EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32008R0622

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 622/2008 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 2008 , για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 773/2004, της Επιτροπής σχετικά με τη διεξαγωγή των διαδικασιών διευθέτησης διαφορών σε υποθέσεις συμπράξεων (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΕΕ L 171 της 1.7.2008, p. 3–5 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

Το έγγραφο αυτό έχει δημοσιευτεί σε ειδική έκδοση (HR)

Legal status of the document In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2008/622/oj

1.7.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 171/3


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 622/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 30ής Ιουνίου 2008

για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 773/2004, της Επιτροπής σχετικά με τη διεξαγωγή των διαδικασιών διευθέτησης διαφορών σε υποθέσεις συμπράξεων

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης (1), και ιδίως το άρθρο 33,

Αφού δημοσίευσε προσχέδιο αυτού του κανονισμού (2),

Μετά από διαβούλευση με τη συμβουλευτική επιτροπή συμπράξεων και δεσποζουσών θέσεων,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 773/2004 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης ΕΚ (3) θεσπίζει κανόνες για τη συμμετοχή των ενδιαφερομένων μερών στις διαδικασίες αυτές.

(2)

Τα εμπλεκόμενα μέρη πρέπει να είναι διατεθειμένα να παραδεχθούν τη συμμετοχή τους σε σύμπραξη κατά παράβαση του άρθρου 81 της συνθήκης και την ευθύνη τους όσον αφορά τη συμμετοχή αυτή, εάν δύνανται να προβλέψουν ευλόγως τα αναμενόμενα πορίσματα της Επιτροπής όσον αφορά τη συμμετοχή τους στην παράβαση και το ύψος των ενδεχομένων προστίμων και συμφωνούν με τα πορίσματα αυτά. Η Επιτροπή πρέπει να μπορεί να αποκαλύψει σ’αυτά τα μέρη, όπου είναι σκόπιμο, τις αιτιάσεις που σκοπεύει να τους απευθύνει όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία που περιέχονται στον φάκελο και τα σχετικά πρόστιμα που ενδεχομένως θα τους επιβληθούν. Αυτή η έγκαιρη αποκάλυψη επιτρέπει στα εμπλεκόμενα μέρη να εκφράσουν τις απόψεις τους επί των αιτιάσεων τις οποίες σκοπεύει να τους απευθύνει η Επιτροπή, καθώς και σχετικά με την ενδεχόμενη ευθύνη τους.

(3)

Όταν η Επιτροπή, στην κοινοποίηση αιτιάσεων, αναφέρει τις υποβληθείσες προτάσεις διευθέτησης διαφορών των μερών και, τα μέρη στις απαντήσεις τους επιβεβαιώνουν ότι η κοινοποίηση αιτιάσεων αντιστοιχεί στο περιεχόμενο των προτάσεών τους προς διευθέτηση των διαφορών, η Επιτροπή πρέπει δύναται να προβεί στην έκδοση της απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 7 και το άρθρο 23 του κανονισμού αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, μετά από διαβούλευση με τη συμβουλευτική επιτροπή για τις συμπράξεις και τις δεσπόζουσες θέσεις σύμφωνα με το άρθρο 14 του ιδίου κανονισμού.

(4)

Συνεπώς, είναι αναγκαία η θέσπιση μιας διαδικασίας διευθέτησης διαφορών που θα επιτρέψει στην Επιτροπή να επεξεργάζεται ταχύτερα και αποτελεσματικότερα τις υποθέσεις συμπράξεων. Η Επιτροπή διαθέτει μεγάλη διακριτική ευχέρεια που της επιτρέπει να αποφασίζει σε ποιες υποθέσεις είναι δυνατόν να διερευνηθεί κατά πόσον τα εμπλεκόμενα μέρη θα ενδιαφέρονταν να ακολουθήσουν διαδικασία διευθέτησης διαφορών, καθώς και να αποφασίζει ανά πάσα στιγμή την κίνηση ή τη διακοπή τέτοιων διαδικασιών ή την οριστική διευθέτηση μιας υπόθεσης. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας να διακόψει όλες τις συζητήσεις διευθέτησης διαφορών σε μία συγκεκριμένη υπόθεση ή αναφορικά με ένα ή δύο από τα εμπλεκόμενα μέρη. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα επίτευξης συμφωνίας μεταξύ όλων των εμπλεκομένων μερών όσον αφορά το πεδίο ενδεχομένων αιτιάσεων εντός ενός εύλογου χρονοδιαγράμματος, με συνυπολογισμό παραγόντων όπως ο αριθμός των εμπλεκομένων μερών, οι προβλεπόμενες αντικρουόμενες απόψεις όσον αφορά τον καταλογισμό των ευθυνών, ο βαθμός αμφισβήτησης των πραγματικών περιστατικών. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η προοπτική επίτευξης διαδικαστικής αποτελεσματικότητας στο πλαίσιο της συνολικής προόδου που έχει επιτευχθεί στη διαδικασία διευθέτησης διαφορών, συμπεριλαμβανομένων αδικαιολογήτων καθυστερήσεων σχετικών με τους πόρους που απαιτούνται για την παροχή χορήγησης πρόσβασης σε μη εμπιστευτικές εκδοχές εγγράφων του φακέλου. Μπορεί επίσης να ληφθούν υπόψη άλλοι παράγοντες, όπως ενδεχομένως η πιθανότητα δημιουργίας δεδικασμένου.

