EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32004R2007

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2007/2004 του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2004, σχετικά με τη σύσταση ευρωπαϊκού οργανισμού για τη διαχείριση της επιχειρησιακής συνεργασίας στα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

OJ L 349, 25.11.2004, p. 1–11 (ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, NL, PL, PT, SK, SL, FI, SV)
OJ L 153M , 7.6.2006, p. 136–146 (MT)
Special edition in Bulgarian: Chapter 19 Volume 007 P. 71 - 81
Special edition in Romanian: Chapter 19 Volume 007 P. 71 - 81
Special edition in Croatian: Chapter 19 Volume 003 P. 197 - 207

No longer in force, Date of end of validity: 05/10/2016; καταργήθηκε από 32016R1624 . Latest consolidated version: 17/07/2014

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2004/2007/oj

25.11.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 349/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 2007/2004 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 26ης Οκτωβρίου 2004

σχετικά με τη σύσταση ευρωπαϊκού οργανισμού για τη διαχείριση της επιχειρησιακής συνεργασίας στα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 2 στοιχείο α) και το άρθρο 66,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1),

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στόχος της κοινοτικής πολιτικής για τα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ είναι η ολοκληρωμένη διαχείρισή τους, ώστε να εξασφαλίζεται ομοιόμορφος και υψηλού επιπέδου έλεγχος και επιτήρηση, τα οποία αποτελούν αναγκαία συνέπεια της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και θεμελιώδη συστατικά χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Για το σκοπό αυτό, προβλέπεται η θέσπιση κοινών κανόνων για τις προδιαγραφές και τις διαδικασίες ελέγχου των εξωτερικών συνόρων.

(2)

Για την αποτελεσματική εφαρμογή των κοινών κανόνων απαιτείται περαιτέρω συντονισμός της επιχειρησιακής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών.

(3)

Λαμβάνοντας υπόψη την εμπειρία της κοινής ομάδας για τα εξωτερικά σύνορα, που λειτουργεί στο πλαίσιο του Συμβουλίου, θα πρέπει να συσταθεί ειδικός φορέας με την κατάλληλη τεχνογνωσία, ο οποίος θα επιφορτισθεί με τη βελτίωση του συντονισμού της επιχειρησιακής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα της διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων, υπό τη μορφή ευρωπαϊκού οργανισμού για τη διαχείριση της επιχειρησιακής συνεργασίας στα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «οργανισμός»).

(4)

Η ευθύνη για τον έλεγχο και την επιτήρηση των εξωτερικών συνόρων βαρύνει τα κράτη μέλη. Ο οργανισμός θα πρέπει να διευκολύνει την εφαρμογή των ενεστώτων και μελλοντικών κοινοτικών μέτρων σχετικά με τη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων, εξασφαλίζοντας το συντονισμό των ενεργειών των κρατών μελών κατά την εφαρμογή των μέτρων αυτών.

(5)

Δεδομένου ότι ο αποτελεσματικός έλεγχος και η επιτήρηση των εξωτερικών συνόρων αποτελούν ζητήματα υψίστης σημασίας για τα κράτη μέλη, ανεξάρτητα από τη γεωγραφική τους θέση, είναι ανάγκη να προαχθεί η αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα της διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων. Η σύσταση του οργανισμού, ο οποίος επικουρεί τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή των επιχειρησιακών πτυχών της διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων, ιδίως κατά τον επαναπατρισμό υπηκόων τρίτων χωρών που βρίσκονται παράνομα στα κράτη μέλη, αποτελεί σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή.

(6)

Με βάση κοινό υπόδειγμα ολοκληρωμένης ανάλυσης κινδύνου, ο οργανισμός θα πρέπει να πραγματοποιεί αναλύσεις κινδύνου, ώστε να παρέχει στην Κοινότητα και τα κράτη μέλη τις απαιτούμενες πληροφορίες για τη λήψη κατάλληλων μέτρων ή για την αντιμετώπιση απειλών και κινδύνων που διαπιστώνονται, προκειμένου να βελτιωθεί η ολοκληρωμένη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων.

(7)

Ο οργανισμός θα πρέπει να παρέχει εκπαίδευση σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τους εθνικούς εκπαιδευτές των συνοριακών φυλάκων καθώς και να επιμορφώνει τους υπαλλήλους των αρμόδιων εθνικών υπηρεσιών και να οργανώνει σεμινάρια σχετικά με τον έλεγχο και την επιτήρηση των εξωτερικών συνόρων και την απομάκρυνση υπηκόων τρίτων χωρών που ευρίσκονται παράνομα στα κράτη μέλη. Ο οργανισμός μπορεί να οργανώνει εκπαιδευτικές δραστηριότητες σε συνεργασία με τα κράτη μέλη στο έδαφός τους.

(8)

Ο οργανισμός θα πρέπει να παρακολουθεί τις εξελίξεις της επιστημονικής έρευνας στον τομέα του και να γνωστοποιεί τις σχετικές πληροφορίες στην Επιτροπή και τα κράτη μέλη.

(9)

Ο οργανισμός θα πρέπει να διαχειρίζεται τους καταλόγους τεχνικού εξοπλισμού που υποβάλλουν τα κράτη μέλη, συμβάλλοντας στην από κοινού αξιοποίηση των υλικών πόρων.

(10)

Ο οργανισμός θα πρέπει να επικουρεί επίσης τα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν καταστάσεις οι οποίες απαιτούν αυξημένη τεχνική και επιχειρησιακή συνδρομή στα εξωτερικά σύνορα.

(11)

Στα περισσότερα κράτη μέλη, τα επιχειρησιακά ζητήματα σχετικά με τον επαναπατρισμό υπηκόων τρίτων χωρών που βρίσκονται παράνομα σ’ αυτά εμπίπτουν στις αρμοδιότητες των αρχών που είναι υπεύθυνες για τον έλεγχο στα εξωτερικά σύνορα. Δεδομένου ότι η διεκπεραίωση του έργου αυτού σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχει σαφώς προστιθέμενη αξία, ο οργανισμός παρέχει την κατάλληλη βοήθεια για την οργάνωση κοινών επιχειρήσεων επαναπατρισμού από τα κράτη μέλη και προσδιορίζει ορθές πρακτικές σχετικά με τη χορήγηση ταξιδιωτικών εγγράφων και την απομάκρυνση υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι ευρίσκονται παρανόμως στα εδάφη των κρατών μελών, σύμφωνα με την κοινοτική πολιτική επαναπατρισμού.

(12)

Για την εκπλήρωση της αποστολής του, και κατά το βαθμό που απαιτείται για την εκπλήρωση των καθηκόντων του, ο οργανισμός μπορεί να συνεργάζεται με την Ευρωπόλ, τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών και διεθνείς οργανισμούς που είναι αρμόδιοι για θέματα που διέπει ο παρών κανονισμός, στο πλαίσιο συμφωνιών συνεργασίας που συνάπτονται με τους οργανισμούς αυτούς, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της συνθήκης. Ο οργανισμός θα πρέπει να διευκολύνει την επιχειρησιακή συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών στο πλαίσιο της πολιτικής εξωτερικών σχέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(13)

Αξιοποιώντας την εμπειρία της κοινής ομάδας για τα εξωτερικά σύνορα, καθώς και των επιχειρησιακών και εκπαιδευτικών κέντρων που εξειδικεύονται σε διάφορους τομείς ελέγχου και επιτήρησης των χερσαίων, εναέριων και θαλάσσιων συνόρων αντίστοιχα, που έχουν συσταθεί από τα κράτη μέλη, ο οργανισμός μπορεί να δημιουργήσει ο ίδιος ειδικά παραρτήματα αρμόδια για τη διαχείριση των χερσαίων, εναέριων και θαλάσσιων συνόρων.

