη μεταφορά μέσων δεδομένων, κυρίως με κατάλληλες τεχνικές κρυπτογράφησης (έλεγχος μεταφοράς)·

ια)

να παρακολουθείται η αποτελεσματικότητα των μέτρων ασφάλειας της παρούσας παραγράφου και να λαμβάνονται τα απαραίτητα οργανωτικά μέτρα εσωτερικού ελέγχου ώστε να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό (αυτοέλεγχος).

3.   Η διαχειριστική αρχή μεριμνά ώστε να επιτύχει τους στόχους της παραγράφου 2 όσον αφορά τη λειτουργία του VIS, συμπεριλαμβανομένης της υιοθέτησης σχεδίου ασφαλείας.

Άρθρο 33

Ευθύνη

1.   Κάθε πρόσωπο ή κράτος μέλος που υπέστη ζημία ως αποτέλεσμα παράνομης επεξεργασίας ή πράξης ασυμβίβαστης προς τον παρόντα κανονισμό, δικαιούται να λάβει αποζημίωση από το κράτος μέλος που ευθύνεται για τη ζημία που υπέστη. Το κράτος μέλος αυτό απαλλάσσεται πλήρως ή εν μέρει από την ευθύνη εάν αποδείξει ότι δεν ευθύνεται για το ζημιογόνο περιστατικό.

2.   Εάν η μη τήρηση από ένα κράτος μέλος των υποχρεώσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό προκαλέσει ζημίες στο VIS, το συγκεκριμένο κράτος μέλος θεωρείται υπαίτιο των εν λόγω ζημιών, εκτός εάν η διαχειριστική αρχή ή άλλο συμμετέχον κράτος μέλος δεν έλαβαν κατάλληλα μέτρα για να προλάβουν την πρόκληση ζημίας ή να περιορίσουν τις συνέπειές της.

3.   Οι αξιώσεις αποζημίωσης κατά κράτους μέλους για τις ζημίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, διέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους κατά του οποίου εγείρονται.

Άρθρο 34

Τήρηση αρχείων

1.   Κάθε κράτος μέλος και η διαχειριστική αρχή τηρούν αρχεία για όλες τις πράξεις επεξεργασίας δεδομένων στο πλαίσιο του VIS. Στα αρχεία αυτά καταγράφεται ο σκοπός της πρόσβασης που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 και στα άρθρα 15 έως 22, η ημερομηνία και ώρα, ο τύπος δεδομένων που διαβιβάσθηκαν όπως αναφέρεται στα άρθρα 9 έως 14, ο τύπος δεδομένων που χρησιμοποιήθηκαν για την έρευνα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2, στο άρθρο 17, στο άρθρο 18 παράγραφοι 1 έως 3, στο άρθρο 19 παράγραφος 1, στο άρθρο 20 παράγραφος 1, στο άρθρο 21 παράγραφος 1 και στο άρθρο 22 παράγραφος 1, και το όνομα της αρχής που εισήγαγε ή έλαβε τα δεδομένα. Επιπλέον, κάθε κράτος μέλος τηρεί αρχεία για το δεόντως εξουσιοδοτημένο προσωπικό που εισήγαγε ή έλαβε τα δεδομένα αυτά.

2.   Τα αρχεία αυτά μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο για τον έλεγχο της νομότυπης επεξεργασίας δεδομένων σε σχέση με την προστασία δεδομένων καθώς και για την κατοχύρωση της ασφάλειας δεδομένων. Τα αρχεία πρέπει να προστατεύονται με κατάλληλα μέτρα έναντι μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης και να διαγράφονται μετά την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της προθεσμίας διατήρησης που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 1, εφόσον δεν είναι αναγκαία για διαδικασία ελέγχου που έχει ήδη κινηθεί.

Άρθρο 35

Αυτοέλεγχος

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε κάθε αρχή που έχει δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα του VIS να λαμβάνει τα απαιτούμενα μέτρα συμμόρφωσής της με τον παρόντα κανονισμό και να συνεργάζεται, όπου απαιτείται, με την εθνική αρχή ελέγχου.

