EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32003D0335

2003/335/ΔΕΥ: Απόφαση 2003/335/∆ΕΥ του Συµβουλίου, της 8ης Μαΐου 2003, σχετικά µε τη διεύρυνση και τη δίωξη της γενοκτονίας, των εγκληµάτων κατά της ανθρωπότητας και των εγκληµάτων πολέµου

OJ L 118, 14.5.2003, p. 12–14 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)
Special edition in Czech: Chapter 19 Volume 006 P. 154 - 156
Special edition in Estonian: Chapter 19 Volume 006 P. 154 - 156
Special edition in Latvian: Chapter 19 Volume 006 P. 154 - 156
Special edition in Lithuanian: Chapter 19 Volume 006 P. 154 - 156
Special edition in Hungarian Chapter 19 Volume 006 P. 154 - 156
Special edition in Maltese: Chapter 19 Volume 006 P. 154 - 156
Special edition in Polish: Chapter 19 Volume 006 P. 154 - 156
Special edition in Slovak: Chapter 19 Volume 006 P. 154 - 156
Special edition in Slovene: Chapter 19 Volume 006 P. 154 - 156
Special edition in Bulgarian: Chapter 19 Volume 006 P. 99 - 101
Special edition in Romanian: Chapter 19 Volume 006 P. 99 - 101
Special edition in Croatian: Chapter 19 Volume 003 P. 126 - 128

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/2003/335/oj

32003D0335

2003/335/ΔΕΥ: Απόφαση 2003/335/∆ΕΥ του Συµβουλίου, της 8ης Μαΐου 2003, σχετικά µε τη διεύρυνση και τη δίωξη της γενοκτονίας, των εγκληµάτων κατά της ανθρωπότητας και των εγκληµάτων πολέµου

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 118 της 14/05/2003 σ. 0012 - 0014


Απόφαση 2003/335/ΔΕΥ του Συμβουλίου

της 8ης Μαΐου 2003

σχετικά με τη διεύρυνση και τη δίωξη της γενοκτονίας, των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και των εγκλημάτων πολέμου

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ιδίως το άρθρο 30, το άρθρο 31 και το άρθρο 34 παράγραφος 2 στοιχείο γ),

την πρωτοβουλία του Βασιλείου της Δανίας(1),

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου(2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Τα διεθνή ποινικά δικαστήρια για την πρώην Γιουγκοσλαβία και για τη Ρουάντα διερευνούν, διώκουν και εκδικάζουν από το 1995 τις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου που έχουν σχέση με τον πόλεμο, τη γενοκτονία και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

(2) Το καταστατικό της Ρώμης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, της 17ης Iουλίου 1998, το οποίο έχει επικυρωθεί από όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βεβαιώνει ότι τα σοβαρότερα εγκλήματα που αφορούν τη διεθνή κοινότητα ως σύνολο, ιδίως η γενοκτονία, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και τα εγκλήματα πολέμου, δεν πρέπει να παραμένουν ατιμώρητα και ότι πρέπει να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική δίωξή τους με τη λήψη μέτρων σε εθνικό επίπεδο και με την ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας.

(3) Το καταστατικό της Ρώμης υπενθυμίζει ότι αποτελεί υποχρέωση κάθε κράτους να ασκεί την ποινική δικαιοδοσία του κατά των υπευθύνων τέτοιων διεθνών εγκλημάτων.

(4) Το καταστατικό της Ρώμης τονίζει ότι το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο που ιδρύθηκε από το ίδιο είναι συμπληρωματικό προς την εθνική ποινική δικαιοδοσία. Η αποτελεσματική διερεύνηση και η κατά περίπτωση δίωξη της γενοκτονίας, των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και των εγκλημάτων πολέμου θα πρέπει να εξασφαλίζεται χωρίς να υπεισέρχεται το θέμα της δικαιοδοσίας του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.

(5) Η διερεύνηση και η δίωξη της γενοκτονίας, των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και των εγκλημάτων πολέμου καθώς και η σχετική ανταλλαγή πληροφοριών εξακολουθούν να αποτελούν ευθύνη των εθνικών αρχών, εκτός εάν το διεθνές δίκαιο ορίζει άλλως.

