EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 22004A0319(01)

Πρωτόκολλο στη σύμβαση του 1979 για τη διασυνοριακή ατμοσφαιρική ρύπανση μεγάλης απόστασης που οφείλεται στους έμμονους οργανικούς ρύπους

OJ L 81, 19.3.2004, p. 37–71 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)
Special edition in Czech: Chapter 11 Volume 050 P. 146 - 180
Special edition in Estonian: Chapter 11 Volume 050 P. 146 - 180
Special edition in Latvian: Chapter 11 Volume 050 P. 146 - 180
Special edition in Lithuanian: Chapter 11 Volume 050 P. 146 - 180
Special edition in Hungarian Chapter 11 Volume 050 P. 146 - 180
Special edition in Maltese: Chapter 11 Volume 050 P. 146 - 180
Special edition in Polish: Chapter 11 Volume 050 P. 146 - 180
Special edition in Slovak: Chapter 11 Volume 050 P. 146 - 180
Special edition in Slovene: Chapter 11 Volume 050 P. 146 - 180
Special edition in Bulgarian: Chapter 11 Volume 034 P. 227 - 261
Special edition in Romanian: Chapter 11 Volume 034 P. 227 - 261
Special edition in Croatian: Chapter 11 Volume 008 P. 36 - 70

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/prot/2004/259/oj

22004A0319(01)

Πρωτόκολλο στη σύμβαση του 1979 για τη διασυνοριακή ατμοσφαιρική ρύπανση μεγάλης απόστασης που οφείλεται στους έμμονους οργανικούς ρύπους

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 081 της 19/03/2004 σ. 0037 - 0071


Πρωτόκολλο

στη σύμβαση του 1979 για τη διασυνοριακή ατμοσφαιρική ρύπανση μεγάλης απόστασης που οφείλεται στους έμμονους οργανικούς ρύπους

ΤΑ ΜΕΡΗ,

Έχοντας αποφασίσει να εφαρμόσουν τη σύμβαση για τη διασυνοριακή ατμοσφαιρική ρύπανση,

Αναγνωρίζοντας ότι οι εκπομπές πολλών έμμονων οργανικών ρύπων μεταφέρονται και πέραν των εθνικών συνόρων και αποτίθενται στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική, και την Αρκτική, σε μεγάλη απόσταση από τον τόπο προέλευσής τους, και ότι η ατμόσφαιρα είναι το επικρατούν μέσο μεταφοράς,

Έχοντας επίγνωση ότι οι έμμονοι οργανικοί ρύποι ανθίστανται στην αποδόμηση κάτω από φυσικές συνθήκες και ότι συνδέονται με επιζήμιες συνέπειες για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον,

Ανησυχώντας επειδή οι έμμονοι οργανικοί ρύποι μπορούν να ενισχυθούν βιολογικά σε ανώτερες τροφικές στάθμες σε συγκεντρώσεις οι οποίες μπορεί να έχουν επιπτώσεις για την άγρια πανίδα και τους ανθρώπους που εκτίθενται σ' αυτούς,

Αναγνωρίζοντας ότι τα αρκτικά οικοσυστήματα και ιδιαίτερα οι αυτόχθονες πληθυσμοί τους που εξαρτώνται για την επιβίωσή τους από τα ψάρια και τα θηλαστικά κινδυνεύουν ιδιαίτερα λόγω της βιολογικής μεγέθυνσης των έμμονων οργανικών ρύπων,

Έχοντας επίγνωση ότι τα μέτρα ελέγχου των εκπομπών έμμονων οργανικών ρύπων μπορούν, επίσης, να συμβάλουν στην προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας σε ζώνες που βρίσκονται εκτός της περιοχής της Οικονομικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη (ΟΕΕ/ΗΕ), συμπεριλαμβανομένων της Αρκτικής και των διεθνών υδάτων,

Έχοντας αποφασίσει να λάβουν μέτρα για την πρόληψη, την αποτροπή, και την ελαχιστοποίηση των εκπομπών των έμμονων οργανικών ρύπων, λαμβάνοντας υπόψη την εφαρμογή της προληπτικής προσέγγισης, όπως εξαγγέλλεται στην αρχή αριθ. 15 της δήλωσης του Ρίο για το περιβάλλον και την ανάπτυξη,

Αναγνωρίζοντας ότι τα κράτη έχουν, σύμφωνα με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και τις αρχές του διεθνούς δικαίου, το κυρίαρχο δικαίωμα να αξιοποιούν τους πόρους τους, σύμφωνα με τις περιβαλλοντικές και αναπτυξιακές πολιτικές τους, και την ευθύνη να διασφαλίσουν ότι οι δραστηριότητες υπό τη δικαιοδοσία ή τον έλεγχό τους δεν προκαλούν ζημίες στο περιβάλλον άλλων χωρών ή περιοχών που βρίσκονται πέραν των ορίων της εθνικής δικαιοδοσίας τους,

Σημειώνοντας την ανάγκη για παγκόσμια δράση κατά των έμμονων οργανικών ρύπων και επικαλούμενα το ρόλο που προβλέπει στο κεφάλαιο 9 του σχεδίου δράσης για τον 21ο αιώνα για τις περιφερειακές συμφωνίες προκειμένου να μειωθεί η παγκόσμια διασυνοριακή ατμοσφαιρική ρύπανση και, ειδικότερα, για την Οικονομική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη, με σκοπό να ανταλλάξει την περιφερειακή εμπειρία της με άλλες περιφέρειες του κόσμου,

Αναγνωρίζοντας ότι υπάρχουν υποπεριφερειακά, περιφερειακά, και παγκόσμια συστήματα, συμπεριλαμβανομένων διεθνών μέσων, που διέπουν τη διαχείριση των επικίνδυνων αποβλήτων, τη διασυνοριακή μεταφορά και διάθεσή τους, ειδικότερα η σύμβαση της Βασιλείας για τον έλεγχο της διασυνοριακής διακίνησης επικίνδυνων αποβλήτων και της διάθεσής τους,

Θεωρώντας ότι οι βασικές πηγές ατμοσφαιρικής ρύπανσης που συμβάλλουν στη σώρευση των έμμονων οργανικών ρύπων είναι η χρήση ορισμένων ζιζανιοκτόνων, η κατασκευή και η χρήση ορισμένων χημικών ουσιών, και ο μη ηθελημένος σχηματισμός ορισμένων ουσιών από την αποτέφρωση των αποβλήτων, την καύση, την παραγωγή μετάλλων, και από κινητές πηγές,

Αντιλαμβανόμενα ότι υπάρχουν τεχνικές και πρακτικές διαχείρισης προκειμένου να μειωθούν οι εκπομπές έμμονων οργανικών ρύπων στην ατμόσφαιρα,

Έχοντας επίγνωση την ανάγκης για μία αποτελεσματική από απόψεως κόστους προσέγγιση για την καταπολέμηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης,

Σημειώνοντας τη σημαντική συμβολή ιδιωτικών και μη κυβερνητικών φορέων στην κατανόηση των επιπτώσεων που συνδέονται με τους έμμονους οργανικούς ρύπους, τις διαθέσιμες εναλλακτικές μεθόδους και τεχνικές μείωσης, και το ρόλο που διαδραματίζουν όσον αφορά τη μείωση των έμμονων οργανικών ρύπων,

Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα μέτρα που λαμβάνονται με στόχο τη μείωση των εκπομπών έμμονων οργανικών ρύπων δεν πρέπει να αποτελέσουν μέσο αυθαίρετης ή αδικαιολόγητης διάκρισης ή ηθελημένο περιορισμό του διεθνούς ανταγωνισμού και του εμπορίου,

Λαμβάνοντας υπόψη τα διαθέσιμα επιστημονικά και τεχνικά δεδομένα σχετικά με τις εκπομπές, τις ατμοσφαιρικές διεργασίες και τις επιπτώσεις των έμμονων οργανικών ρύπων στην ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, καθώς και σχετικά με το κόστος μείωσής τους, και αναγνωρίζοντας την ανάγκη εξακολούθησης της επιστημονικής και τεχνικής συνεργασίας για την προώθηση της κατανόησης των θεμάτων αυτών,

Αναγνωρίζοντας ότι έχουν ήδη ληφθεί μέτρα κατά των έμμονων οργανικών ρύπων από ορισμένα μέρη σε εθνικό επίπεδο ή/και στο πλαίσιο άλλων διεθνών συμβάσεων,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

Άρθρο 1

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, νοούνται ως:

1. "Σύμβαση", η σύμβαση για τη διασυνοριακή ατμοσφαιρική ρύπανση μεγάλης απόστασης που υιοθετήθηκε στη Γενεύη, στις 13 Νοεμβρίου 1979.

2. "EMEP", το πρόγραμμα συνεργασίας για τη συνεχή παρακολούθηση και εκτίμηση της μεταφοράς σε μεγάλη απόσταση των ατμοσφαιρικών ρύπων στην Ευρώπη.

3. "Εκτελεστικό Όργανο", το Εκτελεστικό Όργανο της σύμβασης το οποίο συνεστήθη δυνάμει του άρθρου 10 παράγραφος 1 της σύμβασης.

4. "Επιτροπή", η Οικονομική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη.

5. "Μέρη", εκτός και εάν προκύπτει άλλως από τα συμφραζόμενα, τα συμβαλλόμενα μέρη του παρόντος πρωτοκόλλου.

6. "Γεωγραφικό πεδίο της EMEP", η περιοχή που ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 4 του πρωτοκόλλου του 1979 της σύμβασης σχετικά με τη διασυνοριακή ατμοσφαιρική ρύπανση σε μεγάλες αποστάσεις και την μακροχρόνια χρηματοδότηση του προγράμματος συνεργασίας για την παρακολούθηση και εκτίμηση της μεταφοράς σε μεγάλες αποστάσεις των ατμοσφαιρικών ρύπων στην Ευρώπη (EMEP), που υιοθετήθηκαν στη Γενεύη, στις 28 Σεπτεμβρίου 1984.

7. "Έμμονοι Οργανικοί Ρύποι", οργανικές ουσίες οι οποίες: α) έχου τοξικά χαρακτηριστικά, β) είναι έμμονες, γ) βιοσυσσωρεύονται, δ) είναι επιρρεπείς σε διασυνοριακή ατμοσφαιρική μεταφορά και απόθεση σε μεγάλες αποστάσεις και ε) μπορεί να έχουν σημαντικές επιζήμιες συνέπειες για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον πλησίον και μακρά των πηγών τους.

8. "Ουσία", ένα απλό χημικό είδος ή ένας αριθμός χημικών ειδών που σχηματίζουν μια συγκεκριμένη ομάδα επειδή α) έχουν παρόμοιες ιδιότητες και εκπέμπονται μαζί στο περιβάλλον, ή β) σχηματίζουν ένα μείγμα το οποίο συνήθως διατίθεται στο εμπόριο ως ένα προϊόν.

9. "Εκπομπή", έκλυση από ένα σημείο ή μία πηγή διάχυσης στην ατμόσφαιρα.

10. "Σταθερή πηγή", οποιοδήποτε σταθερό κτήριο, δομή, συσκευή, εγκατάσταση ή εξοπλισμός, που εκπέμπει ή μπορεί να εκπέμψει άμεσα στην ατμόσφαιρα έναν έμμονο οργανικό ρύπο.

11. "Κύρια κατηγορία σταθερής πηγής", οποιαδήποτε κατηγορία σταθερής πηγής η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα VIII.

12. "Νέα σταθερή πηγή", μια σταθερή πηγή της οποίας η κατασκευή ή η σημαντική μετασκευή άρχισε μετά την παρέλευση δύο μηνών από της ημερομηνίας θέσεως σε ισχύ: α) του παρόντος πρωτοκόλλου ή β) μίας τροποποίησης του παραρτήματος ΙΙΙ ή VIII, σε περίπτωση που η σταθερή πηγή υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος πρωτοκόλλου δυνάμει μόνο της εν λόγω τροποποίησης. Εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές να αποφασίσουν εάν η μετασκευή είναι σημαντική, ή όχι, λαμβάνοντας υπόψη συντελεστές όπως, για παράδειγμα, τα περιβαλλοντικά οφέλη της μετασκευής.

Άρθρο 2

Στόχος

Στόχος του παρόντος πρωτοκόλλου είναι ο έλεγχος, η μείωση, ή η εξάλειψη των απορρίψεων, εκπομπών και διαρροών έμμονων οργανικών ρύπων.

Άρθρο 3

Βασικές υποχρεώσεις

1. Εκτός και εάν εξαιρείται ρητά σύμφωνα με το άρθρο 4, κάθε μέρος λαμβάνει αποτελεσματικά μέτρα προκειμένου:

α) να παύσει η παραγωγή και η χρήση των ουσιών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι σύμφωνα με τις προϋποθέσεις εφαρμογής που αναφέρονται σ' αυτό·

β) i) να εξασφαλισθεί κατά την καταστροφή και διάθεση των ουσιών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι ότι η καταστροφή και η διάθεση γίνεται με οικολογικό τρόπο, λαμβανομένων υπόψη σχετικών υποπεριφερειακών, περιφερειακών, και διεθνών συστημάτων που διέπουν τη διαχείριση των επικίνδυνων αποβλήτων και τη διάθεσή τους, ειδικότερα της σύμβασης της Βασιλείας για τον έλεγχο της διασυνοριακής διακίνησης των επικίνδυνων αποβλήτων και τη διάθεσή τους,

ii) να εξασφαλισθεί ότι η διάθεση των ουσιών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι πραγματοποιείται στο εσωτερικό της χώρας λαμβανομένων υπόψη των σχετικών περιβαλλοντικών προβληματισμών,

iii) να διασφαλισθεί ότι η διασυνοριακή μεταφορά ουσιών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι γίνεται με οικολογικό τρόπο λαμβανομένων υπόψη των υποπεριφερειακών, περιφερειακών, και διεθνών συστημάτων που διέπουν τη διασυνοριακή μεταφορά επικίνδυνων αποβλήτων και ειδικότερα της σύμβασης της Βασιλείας για τον έλεγχο της διασυνοριακής διακίνησης των επικίνδυνων αποβλήτων και τη διάθεσή τους·

γ) να περιορισθούν οι ουσίες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ στις περιγραφόμενες χρήσεις σύμφωνα με τις απαιτήσεις εφαρμογής που ορίζονται σ' αυτό.

2. Οι απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), παραπάνω, αποκτούν ισχύ έναντι κάθε ουσίας την ημερομηνία κατά την οποία παύει η παραγωγή ή η χρήση της εν λόγω ουσίας, λαμβανομένης υπόψη της υστερότερης ημερομηνίας.

3. Όσον αφορά τις ουσίες που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα Ι, ΙΙ, ή ΙΙΙ, κάθε μέρος οφείλει να αναπτύξει κατάλληλες στρατηγικές για τον εντοπισμό των ειδών τα οποία εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται και των αποβλήτων που περιέχουν τις εν λόγω ουσίες, και λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι τα εν λόγω απόβλητα και είδη, όταν καθίστανται απόβλητα, καταστρέφονται ή διατίθενται με οικολογικό τρόπο.

4. Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 έως 3 παραπάνω, οι όροι απόβλητα, διάθεση, και οικολογικός τρόπος ερμηνεύονται σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης της Βασιλείας για τον έλεγχο της διασυνοριακής διακίνησης επικίνδυνων αποβλήτων και τη διάθεσή τους.

5. Τα μέρη:

α) οφείλουν να μειώσουν τις συνολικές ετήσιες εκπομπές στην ατμόσφαιρα κάθε ουσίας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙΙ από το επίπεδο εκπομπών κατά το έτος αναφοράς το οποίο ορίζεται σύμφωνα με το παράρτημα λαμβάνοντας αποτελεσματικά μέτρα ανάλογα προς τις ιδιαίτερες συνθήκες τους·

β) εφαρμόζουν εντός της κλίμακας χρόνου που ορίζεται στο παράρτημα VI:

i) τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές, λαμβάνοντας υπόψη το παράρτημα V, σε κάθε νέα σταθερή πηγή εντός μίας κύριας κατηγορίας σταθερών πηγών για την οποία το παράρτημα V ορίζει τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές,

ii) οριακές τιμές, τουλάχιστον όσο αυστηρές όσο οι τιμές που ορίζονται στο παράρτημα ΙV, σε κάθε νέα σταθερή πηγή εντός μίας κύριας κατηγορίας σταθερών πηγών που περιλαμβάνεται στο εν λόγω παράρτημα, λαμβάνοντας υπόψη το παράρτημα V. Τα μέρη μπορούν, εναλλακτικά, να εφαρμόσουν διαφορετικές στρατηγικές μείωσης των εκπομπών οι οποίες επιτυγχάνουν ισοδύναμα συνολικά επίπεδα εκπομπών,

iii) τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές, λαμβάνοντας υπόψη το παράρτημα V, σε κάθε υπάρχουσα σταθερή πηγή εντός μίας κύριας κατηγορίας σταθερών πηγών για την οποία το παράρτημα V ορίζει τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές στο μέτρο που αυτό είναι εφικτό από τεχνικής και οικονομικής άποψης. Τα μέρη μπορούν, εναλλακτικά, να εφαρμόσουν διαφορετικές στρατηγικές μείωσης των εκπομπών που επιτυγχάνουν ισοδύναμη μείωση συνολικών εκπομπών,

iv) οριακές τιμές, τουλάχιστον όσο αυστηρές όσο και οι τιμές που ορίζονται στο παράρτημα ΙV, σε κάθε υπάρχουσα σταθερή πηγή εντός μίας κύριας κατηγορίας η οποία αναφέρεται στο εν λόγω παράρτημα, στο μέτρο που αυτό είναι εφικτό από τεχνικής και οικονομικής άποψης, λαμβάνοντας υπόψη το παράρτημα V. Τα μέρη μπορούν, εναλλακτικά, να εφαρμόσουν διαφορετικές στρατηγικές μείωσης εκπομπών που επιτυγχάνουν ισοδύναμη μείωση συνολικών εκπομπών,

v) αποτελεσματικά μέτρα για τον έλεγχο των εκπομπών από κινητές πηγές, λαμβάνοντας υπόψη το παράρτημα VII.