(14)

Ο οργανισμός θα πρέπει να είναι ανεξάρτητος όσον αφορά τα τεχνικά θέματα και να έχει νομική, διοικητική και οικονομική αυτονομία. Για το σκοπό αυτό, είναι αναγκαίο και σκόπιμο να αποτελεί κοινοτικό φορέα με νομική προσωπικότητα, ο οποίος ασκεί τις εκτελεστικές εξουσίες που του αναθέτει ο παρών κανονισμός.

(15)

Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να εκπροσωπούνται στο πλαίσιο διοικητικού συμβουλίου ώστε να ελέγχουν αποτελεσματικά τις λειτουργίες του οργανισμού. Το διοικητικό συμβούλιο θα πρέπει, εφόσον είναι δυνατόν, να αποτελείται από τους επιχειρησιακούς διευθυντές των εθνικών υπηρεσιών που είναι αρμόδιες για τη διαχείριση συνοριακής φρουράς ή από τους αντιπροσώπους τους. Το διοικητικό συμβούλιο θα πρέπει να διαθέτει τις αναγκαίες εξουσίες για την κατάρτιση προϋπολογισμού, τον έλεγχο της εκτέλεσής του, τη θέσπιση των κατάλληλων δημοσιονομικών κανόνων, την καθιέρωση διαφανών διαδικασιών για τη λήψη αποφάσεων από τον οργανισμό και το διορισμό του εκτελεστικού του διευθυντή και του αναπληρωτή του.

(16)

Για να εξασφαλιστεί η πλήρης αυτονομία και ανεξαρτησία του, ο οργανισμός, θα πρέπει να διαθέτει αυτόνομο προϋπολογισμό τα έσοδα του οποίου θα προέρχονται κυρίως από συνεισφορά της Κοινότητας. Για την κοινοτική συνεισφορά και όλες τις άλλες επιχορηγήσεις που βαρύνουν το γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ισχύει η κοινοτική διαδικασία επί του προϋπολογισμού. Ο έλεγχος των λογαριασμών θα πρέπει να ασκείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

(17)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (3), θα πρέπει να έχει εφαρμογή χωρίς περιορισμούς για τον οργανισμό, ο οποίος θα πρέπει να προσχωρήσει στη διοργανική συμφωνία της 25ης Μαΐου 1999 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που πραγματοποιεί η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (4).

(18)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (5), θα πρέπει να έχει εφαρμογή για τον οργανισμό.

(19)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (6), ισχύει για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τον οργανισμό.

(20)

Η ανάπτυξη της πολιτικής και της νομοθεσίας για τον έλεγχο και τη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων εξακολουθεί να αποτελεί ευθύνη των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και ιδίως του Συμβουλίου. Θα πρέπει να διασφαλίζεται η στενή συνεργασία μεταξύ του οργανισμού και των εν λόγω θεσμικών οργάνων.

(21)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, ήτοι η ολοκληρωμένη διαχείριση της επιχειρησιακής συνεργασίας στα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορεί να επιτευχθεί ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη και μπορεί συνεπώς να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(22)

Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από το άρθρο 6 παράγραφος 2 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και διατυπώνονται στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(23)

Όσον αφορά την Ισλανδία και τη Νορβηγία, ο παρών κανονισμός συνιστά ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν κατά την έννοια της συμφωνίας που έχει συναφθεί μεταξύ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δημοκρατίας της Ισλανδίας και του Βασιλείου της Νορβηγίας για τη σύνδεση των δύο αυτών κρατών με την υλοποίηση, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν, που εμπίπτει στον τομέα του άρθρου 1 στοιχείο Α της απόφασης 1999/437/ΕΚ του Συμβουλίου (7) σχετικά με ορισμένες λεπτομέρειες εφαρμογής της συμφωνίας αυτής. Συνεπώς, οι αντιπροσωπίες της Δημοκρατίας της Ισλανδίας και του Βασιλείου της Νορβηγίας θα πρέπει να συμμετέχουν ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου του Οργανισμού αν και με περιορισμένα δικαιώματα ψήφου. Προκειμένου να καθοριστούν οι περαιτέρω διαδικασίες για την πλήρη συμμετοχή της Δημοκρατίας της Ισλανδίας και του Βασιλείου της Νορβηγίας στις δραστηριότητες του οργανισμού, θα πρέπει να συναφθεί περαιτέρω διακανονισμός μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών αυτών.

(24)

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας, το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Δανία δεν συμμετέχει στην έκδοση του παρόντος κανονισμού και ως εκ τούτου δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του. Δεδομένου ότι ο παρών κανονισμός βασίζεται στο κεκτημένο του Σένγκεν σύμφωνα με τις διατάξεις του τίτλου IV του τρίτου μέρους της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Δανία, σύμφωνα με το άρθρο 5 του εν λόγω πρωτοκόλλου, θα πρέπει να αποφασίσει εντός εξαμήνου από την έκδοση του παρόντος κανονισμού από το Συμβούλιο κατά πόσον θα τον εφαρμόσει στο εθνικό της δίκαιο.

(25)

Ο παρών κανονισμός συνιστά ανάπτυξη διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν, στις οποίες δεν συμμετέχει το Ηνωμένο Βασίλειο σύμφωνα με την απόφαση 2000/365/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, σχετικά με το αίτημα του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας να συμμετέχει σε ορισμένες από τις διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν (8). Ως εκ τούτου, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν συμμετέχει στην έκδοσή του και δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του.

(26)

Ο παρών κανονισμός αποτελεί ανάπτυξη διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν, στις οποίες δεν συμμετέχει η Ιρλανδία σύμφωνα με την απόφαση 2002/192/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2002, σχετικά με το αίτημα της Ιρλανδίας να συμμετέχει σε ορισμένες από τις διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν (9). Ως εκ τούτου, η Ιρλανδία δεν συμμετέχει στην έκδοσή του και δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του.

(27)

Ο οργανισμός θα πρέπει να διευκολύνει την οργάνωση επιχειρησιακών δράσεων στις οποίες τα κράτη μέλη θα έχουν τη δυνατότητα να επωφελούνται από την τεχνογνωσία και τις ευκολίες που ενδεχομένως επιθυμούν να προσφέρουν η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με διαδικασίες που θα αποφασίζονται κατά περίπτωση από το διοικητικό συμβούλιο. Για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να καλούνται αντιπρόσωποι της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου σε όλες τις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου, προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν πλήρως στις εργασίες προετοιμασίας των επιχειρησιακών αυτών δράσεων.

