EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 02012R0966-20170101

Consolidated text: Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2012 σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2012/966/2017-01-01

02012R0966 — EL — 01.01.2017 — 003.001


Το κείμενο αυτό αποτελεί απλώς εργαλείο τεκμηρίωσης και δεν έχει καμία νομική ισχύ. Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν φέρουν καμία ευθύνη για το περιεχόμενό του. Τα αυθεντικά κείμενα των σχετικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένων των προοιμίων τους, είναι εκείνα που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι διαθέσιμα στο EUR-Lex. Αυτά τα επίσημα κείμενα είναι άμεσα προσβάσιμα μέσω των συνδέσμων που περιέχονται στο παρόν έγγραφο

►B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ, ΕΥΡΑΤΌΜ) αριθ. 966/2012 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 25ης Οκτωβρίου 2012

σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου

(ΕΕ L 298 της 26.10.2012, σ. 1)

Τροποποιείται από:

 

 

Επίσημη Εφημερίδα

  αριθ.

σελίδα

ημερομηνία

►M1

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 547/2014 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 15ης Μαΐου 2014

  L 163

18

29.5.2014

►M2

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ, ΕΥΡΑΤΌΜ) αριθ. 1142/2014 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 22ας Οκτωβρίου 2014

  L 317

28

4.11.2014

►M3

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ, ΕΥΡΑΤΌΜ) 2015/1929 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 28ης Οκτωβρίου 2015

  L 286

1

30.10.2015




▼B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ, ΕΥΡΑΤΌΜ) αριθ. 966/2012 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 25ης Οκτωβρίου 2012

σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΜΕΡΟΣ I

ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΤΙΤΛΟΣ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Άρθρο 2

Ορισμοί

Άρθρο 3

Συμμόρφωση της παράγωγης νομοθεσίας προς τον παρόντα κανονισμό

Άρθρο 4

Προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες

Άρθρο 5

Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

ΤΙΤΛΟΣ II

ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΟΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ

Άρθρο 6

Τήρηση των αρχών που διέπουν τον προϋπολογισμό

Κεφάλαιο 1

Αρχές της ενότητας και της ακρίβειας του προϋπολογισμού

Άρθρο 7

Πεδίο του προϋπολογισμού

Άρθρο 8

Ειδικοί κανόνες που διέπουν τις αρχές της ενότητας και της ακρίβειας του προϋπολογισμού

Κεφάλαιο 2

Αρχή της ενιαυσιότητας

Άρθρο 9

Ορισμός

Άρθρο 10

Είδος πιστώσεων

Άρθρο 11

Λογιστικοί κανόνες για τα έσοδα και τις πιστώσεις

Άρθρο 12

Δέσμευση πιστώσεων

Άρθρο 13

Ακύρωση και μεταφορά πιστώσεων

Άρθρο 14

Κανόνες μεταφοράς εσόδων για ειδικό προορισμό

Άρθρο 15

Αποδέσμευση πιστώσεων

Άρθρο 16

Κανόνες που εφαρμόζονται στην περίπτωση καθυστερημένης έγκρισης του προϋπολογισμού

Κεφάλαιο 3

Αρχή της ισοσκέλισης

Άρθρο 17

Ορισμός και πεδίο εφαρμογής

Άρθρο 18

Υπόλοιπο του οικονομικού έτους

Κεφάλαιο 4

Αρχή της ενιαίας λογιστικής μονάδας

Άρθρο 19

Χρησιμοποίηση του ευρώ

Κεφάλαιο 5

Αρχή της καθολικότητας

Άρθρο 20

Ορισμός και πεδίο εφαρμογής

Άρθρο 21

Έσοδα για ειδικό προορισμό

Άρθρο 22

Παροχές από χαριστική αιτία

Άρθρο 23

Κανόνες για τις εκπτώσεις και τις προσαρμογές συναλλαγματικών ισοτιμιών

Κεφάλαιο 6

Αρχή της ειδικότητας

Άρθρο 24

Γενικές Διατάξεις

Άρθρο 25

Μεταφορές από θεσμικά όργανα εκτός της Επιτροπής

Άρθρο 26

Μεταφορές από την Επιτροπή

Άρθρο 27

Προτάσεις για μεταφορές από τα θεσμικά όργανα που υποβάλλονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο

Άρθρο 28

Ειδικοί κανόνες για τις μεταφορές πιστώσεων

Άρθρο 29

Μεταφορές που υπάγονται σε ειδικές διατάξεις

Κεφάλαιο 7

Αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης

Άρθρο 30

Αρχές της οικονομίας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας

Άρθρο 31

Υποχρεωτικό δημοσιονομικό δελτίο

Άρθρο 32

Εσωτερικός έλεγχος της εκτέλεσης του προϋπολογισμού

Άρθρο 33

Οικονομικώς αποδοτικά συστήματα ελέγχου

Κεφάλαιο 8

Αρχή της διαφάνειας

Άρθρο 34

Δημοσίευση λογαριασμών, προϋπολογισμών και εκθέσεων

Άρθρο 35

Δημοσίευση πληροφοριών σχετικά με τους αποδέκτες των πόρων της Ένωσης και άλλων πληροφοριών

ΤΙΤΛΟΣ III

ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

Κεφάλαιο 1

Κατάρτιση του προϋπολογισμού

Άρθρο 36

Κατάσταση προβλέψεων των εσόδων και των δαπανών

Άρθρο 37

Εκτιμώμενος προϋπολογισμός των οργανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 208

Άρθρο 38

Σχέδιο προϋπολογισμού

Άρθρο 39

Διορθωτική επιστολή στο σχέδιο προϋπολογισμού

Άρθρο 40

Υποχρεώσεις των κρατών μελών που απορρέουν από την έγκριση του προϋπολογισμού

Άρθρο 41

Σχέδια διορθωτικών προϋπολογισμών

Άρθρο 42

Έγκαιρη διαβίβαση καταστάσεων προβλέψεων και σχεδίων προϋπολογισμών

Κεφάλαιο 2

Διάρθρωση και παρουσίαση του προϋπολογισμού

Άρθρο 43

Διάρθρωση του προϋπολογισμού

Άρθρο 44

Ονοματολογία του προϋπολογισμού

Άρθρο 45

Απαγόρευση αρνητικών εσόδων

Άρθρο 46

Προσωρινές πιστώσεις

Άρθρο 47

Αρνητικό αποθεματικό

Άρθρο 48

Αποθεματικό έκτακτης βοήθειας

Άρθρο 49

Παρουσίαση του προϋπολογισμού

Άρθρο 50

Κανόνες για τον πίνακα προσωπικού

Κεφάλαιο 3

Δημοσιονομική πειθαρχία

Άρθρο 51

Συμμόρφωση με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο

Άρθρο 52

Συμμόρφωση των πράξεων της Ένωσης με τον προϋπολογισμό

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

Κεφάλαιο 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 53

Εκτέλεση του προϋπολογισμού σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης

Άρθρο 54

Βασική πράξη και εξαιρέσεις

Άρθρο 55

Εκτέλεση του προϋπολογισμού από άλλα όργανα πλην της Επιτροπής

Άρθρο 56

Ανάθεση αρμοδιοτήτων ως προς την εκτέλεση του προϋπολογισμού

Άρθρο 57

Σύγκρουση συμφερόντων

Κεφάλαιο 2

Μέθοδοι εκτέλεσης

Άρθρο 58

Μέθοδοι εκτέλεσης του προϋπολογισμού

Άρθρο 59

Επιμερισμένη διαχείριση με τα κράτη μέλη

Άρθρο 60

Έμμεση διαχείριση

Άρθρο 61

Εκ των προτέρων επαληθεύσεις και συμφωνίες ανάθεσης αρμοδιοτήτων

Άρθρο 62

Εκτελεστικοί οργανισμοί

Άρθρο 63

Όρια στην ανάθεση εξουσιών

Κεφάλαιο 3

Δημοσιονομικοί παράγοντες

Τμήμα 1

Αρχή του διαχωρισμού των καθηκόντων

Άρθρο 64

Διαχωρισμός των καθηκόντων

Τμήμα 2

Διατάκτης

Άρθρο 65

Ο διατάκτης

Άρθρο 66

Εξουσίες και καθήκοντα του διατάκτη

Άρθρο 67

Εξουσίες και καθήκοντα των επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης

Τμήμα 3

Υπόλογος

Άρθρο 68

Εξουσίες και καθήκοντα του υπολόγου

Άρθρο 69

Εξουσίες που μπορούν να ανατεθούν από τον υπόλογο

Τμήμα 4

Υπόλογος πάγιων προκαταβολών

Άρθρο 70

Πάγιες προκαταβολές

Κεφάλαιο 4

Ευθύνη των δημοσιονομικών παραγόντων

Τμήμα 1

Γενικοί κανόνες

Άρθρο 71

Ανάκληση και αναστολή της ανάθεσης αρμοδιοτήτων σε δημοσιονομικούς παράγοντες

Άρθρο 72

Ευθύνη του διατάκτη για παράνομη δραστηριότητα, απάτη ή δωροδοκία

Τμήμα 2

Κανόνες που εφαρμόζονται για τους κύριους και τους δευτερεύοντες διατάκτες

Άρθρο 73

Κανόνες που εφαρμόζονται για τους διατάκτες

Τμήμα 3

Κανόνες που εφαρμόζονται για τους υπολόγους και τους υπολόγους πάγιων προκαταβολών

Άρθρο 74

Κανόνες που εφαρμόζονται για τους υπολόγους

Άρθρο 75

Κανόνες που εφαρμόζονται για τους υπολόγους πάγιων προκαταβολών

Κεφάλαιο 5

Πράξεις εσόδων

Τμήμα 1

Απόδοση των ιδίων πόρων

Άρθρο 76

Ίδιοι πόροι

Τμήμα 2

Πρόβλεψη απαιτήσεων

Άρθρο 77

Πρόβλεψη απαίτησης

Τμήμα 3

Βεβαίωση των απαιτήσεων

Άρθρο 78

Βεβαίωση απαίτησης

Τμήμα 4

Εντολή είσπραξης

Άρθρο 79

Εντολή είσπραξης

Τμήμα 5

Είσπραξη

Άρθρο 80

Κανόνες περί είσπραξης

Άρθρο 81

Προθεσμία παραγραφής

Άρθρο 82

Εθνική μεταχείριση των απαιτήσεων της Ένωσης

Άρθρο 83

Πρόστιμα, κυρώσεις και παραγόμενοι τόκοι που επιβάλλονται από την Επιτροπή

Κεφάλαιο 6

Πράξεις δαπανών

Άρθρο 84

Απόφαση χρηματοδότησης

Τμήμα 1

Ανάληψη των δαπανών

Άρθρο 85

Είδη δεσμεύσεων

Άρθρο 86

Κανόνες που εφαρμόζονται στις δεσμεύσεις

Άρθρο 87

Επαληθεύσεις που εφαρμόζονται στις δεσμεύσεις

Τμήμα 2

Εκκαθάριση των δαπανών

Άρθρο 88

Εκκαθάριση δαπάνης

Τμήμα 3

Εντολή πληρωμής των δαπανών

Άρθρο 89

Εντολή πληρωμής δαπάνης

Τμήμα 4

Πληρωμή των δαπανών

Άρθρο 90

Είδη πληρωμών

Άρθρο 91

Πληρωμές που περιορίζονται στα διαθέσιμα ποσά

Τμήμα 5

Προθεσμίες των πράξεων δαπανών

Άρθρο 92

Προθεσμίες

Κεφάλαιο 7

Συστήματα πληροφορικής και ηλεκτρονική διακυβέρνηση

Άρθρο 93

Ηλεκτρονική διαχείριση των πράξεων

Άρθρο 94

Διαβίβαση εγγράφων

Άρθρο 95

Ηλεκτρονική διακυβέρνηση (e-Government)