(5)

Οι καταγγέλλοντες θα συμμετέχουν εκ του σύνεγγυς στις διαδικασίες διευθέτησης των διαφορών και θα ενημερώνονται δεόντως και γραπτώς όσον αφορά τον χαρακτήρα και το αντικείμενο της διαδικασίας, ώστε να είναι σε θέση να υποβάλλουν τις απόψεις τους σχετικά, συνεργαζόμενοι έτσι στην έρευνα της Επιτροπής. Ωστόσο, στο ειδικό πλαίσιο της διαδικασίας διευθέτησης διαφορών, η διαβίβαση στους καταγγέλλοντες μιας μη εμπιστευτικής εκδοχής της κοινοποίησης των αιτιάσεων δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό τού να δοθεί η δυνατότητα στους καταγγέλλοντες να συνεργαστούν στην έρευνα της Επιτροπής και δύναται να αποθαρρύνει τα εμπλεκόμενα μέρη να συνεργαστούν με την Επιτροπή. Γι’ αυτόν τον σκοπό, η Επιτροπή δεν πρέπει υποχρεούται να διαβιβάζει μία μη εμπιστευτική εκδοχή της κοινοποίησης των αιτιάσεων στους καταγγέλλοντες.

(6)

Κατά συνέπεια, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 773/2004 πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 773/2004 τροποποιείται ως ακολούθως:

1.

Το άρθρο 2 παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει ανά πάσα στιγμή την κίνηση διαδικασίας ενόψει της έκδοσης απόφασης δυνάμει του κεφαλαίου III του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, αλλά όχι αργότερα από την ημερομηνία κατά την οποία καταρτίζει την προκαταρκτική εκτίμηση, όπως προβλέπεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού, ή να κοινοποιήσει τις αιτιάσεις, ή να ζητήσει από τα μέρη να εκφράσουν το ενδιαφέρον τους να συμμετάσχουν σε συζητήσεις διευθέτησης διαφορών ή από την ημερομηνία δημοσίευσης της ανακοίνωσης δυνάμει του άρθρου 27 παράγραφος 4 του ίδιου κανονισμού, με υπερισχύουσα την πρώτη χρονολογικά ημερομηνία».

2.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Οσάκις η Επιτροπή προβαίνει σε κοινοποίηση αιτιάσεων σχετικά με υπόθεση για την οποία έχει λάβει καταγγελία, ενημερώνει γραπτώς τον καταγγέλλοντα με αντίγραφο της μη εμπιστευτικής εκδοχής της κοινοποίησης αιτιάσεων, εκτός από υποθέσεις στις οποίες εφαρμόζεται η διαδικασία διευθέτησης διαφορών και όπου θα ενημερώσει γραπτώς τον καταγγέλλοντα για τη φύση και το αντικείμενο της διαδικασίας. Η Επιτροπή δύναται επίσης να ορίσει μία προθεσμία εντός της οποίας ο καταγγέλλων δύναται να υποβάλει γραπτώς τις απόψεις του».

3.

Στο άρθρο 10, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η Επιτροπή ενημερώνει τα εμπλεκόμενα μέρη σχετικά με τις αιτιάσεις που διατυπώνονται εναντίον τους. Η κοινοποίηση αιτιάσεων γνωστοποιείται γραπτώς, χωριστά σε κάθε εμπλεκόμενο μέρος κατά του οποίου διατυπώνονται αιτιάσεις».

4.