(28)

Υφίσταται διαφορά μεταξύ του Βασιλείου της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου ως προς την οριοθέτηση των συνόρων του Γιβραλτάρ.

(29)

Η αναστολή εφαρμογής του παρόντος κανονισμού στα σύνορα του Γιβραλτάρ δεν συνεπάγεται μεταβολή των αντίστοιχων θέσεων των ενδιαφερόμενων κρατών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ

Άρθρο 1

Σύσταση του οργανισμού

1.   Ιδρύεται Ευρωπαϊκός οργανισμός για τη διαχείριση της επιχειρησιακής συνεργασίας στα εξωτερικά σύνορα (εφεξής ο «οργανισμός») με σκοπό την ολοκληρωμένη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Καίτοι την ευθύνη για τον έλεγχο και την επιτήρηση των εξωτερικών συνόρων φέρουν τα κράτη μέλη, ο οργανισμός διευκολύνει και καθιστά αποτελεσματικότερη την εφαρμογή των ενεστώτων και μελλοντικών κοινοτικών μέτρων για τη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων. Το πράττει συντονίζοντας τις ενέργειες των κρατών μελών κατά την υλοποίηση των μέτρων αυτών και συμβάλλοντας έτσι στον αποτελεσματικό, ομοιόμορφο και υψηλού επιπέδου έλεγχο των προσώπων και επιτήρηση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών.

3.   Ο οργανισμός παρέχει επίσης στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη την αναγκαία τεχνική συνδρομή και τεχνογνωσία για τη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων και προάγει την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών.

4.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, οι αναφορές στα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών νοούνται ως αναφορές στα χερσαία και θαλάσσια σύνορα των κρατών μελών καθώς και στους αερολιμένες και τους λιμένες τους, για τα οποίους ισχύουν οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου σχετικά με τη διέλευση προσώπων από τα εξωτερικά σύνορα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ

Άρθρο 2

Κύρια καθήκοντα

1.   Ο οργανισμός ασκεί τα ακόλουθα καθήκοντα:

α)

συντονίζει την επιχειρησιακή συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα της διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων·

β)

επικουρεί τα κράτη μέλη στην εκπαίδευση των εθνικών συνοριακών φυλάκων, μεταξύ άλλων με την καθιέρωση κοινών προδιαγραφών εκπαίδευσης·

γ)

πραγματοποιεί αναλύσεις κινδύνου·

δ)

παρακολουθεί τις εξελίξεις των ερευνών σχετικά με τον έλεγχο και την επιτήρηση των εξωτερικών συνόρων·

ε)

επικουρεί τα κράτη μέλη σε περιπτώσεις που απαιτείται αυξημένη τεχνική και επιχειρησιακή συνδρομή στα εξωτερικά σύνορα·

στ)

παρέχει στα κράτη μέλη την αναγκαία στήριξη για την οργάνωση κοινών επιχειρήσεων επαναπατρισμού.

2.   Χωρίς να θίγονται οι αρμοδιότητες του οργανισμού, τα κράτη μέλη δύνανται να συνεχίζουν τη συνεργασία τους σε επιχειρησιακό επίπεδο με άλλα κράτη μέλη ή/και τρίτες χώρες στα εξωτερικά σύνορα, εφόσον η συνεργασία αυτή συμπληρώνει τη δράση του οργανισμού.

Τα κράτη μέλη απέχουν από οποιαδήποτε δραστηριότητα ενδέχεται να βλάψει τη λειτουργία του οργανισμού ή την επίτευξη των στόχων του.

Τα κράτη μέλη υποβάλλουν εκθέσεις στον οργανισμό όσον αφορά τα επιχειρησιακά θέματα στα εξωτερικά σύνορα που δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο του οργανισμού.

Άρθρο 3

Κοινές επιχειρήσεις και πειραματικά σχέδια στα εξωτερικά σύνορα

1.   Ο οργανισμός αξιολογεί, εγκρίνει και συντονίζει προτάσεις για κοινές επιχειρήσεις και πιλοτικά σχέδια που πραγματοποιούνται από τα κράτη μέλη.

Ο οργανισμός μπορεί να αναλαμβάνει ο ίδιος, και σε συμφωνία με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, πρωτοβουλίες για κοινές επιχειρήσεις και πιλοτικά σχέδια σε συνεργασία με κράτη μέλη.

Μπορεί επίσης να αποφασίσει να θέσει τον τεχνικό του εξοπλισμό στη διάθεση των κρατών μελών που συμμετέχουν στις κοινές επιχειρήσεις ή τα πιλοτικά σχέδια.

2.   Ο οργανισμός μπορεί να δραστηριοποιείται μέσω των ειδικών του παραρτημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 16 για την πρακτική οργάνωση κοινών επιχειρήσεων και πιλοτικών σχεδίων.

3.   Ο οργανισμός αξιολογεί τα αποτελέσματα των κοινών επιχειρήσεων και των πιλοτικών σχεδίων και προβαίνει σε διεξοδικές συγκριτικές αναλύσεις των αποτελεσμάτων αυτών ώστε να βελτιωθεί η ποιότητα, η συνοχή και η αποτελεσματικότητα των μελλοντικών επιχειρήσεων και σχεδίων, οι αναλύσεις δε αυτές περιλαμβάνονται στη γενική έκθεση που προβλέπει το άρθρο 20 παράγραφος 2 στοιχείο β).

4.   Ο οργανισμός μπορεί να αποφασίζει τη συγχρηματοδότηση των επιχειρήσεων και σχεδίων της παραγράφου 1, με επιχορηγήσεις από τον προϋπολογισμό του και σύμφωνα με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον οργανισμό.

Άρθρο 4

Ανάλυση κινδύνου

Ο οργανισμός καταρτίζει και εφαρμόζει κοινό υπόδειγμα ολοκληρωμένης ανάλυσης κινδύνου.

Εκπονεί τόσο γενικές όσο και ειδικές αναλύσεις κινδύνων τις οποίες υποβάλλει στο Συμβούλιο και την Επιτροπή.

Κατά την κατάρτιση του κοινού βασικού κορμού μαθημάτων για την εκπαίδευση των συνοριακών φυλάκων που προβλέπεται με το άρθρο 5, ο οργανισμός χρησιμοποιεί τα αποτελέσματα του κοινού υποδείγματος ολοκληρωμένης ανάλυσης κινδύνου.

Άρθρο 5

Εκπαίδευση

Ο οργανισμός καταρτίζει και αναπτύσσει περαιτέρω έναν κοινό βασικό κορμό μαθημάτων για την εκπαίδευση των συνοριακών φυλάκων και εξασφαλίζει την επιμόρφωση σε ευρωπαϊκό επίπεδο των εκπαιδευτών τους στα διάφορα κράτη μέλη.

Ο οργανισμός διοργανώνει επίσης για τους υπαλλήλους των αρμόδιων εθνικών υπηρεσιών των κρατών μελών πρόσθετα επιμορφωτικά μαθήματα και σεμινάρια για θέματα που σχετίζονται με τον έλεγχο και την επιτήρηση των εξωτερικών συνόρων και τον επαναπατρισμό υπηκόων τρίτων χωρών.

Ο οργανισμός μπορεί να διοργανώνει δραστηριότητες εκπαίδευσης σε συνεργασία με κράτη μέλη στο έδαφός τους.