(6) Τα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν τακτικά άτομα που συμμετείχαν σε εγκλήματα αυτού του είδους και τα οποία προσπαθούν να εισέλθουν και να παραμείνουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

(7) Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι, όταν δέχονται πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες για κάποιο πρόσωπο το οποίο υπέβαλε αίτηση άδειας διαμονής υπάρχουν υποψίες ότι διέπραξε γενοκτονία, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας ή εγκλήματα πολέμου ή συμμετείχε στη διάπραξή τους, οι σχετικές πράξεις διερευνώνται και, όπου αυτό δικαιολογείται, διώκονται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

(8) Οι σχετικές εθνικές αρχές επιβολής του νόμου και οι μεταναστευτικές αρχές, αν και έχουν διακεκριμένα καθήκοντα και ευθύνες, θα πρέπει να συνεργάζονται στενότατα ώστε να καταστήσουν δυνατή την αποτελεσματική διερεύνηση και δίωξη αυτών των εγκλημάτων από τις αρμόδιες αρχές που έχουν δικαιοδοσία σε εθνικό επίπεδο.

(9) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίσουν ότι οι αρχές επιβολής του νόμου και οι μεταναστευτικές αρχές διαθέτουν τους κατάλληλους πόρους και δομές ώστε να συνεργάζονται και να διερευνούν αποτελεσματικά καθώς και, κατά περίπτωση, να διώκουν τη γενοκτονία, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και τα εγκλήματα πολέμου.

(10) Η επιτυχής έκβαση των αποτελεσματικών διερευνήσεων και διώξεων αυτών των εγκλημάτων απαιτεί επίσης στενή συνεργασία σε διακρατικό επίπεδο μεταξύ των αρχών των κρατών μερών του καταστατικού της Ρώμης, συμπεριλαμβανομένων των κρατών μελών.

(11) Στις 13 Ιουνίου 2002, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 2002/494/ΔΕΥ για την ίδρυση ευρωπαϊκού δικτύου σημείων επαφής σχετικά με πρόσωπα που ευθύνονται για γενοκτονία, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου(3). Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι λειτουργούν πλήρως τα σημεία επαφής ώστε να διευκολύνεται η συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων διεθνών αρχών.

(12) Στην κοινή θέση 2001/443/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 11ης Ιουνίου 2001, για το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο(4), τα κράτη μέλη δήλωσαν ότι τα εγκλήματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου ανησυχούν όλα τα κράτη μέλη, τα οποία είναι αποφασισμένα να συνεργασθούν για την πρόληψη των εγκλημάτων αυτών και για να τερματισθεί η ατιμωρησία των δραστών τους,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

Άρθρο 1

Στόχος

Στόχος της παρούσας απόφασης είναι η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των εθνικών μονάδων ώστε να αυξηθεί στο μέγιστο βαθμό η ικανότητα των αρχών επιβολής του νόμου των διαφόρων κρατών μελών να συνεργάζονται αποτελεσματικά στον τομέα της διερεύνησης και άσκησης διώξεων σχετικά με άτομα τα οποία έχουν διαπράξει ή έχουν συμμετάσχει στη διάπραξη γενοκτονίας, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας ή εγκλημάτων πολέμου όπως ορίζονται στα άρθρα 6, 7 και 8 του καταστατικού της Ρώμης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, της 17ης Ιουλίου 1998.

Άρθρο 2

Ενημέρωση των αρχών επιβολής του νόμου

1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να ενημερώνονται οι αρχές επιβολής του νόμου σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνονται γεγονότα τα οποία προκαλούν υπόνοιες ότι κάποιος αιτών άδεια διαμονής έχει διαπράξει τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 εγκλήματα, τα οποία μπορεί να οδηγήσουν σε δίωξη σε κράτος μέλος ή ενώπιον διεθνών ποινικών δικαστηρίων.

2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές επιβολής του νόμου καθώς και οι μεταναστευτικές αρχές δύνανται να ανταλλάσσουν τις πληροφορίες που χρειάζονται προκειμένου να ασκούν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους.