6. Στην περίπτωση οικιακών πηγών καύσης, οι υποχρεώσεις οι οποίες ορίζονται στο άρθρο 5 στοιχείο β) σημεία i) και iii) ανωτέρω αναφέρονται σε όλες γενικά τις σταθερές πηγές της εν λόγω κατηγορίας.

7. Τα μέρη τα οποία, μετά την εφαρμογή του άρθρου 5 στοιχείο β) ανωτέρω, δεν μπορούν να επιτύχουν τις απαιτήσεις του άρθρου 5 στοιχείο α) ανωτέρω, όσον αφορά μία ουσία η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙΙ, απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις οι οποίες απορρέουν από το άρθρο 5 στοιχείο α) ανωτέρω όσον αφορά την εν λόγω ουσία.

8. Τα μέρη συντάσσουν και διατηρούν καταλόγους καταγραφής εκπομπών για τις ουσίες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙΙ και συγκεντρώνουν τις διαθέσιμες πληροφορίες τους σχετικά με την παραγωγή και την πώληση των ουσιών που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα Ι και ΙΙ, όσον αφορά τα μέρη εντός του γεωγραφικού πεδίου του EMEP, χρησιμοποιώντας ως ελάχιστη βάση τις μεθοδολογίες και την χωρική και χρονική ανάλυση που ορίζονται από το όργανο διεύθυνσης του EMEP, και, όσον αφορά τα μέρη εκτός του γεωγραφικού πεδίου του ΕΜΕΡ, χρησιμοποιώντας ως οδηγό τις μεθοδολογίες που αναπτύχθηκαν από το σχέδιο εργασίας του Εκτελεστικού Οργάνου. Τα μέρη υποβάλλουν εκθέσεις σχετικά με τις πληροφορίες αυτές σύμφωνα με τις απαιτήσεις για την υποβολή εκθέσεων που περιγράφονται στο άρθρο 9 κατωτέρω.

Άρθρο 4

Εξαιρέσεις

1. Το άρθρο 3 παράγραφος 1, δεν εφαρμόζεται σε ποσότητες ουσίας οι οποίες χρησιμοποιούνται σε έρευνα κλίμακας εργαστηρίου ή ως πρότυπο αναφοράς.

2. Τα μέρη μπορεί να επιτρέψουν εξαίρεση από το άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχεία α) και γ), αναφορικά με μία συγκεκριμένη ουσία, με την προϋπόθεση ότι η εξαίρεση δεν επιτρέπεται ή χρησιμοποιείται κατά τρόπο που θα μπορούσε να υπονομεύσει τους στόχους του παρόντος πρωτοκόλλου και αποκλειστικά για τους ακόλουθους σκοπούς όρους.

α) Για έρευνα εκτός από αυτή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 παραπάνω, εφόσον:

i) δεν αναμένεται να ελευθερωθεί στο περιβάλλον σημαντική ποσότητα της ουσίας κατά τη διάρκεια της προτεινόμενης χρήσης και επακόλουθης διάθεσης,

ii) οι στόχοι και οι παράμετροι της εν λόγω έρευνας υπόκεινται σε αξιολόγηση και έγκριση από το μέρος και

iii) σε περίπτωση σημαντικής ελευθέρωσης μίας ουσίας στο περιβάλλον η εξαίρεση παύει να ισχύει αμέσως, λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να μετριασθούν οι συνέπειες της ελευθέρωσης και διενεργείται αξιολόγηση των μέτρων περιορισμού προτού επαναληφθεί η έρευνα·

β) εφόσον είναι απαραίτητο προκειμένου να αντιμετωπισθεί μία έκτακτη κατάσταση η οποία αφορά τη δημόσια υγεία, εάν:

i) το μέρος δεν διαθέτει κατάλληλα εναλλακτικά μέτρα προκειμένου να αντιμετωπίσει την κατάσταση,

ii) τα μέτρα που λαμβάνονται είναι ανάλογα προς την έκταση και τη σοβαρότητα της έκτακτης κατάστασης,

iii) λαμβάνονται προληπτικά μέτρα για την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος και προκειμένου να διασφαλισθεί ότι η ουσία δεν χρησιμοποιείται εκτός της γεωγραφικής ζώνης η οποία αντιμετωπίζει την έκτακτη κατάσταση,

iv) η εξαίρεση επιτρέπεται για μία περίοδο χρόνου η οποία δεν υπερβαίνει τη διάρκεια της έκτακτης κατάστασης και

v) μετά την λήξη της έκτακτης κατάστασης, τυχόν εναπομένοντα αποθέματα της ουσίας υπόκεινται στις διατάξεις του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο β)·

γ) για μία ελάσσονα εφαρμογή η οποία κρίνεται ουσιώδης από το μέρος, εφόσον:

i) η εξαίρεση επιτρέπεται για μία μέγιστη περίοδο πέντε ετών,

ii) η εξαίρεση δεν έχει επιτραπεί προηγουμένως σύμφωνα με το άρθρο αυτό,

iii) δεν υπάρχουν κατάλληλες εναλλακτικές λύσεις της προτεινόμενης χρήσης,

iv) το μέρος έχει εκτιμήσει τις εκπομπές της ουσίας οι οποίες προκύπτουν από την εξαίρεση και τη συμβολή τους στις συνολικές εκπομπές της εν λόγω ουσίας από τα μέρη,

v) λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα για να διασφαλισθεί η ελαχιστοποίηση των εκπομπών στο περιβάλλον και

vi) μετά την παύση της εξαίρεσης, τυχόν εναπομένοντα αποθέματα της ουσίας υπόκεινται στις διατάξεις του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο β).

3. Τα μέρη εντός 90 ημερών τουλάχιστον μετά τη χορήγηση της εξαίρεσης, σύμφωνα με την παράγραφο 2 ανωτέρω, παρέχουν στη γραμματεία τις ακόλουθες, τουλάχιστον, πληροφορίες:

α) τη χημική ονομασία της ουσίας για την οποία επετράπη η εξαίρεση·

β) το σκοπό για τον οποίο επετράπη η εξαίρεση·

γ) τους όρους με τους οποίους επετράπη η εξαίρεση·

δ) τη χρονική διάρκεια για την οποία επετράπη η εξαίρεση·

ε) το πρόσωπο ή τον οργανισμό που αφορά η εξαίρεση·

στ) αναφορικά με μία εξαίρεση η οποία επετράπη σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχεία α) και γ) ανωτέρω, τις εκτιμώμενες εκπομπές της ουσίας οι οποίες προκύπτουν από την εξαίρεση και εκτίμηση της συμβολής τους στις συνολικές εκπομπές της ουσίας από τα μέρη.

4. Η γραμματεία διαθέτει σε όλα τα μέρη τις πληροφορίες τις οποίες λαμβάνει σύμφωνα με την παράγραφο 3 ανωτέρω.

Άρθρο 5

Ανταλλαγή πληροφοριών και τεχνολογίας

Τα μέρη δημιουργούν, σύμφωνα με τη νομοθεσία, τις ρυθμίσεις και τις πρακτικές τους, ευνοϊκές συνθήκες για τη διευκόλυνση των ανταλλαγών πληροφοριών και τεχνολογίας οι οποίες αποβλέπουν στη μείωση της παραγωγής και εκπομπής έμμονων οργανικών ρύπων και την ανάπτυξη αποτελεσματικών από άποψης κόστους εναλλακτικών λύσεων προωθώντας, μεταξύ άλλων:

α) τις επαφές και τη συνεργασία αρμοδίων οργανισμών και ατόμων στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα που είναι σε θέση να προσφέρουν τεχνολογία, σχεδιασμό και μηχανολογικές υπηρεσίες, εξοπλισμό ή χρηματοοικονομικές υπηρεσίες·

β) την ανταλλαγή πληροφοριών και τη πρόσβαση σ' αυτές σχετικά με την ανάπτυξη και τη χρήση εναλλακτικών ουσιών των έμμονων οργανικών ρύπων καθώς και σχετικά με την αξιολόγηση που συνεπάγονται οι εν λόγω εναλλακτικές ουσίες για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, καθώς και πληροφορίες σχετικά με το οικονομικό και κοινωνικό κόστος των εν λόγω εναλλακτικών ουσιών·

γ) την κατάρτιση και τακτική ενημέρωση όλων των καταλόγων των αρχών που έχουν ορίσει να αναπτύσσουν παρόμοιες δραστηριότητες σε άλλα διεθνή βήματα·

δ) την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με δραστηριότητες οι οποίες αναπτύσσονται σε άλλα διεθνή βήματα.

Άρθρο 6

Ενημέρωση του κοινού

Τα μέρη θα προωθήσουν, σύμφωνα με τη νομοθεσία, τις ρυθμίσεις και τις πρακτικές τους, την παροχή πληροφοριών στο ευρύ κοινό συμπεριλαμβανομένων των ατόμων που είναι άμεσοι χρήστες των έμμονων οργανικών ρύπων. Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων:

α) πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένης της επισήμανσης, σχετικά με την εκτίμηση των κινδύνων·

β) πληροφορίες σχετικά με τη μείωση των κινδύνων·

γ) πληροφορίες με στόχο την ενθάρρυνση της εξάλειψης των έμμονων οργανικών ρύπων ή τη μείωση της χρήσης τους, συμπεριλαμβανομένων, ενδεχομένως, πληροφοριών σχετικά με την ολοκληρωμένη καταπολέμηση επιβλαβών οργανισμών, τις ολοκληρωμένες πρακτικές καλλιέργειας, και τις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της εξάλειψης ή μείωσης αυτής και

δ) πληροφορίες σχετικά με εναλλακτικές ουσίες των έμμονων οργανικών ρύπων καθώς και εκτίμηση των κινδύνων που οι εναλλακτικές αυτές ουσίες θέτουν για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, και πληροφορίες σχετικά με τις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις των εν λόγω εναλλακτικών ουσιών.

Άρθρο 7

Στρατηγικές, πολιτικές, προγράμματα, μέτρα και πληροφόρηση

1. Τα μέρη αναπτύσσουν, εντός έξι μηνών το αργότερο από την παρέλευση της ημερομηνίας κατά την οποία το πρωτόκολλο τίθεται σε ισχύ, στρατηγικές, πολιτικές, και προγράμματα, προκειμένου να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με το παρόν πρωτόκολλο.

2. Τα μέρη:

α) ενθαρρύνουν τη χρήση οικονομικά εφικτών ορθολογικών τεχνικών διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων των βέλτιστών περιβαλλοντικών πρακτικών, σχετικά με όλες τις πτυχές της χρήσης, παραγωγής, ελευθέρωσης, επεξεργασίας, διανομής· χειρισμού, μεταφοράς και επανεπεξεργασίας των ουσιών που διέπονται από το παρόν πρωτόκολλο και τα βιομηχανικά είδη και μείγματα ή διαλύματα που περιέχουν τις εν λόγω ουσίες·

β) ενθαρρύνουν την εφαρμογή περαιτέρω προγραμμάτων διαχείρισης με σκοπό τη μείωση των εκπομπών των έμμονων οργανικών ρύπων, συμπεριλαμβανομένων εθελοντικών προγραμμάτων και της χρήσης οικονομικών μέσων·

γ) εξετάζουν τη δυνατότητα υιοθέτησης συμπληρωματικών πολιτικών και μέτρων, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες τους, μεταξύ των οποίων μπορεί να συμπεριλαμβάνονται μη ρυθμιστικές προσεγγίσεις·

δ) καταβάλλουν σταθερές προσπάθειες, οι οποίες είναι οικονομικά εφικτές με στόχο τη μείωση των ουσιών που διέπονται από το παρόν πρωτόκολλο και οι οποίες περιέχονται ως ρύποι σε άλλες ουσίες, χημικά προϊόντα ή βιομηχανικά είδη, ευθύς ως αποδειχθεί η σημασία της πηγής·

ε) λαμβάνουν υπόψη, στα προγράμματα που καταρτίζουν για την εκτίμηση των ουσιών, τα χαρακτηριστικά τα οποία ορίζονται στην παράγραφο 1 της απόφασης 1998/2 του Εκτελεστικού Οργάνου, σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται και τις διαδικασίες αναφορικά με την προσθήκη ουσιών στα παραρτήματα Ι, ΙΙ, ή ΙΙΙ, συμπεριλαμβανομένων τυχόν τροποποιήσεών της.

3. Τα μέρη μπορούν να λαμβάνουν μέτρα αυστηρότερα από αυτά που προβλέπονται από το παρόν πρωτόκολλο.

Άρθρο 8

Έρευνα, ανάπτυξη και παρακολούθηση

Τα μέρη ενθαρρύνουν την έρευνα, ανάπτυξη, παρακολούθηση και συνεργασία, σχετικά, μεταξύ άλλων, με:

α) τις εκπομπές, τη μεταφορά σε μεγάλες αποστάσεις και τα επίπεδα απόθεσης, καθώς και την προτυποποίησή τους, τα υπάρχοντα επίπεδα σε βιοτικό και αβιοτικό περιβάλλον, την ανάπτυξη διαδικασιών για την εναρμόνιση των σχετικών μεθοδολογιών·

β) τους διαδρόμους ρύπανσης και τους καταλόγους καταγραφής σε αντιπροσωπευτικά οικοσυστήματα·

γ) τις σημαντικές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένης της ποσοτικοποίησης των εν λόγω επιπτώσεων·

δ) τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές και πρακτικές, συμπεριλαμβανομένων των γεωργικών πρακτικών, και τις τεχνικές και πρακτικές εκπομπών που εφαρμόζονται σήμερα από τα μέρη ή που βρίσκονται στη φάση ανάπτυξης·

ε) τις μεθοδολογίες οι οποίες επιτρέπουν τη στάθμιση των κοινωνικοοικονομικών συντελεστών κατά την αξιολόγηση εναλλακτικών στρατηγικών ελέγχου·

στ) μια προσέγγιση με βάση τις επιπτώσεις η οποία ολοκληρώνει τις κατάλληλες πληροφορίες, καταμετρημένα ή προτυποποιημένα περιβαλλοντικά επίπεδα, διαδρομές, και επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, με σκοπό την ανάπτυξη μελλοντικών στρατηγικών ελέγχου οι οποίες λαμβάνουν, επίσης, υπόψη οικονομικούς και τεχνολογικούς συντελεστές·

ζ) τις μεθόδους υπολογισμού των εθνικών εκπομπών μεμονωμένων έμμονων οργανικών ρύπων και για την αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο οι εν λόγω εκτιμήσεις και προβολές μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διάρθρωση μελλοντικών υποχρεώσεων·

η) τα επίπεδα των ουσιών οι οποίες διέπονται από το παρόν πρωτόκολλο και οι οποίες περιέχονται ως ρύποι σε άλλες ουσίες, χημικά προϊόντα, ή βιομηχανικά είδη και τη σημασία των επιπέδων αυτών όσον αφορά τη μεταφορά σε μεγάλη απόσταση, καθώς και τις τεχνικές για τη μείωση των επιπέδων των εν λόγω ρύπων και, επιπλέον, τα επίπεδα των έμμονων οργανικών ρύπων που παράγονται κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής της ξυλείας η οποία υφίσταται επεξεργασία με τα πενταχλωροφενόλ.

Πρέπει να δίδεται προτεραιότητα σε ουσίες οι οποίες θεωρείται πολύ πιθανόν να υπαχθούν στη διαδικασία η οποία προβλέπεται από το άρθρο 14 παράγραφος 6.

Άρθρο 9

Υποβολή εκθέσεων

1. Σύμφωνα με τις νομοθεσίες τους οι οποίες διέπουν την εμπιστευτικότητα των εμπορικών πληροφοριών:

α) τα μέρη υποβάλλουν εκθέσεις, μέσω του Εκτελεστικού Γραμματέα της Επιτροπής, προς το Εκτελεστικό Όργανο, ανά τακτά χρονικά διαστήματα που θα καθορισθούν από τα μέρη που θα συνέλθουν στο πλαίσιο του Εκτελεστικού Οργάνου, σχετικά με τα μέτρα τα οποία λαμβάνουν για την εφαρμογή του παρόντος πρωτοκόλλου·

β) τα μέρη εντός του γεωγραφικού πεδίου του ΕΜΕΡ υποβάλλουν εκθέσεις, μέσω του Εκτελεστικού Γραμματέα της Επιτροπής, προς το ΕΜΕΡ, σε τακτά διαστήματα, τα οποία θα καθορισθούν από Όργανο Διεύθυνσης του ΕΜΕΡ και θα εγκριθούν από τα μέρη σε συνεδρίαση του Εκτελεστικού Οργάνου, σχετικά με τα επίπεδα εκπομπών των έμμονων οργανικών ρύπων χρησιμοποιώντας, ως ελάχιστη βάση, τις μεθοδολογίες και τη χρονική και χωρική ανάλυση που θα καθορισθούν από το Όργανο Διεύθυνσης του ΕΜΕΡ. Μέρη εκτός του γεωγραφικού πεδίου του ΕΜΕΡ παρέχουν παρόμοιες πληροφορίες στο Εκτελεστικό Όργανο εφόσον τους ζητηθεί τούτο. Εξάλλου, τα μέρη, παρέχουν επίσης πληροφορίες σχετικά με τα επίπεδα εκπομπών των ουσιών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙΙ για το έτος αναφοράς που ορίζεται στον εν λόγω παράρτημα.