Άρθρο 6

Παρακολούθηση της έρευνας

Ο οργανισμός παρακολουθεί τις εξελίξεις στην έρευνα σχετικά με τον έλεγχο και την επιτήρηση των εξωτερικών συνόρων και διαδίδει τις σχετικές πληροφορίες στην Επιτροπή και τα κράτη μέλη.

Άρθρο 7

Διαχείριση του τεχνικού εξοπλισμού

Ο οργανισμός καταρτίζει και τηρεί κεντρικά μητρώα του τεχνικού εξοπλισμού για τον έλεγχο και την επιτήρηση των εξωτερικών συνόρων που ανήκει στα κράτη μέλη και τον οποίον τα κράτη μέλη, οικειοθελώς και κατόπιν σχετικού αιτήματος από άλλο κράτος μέλος, δέχονται να θέσουν στη διάθεση του αιτούντος κράτους μέλους προσωρινά, κατόπιν αναλύσεως των αναγκών και των κινδύνων που πραγματοποιεί ο οργανισμός.

Άρθρο 8

Στήριξη κρατών μελών που αντιμετωπίζουν καταστάσεις οι οποίες απαιτούν αυξημένη τεχνική και επιχειρησιακή συνδρομή στα εξωτερικά σύνορα

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 64 παράγραφος 2 της συνθήκης, ένα ή περισσότερα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν περιστάσεις οι οποίες απαιτούν αυξημένη τεχνική και επιχειρησιακή βοήθεια κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους όσον αφορά τον έλεγχο και την επιτήρηση των εξωτερικών συνόρων μπορούν να ζητήσουν τη συνδρομή του οργανισμού. Ο οργανισμός μπορεί να διοργανώσει την κατάλληλη τεχνική και επιχειρησιακή συνδρομή προς τα αιτούντα κράτη μέλη.

2.   Υπό τις συνθήκες της παραγράφου 1, o οργανισμός μπορεί:

α)

να παρέχει τη συνδρομή του σε θέματα συντονισμού μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών προκειμένου να επιλυθούν τα προβλήματα που παρουσιάζονται στα εξωτερικά σύνορα·

β)

να αποστέλλει τους εμπειρογνώμονές του σε βοήθεια των αρμόδιων εθνικών αρχών των ενδιαφερομένων κρατών μελών για το απαιτούμενο χρονικό διάστημα.

3.   Ο οργανισμός μπορεί να αποκτήσει τεχνικό εξοπλισμό για τον έλεγχο και την επιτήρηση των εξωτερικών συνόρων, τον οποίον θα χρησιμοποιούν οι εμπειρογνώμονές του κατά τη διάρκεια της αποστολής τους στα εν λόγω κράτη μέλη.

Άρθρο 9

Συνεργασία σε θέματα επαναπατρισμού

1.   Ο οργανισμός παρέχει την αναγκαία συνδρομή για την οργάνωση κοινών επιχειρήσεων επαναπατρισμού από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την κοινοτική πολιτική επαναπατρισμού. Ο οργανισμός μπορεί να χρησιμοποιεί κοινοτικούς χρηματοδοτικούς πόρους που είναι διαθέσιμοι στον τομέα του επαναπατρισμού.

2.   Ο οργανισμός καθορίζει τις ορθές πρακτικές για τη χορήγηση ταξιδιωτικών εγγράφων και την απομάκρυνση των υπηκόων τρίτων χωρών που βρίσκονται παράνομα στα κράτη μέλη.

Άρθρο 10

Άσκηση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων

Η άσκηση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από υπαλλήλους του οργανισμού και εμπειρογνώμονες των κρατών μελών οι οποίοι δρουν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους υπόκειται στο εθνικό δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους.

Άρθρο 11

Συστήματα ανταλλαγής πληροφοριών

Ο οργανισμός μπορεί να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να διευκολύνει την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικών με τα καθήκοντά του με την Επιτροπή και τα κράτη μέλη.

Άρθρο 12

Συνεργασία με την Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο

1.   Ο οργανισμός διευκολύνει την επιχειρησιακή συνεργασία των κρατών μελών με την Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο σε θέματα που εμπίπτουν στις δραστηριότητές του και κατά τον βαθμό που απαιτείται για την εκπλήρωση των καθηκόντων του που απαριθμούνται στο άρθρο 2 παράγραφος 1.

2.   Η στήριξη που παρέχει ο οργανισμός σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο στ) καλύπτει την οργάνωση κοινών επιχειρήσεων επαναπατρισμού από τα κράτη μέλη, στις οποίες επίσης συμμετέχουν η Ιρλανδία ή το Ηνωμένο Βασίλειο ή και οι δύο.

3.   Η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού στα σύνορα του Γιβραλτάρ αναστέλλεται έως την ημερομηνία επίτευξης συμφωνίας για το πεδίο εφαρμογής των μέτρων που αφορούν τη διέλευση των προσώπων από τα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών.

Άρθρο 13

Συνεργασία με την Ευρωπόλ και με διεθνείς οργανισμούς

Ο οργανισμός μπορεί να συνεργάζεται με την Ευρωπόλ και τους διεθνείς οργανισμούς που είναι αρμόδιοι για θέματα που καλύπτει ο παρών κανονισμός, στο πλαίσιο συμφωνιών συνεργασίας που συνάπτονται με τους φορείς αυτούς, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της συνθήκης και τις διατάξεις για τις αρμοδιότητες των φορέων αυτών.

Άρθρο 14

Διευκόλυνση της επιχειρησιακής συνεργασίας με τρίτες χώρες και συνεργασία με αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών

Σε θέματα που καλύπτουν οι δραστηριότητές του και κατά το βαθμό που απαιτείται για την εκπλήρωση των καθηκόντων του, ο οργανισμός διευκολύνει την επιχειρησιακή συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών στο πλαίσιο της πολιτικής εξωτερικών σχέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο οργανισμός μπορεί να συνεργάζεται με τις αρχές τρίτων χωρών που είναι αρμόδιες για θέματα που καλύπτει ο παρών κανονισμός, στο πλαίσιο συμφωνιών συνεργασίας που συνάπτονται με τις αρχές αυτές, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της συνθήκης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΔΟΜΗ

Άρθρο 15

Νομικό καθεστώς και έδρα

Ο οργανισμός είναι κοινοτικός φορέας και έχει νομική προσωπικότητα.

Σε κάθε κράτος μέλος, ο οργανισμός διαθέτει την ευρύτερη δυνατή νομική ικανότητα που αναγνωρίζει το εθνικό δίκαιο στα νομικά πρόσωπα. Δύναται, ιδίως, να αποκτά και να διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία και να έχει την ικανότητα διαδίκου.

Ο οργανισμός είναι ανεξάρτητος όσον αφορά τα τεχνικά θέματα.

Ο οργανισμός εκπροσωπείται από τον εκτελεστικό του διευθυντή.

Η έδρα του οργανισμού αποφασίζεται ομόφωνα από το Συμβούλιο.