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 10α:

«Άρθρο 10α

Διαδικασία διευθέτησης διαφορών σε υποθέσεις συμπράξεων

1.   Μετά την έναρξη της διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, η Επιτροπή δύναται να ορίσει προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη έχουν τη δυνατότητα να δηλώσουν γραπτώς ότι είναι διατεθειμένα να συμμετάσχουν σε συζητήσεις διευθέτησης διαφορών ενόψει της πιθανής υποβολής αιτημάτων διευθέτησης διαφορών. Η Επιτροπή δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη της απαντήσεις που παραλαμβάνονται εκπρόθεσμα.

Εάν δύο ή περισσότερα μέρη της ίδιας επιχείρησης εκφράσουν τη βούλησή τους να συμμετάσχουν σε συζητήσεις διευθέτησης διαφορών σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, ορίζουν κοινούς εκπροσώπους που θα συμμετάσχουν εξ ονόματός τους στις συζητήσεις με την Επιτροπή. Η Επιτροπή, κατά τον καθορισμό της προθεσμίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, πρέπει να αναφέρει τα σχετικά εμπλεκόμενα μέρη που εντοπίζονται στην ίδια επιχείρηση, με μοναδικό σκοπό να τους δώσει τη δυνατότητα να τηρήσουν αυτή τη διάταξη.

2.   Τα μέρη που συμμετέχουν στις συζητήσεις διευθέτησης διαφορών πρέπει να ενημερώνονται από την Επιτροπή σχετικά με:

α)

τις αιτιάσεις που πρόκειται να τους απευθύνει·

β)

τα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία πρόκειται να απευθύνει τις αιτιάσεις·

γ)

τις μη εμπιστευτικές εκδοχές οιουδήποτε προσβάσιμου εγγράφου το οποίο αναφέρεται στο φάκελο της υπόθεσης, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, εφόσον κρίνουν ότι μία αίτηση ενός ενδιαφερόμενου μέρους είναι αιτιολογημένη γιατί παρέχει στο ενδιαφερόμενο μέρος τη δυνατότητα να διαπιστώσει τη θέση του σχετικά με μία χρονική περίοδο ή με οποιαδήποτε άλλη πτυχή της σύμπραξης, καθώς και

δ)

τα ενδεχόμενα πρόστιμα.

Οι πληροφορίες αυτές παραμένουν εμπιστευτικές έναντι οιουδήποτε τρίτου, πλην των περιπτώσεων για τις οποίες η Επιτροπή έχει προηγουμένως χορηγήσει ρητή άδεια γνωστοποίησής τους.

Σε περίπτωση που οι συζητήσεις διευθέτησης διαφορών προοδεύσουν, η Επιτροπή δύναται να ορίσει προθεσμία εντός της οποίας τα μέρη δεσμεύονται να ακολουθήσουν τη διαδικασία διευθέτησης διαφορών υποβάλλοντας αιτήματα διευθέτησης διαφορών που να αντικατοπτρίζουν τα αποτελέσματα των διεξαχθεισών συζητήσεων κατά τις οποίες αναγνωρίζουν τη συμμετοχή τους σε παράβαση του άρθρου 81 της συνθήκης, καθώς και την ευθύνη τους. Πριν η Επιτροπή ορίσει την προθεσμία υποβολής των αιτημάτων τους διευθέτησης διαφορών, τα ενεχόμενα μέρη δικαιούνται, εφόσον το ζητήσουν εγκαίρως, να λάβουν γνώση των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 10α παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο. Η Επιτροπή δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη της αιτήματα διευθέτησης διαφορών που παραλαμβάνονται εκπρόθεσμα

3.   Όταν η γνωστοποιηθείσα στα μέρη κοινοποίηση αιτιάσεων αντικατοπτρίζει το περιεχόμενο των αιτημάτων τους διευθέτησης διαφορών, η γραπτή απάντηση στην κοινοποίηση αιτιάσεων από πλευράς των εμπλεκομένων μερών θα επιβεβαιώνει, εντός της προθεσμίας που έχει ορίσει η Επιτροπή, ότι η κοινοποίηση αιτιάσεων που τους απεστάλη αντικατοπτρίζει το περιεχόμενο των αιτημάτων τους διευθέτησης διαφορών. Η Επιτροπή δύναται τότε να προβεί στην έκδοση της απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 7 και το άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, μετά από διαβούλευση με τη συμβουλευτική επιτροπή συμπράξεων και δεσποζουσών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου.