2. Οι πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α), παραπάνω, συμμορφώνονται με απόφαση σχετικά με τη μορφή και το περιεχόμενο η οποία θα ληφθεί από τα μέρη σε συνεδρίαση του Εκτελεστικού Οργάνου. Οι όροι της απόφασης αυτής επανεξετάζονται, ενδεχομένως, προκειμένου να εντοπίζονται τυχόν πρόσθετα στοιχεία αναφορικά με τη μορφή και το περιεχόμενο των πληροφοριών οι οποίες πρέπει να περιλαμβάνονται στις εκθέσεις.

3. Εγκαίρως πριν κάθε ετήσια συνεδρίαση του Εκτελεστικού Οργάνου, η ΕΜΕΡ παρέχει πληροφορίες σχετικά με τη μεταφορά και απόθεση έμμονων οργανικών ρύπων σε μεγάλη απόσταση.

Άρθρο 10

Επισκόπηση από τα μέρη κατά τις συνεδριάσεις του Εκτελεστικού Οργάνου

1. Τα μέρη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παράγραφος 2 στοιχείο α), της σύμβασης, κατά τις συνεδριάσεις του Εκτελεστικού Οργάνου, εξετάζουν τις πληροφορίες που παρέχονται από τα μέρη, την ΕΜΕΡ και άλλα βοηθητικά όργανα, και τις εκθέσεις της επιτροπής εφαρμογής η οποία αναφέρεται στο άρθρο 11 του παρόντος πρωτοκόλλου.

2. Τα μέρη, σε συνεδριάσεις του Εκτελεστικού Οργάνου, αξιολογούν την πρόοδο που επιτελείται όσον αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που πηγάζουν από το παρόν πρωτόκολλο.

3. Τα μέρη, σε συνεδριάσεις του Εκτελεστικού Οργάνου, εξετάζουν την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα των υποχρεώσεων που πηγάζουν από το παρόν πρωτόκολλο. Οι ανασκοπήσεις αυτές λαμβάνουν υπόψη τις βέλτιστες διαθέσιμες επιστημονικές πληροφορίες σχετικά με τις επιπτώσεις της απόθεσης έμμονων οργανικών ρύπων, τις αξιολογήσεις των τεχνολογικών εξελίξεων, και τις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων σχετικά με τα επίπεδα εκπομπών. Οι διαδικασίες, οι μέθοδοι, και η περιοδικότητα των εν λόγω εξετάσεων, διευκρινίζονται από τα μέρη σε σύνοδο του Εκτελεστικού Οργάνου. Η πρώτη παρόμοια επισκόπηση θα ολοκληρωθεί εντός τριών ετών το αργότερο μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος πρωτοκόλλου.

Άρθρο 11

Συμμόρφωση

Η συμμόρφωση των μερών προς τις υποχρεώσεις τους, σύμφωνα με το παρόν πρωτόκολλο, εξετάζεται ανά τακτικά χρονικά διαστήματα. Η επιτροπή εφαρμογής, η οποία συγκροτήθηκε με την απόφαση αριθ. 1997/2 του Εκτελεστικού Οργάνου, κατά τη 15η συνεδρίασή του, διενεργεί τις εν λόγω εξετάσεις και υποβάλλει έκθεση στα μέρη τα οποία συνέρχονται στο πλαίσιο του Εκτελεστικού Οργάνου σύμφωνα με τους όρους του παραρτήματος της εν λόγω απόφασης, συμπεριλαμβανομένων τυχόν τροποποιήσεών της.

Άρθρο 12

Επίλυση διαφορών

1. Σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών αναφορικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή του παρόντος πρωτοκόλλου, τα ενδιαφερόμενα μέρη επιζητούν επίλυση της διαφοράς διαμέσου διαπραγματεύσεων ή οποιουδήποτε άλλου ειρηνικού μέσου της επιλογής τους. Τα μέρη πληροφορούν το Εκτελεστικό Όργανο σχετικά με τη διαφορά τους.

2. Κατά την κύρωση, αποδοχή, έγκριση του παρόντος πρωτοκόλλου η προσχώρηση σ' αυτό, ή οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρονικό σημείο, ένα μέρος, το οποίο δεν αποτελεί περιφερειακό οργανισμό οικονομικής ολοκλήρωσης, μπορεί να δηλώσει γραπτώς στο Θεματοφύλακα ότι, όσον αφορά οποιαδήποτε διαφορά αναφορικά με την ερμηνεία ή εφαρμογή του πρωτοκόλλου, αναγνωρίζει τα δύο ακόλουθα μέσα, ή ένα από αυτά, για την επίλυση των διαφορών ως υποχρεωτικό εκ των πραγμάτων μέσο και χωρίς ιδιαίτερη συμφωνία σε σχέση με οποιοδήποτε μέρος το οποίο αποδέχεται την αυτή υποχρέωση:

α) υποβολή της διαφοράς στο Διεθνές Δικαστήριο·

β) διαιτησία σύμφωνα με διαδικασίες οι οποίες θα υιοθετηθούν, το συντομότερο δυνατόν, από τα μέρη σε συνεδρίαση του Εκτελεστικού Οργάνου και θα προσαρτηθούν σε σχετικό παράρτημα.

Ένα μέρος το οποίο δεν αποτελεί μέλος περιφερειακής οργάνωσης οικονομικής ολοκλήρωσης μπορεί να υποβάλει δήλωση με παρόμοιο αποτέλεσμα όσον αφορά τη διαιτησία σύμφωνα με τις διαδικασίες οι οποίες αναφέρονται στο στοιχείο β) παραπάνω.

3. Οι δηλώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις της ανωτέρω παραγράφου 2 παραμένουν σε ισχύ έως ότου λήξει η ισχύς τους σύμφωνα με τους όρους τους ή μετά την παρέλευση τριών μηνών από την κατάθεση γραπτής ειδοποίησης σχετικά με την ανάκλησή τους στον Θεματοφύλακα.

4. Οι νέες δηλώσεις, οι προειδοποιήσεις ανάκλησής τους, ή η λήξη της ισχύος των δηλώσεων, δεν επηρεάζουν με κανένα τρόπο τις εκκρεμοδικίες ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου ή του Διαιτητικού Δικαστηρίου εκτός και εάν τα μέρη που έχουν τη διαφορά αποφασίσουν διαφορετικά.

5. Εξαιρουμένης της περίπτωσης κατά την οποία τα μέρη έχουν αποδεχθεί τον ίδιο τρόπο επίλυσης της διαφοράς σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2, εάν, μετά την παρέλευση 12 μηνών από της κοινοποίησης από ένα μέρος προς ένα άλλο ότι υφίσταται διαφορά μεταξύ τους, τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν επιλύσουν τη διαφορά τους με τα μέσα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 παραπάνω, η διαφορά υποβάλλεται, ύστερα από αίτηση ενός εκ των μερών, σε διαιτησία.

6. Θα δημιουργηθεί επιτροπή διαιτησίας για τους σκοπούς της παραγράφου 5. Η επιτροπή αποτελείται από ίσο αριθμό μελών, τα οποία ορίζονται από κάθε ενδιαφερόμενο μέρος ή, σε περίπτωση κατά την οποία τα μέρη που κινούν τη διαδικασία διαιτησίας έχουν κοινά συμφέροντα, από τα μέρη τα οποία έχουν τα κοινά συμφέροντα, και από πρόεδρο ο οποίος ορίζεται από κοινού από τα μέλη που ορίσθηκαν με τον τρόπο αυτό. Η επιτροπή εκδίδει απόφαση σύστασης την οποία τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη καλή τη πίστει.

Άρθρο 13

Παραρτήματα

Τα παραρτήματα του παρόντος πρωτοκόλλου αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του πρωτοκόλλου. Τα παραρτήματα V και VII έχουν συμβουλευτικό χαρακτήρα.

Άρθρο 14

Τροποποιήσεις του πρωτοκόλλου

1. Τα μέρη μπορούν να υποβάλουν τροπολογίες του παρόντος πρωτοκόλλου.

2. Οι τροπολογίες υποβάλλονται γραπτώς στον Εκτελεστικό Γραμματέα της Επιτροπής ο οποίος τις διαβιβάζει σε όλα τα μέρη. Τα μέρη, συνερχόμενα στο πλαίσιο του Εκτελεστικού Οργάνου, συζητούν τις τροπολογίες κατά την επόμενη συνεδρίασή τους υπό τον όρο ότι οι προτάσεις έχουν κοινοποιηθεί από τον Εκτελεστικό Γραμματέα στα μέρη 90 ημέρες τουλάχιστον πριν την ημερομηνία της συνεδρίασης.

3. Τροποποιήσεις του παρόντος πρωτοκόλλου και των παραρτημάτων Ι, έως, IV, VΙ και VΙΙI υιοθετούνται ομόφωνα από τα μέρη τα οποία είναι παρόντα στη σύνοδο του Εκτελεστικού Οργάνου και τίθενται σε ισχύ όσον αφορά τα μέρη που τις αποδέχθηκαν 90 ημέρες μετά την ημερομηνία κατά την οποία τα δύο τρίτα των μερών έχουν καταθέσει τις πράξεις αποδοχής τους στον Θεματοφύλακα. Έναντι οποιουδήποτε άλλου μέρους οι τροποποιήσεις τίθενται σε ισχύ την 90ή ημέρα μετά την παρέλευση της ημερομηνίας κατάθεσης της πράξης αποδοχής της από το εν λόγω μέρος.

4. Οι τροποποιήσεις των παραρτημάτων V και VII υιοθετούνται ομόφωνα από τα μέρη τα οποία είναι παρόντα στη σύνοδο του Εκτελεστικού Οργάνου. Μετά την παρέλευση 90 ημερών από την ημερομηνία διαβίβασής τους σε όλα τα μέρη από τον Εκτελεστικό Γραμματέα της Επιτροπής, οι τυχόν τροποποιήσεις των εν λόγω παραρτημάτων αποκτούν ισχύ έναντι των μερών που δεν κατέθεσαν στον Θεματοφύλακα κοινοποίηση σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5 παρακάτω, υπό τον όρο ότι 16 τουλάχιστον μέλη δεν έχουν καταθέσει παρόμοια κοινοποίηση.

5. Οποιοδήποτε μέρος που δεν κατέστη δυνατό να εγκρίνει τροποποίηση των παραρτημάτων V ή VII ειδοποιεί τον Θεματοφύλακα γραπτώς εντός 90 ημερών από της ημερομηνίας της ανακοίνωσης της υιοθέτησής της. Ο Θεματοφύλακας κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση σε όλα τα μέρη οποιαδήποτε κοινοποίηση έχει λάβει. Τα μέρη δύνανται, οποιαδήποτε στιγμή, να αντικαταστήσουν, με μία αποδοχή, μία προηγούμενη κοινοποίησή τους, και, μετά την κατάθεση της πράξης αποδοχής στον Θεματοφύλακα, η τροποποίηση του εν λόγω παραρτήματος αποκτά ισχύ έναντι του μέρους αυτού.

6. Σε περίπτωση τροποποίησης των παραρτημάτων Ι, ΙΙ ή ΙΙΙ, αναφορικά με την προσθήκη μίας ουσίας στο παρόν πρωτόκολλο:

α) το υποβάλλον την τροπολογία μέρος παρέχει στο Εκτελεστικό Όργανο τις πληροφορίες που ορίζονται στην απόφαση αριθ. 1998/2 του Εκτελεστικού Οργάνου, συμπεριλαμβανομένων τυχόν τροποποιήσεών της και

β) τα μέρη αξιολογούν την τροπολογία σύμφωνα με τη διαδικασία η οποία ορίζεται στην απόφαση αριθ. 1998/2 του Εκτελεστικού Οργάνου και τυχόν τροποποιήσεις της.

7. Τυχόν αποφάσεις για την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 1998/2 του Εκτελεστικού Οργάνου λαμβάνονται ομόφωνα από τα μέρη τα οποία συνέρχονται στο πλαίσιο του Εκτελεστικού Οργάνου και τίθενται σε ισχύ 60 ημέρες μετά την ημερομηνία υιοθέτησής τους.

Άρθρο 15

Υπογραφή

1. Το παρόν πρωτόκολλο διατίθεται προς υπογραφή στο Aarhus (Δανία) από τις 24 έως τις 25 Ιουνίου 1998, και, στη συνέχεια, στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη ως τις 21 Δεκεμβρίου 1998 από τα κράτη μέλη της Επιτροπής, καθώς και από τα κράτη με συμβουλευτική ιδιότητα στην Επιτροπή σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του ψηφίσματος 36 (IV) της 28ης Μαρτίου 1947, του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου, και από περιφερειακές οργανώσεις οικονομικής ολοκλήρωσης, που αποτελούνται από κυρίαρχα κράτη μέλη της Επιτροπής, οι οποίες έχουν αρμοδιότητες όσον αφορά τη διαπραγμάτευση, τη σύναψη, και την εφαρμογή διεθνών συμφωνιών σε θέματα που καλύπτονται από το πρωτόκολλο υπό τον όρο ότι τα κράτη και οι ενδιαφερόμενες οργανώσεις είναι συμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης.

2. Σε θέματα τα οποία εμπίπτουν στις αρμοδιότητές τους, οι εν λόγω περιφερειακές οργανώσεις οικονομικής ολοκλήρωσης θα ασκούν, για λογαριασμό τους, τα δικαιώματα και θα πληρούν τις ευθύνες που το παρόν πρωτόκολλο προβλέπει για τα κράτη μέλη τους. Στις περιπτώσεις αυτές, τα κράτη μέλη των εν λόγω οργανώσεων δεν έχουν δικαίωμα να ασκούν τα εν λόγω δικαιώματα μεμονωμένα.

Άρθρο 16

Κύρωση, αποδοχή, έγκριση και προσχώρηση

1. Το παρόν πρωτόκολλο υπόκειται σε κύρωση, αποδοχή, ή έγκριση από τα μέρη της σύμβασης.

2. Στο παρόν πρωτόκολλο μπορεί να προσχωρήσουν, από της 21ης Δεκεμβρίου 1998, τα κράτη και οι οργανώσεις που πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 15 παράγραφος 1.

Άρθρο 17

Θεματοφύλακας

Οι πράξεις κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης κατατίθενται στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, ο οποίος ασκεί τα καθήκοντα του Θεματοφύλακα.

Άρθρο 18

Θέση σε ισχύ

1. Το παρόν πρωτόκολλο τίθεται σε ισχύ 90 ημέρες μετά την παρέλευση της ημερομηνίας κατά την οποία θα κατατεθεί στον Θεματοφύλακα η 16η πράξη κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης.

2. Αναφορικά με κάθε κράτος ή οργάνωση, που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 1, που κυρώνει, αποδέχεται, ή εγκρίνει το παρόν πρωτόκολλο ή προσχωρεί σε αυτό μετά την κατάθεση της 16ης πράξης κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης, ή προσχώρησης, το πρωτόκολλο τίθεται σε ισχύ 90 ημέρες μετά την παρέλευση της ημερομηνίας κατάθεσης της πράξης κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης, ή προσχώρησης του εν λόγω μέρους.

Άρθρο 19

Αποχώρηση

Οποιαδήποτε στιγμή μετά παρέλευση πέντε ετών από την ημερομηνία κατά την οποία το παρόν πρωτόκολλο τέθηκε σε ισχύ αναφορικά με ένα μέρος, το εν λόγω μέρος μπορεί να αποχωρήσει από αυτό με γραπτή κοινοποίηση στο Θεματοφύλακα. Η αποχώρηση αυτή αποκτά ενέργεια 90 ημέρες μετά την παρέλευση της ημερομηνίας παραλαβής της από το Θεματοφύλακα ή σε άλλη ημερομηνία η οποία μπορεί να ορισθεί στην κοινοποίηση της αποχώρησης.

Άρθρο 20

Αυθεντικά κείμενα

Το πρωτότυπο του παρόντος πρωτοκόλλου, του οποίου τα κείμενα στα αγγλικά, γαλλικά, και τα ρωσικά είναι εξίσου αυθεντικά, θα κατατεθεί στο Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών.

ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ οι υπογεγραμμένοι πληρεξούσιοι υπέγραψαν το παρόν πρωτόκολλο.

Aarhus (Δανία), 24 Ιουνίου 1998.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΟΥΣΙΕΣ ΠΡΟΣ ΕΞΑΛΕΙΨΗ

Εκτός και εάν ορίζεται διαφορετικά στο παρόν πρωτόκολλο, το παρόν παράρτημα δεν εφαρμόζεται στις ουσίες που αναφέρονται παρακάτω όταν εμφανίζονται: α) ως ρύποι σε προϊόντα· ή β) σε βιομηχανικά είδη ή σε είδη εν χρήσει κατά την ημερομηνία εφαρμογής· ή γ) ως ενδιάμεσες χημικές ουσίες οι οποίες χρησιμοποιούνται μόνο σε εγκαταστάσεις κατά την παραγωγή μίας ή περισσότερων ουσιών και, με τον τρόπο αυτό, υφίστανται χημική μετατροπή. Εκτός και εάν ορίζεται διαφορετικά, κάθε μία από τις παρακάτω υποχρεώσεις ενεργοποιείται την ημέρα που τίθεται σε ισχύ το πρωτόκολλο.

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

α/: Τα μέρη συμφωνούν να επανεξετάσουν σύμφωνα με το πρωτόκολλο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2004 την παραγωγή και τη χρήση πολυχλωριωμέων τριφαινυλίων και "ugilec".