Κεφάλαιο 8

Αρχές διοικητικής λειτουργίας

Άρθρο 96

Καλή διοίκηση

Άρθρο 97

Επισήμανση των μέσων προσφυγής

Κεφάλαιο 9

Εσωτερικός ελεγκτής

Άρθρο 98

Διορισμός του εσωτερικού ελεγκτή

Άρθρο 99

Αρμοδιότητες και καθήκοντα του εσωτερικού ελεγκτή

Άρθρο 100

Ανεξαρτησία του εσωτερικού ελεγκτή

ΤΙΤΛΟΣ V

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΠΡΟΜΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ

Κεφάλαιο 1

Γενικές διατάξεις

Τμήμα 1

Πεδίο εφαρμογής και αρχές που διέπουν την ανάθεση

Άρθρο 101

Ορισμοί για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου

Άρθρο 102

Αρχές που εφαρμόζονται στις δημόσιες συμβάσεις

Τμήμα 2

Δημοσιότητα

Άρθρο 103

Μέτρα δημοσιότητας

Τμήμα 3

Διαδικασίες σύναψης συμβάσεων

Άρθρο 104

Διαδικασίες προμηθειών

Άρθρο 104α

Διοργανικές προμήθειες και ομαδοποιημένες προμήθειες

Άρθρο 105

Προετοιμασία της διαδικασίας προμηθειών

Άρθρο 105α

Προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης μέσω του εντοπισμού των κινδύνων και της επιβολής διοικητικών κυρώσεων

Άρθρο 106

Κριτήρια αποκλεισμού και διοικητικές κυρώσεις

Άρθρο 107

Απόρριψη από μια δεδομένη διαδικασία προμηθειών

Άρθρο 108

Το σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού

Άρθρο 110

Ανάθεση συμβάσεων

Άρθρο 111

Υποβολή, ηλεκτρονική επικοινωνία και αξιολόγηση

Άρθρο 112

Επαφές κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προμηθειών

Άρθρο 113

Απόφαση ανάθεσης και ενημέρωση των υποψηφίων ή των προσφερόντων

Άρθρο 114

Ακύρωση της διαδικασίας προμηθειών

Άρθρο 114α

Εκτέλεση και τροποποιήσεις της σύμβασης

Τμήμα 4

Εγγυήσεις και διορθωτικά μέτρα

Άρθρο 115

Εγγυήσεις

Άρθρο 116

Ουσιώδη σφάλματα, παρατυπίες ή απάτη

Κεφάλαιο 2

Διατάξεις εφαρμοζόμενες στις συμβάσεις που συνάπτονται από τα όργανα για ίδιο λογαριασμό

Άρθρο 117

Η αναθέτουσα αρχή

Άρθρο 118

Εφαρμοστέα κατώτατα όρια και περίοδος αναμονής

Άρθρο 119

Κανόνες σχετικά με την πρόσβαση σε προμήθειες

Άρθρο 120

Κανόνες περί προμηθειών του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου

ΤΙΤΛΟΣ VI

ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ

Κεφάλαιο 1

Πεδίο εφαρμογής και μορφή των επιδοτήσεων

Άρθρο 121

Πεδίο εφαρμογής των επιδοτήσεων

Άρθρο 122

Δικαιούχοι

Άρθρο 123

Μορφές επιδοτήσεων

Άρθρο 124

Χρηματοδότηση με κατ’ αποκοπή ποσά, βάσει μοναδιαίου κόστους και με ενιαίο συντελεστή

