EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 02013R1303-20181117

Consolidated text: Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2013/1303/2018-11-17

02013R1303 — EL — 17.11.2018 — 006.004


Το κείμενο αυτό αποτελεί απλώς εργαλείο τεκμηρίωσης και δεν έχει καμία νομική ισχύ. Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν φέρουν καμία ευθύνη για το περιεχόμενό του. Τα αυθεντικά κείμενα των σχετικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένων των προοιμίων τους, είναι εκείνα που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι διαθέσιμα στο EUR-Lex. Αυτά τα επίσημα κείμενα είναι άμεσα προσβάσιμα μέσω των συνδέσμων που περιέχονται στο παρόν έγγραφο

►B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 17ης Δεκεμβρίου 2013

περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006

(ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320)

Τροποποιείται από:

 

 

Επίσημη Εφημερίδα

  αριθ.

σελίδα

ημερομηνία

►M1

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2015/1839 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 14ης Οκτωβρίου 2015

  L 270

1

15.10.2015

►M2

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2016/2135 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 23ης Νοεμβρίου 2016

  L 338

34

13.12.2016

►M3

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2017/825 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 17ης Μαΐου 2017

  L 129

1

19.5.2017

►M4

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2017/1199 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 4ης Ιουλίου 2017

  L 176

1

7.7.2017

►M5

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2017/2305 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 12ης Δεκεμβρίου 2017

  L 335

1

15.12.2017

►M6

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 18ης Ιουλίου 2018

  L 193

1

30.7.2018

►M7

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2018/1719 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 14ης Νοεμβρίου 2018

  L 291

5

16.11.2018


Διορθώνεται από:

►C1

Διορθωτικό, ΕΕ L 200, 26.7.2016, σ.  140 (1303/2013)

►C2

Διορθωτικό, ΕΕ L 060, 28.2.2019, σ.  36 (2018/1046)




▼B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 17ης Δεκεμβρίου 2013

περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006



ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει τους κοινούς κανόνες που εφαρμόζονται στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ), το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ), το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας (ΕΤΘΑ), τα οποία λειτουργούν βάσει ενός κοινού πλαισίου (στο εξής «Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία – ΕΔΕΤ»). Καθορίζει επίσης τις αναγκαίες διατάξεις για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ και ο συντονισμός μεταξύ τους και με τα άλλα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής της Ένωσης. Οι κοινοί κανόνες που έχουν εφαρμογή στα ΕΔΕΤ καθορίζονται στο δεύτερο μέρος.

Το τρίτο μέρος θεσπίζει τους γενικούς κανόνες που διέπουν το ΕΤΠΑ, το ΕΚΤ (αποκαλούνται από κοινού «διαρθρωτικά ταμεία») και το Ταμείο Συνοχής, όσον αφορά τα καθήκοντα, τους στόχους προτεραιότητας και την οργάνωση των διαρθρωτικών ταμείων και του Ταμείου Συνοχής (τα «Ταμεία»), τα κριτήρια επιλεξιμότητας των κρατών μελών και των περιφερειών που είναι επιλέξιμα για υποστήριξη από τα ΕΔΕΤ, τους διαθέσιμους χρηματοδοτικούς πόρους και τα κριτήρια για την κατανομή τους.

Το τέταρτο μέρος θεσπίζει τους γενικούς κανόνες που εφαρμόζονται στα Ταμεία και το ΕΤΘΑ σχετικά με τη διαχείριση και τον έλεγχο, τη δημοσιονομική διαχείριση, τους λογαριασμούς και τις δημοσιονομικές διορθώσεις.

Οι κανόνες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των διατάξεων που θεσπίζει ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 1 ) και των ειδικών διατάξεων που θεσπίζονται με τους ακόλουθους κανονισμούς (ειδικοί για κάθε ταμείο κανονισμοί) σύμφωνα με το πέμπτο εδάφιο του παρόντος άρθρου:

(1) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1301/2013 («κανονισμός ΕΤΠΑ»)·

(2) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1304/2013 («κανονισμός ΕΚΤ»)·

(3) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1300/2013 («κανονισμός του Ταμείου Συνοχής»)·

(4) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1299/2013 («κανονισμός ΕΕΣ»)·

(5) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 («κανονισμός ΕΓΤΑΑ»)· και

(6) μελλοντική νομική πράξη της Ένωσης που θα καθορίζει τις προϋποθέσεις για τη χρηματοδοτική συνδρομή της θαλάσσιας και της αλιευτικής πολιτικής για την προγραμματική περίοδο 2014-2020 («κανονισμός ΕΤΘΑ»).

Το δεύτερο μέρος του παρόντος κανονισμού εφαρμόζεται σε όλα τα ΕΔΕΤ εκτός εάν επιτρέπει ρητώς παρεκκλίσεις. Το τρίτο και τέταρτο μέρος του παρόντος κανονισμού θεσπίζουν συμπληρωματικούς κανόνες στο δεύτερο μέρος, οι οποίοι εφαρμόζονται στα ταμεία και τα ταμεία και το ΕΤΘΑ αντιστοίχως και μπορούν να επιτρέπουν ρητώς παρεκκλίσεις από τους σχετικούς ειδικούς κανονισμούς για τα ταμεία. Οι ειδικοί κανόνες για τα ταμεία μπορούν να θεσπίζουν συμπληρωματικούς κανόνες στο δεύτερο μέρος του παρόντος κανονισμού για τα ΕΔΕΤ, στο τρίτο μέρος του παρόντος κανονισμού για τα Ταμεία και στο τέταρτο μέρος του παρόντος κανονισμού για τα Ταμεία και το ΕΤΘΑ. Οι συμπληρωματικοί κανόνες που περιλαμβάνονται στους ειδικούς για κάθε ταμείο κανονισμούς δεν μπορούν να αντιβαίνουν στο δεύτερο, τρίτο και τέταρτο μέρος του παρόντος κανονισμού. Σε περίπτωση αμφιβολίας όσον αφορά την εφαρμογή διατάξεων, το δεύτερο μέρος του παρόντος κανονισμού επικρατεί έναντι των ειδικών κανόνων των ταμείων, και το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο μέρος του παρόντος κανονισμού επικρατούν έναντι του ειδικού κανονισμού των ταμείων.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί.

(1) «στρατηγική της Ένωσης για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη»: οι στόχοι και οι κοινοί στόχοι που κατευθύνουν τη δράση των κρατών μελών και της Ένωσης και οι οποίοι ορίζονται στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 17 Ιουνίου 2010 ως παράρτημα Ι (Νέα ευρωπαϊκή στρατηγική για την ανάπτυξη και την απασχόληση, πρωταρχικοί στόχοι της ΕΕ), στη σύσταση του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2010 ( 2 ) και στην απόφαση 2010/707/ΕΕ του Συμβουλίου ( 3 ), καθώς και οποιαδήποτε αναθεώρηση τέτοιων ποσοτικών και άλλων κοινών στόχων·

(2) «στρατηγικό πλαίσιο πολιτικής»: έγγραφο ή σειρά εγγράφων που θεσπίζονται σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, τα οποία ορίζουν περιορισμένο αριθμό συνεκτικών προτεραιοτήτων, βάσει αποδείξεων και χρονοδιαγράμματος για την υλοποίηση των εν λόγω προτεραιοτήτων και οι οποίες ενδέχεται να περιλαμβάνουν μηχανισμό παρακολούθησης·

(3) «στρατηγική έξυπνης εξειδίκευσης»: εθνικές ή περιφερειακές στρατηγικές καινοτομίας που θέτουν προτεραιότητες με στόχο τη δημιουργία ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, μέσω της ανάπτυξης και αντιστοίχισης των ισχυρών σημείων της έρευνας και καινοτομίας με τις ανάγκες των επιχειρήσεων, για την αξιοποίηση νέων ευκαιριών και των εξελίξεων της αγοράς με τρόπο συνεκτικό, αποφεύγοντας την επανάληψη και τον κατακερματισμό των προσπαθειών· η στρατηγική έξυπνης εξειδίκευσης μπορεί να λάβει τη μορφή ενός εθνικού ή περιφερειακού στρατηγικού πλαισίου πολιτικής έρευνας και καινοτομίας (Ε&Κ) ή να περιλαμβάνεται σε αυτό·

(4) «ειδικοί κανόνες για κάθε Ταμείο»: οι διατάξεις που ορίζονται στο τρίτο μέρος ή στο τέταρτο μέρος του παρόντος κανονισμού ή θεσπίζονται βάσει αυτού ή σε έναν ειδικό ή γενικό κανονισμό που διέπει ένα ή περισσότερα ΕΔΕΤ τα οποία αναφέρονται ή απαριθμούνται στο άρθρο 1 τέταρτο εδάφιο·

(5) «προγραμματισμός»: η διαδικασία οργάνωσης, λήψης αποφάσεων και διάθεσης των χρηματοδοτικών πόρων σε διάφορα στάδια, με τη συμμετοχή εταίρων σύμφωνα με το άρθρο 5, με στόχο την υλοποίηση, σε πολυετή βάση, κοινής δράσης εκ μέρους της Ένωσης και των κρατών μελών για την επίτευξη των στόχων της στρατηγικής της Ένωσης για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη·

(6) «πρόγραμμα»: «επιχειρησιακό πρόγραμμα» όπως αναφέρεται στο τρίτο ή τέταρτο μέρος του παρόντος κανονισμού και στον κανονισμό ΕΤΘΑ και «πρόγραμμα αγροτικής ανάπτυξης» όπως αναφέρεται στον κανονισμό του ΕΓΤΑΑ·

(7) «περιοχή προγράμματος»; η γεωγραφική περιοχή που καλύπτεται από ένα ειδικό πρόγραμμα ή, σε περίπτωση που το πρόγραμμα καλύπτει περισσότερες της μιας κατηγορίες περιοχών, η γεωγραφική περιοχή που αντιστοιχεί σε κάθε ξεχωριστή κατηγορία περιοχής·

(8) «προτεραιότητα» όπως αναφέρεται στο δεύτερο και τέταρτο μέρος του παρόντος κανονισμού: ο «άξονας προτεραιότητας» όπως αναφέρεται στο τρίτο μέρος του παρόντος κανονισμού για το ΕΤΠΑ, ΕΚΤ και Ταμείο Συνοχής και η «προτεραιότητα της Ένωσης» όπως αναφέρεται στον κανονισμό ΕΤΘΑ και τον κανονισμό ΕΓΤΑΑ·

(9) «πράξη»: έργο, σύμβαση, δράση ή ομάδα έργων που επιλέγονται από τη διαχειριστική αρχή των οικείων προγραμμάτων ή υπό την ευθύνη της, η οποία συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων της σχετικής προτεραιότητας ή των σχετικών προτεραιοτήτων· στο πλαίσιο των μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής, η πράξη συνίσταται στις χρηματοδοτικές συνεισφορές από ένα πρόγραμμα σε μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής και στη συνακόλουθη χρηματοδοτική υποστήριξη που παρέχουν τα εν λόγω μέσα·

▼M6

(10) «δικαιούχος»: δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας ή φυσικό πρόσωπο που έχει την ευθύνη για την έναρξη ή την έναρξη και την εφαρμογή πράξεων· και

α) στο πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων ο φορέας που λαμβάνει την ενίσχυση, με εξαίρεση την περίπτωση όπου η ενίσχυση ανά επιχείρηση ανέρχεται σε λιγότερα από 200 000  EUR, περιπτώσεις για τις οποίες το οικείο κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει ότι δικαιούχος είναι ο φορέας που χορηγεί την ενίσχυση, με την επιφύλαξη των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1407/2013 ( 4 ), (ΕΕ) αριθ. 1408/2013 ( 5 ) και (ΕΕ) αριθ. 717/2014 ( 6 ) της Επιτροπής· και

β) στο πλαίσιο των χρηματοοικονομικών μέσων σύμφωνα με το δεύτερο μέρος τίτλος IV του παρόντος κανονισμού, ο φορέας που εφαρμόζει το χρηματοοικονομικό μέσο ή το Ταμείο Χαρτοφυλακίου, κατά περίπτωση·

▼B

(11) «μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής»: τα χρηματοδοτικά μέσα όπως ορίζονται στον δημοσιονομικό κανονισμό, εκτός εάν προβλέπεται άλλως στον παρόντα κανονισμό·

(12) «τελικός αποδέκτης»: νομικό ή φυσικό πρόσωπο που λαμβάνει χρηματοδοτική υποστήριξη από ένα μέσο χρηματοοικονομικής τεχνικής·

(13) «κρατική ενίσχυση»: ενίσχυση που εμπίπτει στο πεδίο του άρθρου 107 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ και θεωρείται για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ότι περιλαμβάνει επίσης τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1998/2006 της Επιτροπής ( 7 ), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1535/2007 της Επιτροπής ( 8 ) και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 875/2007 της Επιτροπής ( 9

(14) «περατωθείσα πράξη»: πράξη που έχει ολοκληρωθεί φυσικά η εφαρμοστεί πλήρως και για την οποία έχουν καταβληθεί όλες οι σχετικές πληρωμές από τους δικαιούχους και έχει καταβληθεί στους δικαιούχους η αντίστοιχη δημόσια συμμετοχή·

(15) «δημόσια δαπάνη»: κάθε δημόσια συνεισφορά για τη χρηματοδότηση πράξεων η οποία προέρχεται από τον κρατικό προϋπολογισμό, τον προϋπολογισμό περιφερειακών ή τοπικών αρχών, τον προϋπολογισμό της Ένωσης που αφορά τα ΕΔΕΤ, τον προϋπολογισμό οργανισμών δημοσίου δικαίου ή τον προϋπολογισμό ενώσεων δημόσιων αρχών ή οργανισμών δημοσίου δικαίου και, προκειμένου να προσδιοριστεί το ποσοστό συγχρηματοδότησης για προγράμματα ή τις προτεραιότητες του ΕΚΤ, σε αυτήν είναι δυνατόν να περιλαμβάνονται οποιοιδήποτε χρηματοδοτικοί πόροι στους οποίους συνεισφέρουν συλλογικά εργοδότες και εργαζόμενοι·

(16) «οργανισμός δημοσίου δικαίου»: κάθε οργανισμός που διέπεται από το δημόσιο δίκαιο κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 9 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 10 ) και κάθε ευρωπαϊκός όμιλος εδαφικής συνεργασίας (ΕΟΕΣ) που ιδρύεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1082/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 11 ), ανεξάρτητα αν ο ΕΟΕΣ θεωρείται από τις σχετικές εθνικές διατάξεις εφαρμογής οργανισμός δημοσίου δικαίου ή οργανισμός ιδιωτικού δικαίου·

(17) «έγγραφο»: χαρτί ή ηλεκτρονικό μέσο που περιέχει σχετικές πληροφορίες στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού·

(18) «ενδιάμεσος οργανισμός»: κάθε δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας που ενεργεί υπό την ευθύνη μιας διαχειριστικής αρχής ή αρχής πιστοποίησης ή εκτελεί καθήκοντα εξ ονόματος μιας τέτοιας αρχής σε σχέση με δικαιούχους που υλοποιούν πράξεις·

(19) «στρατηγική τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία κοινοτήτων»: ένα συνεκτικό σύνολο πράξεων για την ικανοποίηση τοπικών στόχων και αναγκών, το οποίο συμβάλλει στην επίτευξη της στρατηγικής της Ένωσης για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη και η οποία σχεδιάζεται και εφαρμόζεται από μια ομάδα τοπικής δράσης·

(20) «σύμφωνο εταιρικής σχέσης»: ένα έγγραφο που συντάσσει κράτος μέλος με τη συμμετοχή εταίρων, βάσει της προσέγγισης της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, το οποίο ορίζει τη στρατηγική του εν λόγω κράτους μέλους, τις προτεραιότητες και τις ρυθμίσεις για τη χρήση των πόρων των ΕΔΕΤ με αποτελεσματικό και επαρκή τρόπο προκειμένου για την επίτευξη της στρατηγικής της Ένωσης σχετικά με την έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, και το οποίο εγκρίνεται από την Επιτροπή μετά από αξιολόγηση και διάλογο με το οικείο κράτος μέλος·

(21) «κατηγορία περιφερειών»: χαρακτηρισμός της περιφέρειας ως «λιγότερο αναπτυγμένη περιφέρεια», «περιφέρεια μετάβασης» ή «περισσότερο αναπτυγμένη περιφέρεια», σύμφωνα μα το άρθρο 90 παράγραφος 2·

(22) «αίτηση πληρωμής»: αίτηση πληρωμής ή δήλωση δαπανών που υποβάλλει το κράτος μέλος στην Επιτροπή·

(23) «ΕΤΕπ»: η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων ή οποιεσδήποτε θυγατρικές της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων·

(24) «συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα» (ΣΔΙΤ): μορφές συνεργασίας μεταξύ δημοσίων φορέων και του ιδιωτικού τομέα, οι οποίες αποσκοπούν στη βελτίωση της υλοποίησης επενδύσεων σε έργα υποδομών ή άλλους τύπους πράξεων που παρέχουν δημόσιες υπηρεσίες μέσω επιμερισμού του κινδύνου, συγκέντρωσης εμπειρογνωμοσύνης του ιδιωτικού τομέα ή πρόσθετων πηγών κεφαλαίου·

(25) «πράξη ΣΔΙΤ»: πράξη που εφαρμόζεται ή πρόκειται να εφαρμοστεί με δομή σύμπραξης δημοσίου-ιδιωτικού τομέα·

►C1  (26) «λογαριασμός υπό μεσεγγύηση»: τραπεζικός λογαριασμός που καλύπτεται από γραπτή συμφωνία μεταξύ της διαχειριστικής αρχής ή ενδιάμεσου φορέα και του φορέα εκτέλεσης μέσου ή χρηματοοικονομικής τεχνικής, στην περίπτωση πράξης ΣΔΙΤ, γραπτή συμφωνία μεταξύ του δικαιούχου δημόσιου φορέα και του εταίρου από τον ιδιωτικό τομέα, εγκριθείσα από τη διαχειριστική αρχή ή ενδιάμεσο φορέα, που έχει συσταθεί ειδικά για να κατέχει κεφάλαια προς καταβολή μετά την περίοδο επιλεξιμότητας σε περίπτωση μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής, ή κατά τη περίοδο επιλεξιμότητας και/ή μετά την περίοδο επιλεξιμότητας σε περίπτωση ενέργειας ΣΔΙΤ, αποκλειστικά ◄ για τους σκοπούς του άρθρου 42 παράγραφος 1 στοιχείο γ), παράγραφος 2 και παράγραφος 3 και του άρθρου 64, ή τραπεζικός λογαριασμός ο οποίος έχει δημιουργηθεί με όρους που παρέχουν ισοδύναμες εγγυήσεις σχετικά με τις πληρωμές από τα κεφάλαια·

(27) «ταμείο χαρτοφυλακίου»: κεφάλαιο που συστάθηκε με στόχο να συνεισφέρει στήριξη από πρόγραμμα ή προγράμματα σε διάφορους φορείς εφαρμογής μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής. Όταν υλοποιούνται μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής μέσω ταμείου χαρτοφυλακίου, ο φορέας που κάνει χρήση του ταμείου χαρτοφυλακίου θεωρείται ο μόνος δικαιούχος κατά την έννοια του σημείου 10 του παρόντος άρθρου·

(28) «ΜΜΕ»: μικροεπιχείρηση ή μικρή ή μεσαία επιχείρηση όπως ορίζεται στη σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής ( 12

(29) «λογιστική χρήση»: για τους σκοπούς του τρίτου και του τέταρτου μέρους, η περίοδος από 1 Ιουλίου έως 30 Ιουνίου, εκτός από την πρώτη λογιστική χρήση της προγραμματικής περιόδου, η οποία καλύπτει την περίοδο από την ημερομηνία έναρξης της επιλεξιμότητας των δαπανών έως την 30ή Ιουνίου 2015· η τελική λογιστική χρήση είναι από την 1 Ιουλίου 2023 έως τις 30 Ιουνίου 2024·

(30) «οικονομικό έτος»: για τους σκοπούς του τρίτου και του τέταρτου μέρους, η περίοδος από 1 Ιανουαρίου έως 31 Δεκεμβρίου.

▼M6

(31) «μακροπεριφερειακή στρατηγική»: ολοκληρωμένο πλαίσιο που συμφωνείται από το Συμβούλιο και, κατά περίπτωση, εγκρίνεται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το οποίο μπορεί να στηρίζεται, μεταξύ άλλων, από τα ΕΔΕΤ, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι κοινές προκλήσεις που αντιμετωπίζει καθορισμένη γεωγραφική περιοχή σε ό,τι αφορά κράτη μέλη και τρίτες χώρες που βρίσκονται στην ίδια γεωγραφική περιοχή, που κατά συνέπεια ωφελούνται από την ενισχυμένη συνεργασία η οποία συμβάλλει στην επίτευξη της οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής συνοχής·

▼B

(32) «στρατηγική για θαλάσσια λεκάνη»: διαρθρωμένο πλαίσιο συνεργασίας που αφορά δεδομένη γεωγραφική περιοχή, το οποίο αναπτύσσεται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, τα κράτη μέλη, τις περιφέρειές τους και, κατά περίπτωση, τις τρίτες χώρες που μοιράζονται μια θαλάσσια λεκάνη· η στρατηγική για τη θαλάσσια λεκάνη λαμβάνει υπόψη τις γεωγραφικές, κλιματικές, οικονομικές και πολιτικές ιδιαιτερότητες της θαλάσσιας λεκάνης.

(33) «εφαρμοστέες εκ των προτέρων αιρεσιμότητες»: συγκεκριμένος και επακριβώς προκαθορισμένος κρίσιμος παράγοντας, ο οποίος αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την αποτελεσματική και αποδοτική υλοποίηση του ειδικού στόχου επενδυτικής προτεραιότητας ή προτεραιότητας της Ένωσης, έχει δε άμεση και πραγματική σχέση με την υλοποίηση αυτή και άμεσο αντίκτυπο σε αυτήν·

(34) «ειδικός στόχος»: ο σκοπός στον οποίο συμβάλλει επενδυτική προτεραιότητα ή προτεραιότητα της Ένωσης σε ειδικό εθνικό ή περιφερειακό πλαίσιο, μέσω δράσεων ή μέτρων που λαμβάνονται στο πλαίσιο προτεραιότητας·

(35) «σχετικές ειδικές για κάθε χώρα συστάσεις που εκδίδονται βάσει του άρθρου 121 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ» και «σχετικές συστάσεις του Συμβουλίου που εκδίδονται βάσει του άρθρου 148 παράγραφος 4 ΣΛΕΕ»: συστάσεις σχετικά με τις διαρθρωτικές προκλήσεις που είναι σκόπιμο να αντιμετωπιστούν μέσω πολυετών επενδύσεων που εμπίπτουν απευθείας στο πεδίο εφαρμογής των ΕΔΕΤ όπως διατυπώνονται στους ειδικούς κανονισμούς για κάθε Ταμείο·

(36) «παρατυπία»: κάθε παράβαση του ενωσιακού δικαίου ή του σχετικού με την εφαρμογή του εθνικού δικαίου, η οποία προκύπτει από πράξη ή παράλειψη οικονομικού φορέα που εμπλέκεται στην θέσπιση των ΕΔΕΤ, και η οποία ζημιώνει ή ενδέχεται να ζημιώσει τον προϋπολογισμό της Ένωσης με καταλογισμό αδικαιολόγητης δαπάνης στον προϋπολογισμό της Ένωσης·

(37) «οικονομικός φορέας» σημαίνει οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή άλλη οντότητα που λαμβάνει μέρος στην εφαρμογή της βοήθειας από τα ΕΔΕΤ, με εξαίρεση κράτος μέλος που ασκεί τα δικαιώματά του ως δημόσια αρχή·

(38) «συστημική παρατυπία»: παρατυπία που έχει ενδεχομένως επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα, με μεγάλη πιθανότητα εμφάνισης σε παρεμφερή είδη πράξεων, η οποία προκύπτει από σοβαρή ανεπάρκεια στην αποτελεσματική λειτουργία των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου, συμπεριλαμβανομένης της παράλειψης καθορισμού κατάλληλων διαδικασιών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και τους ειδικούς κανόνες για κάθε ταμείο·

(39) «σοβαρή ανεπάρκεια στην αποτελεσματική λειτουργία ενός συστήματος διαχείρισης και ελέγχου»: για τους σκοπούς της εφαρμογής των Ταμείων και του ΕΤΘΑ στο πλαίσιο του Τέταρτου Μέρους, ανεπάρκεια για την οποία είναι απαραίτητο να υπάρξουν ουσιώδεις βελτιώσεις στο σύστημα, η οποία εκθέτει τα Ταμεία και το ΕΤΘΑ σε σημαντικό κίνδυνο παρατυπιών και η ύπαρξη της οποίας δεν συμβιβάζεται με θετική ελεγκτική γνώμη σχετικά με τη λειτουργία του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου.

Άρθρο 3

Υπολογισμός της προθεσμίας για τις αποφάσεις της Επιτροπής

►C1  Όταν, σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφοι 2 και 4, το άρθρο 29 παράγραφος 4, το άρθρο 30 παράγραφοι 2 και 3, ◄ το άρθρο 102 παράγραφος 2 και το άρθρο 108 παράγραφος 3, τίθεται στην Επιτροπή προθεσμία για την έκδοση ή την τροποποίηση απόφασης, μέσω εκτελεστικής πράξης, η προθεσμία δεν περιλαμβάνει το διάστημα το οποίο αρχίζει την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία η Επιτροπή απέστειλε τις παρατηρήσεις της στο κράτος μέλος και λήγει όταν το κράτος μέλος απαντήσει στις παρατηρήσεις.



ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΣΤΑ ΕΔΕΤ



ΤΙΤΛΟΣ I

ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΕΔΕΤ

Άρθρο 4

Γενικές διατάξεις

1.  Τα ΕΔΕΤ χορηγούν ενίσχυση, μέσω πολυετών προγραμμάτων, η οποία συμπληρώνει την εθνική, περιφερειακή και τοπική παρέμβαση, με στόχο την υλοποίηση της στρατηγικής της Ένωσης για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, καθώς επίσης και των ειδικών αποστολών των ΕΔΕΤ οι οποίες συνάδουν με τους στόχους που απορρέουν από τη Συνθήκη και περιλαμβάνουν την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές της Ευρώπης 2020 και τις σχετικές ειδικές για κάθε χώρα συστάσεις που εκδίδονται βάσει του άρθρου 121 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ και τις σχετικές συστάσεις του Συμβουλίου που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 148 παράγραφος 4 ΣΛΕΕ και, κατά περίπτωση, σε εθνικό επίπεδο, το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων.

2.  Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη εγγυώνται, λαμβάνοντας υπόψη το ειδικό πλαίσιο κάθε κράτους μέλους, ότι η υποστήριξη από τα ΕΔΕΤ είναι σύμφωνη με τις σχετικές πολιτικές, τις οριζόντιες αρχές που αναφέρονται στα άρθρα 5, 7 και 8 και τις προτεραιότητες της Ένωσης και ότι είναι συμπληρωματική προς τα άλλα μέσα της Ένωσης.

3.  Η υποστήριξη από τα ΕΔΕΤ εφαρμόζεται σε στενή συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας.

4.  Τα κράτη μέλη, στο κατάλληλο χωρικό επίπεδο, σύμφωνα με το θεσμικό, νομικό και δημοσιονομικό τους πλαίσιο, και οι φορείς οι οποίοι ορίζονται από αυτά γι’ αυτόν τον σκοπό είναι υπεύθυνα για την εκπόνηση και εφαρμογή των προγραμμάτων και την εκτέλεση των καθηκόντων τους, σε συνεργασία με τους σχετικούς εταίρους που αναφέρονται στο άρθρο 5, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο.

5.  Οι ρυθμίσεις για την εφαρμογή και τη χρήση των ΕΔΕΤ και ιδίως των χρηματοδοτικών και διοικητικών πόρων που απαιτούνται για την προετοιμασία και την υλοποίηση των προγραμμάτων σε σχέση με την παρακολούθηση, την υποβολή εκθέσεων, την αξιολόγηση, τη διαχείριση και τον έλεγχο, σέβονται την αρχή της αναλογικότητας σε σχέση με τη χορηγούμενη υποστήριξη και λαμβάνουν υπόψη τον συνολικό στόχο μείωσης της διοικητικής επιβάρυνσης για τους φορείς που συμμετέχουν στη διαχείριση και τον έλεγχο των προγραμμάτων.

6.  Σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τον συντονισμό μεταξύ καθενός από τα ΕΔΕΤ και μεταξύ των ΕΔΕΤ και των άλλων σχετικών πολιτικών, στρατηγικών και μέσων της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών και των μέσων στο πλαίσιο της εξωτερικής δράσης της Ένωσης.

7.  Το μερίδιο του προϋπολογισμού της Ένωσης που διατίθεται στα ΕΔΕΤ εκτελείται εντός του πλαισίου της επιμερισμένης διαχείρισης μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής, σύμφωνα με το ►M6  άρθρο 63 του δημοσιονομικού κανονισμού ◄ , πλην του ποσού στήριξης του Ταμείου Συνοχής που μεταφέρεται στη διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 6 του παρόντος κανονισμού, των καινοτόμων δράσεων με πρωτοβουλία της Επιτροπής βάσει του άρθρου 8 του κανονισμού του ΕΤΠΑ, της τεχνικής συνδρομής με πρωτοβουλία της Επιτροπής και της τεχνικής συνδρομής για άμεση διαχείριση σύμφωνα με τον κανονισμό ΕΤΘΑ.

▼M6

8.  Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη τηρούν την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, σύμφωνα με το άρθρο 33, το άρθρο 36 παράγραφος 1 και το άρθρο 61 του δημοσιονομικού κανονισμού.

▼B

9.  Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ στην προετοιμασία και την εφαρμογή, σε σχέση με την παρακολούθηση, την αξιολόγηση και την υποβολή εκθέσεων.

10.  Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη εκτελούν τις αποστολές τους σε σχέση με τα ΕΔΕΤ, με σκοπό τη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης για τους δικαιούχους.

Άρθρο 5

Εταιρική σχέση και πολυεπίπεδη διακυβέρνηση

1.  Για το σύμφωνο εταιρικής σχέσης και για κάθε πρόγραμμα, ένα κράτος μέλος, σύμφωνα με το θεσμικό και νομικό του πλαίσιο, οργανώνει εταιρική σχέση με τις αρμόδιες περιφερειακές και τοπικές αρχές. Η εταιρική σχέση περιλαμβάνει επίσης όλους τους ακόλουθους εταίρους:

α) τις αρμόδιες αστικές και άλλες δημόσιες αρχές·

β) τους οικονομικούς και κοινωνικούς εταίρους· και

γ) σχετικούς φορείς που εκπροσωπούν την κοινωνία των πολιτών, περιλαμβανομένων των περιβαλλοντικών εταίρων, μη κυβερνητικών οργανώσεων και φορέων που είναι υπεύθυνοι για την προώθηση της κοινωνικής ένταξης, της ισότητας των φύλων και την καταπολέμηση των διακρίσεων.

2.  Σύμφωνα με την προσέγγιση της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, τα κράτη μέλη προωθούν τη συμμετοχή των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 εταίρων στην εκπόνηση συμφώνων εταιρικής σχέσης και τη σύνταξη εκθέσεων προόδου σε όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας και της εφαρμογής των προγραμμάτων, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής στις επιτροπές παρακολούθησης των προγραμμάτων σύμφωνα με το άρθρο 48.

3.  Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, σύμφωνα με το άρθρο 149, για έναν ευρωπαϊκό κώδικα δεοντολογίας για την εταιρική σχέση (κώδικας δεοντολογίας) προκειμένου να υποστηριχθούν και να διευκολυνθούν τα κράτη μέλη κατά την οργάνωση της εταιρικής σχέσης σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου. Ο κώδικας δεοντολογίας καθορίζει το πλαίσιο εντός του οποίου τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τα θεσμικά και νομικά τους πλαίσια, καθώς επίσης και τις εθνικές και περιφερειακές τους αρμοδιότητες, προχωρούν στην εφαρμογή της εταιρικής σχέσης. Ο κώδικας δεοντολογίας, τηρώντας ταυτόχρονα πλήρως τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, προβλέπει τα εξής στοιχεία:

α) τις βασικές αρχές σχετικά με διαφανείς διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται για τον προσδιορισμό των σχετικών εταίρων, στους οποίους, κατά περίπτωση, περιλαμβάνονται οι κεντρικές οργανώσεις τους, ώστε να διευκολύνονται τα κράτη μέλη κατά τον ορισμό των πλέον αντιπροσωπευτικών σχετικών εταίρων, σύμφωνα με το θεσμικό και νομικό τους πλαίσιο·

β) τις βασικές αρχές και τις ορθές πρακτικές σχετικά με τη συμμετοχή των διαφόρων κατηγοριών των σχετικών εταίρων, όπως ορίζονται στην παράγραφο 1, κατά την εκπόνηση του συμφώνου εταιρικής σχέσης και των προγραμμάτων, τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σχετικά με τη συμμετοχή τους, καθώς και τα διάφορα στάδια εφαρμογής·

γ) τις ορθές πρακτικές σχετικά με τη διαμόρφωση των κανόνων συμμετοχής και τις εσωτερικές διαδικασίες των επιτροπών παρακολούθησης που θα πρέπει να αποφασίζονται, κατά περίπτωση, από τα κράτη μέλη ή τις επιτροπές παρακολούθησης των προγραμμάτων σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του παρόντος κανονισμού και τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο·

δ) τους βασικούς στόχους και τις ορθές πρακτικές στις περιπτώσεις όπου η διαχειριστική αρχή ζητεί τη συμμετοχή των σχετικών εταίρων στην προετοιμασία των προσκλήσεων υποβολής προτάσεων, και ιδίως ορθές πρακτικές για την αποφυγή πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων στις περιπτώσεις όπου οι σχετικοί εταίροι είναι επίσης πιθανοί δικαιούχοι, και για τη συμμετοχή των σχετικών εταίρων στην εκπόνηση των εκθέσεων προόδου και σε σχέση με την παρακολούθηση και την αξιολόγηση προγραμμάτων σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του παρόντος κανονισμού και τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο·

ε) τους ενδεικτικούς τομείς, τα θέματα και τις ορθές πρακτικές σε σχέση με το πώς οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να μπορούν να χρησιμοποιούν τα ΕΔΕΤ, συμπεριλαμβανομένης της τεχνικής συνδρομής, κατά την ενίσχυση της θεσμικής ικανότητας των σχετικών μερών σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του παρόντος κανονισμού και τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο·

στ) τον ρόλο της Επιτροπής στη διάδοση των ορθών πρακτικών·

ζ) τις βασικές αρχές και τις ορθές πρακτικές που έχουν την δυνατότητα να διευκολύνουν την αξιολόγηση από τα κράτη μέλη της εφαρμογής της εταιρικής σχέσης και της προστιθέμενης αξίας της.

Οι διατάξεις του κώδικα δεοντολογίας δεν αντιβαίνουν με κανέναν τρόπο στις σχετικές διατάξεις του παρόντος κανονισμού ή στους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο.

4.  Η Επιτροπή κοινοποιεί την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη για τον ευρωπαϊκό κώδικα δεοντολογίας, όπως ορίζεται στην παράγραφο 3, ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο το αργότερο έως 18 Απριλίου 2014. Η εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη δεν ορίζει ημερομηνία εφαρμογής προγενέστερη της ημερομηνίας έκδοσής της.

5.  Η παραβίαση οποιασδήποτε υποχρέωσης επιβαλλόμενης στα κράτη μέλη είτε από το παρόν άρθρο είτε από την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου δεν συνιστά παρατυπία που οδηγεί σε δημοσιονομική διόρθωση σύμφωνα με το άρθρο 85.

6.  Τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος, για κάθε ΕΔΕΤ, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με τις οργανώσεις που εκπροσωπούν τους εταίρους στο επίπεδο της Ένωσης σχετικά με την υλοποίηση της υποστήριξης από τα ΕΔΕΤ και υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με το αποτέλεσμα.

Άρθρο 6

Συμμόρφωση με το ενωσιακό και εθνικό δίκαιο

Οι πράξεις που υποστηρίζονται από τα ΕΔΕΤ συμμορφώνονται με το εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο και το σχετικό με την εφαρμογή του εθνικό δίκαιο («εφαρμοστέο δίκαιο»).

Άρθρο 7

Προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών και μη διάκριση

Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή διασφαλίζουν τη συνεκτίμηση και την προάσπιση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών καθώς και την ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου σε όλα τα στάδια της προετοιμασίας και της υλοποίησης των προγραμμάτων, συμπεριλαμβανομένων σε σχέση με την παρακολούθηση, την υποβολή εκθέσεων και την αξιολόγηση.

Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να αποτρέψουν κάθε διάκριση εξαιτίας του φύλου, της φυλής ή της εθνοτικής καταγωγής, της θρησκείας ή των πεποιθήσεων, αναπηρίας, της ηλικίας ή του γενετήσιου προσανατολισμού κατά την εκπόνηση και υλοποίηση των προγραμμάτων. Ειδικότερα, η προσβασιμότητα για τα άτομα με αναπηρίες λαμβάνεται υπόψη σε όλα τα στάδια της προετοιμασίας και της εφαρμογής των προγραμμάτων.

Άρθρο 8

Αειφόρος ανάπτυξη

Οι στόχοι των ΕΔΕΤ επιδιώκονται στο πλαίσιο της βιώσιμης ανάπτυξης και της προώθησης από την Ένωση του στόχου της διαφύλαξης, της προστασίας και της βελτίωσης του περιβάλλοντος, όπως ορίζεται στο άρθρο 11 και στο άρθρο 191 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει».

Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή διασφαλίζουν την προώθηση των απαιτήσεων περιβαλλοντικής προστασίας, της απόδοσης των πόρων, του μετριασμού της κλιματικής αλλαγής και της προσαρμογής σε αυτήν, της προστασίας της βιοποικιλότητας, της πρόληψης και διαχείρισης κινδύνου κατά την προετοιμασία και εφαρμογή των συμφώνων εταιρικής σχέσης και των προγραμμάτων. Τα κράτη μέλη παρέχουν στοιχεία σχετικά με την υποστήριξη των στόχων σε σχέση με την αλλαγή του κλίματος, χρησιμοποιώντας τη μεθοδολογία που βασίζεται στις κατηγορίες παρεμβάσεων, στους τομείς εστίασης ή μέτρα κατά περίπτωση για κάθε ΕΔΕΤ. Η εν λόγω μεθοδολογία συνίσταται στον καθορισμό συγκεκριμένου διορθωτικού συντελεστή στη στήριξη που παρέχεται στο πλαίσιο των ΕΔΕΤ, σε επίπεδο που να αντικατοπτρίζει το μέτρο στο οποίο η στήριξη αυτή συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων της κλιματικής μετρίασης και προσαρμογής. Ο καθορισμένος ειδικός διορθωτικός συντελεστής διαφοροποιείται με βάση το κατά πόσον η στήριξη συνιστά σημαντική ή μέτρια συμβολή στους στόχους της κλιματικής αλλαγής. Σε περίπτωση που η στήριξη δεν συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων αυτών ή η συμβολή είναι ασήμαντη, ορίζεται μηδενικός διορθωτικός συντελεστής. Στην περίπτωση του ΕΤΠΑ, του ΕΚΤ και του Ταμείου Συνοχής, οι διορθωτικοί συντελεστές αφορούν τις κατηγορίες παρεμβάσεων που καθορίζονται στο πλαίσιο της ονοματολογίας που έχει εγκρίνει η Επιτροπή. Στην περίπτωση του ΕΓΤΑΑ οι διορθωτικοί συντελεστές αφορούν τους τομείς εστίασης που ορίζονται στον κανονισμό ΕΓΤΑΑ και στην περίπτωση του ΕΤΘΑ τα μέτρα που ορίζονται στον κανονισμό ΕΤΘΑ.

Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστική πράξη για τη θέσπιση ενιαίων προϋποθέσεων σχετικά με την εφαρμογή σε κάθε ΕΔΕΤ της μεθοδολογίας που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο. Η εκτελεστική πράξη αυτή εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει άρθρο 150 παράγραφος 3.



ΤΙΤΛΟΣ II

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Θεματικοί στόχοι για τα ΕΔΕΤ και κοινό στρατηγικό πλαίσιο

Άρθρο 9

Θεματικοί στόχοι

Κάθε ΕΔΕΤ, προκειμένου να συμβάλει στη στρατηγική της Ένωσης για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, καθώς και στις ειδικές αποστολές κάθε Ταμείου, οι οποίες συνάδουν με τους στόχους που απορρέουν από τη Συνθήκη και περιλαμβάνουν την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή, υποστηρίζει τους ακόλουθους θεματικούς στόχους:

(1) ενίσχυση της έρευνας, της τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας·

(2) βελτίωση της πρόσβασης, της χρήσης και της ποιότητας των τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών·

(3) βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και του γεωργικού τομέα (για το ΕΓΤΑΑ) και του τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας (για το ΕΤΘΑ)·

(4) υποστήριξη της μετάβασης προς μια οικονομία χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα σε όλους τους τομείς·

(5) προώθηση της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή, της πρόληψης και της διαχείρισης κινδύνων·

(6) διατήρηση και προστασία του περιβάλλοντος και προώθηση της αποδοτικότητας των πόρων·

(7) προώθηση των βιώσιμων μεταφορών και άρση των προβλημάτων σε βασικές υποδομές δικτύων·

(8) προώθηση της βιώσιμης και ποιοτικής απασχόλησης και υποστήριξη της κινητικότητας της εργασίας·

(9) προώθηση της κοινωνικής ένταξης και καταπολέμηση της φτώχειας και των διακρίσεων·

(10) επένδυση στην εκπαίδευση, την κατάρτιση και την επαγγελματική κατάρτιση για την απόκτηση δεξιοτήτων και τη διά βίου μάθηση·

(11) ενίσχυση της θεσμικής ικανότητας των δημόσιων αρχών και των ενδιαφερόμενων φορέων και της αποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης·

Οι θεματικοί στόχοι εξειδικεύονται σε ειδικές προτεραιότητες για κάθε ΕΔΕΤ οι οποίες ορίζονται στους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο.

▼M6

Οι προτεραιότητες που ορίζονται για κάθε ΕΔΕΤ στους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο καλύπτουν συγκεκριμένα την κατάλληλη χρήση κάθε ΕΔΕΤ στους τομείς της μετανάστευσης και του ασύλου. Στο εν λόγω πλαίσιο, θα πρέπει να διασφαλίζεται ο συντονισμός με το Ταμείο ασύλου, μετανάστευσης και ένταξης όπως καθορίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 516/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 13 ), όπου είναι σκόπιμο.

▼B

Άρθρο 10

Κοινό στρατηγικό πλαίσιο

1.  Για την προώθηση της αρμονικής, ισόρροπης και βιώσιμης ανάπτυξης της Ένωσης, θεσπίζεται με τον παρόντα κανονισμό ένα κοινό στρατηγικό πλαίσιο (ΚΣΠ) το οποίο ορίζεται στο Παράρτημα Ι. Το ΚΣΠ θεσπίζει στρατηγικές κατευθυντήριες αρχές προκειμένου να διευκολύνει τη διαδικασία προγραμματισμού και τον τομεακό και χωρικό συντονισμό των παρεμβάσεων της Ένωσης στο πλαίσιο των ΕΔΕΤ και με άλλες συναφείς πολιτικές και μέσα της Ένωσης, σύμφωνα με τους στόχους της στρατηγικής της Ένωσης για μια έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, λαμβάνοντας υπόψη τις βασικές χωρικές προκλήσεις για διάφορες κατηγορίες περιοχών.

2.  Οι στρατηγικές κατευθυντήριες αρχές, όπως ορίζονται στο ΚΣΠ, θεσπίζονται σε συνάρτηση με τον σκοπό και εντός του πεδίου εφαρμογής της στήριξης που παρέχεται από κάθε ΕΔΕΤ, καθώς και σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη λειτουργία κάθε ΕΔΕΤ, όπως ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και στους ειδικούς κανόνες για κάθε ταμείο. Το ΚΣΠ δεν επιβάλλει πρόσθετες υποχρεώσεις στα κράτη μέλη πέρα από όσες ορίζονται στο πλαίσιο των αντίστοιχων τομεακών πολιτικών της Ένωσης.

3.  Το ΚΣΠ διευκολύνει την προετοιμασία του συμφώνου εταιρικής σχέσης και των προγραμμάτων σύμφωνα με τις αρχές της αναλογικότητας και της επικουρικότητας και λαμβάνοντας υπόψη τις εθνικές και περιφερειακές αρμοδιότητες για τη θέσπιση ειδικών και κατάλληλων μέτρων πολιτικής και συντονισμού.

Άρθρο 11

Περιεχόμενο

Το ΚΣΠ θεσπίζει:

α) μηχανισμούς για την εξασφάλιση της συμβολής των ΕΔΕΤ στη στρατηγική της Ένωσης για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, καθώς και της συνοχής και της συνέπειας του προγραμματισμού των ΕΔΕΤ σε σχέση με τις ειδικές για κάθε χώρα συστάσεις που εκδίδονται βάσει του άρθρου 121 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ και τις σχετικές συστάσεις του Συμβουλίου που εκδίδονται βάσει του άρθρου 148 παράγραφος 4 ΣΛΕΕ και, κατά περίπτωση, σε εθνικό επίπεδο, με τα εθνικά προγράμματα μεταρρυθμίσεων·

β) ρυθμίσεις για την προώθηση της ολοκληρωμένης χρήσης των ΕΔΕΤ·

γ) ρυθμίσεις για τον συντονισμό μεταξύ των ΕΔΕΤ και άλλων συναφών πολιτικών και μέσων της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των εξωτερικών μέσων για τη συνεργασία·

δ) οριζόντιες αρχές όπως ορίζονται στα άρθρα 5, 7 και 8 και εγκάρσιους στόχους πολιτικής για την εφαρμογή των ΕΔΕΤ·

ε) ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση των βασικών χωρικών προκλήσεων για τις αστικές, αγροτικές, παράκτιες και αλιευτικές περιοχές, των δημογραφικών προκλήσεων των περιφερειών ή των ειδικών αναγκών των γεωγραφικών περιοχών που πλήττονται από σοβαρά και μόνιμα φυσικά ή δημογραφικά προβλήματα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 174 ΣΛΕΕ και των ειδικών προκλήσεων των εξόχως απόκεντρων περιοχών, κατά την έννοια του άρθρου 349 ΣΛΕΕ·

στ) τομείς προτεραιότητας για τις δραστηριότητες συνεργασίας στο πλαίσιο των ΕΔΕΤ, κατά περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τις μακροπεριφερειακές στρατηγικές και τις στρατηγικές θαλάσσιων λεκανών.

Άρθρο 12

Επανεξέταση

Όταν υπάρχουν μείζονες αλλαγές στην κοινωνική και οικονομική κατάσταση της Ένωσης ή αλλαγές στη στρατηγική της Ένωσης για μια έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει πρόταση επανεξέτασης του ΚΣΠ, ή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο, ενεργώντας σύμφωνα με τα άρθρα 225 ή 241 ΣΛΕΕ, αντίστοιχα, μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να υποβάλει μια τέτοια πρόταση.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 149 προκειμένου να συμπληρώσει ή να τροποποιήσει το τμήμα 4 και το τμήμα 7 του παραρτήματος I, όταν είναι αναγκαίο να ληφθούν υπόψη οι πολιτικές ή τα μέσα της Ένωσης που αναφέρονται στο τμήμα 4 ή οι αλλαγές στις δραστηριότητες συνεργασίας που αναφέρονται στο τμήμα 7, ή να ληφθεί υπόψη η εισαγωγή νέων πολιτικών, μέσων ή δραστηριοτήτων συνεργασίας της Ένωσης.

Άρθρο 13

Καθοδήγηση για τους δικαιούχους

1.  Η Επιτροπή συντάσσει καθοδήγηση σχετικά με τον τρόπο αποτελεσματικής πρόσβασης και χρήσης των ΕΔΕΤ και σχετικά με τον τρόπο αξιοποίησης της συμπληρωματικότητας με άλλα μέσα σχετικών πολιτικών της Ένωσης.

2.  Η καθοδήγηση συντάσσεται το αργότερο έως τις 30 Ιουνίου 2014 και παρέχει επισκόπηση, για κάθε θεματικό στόχο, των διαθέσιμων σχετικών μέσων σε επίπεδο Ένωσης με λεπτομερείς πηγές πληροφόρησης, παραδείγματα ορθών πρακτικών ώστε να συνδυαστούν τα διαθέσιμα μέσα χρηματοδότησης στο πλαίσιο και μεταξύ τομέων πολιτικής, περιγραφή των αρμόδιων αρχών και φορέων που συμμετέχουν στη διαχείριση κάθε μέσου και κατάλογο ελέγχου για πιθανούς δικαιούχους για να τους βοηθήσει να εντοπίσουν τους πλέον κατάλληλους πόρους χρηματοδότησης.

3.  Η καθοδήγηση δημοσιεύεται στους διαδικτυακούς τόπους των σχετικών Γενικών Διευθύνσεων της Επιτροπής. Η Επιτροπή και οι διαχειριστικές αρχές που ενεργούν σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο, σε συνεργασία με την Επιτροπή των Περιφερειών, διασφαλίζουν τη διαβίβαση της καθοδήγησης στους πιθανούς δικαιούχους.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Σύμφωνο εταιρικής σχέσης

Άρθρο 14

Προετοιμασία του συμφώνου εταιρικής σχέσης

1.  Κάθε κράτος μέλος καταρτίζει σύμφωνο εταιρικής σχέσης για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 31η Δεκεμβρίου 2020.

2.  Το σύμφωνο εταιρικής σχέσης συντάσσεται από τα κράτη μέλη σε συνεργασία με τους εταίρους που αναφέρονται στο άρθρο 5. Το σύμφωνο εταιρικής σχέσης καταρτίζεται σε διάλογο με την Επιτροπή. Τα κράτη μέλη καταρτίζουν το σύμφωνο εταιρικής σχέσης επί τη βάσει διαδικασιών που είναι διαφανείς για το κοινό και σύμφωνες με το θεσμικό και νομικό τους πλαίσιο.

3.  Το σύμφωνο εταιρικής σχέσης καλύπτει τη συνολική υποστήριξη των ΕΔΕΤ στο οικείο κράτος μέλος.

4.  Κάθε κράτος μέλος διαβιβάζει το σύμφωνο εταιρικής σχέσης του στην Επιτροπή το αργότερο 22 Απριλίου 2014.

5.  Όταν ένας ή περισσότεροι ειδικοί κανονισμοί δεν έχουν τεθεί σε ισχύ ή αναμένεται να τεθούν σε ισχύ το αργότερο 22 Φεβρουαρίου 2014, το σύμφωνο εταιρικής σχέσης που υποβάλλεται από το κράτος μέλος η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 4, δεν απαιτείται να περιλαμβάνει τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 1 στοιχείο a) σημεία ii), iii), iv) και vi) για το ΕΔΕΤ που επηρεάζεται από τέτοιου είδους καθυστέρηση ή προβλεπόμενη καθυστέρηση της έναρξης ισχύος του ειδικού κανονισμού για κάθε Ταμείο.

Άρθρο 15

Περιεχόμενο του συμφώνου εταιρικής σχέσης

1.  Το σύμφωνο εταιρικής σχέσης ορίζει:

α) ρυθμίσεις για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις προτεραιότητες της Ένωσης για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, καθώς και με τις ειδικές αποστολές των Ταμείων σύμφωνα με τους στόχους τους που απορρέουν από τη Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής συνοχής, που περιλαμβάνουν:

i) ανάλυση των ανισοτήτων, των αναπτυξιακών αναγκών και του δυναμικού ανάπτυξης με αναφορά στους θεματικούς στόχους και τις χωρικές προκλήσεις και λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και τις σχετικές ειδικές για κάθε χώρα συστάσεις που εκδίδονται βάσει του άρθρου 121 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ και τις σχετικές συστάσεις του Συμβουλίου που εκδίδονται βάσει του άρθρου 148 παράγραφος 4 ΣΛΕΕ,

ii) συνοπτική παρουσίαση των εκ των προτέρων αξιολογήσεων των προγραμμάτων ή των βασικών συμπερασμάτων των εκ των προτέρων αξιολογήσεων του συμφώνου εταιρικής σχέσης όταν οι εν λόγω αξιολογήσεις πραγματοποιούνται με πρωτοβουλία του ίδιου του κράτους μέλους,

iii) επιλεγμένους θεματικούς στόχους και, για κάθε έναν από τους επιλεγμένους θεματικούς στόχους, σύνοψη των κύριων αναμενόμενων αποτελεσμάτων για κάθε ΕΔΕΤ,

iv) ενδεικτική κατανομή της υποστήριξης από την Ένωση ανά θεματικό στόχο σε εθνικό επίπεδο για καθένα από τα ΕΔΕΤ, καθώς και το συνολικό ενδεικτικό ποσό υποστήριξης που προβλέπεται για τους στόχους που αφορούν την κλιματική αλλαγή,

v) την εφαρμογή των οριζόντιων αρχών που αναφέρονται στα άρθρα 5, 7 και 8 και των στόχων πολιτικής για την εφαρμογή των ΕΔΕΤ,

vi) τον κατάλογο των προγραμμάτων του ΕΤΠΑ, του ΕΚΤ και του Ταμείου Συνοχής, με εξαίρεση τα προγράμματα του στόχου της Ευρωπαϊκής Εδαφικής Συνεργασίας, και τα προγράμματα του ΕΓΤΑΑ και του ΕΤΘΑ, με τις αντίστοιχες ενδεικτικές χορηγήσεις ανά ΕΔΕΤ και ανά έτος·

vii) πληροφορίες σχετικά με το κονδύλι που αφορά το αποθεματικό επίδοσης, κατανεμημένο ανά ΕΔΕΤ και, κατά περίπτωση, ανά κατηγορία περιφέρειας, καθώς και σχετικά με τα ποσά που αποκλείονται από τον υπολογισμό του αποθεματικού επίδοσης σύμφωνα με το άρθρο 20·

β) ρυθμίσεις που διασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή των ΕΔΕΤ, οι οποίες περιλαμβάνουν:

i) τις ρυθμίσεις, σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο των κρατών μελών, που εξασφαλίζουν τον συντονισμό μεταξύ των ΕΔΕΤ και άλλων ενωσιακών και εθνικών μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής καθώς και με τα κεφάλαια της ΕΤΕπ,

ii) τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για την εκ των προτέρων επαλήθευση της συμμόρφωσης με τους κανόνες προσθετικότητας, όπως ορίζονται στο Τρίτο Μέρος,

iii) συνοπτική παρουσίαση της αξιολόγησης της εκπλήρωσης των εφαρμοστέων εκ των προτέρων αιρεσιμοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 19 και το παράρτημα XI σε εθνικό επίπεδο και σε περίπτωση μη τήρησης των εκ των προτέρων εφαρμοστέων αιρεσιμοτήτων, των ενεργειών που πρέπει να ληφθούν, των υπεύθυνων φορέων και του χρονοδιαγράμματος εφαρμογής των ενεργειών αυτών,

iv) τη μεθοδολογία και τους μηχανισμούς ώστε να διασφαλίζεται συνέπεια κατά τη λειτουργία του πλαισίου επιδόσεων σύμφωνα με το άρθρο 21,

v) εκτίμηση της ενδεχόμενης ανάγκης να ενισχυθεί η διοικητική ικανότητα των αρχών που συμμετέχουν στη διαχείριση και τον έλεγχο των προγραμμάτων και, κατά περίπτωση, των δικαιούχων, καθώς και, όπου χρειάζεται, μια συνοπτική παρουσίαση των μέτρων που πρέπει να ληφθούν γι’ αυτό τον σκοπό,

vi) συνοπτική παρουσίαση των προγραμματιζόμενων ενεργειών στα προγράμματα, συμπεριλαμβανομένου ενδεικτικού χρονοδιαγράμματος, για την επίτευξη μείωσης της διοικητικής επιβάρυνσης για τους δικαιούχους·

γ) ρυθμίσεις για την αρχή της εταιρικής σχέσης όπως αναφέρεται στο άρθρο 5·

δ) έναν ενδεικτικό κατάλογο εταίρων όπως αναφέρονται στο άρθρο 5 και συνοπτική παρουσίαση των μέτρων που λαμβάνονται για τη συμμετοχή των εταίρων και τον ρόλο τους στην κατάρτιση του συμφώνου εταιρικής σχέσης και της έκθεσης προόδου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 52.

2.  Το σύμφωνο εταιρικής σχέσης ορίζει επίσης:

α) ολοκληρωμένη προσέγγιση στην χωρική ανάπτυξη που στηρίζεται από τα ΕΔΕΤ ή συνοπτική παρουσίαση των ολοκληρωμένων προσεγγίσεων στην χωρική ανάπτυξη που βασίζονται στο περιεχόμενο των προγραμμάτων, προσδιορίζοντας:

i) τις ρυθμίσεις που διασφαλίζουν μια ολοκληρωμένη προσέγγιση της χρήσης των ΕΔΕΤ για τη χωρική ανάπτυξη ειδικών υποπεριφερειακών περιοχών, ιδίως τις ρυθμίσεις εφαρμογής των άρθρων 32, 33 και 36 συνοδευόμενες από τις αρχές για τον καθορισμό των αστικών περιοχών στις οποίες πρόκειται να εφαρμοστούν ολοκληρωμένες δράσεις για βιώσιμη αστική ανάπτυξη,

ii) τους κύριους τομείς προτεραιότητας για τη συνεργασία στο πλαίσιο των ΕΔΕΤ, λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, τις μακροπεριφερειακές στρατηγικές και τις στρατηγικές για τις θαλάσσιες λεκάνες.

iii) κατά περίπτωση, ολοκληρωμένη προσέγγιση για την αντιμετώπιση των ειδικών αναγκών των γεωγραφικών περιοχών που πλήττονται κατ’ εξοχήν από τη φτώχεια ή των στοχευόμενων ομάδων που αντιμετωπίζουν τον υψηλότερο κίνδυνο διακρίσεων ή κοινωνικού αποκλεισμού, με ειδική μέριμνα για τις περιθωριοποιημένες κοινότητες και τα άτομα με αναπηρίες, τους μακροχρόνια ανέργους και τους νέους που βρίσκονται εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης·

iv) κατά περίπτωση, ολοκληρωμένη προσέγγιση για την αντιμετώπιση των δημογραφικών προκλήσεων των περιφερειών ή των ειδικών αναγκών των γεωγραφικών περιοχών που πλήττονται από σοβαρά και μόνιμα φυσικά ή δημογραφικά προβλήματα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 174 ΣΛΕΕ·

β) ρυθμίσεις που διασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή των ΕΔΕΤ, συμπεριλαμβανομένης αξιολόγησης των υφιστάμενων συστημάτων ηλεκτρονικής ανταλλαγής δεδομένων και συνοπτική παρουσίαση των μέτρων που προγραμματίζονται για να εξασφαλιστεί ότι, σταδιακά, όλες οι ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ των δικαιούχων και των αρμόδιων διαχειριστικών και ελεγκτικών αρχών των προγραμμάτων μπορούν να πραγματοποιούνται μέσω ηλεκτρονικής ανταλλαγής δεδομένων.