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

ΟΥΣΙΕΣ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ Η ΧΡΗΣΗ ΠΡΟΒΛΕΠΕΤΑΙ ΝΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΘΕΙ

Εκτός και εάν ορίζεται διαφορετικά στο παρόν πρωτόκολλο, το παρόν παράρτημα δεν εφαρμόζεται στις ουσίες που αναφέρονται παρακάτω όταν εμφανίζονται: α) ως ρύποι σε προϊόντα· ή β) σε βιομηχανικά είδη ή σε είδη εν χρήσει κατά την ημερομηνία εφαρμογής· ή γ) ως ενδιάμεσες χημικές ουσίες οι οποίες χρησιμοποιούνται μόνο σε εγκαταστάσεις κατά την παραγωγή μίας ή περισσότερων ουσιών και με τον τρόπο αυτό υφίστανται χημική μετατροπή. Εκτός και εάν ορίζεται διαφορετικά, κάθε μία από τις παρακάτω υποχρεώσεις ενεργοποιείται την ημέρα που τίθεται σε ισχύ το πρωτόκολλο.

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

α/:

Τα μέρη συμφωνούν να αξιολογήσουν, έως την 31η Δεκεμβρίου 2004, σύμφωνα με το πρωτόκολλο την παραγωγή και χρήση των πολυχλωριωμένων τριφενυλίων και του "ugilec".

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

ΥΣΙΕΣ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 3 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 5 ΣΤΟΙΧΕΙΟ α), ΚΑΙ ΕΤΟΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

α/:

Πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες (PAH): για τους καταλόγους καταγραφής εκπομπών θα χρησιμοποιηθούν οι ακόλουθες τέσσερις ουσίες/δείκτες: βενζο(α)πυρένιο, βενζο(β)φθορανθένιο, βενζο(κ)φθορανθένιο, και ιντένο (1,2,3-cd)πυρένιο.

β/:

Διοξίνες και φουράνια (PCDD/F): πολυχλωριωμένες διβενζο-p-διοξίνες (PCDD) και τα πολυχλωριωμένα διβενζοφουράνια (PCDF) είναι τρικυκλικές αρωματικές ενώσεις οι οποίες σχηματίζονται με δύο δακτυλίους βενζολίου και συνδέονται με δύο άτομα οξυγόνου στις PCDD και ένα άτομο οξυγόνου στα PCDF και των οποίων τα άτομα υδρογόνου μπορεί να αντικατασταθούν με έως οκτώ άτομα χλωρίου.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΟΡΙΑΚΕΣ ΤΙΜΕΣ PCDD/F ΑΠΟ ΚΥΡΙΕΣ ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΠΗΓΕΣ

I. Εισαγωγή

1. Ο ορισμός των διοξινών και φουρανίων (PCDD/F) παρέχεται στο παράρτημα ΙΙΙ του παρόντος πρωτοκόλλου.

2. Οι οριακές τιμές εκφράζονται ως ng/m3 ή mg/m3 σε πρότυπες συνθήκες (273.15 K, 101.3 kPa, και ξηρό αέριο).

3. Οι οριακές τιμές αναφέρονται σε κανονικές συνθήκες λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένων των διεργασιών αναθέρμανσης και κλεισίματος, εκτός και εάν ορίζονται ειδικές τιμές για τις καταστάσεις αυτές.

4. Η δειγματοληψία και η ανάλυση όλων των ρύπων θα διενεργείται σύμφωνα με τα πρότυπα που έχουν θεσπισθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (CEN), το Διεθνή Οργανισμό Τυποποίησης (ISO), ή σύμφωνα με τις αντίστοιχες μεθόδους αναφοράς των ΗΠΑ και του Καναδά. Έως ότου αναπτυχθούν τα πρότυπα CEN ή ISO, εφαρμόζονται τα εθνικά πρότυπα.

5. Για σκοπούς επαλήθευσης, η ερμηνεία των αποτελεσμάτων μέτρησης όσον αφορά τις οριακές τιμές πρέπει να λαμβάνουν, επίσης, υπόψη την ακρίβεια της μεθόδου μέτρησης. Μία οριακή τιμή θεωρείται ότι τηρείται εάν το αποτέλεσμα της μέτρησης, από το οποίο αφαιρείται αν η ακρίβεια της μεθόδου μέτρησης, δεν υπερβαίνει την τιμή αυτή.

6. Οι εκπομπές διαφόρων ομοειδών προς τις διοξίνες και τα φουράνια ουσιών (PCDD/F) αποδίδονται σε ισοδύναμη τοξικότητα σε σύγκριση προς την 2, 3, 7, 8 - TCDD (διοξίνη) με βάση το σύστημα το οποίο προτάθηκε από την επιτροπή του NATO για τις Προκλήσεις της Σύγχρονης Κοινωνίας (NATO-CCMS) το 1988.

II. Οριακές τιμές για τις κύριες σταθερές πηγές

7. Οι ακόλουθες οριακές τιμές, οι οποίες αναφέρονται σε συγκεντρώσεις όζοντος 11 % στα καυσαέρια, εφαρμόζονται στα παρακάτω είδη αποτεφρωτών:

- Στερεά αστικά απόβλητα (καύση άνω των 3 τόνων την ώρα)

0,1 ng ισοδύναμης τοξικότητας/m3.

- Ιατρικά στερεά απόβλητα (καύση άνω του 1 τόνου την ώρα)

0,5 ng ισοδύναμης τοξικότητας/m3.

- Επικίνδυνα απόβλητα (καύση άνω του 1 τόνου την ώρα)

0,2 ng ισοδύναμης τοξικότητας/m3.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

ΒΕΛΤΙΣΤΕΣ ΔΙΑΘΕΣΙΜΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΕΚΠΟΜΠΩΝ ΕΜΜΟΝΩΝ ΟΡΓΑΝΙΚΩΝ ΡΥΠΩΝ ΑΠΟ ΚΥΡΙΕΣ ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΠΗΓΕΣ

I. Εισαγωγή

1. Σκοπός του παρόντος παραρτήματος είναι να παρασχεθούν στα μέρη κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό των βέλτιστων τεχνολογιών αναφορικά με τις σταθερές πηγές προκειμένου να είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις που πηγάζουν από το πρωτόκολλο.

2. Ως "βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές" (BΠT) νοείται το αποτελεσματικότερο και πλέον εξελιγμένο στάδιο ανάπτυξης δραστηριοτήτων και των μεθόδων λειτουργίας τους από το οποίο προκύπτει η πρακτική καταλληλότητα συγκεκριμένων τεχνικών προκειμένου να παρασχεθεί, καταρχήν, η βάση οριακών τιμών εκπομπών με σκοπό να προληφθούν και, όταν τούτο δεν είναι εφικτό, να μειωθούν σε γενικές γραμμές οι εκπομπές και οι επιπτώσεις τους στο περιβάλλον:

- ως "τεχνικές" νοούνται τόσο η τεχνολογία που χρησιμοποιείται όσο και ο τρόπος με το οποίο σχεδιάζονται, κατασκευάζονται, συντηρούνται, λειτουργούν και παροπλίζονται οι εγκαταστάσεις,

- ως "διαθέσιμες" τεχνικές νοούνται οι τεχνικές που αναπτύσσονται σε κλίμακα η οποία επιτρέπει εφαρμογή στο σχετικό βιομηχανικό τομέα υπό συνθήκες οι οποίες είναι βιώσιμες από οικονομικής και τεχνικής πλευράς, λαμβανομένων υπόψη των δαπανών και των πλεονεκτημάτων, ανεξάρτητα από το εάν οι τεχνικές χρησιμοποιούνται ή παράγονται εντός της επικράτειας του ενδιαφερόμενου μέρους με την προϋπόθεση ότι ο φορέας εκμετάλλευσης έχει λογική πρόσβαση σε αυτές,

- ως "βέλτιστη" νοείται η αποτελεσματικότερη προκειμένου να επιτευχθεί ένα υψηλά γενικό επίπεδο προστασίας για το σύνολο του περιβάλλοντος.

Κατά τον καθορισμό των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή, γενικά ή σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, στους παρακάτω συντελεστές, λαμβανομένων υπόψη των πιθανών δαπανών και οφελών ενός μέτρου και των αρχών της προφύλαξης και πρόληψης:

- χρήση τεχνολογίας χαμηλής ρύπανσης,

- χρήση λιγότερο επικίνδυνων ουσιών,

- προώθηση της ανάκτησης και ανακύκλωσης ουσιών που παράγονται και χρησιμοποιούνται στη διεργασία, καθώς και των αποβλήτων,

- συγκρίσιμες διεργασίες, εγκαταστάσεις, ή μέθοδοι λειτουργίας οι οποίες έχουν δοκιμασθεί επιτυχώς σε βιομηχανική κλίμακα,

- τεχνολογικές εξελίξεις και μεταβολές όσον αφορά την επιστημονική γνώση και κατανόηση,

- φύση, επιπτώσεις, και όγκος των σχετικών εκπομπών,

- ημερομηνίες θέσεως σε λειτουργία νέων ή υπαρχουσών εγκαταστάσεων,

- απαιτούμενος χρόνος για την εφαρμογή των βέλτιστων διαθέσιμων πρακτικών,

- κατανάλωση και φύση των πρώτων υλών (συμπεριλαμβανομένου του ύδατος) που χρησιμοποιούνται στη διεργασία και ενεργειακή αποδοτικότητά τους,

- ανάγκη για πρόληψη ή ελαχιστοποίηση των συνολικών επιπτώσεων των εκπομπών στο περιβάλλον και των κινδύνων που προκαλούνται γι' αυτό,

- ανάγκη για πρόληψη των ατυχημάτων και ελαχιστοποίηση των επιπτώσεών στο περιβάλλον.

Η έννοια της βέλτιστης διαθέσιμης τεχνικής δεν αποβλέπει στην προδιαγραφή μίας συγκεκριμένης τεχνικής ή τεχνολογίας, αλλά, μάλλον, στη συνεκτίμηση των τεχνικών χαρακτηριστικών των σχετικών εγκαταστάσεων, της γεωγραφικής τοποθεσίας τους, και των τοπικών περιβαλλοντικών συνθηκών.

3. Οι πληροφορίες σχετικά με την αποδοτικότητα και το κόστος των μέτρων ελέγχου βασίζονται σε έγγραφα τα οποία λήφθηκαν και αναθεωρήθηκαν από την ειδική μονάδα και την προπαρασκευαστική ομάδα εργασίας για τους έμμονους οργανικούς ρύπους. Εκτός και εάν ορίζεται διαφορετικά, οι τεχνικές οι οποίες παρουσιάζονται θεωρούνται καθιερωμένες με βάση την πείρα που αποκομίσθηκε από τη λειτουργική πείρα.

4. Η πείρα η οποία αποκομίζεται από τις νέες εγκαταστάσεις που ενσωματώνουν τεχνικές χαμηλών εκπομπών, και από την μετασκευή υφισταμένων εγκαταστάσεων, αναπτύσσεται συνεχώς· συνεπώς, μπορεί να απαιτηθεί τροποποίηση και ενημέρωση του παρόντος παραρτήματος. Οι βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές που εντοπίζονται για τις νέες εγκαταστάσεις μπορούν κανονικά να εφαρμοσθούν σε υπάρχουσες εγκαταστάσεις εφόσον προβλεφθεί επαρκής μεταβατική περίοδος και γίνουν οι απαραίτητες προσαρμογές.

5. Στο παράρτημα αναφέρεται ένας αριθμός μέτρων ελέγχου τα οποία καλύπτουν ένα φάσμα κόστους και αποδοτικότητας. Η επιλογή των μέτρων για μία οποιαδήποτε ειδική περίπτωση θα εξαρτηθεί από ένα αριθμό συντελεστών όπως, π.χ., οικονομικές συνθήκες, τεχνολογικές υποδομές, και τυχόν ισχύοντα μέτρα ελέγχου της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.

6. Οι σημαντικότεροι έμμονοι οργανικοί ρύποι που εκπέμπονται από σταθερές πηγές είναι οι εξής:

α) πολυχλωριωμένες διβενζο-π-διοξίνες/φουράνια (PCDD/F)·

β) εξαχλωροβενζόλιο (HCB)·

γ) πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες (PAH).

Οι σχετικοί ορισμοί παρέχονται στο παράρτημα ΙΙΙ του παρόντος πρωτοκόλλου.

II. Κύριες σταθερές πηγές εκπομπών έμμονων οργανικών ρύπων

7. Οι πολυχλωριωμένες διβενζο-π-διοξίνες και τα φουράνια (PCDD/F) εκπέμπονται από θερμικές διεργασίες οργανικών υλών και χλωρίου ως αποτέλεσμα ατελούς καύσης ή χημικών αντιδράσεων. Οι κύριες σταθερές πηγές PCDD/F μπορεί να είναι οι εξής:

α) αποτέφρωση αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένης της συναποτέφρωσης·

β) θερμικές μεταλλουργικές διεργασίες, π.χ., παραγωγή αλουμινίου και άλλων μη σιδηρούχων μετάλλων, σιδήρου και χάλυβα·

γ) καύση εγκαταστάσεων που παράγουν ενέργεια·

δ) οικιακή καύση και

ε) συγκεκριμένες διεργασίες χημικής παραγωγής που ελευθερώνουν ενδιάμεσες ουσίες και υποπροϊόντα.

8. Οι κύριες σταθερές πηγές εκπομπών πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων μπορεί να είναι οι εξής:

α) οικιακή θέρμανση με ξύλο και κάρβουνο·

β) ανοιχτές φωτιές όπως, για παράδειγμα, καύση αποβλήτων, πυρκαγιές δασών, και καύση υπολειμμάτων καλλιεργειών·

γ) παραγωγή οπτάνθρακα και ανόδων·

δ) παραγωγή αλουμινίου (με τη διεργασία Soederberg) και

ε) εγκαταστάσεις συντήρησης ξυλείας, εκτός όσον αφορά τα μέρη για τα οποία η κατηγορία αυτή δεν συμβάλλει σημαντικά στις συνολικές τους εκπομπές πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων (σύμφωνα με παράρτημα ΙΙΙ).

9. Οι υδρογονάνθρακες (HCB) προέρχονται από θερμικές και χημικές διεργασίες του αυτού είδους που παράγουν PCDD/F, και το εξαχλωροβενζόλιο σχηματίζεται με ένα παρόμοιο μηχανισμό. Οι κύριες πηγές εκπομπών εξαχλωροβενζολίου μπορεί να είναι οι ακόλουθες:

α) εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένης της συναποτέφρωσης·

β) θερμικές πηγές μεταλλουργικών βιομηχανιών και

γ) χρήση χλωριωμένων καυσίμων σε εγκαταστάσεις κλιβάνων.

III. Γενικές προσεγγίσεις για τον έλεγχο των εκπομπών έμμονων οργανικών ρύπων

10. Υπάρχουν πολλές προσεγγίσεις για τον έλεγχο ή την αποτροπή έμμονων οργανικών ρύπων από σταθερές πηγές. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η αντικατάσταση των καυσίμων, οι τροποποιήσεις των διεργασιών, (συμπεριλαμβανομένων της σύντηξης και του ελέγχου της λειτουργίας), και η μετασκευή των υπαρχουσών εγκαταστάσεων. Στον κατάλογο που ακολουθεί, δίδονται γενικές ενδείξεις σχετικά με τα διαθέσιμα μέτρα τα οποία μπορεί να εφαρμοσθούν είτε χωριστά είτε σε συνδυασμό:

α) αντικατάσταση των πρώτων υλών που αποτελούν έμμονους οργανικούς ρύπους ή σε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει άμεση σχέση των υλικών και των εκπομπών έμμονων οργανικών ρύπων από την πηγή·

β) βέλτιστες περιβαλλοντικές πρακτικές όπως, π.χ., καλή εσωτερική τακτοποίηση, προγράμματα προληπτικής συντήρησης, ή μεταβολές όσον αφορά τις διεργασίες όπως, π.χ., κλειστά συστήματα (για παράδειγμα σε οπτακανθρακοποιεία ή χρήση αδρανών ηλεκτροδίων για την ηλεκτρόλυση)·

γ) τροποποίηση του σχεδιασμού παραγωγής προκειμένου να διασφαλίζεται πλήρης καύση ώστε να αποτρέπεται ο σχηματισμός έμμονων οργανικών ρύπων διαμέσου του ελέγχου παραμέτρων όπως, π.χ., θερμοκρασίες αποτέφρωσης ή χρόνος παραμονής·

δ) μέθοδοι για τον καθαρισμό των καυσαερίων όπως, π.χ., θερμική ή καταλυτική αποτέφρωση ή οξείδωση, κατακρήμνιση σκόνης ή απορρόφηση·

ε) επεξεργασία των υπολειμματικών προϊόντων, αποβλήτων, και της ιλύος καθαρισμού με, για παράδειγμα, θερμική επεξεργασία ή επεξεργασία που τα καθιστά αδρανή.

11. Τα επίπεδα εκπομπών που δίδονται για τα διάφορα μέτρα στους πίνακες 1, 2, 4, 5, 6, 8 και 9, αναφέρονται κατά γενικό κανόνα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Τα ποσά ή το εύρος παρέχουν τα επίπεδα εκπομπών ως ποσοστό των οριακών τιμών εκπομπών με τη χρήση συμβατικών τεχνικών.