Άρθρο 36

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι οποιαδήποτε κατάχρηση των δεδομένων που καταχωρίζονται στο VIS επισύρει ποινές, συμπεριλαμβανομένων διοικητικών ή/και ποινικών κυρώσεων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, οι οποίες είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

Άρθρο 37

Δικαίωμα πληροφόρησης

1.   Οι αιτούντες και τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 στοιχείο στ), ενημερώνονται από το υπεύθυνο κράτος μέλος σχετικά με:

α)

την ταυτότητα του υπεύθυνου ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 41 παράγραφος 4, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων επαφής·

β)

το σκοπό για τον οποίο γίνεται επεξεργασία των δεδομένων στο VIS·

γ)

τις κατηγορίες των αποδεκτών των δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων των αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 3·

δ)

τη διάρκεια διατήρησης των δεδομένων·

ε)

τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της συλλογής των δεδομένων για την εξέταση της αίτησης·

στ)

την ύπαρξη δικαιώματος πρόσβασης σε δεδομένα που τους αφορούν και το δικαίωμα να ζητούν διόρθωση ανακριβών δεδομένων που τους αφορούν ή διαγραφή των δεδομένων που τους αφορούν τα οποία υπέστησαν παράνομη επεξεργασία, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να ενημερώνονται για τις διαδικασίες άσκησης αυτών των δικαιωμάτων και για τα στοιχεία επικοινωνίας με τις εθνικές αρχές ελέγχου που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 1, οι οποίες εξετάζουν τις προσφυγές για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

2.   Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 παρέχονται στον αιτούντα γραπτώς όταν λαμβάνονται τα δεδομένα από το έντυπο αίτησης, οι φωτογραφίες και τα δακτυλικά αποτυπώματα που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφοι 4, 5 και 6.

3.   Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 παρέχονται στα πρόσωπα που προβλέπονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 στοιχείο στ), στα έντυπα που πρέπει να υπογράψουν αυτά τα πρόσωπα ως αποδεικτικά πρόσκλησης, δηλώσεις ανάληψης ευθύνης ή αποδεικτικά φιλοξενίας.

Σε περίπτωση που δεν έχει υπογραφεί κανένα τέτοιο έντυπο από τα εν λόγω πρόσωπα, οι πληροφορίες παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 11 της οδηγίας 95/46/ΕΚ.

Άρθρο 38

Δικαίωμα πρόσβασης, διόρθωσης και διαγραφής

1.   Με την επιφύλαξη της υποχρέωσης παροχής περαιτέρω πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 12 στοιχείο α) της οδηγίας 95/46/ΕΚ, οποιοσδήποτε έχει το δικαίωμα να του κοινοποιούνται δεδομένα που τον αφορούν τα οποία έχουν καταχωρισθεί στο VIS και να του γνωστοποιείται το κράτος μέλος που τα διαβίβασε στο VIS. Αυτή η πρόσβαση στα δεδομένα μπορεί να χορηγείται μόνο από κράτος μέλος. Κάθε κράτος μέλος καταγράφει όλες τις σχετικές αιτήσεις πρόσβασης.

2.   Οποιοσδήποτε μπορεί να ζητήσει τη διόρθωση ανακριβών δεδομένων που τον αφορούν και τη διαγραφή δεδομένων που δεν έχουν καταχωρισθεί νομοτύπως. Η διόρθωση και η διαγραφή διενεργούνται χωρίς καθυστέρηση από το υπεύθυνο κράτος μέλος, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διαδικαστικές διατάξεις του.

3.   Εάν η αίτηση που προβλέπεται από την παράγραφο 2 απευθύνεται σε κράτος μέλος διαφορετικό από το υπεύθυνο κράτος μέλος, οι αρχές του κράτους μέλους στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση έρχονται σε επαφή με τις αρχές του υπεύθυνου κράτους μέλους εντός 14 ημερών. Το υπεύθυνο κράτος μέλος επαληθεύει την ακρίβεια των δεδομένων και τη νομιμότητα της επεξεργασίας τους στο VIS εντός προθεσμίας ενός μηνός.

4.   Εάν διαπιστωθεί ότι τα δεδομένα τα οποία έχουν καταχωρισθεί στο VIS είναι ανακριβή ή δεν έχουν καταχωρισθεί νομοτύπως, το υπεύθυνο κράτος μέλος τα διορθώνει ή τα διαγράφει σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 3. Το συγκεκριμένο κράτος μέλος επιβεβαιώνει γραπτώς και χωρίς καθυστέρηση στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο ότι προέβη στη διόρθωση ή τη διαγραφή των δεδομένων που το αφορούν.

