EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 22006D0785

2006/785/ΕΚ: Απόφαση αριθ. 3/2006 της Επιτροπής Αερομεταφορών Κοινότητας/Ελβετίας, της 27ης Οκτωβρίου 2006 , για την τροποποίηση του Παραρτήματος της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας

OJ L 318, 17.11.2006, p. 31–41 (ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, NL, PL, PT, SK, SL, FI, SV)
OJ L 142M , 5.6.2007, p. 585–595 (MT)

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/2006/785/oj

17.11.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 318/31


ΑΠΌΦΑΣΗ αριθ. 3/2006 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ ΑΕΡΟΜΕΤΑΦΟΡΏΝ ΚΟΙΝΌΤΗΤΑΣ/ΕΛΒΕΤΊΑΣ

της 27ης Οκτωβρίου 2006

για την τροποποίηση του Παραρτήματος της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας

(2006/785/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΕΡΟΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ/ΕΛΒΕΤΙΑΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συμφωνία αεροπορικών μεταφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας (1), εφεξής «συμφωνία», και ιδίως το άρθρο 23, παράγραφος 4,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

Άρθρο 1

Το Παράρτημα της συμφωνίας τροποποιείται κατά τα οριζόμενα στο Παράρτημα της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση, μαζί με το Παράρτημά της, δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην Επίσημη Συλλογή της Νομοθεσίας της Ελβετικής Συνομοσπονδίας.

Αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα από την έκδοσή της.

Βρυξέλλες, 27 Οκτωβρίου 2006.

Για τη Μικτή Επιτροπή

Ο επικεφαλής της αντιπροσωπίας της Κοινότητας

Daniel CALLEJA CRESPO

Ο επικεφαλής της αντιπροσωπίας της Ελβετίας

Raymond CRON


(1)  ΕΕ L 114 της 30.4.2002, σ. 73.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Το ακόλουθο κείμενο προστίθεται μετά το σημείο 4 (Ασφάλεια πτήσεων) του Παραρτήματος της συμφωνίας:

«Αριθ. 1592/2002

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1592/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2002, για κοινούς κανόνες στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας και για την ίδρυση ευρωπαϊκού οργανισμού ασφάλειας της αεροπορίας (1) (εφεξής “κανονισμός”).

Ο Οργανισμός χαίρει επίσης και στην Ελβετία των εξουσιών που του παρέχονται βάσει των διατάξεων του κανονισμού.

Η Επιτροπή χαίρει επίσης και στην Ελβετία των εξουσιών λήψης αποφάσεων που της παρέχονται βάσει του άρθρου 10 παράγραφοι 2, 4 και 6, του άρθρου 16 παράγραφος 4, του άρθρου 29 παράγραφος 3 σημείο (i), του άρθρου 31 παράγραφος 3, του άρθρου 32 παράγραφος 5 και του άρθρου 53 παράγραφος 4 του κανονισμού.

Παρά την οριζόντια προσαρμογή που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο του Παραρτήματος της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, οι αναφορές στα “κράτη μέλη” που υπάρχουν στο άρθρο 54 του κανονισμού ή στις διατάξεις της απόφασης 1999/468/ΕΚ που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, δεν νοούνται ότι εφαρμόζονται στην Ελβετία.

Καμία διάταξη του κανονισμού δεν ερμηνεύεται κατά τρόπο ώστε να μεταφέρεται στον EASA η εξουσία να ενεργεί για λογαριασμό της Ελβετίας με βάση διεθνείς συμφωνίες για σκοπούς άλλους από την παροχή συνδρομής στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της σύμφωνα με τις συμφωνίες αυτές.

Το κείμενο του κανονισμού, για τους σκοπούς της συμφωνίας, προσαρμόζεται ως εξής:

α)

Το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

(i)

Στην παράγραφο 1, παρεμβάλλονται οι λέξεις “ή η Ελβετία” μετά τις λέξεις “η Κοινότητα”.

(ii)

Στην παράγραφο 2, στοιχείο (α), παρεμβάλλονται οι λέξεις “ή η Ελβετία” μετά τις λέξεις “η Κοινότητα”.

(iii)

Στην παράγραφο 2, τα στοιχεία (β) και (γ) διαγράφονται.

(iv)

Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

“3.   Όποτε η Κοινότητα διαπραγματεύεται με τρίτη χώρα για να συνάψει συμφωνία, η οποία προβλέπει ότι κράτος μέλος ή ο οργανισμός μπορεί να εκδώσει πιστοποιητικά βάσει πιστοποιητικών που έχουν εκδώσει οι αεροναυτικές αρχές αυτής της τρίτης χώρας, επιδιώκει να επιτύχει για την Ελβετία παρεμφερή συμφωνία με τη συγκεκριμένη τρίτη χώρα.

Η Ελβετία, με τη σειρά της, επιδιώκει να συνάπτει με τρίτες χώρες συμφωνίες αντίστοιχες με εκείνες της Κοινότητας”.