Άρθρο 16

Ειδικά παραρτήματα

Το διοικητικό συμβούλιο του οργανισμού αξιολογεί την ανάγκη σύστασης ειδικών παραρτημάτων στα κράτη μέλη και αποφασίζει σχετικά, υπό την προϋπόθεση της συναίνεσής τους, λαμβάνοντας υπόψη ότι θα πρέπει να δοθεί η ανάλογη προτεραιότητα στα επιχειρησιακά και εκπαιδευτικά κέντρα τα οποία έχουν ήδη συσταθεί και είναι εξειδικευμένα στους διάφορους τομείς ελέγχου και επιτήρησης των χερσαίων, εναερίων, και θαλασσίων συνόρων αντιστοίχως.

Τα ειδικά παραρτήματα του οργανισμού καθορίζουν ορθές πρακτικές όσον αφορά τις συγκεκριμένες κατηγορίες εξωτερικών συνόρων για τις οποίες είναι υπεύθυνα. Ο οργανισμός εξασφαλίζει τη συνοχή και την ομοιομορφία των εν λόγω ορθών πρακτικών.

Κάθε ειδικό παράρτημα υποβάλλει στον εκτελεστικό διευθυντή του οργανισμού ετήσια λεπτομερή έκθεση των δραστηριοτήτων του και παρέχει οποιαδήποτε άλλη πληροφορία σχετικά με το συντονισμό της επιχειρησιακής συνεργασίας.

Άρθρο 17

Προσωπικό

1.   Ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και οι εκτελεστικοί κανόνες που έχουν θεσπιστεί από κοινού από τα όργανα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προς εκτέλεση του εν λόγω κανονισμού και καθεστώτος εφαρμόζονται και στο προσωπικό του οργανισμού.

2.   Ο οργανισμός ασκεί έναντι του προσωπικού του τις εξουσίες που παρέχονται στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό.

3.   Το προσωπικό του οργανισμού απαρτίζεται από ικανό αριθμό υπαλλήλων και εθνικών εμπειρογνωμόνων στον τομέα του ελέγχου και της επιτήρησης των εξωτερικών συνόρων, οι οποίοι είναι αποσπασμένοι από τα κράτη μέλη για την άσκηση διοικητικών καθηκόντων. Το υπόλοιπο προσωπικό απαρτίζεται από άλλους υπαλλήλους που προσλαμβάνει ο οργανισμός ανάλογα με τις ανάγκες για τη διεκπεραίωση της αποστολής του.

Άρθρο 18

Προνόμια και ασυλίες

Το πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εφαρμόζεται στον οργανισμό.

Άρθρο 19

Ευθύνη

1.   Η συμβατική ευθύνη του οργανισμού διέπεται από το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σχετική σύμβαση.

2.   Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι αρμόδιο να αποφαίνεται βάσει οποιασδήποτε ρήτρας διαιτησίας περιλαμβάνεται σε σύμβαση που συνάπτει ο οργανισμός.

3.   Σε περίπτωση εξωσυμβατικής ευθύνης ο οργανισμός υποχρεούται να αποκαθιστά κάθε ζημία που προκαλείται από τις υπηρεσίες ή το προσωπικό του κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα επιμέρους δίκαια των κρατών μελών.

4.   Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάζει τις διαφορές που αφορούν τις αποζημιώσεις για τις ζημίες της παραγράφου 3.

5.   Η προσωπική ευθύνη των υπαλλήλων έναντι του Οργανισμού διέπεται από τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ή του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό.

Άρθρο 20

Αρμοδιότητες του διοικητικού συμβουλίου

1.   Ο οργανισμός έχει διοικητικό συμβούλιο.

2.   Το διοικητικό συμβούλιο:

α)

διορίζει τον εκτελεστικό διευθυντή κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 26·

β)

πριν από τις 31 Μαρτίου κάθε έτους, εγκρίνει τη γενική έκθεση του οργανισμού για το προηγούμενο έτος και τη διαβιβάζει το αργότερο έως τις 15 Ιουνίου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και το Ελεγκτικό Συνέδριο. Η γενική έκθεση δημοσιοποιείται·

γ)

πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου κάθε έτους και αφού λάβει τη γνώμη της Επιτροπής, εγκρίνει, με πλειοψηφία των τριών τετάρτων των μελών του που έχουν δικαίωμα ψήφου, το πρόγραμμα εργασίας του οργανισμού για το επόμενο έτος και το διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή· το εν λόγω πρόγραμμα εργασίας εγκρίνεται σύμφωνα με την ετήσια διαδικασία του κοινοτικού προϋπολογισμού και το νομοθετικό πρόγραμμα της Κοινότητας στους συναφείς τομείς της διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων·

δ)

θεσπίζει τις διαδικασίες για τη λήψη αποφάσεων από τον εκτελεστικό διευθυντή σχετικά με το επιχειρησιακό έργο του οργανισμού·

ε)

ασκεί τα καθήκοντά του σχετικά με τον προϋπολογισμό του οργανισμού σύμφωνα με το άρθρο 28, 29 παράγραφοι 5, 9 και 11, το άρθρο 30 παράγραφος 5 και το άρθρο 32·

στ)

ασκεί τον πειθαρχικό έλεγχο επί του εκτελεστικού διευθυντή και του αναπληρωτή εκτελεστικού διευθυντή, σε συμφωνία με τον εκτελεστικό διευθυντή·

ζ)

θεσπίζει τον εσωτερικό του κανονισμό·

η)

καταρτίζει το οργανόγραμμα του οργανισμού και εγκρίνει την πολιτική του σε θέματα προσωπικού.

3.   Όσον αφορά προτάσεις αποφάσεων για συγκεκριμένες δραστηριότητες που πραγματοποιούνται στα εξωτερικά σύνορα κράτους μέλους ή πολύ κοντά στα σύνορα κράτους μέλους, απαιτείται για την έγκρισή τους να ψηφίσει υπέρ της πρότασης το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου που εκπροσωπεί το οικείο κράτος μέλος.

4.   Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να παρέχει συμβουλές στον εκτελεστικό διευθυντή για θέματα που αφορούν αποκλειστικά την εξέλιξη της επιχειρησιακής διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης της έρευνας, όπως ορίζεται στο άρθρο 6.

5.   Εάν η Ιρλανδία ή/και το Ηνωμένο Βασίλειο ζητήσουν να συμμετάσχουν σε δραστηριότητες του οργανισμού, το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει σχετικά με το αίτημα αυτό.

Το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει κατά περίπτωση με απόλυτη πλειοψηφία των μελών του που έχουν δικαίωμα ψήφου. Για να λάβει την απόφασή του, το διοικητικό συμβούλιο εξετάζει κατά πόσον η συμμετοχή της Ιρλανδίας ή/και του Ηνωμένου Βασιλείου συμβάλλει στην επιτυχία της εκάστοτε δραστηριότητας. Στην απόφαση ορίζεται η χρηματοδοτική συνεισφορά της Ιρλανδίας ή/και του Ηνωμένου Βασιλείου για τη δραστηριότητα για την οποία έχουν υποβάλει αίτημα συμμετοχής.

6.   Το διοικητικό συμβούλιο διαβιβάζει κάθε χρόνο στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή οποιαδήποτε στοιχεία σχετικά με την έκβαση των διαδικασιών αξιολόγησης.