5.   Εάν το υπεύθυνο κράτος μέλος δεν συμφωνεί ότι τα δεδομένα που έχουν καταχωρισθεί στο VIS είναι ανακριβή ή ότι δεν έχουν καταχωρισθεί νομοτύπως, εξηγεί γραπτώς αμελλητί στο συγκεκριμένο πρόσωπο τους λόγους για τους οποίους δεν είναι διατεθειμένο να διορθώσει ή να διαγράψει τα δεδομένα που το αφορούν.

6.   Το υπεύθυνο κράτος μέλος παρέχει επίσης στον ενδιαφερόμενο πληροφορίες σχετικά με τα διαβήματα στα οποία μπορεί να προβεί εάν δεν αποδέχεται τις παρεχόμενες εξηγήσεις. Οι διευκρινίσεις αυτές συμπεριλαμβάνουν πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να εγείρει αγωγή ή να προβεί σε καταγγελία ενώπιον των αρμόδιων αρχών ή δικαστηρίων του εν λόγω κράτους μέλους καθώς και για τυχόν αρωγή που μπορεί να του παρασχεθεί, μεταξύ άλλων, από τις αναφερόμενες στο άρθρο 41 παράγραφος 1 εθνικές αρχές ελέγχου, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διαδικαστικές διατάξεις του εν λόγω κράτους μέλους.

Άρθρο 39

Συνεργασία για να εξασφαλισθούν τα δικαιώματα όσον αφορά την προστασία δεδομένων

1.   Τα κράτη μέλη συνεργάζονται ενεργά για να κατοχυρωθούν τα δικαιώματα που προβλέπονται στο άρθρο 38 παράγραφοι 2, 3 και 4.

2.   Σε κάθε κράτος μέλος, η εθνική αρχή ελέγχου επικουρεί και συμβουλεύει, εφόσον της ζητηθεί, το συγκεκριμένο πρόσωπο κατά την άσκηση του δικαιώματός του να διορθώσει ή να διαγράψει τα δεδομένα που το αφορούν, σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 4 της οδηγίας 95/46/ΕΚ.

3.   Η εθνική αρχή ελέγχου του υπεύθυνου κράτους μέλους το οποίο διαβίβασε τα δεδομένα και οι εθνικές αρχές ελέγχου των κρατών μελών στα οποία υποβλήθηκε η αίτηση, συνεργάζονται προς το σκοπό αυτό.

Άρθρο 40

Προσφυγή

1.   Σε κάθε κράτος μέλος, οποιοσδήποτε έχει το δικαίωμα να εγείρει αγωγή ή να προβεί σε καταγγελία ενώπιον των αρμόδιων αρχών ή δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους που δεν του αναγνώρισαν το δικαίωμα πρόσβασης ή το δικαίωμα διόρθωσης ή διαγραφής δεδομένων που τον αφορούν το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 38 παράγραφοι 1 και 2.

2.   Η συνδρομή που παρέχεται από τις εθνικές αρχές ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 2 είναι διαθέσιμη καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.

Άρθρο 41

Εποπτεία από την εθνική αρχή ελέγχου

1.   Η αρχή ή οι αρχές που ορίζονται από κάθε κράτος μέλος και είναι επιφορτισμένες με τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στο άρθρο 28 της οδηγίας 95/46/ΕΚ (η «εθνική αρχή ελέγχου») ελέγχουν, με ανεξαρτησία, τη νομιμότητα της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 από το συγκεκριμένο κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένης της διαβίβασής τους προς και από το VIS.

2.   Η εθνική αρχή ελέγχου μεριμνά ώστε να διενεργείται, τουλάχιστον ανά τετραετία, έλεγχος των λειτουργιών επεξεργασίας δεδομένων που επιτελούνται στο εθνικό σύστημα, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα ελέγχου.

3.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να παρέχονται στις εθνικές αρχές ελέγχου τους επαρκείς πόροι για την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

4.   Εφόσον πρόκειται για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο VIS, κάθε κράτος μέλος ορίζει την αρχή που θεωρείται υπεύθυνη της επεξεργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο δ) της οδηγίας 95/46/ΕΚ, και η οποία θα έχει την κεντρική ευθύνη για την επεξεργασία των δεδομένων από το κράτος αυτό. Κάθε κράτος μέλος ανακοινώνει το όνομα αυτής της αρχής στην Επιτροπή.