β)

Στο άρθρο 20, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

“4.   Κατά παρέκκλιση του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο α) του καθεστώτος απασχόλησης του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Ελβετοί υπήκοοι με πλήρη πολιτικά δικαιώματα μπορούν να προσλαμβάνονται με σύμβαση από τον Εκτελεστικό Διευθυντή του Οργανισμού.”

γ)

Στο άρθρο 21, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

“Η Ελβετία εφαρμόζει για τον Οργανισμό το Πρωτόκολλο περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο εκτίθεται στο Παράρτημα Α του παρόντος Παραρτήματος, σύμφωνα με το Προσάρτημα του Παραρτήματος Α”.

δ)

Στο άρθρο 28, στο τέλος της παραγράφου 2, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

“Η Ελβετία συμμετέχει πλήρως στο Διοικητικό Συμβούλιο και έχει τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με τα κράτη μέλη της ΕΕ, εξαιρουμένου του δικαιώματος ψήφου”.

ε)

Στο άρθρο 48, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

“8.   Η Ελβετία συνεισφέρει στην οικονομική συνδρομή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο (α), σύμφωνα με τον εξής τύπο:

S (0,2/100) + S [1 - (a+b) 0,2/100] c/C

Όπου:

S

=

το μέρος του προϋπολογισμού του Οργανισμού που δεν καλύπτεται από τα τέλη και τις επιβαρύνσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχεία (β) και (γ),

a

=

ο αριθμός των συνδεδεμένων χωρών,

b

=

ο αριθμός των κρατών μελών της ΕΕ,

c

=

η συνδρομή της Ελβετίας στον προϋπολογισμό της ΔΟΠΑ,

C

=

η συνολική συνδρομή των κρατών μελών της ΕΕ και των συνδεδεμένων χωρών στον προϋπολογισμό της ΔΟΠΑ”.

στ)

Στο άρθρο 50, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

“Οι διατάξεις για τον δημοσιονομικό έλεγχο που διενεργεί η Κοινότητα στην Ελβετία, οι οποίοι αφορούν όσους συμμετέχουν στις δραστηριότητες του Οργανισμού, καθορίζονται στο Παράρτημα Β του παρόντος Παραρτήματος”.

ζ)

Το Παράρτημα II του κανονισμού επεκτείνεται έτσι ώστε να συμπεριλάβει τα εξής αεροσκάφη ως προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α), σημείο ii) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1702/2003 της Επιτροπής, της 24ης Σεπτεμβρίου 2003, για τον καθορισμό εκτελεστικών κανόνων για την πιστοποίηση αξιοπλοΐας και την περιβαλλοντική πιστοποίηση αεροσκαφών και των σχετικών προϊόντων, εξαρτημάτων και εξοπλισμού, καθώς και για την πιστοποίηση φορέων σχεδιασμού και παραγωγής (2).

Αεροσκάφη - [HB IDJ] – τύπου CL600-2B19

Αεροσκάφη - [HB IGM] – τύπου Gulfstream G-V-SP

Αεροσκάφη - [HB-IIS, HB-IIY, HB-IMJ, HB-IVL, HB-IVZ, HB-JES] – τύπου Gulfstream G-V

Αεροσκάφη - [HB-IBX, HB-IKR, HB-IMY, HB-ITF, HB-IWY] – τύπου Gulfstream G-ΙV

Αεροσκάφη - [HB-XJF, HB-ZCW, HB-ZDF, HB-ZDO] – τύπου MD 900

Αριθ. 1643/2003

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1643/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2003, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1592/2002 για κοινούς κανόνες στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας και την ίδρυση ευρωπαϊκού οργανισμού ασφάλειας της αεροπορίας (3).

Αριθ. 1701/2003

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1701/2003 της Επιτροπής, της 24ης Σεπτεμβρίου 2003, για την τροποποίηση του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1592/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για κοινούς κανόνες στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας και την ίδρυση ευρωπαϊκού οργανισμού ασφάλειας της αεροπορίας (4).

Αριθ. 104/2004

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 104/2004 της Επιτροπής, της 22ας Ιανουαρίου 2004, για θέσπιση των κανόνων για την οργάνωση και σύνθεση του τμήματος προσφυγών του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ασφάλειας της Αεροπορίας (5).


(1)  ΕΕ L 240 της 7.9.2002, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 243 της 27.9.2003, σ. 6.

(3)  ΕΕ L 245 της 29.9.2003, σ. 7.

(4)  ΕΕ L 243 της 27.9.2003, σ. 5.

(5)  ΕΕ L 16 της 23.1.2004, σ. 20

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ A

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΩΝ ΚΑΙ ΑΣΥΛΙΩΝ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

ΤΑ ΥΨΗΛΑ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ,

ΕΠΕΙΔΗ το άρθρο 28 της Συνθήκης περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι Κοινότητες και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων απολαύουν στην επικράτεια των κρατών μελών των αναγκαίων προνομίων και ασυλιών για την εκπλήρωση της αποστολής τους,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ επί των ακολούθων διατάξεων που προσαρτώνται στη Συνθήκη αυτή.

ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ, ΚΕΦΑΛΑΙΑ, ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

Άρθρο 1

Οι χώροι και τα κτίρια των Κοινοτήτων είναι απαραβίαστα. Δεν υπόκεινται σε έρευνα, κατάσχεση, επίταξη ή απαλλοτρίωση.

Τα περιουσιακά στοιχεία και τα στοιχεία ενεργητικού των Κοινοτήτων δεν δύναται να αποτελέσουν αντικείμενο οποιουδήποτε αναγκαστικού μέτρου διοικητικής ή δικαστικής αρχής, άνευ αδείας του Δικαστηρίου.

Άρθρο 2

Τα αρχεία των Κοινοτήτων είναι απαραβίαστα.

Άρθρο 3

Οι Κοινότητες, τα στοιχεία ενεργητικού τους, τα έσοδα και λοιπά περιουσιακά τους στοιχεία απαλλάσσονται όλων των αμέσων φόρων.

Οι κυβερνήσεις των κρατών μελών λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, όταν τους είναι δυνατό, για την έκπτωση ή επιστροφή του ποσού των εμμέσων φόρων και των τελών επί των πωλήσεων που περιλαμβάνονται στην τιμή των κινητών ή ακινήτων περιουσιακών στοιχείων, όταν οι Κοινότητες πραγματοποιούν για υπηρεσιακή χρήση σημαντικές αγορές των οποίων η τιμή περιλαμβάνει φόρους και τέλη αυτής της φύσεως. Εντούτοις, η εφαρμογή των διατάξεων αυτών δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την νόθευση του ανταγωνισμού εντός των Κοινοτήτων.

Δεν παρέχονται απαλλαγές όσον αφορά τους φόρους, τέλη και δικαιώματα που επιβάλλονται ως ανταπόδοση για παροχές υπηρεσιών κοινής ωφελείας.

Άρθρο 4

Οι Κοινότητες απαλλάσσονται όλων των δασμών, απαγορεύσεων και περιορισμών επί των εισαγωγών και εξαγωγών ως προς τα είδη που προορίζονται για υπηρεσιακή χρήση. Τα εισαγόμενα κατ’ αυτόν τον τρόπο είδη δεν διατίθενται, επαχθώς ή χαριστικώς, στο έδαφος της χώρας στην οποία έχουν εισαχθεί, εκτός αν αυτό γίνεται υπό όρους που εγκρίνει η κυβέρνηση της χώρας αυτής.

Οι Κοινότητες απαλλάσσονται επίσης από κάθε δασμό και κάθε απαγόρευση και περιορισμό επί των εισαγωγών και εξαγωγών, όσον αφορά τις δημοσιεύσεις τους.

Άρθρο 5

Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα δύναται να κατέχει συνάλλαγμα και να έχει λογαριασμούς σε οποιοδήποτε νόμισμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ

Άρθρο 6

Τα όργανα των Κοινοτήτων απολαύουν για την υπηρεσιακή τους επικοινωνία και τη διακίνηση των εγγράφων τους, εντός της επικρατείας κάθε κράτους μέλους, της μεταχειρίσεως που επιφυλάσσεται από το κράτος μέλος αυτό στις διπλωματικές αποστολές.

Η υπηρεσιακή αλληλογραφία και οι λοιπές υπηρεσιακές επικοινωνίες των οργάνων των Κοινοτήτων δεν υπόκεινται σε λογοκρισία.

Άρθρο 7

1.   Οι πρόεδροι των οργάνων των Κοινοτήτων δύνανται να εκδίδουν για τα μέλη και το λοιπό προσωπικό των οργάνων των Κοινοτήτων ταυτότητες, των οποίων ο τύπος ορίζεται από το Συμβούλιο και οι οποίες αναγνωρίζονται ως έγκυρα πιστοποιητικά κυκλοφορίας από τις αρχές των κρατών μελών. Οι ταυτότητες εκδίδονται για τους υπαλλήλους των Κοινοτήτων και το λοιπό προσωπικό υπό προϋποθέσεις που καθορίζονται από τον κανονισμό περί της υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και από το καθεστώς που διέπει το λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων.

Η Επιτροπή δύναται να συνάπτει συμφωνίες για να αναγνωρισθούν οι ταυτότητες αυτές ως έγκυρα πιστοποιητικά κυκλοφορίας στην επικράτεια τρίτων κρατών.

2.   Εντούτοις, το άρθρο 6 του Πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα εξακολουθεί να εφαρμόζεται για τα μέλη και το λοιπό προσωπικό των οργάνων που έχουν κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας Συνθήκης στην κατοχή τους την ταυτότητα που προβλέπει το προαναφερθέν άρθρο, και αυτό μέχρις εφαρμογής των διατάξεων της ως άνω παραγράφου 1.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΜΕΛΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

Άρθρο 8

Περιορισμοί διοικητικής ή άλλης φύσεως δεν επιβάλλονται στην ελεύθερη μετακίνηση των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όταν μεταβαίνουν στον τόπο συνεδριάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή όταν επιστρέφουν από αυτόν.