Άρθρο 16

Έγκριση και τροποποίηση του συμφώνου εταιρικής σχέσης

1.  Η Επιτροπή αξιολογεί τη συμμόρφωση του συμφώνου εταιρικής σχέσης με τον παρόντα κανονισμό, λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, τις σχετικές ειδικές ανά χώρα συστάσεις που εκδίδονται βάσει του άρθρου 121 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ και τις σχετικές συστάσεις του Συμβουλίου που εκδίδονται βάσει του άρθρου 148 παράγραφος 4 ΣΛΕΕ, καθώς και τις εκ των προτέρων αξιολογήσεις των προγραμμάτων, και διατυπώνει παρατηρήσεις εντός τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής από το κράτος μέλος του συμφώνου εταιρικής σχέσης του. Το εν λόγω κράτος μέλος παρέχει όλες τις απαραίτητες συμπληρωματικές πληροφορίες και, κατά περίπτωση, αναθεωρεί το σύμφωνο εταιρικής σχέσης. Το οικείο κράτος μέλος παρέχει όλες τις απαραίτητες συμπληρωματικές πληροφορίες και, κατά περίπτωση, αναθεωρεί το σύμφωνο εταιρικής σχέσης.

2.  Η Επιτροπή εκδίδει, με εκτελεστική πράξη, απόφαση για την έγκριση των στοιχείων του συμφώνου εταιρικής σχέσης που εμπίπτει στο άρθρο 15 παράγραφοι 1 και στο άρθρο 15 παράγραφος 2 σε περιπτώσεις όπου κράτος μέλος έχει κάνει χρήση των διατάξεων του άρθρου 96 παράγραφος 8 όσον αφορά τα στοιχεία που απαιτούν απόφαση της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 96 παράγραφος 10 το αργότερο εντός τεσσάρων μηνών μετά την ημερομηνία υποβολής από το κράτος μέλος του συμφώνου εταιρικής σχέσης, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν ληφθεί καταλλήλως υπόψη οι παρατηρήσεις που διατύπωσε η Επιτροπή. Το σύμφωνο εταιρικής σχέσης δεν τίθεται σε ισχύ πριν από την 1η Ιανουαρίου 2014.

3.  Η Επιτροπή εκπονεί, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2015, έκθεση σχετικά με το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων για τα σύμφωνα εταιρικής σχέσης και τα προγράμματα, συμπεριλαμβανομένης μιας ανασκόπησης των βασικών ζητημάτων ανά κράτος μέλος. Η έκθεση αυτή διαβιβάζεται συγχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών.

4.  Όταν ένα κράτος μέλος προτείνει τροποποίηση στοιχείων του συμφώνου εταιρικής σχέσης που καλύπτονται από την απόφαση της Επιτροπής όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2, η Επιτροπή πραγματοποιεί αξιολόγηση σύμφωνα με την παράγραφο 1 και, κατά περίπτωση, εκδίδει απόφαση, με εκτελεστική πράξη, για την έγκριση της τροποποίησης εντός τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής της πρότασης τροποποίησης από το κράτος μέλος.

▼M6

4α.  Εάν κρίνεται σκόπιμο, το κράτος μέλος υποβάλλει μέχρι τις 31η Ιανουαρίου κάθε έτους τροποποιημένο σύμφωνο εταιρικής σχέσης μετά την έγκριση από την Επιτροπή των τροποποιήσεων σε ένα ή περισσότερα προγράμματα κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος.

Η Επιτροπή εκδίδει απόφαση μέχρι τις 31 Μαρτίου κάθε έτους που επιβεβαιώνει ότι οι τροποποιήσεις του συμφώνου εταιρικής σχέσης αντικατοπτρίζουν την τροποποίηση ενός ή περισσότερων προγραμμάτων που εγκρίθηκαν από την Επιτροπή κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος.

Η εν λόγω απόφαση μπορεί να περιλαμβάνει την τροποποίηση άλλων στοιχείων του συμφώνου εταιρικής σχέσης σύμφωνα με την πρόταση που αναφέρεται στην παράγραφο 4, με την προϋπόθεση ότι η πρόταση υποβάλλεται στην Επιτροπή έως την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου ημερολογιακού έτους.

▼B

5.  Όταν ένα κράτος μέλος τροποποιεί στοιχεία του συμφώνου εταιρικής σχέσης που δεν καλύπτονται από την απόφαση της Επιτροπής όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2, ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή εντός ενός μηνός από την ημερομηνία απόφασης να προβεί στην τροποποίηση.

Άρθρο 17

Έγκριση του αναθεωρημένου συμφώνου εταιρικής σχέσης σε περίπτωση καθυστέρησης της έναρξης ισχύος του ειδικού κανονισμού για κάθε Ταμείο

1.  Όταν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 14 παράγραφος 5, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του ειδικού κανονισμού για κάθε Ταμείο που αποτέλεσε αντικείμενο καθυστέρησης, κάθε κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή αναθεωρημένο σύμφωνο εταιρικής σχέσης που περιλαμβάνει τα στοιχεία που λείπουν από το σύμφωνο εταιρικής σχέσης για το εν λόγω ΕΔΕΤ.

2.  Η Επιτροπή αξιολογεί τη συνέπεια του αναθεωρημένου συμφώνου εταιρικής σχέσης με τον παρόντα κανονισμό, σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 1 και εκδίδει απόφαση, μέσω εκτελεστικών πράξεων, για την έγκριση του αναθεωρημένου συμφώνου εταιρικής σχέσης σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 2.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Θεματική συγκέντρωση, εκ των προτέρων αιρεσιμότητες και επανεξέταση επιδόσεων

Άρθρο 18

Θεματική συγκέντρωση

Τα κράτη μέλη συγκεντρώνουν την υποστήριξη, σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο, στις παρεμβάσεις που παράγουν τη μεγαλύτερη δυνατή προστιθέμενη αξία σε σχέση με τη στρατηγική της Ένωσης για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη λαμβάνοντας υπόψη τις βασικές χωρικές προκλήσεις για τους διάφορους τύπους περιοχών σύμφωνα με το ΚΣΠ, τις προκλήσεις που προσδιορίζονται στο εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, κατά περίπτωση, και τις σχετικές ειδικές για κάθε χώρα συστάσεις βάσει του άρθρου 121 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ και τις σχετικές συστάσεις του Συμβουλίου που εκδίδονται βάσει του άρθρου 148 παράγραφος 4 ΣΛΕΕ. Οι διατάξεις για τη θεματική συγκέντρωση βάσει των ειδικών κανόνων για κάθε Ταμείο δεν εφαρμόζονται στην τεχνική συνδρομή.

Άρθρο 19

Εκ των προτέρων αιρεσιμότητες

1.  Σύμφωνα με το θεσμικό και το νομικό τους πλαίσιο και στο πλαίσιο της προετοιμασίας των προγραμμάτων και, κατά περίπτωση, του συμφώνου εταιρικής σχέσης, τα κράτη μέλη αξιολογούν αν είναι εφαρμοστέες οι εκ των προτέρων αιρεσιμότητες που ορίζονται στους αντίστοιχους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο και οι γενικές εκ των προτέρων αιρεσιμότητες που ορίζονται στο παράρτημα ΧΙ τμήμα ΙΙ όσον αφορά τους ειδικούς στόχους που επιδιώκονται σύμφωνα με τις προτεραιότητες των προγραμμάτων τους καθώς και εάν πληρούνται οι εφαρμοστέες εκ των προτέρων αιρεσιμότητες.

Οι εκ των προτέρων αιρεσιμότητες εφαρμόζονται μόνο στο βαθμό που πληρούται ο ορισμός του άρθρου 2 σημείο (33) όσον αφορά τους ειδικούς στόχους που επιδιώκονται σύμφωνα με τις προτεραιότητες του προγράμματος. Με την επιφύλαξη του ορισμού στο άρθρο 2 σημείο (33, η αξιολόγηση της εφαρμοσιμότητας τηρεί την αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 5, λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, το ύψος της χορηγούμενης ενίσχυσης. Η αξιολόγηση της εκπλήρωσης περιορίζεται στα κριτήρια που καθορίζονται στους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο καθώς και στο παράρτημα ΧΙ τμήμα ΙΙ.

2.  Το σύμφωνο εταιρικής σχέσης περιλαμβάνει συνοπτική παρουσίαση της αξιολόγησης της εκπλήρωσης των εφαρμοστέων εκ των προτέρων αιρεσιμοτήτων σε εθνικό επίπεδο, και, στην περίπτωση που οι εφαρμοστέες εκ των προτέρων αιρεσιμότητες δεν πληρούνται κατά τον έλεγχο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 κατά την ημερομηνία διαβίβασης του συμφώνου εταιρικής σχέσης, περιλαμβάνει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν, τους υπεύθυνους φορείς και το χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή των εν λόγω μέτρων. Κάθε πρόγραμμα καθορίζει ποιες εκ των προτέρων αιρεσιμότητες που ορίζονται στους αντίστοιχους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο και γενικές εκ των προτέρων αιρεσιμότητες που ορίζονται στο παράρτημα ΧΙ τμήμα ΙΙ είναι εφαρμοστέες και ποιες εξ αυτών, σύμφωνα με την αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, πληρούνται κατά την ημερομηνία υποβολής του συμφώνου εταιρικής σχέσης και των προγραμμάτων. Σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των εφαρμοστέων εκ των προτέρων αιρεσιμοτήτων ν, το πρόγραμμα περιλαμβάνει περιγραφή των μέτρων που πρέπει να ληφθούν, των υπεύθυνων φορέων και του χρονοδιαγράμματος εφαρμογής τους. Τα κράτη μέλη συμμορφώνονται προς αυτές τις εκ των προτέρων αιρεσιμότητες το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2016 και κοινοποιούν το γεγονός το αργότερο έως την ετήσια έκθεση υλοποίησης του 2017 σύμφωνα με το άρθρο 50 παράγραφος 4 ή την έκθεση προόδου του 2017 σύμφωνα με το άρθρο 52 παράγραφος 2 στοιχείο γ).

3.  Η Επιτροπή αξιολογεί τη συνέπεια και την καταλληλότητα των πληροφοριών που παρέχει το κράτος μέλος σχετικά με την εφαρμοσιμότητα των εκ των προτέρων αιρεσιμοτήτων και την εκπλήρωση των εφαρμοστέων εκ των προτέρων αιρεσιμοτήτων στο πλαίσιο της αξιολόγησης των προγραμμάτων και, κατά περίπτωση του συμφώνου εταιρικής σχέσης.

Η αξιολόγηση της εφαρμοσιμότητας από την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 5, τηρεί την αρχή της αναλογικότητας λαμβάνοντας υπόψη το ύψος της χορηγούμενης ενίσχυσης, κατά περίπτωση. Η αξιολόγηση από την Επιτροπή της εκπλήρωση των αιρεσιμοτήτων περιορίζεται στα κριτήρια που καθορίζονται στους ειδικούς κανόνες για κάθε ταμείο και στο παράρτημα ΧΙ τμήμα ΙΙ, και σέβεται τις εθνικές και περιφερειακές αρμοδιότητες για τη θέσπιση ειδικών και κατάλληλων μέτρων πολιτικής, καθώς και τη διαμόρφωση του περιεχομένου των στρατηγικών.

4.  Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ της Επιτροπής και ενός κράτους μέλους όσον αφορά την εφαρμοσιμότητα μιας εκ των προτέρων αιρεσιμότητας στον ειδικό στόχο των προτεραιοτήτων ενός προγράμματος ή την εκπλήρωσή της τόσο η εφαρμοσιμότητα σύμφωνα με τον ορισμό στο άρθρο 2 στοιχείο (33) όσο και η μη εκπλήρωση πρέπει να αποδειχθούν από την Επιτροπή.

5.  Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει, κατά την έγκριση ενός προγράμματος, να αναστείλει το σύνολο ή μέρος των ενδιάμεσων πληρωμών για τη σχετική με αυτό το πρόγραμμα προτεραιότητα μέχρι την εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, όπου αυτό απαιτείται προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε σοβαρή επίπτωση επί της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας της επίτευξης των ειδικών στόχων της προτεραιότητας αυτής. Η μη ολοκλήρωση δράσεων για την εκπλήρωση μιας εφαρμοστέας εκ των προτέρων αιρεσιμότητας που δεν έχει εκπληρωθεί κατά την ημερομηνία υποβολής του συμφώνου εταιρικής σχέσης και των αντίστοιχων προγραμμάτων, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 2, συνιστά αιτία αναστολής των ενδιάμεσων πληρωμών από την Επιτροπή για τις προτεραιότητες του οικείου προγράμματος που επηρεάζονται. Και στις δύο περιπτώσεις το εύρος της αναστολής είναι ανάλογο προς τις δράσεις που πρέπει να αναληφθούν και τα κονδύλια που κινδυνεύουν.

6.  Οι διατάξεις της παραγράφου 5 δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση συμφωνίας μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους σχετικά με τη μη εφαρμοσιμότητα μιας εκ των προτέρων αιρεσιμότητας ή σχετικά με το γεγονός ότι μία εφαρμοστέα εκ των προτέρων αιρεσιμότητα έχει εκπληρωθεί, όπως προκύπτει από την έγκριση του προγράμματος και του συμφώνου εταιρικής σχέσης ή, ελλείψει παρατηρήσεων της Επιτροπής, εντός 60 ημερών από την υποβολή της έκθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

7.  Η Επιτροπή αίρει αμελλητί την αναστολή των ενδιάμεσων πληρωμών για μία προτεραιότητα εφόσον το κράτος μέλος έχει ολοκληρώσει τις δράσεις για τη εκπλήρωση ης των εκ των προτέρων αιρεσιμοτήτων που εφαρμόζονται στο σχετικό πρόγραμμα και οι οποίες δεν πληρούνταν κατά τη λήψη της απόφασης αναστολής από την Επιτροπή. Αίρει επίσης αμελλητί την αναστολή εφόσον, λόγω τροποποιήσεως του προγράμματος που αφορά τη σχετική προτεραιότητα, οι συγκεκριμένες εκ των προτέρων αιρεσιμότητες δεν είναι πλέον εφαρμοστέες

8.  Οι παράγραφοι 1 έως 7 δεν εφαρμόζονται σε προγράμματα στο πλαίσιο του στόχου της ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας.

Άρθρο 20

Αποθεματικό επίδοσης

Το 6 % των πόρων που διατίθενται στο ΕΤΠΑ, το ΕΚΤ και το Ταμείο Συνοχής στο πλαίσιο του στόχου Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση που αναφέρεται στο άρθρο 89 παράγραφος 2 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού, καθώς και στο ΕΓΤΑΑ και σε μέτρα που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης σύμφωνα με τον κανονισμό ΕΤΘΑ, συνιστά αποθεματικό επίδοσης. Το αποθεματικό επίδοσης καθορίζεται στο σύμφωνο εταιρικής σχέσης και τα προγράμματα και κατανέμεται σε συγκεκριμένες προτεραιότητες, σύμφωνα με το άρθρο 22 του παρόντος κανονισμού.

Οι ακόλουθοι πόροι δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του αποθεματικού επίδοσης:

α) κονδύλια που διατίθενται για την ΠΑΝ, σύμφωνα με το επιχειρησιακό πρόγραμμα όπως ορίζει το άρθρο 18 του κανονισμού του ΕΚΤ·

β) κονδύλια που διατίθενται για τεχνική συνδρομή με πρωτοβουλία της Επιτροπής·

γ) κονδύλια που μεταφέρονται από τον πρώτο πυλώνα της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής προς το ΕΓΤΑΑ βάσει των άρθρων 7 παράγραφος 2 και 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (EE) αριθ. 1307/2013·

δ) κονδύλια που μεταφέρονται στο ΕΓΤΑΑ κατ’ εφαρμογή των άρθρων 10β, 136 και 136β του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 του Συμβουλίου όσον αφορά τα ημερολογιακά έτη 2013 και 2014 αντίστοιχα·

ε) κονδύλια που μεταβιβάζονται στη διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» από το Ταμείο Συνοχής, σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 6 του παρόντος κανονισμού·

στ) κονδύλια που μεταβιβάζονται στο Ταμείο Ευρωπαϊκής Βοήθειας προς τα άτομα σε ανέχεια, σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 7 του παρόντος κανονισμού·

ζ) κονδύλια που διατίθενται για καινοτόμες δράσεις βιώσιμης αστικής ανάπτυξης, σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 8 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 21

Επανεξέταση επιδόσεων

1.  Η Επιτροπή, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, επανεξετάζει τις επιδόσεις των προγραμμάτων σε κάθε κράτος μέλος το 2019 (επανεξέταση επιδόσεων), με αναφορά στο πλαίσιο επιδόσεων που ορίζεται στα αντίστοιχα προγράμματα. Η μέθοδος για τον καθορισμό του πλαισίου επιδόσεων ορίζεται στο παράρτημα ΙΙ.

2.  Κατά την επανεξέταση επιδόσεων εξετάζεται η επίτευξη των ορόσημων των προγραμμάτων στο επίπεδο προτεραιοτήτων, βάσει των στοιχείων και εκτιμήσεων που παρουσιάζονται στην ετήσια έκθεση υλοποίησης που υποβάλλουν τα κράτη μέλη κατά το έτος 2019.

Άρθρο 22

Εφαρμογή του πλαισίου επιδόσεων

1.  Το αποθεματικό επίδοσης αποτελεί μεταξύ του 5 και 7 % της πίστωσης κάθε προτεραιότητας στο πλαίσιο ενός προγράμματος, με εξαίρεση τις προτεραιότητες που αφορούν αποκλειστικά τεχνική συνδρομή σύμφωνα με το άρθρο 39. Το συνολικό ποσό του αποθεματικού επίδοσης που χορηγείται ανά ΕΔΕΤ και ανά κατηγορία περιφέρειας ανέρχεται στο 6 %. Τα ποσά που αντιστοιχούν στο αποθεματικό επίδοσης ορίζονται στα προγράμματα και κατανέμονται κατά προτεραιότητα και, κατά περίπτωση, ανά ΕΔΕΤ και ανά κατηγορία περιφέρειας.

2.  Βάσει της επανεξέτασης των επιδόσεων, η Επιτροπή, εντός δύο μηνών από την παραλαβή των αντίστοιχων ετήσιων εκθέσεων υλοποίησης κατά το έτος 2019, εκδίδει απόφαση, μέσω εκτελεστικών πράξεων, για να προσδιορίσει, για κάθε ΕΔΕΤ και κράτος μέλος, τα προγράμματα και τις προτεραιότητες που έχουν επιτύχει τα ορόσημά τους, ορίζοντας την πληροφορία αυτή ανά ΕΔΕΤ και ανά κατηγορία περιφερειών, στην περίπτωση που μία προτεραιότητα καλύπτει περισσότερα του ενός ΕΔΕΤ ή περισσότερες της μιας κατηγορίες περιφερειών.

3.  Το αποθεματικό επίδοσης διατίθεται μόνο στα προγράμματα και στις προτεραιότητες που έχουν επιτύχει τα ορόσημά τους. Σε περίπτωση που οι προτεραιότητες έχουν επιτύχει τα ορόσημά τους, το ποσό του αποθεματικού επίδοσης που έχει ορισθεί για την προτεραιότητα θεωρείται ότι έχει χορηγηθεί οριστικά με βάση την απόφαση της Επιτροπής που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

4.  Σε περίπτωση που κάποιες προτεραιότητες δεν έχουν επιτύχει τα ορόσημά τους, το κράτος μέλος προτείνει ανακατανομή του αντίστοιχου ποσού του αποθεματικού επίδοσης σε προτεραιότητες που ορίζονται στην απόφαση της Επιτροπής που αναφέρεται στην παράγραφο 2, καθώς και άλλες τροποποιήσεις του προγράμματος που απορρέουν από την ανακατανομή του αποθεματικού επίδοσης, το αργότερο τρεις μήνες μετά την έγκριση της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

Η Επιτροπή εγκρίνει την τροποποίηση των οικείων προγραμμάτων σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφοι 3 και 4. Όταν ένα κράτος μέλος δεν υποβάλλει τα στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 50 παράγραφοι 5 και 6, το αποθεματικό επίδοσης για τα προγράμματα ή τις σχετικές προτεραιότητες δεν διατίθεται στα σχετικά προγράμματα ή τις σχετικές προτεραιότητες.

5.  Η πρόταση του κράτους μέλους για ανακατανομή του αποθεματικού επίδοσης είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις θεματικής συγκέντρωσης και τις ελάχιστες πιστώσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και τους ειδικούς κανόνες των ταμείων. Κατά παρέκκλιση, σε περίπτωση που μία ή περισσότερες από τις προτεραιότητες που συνδέονται με θεματικές απαιτήσεις συγκέντρωσης ή ελάχιστες πιστώσεις δεν έχουν επιτύχει τα ορόσημά τους, το κράτος μέλος μπορεί να προτείνει ανακατανομή του αποθεματικού, που δεν συμμορφώνεται με τις ανωτέρω απαιτήσεις και τις ελάχιστες πιστώσεις.

6.  Όταν από την επανεξέταση των επιδόσεων προκύπτουν στοιχεία σύμφωνα με τα οποία μια προτεραιότητα υπολείπεται σε μεγάλο βαθμό από την επίτευξη των ορόσημων που αφορούν μόνο τους δημοσιονομικούς δείκτες, τους δείκτες εκροών και τα βασικά στάδια εφαρμογής που καθορίστηκαν στο πλαίσιο επιδόσεων και ότι η υστέρηση αυτή οφείλεται σε σαφώς προσδιορισμένες αδυναμίες εφαρμογής που έχουν ήδη γνωστοποιηθεί από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 50 παράγραφος 8, κατόπιν στενών διαβουλεύσεων με το οικείο κράτος μέλος, και το κράτος μέλος δεν έχει λάβει τα απαραίτητα διορθωτικά μέτρα για την αντιμετώπιση των αδυναμιών αυτών, η Επιτροπή μπορεί, πέντε τουλάχιστον μήνες μετά την εν λόγω γνωστοποίηση, να αναστείλει το σύνολο ή μέρος των ενδιάμεσων πληρωμών για μια προτεραιότητα ενός προγράμματος σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στους ειδικούς κανόνες του Ταμείου.

Η Επιτροπή αίρει αμελλητί την αναστολή των ενδιάμεσων πληρωμών όταν το κράτος μέλος έχει λάβει τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα. Όταν τα διορθωτικά μέτρα αφορούν τη μεταφορά χρηματοδοτικών κεφαλαίων σε άλλα προγράμματα ή προτεραιότητες που έχουν επιτύχει τα ορόσημά τους, η Επιτροπή, εγκρίνει, μέσω εκτελεστικής πράξης, την τροποποίηση των οικείων προγραμμάτων σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 2. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 30 παράγραφος 2, στην περίπτωση αυτή η Επιτροπή αποφασίζει σχετικά με την τροποποίηση το αργότερο εντός δύο μηνών μετά την υποβολή της αίτησης τροποποίησης από το κράτος μέλος.

7.  Εάν η Επιτροπή διαπιστώνει, βάσει της εξέτασης της τελικής έκθεσης υλοποίησης του προγράμματος, σοβαρή αποτυχία όσον αφορά την επίτευξη των στόχων που αφορούν μόνο τους δημοσιονομικούς δείκτες, τους δείκτες εκροών και τα βασικά στάδια εφαρμογής και ορίζονται στο πλαίσιο επιδόσεων λόγω σαφώς προσδιορισμένων αδυναμιών που έχουν προηγουμένως γνωστοποιηθεί από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 50 παράγραφος 8 κατόπιν στενών διαβουλεύσεων με το οικείο κράτος μέλος, και το κράτος μέλος δεν έχει προβεί στις αναγκαίες διορθωτικές ενέργειες για την αντιμετώπιση των αδυναμιών αυτών, η Επιτροπή μπορεί ανεξάρτητα από το άρθρο 85 να εφαρμόσει δημοσιονομικές διορθώσεις για τις οικείες προτεραιότητες σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες για κάθε ταμείο.

Κατά την εφαρμογή δημοσιονομικών διορθώσεων, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη, τηρώντας δεόντως την αρχή της αναλογικότητας, το επίπεδο απορρόφησης, καθώς και εξωτερικούς παράγοντες που συμβάλλουν στην αποτυχία.

Δεν εφαρμόζονται δημοσιονομικές διορθώσεις όταν η αποτυχία επίτευξης στόχων οφείλεται στον αντίκτυπο κοινωνικοοικονομικών ή περιβαλλοντικών παραγόντων, σε σημαντικές αλλαγές των οικονομικών και περιβαλλοντικών συνθηκών ενός κράτους μέλους ή σε λόγους ανωτέρας βίας που επηρεάζουν σοβαρά την υλοποίηση των αντίστοιχων προτεραιοτήτων.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 149, θεσπίζοντας λεπτομερείς κανόνες επί των κριτηρίων προσδιορισμού του επιπέδου της εφαρμοστέας δημοσιονομικής διόρθωσης.

Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τη θέσπιση λεπτομερών ρυθμίσεων για την εξασφάλιση συνεκτικής προσέγγισης σε ό,τι αφορά τα ορόσημα και τους στόχους του πλαισίου επιδόσεων για κάθε προτεραιότητα και για την εκτίμηση της επίτευξης των οροσήμων και στόχων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 150 παράγραφος 3.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Μέτρα που συνδέονται με τη χρηστή οικονομική διαχείριση

Άρθρο 23

Μέτρα που συνδέονται με την αποτελεσματικότητα των ΕΔΕΤ για χρηστή οικονομική διαχείριση

1.  Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να επανεξετάσει και να προτείνει τροποποιήσεις του οικείου συμφώνου εταιρικής σχέσης και των σχετικών προγραμμάτων, αν είναι αναγκαίο, για τη στήριξη της εφαρμογής σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου ή για τη μεγιστοποίηση του αντίκτυπου στην ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα των ΕΔΕΤ στα κράτη μέλη που λαμβάνουν οικονομική ενίσχυση.

Το αίτημα αυτό μπορεί να υποβληθεί για τους ακόλουθους λόγους:

α) για τη στήριξη της εφαρμογής σχετικής ειδικής για κάθε χώρα σύστασης που εκδίδεται βάσει του άρθρου 121 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ και σχετικής σύστασης του Συμβουλίου που εκδίδεται βάσει του άρθρου 148 παράγραφος 4 ΣΛΕΕ και απευθύνεται στο οικείο κράτος μέλος·

β) για τη στήριξη της εφαρμογής σχετικής σύστασης του Συμβουλίου που απευθύνεται στο οικείο κράτος μέλος και έχει εκδοθεί σύμφωνα με τα άρθρα 7 παράγραφος 2 ή 8 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 14 ), υπό την προϋπόθεση ότι οι τροποποιήσεις αυτές κρίνονται αναγκαίες για τη διόρθωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών· ή

γ) για να μεγιστοποιηθεί ο αντίκτυπος στην ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα από τα διαθέσιμα ΕΔΕΤ, εάν ένα κράτος μέλος πληροί μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) διατίθεται σε αυτό χρηματοδοτική συνδρομή της Ένωσης δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 407/2010 του Συμβουλίου ( 15

ii) διατίθεται σε αυτό χρηματοδοτική συνδρομή δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 332/2002 του Συμβουλίου ( 16

iii) διατίθεται σε αυτό χρηματοδοτική συνδρομή που πυροδοτεί πρόγραμμα μακροοικονομικής προσαρμογής, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 472/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 17 ) ή που πυροδοτεί απόφαση του Συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 136 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ.

►C1  Για τους σκοπούς του στοιχείου γ) του δευτέρου εδαφίου, καθεμία από τις προϋποθέσεις αυτές θεωρείται ότι έχει ικανοποιηθεί σε περίπτωση που ◄ διετέθη τέτοιου είδους βοήθεια στο κράτος μέλος πριν από ή μετά 21 Δεκεμβρίου 2013 και παραμένει διαθέσιμη σε αυτό.

2.  Δικαιολογείται αίτηση της Επιτροπής σε κράτος μέλος σύμφωνα με την παράγραφο 1, σε σχέση με την ανάγκη στήριξης της υλοποίησης των σχετικών συστάσεων ή τη μεγιστοποίηση του αντικτύπου της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας των ΕΔΕΤ κατά περίπτωση, και αναφέρει τα προγράμματα ή τις προτεραιότητες που θεωρεί ότι επηρεάζονται, καθώς και τη φύση των αναμενόμενων τροποποιήσεων. Τέτοιου είδους αίτηση δεν υποβάλλεται πριν από το 2015 ή μετά από 2019, ούτε σε σχέση με τα ίδια προγράμματα σε δύο αλλεπάλληλα έτη.

3.  Το κράτος μέλος διαβιβάζει την απάντησή του στην αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, εντός δύο μηνών από την παραλαβή της, παραθέτοντας τις τροποποιήσεις που θεωρεί αναγκαίες στο σύμφωνο εταιρικής σχέσης και τα προγράμματα, την αιτιολόγηση των τροποποιήσεων αυτών, προσδιορίζοντας τα εμπλεκόμενα προγράμματα και περιγράφοντας τη φύση των προτεινόμενων τροποποιήσεων και τα αναμενόμενα αποτελέσματά τους στην υλοποίηση των συστάσεων και την εφαρμογή των ΕΔΕΤ. Αν κριθεί αναγκαίο, η Επιτροπή διατυπώνει παρατηρήσεις εντός δύο μηνών από την παραλαβή της απάντησης αυτής.

4.  Το κράτος μέλος υποβάλλει πρόταση τροποποίησης του συμφώνου εταιρικής σχέσης και των σχετικών προγραμμάτων εντός δύο μηνών από την ημερομηνία υποβολής της απάντησης που αναφέρεται στην παράγραφο 3.

5.  Εάν η Επιτροπή δεν έχει υποβάλει παρατηρήσεις ή εάν αυτή έχει ικανοποιηθεί λόγω του ότι οι παρατηρήσεις που υπεβλήθησαν έχουν ληφθεί ικανοποιητικά υπόψη, η Επιτροπή εκδίδει απόφαση με την οποία εγκρίνει τις τροποποιήσεις του συμφώνου εταιρικής σχέσης και τα σχετικά προγράμματα αμελλητί και, σε κάθε περίπτωση, ►C1  το αργότερο εντός τριών μηνών μετά την υποβολή τους από το κράτος μέλος σύμφωνα με την παράγραφο 4. ◄

6.  Όταν ένα κράτος μέλος δεν αναλάβει αποτελεσματική δράση σε συνέχεια της αίτησης που διατυπώθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 1, εντός των προθεσμιών που ορίζονται στις παραγράφους 3 και 4, η Επιτροπή δύναται, εντός τριών μηνών μετά την υποβολή των παρατηρήσεων της, σύμφωνα με την παράγραφο 3, ή μετά την υποβολή της πρότασης στο κράτος μέλος σύμφωνα με την παράγραφο 4, να εκδώσει απόφαση, μέσω εκτελεστικής πράξης, για την αναστολή μέρους ή του συνόλου των πληρωμών στα οικεία προγράμματα ή προτεραιότητες. Στην πρότασή της, η Επιτροπή παραθέτει τους λόγους που την οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι το κράτος μέλος δεν ανέλαβε αποτελεσματική δράση. Κατά τη διατύπωση της πρότασής της, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη όλες τις σχετικές πληροφορίες και λαμβάνει δεόντως υπόψη όλα τα στοιχεία που απορρέουν από τις γνώμες που διετυπώθησαν στο πλαίσιο του διαρθρωμένου διαλόγου, σύμφωνα με την παράγραφο 15.

Το Συμβούλιο αποφασίζει επί της πρότασης αυτής μέσω εκτελεστικής πράξης. Η εν λόγω εκτελεστική απόφαση εφαρμόζεται μόνο όσον αφορά τις αιτήσεις πληρωμής που υποβάλλονται μετά την ημερομηνία έγκρισης της εν λόγω εκτελεστικής πράξης.

7.  Το πεδίο και το επίπεδο της αναστολής πληρωμών που επιβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 5, είναι αναλογικό και αποτελεσματικό και τηρεί τους κανόνες της ίσης μεταχείρισης μεταξύ κρατών μελών, ιδίως όσον αφορά τον αντίκτυπο που έχει η αναστολή στην οικονομία του οικείου κράτους μέλους. Τα προς αναστολή προγράμματα καθορίζονται με βάση τις ανάγκες που προσδιορίζονται στην αίτηση που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2.

Η αναστολή πληρωμών δεν υπερβαίνει το 50 % των πληρωμών για καθένα από τα εμπλεκόμενα προγράμματα. Η απόφαση μπορεί να προβλέπει αύξηση του επιπέδου της αναστολής μέχρι και στο 100 % των πληρωμών, σε περίπτωση που το κράτος μέλος δεν λάβει αποτελεσματικά μέτρα σε σχέση με την αίτηση που υπεβλήθη σύμφωνα με την παράγραφο 1, εντός τριών μηνών από την απόφαση περί αναστολής πληρωμών που αναφέρεται στην παράγραφο 6.

8.  Σε περίπτωση που το κράτος μέλος υποβάλει τροποποιήσεις στο σύμφωνο εταιρικής σχέσης και τα αντίστοιχα προγράμματα όπως ζητούσε η Επιτροπή, το Συμβούλιο, ενεργώντας βάσει προτάσεως της Επιτροπής, αποφασίζει σχετικά με την άρση της αναστολής των πληρωμών.

9.  Η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση στο Συμβούλιο για αναστολή μέρους ή του συνόλου των αναλήψεων υποχρεώσεων ή των πληρωμών για τα προγράμματα ενός κράτους μέλους στην περίπτωση που:

α) το Συμβούλιο αποφασίζει σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 8 ή το άρθρο 126 παράγραφος 11 της Συνθήκης ότι ένα κράτος μέλος δεν έχει αναλάβει αποτελεσματική δράση ώστε να διορθώσει το υπερβολικό του έλλειμμα·

β) το Συμβούλιο εγκρίνει δύο διαδοχικές συστάσεις στην ίδια διαδικασία υπερβολικών ανισορροπιών, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 με το σκεπτικό ότι ένα κράτος μέλος υπέβαλε ανεπαρκές σχέδιο διορθωτικής δράσης·

γ) το Συμβούλιο εγκρίνει δύο διαδοχικές συστάσεις στην ίδια διαδικασία υπερβολικών ανισορροπιών, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 που τεκμηριώνει τη μη συμμόρφωση ενός κράτους μέλους με το σκεπτικό ότι δεν έλαβε τη συνιστώμενη διορθωτική δράση·

δ) η Επιτροπή συμπεραίνει ότι το κράτος μέλος δεν έλαβε μέτρα για την υλοποίηση του προγράμματος προσαρμογής που αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 407/2010 του Συμβουλίου ή τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 332/2002 του Συμβουλίου και, κατά συνέπεια, αποφασίζει να μην εγκρίνει την εκταμίευση της οικονομικής βοήθειας που έχει χορηγηθεί στο εν λόγω κράτος μέλος·

ε) το Συμβούλιο αποφασίζει ότι ένα κράτος μέλος δε συμμορφώνεται με το πρόγραμμα μακροοικονομικής προσαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 7 του κανονισμού του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 472/2013, ή με τα μέτρα που ζητεί απόφαση του Συμβουλίου που εγκρίθηκε σύμφωνα με το άρθρο 136 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ.

Κατά την υποβολή της πρότασής της, η Επιτροπή τηρεί τις διατάξεις της παραγράφου 11 και λαμβάνει υπόψη όλες τις σχετικές πληροφορίες, ενώ λαμβάνει δεόντως υπόψη όλα τα στοιχεία που απορρέουν από γνώμες που διατυπώθηκαν μέσω του διαρθρωμένου διαλόγου που προβλέπει η παράγραφος 15.

Δίδεται προτεραιότητα στην αναστολή των αναλήψεων πληρωμών: οι πληρωμές αναστέλλονται μόνον εφόσον απαιτείται άμεση δράση και σε περιπτώσεις σημαντικής μη συμμόρφωσης. Η αναστολή πληρωμών εφαρμόζεται σε αιτήσεις πληρωμής που υποβλήθηκαν για τα οικεία προγράμματα μετά την ημερομηνία της απόφασης αναστολής.

10.  Μια πρόταση της Επιτροπής που αναφέρεται στην παράγραφο 9 σχετικά με την αναστολή αναλήψεων υποχρεώσεων θεωρείται εγκριθείσα από το Συμβούλιο εκτός εάν το Συμβούλιο αποφασίσει, μέσω εκτελεστικής πράξης, να απορρίψει την εν λόγω πρόταση με ειδική πλειοψηφία, εντός ενός μηνός από την υποβολή της πρότασης της Επιτροπής. Η αναστολή αναλήψεων υποχρεώσεων εφαρμόζεται για τις αναλήψεις υποχρεώσεων από τα ΕΔΕΤ για το οικείο κράτος μέλος, από την 1η Ιανουαρίου του έτους που έπεται της απόφασης περί αναστολής.

Το Συμβούλιο εγκρίνει απόφαση, μέσω εκτελεστικής πράξης, επί προτάσεως της Επιτροπής που αναφέρεται στην παράγραφο 9 σχετικά με την αναστολή πληρωμών.

11.  Το πεδίο και το επίπεδο της αναστολής αναλήψεων υποχρεώσεων ή πληρωμών που επιβάλλεται βάσει της παραγράφου 10, είναι αναλογική και αποτελεσματική, τηρεί την αρχή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των κρατών μελών και λαμβάνει υπόψη τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στο οικείο κράτος μέλος, ιδίως όσον αφορά το επίπεδο ανεργίας στο οικείο κράτος μέλος σε σχέση με τον ενωσιακό μέσο όρο και τον αντίκτυπο της αναστολής πληρωμών στην οικονομία του οικείου κράτους μέλους. Ειδικός παράγων που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι ο αντίκτυπος των αναστολών σε προγράμματα κρίσιμης σημασίας για την αντιμετώπιση των αντίξοων οικονομικών ή κοινωνικών συνθηκών.

Οι λεπτομερείς διατάξεις για τον καθορισμό του πεδίου και του επιπέδου των αναστολών ορίζονται στο Παράρτημα ΙΙΙ.

Η αναστολή των αναλήψεων υποχρεώσεων υπόκειται στο χαμηλότερο από τα κάτωθι ανώτατα όρια:

α) ανώτατο όριο 50 % των αναλήψεων υποχρεώσεων που αφορούν το επόμενο οικονομικό έτος για τα ΕΔΕΤ στην πρώτη περίπτωση της μη συμμόρφωσης σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, όπως ορίζεται στην παράγραφο 9 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) και ανώτατο όριο 25 % των αναλήψεων υποχρεώσεων που αφορούν το επόμενο οικονομικό έτος για τα ΕΔΕΤ στην πρώτη περίπτωση της μη συμμόρφωσης σε σχέδιο διορθωτικής δράσης στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικών ελλειμμάτων, όπως ορίζεται στην παράγραφο 9 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), ή μη συμμόρφωση στη συνιστώμενη διορθωτική δράση σύμφωνα με διαδικασία υπερβολικών ελλειμμάτων, όπως ορίζεται στην παράγραφο 9 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ).

Το επίπεδο αναστολής αυξάνει σταδιακά μέχρι το ανώτατο όριο του 100 % των αναλήψεων υποχρεώσεων που αφορούν το επόμενο οικονομικό έτος για τα ΕΔΕΤ στην περίπτωση της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος και μέχρι το όριο του 50 % των αναλήψεων υποχρεώσεων που αφορούν το επόμενο οικονομικό έτος για τα ΕΔΕΤ στην περίπτωση διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, ανάλογα με τη σοβαρότητα της μη συμμόρφωσης·

β) ποσοστό μέχρι 0,5 % του ονομαστικού ΑΕΠ που εφαρμόζεται στην πρώτη περίπτωση μη συμμόρφωσης σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, όπως ορίζεται στην παράγραφο 9 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) και ποσοστό μέχρι 0,25 % του ονομαστικού ΑΕΠ που εφαρμόζεται στην πρώτη περίπτωση μη συμμόρφωσης που αφορά σχέδιο διορθωτικής δράσης στο πλαίσιο διαδικασίας υπερβολικών ελλειμμάτων που ορίζεται στην παράγραφο 9 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), ή μη συμμόρφωση σε συνιστώμενη διορθωτική δράση στο πλαίσιο διαδικασίας υπερβολικών ελλειμμάτων που ορίζεται στην παράγραφο 9 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ).

Σε περίπτωση που η μη συμμόρφωση όσον αφορά διορθωτικές δράσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 9 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ), επιμείνει, το ποσοστό του εν λόγω ονομαστικού ΑΕΠ αυξάνονται σταδιακά:

 μέχρι 1 % του ονομαστικού ΑΕΠ στην περίπτωση συνεχούς μη συμμόρφωσης σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος σύμφωνα με την παράγραφο 9 πρώτο εδάφιο στοιχείο α)· και

 μέχρι 0,5 % του ονομαστικού ΑΕΠ στην περίπτωση συνεχούς μη συμμόρφωσης σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος σύμφωνα με την παράγραφο 9 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) ή γ) ανάλογα με τη σοβαρότητα της μη συμμόρφωσης·

γ) μέχρι 50 % των πιστώσεων που αφορούν το επόμενο οικονομικό έτος για τα ΕΔΕΤ ή μέχρι 0,5 % του ονομαστικού ΑΕΠ στην πρώτη περίπτωση μη συμμόρφωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 9 πρώτο εδάφιο στοιχεία δ) και ε).

Στον καθορισμό του επιπέδου αναστολής και του κατά πόσον θα ανασταλούν οι αναλήψεις υποχρεώσεων ή οι πληρωμές, λαμβάνεται υπόψη η φάση του κύκλου του προγράμματος όσον αφορά ιδιαίτερα την περίοδο που υπολείπεται για την αξιοποίηση των κονδυλίων μετά την επανεγγραφή των αναλήψεων υποχρεώσεων που ανεστάλησαν.

12.  Με την επιφύλαξη των κανόνων περί αποδέσμευσης που ορίζονται στα άρθρα 86 έως 88 η Επιτροπή αίρει την αναστολή των αναλήψεων υποχρεώσεων, αμελλητί, στις κάτωθι περιπτώσεις:

α) εάν η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος αναστέλλεται σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97 του Συμβουλίου ( 18 ) ή το Συμβούλιο αποφασίζει σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 12 ΣΛΕΕ να καταργήσει την απόφαση για την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος·

β) εάν το Συμβούλιο έχει επικυρώσει το διορθωτικό σχέδιο δράσης που υπέβαλε το οικείο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 ή η διαδικασία υπερβολικών ανισορροπιών (ΔΥΑ) έχει τεθεί σε αναστολή σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 5 του εν λόγω κανονισμού ή το Συμβούλιο έχει περατώσει τη διαδικασία υπερβολικών ανισορροπιών σύμφωνα με το άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού·

γ) εάν η Επιτροπή συμπεραίνει ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος έχει λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την υλοποίηση του προγράμματος προσαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 407/2010 του Συμβουλίου ή τα μέτρα που απαιτούνται βάσει απόφασης του Συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 136 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ.

Κατά την άρση της αναστολής, το Συμβούλιο επανεγγράφει στον προϋπολογισμό τις αναλήψεις υποχρεώσεων που ανεστάλησαν, σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1311/2013 του Συμβουλίου.

Το Συμβούλιο λαμβάνει απόφαση, βάσει πρότασης της Επιτροπής, όσον αφορά την άρση της αναστολής των πληρωμών εφόσον πληρούνται οι εφαρμοστέοι όροι που θεσπίζονται στα στοιχεία α), β) και γ) του πρώτου εδαφίου.

13.  Οι παράγραφοι 6 έως 12 δεν εφαρμόζονται στο Ηνωμένο Βασίλειο στο μέτρο που η αναστολή των δεσμεύσεων ή των πληρωμών αφορά ζητήματα που καλύπτονται από την παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο στοιχεία α), β), γ) σημείο iii) ή την παράγραφο 9 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) ή γ).

14.  Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται σε προγράμματα που εμπίπτουν στον στόχο της ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας.

15.  Η Επιτροπή τηρεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενήμερο σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Ειδικότερα, όταν για ένα κράτος μέλος πληρούται μία από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 6 ή στην παράγραφο 9 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) έως ε), η Επιτροπή ενημερώνει πάραυτα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και παρέχει λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τα ΕΔΕΤ και τα προγράμματα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο αναστολής αναλήψεων υποχρεώσεων ή πληρωμών.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να καλέσει την Επιτροπή σε διαρθρωμένο διάλογο σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τη διαβίβαση των πληροφοριών που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.

Η Επιτροπή διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο την πρόταση αναστολής των αναλήψεων υποχρεώσεων ή των πληρωμών ή την πρόταση άρσης της αναστολής αμέσως μετά την έγκρισή της. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να καλέσει την Επιτροπή να αιτιολογήσει την πρότασή της.

16.  Το 2017, η Επιτροπή προβαίνει σε αναθεώρηση της εφαρμογής του παρόντος άρθρου. Προς το σκοπό αυτό, η Επιτροπή εκπονεί έκθεση την οποία διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, συνοδευόμενη, εφόσον χρειάζεται, από νομοθετική πρόταση.

17.  Όταν υπάρχουν μείζονες αλλαγές στην κοινωνική και οικονομική κατάσταση της Ένωσης, η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει πρόταση επανεξέτασης της εφαρμογής του παρόντος άρθρου, ή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο, ενεργώντας σύμφωνα με τα άρθρα 225 ή 241 ΣΛΕΕ, αντίστοιχα, μπορούν να ζητήσουν από την Επιτροπή να υποβάλει μια τέτοια πρόταση.

▼M2

Άρθρο 24

Αύξηση στις πληρωμές για κράτος μέλος με προσωρινές δημοσιονομικές δυσκολίες

1.  Κατόπιν αιτήσεως ενός κράτους μέλους, τα ποσά των ενδιάμεσων πληρωμών και οι πληρωμές του τελικού υπολοίπου μπορούν να αυξηθούν κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες άνω του ποσοστού συγχρηματοδότησης που εφαρμόζεται σε κάθε προτεραιότητα για το ΕΤΠΑ, το ΕΚΤ και το Ταμείο Συνοχής ή για κάθε μέτρο για το ΕΓΤΑΑ και το ΕΤΘΑ.

Εάν ένα κράτος μέλος πληροί μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις μετά την 21η Δεκεμβρίου 2013, το αυξημένο ποσοστό, που δεν δύναται να υπερβαίνει το 100 %, εφαρμόζεται στις αιτήσεις πληρωμών του εν λόγω κράτους μέλους που έχουν υποβληθεί για την περίοδο έως τις 30 Ιουνίου 2016:

α) εάν το οικείο κράτος μέλος λαμβάνει δάνειο από την Ένωση βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 407/2010·

β) εάν το εν λόγω κράτος μέλος λαμβάνει μεσοπρόθεσμη οικονομική υποστήριξη σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 332/2002 υπό την προϋπόθεση της εφαρμογής του προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής·

γ) εάν διατίθεται οικονομική ενίσχυση στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση της εφαρμογής του προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 472/2013.

Εάν ένα κράτος μέλος πληροί έναν από τους όρους που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο μετά τις 30 Ιουνίου 2016, το αυξημένο ποσοστό εφαρμόζεται στις αιτήσεις πληρωμών για την περίοδο έως τις 30 Ιουνίου του έτους που έπεται του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο η σχετική χρηματοδοτική βοήθεια περατώνεται.

Η παράγραφος αυτή δεν εφαρμόζεται στα προγράμματα βάσει του κανονισμού της ΕΕΣ.

2.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, η υποστήριξη της Ένωσης μέσω ενδιάμεσων πληρωμών και πληρωμών του τελικού υπολοίπου δεν είναι μεγαλύτερη από:

α) τη δημόσια δαπάνη· ή

β) το ανώτατο ποσό της υποστήριξης από τα ΕΔΕΤ για κάθε άξονα προτεραιότητας για το ΕΤΠΑ, το ΕΚΤ και το Ταμείο Συνοχής ή για κάθε μέτρο του ΕΓΤΑΑ και του ΕΤΘΑ, όπως ορίζεται στην απόφαση της Επιτροπής για την έγκριση του προγράμματος,

αναλόγως του ποιο ποσό είναι μικρότερο.

▼B

Άρθρο 25

▼M3

Διαχείριση της τεχνικής συνδρομής για κράτη μέλη

1.  Κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/825 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 19 ), τμήμα των πόρων που προβλέπονται στο άρθρο 59 του παρόντος κανονισμού και προγραμματίζονται σύμφωνα με ειδικούς κανόνες ανά Ταμείο μπορεί, με τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής, να μεταφερθεί σε τεχνική συνδρομή με πρωτοβουλία της Επιτροπής για την εφαρμογή μέτρων που αφορούν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο στοιχείο ιβ) του παρόντος κανονισμού, μέσω άμεσης ή έμμεσης διαχείρισης.

▼B

2.  Οι πόροι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι συμπληρωματικοί των ποσών που θεσπίζονται σύμφωνα με τα ανώτατα όρια που ορίζουν οι ειδικοί κανόνες που αφορούν το Ταμείο για τεχνική συνδρομή, με πρωτοβουλία της Επιτροπής. Σε περίπτωση που στους ειδικούς κανόνες για το Ταμείο ορίζεται ανώτατο όριο για τεχνική συνδρομή με πρωτοβουλία του κράτους μέλους, το προς μεταφορά ποσό περιλαμβάνεται στον υπολογισμό της συμμόρφωσης στο εν λόγω ανώτατο όριο.

3.   ►M3  Ένα κράτος μέλος ζητεί τη μεταφορά που αναφέρεται στην παράγραφο 1 για ένα ημερολογιακό έτος μέχρι τις 31 Ιανουαρίου του έτους στο οποίο πρόκειται να γίνει η μεταφορά. Η αίτηση συνοδεύεται από πρόταση τροποποίησης του προγράμματος ή των προγραμμάτων από τα οποία θα γίνει η μεταφορά. Αντίστοιχες τροποποιήσεις γίνονται και στο σύμφωνο εταιρικής σχέσης, σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 2 οι οποίες καθορίζουν το συνολικό ποσό που μεταφέρεται κάθε χρόνο στην Επιτροπή. ◄

Όταν ένα κράτος μέλος πληροί τους όρους του άρθρου 24 παράγραφος 1 την 1η Ιανουαρίου 2014, μπορεί να διαβιβάσει την αίτηση για το εν λόγω έτος ταυτόχρονα με την υποβολή του συμφώνου εταιρικής σχέσης του, που καθορίζει το ποσό που μεταφέρεται για τεχνική συνδρομή με πρωτοβουλία της Επιτροπής.

▼M3

4.  Οι πόροι που μεταφέρονται από κράτος μέλος σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου υπόκεινται στον κανόνα αποδέσμευσης του άρθρου 136 του παρόντος κανονισμού και στο άρθρο 38 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013.

▼B



ΤΙΤΛΟΣ III

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΣ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Γενικές διατάξεις για τα ΕΔΕΤ

Άρθρο 26

Προετοιμασία των προγραμμάτων

1.  Τα ΕΔΕΤ υλοποιούνται μέσω προγραμμάτων, σύμφωνα με το σύμφωνο εταιρικής σχέσης. Κάθε πρόγραμμα καλύπτει την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 31η Δεκεμβρίου 2020.

2.  Τα προγράμματα καταρτίζονται από τα κράτη μέλη ή από την αρχή που ορίζεται από αυτά, σε συνεργασία με τους εταίρους, όπως αναφέρεται στο άρθρο 5. Τα κράτη μέλη καταρτίζουν τα προγράμματα ακολουθώντας διαδικασίες που είναι διαφανείς στο κοινό, και σύμφωνα με το θεσμικό και νομικό τους πλαίσιο.

3.  Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή συνεργάζονται ώστε να διασφαλίζουν τον αποτελεσματικό συντονισμό κατά την προετοιμασία και υλοποίηση των προγραμμάτων για τα ΕΔΕΤ, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, πολυταμειακών προγραμμάτων για Ταμεία, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας.

4.  Τα προγράμματα υποβάλλονται από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή το αργότερο τρεις μήνες μετά την υποβολή του συμφώνου εταιρικής σχέσης. Τα προγράμματα της Ευρωπαϊκής Εδαφικής Συνεργασίας υποβάλλονται εντός 22 Σεπτεμβρίου 2014. Όλα τα προγράμματα συνοδεύονται από την εκ των προτέρων αξιολόγηση, όπως ορίζει το άρθρο 55.

5.  Όταν ένας ή περισσότεροι ειδικοί κανονισμοί για κάθε Ταμείο για τα ΕΔΕΤ τίθενται σε ισχύ μεταξύ 22 Φεβρουαρίου 2014 και 22 Ιουνίου 2014, το πρόγραμμα ή τα προγράμματα που υποστηρίζονται από το ΕΔΕΤ που επηρεάζεται από την καθυστέρηση της έναρξης ισχύος του ειδικού κανονισμού για κάθε Ταμείο, υποβάλλονται το αργότερο εντός τριών μηνών μετά την υποβολή του αναθεωρημένου συμφώνου εταιρικής σχέσης που αναφέρεται στο άρθρο 17 παράγραφος 1.

6.  Όταν ένας ή περισσότεροι ειδικοί κανονισμοί για κάθε Ταμείο για τα ΕΔΕΤ τίθενται σε ισχύ μετά από 22 Ιουνίου 2014, το πρόγραμμα ή τα προγράμματα που υποστηρίζονται από το ΕΔΕΤ που επηρεάζεται από την καθυστέρηση της έναρξης ισχύος του ειδικού κανονισμού για κάθε Ταμείο, υποβάλλονται το αργότερο εντός τριών μηνών μετά την έναρξη ισχύος του ειδικού κανονισμού για κάθε Ταμείο που καθυστέρησε να τεθεί σε ισχύ.

Άρθρο 27

Περιεχόμενο των προγραμμάτων

1.  Κάθε πρόγραμμα χαράσσει στρατηγική για τη συνεισφορά του προγράμματος στην υλοποίηση της στρατηγικής της Ένωσης για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, η οποία είναι συνεπής με τις διατάξεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο και το περιεχόμενο του συμφώνου εταιρικής σχέσης.

Κάθε πρόγραμμα περιλαμβάνει τις ρυθμίσεις που διασφαλίζουν την αποτελεσματική, αποδοτική και συντονισμένη εφαρμογή των ΕΔΕΤ και των δράσεων, ώστε να επιτευχθεί μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης για τους δικαιούχους.

2.  Κάθε πρόγραμμα καθορίζει προτεραιότητες παραθέτοντας ειδικούς στόχους, χρηματοδοτικές συνεισφορές των ΕΔΕΤ και την αντίστοιχη εθνική συμμετοχή, συμπεριλαμβανομένων ποσών σχετικών με το αποθεματικό επίδοσης, η οποία μπορεί να είναι δημόσια ή ιδιωτική σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο.

3.  Όταν τα κράτη μέλη και οι περιφέρειες συμμετέχουν σε μακροπεριφερειακές στρατηγικές ή στρατηγικές για τη θαλάσσια λεκάνη, το σχετικό πρόγραμμα, σύμφωνα με τις ανάγκες της περιοχής του προγράμματος όπως καθορίζεται από το κράτος μέλος, ορίζει τη συμβολή των προγραμματισμένων παρεμβάσεων στις συγκεκριμένες στρατηγικές.

4.  Κάθε προτεραιότητα ορίζει δείκτες και αντίστοιχους ποιοτικούς ή ποσοτικούς στόχους σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο, για την εκτίμηση της προόδου της υλοποίησης του προγράμματος ως προς την επίτευξη των στόχων, ως βάση για την παρακολούθηση, αξιολόγηση και επανεξέταση των επιδόσεων. Οι δείκτες αυτοί περιλαμβάνουν:

α) δημοσιονομικούς δείκτες σε σχέση με τις διατεθείσες δαπάνες·

β) δείκτες εκροών που συνδέονται με τις χρηματοδοτούμενες πράξεις·

γ) δείκτες αποτελεσμάτων που συνδέονται με την εν λόγω προτεραιότητα.

Για κάθε ΕΔΕΤ, οι ειδικοί κανόνες για κάθε Ταμείο ορίζουν κοινούς δείκτες και μπορούν να ορίζουν διατάξεις που σχετίζονται με ειδικούς δείκτες για κάθε πρόγραμμα.

5.  Κάθε πρόγραμμα, με εξαίρεση τα προγράμματα που καλύπτουν αποκλειστικά την τεχνική συνδρομή, περιλαμβάνει περιγραφή, σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο, των ενεργειών που πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις αρχές που καθορίζονται στα άρθρα 5, 7 και 8.

6.  Κάθε πρόγραμμα, με εξαίρεση τα προγράμματα για τα οποία η τεχνική συνδρομή παρέχεται βάσει ειδικού προγράμματος, ορίζουν το ενδεικτικό ποσό της υποστήριξης που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για τους στόχους που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή, βάσει της μεθοδολογίας που αναφέρεται στο άρθρο 8.

7.  Τα κράτη μέλη εκπονούν το πρόγραμμα σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο.

Άρθρο 28

Ειδικές διατάξεις για το περιεχόμενο των προγραμμάτων που προορίζονται αποκλειστικά για τις χωρίς ανώτατο όριο εγγυήσεις και τιτλοποιήσεις που παρέχουν κεφαλαιακές διευκολύνσεις που εφαρμόζονται από την ΕΤΕπ

1.  Κατά παρέκκλιση του άρθρου 27, τα ειδικά προγράμματα που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), περιλαμβάνουν:

α) τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο άρθρο 27 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο, καθώς και στις παραγράφους 2, 3 και 4 του εν λόγω άρθρου, όσον αφορά τις αρχές που ορίζονται στο άρθρο 5·

β) προσδιορισμό των οργάνων που αναφέρονται στα άρθρα 125, 126 και 127 του παρόντος κανονισμού και στο άρθρο 65 παράγραφος 2 του κανονισμού ΕΓΤΑΑ σε σχέση με το εν λόγω Ταμείο·

γ) για κάθε εκ των προτέρων αιρεσιμότητα που θεσπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 19 και το παράρτημα XI, που ισχύει για το πρόγραμμα, μια αξιολόγηση του κατά πόσον η εκ των προτέρων αιρεσιμότητα πληρούται κατά την ημερομηνία υποβολής του συμφώνου εταιρικής σχέσης και του προγράμματος, και στην περίπτωση που οι εκ των προτέρων αιρεσιμότητες δεν πληρούνται, μια περιγραφή των δράσεων για την εκπλήρωση της εκ των προτέρων αιρεσιμότητας, των υπεύθυνων φορέων και ενός χρονοδιαγράμματος για τις δράσεις αυτές, σύμφωνα με τη συνοπτική παρουσίαση που υποβλήθηκε στο σύμφωνο εταιρικής σχέσης.