5.   Κάθε κράτος μέλος παρέχει στις εθνικές αρχές ελέγχου όλες τις αιτούμενες πληροφορίες και, συγκεκριμένα, τους παρέχει πληροφορίες για τις δραστηριότητες που αναπτύσσονται σύμφωνα με το άρθρο 28 και το άρθρο 29 παράγραφος 1, τους παρέχει πρόσβαση στους καταλόγους που αναφέρονται στο άρθρο 28 παράγραφος 4 στοιχείο γ), καθώς και στα αρχεία που αναφέρονται στο άρθρο 34 και τους επιτρέπει την πρόσβαση ανά πάσα στιγμή σε όλες τις εγκαταστάσεις του.

Άρθρο 42

Εποπτεία από τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων

1.   Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων ελέγχει αν οι δραστηριότητες επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εκ μέρους της διαχειριστικής αρχής αναπτύσσονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες που αναφέρονται στα άρθρα 46 και 47 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 εφαρμόζονται αναλόγως.

2.   Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων μεριμνά ώστε να διενεργείται έλεγχος των δραστηριοτήτων επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων της διαχειριστικής αρχής σύμφωνα με τα σχετικά διεθνή πρότυπα ελέγχου τουλάχιστον ανά τετραετία. Η έκθεση του ελέγχου διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, τη διαχειριστική αρχή, την Επιτροπή και τις εθνικές αρχές ελέγχου. Η διαχειριστική αρχή δύναται να διατυπώσει παρατηρήσεις σχετικά με την έκθεση προτού αυτή εγκριθεί.

3.   Η διαχειριστική αρχή παρέχει στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων τις αιτούμενες πληροφορίες και του παρέχει πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα και στα αρχεία που αναφέρονται στο άρθρο 34 παράγραφος 1, και, ανά πάσα στιγμή, στο σύνολο των εγκαταστάσεών της.

Άρθρο 43

Συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών ελέγχου και του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων

1.   Οι εθνικές αρχές ελέγχου και ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων, εντός του πεδίου των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, συνεργάζονται στενά στο πλαίσιο των ευθυνών τους και εξασφαλίζουν τη συντονισμένη εποπτεία του VIS και των εθνικών συστημάτων.

2.   Οι ανωτέρω αρχές, εντός του πεδίου των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, ανταλλάσσουν σχετικές πληροφορίες, αλληλοβοηθούνται κατά τη διενέργεια ελέγχων και επιθεωρήσεων, εξετάζουν τυχόν δυσκολίες όσον αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, διερευνούν προβλήματα που μπορεί να ανακύψουν κατά την άσκηση ανεξάρτητου ελέγχου ή κατά την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης ενός προσώπου στα δεδομένα που το αφορούν, συντάσσουν εναρμονισμένες προτάσεις ώστε να εξευρεθούν κοινές λύσεις σε τυχόν προβλήματα και προάγουν την ευαισθητοποίηση όσον αφορά τα δικαιώματα για την προστασία των δεδομένων, όταν χρειάζεται.

3.   Οι εθνικές αρχές ελέγχου και ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων συνεδριάζουν για το σκοπό αυτό τουλάχιστον δις ετησίως. Τα έξοδα των συνεδριάσεων αυτών και οι υπηρεσίες που παρέχονται κατά τη διεξαγωγή τους αναλαμβάνονται από τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων. Κατά την πρώτη συνεδρίαση, θεσπίζονται οι διαδικαστικοί κανόνες. Αναλόγως των αναγκών, μπορούν να αναπτύσσονται από κοινού πρόσθετες μέθοδοι εργασίας.

4.   Κοινή έκθεση δραστηριοτήτων διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και τη διαχειριστική αρχή ανά διετία. Η έκθεση αυτή περιλαμβάνει ένα κεφάλαιο για κάθε κράτος μέλος το οποίο εκπονείται από την εθνική αρχή ελέγχου του εκάστοτε κράτους μέλους.

Άρθρο 44

Προστασία των δεδομένων κατά τη μεταβατική περίοδο

Σε περίπτωση που η Επιτροπή αναθέσει, κατά τη μεταβατική περίοδο, τις αρμοδιότητές της σε άλλο φορέα ή φορείς, σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού, εξασφαλίζεται ότι ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων έχει το δικαίωμα και τη δυνατότητα να εκτελεί πλήρως τα καθήκοντά του, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους ή να ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που του έχει ανατεθεί, δυνάμει του άρθρου 47 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 45

Εφαρμογή από την Επιτροπή

1.   Το κεντρικό σύστημα πληροφοριών για τις θεωρήσεις, η εθνική διεπαφή σε κάθε κράτος μέλος και η υποδομή επικοινωνίας μεταξύ του κεντρικού συστήματος και των εθνικών διεπαφών τίθενται σε λειτουργία από την Επιτροπή το συντομότερο δυνατό μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των λειτουργικών δυνατοτήτων για την επεξεργασία των βιομετρικών δεδομένων που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο γ).