12. Οι συλλογισμοί αποδοτικότητας από απόψεως κόστους μπορεί να βασίζονται στο συνολικό κόστος ετησίως ανά μονάδα μείωσης (συμπεριλαμβανομένων του κεφαλαιακού κόστους και του κόστους λειτουργίας). Το κόστος της μείωσης εκπομπών έμμονων οργανικών ρύπων πρέπει να θεωρηθεί επίσης εντός του γενικού οικονομικού πλαισίου της διεργασίας, λαμβανομένων δηλαδή υπόψη των μέτρων ελέγχου και του κόστους της παραγωγής. Δεδομένου ότι υπάρχουν πολλοί συντελεστές που ασκούν επιρροή, τα στοιχεία όσον αφορά τις επενδύσεις και το κόστος λειτουργίας αφορούν συγκεκριμένες περιπτώσεις.

IV. Τεχνικές ελέγχου για τη μείωση των εκπομπών πολυχλωριωμένων διβενζο-Π-διοξινών και πολυχλωριωμένων διβενζοφουρανίων (PCDD/F)

Α. Αποτέφρωση αποβλήτων

13. Η αποτέφρωση των αποβλήτων περιλαμβάνει την αποτέφρωση των αστικών, των επικίνδυνων, και των ιατρικών αποβλήτων, και την αποτέφρωση της ιλύος καθαρισμού.

14. Τα κύρια μέτρα ελέγχου για τις εκπομπές διοξινών και φουρανίων από εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων είναι τα εξής:

α) πρωτογενή μέτρα αναφορικά με τα αποτεφρωμένα απόβλητα·

β) πρωτογενή μέτρα αναφορικά με τις τεχνικές διεργασίας·

γ) μέτρα ελέγχου των φυσικών παραμέτρων της διεργασίας καύσης και των καυσαερίων (π.χ. στάδια θερμοκρασίας, ταχύτητα ψύξης, περιεκτικότητα σε όζον κ.λπ.)·

δ) καθαρισμός των καυσαερίων και

ε) επεξεργασία των καταλοίπων της διεργασίας καθαρισμού.

15. Τα πρωτογενή μέτρα αναφορικά με τα αποτεφρωμένα απόβλητα, τα οποία περιλαμβάνουν τη διαχείριση των πρώτων υλών με τη μείωση των αλογονωμένων ουσιών και την αντικατάστασή τους με μη αλογονωμένες εναλλακτικές ουσίες, δεν προσφέρονται για την καύση των αστικών ή των επικίνδυνων αποβλήτων. Η αποτελεσματικότερη λύση είναι η προσαρμογή της διεργασίας αποτέφρωσης και η εγκατάσταση δευτερογενών μέτρων για τον καθαρισμό των καυσαερίων. Η διαχείριση των πρώτων υλών αποτελεί χρήσιμο πρωτογενές μέτρο για τη μείωση των αποβλήτων και προσφέρει, επίσης, τη δυνατότητα ανακύκλωσης. Τούτο μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την έμμεση μείωση των διοξινών και φουρανίων χάρη στη μείωση των όγκων των αποβλήτων που πρέπει να αποτεφρωθούν.

16. Η προσαρμογή των τεχνικών διεργασιών με σκοπό τη βελτιστοποίηση των συνθηκών καύσης αποτελεί σημαντικό και αποτελεσματικό μέτρο για τη μείωση των εκπομπών διοξινών και φουρανίων (συνήθως 850 °C ή υψηλότερες θερμοκρασίες, εκτίμηση της τροφοδότησης με οξυγόνο ανάλογα με τη θερμαντική αξία και τη συνεκτικότητα των αποβλήτων, την επάρκεια του χρόνου παραμονής - 850 °C για περίπου 2 δευτερόλεπτα - και στροβιλισμός του αερίου, αποτροπή περιοχών ψυχρού αερίου σε ένα αποτεφρωτήρα, κ.λπ.). Οι αποτεφρωτήρες ρευστοποιημένης κλίνης διατηρούν θερμοκρασίες χαμηλότερες από 850 °C με ικανοποιητικά αποτελέσματα εκπομπών. Οσον αφορά τους υπάρχοντες αποτεφρωτήρες, τούτο κανονικά συνεπάγεται επανασχεδιασμό ή/και αντικατάσταση μίας εγκατάστασης - επιλογή η οποία πιθανόν να μην είναι οικονομικά βιώσιμη σε όλες τις χώρες. Θα πρέπει να ελαχιστοποιείται η περιεκτικότητα της τέφρας σε άνθρακα.

17. Μέτρα καυσαερίων. Τα ακόλουθα μέτρα αποτελούν δυνατότητες για μία εύλογα αποτελεσματική μείωση της περιεκτικότητας των καυσαερίων σε διοξίνες και φουράνια. Η σύνθεση de novo πραγματοποιείται σε 250 έως 450 °C περίπου. Τα μέτρα αυτά αποτελούν προϋπόθεση για περαιτέρω μείωση προκειμένου να επιτευχθούν τα επιθυμητά αποτελέσματα στην έξοδο:

α) ψύξη των καυσαερίων (πολύ αποτελεσματική και σχετικά μη δαπανηρή)·

β) προσθήκη ανασταλτικών όπως, για παράδειγμα, η τριαιθανολαμίνη ή τριαιθυλαμίνη (μπορούν να μειώσουν επίσης τα οξείδια του αζώτου). Ομως, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι παρενέργειες για λόγους ασφαλείας·

γ) χρήση συστημάτων απορρόφησης σκόνης για θερμοκρασίες μεταξύ 800 και 1000 °C, π.χ., κεραμικά φίλτρα και κυκλώνες·

δ) χρήση συστημάτων ηλεκτρικής εκφόρτισης χαμηλής θερμοκρασίας και

ε) αποτροπή κατάθεσης ιπτάμενης τέφρας στο σύστημα εξαγωγής καυσαερίων.

18. Οι μέθοδοι για τον καθαρισμό των καυσαερίων είναι οι εξής:

α) συμβατικοί κρημνιστές σκόνης για τη μείωση των σωματιδίων διοξινών και φουρανίων·

β) επιλεκτική καταλυτική μείωση ή επιλεκτική μη καταλυτική μείωση·

γ) απορρόφηση με ενεργό ξυλάνθρακα ή οπτάνθρακα σε συστήματα σταθερής ή ρευστοποιημένης κλίνης·

δ) διάφοροι μέθοδοι απορρόφησης και βελτιστοποιημένα συστήματα έκπλυσης με μείγματα ενεργού ξυλάνθρακα, άνθρακα ανοικτής φωτιάς, διαλύματα άσβεστου και ασβεστόλιθου σε αντιδραστήρες σταθερής κλίνης, ρέουσας κλίνης, και ρευστοποιημένης κλίνης. Η αποδοτικότητα απορρόφησης αέριων διοξινών και φουρανίων μπορεί να βελτιωθεί με τη χρήση ενός κατάλληλου υποστρώματος ενεργού οπτάνθρακα στην επιφάνεια ενός σακόφιλτρου·

ε) οξείδωση Η2Ο2 και

στ) μέθοδοι καταλυτικής καύσης που χρησιμοποιούν διάφορα είδη καταλυτών (δηλαδή Pt/Al2O2 ή καταλύτες χαλκού/χρωμίου με διάφορους προαγωγούς για τη σταθεροποίηση της επιφάνειας και τη μείωση της γήρανσης των καταλυτών).

19. Οι μέθοδοι που αναφέρονται παραπάνω είναι ικανές να επιτύχουν επίπεδα εκπομπών 0,1 ng ισοδύναμης τοξικότητας/m3 διοξινών και φουρανίων στα καυσαέρια. Εντούτοις, σε συστήματα που χρησιμοποιούν ενεργό ξυλάνθρακα οι απορροφητές/φίλτρα οπτάνθρακα, πρέπει να καταβληθεί προσπάθεια για να διασφαλίζεται ότι η ιπτάμενη σκόνη άνθρακα δεν αυξάνει τις εκπομπές διοξινών και φουρανίων στα επόμενα στάδια. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι οι απορροφητές και οι εγκαταστάσεις αποκονίασης πριν τους καταλύτες (τεχνική επιλεκτικής καταλυτικής μείωσης) παράγουν υπολείμματα τα οποία περιέχουν διοξίνες και φουράνια που πρέπει να υποστούν επανεπεξεργασία ή απαιτούν κατάλληλη διάθεση.

20. Η σύγκριση των διαφόρων μέτρων για τη μείωση των PCDD/F σε καυσαέρια είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη. Η προκύπτουσα μήτρα περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα μηχανικών εγκαταστάσεων με διαφορετική ικανότητα και διάθρωση. Οι παράμετροι κόστους περιλαμβάνουν μέτρα μείωσης για την ελαχιστοποίηση και άλλων ρύπων όπως, για παράδειγμα, βαρέα μέταλλα (σε σωματική και μη σωματική μορφή). Για το λόγο αυτό, δεν μπορεί να εντοπισθεί μία άμεση σχέση στην πλειονότητα των περιπτώσεων για τη μείωση των εκπομπών διοξινών και φουρανίων. Στον πίνακα 1 παρουσιάζεται η σύνοψη των διαθέσιμων στοιχείων για τα διάφορα μέτρα ελέγχου.

Πίνακας 1 Σύγκριση των διαφόρων μέτρων καθαρισμού καυσαερίων και τροποποιήσεων των διεργασιών σε εγκαταστάσεις αποτέφρωσης αποβλήτων για τη μείωση των εκπομπών PCDD/F

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

α/: Εναπομένουσες εκπομπές σε σύγκριση προς τις εκπομπές πριν τη μείωση.

21. Οι αποτεφρωτές ιατρικών αποβλήτων μπορεί να αποτελούν κύριες πηγές PCDD/F σε πολλές χώρες. Συγκεκριμένα, ιατρικά απόβλητα όπως, για παράδειγμα, μέλη του ανθρώπινου σώματος, μολυσμένα απόβλητα, βελόνες, αίμα, πλάσμα, και κυτοστατικά υφίστανται επεξεργασία ως ειδικές μορφές επικίνδυνων αποβλήτων ενώ άλλα ιατρικά απόβλητα αποτεφρώνονται συχνά επιτόπου σε ένα σύστημα τμηματικής αποτέφρωσης. Οι αποτεφρωτές που λειτουργούν με συστήματα παρτίδων μπορούν να τηρούν τις αυτές απαιτήσεις αναφορικά με τη μείωση διοξινών και φουρανίων όπως και οι άλλοι αποτεφρωτές αποβλήτων.

22. Τα μέρη πιθανόν να επιθυμούν να εξετάσουν το ενδεχόμενο υιοθέτησης πολιτικών προκειμένου να ενθαρρυνθεί η αποτέφρωση αστικών και ιατρικών αποβλήτων σε μεγάλες περιφερειακές εγκαταστάσεις αντί σε μικρότερες. Η προσέγγιση αυτή μπορεί να καταστήσει την εφαρμογή των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών αποδοτικότερη από απόψεως κόστους.

23. Η επεξεργασία υποδημάτων της διεργασίας καθαρισμού καυσαερίων. Αντίθετα προς τις τέφρες αποτεφρωτών, τα υπολείμματα αυτά περιέχουν σχετικά υψηλά συγκεντρώσεις βαρέων μετάλλων, οργανικών ρύπων (με διοξίνες και φουράνια), χλωρίδια, και συλφίδες. Η μέθοδος διάθεσής τους, συνεπώς, πρέπει να υπόκειται σε αυστηρό έλεγχο. Τα συστήματα πλυντρίδων με νερό, ειδικότερα, παράγουν μεγάλες ποσότητες όξινων, μολυσμένων, υγρών αποβλήτων. Υπάρχουν ορισμένες ειδικές μέθοδοι επεξεργασίας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι ακόλουθοι:

α) καταλυτική επεξεργασία σκόνης φίλτρων από ύφασμα με συνθήκες χαμηλών θερμοκρασιών και έλλειψης οξυγόνου·

β) καθαρισμός σκόνης φίλτρων από ύφασμα χάρις στην διεργασία 3-R (εξαγωγή των βαρέων μετάλλων με οξέα και καύση για την καταστροφή της οργανικής ύλης)·

γ) υάλωση της σκόνης των φίλτρων από ύφασμα·

δ) περαιτέρω μέθοδοι ακινητοποίησης και

ε) εφαρμογή της τεχνολογίας πλάσματος.

Β. Θερμικές διεργασίες στη μεταλλουργική βιομηχανία

24. Ειδικές διεργασίες της μεταλλουργικής βιομηχανίας μπορεί να αποτελούν σημαντικές υπόλοιπες πηγές εκπομπών διοξινών και φουρανίων. Οι διεργασίες αυτές είναι οι ακόλουθες:

α) η βιομηχανία πρωτογενούς σιδήρου και χάλυβα (π.χ., υψικάμινοι, εγκαταστάσεις τήξης, κοκκοποίηση σιδήρου)·

β) η βιομηχανία δευτερογενούς σιδήρου και χάλυβα και

γ) η βιομηχανία πρωτογενών και δευτερογενών μη σιδηρούχων μετάλλων (παραγωγή χαλκού).

Στον πίνακα 2 συνοψίζονται τα μέτρα ελέγχου εκπομπών διοξινών και φουρανίων

Πίνακας 2 Μείωση των εκπομπών διοξινών και φουρανίων (PCDD/F) στη μεταλλουργική βιομηχανία

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

α/: Εναπομένουσες εκπομπές σε σύγκριση προς τις εκπομπές χωρίς μέτρα ελέγχου.

25. Οι εγκαταστάσεις παραγωγής και επεξεργασίας μετάλλων με εκπομπές διοξινών και φουρανίων μπορούν να τηρήσουν ένα μέγιστο επίπεδο με συγκεντρώσεις 0,1 ng ισοδύναμης τοξικότητας/m3 (εάν η ροή του όγκου καυσαερίων είναι > 5000 m3/h) εάν εφαρμόζονται μέτρα ελέγχου.

Εγκαταστάσεις τήξης

26. Οι μετρήσεις σε εγκαταστάσεις τήξης στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα γενικά έδειξαν εκπομπές διοξινών και φουρανίων σε ένα φάσμα από 0,4 έως 4 ng ισοδύναμης τοξικότητας/m3. Μία μόνο μέτρηση σε μία εγκατάσταση χωρίς μέτρα ελέγχου έδειξε συγκέντρωση εκπομπών 43 ng ισοδύναμης τοξικότητας/m3.

27. Οι αλογονωμένες ενώσεις μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα το σχηματισμό διοξινών και φουρανίων εάν εισέλθουν στις εγκαταστάσεις τήξης με τις πρώτες ύλες (σκόνη οπτάνθρακα, περιεκτικότητα του μεταλλεύματος σε άλας) και τα πρόσθετα ανακυκλωμένα υλικά (π.χ., λέπια σκωρίας, σκόνη αερίων υψικαμίνου, σκόνη φίλτρων, και ιλύες από την επεξεργασία των λυμάτων). Εντούτοις, παρομοίως προς την αποτέφρωση των αποβλήτων, δεν υπάρχει σαφής δεσμός μεταξύ της περιεκτικότητας των πρώτων υλών σε χλώριο και των εκπομπών διοξινών και φουρανίων. Ένα κατάλληλο μέτρο θα μπορούσε να είναι η αποφυγή μολυσμένων υπολειμμάτων υλικού και απoελαίωση ή απολίπανση των λεπιών σκωρίας πριν την εισαγωγή τους στην εγκατάσταση τήξης.

28. Η αποτελεσματικότερη μείωση των εκπομπών διοξινών και φουρανίων μπορεί να επιτευχθεί με τη χρήση συνδυασμού διαφορετικών δευτερογενών μέτρων όπως, για παράδειγμα:

α) η επανακυκλοφορία καυσαερίων μειώνει σημαντικά τις εκπομπές διοξινών και φουρανίων. Εξάλλου, η ροή των καυσαερίων ελαττώνεται σημαντικά μειώνοντας, κατά συνέπεια, το κόστος της εγκατάστασης τυχόν πρόσθετων συστημάτων ελέγχου στην έξοδο·

β) εγκατάσταση φίλτρων από ύφασμα (σε συνδυασμό με ηλεκτροστατικούς κρημνιστές σε ορισμένες περιπτώσεις) ή ηλεκτροστατικών κρημνιστών με έγχυση ενεργού άνθρακα/άνθρακα ανοικτής φωτιάς/μειγμάτων ασβεστόλιθου στα καυσαέρια·

γ) αναπτύχθηκαν μέθοδοι καθαρισμού οι οποίοι περιλαμβάνουν πρόψυξη των καυσαερίων, έκπλυση με καθαρισμό υψηλής επίδοσης, και διαχωρισμό με εναπόθεση ένσταξης. Επιτεύχθηκαν εκπομπές που κυμαίνονται από 0,2 έως 0,4 ng ισοδύναμης τοξικότητας/m3. Με την προσθήκη κατάλληλων ουσιών απορρόφησης όπως, για παράδειγμα, οπτανθράκων λιγνίτη/ακοσκίνιστου άνθρακα μικρών διαστάσεων, μπορεί να επιτευχθούν συγκεντρώσεις 0,1 ng ισοδύναμης τοξικότητας/m3.

Πρωτογενής και δευτερογενής παραγωγή χαλκού

29. Οι υπάρχουσες εγκαταστάσεις για την πρωτογενή και δευτερογενή παραγωγή χαλκού μπορούν να επιτύχουν επίπεδα εκπομπών τα οποία κυμαίνονται από μερικά μικρογραμμάρια έως 2 ng ισοδύναμης τοξικότητας/m3 μετά τον καθαρισμό των καυσαερίων. Μία μόνο φρεατώδης κάμινος εξέπεμψε έως 29 ng ισοδύναμης τοξικότητας/m3 διοξινών και φουρανίων πριν τη βελτιστοποίηση των προσμειγμάτων. Γενικά, υπάρχει ένα ευρύ φάσμα κοινών εκπομπών διοξινών και φουρανίων από τις εγκαταστάσεις αυτές λόγω των μεγάλων διαφορών όσον αφορά τις πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται σε διάφορα προσμείγματα και διεργασίες.