7.   Το διοικητικό συμβούλιο δύναται να συστήσει εκτελεστικό γραφείο το οποίο επικουρεί το διοικητικό συμβούλιο και τον εκτελεστικό διευθυντή κατά την προετοιμασία των αποφάσεων, των προγραμμάτων και των δραστηριοτήτων που πρόκειται να εγκριθούν από το διοικητικό συμβούλιο και, όταν είναι αναγκαίο, σε επείγουσες περιπτώσεις, λαμβάνει ορισμένες προσωρινές αποφάσεις εξ ονόματος του διοικητικού συμβουλίου.

Άρθρο 21

Σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου

1.   Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 3, το διοικητικό συμβούλιο αποτελείται από έναν αντιπρόσωπο από κάθε κράτος μέλος και δύο αντιπροσώπους της Επιτροπής. Για το σκοπό αυτό, κάθε κράτος μέλος διορίζει ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου καθώς και ένα αναπληρωματικό μέλος που εκπροσωπεί το τακτικό μέλος όταν απουσιάζει. Η Επιτροπή διορίζει δύο μέλη καθώς και τους αναπληρωτές τους. Η διάρκεια της θητείας τους είναι τετραετής με δυνατότητα άπαξ ανανέωσης.

2.   Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου διορίζονται με βάση το βαθμό της σχετικής πείρας και τεχνογνωσίας υψηλού επιπέδου που διαθέτουν στον τομέα της επιχειρησιακής συνεργασίας για τη διαχείριση των συνόρων.

3.   Στον οργανισμό μπορούν να μετάσχουν χώρες που συμμετέχουν στην υλοποίηση, εφαρμογή και ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν. Κάθε χώρα έχει έναν εκπρόσωπο και ένα αναπληρωματικό μέλος στο διοικητικό συμβούλιο. Στο πλαίσιο των οικείων διατάξεων των συμφωνιών σύνδεσης των χωρών αυτών, θα αναπτυχθούν ρυθμίσεις που καθορίζουν μεταξύ άλλων τη φύση, την έκταση καθώς και τους λεπτομερείς κανόνες για τη συμμετοχή τους στο έργο του οργανισμού, καθώς και τις διατάξεις περί χρηματοοικονομικών συνεισφορών προσωπικού.

Άρθρο 22

Προεδρία του διοικητικού συμβουλίου

1.   Το διοικητικό συμβούλιο εκλέγει μεταξύ των μελών του πρόεδρο και αντιπρόεδρο. Ο αντιπρόεδρος αντικαθιστά αυτοδικαίως τον πρόεδρο σε περίπτωση που κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του.

2.   Η θητεία του προέδρου και του αντιπροέδρου λήγει όταν παύουν να είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Υπό τον όρο αυτό, η διάρκεια της θητείας του προέδρου ή του αντιπροέδρου είναι διετής. Μπορεί να ανανεωθεί άπαξ.

Άρθρο 23

Συνεδριάσεις

1.   Το διοικητικό συμβούλιο συγκαλείται από τον πρόεδρό του.

2.   Ο εκτελεστικός διευθυντής του οργανισμού λαμβάνει μέρος στις συσκέψεις.

3.   Το διοικητικό συμβούλιο πραγματοποιεί τουλάχιστον δύο τακτικές συνεδριάσεις ανά έτος. Συνέρχεται επίσης με πρωτοβουλία του προέδρου ή εφόσον το ζητήσει τουλάχιστον το ένα τρίτο των μελών του.

4.   Η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο καλούνται να συμμετάσχουν στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου.

5.   Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να καλεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο η γνώμη του οποίου μπορεί να παρουσιάζει ενδιαφέρον να συμμετέχει στις συνεδριάσεις του ως παρατηρητής.

6.   Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου μπορούν, υπό τους όρους του εσωτερικού του κανονισμού, να επικουρούνται από συμβούλους ή εμπειρογνώμονες.

7.   Η γραμματειακή υποστήριξη του διοικητικού συμβουλίου εξασφαλίζεται από τον Οργανισμό.

Άρθρο 24

Ψηφοφορία

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 20 παράγραφος 2 στοιχείο γ) καθώς και του άρθρου 26 παράγραφοι 2 και 4, το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει με απόλυτη πλειοψηφία των μελών του που έχουν δικαίωμα ψήφου.

2.   Κάθε μέλος έχει μία ψήφο. Ο εκτελεστικός διευθυντής του οργανισμού δεν ψηφίζει. Κατά την απουσία μέλους, το δικαίωμα ψήφου του δικαιούται να ασκήσει ο αναπληρωτής του.

3.   Ο εσωτερικός κανονισμός περιέχει λεπτομερέστερες ρυθμίσεις σχετικά με τις ψηφοφορίες, ιδίως τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα μέλος μπορεί να ενεργεί εξ ονόματος άλλου, καθώς και τις απαιτήσεις απαρτίας, κατά περίπτωση.

Άρθρο 25

Αρμοδιότητες και εξουσίες του εκτελεστικού διευθυντή

1.   Ο οργανισμός διοικείται από τον εκτελεστικό διευθυντή, ο οποίος είναι απολύτως ανεξάρτητος κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Με την επιφύλαξη των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων της Επιτροπής, του διοικητικού συμβουλίου και του εκτελεστικού γραφείου, ο εκτελεστικός διευθυντής δεν ζητά ούτε λαμβάνει οδηγίες από οποιαδήποτε κυβέρνηση ή άλλο φορέα.

2.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν να καλέσουν τον εκτελεστικό διευθυντή του οργανισμού να υποβάλει αναφορά για την εκτέλεση των καθηκόντων του.

3.   Ο εκτελεστικός διευθυντής έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες και εξουσίες:

α)

καταρτίζει και εφαρμόζει τις αποφάσεις, τα προγράμματα και τις δραστηριότητες που εγκρίνει το διοικητικό συμβούλιο του οργανισμού εντός των ορίων που καθορίζονται από τον παρόντα κανονισμό, τους εκτελεστικούς κανόνες του και κάθε εφαρμοστέα νομοθεσία·

β)

λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, μεταξύ άλλων με την έκδοση εσωτερικών διοικητικών οδηγιών και τη δημοσίευση ανακοινώσεων, ώστε να διασφαλίσει τη λειτουργία του οργανισμού σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού·

γ)

εκπονεί κάθε χρόνο σχέδιο προγράμματος εργασίας και έκθεση δραστηριοτήτων, τα οποία υποβάλλει στο διοικητικό συμβούλιο·

δ)

ασκεί έναντι του προσωπικού τις εξουσίες που προβλέπονται από το άρθρο 17 παράγραφος 2·

ε)

καταρτίζει καταστάσεις των προβλεπομένων εσόδων και εξόδων του οργανισμού σύμφωνα με το άρθρο 29 και εκτελεί τον προϋπολογισμό σύμφωνα με το άρθρο 30·

στ)

αναθέτει τις εξουσίες του σε άλλα μέλη του προσωπικού του οργανισμού, στο πλαίσιο των κανόνων που θεσπίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 20 παράγραφος 2 στοιχείο ζ).