2.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 55, η εκ των προτέρων αξιολόγηση που αναφέρεται στο άρθρο 39 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) θεωρείται ως η εκ των προτέρων αξιολόγηση των προγραμμάτων αυτών.

3.  Για τους σκοπούς των προγραμμάτων του άρθρου 39 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού, δεν εφαρμόζονται το άρθρο 6 παράγραφος 2 και το άρθρο 59 παράγραφοι 5 και 6 του κανονισμού ΕΓΤΑΑ. Επιπλέον των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, μόνο οι διατάξεις του άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημείο i), στ), η), θ), ι) και ιγ) σημεία i) έως iii) του κανονισμού ΕΓΤΑΑ εφαρμόζονται για τα προγράμματα στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ.

Άρθρο 29

Διαδικασία έγκρισης προγραμμάτων

1.  Η Επιτροπή αξιολογεί τη συνέπεια των προγραμμάτων με τον παρόντα κανονισμό και με τους ειδικούς κανονισμούς για κάθε Ταμείο, την αποτελεσματική συμβολή τους στην επίτευξη των επιλεγμένων θεματικών στόχων και των ειδικών προτεραιοτήτων της Ένωσης για κάθε ΕΔΕΤ, καθώς και τη συνέπεια με το σύμφωνο εταιρικής σχέσης, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές ειδικές ανά χώρα συστάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 121 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ και τις σχετικές συστάσεις του Συμβουλίου που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 148 παράγραφος 4 ΣΛΕΕ, καθώς και την εκ των προτέρων αξιολόγηση του προγράμματος. Η εκτίμηση εξετάζει, ειδικότερα, την καταλληλότητα της στρατηγικής του προγράμματος, και των αντίστοιχων στόχων, δεικτών, ποσοτικών στόχων και την κατανομή των πόρων του προϋπολογισμού.

2.  Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της παραγράφου 1, σε περίπτωση που το κράτος μέλος δεν έχει διαβιβάσει το σύμφωνο εταιρικής σχέσης του μέχρι την ημερομηνία υποβολής του αποκλειστικού επιχειρησιακού προγράμματος, η Επιτροπή δεν χρειάζεται να αξιολογήσει τη συνέπεια των αποκλειστικών επιχειρησιακών προγραμμάτων για την ΠΑΝ που αναφέρεται στο άρθρο 18 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) του κανονισμού ΕΚΤ και των αποκλειστικών προγραμμάτων του άρθρου 39 πρώτο εδάφιο παράγραφος 4 σημείο β), με το σύμφωνο εταιρικής σχέσης.

3.  Η Επιτροπή υποβάλλει παρατηρήσεις εντός τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής του προγράμματος. Το κράτος μέλος παρέχει στην Επιτροπή όλες τις απαραίτητες συμπληρωματικές πληροφορίες και, κατά περίπτωση, αναθεωρεί αναλόγως το προταθέν πρόγραμμα.

4.  Σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες των Ταμείων, η Επιτροπή εγκρίνει κάθε πρόγραμμα το αργότερο εντός έξι μηνών από την υποβολή του από το εν λόγω κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι ελήφθησαν επαρκώς υπόψη οι παρατηρήσεις της Επιτροπής, αλλά όχι πριν από την 1η Ιανουαρίου 2014 ή πριν από την έκδοση από την Επιτροπή απόφασης για την έγκριση του συμφώνου εταιρικής σχέσης.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, τα προγράμματα που εντάσσονται στον στόχο της Ευρωπαϊκής Εδαφικής Συνεργασίας μπορούν να εγκριθούν από την Επιτροπή πριν από την έκδοση της απόφασης για την έγκριση του συμφώνου εταιρικής σχέσης και αποκλειστικά επιχειρησιακά προγράμματα για την ΠΑΝ που αναφέρονται στο άρθρο 18 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) του κανονισμού ΕΚΤ, καθώς και τα αποκλειστικά προγράμματα του άρθρου 39 πρώτο εδάφιο παράγραφος 4 σημείο β) μπορούν να εγκριθούν από την Επιτροπή πριν από την υποβολή του συμφώνου εταιρικής σχέσης.

Άρθρο 30

Τροποποίηση των προγραμμάτων

1.  Οι αιτήσεις για τροποποίηση προγραμμάτων που υποβάλλουν τα κράτη μέλη είναι δεόντως αιτιολογημένες και παραθέτουν ιδίως τις αναμενόμενες επιπτώσεις των τροποποιήσεων του προγράμματος στην επίτευξη των προτεραιοτήτων της Ένωσης για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη και στους ειδικούς στόχους που ορίζονται στο πρόγραμμα, λαμβάνοντας υπόψη τον παρόντα κανονισμό και τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο, τις οριζόντιες αρχές, σύμφωνα με τα άρθρα 5,7 και 8, καθώς και το σύμφωνο εταιρικής σχέσης. Συνοδεύονται από το αναθεωρημένο πρόγραμμα.

2.  Η Επιτροπή αξιολογεί τις πληροφορίες που της παρέχονται σύμφωνα με την παράγραφο 1, λαμβάνοντας υπόψη την αιτιολόγηση του κράτους μέλους. Η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις εντός ενός μηνός από την υποβολή του αναθεωρημένου προγράμματος και το κράτος μέλος παρέχει στην Επιτροπή όλες τις απαραίτητες συμπληρωματικές πληροφορίες. Σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες κάθε Ταμείου, η Επιτροπή εγκρίνει αιτήσεις για την τροποποίηση ενός προγράμματος όσο το δυνατόν πιο σύντομα αλλά το αργότερο εντός τριών μηνών από την επίσημη υποβολή τους από το κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν ληφθεί επαρκώς υπόψη οι παρατηρήσεις που διατύπωσε η Επιτροπή.

▼M6

Εφόσον η τροποποίηση προγράμματος επηρεάζει τις πληροφορίες που παρέχονται στο σύμφωνο εταιρικής σχέσης, εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 16 παράγραφος 4α.

▼B

3.  Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της παραγράφου 2, όταν υποβάλλεται στην Επιτροπή η αίτηση τροποποίησης για την ανακατανομή του αποθεματικού επίδοσης μετά την αναθεώρηση επιδόσεων, η Επιτροπή διατυπώνει παρατηρήσεις μόνο εφόσον θεωρεί ότι η προτεινόμενη χρηματοδότηση δε συμμορφούται με τους ισχύοντες κανόνες, δεν είναι σύμφωνη με τις αναπτυξιακές ανάγκες του κράτους μέλους ή της περιφέρειας ή υπάρχει σημαντικός κίνδυνος μη επίτευξης των σκοπών και των στόχων της πρότασης. Η Επιτροπή εγκρίνει τις αιτήσεις για την τροποποίηση ενός προγράμματος όσο το δυνατόν συντομότερα αλλά το αργότερο εντός δύο μηνών από την υποβολή των αιτήσεων από το κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν ληφθεί επαρκώς υπόψη τυχόν παρατηρήσεις που διατύπωσε η Επιτροπή. ►M6  ————— ◄

4.  Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της παραγράφου 2, ειδικές διαδικασίες για την τροποποίηση των επιχειρησιακών προγραμμάτων μπορούν να θεσπιστούν από τον κανονισμό του ΕΤΘΑ.

Άρθρο 31

Συμμετοχή της ΕΤΕπ

1.  Η ΕΤΕπ δύναται, κατόπιν αιτήσεως των κρατών μελών, να συμμετέχει στην προετοιμασία του συμφώνου εταιρικής σχέσης καθώς και σε δραστηριότητες που αφορούν την προετοιμασία των πράξεων, ιδίως των μεγάλων έργων, των μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής και των ΣΔΙΤ.

2.  Η Επιτροπή δύναται να συμβουλεύεται την ΕΤΕπ πριν εγκρίνει το σύμφωνο εταιρικής σχέσης ή τα προγράμματα.

3.  Η Επιτροπή δύναται να ζητά από την ΕΤΕπ να εξετάζει την τεχνική αρτιότητα, την οικονομική και χρηματοοικονομική βιωσιμότητα και διάρκεια μεγάλων έργων και να ζητά τη συνδρομή της όσον αφορά τα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής που πρέπει να εφαρμοστούν ή να αναπτυχθούν.

4.  Η Επιτροπή, κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, μπορεί να αναθέσει στην ΕΤΕπ επιχορηγήσεις ή συμβάσεις υπηρεσιών που καλύπτουν πρωτοβουλίες οι οποίες υλοποιούνται σε πολυετή βάση. Η ανάληψη υποχρέωσης για τις συνεισφορές από τον προϋπολογισμό της Ένωσης για τέτοιες επιχορηγήσεις ή συμβάσεις υπηρεσιών πραγματοποιούνται σε ετήσια βάση.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Τοπική ανάπτυξη με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων

Άρθρο 32

Τοπική ανάπτυξη με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων

1.  Η τοπική ανάπτυξη με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων υποστηρίζεται από το ΕΓΤΑΑ, ορίζεται ως τοπική ανάπτυξη Leader και μπορεί να υποστηρίζεται από το ΕΤΠΑ, το ΕΚΤ ή το ΕΤΘΑ. Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, τα ταμεία αυτά θα αποκαλούνται στο εξής «οικεία ΕΔΕΤ».

2.  Η τοπική ανάπτυξη με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων:

α) εστιάζεται σε ειδικές υποπεριφερειακές ζώνες·

β) πραγματοποιείται με πρωτοβουλία των ομάδων τοπικής δράσης που αποτελούνται από αντιπροσώπους δημόσιων και ιδιωτικών τοπικών κοινωνικοοικονομικών συμφερόντων, στις οποίες, σε ό,τι αφορά το επίπεδο της λήψης αποφάσεων ούτε ο δημόσιος τομέας ούτε καμία ενιαία ομάδα συμφερόντων δεν αντιπροσωπεύει ποσοστό άνω του 49 % των δικαιωμάτων ψήφου·

γ) εκτελείται μέσω ολοκληρωμένων και πολυτομεακών στρατηγικών τοπικής ανάπτυξης βάσει περιοχών·

δ) σχεδιάζεται με βάση τις τοπικές ανάγκες και το τοπικό δυναμικό και περιλαμβάνει καινοτόμα στοιχεία στο τοπικό πλαίσιο καθώς και την οργάνωση δικτύων και, κατά περίπτωση, τη συνεργασία.

3.  Η υποστήριξη της τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων από τα οικεία ΕΔΕΤ είναι συνεπής και αποτελεί αντικείμενο συντονισμού μεταξύ των οικείων ΕΔΕΤ. Αυτό εξασφαλίζεται, μεταξύ άλλων, μέσω της συντονισμένης δημιουργίας ικανοτήτων, της επιλογής, της έγκρισης και της χρηματοδότησης στρατηγικών τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων και ομάδων τοπικής δράσης.

▼M6

4.  Όταν η επιτροπή επιλογής για τις στρατηγικές τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων που συγκροτείται βάσει του άρθρου 33 παράγραφος 3 ορίζει ότι η εφαρμογή της επιλεγείσας στρατηγικής τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων απαιτεί υποστήριξη από περισσότερα του ενός Ταμεία, μπορεί να ορίσει σύμφωνα με εθνικούς κανόνες και διαδικασίες, ένα επικεφαλής Ταμείο για την υποστήριξη όλων των προπαρασκευαστικών και λειτουργικών εξόδων και των εξόδων συντονισμού σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 1 στοιχεία α), δ) και ε) για τη στρατηγική τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων.

▼B

5.  Η τοπική ανάπτυξη με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων που υποστηρίζεται από τα οικεία ΕΔΕΤ υλοποιείται βάσει μιας ή περισσότερων προτεραιοτήτων του σχετικού προγράμματος ή των σχετικών προγραμμάτων σύμφωνα με τους σχετικούς ειδικούς κανόνες για κάθε οικείο ΕΔΕΤ.

Άρθρο 33

Στρατηγικές τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων

1.  Μια στρατηγική τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων περιέχει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

α) τον ορισμό της περιοχής και του πληθυσμού που καλύπτονται από τη στρατηγική·

β) ανάλυση των αναπτυξιακών αναγκών και του δυναμικού της περιοχής, συμπεριλαμβανομένης ανάλυσης των πλεονεκτημάτων, αδυναμιών, ευκαιριών και απειλών·

γ) περιγραφή της στρατηγικής και των στόχων της, περιγραφή των ολοκληρωμένων και καινοτόμων χαρακτηριστικών της στρατηγικής και ιεράρχηση στόχων, περιλαμβανομένων μετρήσιμων ποσοτικών στόχων για τις εκροές ή τα αποτελέσματα. Σε ό,τι αφορά τα αποτελέσματα οι στόχοι μπορεί να εκφράζονται με ποσοτικούς ή ποιοτικούς όρους. Η στρατηγική είναι συνεπής με τα σχετικά προγράμματα όλων των οικείων εμπλεκόμενων ΕΔΕΤ·

δ) περιγραφή της διαδικασίας συμμετοχής των κοινοτήτων στην ανάπτυξη της στρατηγικής·

ε) σχέδιο δράσης που εξειδικεύει τον τρόπο με τον οποίο οι στόχοι μετατρέπονται σε δράσεις·

στ) περιγραφή των ρυθμίσεων διαχείρισης και παρακολούθησης της στρατηγικής που αποδεικνύει την ικανότητα της ομάδας τοπικής δράσης να υλοποιήσει τη στρατηγική και περιγραφή των ειδικών ρυθμίσεων για την αξιολόγηση·

ζ) το σχέδιο χρηματοδότησης της στρατηγικής, που περιλαμβάνει την προγραμματισμένη χορήγηση του καθενός από τα οικεία ΕΔΕΤ.

2.  Τα κράτη μέλη καθορίζουν τα κριτήρια επιλογής των στρατηγικών τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων.

3.  Οι στρατηγικές τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων επιλέγονται από επιτροπή που συγκροτεί επί τούτου η υπεύθυνη διαχειριστική αρχή ή οι υπεύθυνες διαχειριστικές αρχές και εγκρίνονται από την υπεύθυνη διαχειριστική αρχή ή τις υπεύθυνες διαχειριστικές αρχές.

4.  Ο πρώτος γύρος επιλογής στρατηγικών τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων ολοκληρώνεται το αργότερο εντός δύο ετών από την ημερομηνία έγκρισης του συμφώνου εταιρικής σχέσης. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν πρόσθετες στρατηγικές τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων μετά την ημερομηνία αυτή, αλλά το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2017.

5.  Η απόφαση που εγκρίνει τη στρατηγική τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων ορίζει τις κατανομές πόρων του κάθε οικείου ΕΔΕΤ. Η απόφαση καθορίζει επίσης τις ευθύνες για τα καθήκοντα διαχείρισης και ελέγχου στο πλαίσιο του προγράμματος ή των προγραμμάτων που συνδέονται με τη στρατηγική τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων.

6.  Ο πληθυσμός της περιοχής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) ανέρχεται τουλάχιστον σε 10 000 κατοίκους και δεν υπερβαίνει τους 150 000 κατοίκους. Εντούτοις, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις και ►C1  βάσει πρότασης κράτους μέλους, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει ή να τροποποιήσει τα εν λόγω πληθυσμιακά όρια στην απόφασή της σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 2 ή παράγραφος 4, ◄ για την έγκριση ή την τροποποίηση, αντίστοιχα, του συμφώνου εταιρικής σχέσης, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη αραιοκατοικημένες ή πυκνοκατοικημένες περιοχές ή προκειμένου να διασφαλίζεται η εδαφική συνοχή των περιοχών που καλύπτονται από τις στρατηγικές τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων.

Άρθρο 34

Ομάδες τοπικής δράσης

1.  Οι ομάδες τοπικής δράσης χαράζουν και υλοποιούν τις στρατηγικές τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων.

Τα κράτη μέλη καθορίζουν τον αντίστοιχο ρόλο της ομάδας τοπικής δράσης και των αρχών που είναι υπεύθυνες για την εφαρμογή των σχετικών προγραμμάτων, για όλα τα καθήκοντα που συνδέονται με τη στρατηγική τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων.

2.  Η υπεύθυνη διαχειριστική αρχή ή οι υπεύθυνες διαχειριστικές αρχές εξασφαλίζουν ότι οι ομάδες τοπικής δράσης είτε επιλέγουν έναν εταίρο στο εσωτερικό της ομάδας ως επικεφαλής εταίρο για τα διοικητικά και δημοσιονομικά θέματα είτε συγκροτούνται νόμιμα σε μια κοινή δομή.

3.  Τα καθήκοντα των ομάδων τοπικής δράσης περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

▼M6

α) την ανάπτυξη της ικανότητας των τοπικών φορέων, μεταξύ άλλων συμπεριλαμβανομένων δυνητικών δικαιούχων, να αναπτύσσουν και να υλοποιούν έργα, συμπεριλαμβανομένης της ενίσχυσης της ικανότητάς τους να προετοιμάζουν και να διαχειρίζονται τα έργα τους·

β) τον καθορισμό μιας χωρίς διακρίσεις και διαφανούς διαδικασίας επιλογής που αποτρέπει τις συγκρούσεις συμφερόντων, διασφαλίζει ότι ποσοστό τουλάχιστον 50 % των ψήφων στις αποφάσεις επιλογής προέρχονται από εταίρους οι οποίοι δεν είναι δημόσιες αρχές και επιτρέπει την επιλογή με γραπτή διαδικασία·

γ) τον καθορισμό και την έγκριση αντικειμενικών κριτηρίων χωρίς διακρίσεις για την επιλογή των πράξεων, που διασφαλίζουν τη συνοχή με τη στρατηγική τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων, ιεραρχώντας τις εν λόγω πράξεις με βάση τη συμβολή τους στην επίτευξη των στόχων της στρατηγικής αυτής·

δ) την προετοιμασία και δημοσίευση προσκλήσεων υποβολής προτάσεων ή μια τρέχουσα διαδικασία υποβολής προτάσεων έργων·

▼B

ε) την παραλαβή και αξιολόγηση αιτήσεων χρηματοδότησης·

στ) την επιλογή πράξεων και τον καθορισμό του ποσού της υποστήριξης και, κατά περίπτωση, την υποβολή προτάσεων στην αρχή που είναι αρμόδια για την τελική επαλήθευση της επιλεξιμότητας πριν από την έγκριση·

ζ) την παρακολούθηση της εφαρμογής της στρατηγικής τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων και των χρηματοδοτούμενων πράξεων και την εκτέλεση ειδικών δραστηριοτήτων αξιολόγησης που συνδέονται με την εν λόγω στρατηγική.

▼M6

Σε περίπτωση που οι ομάδες τοπικής δράσης εκτελούν καθήκοντα που δεν καλύπτονται από τα στοιχεία α) έως ζ) του πρώτου εδαφίου, τα οποία εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της διαχειριστικής αρχής, της αρχής πιστοποίησης ή του οργανισμού πληρωμής, οι εν λόγω ομάδες τοπικής δράσης ορίζονται ως ενδιάμεσοι φορείς σύμφωνα με τους κανόνες του κάθε Ταμείου.

▼B

4.  Με την επιφύλαξη του στοιχείου β) της παραγράφου 3, η ομάδα τοπικής δράσης μπορεί να είναι δικαιούχος και να υλοποιεί πράξεις σύμφωνα με τη στρατηγική τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων.

5.  Σε περίπτωση δραστηριοτήτων συνεργασίας των ομάδων τοπικής δράσης όπως αναφέρονται στο άρθρο 35 παράγραφος 1 στοιχείο γ), τα καθήκοντα που ορίζονται στην παράγραφο 3 στοιχείο στ) του παρόντος άρθρου μπορούν να διενεργούνται από την αρμόδια διαχειριστική αρχή.

Άρθρο 35

Υποστήριξη της τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων από τα ΕΔΕΤ

1.  Η υποστήριξη από τα οικεία ΕΔΕΤ της τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων περιλαμβάνει:

α) τις δαπάνες της προπαρασκευαστικής υποστήριξης η οποία συνίσταται στη δημιουργία ικανοτήτων, την κατάρτιση και τη δικτύωση με σκοπό την προετοιμασία και υλοποίηση μιας στρατηγικής τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων.

Αυτού του είδους οι δαπάνες μπορούν να καλύπτουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα στοιχεία:

i) δραστηριότητες κατάρτισης για τοπικούς ενδιαφερόμενους φορείς·

ii) μελέτες της οικείας περιοχής·

iii) δαπάνες που συνδέονται με την εκπόνηση της στρατηγικής τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων, συμπεριλαμβανομένων δαπανών για υπηρεσίες παροχής συμβουλών και δαπανών για ενέργειες που συνδέονται με διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη, με στόχο την προετοιμασία της στρατηγικής·

iv) διοικητικές δαπάνες (λειτουργικές δαπάνες και δαπάνες προσωπικού) οργάνωσης που υποβάλλει αίτηση για προπαρασκευαστική υποστήριξη κατά τη διάρκεια του σταδίου της προετοιμασίας·

v) υποστήριξη για μικρά πιλοτικά έργα.

Αυτού του είδους η προπαρασκευαστική υποστήριξη είναι επιλέξιμη ανεξάρτητα από το κατά πόσο η στρατηγική τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων που έχει σχεδιαστεί από την ομάδα τοπικής δράσης και λαμβάνει την υποστήριξη επιλέγεται για χρηματοδότηση από την επιτροπή επιλογής που συγκροτείται βάσει του άρθρου 33 παράγραφος 3·

β) την υλοποίηση των πράξεων στο πλαίσιο της στρατηγικής τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων·

γ) την προετοιμασία και υλοποίηση δραστηριοτήτων συνεργασίας της ομάδας τοπικής δράσης·

δ) τα λειτουργικά έξοδα που συνδέονται με τη διαχείριση της υλοποίησης της στρατηγικής τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων και συνίστανται σε λειτουργικές δαπάνες, δαπάνες προσωπικού, δαπάνες κατάρτισης, δαπάνες που συνδέονται με τις δημόσιες σχέσεις, χρηματοοικονομικές δαπάνες, καθώς και δαπάνες που συνδέονται με την παρακολούθηση και την αξιολόγηση της στρατηγικής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 34 παράγραφος 3 στοιχείο ζ)·

ε) τον συντονισμό της στρατηγικής τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία κοινοτήτων ώστε να διευκολυνθεί η ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των ενδιαφερομένων για την παροχή πληροφοριών και την προώθηση της στρατηγικής και για την ενθάρρυνση δυνάμει δικαιούχων να αναπτύξουν εργασίες και να προετοιμάσουν αιτήσεις.

2.  H υποστήριξη για λειτουργικά έξοδα και συντονισμό που αναφέρεται στα στοιχεία δ) και ε) της παραγράφου 2 δεν υπερβαίνει το 25 % της συνολικής δημόσιας δαπάνης που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της στρατηγικής τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Χωρική ανάπτυξη

Άρθρο 36

Ολοκληρωμένη χωρική επένδυση

1.  Όταν μια στρατηγική αστικής ανάπτυξης ή άλλες χωρικές στρατηγικές ή χωρικά σύμφωνα που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του κανονισμού ΕΚΤ απαιτούν μια ολοκληρωμένη προσέγγιση που συνεπάγεται επενδύσεις από το ΕΚΤ, το ΕΤΠΑ ή το Ταμείο Συνοχής στο πλαίσιο περισσότερων του ενός αξόνων προτεραιότητας ενός ή περισσότερων επιχειρησιακών προγραμμάτων, η οικεία ενέργεια μπορεί να υλοποιείται ως ολοκληρωμένη χωρική επένδυση («ΟΧΕ»).

Η ενέργεια που πραγματοποιείται στο πλαίσιο ΟΧΕ μπορεί να συμπληρώνεται με χρηματοδοτική υποστήριξη από το ΕΓΤΑΑ ή το ΕΤΘΑ.

2.  Όταν μια ΟΧΕ υποστηρίζεται από το ΕΚΤ, το ΕΤΠΑ ή το Ταμείο Συνοχής, το σχετικό επιχειρησιακό πρόγραμμα ή τα σχετικά επιχειρησιακά προγράμματα περιγράφουν την προσέγγιση απέναντι στη χρήση του μέσου ΟΧΕ και την ενδεικτική κατανομή των πιστώσεων από κάθε άξονα προτεραιότητας, σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο.

Όταν μια ΟΧΕ συμπληρώνεται με χρηματοδοτική υποστήριξη από το ΕΓΤΑΑ ή το ΕΤΘΑ, η ενδεικτική χρηματοδοτική κατανομή και τα μέτρα που καλύπτονται αναγράφονται στο σχετικό πρόγραμμα ή στα σχετικά προγράμματα σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο.

▼M6

3.  Το κράτος μέλος ή η διαχειριστική αρχή δύναται να αναθέσει ορισμένα καθήκοντα σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο σε έναν ή περισσότερους ενδιάμεσους φορείς, περιλαμβανομένων τοπικών αρχών, φορέων περιφερειακής ανάπτυξης ή μη κυβερνητικών οργανώσεων, που συνδέονται με τη διαχείριση και την υλοποίηση μιας ΟΧΕ.

▼B

4.  Το κράτος μέλος ή οι αρμόδιες διαχειριστικές αρχές διασφαλίζουν ότι το σύστημα παρακολούθησης του επιχειρησιακού προγράμματος ή των επιχειρησιακών προγραμμάτων προβλέπει τον προσδιορισμό των πράξεων και εκροών μίας προτεραιότητας που συμβάλλει σε μια ΟΧΕ.



ΤΙΤΛΟΣ IV

ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΑ ΜΕΣΑ

Άρθρο 37

Μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής

1.  Τα ΕΔΕΤ μπορούν να χρησιμοποιούνται για την υποστήριξη μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής βάσει ενός ή περισσοτέρων προγραμμάτων, ακόμη και όταν οργανώνονται μέσω ταμείων χαρτοφυλακίου για να συμβάλουν στην επίτευξη ειδικών στόχων που ορίζονται στο πλαίσιο μιας προτεραιότητας.

Τα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής εφαρμόζονται για να υποστηρίξουν επενδύσεις που αναμένεται να είναι οικονομικά βιώσιμες και δεν συγκεντρώνουν επαρκή χρηματοδότηση από πηγές της αγοράς. Κατά την εφαρμογή του παρόντος τίτλου, οι διαχειριστικές αρχές, οι φορείς που διαχειρίζονται τα ταμεία χαρτοφυλακίου, καθώς και οι φορείς που υλοποιούν μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής συμμορφώνονται με το εφαρμοστέο δίκαιο, ιδίως όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις και την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων.

2.  Η στήριξη των μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής βασίζεται σε μια εκ των προτέρων αξιολόγηση η οποία έχει καταδείξει, βάσει στοιχείων, αποτυχία της αγοράς ή καταστάσεις ανεπάρκειας επενδύσεων, το εκτιμώμενο επίπεδο και το πεδίο των δημόσιων επενδυτικών αναγκών, συμπεριλαμβανομένων των τύπων των μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής που πρόκειται να χρηματοδοτηθούν. Η εν λόγω εκ των προτέρων αξιολόγηση περιλαμβάνει:

α) ανάλυση της αποτυχίας της αγοράς, των καταστάσεων ανεπάρκειας επενδύσεων και των επενδυτικών αναγκών για τομείς πολιτικής και θεματικούς στόχους ή επενδυτικές προτεραιότητες που πρόκειται να αντιμετωπιστούν προκειμένου να συμβάλουν στην επίτευξη των ειδικών στόχων που καθορίζονται στο πλαίσιο μιας προτεραιότητας και οι οποίες πρόκειται να στηριχθούν από μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής. Η ανάλυση αυτή βασίζεται στη μεθοδολογία διαθέσιμων ορθών πρακτικών·

β) εκτίμηση της προστιθέμενης αξίας των μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής που εξετάζονται για να λάβουν στήριξη από τα ΕΔΕΤ, της συνέπειας με άλλες μορφές δημόσιας παρέμβασης που απευθύνονται στην ίδια αγορά, των ενδεχόμενων επιπτώσεων των κρατικών ενισχύσεων, της αναλογικότητα της προβλεπόμενης παρέμβασης και των μέτρων για ελαχιστοποίηση της στρέβλωσης της αγοράς.

▼M6

γ) εκτίμηση σχετικά με τους πρόσθετους δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους που ενδέχεται να συγκεντρωθούν από το χρηματοοικονομικό μέσο στο επίπεδο του τελικού αποδέκτη (αναμενόμενο αποτέλεσμα μόχλευσης), συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, μιας αξιολόγησης σχετικά με την ανάγκη και τον βαθμό διαφοροποιημένης μεταχείρισης όπως αναφέρεται στο άρθρο 43α για την προσέλκυση πόρων από επενδυτές που ενεργούν βάσει της αρχής της οικονομίας της αγοράς ή/και μιας περιγραφής των μηχανισμών που θα χρησιμοποιηθούν για να καθοριστεί η ανάγκη και o βαθμός της εν λόγω διαφοροποιημένης μεταχείρισης, όπως μια ανταγωνιστική ή κατάλληλα ανεξάρτητη διαδικασία αξιολόγησης·

▼B

δ) μια αξιολόγηση των διδαγμάτων που έχουν αντληθεί από την εφαρμογή παρόμοιων μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής και των εκ των προτέρων αξιολογήσεων οι οποίες διενεργήθηκαν από το κράτος μέλος στο παρελθόν και πώς τα εν λόγω διδάγματα πρόκειται να χρησιμοποιηθούν στο μέλλον·

ε) την προτεινόμενη επενδυτική στρατηγική, συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης επιλογών για τις ρυθμίσεις εφαρμογής κατά την έννοια του άρθρου 38, των χρηματοδοτικών προϊόντων που πρόκειται να προσφερθούν, των τελικών αποδεκτών στους οποίους αυτά στοχεύουν, του προβλεπόμενου συνδυασμού με επιχορηγήσεις, κατά περίπτωση·

στ) μια διευκρίνιση των αναμενόμενων αποτελεσμάτων και του τρόπου με τον οποίο το σχετικό μέσο χρηματοοικονομικής τεχνικής αναμένεται να συμβάλει στην επίτευξη των ειδικών στόχων που καθορίζονται στη συγκεκριμένη προτεραιότητα, συμπεριλαμβανομένων των δεικτών για τη συμβολή του αυτή·

ζ) διατάξεις για την αναθεώρηση και επικαιροποίηση της εκ των προτέρων αξιολόγησης όπως απαιτείται κατά τη διάρκεια εφαρμογής οποιουδήποτε μέσου χρηματοοικονομικής τεχνικής που έχει υλοποιηθεί βάσει της εν λόγω αξιολόγησης, εφόσον κατά την εφαρμογή του, η διαχειριστική αρχή κρίνει ότι η εκ των προτέρων αξιολόγηση δεν μπορεί πλέον να αποτυπώσει με ακρίβεια τις συνθήκες της αγοράς που επικρατούν κατά το χρόνο της εφαρμογής.

▼M6

3.  Η εκ των προτέρων αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου μπορεί να λαμβάνει υπόψη την εκ των προτέρων αξιολόγηση που αναφέρεται στο άρθρο 209 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο η) και δεύτερο εδάφιο του δημοσιονομικού κανονισμού και μπορεί να διενεργηθεί σε στάδια. Σε κάθε περίπτωση, ολοκληρώνεται πριν η διαχειριστική αρχή αποφασίσει να παράσχει συνεισφορές σε χρηματοοικονομικό μέσο.

▼B

Τα συνοπτικά πορίσματα και συμπεράσματα των εκ των προτέρων αξιολογήσεων σε σχέση με μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής δημοσιεύονται εντός τριών μηνών από την ημερομηνία περάτωσής τους.

Η εκ των προτέρων αξιολόγηση υποβάλλεται στην επιτροπή παρακολούθησης για ενημερωτικούς σκοπούς σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο.

4.  Σε περίπτωση που τα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής παρέχουν χρηματοδοτική στήριξη προς τις επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ, η στήριξη αυτή έχει στόχο τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων, την παροχή κεφαλαίων εκκίνησης, δηλαδή, κεφάλαια σποράς και κεφάλαια έναρξης επιχείρησης, κεφάλαια επέκτασης, κεφάλαια για την ενίσχυση των γενικών δραστηριοτήτων της επιχείρησης, ή της υλοποίησης νέων έργων, της διείσδυσης σε νέες αγορές ή της ανάπτυξης νέων αγαθών/υπηρεσιών από υφιστάμενες επιχειρήσεις, με την επιφύλαξη των εφαρμοστέων κανόνων της Ένωσης περί κρατικών ενισχύσεων και, σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο. Η στήριξη μπορεί να περιλαμβάνει επενδύσεις τόσο σε υλικά όσο και σε άυλα πάγια περιουσιακά στοιχεία, καθώς και κεφάλαια κίνησης εντός των ορίων των ισχυόντων κανόνων της Ένωσης περί κρατικών ενισχύσεων και με στόχο την προσέλκυση κεφαλαίων του ιδιωτικού τομέα για τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων. Μπορεί επίσης να περιλαμβάνει τις δαπάνες μεταφοράς των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας σε επιχειρήσεις υπό την προϋπόθεση ότι η μεταφορά αυτή πραγματοποιείται μεταξύ ανεξάρτητων επενδυτών.

5.  Οι επενδύσεις που πρόκειται να στηριχθούν με μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής δεν έχουν ολοκληρωθεί ως προς τα φυσικό αντικείμενο ή εκτελεστεί πλήρως κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης για στήριξη της επένδυσης.

6.  Όταν μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής παρέχουν στήριξη σε τελικούς δικαιούχους και αφορούν επενδύσεις σε υποδομές με σκοπό τη στήριξη της αστικής ανάπτυξης και της αστικής αναγέννησης ή παρόμοιων επενδύσεων υποδομής με σκοπό τη διαφοροποίηση μη γεωργικών δραστηριοτήτων σε αγροτικές περιοχές, η στήριξη αυτή ενδέχεται να περιλαμβάνει το ποσό που είναι αναγκαίο για την αναδιάρθρωση του χαρτοφυλακίου δανείων που αφορά υποδομή που είναι τμήμα της νέας επένδυσης, κατ’ ανώτατο όριο μέχρι το 20 % του συνολικού ποσού της στήριξης του προγράμματος από το μέσο χρηματοοικονομικής τεχνικής στην επένδυση.

7.  Τα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής μπορούν να συνδυάζονται με επιχορηγήσεις, επιδοτήσεις επιτοκίου και επιδοτήσεις προμηθειών εγγύησης. Σε περίπτωση που η υποστήριξη από τα ΕΔΕΤ παρέχεται από μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής και συνδυάζεται σε μία ενιαία πράξη με άλλες μορφές στήριξης οι οποίες συνδέονται άμεσα με τα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής που έχουν στόχο τους ίδιους τελικούς αποδέκτες, συμπεριλαμβανομένης της τεχνικής υποστήριξης, των επιδοτήσεων επιτοκίου και των επιδοτήσεων με προμήθεια εγγύησης, οι διατάξεις που ισχύουν για τα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής εφαρμόζονται σε όλες τις μορφές στήριξης στο πλαίσιο της εν λόγω πράξης. Στις περιπτώσεις αυτές, πρέπει να τηρούνται οι ισχύοντες κανόνες της Ένωσης περί κρατικών ενισχύσεων και να διενεργούνται χωριστές λογιστικές εγγραφές για την κάθε μορφή στήριξης.

▼M6

8.  Οι τελικοί αποδέκτες που λαμβάνουν στήριξη από χρηματοοικονομικό μέσο των ΕΔΕΤ μπορούν επίσης να λάβουν βοήθεια από άλλη προτεραιότητα ή πρόγραμμα ΕΔΕΤ ή από άλλο μέσο που χρηματοδοτείται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης, μεταξύ άλλων από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΤΣΕ) που καθορίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/1017 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 20 ), σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες της Ένωσης περί κρατικών ενισχύσεων, κατά περίπτωση. Σε αυτή την περίπτωση, τηρούνται ξεχωριστά αρχεία για κάθε πηγή βοήθειας και η στήριξη από χρηματοοικονομικό μέσο των ΕΔΕΤ αποτελεί μέρος μιας πράξης με επιλέξιμες δαπάνες ξεχωριστές από τις άλλες πηγές βοήθειας.

▼B

9.  Ο συνδυασμός της στήριξης που παρέχεται μέσω επιχορηγήσεων και μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής, όπως αναφέρονται στις παραγράφους 7 και 8, μπορεί, στο πλαίσιο των ισχυόντων κανόνων της Ένωσης για τις κρατικές ενισχύσεις, να καλύπτει την ίδια δαπάνη, υπό τον όρο ότι το άθροισμα όλων των συνδυασμένων μορφών στήριξης δεν υπερβαίνει το συνολικό ποσόν της συγκεκριμένης δαπάνης. Οι επιχορηγήσεις δεν χρησιμοποιούνται για την αποπληρωμή στήριξης που ελήφθη από μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής. Τα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής δεν χρησιμοποιούνται για την προχρηματοδότηση επιχορηγήσεων.

10.  Οι εισφορές σε είδος δεν αποτελούν επιλέξιμες δαπάνες ως προς τα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής, εκτός από εισφορές υπό μορφήν γης ή ακινήτων έναντι επενδύσεων με στόχο την υποστήριξη της αγροτικής ανάπτυξης, της αστικής ανάπτυξης ή της αστικής ανάπλασης, όταν η γη ή το ακίνητο αποτελούν μέρος της επένδυσης. Οι εισφορές σε γη ή ακίνητα είναι επιλέξιμες υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι όροι του άρθρου 69 παράγραφος 1.

11.  Ο ΦΠΑ δεν αποτελεί επιλέξιμη δαπάνη μιας πράξης, εκτός από την περίπτωση του ΦΠΑ που είναι μη ανακτήσιμος δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ. Η αντιμετώπιση του ΦΠΑ στο επίπεδο των επενδύσεων που πραγματοποιούνται από τους τελικούς δικαιούχους, δεν λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της επιλεξιμότητας των δαπανών στο πλαίσιο του μέσου χρηματοοικονομικής τεχνικής. Ωστόσο, όταν τα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής συνδυάζονται με επιχορηγήσεις σύμφωνα με τις παραγράφους 7 και 8 του παρόντος άρθρου, οι διατάξεις του άρθρου 69 παράγραφος 3 εφαρμόζονται στην επιχορήγηση.

12.  Για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος άρθρου, οι εφαρμοστέοι κανόνες της Ένωσης περί κρατικών ενισχύσεων θα είναι εκείνοι που ισχύουν κατά τη στιγμή που η διαχειριστική αρχή ή ο φορέας που υλοποιεί το ταμείο χαρτοφυλακίου δεσμευτεί συμβατικά να παράσχει συνεισφορές από πρόγραμμα μέσο χρηματοοικονομικής τεχνικής, ή όταν το μέσο χρηματοοικονομικής τεχνικής δεσμευτεί συμβατικά να παράσχει συνεισφορές από πρόγραμμα σε τελικούς αποδέκτες, όπως ισχύει.

13.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 149 για τον καθορισμό συμπληρωματικών ειδικών κανόνων σχετικά με την αγορά γης και τον συνδυασμό της τεχνικής υποστήριξης με μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής.

Άρθρο 38

Εφαρμογή των μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής

1.  Κατά την εφαρμογή το άρθρου 37, οι διαχειριστικές αρχές μπορούν να χορηγούν χρηματοδοτική συνδρομή στα ακόλουθα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής:

α) μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής που θεσπίζονται στο επίπεδο της Ένωσης, υπό την άμεση ή έμμεση διαχείριση της Επιτροπής·

β) μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής που δημιουργούνται σε εθνικό, περιφερειακό, διακρατικό ή διασυνοριακό επίπεδο, υπό τη διαχείριση ή την ευθύνη της διαχειριστικής αρχής·

▼M6

γ) χρηματοοικονομικά μέσα που συνδυάζουν την εν λόγω συνεισφορά με χρηματοδοτικά προϊόντα της ΕΤΕπ στο πλαίσιο του ΕΤΣΕ σύμφωνα με το άρθρο 39α.

▼B

2.  Οι συνεισφορές των ΕΔΕΤ στα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής βάσει της παραγράφου 1 στοιχείο α) εγγράφονται σε χωριστούς λογαριασμούς και χρησιμοποιούνται, σύμφωνα με τους στόχους των σχετικών ΕΔΕΤ, για την στήριξη δράσεων και τελικών αποδεκτών που είναι συνεπείς με το πρόγραμμα ή τα προγράμματα στα οποία χορηγούνται οι συνεισφορές.

Οι συνεισφορές προς τα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό, εκτός και αν προβλέπονται ρητά εξαιρέσεις.

Το δεύτερο εδάφιο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των κανόνων που διέπουν τη σύσταση και τη λειτουργία των μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής στο πλαίσιο του δημοσιονομικού κανονισμού, εκτός εάν οι εν λόγω κανόνες αντιβαίνουν προς τους κανόνες του παρόντος κανονισμού, οπότε και υπερισχύει ο παρών κανονισμός.

3.  Για τα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής βάσει της παραγράφου 1 στοιχείο β) η διαχειριστική αρχή μπορεί να χορηγήσει χρηματοδοτική συνεισφορά στα ακόλουθα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής:

α) μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής που είναι σύμφωνα με τους πάγιους όρους και προϋποθέσεις που ορίζει η Επιτροπή, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου·

β) ήδη υφιστάμενα ή νεοσύστατα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής τα οποία σχεδιάζονται ειδικά για την επίτευξη των ειδικών στόχων που καθορίζονται στο πλαίσιο της σχετικής προτεραιότητας.

Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τους πάγιους όρους και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής του στοιχείου α) του πρώτου εδαφίου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 150 παράγραφος 3.

4.  Κατά την στήριξη των μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), η διαχειριστική αρχή μπορεί να προβαίνει στα ακόλουθα:

α) να επενδύει στο κεφάλαιο υφιστάμενων ή νεοσύστατων νομικών προσώπων, συμπεριλαμβανομένων αυτών που χρηματοδοτούνται από άλλα ΕΔΕΤ, με ειδικό σκοπό την εφαρμογή μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής συνεπών με τους στόχους του αντίστοιχου ΕΔΕΤ, τα οποία αναλαμβάνουν εκτελεστικά καθήκοντα· η στήριξη αυτών των νομικών προσώπων περιορίζεται στα ποσά που είναι απαραίτητα για την εφαρμογή νέων επενδύσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 37 και κατά τρόπο σύμφωνο με τους στόχους του παρόντος κανονισμού·

▼M6

β) να αναθέτει εκτελεστικά καθήκοντα με απευθείας ανάθεση:

i) στην ΕΤΕπ·

ii) σε διεθνές χρηματοπιστωτικό ίδρυμα στο οποίο κράτος μέλος είναι μέτοχος·

iii) σε κρατική τράπεζα ή ίδρυμα, που έχει συσταθεί ως νομική οντότητα που εκτελεί χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες σε επαγγελματική βάση και πληροί όλες τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

 δεν υπάρχει άμεση ιδιωτική κεφαλαιακή συμμετοχή, με εξαίρεση μειοψηφικές και χωρίς δυνατότητα αρνησικυρίας μορφές ιδιωτικής κεφαλαιακής συμμετοχής που απαιτούνται από τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις, σύμφωνα με τις Συνθήκες, οι οποίες δεν ασκούν αποφασιστική επιρροή στη συναφή τράπεζα ή το συναφές ίδρυμα και με εξαίρεση μορφές ιδιωτικής κεφαλαιακής συμμετοχής που δεν ασκούν καμία επιρροή σε αποφάσεις αναφορικά με την καθημερινή διαχείριση του χρηματοοικονομικού μέσου που στηρίζεται από τα ΕΔΕΤ,

 λειτουργεί με εντολή κρατικής πολιτικής που έχει εκδοθεί από την αρμόδια αρχή κράτους μέλους σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, στην οποία περιλαμβάνεται η εκτέλεση, ως μέρος ή ως το σύνολο των δραστηριοτήτων του, δραστηριοτήτων για την οικονομική ανάπτυξη που συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων των ΕΔΕΤ·

 εκτελεί, ως μέρος ή ως το σύνολο των δραστηριοτήτων του, δραστηριότητες για την οικονομική ανάπτυξη που συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων των ΕΔΕΤ σε περιφέρειες, τομείς πολιτικής ή κλάδους για τους οποίους η πρόσβαση σε χρηματοδότηση από πηγές της αγοράς δεν είναι γενικά διαθέσιμη ή επαρκής,

 λειτουργεί χωρίς να εστιάζει κατά κύριο λόγο στη μεγιστοποίηση των κερδών αλλά διασφαλίζει μακροπρόθεσμη οικονομική βιωσιμότητα για τις δραστηριότητές του,

 διασφαλίζει ότι η απευθείας ανάθεση που αναφέρεται στο στοιχείο β) δεν παρέχει κανένα άμεσο ή έμμεσο όφελος για τις εμπορικές δραστηριότητες, υπό τη μορφή κατάλληλων μέτρων, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία,

 υπόκειται στην εποπτεία ανεξάρτητης αρχής σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία·

γ) να αναθέτει εκτελεστικά καθήκοντα σε άλλο φορέα που διέπεται από το δημόσιο ή το ιδιωτικό δίκαιο· ή·

δ) να αναλαμβάνει άμεσα εκτελεστικά καθήκοντα σε περίπτωση χρηματοοικονομικών μέσων που αφορούν αποκλειστικά δάνεια ή εγγυήσεις. Στην περίπτωση αυτή, η διαχειριστική αρχή θεωρείται δικαιούχος κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 10.

Κατά την εφαρμογή του χρηματοοικονομικού μέσου, οι φορείς που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου μεριμνούν για τη συμμόρφωση προς το εφαρμοστέο δίκαιο και με τις απαιτήσεις όπως ορίζονται στο άρθρο 155 παράγραφος 2 και 3 του δημοσιονομικού κανονισμού.

▼B

***Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 149 στις οποίες καθορίζονται οι πρόσθετοι ειδικοί κανόνες σχετικά με τον ρόλο, τις υποχρεώσεις και την ευθύνη των φορέων εφαρμογής των μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής, τα κριτήρια επιλογής και τα προϊόντα που μπορούν να παράγονται μέσω των μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής σύμφωνα με το άρθρο 37. Η Επιτροπή κοινοποιεί τις εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις συγχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, εντός 22 Απριλίου 2014.

▼M6

5.  Οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ) του παρόντος άρθρου φορείς μπορούν, κατά την εφαρμογή ταμείων χαρτοφυλακίου, να αναθέσουν μέρος της εφαρμογής σε ενδιάμεσους χρηματοδοτικούς οργανισμούς, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω φορείς εγγυώνται υπό την ευθύνη τους ότι οι ενδιάμεσοι χρηματοδοτικοί οργανισμοί πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 33 παράγραφος 1 και στο άρθρο 209 παράγραφος 2 του δημοσιονομικού κανονισμού. Οι ενδιάμεσοι χρηματοδοτικοί οργανισμοί επιλέγονται βάσει ανοικτών, διαφανών, αναλογικών και χωρίς διακρίσεις διαδικασιών, με την αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων.

6.  Οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο στοιχεία β) και γ) φορείς στους οποίους ανατίθενται εκτελεστικά καθήκοντα ανοίγουν διαχειριστικούς λογαριασμούς στο όνομά τους και για λογαριασμό της διαχειριστικής αρχής, ή συστήνουν το χρηματοοικονομικό μέσο ως ανεξάρτητη χρηματοδοτική μονάδα στο πλαίσιο του ιδρύματος. Στην περίπτωση ανεξάρτητης χρηματοδοτικής μονάδας, γίνεται λογιστική διάκριση μεταξύ των πόρων του προγράμματος που επενδύονται στο χρηματοοικονομικό μέσο και των άλλων πόρων που είναι διαθέσιμοι στο ίδρυμα. Αυτά τα περιουσιακά στοιχεία τηρούνται σε διαχειριστικούς λογαριασμούς και οι εν λόγω ανεξάρτητες χρηματοδοτικές μονάδες διαχειρίζονται σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης ακολουθώντας τους κατάλληλους κανόνες προληπτικής εποπτείας και διαθέτουν την κατάλληλη ρευστότητα.

7.  Όταν χρηματοοικονομικό μέσο εφαρμόζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ), με την επιφύλαξη της δομής εφαρμογής του χρηματοοικονομικού μέσου, οι όροι και οι προϋποθέσεις των συνεισφορών από προγράμματα στα χρηματοοικονομικά μέσα καθορίζονται σε συμφωνίες χρηματοδότησης σύμφωνα με το παράρτημα IV, στα ακόλουθα επίπεδα:

▼B

α) κατά περίπτωση, μεταξύ των δεόντως εξουσιοδοτημένων εκπροσώπων της διαχειριστικής αρχής και του οργανισμού που διαχειρίζεται το ταμείο χαρτοφυλακίου, και

β) μεταξύ των δεόντως εξουσιοδοτημένων εκπροσώπων της διαχειριστικής αρχής, ή κατά περίπτωση, του οργανισμού που διαχειρίζεται το ταμείο χαρτοφυλακίου, και του οργανισμού που εφαρμόζει το μέσο χρηματοοικονομικής τεχνικής.

▼M6

8.  Για τα χρηματοοικονομικά μέσα που εφαρμόζονται δυνάμει της παραγράφου 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο δ), οι όροι και οι προϋποθέσεις για τις συνεισφορές από προγράμματα προς αυτά καθορίζονται σε έγγραφο στρατηγικής σύμφωνα με το παράρτημα IV, το οποίο πρόκειται να εξεταστεί από την επιτροπή παρακολούθησης.

▼B

9.  Η εθνική δημόσια και οι ιδιωτικές συνεισφορές, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών συνεισφορών σε είδος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 37 παράγραφος 10, μπορεί να παρέχονται σε επίπεδο ταμείου χαρτοφυλακίου, σε επίπεδο μέσου χρηματοοικονομικής τεχνικής ή σε επίπεδο τελικού αποδέκτη, σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο.

▼M6

10.  Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό ενιαίων όρων σχετικά με τις λεπτομέρειες μεταβίβασης και διαχείρισης των συνεισφορών στα προγράμματα, που διαχειρίζονται οι φορείς που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 39α παράγραφος 5. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 150 παράγραφος 3.

▼B

Άρθρο 39

Συνεισφορά του ΕΤΠΑ και του ΕΓΤΑΑ στα συνδυαστικά μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής που αφορούν εγγυήσεις χωρίς ανώτατο όριο και τιτλοποίηση προς όφελος των ΜΜΕ, που υλοποιούνται από την ΕΤΕπ

1.  Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «χρηματοδότηση υποχρεώσεων» σημαίνει δάνεια, χρηματοδοτική μίσθωση ή παροχή τραπεζικών εγγυήσεων.

▼M6

2.  Τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν το ΕΤΠΑ και το ΕΓΤΑΑ κατά τη διάρκεια της περιόδου επιλεξιμότητας που ορίζεται στο άρθρο 65 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού για την παροχή χρηματοδοτικής συνεισφοράς στα χρηματοοικονομικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού, τα οποία εφαρμόζονται έμμεσα από την Επιτροπή και την ΕΤΕπ δυνάμει του άρθρου 62 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) σημείο iii) του δημοσιονομικού κανονισμού και του άρθρου 208 παράγραφος 4 του δημοσιονομικού κανονισμού, όσον αφορά τις κάτωθι δραστηριότητες:

▼B

α) παροχή εγγυήσεων χωρίς ανώτατο όριο, που παρέχουν κεφαλαιακή διευκόλυνση στους ενδιάμεσους φορείς χρηματοδότησης, για νέα χαρτοφυλάκια χρηματοδότησης υποχρεώσεων σε επιλέξιμες ΜΜΕ σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού·

β) τιτλοποίηση, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 61 του κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 21 ), για οποιοδήποτε από τα εξής:

i) υφιστάμενα χαρτοφυλάκια χρηματοδότησης υποχρεώσεων σε ΜΜΕ και άλλες επιχειρήσεις, με λιγότερους από 500 υπαλλήλους·

ii) νέα χαρτοφυλάκια χρηματοδότησης υποχρεώσεων για ΜΜΕ.

Η χρηματοδοτική συνεισφορά που αναφέρεται στα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, συνεισφέρει στις αρχικές ή/και ενδιάμεσες δόσεις των αναφερομένων χαρτοφυλακίου υπό την προϋπόθεση ότι ο αντίστοιχος ενδιάμεσος φορέας χρηματοδότησης διατηρεί επαρκές τμήμα του κινδύνου των χαρτοφυλακίου, τουλάχιστον ισοδύναμο της απαίτησης περί διατήρησης κινδύνου που ορίζει η οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 22 ) και ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ώστε να διασφαλιστεί επαρκής εναρμόνιση συμφερόντων. Στην περίπτωση της τιτλοποίησης με βάση το πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου, ο ενδιάμεσος φορέας χρηματοδότησης υποχρεούται να εξασφαλίσει νέα χρηματοδότηση με δανειακά κεφάλαια σε επιλέξιμες ΜΜΕ, σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού.

Κάθε κράτος μέλος που προτίθεται να συμμετάσχει σε τέτοιου είδους μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής, συμβάλλει με ποσό που αντιστοιχεί στις ανάγκες των ΜΜΕ για χρηματοδότηση υποχρεώσεων στο εν λόγω κράτος μέλος και με την εκτιμώμενη ζήτηση για τη χρηματοδότηση αυτή των ΜΜΕ, λαμβάνοντας υπόψη την εκ των προτέρων αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) και σε κάθε περίπτωση, το ποσό αυτό δεν υπερβαίνει το 7 % της χρηματοδότησης που λαμβάνει το εν λόγω κράτος μέλος από το ΕΤΠΑ και το ΕΓΤΑΑ. Η συναθροιζόμενη συνεισφορά του ΕΤΠΑ και του ΕΓΤΑΑ από όλα τα συμμετέχοντα κράτη μέλη δεν υπερβαίνει το συνολικό ανώτατο όριο των 8 500 000 000 EUR (σε τιμές 2011).

Σε περίπτωση που η Επιτροπή, σε συνεργασία με την ΕΤΕπ, θεωρήσει ότι το σύνολο της ελάχιστης συνεισφοράς στο μέσο που αντιπροσωπεύει το ποσό των συνδρομών όλων των συμμετεχόντων κρατών μελών δεν επαρκεί, συνεκτιμώντας την ελάχιστη κρίσιμη μάζα που ορίζεται στην εκ των προτέρων αξιολόγηση η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο α), η εφαρμογή του μέσου χρηματοοικονομικής τεχνικής διακόπτεται και οι συνεισφορές επιστρέφονται στα κράτη μέλη.

Στην περίπτωση που το κράτος μέλος και η ΕΤΕπ δεν είναι σε θέση να συμφωνήσουν αναφορικά με τους όρους της συμφωνίας χρηματοδότησης που αναφέρεται στην παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου, το κράτος μέλος πρέπει να αποστείλει αίτημα για να τροποποιήσει το πρόγραμμα που αναφέρεται στην παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) και να επανατοποθετήσει τη συνεισφορά σε άλλα προγράμματα και προτεραιότητες σύμφωνα με τις απαιτήσεις της θεματικής συγκέντρωσης.

Στην περίπτωση που οι όροι για τον τερματισμό της συνεισφοράς του κράτους μέλους προς το μέσο, καθορίζονται στη συμφωνία χρηματοδότησης μεταξύ του εν λόγω κράτους μέλους και της ΕΤΕπ, οι οποίοι αναφέρονται στην παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), έχουν εκπληρωθεί, το κράτος μέλος πρέπει να αποστείλει αίτημα για να τροποποιήσει το πρόγραμμα που αναφέρεται στην παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) και να επαναδιαθέσει το υπόλοιπο της συνεισφοράς σε άλλα προγράμματα και προτεραιότητες σύμφωνα με τις απαιτήσεις της θεματικής συγκέντρωσης.

Στην περίπτωση που η συμμετοχή ενός κράτους μέλους στο μέσο χρηματοοικονομικής τεχνικής διακοπεί, το εν λόγω κράτος μέλος αποστέλλει αίτημα για τροποποίηση του προγράμματος. Όπου οι μη χρησιμοποιηθείσες πιστώσεις αποδεσμεύονται ξαναγίνονται διαθέσιμες στο εν λόγω κράτος μέλος, με στόχο την επαναδιάθεσή τους σε άλλα προγράμματα και προτεραιότητες σύμφωνα με τις απαιτήσεις της θεματικής συγκέντρωσης.

3.  Οι ΜΜΕ που λαμβάνουν χρηματοδότηση μέσω νέας χρηματοδότησης υποχρεώσεων, ως αποτέλεσμα της νέας σύνθεσης του χαρτοφυλακίου από τον ενδιάμεσο φορέα χρηματοδότησης στο πλαίσιο του μέσου χρηματοοικονομικής τεχνικής που αναφέρεται στην παράγραφο 2, θεωρούνται ως οι τελικοί δικαιούχοι της συνεισφοράς από το ΕΤΠΑ και το ΕΓΤΑΑ στο εν λόγω μέσο χρηματοοικονομικής τεχνικής.

4.  Κατά τη χρηματοδοτική συνεισφορά που αναφέρεται στην παράγραφο 2 πρέπει να τηρούνται οι ακόλουθοι όροι:

▼M6

α) κατά παρέκκλιση από το άρθρο 37 παράγραφος 2, βασίζεται σε εκ των προτέρων αξιολόγηση σε επίπεδο Ένωσης που διενεργείται από την ΕΤΕπ και την Επιτροπή ή, εάν διατίθενται πιο πρόσφατα δεδομένα, σε εκ των προτέρων αξιολόγηση σε ενωσιακό, εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο.