2.   Τα απαραίτητα μέτρα για την τεχνική εφαρμογή του κεντρικού συστήματος πληροφοριών για τις θεωρήσεις, των εθνικών διεπαφών και της υποδομής επικοινωνίας μεταξύ του κεντρικού VIS και των εθνικών διεπαφών θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 49 παράγραφος 2, και συγκεκριμένα:

α)

για την εισαγωγή των δεδομένων και τη σύνδεση αιτήσεων σύμφωνα με το άρθρο 8·

β)

για την πρόσβαση σε δεδομένα, σύμφωνα με το άρθρο 15 και τα άρθρα 17 έως 22·

γ)

για την τροποποίηση, διαγραφή και πρόωρη διαγραφή δεδομένων, σύμφωνα με τα άρθρα 23 έως 25·

δ)

για την τήρηση αρχείων και την πρόσβαση σε αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 34·

ε)

για το μηχανισμό διαβούλευσης και τις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 16.

Άρθρο 46

Ενσωμάτωση των τεχνικών λειτουργικών δυνατοτήτων του δικτύου διαβουλεύσεων Σένγκεν

Ο μηχανισμός διαβούλευσης που αναφέρεται στο άρθρο 16 αντικαθιστά το δίκτυο διαβουλεύσεων Σένγκεν από την ημερομηνία που καθορίζεται σύμφωνα με την αναφερόμενη στο άρθρο 49 παράγραφος 3 διαδικασία, όταν όλα τα κράτη μέλη τα οποία χρησιμοποιούν το δίκτυο διαβουλεύσεων Σένγκεν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού έχουν κοινοποιήσει ότι προέβησαν στις νομικές και τεχνικές διευθετήσεις για τη χρήση του VIS για τους σκοπούς της αναζήτησης δεδομένων μεταξύ κεντρικών αρχών θεωρήσεων σχετικά με αιτήσεις θεωρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 2 της συμφωνίας του Σένγκεν.

Άρθρο 47

Έναρξη της διαβίβασης

Κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή ότι προέβη στις απαραίτητες τεχνικές και νομικές διευθετήσεις για τη διαβίβαση των δεδομένων που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1, στο VIS μέσω της εθνικής διεπαφής.

Άρθρο 48

Έναρξη λειτουργίας

1.   Η Επιτροπή καθορίζει την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του VIS, εφόσον:

α)

έχουν θεσπισθεί τα προβλεπόμενα στο άρθρο 45 παράγραφος 2 μέτρα·

β)

η Επιτροπή έχει ανακοινώσει την επιτυχή ολοκλήρωση πλήρους δοκιμής του VIS, η οποία έχει εκτελεσθεί με συμμετοχή της Επιτροπής και τουλάχιστον έξι κρατών μελών·

γ)

κατόπιν επαλήθευσης των τεχνικών διευθετήσεων, τα κράτη μέλη έχουν κοινοποιήσει στην Επιτροπή ότι έχουν προβεί στις απαραίτητες τεχνικές και νομικές διευθετήσεις για να συγκεντρώσουν και να διαβιβάσουν στο VIS τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1, για όλες τις αιτήσεις στην πρώτη περιφέρεια που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4, συμπεριλαμβανομένων των διευθετήσεων για τη συγκέντρωση ή/και τη διαβίβαση δεδομένων εξ ονόματος άλλου κράτους μέλους.

2.   Η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τα αποτελέσματα της δοκιμής που εκτελέστηκε σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β).