4.   Ο εκτελεστικός διευθυντής είναι υπόλογος για τις ενέργειές του στο διοικητικό συμβούλιο.

Άρθρο 26

Διορισμός ανωτέρων υπαλλήλων

1.   Η Επιτροπή προτείνει υποψηφίους για τη θέση του εκτελεστικού διευθυντή με βάση κατάλογο που καταρτίζεται κατόπιν δημοσίευσης της θέσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και στον τύπο ή σε ιστοσελίδες του διαδικτύου, εφόσον χρειάζεται.

2.   Ο εκτελεστικός διευθυντής του οργανισμού διορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο με βάση τα προσόντα και την τεκμηριωμένη του ικανότητα σε θέματα διοίκησης και διαχείρισης, καθώς και την εμπειρία του στον τομέα της διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων. Το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του που έχουν δικαίωμα ψήφου.

Ο εκτελεστικός διευθυντής παύεται επίσης από το διοικητικό συμβούλιο με την ίδια διαδικασία.

3.   Ο εκτελεστικός διευθυντής επικουρείται από αναπληρωτή εκτελεστικό διευθυντή. Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του εκτελεστικού διευθυντή, τα καθήκοντά του αναλαμβάνει ο αναπληρωτής εκτελεστικός διευθυντής.

4.   Ο αναπληρωτής εκτελεστικός διευθυντής διορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο ύστερα από πρόταση του εκτελεστικού διευθυντή, με βάση τα προσόντα και την τεκμηριωμένη του ικανότητα σε θέματα διοίκησης και διαχείρισης, καθώς και την εμπειρία του στον τομέα της διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων. Το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του που έχουν δικαίωμα ψήφου.

Ο αναπληρωτής εκτελεστικός διευθυντής παύεται επίσης από το διοικητικό συμβούλιο με την ίδια διαδικασία.

5.   Η θητεία του εκτελεστικού διευθυντή και του αναπληρωτή εκτελεστικού διευθυντή είναι πενταετής. Το διοικητικό συμβούλιο δύναται να παρατείνει την εν λόγω θητεία άπαξ, έως πέντε έτη.

Άρθρο 27

Μετάφραση

1.   Οι διατάξεις του κανονισμού αριθ. 1 της 15ης Απριλίου 1958 για τον καθορισμό του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (10) ισχύουν για τον οργανισμό.

2.   Με την επιφύλαξη των αποφάσεων που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 290 της συνθήκης, η γενική έκθεση και το πρόγραμμα εργασίας του άρθρου 20 παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ) συντάσσονται σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Κοινότητας.

3.   Οι μεταφραστικές υπηρεσίες που απαιτούνται για τη λειτουργία του οργανισμού παρέχονται από το Μεταφραστικό Κέντρο των Οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 28

Διαφάνεια και επικοινωνία

1.   Έξι μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, ο οργανισμός υπόκειται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 όσον αφορά τη διεκπεραίωση των αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα που έχει στη διάθεσή του.

2.   Ο οργανισμός μπορεί να προβαίνει με δική του πρωτοβουλία σε ανακοινώσεις σχετικές με τους τομείς της αρμοδιότητάς του. Εξασφαλίζει, ιδίως, εκτός από τη δημοσίευση που προβλέπεται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 στοιχείο β), την ταχεία, αντικειμενική, αξιόπιστη και εύληπτη ενημέρωση του κοινού και κάθε ενδιαφερόμενου σχετικά με το έργο του.

3.   Το διοικητικό συμβούλιο καθορίζει τις πρακτικές ρυθμίσεις για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2.

4.   Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται να απευθύνεται εγγράφως στον οργανισμό σε οποιαδήποτε από τις γλώσσες του άρθρου 314 της συνθήκης. Δικαιούται επίσης να λαμβάνει απάντηση στην ίδια γλώσσα.

5.   Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τον οργανισμό κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 μπορεί να οδηγήσουν στην υποβολή καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή ή στην άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υπό τους όρους των άρθρων 195 και 230 της συνθήκης αντίστοιχα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 29

Προϋπολογισμός

1.   Τα έσοδα του οργανισμού συνίστανται, με την επιφύλαξη άλλων κατηγοριών εσόδων:

σε επιχορήγηση της Κοινότητας που εγγράφεται στο γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τμήμα «Επιτροπή»),

σε συνεισφορές των χωρών που συμμετέχουν στην υλοποίηση, εφαρμογή και ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν,

στα τέλη που εισπράττονται για παρεχόμενες υπηρεσίες,

σε τυχόν εθελοντικές συνεισφορές από τα κράτη μέλη.

2.   Οι δαπάνες του οργανισμού περιλαμβάνουν τις δαπάνες προσωπικού και διοίκησης και τις δαπάνες υποδομής και λειτουργίας.

3.   Ο εκτελεστικός διευθυντής καταρτίζει κατάσταση προβλεπομένων εσόδων και εξόδων του οργανισμού για το επόμενο οικονομικό έτος, την οποία υποβάλλει στο διοικητικό συμβούλιο μαζί με πίνακα προσωπικού.

4.   Τα έσοδα και οι δαπάνες είναι ισοσκελισμένα.

5.   Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει το σχέδιο προβλέψεων, που περιλαμβάνει τον προσωρινό πίνακα προσωπικού συνοδευόμενο από το προκαταρκτικό πρόγραμμα εργασίας, και το διαβιβάζει έως τις 31 Μαρτίου στην Επιτροπή και τις χώρες που συμμετέχουν στην υλοποίηση, εφαρμογή και ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν.

6.   Η κατάσταση προβλέψεων διαβιβάζεται από την Επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (στο εξής «αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή») μαζί με το προσχέδιο προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

7.   Βάσει της κατάστασης προβλέψεων, η Επιτροπή εγγράφει στο προσχέδιο του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις προβλέψεις που κρίνει αναγκαίες όσον αφορά τον πίνακα προσωπικού και το ύψος της επιχορήγησης από τον γενικό προϋπολογισμό, καταθέτει δε το προσχέδιο αυτό στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή σύμφωνα με το άρθρο 272 της συνθήκης.

8.   Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τις πιστώσεις για την επιχορήγηση του οργανισμού.

Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τον πίνακα προσωπικού του οργανισμού.

9.   Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει τον προϋπολογισμό του οργανισμού που καθίσταται οριστικός μετά την τελική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εάν είναι σκόπιμο, προσαρμόζεται σύμφωνα με το γενικό προϋπολογισμό.

10.   Για κάθε τροποποίηση του προϋπολογισμού, καθώς και του πίνακα προσωπικού, ακολουθείται η ίδια διαδικασία.

11.   Το διοικητικό συμβούλιο κοινοποιεί το συντομότερο δυνατό στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή την πρόθεσή του να υλοποιήσει κάθε σχέδιο που μπορεί να έχει σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού του, ιδίως τα σχέδια περί ακινήτων, όπως η μίσθωση ή η αγορά ακινήτων. Ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή καθώς και τις χώρες που συμμετέχουν στην υλοποίηση, εφαρμογή και ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν.

Σε περίπτωση που ένα σκέλος της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής έχει ανακοινώσει την πρόθεσή του να διατυπώσει γνώμη, διαβιβάζει τη γνώμη του στο διοικητικό συμβούλιο εντός έξι εβδομάδων από την ημερομηνία κοινοποίησης του σχεδίου.