Με βάση τις διαθέσιμες πηγές δεδομένων σχετικά με την τραπεζική χρηματοδότηση υποχρεώσεων και τις ΜΜΕ, η εκ των προτέρων αξιολόγηση θα καλύπτει, μεταξύ άλλων, ανάλυση των χρηματοδοτικών αναγκών των ΜΜΕ στο αντίστοιχο επίπεδο, τους όρους χρηματοδοτικής στήριξης και τις ανάγκες των ΜΜΕ καθώς και ένδειξη του χρηματοδοτικού κενού των ΜΜΕ, το προφίλ της οικονομικής και χρηματοδοτικής κατάστασης του κλάδου των ΜΜΕ στο αντίστοιχο επίπεδο, την ελάχιστη κρίσιμη μάζα των συνολικών συνεισφορών, ένα εύρος του εκτιμώμενου συνολικού όγκου δανεισμού που δημιουργείται από τέτοιου είδους συνεισφορές, καθώς και την προστιθέμενη αξία·

β) παρέχεται από κάθε συμμετέχον κράτος μέλος ως μέρος χωριστού άξονα προτεραιότητας στο πλαίσιο προγράμματος στην περίπτωση συνεισφοράς από το ΕΤΠΑ ή ενιαίου αποκλειστικού εθνικού προγράμματος ανά χρηματοδοτική συνεισφορά από το ΕΤΠΑ και το ΕΓΤΑΑ, που στηρίζει τον θεματικό στόχο που ορίζεται στο άρθρο 9 πρώτο εδάφιο σημείο 3·

▼B

γ) υπόκειται στους όρους που θέτει η συμφωνία χρηματοδότησης που έχει συναφθεί μεταξύ κάθε συμμετέχοντος κράτους μέλους και της ΕΤΕπ, στην οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων:

i) καθήκοντα και υποχρεώσεις της ΕΤΕπ, συμπεριλαμβανομένων των αμοιβών·

ii) η ελάχιστη μόχλευση που πρέπει να επιτευχθεί με σαφώς καθορισμένα οροθέσια εντός της περιόδου επιλεξιμότητας που αναφέρεται στο άρθρο 65 παράγραφος 2·

iii) οι όροι της νέας χρηματοδότησης υποχρεώσεων·

iv) διατάξεις που συνδέονται με μη επιλέξιμες δραστηριότητες και κριτήρια αποκλεισμού·

v) χρονοδιαγράμματα των πληρωμών·

vi) κυρώσεις σε περίπτωση μη εκτέλεσης από τους ενδιάμεσους φορείς χρηματοδότησης·

vii) επιλογή ενδιάμεσων φορέων χρηματοδότησης·

viii) παρακολούθηση, υποβολή εκθέσεων και έλεγχος·

ix) δημοσιότητα·

x) οι όροι τερματισμού της σύμβασης.

Για τους σκοπούς της εφαρμογής του μέσου, η ΕΤΕπ προβαίνει σε συμβατικές ρυθμίσεις με τους επιλεγμένους ενδιάμεσους φορείς χρηματοδότησης·

δ) σε περίπτωση που η συμφωνία χρηματοδότησης που αναφέρεται στο στοιχείο γ) δεν συναφθεί εντός έξι μηνών από την υιοθέτηση του προγράμματος που αναφέρεται στο στοιχείο β), το κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να επαναδιαθέσει τη συνεισφορά αυτή σε άλλα προγράμματα και προτεραιότητες σύμφωνα με τις απαιτήσεις της θεματικής συγκέντρωσης.

Η Επιτροπή εκδίδει προκειμένου να εξασφαλισθούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, εκτελεστική πράξη για τη θέσπιση υποδείγματος της συμφωνίας χρηματοδότησης που αναφέρεται στο στοιχείο γ). Η εν λόγω εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 150 παράγραφος 3.

5.  Σε κάθε συμμετέχον κράτος μέλος επιτυγχάνεται ελάχιστη μόχλευση στα ορόσημα που ορίζονται στη συμφωνία χρηματοδότησης που αναφέρεται στην παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), η οποία υπολογίζεται ως ο λόγος της νέας χρηματοδότησης υποχρεώσεων στις επιλέξιμες ΜΜΕ που θα προέλθει από ενδιάμεσους φορείς χρηματοδότησης, προς την αντίστοιχη συνεισφορά του ΕΤΠΑ και του ΕΓΤΑΑ από το εν λόγω κράτος μέλος, στα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής. Η εν λόγω ελάχιστη μόχλευση μπορεί να διαφέρει μεταξύ των συμμετεχόντων κρατών μελών.

Σε περίπτωση που ο ενδιάμεσος φορέας χρηματοδότησης δεν επιτύχει την ελάχιστη μόχλευση που ορίζεται στη συμφωνία χρηματοδότησης η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), δεσμεύεται συμβατικώς να καταβάλει πρόστιμο υπέρ του συμμετέχοντος κράτους μέλους, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζει η συμφωνία χρηματοδότησης.

Η αδυναμία του ενδιάμεσου φορέα χρηματοδότησης να επιτύχει την ελάχιστη μόχλευση όπως αυτή ορίζεται στη συμφωνία χρηματοδότησης, δεν μπορεί να επηρεάζει ούτε τις εκδοθείσες εγγυήσεις ούτε τις αντίστοιχες πράξεις τιτλοποίησης.

6.  Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο του άρθρου 38 παράγραφος 2, οι χρηματοδοτικές συνεισφορές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου δύνανται να κατατεθούν σε χωριστούς λογαριασμούς ανά κράτος μέλος ή, σε περίπτωση που δύο ή περισσότερα συμμετέχοντα κράτη μέλη συναινέσουν, σε ενιαίο λογαριασμό, που καλύπτει όλα τα εν λόγω κράτη μέλη και θα χρησιμοποιείται σύμφωνα με τους συγκεκριμένους στόχους των προγραμμάτων από τα οποία καταβλήθηκαν οι συνεισφορές.

▼M6

7.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 41 παράγραφοι 1 και 2 όσον αφορά τις χρηματοδοτικές συνεισφορές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η αίτηση πληρωμής του κράτους μέλους προς την Επιτροπή, υποβάλλεται με βάση το 100 % των ποσών που πρέπει να καταβάλει το κράτος μέλος στην ΕΤΕπ, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα το οποίο ορίζεται στη συμφωνία χρηματοδότησης που αναφέρεται στην παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω αιτήσεις πληρωμής βασίζονται στα ποσά που ζητούνται από την ΕΤΕπ και θεωρούνται αναγκαία για την κάλυψη των δεσμεύσεων που περιλαμβάνονται σε συμβάσεις εγγυήσεων ή πράξεις τιτλοποίησης που θα οριστικοποιηθούν εντός των επόμενων τριών μηνών. Οι πληρωμές από τα κράτη μέλη προς την ΕΤΕπ γίνονται χωρίς καθυστέρηση και, σε κάθε περίπτωση, πριν οι δεσμεύσεις επιβαρύνουν την ΕΤΕπ.

8.  Κατά το κλείσιμο του προγράμματος, οι επιλέξιμες δαπάνες που αναφέρονται στο άρθρο 42 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β) ανέρχονται στο συνολικό ποσό των συνεισφορών του προγράμματος που καταβλήθηκε στο χρηματοοικονομικό μέσο, το οποίο αντιστοιχεί:

α) για τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, στους πόρους που αναφέρονται στο άρθρο 42 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β)·

β) για τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, στο συνολικό ποσό της νέας χρηματοδότησης υποχρεώσεων που απορρέει από πράξεις τιτλοποίησης, το οποίο καταβάλλεται στις επιλέξιμες ΜΜΕ ή διατίθεται προς όφελος αυτών, εντός της περιόδου επιλεξιμότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 65 παράγραφος 2.

▼B

9.  Για τους σκοπούς των άρθρων 44 και 45, οι μη χρησιμοποιηθείσες εγγυήσεις και τα ποσά που επεστράφησαν όσον αφορά, αντιστοίχως, τις εγγυήσεις χωρίς ανώτατο όριο και τις πράξεις τιτλοποίησης, θεωρούνται πόροι που επεστράφησαν στα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής. Με την ολοκλήρωση των μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής, το καθαρό υπόλοιπο της ρευστοποίησης, μετά την αφαίρεση του κόστους, των εξόδων και της πληρωμής των ποσών που οφείλονται σε πιστωτές με προτεραιότητα εξόφλησης έναντι αυτών που κατεβλήθησαν από το ΕΤΠΑ και το ΕΓΤΑΑ, επιστρέφεται στα αντίστοιχα κράτη μέλη αναλογικά με τις συνεισφορές τους στο μέσο χρηματοοικονομικής τεχνικής.

10.  Η έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 46 παράγραφος 1, περιέχει τα κάτωθι συμπληρωματικά στοιχεία:

α) το συνολικό ποσό της στήριξης από το ΕΤΠΑ και το ΕΓΤΑΑ που καταβάλλεται στο μέσο χρηματοοικονομικής τεχνικής για εγγυήσεις χωρίς ανώτατο όριο ή πράξεις τιτλοποίησης, ανά πρόγραμμα και προτεραιότητα ή μέτρο·

β) την πρόοδο όσον αφορά τη δημιουργία νέας χρηματοδότησης υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 4 για τις επιλέξιμες ΜΜΕ.

11.  Κατά παρέκκλιση του άρθρου 93 παράγραφος 1, οι πόροι που διατίθενται στα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής, δυνάμει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία νέου μηχανισμού χρηματοδότησης υποχρεώσεων για ΜΜΕ σε ολόκληρη την επικράτεια του κράτους μέλους, ανεξαρτήτως των κατηγοριών της περιοχής, εκτός και αν προβλέπεται διαφορετικά στη συμφωνία χρηματοδότησης που αναφέρεται στην παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ).

12.  Το άρθρο 70 δεν εφαρμόζεται για προγράμματα που αφορούν την υλοποίηση μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής με βάση το παρόν άρθρο.

▼M6

Άρθρο 39α

Συνεισφορά των ΕΔΕΤ σε χρηματοοικονομικά μέσα που συνδυάζουν την εν λόγω συνεισφορά με χρηματοδοτικά προϊόντα της ΕΤΕπ στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων

1.  Με στόχο την προσέλκυση πρόσθετων επενδύσεων από τον ιδιωτικό τομέα οι διαχειριστικές αρχές δύνανται να χρησιμοποιούν ΕΔΕΤ για να συνεισφέρουν στα χρηματοοικονομικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφος 1 στοιχείο γ), από τον ιδιωτικό τομέα και εφόσον συμβάλλουν, μεταξύ άλλων, στην επίτευξη των στόχων των ΕΔΕΤ και στη στρατηγική της Ένωσης για έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη.

2.  Η συνεισφορά που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν υπερβαίνει το 25 % της συνολικής στήριξης που παρέχεται στους τελικούς αποδέκτες. Στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες που αναφέρονται στο άρθρο 120 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), η χρηματοδοτική συνεισφορά μπορεί να υπερβαίνει το 25 % εφόσον δικαιολογείται δεόντως βάσει των αξιολογήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 2 ή στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, αλλά δεν μπορεί να υπερβαίνει το 40 %. Η συνολική στήριξη που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο περιλαμβάνει το συνολικό ποσό των νέων δανείων και των εγγυημένων δανείων, καθώς και των επενδύσεων μετοχικού και οιονεί μετοχικού κεφαλαίου που παρέχονται στους τελικούς αποδέκτες. Τα εγγυημένα δάνεια που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο λαμβάνονται υπόψη μόνο στον βαθμό που οι πόροι των ΕΔΕΤ έχουν δεσμευτεί για συμβάσεις εγγυήσεων που υπολογίζονται βάσει συνετής εκ των προτέρων αξιολόγησης κινδύνων που καλύπτει πολυάριθμα νέα δάνεια.

3.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 37 παράγραφος 2, οι συνεισφορές δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου μπορούν να βασίζονται στην προπαρασκευαστική αξιολόγηση, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας δέουσας επιμέλειας, που διενεργείται από την ΕΤΕπ για τους σκοπούς της συνεισφοράς της στο χρηματοδοτικό προϊόν στο πλαίσιο του ΕΤΣΕ.

4.  Οι εκθέσεις των διαχειριστικών αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 46 του παρόντος κανονισμού σχετικά με πράξεις που περιλαμβάνουν χρηματοοικονομικά μέσα δυνάμει του παρόντος άρθρου βασίζονται στις πληροφορίες που διατηρεί η ΕΤΕπ για την υποβολή των εκθέσεών της δυνάμει του άρθρου 16 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1017, σε συνδυασμό με τα πρόσθετα στοιχεία που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 46 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού. Οι απαιτήσεις που ορίζονται στην παρούσα παράγραφο επιτρέπουν ενιαίες προϋποθέσεις υποβολής έκθεσης σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού.

5.  Κατά τη συνεισφορά σε χρηματοοικονομικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφος 1 στοιχείο γ), η διαχειριστική αρχή δύναται να προβαίνει σε οποιαδήποτε από τις κατωτέρω ενέργειες:

α) να επενδύει στο κεφάλαιο υφιστάμενου ή νεοσύστατου νομικού προσώπου με ειδικό σκοπό την υλοποίηση επενδύσεων σε τελικούς αποδέκτες που συνάδουν με τους στόχους των αντίστοιχων ΕΔΕΤ που θα αναλάβουν εκτελεστικά καθήκοντα·

β) να αναθέτει εκτελεστικά καθήκοντα σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχεία β) και γ).

Ο φορέας στον οποίο έχουν ανατεθεί τα εκτελεστικά καθήκοντα όπως αναφέρεται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου είτε ανοίγει διαχειριστικό λογαριασμό στο όνομά του και για λογαριασμό της διαχειριστικής αρχής είτε δημιουργεί μια ανεξάρτητη χρηματοδοτική μονάδα στο πλαίσιο του ιδρύματος για τη συνεισφορά στο πρόγραμμα. Στην περίπτωση ανεξάρτητης χρηματοδοτικής μονάδας, γίνεται λογιστική διάκριση των πόρων προγράμματος που επενδύονται στο χρηματοοικονομικό μέσο από τους άλλους πόρους που είναι διαθέσιμοι στο ίδρυμα. Αυτά τα περιουσιακά στοιχεία τηρούνται σε διαχειριστικούς λογαριασμούς και οι εν λόγω ανεξάρτητες χρηματοδοτικές μονάδες διαχειρίζονται σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης ακολουθώντας τους κατάλληλους κανόνες προληπτικής εποπτείας και διαθέτουν την κατάλληλη ρευστότητα.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ένα χρηματοοικονομικό μέσο μπορεί επίσης να λάβει τη μορφή επενδυτικής πλατφόρμας σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1017 ή να αποτελέσει μέρος αυτής, με την προϋπόθεση ότι η επενδυτική πλατφόρμα λαμβάνει τη μορφή εταιρείας ειδικού σκοπού ή λογαριασμού υπό διαχείριση.

6.  Κατά την εφαρμογή χρηματοοικονομικών μέσων δυνάμει του άρθρου 38 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του παρόντος κανονισμού, οι φορείς που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου μεριμνούν για τη συμμόρφωση προς το εφαρμοστέο δίκαιο και με τις απαιτήσεις όπως ορίζονται στο άρθρο 155 παράγραφοι 2 και 3 του δημοσιονομικού κανονισμού.

7.  Έως τις 3 Νοεμβρίου 2018, η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 149 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό πρόσθετων ειδικών κανόνων σχετικά με τον ρόλο, τις υποχρεώσεις και την ευθύνη των φορέων εφαρμογής των χρηματοοικονομικών μέσων, τα σχετικά κριτήρια επιλογής και τα προϊόντα που μπορούν να παράγονται μέσω των χρηματοοικονομικών μέσων σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 1 στοιχείο γ).

8.  Οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου φορείς, κατά την εφαρμογή ταμείων χαρτοφυλακίου, μπορούν να αναθέσουν μέρος της υλοποίησης σε ενδιάμεσους χρηματοδοτικούς οργανισμούς, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω φορείς εγγυώνται υπό την ευθύνη τους ότι οι ενδιάμεσοι χρηματοδοτικοί οργανισμοί πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 33 παράγραφος 1 και στο άρθρο 209 παράγραφος 2 του δημοσιονομικού κανονισμού. Οι ενδιάμεσοι χρηματοδοτικοί οργανισμοί επιλέγονται βάσει ανοικτών, διαφανών, αναλογικών και χωρίς διακρίσεις διαδικασιών, με αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων.

9.  Εάν, για τους σκοπούς της εφαρμογής των χρηματοοικονομικών μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφος 1 στοιχείο γ), οι διαχειριστικές αρχές συνεισφέρουν πόρους από προγράμματα των ΕΔΕΤ σε υφιστάμενο μέσο, του οποίου ο διαχειριστής ταμείου έχει ήδη επιλεγεί από την ΕΤΕπ, διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στα οποία κράτος μέλος είναι μέτοχος, ή κρατική τράπεζα ή ίδρυμα, που έχει συσταθεί ως νομική οντότητα που εκτελεί χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες σε επαγγελματική βάση και πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 38 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) σημείο iii), αναθέτουν εκτελεστικά καθήκοντα στον εν λόγω διαχειριστή ταμείου μέσω σύμβασης απευθείας ανάθεσης.

10.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 41 παράγραφοι 1 και 2, για τις συνεισφορές προς χρηματοοικονομικά μέσα δυνάμει της παραγράφου 9 του παρόντος άρθρου, οι αιτήσεις για ενδιάμεσες πληρωμές υποβάλλονται σταδιακά σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα πληρωμών που ορίζεται στη συμφωνία χρηματοδότησης. Το χρονοδιάγραμμα πληρωμών που αναφέρεται στην πρώτη πρόταση της παρούσας παραγράφου αντιστοιχεί στο χρονοδιάγραμμα πληρωμών που έχει συμφωνηθεί για άλλους επενδυτές στο ίδιο χρηματοοικονομικό μέσο.

11.  Οι όροι και οι προϋποθέσεις για τις συνεισφορές σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 1 στοιχείο γ) ορίζονται σε συμφωνίες χρηματοδότησης σύμφωνα με το παράρτημα IV στα κατωτέρω επίπεδα:

α) κατά περίπτωση, μεταξύ των δεόντως εξουσιοδοτημένων εκπροσώπων της διαχειριστικής αρχής και του οργανισμού που εφαρμόζει το ταμείο χαρτοφυλακίου·

β) μεταξύ των δεόντως εξουσιοδοτημένων εκπροσώπων της διαχειριστικής αρχής, ή κατά περίπτωση, μεταξύ του οργανισμού που εφαρμόζει το ταμείο χαρτοφυλακίου και του οργανισμού που εφαρμόζει το χρηματοοικονομικό μέσο.

12.  Για συνεισφορές δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου προς επενδυτικές πλατφόρμες που λαμβάνουν συνεισφορές από μέσα που έχουν συσταθεί σε επίπεδο Ένωσης, διασφαλίζεται η συνέπεια με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων σύμφωνα με το άρθρο 209 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) του δημοσιονομικού κανονισμού.

13.  Στην περίπτωση των χρηματοοικονομικών μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφος 1 στοιχείο γ) που λαμβάνουν τη μορφή εγγυητικού μέσου, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι τα ΕΔΕΤ θα συνεισφέρουν, κατά περίπτωση, στις διάφορες δόσεις χαρτοφυλακίων δανείων που καλύπτονται επίσης από την εγγύηση της ΕΕ στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1017.

14.  Στο πλαίσιο προγράμματος για τη στήριξη πράξεων που υλοποιούνται με χρηματοοικονομικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφος 1 στοιχείο γ), μπορεί να δημιουργηθεί ξεχωριστή προτεραιότητα για το ΕΤΠΑ, το ΕΚΤ, το Ταμείο Συνοχής και το ΕΤΘΑ, και ξεχωριστός τύπος πράξης για το ΕΓΤΑΑ, με ποσοστό συγχρηματοδότησης μέχρι 100 %.

15.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 70 και του άρθρου 93 παράγραφος 1, οι συνεισφορές δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να οδηγήσουν σε νέα χρηματοδότηση υποχρεώσεων και μετοχικού κεφαλαίου σε ολόκληρη την επικράτεια του κράτους μέλους, ανεξαρτήτως κατηγορίας περιφέρειας, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στη συμφωνία χρηματοδότησης.

16.  Έως την 31η Δεκεμβρίου του 2019, η Επιτροπή προβαίνει σε αναθεώρηση της εφαρμογής του παρόντος άρθρου και, εάν κρίνεται σκόπιμο, υποβάλλει νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

▼B

Άρθρο 40

Διαχείριση και έλεγχος των μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής

▼M6

1.  Οι αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 124 του παρόντος κανονισμού και με το άρθρο 65 του κανονισμού ΕΓΤΑΑ δεν εκτελούν επιτόπιες επαληθεύσεις σε επίπεδο ΕΤΕπ ή άλλων διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στα οποία είναι μέτοχος ένα κράτος μέλος, για τα χρηματοοικονομικά μέσα που εφαρμόζονται από τα εν λόγω ιδρύματα.

Εντούτοις, οι εν λόγω αρχές διενεργούν επαληθεύσεις δυνάμει του άρθρου 125 παράγραφος 5 του παρόντος κανονισμού και ελέγχους δυνάμει του άρθρου 59 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 σε επίπεδο άλλων φορέων που εφαρμόζουν τα χρηματοοικονομικά μέσα στη δικαιοδοσία του αντίστοιχου κράτους μέλους.

Η ΕΤΕπ και άλλα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στα οποία ένα κράτος μέλος είναι μέτοχος υποβάλλουν στις καθορισμένες αρχές έκθεση ελέγχου με κάθε αίτηση πληρωμής. Υποβάλλουν επίσης ετήσια έκθεση λογιστικού ελέγχου στην Επιτροπή και στις καθορισμένες αρχές, η οποία καταρτίζεται από τους εξωτερικούς ελεγκτές τους. Οι εν λόγω υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων ισχύουν με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων, μεταξύ άλλων όσον αφορά τις επιδόσεις των χρηματοοικονομικών μέσων, όπως ορίζονται στο άρθρο 46 παράγραφος 1 και παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει εκτελεστική πράξη σχετικά με τα υποδείγματα των εκθέσεων ελέγχου και των ετήσιων εκθέσεων λογιστικού ελέγχου που αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

Η εν λόγω εκτελεστική πράξη εγκρίνεται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 150 παράγραφος 2.

2.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 127 του παρόντος κανονισμού και του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013, οι φορείς που είναι αρμόδιοι για τους ελέγχους των προγραμμάτων δεν διενεργούν ελέγχους σε επίπεδο ΕΤΕπ ή άλλων διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στα οποία κράτος μέλος είναι μέτοχος για χρηματοοικονομικά μέσα που εφαρμόζονται από αυτά.

Οι φορείς που είναι αρμόδιοι για τους ελέγχους των προγραμμάτων διενεργούν ελέγχους των πράξεων και των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου στο επίπεδο άλλων φορέων που εφαρμόζουν τα χρηματοοικονομικά μέσα στα αντίστοιχα κράτη μέλη και στο επίπεδο των τελικών αποδεκτών εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 3.

Η Επιτροπή δύναται να εκτελεί ελέγχους στο επίπεδο των φορέων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, εφόσον κρίνει ότι είναι απαραίτητο να εξασφαλίζει εύλογη βεβαιότητα λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους που εντοπίστηκαν.

2α.  Όσον αφορά τα χρηματοοικονομικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφος 1 στοιχείο α) και στο άρθρο 39, τα οποία δημιουργήθηκαν βάσει συμφωνίας χρηματοδότησης που υπεγράφη πριν από τις 2 Αυγούστου 2018, εφαρμόζονται οι κανόνες που ορίζονται στο παρόν άρθρο που ισχύουν κατά την υπογραφή της συμφωνίας χρηματοδότησης, κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.

▼B

3.  Οι φορείς που είναι υπεύθυνοι για τον έλεγχο των προγραμμάτων μπορούν να διενεργούν ελέγχους σε επίπεδο τελικών αποδεκτών μόνο όταν συντρέχει μία ή περισσότερες από τις εξής περιπτώσεις:

α) όταν τα δικαιολογητικά έγγραφα που αποδεικνύουν τη στήριξη που χορηγήθηκε από μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής προς τελικούς αποδέκτες και ότι αυτή χρησιμοποιήθηκε για τους προβλεπόμενους σκοπούς σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, δεν διατίθενται στο επίπεδο της διαχειριστικής αρχής ή στο επίπεδο των φορέων στους οποίους έχει ανατεθεί η υλοποίηση μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής·

β) όταν υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι τα διαθέσιμα έγγραφα στο επίπεδο της διαχειριστικής αρχής ή στο επίπεδο των φορέων στους οποίους έχει ανατεθεί η υλοποίηση μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής δεν αντιπροσωπεύουν μία ακριβή και αληθή καταγραφή της παρεχόμενης υποστήριξης.

▼M6

4.  Έως τις 3 Νοεμβρίου 2018, η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 149 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού στις οποίες καθορίζονται πρόσθετοι ειδικοί κανόνες σχετικά με τη διαχείριση και τον έλεγχο των χρηματοοικονομικών μέσων που αναφέρονται στα στοιχεία β) και γ) του άρθρου 38 παράγραφος 1, τα είδη ελέγχων που πρέπει να διενεργούν οι διαχειριστικές αρχές και οι αρχές ελέγχου, τις ρυθμίσεις για την τήρηση αποδεικτικών εγγράφων και τα στοιχεία που πρέπει να τεκμηριώνονται με αποδεικτικά έγγραφα.

▼B

5.  Οι φορείς στους οποίους έχει ανατεθεί η υλοποίηση μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής είναι υπεύθυνοι για τη διασφάλιση της διαθεσιμότητας των αποδεικτικών εγγράφων και δεν επιβάλλουν στους τελικούς αποδέκτες απαιτήσεις τήρησης αρχείων πλέον όσων είναι απαραίτητες για να τους διευκολύνουν στο να εκπληρώσουν την υποχρέωση αυτή.

▼M6

5α.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 143 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού και από το άρθρο 56 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013, στις πράξεις που περιλαμβάνουν χρηματοοικονομικά μέσα, η συνεισφορά που ακυρώνεται σύμφωνα με το άρθρο 143 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού ή σύμφωνα με το άρθρο 56 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 λόγω μεμονωμένης παρατυπίας, μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο της ίδιας πράξης υπό τις κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) εάν η παρατυπία που οδήγησε στην ακύρωση της συνεισφοράς εντοπιστεί στο επίπεδο του τελικού αποδέκτη, η συνεισφορά που ακυρώνεται μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί μόνο για άλλους τελικούς αποδέκτες στο πλαίσιο του ίδιου χρηματοοικονομικού μέσου·

β) εάν η παρατυπία που οδήγησε στην ακύρωση της συνεισφοράς εντοπιστεί στο επίπεδο του ενδιάμεσου χρηματοδοτικού οργανισμού εντός ταμείου χαρτοφυλακίου, η συνεισφορά που ακυρώνεται μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί μόνο για άλλους ενδιάμεσους χρηματοδοτικούς οργανισμούς.

Εάν η παρατυπία που οδηγεί στην ακύρωση της συνεισφοράς εντοπιστεί στο επίπεδο του οργανισμού που εφαρμόζει το ταμείο χαρτοφυλακίου ή στο επίπεδο του φορέα που εφαρμόζει χρηματοοικονομικά μέσα όταν το χρηματοοικονομικό μέσο εφαρμόζεται μέσω δομής χωρίς ταμείο χαρτοφυλακίου, η συνεισφορά που ακυρώνεται δύναται να μην επαναχρησιμοποιείται στο πλαίσιο της ίδιας πράξης.

Σε περίπτωση που πραγματοποιείται δημοσιονομική διόρθωση λόγω συστημικής παρατυπίας, η συνεισφορά που ακυρώνεται δύναται να μην επαναχρησιμοποιείται για καμία πράξη που επηρεάστηκε από τη συστημική παρατυπία.

▼B

Άρθρο 41

Αιτήσεις πληρωμής που περιλαμβάνουν δαπάνες για μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής

▼M6

1.  Όσον αφορά τα χρηματοοικονομικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφος 1 στοιχεία α) και γ) και όσον αφορά τα χρηματοοικονομικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφος 1 στοιχείο β), τα οποία εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ), υποβάλλονται τμηματικές αιτήσεις ενδιάμεσων πληρωμών για τις συνεισφορές των προγραμμάτων που καταβάλλονται στο χρηματοοικονομικό μέσο εντός της περιόδου επιλεξιμότητας που καθορίζεται στο άρθρο 65 παράγραφος 2 («περίοδος επιλεξιμότητας»), σύμφωνα με τις εξής προϋποθέσεις:

▼B

α) Το ποσό της συνεισφοράς στο πρόγραμμα που καταβάλλεται στο μέσο χρηματοοικονομικής τεχνικής, για κάθε αίτηση ενδιάμεσης πληρωμής η οποία υποβάλλεται εντός της περιόδου επιλεξιμότητας, δεν υπερβαίνει το 25 % του συνολικού ποσού των συνεισφορών στο πρόγραμμα που έχουν δεσμευθεί για το μέσο χρηματοοικονομικής τεχνικής σύμφωνα με τη σχετική συμφωνία χρηματοδότησης, αντιστοιχεί σε δαπάνες κατά την έννοια του άρθρου 42 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και δ), που αναμένεται να καταβληθούν εντός της περιόδου επιλεξιμότητας. Οι αιτήσεις ενδιάμεσων πληρωμών που υποβάλλονται μετά την περίοδο επιλεξιμότητας περιλαμβάνουν το συνολικό ποσό των επιλέξιμων δαπανών κατά την έννοια του άρθρου 42·

β) κάθε αίτηση για ενδιάμεση πληρωμή που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου μπορεί να περιλαμβάνει έως το 25 % του συνολικού ποσού της εθνικής συμμετοχής όπως αναφέρεται στο άρθρο 38 παράγραφος 9 που αναμένεται να καταβληθεί στο μέσο χρηματοοικονομικής τεχνικής, ή στο επίπεδο των τελικών αποδεκτών για δαπάνες κατά την έννοια του άρθρου 42 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και δ) εντός της περιόδου επιλεξιμότητας·

γ) οι μεταγενέστερες αιτήσεις ενδιάμεσης πληρωμής, που υποβάλλονται εντός της περιόδου επιλεξιμότητας, υποβάλλονται μόνο:

►C1  i) για τη δεύτερη αίτηση ενδιάμεσης πληρωμής όταν τουλάχιστον το 60 % του ποσού της πρώτης αίτησης ενδιάμεσης πληρωμής έχει χρησιμοποιηθεί ως επιλέξιμη δαπάνη ◄ κατά την έννοια του άρθρου 42 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και δ)·

►C1  ii) για την τρίτη και τις επόμενες αιτήσεις ενδιάμεσης πληρωμής όταν τουλάχιστον το 85 % των ποσών των προηγούμενων αιτήσεων ενδιάμεσης πληρωμής ◄ έχει χρησιμοποιηθεί ως επιλέξιμη δαπάνη κατά την έννοια του άρθρου 42 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και δ)·

►C1  δ) κάθε αίτηση ενδιάμεσης πληρωμής, η οποία περιλαμβάνει δαπάνες σχετικές με τα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής, πρέπει να διαχωρίζει το συνολικό ποσό των συνεισφορών του προγράμματος που καταβλήθηκαν στα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής και τα ποσά που καταβλήθηκαν ως επιλέξιμες δαπάνες ◄ κατά την έννοια του άρθρου 42 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και δ).

Κατά το κλείσιμο προγράμματος, η αίτηση πληρωμής του τελικού υπολοίπου περιλαμβάνει το συνολικό ποσό των επιλέξιμων δαπανών όπως αναφέρεται στο άρθρο 42.

▼M6

2.  Όσον αφορά τα χρηματοοικονομικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφος 1 στοιχείο β) και εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο δ), οι αιτήσεις ενδιάμεσης πληρωμής και πληρωμής του τελικού υπολοίπου περιλαμβάνουν το συνολικό ποσό των πληρωμών που πραγματοποιούνται από τη διαχειριστική αρχή για επενδύσεις στους τελικούς αποδέκτες, όπως αναφέρεται στο άρθρο 42 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β).

▼B

►C1  3.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 149, με τις οποίες καθορίζονται οι κανόνες που διέπουν την ανάκληση πληρωμών στα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής και τις επακόλουθες τροποποιήσεις των αιτήσεων πληρωμής. ◄

4.  Η Επιτροπή, προκειμένου να εξασφαλισθούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος άρθρου, εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σχετικά με τα υποδείγματα που πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά την υποβολή συμπληρωματικών πληροφοριών σχετικά με τα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής μαζί με τις αιτήσεις πληρωμής προς την Επιτροπή. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 150 παράγραφος 3.

Άρθρο 42

Επιλέξιμες δαπάνες κατά το κλείσιμο

1.  Κατά το κλείσιμο ενός προγράμματος, οι επιλέξιμες δαπάνες του μέσου χρηματοοικονομικής τεχνικής είναι το συνολικό ποσό των συνεισφορών που πράγματι καταβλήθηκαν από τα προγράμματα ή, σε περίπτωση εγγυήσεων, των δεσμεύσεων του μέσου χρηματοοικονομικής τεχνικής, εντός της περιόδου επιλεξιμότητας, το οποίο αντιστοιχεί σε:

α) πληρωμές στους τελικούς αποδέκτες και, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 7, πληρωμές προς όφελος των τελικών αποδεκτών·

β) πόρους που δεσμεύτηκαν για συμβάσεις εγγυήσεων, ανεξαρτήτως αν είναι εκκρεμείς ή έχουν λήξει, για την χρηματοδότηση πιθανών αιτήσεων εγγύησης για ζημίες, που υπολογίζονται επί τη βάσει συνετής εκ των προτέρων αξιολόγησης κινδύνου, καλύπτουν πολλαπλό ποσό υφισταμένων νέων δανείων ή άλλων μέσων υψηλού κινδύνου για επενδύσεις σε τελικούς αποδέκτες·

γ) κεφαλαιοποιημένες επιδοτήσεις επιτοκίου ή προμήθειες εγγύησης που πρέπει να καταβληθούν για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα 10 έτη μετά την περίοδο επιλεξιμότητας, οι οποίες έχουν χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με τα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής, έχουν καταβληθεί σε διαχειριστικό λογαριασμό που δημιουργήθηκε ειδικά γι’ αυτόν τον σκοπό, για την αποτελεσματική εκταμίευση μετά την περίοδο επιλεξιμότητας, που όμως αφορούν δάνεια ή άλλα μέσα υψηλού κινδύνου που εκταμιεύθηκαν για επενδύσεις σε τελικούς αποδέκτες εντός της περιόδου επιλεξιμότητας·

δ) πληρωμή δαπανών διαχείρισης ή πληρωμή αμοιβών διαχείρισης του μέσου χρηματοοικονομικής τεχνικής.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 149 για τον καθορισμό συγκεκριμένων κανόνων για τη θέσπιση συστήματος κεφαλαιοποίησης των ετήσιων δόσεων για τις επιδοτήσεις επιτοκίου και τις επιδοτήσεις προμηθειών εγγύησης, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο στοιχείο γ).

2.  Στην περίπτωση συμμετοχών κεφαλαίου και μικροπιστώσεων, οι κεφαλαιοποιημένες δαπάνες ή έξοδα διαχείρισης που θα πρέπει να καταβληθούν για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα έξι έτη μετά την περίοδο επιλεξιμότητας και αφορούν επενδύσεις σε τελικούς αποδέκτες οι οποίες πραγματοποιήθηκαν εντός της περιόδου επιλεξιμότητας, οι οποίες δεν μπορούν να καλυφθούν από τις διατάξεις των άρθρων 44 ή 45, μπορούν να θεωρηθούν επιλέξιμες δαπάνες όταν καταβάλλονται σε λογαριασμό υπό μεσεγγύηση που δημιουργείται ειδικά προς τον σκοπό αυτό.

▼M6

3.  Στην περίπτωση μέσων συμμετοχών κεφαλαίου που στοχεύουν σε επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 4 για τα οποία η συμφωνία χρηματοδότησης που αναφέρεται στο άρθρο 38 παράγραφος 7 στοιχείο β) υπεγράφη πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2018, τα οποία έως το τέλος της περιόδου επιλεξιμότητας επένδυσαν τουλάχιστον το 55 % των πόρων του προγράμματος που είχαν δεσμευθεί με την αντίστοιχη συμφωνία χρηματοδότησης, ένα περιορισμένο ποσό των πληρωμών για επενδύσεις στους τελικούς αποδέκτες που πρόκειται να πραγματοποιηθούν εντός περιόδου που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα έτη μετά τη λήξη της περιόδου επιλεξιμότητας, μπορούν να θεωρηθούν επιλέξιμες δαπάνες, εφόσον καταβληθούν σε λογαριασμό υπό μεσεγγύηση που έχει συσταθεί για τον σκοπό αυτό, με την προϋπόθεση ότι πληρούνται, αφενός οι κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων και, αφετέρου, όλες οι προϋποθέσεις που παρατίθενται κατωτέρω.

▼B

Τα ποσά που καταβάλλονται στο λογαριασμό υπό μεσεγγύηση:

α) χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για επακόλουθες επενδύσεις σε τελικούς αποδέκτες που έλαβαν τις αρχικές επενδύσεις μετοχικού κεφαλαίου από το μέσο χρηματοοικονομικής τεχνικής κατά τη διάρκεια της περιόδου επιλεξιμότητας, οι οποίες εξακολουθούν να εκκρεμούν εν όλω ή εν μέρει,

β) χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για επακόλουθες επενδύσεις που θα πραγματοποιηθούν σύμφωνα με όρους και συμβάσεις της αγοράς και που περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο για την τόνωση των συνεπενδύσεων του ιδιωτικού τομέα, ενώ ταυτόχρονα διασφαλίζουν τη συνέχεια της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων-στόχων, ώστε να μπορούν τόσο οι επενδυτές του δημόσιου τομέα όσο και οι ιδιώτες επενδυτές να επωφεληθούν από τις επενδύσεις,

γ) δεν υπερβαίνουν το 20 % των επιλέξιμων δαπανών του εργαλείου κεφαλαίου συμμετοχών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) από το οποίο αφαιρούνται τα ανώτατα κεφάλαια και έσοδα που επιστρέφονται στο εν λόγω χρηματοδοτικό εργαλείο εντός της περιόδου επιλεξιμότητας.

Τα ποσά που καταβάλλονται στον λογαριασμό σε μεσεγγύηση και τα οποία δεν θα χρησιμοποιηθούν για επενδύσεις σε τελικούς δικαιούχους κατά την περίοδο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, χρησιμοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 45.

▼C1

4.  Οι επιλέξιμες δαπάνες που δηλώνονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3 δεν υπερβαίνουν το άθροισμα:

α) του συνολικού ποσού της στήριξης από τα ΕΔΕΤ που καταβάλλεται για τους σκοπούς των παραγράφων 1, 2 και 3· και

▼B

β) το αντίστοιχο ποσό της εθνικής συμμετοχής.

▼M6

5.  Εάν οι δαπάνες και οι αμοιβές διαχείρισης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου και στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου χρεώνονται από τον φορέα που εφαρμόζει το ταμείο χαρτοφυλακίου ή τους φορείς που εφαρμόζουν τα χρηματοοικονομικά μέσα σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) και το άρθρο 38 παράγραφος 4 στοιχεία α), β) και γ), δεν επιτρέπεται να υπερβούν τα όρια που ορίζονται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου. Ενώ οι δαπάνες διαχείρισης περιλαμβάνουν στοιχεία άμεσων ή έμμεσων δαπανών που αποζημιώνονται βάσει δικαιολογητικών, η αμοιβή διαχείρισης αφορά τη συμφωνημένη αμοιβή για παροχή υπηρεσιών που έχει καθοριστεί στο πλαίσιο μιας ανταγωνιστικής διαδικασίας σε όρους αγοράς, όπου απαιτείται. Οι δαπάνες και οι αμοιβές διαχείρισης βασίζονται σε μεθοδολογία υπολογισμού που εξαρτάται από τις επιδόσεις.

▼B

Οι δαπάνες και οι αμοιβές διαχείρισης μπορούν να περιλαμβάνουν τα τέλη διακανονισμού. Στην περίπτωση που τα τέλη διακανονισμού ή μέρος τους επιβαρύνουν τους τελικούς αποδέκτες, δεν δηλώνονται ως επιλέξιμες δαπάνες.

Οι δαπάνες και οι αμοιβές διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν προπαρασκευαστικές εργασίες για το μέσο χρηματοοικονομικής τεχνικής πριν από την υπογραφή της σχετικής συμφωνίας χρηματοδότησης, είναι επιλέξιμες από την ημερομηνία υπογραφής της σχετικής συμφωνίας χρηματοδότησης.

6.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 149, για τη θέσπιση συγκεκριμένων κανόνων σχετικά με τον καθορισμό των κριτηρίων για τον υπολογισμό των δαπανών και αμοιβών διαχείρισης με βάση τις επιδόσεις και τα εφαρμοστέα όρια, καθώς και των κανόνων για την καταβολή των κεφαλαιοποιημένων δαπανών και αμοιβών διαχείρισης για εργαλεία συμμετοχών κεφαλαίων και μικροπιστώσεις.

Άρθρο 43

Τόκοι και άλλα έσοδα που δημιουργούνται από την υποστήριξη που παρέχουν τα ΕΔΕΤ σε μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής

1.  Η συνεισφορά που καταβάλλουν τα ΕΔΕΤ σε μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής κατατίθεται σε λογαριασμούς σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στα κράτη μέλη και επενδύονται σε προσωρινή βάση σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.

►C1  2.  Οι τόκοι και τα άλλα έσοδα που προκύπτουν από τη συνεισφορά που καταβάλλουν τα ΕΔΕΤ σε μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής χρησιμοποιούνται για τους ίδιους σκοπούς, συμπεριλαμβανομένων της αποζημίωσης των προκυπτουσών δαπανών διαχείρισης ή της πληρωμής αμοιβών διαχείρισης του μέσου χρηματοοικονομικής τεχνικής, σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο δ) και σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφοι 2 και 3, και των εξόδων που καταβάλλονται, με αυτούς της αρχικής συνεισφοράς από τα ΕΔΕΤ, είτε εντός του ίδιου μέσου χρηματοοικονομικής τεχνικής είτε, μετά την εκκαθάριση του μέσου χρηματοοικονομικής τεχνικής, σε άλλα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής ή μορφές στήριξης ◄ σύμφωνα με τους ειδικούς στόχους που καθορίζονται στο πλαίσιο μιας προτεραιότητας, μέχρι τη λήξη της περιόδου επιλεξιμότητας.

3.  Η διαχειριστική αρχή διασφαλίζει την τήρηση των κατάλληλων στοιχείων για τη χρήση των τόκων και άλλων εσόδων.

▼M6

Άρθρο 43α

Διαφοροποιημένη μεταχείριση των επενδυτών

1.   ►C2  Η συνεισφορά από τα ΕΔΕΤ προς χρηματοοικονομικά μέσα που επενδύονται στους τελικούς αποδέκτες και τα έσοδα και άλλα κέρδη ή αποδόσεις, όπως τόκοι, τέλη εγγύησης, μερίσματα, κέρδη κεφαλαίου ή οποιαδήποτε άλλα έσοδα που παράγονται από τις εν λόγω επενδύσεις, τα οποία αποδίδονται στη συνεισφορά από τα ΕΔΕΤ, μπορούν να χρησιμοποιούνται για τη διαφοροποιημένη μεταχείριση επενδυτών που ενεργούν βάσει της αρχής της οικονομίας της αγοράς, καθώς και για την ΕΤΕπ όταν χρησιμοποιείται η εγγύηση της ΕΕ σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/1017. ◄ Η εν λόγω διαφοροποιημένη μεταχείριση αιτιολογείται από την ανάγκη προσέλκυσης ιδιωτικών πόρων και μόχλευσης δημόσιας χρηματοδότησης.

2.  Οι αξιολογήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 2 και στο άρθρο 39α παράγραφος 3 περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, αξιολόγηση της ανάγκης για και της έκτασης της διαφοροποιημένης μεταχείρισης όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και/ή περιγραφή των μηχανισμών που θα χρησιμοποιηθούν για να καθοριστεί η ανάγκη για, και η έκταση της, εν λόγω διαφοροποιημένης μεταχείρισης.

3.  Η διαφοροποιημένη μεταχείριση δεν υπερβαίνει το επίπεδο που είναι απαραίτητο για τη δημιουργία κινήτρων με σκοπό την προσέλκυση ιδιωτικών πόρων. Δεν αποζημιώνει υπέρμετρα τους επενδυτές που ενεργούν βάσει της αρχής της οικονομίας της αγοράς, ή την ΕΤΕπ όταν χρησιμοποιείται η εγγύηση της ΕΕ σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/1017. Η ευθυγράμμιση επιτοκίων εξασφαλίζεται με τον ενδεδειγμένο καταμερισμό του κινδύνου και του κέρδους.

4.  Η διαφοροποιημένη μεταχείριση των επενδυτών που ενεργούν βάσει της αρχής της οικονομίας της αγοράς εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των κανόνων της Ένωσης περί κρατικών ενισχύσεων.

▼B

Άρθρο 44

Επαναχρησιμοποίηση πόρων που αποδίδονται στη συνεισφορά των ΕΔΕΤ μέχρι τη λήξη της περιόδου επιλεξιμότητας

▼M6

1.   ►C2  Με την επιφύλαξη του άρθρου 43α, οι πόροι που επιστρέφονται στα χρηματοοικονομικά μέσα από επενδύσεις ή από αποδέσμευση πόρων που είχαν δεσμευθεί για συμβάσεις εγγυήσεων, συμπεριλαμβανομένων αποπληρωμών κεφαλαίου και εσόδων και άλλων κερδών ή αποδόσεων, όπως τόκοι, τέλη εγγύησης, μερίσματα, κέρδη κεφαλαίου ή οποιαδήποτε άλλα έσοδα που παράγονται από επενδύσεις, οι οποίοι αποδίδονται στη συνεισφορά από τα ΕΔΕΤ, επαναχρησιμοποιούνται για τους ακόλουθους σκοπούς μέχρι του ύψους του ποσού που είναι απαραίτητο και με τη σειρά που προβλέπεται στις σχετικές συμφωνίες χρηματοδότησης: ◄

α) για πρόσθετες επενδύσεις μέσω του ίδιου ή άλλων χρηματοοικονομικών μέσων, σύμφωνα με τους ειδικούς στόχους που καθορίζονται στο πλαίσιο μιας προτεραιότητας·

β) όπου δύναται να εφαρμοστεί, για την κάλυψη των ζημιών στο ονομαστικό ύψος της συνεισφοράς των ΕΔΕΤ στο χρηματοοικονομικό μέσο που οφείλονται σε αρνητικό επιτόκιο, εάν οι εν λόγω ζημίες προκύπτουν παρά την ενεργό διαχείριση των ταμειακών διαθεσίμων από τους φορείς που εφαρμόζουν τα χρηματοοικονομικά μέσα·

γ) όπου δύναται να εφαρμοστεί, για την αποζημίωση των προκυπτουσών δαπανών διαχείρισης και την πληρωμή της αμοιβής διαχείρισης του χρηματοοικονομικού μέσου.

▼C1

2.  Η διαχειριστική αρχή διασφαλίζει την τήρηση των κατάλληλων στοιχείων για την επαναχρησιμοποίηση των πόρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

▼B

Άρθρο 45

►C1  Επαναχρησιμοποίηση των πόρων μετά τη λήξη της περιόδου επιλεξιμότητας

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι οι πόροι που επιστρέφονται στα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι αποπληρωμές κεφαλαίων, τα έσοδα και άλλα κέρδη ή αποδόσεις που έχουν παραχθεί εντός περιόδου τουλάχιστον οκτώ ετών μετά τη λήξη της περιόδου επιλεξιμότητας, οι οποίοι αποδίδονται στη συνεισφορά από τα ΕΔΕΤ σε μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής σύμφωνα με το άρθρο 37 επαναχρησιμοποιούνται σύμφωνα με τους στόχους του προγράμματος ή των προγραμμάτων, ◄ είτε εντός του ίδιου μέσου χρηματοοικονομικής τεχνικής είτε, ύστερα από την έξοδο των εν λόγω πόρων από το μέσο χρηματοοικονομικής τεχνικής, σε άλλα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής, εφόσον, σε αμφότερες περιπτώσεις, ύστερα από αξιολόγηση των συνθηκών αγοράς, καταδεικνύεται η συνεχιζόμενη ανάγκη για παρόμοιες επενδύσεις, ή σε άλλες μορφές στήριξης.

Άρθρο 46

Έκθεση για την υλοποίηση των μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής

1.  Η διαχειριστική αρχή υποβάλλει στην Επιτροπή ειδική έκθεση η οποία καλύπτει τις πράξεις που περιλαμβάνουν μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής υπό μορφή παραρτήματος στην ετήσια έκθεση υλοποίησης.

2.  Η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 ειδική έκθεση περιλαμβάνει, για κάθε μέσο χρηματοοικονομικής τεχνικής, τα ακόλουθα στοιχεία:

α) την ταυτότητα του προγράμματος και του άξονα ή του μέτρου προτεραιότητας από το οποίο παρέχεται η στήριξη των ΕΔΕΤ·

β) περιγραφή του μέσου χρηματοοικονομικής τεχνικής και των ρυθμίσεων υλοποίησης·

▼M6

γ) προσδιορισμό των φορέων εφαρμογής των χρηματοοικονομικών μέσων, καθώς και των φορέων εφαρμογής των ταμείων χαρτοφυλακίου κατά περίπτωση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 38 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ)·

▼B

δ) το συνολικό ποσό των συνεισφορών του προγράμματος κατά προτεραιότητα ή μέτρο που καταβάλλεται στο μέσο χρηματοοικονομικής τεχνικής·

ε) το συνολικό ποσό της στήριξης που έχει πληρωθεί σε τελικούς δικαιούχους ή υπέρ τελικών δικαιούχων, ή έχει δεσμευτεί σε συμβάσεις εγγυήσεων από το μέσο χρηματοοικονομικής τεχνικής για επενδύσεις σε τελικούς αποδέκτες καθώς και τα έξοδα ή αμοιβές διαχείρισης που έχουν καταβληθεί, ανά πρόγραμμα και προτεραιότητα ή μέτρο·

στ) την απόδοση του μέσου χρηματοοικονομικής τεχνικής καθώς και την πρόοδο στην υλοποίησή του και στην επιλογή των φορέων υλοποίησης του μέσου χρηματοοικονομικής τεχνικής συμπεριλαμβανομένου του διαχειριστή του Ταμείου Χαρτοφυλακίου

▼M6

ζ) τόκους και άλλα έσοδα που προκύπτουν από τη στήριξη από τα ΕΔΕΤ προς το χρηματοοικονομικό μέσο και πόρους προγράμματος που επιστρέφονται στα χρηματοοικονομικά μέσα από επενδύσεις, όπως αναφέρεται στα άρθρα 43 και 44, και ποσά που χρησιμοποιούνται για τη διαφοροποιημένη μεταχείριση που αναφέρεται στο άρθρο 43α·

η) την πρόοδο επίτευξης του αναμενόμενου αποτελέσματος μόχλευσης των επενδύσεων που πραγματοποιούνται από το χρηματοοικονομικό μέσο·

▼B

θ) την αξία των επενδύσεων κεφαλαίου συμμετοχών, όσον αφορά τα προηγούμενα έτη·

ι) συμβολή του μέσου χρηματοοικονομικής τεχνικής στην επίτευξη των δεικτών της σχετικής προτεραιότητας ή του σχετικού μέτρου.

Οι πληροφορίες των στοιχείων ζ) και η) του πρώτου εδαφίου μπορούν να περιλαμβάνονται μόνο στο παράρτημα των ετήσιων εκθέσεων υλοποίησης που πρόκειται να υποβληθούν το 2017 και το 2019, καθώς και στην τελική έκθεση υλοποίησης. Οι υποχρεώσεις παρακολούθησης που προβλέπονται στα στοιχεία α) έως ι) του πρώτου εδαφίου δεν εφαρμόζονται στο επίπεδο των τελικών αποδεκτών.

3.  Η Επιτροπή, προκειμένου να εξασφαλίσει ενιαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σχετικά με τα υποδείγματα που πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά την υποβολή έκθεσης στην Επιτροπή σχετικά με τα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 143 παράγραφος 3.

4.  Κάθε χρόνο, αρχής γενομένης από το 2016, η Επιτροπή παρέχει, εντός έξι μηνών από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή της ετήσιας έκθεση υλοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 111 παράγραφος 1 για το ΕΤΠΑ, το ΕΚΤ και το Ταμείο Συνοχής, το άρθρο 75 του κανονισμού ΕΓΤΑΑ για το ΕΓΤΑΑ, καθώς και τις σχετικές διατάξεις των ειδικών ανά ταμείο κανόνων για το ΕΤΘΑ, περιλήψεις των δεδομένων σχετικά με την πρόοδο στη χρηματοδότηση και υλοποίηση των μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής, που αποστέλλονται από τις διαχειριστικές αρχές, σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Οι εν λόγω περιλήψεις διαβιβάζονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο και δημοσιοποιούνται.



ΤΙΤΛΟΣ V

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Παρακολούθηση



Τμήμα I

Παρακολούθηση των προγραμμάτων

Άρθρο 47

Επιτροπή παρακολούθησης

1.  Εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης στο κράτος μέλος της απόφασης για την έγκριση ενός προγράμματος, το κράτος μέλος συγκροτεί επιτροπή, σύμφωνα με το θεσμικό, νομικό και δημοσιονομικό πλαίσιό του, για να παρακολουθεί την υλοποίηση του προγράμματος σε συμφωνία με τη διαχειριστική αρχή (η «επιτροπή παρακολούθησης»).

Ένα κράτος μέλος μπορεί να συγκροτήσει μία μόνο επιτροπή παρακολούθησης για την κάλυψη περισσότερων από ένα προγραμμάτων που συγχρηματοδοτούνται από τα ΕΔΕΤ.

2.  Κάθε επιτροπή παρακολούθησης συντάσσει και εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό της σύμφωνα με το θεσμικό, νομικό και δημοσιονομικό πλαίσιο του οικείου κράτους μέλους.

3.  Η επιτροπή παρακολούθησης ενός προγράμματος στο πλαίσιο του στόχου για την Ευρωπαϊκή Εδαφική Συνεργασία συγκροτείται από τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στο πρόγραμμα συνεργασίας και από τρίτες χώρες, στην περίπτωση που έχουν αποδεχθεί την πρόσκληση να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα συνεργασίας, σε συμφωνία με τη διαχειριστική αρχή εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης έγκρισης του προγράμματος συνεργασίας στο κράτος μέλος. Η επιτροπή παρακολούθησης αυτή συντάσσει και εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό της.

Άρθρο 48

Σύνθεση της Επιτροπής Παρακολούθησης

1.  Η σύνθεση της επιτροπής παρακολούθησης ενός προγράμματος, αποφασίζεται από το κράτος μέλος, με την προϋπόθεση ότι η επιτροπή παρακολούθησης περιλαμβάνει στη σύνθεσή της εκπροσώπους των αρμόδιων αρχών του οικείου κράτους μέλους, ενδιάμεσους φορείς και εκπροσώπους των εταίρων που αναφέρονται στο άρθρο 5. Εκπρόσωποι των εταίρων εξουσιοδοτούνται να αποτελούν μέρος της επιτροπής παρακολούθησης από τους αντίστοιχους εταίρους βάσει διαφανών διαδικασιών. Κάθε μέλος της επιτροπής παρακολούθησης δύναται να έχει ένα δικαίωμα ψήφου.

Η σύνθεση της επιτροπής παρακολούθησης ενός προγράμματος, σύμφωνα με τον στόχο της ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας, συμφωνείται από τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στο πρόγραμμα και τις τρίτες χώρες στην περίπτωση που έχουν αποδεχθεί την πρόσκληση να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα συνεργασίας. Η επιτροπή παρακολούθησης περιλαμβάνει σχετικούς αντιπροσώπους των εν λόγω κρατών μελών και τρίτων χωρών. Η επιτροπή παρακολούθησης μπορεί να περιλαμβάνει εκπροσώπους του ΕΟΕΣ που υλοποιεί δράσεις σχετικές με το πρόγραμμα εντός της περιοχής προγράμματος.

2.  Ο κατάλογος των μελών της επιτροπής παρακολούθησης δημοσιεύεται.

3.  Η Επιτροπή συμμετέχει στις εργασίες της επιτροπής παρακολούθησης με συμβουλευτική ιδιότητα.

4.  Εάν η ΕΤΕπ συνεισφέρει σε πρόγραμμα, μπορεί να συμμετέχει στις εργασίες της επιτροπής παρακολούθησης με συμβουλευτική ιδιότητα.

5.  Η προεδρία της επιτροπής παρακολούθησης ασκείται από αντιπρόσωπο του κράτους μέλους ή της διαχειριστικής αρχής.

Άρθρο 49

Καθήκοντα της επιτροπής παρακολούθησης

1.  Η επιτροπή παρακολούθησης συνέρχεται τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος και εξετάζει την εφαρμογή του προγράμματος και την πρόοδο ως προς την επίτευξη των στόχων του. Ως προς αυτό, εξετάζει τα δημοσιονομικά στοιχεία, τους κοινούς και ειδικούς δείκτες του προγράμματος, συμπεριλαμβανομένων των μεταβολών στις τιμές των δεικτών αποτελεσμάτων, και την πρόοδο προς την επίτευξη των ποσοτικά προσδιορισμένων στόχων και των ορόσημων που ορίζονται στο πλαίσιο επιδόσεων που αναφέρεται στο άρθρο 21 παράγραφος 1 και, κατά περίπτωση, των αποτελεσμάτων ποιοτικών αναλύσεων.

▼C1

2.  Η επιτροπή παρακολούθησης εξετάζει όλα τα ζητήματα που επηρεάζουν την επίδοση του προγράμματος, συμπεριλαμβανομένων των συμπερασμάτων της αναθεώρησης επιδόσεων.

▼B

3.  Ζητείται η γνώμη της επιτροπής παρακολούθησης η οποία, εφόσον το κρίνει κατάλληλο, εκδίδει γνωμοδότηση για κάθε τροποποίηση του προγράμματος που προτείνει η διαχειριστική αρχή.

▼M6

4.  Η επιτροπή παρακολούθησης δύναται να υποβάλει παρατηρήσεις στη διαχειριστική αρχή αναφορικά με την υλοποίηση και την αξιολόγηση του προγράμματος, συμπεριλαμβανομένων ενεργειών που σχετίζονται με τη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης των δικαιούχων. Δύναται επίσης να υποβάλει παρατηρήσεις αναφορικά με την προβολή της υποστήριξης από τα ΕΔΕΤ και την ευαισθητοποίηση για τα αποτελέσματά της υποστήριξης αυτής. Παρακολουθεί τα μέτρα που λαμβάνονται ως αποτέλεσμα των παρατηρήσεών της.

▼B

Άρθρο 50

Εκθέσεις υλοποίησης

1.  Από το 2016 έως και το 2023, κάθε κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή ετήσια έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του προγράμματος κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος. Κάθε κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή τελική έκθεση υλοποίησης του προγράμματος για το ΕΤΠΑ, το ΕΚΤ και το Ταμείο Συνοχής και ετήσια έκθεση υλοποίησης για το ΕΓΤΑΑ και το ΕΤΘΑ εντός προθεσμίας που καθορίζεται στους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο.