3.   Σε κάθε άλλη περιφέρεια, η Επιτροπή καθορίζει την ημερομηνία από την οποία η διαβίβαση των δεδομένων του άρθρου 5 παράγραφος 1, καθίσταται υποχρεωτική, εφόσον τα κράτη μέλη έχουν κοινοποιήσει στην Επιτροπή ότι έχουν προβεί στις απαραίτητες τεχνικές και νομικές διευθετήσεις για να συγκεντρώσουν και να διαβιβάσουν στο VIS τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1, για όλες τις αιτήσεις στη συγκεκριμένη περιφέρεια, συμπεριλαμβανομένων των διευθετήσεων για τη συγκέντρωση ή/και τη διαβίβαση δεδομένων εξ ονόματος άλλου κράτους μέλους. Πριν από την ημερομηνία αυτή, κάθε κράτος μέλος μπορεί να αρχίσει δραστηριότητα σε οποιαδήποτε από τις περιφέρειες αυτές, αμέσως μόλις κοινοποιήσει στην Επιτροπή ότι έχει προβεί στις απαραίτητες τεχνικές και νομικές διευθετήσεις για να συγκεντρώσει και να διαβιβάσει στο VIS τουλάχιστον τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β).

4.   Οι περιφέρειες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3 καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 49 παράγραφος 3. Τα κριτήρια για τον καθορισμό των εν λόγω περιφερειών είναι ο κίνδυνος παράνομης μετανάστευσης, οι απειλές για την εσωτερική ασφάλεια των κρατών μελών και η δυνατότητα συλλογής βιομετρικών στοιχείων από όλες τις τοποθεσίες της περιφέρειας.

5.   Η Επιτροπή δημοσιεύει τις ημερομηνίες έναρξης λειτουργίας σε κάθε περιφέρεια στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

6.   Κανένα κράτος μέλος δεν συμβουλεύεται τα δεδομένα που διαβιβάζονται στο VIS από άλλα κράτη μέλη πριν από το ίδιο ή άλλο κράτος μέλος που το εκπροσωπεί αρχίσει να εισάγει δεδομένα σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 3.

Άρθρο 49

Επιτροπή

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή που συστήνεται από το άρθρο 51 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1987/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τη δημιουργία, τη λειτουργία και τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II) (25).

2.   Όταν γίνεται μνεία στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται τα άρθρα 4 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

Η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται δίμηνη.

3.   Όταν γίνεται μνεία στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

Η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται δίμηνη.

Άρθρο 50

Παρακολούθηση και αξιολόγηση

1.   Η διαχειριστική αρχή εξασφαλίζει την ύπαρξη διαδικασιών για την παρακολούθηση της λειτουργίας του VIS σε σχέση με τους επιδιωκόμενους στόχους όσον αφορά την απόδοση, τη σχέση κόστους-απόδοσης, την ασφάλεια και την ποιότητα των υπηρεσιών.

2.   Για τους σκοπούς της τεχνικής συντήρησης, η διαχειριστική αρχή έχει πρόσβαση στις αναγκαίες πληροφορίες οι οποίες σχετίζονται με πράξεις επεξεργασίας στο VIS.

3.   Δύο έτη μετά την έναρξη λειτουργίας του VIS και εφεξής ανά διετία, η διαχειριστική αρχή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή έκθεση για την τεχνική λειτουργία του VIS, καθώς και την ασφάλειά του.

4.   Τρία έτη μετά την έναρξη της λειτουργίας του VIS και εφεξής ανά τέσσερα έτη, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση συνολικής αξιολόγησης του VIS. Η συνολική αξιολόγηση εξετάζει τα επιτευχθέντα αποτελέσματα σε σχέση με τους στόχους, εκτιμά κατά πόσον εξακολουθεί να ισχύει η λογική που διέπει το σύστημα, αξιολογεί την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού όσον αφορά το VIS, την ασφάλεια του VIS, τη χρήση που έγινε των διατάξεων που αναφέρονται στο άρθρο 31 και τυχόν επιπτώσεις μελλοντικών ενεργειών. Η Επιτροπή διαβιβάζει την αξιολόγηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

5.   Πριν από το τέλος της περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 2, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις τεχνικές προόδους που έχουν πραγματοποιηθεί όσον αφορά τη χρήση δακτυλικών αποτυπωμάτων στα εξωτερικά σύνορα και τις συνέπειες για τη διάρκεια των αναζητήσεων με χρήση του αριθμού της αυτοκόλλητης θεώρησης σε συνδυασμό με επαλήθευση των δακτυλικών αποτυπωμάτων του κατόχου της θεώρησης, συμπεριλαμβανομένου και του κατά πόσον η αναμενόμενη διάρκεια μιας τέτοιας αναζήτησης προκαλεί υπέρμετρο χρόνο αναμονής στα σημεία διέλευσης των συνόρων. Η Επιτροπή διαβιβάζει την αξιολόγηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Με βάση την αξιολόγηση αυτή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δύνανται να καλέσουν την Επιτροπή να προτείνει, εφόσον απαιτείται, κατάλληλες τροποποιήσεις στον παρόντα κανονισμό.