Άρθρο 30

Εκτέλεση και έλεγχoς τoυ πρoϋπoλoγισμoύ

1.   Ο προϋπολογισμός του οργανισμού εκτελείται από τον εκτελεστικό διευθυντή.

2.   Έως την 1η Μαρτίου που ακολουθεί το οικονομικό έτος που έληξε, ο υπόλογος του οργανισμού κοινοποιεί στον υπόλογο της Επιτροπής τους προσωρινούς λογαριασμούς, συνοδευόμενους από έκθεση για τη δημοσιονομική και οικονομική διαχείριση του οικονομικού έτους. Ο υπόλογος της Επιτροπής προβαίνει στην ενοποίηση των προσωρινών λογαριασμών των θεσμικών οργάνων και των αποκεντρωμένων οργανισμών σύμφωνα με το άρθρο 128 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (11) (εφεξής «δημοσιονομικός κανονισμός»).

3.   'Εως τις 31 Μαρτίου που ακολουθεί το οικονομικό έτος που έληξε, ο υπόλογος της Επιτροπής διαβιβάζει στο Ελεγκτικό Συνέδριο τους προσωρινούς λογαριασμούς του οργανισμού, συνοδευόμενους από έκθεση για τη δημοσιονομική και οικονομική διαχείριση του οικονομικού έτους. Η έκθεση για τη δημοσιονομική και οικονομική διαχείριση του οικονομικού έτους διαβιβάζεται επίσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

4.   Μετά την παραλαβή των παρατηρήσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τους προσωρινούς λογαριασμούς του οργανισμού, σύμφωνα με το άρθρο 129 του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού, ο διευθυντής καταρτίζει τους οριστικούς λογαριασμούς του οργανισμού με δική του ευθύνη και τους διαβιβάζει για γνωμοδότηση στο διοικητικό συμβούλιο.

5.   Το διοικητικό συμβούλιο διατυπώνει τη γνώμη του σχετικά με τους οριστικούς λογαριασμούς του οργανισμού.

6.   Έως την 1η Ιουλίου του επόμενου έτους, ο εκτελεστικός διευθυντής διαβιβάζει τους οριστικούς λογαριασμούς συνοδευόμενους από τη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου στην Επιτροπή, το Ελεγκτικό Συνέδριο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, καθώς και στις χώρες που συμμετέχουν στην υλοποίηση, εφαρμογή και ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν.

7.   Οι οριστικοί λογαριασμοί δημοσιεύονται.

8.   Ο διευθυντής αποστέλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση στις παρατηρήσεις του έως τις 30 Σεπτεμβρίου το αργότερο. Αποστέλλει επίσης την απάντηση αυτή στο διοικητικό συμβούλιο.

9.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά από σύσταση του Συμβουλίου, προβαίνει, πριν από τις 30 Απριλίου του έτους απαλλαγής +2, στην απαλλαγή του εκτελεστικού διευθυντή του οργανισμού για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους απαλλαγής.

Άρθρο 31

Καταπολέμηση της απάτης

1.   Για να καταπολεμηθούν η απάτη, η διαφθορά και λοιπές παράνομες πράξεις, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 εφαρμόζονται χωρίς κανέναν περιορισμό.

2.   Ο οργανισμός προσχωρεί στη διοργανική συμφωνία της 25ης Μαΐου 1999 και θεσπίζει αμελλητί τις κατάλληλες διατάξεις οι οποίες ισχύουν για όλο το προσωπικό του οργανισμού.

3.   Οι αποφάσεις σχετικά με τη χρηματοδότηση και οι εκτελεστικές συμφωνίες και πράξεις που απορρέουν από αυτές ορίζουν ρητά ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο και η OLAF μπορούν να διενεργούν, εφόσον είναι αναγκαίο, επιτόπιους ελέγχους στους χρηματοδοτούμενους από τον οργανισμό και στους υπαλλήλους που είναι υπεύθυνοι για τη χρηματοδότηση αυτή.

Άρθρο 32

Δημοσιονομική διάταξη

Το διοικητικό συμβούλιο, αφού ζητήσει τη γνώμη της Επιτροπής, θεσπίζει τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζει ο οργανισμός. Οι κανόνες αυτοί μπορούν να αποκλίνουν από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002 της Επιτροπής (12), για τη θέσπιση δημοσιονομικού κανονισμού πλαισίου για τους κοινοτικούς οργανισμούς του άρθρου 185 του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού, μόνον εάν το απαιτούν οι ειδικές ανάγκες λειτουργίας του Οργανισμού και με προηγούμενη συναίνεση της Επιτροπής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 33

Αξιολόγηση

1.   Εντός τριών ετών από την έναρξη λειτουργίας του οργανισμού, και εφεξής ανά πενταετία, το διοικητικό συμβούλιο αναθέτει σε ανεξάρτητο εξωτερικό φορέα την αξιολόγηση της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

2.   Κατά την αξιολόγηση αυτή εξετάζεται κατά πόσον ο οργανισμός εκπληρώνει αποτελεσματικά την αποστολή του. Ακόμη, αξιολογείται η απήχηση του οργανισμού και οι μέθοδοι εργασίας του. Για την αξιολόγηση συνεκτιμώνται οι απόψεις όλων των ενδιαφερομένων, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο.

3.   Το διοικητικό συμβούλιο λαμβάνει τα αποτελέσματα της αξιολόγησης και διατυπώνει συστάσεις στην Επιτροπή για ενδεχόμενη τροποποίηση του παρόντος κανονισμού και για αλλαγές στον οργανισμό και τις μεθόδους εργασίας του, τις οποίες η Επιτροπή διαβιβάζει εν συνεχεία στο Συμβούλιο μαζί με τη δική της γνώμη και τις δέουσες προτάσεις. Εάν κρίνεται σκόπιμο, επισυνάπτεται σχέδιο δράσης με σχετικό χρονοδιάγραμμα. Τόσο τα αποτελέσματα όσο και οι συστάσεις που προκύπτουν από την αξιολόγηση δημοσιοποιούνται.

Άρθρο 34

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο οργανισμός αναλαμβάνει τα καθήκοντά του από την 1η Μαΐου 2005.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη σύμφωνα με τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Λουξεμβούργο, 26 Οκτωβρίου 2004.

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

R. VERDONK


(1)  Γνώμη της 9ης Μαρτίου 2004 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(2)  ΕΕ C 108 της 30.4.2004, σ. 97.

(3)  EE L 136 της 31.5.1999, σ. 1.

(4)  EE L 136 της 31.5.1999, σ. 15.

(5)  ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43.

(6)  ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.

(7)  ΕΕ L 176 της 10.7.1999, σ. 31.

(8)  ΕΕ L 131 της 1.6.2000, σ. 43.

(9)  ΕΕ L 64 της 7.3.2002, σ. 20.

(10)  ΕΕ 17 της 6.10.1958, σ. 385· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 2003.

(11)  ΕΕ L 248 της 16.9.2002, σ. 1.

(12)  ΕΕ L 357 της 31.12.2002, σ. 72.


Top