2.  Οι ετήσιες εκθέσεις υλοποίησης παρέχουν βασικές πληροφορίες για την υλοποίηση του προγράμματος και τις προτεραιότητές του με αναφορά στα δημοσιονομικά δεδομένα, τους κοινούς δείκτες και ειδικούς δείκτες του προγράμματος και σε τιμές ποσοτικά προσδιορισμένων στόχων, περιλαμβανομένων των μεταβολών στις τιμές των δεικτών αποτελεσμάτων, κατά περίπτωση, και αρχής γενομένης από την ετήσια έκθεση υλοποίησης που υποβάλλεται το 2017, στα ορόσημα που ορίζονται στο πλαίσιο επιδόσεων. Τα κοινοποιούμενα δεδομένα αφορούν τις τιμές για δείκτες όσον αφορά τις πράξεις που έχουν υλοποιηθεί πλήρως καθώς και, όταν είναι δυνατόν, όσον αφορά το στάδιο υλοποίησης, για επιλεγμένες πράξεις. Παραθέτουν επίσης μια έκθεση σύνθεσης των συμπερασμάτων όλων των αξιολογήσεων του προγράμματος που κατέστησαν διαθέσιμα κατά τη διάρκεια του προηγούμενου οικονομικού έτους, όλα τα ζητήματα που ενδεχομένως επηρεάζουν την επίδοση του προγράμματος και τα μέτρα που έχουν ληφθεί. Η ετήσια έκθεση υλοποίησης που υποβάλλεται το 2016 δύναται επίσης να παραθέτει, κατά περίπτωση, τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την τήρηση των εκ των προτέρων αιρεσιμοτήτων.

3.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, στον κανονισμό ΕΚΤ μπορούν να θεσπίζονται ειδικοί κανόνες για τα δεδομένα που διαβιβάζονται για το ΕΚΤ.

4.  Η ετήσια έκθεση υλοποίησης που υποβάλλεται το 2017 παραθέτει και εκτιμά τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και την πρόοδο προς την επίτευξη των στόχων του προγράμματος, συμπεριλαμβανομένης της συνεισφοράς των ΕΔΕΤ στις μεταβολές της τιμής των δεικτών αποτελεσμάτων, όταν προκύπτουν στοιχεία από τις σχετικές αξιολογήσεις. Η ετήσια έκθεση υλοποίησης παραθέτει τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την τήρηση των εκ των προτέρων αιρεσιμοτήτων που δεν είχαν ικανοποιηθεί κατά τον χρόνο της έγκρισης των προγραμμάτων. Εκτιμά επίσης την υλοποίηση δράσεων λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που ορίζονται στα άρθρα 7 και 8, τον ρόλο των εταίρων που αναφέρονται στο άρθρο 5 στην υλοποίηση του προγράμματος και αναφέρει τη στήριξη που χρησιμοποιήθηκε για τους στόχους της κλιματικής αλλαγής.

►C1  5.  Η ετήσια έκθεση υλοποίησης που υποβάλλεται το 2019 και η τελική έκθεση υλοποίησης για τα ΕΔΕΤ περιλαμβάνουν, εκτός από τα στοιχεία και την αξιολόγηση που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 4, στοιχεία σχετικά ◄ με αξιολόγηση της προόδου προς την επίτευξη των στόχων του προγράμματος και τη συμβολή του στην επίτευξη των στόχων της Ένωσης και την προώθηση μιας έξυπνης, διατηρήσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης.

6.  Προκειμένου να γίνουν αποδεκτές, οι αναφερόμενες στις παραγράφους 1 έως 5 ετήσιες εκθέσεις υλοποίησης περιέχουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από τις εν λόγω παραγράφους και τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο.

Η Επιτροπή ενημερώνει το κράτος μέλος εντός 15 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ετήσιας έκθεσης υλοποίησης ότι δεν είναι αποδεκτή, σε διαφορετική περίπτωση θεωρείται αποδεκτή.

7.  Η Επιτροπή εξετάζει την ετήσια και τελική έκθεση υλοποίησης και ενημερώνει το κράτος μέλος για τις παρατηρήσεις της εντός δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της ετήσιας έκθεσης υλοποίησης και εντός πέντε μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της τελικής έκθεσης υλοποίησης. Όταν η Επιτροπή δεν κοινοποιεί παρατηρήσεις εντός αυτών των προθεσμιών, οι εκθέσεις θεωρείται ότι έχουν γίνει αποδεκτές.

8.  Η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις στη διαχειριστική αρχή σχετικά με ζητήματα που επηρεάζουν σημαντικά την εφαρμογή του προγράμματος. Όταν υποβάλλονται παρόμοιες παρατηρήσεις, η διαχειριστική αρχή παρέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία σχετικά με τα παρατηρήσεις αυτές και, κατά περίπτωση, ενημερώνει την Επιτροπή, εντός τριών μηνών, για τα μέτρα που έχουν ληφθεί.

9.  Οι ετήσιες και οι τελικές εκθέσεις υλοποίησης, καθώς και μια συνοπτική έκθεση του περιεχόμενου τους δημοσιοποιούνται στο κοινό.

Άρθρο 51

Ετήσια συνεδρίαση επανεξέτασης

▼M6

1.  Από το 2016 μέχρι και το 2023 οργανώνεται ετήσια συνεδρίαση επανεξέτασης μεταξύ της Επιτροπής και κάθε κράτους μέλους, όπου εξετάζονται οι επιδόσεις κάθε προγράμματος, λαμβανομένης υπόψη της ετήσιας έκθεσης υλοποίησης και των παρατηρήσεων της Επιτροπής, κατά περίπτωση. Στη συνεδρίαση εξετάζονται επίσης οι δραστηριότητες επικοινωνίας και πληροφόρησης, ειδικότερα τα αποτελέσματα και η αποτελεσματικότητα των μέτρων που λαμβάνονται για την ενημέρωση του κοινού σχετικά με τα αποτελέσματα και την προστιθέμενη αξία της στήριξης από τα ΕΔΕΤ.

▼B

2.  Η ετήσια συνεδρίαση επανεξέτασης μπορεί να καλύπτει περισσότερα του ενός προγράμματα. Το 2017 και 2019, η ετήσια συνεδρίαση επανεξέτασης θα καλύψει όλα τα προγράμματα του κράτους μέλους και θα λάβει επίσης υπόψη τις εκθέσεις προόδου που θα υποβάλουν τα κράτη μέλη, βάσει του άρθρου 52, εκείνα τα έτη.

3.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, το κράτος μέλος και η Επιτροπή δύνανται να συμφωνήσουν να μην πραγματοποιήσουν ετήσια συνεδρίαση επανεξέτασης ενός προγράμματος ορισμένων ετών άλλων από το 2017 και το 2019.

4.  Στην ετήσια συνεδρίαση επανεξέτασης προεδρεύει η Επιτροπή ή, εάν το ζητήσει το κράτος μέλος, προεδρεύουν από κοινού το κράτος μέλος και η Επιτροπή.

5.  Το κράτος μέλος μεριμνά ώστε να δίνεται η απαραίτητη συνέχεια σε παρατηρήσεις της Επιτροπής μετά την ετήσια συνεδρίαση επανεξέτασης σχετικά με ζητήματα που επηρεάζουν σημαντικά την υλοποίηση του προγράμματος και, κατά περίπτωση, ενημερώνει την Επιτροπή εντός τριών μηνών για τα μέτρα που έχουν ληφθεί.



Τμήμα II

Στρατηγική πρόοδοσ

Άρθρο 52

Έκθεση προόδου

1.  Έως τις 31 Αυγούστου 2017 και τις 31 Αυγούστου 2019, το κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή έκθεση προόδου σχετικά με την εφαρμογή του συμφώνου εταιρικής σχέσης στις 31 Δεκεμβρίου 2016 και τις 31 Δεκεμβρίου 2018 αντίστοιχα.

2.  Η έκθεση προόδου παραθέτει πληροφορίες σχετικά με και εκτιμά:

α) τις αλλαγές στις επενδυτικές ανάγκες του κράτους μέλους από τη σύναψη του συμφώνου εταιρικής σχέσης·

β) την πρόοδο προς την επίτευξη της στρατηγικής της Ένωσης για μια έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, καθώς και των ειδικών ανά ταμείο αποστολών που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1, μέσω της συμβολής των ΕΔΕΤ στους επιλεγμένους θεματικούς στόχους, ιδίως όσον αφορά τα καθορισθέντα ορόσημα στο πλαίσιο επιδόσεων για κάθε πρόγραμμα και τη στήριξη που χρησιμοποιήθηκε για τους στόχους της κλιματικής αλλαγής·

γ) το εάν έτυχαν εφαρμογής σύμφωνα με το καθορισθέν χρονοδιάγραμμα, τα μέτρα που ελήφθησαν για την τήρηση των εφαρμοστέων εκ των προτέρων αιρεσιμοτήτων που διατυπώνονται στο σύμφωνο εταιρικής σχέσης και δεν είχαν ικανοποιηθεί κατά τον χρόνο έγκρισης του συμφώνου εταιρικής σχέσης. Το στοιχείο αυτό ισχύει μόνο για την έκθεση προόδου που πρόκειται να υποβληθεί το 2017·

δ) την εφαρμογή των μηχανισμών για τη διασφάλιση του συντονισμού μεταξύ των ΕΔΕΤ και άλλων ενωσιακών και εθνικών μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής και με την ΕΤΕπ·

ε) την εφαρμογή της ολοκληρωμένης προσέγγισης της χωρικής ανάπτυξης, ή μια συνοπτική παρουσίαση της εφαρμογής των ολοκληρωμένων προσεγγίσεων βάσει των προγραμμάτων, συμπεριλαμβανομένης της προόδου προς την επίτευξη των τομέων προτεραιότητας που καθορίστηκαν για συνεργασία·

στ) ανάλογα με την περίπτωση, τα μέτρα που ελήφθησαν για την ενίσχυση της ικανότητας των αρχών του κράτους μέλους και των δικαιούχων να διαχειρίζονται και να χρησιμοποιούν τα ΕΔΕΤ·

ζ) τις δράσεις που αναλαμβάνονται και την πρόοδο που επιτυγχάνεται όσον αφορά τη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης για τους δικαιούχους·

η) τον ρόλο των εταίρων που αναφέρονται στο άρθρο 5 κατά την εφαρμογή του συμφώνου εταιρικής σχέσης·

θ) μια συνοπτική παρουσίαση των μέτρων που λαμβάνονται σε σχέση με την εφαρμογή των οριζόντιων αρχών που αναφέρονται στα άρθρα 5, 7 και 8 και στόχων πολιτικής για την υλοποίηση των ΕΔΕΤ.

3.  Όταν η Επιτροπή κρίνει, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία υποβολής της έκθεσης προόδου, ότι τα υποβληθέντα στοιχεία είναι ελλιπή ή ασαφή κατά τρόπο που επηρεάζει σημαντικά την ποιότητα και την αξιοπιστία της σχετικής αξιολόγησης, δύναται να ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες από το κράτος μέλος, υπό τον όρο ότι η αίτηση δεν προκαλεί αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και ότι η Επιτροπή παρέχει αιτιολόγηση σχετικά με την άποψή της για την επικαλούμενη έλλειψη ποιότητας και αξιοπιστίας. Το κράτος μέλος παρέχει στην Επιτροπή τις ζητηθείσες πληροφορίες εντός τριών μηνών και, κατά περίπτωση, επιφέρει τις αντίστοιχες τροποποιήσεις στην έκθεση προόδου.

4.  Η Επιτροπή, προκειμένου να εξασφαλισθούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος άρθρου, εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σχετικά με το υπόδειγμα που πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την υποβολή της έκθεσης προόδου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 150 παράγραφος 2.

Άρθρο 53

Υποβολή έκθεσης από την Επιτροπή και συζήτηση σχετικά με τα ΕΔΕΤ

1.  Η Επιτροπή διαβιβάζει κάθε έτος από το 2016 στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, μια συνοπτική έκθεση σχετικά με τα προγράμματα των ΕΔΕΤ βάσει των ετήσιων εκθέσεων υλοποίησης των κρατών μελών που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 50, καθώς και μια έκθεση σύνθεσης των συμπερασμάτων των διαθέσιμων αξιολογήσεων προγραμμάτων. Το 2017 και το 2019, η συνοπτική έκθεση αποτελεί μέρος της στρατηγικής έκθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

2.  Το 2017 και το 2019, η Επιτροπή συντάσσει στρατηγική έκθεση που συνοψίζει τις εκθέσεις προόδου των κρατών μελών, την οποία υποβάλλει, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2017 και 31 Δεκεμβρίου 2019 αντιστοίχως, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών και επί της οποίας θα κληθούν τα εν λόγω θεσμικά όργανα να συζητήσουν.

3.  Το Συμβούλιο συζητεί τη στρατηγική έκθεση ιδίως όσον αφορά τη συμβολή των ΕΔΕΤ στην επίτευξη της στρατηγικής της Ένωσης για μια έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, και καλείται να παράσχει στοιχεία κατά την εαρινή σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

4.  Κάθε δύο έτη από το 2018, η Επιτροπή περιλαμβάνει στην ετήσια έκθεση προόδου της προς την εαρινή σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τμήμα που συνοψίζει τις πλέον πρόσφατες εκθέσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, ιδίως όσον αφορά τη συμβολή των ΕΔΕΤ στην πρόοδο προς την επίτευξη της στρατηγικής της Ένωσης για μια έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Αξιολόγηση

Άρθρο 54

Γενικές διατάξεις

1.  Οι αξιολογήσεις πραγματοποιούνται με σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας του σχεδιασμού και της εφαρμογής των προγραμμάτων καθώς και για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας, της απόδοσης και των επιπτώσεών τους. O αντίκτυπος των προγραμμάτων αξιολογείται σύμφωνα με την αποστολή κάθε ΕΔΕΤ σε σχέση με τους στόχους της στρατηγικής της Ένωσης για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη και, ανάλογα με το μέγεθος του προγράμματος σε σχέση με το ΑΕγχΠ και την ανεργία στην οικεία περιοχή προγράμματος, κατά περίπτωση.

2.  Τα κράτη μέλη χορηγούν τους απαραίτητους πόρους για τη διενέργεια των αξιολογήσεων και εξασφαλίζουν ότι έχουν τεθεί σε λειτουργία οι διαδικασίες για την παραγωγή και συλλογή των δεδομένων που είναι απαραίτητα για τις αξιολογήσεις, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν τους κοινούς και, ανάλογα με την περίπτωση, τους ειδικούς δείκτες προγράμματος.

3.  Οι αξιολογήσεις γίνονται από εσωτερικούς ή εξωτερικούς εμπειρογνώμονες λειτουργικά ανεξάρτητους από τις αρχές που είναι αρμόδιες για την υλοποίηση του προγράμματος. Η Επιτροπή παρέχει καθοδήγηση για τη διενέργεια των αξιολογήσεων, αμέσως μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

4.  Όλες οι αξιολογήσεις δημοσιοποιούνται στο κοινό.

Άρθρο 55

Εκ των προτέρων αξιολόγηση

1.  Τα κράτη μέλη πραγματοποιούν εκ των προτέρων αξιολογήσεις για τη βελτίωση της ποιότητας του σχεδιασμού κάθε προγράμματος.

2.  Οι εκ των προτέρων αξιολογήσεις εκτελούνται υπό την ευθύνη της αρχής που είναι αρμόδια για την εκπόνηση των προγραμμάτων. Υποβάλλονται στην Επιτροπή ταυτόχρονα με το πρόγραμμα, μαζί με συνοπτική παρουσίαση. Οι ειδικοί κανόνες για κάθε Ταμείο μπορούν να καθορίζουν όρια κάτω από τα οποία η εκ των προτέρων αξιολόγηση μπορεί να συνδυάζεται με την αξιολόγηση άλλου προγράμματος.

3.  Οι εκ των προτέρων αξιολογήσεις εκτιμούν:

α) τη συμβολή στην επίτευξη της στρατηγικής της Ένωσης για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη σε σχέση με τους επιλεγέντες θεματικούς στόχους και τις προτεραιότητες, λαμβάνοντας υπόψη τις εθνικές και περιφερειακές ανάγκες και τις δυνατότητες ανάπτυξης, καθώς και τα διδάγματα που αντλούνται από προηγούμενες περιόδους προγραμματισμού·

β) την εσωτερική συνοχή του προτεινόμενου προγράμματος ή της δραστηριότητας και τις σχέσεις του με άλλα συναφή μέσα·

γ) τη συμμόρφωση της διάθεσης των πόρων του προϋπολογισμού με τους στόχους του προγράμματος·

δ) τη συνέπεια των επιλεγέντων θεματικών στόχων, προτεραιοτήτων και αντίστοιχων στόχων των προγραμμάτων με το ΚΣΠ, με το σύμφωνο εταιρικής σχέσης και με τις σχετικές ανά χώρα συστάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 121 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ και, κατά περίπτωση, σε εθνικό επίπεδο, με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων·

ε) τη συνάφεια και σαφήνεια των προτεινόμενων δεικτών του προγράμματος·

στ) τον τρόπο με τον οποίο οι αναμενόμενες εκροές θα συμβάλουν σε αποτελέσματα·

ζ) αν οι ποσοτικές τιμές στόχου για τους δείκτες είναι ρεαλιστικές, σε σχέση με την προβλεπόμενη στήριξη από τα ΕΔΕΤ·

η) την αιτιολόγηση της προτεινόμενης μορφής υποστήριξης·

θ) την επάρκεια των ανθρώπινων πόρων και της διοικητικής ικανότητας για τη διαχείριση του προγράμματος·

ι) την καταλληλότητα των διαδικασιών παρακολούθησης του προγράμματος και συλλογής των αναγκαίων δεδομένων για τη διενέργεια των αξιολογήσεων·

ια) την καταλληλότητα των ορόσημων που επελέγησαν για το πλαίσιο επιδόσεων·

ιβ) την επάρκεια των προγραμματιζόμενων μέτρων για την προώθηση ίσων ευκαιριών μεταξύ ανδρών και γυναικών και την πρόληψη οποιωνδήποτε διακρίσεων, ιδίως όσον αφορά την προσβασιμότητα για τα άτομα με αναπηρίες·

ιγ) την επάρκεια των προγραμματισμένων μέτρων για την προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης·

ιδ) τα σχεδιαζόμενα μέτρα για τη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης των δικαιούχων.

4.  Οι εκ των προτέρων αξιολογήσεις περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, τις απαιτήσεις για στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση όπως ορίζεται στην οδηγία 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 23 ), λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες μετριασμού της κλιματικής αλλαγής.

Άρθρο 56

Αξιολόγηση κατά τη διάρκεια της περιόδου προγραμματισμού

1.  Η διαχειριστική αρχή ή το κράτος μέλος καταρτίζουν σχέδιο αξιολόγησης το οποίο μπορεί να καλύπτει περισσότερα από ένα προγράμματα. Υποβάλλεται σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο.

2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη διαθεσιμότητα της απαιτούμενης ικανότητας αξιολόγησης.

3.  Κατά την περίοδο προγραμματισμού, η διαχειριστική αρχή διασφαλίζει ότι πραγματοποιούνται αξιολογήσεις, συμπεριλαμβανομένων των αξιολογήσεων για την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας, της απόδοσης και των επιπτώσεων για κάθε πρόγραμμα βάσει του σχεδίου αξιολόγησης και ότι κάθε αξιολόγηση υπόκειται σε κατάλληλη παρακολούθηση σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο. Τουλάχιστον μία φορά κατά τη διάρκεια της περιόδου προγραμματισμού, μια αξιολόγηση εκτιμά τον τρόπο με τον οποίο η υποστήριξη από τα ΕΔΕΤ έχει συμβάλει στην επίτευξη των στόχων για κάθε προτεραιότητα. Όλες οι αξιολογήσεις εξετάζονται από την επιτροπή παρακολούθησης και διαβιβάζονται στην Επιτροπή.

4.  Η Επιτροπή μπορεί να διενεργεί, με δική της πρωτοβουλία, αξιολογήσεις προγραμμάτων. Ενημερώνει τη διαχειριστική αρχή και τα αποτελέσματα αποστέλλονται στη διαχειριστική αρχή και προσκομίζονται στην αρμόδια επιτροπή παρακολούθησης.

▼M6 —————

▼B

Άρθρο 57

Εκ των υστέρων αξιολόγηση

1.  Οι εκ των υστέρων αξιολογήσεις διενεργούνται από την Επιτροπή ή από τα κράτη μέλη σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή. Οι εκ των υστέρων αξιολογήσεις εξετάζουν την αποτελεσματικότητα και απόδοση των ΕΔΕΤ και της συμβολής τους στην υλοποίηση της στρατηγικής της Ένωσης για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους που θεσπίζονται στη στρατηγική αυτή της Ένωσης και σύμφωνα με τις ειδικές απαιτήσεις που θεσπίζονται στους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο.

2.  Οι εκ των υστέρων αξιολογήσεις ολοκληρώνονται έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.

▼M6

3.  Οι παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται επίσης στις συνεισφορές από το ΕΤΠΑ ή το ΕΤΓΑΑ στα ειδικά προγράμματα που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β.).

▼B

4.  Για καθένα από τα ΕΔΕΤ, η Επιτροπή καταρτίζει, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, μια έκθεση σύνθεσης που περιγράφει τα βασικά συμπεράσματα των εκ των υστέρων αξιολογήσεων.



ΤΙΤΛΟΣ VI

ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ

Άρθρο 58

Τεχνική συνδρομή με πρωτοβουλία της Επιτροπής

1.  Με πρωτοβουλία της Επιτροπής, τα ΕΔΕΤ μπορούν να χρηματοδοτούν τα μέτρα προετοιμασίας, παρακολούθησης, διοικητικής και τεχνικής συνδρομής, αξιολόγησης, δημοσιονομικού ελέγχου και ελέγχου τα οποία είναι απαραίτητα για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

Τα μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο μπορούν να εφαρμόζονται είτε απευθείας από την Επιτροπή, ή έμμεσα, από οντότητες και πρόσωπα εκτός των κρατών μελών, σύμφωνα με το ►M6  άρθρο 154 του δημοσιονομικού κανονισμού ◄ .

Τα μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο μπορούν να περιλαμβάνουν ιδίως:

α) συνδρομή για την εκπόνηση και την αξιολόγηση έργων, μεταξύ άλλων από κοινού με την ΕΤΕπ·

β) υποστήριξη για τη θεσμική ενίσχυση και τη δημιουργία διοικητικής ικανότητας για την αποτελεσματική διαχείριση των ΕΔΕΤ·

γ) μελέτες που συνδέονται με τις εκθέσεις της Επιτροπής για τα ΕΔΕΤ και την έκθεση για τη συνοχή·

δ) μέτρα που συνδέονται με την ανάλυση, τη διαχείριση, την παρακολούθηση, την ανταλλαγή στοιχείων και την εφαρμογή των ΕΔΕΤ, καθώς και μέτρα που αφορούν την εφαρμογή συστημάτων ελέγχου και τεχνική και διοικητική αρωγή·

ε) αξιολογήσεις, εκθέσεις εμπειρογνωμόνων, στατιστικές και μελέτες, που περιλαμβάνουν και μελέτες γενικής φύσεως για την τρέχουσα και μελλοντική λειτουργία των ΕΔΕΤ, οι οποίες μπορούν να πραγματοποιούνται, κατά περίπτωση, από την ΕΤΕπ,

▼M6

στ) δράσεις για τη διάδοση πληροφοριών, την υποστήριξη της δικτύωσης, την υλοποίηση δραστηριοτήτων επικοινωνίας με ιδιαίτερη προσοχή στα αποτελέσματα και την προστιθέμενη αξία που επιτεύχθηκαν με στήριξη από τα ΕΔΕΤ, την ευαισθητοποίηση και προώθηση της συνεργασίας και την ανταλλαγή εμπειριών, περιλαμβανομένων και τρίτων χωρών·

▼B

ζ) εγκατάσταση, λειτουργία και διασύνδεση πληροφορικών συστημάτων διαχείρισης, παρακολούθησης, δημοσιονομικού ελέγχου, ελέγχου και αξιολόγησης·

η) δράσεις για τη βελτίωση των μεθόδων αξιολόγησης και την ανταλλαγή πληροφοριών για τις πρακτικές αξιολόγησης·

θ) μέτρα σχετικά με τον δημοσιονομικό έλεγχο·

ι) ενίσχυση της εθνικής και περιφερειακής ικανότητας όσον αφορά τον προγραμματισμό επενδύσεων, την αξιολόγηση αναγκών, την προετοιμασία, τον σχεδιασμό και την εφαρμογή χρηματοδοτικών μέσων, κοινών σχεδίων δράσης και μεγάλων έργων, περιλαμβανομένων κοινών πρωτοβουλιών με την ΕΤΕπ·

ια) διάδοση ορθών πρακτικών προκειμένου να δοθεί βοήθεια τα κράτη μέλη για την ενίσχυση της ικανότητας των σχετικών εταίρων που αναφέρονται στο άρθρο 5 και των κεντρικών οργανώσεών τους·

▼M3

ιβ) δράσεις που χρηματοδοτούνται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2017/825 προκειμένου να συμβάλουν στην επίτευξη της στρατηγικής της Ένωσης για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη.

▼M6

Η Επιτροπή αφιερώνει τουλάχιστον 15 % των πόρων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο για να εξασφαλιστούν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην επικοινωνία προς το κοινό και ισχυρότερες συνέργειες μεταξύ των δραστηριοτήτων επικοινωνίας που αναλαμβάνονται με πρωτοβουλία της Επιτροπής, επεκτείνοντας τη βάση γνώσεων σχετικά με τα αποτελέσματα, ειδικότερα μέσω αποτελεσματικότερης συλλογής και διανομής δεδομένων, αξιολογήσεων και εκθέσεων και ιδίως με την επισήμανση της συμβολής των ΕΔΕΤ στη βελτίωση της ζωής των πολιτών, και ενισχύοντας την προβολή της στήριξης από τα ΕΔΕΤ, καθώς και την ευαισθητοποίηση σχετικά με τα αποτελέσματα και την προστιθέμενη αξία της στήριξης αυτής. Τα μέτρα πληροφόρησης, επικοινωνίας και προβολής για τα αποτελέσματα και την προστιθέμενη αξία της στήριξης από τα ΕΔΕΤ, με ιδιαίτερη έμφαση στις πράξεις, συνεχίζονται μετά το κλείσιμο των προγραμμάτων, κατά περίπτωση. Τα εν λόγω μέτρα, συμβάλλουν επίσης στη θεσμική επικοινωνία των πολιτικών προτεραιοτήτων της Ένωσης, εφόσον αυτές συνδέονται με τους γενικούς στόχους του παρόντος κανονισμού.

▼M6

Ανάλογα με τον σκοπό τους, τα μέτρα που αναφέρονται στο παρόν άρθρο μπορούν να χρηματοδοτούνται είτε ως λειτουργικές είτε ως διοικητικές δαπάνες.

▼B

2.  Η Επιτροπή καταρτίζει κάθε χρόνο, μέσω εκτελεστικών πράξεων, σχέδια σχετικά με τη μορφή των δράσεων που συνδέονται με τα μέτρα που καταγράφονται στην παράγραφο 1, εφόσον προβλέπεται συνδρομή από ΕΔΕΤ.

Άρθρο 59

Τεχνική συνδρομή με πρωτοβουλία των κρατών μελών

1.  Με πρωτοβουλία ενός κράτους μέλους, τα ΕΔΕΤ μπορούν να χρηματοδοτούν τις δραστηριότητες προπαρασκευής, διαχείρισης, παρακολούθησης, αξιολόγησης, ενημέρωσης και επικοινωνίας, δικτύωσης, επίλυσης καταγγελιών και ελέγχου και δημοσιονομικού ελέγχου. Τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν τα ΕΔΕΤ για την υποστήριξη ενεργειών με σκοπό τη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης των δικαιούχων, περιλαμβανομένων των συστημάτων ηλεκτρονικής ανταλλαγής δεδομένων και μέτρων για την ενίσχυση της ικανότητας των αρχών του κράτους μέλους και των δικαιούχων να διαχειρίζονται και να χρησιμοποιούν τα Ταμεία αυτά. Τα ΕΔΕΤ μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται για την υποστήριξη μέτρων για την ενίσχυση της ικανότητας των σχετικών εταίρων σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 3 στοιχείο ε)και την ανταλλαγή ορθών πρακτικών μεταξύ αυτών. Οι ενέργειες της παρούσας παραγράφου δύνανται να αφορούν προηγούμενες και επόμενες περιόδους προγραμματισμού.

▼M6

1α.  Κάθε ΕΔΕΤ μπορεί να στηρίζει πράξεις τεχνικής βοήθειας επιλέξιμες βάσει οποιουδήποτε άλλου ΕΔΕΤ.

▼B

2.  Οι ειδικοί κανόνες για κάθε Ταμείο μπορούν να προσθέτουν ή να εξαιρούν ενέργειες οι οποίες μπορούν να χρηματοδοτηθούν βάσει της τεχνικής συνδρομής κάθε ΕΔΕΤ.

▼M6

3.  Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, τα κράτη μέλη δύνανται να εφαρμόζουν τις ενέργειες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 με απευθείας ανάθεση:

α) στην ΕΤΕπ·

β) σε διεθνές χρηματοπιστωτικό ίδρυμα στο οποίο κράτος μέλος είναι μέτοχος·

γ) σε κρατική τράπεζα ή ίδρυμα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 38 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) σημείο iii).

▼B



ΤΙΤΛΟΣ VII

ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΑΠΟ ΤΑ ΕΔΕΤ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Υποστήριξη από τα ΕΔΕΤ

Άρθρο 60

Καθορισμός των ποσοστών συγχρηματοδότησης

1.  Η απόφαση της Επιτροπής για την έγκριση προγράμματος καθορίζει το ποσοστό ή τα ποσοστά συγχρηματοδότησης και το ανώτατο ποσό της υποστήριξης από τα ΕΔΕΤ σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο.

2.  Τα μέτρα τεχνικής συνδρομής που εκτελούνται με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή εξ ονόματός της μπορούν να χρηματοδοτούνται με ποσοστό 100 %.

Άρθρο 61

Πράξεις που παράγουν καθαρά έσοδα μετά την ολοκλήρωσή τους

▼M6

1.  Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στις πράξεις που παράγουν καθαρά έσοδα μετά την ολοκλήρωσή τους. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ως «καθαρά έσοδα» νοούνται ταμειακές ροές που καταβάλλονται απευθείας από τους χρήστες για αγαθά ή υπηρεσίες παρεχόμενα από την πράξη, όπως τέλη τα οποία βαρύνουν άμεσα τους χρήστες για τη χρήση της υποδομής, την πώληση ή τη μίσθωση γης ή κτιρίων, ή πληρωμές για υπηρεσίες μείον τυχόν λειτουργικά έξοδα και έξοδα αντικατάστασης βραχύβιου εξοπλισμού τα οποία προκύπτουν κατά την αντίστοιχη περίοδο. Η εξοικονόμηση λειτουργικών δαπανών που επιφέρει η πράξη, με εξαίρεση την εξοικονόμηση δαπανών που προκύπτει από την εφαρμογή μέτρων ενεργειακής απόδοσης, θεωρείται ως καθαρό έσοδο εκτός αν αντισταθμίζεται με ισοδύναμη μείωση των επιχορηγήσεων λειτουργίας.

▼B

Όταν δεν είναι επιλέξιμο για συγχρηματοδότηση όλο το επενδυτικό κόστος, τα καθαρά έσοδα κατανέμονται κατ’ αναλογία στα επιλέξιμα και στα μη επιλέξιμα μέρη του επενδυτικού κόστους.

2.  Η επιλέξιμη δαπάνη της πράξης προς συγχρηματοδότηση από τα ΕΔΕΤ μειώνεται εκ των προτέρων λαμβάνοντας υπόψη τη δυνατότητα της πράξης να παράγει καθαρά έσοδα σε μια συγκεκριμένη περίοδο αναφοράς η οποία καλύπτει τόσο την εκτέλεση της πράξης όσο και το διάστημα μετά την ολοκλήρωσή της.

3.  Τα δυνητικά καθαρά έσοδα της πράξης καθορίζονται εκ των προτέρων από μία από τις ακόλουθες μεθόδους που επιλέγει η διαχειριστική αρχή για ένα τομέα, υποτομέα ή τύπο πράξης:

α) με την εφαρμογή ενός κατ’ αποκοπήν ποσοστού για τον τομέα ή υποτομέα που ισχύει για την πράξη όπως ορίζεται στο παράρτημα V ή σε οποιαδήποτε από τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στο δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εδάφιο·

▼M6

αα) με την εφαρμογή ενός ►C2  ενιαίου συντελεστή ◄ καθαρών εσόδων που καθορίζεται από ένα κράτος μέλος για τομέα ή υποτομέα που δεν καλύπτεται από το στοιχείο α). Πριν από την εφαρμογή του ►C2  ενιαίου συντελεστή ◄ , η αρμόδια αρχή ελέγχου επαληθεύει ότι ο ►C2  ενιαίος συντελεστής ◄ έχει καθοριστεί σύμφωνα με δίκαιη, αντικειμενική και επαληθεύσιμη μέθοδο βάσει ιστορικών στοιχείων ή αντικειμενικών κριτηρίων·

▼B

β) με τον υπολογισμό των μειωμένων καθαρών εσόδων της πράξης, έχοντας υπόψη την ενδεδειγμένη περίοδο αναφοράς για τον τομέα ή υποτομέα η οποία εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη πράξη, την κερδοφορία που αναμένεται κανονικά από την εκάστοτε κατηγορία επένδυσης, την εφαρμογή της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει» και, ενδεχομένως, θέματα ισότητας που συνδέονται με τη σχετική ευημερία του οικείου κράτους μέλους ή περιοχής.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 149 σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις για την τροποποίηση του παραρτήματος V μέσω της προσαρμογής των κατ’ αποκοπήν συντελεστών που καθορίζονται σε αυτό και λαμβάνοντας υπόψη τα ιστορικά δεδομένα και τις δυνατότητες ανάκτησης του κόστους, καθώς και την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», κατά περίπτωση.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 149 για τη θέσπιση κατ’ αποκοπή συντελεστών για τους τομείς ή υποτομείς στους τομείς των ΤΠΕ, της ΕΑΚ και της ενεργειακής απόδοσης. Η Επιτροπή κοινοποιεί τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο το αργότερο έως τις 30 Ιουνίου 2015.

Επιπροσθέτως, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 149 σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις για την προσθήκη τομέων ή υποτομέων, συμπεριλαμβανομένων υποτομέων για τους τομείς στο παράρτημα V, οι οποίοι εμπίπτουν στα πλαίσια των θεματικών στόχων που ορίζονται στο άρθρο 9 πρώτο εδάφιο και λαμβάνουν στήριξη από τα ΕΔΕΤ.

Όπου εφαρμόζεται η αναφερόμενη στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α) μέθοδος, όλα τα καθαρά έσοδα που παράγονται κατά την εκτέλεση και μετά την ολοκλήρωση της πράξης θεωρείται ότι συνυπολογίζονται με την εφαρμογή του κατ’ αποκοπήν ποσοστού και συνεπώς δεν αφαιρούνται εν συνεχεία από τις επιλέξιμες δαπάνες της πράξης.

Όταν ένα κατ’ αποκοπή ποσοστό για ένα νέο τομέα ή υποτομέα έχει ορισθεί μέσω έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξης σύμφωνα με το τρίτο και το τέταρτο εδάφιο, η διαχειριστική αρχή μπορεί να επιλέξει να εφαρμόσει τη μέθοδο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α) για τις νέες πράξεις σε σχέση με τον συγκεκριμένο τομέα ή υποτομέα.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 149 για τον καθορισμό της μεθόδου που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β). Όπου εφαρμόζεται η εν λόγω μέθοδος, τα καθαρά έσοδα που παράγονται κατά την εκτέλεση της πράξης και προκύπτουν από πηγές εσόδων που δεν συνυπολογίζονται για τον καθορισμό των δυνητικών καθαρών εσόδων της πράξης, αφαιρούνται από τις επιλέξιμες δαπάνες της πράξης, το αργότερο κατά την αίτηση τελικής πληρωμής που υποβάλλει ο δικαιούχος.

4.  Η μέθοδος με την οποία τα καθαρά έσοδα αφαιρούνται από τη δαπάνη της πράξης που περιλαμβάνεται στην αίτηση πληρωμής που υποβάλλεται στην Επιτροπή, καθορίζεται σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες.

▼M6

5.  Εναλλακτικά προς την εφαρμογή των μεθόδων που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, το ανώτατο ποσοστό συγχρηματοδότησης που αναφέρεται στο άρθρο 60 παράγραφος 1 μπορεί, κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους, να μειωθεί για προτεραιότητα ή μέτρο δυνάμει των οποίων σε όλες τις πράξεις που υποστηρίζονται θα μπορούσε να εφαρμοστεί ►C2  ενιαίος συντελεστής ◄ σύμφωνα με την παράγραφο 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) του παρόντος άρθρου. Η μείωση δεν είναι μικρότερη από το ποσό που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του ανώτατου ποσοστού της ενωσιακής συγχρηματοδότησης που εφαρμόζεται δυνάμει των ειδικών κανόνων για κάθε Ταμείο επί τον ►C2  σχετικό ενιαίο συντελεστή ◄ που αναφέρεται στο εν λόγω στοιχείο.

▼B

6.  Όταν δεν είναι αντικειμενικά εφικτό να καθοριστούν εκ των προτέρων τα έσοδα βάσει μίας εκ των μεθόδων που ορίζονται στις παραγράφους 3 ή 5, τα καθαρά έσοδα που παράγονται εντός τριών ετών από την ολοκλήρωση μιας πράξης ή έως την προθεσμία για την υποβολή των εγγράφων για το κλείσιμο του προγράμματος όπως καθορίζεται στους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο, αναλόγως του ποια χρονική στιγμή προηγείται, αφαιρούνται από τις δαπάνες που δηλώνονται στην Επιτροπή.

7.  Οι παράγραφοι 1 έως 6 δεν εφαρμόζονται σε:

α) πράξεις ή μέρη πράξεων που χρηματοδοτούνται αποκλειστικά από το ΕΚΤ·

β) πράξεις των οποίων το συνολικό επιλέξιμο κόστος πριν από την εφαρμογή των παραγράφων 1 έως 6 δεν υπερβαίνει τα EUR 1 000 000 ·

γ) επιστρεπτέα συνδρομή με την επιφύλαξη υποχρέωσης πλήρους αποπληρωμής και σε βραβεία·

δ) τεχνική συνδρομή·

ε) στήριξη προς ή από μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής·

στ) πράξεις για τις οποίες η δημόσια στήριξη λαμβάνει τη μορφή κατ’ αποκοπή ποσών ή τυποποιημένων κλιμάκων δαπανών κατά μονάδα προϊόντος·

ζ) πράξεις που εκτελούνται στο πλαίσιο κοινού σχεδίου δράσης·

▼M6

η) πράξεις για τις οποίες τα ποσά ή τα ποσοστά στήριξης καθορίζονται στο παράρτημα II του κανονισμού ΕΓΤΑΑ ή στον κανονισμό ΕΤΘΑ.

▼B

Κατά παρέκκλιση του στοιχείου β) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, όταν ένα κράτος μέλος εφαρμόζει την παράγραφο 5, μπορεί να περιλαμβάνει στη σχετική προτεραιότητα ή μέτρο, πράξεις των οποίων το συνολικό επιλέξιμο κόστος πριν από την εφαρμογή των παραγράφων 1 έως 6 δεν υπερβαίνει το 1 000 000 EUR.

▼M6

8.  Επιπλέον, οι παράγραφοι 1 έως 6 δεν εφαρμόζονται σε πράξεις για τις οποίες η στήριξη δυνάμει του προγράμματος συνιστά κρατική ενίσχυση.

▼B



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

Ειδικοί κανόνες για τη στήριξη ΣΔΙΤ από τα ΕΔΕΤ

Άρθρο 62

ΣΔΙΤ

Τα ΕΔΕΤ μπορούν να χρησιμοποιούνται για την ενίσχυση πράξεων ΣΔΙΤ. Αυτές οι πράξεις ΣΔΙΤ συμμορφώνονται με το εφαρμοστέο δίκαιο, ιδίως όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις και την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων.

Άρθρο 63

Δικαιούχος στο πλαίσιο των πράξεων ΣΔΙΤ

1.  Σχετικά με πράξη ΣΔΙΤ και κατά παρέκκλιση του άρθρου 2 σημείο 10, ο δικαιούχος μπορεί να είναι:

α) είτε ο οργανισμός δημοσίου δικαίου που αρχίζει την πράξη,

β) είτε οργανισμός που διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο κράτους μέλους («εταίρος του ιδιωτικού τομέα») ο οποίος επιλέγεται ή πρόκειται να επιλεγεί για την εκτέλεση της πράξης.

2.  Ο οργανισμός δημοσίου δικαίου που αρχίζει την πράξη μπορεί να προτείνει ο εταίρος του ιδιωτικού τομέα που πρόκειται να επιλεγεί μετά την έγκριση της πράξης να είναι ο δικαιούχος της στήριξης από τα ΕΔΕΤ. Σε αυτή την περίπτωση, η απόφαση έγκρισης εκδίδεται υπό την προϋπόθεση ότι η διαχειριστική αρχή διασφαλίζει ότι ο επιλεγείς εταίρος του ιδιωτικού τομέα πληροί και αναλαμβάνει όλες τις αντίστοιχες υποχρεώσεις ενός δικαιούχου δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

3.  Ο εταίρος του ιδιωτικού τομέα που επιλέγεται για την εκτέλεση της πράξης ενδέχεται να αντικατασταθεί ως δικαιούχος όταν αυτό απαιτείται δυνάμει των όρων και προϋποθέσεων της πράξης ΣΔΙΤ ή της χρηματοδοτικής συμφωνίας μεταξύ του εταίρου του ιδιωτικού τομέα και του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος που συγχρηματοδοτεί την πράξη. Στην περίπτωση αυτή ο αντικαταστάτης εταίρος του ιδιωτικού τομέα ή οργανισμός δημοσίου δικαίου καθίσταται δικαιούχος υπό την προϋπόθεση ότι η διαχειριστική αρχή διασφαλίζει ότι ο αντικαταστάτης εταίρος πληροί και αναλαμβάνει όλες τις αντίστοιχες υποχρεώσεις ενός δικαιούχου δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

4.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 149 για τη θέσπιση πρόσθετων κανόνων σχετικά με την αντικατάσταση δικαιούχου και τις σχετικές ευθύνες.

5.  Η αντικατάσταση δικαιούχου δεν θεωρείται αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος υπό την έννοια του άρθρου 71 παράγραφος 1 στοιχείο β) εάν αυτή τηρεί τους εφαρμοστέους όρους που τίθενται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου και στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 64

Υποστήριξη πράξεων ΣΔΙΤ

1.  Στην περίπτωση πράξης ΣΔΙΤ όπου ο δικαιούχος είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, οι δαπάνες στο πλαίσιο πράξης ΣΔΙΤ που πραγματοποιούνται και καταβάλλονται από τον εταίρο του ιδιωτικού τομέα μπορούν, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 65 παράγραφος 2, να θεωρούνται ότι πραγματοποιούνται και καταβάλλονται από τον δικαιούχο και να περιλαμβάνονται σε αίτηση πληρωμής προς την Επιτροπή με την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:

α) ο δικαιούχος έχει συνάψει συμφωνία ΣΔΙΤ με εταίρο του ιδιωτικού τομέα·

β) η διαχειριστική αρχή έχει επαληθεύσει ότι οι δαπάνες που δηλώθηκαν από τον δικαιούχο έχουν πληρωθεί από τον εταίρο του ιδιωτικού τομέα και ότι η πράξη είναι σύμφωνη με το εφαρμοστέο δίκαιο της Ένωσης και του κράτους μέλους, το πρόγραμμα και τους όρους για την υποστήριξη της πράξης.

2.  Πληρωμές προς δικαιούχους για δαπάνες που περιλαμβάνονται σε αίτηση πληρωμής σύμφωνα με τη παράγραφο 1 καταβάλλονται σε λογαριασμό υπό μεσεγγύηση που δημιουργείται ειδικά προς τον σκοπό αυτό στο όνομα του δικαιούχου.

3.  Τα κεφάλαια που καταβάλλονται στο λογαριασμό υπό μεσεγγύηση της παραγράφου 2 χρησιμοποιούνται για πληρωμές σύμφωνα με τη συμφωνία ΣΔΙΤ, συμπεριλαμβανομένων τυχόν πληρωμών σε περίπτωση λύσης της συμφωνίας ΣΔΙΤ.

4.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 149 για τον καθορισμό των ελάχιστων απαιτήσεων που θα συμπεριληφθούν στις συμφωνίες ΣΔΙΤ, οι οποίες είναι αναγκαίες για την εφαρμογή της παρέκκλισης που καθορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων περί λύσεως της συμφωνίας ΣΔΙΤ και για τη διασφάλιση επαρκούς διαδρομής ελέγχου.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

Επιλεξιμότητα δαπανών και διάρκεια

Άρθρο 65

Επιλεξιμότητα

1.  Η επιλεξιμότητα των δαπανών καθορίζεται βάσει εθνικών κανόνων, εκτός εάν θεσπίζονται ειδικοί κανόνες είτε στον παρόντα κανονισμό ή τους ειδικούς κανόνες των Ταμείων είτε επί τη βάσει αυτών.

2.  Μια δαπάνη είναι επιλέξιμη για χρηματοδότηση από τα ΕΔΕΤ εφόσον έχει πραγματοποιηθεί από έναν δικαιούχο και έχει πληρωθεί το διάστημα από την ημερομηνία υποβολής του προγράμματος στην Επιτροπή ή από την 1η Ιανουαρίου 2014, αναλόγως του ποια ημερομηνία προηγείται, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023. Επιπροσθέτως, οι δαπάνες είναι επιλέξιμες μόνο για συνεισφορά του ΕΓΤΑΑ και του ΕΤΘΑ, εάν η σχετική ενίσχυση καταβάλλεται πράγματι από τον οργανισμό πληρωμής από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως τις 31 Ιανουαρίου 2022.

3.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, οι δαπάνες για την ΠΑΝ είναι επιλέξιμες από την 1η Σεπτεμβρίου 2013.

4.  Σε περίπτωση επιστροφής δαπανών βάσει των διατάξεων του άρθρου 67 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία β) και γ), οι ενέργειες που συνιστούν τη βάση επιστροφής δαπανών πρέπει να έχουν εκτελεστεί κατά το διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023.

5.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4, η ημερομηνία έναρξης όσον αφορά τις επιστρεφόμενες δαπάνες βάσει του άρθρου 67 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία β) και γ) για δράσεις στο πλαίσιο της ΠΑΝ είναι επιλέξιμες από την 1η Σεπτεμβρίου 2013.

6.  Οι πράξεις δεν επιλέγονται για χρηματοδότηση από τα ΕΔΕΤ σε περίπτωση που έχουν περατωθεί φυσικά ή εκτελεστεί πλήρως πριν να υποβάλει ο δικαιούχος στη διαχειριστική αρχή την αίτηση χρηματοδότησης βάσει του προγράμματος, ανεξάρτητα αν ο δικαιούχος έχει εκτελέσει όλες τις σχετικές πληρωμές.

7.  Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των κανόνων επιλεξιμότητας που ορίζει το άρθρο 58 για την τεχνική συνδρομή με πρωτοβουλία της Επιτροπής.

8.  Η παρούσα παράγραφος ισχύει για πράξεις που παράγουν καθαρά έσοδα κατά την εφαρμογή τους και για τις οποίες δεν ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 61 παράγραφοι 1 έως 6.

Η επιλέξιμη δαπάνη της προς συγχρηματοδότηση πράξης από τα ΕΔΕΤ μειώνεται κατά τα καθαρά έσοδα τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη κατά τον χρόνο έγκρισης της πράξης και που παρήχθησαν άμεσα μόνον κατά τη διάρκεια της εκτέλεσής της, το αργότερο κατά την αίτηση τελικής πληρωμής που υποβάλλει ο δικαιούχος. Όταν δεν είναι επιλέξιμο για συγχρηματοδότηση όλο το κόστος, τα καθαρά έσοδα κατανέμονται κατ’ αναλογία στα επιλέξιμα και στα μη επιλέξιμα μέρη του κόστους.

Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται στα εξής:

α) τεχνική συνδρομή,

β) μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής,

γ) επιστρεπτέα συνδρομή με την επιφύλαξη υποχρέωσης πλήρους αποπληρωμής,

δ) βραβεία,

ε) πράξεις που υπόκεινται στους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις,

στ) πράξεις για τις οποίες η δημόσια υποστήριξη λαμβάνει τη μορφή κατ’ αποκοπήν ποσών ή κόστους κατά μονάδα τυποποιημένης κλίμακας, με την προϋπόθεση ότι τα καθαρά έσοδα έχουν ληφθεί εκ των προτέρων υπόψη,

ζ) πράξεις που υλοποιούνται σύμφωνα με κοινό σχέδιο δράσης με την προϋπόθεση ότι τα καθαρά έσοδα έχουν ληφθεί εκ των προτέρων υπόψη,

▼M6

η) πράξεις για τις οποίες τα ποσά ή τα ποσοστά στήριξης καθορίζονται στο παράρτημα II του κανονισμού ΕΓΤΑΑ ή στον κανονισμό ΕΤΘΑ, εξαιρουμένων των πράξεων για τις οποίες γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο στον κανονισμό ΕΤΘΑ, ή

θ) πράξεις για τις οποίες το συνολικό επιλέξιμο κόστος δεν υπερβαίνει τα 100 000  EUR.

▼B

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και του άρθρου 61, κάθε πληρωμή που λαμβάνει ο δικαιούχος απορρέουσα από συμβατικό όρο για παράβαση συμβατικής υποχρέωσης μεταξύ του δικαιούχου και τρίτου μέρους ή τρίτων μερών ή που προέκυψε συνεπεία της απόσυρσης προσφοράς τρίτου μέρους το οποίο επελέγη σύμφωνα με τους κανόνες για τις δημόσιες συμβάσεις (κατάθεση) δεν θεωρείται έσοδο και δεν αφαιρείται από τις επιλέξιμες δαπάνες της πράξης.

9.  Δαπάνη η οποία καθίσταται επιλέξιμη λόγω της τροποποίησης του προγράμματος είναι επιλέξιμη μόνο από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος τροποποίησης στην Επιτροπή ή, σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 96 παράγραφος 11, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της απόφασης τροποποίησης του προγράμματος.

Οι ειδικοί κανόνες για κάθε Ταμείο που καθορίζονται για το ΕΤΘΑ είναι δυνατόν να παρεκκλίνουν από το πρώτο εδάφιο.

10.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 9, οι ειδικές διατάξεις όσον αφορά την ημερομηνία έναρξης της περιόδου επιλεξιμότητας μπορούν να θεσπιστούν από τον κανονισμό του ΕΓΤΑΑ.

▼M6

11.  Μια πράξη μπορεί να χρηματοδοτηθεί από ένα ή περισσότερα ΕΔΕΤ ή από ένα ή περισσότερα προγράμματα και από άλλα μέσα της Ένωσης, υπό τον όρο ότι η δαπάνη που δηλώνεται σε αίτηση πληρωμής για ένα από τα ΕΔΕΤ δεν δηλώνεται για υποστήριξη από άλλο Ταμείο ή μέσο της Ένωσης, ή για υποστήριξη από το ίδιο Ταμείο στο πλαίσιο άλλου προγράμματος. Το ύψος της δαπάνης που εισάγεται σε αίτηση πληρωμής ενός ΕΔΕΤ μπορεί να υπολογίζεται κατ’ αναλογία για κάθε ΕΔΕΤ και για το εκάστοτε πρόγραμμα ή προγράμματα σύμφωνα με το έγγραφο που ορίζει τους όρους της στήριξης.

▼B

Άρθρο 66

Μορφές υποστήριξης

Τα ΕΔΕΤ χρησιμοποιούνται για να παρέχουν υποστήριξη υπό μορφή επιχορηγήσεων, βραβείων, επιστρεπτέας συνδρομής, μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής ή συνδυασμού των ανωτέρω.

Σε περίπτωση επιστρεπτέας συνδρομής, το ποσό της επιστραφείσας υποστήριξης στον φορέα που τη χορήγησε ή σε άλλη αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, εγγράφεται σε χωριστό λογαριασμό ή διαχωρίζεται με λογιστικούς κωδικούς και επαναχρησιμοποιείται για τον ίδιο σκοπό ή σύμφωνα με τους στόχους του προγράμματος.

Άρθρο 67

Μορφές επιχορηγήσεων και επιστρεπτέας συνδρομής

1.  Οι επιχορηγήσεις και η επιστρεπτέα συνδρομή μπορούν να λάβουν μία από τις ακόλουθες μορφές:

α) επιστροφή επιλέξιμων δαπανών που όντως πραγματοποιήθηκαν και πληρώθηκαν μαζί με, κατά περίπτωση, συνεισφορές σε είδος και κόστος απόσβεσης·

β) τυποποιημένες κλίμακες κόστους κατά μονάδα·

▼M6

γ) κατ’ αποκοπή ποσά·

▼B

δ) κατ’ αποκοπήν χρηματοδότησης που καθορίζεται με την εφαρμογή ενός ποσοστού σε μια ή περισσότερες προκαθορισμένες κατηγορίες δαπανών·

▼M6

ε) χρηματοδότηση που δεν συνδέεται με τις δαπάνες των συναφών πράξεων, αλλά βασίζεται στην εκπλήρωση των προϋποθέσεων που σχετίζονται με την επίτευξη προόδου στην υλοποίηση ή στην επίτευξη των στόχων των προγραμμάτων όπως ορίζεται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εγκρίθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 5α.

Όσον αφορά τη μορφή χρηματοδότησης που αναφέρεται στο στοιχείο ε) του πρώτου εδαφίου, ο λογιστικός έλεγχος αποσκοπεί αποκλειστικά στην επαλήθευση ότι οι προϋποθέσεις για επιστροφή δαπανών έχουν εκπληρωθεί.

▼B

2.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι πρόσθετες μορφές επιχορηγήσεων και οι μέθοδοι υπολογισμού μπορούν να θεσπιστούν από τον κανονισμό του ΕΤΘΑ.

▼M6

2α.  Στις περιπτώσεις που μια πράξη ή ένα έργο δεν καλύπτονται από την πρώτη πρόταση της παραγράφου 4 και τα οποία λαμβάνουν στήριξη από το ΕΤΠΑ και το ΕΚΤ, οι επιχορηγήσεις και η επιστρεπτέα συνδρομή για τις οποίες η δημόσια στήριξη δεν υπερβαίνει τα 100 000  EUR, λαμβάνουν τη μορφή τυποποιημένων κλιμάκων μοναδιαίου κόστους, κατ’ αποκοπή ποσών ή ►C2  ενιαίων συντελεστών ◄ . Πράξεις που λαμβάνουν στήριξη στο πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων εξαιρούνται της παραπάνω υποχρέωσης, εκτός αν συνιστούν ενισχύσεις ήσσονος σημασίας.

Σε περίπτωση που γίνεται χρηματοδότηση με βάση κατ’ αποκοπή ποσοστά, οι κατηγορίες των δαπανών στις οποίες εφαρμόζεται ο ►C2  ενιαίος συντελεστής ◄ μπορούν να επιστρέφονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α).

Για πράξεις που στηρίζονται από το ΕΓΤΑΑ, το ΕΤΠΑ ή το ΕΚΤ, όπου χρησιμοποιείται ο ►C2  ενιαίος συντελεστής ◄ που αναφέρεται στο άρθρο 68β παράγραφος 1, οι αποζημιώσεις και οι μισθοί που καταβάλλονται στους συμμετέχοντες μπορούν να επιστρέφονται σύμφωνα με το στοιχείο α) στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

Η παρούσα παράγραφος υπόκειται στις μεταβατικές διατάξεις που ορίζονται στο άρθρο 152 παράγραφος 7.

▼B

3.  Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 1 εναλλακτικές είναι δυνατόν να συνδυαστούν μόνο όταν καθεμία από αυτές καλύπτει διαφορετική κατηγορία δαπανών ή όταν χρησιμοποιούνται για διαφορετικά έργα που αποτελούν μέρος μιας πράξης ή διαδοχικών σταδίων μιας πράξης.

▼M6

4.  Όταν μια πράξη ή ένα έργο που αποτελεί μέρος μιας πράξης υλοποιείται αποκλειστικά μέσω δημόσιας σύμβασης έργων, αγαθών ή υπηρεσιών, εφαρμόζονται μόνο τα στοιχεία α) και ε) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1. Όταν η δημόσια σύμβαση στο πλαίσιο μιας πράξης ή έργου που αποτελεί μέρος πράξης περιορίζεται σε ορισμένες κατηγορίες δαπανών, μπορούν να εφαρμοστούν για το σύνολο της πράξης ή του έργου που αποτελεί μέρος μιας πράξης όλες οι εναλλακτικές επιλογές που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

▼B

5.  Οι δαπάνες που αναφέρονται στα στοιχεία β), γ) και δ) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 καθορίζονται με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:

▼M6

α) με μια δίκαιη, αντικειμενική και επαληθεύσιμη μέθοδο υπολογισμού που βασίζεται σε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

i) στατιστικά δεδομένα, άλλες αντικειμενικές πληροφορίες ή κρίση εμπειρογνώμονα·

ii) επαληθευμένα ιστορικά δεδομένα του κάθε δικαιούχου·

iii) εφαρμογή των συνήθων πρακτικών λογιστικής κοστολόγησης του κάθε δικαιούχου·

▼M6

αα) σε σχέδιο προϋπολογισμού που καταρτίζεται κατά περίπτωση και συμφωνείται εκ των προτέρων από τη διαχειριστική αρχή, ή στην περίπτωση του ΕΓΤΑΑ από τη διαχειριστική αρχή που είναι αρμόδια για την επιλογή των πράξεων, εάν η δημόσια στήριξη δεν υπερβαίνει τις 100 000  EUR·

▼B

β) σύμφωνα με τους κανόνες εφαρμογής των αντίστοιχων κλιμάκων κόστους κατά μονάδα, κατ’ αποκοπήν ποσών και κατ’ αποκοπήν ποσοστών που εφαρμόζονται σε άλλες πολιτικές της Ένωσης για παρόμοιο τύπο πράξης και δικαιούχο·

γ) σύμφωνα με τους κανόνες εφαρμογής των αντίστοιχων κλιμάκων κόστους κατά μονάδα, εφάπαξ ποσών και κατ’ αποκοπήν ποσοστών που εφαρμόζονται σε άλλα συστήματα για επιχορηγήσεις που χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου από το κράτος μέλος για παρόμοιο τύπο πράξης και δικαιούχο·

δ) βάσει ποσοστών που καθορίζονται από τον παρόντα κανονισμό ή τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο·

ε) με ειδική μεθοδολογία για τον καθορισμό των ποσών που ορίζονται σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο.

▼M6

5α.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 149 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού όσον αφορά τον ορισμό των τυποποιημένων κλιμάκων μοναδιαίου κόστους ή τη ►C2  χρηματοδότηση με ενιαίο συντελεστή ◄ που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία β) και δ) του παρόντος άρθρου, τις σχετικές μεθόδους που αναφέρονται στην παράγραφο 5 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου και τη μορφή στήριξης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο ε) του παρόντος άρθρου, προσδιορίζοντας τις αναλυτικές λεπτομέρειες σχετικά με τις προϋποθέσεις χρηματοδότησης και την εφαρμογή τους.