6.   Τα κράτη μέλη παρέχουν στη διαχειριστική αρχή και στην Επιτροπή τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκπόνηση των εκθέσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 3, 4 και 5.

7.   Η διαχειριστική αρχή παρέχει στην Επιτροπή τις πληροφορίες που χρειάζεται για τις συνολικές αξιολογήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 4.

8.   Κατά τη μεταβατική περίοδο έως ότου η διαχειριστική αρχή αναλάβει τα καθήκοντά της, η Επιτροπή είναι αρμόδια για την εκπόνηση και την υποβολή των εκθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 3.

Άρθρο 51

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

1.   Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Εφαρμόζεται από την ημερομηνία που ορίζεται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 48.

3.   Τα άρθρα 26, 27, 32, 45, το άρθρο 48 παράγραφοι 1, 2, 4 και το άρθρο 49 εφαρμόζονται από 2ας Σεπτεμβρίου 2008.

4.   Κατά τη μεταβατική περίοδο που αναφέρεται στο άρθρο 26 παράγραφος 4, οι αναφορές του παρόντος κανονισμού στη διαχειριστική αρχή νοούνται ως αναφορές στην Επιτροπή.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη σύμφωνα με τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Στρασβούργο, 9 Ιουλίου 2008.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

H.-G. PÖTTERING

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

J.-P. JOUYET


(1)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 7ης Ιουνίου 2007 (ΕΕ C 125 Ε της 22.5.2008, σ. 118) και απόφαση του Συμβουλίου της 23ης Ιουνίου 2008.

(2)  ΕΕ L 213 της 15.6.2004, σ. 5.

(3)  ΕΕ L 50 της 25.2.2003, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 123 της 9.5.2002, σ. 50.

(5)  ΕΕ L 164 της 14.7.1995, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1791/2006 (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 1).

(6)  ΕΕ C 326 της 22.12.2005, σ. 1. Εγκύκλιος όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την απόφαση 2006/684/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 280 της 12.10.2006, σ. 29).

(7)  ΕΕ L 239 της 22.9.2000, σ. 19. Σύμβαση όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1986/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 381 της 28.12.2006, σ. 1).

(8)  ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 (ΕΕ L 284 της 31.10.2003, σ. 1).

(9)  ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.

(10)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ (ΕΕ L 200 της 22.7.2006, σ. 11).

(11)  ΕΕ L 176 της 10.7.1999, σ. 36.

(12)  ΕΕ L 176 της 10.7.1999, σ. 31.

(13)  ΕΕ L 176 της 10.7.1999, σ. 53.

(14)  ΕΕ L 131 της 1.6.2000, σ. 43.

(15)  ΕΕ L 395 της 31.12.2004, σ. 70.

(16)  ΕΕ L 64 της 7.3.2002, σ. 20.

(17)  Απόφαση 2004/860/ΕΚ, της 25ης Οκτωβρίου 2004, για την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και την προσωρινή εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς την υλοποίηση, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν (ΕΕ L 370 της 17.12.2004, σ. 78).

(18)  Βλέπε σελίδα 129 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(19)  ΕΕ L 64 της 7.3.2003, σ. 1.

(20)  ΕΕ L 81 της 21.3.2001, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1932/2006 (ΕΕ L 405 της 30.12.2006, σ. 23· όπως διορθώθηκε στην ΕΕ L 29 της 3.2.2007, σ. 10).

(21)  ΕΕ L 53 της 23.2.2002, σ. 4.

(22)  ΕΕ L 105 της 13.4.2006, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 296/2008 (ΕΕ L 97 της 9.4.2008, σ. 60).

(23)  ΕΕ L 248 της 16.9.2002, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1525/2007 (ΕΕ L 343 της 27.12.2007, σ. 9).

(24)  ΕΕ L 56 της 4.3.1968, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 337/2007 (ΕΕ L 90 της 30.3.2007, σ. 1).

(25)  ΕΕ L 381 της 28.12.2006, σ. 4.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Κατάλογος διεθνών οργανισμών στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 31 παράγραφος 2

1.

Οργανώσεις των ΗΕ (όπως UNHCR)

2.

Διεθνείς Οργανώσεις Μεταναστεύσεως (ΔΟΜ)

3.

Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού


Top