Στα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου παρέχονται, όσον αφορά τους τελωνειακούς και συναλλαγματικούς ελέγχους:

α)

από τη δική τους κυβέρνηση, οι αυτές διευκολύνσεις που παρέχονται στους ανωτέρους υπαλλήλους οι οποίοι μεταβαίνουν στο εξωτερικό για επίσημη πρόσκαιρη αποστολή·

β)

από τις κυβερνήσεις των άλλων κρατών μελών, οι αυτές διευκολύνσεις που παρέχονται στους αντιπροσώπους αλλοδαπών κυβερνήσεων που ευρίσκονται σε επίσημη πρόσκαιρη αποστολή.

Άρθρο 9

Τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν υπόκεινται σε έρευνα, κράτηση ή δίωξη για γνώμη ή ψήφο δοθείσα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 10

Κατά τη διάρκεια των συνόδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τα μέλη του απολαύουν:

α)

εντός της επικρατείας των κρατών τους, των ασυλιών που αναγνωρίζονται στα μέλη του Κοινοβουλίου της χώρας τους,

β)

εντός της επικρατείας άλλων κρατών μελών της εξαιρέσεως από κάθε μέτρο κρατήσεως και κάθε δικαστική δίωξη.

Η ασυλία τους καλύπτει επίσης όταν μεταβαίνουν στον τόπο συνεδριάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή όταν επιστρέφουν από αυτόν.

Επίκληση της ασυλίας δεν δύναται να γίνει στην περίπτωση αυτοφώρου εγκλήματος και ούτε δύναται να εμποδίσει την άσκηση του δικαιώματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να άρει την ασυλία ενός από τα μέλη του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ ΣΤΙΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

Άρθρο 11

Οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών που συμμετέχουν στις εργασίες των οργάνων των Κοινοτήτων, καθώς και οι σύμβουλοί τους και τεχνικοί εμπειρογνώμονες, απολαύουν, κατά τη διάρκεια της ασκήσεως των καθηκόντων τους και κατά τη διάρκεια ταξιδίων τους προς ή από τον τόπο συνεδριάσεως, των καθιερωμένων προνομίων, ασυλιών ή διευκολύνσεων.

Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται επίσης στα μέλη και τα συμβουλευτικά όργανα των Κοινοτήτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ ΚΑΙ ΛΟΙΠΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

Άρθρο 12

Στην επικράτεια κάθε κράτους μέλους και ανεξαρτήτως ιθαγενείας, οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων:

α)

απολαύουν ετεροδικίας για πράξεις στις οποίες προέβησαν, συμπεριλαμβανομένου του προφορικού ή γραπτού λόγου, ενεργώντας υπό την επίσημη ιδιότητά τους, με την επιφύλαξη της εφαρμογής των διατάξεων των Συνθηκών που αφορούν, αφενός μεν, τους κανόνες περί ευθύνης των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού έναντι των Κοινοτήτων, αφετέρου δε, περί της αρμοδιότητος του Δικαστηρίου επί των διαφορών μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων και λοιπού προσωπικού της. Η ασυλία αυτή εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη λήξη της θητείας τους·

β)

δεν υπόκεινται, όπως και οι σύζυγοί τους και τα συντηρούμενα από αυτούς μέλη της οικογενείας τους, στους περιορισμούς διακινήσεως και στις διατυπώσεις εγγραφής στα μητρώα αλλοδαπών·

γ)

απολαύουν, όσον αφορά τις νομισματικές ρυθμίσεις ή τις ρυθμίσεις περί συναλλάγματος, των διευκολύνσεων που αναγνωρίζονται από την καθιερωμένη πρακτική στους υπαλλήλους των διεθνών οργανισμών·

δ)

απολαύουν του δικαιώματος να εισάγουν ατελώς την οικοσκευή και τα προσωπικά τους είδη κατά την πρώτη ανάληψη των καθηκόντων τους στην ενδιαφερόμενη χώρα και του δικαιώματος να τα επανεξάγουν ατελώς, κατά τη λήξη της θητείας τους, με την επιφύλαξη και στις δύο περιπτώσεις των όρων που κρίνονται αναγκαίοι από την κυβέρνηση της χώρας στην οποία ασκείται το δικαίωμα·

ε)

απολαύουν του δικαιώματος να εισάγουν ατελώς το αυτοκίνητο που προορίζεται για προσωπική τους χρήση, το οποίο έχει αποκτηθεί στη χώρα της τελευταίας τους διαμονής ή στη χώρα της οποίας είναι υπήκοοι σύμφωνα με τους όρους του εσωτερικού εμπορίου αυτής και να το επανεξάγουν ατελώς, με την επιφύλαξη και στις δύο περιπτώσεις των όρων που κρίνονται αναγκαίοι από την κυβέρνηση της ενδιαφερομένης χώρας.

Άρθρο 13

Επί των αποδοχών, μισθών και λοιπών αμοιβών που καταβάλλουν οι Κοινότητες στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό τους, επιβάλλεται φόρος υπέρ των Κοινοτήτων σύμφωνα με τους όρους και τη διαδικασία που καθορίζονται από το Συμβούλιο προτάσει της Επιτροπής.

Οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό απαλλάσσονται από την επιβολή εσωτερικών φόρων επί των αποδοχών, μισθών και λοιπών αμοιβών, που καταβάλλονται από τις Κοινότητες.

Άρθρο 14

Για την εφαρμογή του φόρου επί του εισοδήματος και της περιουσίας, του φόρου κληρονομιών, καθώς και για την εφαρμογή των συμβάσεων περί αποφυγής της διπλής φορολογίας που έχουν συναφθεί μεταξύ των κρατών μελών των Κοινοτήτων, οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό, οι οποίοι έχουν εγκατασταθεί, απλώς και μόνο λόγω της ασκήσεως των καθηκόντων τους στην υπηρεσία των Κοινοτήτων, στην επικράτεια ενός κράτους μέλους, άλλου από το κράτος της φορολογικής κατοικίας στην οποία έχουν κατά το χρόνο της εισόδου τους στην υπηρεσία των Κοινοτήτων, θεωρούνται και στις δύο αυτές χώρες ότι διατηρούν την προηγούμενη κατοικία τους εφόσον αυτή ευρίσκεται σε κράτος μέλος των Κοινοτήτων. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται ομοίως και για τον ή την σύζυγο στο μέτρο που αυτός ή αυτή δεν ασκεί ιδίαν επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και για τα τέκνα των οποίων έχουν την επιμέλεια και τα οποία συντηρούνται από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.

Τα κινητά πράγματα τα οποία ανήκουν στα πρόσωπα που προβλέπονται στην προηγούμενη παράγραφο και που ευρίσκονται στην επικράτεια του κράτους διαμονής απαλλάσσονται του φόρου κληρονομίας στο κράτος αυτό. Για την επιβολή του φόρου αυτού θεωρούνται ευρισκόμενα εντός του κράτους της φορολογικής κατοικίας, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων τρίτων κρατών και της ενδεχομένης εφαρμογής διατάξεων διεθνών συμβάσεων περί διπλής φορολογίας.

Κατοικία κτηθείσα απλώς και μόνο λόγω της ασκήσεως καθηκόντων στην υπηρεσία άλλων διεθνών οργανισμών δεν λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 15

Το Συμβούλιο καθορίζει ομοφώνως προτάσει της Επιτροπής το καθεστώς των κοινωνικών παροχών, που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων.

Άρθρο 16

Το Συμβούλιο προσδιορίζει προτάσει της Επιτροπής και κατόπιν διαβουλεύσεως με τα άλλα ενδιαφερόμενα όργανα, τις κατηγορίες υπαλλήλων και λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων, για τους οποίους εφαρμόζονται, εν όλω ή εν μέρει, οι διατάξεις των άρθρων 12, 13 δεύτερο εδάφιο και 14.

Τα ονόματα, η υπηρεσιακή θέση και οι διευθύνσεις των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού που περιλαμβάνεται στις κατηγορίες αυτές ανακοινώνονται περιοδικώς στις κυβερνήσεις των κρατών μελών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΑΣΥΛΙΕΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΤΡΙΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΔΙΑΠΙΣΤΕΥΜΕΝΩΝ ΣΤΙΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ

Άρθρο 17

Το κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου ευρίσκεται η έδρα των Κοινοτήτων παραχωρεί στις αποστολές τρίτων κρατών, που είναι διαπιστευμένες στις Κοινότητες, τις καθιερωμένες ασυλίες και διπλωματικά προνόμια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 18

Τα προνόμια, οι ασυλίες και οι διευκολύνσεις παρέχονται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αποκλειστικώς προς το συμφέρον των Κοινοτήτων.

Τα όργανα των Κοινοτήτων υποχρεούνται να άρουν την ασυλία που εχορηγήθη σε έναν υπάλληλο ή σε οποιονδήποτε από το λοιπό προσωπικό, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κρίνουν ότι η άρση της ασυλίας δεν είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα των Κοινοτήτων.

Άρθρο 19

Για την εφαρμογή του παρόντος πρωτοκόλλου τα όργανα των Κοινοτήτων ενεργούν σε συνεννόηση με τις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερομένων κρατών μελών.

Άρθρο 20

Τα άρθρα 12 έως και 15 και 18 εφαρμόζονται επί των μελών της Επιτροπής.

Άρθρο 21

Τα άρθρα 12 έως και 15 και 18 εφαρμόζονται επί των δικαστών, των γενικών εισαγγελέων, του γραμματέως και των βοηθών εισηγητών του Δικαστηρίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 3 των πρωτοκόλλων περί του οργανισμού του Δικαστηρίου που αφορούν την ετεροδικία των δικαστών και των γενικών εισαγγελέων.

Άρθρο 22

Το παρόν πρωτόκολλο εφαρμόζεται επίσης επί της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, επί των μελών των οργάνων της, επί του προσωπικού της και επί των αντιπροσώπων των κρατών μελών, οι οποίοι συμμετέχουν στις εργασίες της, με την επιφύλαξη των διατάξεων του πρωτοκόλλου περί του καταστατικού της.

Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων απαλλάσσεται επιπλέον παντός φόρου και τέλους λόγω αυξήσεως του κεφαλαίου της καθώς και διαφόρων διατυπώσεων που συνεπάγονται οι ενέργειες αυτές στο κράτος στο οποίο έχει την έδρα της. Επίσης καμία επιβάρυνση δεν επιβάλλεται κατά τη διάλυση και εκκαθάρισή της. Τέλος, η δραστηριότητα της Τράπεζας και των οργάνων της, που ασκείται σύμφωνα με τους καταστατικούς όρους, δεν υπόκεινται στους φόρους κύκλου εργασιών.

Άρθρο 23

Το παρόν Πρωτόκολλο εφαρμόζεται επίσης στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στα μέλη των οργάνων της και στο προσωπικό της, με την επιφύλαξη των διατάξεων του Πρωτοκόλλου περί του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα απαλλάσσεται επί πλέον από κάθε φόρο ή παρόμοια επιβάρυνση λόγω αυξήσεως του κεφαλαίου της καθώς και από τις διάφορες διατυπώσεις που συνεπάγονται οι ενέργειες αυτές στο κράτος στο οποίο έχει την έδρα της. Οι δραστηριότητες της Τράπεζας και των οργάνων της, που ασκούνται σύμφωνα με το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δεν υπόκεινται σε φόρο κύκλου εργασιών.

Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και στο Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ίδρυμα. Σε περίπτωση διάλυσης ή εκκαθάρισής του δεν επιβάλλεται καμία φορολογική επιβάρυνση.

ΕΙΣ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογεγραμμένοι πληρεξούσιοι υπέγραψαν το παρόν πρωτόκολλο.

Έγινε στις Βρυξέλλες, στις οκτώ Απριλίου χίλια εννιακόσια εξήντα πέντε.

Προσάρτημα στο Παράρτημα A

Διαδικασία εφαρμογής του πρωτοκόλλου περί των προνομίων ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην Ελβετία

1.   Επέκταση της εφαρμογής στην Ελβετία

Οσάκις το Πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: «πρωτόκολλο»), περιέχει αναφορές σε κράτη μέλη, οι αναφορές νοείται ότι καλύπτουν και την Ελβετία, εκτός εάν οι ακόλουθες διατάξεις προβλέπουν άλλως.

2.   Απαλλαγή του Οργανισμού από έμμεσους φόρους (συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ)

Αγαθά και υπηρεσίες που εξάγονται από την Ελβετία δεν επιβαρύνονται με τον ελβετικό φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ). Εφόσον πρόκειται για αγαθά και υπηρεσίες που παρέχονται στον Οργανισμό μέσα στην Ελβετία για επίσημη χρήση, η απαλλαγή από τον ΦΠΑ χορηγείται, σύμφωνα με το άρθρο 3, δεύτερη παράγραφος του Πρωτοκόλλου, δι’ επιστροφής. Η απαλλαγή από τον ΦΠΑ χορηγείται εάν η πραγματική τιμή αγοράς των αγαθών και των παρεχόμενων υπηρεσιών, η οποία αναγράφεται στο τιμολόγιο ή σε ισοδύναμο έγγραφο ανέρχεται σε 100 ελβετικά φράγκα τουλάχιστον (με τους φόρους).

Για την επιστροφή του ΦΠΑ προσκομίζονται τα προς τούτο προβλεπόμενα ελβετικά έντυπα στην αρμόδια ομοσπονδιακή οικονομική υπηρεσία της Ελβετίας (Federal Tax Administration's VAT Main Division). Για τη διεκπεραίωση μιας αίτησης, απαιτείται, κατά κανόνα, προθεσμία τριών μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης συνοδευόμενης από τα απαραίτητα δικαιολογητικά.

3.   Λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων που αφορούν το προσωπικό του Οργανισμού

Όσον αφορά το άρθρο 13, δεύτερη παράγραφος του Πρωτοκόλλου, η Ελβετία, σύμφωνα με τις αρχές της εσωτερικής της νομοθεσίας, απαλλάσσει τους μόνιμους και λοιπούς υπαλλήλους του Οργανισμού κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 549/69 του Συμβουλίου (1) από όλους τους φόρους σε επίπεδο ομοσπονδίας, καντονίων και δήμων επί των μισθών και αποδοχών που καταβάλλονται από την Κοινότητα και φορολογούνται υπέρ αυτής.

Η Ελβετία δεν θεωρείται κράτος μέλος κατά την έννοια του σημείου 1 του παρόντος προσαρτήματος για την εφαρμογή του άρθρου 14 του πρωτοκόλλου.

Μόνιμοι και λοιποί υπάλληλοι του Οργανισμού, καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους που υπάγονται στο ασφαλιστικό σύστημα των μονίμων και λοιπών υπαλλήλων της Κοινότητας, δεν υποχρεούνται να υπαχθούν στο ελβετικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι αποκλειστικά αρμόδιο για κάθε ζήτημα που αφορά τις σχέσεις μεταξύ του Οργανισμού ή της Επιτροπής και του προσωπικού της όσον αφορά την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68 του Συμβουλίου (2), και των λοιπών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου που προσδιορίζουν τους εργασιακούς όρους.