▼B

6.  Το έγγραφο που καθορίζει τους όρους υποστήριξης για κάθε πράξη παραθέτει την εφαρμοστέα μέθοδο για τον καθορισμό των δαπανών της πράξης και των όρων για την καταβολή της επιχορήγησης.

▼M6

Άρθρο 68

►C2  Χρηματοδότηση με ενιαίο συντελεστή ◄ έμμεσων δαπανών για επιχορηγήσεις και επιστρεπτέα συνδρομή

Όταν η υλοποίηση μιας πράξης συνεπάγεται έμμεσες δαπάνες, αυτές μπορούν να υπολογιστούν ως ►C2  ενιαίος συντελεστής ◄ με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:

α)  ►C2  ενιαίος συντελεστής ◄ έως το 25 % των επιλέξιμων άμεσων δαπανών, υπό την προϋπόθεση ότι το ποσοστό υπολογίζεται βάσει δίκαιης, αντικειμενικής και επαληθεύσιμης μεθόδου υπολογισμού ή μιας μεθόδου που εφαρμόζεται στο πλαίσιο συστημάτων για επιχορηγήσεις που χρηματοδοτούνται εξολοκλήρου από το κράτος μέλος για παρόμοιο τύπο πράξης και δικαιούχο·

β)  ►C2  ενιαίος συντελεστής ◄ έως το 15 % των επιλέξιμων άμεσων δαπανών προσωπικού χωρίς να απαιτείται τα κράτη μέλη να προβαίνουν σε υπολογισμούς για τον προσδιορισμό του εφαρμοζόμενου συντελεστή·

γ)  ►C2  ενιαίος συντελεστής ◄ που εφαρμόζεται στις επιλέξιμες άμεσες δαπάνες βασιζόμενο στις υφιστάμενες μεθόδους και τα αντίστοιχα ποσοστά, που εφαρμόζονται σε άλλες πολιτικές της Ένωσης για παρόμοιο τύπο πράξης και δικαιούχο.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 149 για τη συμπλήρωση των διατάξεων σχετικά με τον ►C2  ενιαίο συντελεστή ◄ και τις σχετικές μεθόδους που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) της παρούσας παραγράφου.

▼M6

Άρθρο 68α

Δαπάνες προσωπικού για επιχορηγήσεις και επιστρεπτέα συνδρομή

1.  Οι άμεσες δαπάνες προσωπικού μιας πράξης δύνανται να υπολογίζονται ως ►C2  ενιαίος συντελεστής ◄ ύψους που δεν υπερβαίνει το 20 % των άμεσων δαπανών άλλων από τις δαπάνες προσωπικού της εν λόγω πράξης. Δεν απαιτείται από τα κράτη μέλη να προβαίνουν σε υπολογισμούς για τον προσδιορισμό του εφαρμοζόμενου ποσοστού υπό την προϋπόθεση ότι στα άμεσα κόστη της πράξης δεν περιλαμβάνονται συμβάσεις δημοσίων έργων που υπερβαίνουν σε αξία το όριο που ορίζεται στο άρθρο 4 στοιχείο α) της οδηγίας 2014/24/ΕΕ.

2.  Για τον προσδιορισμό των δαπανών προσωπικού, η ωριαία αμοιβή μπορεί να υπολογίζεται με τη διαίρεση των τελευταίων τεκμηριωμένων ετήσιων ακαθάριστων δαπανών απασχόλησης διά 1 720 ώρες για τα άτομα που εργάζονται με καθεστώς πλήρους απασχόλησης ή κατ’ αναλογία αντίστοιχα των 1 720 ωρών για τα άτομα που εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης.

3.  Κατά την εφαρμογή της ωριαίας αμοιβής που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2, ο συνολικός αριθμός ωρών που δηλώνεται για κάθε άτομο για ένα δεδομένο έτος δεν υπερβαίνει τον αριθμό των ωρών που χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό της εν λόγω ωριαίας αμοιβής.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε προγράμματα στο πλαίσιο του στόχου της ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας για δαπάνες προσωπικού που σχετίζονται με άτομα που εργάζονται με μειωμένο ωράριο για την πράξη.

4.  Εάν δεν διατίθενται ετήσιες ακαθάριστες δαπάνες απασχόλησης, αυτές μπορούν να αντληθούν από τις διαθέσιμες τεκμηριωμένες ετήσιες ακαθάριστες δαπάνες απασχόλησης ή από τη σύμβαση απασχόλησης, κατόπιν δέουσας προσαρμογής για περίοδο 12 μηνών.

5.  Οι δαπάνες προσωπικού που σχετίζονται με άτομα που εργάζονται με μειωμένο ωράριο για την πράξη μπορούν να υπολογίζονται ως σταθερό ποσοστό των ακαθάριστων δαπανών απασχόλησης, σύμφωνα με καθορισμένο ποσοστό του χρόνου που εργάστηκαν για την πράξη ανά μήνα, χωρίς να απαιτείται η δημιουργία χωριστού συστήματος καταχώρισης των ωρών εργασίας. Ο εργοδότης εκδίδει για τους εργαζόμενους έγγραφο, στο οποίο καθορίζεται το εν λόγω σταθερό ποσοστό.

Άρθρο 68β

►C2  Χρηματοδότηση με ενιαίο συντελεστή ◄ για δαπάνες πλην των δαπανών προσωπικού

1.  Για την κάλυψη των υπόλοιπων επιλέξιμων δαπανών μιας πράξης μπορεί να χρησιμοποιηθεί ►C2  ενιαίος συντελεστής ◄ ύψους έως 40 % των επιλέξιμων άμεσων δαπανών προσωπικού χωρίς να απαιτείται από τα κράτη μέλη να προβαίνουν σε υπολογισμούς για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου ποσοστού.

Για τις πράξεις που λαμβάνουν στήριξη από το ΕΚΤ, το ΕΤΠΑ ή το ΕΓΤΑΑ, οι μισθοί και τα επιδόματα που καταβάλλονται στους συμμετέχοντες θεωρούνται πρόσθετες επιλέξιμες δαπάνες που δεν περιλαμβάνονται στον ►C2  ενιαίο συντελεστή ◄ .

2.  Ο ►C2  ενιαίος συντελεστής ◄ που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν εφαρμόζεται σε δαπάνες προσωπικού που έχουν υπολογιστεί βάσει ►C2  ενιαίου συντελεστή ◄ .

▼B

Άρθρο 69

Ειδικοί κανόνες επιλεξιμότητας για τις επιχορηγήσεις και επιστρεπτέα συνδρομή

1.  Οι εισφορές σε είδος υπό μορφή παροχής εργασιών, αγαθών, υπηρεσιών, γης και ακινήτων για τις οποίες δεν έχει πραγματοποιηθεί πληρωμή που να τεκμηριώνεται με τιμολόγια ή έγγραφα ισοδύναμης αποδεικτικής ισχύος, μπορεί να συνιστούν επιλέξιμη δαπάνη, υπό την προϋπόθεση ότι το επιτρέπουν οι κανόνες επιλεξιμότητας των ΕΔΕΤ και του προγράμματος και πληρούνται όλα τα κατωτέρω κριτήρια:

α) η δημόσια υποστήριξη που καταβάλλεται για την πράξη που περιλαμβάνει εισφορές σε είδος δεν υπερβαίνει τη συνολική επιλέξιμη δαπάνη, εξαιρουμένων των εισφορών σε είδος, κατά την περάτωση της πράξης·

β) η αξία που αποδίδεται στις εισφορές σε είδος δεν υπερβαίνει τις δαπάνες που είναι γενικά αποδεκτές στην εν λόγω αγορά·

γ) η αξία και η χορήγηση της συνεισφοράς μπορεί να αποτιμηθεί και να επαληθευθεί ανεξάρτητα·

δ) στην περίπτωση παροχής γης ή ακινήτων, μπορεί να πραγματοποιηθεί πληρωμή σε μετρητά για τους σκοπούς σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης ετήσιου ονομαστικού ύψους που δεν υπερβαίνει την μία νομισματική μονάδα του κράτους μέλους·

ε) στην περίπτωση εισφορών σε είδος υπό μορφή άμισθης εργασίας, η αξία της εν λόγω εργασίας αποτιμάται με βάση τον επαληθευμένο χρόνο εργασίας και τον συντελεστή αμοιβής για ισοδύναμη εργασία.

Η αξία της γης ή των ακινήτων που αναφέρεται στο στοιχείο δ) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου πιστοποιείται από ανεξάρτητο ειδικευμένο εμπειρογνώμονα ή δεόντως εξουσιοδοτημένο επίσημο φορέα και δεν υπερβαίνει το όριο της παραγράφου 3 στοιχείο β).

2.  Η απόσβεση κόστους μπορεί να θεωρηθεί επιλέξιμη υπό την προϋπόθεση πλήρωσης των ακόλουθων όρων:

α) επιτρέπεται από τους κανόνες επιλεξιμότητας του προγράμματος·

β) το ποσό της δαπάνης δικαιολογείται με παραστατικά που έχουν ισοδύναμη αποδεικτική αξία με τιμολόγια για επιλέξιμες δαπάνες, όταν επιστρέφεται με τη μορφή που αναφέρεται στο άρθρο 57 παράγραφος 1 στοιχείο α)·

γ) οι δαπάνες αφορούν αποκλειστικά την περίοδο υποστήριξης της πράξης·

δ) οι δημόσιες επιχορηγήσεις δεν έχουν χρησιμοποιηθεί για την αγορά των αποσβεσμένων στοιχείων ενεργητικού.

3.  Οι ακόλουθες δαπάνες δεν είναι επιλέξιμες για συνεισφορά από τα ΕΔΕΤ και από το ποσό στήριξης που μεταφέρεται από το Ταμείο Συνοχής στη διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» όπως αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 6:

α) τόκοι χρέους, εκτός επιχορηγήσεων που δίνονται υπό τη μορφή επιδότησης επιτοκίου ή επιδότησης προμηθειών εγγύησης·

β) η αγορά μη οικοδομημένης και οικοδομημένης γης για ποσό που υπερβαίνει το 10 % των συνολικών επιλέξιμων δαπανών για την οικεία πράξη. Για εγκαταλελειμμένες και πρώην βιομηχανικές εγκαταστάσεις που περιλαμβάνουν κτίρια, το όριο αυτό αυξάνεται στο 15 %. Σε εξαιρετικές και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, το όριο μπορεί να αυξηθεί υπερβαίνοντας τα αντίστοιχα προαναφερθέντα ποσοστά για πράξεις που αφορούν διατήρηση του περιβάλλοντος·

γ) φόρος προστιθέμενης αξίας, εκτός της περίπτωσης που δεν είναι ανακτήσιμος δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ.

▼M6

Άρθρο 70

Επιλεξιμότητα πράξεων βάσει της γεωγραφικής θέσης

1.  Με την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, και των ειδικών κανόνων για κάθε Ταμείο, οι πράξεις που χρηματοδοτούνται από τα ΕΔΕΤ υλοποιούνται στην περιοχή προγράμματος.

Οι πράξεις που αφορούν την παροχή υπηρεσιών σε πολίτες ή επιχειρήσεις που καλύπτουν ολόκληρη την επικράτεια κράτους μέλους θεωρείται ότι υλοποιούνται σε όλες τις περιοχές του προγράμματος εντός κράτους μέλους. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι δαπάνες κατανέμονται κατ’ αναλογία στις εν λόγω περιοχές του προγράμματος, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων.

Το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζεται στο εθνικό πρόγραμμα που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 ή στο ειδικό πρόγραμμα για τη δημιουργία και λειτουργία του εθνικού αγροτικού δικτύου που αναφέρεται στο άρθρο 54 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού.

2.  Η διαχειριστική αρχή δύναται να αποδεχθεί την υλοποίηση μιας πράξης εκτός της περιοχής του προγράμματος, αλλά στο εσωτερικό της Ένωσης, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλοι οι ακόλουθοι όροι:

α) η πράξη είναι προς όφελος της περιοχής του προγράμματος·

β) το συνολικό ποσό από το ΕΤΠΑ, το Ταμείο Συνοχής, το ΕΓΤΑΑ ή το ΕΤΘΑ που χορηγείται βάσει του προγράμματος στις πράξεις οι οποίες υλοποιούνται εκτός της περιοχής του προγράμματος δεν υπερβαίνει το 15 % της υποστήριξης από το ΕΤΠΑ, το Ταμείο Συνοχής, το ΕΓΤΑΑ ή το ΕΤΘΑ σε επίπεδο προτεραιότητας τη χρονική στιγμή της έγκρισης του προγράμματος·

γ) η επιτροπή παρακολούθησης έχει εγκρίνει την πράξη ή τους τύπους των εν λόγω πράξεων·

δ) οι υποχρεώσεις των αρχών για το πρόγραμμα σε σχέση με τη διαχείριση, τον έλεγχο και τον δημοσιονομικό έλεγχο της πράξης πληρούνται από τις αρχές που είναι υπεύθυνες για το πρόγραμμα στο πλαίσιο του οποίου χρηματοδοτείται η εν λόγω πράξη ή συνάπτουν συμφωνίες με τις αρχές της περιοχής στην οποία υλοποιείται η πράξη.

Στις περιπτώσεις όπου πράξεις που χρηματοδοτούνται από τα Ταμεία και το ΕΤΘΑ υλοποιούνται εκτός της περιοχής του προγράμματος σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο και έχουν οφέλη τόσο εντός όσο και εκτός της περιοχής του προγράμματος, οι εν λόγω δαπάνες κατανέμονται κατ’ αναλογία στις εν λόγω περιοχές βάσει αντικειμενικών κριτηρίων.

Στις περιπτώσεις όπου πράξεις αφορούν τον θεματικό στόχο που αναφέρεται στο άρθρο 9 πρώτο εδάφιο σημείο 1) και υλοποιούνται εκτός του κράτους μέλους αλλά εντός της Ένωσης, εφαρμόζονται μόνο τα στοιχεία β) και δ) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.

3.  Για πράξεις που αφορούν τεχνική βοήθεια, ή μέτρα πληροφόρησης, επικοινωνίας και προβολής και δραστηριότητες προβολής και για πράξεις που αφορούν στον θεματικό στόχο που αναφέρεται στο άρθρο 9 πρώτο εδάφιο σημείο 1), οι δαπάνες μπορούν να πραγματοποιηθούν εκτός της Ένωσης εφόσον αυτές οι δαπάνες είναι αναγκαίες για την ικανοποιητική υλοποίηση της πράξης.

4.  Οι παράγραφοι 1, 2 και3 δεν εφαρμόζονται σε προγράμματα στο πλαίσιο του στόχου της ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας. Οι παράγραφοι 2 και 3 δεν εφαρμόζονται σε πράξεις που υποστηρίζονται από το ΕΚΤ.

▼B

Άρθρο 71

Διάρκεια των πράξεων

1.  Για μια πράξη που περιλαμβάνει επένδυση σε υποδομή ή παραγωγική επένδυση επιστρέφεται η συνεισφορά των ΕΔΕΤ, εάν εντός πέντε ετών από την τελική πληρωμή στον δικαιούχο ή εντός της προθεσμίας που ορίζεται στους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων, κατά περίπτωση, υπόκειται σε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α) παύση ή μετεγκατάσταση μιας παραγωγικής δραστηριότητας εκτός της περιοχής προγράμματος·

β) αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος ενός στοιχείου υποδομής η οποία παρέχει σε μια εταιρεία ή δημόσιο οργανισμό αδικαιολόγητο πλεονέκτημα·

γ) ουσιαστική μεταβολή που επηρεάζει τη φύση, τους στόχους ή την εφαρμογή των όρων που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τους αρχικούς στόχους.

Τα αχρεωστήτως καταβαλλόμενα ποσά για την εν λόγω πράξη ανακτώνται από το κράτος μέλος αναλογικά προς την περίοδο για την οποία δεν εκπληρώθηκαν οι απαιτήσεις.

Τα κράτη μέλη μπορούν να μειώσουν το οριζόμενο στο πρώτο εδάφιο χρονικό περιθώριο σε τρία έτη όταν πρόκειται για περιπτώσεις διατήρησης επενδύσεων ή θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν από ΜΜΕ.

2.  Πράξη που περιλαμβάνει επενδύσεις σε υποδομή ή παραγωγικές επενδύσεις επιστρέφει τη συνεισφορά από τα ΕΔΕΤ εάν, εντός 10 ετών από την τελική πληρωμή στον δικαιούχο, η παραγωγική δραστηριότητα μεταφέρεται εκτός της Ένωσης, με την εξαίρεση της περίπτωσης ο δικαιούχος να είναι ΜΜΕ. Όταν η συνεισφορά από τα ΕΔΕΤ λαμβάνει τη μορφή κρατικής ενίσχυσης, η περίοδος των 10 ετών αντικαθίσταται από την ισχύουσα προθεσμία σύμφωνα με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων.

3.  Πράξεις που χρηματοδοτούνται από το ΕΚΤ και πράξεις που χρηματοδοτούνται από τα άλλα ΕΔΕΤ οι οποίες δεν συνιστούν επένδυση σε υποδομή ή παραγωγικές επενδύσεις επιστρέφουν τη συνεισφορά από το Ταμείο μόνο όταν υπόκεινται σε υποχρέωση διατήρησης μιας επένδυσης βάσει των εφαρμοστέων κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων και υπόκεινται σε εκχώρηση ή μετεγκατάσταση μιας παραγωγικής δραστηριότητας εντός της περιόδου που ορίζεται στους εν λόγω κανόνες.

▼M6

4.  Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στις συνεισφορές σε ή από χρηματοοικονομικά μέσα ή για χρηματοδοτική μίσθωση δυνάμει του άρθρου 45 παράγραφος 2 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 ούτε προς οποιαδήποτε πράξη η οποία επιφέρει διακοπή μιας παραγωγικής δραστηριότητας εξαιτίας μη δόλιας πτώχευσης.

▼B

5.  Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 δεν εφαρμόζονται σε φυσικά πρόσωπα που είναι δικαιούχοι επενδυτικής ενίσχυσης και, μετά την ολοκλήρωση της επενδυτικής πράξης, καθίστανται επιλέξιμοι για να λάβουν και λαμβάνουν υποστήριξη βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1309/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όταν η εν λόγω επένδυση συνδέεται άμεσα με τον τύπο δραστηριότητας που κρίνεται ως επιλέξιμη για υποστήριξη από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση.



ΤΙΤΛΟΣ VIII

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΣ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου

Άρθρο 72

Γενικές αρχές των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου

Τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 8, συνίστανται από τα ακόλουθα:

α) περιγραφή των αρμοδιοτήτων κάθε φορέα που εμπλέκεται σε θέματα διαχείρισης και ελέγχου και κατανομή αρμοδιοτήτων στο εσωτερικό του κάθε φορέα·

β) τήρηση της αρχής του διαχωρισμού των αρμοδιοτήτων μεταξύ των φορέων και στο εσωτερικό των εν λόγω φορέων·

γ) διαδικασίες για τη διασφάλιση της νομιμότητας και κανονικότητας των δηλούμενων δαπανών·

δ) πληροφορικά συστήματα για την λογιστική, την αποθήκευση και διαβίβαση δημοσιονομικών δεδομένων και δεδομένων για τους δείκτες, την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων·

ε) συστήματα για τη σύνταξη εκθέσεων και την παρακολούθηση, όταν ο αρμόδιος φορέας αναθέτει την εκτέλεση καθηκόντων σε άλλο φορέα·

στ) ρυθμίσεις για το λογιστικό έλεγχο της λειτουργίας των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου·

ζ) συστήματα και διαδικασίες για τη διασφάλιση επαρκούς διαδρομής λογιστικού ελέγχου·

η) την πρόληψη, ανίχνευση και διόρθωση παρατυπιών, συμπεριλαμβανομένης της απάτης, και την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών μαζί με τους ενδεχόμενους τόκους υπερημερίας.

Άρθρο 73

Ευθύνες που απορρέουν από την επιμερισμένη διαχείριση

Σύμφωνα με την αρχή της επιμερισμένης διαχείρισης, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή είναι υπεύθυνα για τη διαχείριση και τον έλεγχο των προγραμμάτων σύμφωνα με τις αντίστοιχες ευθύνες τους που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο.

Άρθρο 74

Ευθύνες των κρατών μελών

1.  Τα κράτη μέλη τηρούν τις υποχρεώσεις διαχείρισης, ελέγχου και λογιστικού ελέγχου και αναλαμβάνουν τις συνακόλουθες ευθύνες που ορίζονται στους κανόνες της επιμερισμένης διαχείρισης που περιλαμβάνονται στον δημοσιονομικό κανονισμό και τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο.

2.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα συστήματα για τη διαχείριση και τον έλεγχο των προγραμμάτων τους θεσπίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των ειδικών κανόνων Ταμείου και ότι τα εν λόγω συστήματα λειτουργούν αποτελεσματικά.

3.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τίθενται αποτελεσματικοί μηχανισμοί για την εξέταση των καταγγελιών σχετικά με τα ΕΔΕΤ. Την ευθύνη για το πεδίο εφαρμογής, τους κανόνες και τις διαδικασίες που σχετίζονται με αυτές τις ρυθμίσεις αναλαμβάνουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με το θεσμικό και νομικό τους πλαίσιο. Τα κράτη μέλη εξετάζουν, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, τις καταγγελίες που υποβάλλονται στην Επιτροπή και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των ρυθμίσεων αυτών. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τα αποτελέσματα της εν λόγω εξέτασης κατόπιν σχετικού αιτήματος.

4.  Όλες οι επίσημες ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ του κράτους μέλους και της Επιτροπής πραγματοποιούνται με τη χρήση συστήματος ηλεκτρονικής ανταλλαγής δεδομένων. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις με τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται το σύστημα αυτό. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 150 παράγραφος 3.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Εξουσίες και αρμοδιότητες της Επιτροπής

Άρθρο 75

Εξουσίες και αρμοδιότητες της Επιτροπής

1.  Η Επιτροπή εξασφαλίζει, βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών, μεταξύ των οποίων πληροφορίες σχετικά με τον διορισμό των φορέων που είναι υπεύθυνοι για την διαχείριση και τον έλεγχο, τα έγγραφα που παρέχονται κατ’ έτος από τους ορισθέντες φορείς σύμφωνα με το ►M6  άρθρο 63 παράγραφοι 5, 6 και 7 του δημοσιονομικού κανονισμού ◄ , τις εκθέσεις ελέγχου, τις ετήσιες εκθέσεις υλοποίησης και τους ελέγχους που διενεργούνται από εθνικούς φορείς και φορείς της Ένωσης, ότι τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει συστήματα διαχείρισης και ελέγχου τα οποία είναι σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο και ότι τα εν λόγω συστήματα λειτουργούν αποτελεσματικά κατά τη διάρκεια εφαρμογής των προγραμμάτων.

2.  Υπάλληλοι της Επιτροπής ή επιτετραμμένοι αντιπρόσωποι της Επιτροπής μπορούν να διενεργούν επιτόπιους δημοσιονομικούς ελέγχους ή επαληθεύσεις μετά από προειδοποίηση τουλάχιστον 12 εργάσιμων ημερών στην αρμόδια εθνική αρχή, εκτός από επείγουσες περιπτώσεις. Η Επιτροπή, σεβόμενη την αρχή της αναλογικότητας, λαμβάνει υπόψη την ανάγκη αποφυγής περιττών αλληλοεπικαλύψεων των λογιστικών ελέγχων ή των επαληθεύσεων που διενεργούν τα κράτη μέλη, το επίπεδο κινδύνου για τον προϋπολογισμό της Ένωσης και την ανάγκη ελαχιστοποίησης της διοικητικής επιβάρυνσης για τους δικαιούχους σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο. Το πεδίο εφαρμογής αυτών των λογιστικών ελέγχων μπορεί να περιλαμβάνει ιδίως την επαλήθευση της αποτελεσματικής λειτουργίας των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου ενός επιχειρησιακού προγράμματος ή ενός μέρος τους και αξιολόγηση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης πράξεων ή προγραμμάτων. Σε αυτούς τους ελέγχους ή τις επαληθεύσεις μπορούν να συμμετέχουν υπάλληλοι ή εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι του κράτους μέλους.

Οι υπάλληλοι ή οι επιτετραμμένοι αντιπρόσωποι της Επιτροπής, οι οποίοι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένοι να διενεργούν επιτόπιους ελέγχους ή επαληθεύσεις, έχουν πρόσβαση σε όλα τα απαιτούμενα αρχεία, έγγραφα και μεταδεδομένα, ανεξάρτητα από το μέσο αποθήκευσής τους, τα οποία αφορούν τις συγχρηματοδοτούμενες από τα ΕΔΕΤ δαπάνες ή τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου. Τα κράτη μέλη παρέχουν αντίγραφα αυτών των αρχείων, εγγράφων και δεδομένων στην Επιτροπή μετά από σχετικό αίτημα.

Οι αρμοδιότητες που ορίζονται στην παρούσα παράγραφο δεν θίγουν την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων που επιφυλάσσουν ορισμένες πράξεις για υπαλλήλους που ορίζονται ειδικά από την εθνική νομοθεσία. Υπάλληλοι και επιτετραμμένοι αντιπρόσωποι της Επιτροπής δεν συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, σε κατ’ οίκον επισκέψεις ή στις επίσημες ανακρίσεις ατόμων στα πλαίσια διαδικασιών βάσει της εθνικής νομοθεσίας. Εντούτοις, οι εν λόγω υπάλληλοι και επιτετραμμένοι αντιπρόσωποι έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες που αποκτώνται με αυτόν τον τρόπο χωρίς να θίγονται οι αρμοδιότητες των εθνικών δικαστηρίων και τηρώντας πλήρως τα θεμελιώδη δικαιώματα των σχετικών υποκειμένων δικαίου.

▼M6

2α.  Η Επιτροπή παρέχει στην αρμόδια εθνική αρχή:

α) το σχέδιο έκθεσης λογιστικού ελέγχου από τον επιτόπιο έλεγχο ή την επαλήθευση εντός τριών μηνών από τη λήξη του εν λόγω ελέγχου ή της εν λόγω επαλήθευσης·

β) την τελική έκθεση λογιστικού ελέγχου εντός τριών μηνών από την παραλαβή πλήρους απάντησης από την αρμόδια εθνική αρχή στο σχέδιο έκθεσης λογιστικού ελέγχου από τον οικείο επιτόπιο έλεγχο ή την επαλήθευση.

Οι εκθέσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου διατίθενται εντός της προθεσμίας που ορίζονται στα εν λόγω στοιχεία σε μία τουλάχιστον από τις επίσημες γλώσσες των θεσμών της Ένωσης.

Η προθεσμία που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α) δεν περιλαμβάνει την περίοδο που αρχίζει την ημέρα μετά την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή αποστέλλει την αίτηση για συμπληρωματικές πληροφορίες στο κράτος μέλος και διαρκεί έως ότου το κράτος μέλος απαντήσει στην εν λόγω αίτηση.

Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται στο ΕΓΤΑΑ.

▼B

3.  Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει την αποτελεσματική λειτουργία των συστημάτων του διαχείρισης και ελέγχου ή την ορθότητα των δαπανών σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο.



ΤΙΤΛΟΣ IX

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ, ΕΞΕΤΑΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΔΟΧΗ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ, ΑΠΟΔΕΣΜΕΥΣΗ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Δημοσιονομική διαχείριση

Άρθρο 76

Δεσμεύσεις του προϋπολογισμού

Οι δεσμεύσεις του προϋπολογισμού της Ένωσης για κάθε πρόγραμμα πραγματοποιούνται σε ετήσιες δόσεις για κάθε Ταμείο κατά την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020. Οι δεσμεύσεις του προϋπολογισμού που αφορούν το αποθεματικό επίδοσης σε κάθε πρόγραμμα εγγράφονται χωριστά από το υπόλοιπο κονδύλι του προγράμματος.

►C1  Η απόφαση της Επιτροπής για την έγκριση ενός προγράμματος συνιστά την απόφαση χρηματοδότησης κατά την έννοια του ►M6  άρθρο 110 παράγραφος 1 του δημοσιονομικού κανονισμού ◄  ◄ και, μόλις κοινοποιηθεί στο οικείο κράτος μέλος, νομική ανάληψη υποχρέωσης κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού.

Για κάθε πρόγραμμα, οι δεσμεύσεις του προϋπολογισμού για την πρώτη δόση έπεται της έγκρισης του προγράμματος από την Επιτροπή.

Οι δεσμεύσεις του προϋπολογισμού για τις επόμενες δόσεις πραγματοποιούνται από την Επιτροπή πριν από την 1η Μαΐου κάθε έτους με βάση την απόφαση που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου, εκτός εάν εφαρμόζεται το άρθρο 16 του δημοσιονομικού κανονισμού.

Μετά την εφαρμογή του πλαισίου επιδόσεων σύμφωνα με το άρθρο 22, σε περίπτωση που κάποιες προτεραιότητες δεν έχουν επιτύχει τα ορόσημά τους, η Επιτροπή αποδεσμεύει, κατά περίπτωση, τις αντίστοιχες πιστώσεις που έχουν δεσμευθεί για τα οικεία προγράμματα ως τμήμα του αποθεματικού επίδοσης και τις διαθέτει και πάλι για τα προγράμματα για τα οποία η χρηματοδότηση αυξάνει λόγω της τροποποίησης που ενέκρινε η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 5.

Άρθρο 77

Κοινοί κανόνες για τις πληρωμές

1.  Οι πληρωμές εκ μέρους της Επιτροπής της συνεισφοράς των ΕΔΕΤ σε κάθε πρόγραμμα πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις πιστώσεις του προϋπολογισμού και με την επιφύλαξη των διαθέσιμων χρηματοδοτικών πόρων. Κάθε πληρωμή καταλογίζεται στις παλαιότερες ανοικτές πιστώσεις υποχρεώσεων του προϋπολογισμού του σχετικού Ταμείου.

2.  Πληρωμές που αφορούν αναλήψεις υποχρεώσεων του αποθεματικού επίδοσης δεν πραγματοποιούνται πριν από την τελική κατανομή του αποθεματικού επίδοσης, σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφοι 3 και 4.

3.  Οι πληρωμές έχουν τη μορφή προχρηματοδότησης, ενδιάμεσων πληρωμών και πληρωμής του τελικού υπολοίπου.

4.  Για μορφές υποστήριξης βάσει του άρθρου 67 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία β), γ) και δ) και βάσει των άρθρων 68 και 69, οι δαπάνες που υπολογίζονται στην εφαρμοζόμενη βάση θεωρούνται επιλέξιμη δαπάνη.

Άρθρο 78

Κοινοί κανόνες για τον υπολογισμό των ενδιάμεσων πληρωμών και της πληρωμής του τελικού υπολοίπου

Οι ειδικοί κανόνες για κάθε Ταμείο προβλέπουν κανόνες για τον υπολογισμό του ποσού το οποίο επιστρέφεται υπό μορφή ενδιάμεσων πληρωμών και της πληρωμής του τελικού υπολοίπου. Το ποσό αυτό αποτελεί συνάρτηση του ειδικού συντελεστή συγχρηματοδότησης που εφαρμόζεται στην επιλέξιμη δαπάνη.

Άρθρο 79

Αίτηση πληρωμής

1.  Η ειδική διαδικασία και τα στοιχεία που πρέπει να υποβάλλονται για τις αιτήσεις πληρωμών σε σχέση με κάθε ΕΔΕΤ καθορίζονται στους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο.

2.  Η αίτηση πληρωμής που υποβάλλεται στην Επιτροπή παρέχει όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα στην Επιτροπή για την τήρηση λογαριασμών σύμφωνα με το ►M6  άρθρο 82 παράγραφος 2 του δημοσιονομικού κανονισμού ◄ .

Άρθρο 80

Χρήση του ευρώ

Τα ποσά που ορίζονται στα προγράμματα που υποβάλλουν τα κράτη μέλη, οι προβλέψεις δαπανών, οι δηλώσεις δαπανών, οι αιτήσεις πληρωμής, οι λογαριασμοί και οι δαπάνες που αναφέρονται στις ετήσιες και τελικές εκθέσεις υλοποίησης εκφράζονται σε ευρώ.

Άρθρο 81

Πληρωμή της αρχικής προκαταβολής

1.  Μετά την έκδοση από την Επιτροπή της απόφασης έγκρισης του προγράμματος, η Επιτροπή καταβάλλει ένα αρχικό ποσό προκαταβολής για το σύνολο της περιόδου προγραμματισμού. Το ποσό της αρχικής προκαταβολής καταβάλλεται σε δόσεις, ανάλογα με τις δημοσιονομικές ανάγκες. Το ποσό των δόσεων καθορίζεται στους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο.

2.  Η αρχική προχρηματοδότηση χρησιμοποιείται μόνο για πληρωμές στους δικαιούχους κατά την εφαρμογή του προγράμματος. Διατίθεται άμεσα στον αρμόδιο φορέα γι’ αυτόν τον σκοπό.

Άρθρο 82

Εκκαθάριση της αρχικής προχρηματοδότησης

Το ποσό που καταβάλλεται ως αρχική προχρηματοδότηση διαγράφεται εξ ολοκλήρου από τους λογαριασμούς της Επιτροπής το αργότερο κατά το κλείσιμο του προγράμματος.

Άρθρο 83

Διακοπή της προθεσμίας πληρωμής

1.  Ο κύριος διατάκτης, κατά την έννοια του δημοσιονομικού κανονισμού, μπορεί να διακόπτει την προθεσμία πληρωμής για μια αίτηση ενδιάμεσης πληρωμής για ανώτατη περίοδο έξι μηνών, εάν:

α) με βάση τα στοιχεία που έχουν παρασχεθεί από έναν εθνικό ή φορέα της Ένωσης δημοσιονομικού ελέγχου, υπάρχουν σαφείς ενδείξεις σημαντικών ανεπαρκειών στη λειτουργία των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου·

β) ο κύριος διατάκτης οφείλει να διενεργεί πρόσθετες επαληθεύσεις όταν περιέρχονται σε γνώση του εν λόγω διατάκτη πληροφορίες ότι οι δαπάνες που περιέχονται σε μια αίτηση πληρωμής συνδέονται με σοβαρή παρατυπία που έχει σοβαρές δημοσιονομικές συνέπειες·

γ) δεν υποβάλλεται ένα από τα έγγραφα που απαιτούνται βάσει του ►M6  άρθρο 63 παράγραφοι 5, 6 και 7 του δημοσιονομικού κανονισμού ◄ .

Τα κράτη μέλη μπορούν να συμφωνήσουν για παράταση της περιόδου διακοπής κατά τρεις μήνες περαιτέρω.

Οι ειδικοί κανόνες για κάθε Ταμείο που καθορίζονται για το ΕΤΘΑ μπορεί να θεσπίσουν ειδικές βάσεις για διακοπή των πληρωμών που σχετίζονται με τη μη συμμόρφωση με τους κανόνες που έχουν εφαρμογή στο πλαίσιο της κοινής αλιευτικής πολιτικής, οι οποίες είναι αναλογικές και λαμβάνουν υπόψη τη φύση, τη βαρύτητα, τη διάρκεια και την επανάληψη της μη συμμόρφωσης.

2.  Ο κύριος διατάκτης περιορίζει τη διακοπή στο μέρος της δαπάνης που καλύπτεται από την αίτηση πληρωμής την οποία αφορούν τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο, εκτός εάν δεν είναι δυνατός ο εντοπισμός του μέρους των δαπανών που επηρεάζεται. Ο κύριος διατάκτης ενημερώνει γραπτώς το κράτος μέλος και τη διαχειριστική αρχή άμεσα για τον λόγο της διακοπής και ζητά από αυτά να διορθώσουν την κατάσταση. Ο κύριος διατάκτης τερματίζει τη διακοπή της προθεσμίας πληρωμής μόλις ληφθούν τα αναγκαία μέτρα.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Εξέταση και αποδοχή λογαριασμών

Άρθρο 84

Προθεσμία εξέτασης και αποδοχής λογαριασμών από την Επιτροπή

Έως τις 31 Μαΐου του έτους μετά τη λήξη της λογιστικής χρήσης, η Επιτροπή, σύμφωνα με το ►M6  άρθρο 63 παράγραφος 8 του δημοσιονομικού κανονισμού ◄ , εφαρμόζει διαδικασίες για την εξέταση και την αποδοχή των λογαριασμών και ενημερώνει το κράτος μέλος εάν αποδέχεται ότι οι λογαριασμοί είναι πλήρεις, ακριβείς και αληθείς με βάση τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

Δημοσιονομικές διορθώσεις

Άρθρο 85

Δημοσιονομικές διορθώσεις από την Επιτροπή

1.  Η Επιτροπή πραγματοποιεί τις δημοσιονομικές διορθώσεις ακυρώνοντας συνολικά ή εν μέρει τη συνεισφορά της Ένωσης σε ένα πρόγραμμα και προβαίνοντας σε ανάκτηση από το κράτος μέλος, με στόχο να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο χρηματοδότησης από την Ένωση δαπάνης η οποία συνιστά παράβαση του εφαρμοστέου δικαίου.

2.  Παράβαση του εφαρμοστέου δικαίου συνεπάγεται δημοσιονομική διόρθωση μόνο σε σχέση με δαπάνες που έχουν δηλωθεί στην Επιτροπή και εάν συντρέχει ένας από τους ακόλουθους όρους:

α) η παράβαση επηρέασε την επιλογή μιας πράξης από τον αρμόδιο φορέα για τη χορήγηση συνδρομής από τα ΕΔΕΤ ή, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, λόγω της φύσης της παράβασης, δεν είναι δυνατό να επιβεβαιωθεί η εν λόγω επίπτωση, υφίσταται όμως προφανής κίνδυνος η παράβαση να είχε αυτό το αποτέλεσμα·

β) η εν λόγω παράβαση επηρέασε το ποσό της δαπάνης που δηλώθηκε για επιστροφή από τον προϋπολογισμό της Ένωσης ή, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, λόγω της φύσης της παράβασης, δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί ακριβώς η δημοσιονομική επίπτωση, υφίσταται όμως προφανής κίνδυνος η παράβαση να είχε αυτό το αποτέλεσμα.

3.  Αποφασίζοντας για δημοσιονομική διόρθωση βάσει της παραγράφου 1, η Επιτροπή τηρεί την αρχή της αναλογικότητας λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα της παράβασης του εφαρμοστέου δικαίου και τις σχετικές δημοσιονομικές επιπτώσεις για τον προϋπολογισμό της Ένωσης. Η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τις αποφάσεις που λαμβάνονται για την εφαρμογή δημοσιονομικών διορθώσεων.

4.  Τα κριτήρια και οι διαδικασίες για την εφαρμογή δημοσιονομικών διορθώσεων καθορίζονται στους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Αποδέσμευση

Άρθρο 86

Αρχές

1.  Όλα τα προγράμματα υπόκεινται σε διαδικασία αποδέσμευσης που θεσπίστηκε βάσει της αρχής ότι τα ποσά που συνδέονται με μια αποδέσμευση τα οποία δεν καλύπτονται από προχρηματοδότηση ή αίτηση πληρωμής εντός καθορισμένης περιόδου αποδεσμεύονται, συμπεριλαμβανομένων και των αιτήσεων πληρωμής οι οποίες είτε ολόκληρες είτε τμηματικώς υπόκεινται σε διακοπή της προθεσμίας πληρωμής ή σε ανάκληση πληρωμών.

2.  Η ανάληψη υποχρέωσης που αφορά το τελευταίο έτος της περιόδου αποδεσμεύεται σύμφωνα με τους κανόνες που πρέπει να ακολουθούνται για το κλείσιμο των προγραμμάτων.

3.  Οι ειδικοί κανόνες των Ταμείων προσδιορίζουν την ακριβή εφαρμογή του κανόνα αποδέσμευσης για κάθε ΕΔΕΤ.

4.  Τυχόν μέρος των αναλήψεων υποχρεώσεων που παραμένει ανοικτό αποδεσμεύεται, εάν δεν υποβληθεί στην Επιτροπή κάποιο από τα έγγραφα που απαιτούνται για το κλείσιμο εντός των προθεσμιών που ορίζουν οι ειδικοί κανόνες για κάθε Ταμείο.

5.  Οι αναλήψεις υποχρεώσεων του προϋπολογισμού που αφορούν το αποθεματικό επίδοσης υπόκεινται σε διαδικασία αποδέσμευσης σύμφωνα με την παράγραφο 4.

Άρθρο 87

Εξαίρεση από την αποδέσμευση

1.  Από το ποσό το οποίο αφορά η αποδέσμευση αφαιρούνται τα ποσά που ισούνται με το τμήμα της ανάληψης υποχρεώσεων του προϋπολογισμού για το οποίο:

α) οι πράξεις αναστέλλονται με δικαστική διαδικασία ή με διοικητική ένσταση που έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα· ή

β) δεν κατέστη δυνατό να υποβληθεί αίτηση πληρωμής για λόγους ανωτέρας βίας που επηρέασαν σοβαρά την υλοποίηση ολόκληρου ή μέρους του προγράμματος.

Οι εθνικές αρχές που ισχυρίζονται την ύπαρξη ανωτέρας βίας σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο στοιχείο β) αποδεικνύουν τις άμεσες επιπτώσεις της ανωτέρας βίας στην υλοποίηση ολόκληρου ή μέρους του προγράμματος.

Για τους σκοπούς των στοιχείων α) και β) του πρώτου εδαφίου, η μείωση του ποσού μπορεί να ζητηθεί μία φορά, εάν η διάρκεια της αναστολής ή της κατάστασης ανωτέρας βίας διήρκησε λιγότερο από ένα έτος, ή να ζητηθεί για αριθμό περιπτώσεων που αντιστοιχούν στη διάρκεια της κατάστασης ανωτέρας βίας ή στον αριθμό των ετών μεταξύ της ημερομηνίας της δικαστικής ή διοικητικής απόφασης που ανέστειλε την υλοποίηση της πράξης και της ημερομηνίας έκδοσης της οριστικής δικαστικής ή διοικητικής απόφασης.

2.  Το κράτος μέλος αποστέλλει στην Επιτροπή, έως τις 31 Ιανουαρίου, στοιχεία για τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β) εξαιρέσεις για το ποσό που έπρεπε να δηλωθεί μέχρι το τέλος του προηγούμενου έτους.

Άρθρο 88

Διαδικασία

1.  Η Επιτροπή ενημερώνει εγκαίρως το κράτος μέλος και τη διαχειριστική αρχή όποτε υπάρχει κίνδυνος εφαρμογής του κανόνα αποδέσμευσης βάσει του άρθρου 86.

2.  Βάσει των πληροφοριών που έχει λάβει έως τις 31 Ιανουαρίου, η Επιτροπή ανακοινώνει στο κράτος μέλος και στη διαχειριστική αρχή το ποσό της αποδέσμευσης που προκύπτει από τις εν λόγω πληροφορίες.

3.  Το κράτος μέλος έχει προθεσμία δύο μηνών να αποδεχθεί το ποσό που πρόκειται να αποδεσμευτεί ή να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.

4.  Το κράτος μέλος υποβάλει στην Επιτροπή έως τις 30 Ιουνίου αναθεωρημένο σχέδιο χρηματοδότησης που αποτυπώνει για το εξεταζόμενο οικονομικό έτος το μειωμένο ποσό της υποστήριξης για μία ή περισσότερες προτεραιότητες του προγράμματος, λαμβάνοντας υπόψη την κατανομή ανά Ταμείο και ανά κατηγορία περιφέρειας, κατά περίπτωση. Εάν δεν το πράξει, η Επιτροπή αναθεωρεί το σχέδιο χρηματοδότησης μειώνοντας τη συνεισφορά των ΕΔΕΤ για το εξεταζόμενο οικονομικό έτος. Η μείωση αυτή κατανέμεται σε κάθε προτεραιότητα αναλογικά.

5.  Η Επιτροπή τροποποιεί την απόφαση για την έγκριση του προγράμματος με εκτελεστικές πράξεις, το αργότερο έως τις 30 Σεπτεμβρίου.



ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΣΤΟ ΕΤΠΑ, ΤΟ ΕΚΤ ΚΑΙ ΤΟ ΤΑΜΕΙΟ ΣΥΝΟΧΗΣ



ΤΙΤΛΟΣ I

ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Αποστολή, στόχοι και γεωγραφική κάλυψη της στήριξης

Άρθρο 89

Αποστολή και στόχοι

1.  Τα Ταμεία συμβάλλουν στην ανάπτυξη και προώθηση των δράσεων της Ένωσης που οδηγούν στην ενίσχυση της οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής συνοχής της, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΣΛΕΕ.

Οι στηριζόμενες από τα Ταμεία δράσεις συμβάλλουν επίσης στην υλοποίηση της στρατηγικής της Ένωσης για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη.

2.  Χάριν της αποστολής της παραγράφου 1, επιδιώκονται οι ακόλουθοι επιμέρους στόχοι:

α) Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση, στα κράτη μέλη και τις περιφέρειες που υποστηρίζονται από τα Ταμεία· και

β) Ευρωπαϊκή εδαφική συνεργασία, που υποστηρίζεται από το ΕΤΠΑ.

Άρθρο 90

Στόχος Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση

1.  Τα διαρθρωτικά ταμεία υποστηρίζουν τον στόχο Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση σε όλες τις περιφέρειες που αντιστοιχούν στο επίπεδο 2 της κοινής ονοματολογίας των εδαφικών στατιστικών μονάδων («επίπεδο NUTS 2») που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1059/2003 και τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 105/2007.

2.  Οι πόροι για τον στόχο Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση κατανέμονται μεταξύ των ακόλουθων τριών κατηγοριών περιφερειών επιπέδου NUTS 2:

α) στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες με κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ κατώτερο του 75 % του μέσου ΑΕγχΠ της ΕΕ-27·

β) στις περιφέρειες μετάβασης με κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ μεταξύ του 75 % και του 90 % του μέσου ΑΕγχΠ της ΕΕ-27·

γ) στις περισσότερο αναπτυγμένες περιφέρειες με κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ ανώτερο του 90 % του μέσου ΑΕγχΠ της ΕΕ-27.

Η ταξινόμηση των περιφερειών σε μια από τις τρεις κατηγορίες περιφερειών καθορίζεται με βάση τον τρόπο με τον οποίο το κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ κάθε περιφέρειας, που μετράται σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (ΜΑΔ) και υπολογίζεται βάσει των στοιχείων της Ένωσης για την περίοδο 2007 έως 2009, σχετίζεται με το μέσο ΑΕγχΠ της ΕΕ-27 για την ίδια περίοδο αναφοράς.

3.  Το Ταμείο Συνοχής υποστηρίζει τα κράτη μέλη με κατά κεφαλήν ακαθάριστο εθνικό εισόδημα (ΑΕΕ), που μετράται σε ΜΑΔ και υπολογίζεται βάσει των στοιχείων της Ένωσης για την περίοδο 2008 έως 2010, κατώτερο του 90 % του μέσου κατά κεφαλήν ΑΕΕ της ΕΕ-27 για την ίδια περίοδο αναφοράς.

Τα επιλέξιμα για χρηματοδότηση από το Ταμείο Συνοχής κράτη μέλη το 2013, αλλά με κατά κεφαλήν ονομαστικό ΑΕΕ που υπερβαίνει το 90 % του μέσου κατά κεφαλήν ΑΕΕ της ΕΕ-27, όπως υπολογίζεται βάσει του πρώτου εδαφίου, λαμβάνουν στήριξη από το Ταμείο Συνοχής σε μεταβατική και ειδική βάση.

4.  Αμέσως μόλις τεθεί σε ισχύ ο παρών κανονισμός, η Επιτροπή εκδίδει απόφαση με εκτελεστική πράξη στην οποία ορίζεται κατάλογος των περιφερειών οι οποίες πληρούν τα κριτήρια για τις τρεις κατηγορίες περιφερειών βάσει της παραγράφου 2 και των κρατών μελών που πληρούν τα κριτήρια της παραγράφου 3. Ο κατάλογος αυτός ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 31η Δεκεμβρίου 2020.

5.  Το 2016 η Επιτροπή επανεξετάζει την επιλεξιμότητα των κρατών μελών για στήριξη από το Ταμείο Συνοχής βάσει των στοιχείων της Ένωσης για το ΑΕΕ της περιόδου 2012 έως 2014 για την ΕΕ-27. Τα κράτη μέλη με κατά κεφαλήν ονομαστικό ΑΕΕ που υπερβαίνει το 90 % του μέσου κατά κεφαλήν ΑΕΕ της ΕΕ-27 καθίσταται για πρώτη φορά επιλέξιμα για στήριξη από το Ταμείο Συνοχής και τα κράτη μέλη με κατά κεφαλή ονομαστικό ΑΕΕ που υπερβαίνει το 90 % και που ήταν επιλέξιμα για το Ταμείο Συνοχής χάνουν την επιλεξιμότητα και λαμβάνουν στήριξη από το Ταμείο Συνοχής σε μεταβατική και ειδική βάση.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Δημοσιονομικό πλαίσιο

Άρθρο 91

Πόροι για την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή

▼M7

1.  Οι πόροι για την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή που διατίθενται για δημοσιονομική ανάληψη υποχρεώσεων για την περίοδο 2014-2020 ανέρχονται σε 329 982 345 366 EUR σε τιμές 2011, σύμφωνα με την ετήσια κατανομή που παρουσιάζεται στο παράρτημα VI, εκ των οποίων 325 938 694 233 EUR είναι το συνολικό ποσό πόρων που διατίθενται για το ΕΤΠΑ, το ΕΚΤ και το Ταμείο Συνοχής και 4 043 651 133 EUR είναι το ειδικό κονδύλιο που διατίθεται για την ΠΑΝ. Για τον σκοπό του προγραμματισμού και τη συνακόλουθη ενσωμάτωση στον προϋπολογισμό της Ένωσης, το ποσό των πόρων για οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή υπόκειται σε τιμαριθμική αναπροσαρμογή 2 % ετησίως.

▼B

2.  Η Επιτροπή εκδίδει απόφαση, μέσω εκτελεστικών πράξεων, που ορίζει την ετήσια κατανομή των συνολικών πόρων για τα κονδύλια ανά κράτος μέλος στο πλαίσιο του στόχου Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση και του στόχου Ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας, καθώς και την ετήσια κατανομή των πόρων από το ειδικό κονδύλιο που διατίθεται για την ΠΑΝ ανά κράτος μέλος μαζί με τον κατάλογο των επιλέξιμων περιοχών, σύμφωνα με τα κριτήρια και τη μεθοδολογία που ορίζονται στα παραρτήματα VII και VIII αντίστοιχα, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου ή του άρθρου 92 παράγραφος 8.

▼M3

3.  Το 0,35 % των συνολικών πόρων, κατόπιν αφαίρεσης της στήριξης για τη διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 6 και της ενίσχυσης για τους απόρους που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 7, διατίθεται σε τεχνική συνδρομή με πρωτοβουλία της Επιτροπής, εκ των οποίων έως 112 233 000 EUR σε τρέχουσες τιμές διατίθενται για το πρόγραμμα στήριξης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θεσπίσθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/825 προς χρήση στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής και του σκοπού του εν λόγω προγράμματος.

▼B

Άρθρο 92

Πόροι για το στόχο Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση και το στόχο για την ευρωπαϊκή εδαφική συνεργασία

▼M7

1.  Οι πόροι για επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση ανέρχονται στο 96,09  % των συνολικών πόρων (δηλαδή συνολικά σε 317 073 545 392 EUR) και κατανέμονται ως εξής:

α) 51,52  % (δηλαδή σύνολο 163 359 380 738 EUR) στις λιγότερο αναπτυγμένες περιφέρειες·

β) 10,82  % (δηλαδή σύνολο 34 319 221 039 EUR) στις περιφέρειες μετάβασης·

γ) 16,33  % (δηλαδή σύνολο 51 773 321 432 EUR) στις περισσότερο αναπτυγμένες περιφέρειες·

δ) 20,89  % (δηλαδή σύνολο 66 236 030 665 EUR) στα κράτη μέλη που υποστηρίζονται από το Ταμείο Συνοχής·

ε) 0,44  % (δηλαδή σύνολο 1 385 591 518 EUR) ως πρόσθετη χρηματοδότηση για τις εξόχως απόκεντρες περιφέρειες που ορίζονται στο άρθρο 349 ΣΛΕΕ και για τις περιφέρειες του επιπέδου NUTS 2 οι οποίες πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 6 της πράξης προσχώρησης του 1994.

▼B

2.  Επιπλέον των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 91 και στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, για τα έτη 2014 και 2015, διατίθεται περαιτέρω ποσό 94 200 000 EURκαι 92 400 000 EUR αντίστοιχα, όπως ορίζεται στις «συμπληρωματικές προσαρμογές» του παραρτήματος VII. Τα εν λόγω ποσά καθορίζονται στην απόφαση της Επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 91 παράγραφος 2.

►C1  3.  Το 2016, στην τεχνική προσαρμογή για το έτος 2017, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1311/2013, η Επιτροπή αναθεωρεί τις συνολικές χορηγήσεις στο πλαίσιο του στόχου Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση για κάθε κράτος μέλος για την περίοδο 2017-2020, εφαρμόζοντας τη μέθοδο κατανομής που ορίζεται στις παραγράφους 1 έως 16 του παραρτήματος VII, με βάση τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία και, για τα κράτη μέλη που έχουν φθάσει το ανώτατο όριο, με βάσει τη σύγκριση μεταξύ του σωρευμένου εθνικού ΑΕγχΠ της περιόδου 2014 – 2015 και του σωρευμένου εθνικού ΑΕγχΠ κατά την ίδια περίοδο με βάση τις εκτιμήσεις του 2012, σύμφωνα με την παράγραφο 10 του παραρτήματος VII. Σε περίπτωση που η σωρευτική απόκλιση των αναθεωρημένων χορηγήσεων από τις συνολικές χορηγήσεις υπερβαίνει το +/-5 %, οι συνολικές χορηγήσεις προσαρμόζονται αντιστοίχως. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1311/2013, οι προσαρμογές καταμερίζονται ισόποσα ◄ κατά την περίοδο 2017 - 2020 και τα αντίστοιχα ανώτατα όρια του δημοσιονομικού πλαισίου τροποποιούνται αναλόγως. Το συνολικό καθαρό αποτέλεσμα των προσαρμογών, είτε θετικό είτε αρνητικό, δεν υπερβαίνει τα 4 000 000 000 EUR. Μετά την τεχνική προσαρμογή, η Επιτροπή, μέσω εκτελεστικών πράξεων, εγκρίνει απόφαση που καθορίζει αναθεωρημένη ετήσια κατανομή των συνολικών πόρων για κάθε κράτος μέλος.

4.  Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι επαρκείς επενδύσεις στοχεύουν στην απασχόληση των νέων, την κινητικότητα της εργασίας, τη γνώση, την κοινωνική ένταξη και την καταπολέμηση της φτώχειας, το μερίδιο των πόρων των διαρθρωτικών ταμείων που διατίθενται για τον προγραμματισμό επιχειρησιακών προγραμμάτων στο πλαίσιο του στόχου Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση, που διατίθενται για το ΕΚΤ σε κάθε κράτος μέλος δεν είναι χαμηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό συμμετοχής του ΕΚΤ για το εν λόγω κράτος μέλος όπως ορίζεται στα επιχειρησιακά προγράμματα για τη σύγκλιση και την περιφερειακή ανταγωνιστικότητα και απασχόληση για την περίοδο 2007-2013. Σε αυτό το ποσοστό προστίθεται ένα επιπλέον ποσό για κάθε κράτος μέλος, που καθορίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο που περιγράφεται στο παράρτημα ΙΧ, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το μερίδιο του ΕΚΤ ως ποσοστό του συνόλου των συνδυασμένων πόρων των Ταμείων σε επίπεδο Ένωσης, εξαιρουμένης της στήριξης από το Ταμείο Συνοχής για τις υποδομές μεταφορών στο πλαίσιο της διευκόλυνσης «Συνδέοντας την Ευρώπη», που αναφέρεται στην παράγραφο 6 και την στήριξη από τα διαρθρωτικά ταμεία για την ενίσχυση των απόρων που αναφέρονται στην παράγραφο 7, στα κράτη μέλη δεν είναι μικρότερη από 23,1 %. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, οι επενδύσεις που προβλέπονται από το ΕΚΤ για την ΠΑΝ θεωρείται ότι ανήκουν στο μερίδιο των διαρθρωτικών ταμείων που χορηγείται στο ΕΚΤ.

▼M7

5.  Οι πόροι για την ΠΑΝ ανέρχονται σε 4 043 651 133 EUR από το ειδικό κονδύλιο που διατίθεται για την ΠΑΝ και τουλάχιστον σε 4 043 651 133 EUR από στοχοθετημένες επενδύσεις του ΕΚΤ.

▼B

6.  Το ποσό στήριξης από το Ταμείο Συνοχής που μεταφέρεται στη διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» ανέρχεται σε 10 000 000 000 EUR. Δαπανάται για έργα υποδομής στον τομέα των μεταφορών, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, αποκλειστικά στα κράτη μέλη που είναι επιλέξιμα για χρηματοδότηση από το Ταμείο Συνοχής.

Η Επιτροπή εκδίδει απόφαση με εκτελεστική πράξη με την οποία καθορίζεται το προς μεταφορά ποσό από τη χορήγηση του Ταμείου Συνοχής σε κάθε κράτος μέλος προς τη διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» και ορίζεται κατ’ αναλογία για το σύνολο της περιόδου. Η κατανομή του Ταμείου Συνοχής για κάθε κράτος μέλος μειώνεται αντίστοιχα.

Οι ετήσιες πιστώσεις που αντιστοιχούν στην αναφερόμενη στο πρώτο εδάφιο στήριξη από το Ταμείο Συνοχής καταλογίζονται στις σχετικές γραμμές του προϋπολογισμού για τη διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» από τον προϋπολογισμό του 2014.

Τα ποσά που μεταφέρονται από το Ταμείο Συνοχής στην αναφερόμενη στο πρώτο εδάφιο διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» εφαρμόζονται με ειδικές προσκλήσεις υποβολής προτάσεων που προκηρύσσονται για έργα που υλοποιούν τα βασικά δίκτυα ή για έργα και οριζόντιες δραστηριότητες που προσδιορίζονται στο μέρος Ι του παραρτήματος Ι του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1316/2013.

Οι κανόνες για τον τομέα των μεταφορών σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1316/2013 εφαρμόζονται στις ειδικές προσκλήσεις υποβολής προτάσεων που αναφέρονται στο τέταρτο εδάφιο. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2016, η επιλογή επιλέξιμων για χρηματοδότηση έργων πραγματοποιείται τηρώντας τις εθνικές πιστώσεις στο πλαίσιο του Ταμείου Συνοχής. Από την 1η Ιανουαρίου 2017, τα κονδύλια που μεταβιβάζονται στη Διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» τα οποία δεν έχουν ακόμη δεσμευτεί σε έργο υποδομών μεταφοράς, διατίθενται σε όλα τα κράτη μέλη που είναι επιλέξιμα για χρηματοδότηση από το Ταμείο Συνοχής για τη χρηματοδότηση υποδομών μεταφοράς σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1316/2013.