4.   Η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας τη διακοπή όλων των συζητήσεων διευθέτησης διαφορών για μία συγκεκριμένη υπόθεση ή αναφορικά με ένα ή περισσότερα από τα εμπλεκόμενα μέρη, εάν κρίνει ότι η διαδικαστική αποτελεσματικότητα δεν πρόκειται να επιτευχθεί».

5.

Το άρθρο 11 παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η Επιτροπή παρέχει στα μέρη προς τα οποία αποστέλλει κοινοποίηση αιτιάσεων τη δυνατότητα να τύχουν ακρόασης, πριν ζητήσει τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής του άρθρου 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003».

6.

Το άρθρο 12 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 12

1.   Η Επιτροπή παρέχει στα μέρη προς τα οποία αποστέλλει κοινοποίηση αιτιάσεων τη δυνατότητα να αναπτύξουν τα επιχειρήματα τους σε ακρόαση, εάν το ζητήσουν στο πλαίσιο των υποβαλλόμενων από αυτούς γραπτών παρατηρήσεων.

2.   Εντούτοις, όταν τα μέρη υποβάλλουν τις προτάσεις τους διευθέτησης διαφορών επιβεβαιώνουν στην Επιτροπή ότι θα ζητήσουν μόνο να τους δοθεί η ευκαιρία να αναπτύξουν τα επιχειρήματά τους κατά τη διάρκεια της ακρόασης, εάν η κοινοποίηση αιτιάσεων δεν αντικατοπτρίζει το περιεχόμενο των αιτημάτων τους διευθέτησης διαφορών».

7.

Στο άρθρο 15 παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:

«1α.   Μετά την έναρξη της διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 και προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στα μέρη που το επιθυμούν να υποβάλουν αιτήματα διευθέτησης διαφορών, η Επιτροπή τους γνωστοποιεί, κατόπιν αιτήσεώς τους και σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στα σχετικά εδάφια, τα αποδεικτικά στοιχεία και τα έγγραφα που προβλέπονται στο άρθρο 10α παράγραφος 2. Ενόψει αυτών, τα μέρη στην υποβολή των αιτημάτων τους διευθέτησης διαφορών επιβεβαιώνουν στην Επιτροπή ότι θα ζητήσουν πρόσβαση στον φάκελο μόνο στην περίπτωση που μετά την παραλαβή της κοινοποίησης αιτιάσεων διαπιστώσουν ότι αυτή δεν αντικατοπτρίζει το περιεχόμενο των αιτημάτων τους διευθέτησης διαφορών».

8.

Το άρθρο 17 τροποποιείται ως ακολούθως:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η Επιτροπή, οσάκις τάσσει τις προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 3, στο άρθρο 4 παράγραφος 3, στο άρθρο 6 παράγραφος 1, στο άρθρο 7 παράγραφος 1, στο άρθρο 10 παράγραφος 2, στο άρθρο 10α παράγραφος 1, στο άρθρο 10α παράγραφος 2, στο άρθρο 10α παράγραφος 3 και στο άρθρο 16 παράγραφος 3, λαμβάνει υπόψη της τόσο τον χρόνο που απαιτείται για την προετοιμασία του προς υποβολή αιτήματος όσο και τον επείγοντα χαρακτήρα της υπόθεσης»·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Οι προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 3, στο άρθρο 10α παράγραφος 1, στο άρθρο 10α παράγραφος 2 και στο άρθρο 16 παράγραφος 3 δεν μπορεί να είναι βραχύτερες από δύο εβδομάδες. Η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 δεν μπορεί να είναι βραχύτερη από δύο εβδομάδες, εκτός εάν πρόκειται για αιτήματα διευθέτησης διαφορών, για τα οποία οι διορθώσεις επιφέρονται εντός μίας εβδομάδας. Η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 10α παράγραφος 3 δεν μπορεί να είναι βραχύτερη από δύο εβδομάδες».

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 1η Ιουλίου 2008.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 30 Ιουνίου 2008.

Για την Επιτροπή,

Neelie KROES

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 1 της 4.1.2003, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1419/2006 (ΕΕ L 269 της 28.9.2006, σ. 1).

(2)  EE C 50 της 27.10.2007, σ. 48.

(3)  ΕΕ L 123 της 27.4.2004, σ. 18. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1792/2006 (ΕΕ L 362 της 20.12.2006, σ. 1).


Top