(1)  Κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 549/69 του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 1969, περί καθορισμού των κατηγοριών των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στους οποίους εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12, 13, δεύτερη παράγραφος και 14 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων των ασυλιών των Κοινοτήτων (ΕΕ L 74 της 27.3.1969, σ. 1). Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1749/2002 (ΕΕ L 264 της 2.10.2002, σ. 13).

(2)  Κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής (ΕΕ L 56 της 4.3.1968, σ. 1). Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2104/2005 (ΕΕ L 337 της 22.12.2005, σ. 7).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΩΝ ΕΛΒΕΤΩΝ ΠΟΥ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΣΕ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ

Άρθρο 1

Άμεση επικοινωνία

Ο Οργανισμός και η Επιτροπή επικοινωνούν άμεσα με κάθε πρόσωπο ή φορέα εγκατεστημένο στην Ελβετία που συμμετέχει στις δραστηριότητες του Οργανισμού, ως συμβαλλόμενο μέρος, ως συμμετέχων σε κάποιο πρόγραμμα του Οργανισμού, ως πρόσωπο αμειβόμενο από τον προϋπολογισμό του Οργανισμού ή της Κοινότητας, ή ως υπεργολάβος. Τα πρόσωπα αυτά μπορούν να διαβιβάζουν απευθείας στην Επιτροπή και στον Οργανισμό κάθε συναφή πληροφορία και τεκμηρίωση που οφείλουν να κοινοποιούν βάσει των μέσων στα οποία παραπέμπει η παρούσα απόφαση, οι συναπτόμενες συμβάσεις ή συμφωνίες, και οι αποφάσεις που λαμβάνονται δυνάμει αυτών.

Άρθρο 2

Λογιστικοί έλεγχοι

1.   Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τον δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (1) και με τους δημοσιονομικούς κανονισμούς που έχει εγκρίνει το διοικητικό συμβούλιο του Οργανισμού, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση δημοσιονομικού κανονισμού-πλαισίου για τους κοινοτικούς οργανισμούς του άρθρου 185 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605, του Συμβουλίου, ο οποίος θεσπίζει τον δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (2), καθώς και με άλλες νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στην παρούσα απόφαση, οι συμβάσεις ή συμφωνίες που συνάπτονται, καθώς και οι αποφάσεις που λαμβάνονται με δικαιούχους εγκατεστημένους στην Ελβετία, μπορούν να προβλέπουν την ανά πάσα στιγμή διενέργεια επιστημονικών, δημοσιονομικών, τεχνολογικών ή άλλων λογιστικών ελέγχων στις εγκαταστάσεις των δικαιούχων και των υπεργολάβων τους από υπαλλήλους του Οργανισμού και της Επιτροπής ή από άλλα εντεταλμένα από τον Οργανισμό και την Επιτροπή πρόσωπα.

2.   Οι υπάλληλοι του Οργανισμού και της Επιτροπής, καθώς και άλλα εντεταλμένα από τον Οργανισμό και την Επιτροπή πρόσωπα, έχουν κατάλληλη πρόσβαση σε τόπους, εργασίες και έγγραφα, όπως και σε όλες τις πληροφορίες, ακόμη και σε ηλεκτρονική μορφή, που κρίνονται απαραίτητες για τη διενέργεια των λογιστικών ελέγχων. Το δικαίωμα πρόσβασης ορίζεται ρητά στις συμβάσεις ή συμφωνίες που συνάπτονται προς εφαρμογή των πράξεων στις οποίες αναφέρεται η παρούσα απόφαση.

3.   Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο έχει τα ίδια δικαιώματα με την Επιτροπή.

4.   Λογιστικοί έλεγχοι μπορούν να διενεργούνται έως πέντε έτη μετά τη λήξη της ισχύος της παρούσας απόφασης ή σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στις συναπτόμενες συμβάσεις ή συμφωνίες και στις λαμβανόμενες αποφάσεις.

5.   Η Ελβετική Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου ενημερώνεται εκ των προτέρων για τους λογιστικούς ελέγχους που διενεργούνται στην ελβετική επικράτεια. Η ενημέρωση αυτή δεν αποτελεί νομική προϋπόθεση για τη διενέργεια των εν λόγω ελέγχων.

Άρθρο 3

Επιτόπιοι έλεγχοι

1.   Με βάση την παρούσα απόφαση, η Επιτροπή (OLAF) εξουσιοδοτείται να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις στην ελβετική επικράτεια, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζει ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1996, σχετικά με τους ελέγχους και εξακριβώσεις που διεξάγει επιτοπίως η Επιτροπή με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από απάτες και λοιπές παρατυπίες (3).