Για την στήριξη των επιλέξιμων προς χρηματοδότηση από το Ταμείο Συνοχής κρατών μελών, τα οποία μπορεί να αντιμετωπίζουν δυσκολίες όσον αφορά τον σχεδιασμό έργων επαρκούς ωρίμανσης, ποιότητας ή αμφοτέρων, που έχουν επαρκή προστιθέμενη αξία για την Ένωση, δίδεται ιδιαίτερη προσοχή στις υποστηρικτικές δράσεις προγραμμάτων που αποσκοπούν στην ενίσχυση της θεσμικής ικανότητας και αποτελεσματικότητας των δημόσιων διοικήσεων και δημόσιων υπηρεσιών που σχετίζονται με την ανάπτυξη και εφαρμογή των έργων που παρατίθενται στο μέρος Ι του παραρτήματος Ι του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1316/2013. Για τη διασφάλιση της υψηλότερης δυνατής απορρόφησης των μεταβιβαζόμενων κονδυλίων σε όλα τα επιλέξιμα για χρηματοδότηση από το Ταμείο Συνοχής κράτη μέλη, η Επιτροπή δύναται να οργανώνει συμπληρωματικές προσκλήσεις υποβολής προτάσεων.

7.  Η στήριξη από τα διαρθρωτικά ταμεία για βοήθεια σε άπορους στο πλαίσιο του στόχου «Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση» ανέρχεται σε τουλάχιστον 2 500 000 000 EUR και μπορεί να αυξηθεί κατά 1 000 000 000 EUR με την παροχή συμπληρωματικής στήριξης που θα αποφασίσουν τα κράτη μέλη σε εθελοντική βάση.

Η Επιτροπή εκδίδει απόφαση με εκτελεστική πράξη που καθορίζει το προς μεταφορά ποσό από τη χορήγηση των διαρθρωτικών ταμείων για βοήθεια των απόρων για το σύνολο της περιόδου σε κάθε κράτος μέλος. Οι πιστώσεις των διαρθρωτικών ταμείων για κάθε κράτος μέλος μειώνονται αντίστοιχα, εφαρμόζοντας κατ’ αναλογία μείωση ανά κατηγορία περιφέρειας.

Οι ετήσιες πιστώσεις που αντιστοιχούν στην αναφερόμενη στο πρώτο εδάφιο στήριξη από τα διαρθρωτικά ταμεία καταλογίζονται στις σχετικές γραμμές του προϋπολογισμού για την βοήθεια σε άπορους από τον προϋπολογισμό του 2014.

8.  Ποσό 330 000 000 EUR από τους πόρους των Διαρθρωτικών Ταμείων για τον στόχο «Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση» διατίθεται σε καινοτόμες δράσεις με άμεση ή έμμεση διαχείριση της Επιτροπής στον τομέα της βιώσιμης αστικής ανάπτυξης.

▼M5

9.  Οι πόροι για τον στόχο «Ευρωπαϊκή εδαφική συνεργασία» ανέρχονται στο 2,69 % των συνολικών διαθέσιμων πόρων για δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων από τα Ταμεία για την περίοδο 2014-2020 (δηλαδή συνολικά σε 8 865 148 841 EUR).

▼B

10.  Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, των άρθρων 18, 91, 93, 95, 99, 120, του παραρτήματος I και του παραρτήματος Χ του παρόντος κανονισμού, καθώς και για τους σκοπούς του άρθρου 4 του κανονισμού ΕΤΠΑ, του άρθρου 4 και των άρθρων 16 έως 23 του κανονισμού ΕΚΤ, του άρθρου 3 παράγραφος 3 του κανονισμού ΕΕΣ, η εξόχως απόκεντρη περιφέρεια Μαγιότ θεωρείται περιφέρεια NUTS επιπέδου 2 που εμπίπτει στην κατηγορία λιγότερο ανεπτυγμένης περιφέρειας. Για τους σκοπούς του άρθρου 3 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού ΕΕΣ, οι περιφέρειες Μαγιότ και Κοινότητας Αγίου Μαρτίνου θεωρούνται περιφέρειες NUTS επιπέδου 3.

Άρθρο 93

Μη δυνατότητα μεταφοράς πόρων μεταξύ κατηγοριών περιφερειών

1.  Οι συνολικές πιστώσεις που διατίθενται σε κάθε κράτος μέλος για τις λιγότερο αναπτυγμένες περιφέρειες, τις περιφέρειες μετάβασης και τις περισσότερο αναπτυγμένες περιφέρειες δεν είναι δυνατό να μεταφέρονται μεταξύ κατηγοριών.περιφερειών.

2.  Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, η Επιτροπή δύναται να δεχθεί, σε δεόντως αιτιολογημένες περιστάσεις που συνδέονται με την υλοποίηση ενός ή περισσότερων θεματικών στόχων, πρόταση ενός κράτους μέλους στην πρώτη υποβολή του συμφώνου εταιρικής σχέσης του ή σε δεόντως αιτιολογημένες περιστάσεις, κατά την κατανομή του αποθεματικού επίδοσης, ή σε σημαντική αναθεώρηση του συμφώνου εταιρικής σχέσης, για μεταφορά ποσοστού μέχρι 3 % των συνολικών πιστώσεων για μια κατηγορία περιφερειών προς άλλες κατηγορίες περιφερειών.

Άρθρο 94

Μη δυνατότητα μεταφοράς πόρων μεταξύ στόχων

1.  Οι συνολικές πιστώσεις που διατίθενται σε κάθε κράτος μέλος στο πλαίσιο του στόχου Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση και του στόχου Ευρωπαϊκή εδαφική συνεργασία δεν είναι δυνατόν να μεταφερθούν από τον ένα στόχο στον άλλο.

2.  Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, η Επιτροπή μπορεί, προκειμένου να στηρίξει την αποτελεσματική συνεισφορά των ταμείων στις αποστολές που αναφέρονται στο άρθρο 89 παράγραφος 1, σε δεόντως αιτιολογημένες συνθήκες και υπό την προϋπόθεση ότι τηρείται η παράγραφος 3, να αποδεχθεί μέσω εκτελεστικής πράξης, πρόταση κράτους μέλους, στην πρώτη υποβολή του συμφώνου εταιρικής σχέσης του, να μεταφέρει μέρος των πιστώσεων που προορίζονται για τον στόχο Ευρωπαϊκή εδαφική συνεργασία στον στόχο Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση.

3.  Το μερίδιο του στόχου Ευρωπαϊκή εδαφική συνεργασία στο κράτος μέλος που υποβάλλει την πρόταση που αναφέρεται στην παράγραφο 2, δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 35 % των συνολικών χορηγήσεων στο εν λόγω κράτος μέλος όσον αφορά τον στόχο Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση και τον στόχο Ευρωπαϊκή εδαφική συνεργασία και, μετά τη μεταφορά, δεν είναι κατώτερο του 25 % του εν λόγω συνόλου.

Άρθρο 95

Προσθετικότητα

1.  Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και του παραρτήματος Χ εφαρμόζονται οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

«ακαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου» : όλες οι αγορές, μείον τις διαθέσεις, πάγιων περιουσιακών στοιχείων από παραγωγούς μόνιμους κατοίκους κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου και ορισμένες προσθήκες στην αξία μη παραχθέντων περιουσιακών στοιχείων από την παραγωγική δραστηριότητα παραγωγικών ή θεσμικών μονάδων, όπως ορίζεται στον κανονισμό του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 2223/96 ( 24

2)

«πάγια περιουσιακά στοιχεία» : όλα τα υλικά ή άυλα περιουσιακά στοιχεία που παράγονται ως εκροές από διαδικασίες παραγωγής οι οποίες χρησιμοποιούνται οι ίδιες επανειλημμένα ή διαρκώς σε διαδικασίες παραγωγής για περισσότερο από ένα έτος·

3)

«γενική κυβέρνηση» : το σύνολο των θεσμικών μονάδων οι οποίες, εκτός από το να ασκούν τις πολιτικές αρμοδιότητες και την αποστολή της οικονομικής ρύθμισης, παράγουν κυρίως μη εμπορεύσιμες υπηρεσίες (ενδεχομένως αγαθά) για ατομική ή συλλογική κατανάλωση και ανακατανέμουν εισόδημα και πλούτο.

4)

«δημόσια ή ισοδύναμη διαρθρωτική δαπάνη» : ο ακαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου της γενικής κυβέρνησης.

2.  Η υποστήριξη από τα Ταμεία στον στόχο Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση δεν αντικαθιστά τη δημόσια ή την ισοδύναμη διαρθρωτική δαπάνη από ένα κράτος μέλος.

3.  Τα κράτη μέλη διατηρούν για την περίοδο 2014-2020 ένα επίπεδο δημόσιων ή ισοδύναμων διαρθρωτικών δαπανών κατά μέσο όρο ετήσια τουλάχιστον ίσο με το επίπεδο αναφοράς που ορίζεται στο σύμφωνο εταιρικής σχέσης.

Κατά τον καθορισμό του αναφερόμενου στο πρώτο εδάφιο επιπέδου αναφοράς, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τις γενικές μακροοικονομικές συνθήκες και τις ειδικές ή έκτακτες περιστάσεις, όπως οι ιδιωτικοποιήσεις, ένα έκτακτο επίπεδο δημόσιων ή ισοδύναμων διαρθρωτικών δαπανών από ένα κράτος μέλος την προγραμματική περίοδο 2007-2013 και την εξέλιξη λοιπών δεικτών δημόσιων επενδύσεων. Θα λάβουν, επίσης, υπόψη τις μεταβολές στις εθνικές πιστώσεις από τα Ταμεία σε σύγκριση με τα έτη 2007-2013.

4.  Η επαλήθευση του αν το επίπεδο των δημόσιων ή ισοδύναμων διαρθρωτικών δαπανών για τον στόχο Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση διατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου πραγματοποιείται μόνο στα κράτη μέλη στα οποία οι λιγότερο αναπτυγμένες περιφέρειες καλύπτουν ποσοστό τουλάχιστον 15 % του συνολικού πληθυσμού.

Στα κράτη μέλη στα οποία οι λιγότερο αναπτυγμένες περιφέρειες καλύπτουν ποσοστό τουλάχιστον 65 % του συνολικού πληθυσμού, η επαλήθευση πραγματοποιείται σε εθνικό επίπεδο.

Στα κράτη μέλη στα οποία οι λιγότερο αναπτυγμένες περιφέρειες καλύπτουν ποσοστό άνω του 15 % και κατώτερο του 65 % του συνολικού πληθυσμού, η επαλήθευση πραγματοποιείται σε περιφερειακό επίπεδο. Για τον σκοπό αυτό, τα εν λόγω κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή στοιχεία σχετικά με τις δαπάνες στις λιγότερο αναπτυγμένες περιφέρειες σε κάθε στάδιο της διαδικασίας επαλήθευσης.

5.  Η επαλήθευση του αν έχει διατηρηθεί το επίπεδο των δημόσιων ή ισοδύναμων διαρθρωτικών δαπανών για τον στόχο Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση πραγματοποιείται κατά τον χρόνο της υποβολής του συμφώνου εταιρικής σχέσης (εκ των προτέρων επαλήθευση), το 2018 (ενδιάμεση επαλήθευση) και το 2022 (εκ των υστέρων επαλήθευση).

Οι λεπτομερείς κανόνες της επαλήθευσης της προσθετικότητας καθορίζονται στο παράρτημα Χ σημείο 2.

6.  Εάν κατά την εκ των υστέρων επαλήθευση η Επιτροπή διαπιστώσει ότι ένα κράτος μέλος δεν διατήρησε το επίπεδο αναφοράς των δημόσιων ή ισοδύναμων διαρθρωτικών δαπανών στο πλαίσιο του στόχου «Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση» όπως ορίζεται στο σύμφωνο εταιρικής σχέσης και όπως ορίζεται στο παράρτημα Χ, η Επιτροπή δύναται, ανάλογα με το βαθμό μη τήρησης, να πραγματοποιήσει δημοσιονομική διόρθωση εκδίδοντας απόφαση με εκτελεστική πράξη. Προκειμένου να καθορίσει κατά πόσον θα προβεί σε δημοσιονομική διόρθωση, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη αν η οικονομική κατάσταση του κράτους μέλους παρουσίασε σημαντική μεταβολή από την ενδιάμεση επαλήθευση. Οι λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τους συντελεστές της δημοσιονομικής διόρθωσης ορίζονται στο παράρτημα Χ σημείο 3.

7.  Οι παράγραφοι 1 έως 6 δεν εφαρμόζονται σε προγράμματα του στόχου της ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας.



ΤΙΤΛΟΣ II

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΣ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Γενικές διατάξεις για τα Ταμεία

Άρθρο 96

Περιεχόμενο, έγκριση και τροποποίηση των επιχειρησιακών προγραμμάτων βάσει του στόχου Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση

1.  Ένα επιχειρησιακό πρόγραμμα αποτελείται από άξονες προτεραιότητας. Ένας άξονας προτεραιότητας αφορά ένα Ταμείο και μία κατηγορία περιφέρειας, με εξαίρεση το Ταμείο Συνοχής, και αντιστοιχεί, με την επιφύλαξη του άρθρου 59, σε ένα θεματικό στόχο και περιλαμβάνει μία ή περισσότερες επενδυτικές προτεραιότητες του εν λόγω θεματικού στόχου, σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο. Κατά περίπτωση, και προκειμένου να αυξηθεί ο αντίκτυπος και η αποτελεσματικότητά του μέσω θεματικά συνεκτικής ολοκληρωμένης προσέγγισης, ένας άξονας προτεραιότητας μπορεί:

α) να αφορά περισσότερες από μία κατηγορίες περιφέρειας·

β) να συνδυάζει μία ή περισσότερες συμπληρωματικές επενδυτικές προτεραιότητες από το ΕΤΠΑ, το Ταμείο Συνοχής και το ΕΚΤ στο πλαίσιο ενός θεματικού στόχου·

γ) σε δεόντως δικαιολογημένες περιπτώσεις, να συνδυάζει μία ή περισσότερες συμπληρωματικές επενδυτικές προτεραιότητες από διαφορετικούς θεματικούς στόχους προκειμένου να επιτευχθεί η μέγιστη συνεισφορά των εν λόγω αξόνων προτεραιότητας σε αυτόν·

δ) για το ΕΚΤ, να συνδυάζει επενδυτικές προτεραιότητες από διάφορους θεματικούς στόχους οι οποίοι ορίζονται στα σημεία 8, 9, 10 και 11 του πρώτου εδαφίου του άρθρου 9, προκειμένου να διευκολύνεται η συνεισφορά τους σε άλλους άξονες προτεραιότητας και προκειμένου να εφαρμόζεται κοινωνική καινοτομία και διακρατική συνεργασία.

Τα κράτη μέλη μπορούν να συνδυάζουν δύο ή περισσότερες από τις επιλογές των στοιχείων α) έως δ).

2.  Ένα επιχειρησιακό πρόγραμμα συμβάλλει στην επίτευξη της στρατηγικής της Ένωσης για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη και στην επίτευξη της οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής συνοχής και καθορίζει:

α) αιτιολόγηση της επιλογής των θεματικών στόχων, των αντίστοιχων επενδυτικών προτεραιοτήτων και των πιστώσεων που σχετίζονται με το σύμφωνο εταιρικής σχέσης, βάσει καθορισμού των περιφερειακών και, όπου κρίνεται σκόπιμο, των εθνικών αναγκών, συμπεριλαμβανομένων των αναγκών για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που εντοπίζονται στις σχετικές συστάσεις ανά χώρα που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 121 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ και στις σχετικές συστάσεις του Συμβουλίου που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 148 παράγραφος 4 ΣΛΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη την εκ των προτέρων αξιολόγηση σύμφωνα με το άρθρο 55.

β) για κάθε άξονα προτεραιότητας εκτός της τεχνικής συνδρομής:

i) τις επενδυτικές προτεραιότητες και τους αντίστοιχους ειδικούς στόχους·

ii) προκειμένου να ενισχυθεί η στοχοπροσήλωση του προγραμματισμού, τα αναμενόμενα αποτελέσματα για τους ειδικούς στόχους και τους αντίστοιχους δείκτες αποτελεσμάτων, με μια τιμή βάσης και μια τιμή στόχου, κατά περίπτωση ποσοτικά προσδιορισμένη, σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο·

iii) περιγραφή του είδους και παραδειγμάτων των δράσεων που πρόκειται να υποστηριχθούν, στο πλαίσιο κάθε επενδυτικής προτεραιότητας και της αναμενόμενης συμβολής τους στους ειδικούς στόχους που αναφέρονται στο σημείο i), συμπεριλαμβανομένων των κατευθυντήριων αρχών για την επιλογή των πράξεων και, κατά περίπτωση, του εντοπισμού των βασικών στοχευόμενων ομάδων, των ειδικών στοχευόμενων περιοχών, των τύπων των δικαιούχων, της προγραμματιζόμενης χρήσης των μέσων και των μεγάλων έργων·

iv) τους δείκτες εκροών, συμπεριλαμβανομένης της ποσοτικά προσδιορισμένης τιμής στόχου, που αναμένεται να συμβάλουν στα αποτελέσματα, σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο, για κάθε επενδυτική προτεραιότητα·

v) καθορισμό των σταδίων εφαρμογής και των χρηματοοικονομικών δεικτών και των δεικτών εκροών που θα χρησιμεύσουν ως ορόσημα και στόχοι για το πλαίσιο επιδόσεων σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 1 και το παράρτημα ΙΙ·

vi) τις αντίστοιχες κατηγορίες παρέμβασης βάσει ονοματολογίας που έχει εγκρίνει η Επιτροπή και ενδεικτική κατανομή των προγραμματισμένων πόρων·

vii) κατά περίπτωση, συνοπτική παρουσίαση της προγραμματιζόμενης χρήσης της τεχνικής συνδρομής, συμπεριλαμβανομένων, όταν κρίνεται απαραίτητο, δράσεων για την ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας των αρχών που συμμετέχουν στη διαχείριση και τον έλεγχο των προγραμμάτων και των δικαιούχων·

γ) για κάθε άξονα προτεραιότητας που αφορά την τεχνική συνδρομή:

i) ειδικούς στόχους,

ii) τα αναμενόμενα αποτελέσματα για κάθε ειδικό στόχο και, εφόσον υπάρχει αντικειμενική δικαιολόγηση βάσει του περιεχομένου των δράσεων, τους αντίστοιχους δείκτες αποτελεσμάτων, με αρχική τιμή και τιμή στόχου σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο,

iii) περιγραφή των δράσεων που θα υποστηριχθούν και της αναμενόμενης συμβολής τους στους ειδικούς στόχους που αναφέρονται στο σημείο i),

iv) τους δείκτες εκροών που αναμένεται να συμβάλουν στα αποτελέσματα·

v) τις αντίστοιχες κατηγορίες παρέμβασης βάσει ονοματολογίας που έχει εγκρίνει η Επιτροπή και ενδεικτική κατανομή των προγραμματισμένων πόρων.

Το σημείο ii) δεν εφαρμόζεται όταν η συνεισφορά της Ένωσης στον άξονα ή τους άξονες προτεραιότητας σχετικά με την τεχνική συνδρομή προς επιχειρησιακό πρόγραμμα δεν υπερβαίνει τα 15 000 000 EUR.

δ) σχέδιο χρηματοδότησης, το οποίο περιλαμβάνει τους ακόλουθους πίνακες:

i) πίνακα που προσδιορίζει για κάθε έτος, σύμφωνα με τα άρθρα 60, 120 και 121, το ποσό των συνολικών πιστώσεων που προβλέπεται ότι θα χορηγήσει κάθε Ταμείο, ο οποίος θα ταυτοποιεί τις ποσά που σχετίζονται με το αποθεματικό επίδοσης·

ii) πίνακες στους οποίους καθορίζεται, για ολόκληρη την περίοδο προγραμματισμού, για το επιχειρησιακό πρόγραμμα και για κάθε άξονα προτεραιότητας, το ποσό των συνολικών πιστώσεων της στήριξης από κάθε ένα από τα Ταμεία και της εθνικής συμμετοχής, προσδιορίζοντας τις πιστώσεις που αφορούν στο πλαίσιο επίδοσης. Για τους άξονες προτεραιότητας, οι οποίοι αφορούν πολλές κατηγορίες περιφέρειας, οι πίνακες θα προσδιορίζουν το ποσό των συνολικών πιστώσεων των Ταμείων και την εθνική συμμετοχή για κάθε κατηγορία περιφέρειας.

Για τους άξονες προτεραιότητας, οι οποίοι συνδυάζουν επενδυτικές προτεραιότητες από διαφορετικούς θεματικούς στόχους, ο πίνακας προσδιορίζει το ποσό των συνολικών πιστώσεων από κάθε ένα από τα Ταμεία και την εθνική συμμετοχή για κάθε ένα από τους αντίστοιχους θεματικούς στόχους.

Στις περιπτώσεις στις οποίες η εθνική συγχρηματοδότηση αποτελείται από δημόσια και ιδιωτική συγχρηματοδότηση, στον πίνακα παρουσιάζεται η ενδεικτική κατανομή μεταξύ των δημόσιων και των ιδιωτικών συνιστωσών. Παρουσιάζεται, για ενημερωτικούς λόγους, και η προβλεπόμενη συνεισφορά της ΕΤΕπ·

ε) κατάλογο των μεγάλων έργων η υλοποίηση των οποίων έχει σχεδιαστεί για την περίοδο προγραμματισμού.

Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σχετικά με την ονοματολογία που αναφέρεται στα στοιχεία β)(vi) και γ)(v) του πρώτου εδαφίου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 150 παράγραφος 3.

3.  Το επιχειρησιακό πρόγραμμα περιγράφει, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο και τους στόχους του, την ολοκληρωμένη προσέγγιση της χωρικής ανάπτυξης, έχοντας υπόψη το σύμφωνο εταιρικής σχέσης, και καταδεικνύοντας με ποιον τρόπο το επιχειρησιακό πρόγραμμα αυτό συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων του και των αναμενόμενων αποτελεσμάτων του, προσδιορίζοντας όπου κρίνεται σκόπιμο, τα ακόλουθα:

α) την προσέγγιση στη χρήση μέσων τοπικής ανάπτυξης με την πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων και τις αρχές για τον καθορισμό των περιοχών όπου θα εφαρμοστεί·

►C1  β) το ενδεικτικό ποσό της στήριξης του ΕΤΠΑ για ολοκληρωμένες δράσεις για τη βιώσιμη αστική ανάπτυξη, που θα υλοποιηθούν σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 4 του κανονισμού ΕΤΠΑ ◄ και την ενδεικτική κατανομή της στήριξης του ΕΚΤ για ολοκληρωμένες δράσεις·

γ) την προσέγγιση της χρήσης του μέσου ΟΧΕ εκτός των περιπτώσεων του στοιχείου β), και την ενδεικτική κατανομή από κάθε άξονα προτεραιότητας·

δ) τις ρυθμίσεις για διαπεριφερειακές και διακρατικές δράσεις, στο πλαίσιο των επιχειρησιακών προγραμμάτων, με δικαιούχους εγκατεστημένους σε τουλάχιστον ένα άλλο κράτος μέλος·

ε) όταν τα κράτη μέλη και οι περιφέρειες συμμετέχουν σε μακροπεριφερειακές στρατηγικές και στρατηγικές θαλάσσιων λεκανών, με την επιφύλαξη των αναγκών της περιοχής του προγράμματος όπως προσδιορίζονται από το κράτος μέλος, τη συνεισφορά των προβλεπόμενων, σύμφωνα με το πρόγραμμα, παρεμβάσεων στις εν λόγω στρατηγικές.

4.  Επιπλέον, το επιχειρησιακό πρόγραμμα προσδιορίζει τα εξής:

α) κατά περίπτωση, κατά πόσον και με ποιον τρόπο αντιμετωπίζει τις ειδικές ανάγκες γεωγραφικών περιοχών που πλήττονται κατ’ εξοχήν από τη φτώχεια ή στοχευόμενων ομάδων που αντιμετωπίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο διακρίσεων ή κοινωνικού αποκλεισμού, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στις περιθωριοποιημένες κοινότητες και τα άτομα με αναπηρίες, και, κατά περίπτωση, τη συμβολή στην ολοκληρωμένη προσέγγιση που ορίζεται στο σύμφωνο εταιρικής σχέσης·

β) κατά περίπτωση, κατά πόσον και με ποιον τρόπο αντιμετωπίζει τις δημογραφικές προκλήσεις των περιφερειών ή τις ειδικές ανάγκες των περιοχών που πλήττονται από σοβαρά και μόνιμα φυσικά ή δημογραφικά προβλήματα, όπως ορίζεται στο άρθρο 174 ΣΛΕΕ και τη συμβολή στην ολοκληρωμένη προσέγγιση που ορίζεται στο σύμφωνο εταιρικής σχέσης για τον σκοπό αυτό.

5.  Το επιχειρησιακό πρόγραμμα καθορίζει:

α) τη διαχειριστική αρχή, την αρχή πιστοποίησης, ανάλογα με την περίπτωση, και την αρχή ελέγχου·

β) τον φορέα στον οποίο θα καταβληθούν οι πληρωμές από την Επιτροπή·

γ) τα μέτρα που λαμβάνονται για τη συμμετοχή των σχετικών εταίρων που αναφέρονται στο άρθρο 5 στην εκπόνηση του επιχειρησιακού προγράμματος και τον ρόλο των εταίρων στην εφαρμογή, παρακολούθηση και αξιολόγηση του επιχειρησιακού προγράμματος.

6.  Το επιχειρησιακό πρόγραμμα καθορίζει επίσης τα ακόλουθα, σε σχέση με το περιεχόμενο του συμφώνου εταιρικής σχέσης και λαμβάνοντας υπόψη το θεσμικό και νομικό πλαίσιο των κρατών μελών:

α) τους μηχανισμούς που διασφαλίζουν τον συντονισμό μεταξύ των Ταμείων, του ΕΓΤΑΑ, του ΕΤΘΑ και άλλων ενωσιακών και εθνικών χρηματοδοτικών μέσων, καθώς και με την ΕΤΕπ, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές διατάξεις που ορίζονται στο ΚΣΠ·

β) για κάθε εκ των προτέρων αιρεσιμότητα που θεσπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 19 και το παράρτημα ΧΙ, που ισχύει για το επιχειρησιακό πρόγραμμα, μια αξιολόγηση του κατά πόσο η εκ των προτέρων αιρεσιμότητα εκπληρώνεται κατά την ημερομηνία υποβολής του συμφώνου εταιρικής σχέσης και του επιχειρησιακού προγράμματος, και στη περίπτωση που οι εκ των προτέρων αιρεσιμότητες δεν πληρούνται, μια περιγραφή των δράσεων για την εκπλήρωση της εκ των προτέρων αιρεσιμότητας, των υπεύθυνων φορέων και ενός χρονοδιαγράμματος για τις δράσεις αυτές, σύμφωνα με τη συνοπτική παρουσίαση που υποβλήθηκε στο σύμφωνο εταιρικής σχέσης·

γ) μια συνοπτική παρουσίαση της αξιολόγησης της διοικητικής επιβάρυνσης για τους δικαιούχους και, όποτε κρίνεται απαραίτητο, τις δράσεις που έχουν σχεδιαστεί, συνοδευόμενες από χρονοδιάγραμμα για τη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης.

7.  Κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα, εκτός από τις περιπτώσεις που χορηγείται τεχνική συνδρομή βάσει ειδικού επιχειρησιακού προγράμματος, και με την επιφύλαξη δεόντως αιτιολογημένης αξιολόγησης από το κράτος μέλος σχετικά με τη σημασία του περιεχομένου και των στόχων των επιχειρησιακών προγραμμάτων, περιλαμβάνει περιγραφή:

α) των ειδικών δράσεων που θα λαμβάνουν υπόψη κατά την επιλογή των πράξεων τις απαιτήσεις προστασίας του περιβάλλοντος, την αποδοτικότητα των πόρων, το μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και την προσαρμογή σ’ αυτήν, την ανθεκτικότητα σε καταστροφές, η πρόληψη και διαχείριση κινδύνων·

β) των ειδικών δράσεων για την προώθηση των ίσων ευκαιριών και την αποφυγή των διακρίσεων λόγω φύλου, φυλής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού κατά τη διάρκεια της εκπόνησης, του σχεδιασμού και της εφαρμογής του προγράμματος, και ιδίως σε σχέση με την πρόσβαση στη χρηματοδότηση, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες των διαφόρων στοχευόμενων ομάδων που διατρέχουν κίνδυνο παρόμοιων διακρίσεων, και ιδίως τις απαιτήσεις για την εξασφάλιση της προσβασιμότητας για τα άτομα με αναπηρίες·

γ) της συμβολής του στην προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών και, κατά περίπτωση, των ρυθμίσεων για την εξασφάλιση της ενσωμάτωσης του ζητήματος του φύλου σε επίπεδο επιχειρησιακού προγράμματος και πράξεων.

Τα κράτη μέλη δύνανται να υποβάλλουν γνωμοδότηση των εθνικών φορέων ισότητας για τα μέτρα που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία β) και γ) μαζί με την πρόταση επιχειρησιακού προγράμματος βάσει του στόχου Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση.

8.  Όταν ένα κράτος μέλος ετοιμάζει το πολύ ένα επιχειρησιακό πρόγραμμα για κάθε Ταμείο, τα στοιχεία του επιχειρησιακού προγράμματος που εμπίπτουν στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο α), στην παράγραφο 3 στοιχεία α), γ) και δ), στην παράγραφο 4 και στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου μπορούν να ενσωματωθούν αποκλειστικά στις σχετικές διατάξεις του συμφώνου εταιρικής σχέσης.

9.  Το επιχειρησιακό πρόγραμμα καταρτίζεται σύμφωνα με υπόδειγμα. Η Επιτροπή, προκειμένου να εξασφαλίσει ενιαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, εκδίδει εκτελεστική πράξη για τη θέσπιση του υποδείγματος αυτού. Η εν λόγω εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 150 παράγραφος 2.

10.  Η Επιτροπή εκδίδει απόφαση, μέσω εκτελεστικών πράξεων, για την έγκριση όλων των στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν μελλοντικών τροποποιήσεών τους, του επιχειρησιακού προγράμματος που εμπίπτουν στο παρόν άρθρο, με την εξαίρεση εκείνων που εμπίπτουν στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο στοιχεία β) σημείο (vi), γ) σημείο v), και στοιχείο ε), στις παραγράφους 4 και 5, στην παράγραφο 6 στοιχεία α) και γ) και στην παράγραφο 7, που παραμένουν υπό την ευθύνη των κρατών μελών.

11.  Η διαχειριστική αρχή κοινοποιεί στην Επιτροπή οποιαδήποτε απόφαση τροποποιεί τα στοιχεία του επιχειρησιακού προγράμματος που δεν καλύπτονται από την απόφαση της Επιτροπής σύμφωνα με την παράγραφο 10 εντός ενός μηνός από την ημερομηνία της απόφασης τροποποίησης. Η απόφαση ορίζει την ημερομηνία έναρξης ισχύος της, που δεν μπορεί να είναι προγενέστερη από την ημερομηνία έκδοσής της.

Άρθρο 97

Ειδικές διατάξεις για τον προγραμματισμό της στήριξης των κοινών μέσων για τις χωρίς ανώτατο όριο εγγυήσεις και την τιτλοποίηση στο πλαίσιο του στόχου Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση

Σύμφωνα με το άρθρο 28, τα επιχειρησιακά προγράμματα που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) περιλαμβάνουν μόνο τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 96 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) σημεία i), ii) και iv) και στοιχείο δ), στο άρθρο 96 παράγραφος 5 και στο άρθρο 96 παράγραφος 6 στοιχείο β).

Άρθρο 98

Κοινή στήριξη από τα Ταμεία βάσει του στόχου Επενδύσεις για την ανάπτυξη και την απασχόληση

1.  Τα Ταμεία μπορούν να χορηγούν από κοινού στήριξη για επιχειρησιακά προγράμματα στο πλαίσιο του στόχου για επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση.

▼M6

2.  Το ΕΤΠΑ και το ΕΚΤ μπορούν να χρηματοδοτούν, με συμπληρωματικό τρόπο και με την επιφύλαξη ορίου 10 % της χρηματοδότησης της Ένωσης για κάθε άξονα προτεραιότητας ενός επιχειρησιακού προγράμματος, μέρος μιας πράξης της οποίας οι δαπάνες είναι επιλέξιμες για στήριξη από το άλλο Ταμείο βάσει των κανόνων που ισχύουν για το εν λόγω Ταμείο, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές οι δαπάνες είναι απαραίτητες για την ικανοποιητική υλοποίηση της πράξης και συνδέονται άμεσα με αυτήν.

▼B

3.  Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται σε επιχειρησιακά προγράμματα στο πλαίσιο του στόχου της ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας.

Άρθρο 99

Γεωγραφική εμβέλεια των επιχειρησιακών προγραμμάτων στο πλαίσιο του στόχου Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση

Τα επιχειρησιακά προγράμματα του ΕΤΠΑ και του ΕΚΤ καταρτίζονται με βάση το κατάλληλο γεωγραφικό επίπεδο και τουλάχιστον στο επίπεδο NUTS 2, σύμφωνα με το θεσμικό και νομικό πλαίσιο του κράτους μέλους, εκτός εάν υπάρξει διαφορετική συμφωνία μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους.

Τα επιχειρησιακά προγράμματα που υποστηρίζονται από το Ταμείο Συνοχής καταρτίζονται σε εθνικό επίπεδο.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Μεγάλα έργα

Άρθρο 100

Περιεχόμενο

Στο πλαίσιο ενός επιχειρησιακού προγράμματος ή επιχειρησιακών προγραμμάτων, για τα οποία απαιτήθηκε απόφαση της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 96 παράγραφος 10 του παρόντος κανονισμού ή δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 12 του κανονισμού ΕΕΣ, το ΕΤΠΑ και το Ταμείο Συνοχής μπορούν να χρηματοδοτούν μια πράξη που αποτελείται από σύνολο έργων, δραστηριοτήτων ή υπηρεσιών που έχουν ως στόχο να ολοκληρώσουν μια αδιαίρετη εργασία συγκεκριμένης οικονομικής ή τεχνικής φύσης με σαφώς προσδιορισμένους στόχους και για τις οποίες το συνολικό επιλέξιμο κόστος υπερβαίνει τα 50 000 000 EUR, και, στην περίπτωση πράξεων που συνεισφέρουν στον θεματικό στόχο δυνάμει του άρθρου 9 πρώτο εδάφιο σημείο 7, για τις οποίες το συνολικό επιλέξιμο κόστος υπερβαίνει τα 75 000 000 EUR («μεγάλο έργο»). Τα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής δεν θεωρούνται μεγάλα έργα.

Άρθρο 101

Απαραίτητες πληροφορίες για την έγκριση μεγάλων έργων

Πριν από την έγκριση μεγάλου έργου, η διαχειριστική αρχή μεριμνά ώστε να είναι διαθέσιμες οι ακόλουθες πληροφορίες:

α) λεπτομέρειες σχετικά με τον φορέα που είναι υπεύθυνος για την υλοποίηση του μεγάλου έργου και την ικανότητά του·

β) περιγραφή της επένδυσης και της γεωγραφικής της θέσης·

γ) το συνολικό κόστος και το συνολικό επιλέξιμο κόστος, λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 61·

δ) διεξαχθείσες μελέτες σκοπιμότητας, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για ανάλυση εναλλακτικών επιλογών και τα αποτελέσματα ·

ε) ανάλυση κόστους-ωφέλειας, που περιλαμβάνει οικονομική και χρηματοοικονομική ανάλυση και αξιολόγηση κινδύνου·

στ) ανάλυση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, λαμβανομένης υπόψη της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και τις ανάγκες μετριασμού της καθώς και την ανθεκτικότητα στις καταστροφές·

ζ) εξήγηση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το μεγάλο έργο είναι συνεπές προς τους συναφείς άξονες προτεραιότητας του επιχειρησιακού προγράμματος ή επιχειρησιακών προγραμμάτων και με την προσδοκώμενη συμβολή του στην εκπλήρωση των ειδικών στόχων αυτών των αξόνων προτεραιότητας και η προσδοκώμενη συμβολή του στην κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη·

η) το σχέδιο χρηματοδότησης που περιλαμβάνει τους συνολικούς προγραμματισμένους πόρους και την προγραμματισμένη συνεισφορά των Ταμείων, της ΕΤΕπ και όλων των άλλων πηγών χρηματοδότησης καθώς και φυσικούς και χρηματοοικονομικούς δείκτες για την παρακολούθηση της προόδου, λαμβάνοντας υπόψη τους εντοπισθέντες κινδύνους·

θ) το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης του μεγάλου έργου και, όταν η περίοδος υλοποίησης εκτιμάται ότι θα είναι μεγαλύτερη από την περίοδο προγραμματισμού, τα στάδια για τα οποία ζητείται στήριξη από τα Ταμεία κατά τη διάρκεια της περιόδου προγραμματισμού.

Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της μεθοδολογίας που πρέπει να χρησιμοποιείται βάσει αναγνωρισμένων βέλτιστων πρακτικών, για τη διενέργεια της ανάλυσης κόστους - ωφέλειας που προβλέπεται στο στοιχείο ε) του πρώτου εδαφίου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 150 παράγραφος 2.

Με πρωτοβουλία κράτους μέλους, οι πληροφορίες που ορίζονται στην πρώτη παράγραφο στοιχεία α) έως θ) μπορούν να αξιολογούνται από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες «(αξιολόγηση ποιότητας») με την παροχή τεχνικής συνδρομής από την Επιτροπή ή, σε συμφωνία με την Επιτροπή, από άλλους ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες. Σε άλλες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή τις πληροφορίες που περιέχονται στην πρώτη παράγραφο στοιχεία α) έως θ) μόλις καταστούν διαθέσιμες.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 149, για τον καθορισμό της χρησιμοποιούμενης μεθοδολογίας κατά τη διεξαγωγή της αξιολόγησης ποιότητας ενός μεγάλου έργου.

Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό του υποδείγματος για την υποβολή των πληροφοριών που προβλέπονται στην πρώτη παράγραφο στοιχεία α) έως θ). Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 150 παράγραφος 2.

Άρθρο 102

Απόφαση για μεγάλο έργο

1.  Σε περίπτωση που το μεγάλο έργο έχει εκτιμηθεί θετικά κατά την αξιολόγηση ποιότητας από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, βάσει της αξιολόγησης των πληροφοριών που αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 101, η διαχειριστική αρχή μπορεί να προχωρήσει με την επιλογή του μεγάλου έργου, σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 3. Η διαχειριστική αρχή ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με το επιλεχθέν μεγάλο έργο. Η εν λόγω κοινοποίηση αποτελείται από τα εξής στοιχεία:

α) το έγγραφο που ορίζεται στο άρθρο 125 παράγραφος 3 στοιχείο γ), το οποίο αναφέρει τα εξής:

i) τον φορέα που είναι υπεύθυνος για την υλοποίηση του μεγάλου έργου,

ii) περιγραφή της επένδυσης, τόπο, χρονοδιάγραμμα και αναμενόμενη συνεισφορά του μεγάλου έργου στην εκπλήρωση των ειδικών στόχων του οικείου άξονα ή αξόνων προτεραιότητας,

iii) το συνολικό κόστος και το συνολικό επιλέξιμο κόστος, λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 61,

iv) το σχέδιο χρηματοδότησης και τους συνολικούς φυσικούς και χρηματοοικονομικούς δείκτες για την παρακολούθηση της προόδου, λαμβάνοντας υπόψη τους εντοπισθέντες κινδύνους·

β) την επανεξέταση της ποιότητας από τους ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, η οποία παρέχει σαφείς δηλώσεις σχετικά με τη σκοπιμότητα και την οικονομική βιωσιμότητα του μεγάλου έργου.

Η χρηματοδοτική συνεισφορά στο μεγάλο έργο που έχει επιλεγεί από το κράτος μέλος θεωρείται ότι έχει εγκριθεί από την Επιτροπή, ελλείψει απόφασης, με εκτελεστική πράξη, που απορρίπτει τη χρηματοδοτική συνεισφορά, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία της κοινοποίησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Η Επιτροπή απορρίπτει τη χρηματοδοτική συνεισφορά μόνο εάν εντοπίσει σημαντική αδυναμία κατά την ανεξάρτητη αξιολόγηση ποιότητας.

Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό του υποδείγματος της κοινοποίησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 150 παράγραφος 3.

2.  Σε περιπτώσεις άλλες από εκείνες στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή αποτιμά το μεγάλο έργο βάσει των πληροφοριών που ορίζονται στο άρθρο 101 για να διαπιστώσει εάν δικαιολογείται η χρηματοδοτική συνεισφορά για το μεγάλο έργο που αποτελεί επιλογή της διαχειριστικής αρχής σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 3. Η Επιτροπή εκδίδει απόφαση σχετικά με την έγκριση της χρηματοδοτικής εισφοράς για το επιλεγμένο μεγάλο έργο, με εκτελεστική πράξη, το αργότερο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής των στοιχείων που προβλέπονται στο άρθρο 101.

3.  Η απόφαση έγκρισης εκ μέρους της Επιτροπής δυνάμει της παραγράφου 1 δεύτερο εδάφιο και της παραγράφου 2, εκδίδεται υπό την προϋπόθεση ότι η πρώτη σύμβαση έργων συνάπτεται, ή, στην περίπτωση πράξεων που εκτελούνται από κοινοπραξία ΣΔΙΤ, ότι υπογράφεται η συμφωνία ΣΔΙΤ μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού φορέα, εντός τριών ετών από την ημερομηνία έγκρισης της απόφασης. Με δεόντως αιτιολογημένη αίτηση κράτους μέλους, ιδίως στην περίπτωση καθυστέρησης οφειλόμενης σε διοικητικές ή νομικές διαδικασίες σχετιζόμενες με την υλοποίηση μεγάλων σχεδίων, η οποία υποβάλλεται εντός της τριετούς περιόδου, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει απόφαση, με εκτελεστική πράξη, για την παράταση της περιόδου κατά δύο το πολύ έτη.

4.  Σε περίπτωση που η Επιτροπή δεν εγκρίνει τη χορήγηση χρηματοδοτικής συνεισφοράς σε ένα επιλεγμένο μεγάλο έργο, κοινοποιεί στο κράτος μέλος τους λόγους της άρνησής της.

5.  Τα μεγάλα έργα που κοινοποιούνται στην Επιτροπή δυνάμει της παραγράφου 1 ή υποβάλλονται προς έγκριση δυνάμει της παραγράφου 2 καταγράφονται στον κατάλογο μεγάλων έργων που περιλαμβάνεται σε επιχειρησιακό πρόγραμμα.

▼M6

6.  Οι δαπάνες για μεγάλο έργο μπορεί να περιλαμβάνονται σε αίτηση πληρωμής μετά την υποβολή προς έγκριση της παραγράφου 2. Σε περίπτωση που η Επιτροπή δεν εγκρίνει το μεγάλο έργο που επιλέχθηκε από τη διαχειριστική αρχή, η δήλωση δαπανών που ακολουθεί την απόσυρση της αίτησης από το κράτος μέλος ή την έγκριση της απόφασης της Επιτροπής διορθώνεται αναλόγως.

▼M6

7.  Σε περίπτωση που το μεγάλο έργο έχει αποτιμηθεί από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι δαπάνες που σχετίζονται με το εν λόγω μεγάλο έργο μπορεί να περιλαμβάνονται σε αίτηση πληρωμής αφού η διαχειριστική αρχή έχει ενημερώσει την Επιτροπή σχετικά με την υποβολή σε ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες των πληροφοριών που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 101.

Μια ανεξάρτητη αξιολόγηση ποιότητας παραδίδεται εντός έξι μηνών από την υποβολή των εν λόγω πληροφοριών στους ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες.

Οι αντίστοιχες δαπάνες ανακαλούνται και η δήλωση δαπανών διορθώνεται αναλόγως στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) εάν η ανεξάρτητη αξιολόγηση ποιότητας δεν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή εντός τριών μηνών από τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο·

β) εάν η υποβολή των πληροφοριών αποσυρθεί από το κράτος μέλος· ή

γ) εάν η εν λόγω αξιολόγηση είναι αρνητική.

▼B

Άρθρο 103

Απόφαση σχετικά με μεγάλο έργο που υλοποιείται σε στάδια

1.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 101 τρίτο εδάφιο και από το άρθρο 102 παράγραφοι 1 και 2, οι διαδικασίες που ορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται για πράξη η οποία συμμορφώνεται με τους ακόλουθους όρους:

α) η πράξη αποτελεί το δεύτερο ή το επόμενο στάδιο μεγάλου έργου στο πλαίσιο της προηγούμενης περιόδου προγραμματισμού για το οποίο το προηγούμενο στάδιο ή στάδια εγκρίνονται από την Επιτροπή το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2015 σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1083/2006· ή, στην περίπτωση κράτους μέλους που προσχώρησε στην Ένωση μετά την 1η Ιανουαρίου 2013, το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2016·

β) το συνολικό επιλέξιμο κόστος για όλα τα στάδια του μεγάλου έργου υπερβαίνει τα αντίστοιχα επίπεδα που ορίζονται στο άρθρο 100·

γ) η αίτηση μεγάλου έργου και η σχετική αξιολόγηση από την Επιτροπή στο πλαίσιο της προηγούμενης περιόδου προγραμματισμού κάλυπτε όλα τα σχεδιαζόμενα στάδια·

δ) δεν υπάρχουν σημαντικές αλλαγές στις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 101 πρώτο εδάφιο για το μεγάλο έργο σε σύγκριση με τις πληροφορίες που παρέχονται για την αίτηση μεγάλου έργου που υποβλήθηκε σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1083/2006, ιδίως σε ό,τι αφορά το συνολικό επιλέξιμο κόστος·

ε) το στάδιο του μεγάλου έργου που υλοποιείται στο πλαίσιο της προηγούμενης περιόδου προγραμματισμού είναι ή θα είναι έτοιμο προς χρήση για τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται σύμφωνα με την απόφαση της Επιτροπής μέχρι τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των εγγράφων κλεισίματος του σχετικού επιχειρησιακού προγράμματος ή προγραμμάτων.

2.  Η διαχειριστική αρχή μπορεί να προχωρήσει στην επιλογή του μεγάλου έργου σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 3 και να υποβάλει την κοινοποίηση που περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία τα οποία ορίζονται στο στοιχείο α) πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 102 μαζί με την επιβεβαίωση εκ μέρους της ότι πληρούται η προϋπόθεση που ορίζεται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου. Επανεξέταση της ποιότητας των πληροφοριών από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες δεν απαιτείται.

3.  Η χρηματοδοτική συνεισφορά στο μεγάλο έργο που έχει επιλεγεί από τη διαχειριστική αρχή θεωρείται ότι έχει εγκριθεί από την Επιτροπή, ελλείψει απόφασης, με εκτελεστική πράξη, που θα απορρίπτει τη χρηματοδοτική συνεισφορά για το μεγάλο έργο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2. Η Επιτροπή αρνείται χρηματοδοτική συνεισφορά μόνο λόγω σημαντικών αλλαγών στις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) ή λόγω του γεγονότος ότι το μεγάλο έργο δεν συνάδει με τον σχετικό άξονα προτεραιότητας για το οικείο επιχειρησιακό πρόγραμμα ή προγράμματα.

4.  Το άρθρο 102 παράγραφοι 3 έως 6 εφαρμόζεται σε αποφάσεις σχετικά με μεγάλο έργο που υλοποιείται σε στάδια.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Κοινό σχέδιο δράσης

Άρθρο 104

Πεδίο εφαρμογής

1.  Ένα κοινό σχέδιο δράσης είναι πράξη της οποίας το πεδίο εφαρμογής είναι ορισμένο και αποτελεί αντικείμενο διαχείρισης σε σχέση με τις εκροές και τα αποτελέσματα που θα επιτύχει. Περιλαμβάνει ένα έργο ή ένα σύνολο έργων που δεν συνίστανται στην παροχή υποδομών και εκτελούνται υπό την ευθύνη του δικαιούχου στο πλαίσιο επιχειρησιακού προγράμματος ή προγραμμάτων. Οι εκροές και τα αποτελέσματα ενός κοινού σχεδίου δράσης συμφωνούνται μεταξύ ενός κράτους μέλους και της Επιτροπής και συμβάλλουν στην επίτευξη των ειδικών στόχων των επιχειρησιακών προγραμμάτων και αποτελούν τη βάση της στήριξης από τα Ταμεία. Τα αποτελέσματα αναφέρονται στις άμεσες επιπτώσεις του κοινού σχεδίου δράσης. Ο δικαιούχος σε κοινό σχέδιο δράσης είναι οργανισμός δημοσίου δικαίου. Τα κοινά σχέδια δράσης δεν θεωρούνται μεγάλα έργα.

▼M6

2.  Το ελάχιστο ποσό της δημόσιας δαπάνης που χορηγείται σε ένα κοινό σχέδιο δράσης είναι 5 000 000  EUR ή το 5 % της δημόσιας στήριξης του επιχειρησιακού προγράμματος ή ενός από τα συνεισφέροντα προγράμματα, όποιο είναι χαμηλότερο.

3.  Η παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται σε πράξεις που λαμβάνουν στήριξη από την ΠΑΝ, στο πρώτο κοινό σχέδιο δράσης που υποβάλλεται από κράτος μέλος στο πλαίσιο του στόχου «Επενδύσεις για την ανάπτυξη και την απασχόληση», ή στο πρώτο κοινό σχέδιο δράσης που υποβάλλεται από πρόγραμμα στο πλαίσιο του στόχου της ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας.

▼B

Άρθρο 105

Εκπόνηση κοινών σχεδίων δράσης

1.  Το κράτος μέλος, η διαχειριστική αρχή ή κάθε εξουσιοδοτημένος οργανισμός δημοσίου δικαίου μπορεί να υποβάλει πρόταση κοινού σχεδίου δράσης ταυτόχρονα ή μετά την υποβολή των σχετικών επιχειρησιακών προγραμμάτων. Η εν λόγω πρόταση περιέχει τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 106.

2.  Ένα κοινό σχέδιο δράσης καλύπτει μέρος της περιόδου μεταξύ 1 Ιανουαρίου 2014 και 31 Δεκεμβρίου 2023. ►M6  ————— ◄

Άρθρο 106

Περιεχόμενο των κοινών σχεδίων δράσης

Ένα κοινό σχέδιο δράσης περιέχει:

▼M6

1) περιγραφή των στόχων του κοινού σχεδίου δράσης και του τρόπου με τον οποίο συνεισφέρει στους στόχους του προγράμματος ή στις σχετικές ειδικές συστάσεις για κάθε χώρα και τις γενικές κατευθυντήριες γραμμές των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών και της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 121 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ και των σχετικών συστάσεων του Συμβουλίου που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τα κράτη μέλη για τις πολιτικές τους για την απασχόληση δυνάμει του άρθρου 148 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ·

▼M6 —————

▼M6

3) περιγραφή των προβλεπόμενων έργων ή τύπων έργων, καθώς και των οροσήμων, κατά περίπτωση, και των στόχων για τις εκροές και τα αποτελέσματα σε σχέση με τους κοινούς δείκτες ανά άξονα προτεραιότητας, κατά περίπτωση·

▼B

4) τις πληροφορίες σχετικά με τη γεωγραφική κάλυψη και τις στοχευόμενες ομάδες του·

5) την προβλεπόμενη περίοδο εφαρμογής του·

▼M6

6) επιβεβαίωση ότι θα συμβάλλει στην προσέγγιση για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, όπως ορίζεται στο σχετικό πρόγραμμα ή σύμφωνο εταιρικής σχέσης·

7) επιβεβαίωση ότι θα συμβάλλει στην προσέγγιση για τη βιώσιμη ανάπτυξη, όπως ορίζεται στο σχετικό πρόγραμμα ή σύμφωνο εταιρικής σχέσης·

8) τις εκτελεστικές διατάξεις του, που περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α) πληροφορίες σχετικά με την επιλογή του κοινού σχεδίου δράσης από τη διαχειριστική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 3·

β) τις ρυθμίσεις για την εποπτεία του κοινού σχεδίου δράσης, σύμφωνα με το άρθρο 108·

γ) τις ρυθμίσεις για την παρακολούθηση και αξιολόγηση του κοινού σχεδίου δράσης, που περιλαμβάνουν ρυθμίσεις για τη διασφάλιση της ποιότητας, τη συλλογή και αποθήκευση δεδομένων σχετικά με την επίτευξη των ορόσημων, εκροών και αποτελεσμάτων·

▼B

9) τις χρηματοοικονομικές ρυθμίσεις του, που περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

▼M6

α) τις δαπάνες για την επίτευξη των ορόσημων, και των στόχων για τις εκροές και τα αποτελέσματα, βάσει, στην περίπτωση τυποποιημένων κλιμάκων μοναδιαίου κόστους και κατ’ αποκοπή ποσών, των μεθόδων που ορίζονται στο άρθρο 67 παράγραφος 5 του παρόντος κανονισμού και στο άρθρο 14 του κανονισμού του ΕΚΤ·

▼M6 —————

▼B

γ) το σχέδιο χρηματοδότησης ανά επιχειρησιακό πρόγραμμα και άξονα προτεραιότητας, συμπεριλαμβανομένου του συνολικού επιλέξιμου ποσού και του ποσού δημόσιας δαπάνης.

Η Επιτροπή, προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή αυτού του άρθρου, εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σχετικά με το μορφότυπο του υποδείγματος για το κοινό σχέδιο δράσης. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 150 παράγραφος 2.

Άρθρο 107

Απόφαση για το κοινό σχέδιο δράσης

1.  Η Επιτροπή εκτιμά το κοινό σχέδιο δράσης βάσει των αναφερόμενων στο άρθρο 106 πληροφοριών, ώστε να διαπιστώσει αν αιτιολογείται η προτεινόμενη στήριξη από τα Ταμεία.

Όταν η Επιτροπή, εντός δύο μηνών από την υποβολή πρότασης κοινού σχεδίου δράσης, θεωρεί ότι αυτό δεν πληροί τις απαιτήσεις εκτίμησης που αναφέρονται στο άρθρο 104, υποβάλλει παρατηρήσεις στο κράτος μέλος. Το κράτος μέλος παρέχει στην Επιτροπή όλες τις αιτηθείσες απαραίτητες συμπληρωματικές πληροφορίες και, κατά περίπτωση, πραγματοποιεί τις ανάλογες αναθεωρήσεις του κοινού σχεδίου δράσης.

2.  Με την προϋπόθεση ότι οι παρατηρήσεις έχουν ληφθεί επαρκώς υπόψη, η Επιτροπή εκδίδει απόφαση, μέσω εκτελεστικής πράξης, για την έγκριση του κοινού σχεδίου δράσης το αργότερο εντός τεσσάρων μηνών από την υποβολή του από το κράτος μέλος, αλλά όχι πριν από την έγκριση του σχετικού επιχειρησιακού προγράμματος.

▼M6

3.  Η αναφερόμενη στην παράγραφο 2 απόφαση ορίζει τον δικαιούχο και τους στόχους του κοινού σχεδίου δράσης, τα ορόσημα, κατά περίπτωση, και τους στόχους για τις εκροές και τα αποτελέσματα, τις δαπάνες για την επίτευξη αυτών των ορόσημων και των στόχων για τις εκροές και τα αποτελέσματα και το σχέδιο χρηματοδότησης ανά επιχειρησιακό πρόγραμμα και άξονα προτεραιότητας, συμπεριλαμβανομένου του συνολικού επιλέξιμου ποσού και του ποσού της δημόσιας συμμετοχής, την περίοδο εφαρμογής του κοινού σχεδίου δράσης και, κατά περίπτωση, το πεδίο γεωγραφικής κάλυψης και τις στοχευόμενες ομάδες του κοινού σχεδίου δράσης.

▼B

4.  Όταν η Επιτροπή αρνηθεί, με εκτελεστική πράξη, την παροχή στήριξης από τα Ταμεία σε ένα κοινό σχέδιο δράσης, κοινοποιεί τους λόγους της στο κράτος μέλος εντός της οριζόμενης στην παράγραφο 2 περιόδου.

Άρθρο 108

Επιτροπή καθοδήγησης και τροποποίηση του κοινού σχεδίου δράσης

▼M6

1.  Το κράτος μέλος ή η διαχειριστική αρχή συγκροτούν επιτροπή καθοδήγησης για το κοινό σχέδιο δράσης, που μπορεί να είναι διαφορετική από την επιτροπή παρακολούθησης των σχετικών επιχειρησιακών προγραμμάτων. Η επιτροπή καθοδήγησης συνέρχεται τουλάχιστον δύο φορές κατ’ έτος και υποβάλλει έκθεση στη διαχειριστική αρχή. Εάν κρίνεται σκόπιμο, η διαχειριστική αρχή ενημερώνει τη σχετική επιτροπή παρακολούθησης όσον αφορά τα αποτελέσματα του έργου που διεξήγαγε η επιτροπή καθοδήγησης και την πρόοδο της υλοποίησης του κοινού σχεδίου δράσης σύμφωνα με το άρθρο 110 παράγραφος 1 στοιχείο ε) και το άρθρο 125 παράγραφος 2 στοιχείο α).

▼B

Η σύνθεση της επιτροπής καθοδήγησης αποφασίζεται από το κράτος μέλος σε συμφωνία με τη σχετική διαχειριστική αρχή, τηρουμένης της αρχής της εταιρικής σχέσης.

Η Επιτροπή μπορεί να συμμετέχει στις εργασίες της επιτροπής καθοδήγησης με συμβουλευτική ιδιότητα.

2.  Η επιτροπή καθοδήγησης εκτελεί τις ακόλουθες δραστηριότητες:

α) επανεξετάζει την πρόοδο προς την επίτευξη των ορόσημων, των εκροών και αποτελεσμάτων του κοινού σχεδίου δράσης·

β) εξετάζει και εγκρίνει κάθε πρόταση τροποποίησης του κοινού σχεδίου δράσης, ώστε να λάβει υπόψη όλα τα ζητήματα που επηρεάζουν τις επιδόσεις του.

3.  Οι αιτήσεις τροποποίησης κοινών σχεδίων δράσης που υποβάλλονται στην Επιτροπή από ένα κράτος μέλος είναι δεόντως τεκμηριωμένες. Η Επιτροπή εκτιμά αν η αίτηση τροποποίησης είναι δικαιολογημένη, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που παρέχει το κράτος μέλος. Η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις και το κράτος μέλος παρέχει στην Επιτροπή όλες τις απαραίτητες συμπληρωματικές πληροφορίες. Η Επιτροπή εκδίδει απόφαση, μέσω εκτελεστικής πράξης, για μια αίτηση τροποποίησης το αργότερο εντός τριών μηνών από την επίσημη υποβολή της από το κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι ελήφθησαν ικανοποιητικά υπόψη όλες οι παρατηρήσεις που υπέβαλε η Επιτροπή. Όταν εγκριθεί, η τροποποίηση τίθεται σε ισχύ την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, εκτός εάν η απόφαση ορίζει διαφορετικά.