30. Γενικά, τα ακόλουθα μέτρα είναι κατάλληλα για τη μείωση εκπομπών διοξινών και φουρανίων:

α) προδιαλογή των παλαιοσιδηρικών·

β) προεπεξεργασία των παλαιοσιδηρικών, για παράδειγμα, αφαίρεση των πλαστικών επικαλύψεων ή των επικαλύψεων πολυμερών του χλωριούχου βινυλίου (PVC)· προεπεξεργασία απομετάλλων καλωδίων με τη χρήση αποκλειστικά ψυχρών/μηχανικών μεθόδων·

γ) ψύξη θερμών καυσαερίων (παρέχοντας χρήση θερμότητας), για τη μείωση του χρόνου παραμονής στην κρίσιμη ζώνη της θερμοκρασίας στο σύστημα καυσαερίων·

δ) χρήση οξυγόνου και εμπλουτισμένου με οξυγόνο αέρα για την τροφοδοσία της πυράς ή έγχυση οξυγόνου στον φρεατώδη κλίβανο (εξασφαλίζοντας πλήρη καύση και ελαχιστοποίηση του όγκου των καυσαερίων)·

ε) απορρόφηση σε αντιδραστήρα σταθερής κλίνης ή αντιδραστήρα ρέοντος αεροχειμάρρου με ενεργό άνθρακα ή σκόνη άνθρακα ανοικτής φωτιάς και

στ) καταλυτική οξείδωση.

Χαλυβουργία

31. Οι εκπομπές διοξινών και φουρανίων από χαλυβουργία μετατροπής για την παραγωγή χάλυβα και από θολωτές υψικαμίνους, ηλεκτρικούς φούρνους και κάμινους βολταϊκού τόξου για τη χύτευση χυτοσιδήρου είναι σημαντικά χαμηλότερες από 0,1 ng ισοδύναμης τοξικότητας/m3. Οι κάμινοι ψυχρού αέρα και οι περιστροφικοί κάμινοι (χύτευση χυτοσιδήρου) έχουν υψηλότερες εκπομπές διοξινών και φουρανίων.

32. Οι κάμινοι βολταϊκού τόξου που χρησιμοποιούνται στη δευτερογενή παραγωγή χάλυβα μπορούν να επιτύχουν τιμές συγκέντρωσης εκπομπών 0,1 ng ισοδύναμης τοξικότητας/m3 εάν χρησιμοποιούνται τα ακόλουθα μέτρα:

α) χωριστή διαλογή εκπομπών από τη φόρτωση και την εκφόρτωση και

β) χρήση φίλτρου από ύφασμα ή ηλεκτροστατικού κρημνιστή σε συνδυασμό με έγχυση οπτάνθρακα.

33. Η τροφοδοσία των καμίνων βολταϊκού τόξου συχνά περιέχει λάδια, γαλακτώματα, ή γράσα. Γενικά πρωτογενή μέτρα για τη μείωση των PCDD/F μπορεί να είναι η διαλογή, η αποελαίωση και η αφαίρεση της επικάλυψης των παλαιοσιδηρικών που μπορεί να περιέχει πλαστικά, καουτσούκ, χρώματα βαφής, χρωστικές ύλες, και προσμείξεις βουλκανισμού.

Χυτήρια στη βιομηχανία δευτερογενούς αλουμινίου

34. Οι εκπομπές διοξινών και φουρανίων από χυτήρια της βιομηχανίας δευτερογενούς αλουμινίου κυμαίνονται από 0,1 έως 14 ng ισοδύναμης τοξικότητας/m3. Τα επίπεδα αυτά εξαρτώνται από τις προσμίξεις χύτευσης, τα υλικά που χρησιμοποιούνται, και τις τεχνικές καθαρισμού των καυσαερίων που εφαρμόζονται.

35. Συνοπτικά, φίλτρα από ύφασμα ενός ή πολλών σταδίων με την προσθήκη ασβεστόλιθου/ενεργού άνθρακα/άνθρακα ανοικτής φωτιάς μπροστά από το φίλτρο επιτυγχάνουν συγκέντρωση εκπομπών 0,1 ng ισοδύναμης τοξικότητας/m3, με αποτελεσματικότητα μείωσης 99 %.

36. Μπορούν να ληφθούν, επίσης, τα ακόλουθα μέτρα:

α) ελαχιστοποίηση και χωριστή αφαίρεση και καθαρισμός ροών καυσαερίων που έχουν μολυνθεί από διαφορετικές ουσίες·

β) αποτροπή της εναπόθεσης σωματιδίων καυσαερίων·

γ) ταχεία είσοδος στο φάσμα κρίσιμης θερμοκρασίας·

δ) βελτίωση της προδιαλογής του σκραπ αλουμινίου με τη χρήση τεχνικών διαχωρισμού επίπλευσης-βύθισης και διαλογή κατά μέγεθος και βάρος με εναπόθεση με ρεύμα στροβιλισμού και

ε) βελτίωση του προκαθαρισμού του σκραπ αλουμινίου και αφαίρεση της επικάλυψης και το στέγνωμα των αποβλήτων κοπής.

37. Οι επιλογές δ) και ε) είναι σημαντικές γιατί είναι απίθανο οι σύγχρονες τεχνικές χύτευσης χωρίς ρευστοποιητές (που αποφεύγουν ρευστοποιητές αλάτων αλογονιδίων) να μπορέσουν να επεξεργαστούν σκραπ χαμηλής ποιότητας που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περιστροφικούς κλίβανους.

38. Οι συζητήσεις συνεχίζονται στο πλαίσιο της σύμβασης για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος στον Βορειοανατολικό Ατλαντικό σχετικά με την αναθεώρηση μίας προηγούμενης σύστασης για τη σταδιακή εξάλειψη του εξαχλωροαιθανίου στη βιομηχανία του αλουμινίου.

39. Το τήγμα μπορεί να υποστεί επεξεργασία με την εφαρμογή εξελιγμένης τεχνολογίας, για παράδειγμα, με μίγματα αζώτου/χλωρίου σε αναλογία μεταξύ 9:1 και 8:2, εξοπλισμό έγχυσης για τη λεπτή διασπορά, την έκπλυση πριν και μετά με άζωτο και την απολίπανση εν κενώ. Όσον αφορά τα μίγματα αζώτου/χλωρίου, μετρήθηκε συγκέντρωση εκπομπών διοξινών και φουρανίων 0,03 ng ισοδύναμης τοξικότητας/m3 περίπου (σε σύγκριση με τιμές > από 1 ng ισοδύναμης τοξικότητας/m3 σε περίπτωση επεξεργασίας με χλώριο μόνο). Απαιτείται χλώριο για την αφαίρεση του μαγνησίου και άλλων ανεπιθύμητων ουσιών.

Γ. Καύση ορυκτών καυσίμων σε σταθμούς παραγωγής ρεύματος και βιομηχανικούς λέβητες

40. Κατά την καύση ορυκτών καυσίμων σε σταθμούς παραγωγής ρεύματος και βιομηχανικούς λέβητες (θερμική ικανότητα > 50 MW), η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας και της εξοικονόμησης ενέργειας έχουν ως αποτέλεσμα μείωση των εκπομπών όλων των ρύπων λόγω μείωσης των απαιτήσεων σε καύσιμα. Αυτό θα έχει, επίσης, ως αποτέλεσμα μείωση των εκπομπών διοξινών και φουρανίων. Η αφαίρεση του χλωρίου από τον άνθρακα ή το πετρέλαιο δεν θα είναι αποδοτική από άποψης κόστους, όμως η τάση προς σταθμούς που χρησιμοποιούν αέριο ως καύσιμο θα συντείνει στη μείωση των εκπομπών διοξινών και φουρανίων στον τομέα αυτό.

41. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι εκπομπές διοξινών και φουρανίων μπορούν να αυξηθούν σημαντικά εάν στα καύσιμα προστεθούν απόβλητα (ιλύς καθαρισμού, καμένα λάδια, απορρίμματα ελαστικού, κ.λπ.). Η καύση αποβλήτων για την παραγωγή ενέργειας πρέπει να επιτρέπεται μόνο σε εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν συστήματα καθαρισμού των καυσαερίων με υψηλή αποδοτικότητα μείωσης των διοξινών και φουρανίων (βλέπε τμήμα Α παραπάνω).

42. Η εφαρμογή τεχνικών για τη μείωση των εκπομπών οξειδίων του αζώτου, διοξειδίου του θείου, και σωματιδίων από τα καυσαέρια μπορεί να απαλείψει τις εκπομπές διοξινών και φουρανίων. Κατά τη χρήση των εν λόγω τεχνικών, η αποδοτικότητα αφαίρεσης των διοξινών και φουρανίων ποικίλλει από εγκατάσταση σε εγκατάσταση. Συνεχίζονται οι έρευνες για την ανάπτυξη τεχνικών εξάλειψης των διοξινών και φουρανίων, όμως έως ότου οι τεχνικές αυτές καταστούν διαθέσιμες σε βιομηχανική κλίμακα δεν έχουν ακόμη εντοπισθεί βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές για το συγκεκριμένο σκοπό της εξάλειψης των διοξινών και φουρανίων.

Δ. Οικιακή καύση

43. Η συμβολή των συσκευών οικιακής καύσης στις συνολικές εκπομπές διοξινών και φουρανίων είναι λιγότερο σημαντική όταν χρησιμοποιούνται εγκεκριμένα καύσιμα καταλλήλως. Εξάλλου, είναι δυνατόν να υπάρξουν μεγάλες περιφερειακές διαφορές όσον αφορά τις εκπομπές λόγω του είδους και της ποιότητας των καυσίμων, τη γεωγραφική κατανομή και τη χρήση των συσκευών.

44. Τα οικιακά τζάκια έχουν χειρότερο συντελεστή καύσης υδρογονανθράκων από άποψης καυσίμων και καυσαερίων σε σύγκριση με μεγάλες εγκαταστάσεις καύσης. Αυτό αληθεύει ιδιαίτερα εάν χρησιμοποιούν στερεά καύσιμα όπως, π.χ., ξύλο και άνθρακα με συγκεντρώσεις διοξινών και φουρανίων στις εκπομπές ενός φάσματος που κυμαίνεται από 0,1 έως 0,7 ng ισοδύναμης τοξικότητας/m3.

45. Η προσθήκη υλικού συσκευασίας στα στερεά καύσιμα αυξάνει τις εκπομπές διοξινών και φουρανίων. Μολονότι απαγορεύεται σε ορισμένες χώρες, η καύση σκουπιδιών και υλικού συσκευασίας πραγματοποιείται σε ορισμένες ιδιωτικές κατοικίες. Λόγω των ολοένα αυξανόμενων τελών διάθεσης, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι σε οικιακές εγκαταστάσεις καύσης πραγματοποιείται καύση οικιακών απορριμμάτων. Η χρήση ξύλου με την προσθήκη απορριμμάτων υλικού συσκευασίας μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αύξηση των εκπομπών διοξινών και φουρανίων από 0,06 ng ισοδύναμης τοξικότητας/m3 (ξύλο αποκλειστικά) έως 8 ng ισοδύναμης τοξικότητας/m3 (σε σχέση προς 11 % O2 κατ' όγκο). Τα αποτελέσματα αυτά επιβεβαιώθηκαν από έρευνες που διενεργήθηκαν σε πολλές χώρες σύμφωνα με τις οποίες μετρήθηκαν 114 ng ισοδύναμης τοξικότητας/m3 (σε σχέση προς 13 % οξυγόνου κατ' όγκο) σε καυσαέρια συσκευών οικιακής καύσης οι οποίες καίουν απόβλητα.

46. Οι εκπομπές από συσκευές οικιακής καύσης μπορεί να μειωθούν χάρη στη χρήση καυσίμων καλής ποιότητας αποκλειστικά ως υλικών εισροής και την αποτροπή της καύσης αποβλήτων, αλογονωμένων πλαστικών, και άλλων υλικών. Προγράμματα πληροφόρησης του κοινού τα οποία απευθύνονται στους αγοραστές και χειριστές οικιακών συσκευών καύσης θα μπορούσαν να είναι αποτελεσματικά για την επίτευξη του στόχου αυτού.

Ε. Εγκαταστάσεις καύσης ξύλου (ικανότητα < από 50 MW)

47. Αποτελέσματα μέτρησης από εγκαταστάσεις καύσης ξύλου παρουσιάζουν εκπομπές διοξινών και φουρανίων άνω του 0,1 ng ισοδύναμης τοξικότητας/m3 σε καυσαέρια ιδιαίτερα με δυσμενείς συνθήκες καύσης ή/και όταν οι καιόμενες ουσίες έχουν υψηλότερη περιεκτικότητα σε χλωριωμένες ενώσεις από τα συνήθη ξύλα που δεν έχουν υποστεί επεξεργασία. Ένδειξη κακής καύσης είναι η συνολική συγκέντρωση άνθρακα στο καυσαέριο. Βρέθηκαν συσχετίσεις μεταξύ εκπομπών οξειδίων του άνθρακα, ποιότητας καύσης, και εκπομπών διοξινών και φουρανίων. Στον πίνακα 3 συνοψίζονται ορισμένες συγκεντρώσεις εκπομπών και συντελεστές εγκαταστάσεων καύσης ξύλων.

Πίνακας 3 Συγκεντρώσεις εκπομπών οι οποίες συνδέονται με την ποσότητα και συντελεστές εγκαταστάσεων καύσης ξύλου

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

48. Η καύση αστικών απορριμμάτων ξύλου (ξυλεία κατεδάφισης) σε κινητές σχάρες έχουν ως αποτέλεσμα σχετικά υψηλές εκπομπές διοξινών και φουρανίων, σε σύγκριση με πηγές ξυλείας που δεν προέρχονται από απορρίμματα. Ένα πρωτογενές μέτρο για τη μείωση των εκπομπών είναι η αποφυγή της χρήσης απορριμμάτων επεξεργασμένου ξύλου σε εγκαταστάσεις καύσης ξύλου. Η καύση επεξεργασμένου ξύλου πρέπει να επιτρέπεται μόνο σε εγκαταστάσεις με κατάλληλο καθαρισμό καυσαερίων για την ελαχιστοποίηση των εκπομπών διοξινών και φουρανίων.

V. Μέτρα ελέγχου για τη μείωση των εκπομπών πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων (ΡΑΗ)

Α. Παραγωγή οπτάνθρακα

49. Κατά την παραγωγή οπτάνθρακα, ελευθερώνονται στην περιβάλλουσα ατμόσφαιρα πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες κυρίως:

α) όταν ο κλίβανος τροφοδοτείται από τις οπές τροφοδότησης·

β) λόγω διαρροών από την πόρτα του κλίβανου, τους σωλήνες ανόδου, και τα καλύμματα των οπών τροφοδότησης και

γ) κατά τη διάρκεια του ξεφουρνίσματος και της ψύξης του οπτάνθρακα.

50. Η συγκέντρωση βενζό(α)πυρενίου (BaP) ποικίλλει σημαντικά μεταξύ των διαφόρων πηγών σε μία συστοιχία οπτάνθρακα. Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις BaP συναντώνται στην οροφή της καμίνου και κοντά τις οπές.

51. Το βενζοαπυρένιο (PAH) από την παραγωγή οπτάνθρακα μπορεί να μειωθεί με την τεχνική βελτίωση των υφισταμένων ολοκληρωμένων εγκαταστάσεων σιδήρου και χάλυβα. Τούτο μπορεί να συνεπάγεται την περικάλυψη και την αντικατάσταση παλαιών συστοιχιών οπτάνθρακα και τη γενική μείωση της παραγωγής οπτάνθρακα, για παράδειγμα με έγχυση άνθρακα υψηλής θερμαντικής αξίας στην παραγωγή χάλυβα.