2.   Η προετοιμασία και η διενέργεια των επιτόπιων ελέγχων και επιθεωρήσεων γίνεται από την Επιτροπή σε στενή συνεργασία με την αρμόδια Ελβετική Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου ή με άλλες αρμόδιες ελβετικές αρχές που έχει ορίσει η εν λόγω υπηρεσία, στις οποίες κοινοποιείται σε εύθετο χρόνο το αντικείμενο, ο σκοπός και η νομική βάση των ελέγχων και επιθεωρήσεων, έτσι ώστε να μπορούν να προσφέρουν την αναγκαία συνδρομή. Προς τούτο, οι υπάλληλοι των αρμόδιων ελβετικών αρχών μπορούν να συμμετέχουν σε επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις.

3.   Εάν οι αρμόδιες ελβετικές αρχές το επιθυμούν, οι επιτόπιοι έλεγχοι και επιθεωρήσεις είναι δυνατόν να διενεργούνται από κοινού από την Επιτροπή και τις εν λόγω αρχές.

4.   Εφόσον οι συμμετέχοντες στο πρόγραμμα αντιτίθενται σε επιτόπιο έλεγχο ή επιθεώρηση, οι ελβετικές αρχές παρέχουν στους ελεγκτές της Επιτροπής, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες, τη συνδρομή που χρειάζονται για να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους που συνίσταται σε επιτόπιο έλεγχο ή επιθεώρηση.

5.   Η Επιτροπή κοινοποιεί, το συντομότερο δυνατόν, στην Ελβετική Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου, κάθε περίπτωση ή υπόνοια παρατυπίας που υπέπεσε στην αντίληψή της κατά τη διάρκεια επιτόπιου ελέγχου ή επιθεώρησης. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή οφείλει να ενημερώνει την ως άνω ελβετική αρχή για το αποτέλεσμα αυτών των ελέγχων και επιθεωρήσεων.

Άρθρο 4

Πληροφόρηση και διαβούλευση

1.   Για την ορθή εφαρμογή του παρόντος Παραρτήματος, οι αρμόδιες ελβετικές και κοινοτικές αρχές ανταλλάσσουν πληροφορίες σε τακτική βάση και, κατόπιν αιτήματος ενός εκ των Μερών, διεξάγουν διαβουλεύσεις.

2.   Οι αρμόδιες ελβετικές αρχές ενημερώνουν αμελλητί τον Οργανισμό και την Επιτροπή για κάθε περίπτωση ή υπόνοια που υποπίπτει στην αντίληψή τους και αφορά παρατυπίες σχετικές με τη σύναψη και την εφαρμογή των συμβάσεων ή συμφωνιών που συνάπτονται κατ’ εφαρμογή των μέσων που αναφέρονται στην παρούσα απόφαση.

Άρθρο 5

Εμπιστευτικότητα

Οι πληροφορίες που ανακοινώνονται ή αποκτώνται βάσει του παρόντος Παραρτήματος, υπό οιανδήποτε μορφή, καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο και απολαύουν της προστασίας που παρέχεται για ανάλογες πληροφορίες από το ελβετικό δίκαιο και από τις αντίστοιχες διατάξεις που ισχύουν στα κοινοτικά όργανα. Οι πληροφορίες αυτές δεν ανακοινώνονται σε πρόσωπα άλλα από εκείνα τα οποία, λόγω των καθηκόντων τους στα κοινοτικά όργανα, στα κράτη μέλη ή στην Ελβετία, οφείλουν να τις γνωρίζουν, ούτε χρησιμοποιούνται για σκοπούς άλλους από τη διασφάλιση της αποτελεσματικής προστασίας των οικονομικών συμφερόντων των συμβαλλόμενων μερών.

Άρθρο 6

Διοικητικά μέτρα και κυρώσεις

Με την επιφύλαξη εφαρμογής του ελβετικού ποινικού δικαίου, μπορούν να επιβάλλονται διοικητικά μέτρα και κυρώσεις από τον Οργανισμό ή την Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, και τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002 της Επιτροπής, καθώς και με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (4).

Άρθρο 7

Είσπραξη και εκτέλεση

Αποφάσεις του Οργανισμού ή της Επιτροπής που λαμβάνονται εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας απόφασης και προβλέπουν χρηματική υποχρέωση, η οποία βαρύνει πρόσωπα άλλα πλην κρατών, αποτελούν στην Ελβετία τίτλο εκτελεστό.

Ο εκτελεστήριος τύπος εκδίδεται, χωρίς άλλον έλεγχο πέραν της εξακρίβωσης της γνησιότητας της πράξης, από την αρχή που έχει ορίσει η ελβετική κυβέρνηση, η οποία και ενημερώνει σχετικά τον Οργανισμό ή την Επιτροπή. Η αναγκαστική εκτέλεση πραγματοποιείται σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες της Ελβετίας. Η νομιμότητα της απόφασης που αποτελεί εκτελεστό τίτλο υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Οι αποφάσεις που λαμβάνει το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δυνάμει ρήτρας διαιτησίας είναι εκτελεστές υπό τους ίδιους όρους.


(1)  ΕΕ L 248 της 16.9.2002, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 357 της 31.12.2002, σ. 72.

(3)  ΕΕ L 292 της 15.11.1996, σ. 2.

(4)  ΕΕ L 312 της 23.12.1995, σ. 1.


Top