Άρθρο 109

Δημοσιονομική διαχείριση και έλεγχος του κοινού σχεδίου δράσης

1.  Οι πληρωμές στον δικαιούχο ενός κοινού σχεδίου δράσης αφορούν κατ’ αποκοπήν ποσά ή τυποποιημένες κλίμακες δαπανών κατά μονάδα προϊόντος. ►M6  ————— ◄

2.  Η δημοσιονομική διαχείριση, ο έλεγχος και ο δημοσιονομικός έλεγχος του κοινού σχεδίου δράσης αποσκοπούν αποκλειστικά στο να επαληθεύσουν ότι πληρούνται οι όροι για τις πληρωμές που προβλέπονται στην απόφαση με την οποία εγκρίνεται το κοινό σχέδιο δράσης.

3.  Ο δικαιούχος του κοινού σχεδίου δράσης και οι φορείς που λειτουργούν υπό την ευθύνη του μπορούν να εφαρμόζουν τις λογιστικές πρακτικές τους για τις δαπάνες των πράξεων. Εφαρμογής. Οι λογιστικές πρακτικές και οι δαπάνες που πραγματοποιούνται από τον δικαιούχο δεν υπόκεινται σε λογιστικό έλεγχο από την αρχή λογιστικού ελέγχου ή την Επιτροπή.



ΤΙΤΛΟΣ III

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ, ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ, ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Παρακολούθηση και αξιολόγηση

Άρθρο 110

Καθήκοντα της επιτροπής παρακολούθησης

1.  Η επιτροπή παρακολούθησης εξετάζει συγκεκριμένα:

α) όλα τα ζητήματα που επηρεάζουν την επίδοση του επιχειρησιακού προγράμματος·

β) την πρόοδο στην εφαρμογή του σχεδίου αξιολόγησης και την παρακολούθηση των συμπερασμάτων των αξιολογήσεων·

▼M6

γ) εφαρμογή της στρατηγικής επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων μέτρων πληροφόρησης και επικοινωνίας και μέτρων για την ενίσχυση της προβολής των Ταμείων·

▼B

δ) την υλοποίηση μεγάλων έργων·

ε) την υλοποίηση κοινών σχεδίων δράσης·

στ) τις δράσεις για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, των ίσων ευκαιριών, την καταπολέμηση των διακρίσεων, συμπεριλαμβανομένης της προσβασιμότητας για τα άτομα με αναπηρίες·

ζ) δράσεις για την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης·

η) κατά περίπτωση, όταν οι εκ των προτέρων αιρεσιμότητες δεν εκπληρώνονται κατά την ημερομηνία υποβολής του συμφώνου εταιρικής σχέσης και του επιχειρησιακού προγράμματος, την πρόοδο σχετικά με δράσεις για την τήρηση των ισχυόντων εκ των προτέρων αιρεσιμοτήτων·

θ) μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής.

2.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 49 παράγραφος 3, η επιτροπή παρακολούθησης εξετάζει και εγκρίνει:

▼M6

α) τη μεθοδολογία και τα κριτήρια επιλογής των πράξεων, εκτός εάν τα εν λόγω κριτήρια εγκρίνονται από ομάδες τοπικής δράσης σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 3 στοιχείο γ)·

▼B

β) τις ετήσιες και τις τελικές εκθέσεις υλοποίησης·

γ) το σχέδιο αξιολόγησης για το επιχειρησιακό πρόγραμμα και κάθε τροποποίηση του σχεδίου αξιολόγησης, μεταξύ άλλων, όταν οποιοδήποτε από αυτές αποτελεί μέρος του κοινού σχεδίου αξιολόγησης σύμφωνα με το άρθρο 114 παράγραφος 1·

δ) τη στρατηγική επικοινωνίας για το επιχειρησιακό πρόγραμμα και κάθε τροποποίηση της στρατηγικής·

ε) κάθε πρόταση της διαχειριστικής αρχής για τροποποίηση του επιχειρησιακού προγράμματος.

Άρθρο 111

Εκθέσεις υλοποίησης του στόχου «Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση»

1.  Έως τις 31 Μαΐου 2016 και έως αυτή την ημερομηνία κάθε επόμενου έτους μέχρι και το 2023, το κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή ετήσια έκθεση υλοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 50 παράγραφος 1. Η έκθεση που υποβάλλεται το 2016 καλύπτει τα οικονομικά έτη 2014 και 2015, καθώς και το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας έναρξης της επιλεξιμότητας των δαπανών και της 31ης Δεκεμβρίου 2013.

2.  Για τις εκθέσεις που υποβάλλονται το 2017 και το 2019, η προθεσμία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ορίζεται στις 30 Ιουνίου.

3.  Οι ετήσιες εκθέσεις υλοποίησης παρέχουν πληροφορίες σχετικά με:

α) την εφαρμογή του επιχειρησιακού προγράμματος, σύμφωνα με το άρθρο 50 παράγραφος 2·

β) την πρόοδο κατά την εκπόνηση και εφαρμογή μεγάλων έργων και κοινών σχεδίων δράσης.

4.  Οι ετήσιες εκθέσεις υλοποίησης που υποβάλλονται το 2017 και το 2019 παραθέτουν και αξιολογούν, σύμφωνα με το άρθρο 50 παράγραφοι 4 και 5 αντίστοιχα και τις πληροφορίες που ορίζονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου μαζί με τα ακόλουθα στοιχεία:

α) την πρόοδο στην εφαρμογή του σχεδίου αξιολόγησης και της συνέχειας που δίνεται στα πορίσματα των αξιολογήσεων·

β) τα αποτελέσματα των μέτρων ενημέρωσης και δημοσιότητας για τα Ταμεία που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της στρατηγικής επικοινωνίας·

γ) τη συμμετοχή των εταίρων στην εφαρμογή, παρακολούθηση και αξιολόγηση του επιχειρησιακού προγράμματος.

Οι ετήσιες εκθέσεις υλοποίησης που υποβάλλονται το 2017 και το 2019 είναι δυνατόν, ανάλογα με το περιεχόμενο και τους σκοπούς των επιχειρησιακών προγραμμάτων, να παρέχουν πληροφόρηση και να αξιολογούν τα ακόλουθα στοιχεία:

α) την πρόοδο της εφαρμογής της ολοκληρωμένης προσέγγισης της εδαφικής ανάπτυξης, περιλαμβανομένης της ανάπτυξης περιφερειών που αντιμετωπίζουν δημογραφικές προκλήσεις και μόνιμα ή φυσικά προβλήματα, της βιώσιμης αστικής ανάπτυξης και της τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία των τοπικών κοινοτήτων στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος·

β) την πρόοδο της υλοποίησης των δράσεων για την ενίσχυση της ικανότητας των αρχών του κράτους μέλους και των δικαιούχων να διαχειρίζονται και να χρησιμοποιούν τα Ταμεία

γ) την πρόοδο της εφαρμογής διαπεριφερειακών και διακρατικών δράσεων·

δ) κατά περίπτωση, τη συμβολή στις μακροπεριφερειακές στρατηγικές και στις στρατηγικές για τη θαλάσσια λεκάνη·

ε) τις ειδικές δράσεις που υλοποιούνται για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών και την πρόληψη των διακρίσεων, ιδίως την προσβασιμότητα για άτομα με αναπηρίες, και τις ρυθμίσεις που εφαρμόζονται για την ενσωμάτωση της διάστασης της ισότητας των φύλων στο επιχειρησιακό πρόγραμμα και τις πράξεις·

στ) τις ενέργειες για την προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης σύμφωνα με το άρθρο 8·

ζ) την πρόοδο της εφαρμογής των δράσεων στον τομέα της κοινωνικής καινοτομίας, κατά περίπτωση·

η) την πρόοδο της εφαρμογής των μέτρων για την αντιμετώπιση ειδικών αναγκών των γεωγραφικών περιοχών που πλήττονται περισσότερο από τη φτώχεια ή στοχευόμενων ομάδων που αντιμετωπίζουν τον υψηλότερο κίνδυνο διακρίσεων ή κοινωνικού αποκλεισμού, με ειδική μέριμνα για τις κοινότητες περιθωριοποιημένων ομάδων και τα άτομα με αναπηρίες, τους μακροχρόνια ανέργους και τους νέους χωρίς επαγγελματική δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των χρησιμοποιούμενων χρηματοδοτικών πόρων.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο και δεύτερο εδάφιο, και προκειμένου να εξασφαλιστεί συνοχή μεταξύ του συμφώνου εταιρικής σχέσης και της έκθεσης προόδου, ►C1  τα κράτη μέλη με ένα μόνο επιχειρησιακό πρόγραμμα ανά ταμείο μπορούν να περιλαμβάνουν τις πληροφορίες που σχετίζονται με εκ των προτέρων αιρεσιμότητες που αναφέρονται στο άρθρο 50 παράγραφος 4, τις πληροφορίες που απαιτούνται από το άρθρο 50 παράγραφος 5 ◄ και τις πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία α), β), γ) και η) του δευτέρου εδαφίου της παρούσας παραγράφου στην έκθεση προόδου αντί στις ετήσιες εκθέσεις υλοποίησης που θα υποβληθούν το 2017 και το 2019 αντίστοιχα και στην τελική έκθεση υλοποίησης, με την επιφύλαξη των προβλεπόμενων στο άρθρο 110 παράγραφος 2 στοιχείο β).

5.  Η Επιτροπή, προκειμένου να εξασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των υποδειγμάτων σχετικά με τις ετήσιες εκθέσεις υλοποίησης και την τελική έκθεση υλοποίησης Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 150 παράγραφος 2.

Άρθρο 112

Διαβίβαση δημοσιονομικών στοιχείων

1.  Έως τις 31 Ιανουαρίου, τις 31 Ιουλίου και τις 31 Οκτωβρίου, το κράτος μέλος διαβιβάζει ηλεκτρονικά στην Επιτροπή για τους σκοπούς της παρακολούθησης, για κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα και ανά άξονα προτεραιότητας τα ακόλουθα στοιχεία:

α) το συνολικό και το επιλέξιμο δημόσιο κόστος των πράξεων και τον αριθμό των πράξεων που επελέγησαν για στήριξη·

β) τη συνολική επιλέξιμη δαπάνη που δηλώνουν οι δικαιούχοι στη διαχειριστική αρχή.

2.  Επιπλέον, τα στοιχεία τα οποία διαβιβάζονται έως τις 31 Ιανουαρίου περιέχουν ανάλυση των ανωτέρω δεδομένων ανά κατηγορία παρέμβασης. Η κοινοποίηση αυτή θεωρείται ότι ικανοποιεί τις απαιτήσεις για την υποβολή δημοσιονομικών δεδομένων που αναφέρονται στο άρθρο 50 παράγραφος 2.

3.  Τα στοιχεία που υποβάλλονται έως τις 31 Ιανουαρίου και 31 Ιουλίου συνοδεύονται με πρόβλεψη του ποσού για το οποίο το κράτος μέλος εκτιμάται ότι θα υποβάλει αιτήσεις πληρωμών για το τρέχον οικονομικό έτος και το επόμενο οικονομικό έτος.

4.  Η προθεσμία για την υποβολή των δεδομένων βάσει του παρόντος άρθρου είναι το τέλος του μήνα πριν από τον μήνα υποβολής.

5.  Η Επιτροπή προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σχετικά με το υπόδειγμα που πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την υποβολή δημοσιονομικών στοιχείων στην Επιτροπή για σκοπούς παρακολούθησης. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με την εκτελεστική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 150 παράγραφος 3.

Άρθρο 113

Έκθεση για τη συνοχή

Η αναφερόμενη στο άρθρο 175 ΣΛΕΕ έκθεση της Επιτροπής περιλαμβάνει:

α) καταγραφή της προόδου όσον αφορά την επίτευξη οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής συνοχής, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης και της ανάπτυξης των περιφερειών, καθώς και την ενσωμάτωση των προτεραιοτήτων της Ένωσης·

β) καταγραφή του ρόλου των Ταμείων, της χρηματοδότησης από την ΕΤΕπ και των άλλων χρηματοδοτικών μέσων, καθώς και την επίδραση άλλων ενωσιακών και εθνικών πολιτικών ως προς την πραγματοποιηθείσα πρόοδο.

γ) κατά περίπτωση, μια ένδειξη των μελλοντικών μέτρων και πολιτικών της Ένωσης που απαιτούνται για την ενίσχυση της οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής συνοχής, καθώς και για την υλοποίηση των προτεραιοτήτων της Ένωσης.

Άρθρο 114

Αξιολόγηση

▼M6

1.  Καταρτίζεται σχέδιο αξιολόγησης από τη διαχειριστική αρχή ή το κράτος μέλος για ένα ή περισσότερα επιχειρησιακά προγράμματα. Το σχέδιο αξιολόγησης υποβάλλεται στην επιτροπή παρακολούθησης το αργότερο ένα έτος μετά την έγκριση του επιχειρησιακού προγράμματος. Στις περιπτώσεις ειδικών προγραμμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), τα οποία εγκρίθηκαν πριν από τις 2 Αυγούστου 2018, το σχέδιο αξιολόγησης υποβάλλεται στην επιτροπή παρακολούθησης το αργότερο ένα έτος μετά την εν λόγω ημερομηνία.

▼B

2.  Οι διαχειριστικές αρχές υποβάλλουν στην Επιτροπή για κάθε πρόγραμμα, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2022, έκθεση που παρουσιάζει συνοπτικά τα συμπεράσματα των αξιολογήσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου προγραμματισμού και τις κύριες εκροές και αποτελέσματα του προγράμματος, διατυπώνοντας σχόλια σχετικά με τις κοινοποιηθείσες πληροφορίες.

3.  Η Επιτροπή πραγματοποιεί εκ των υστέρων αξιολογήσεις σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη και τις διαχειριστικές αρχές.

▼M6 —————

▼B



ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

▼M6

Πληροφόρηση, επικοινωνία και προβολή

▼B

Άρθρο 115

▼M6

Πληροφόρηση, επικοινωνία και προβολή

▼B

1.  Τα κράτη μέλη και οι διαχειριστικές αρχές είναι υπεύθυνα:

α) για την κατάρτιση στρατηγικών επικοινωνίας

β) να εξασφαλίσουν τη δημιουργία ενός ενιαίου διαδικτυακού τόπου ή μιας ενιαίας διαδικτυακής πύλης που παρέχει πληροφορίες και πρόσβαση σε όλα τα επιχειρησιακά προγράμματα του οικείου κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τη χρονική στιγμή υλοποίησης του προγραμματισμού και οποιωνδήποτε σχετικών διαδικασιών δημόσιας διαβούλευσης·

γ) για την ενημέρωση των δυνητικών δικαιούχων σχετικά με τις ευκαιρίες χρηματοδότησης στο πλαίσιο των επιχειρησιακών προγραμμάτων·

▼M6

δ) για τη δημοσιοποίηση στους πολίτες της Ένωσης του ρόλου και των επιτευγμάτων της πολιτικής για τη συνοχή και των Ταμείων μέσω μέτρων ενίσχυσης της προβολής των αποτελεσμάτων και του αντικτύπου των συμφώνων εταιρικής σχέσης, των επιχειρησιακών προγραμμάτων και των πράξεων.

▼B

2.  Για να εξασφαλίσουν τη διαφάνεια όσον αφορά στην στήριξη από τα Ταμεία, τα κράτη μέλη ή οι διαχειριστικές αρχές τηρούν κατάλογο των πράξεων ανά επιχειρησιακό πρόγραμμα και ανά Ταμείο υπό μορφή λογιστικού φύλλου και σε μορφότυπο, επί παραδείγματι, CSV ή XML, επιτρέποντας έτσι την ταξινόμηση, αναζήτηση, εξαγωγή, σύγκριση και εύκολη δημοσίευση των δεδομένων στο διαδίκτυο. Ο κατάλογος των πράξεων είναι προσβάσιμος μέσω του ενιαίου διαδικτυακού τόπου ή της ενιαίας διαδικτυακής πύλης, που παρέχει κατάλογο και συνοπτική παρουσίαση όλων των επιχειρησιακών προγραμμάτων στο εν λόγω κράτος μέλος.

Προκειμένου να ενθαρρυνθεί η μετέπειτα χρήση του καταλόγου των πράξεων από τον ιδιωτικό τομέα, την κοινωνία των πολιτών ή την εθνική δημόσια διοίκηση, ο διαδικτυακός τόπος μπορεί να περιέχει αναφορά στους ισχύοντες κανόνες αδειοδότησης σύμφωνα με τους οποίους δημοσιοποιούνται τα δεδομένα, με σαφή τρόπο

Ο κατάλογος των πράξεων ενημερώνεται τουλάχιστον κάθε έξι μήνες.

Οι ελάχιστες πληροφορίες που πρέπει να περιέχονται στον κατάλογο των πράξεων ορίζονται στο παράρτημα ΧΙΙ.

▼M6

3.  Οι λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τα μέτρα πληροφόρησης, επικοινωνίας και προβολής για το κοινό και τα μέτρα ενημέρωσης για τους δυνητικούς δικαιούχους και τους δικαιούχους ορίζονται στο παράρτημα XII.

▼B

4.  Η Επιτροπή, εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σχετικά με τα τεχνικά χαρακτηριστικά των μέτρων πληροφόρησης και επικοινωνίας για την κάθε πράξη καθώς και οδηγίες για τη δημιουργία του εμβλήματος και τον καθορισμό των τυποποιημένων χρωμάτων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 150 παράγραφος 3.

Άρθρο 116

Στρατηγική επικοινωνίας

1.  Το κράτος μέλος ή οι διαχειριστικές αρχές καταρτίζουν στρατηγική επικοινωνίας για κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα. Είναι δυνατόν να καταρτιστεί κοινή στρατηγική επικοινωνίας για περισσότερα επιχειρησιακά προγράμματα. Η στρατηγική επικοινωνίας λαμβάνει υπόψη το μέγεθος του οικείου επιχειρησιακού προγράμματος ή των οικείων επιχειρησιακών προγραμμάτων σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.

Η στρατηγική επικοινωνίας περιλαμβάνει τα στοιχεία που ορίζονται στο παράρτημα ΧΙΙ.

2.  Η στρατηγική επικοινωνίας υποβάλλεται προς έγκριση στην επιτροπή παρακολούθησης, σύμφωνα με το άρθρο 110 παράγραφος 2 στοιχείο δ), το αργότερο έξι μήνες μετά την έγκριση του οικείου επιχειρησιακού προγράμματος ή των οικείων επιχειρησιακών προγραμμάτων.

Όταν καταρτίζεται κοινή στρατηγική επικοινωνίας για πολλά επιχειρησιακά προγράμματα που αφορά πολλές επιτροπές παρακολούθησης, το κράτος μέλος μπορεί να ορίζει μια επιτροπή παρακολούθησης, η οποία, σε συνεργασία με τις υπόλοιπες σχετικές επιτροπές παρακολούθησης, είναι υπεύθυνη για την έγκριση της κοινής στρατηγικής επικοινωνίας, καθώς και τυχόν μετέπειτα τροποποιήσεων της εν λόγω στρατηγικής.

Όπου κρίνεται απαραίτητο, το κράτος μέλος ή οι διαχειριστικές αρχές μπορούν να προβούν στην τροποποίηση της στρατηγικής επικοινωνίας κατά τη διάρκεια της περιόδου προγραμματισμού. Η τροποποιημένη στρατηγική επικοινωνίας υποβάλλεται από τη διαχειριστική αρχή στην επιτροπή παρακολούθησης προς έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 110 παράγραφος 2 στοιχείο δ).

▼M6

3.  Κατά παρέκκλιση από το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, η διαχειριστική αρχή, ενημερώνει την υπεύθυνη επιτροπή παρακολούθησης ή τις υπεύθυνες επιτροπές παρακολούθησης τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος για την πρόοδο της υλοποίησης της στρατηγικής επικοινωνίας ως έχει στο άρθρο 110 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και για την ανάλυση των αποτελεσμάτων της εν λόγω υλοποίησης, καθώς και για τις δραστηριότητες πληροφόρησης και επικοινωνίας και για τα μέτρα ενίσχυσης της προβολής των Ταμείων που πρόκειται να πραγματοποιηθούν κατά το επόμενο έτος. Η επιτροπή παρακολούθησης γνωμοδοτεί σχετικά με τις δραστηριότητες και τα σχεδιαζόμενα μέτρα για το επόμενο έτος, μεταξύ άλλων σχετικά με τρόπους ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας των δραστηριοτήτων επικοινωνίας που απευθύνονται στο κοινό.

▼B

Άρθρο 117

Υπεύθυνοι πληροφόρησης και επικοινωνίας και τα δίκτυά τους

1.  Κάθε κράτος μέλος ορίζει έναν υπεύθυνο για θέματα πληροφόρησης και επικοινωνίας που συντονίζει τις ενέργειες πληροφόρησης και επικοινωνίας σε σχέση με ένα ή περισσότερα Ταμεία, συμπεριλαμβανομένων σχετικών προγραμμάτων στο πλαίσιο του στόχου Ευρωπαϊκής Εδαφικής Συνεργασίας, και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.

2.  Ο υπεύθυνος πληροφόρησης και επικοινωνίας είναι υπεύθυνος για το συντονισμό του εθνικού δικτύου υπευθύνων επικοινωνίας για τα Ταμεία, όπου υφίσταται τέτοιο δίκτυο, τη δημιουργία και διατήρηση του διαδικτυακού τόπου ή διαδικτυακής πύλης που αναφέρεται στο παράρτημα ΧΙΙ και την διενέργεια επισκόπησης των μέτρων επικοινωνίας που εφαρμόζονται σε επίπεδο κράτους μέλους.

3.  Κάθε διαχειριστική αρχή ορίζει ένα πρόσωπο υπεύθυνο για την πληροφόρηση και την επικοινωνία σε επίπεδο επιχειρησιακού προγράμματος και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή. Κατά περίπτωση, ένα πρόσωπο μπορεί να οριστεί υπεύθυνο για πολλά επιχειρησιακά προγράμματα.

▼M6

4.  Η Επιτροπή συγκροτεί δίκτυα της Ένωσης στα οποία συμμετέχουν μέλη που ορίζονται από τα κράτη μέλη, ώστε να εξασφαλιστεί η ανταλλαγή πληροφοριών επί των αποτελεσμάτων της υλοποίησης των στρατηγικών επικοινωνίας, η ανταλλαγή εμπειριών από την υλοποίηση των μέτρων πληροφόρησης και επικοινωνίας, η ανταλλαγή ορθών πρακτικών και να καταστεί δυνατός ο από κοινού σχεδιασμός ή συντονισμός των δραστηριοτήτων επικοινωνίας μεταξύ των κρατών μελών και με την Επιτροπή κατά περίπτωση. Τα δίκτυα συζητούν τουλάχιστον μια φορά κατ’ έτος και αξιολογούν την αποτελεσματικότητα των μέτρων πληροφόρησης και επικοινωνίας, και προτείνουν συστάσεις για την ενίσχυση της εμβέλειας και του αντικτύπου των δραστηριοτήτων επικοινωνίας και για την ενίσχυση της ευαισθητοποίησης αναφορικά με τα αποτελέσματα και την προστιθέμενη αξία των εν λόγω δραστηριοτήτων.

▼B



ΤΙΤΛΟΣ IV

ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ

Άρθρο 118

Τεχνική συνδρομή με πρωτοβουλία της Επιτροπής

Τα Ταμεία, συνυπολογιζομένων των μειώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 91 παράγραφος 3, μπορούν να υποστηρίζουν την τεχνική συνδρομή έως ανώτατου ορίου 0,35 % της αντίστοιχης ετήσιας χορήγησής τους.

Άρθρο 119

Τεχνική συνδρομή των κρατών μελών

▼M6

1.  Το ποσό της χρηματοδότησης των Ταμείων για τεχνική βοήθεια σε ένα κράτος μέλος περιορίζεται στο 4 % του συνολικού ποσού των πιστώσεων των Ταμείων που διατίθενται σε επιχειρησιακά προγράμματα στο πλαίσιο του στόχου «Επενδύσεις για την ανάπτυξη και την απασχόληση».

▼B

Τα ειδικά κονδύλια για την ΠΑΝ μπορούν να ληφθούν υπόψη από τα κράτη μέλη κατά τον υπολογισμό του ορίου του συνολικού ποσού των κεφαλαίων που διατίθενται για τεχνική συνδρομή προς κάθε κράτος μέλος.

2.   ►M6  ————— ◄ Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, οι πιστώσεις για τεχνική συνδρομή από ένα Ταμείο δεν υπερβαίνουν το 10 % της συνολικής χορήγησης του εν λόγω Ταμείου για επιχειρησιακά προγράμματα σε ένα κράτος μέλος, για κάθε κατηγορία περιφέρειας, κατά περίπτωση, του στόχου Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση.

3.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 70 παράγραφοι 1 και 2, οι πράξεις τεχνικής συνδρομής μπορούν να υλοποιούνται εκτός της περιοχής του προγράμματος, αλλά εντός της Ένωσης, υπό τον όρο ότι οι πράξεις λειτουργούν προς όφελος του επιχειρησιακού προγράμματος, ή, στην περίπτωση επιχειρησιακού προγράμματος τεχνικής συνδρομής, προς όφελος των λοιπών οικείων προγραμμάτων.

▼M6

4.  Στην περίπτωση των διαρθρωτικών ταμείων, όταν η χρηματοδότηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 χρησιμοποιείται για τη στήριξη πράξεων τεχνικής βοήθειας που συνολικά αφορούν περισσότερες από μία κατηγορίες περιφερειών, οι δαπάνες που συνδέονται με τις πράξεις μπορεί να υλοποιηθούν στο πλαίσιο ενός άξονα προτεραιότητας που συνδυάζει διαφορετικές κατηγορίες περιφερειών και να κατανεμηθούν κατ’ αναλογία, λαμβάνοντας υπόψη είτε τις αντίστοιχες πιστώσεις στις διάφορες κατηγορίες περιφερειών του επιχειρησιακού προγράμματος είτε τις πιστώσεις σε κάθε κατηγορία περιφέρειας ως μέρος της συνολικής χορήγησης του κράτους μέλους.

▼B

5.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, όταν το συνολικό ποσό κεφαλαίων που διατίθεται σε ένα κράτος μέλος στο πλαίσιο του στόχου για τις επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση δεν υπερβαίνει το 1 000 000 000 EUR, το ποσό που διατίθεται για τεχνική συνδρομή μπορεί να αυξηθεί έως το 6 % του συνολικού ποσού ή έως τα 50 000 000 EUR, αναλόγως του ποιο ποσό είναι μικρότερο.

▼M6

5α.  Η εξέταση της τήρησης των ποσοστών διενεργείται κατά τον χρόνο της έγκρισης του επιχειρησιακού προγράμματος.

▼B

6.  Η τεχνική συνδρομή λαμβάνει τη μορφή ενός μονοταμειακού άξονα προτεραιότητας στο εσωτερικό ενός επιχειρησιακού προγράμματος ή ειδικού επιχειρησιακού προγράμματος, ή και τα δύο.



ΤΙΤΛΟΣ V

ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗ ΣΤΗΡΙΞΗ ΑΠΟ ΤΑ ΤΑΜΕΙΑ

Άρθρο 120

Καθορισμός των ποσοστών συγχρηματοδότησης

1.  Η απόφαση της Επιτροπής για την έγκριση ενός επιχειρησιακού προγράμματος καθορίζει το ποσοστό συγχρηματοδότησης και το ανώτατο ποσοστό στήριξης από τα Ταμεία για κάθε άξονα προτεραιότητας. Στην περίπτωση που ένας άξονας προτεραιότητας αφορά περισσότερες από μια κατηγορίες περιφερειών ή περισσότερα από ένα Ταμεία, η απόφαση της Επιτροπής καθορίζει, εφόσον απαιτείται, το ποσοστό συγχρηματοδότησης ανά κατηγορία περιφέρειας ή ταμείου.

2.  Για κάθε άξονα προτεραιότητας, η απόφαση της Επιτροπής ορίζει αν το ποσοστό συγχρηματοδότησης για τον άξονα προτεραιότητας εφαρμόζεται:

α) στη συνολική επιλέξιμη δαπάνη, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων και ιδιωτικών δαπανών· ή

β) στην επιλέξιμη δημόσια δαπάνη.

3.  Το ποσοστό συγχρηματοδότησης στο επίπεδο κάθε άξονα προτεραιότητας, και, εάν ενδείκνυται, ανά κατηγορία περιφέρειας και ανά Ταμείο, των επιχειρησιακών προγραμμάτων βάσει του στόχου Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση δεν υπερβαίνει:

α) το 85 % για το Ταμείο Συνοχής·

β) το 85 % για τις λιγότερο αναπτυγμένες περιφέρειες των κρατών μελών με κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ για την περίοδο 2007-2009 κατώτερο του 85 % του μέσου όρου στην ΕΕ-27 κατά την ίδια περίοδο και για τις εξόχως απόκεντρες περιοχές, περιλαμβανομένης της συμπληρωματικής χορήγησης για τις εξόχως απόκεντρες περιοχές σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο ε) και το άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού ΕΕΣ.

γ) τo 80 % για τις λιγότερο αναπτυγμένες περιφέρειες των κρατών μελών πλην αυτών που αναφέρονται στο στοιχείο β), και για όλες τις περιφέρειες των οποίων το κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ, το οποίο χρησιμοποιείται ως κριτήριο επιλεξιμότητας, για την προγραμματική περίοδο 2007-2013 ήταν μικρότερο του 75 % του μέσου όρου της ΕΕ-25 για την ίδια περίοδο, αλλά των οποίων το κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ ήταν μεγαλύτερο του 75 % του μέσου ΑΕγχΠ στην ΕΕ-27, καθώς και για τις περιφέρειες που ορίζονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 του κανονισμού 1083/2006 και λαμβάνουν μεταβατική ενίσχυση για την προγραμματική περίοδο 2007-2013,

δ) το 60 % για τις περιφέρειες μετάβασης, με εξαίρεση εκείνες που αναφέρονται στο στοιχείο γ)·

ε) το 50 % για τις περισσότερο αναπτυγμένες περιφέρειες, με εξαίρεση εκείνες που αναφέρονται στο στοιχείο γ).

▼M2

Για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως το κλείσιμο του προγράμματος, το ποσοστό συγχρηματοδότησης στο επίπεδο κάθε άξονα προτεραιότητας όλων των επιχειρησιακών προγραμμάτων στην Κύπρο δεν υπερβαίνει το 85 %.

▼B

Η Επιτροπή προβαίνει σε επανεξέταση προκειμένου να αξιολογήσει κατά πόσο δικαιολογείται η διατήρηση του ποσοστού συγχρηματοδότησης που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο μετά τις 30 Ιουνίου 2017 και, αν κριθεί αναγκαίο, υποβάλλει νομοθετική πρόταση πριν από τις 30 Ιουνίου 2016.

Το ποσοστό συγχρηματοδότησης στο επίπεδο κάθε άξονα προτεραιότητας των επιχειρησιακών προγραμμάτων βάσει του στόχου της ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας δεν υπερβαίνει το 85 %.

Η μέγιστη συγχρηματοδότηση δυνάμει των στοιχείων β), γ), δ) και ε) του πρώτου εδαφίου αυξάνεται για κάθε άξονα προτεραιότητας για την υλοποίηση της ΠΑΝ και εφόσον ένας άξονας προτεραιότητας αφορά αποκλειστικά την κοινωνική καινοτομία ή την υπερεθνική συνεργασία, ή συνδυασμό των δύο. Η αύξηση καθορίζεται σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις για κάθε Ταμείο.

4.  Το ποσοστό συγχρηματοδότησης της συμπληρωματικής χορήγησης σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο ε) δεν υπερβαίνει το 50 % για τις περιφέρειες του επιπέδου NUTS 2 οι οποίες πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 6 της Πράξης προσχώρησης του 1994.

5.  Το ανώτατο ποσοστό συγχρηματοδότησης βάσει της παραγράφου 3 στο επίπεδο ενός άξονα προτεραιότητας προσαυξάνεται κατά δέκα εκατοστιαίες μονάδες, όταν ολόκληρος ο άξονας προτεραιότητας υλοποιείται με μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής ή στο πλαίσιο της τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων.

6.  Η συνεισφορά των Ταμείων για κάθε άξονα προτεραιότητας δεν είναι μικρότερη από το 20 % της επιλέξιμης δημόσιας δαπάνης.

7.  Μπορεί να θεσπιστεί χωριστός άξονας προτεραιότητας με ποσοστό συγχρηματοδότησης μέχρι 100 % στο εσωτερικό ενός επιχειρησιακού προγράμματος για τη στήριξη πράξεων που υλοποιούνται με μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής που θεσπίζονται στο επίπεδο της Ένωσης, η διαχείριση των οποίων ασκείται άμεσα ή έμμεσα από την Επιτροπή. Όταν θεσπίζεται χωριστός άξονας προτεραιότητας γι’ αυτό τον σκοπό, η στήριξη βάσει αυτού του άξονα δεν είναι δυνατό να υλοποιηθεί με κανένα άλλο μέσο.

▼M4

8.  Στο πλαίσιο επιχειρησιακού προγράμματος μπορεί να καθοριστεί ξεχωριστός άξονας προτεραιοτήτων με ποσοστό συγχρηματοδότησης έως και 95 % για την υποστήριξη έργων που πληρούν όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α) τα έργα επιλέγονται από διαχειριστικές αρχές για την αντιμετώπιση μεγάλων ή τοπικών φυσικών καταστροφών όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2012/2002 του Συμβουλίου ( 25

β) τα έργα στοχεύουν στην ανοικοδόμηση ως ανταπόκριση στη φυσική καταστροφή,και

γ) τα έργα υποστηρίζονται στο πλαίσιο μιας επενδυτικής πολιτικής του ΕΤΠΑ.

Το ποσό το οποίο διατίθεται για τα έργα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο δεν υπερβαίνει το 5 % της συνολικής πίστωσης του ΕΤΠΑ σε κράτος μέλος για την προγραμματική περίοδο 2014-2020.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 65 παράγραφος 9, οι δαπάνες για έργα στο πλαίσιο του παρόντος άξονα προτεραιοτήτων είναι επιλέξιμες από την ημερομηνία κατά την οποία σημειώθηκε η φυσική καταστροφή.

Σε περίπτωση όπου οι σχετικές με έργα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο δαπάνες έχουν συμπεριληφθεί σε αίτηση πληρωμής που υποβάλλεται στην Επιτροπή πριν από τον καθορισμό του ξεχωριστού άξονα προτεραιοτήτων, το κράτος μέλος προβαίνει στις απαραίτητες αναπροσαρμογές στην επόμενη αίτηση πληρωμής και, κατά περίπτωση, στους επόμενους λογαριασμούς που υποβάλλονται μετά την έγκριση της τροποποίησης του προγράμματος.

▼B

Άρθρο 121

Διαφοροποίηση των ποσοστών συγχρηματοδότησης

Το ποσοστό συγχρηματοδότησης από τα Ταμεία σε έναν άξονα προτεραιότητας μπορεί να διαφοροποιείται προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία:

1) η σημασία του άξονα προτεραιότητας για την υλοποίηση της στρατηγικής της Ένωσης για μια έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές ελλείψεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν·

2) η προστασία και η βελτίωση του περιβάλλοντος, κατά κύριο λόγο μέσω της εφαρμογής της αρχής της προφύλαξης, της αρχής της προληπτικής δράσης και της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει»·

3) το ποσοστό συμμετοχής της ιδιωτικής χρηματοδότησης·

4) η κάλυψη των ακόλουθων περιοχών με σοβαρά και μόνιμα φυσικά ή δημογραφικά μειονεκτήματα:

α) νησιωτικά κράτη μέλη επιλέξιμα για το Ταμείο Συνοχής και άλλα νησιά, με εξαίρεση τα νησιά στα οποία βρίσκεται η πρωτεύουσα ενός κράτους μέλους ή τα οποία διαθέτουν σταθερή σύνδεση με την ηπειρωτική χώρα·

β) ορεινές περιοχές, όπως ορίζονται από την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους·

γ) αραιοκατοικημένες (δηλαδή λιγότερο από 50 κάτοικοι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο) και εξαιρετικά αραιοκατοικημένες (δηλαδή λιγότερο από 8 κάτοικοι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο) περιοχές,

δ) συμπερίληψη των εξόχως απόκεντρων περιοχών όπως ορίζονται στο άρθρο 349 ΣΛΕΕ.



ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΤΑΜΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΤΘΑ



ΤΙΤΛΟΣ I

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΣ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου

Άρθρο 122

Ευθύνες των κρατών μελών

1.  Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου των επιχειρησιακών προγραμμάτων θεσπίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 72, 73 και 74.

2.  Τα κράτη μέλη προλαμβάνουν, ανιχνεύουν και διορθώνουν παρατυπίες και ανακτούν αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά καθώς και τόκους υπερημερίας. ►C1  Ενημερώνουν την Επιτροπή για τις παρατυπίες που υπερβαίνουν τα 10 000 EUR συνεισφοράς από κάθε Ταμείο ή το ΕΤΘΑ και ◄ την κρατούν ενήμερη για τη σημαντική πρόοδο σχετικών διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών.

Τα κράτη μέλη δεν ενημερώνουν την Επιτροπή για παρατυπίες σχετικά με τα ακόλουθα:

α) περιπτώσεις στις οποίες η παρατυπία έγκειται αποκλειστικά στη μη εκτέλεση, εν όλω ή εν μέρει, πράξης η οποία περιλαμβάνεται στο συγχρηματοδοτούμενο επιχειρησιακό πρόγραμμα λόγω πτώχευσης του δικαιούχου,

β) περιπτώσεις που γνωστοποιούνται στη διαχειριστική αρχή ή στην αρχή πιστοποίησης από το δικαιούχο οικειοθελώς και πριν από τον εντοπισμό της παρατυπίας από τη μία ή την άλλη αρχή, είτε γίνεται πριν είτε μετά την καταβολή της δημόσιας συνεισφοράς·

▼C1

γ) περιπτώσεις που εντοπίζονται και διορθώνονται από τη διαχειριστική αρχή ή από την αρχή πιστοποίησης πριν να περιληφθεί η οικεία δαπάνη σε αίτηση πληρωμής που υποβάλλεται στην Επιτροπή.

▼B

Στις λοιπές περιπτώσεις, ιδίως δε σε εκείνες που προηγούνται πτώχευσης ή σε περιπτώσεις που υπάρχουν υπόνοιες για απάτη, οι παρατυπίες που εντοπίσθηκαν, μαζί με τα σχετικά προληπτικά και διορθωτικά μέτρα, δηλώνονται στην Επιτροπή.

▼M6

Όταν δεν είναι εφικτή η ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών για μια πράξη σε έναν δικαιούχο εξαιτίας παράλειψης ή αμέλειας από πλευράς ενός κράτους μέλους, το εν λόγω κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την επιστροφή των σχετικών ποσών στον προϋπολογισμό της Ένωσης. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν να μην ανακτούν αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό, εάν το προς ανάκτηση από τον δικαιούχο ποσό, χωρίς τους τόκους, δεν υπερβαίνει τα 250 EUR συνεισφοράς από τα Ταμεία σε μια πράξη σε μια λογιστική χρήση.

▼B

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 149 περί συμπληρωματικών λεπτομερών κανόνων σχετικά με τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των περιπτώσεων παρατυπίας που θα πρέπει να αναφέρονται, τα στοιχεία που θα πρέπει να παρέχονται και τις προϋποθέσεις και διαδικασίες που πρέπει να εφαρμόζονται για να καθοριστεί εάν τα ποσά τα οποία είναι μη ανακτήσιμα επιστρέφονται από τα κράτη μέλη.

Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις με τις οποίες καθορίζεται η συχνότητα της υποβολής εκθέσεων παρατυπιών και το υπόδειγμα έκθεσης που πρέπει να χρησιμοποιείται. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 150 παράγραφος 2.

3.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2015, όλες οι ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ δικαιούχων και διαχειριστικής αρχής, αρχής πιστοποίησης ή αρχής ελέγχου και ενδιάμεσων φορέων μπορούν να υλοποιούνται μέσω συστημάτων ηλεκτρονικής ανταλλαγής δεδομένων.

Τα συστήματα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο διευκολύνουν τη διαλειτουργικότητα με τα εθνικά και ενωσιακά πλαίσια και επιτρέπουν στους δικαιούχους να υποβάλουν μία μόνο φορά όλες τις πληροφορίες που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο.

Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων σχετικά με τις ανταλλαγές πληροφοριών δυνάμει της παρούσης παραγράφου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εγκρίνονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 150 παράγραφος 3.

4.  Η παράγραφος 3 δεν εφαρμόζεται στο ΕΤΘΑ.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Αρχές διαχείρισης και ελέγχου

Άρθρο 123

Ορισμός αρχών

1.  Κάθε κράτος μέλος ορίζει, για κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα, μια εθνική, περιφερειακή ή τοπική δημόσια αρχή ή φορέα ή ιδιωτικό φορέα ως διαχειριστική αρχή. Η ίδια διαχειριστική αρχή μπορεί να οριστεί για περισσότερα του ενός επιχειρησιακά προγράμματα.

2.  Το κράτος μέλος ορίζει, για κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα, μια εθνική, περιφερειακή ή τοπική δημόσια αρχή ή φορέα ως αρχή πιστοποίησης, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3. Η ίδια αρχή πιστοποίησης μπορεί να οριστεί για περισσότερα του ενός επιχειρησιακά προγράμματα.

3.  Το κράτος μέλος μπορεί να ορίσει για ένα επιχειρησιακό πρόγραμμα μια διαχειριστική αρχή, η οποία είναι δημόσια αρχή ή φορέας, για να εκτελεί συμπληρωματικά και τα καθήκοντα της αρχής πιστοποίησης.

4.  Τα κράτη μέλη ορίζουν, για κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα, μια εθνική, περιφερειακή ή τοπική δημόσια αρχή ή φορέα, λειτουργικά ανεξάρτητη από τη διαχειριστική αρχή και την αρχή πιστοποίησης, ως αρχή ελέγχου. Η ίδια αρχή ελέγχου μπορεί να ορίζεται για περισσότερα του ενός επιχειρησιακά προγράμματα.

▼M6

5.  Στην περίπτωση των Ταμείων και του ΕΤΘΑ, υπό την προϋπόθεση της τήρησης της αρχής του διαχωρισμού των αρμοδιοτήτων, η διαχειριστική αρχή, η αρχή πιστοποίησης, κατά περίπτωση, και η αρχή ελέγχου μπορούν να αποτελούν μέρος της ίδιας δημόσιας αρχής ή φορέα.

▼B

Ωστόσο, για τα επιχειρησιακά προγράμματα για τα οποία το συνολικό ποσό στήριξης από τα Ταμεία υπερβαίνει τα 250 000 000 EUR ή, από το ΕΤΘΑ υπερβαίνει τα 100 000 000 EUR, η αρχή ελέγχου μπορεί να είναι μέρος της ίδιας δημόσιας αρχής ή φορέα που εντάσσεται η διαχειριστική αρχή ή εάν, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την προηγούμενη περίοδο προγραμματισμού, η Επιτροπή έχει ενημερώσει το κράτος μέλος, πριν από την ημερομηνία έγκρισης του σχετικού επιχειρησιακού προγράμματος, ότι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το εν λόγω κράτος μέλος δύναται να βασισθεί κυρίως στη γνώμη της αρχής ελέγχου, ή εάν η Επιτροπή είναι πεπεισμένη, βάσει της εμπειρίας από την προηγούμενη περίοδο προγραμματισμού, ότι η θεσμική οργάνωση και η λογοδοσία της αρχής ελέγχου παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις για τη λειτουργική της ανεξαρτησία και αξιοπιστία.

6.  Το κράτος μέλος μπορεί να ορίσει έναν ή περισσότερους ενδιάμεσους φορείς για να επιτελούν συγκεκριμένα καθήκοντα της διαχειριστικής αρχής ή της αρχής πιστοποίησης υπό την ευθύνη της εν λόγω αρχής. Οι σχετικές ρυθμίσεις μεταξύ της διαχειριστικής αρχής ή της αρχής πιστοποίησης και των ενδιάμεσων φορέων καταγράφονται σε επίσημο έγγραφο.

7.  Το κράτος μέλος ή η διαχειριστική αρχή μπορούν να αναθέσουν τη διαχείριση μέρους ενός επιχειρησιακού προγράμματος σε έναν ενδιάμεσο φορέα μέσω γραπτής συμφωνίας μεταξύ του ενδιάμεσου φορέα και του κράτους μέλους ή της διαχειριστικής αρχής («συνολική επιχορήγηση»). Ο ενδιάμεσος φορέας παρέχει εγγυήσεις της φερεγγυότητας και των ικανοτήτων του στον οικείο τομέα, καθώς και της ικανότητάς του στην διοικητική και δημοσιονομική διαχείριση.

8.  Το κράτος μέλος δύναται, ιδία πρωτοβουλία, να ορίσει φορέα συντονισμού για να ασκεί καθήκοντα συνδέσμου και να παρέχει πληροφορίες στην Επιτροπή, να συντονίζει τις δραστηριότητες των άλλων σχετικών ορισθέντων φορέων και να προωθεί την εναρμονισμένη εφαρμογή του εφαρμοστέου δικαίου.

9.  Το κράτος μέλος ορίζει εγγράφως τους κανόνες που διέπουν τις σχέσεις του με τις διαχειριστικές αρχές, τις αρχές πιστοποίησης και τις αρχές ελέγχου, τις σχέσεις μεταξύ των εν λόγω αρχών και τις σχέσεις αυτών των αρχών με την Επιτροπή.

Άρθρο 124

Διαδικασία ορισμού της διαχειριστικής αρχής και της αρχής πιστοποίησης

1.  Το κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με την ημερομηνία και τη μορφή των ορισμών, που πραγματοποιούνται στο κατάλληλο επίπεδο, της διαχειριστικής αρχής και, κατά περίπτωση, της αρχής πιστοποίησης πριν από την υποβολή της πρώτης αίτησης ενδιάμεσης πληρωμής προς την Επιτροπή.

2.  Οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1 ορισμοί αρχών βασίζονται σε έκθεση και γνώμη ανεξάρτητου ελεγκτικού φορέα που αξιολογεί τη συμμόρφωση των αρχών αυτών προς τα κριτήρια που αφορούν το περιβάλλον εσωτερικού ελέγχου, τη διαχείριση των κινδύνων, τις δραστηριότητες διαχείρισης και ελέγχου και την παρακολούθηση όπως αναφέρονται στο παράρτημα ΧΙΙΙ. Ο ανεξάρτητος ελεγκτικός φορέας είναι η αρχή ελέγχου, ή άλλος φορέας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου με την απαραίτητη ελεγκτική ικανότητα, ο οποίος είναι ανεξάρτητος από τη διαχειριστική αρχή και, κατά περίπτωση, από την αρχή πιστοποίησης, και ο οποίος επιτελεί το έργο του λαμβάνοντας υπόψη τα διεθνώς αποδεκτά ελεγκτικά πρότυπα. Εφόσον ο ανεξάρτητος ελεγκτικός φορέας καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το τμήμα του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου, που αφορά τη διαχειριστική αρχή ή την αρχή πιστοποίησης, είναι κατ’ ουσίαν ίδιο με της προηγούμενης περιόδου προγραμματισμού, και ότι τεκμηριώνεται, βάσει ελεγκτικών εργασιών που επιτελέσθηκαν σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1198/2006 του Συμβουλίου ( 26 ), η ουσιαστική λειτουργία τους κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, δύναται να συμπεράνει ότι τα σχετικά κριτήρια πληρούνται χωρίς να απαιτούνται πρόσθετες ελεγκτικές εργασίες.

3.  Όταν το συνολικό ποσό της στήριξης από τα Ταμεία προς επιχειρησιακό πρόγραμμα υπερβαίνει τα 250 000 000 EUR ή από το EMFF υπερβαίνει τα 100 000 EUR, η Επιτροπή δύναται να ζητήσει, εντός μηνός από την κοινοποίηση των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 ορισμών αρχών, την έκθεση και τη γνώμη του αναφερόμενου στην παράγραφο 2 ανεξάρτητου ελεγκτικού φορέα και την περιγραφή των καθηκόντων και διαδικασιών που ισχύουν για τη διαχειριστική αρχή ή, κατά περίπτωση, την αρχή πιστοποίησης. Η Επιτροπή αποφασίζει αν θα ζητήσει τα έγγραφα αυτά βάσει της αξιολόγησης κινδύνου που κατήρτισε, λαμβάνοντας υπόψη πληροφορίες σχετικά με σημαντικές μεταβολές στις αρμοδιότητες και διαδικασίες της διαχειριστικής αρχής ή, κατά περίπτωση, της αρχής πιστοποίησης σε σχέση με τα ισχύοντα για την προηγούμενη περίοδο προγραμματισμού, καθώς και τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία για την αποτελεσματική λειτουργία τους.

Η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις εντός δύο μηνών από την παραλαβή των εγγράφων του πρώτου εδαφίου. Με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 83, η εξέταση των εν λόγω εγγράφων, δεν συνεπάγεται διακοπή της επεξεργασίας των αιτήσεων για ενδιάμεσες πληρωμές.

4.  Όταν το συνολικό ποσό της στήριξης από τα Ταμεία προς επιχειρησιακό πρόγραμμα υπερβαίνει τα 250 000 000 EUR ή από το ΕΤΘΑ υπερβαίνει τα 100 000 000 EUR και υπάρχουν σημαντικές αλλαγές στα καθήκοντα και διαδικασίες της διαχειριστικής αρχής ή, κατά περίπτωση, της αρχής πιστοποίησης σε σχέση με τα ισχύοντα κατά την προηγούμενη περίοδο προγραμματισμού, το κράτος μέλος δύναται, με δική του πρωτοβουλία, να υποβάλει στην Επιτροπή, εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 ορισμών αρχών, τα έγγραφα της παραγράφου 3. Η Επιτροπή υποβάλλει παρατηρήσεις σχετικά με τα έγγραφα αυτά εντός τριών μηνών από την παραλαβή τους.

5.  Σε περίπτωση που τα υφιστάμενα αποτελέσματα των λογιστικών και άλλων ελέγχων δείχνουν ότι η αρχή που έχει οριστεί δεν πληροί πλέον τα κριτήρια της παραγράφου 2, το κράτος μέλος καθορίζει, στο κατάλληλο επίπεδο και ανάλογα με τη σοβαρότητα του προβλήματος, περίοδο συμμόρφωσης κατά την οποία λαμβάνονται τα απαραίτητα διορθωτικά μέτρα.

Σε περίπτωση που η αρχή που έχει οριστεί δεν υλοποιήσει τα απαιτούμενα διορθωτικά μέτρα εντός της περιόδου συμμόρφωσης που καθόρισε το κράτος μέλος, επιβάλλεται παύση του ορισμού της από το ίδιο το κράτος μέλος στο κατάλληλο επίπεδο.

Το κράτος μέλος ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την Επιτροπή στην περίπτωση που ορισθείσα αρχή υπαχθεί σε περίοδο συμμόρφωσης, παρέχοντας πληροφορίες σχετικά με τη συγκεκριμένη περίοδο συμμόρφωσης, όταν τερματισθεί η περίοδος συμμόρφωσης μετά την εφαρμογή των διορθωτικών μέτρων, καθώς και όταν επιβάλλεται παύση του ορισμού της αρχής. Η γνωστοποίηση υπαγωγής του φορέα που έχει οριστεί σε περίοδο συμμόρφωσης από το κράτος μέλος, με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 83, δεν συνεπάγεται διακοπή της επεξεργασίας των αιτήσεων για ενδιάμεσες πληρωμές.

6.  Όταν τερματίζεται ο ορισμός μίας διαχειριστικής αρχής ή μίας αρχής πιστοποίησης, τα κράτη μέλη ορίζουν, σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 2, νέο φορέα ο οποίος αναλαμβάνει, μετά τον ορισμό του, τα καθήκοντα της διαχειριστικής αρχής ή της αρχής πιστοποίησης, και ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή.

7.  Η Επιτροπή προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την του παρόντος άρθρου, εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σχετικά με το υπόδειγμα έκθεσης και γνωμοδότησης του ανεξάρτητου ελεγκτικού φορέα και την περιγραφή των καθηκόντων και διαδικασιών που ισχύουν για τη διαχειριστική αρχή και, κατά περίπτωση, την αρχή πιστοποίησης. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 150 παράγραφος 3.

Άρθρο 125

Καθήκοντα της διαχειριστικής αρχής

1.  Η διαχειριστική αρχή είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση του επιχειρησιακού προγράμματος σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.

2.  Όσον αφορά τη διαχείριση του επιχειρησιακού προγράμματος, η διαχειριστική αρχή:

α) υποστηρίζει το έργο της επιτροπής παρακολούθησης που αναφέρεται στο άρθρο 47 και της παρέχει τα απαιτούμενα στοιχεία για την εκτέλεση των καθηκόντων της, και ιδίως δεδομένα που αφορούν την πρόοδο του επιχειρησιακού προγράμματος ως προς την επίτευξη των στόχων του, δημοσιονομικά δεδομένα και δεδομένα που αφορούν τους δείκτες και τα ορόσημα·

β) συντάσσει και, μετά την έγκριση της επιτροπής παρακολούθησης, υποβάλλει στην Επιτροπή τις ετήσιες και τελικές εκθέσεις υλοποίησης που αναφέρονται στο άρθρο 50·

γ) θέτει στη διάθεση των ενδιάμεσων φορέων και των δικαιούχων πληροφορίες σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων τους και την υλοποίηση πράξεων αντίστοιχα·

δ) εγκαθιστά σύστημα εγγραφής και αποθήκευσης δεδομένων σε ηλεκτρονική μορφή για κάθε πράξη, τα οποία είναι αναγκαία για την παρακολούθηση, την αξιολόγηση, τη δημοσιονομική διαχείριση, την επαλήθευση και το λογιστικό έλεγχο, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων για μεμονωμένους συμμετέχοντες σε πράξεις, όπου απαιτείται·

ε) εξασφαλίζει ότι τα αναφερόμενα στο στοιχείο δ) δεδομένα συλλέγονται, καταχωρίζονται και αποθηκεύονται στο αναφερόμενο στο στοιχείο δ) σύστημα και ότι τα δεδομένα σχετικά με τους δείκτες αναλύονται ανά φύλο, όταν αυτό απαιτείται από τα παραρτήματα Ι και ΙΙ του Κανονισμού ΕΚΤ.

3.  Όσον αφορά την επιλογή των πράξεων, η διαχειριστική αρχή:

α) συντάσσει και, μετά την έγκρισή τους, εφαρμόζει τις κατάλληλες διαδικασίες και κριτήρια επιλογής που:

i) διασφαλίζουν τη συμβολή των πράξεων στην επίτευξη των ειδικών στόχων και των αποτελεσμάτων της σχετικής προτεραιότητας·

ii) δεν συνιστούν διακριτική μεταχείριση και είναι διαφανή·

iii) τηρούν τις γενικές αρχές που ορίζονται στα άρθρα 7 και 8·

▼C1

β) διασφαλίζει ότι μια επιλεγείσα πράξη εμπίπτει στο πεδίο του ΕΤΘΑ, του αρμόδιου Ταμείου ή Ταμείων και μπορεί να ενταχθεί σε μια κατηγορία παρέμβασης ή, στην περίπτωση του ΕΤΘΑ, σε ένα μέτρο που εντοπίζεται στο πλαίσιο της προτεραιότητας ή των προτεραιοτήτων του επιχειρησιακού προγράμματος·

▼M6

γ) εξασφαλίζει ότι παρέχεται στον δικαιούχο έγγραφο που καθορίζει τους όρους για την υποστήριξη της κάθε πράξης, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών απαιτήσεων που αφορούν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που πρέπει να παρασχεθούν βάσει της πράξης, το σχέδιο χρηματοδότησης, την προθεσμία εκτέλεσης καθώς και τις απαιτήσεις που αφορούν την πληροφόρηση, την επικοινωνία και την προβολή·

▼B

δ) εξασφαλίζει ότι ο δικαιούχος διαθέτει τη διοικητική, χρηματοοικονομική και επιχειρησιακή ικανότητα να τηρήσει τους όρους που αναφέρονται στο στοιχείο γ) πριν από την έγκριση της πράξης·

ε) εξασφαλίζει ότι, σε περίπτωση που η υλοποίηση της πράξης έχει αρχίσει πριν από την υποβολή αίτησης για χρηματοδότηση στη διαχειριστική αρχή, τηρείται το εφαρμοστέο δίκαιο σχετικά με την εν λόγω πράξη·

στ) διασφαλίζει ότι οι πράξεις που επιλέγονται για στήριξη από τα Ταμεία ή το ΕΤΘΑ δεν περιλαμβάνουν δραστηριότητες που αποτελούν τμήμα πράξης, η οποία έχει υποβληθεί ή θα έπρεπε να υποβληθεί σε διαδικασία ανάκτησης, σύμφωνα με το άρθρο 71, μετά τη μετεγκατάσταση μιας παραγωγικής δραστηριότητας εκτός της περιοχής του προγράμματος·

ζ) καθορίζει τις κατηγορίες παρέμβασης ή, στην περίπτωση του ΕΤΘΑ, τα μέτρα στα οποία αποδίδονται οι δαπάνες μιας πράξης.

4.  Όσον αφορά τη δημοσιονομική διαχείριση και τον έλεγχο του επιχειρησιακού προγράμματος, η διαχειριστική αρχή:

▼M6

α) επαληθεύει ότι τα συγχρηματοδοτούμενα προϊόντα και υπηρεσίες έχουν παραδοθεί, ότι η πράξη είναι σύμφωνη με το εφαρμοστέο δίκαιο, το επιχειρησιακό πρόγραμμα και τους όρους για τη στήριξη της πράξης και·

i) εάν οι δαπάνες πρόκειται να επιστραφούν σύμφωνα με το άρθρο 67 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α), ότι το ποσό των δαπανών που δηλώνουν οι δικαιούχοι σχετικά με αυτές τις δαπάνες έχει καταβληθεί·

ii) στην περίπτωση που οι δαπάνες επιστρέφονται σύμφωνα με το άρθρο 67 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία β) έως ε) ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την επιστροφή των δαπανών στον δικαιούχο·

▼B

β) διασφαλίζει ότι οι δικαιούχοι, που εμπλέκονται στην υλοποίηση πράξεων χρηματοδοτούμενων βάσει επιλέξιμων δαπανών που όντως έχουν γίνει, τηρούν είτε χωριστό λογιστικό σύστημα είτε επαρκή λογιστική κωδικοποίηση για όλες τις συναλλαγές που αφορούν μια πράξη·

γ) θέτει σε εφαρμογή αποτελεσματικά και αναλογικά μέτρα