52. Μία στρατηγική για μείωση του PAH από συστοιχίες οπτάνθρακα πρέπει να περιλαμβάνει τα ακόλουθα τεχνικά μέτρα:

α) τροφοδότηση των κλιβάνων οπτάνθρακα:

- μείωση των εκπομπών σωματιδίων κατά την τροφοδότηση του άνθρακα από την ανθρακαποθήκη στα οχήματα τροφοδοσίας,

- κλειστό σύστημα για τη μεταφορά του άνθρακα όταν χρησιμοποιείται προς θέρμανση του άνθρακα,

- εξαγωγή των αερίων τροφοδότησης και επακόλουθη επεξεργασία, είτε με το πέρασμα των αερίων σε ένα συνεχόμενο κλίβανο ή με το πέρασμα διαμέσου ενός κυρίου αγωγού συλλογής σε ένα αποτεφρωτή και μία επακόλουθη συσκευή αποκονίασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα εξαγχθέντα αέρια τροφοδότησης μπορεί να καούν στα οχήματα τροφοδοσίας, όμως η περιβαλλοντική επίδοση και η ασφάλεια των συστημάτων αυτών που βασίζονται στα οχήματα τροφοδοσίας είναι λιγότερο ικανοποιητική. Πρέπει να παραχθεί επαρκής αναρρόφηση με έγχυση ατμού ή ύδατος στις σωληνώσεις ανόδου·

β) οι εκπομπές στα καλύμματα των οπών τροφοδότησης κατά την οπτακανθρακοποίηση πρέπει να αποφεύγονται με τους εξής τρόπους:

- χρήση καλυμμάτων οπών τροφοδότησης με σφραγίσματα υψηλής αποδοτικότητας,

- σφράγισμα των οπών τροφοδότησης με πηλό (ή άλλο εξίσου αποτελεσματικό υλικό) μετά από κάθε τροφοδότηση,

- καθαρισμός των καλυμμάτων και των πλαισίων των οπών τροφοδότησης πριν το κλείσιμο της οπής τροφοδότησης,

- καθαρισμός της οροφής των κλιβάνων από υπολείμματα άνθρακα·

γ) τα καλύμματα των σωλήνων ανόδου πρέπει να είναι εξοπλισμένα με δακτυλίους στεγανότητας προκειμένου να αποφεύγονται οι εκπομπές αερίων και πίσσας. Η σωστή λειτουργία των σφραγισμάτων πρέπει να διατηρείται με τακτικό καθαρισμό·

δ) ο μηχανισμός λειτουργίας των θυρών των κλιβάνων οπτάνθρακα θα πρέπει να είναι εξοπλισμένος με συστήματα για τον καθαρισμό των επιφανειών των σφραγισμάτων των πλαισίων των θυρών των κλιβάνων και των θυρών των κλιβάνων·

ε) πόρτες κλιβάνου οπτάνθρακα:

- θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σφραγίσματα υψηλής αποτελεσματικότητας (π.χ., πόρτες μεμβράνης με ελατήρια επαναφοράς),

- οι συνδέσεις στεγανοποίησης στις θύρες των κλιβάνων και στα πλαίσια των θυρών πρέπει να καθαρίζονται επιμελώς μετά από κάθε χειρισμό,

- οι πόρτες να σχεδιάζονται με τρόπο ο οποίος επιτρέπει την εγκατάσταση συστημάτων αφαίρεσης σωματιδίων με σύνδεση σε συσκευή αποκονίασης (διαμέσου κυρίου αγωγού συλλογής) κατά το ξεφούρνισμα·

στ) η μηχανή μεταφοράς οπτάνθρακα πρέπει να είναι εξοπλισμένη με ενσωματωμένο απορροφητήρα, σταθερό αγωγό, και σταθερό σύστημα καθαρισμού αερίων (κατά προτίμηση ένα φίλτρο από ύφασμα)·

ζ) πρέπει να εφαρμόζονται διαδικασίες χαμηλών εκπομπών για τη ψύξη του οπτάνθρακα, π.χ., ξηρά ψύξη οπτάνθρακα. Θα πρέπει να προτιμηθεί η αντικατάσταση μίας διεργασίας υγράς ψύξης με μία διεργασία ξηράς ψύξης οπτάνθρακα εφόσον η δημιουργία λυμάτων αποτρέπεται με τη χρήση ενός κλειστού συστήματος κυκλοφορίας. Οι σκόνες που παράγονται κατά το χειρισμό του τηχθέντος οπτάνθρακα πρέπει να μειωθούν.

53. Μία διεργασία οπτανθρακοποίησης γνωστή ως "οπτανθρακοποίηση χωρίς ανάκτηση" εκπέμπει σημαντικά λιγότερους κυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες σε σύγκριση με συμβατικότερες διεργασίες ανάκτησης υποπροϊόντων. Αυτό οφείλεται στο ότι οι κλίβανοι λειτουργούν υπό αρνητική πίεση καταστέλλοντας, με τον τρόπο αυτό, διαρροές στην ατμόσφαιρα από τις πόρτες των κλιβάνων οπτανθρακοποίησης. Κατά την οπτανθρακοποίηση, το ακάθαρτο αέριο του κλίβανου οπτανθρακοποίησης αφαιρείται από τους κλιβάνους με φυσικό ελκυσμό με συνέπεια να διατηρείται αρνητική πίεση στους κλιβάνους. Οι κλίβανοι αυτοί δεν είναι σχεδιασμένοι ώστε να ανακτώνται τα χημικά υποπροϊόντα από τα ακάθαρτα αέρια του κλίβανου οπτανθρακοποίησης. Αντίθετα, τα απόβλητα αέρια από τη διεργασία οπτανθρακοποίησης (συμπεριλαμβανομένων των πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων) καίγονται αποτελεσματικά σε υψηλές θερμοκρασίες και μεγάλο χρόνο παραμονής. Η παραμένουσα θερμότητα από την αποτέφρωση αυτή χρησιμοποιείται για την παροχή ενέργειας για οπτανθρακοποίηση και η περίσσια θερμότητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία ατμού. Η οικονομία αυτού του είδους οπτανθρακοποίησης μπορεί να απαιτήσει μία μονάδα συμπαραγωγής για την παραγωγή ηλεκτρισμού από τον περίσσιο ατμό. Σήμερα, υπάρχει μία μόνο εγκατάσταση οπτανθρακοποίησης χωρίς ανάκτηση σε λειτουργία στις ΗΠΑ και μία άλλη στην Αυστραλία. Βασικά, η διεργασία είναι ένας κλίβανος οπτανθρακοποίησης με αγωγό πυθμένα με ένα θάλαμο αποτέφρωσης που είναι συνεχόμενος προς δύο κλιβάνους. Η διεργασία συνίσταται σε εναλλασσόμενες λειτουργίες τροφοδότησης και οπτανθρακοποίησης μεταξύ των δύο κλιβάνων. Έτσι, ένας κλίβανος παρέχει συνεχώς στο θάλαμο αποτέφρωσης αέρια οπτανθρακοποίησης. Η καύση των αερίων οπτανθρακοποίησης στο θάλαμο αποτέφρωσης παρέχει την απαραίτητη πηγή θερμότητας. Ο σχεδιασμός του προθαλάμου αποτέφρωσης εξασφαλίζει τον απαραίτητο χρόνο παραμονής (1 δευτερόλεπτο περίπου) και υψηλές θερμοκρασίες (900 °C τουλάχιστον).

54. Θα πρέπει να εφαρμόζεται ένα αποτελεσματικό πρόγραμμα παρακολούθησης των διαρροών από τα σφραγίσματα της πόρτας του κλίβανου οπτανθρακοποίησης, τους σωλήνες ανόδου, και τα καλύμματα των οπών τροφοδότησης. Αυτό συνεπάγεται την παρακολούθηση και καταγραφή των διαρροών και την άμεση επισκευή ή συντήρηση. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να επιτευχθεί σημαντική μείωση των διάχυτων εκπομπών.

55. Η μετασκευή υφισταμένων συστοιχιών κλιβάνων οπτανθρακοποίησης για τη διευκόλυνση της υγροποίησης των καυσαερίων από όλες τις πηγές (με ανάκτηση θερμότητας) έχει ως αποτέλεσμα μείωση των εκπομπών πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων στην ατμόσφαιρα από 86 % έως και περισσότερο από 90 % (ανεξάρτητα από την επεξεργασία των λυμάτων). Το επενδυτικό κόστος μπορεί να αποσβεσθεί εντός πέντε ετών εάν ληφθεί υπόψη η ανακτώμενη ενέργεια, το θερμαινόμενο νερό, το αέριο για σύνθεση, και η εξοικονόμηση νερού ψύξης.

56. Η αύξηση του όγκου των κλιβάνων οπτάνθρακα έχει ως αποτέλεσμα μείωση του συνολικού αριθμού των κλιβάνων, των ανοιγμάτων των θυρών (αριθμός ξεφουρνισμάτων ημερησίως), του αριθμού σφραγισμάτων σε μία συστοιχία καμίνων οπτάνθρακα και, συνεπώς, των εκπομπών πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων. Η παραγωγικότητα αυξάνει με τον ίδιο τρόπο χάρη στη μείωση του κόστους λειτουργίας και του κόστους προσωπικού.

57. Τα συστήματα ξηράς ψύξης οπτάνθρακα συνεπάγονται υψηλότερο επενδυτικό κόστος σε σύγκριση με τις υγρές μεθόδους. Το υψηλότερο κόστος λειτουργίας μπορεί να αντισταθμισθεί με την ανάκτηση θερμότητας σε μία διεργασία προθέρμανσης του οπτάνθρακα. Η ενεργειακή αποδοτικότητα ενός συνδυασμένου συστήματος ξηράς ψύξης οπτάνθρακα/προθέρμανσης του άνθρακα αυξάνει από 38 σε 65 %. Η προθέρμανση του άνθρακα αυξάνει την παραγωγικότητα κατά 30 %. Αυτό μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω σε 40 % επειδή η διεργασία οπτανθρακοποίησης είναι πιο ολοκληρωμένη.

58. Όλες οι δεξαμενές και οι εγκαταστάσεις για την αποθήκευση και την επεξεργασία της πίσσας από άνθρακα και των προϊόντων πίσσας από λιθάνθρακα πρέπει να εξοπλίζονται με αποτελεσματικά συστήματα ανάκτησης ή/και καταστροφής ατμού. Το κόστος λειτουργίας των συστημάτων καταστροφής ατμού μπορεί να μειωθεί σε μία αυτοθερμική λειτουργία μετάκαυσης εάν η συγκέντρωση των ενώσεων άνθρακα στα απόβλητα είναι αρκετά υψηλή.

59. Στον πίνακα 4 συνοψίζονται τα μέτρα μείωσης των εκπομπών πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων (PAH) σε εγκαταστάσεις οπτακανθροποίησης.

Πίνακας 4 Μέτρα ελέγχου των εκπομπών πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων (PAH) για την παραγωγή οπτανθράκων

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

α/: Εναπομένουσες εκπομπές σε σύγκριση προς τις εκπομπές χωρίς μέτρα ελέγχου.

Β. Παραγωγή ανόδων

60. Οι εκπομπές πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων (PAH) από την παραγωγή ανόδων πρέπει να αντιμετωπίζονται με τρόπο όμοιο με εκείνο των εκπομπών από την παραγωγή οπτανθράκων.

61. Χρησιμοποιούνται τα ακόλουθα δευτερογενή μέτρα για τη μείωση των εκπομπών σκόνης η οποία είναι μολυσμένη με πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες:

α) ηλεκτροστατική κατακρήμνιση πίσσας·

β) συνδυασμός συμβατικού ηλεκτροστατικού φίλτρου πίσσας με υγρό ηλεκτροστατικό φίλτρο ως αποτελεσματικότερο τεχνικό μέτρο·

γ) θερμική μετάκαυση των καυσαερίων και

δ) ξηρός καθαρισμός με ασβεστόλιθο/οπτάνθρακα πετρελαίου ή οξείδιο αλουμινίου (Al2O3).

62. Το κόστος λειτουργίας της θερμικής μετάκαυσης μπορεί να μειωθεί με μία αυτοθερμική λειτουργία μετάκαυσης εάν η συγκέντρωση των ενώσεων άνθρακα στα καυσαέρια είναι αρκετά υψηλή. Στον πίνακα 5 συνοψίζονται τα μέτρα ελέγχου των εκπομπών πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων για την παραγωγή ανόδων.

Πίνακας 5 Έλεγχος των εκπομπών PAH για την παραγωγή ανόδου

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

α/: Εναπομένουσες εκπομπές σε σύγκριση προς τις εκπομπές χωρίς μέτρα ελέγχου.

Γ. Βιομηχανία αλουμινίου

63. Το αλουμίνιο παράγεται από οξείδια αλουμινίου (Al2O3) με ηλεκτρόλυση σε χωνευτήρια (κυψέλες) ηλεκτρικά συνδεδεμένα εν σειρά. Τα χωνευτήρια ταξινομούνται ως χωνευτήρια προψησίματος ή χωνευτήρια Soederberg, ανάλογα με το είδος της ανόδου.

64. Τα χωνευτήρια προψησίματος έχουν ανόδους που αποτελούνται από ψημένα τεμάχια άνθρακα που αντικαθίστανται μετά από μερική κατανάλωση. Οι άνοδοι Soederberg ψήνονται στο χωνευτήριο με ένα μίγμα οπτάνθρακα πετρελαίου και πισσασφάλτου που επενεργεί ως συνδετικό υλικό.

65. Κατά τη διεργασία Soederberg ελευθερώνονται πολλές εκπομπές πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων. Τα πρωτογενή μέτρα μείωσης περιλαμβάνουν τον εκσυγχρονισμό των υφισταμένων εγκαταστάσεων και βελτιστοποίηση των διεργασιών χάρη στα οποία οι εκπομπές πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων μπορεί να μειωθούν κατά 70-90 %. Μπορεί να επιτευχθεί ένα επίπεδο εκπομπών 0,015 kg B(a)P/τόνο αλουμινίου. Η αντικατάσταση των χωνευτηρίων Soederberg με χωνευτήρια προψησίματος απαιτεί σημαντική προσαρμογή της υπάρχουσας διεργασίας, θα μπορούσε όμως να εξαλείψει σχεδόν τις εκπομπές πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων. Το κεφαλαιακό κόστος των αντικαταστάσεων αυτών είναι πολύ υψηλό.

66. Στον πίνακα 6 συνοψίζονται τα μέτρα ελέγχου των εκπομπών πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων με την παραγωγή αλουμινίου.

Πίνακας 6 Έλεγχος των εκπομπών πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων (PAH) για την παραγωγή αλουμινίου με εφαρμογή της διαδικασίας Soederberg

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

α/: Εναπομένουσες εκπομπές σε σύγκριση προς τις εκπομπές χωρίς μέτρα ελέγχου.

Δ. Οικιακή καύση

67. Οι εκπομπές πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων (PAH) από οικιακή καύση προέρχονται από φούρνους και τζάκια, κυρίως όταν χρησιμοποιούνται ξύλα ή άνθρακας. Τα νοικοκυριά μπορούν να αποτελέσουν σημαντική πηγή εκπομπών PAH. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στα νοικοκυριά χρησιμοποιούνται τζάκια και μικρές εγκαταστάσεις καύσης με στερεά καύσιμα. Σε ορισμένες χώρες, το σύνηθες καύσιμο για τους φούρνους είναι ο άνθρακας. Οι φούρνοι καύσης άνθρακα εκπέμπουν λιγότερους πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες σε σύγκριση με τους φούρνους καύσης ξύλου λόγω των υψηλότερων θερμοκρασιών καύσης και των συμπαγέστερων καυσίμων που χρησιμοποιούνται.

68. Εξάλλου, τα συστήματα καύσης με βελτιστοποιημένα χαρακτηριστικά λειτουργίας (π.χ. συντελεστής καύσης) ελέγχουν αποτελεσματικά τις εκπομπές πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων από οικιακή καύση. Οι βελτιστοποιημένες συνθήκες καύσης περιλαμβάνουν το βελτιστοποιημένο σχεδιασμό θαλάμου και τη βελτιστοποιημένη παροχή αέρα. Υπάρχουν πολλές τεχνικές που βελτιστοποιούν τις συνθήκες καύσης και μειώνουν τις εκπομπές. Υπάρχει σημαντική διαφορά εκπομπών μεταξύ των διαφόρων τεχνικών. Ένας σύγχρονος λέβητας που λειτουργεί με καύση ξύλου και δεξαμενή σώρευσης ύδατος, που ανταποκρίνεται στη βέλτιστη διαθέσιμη τεχνική, μειώνει τις εκπομπές κατά περισσότερο από 90 % σε σύγκριση με λέβητες παλαιάς τεχνικής χωρίς δεξαμενή σώρευσης ύδατος. Ένας σύγχρονος λέβητας έχει τρεις διαφορετικές ζώνες: μία εστία για την αεριοποίηση του ξύλου, μία ζώνη καύσης του αερίου με κεραμικές ή άλλες ύλες που επιτρέπουν την ανάπτυξη θερμοκρασιών έως 1000 °C, και μία ζώνη αγωγής θερμότητας. Το τμήμα αγωγής θερμότητας στο οποίο το νερό απορροφά τη θερμότητα να έχει επαρκές μήκος και να είναι αποτελεσματικό έτσι ώστε η θερμοκρασία των αερίων να μπορεί να μειώνεται από 1000 °C σε 250 °C ή λιγότερο. Υπάρχουν, επίσης, πολλές τεχνικές για τη συμπλήρωση των παλαιών και παλαιωμένης τεχνολογίας λεβήτων όπως, για παράδειγμα, δεξαμενές σώρευσης ύδατος, κεραμικά διαχωριστικά, και κλίβανοι κόκκων.

69. Οι βελτιστοποιημένοι συντελεστές καύσης συνοδεύονται με χαμηλά επίπεδα εκπομπών μονοξειδίου του άνθρακα, συνολικών υδρογονανθράκων και πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων. Ο καθορισμός οριακών τιμών (κανονισμοί έγκρισης τύπων) όσον αφορά την εκπομπή μονοξειδίου του άνθρακα και συνολικών υδρογονανθράκων επηρεάζει, επίσης, και τις εκπομπές των πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων. Χαμηλές εκπομπές μονοξειδίου του άνθρακα και συνολικών υδρογονανθράκων έχει ως αποτέλεσμα χαμηλά επίπεδα εκπομπών πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων. Δεδομένου ότι η μέτρηση των πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων είναι πολύ πιο δαπανηρή σε σύγκριση με τη μέτρηση του μονοξείδιου του άνθρακα, ο καθορισμός μιας οριακής τιμής για το μονοξείδιο του άνθρακα και τους συνολικούς υδρογονάνθρακες αποτελεί μία αποδοτικότερη από απόψεως κόστους λύση. Οι εργασίες συνεχίζονται σχετικά με μία πρόταση για πρότυπο CEN για λέβητες με καύση άνθρακα ή ξύλο έως 300 kW (βλέπε πίνακα 7).

Πίνακας 7 Σχέδιο προτύπων CEN το 1997

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

Σημείωση:

Επίπεδα εκπομπών σε mg/m3 σε 10 % O2.