Άρθρο 3

Διερεύνηση και δίωξη

1. Τα κράτη μέλη παρέχουν αμοιβαία συνδρομή για τη διερεύνηση και τη δίωξη των εγκλημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 1, σύμφωνα με τις σχετικές διεθνείς συμφωνίες και το εθνικό δίκαιο.

2. Όταν, σε συνδυασμό με τη διεκπεραίωση αίτησης για άδεια διαμονής, οι μεταναστευτικές αρχές λάβουν γνώση γεγονότων τα οποία προκαλούν υπόνοια ότι ο αιτών έχει συμμετάσχει σε εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 1 και όταν προκύπτει ότι ο αιτών είχε προηγουμένως ζητήσει άδεια διαμονής σε άλλο κράτος μέλος, οι αρχές επιβολής του νόμου μπορούν να καταθέσουν στις αρμόδιες αρχές επιβολής του νόμου του τελευταίου κράτους μέλους αίτηση προκειμένου να λάβουν σχετικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών από τις μεταναστευτικές αρχές.

3. Εφόσον οι αρχές επιβολής του νόμου ενός κράτους μέλους πληροφορηθούν ότι άτομο ύποπτο για τα εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 1 βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές του τελευταίου κράτους μέλους σχετικά με τις υποψίες τους και τους λόγους στους οποίους τις βασίζουν. Οι πληροφορίες αυτές παρέχονται σύμφωνα με τις σχετικές διεθνείς συμφωνίες και το εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 4

Δομές

Τα κράτη μέλη εξετάζουν κατά πόσον απαιτείται να δημιουργήσουν ή να ορίσουν μονάδες ειδικών στο πλαίσιο των αρμόδιων αρχών επιβολής του νόμου, με ειδική ευθύνη για τη διερεύνηση και, κατά περίπτωση, τη δίωξη των εν λόγω εγκλημάτων.

Άρθρο 5

Συντονισμός και περιοδικές συνεδριάσεις

1. Τα κράτη μέλη συντονίζουν τις συνεχιζόμενες προσπάθειες διερεύνησης και δίωξης κατά προσώπων για τα οποία υπάρχει υπόνοια ότι έχουν διαπράξει ή συμμετάσχει στην τέλεση γενοκτονίας, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας ή εγκλημάτων πολέμου.

2. Κατόπιν πρωτοβουλίας της προεδρίας, τα σημεία επαφής που ορίζονται δυνάμει του άρθρου 1 της απόφασης 2002/494/ΔΕΥ συνεδριάζουν σε τακτά διαστήματα με στόχο την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικών με εμπειρίες, πρακτικές και μεθόδους. Οι συνεδριάσεις αυτές μπορεί να πραγματοποιούνται σε συνδυασμό με τις συνεδριάσεις στα πλαίσια του ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου και, ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί επίσης να κληθούν να συμμετάσχουν στις συνεδριάσεις αυτές αντιπρόσωποι από τα διεθνή ποινικά δικαστήρια για την πρώην Γιουγκοσλαβία και τη Ρουάντα, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και άλλα διεθνή όργανα.

Άρθρο 6

Τήρηση της νομοθεσίας για την προστασία δεδομένων

Κάθε μορφή ανταλλαγής πληροφοριών ή άλλη μορφή επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει της παρούσας απόφασης γίνεται με πλήρη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις της ισχύουσας διεθνούς και εθνικής νομοθεσίας περί προστασίας δεδομένων.

Άρθρο 7

Εφαρμογή

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθούν προς την παρούσα απόφαση έως τις 8 Μαΐου 2005.

Άρθρο 8

Εδαφική εφαρμογή

Η απόφαση εφαρμόζεται στο Γιβραλτάρ.

Άρθρο 9

Έναρξη παραγωγής αποτελεσμάτων

Η παρούσα απόφαση παράγει αποτελέσματα την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Βρυξέλλες, 8 Μαΐου 2003.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

Μ. Χρυσοχοΐδης

(1) ΕΕ C 223 της 19.9.2002, σ. 19.

(2) Γνώμη που διατυπώθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 2002 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(3) ΕΕ L 167 της 26.6.2002, σ. 1.

(4) ΕΕ L 155 της 12.6.2001, σ. 19.

Top