70. Οι εκπομπές από οικιακούς φούρνους καύσης ξύλου μπορεί να μειωθούν:

α) όσον αφορά τους υπάρχοντες φούρνους, χάρη στην ενημέρωση του κοινού και προγράμματα ευαισθητοποίησης σχετικά με την ορθή λειτουργία των φούρνων, τη χρήση αποκλειστικά ξυλείας που δεν έχει υποστεί επεξεργασία, της διαδικασίας προετοιμασίας των καυσίμων, και την ορθή ξήρανση της ξυλείας για τη μείωση υγρασίας και

β) όσον αφορά τους νέους φούρνους, με την εφαρμογή προτύπων προϊόντων όπως των προτύπων που περιγράφονται στο σχέδιο προτύπου CEN (και ισοδύναμα πρότυπα προϊόντων των ΗΠΑ και του Καναδά).

71. Γενικότερα μέτρα για τη μείωση των εκπομπών πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων είναι τα μέτρα που συνδέονται με την ανάπτυξη κεντρικών συστημάτων για νοικοκυριά και την εξοικονόμηση της ενέργειας όπως, π.χ., η βελτιωμένη θερμική μόνωση με σκοπό τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης.

72. Οι πληροφορίες συνοψίζονται στον πίνακα 8.

Πίνακας 8 Έλεγχος εκπομπών πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων από οικιακή καύση

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

α/: Εναπομένουσες εκπομπές σε σύγκριση με τις εκπομπές χωρίς μέτρα ελέγχου.

Ε. Εγκαταστάσεις συντήρησης ξυλείας

73. Η συντήρηση ξυλείας με προϊόντα πισσασφάλτου που περιέχουν πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες μπορεί να αποτελεί σημαντική πηγή εκπομπών PAH στην ατμόσφαιρα. Οι εκπομπές μπορεί να συμβούν κατά την ίδια την εργασία εμπότισης καθώς και κατά την αποθήκευση, το χειρισμό και τη χρήση της εμποτισμένης ξυλείας στην ύπαιθρο.

74. Τα ευρύτερα χρησιμοποιούμενα προϊόντα λιθανθρακόπισσας είναι το καρβονίλιο και το κρεώζοτο. Και οι δύο ουσίες είναι αποστάγματα λιθανθρακόπισσας για τη προστασία της ξυλείας κατά βιολογικών παραγόντων τα οποία περιέχουν πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες.

75. Οι εκπομπές πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων από εγκαταστάσεις συντήρησης και αποθήκευσης ξυλείας μπορεί να μειωθούν με πολλές προσεγγίσεις οι οποίες εφαρμόζονται είτε χωριστά είτε σε συνδυασμό όπως, για παράδειγμα:

α) απαιτήσεις σχετικά με τις συνθήκες αποθήκευσης για την πρόληψη της ρύπανσης του εδάφους και των επιφανειακών υδάτων από τη διαρροή πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων και μολυσμένα νερά βροχής (π.χ., εγκαταστάσεις αποθήκευσης που διαβρέχονται από τα νερά της βροχής, καλύμματα οροφής, επαναχρησιμοποίηση μολυσμένου ύδατος για τη διεργασία εμποτισμού, απαιτήσεις προϊόντος για το παραγόμενο υλικό)·

β) μέτρα για μείωση των ατμοσφαιρικών εκπομπών σε εγκαταστάσεις εμποτισμού (π.χ., η θερμή ξυλεία πρέπει να ψύχεται από 90 °C σε 30 °C τουλάχιστον πριν τη μεταφορά σε εγκαταστάσεις αποθήκευσης. Εντούτοις, πρέπει να τονισθεί μία εναλλακτική βέλτιστη διαθέσιμη τεχνολογία η οποία χρησιμοποιεί ατμό υπό πίεση σε συνθήκες κενού αέρα για τον εμποτισμό ξυλείας με κρεωζότον)·

γ) η βέλτιστη προσθήκη συντηρητικών ξυλείας η οποία εξασφαλίζει επαρκή προστασία in situ της ξυλείας που έχει υποστεί επεξεργασία μπορεί να θεωρηθεί ως βέλτιστη διαθέσιμη τεχνολογία, δεδομένου ότι αυτό θα μειώσει τη ζήτηση για ανανεώσεις μειώνοντας, με τον τρόπο αυτό, τις εκπομπές από εγκαταστάσεις συντήρησης της ξυλείας·

δ) χρήση προϊόντων συντήρησης της ξυλείας με μικρότερη περιεκτικότητα πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων οι οποίοι είναι έμμονοι οργανικοί ρύποι:

- πιθανόν με τη χρήση κρεοζώτου που λαμβάνεται ως κλάσμα αποστάγματος βρασμού μεταξύ 270 °C και 355 °C, έτσι ώστε να μειώνονται τόσο οι εκπομπές των πλέον πτητικών PAH και των βαρύτερων, τοξικότερων, πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων,

- η αποθάρρυνση της χρήσης καρβονυλίου μπορεί να μειώσει επίσης τις εκπομπές πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων·

ε) αξιολόγηση και, στη συνέχεια, χρήση, ενδεχομένως, εναλλακτικών υλικών όπως, π.χ., υλικών που αναφέρονται στον πίνακα 9, που ελαχιστοποιούν την εξάρτηση από προϊόντα με βάση τους πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες.

76. Η καύση εμποτισμένης ξυλείας προκαλεί εκπομπές πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων και άλλων επιβλαβών ουσιών. Εάν γίνεται καύση, αυτή θα πρέπει να γίνεται σε εγκαταστάσεις με κατάλληλες τεχνικές μείωσης.

Πίνακας 9 Πιθανές εναλλακτικές τεχνικές της συντήρησης ξυλείας με προϊόντα με βάση πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI

ΧΡΟΝΟΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΟΡΙΑΚΩΝ ΤΙΜΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΕΛΤΙΣΤΩΝ ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΣΕ ΝΕΕΣ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΥΣΕΣ ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΠΗΓΕΣ

Το χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή των οριακών τιμών και βέλτιστων διαθέσιμων τεχνολογιών είναι το εξής:

α) όσον αφορά νέες σταθερές πηγές: δύο έτη μετά από τη θέση σε ισχύ του παρόντος πρωτοκόλλου·

β) όσον αφορά τις υπάρχουσες σταθερές πηγές: οκτώ έτη μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος πρωτοκόλλου. Ενδεχομένως, η περίοδος αυτή μπορεί να παραταθεί για συγκεκριμένες υπάρχουσες σταθερές πηγές σύμφωνα με την περίοδο απόσβεσης η οποία προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII

ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΑ ΜΕΤΡΑ ΕΛΕΓΧΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΙΩΣΗ ΕΚΠΟΜΠΩΝ ΕΜΜΟΝΩΝ ΟΡΓΑΝΙΚΩΝ ΡΥΠΩΝ ΑΠΟ ΚΙΝΗΤΕΣ ΠΗΓΕΣ

1. Σχετικοί ορισμοί παρέχονται στο παράρτημα ΙΙΙ του παρόντος πρωτοκόλλου.

I. Επιτεύξιμα επίπεδα εκπομπών για νέα οχήματα και παράμετροι καυσίμων

Α. Επιτεύξιμα επίπεδα εκπομπών για νέα οχήματα

2. Επιβατικά οχήματα με κινητήρες ντίζελ

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

3. Οχήματα βαριάς χρήσης

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

4. Οχήματα εκτός δρόμου

Φάση 1 [αναφορά: κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 96(("Ενιαίες διατάξεις αναφορικά με την έγκριση κινητήρων ανάφλεξης με συμπίεση (CI) οι οποίες πρέπει να τοποθετηθούν σε γεωργικούς και δασικούς ελκυστήρες αναφορικά με τις εκπομπές ρύπων από τους κινητήρες." Ο κανονισμός άρχισε να ισχύει στις 15 Δεκεμβρίου 1995 και η τροπολογία του στις 5 Μαρτίου 1997.))]

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

Φάση 2

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

Β. Παράμετροι καυσίμων

5. Καύσιμα ντίζελ

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

Σημ.:

Δεν διευκρινίζεται.

II. Περιορισμός των αλογονωμένων δεσμευτών, προσμειγμάτων στα καύσιμα, και λιπαντικών

6. Σε ορισμένες χώρες, χρησιμοποιείται 1,2-διβρομεθάνη σε συνδυασμό με 1,2-διχλωρομεθάνη ως δεσμευτής στη μολυβδούχο βενζίνη. Εξάλλου, κατά τη διεργασία καύσης στον κινητήρα δημιουργούνται διοξίνες και φουράνια. Η εφαρμογή τριοδικών καταλυτών στα αυτοκίνητα θα απαιτήσει τη χρήση μη μολυβδούχων καυσίμων. Η προσθήκη δεσμευτών και άλλων αλογονωνομένων συστατικών στη βενζίνη και σε άλλα καύσιμα και στα λιπαντικά θα πρέπει να αποφευχθεί όσο το δυνατό περισσότερο.

7. Ο πίνακας συνοψίζει τα μέτρα για τον έλεγχο των εκπομπών διοξινών και φουρανίων από τα καυσαέρια των οδικών οχημάτων.

Πίνακας 1 Έλεγχος των εκπομπών διοξινών και φουρανίων από τα καυσαέρια των οδικών οχημάτων

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

III. Μέτρα ελέγχου για τις εκπομπές έμμονων οργανικών ρύπων από κινητές πηγές

Α. Εκπομπές έμμονων οργανικών ρύπων από αυτοκίνητα οχήματα

8. Οι εκπομπές έμμονων οργανικών ρύπων από αυτοκίνητα οχήματα λαμβάνουν τη μορφή σωματιδίων πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων που εκπέμπονται από οχήματα με κινητήρες ντίζελ. Σε μικρότερη έκταση, οι πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες εκπέμπονται, επίσης, από οχήματα με κινητήρες βενζίνης.

9. Τα λιπαντικά λάδια και τα καύσιμα μπορεί να περιέχουν αλογονωμένες ενώσεις ως αποτέλεσμα των μιγμάτων ή της διεργασίας παραγωγής. Οι ενώσεις αυτές μπορεί να μεταμορφωθούν κατά την καύση σε διοξίνες και φουράνια και, στη συνέχεια, να εκπεμφθούν με τα καυσαέρια.

Β. Επιθεώρηση και συντήρηση

10. Όσον αφορά τις κινητές πηγές με καύσιμα ντίζελ, η αποτελεσματικότητα του ελέγχου των εκπομπών των πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων μπορεί να διασφαλισθεί με προγράμματα για την περιοδική επιθεώρηση των κινητών πηγών όσον αφορά τις εκπομπές σωματιδίων και την αδιαφάνεια κατά τη διάρκεια της ελεύθερης επιτάχυνσης, ή με ισοδύναμους μεθόδους.

11. Όσον αφορά τις κινητές πηγές οι οποίες καίνε βενζίνη, η αποτελεσματικότητα του ελέγχου των εκπομπών των πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων (επιπλέον των άλλων συστατικών των καυσαερίων) μπορεί να διασφαλισθεί με προγράμματα για την περιοδική δοκιμή της δοσομετρικής ρύθμισης καυσίμου και της αποτελεσματικότητας του καταλυτικού μετατροπέα.

Γ. Τεχνικές για τον έλεγχο των εκπομπών πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων από κινητήρες ντίζελ και βενζίνης οχημάτων

1. Γενικές πτυχές των τεχνολογιών ελέγχου

12. Είναι σημαντικό να διασφαλισθεί ότι τα οχήματα κατά τη λειτουργία ανταποκρίνονται στα πρότυπα εκπομπών. Αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί διασφαλίζοντας τη συμμόρφωση της παραγωγής, τη στερεότητα του κύκλου ζωής, την εγγύηση των εξαρτημάτων ελέγχου των εκπομπών, και την ανάκληση των ελαττωματικών οχημάτων. Όσον αφορά τα εν χρήσει οχήματα, η συνεχής επίδοση του ελέγχου των εκπομπών μπορεί να διασφαλισθεί με ένα πρόγραμμα αποτελεσματικής επιθεώρησης και συντήρησης.

2. Τεχνικά μέτρα ελέγχου των εκπομπών

13. Τα ακόλουθα μέτρα ελέγχου των εκπομπών πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων είναι σημαντικά:

α) προδιαγραφές ποιότητας καυσίμου και μετασκευές του κινητήρα για τον έλεγχο των εκπομπών πριν το σχηματισμό τους (πρωτογενή μέτρα) και

β) προσθήκη συστημάτων επεξεργασίας καυσαερίων, π.χ., καταλύτες οξείδωσης ή παγίδες σωματιδίων (δευτερογενή μέτρα).

1. Κινητήρες ντίζελ

14. Η τροποποίηση των καυσίμων ντίζελ μπορεί να έχει δύο οφέλη: μία χαμηλότερη περιεκτικότητα σε θείο μειώνει τις εκπομπές σωματιδίων και αυξάνει την αποτελεσματικότητα μετατροπής των καταλυτών οξείδωσης, και η μείωση των δι- και τρι-αρωματικών ενώσεων μειώνει το σχηματισμό και εκπομπών πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων.

15. Ένα πρωτογενές μέτρο για τη μείωση των εκπομπών είναι η μετασκευή του κινητήρα προκειμένου να επιτευχθεί μία πληρέστερη καύση. Βρίσκονται σε χρήση πολλές διαφορετικές μετασκευές. Γενικά, η σύνθεση των καυσαερίων των οχημάτων επηρεάζεται από αλλαγές στο σχεδιασμό του θαλάμου καύσης και από υψηλότερες πιέσεις έγχυσης καυσίμου. Σήμερα, οι περισσότεροι κινητήρες ντίζελ βασίζονται σε μηχανικά συστήματα ελέγχου του κινητήρα. Οι πιο σύγχρονοι κινητήρες χρησιμοποιούν ολοένα και περισσότερο συστήματα με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή τα οποία προσφέρουν μεγαλύτερη δυνητική ευελιξία για τον έλεγχο των εκπομπών. Μία άλλη τεχνολογία ελέγχου των εκπομπών είναι η συνδυασμένη τεχνολογία στροβιλοτροφοδότησης και ενδιάμεσης ψύξης. Το σύστημα αυτό μειώνει επιτυχώς τα NOx και, ταυτόχρονα, αυξάνει την οικονομία καυσίμου και την απόδοση ισχύος. Όσον αφορά τα οχήματα βαριάς και ελαφριάς χρήσης, η χρήση του συντονισμού της πίεσης εισαγωγής αποτελεί επίσης δυνατότητα.

16. Ο έλεγχος του λαδιού λίπανσης είναι σημαντικός για τη μείωση των σωματιδίων, καθώς το 10 έως 50 % των σωματιδίων σχηματίζεται από τα λάδια της μηχανής. Η κατανάλωση ελαίου μπορεί να μειωθεί με βελτιωμένες προδιαγραφές κατασκευής κινητήρων και βελτιωμένα σφραγίσματα κινητήρων.

17. Τα δευτερογενή μέτρα έλέγχου των εκπομπών είναι προσθήκες των συστημάτων επεξεργασίας καυσαερίων. Γενικά, όσον αφορά τους κινητήρες ντίζελ η χρήση ενός καταλύτη οξείδωσης σε συνδυασμό με ένα φίλτρο σωματιδίων αποδείχθηκε αποτελεσματική για τη μείωση των εκπομπών πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων. Μία παγίδα οξείδωσης σωματιδίων βρίσκεται στη φάση της αξιολόγησης. Τοποθετείται στο σύστημα των καυσαερίων για την παγίδευση των σωματιδίων και μπορεί να εξασφαλίσει σε ορισμένο βαθμό αναγέννηση του φίλτρου με την καύση των συλλεχθέντων σωματιδίων με τη βοήθεια της ηλεκτρικής θέρμανσης του συστήματος ή ορισμένα άλλα μέσα αναγέννησης. Προκειμένου να υπάρχει πλήρης αναγέννηση του συστήματος παθητικών παγίδων κατά τη διάρκεια της κανονικής λειτουργίας απαιτείται ένα σύστημα αναγέννησης με τη βοήθεια καυστήρα ή τη χρήση προσμειγμάτων.

2. Κινητήρες βενζίνης

18. Τα μέτρα μείωσης των πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων για τους κινητήρες βενζίνης βασίζονται κατά κύριο λόγο στη χρήση τριοδικών καταλυτικών μετατροπέων κλειστού βρόγχου ο οποίος μειώνει τους πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες ως μέρος της μείωσης των εκπομπών υδρογονανθράκων.

19. Η βελτιωμένη συμπεριφορά ψυχρής εκκίνησης μειώνει τις εκπομπές οργανικών ουσιών γενικά, και των πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων ειδικότερα (καταλύτες εκκίνησης, βελτίωση εξαέρωσης/ψεκασμού καυσίμου, θερμαινόμενοι καταλύτες).

20. Ο πίνακας 2 συνοψίζει τα μέτρα ελέγχου των εκπομπών PAH για τα καυσαέρια οδικών οχημάτων.

Πίνακας 2 Έλεγχος εκπομπών πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων από τα καυσαέρια οδικών οχημάτων με κινητήρα

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIII

ΚΥΡΙΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΣΤΑΘΕΡΩΝ ΠΗΓΩΝ

I. Εισαγωγή

Οι εγκαταστάσεις ή τμήματα εγκαταστάσεων έρευνας, ανάπτυξης, και δοκιμής νέων προϊόντων δεν καλύπτονται από το παρόν παράρτημα. Μια πληρέστερη περιγραφή των κατηγοριών περιλαμβάνεται στο παράρτημα V.

II. Κατάλογος κατηγοριών

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

Top