Κεφάλαιο 2

Αρχές

Άρθρο 125

Γενικές αρχές που εφαρμόζονται στις επιδοτήσεις

Άρθρο 126

Επιλέξιμες δαπάνες

Άρθρο 127

Συγχρηματοδότηση σε είδος

Άρθρο 128

Διαφάνεια

Άρθρο 129

Αρχή της μη σωρευτικής χορήγησης

Άρθρο 130

Αρχή της μη αναδρομικότητας

Κεφάλαιο 3

Διαδικασία χορήγησης

Άρθρο 131

Αιτήσεις επιδότησης

Άρθρο 132

Κριτήρια επιλογής και χορήγησης

Άρθρο 133

Διαδικασία αξιολόγησης

Κεφάλαιο 4

Πληρωμή και έλεγχος

Άρθρο 134

Εγγύηση προχρηματοδότησης

Άρθρο 135

Καταβολή των επιδοτήσεων και έλεγχοι

Άρθρο 136

Περίοδοι τήρησης αρχείων

Κεφάλαιο 5

Εκτέλεση

Άρθρο 137

Συμβάσεις εκτέλεσης και οικονομική ενίσχυση τρίτων

ΤΙΤΛΟΣ VII

ΕΠΑΘΛΑ

Άρθρο 138

Γενικοί κανόνες

ΤΙΤΛΟΣ VIII

ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΑ ΜΕΣΑ

Άρθρο 139

Πεδίο εφαρμογής

Άρθρο 140

Αρχές και προϋποθέσεις που εφαρμόζονται στα χρηματοδοτικά μέσα

ΤΙΤΛΟΣ IX

ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΚΑΙ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ

Κεφάλαιο 1

Απόδοση των λογαριασμών

Άρθρο 141

Διάρθρωση των λογαριασμών

Άρθρο 142

Έκθεση για τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική διαχείριση

Άρθρο 143

Κανόνες που διέπουν τους λογαριασμούς

Άρθρο 144

Λογιστικές αρχές

Άρθρο 145

Δημοσιονομικές καταστάσεις

Άρθρο 146

Καταστάσεις εκτέλεσης του προϋπολογισμού

Άρθρο 147

Προσωρινοί λογαριασμοί

Άρθρο 148

Έγκριση των οριστικών ενοποιημένων λογαριασμών

Κεφάλαιο 2

Πληροφορίες σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού

Άρθρο 149

Έκθεση σχετικά με τις εγγυήσεις του προϋπολογισμού και τους κινδύνους

Άρθρο 150

Πληροφορίες σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού

Κεφάλαιο 3

Λογιστική

Τμήμα 1

Κοινές διατάξεις

Άρθρο 151

Το λογιστικό σύστημα

Άρθρο 152

Κοινές απαιτήσεις για τη λογιστική των θεσμικών οργάνων

Τμήμα 2

Γενική λογιστική

Άρθρο 153

Η γενική λογιστική

Άρθρο 154

Εγγραφές γενικής λογιστικής

Άρθρο 155

Λογιστικές διορθώσεις

Τμήμα 3

Λογιστική του προϋπολογισμού

Άρθρο 156

Λογιστική του προϋπολογισμού

Κεφάλαιο 4

Απογραφή των περιουσιακών στοιχείων

Άρθρο 157

Το βιβλίο απογραφής

ΤΙΤΛΟΣ X

ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΑΓΗ

Κεφάλαιο 1

Εξωτερικός έλεγχος

Άρθρο 158

Εξωτερικός λογιστικός έλεγχος από το Ελεγκτικό Συνέδριο

Άρθρο 159

Κανόνες και διαδικασία στον τομέα του λογιστικού ελέγχου

Άρθρο 160

Επαληθεύσεις όσον αφορά τις αξίες και τα μετρητά

Άρθρο 161

Δικαίωμα πρόσβασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου

Άρθρο 162

Ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου

Άρθρο 163

Ειδικές εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου

Κεφάλαιο 2

Απαλλαγή

Άρθρο 164

Χρονοδιάγραμμα της διαδικασίας απαλλαγής

Άρθρο 165

Η διαδικασία απαλλαγής

Άρθρο 166

Μέτρα παρακολούθησης

Άρθρο 167

Ειδικές διατάξεις όσον αφορά την ΕΥΕΔ

ΜΕΡΟΣ II

ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΤΙΤΛΟΣ I

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΓΕΩΡΓΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ

Άρθρο 168

Ειδικές διατάξεις σχετικά με το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων

Άρθρο 169

Δεσμεύσεις κονδυλίων του ΕΓΤΕ

Άρθρο 170

Συνολικές προσωρινές δεσμεύσεις πιστώσεων του ΕΓΤΕ

Άρθρο 171

Χρονοδιάγραμμα και προγραμματισμός των δημοσιονομικών δεσμεύσεων κονδυλίων του ΕΓΤΕ

Άρθρο 172

Λογιστική μεταχείριση των δαπανών του ΕΓΤΕ

Άρθρο 173

Μεταφορά πιστώσεων του ΕΓΤΕ

Άρθρο 174

Έσοδα για ειδικό προορισμό του ΕΓΤΕ

ΤΙΤΛΟΣ II

ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ, ΤΑΜΕΙΟ ΣΥΝΟΧΗΣ, ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΙΕΙΑΣ, ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΓΕΩΡΓΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΤΑΜΕΙΑ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΠΟΥ ΥΠΟΚΕΙΝΤΑΙ ΣΕ ΕΠΙΜΕΡΙΣΜΕΝΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ, ΚΑΙ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ «ΣΥΝΔΕΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ»

Άρθρο 175

Ειδικές διατάξεις

Άρθρο 176

Τήρηση των χορηγήσεων σε πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων

Άρθρο 177

Πληρωμές συνεισφορών, ενδιάμεσες πληρωμές και επιστροφές

Άρθρο 178

Αποδέσμευση πιστώσεων

Άρθρο 178α

Μεταφορά πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων για τη διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη»

Άρθρο 179

Μεταφορά πιστώσεων

Άρθρο 180

Διαχείριση, επιλογή και λογιστικός έλεγχος

ΤΙΤΛΟΣ III

ΕΡΕΥΝΑ

Άρθρο 181

Πιστώσεις έρευνας

Άρθρο 182

Δεσμεύσεις πιστώσεων για έρευνα

Άρθρο 183

Κοινό Κέντρο Ερευνών

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

Κεφάλαιο 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 184

Εξωτερικές ενέργειες

Κεφάλαιο 2

Υλοποίηση των ενεργειών

Τμήμα 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 185

Υλοποίηση εξωτερικών ενεργειών

Τμήμα 2

Στήριξη από τον προϋπολογισμό και καταπιστευματικά ταμεία πολλαπλών δωρητών

Άρθρο 186

Χρησιμοποίηση στήριξης από τον προϋπολογισμό

Άρθρο 187

Καταπιστευματικά ταμεία της Ένωσης για τις εξωτερικές ενέργειες

Τμήμα 3

Άλλες διαχειριστικές μέθοδοι

Άρθρο 188

Υλοποίηση εξωτερικών ενεργειών στο πλαίσιο έμμεσης διαχείρισης

Άρθρο 189

Συμφωνίες χρηματοδότησης σχετικά με την υλοποίηση εξωτερικών ενεργειών

Κεφάλαιο 3

Σύναψη των συμβάσεων

Άρθρο 190

Σύναψη συμβάσεων για τις εξωτερικές ενέργειες

Άρθρο 191

Κανόνες σχετικά με την πρόσβαση σε προμήθειες

Κεφάλαιο 4

Επιδοτήσεις

Άρθρο 192

Πλήρης χρηματοδότηση εξωτερικής ενέργειας

Άρθρο 193

Εφαρμοστέοι κανόνες για τις επιδοτήσεις εξωτερικών ενεργειών

Κεφάλαιο 5

Λογιστικός έλεγχος των λογαριασμών

Άρθρο 194

Λογιστικός έλεγχος των εξωτερικών ενεργειών από την Ένωση

ΤΙΤΛΟΣ V

ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Άρθρο 195

Οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες

Άρθρο 196

Πιστώσεις όσον αφορά τις Ευρωπαϊκές υπηρεσίες

Άρθρο 197

Διατάκτης των Ευρωπαικών υπηρεσιών

Άρθρο 198

Οι λογαριασμοί των διοργανικών Ευρωπαϊκών υπηρεσιών

Άρθρο 199

Ανάθεση εξουσιών διατάκτη στις διοργανικές Ευρωπαϊκές υπηρεσίες

Άρθρο 200

Υπηρεσίες σε τρίτους

ΤΙΤΛΟΣ VI

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ

Άρθρο 201

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 202

Αναλήψεις υποχρεώσεων

Άρθρο 203

Ειδικές διατάξεις όσον αφορά τις διοικητικές πιστώσεις

ΤΙΤΛΟΣ VII

ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΕΣ

Άρθρο 204

Αμειβόμενοι εξωτερικοί εμπειρογνώμονες

ΤΙΤΛΟΣ VIII

ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΕΣ ΣΤΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ

Άρθρο 204α

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 204β

Αρχές

Άρθρο 204γ

Δημοσιονομικές πτυχές

Άρθρο 204δ

Πρόσκληση υποβολής αιτήσεων συνεισφορών

Άρθρο 204ε

Διαδικασία χορήγησης

Άρθρο 204στ

Διαδικασία αξιολόγησης

Άρθρο 204ζ

Μορφή των συνεισφορών

Άρθρο 204η

Κανόνες συνεισφοράς

Άρθρο 204θ

Προχρηματοδότηση

Άρθρο 204ι

Εγγυήσεις

Άρθρο 204ια

Χρήση των συνεισφορών

Άρθρο 204ιβ

Έκθεση για τη χρήση των συνεισφορών

Άρθρο 204ιγ

Πληρωμή του υπολοίπου

Άρθρο 204ιδ

Έλεγχος και κυρώσεις

Άρθρο 204ιε

Τήρηση αρχείων

Άρθρο 204ιστ

Επιλογή οργάνων εξωτερικού ελέγχου ή εμπειρογνωμόνων

ΜΕΡΟΣ III

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 205

Μεταβατικές διατάξεις

Άρθρο 206

Αιτήσεις παροχής πληροφοριών από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο

Άρθρο 207

Όρια και ποσά

Άρθρο 208

Δημοσιονομικός κανονισμός-πλαίσιο για τους οργανισμούς που δημιουργούνται δυνάμει της ΣΛΕΕ και της Συνθήκης Ευρατόμ

Άρθρο 209

Πρότυπος δημοσιονομικός κανονισμός για τους οργανισμούς που αφορούν συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα

Άρθρο 210

Άσκηση της εξουσιοδότησης

Άρθρο 211

Επανεξέταση

Άρθρο 212

Κατάργηση διατάξεων

Άρθρο 213

Επανεξέταση όσον αφορά την ΕΥΕΔ

Άρθρο 208

Έναρξη ισχύος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

Κοινή δήλωση για θέματα που σχετίζονται με το ΠΔΠ

Κοινή δήλωση για τις δαπάνες που σχετίζονται με ακίνητα, με αναφορά στο άρθρο 203

Κοινή δήλωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για το άρθρο 203 παράγραφος 3



ΜΕΡΟΣ I

ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ



ΤΙΤΛΟΣ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

1.  Ο παρών κανονισμός ορίζει τους κανόνες για την κατάρτιση και εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την παρουσίαση και τον λογιστικό έλεγχο των λογαριασμών.

2.  Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται επίσης στην εκτέλεση του προϋπολογισμού του Οργανισμού Εφοδιασμού της Ευρατόμ.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:

α) «Ένωση»: η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας ή αμφότερες, κατά περίπτωση·

β) «θεσμικό όργανο»: το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, η Επιτροπή των Περιφερειών, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων και η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης («ΕΥΕΔ»)· η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν θεωρείται θεσμικό όργανο της Ένωσης·

γ) «προϋπολογισμός»: η πράξη που προβλέπει και εγκρίνει, για κάθε οικονομικό έτος, όλα τα έσοδα και τις εκτιμώμενες ως αναγκαίες δαπάνες της Ένωσης·

δ) «βασική πράξη»: νομική πράξη που παρέχει τη νομική βάση για μια ενέργεια ή για την εκτέλεση των αντίστοιχων δαπανών που εγγράφονται στον προϋπολογισμό.

Η βασική πράξη είναι δυνατόν να λάβει μία από τις ακόλουθες μορφές:

i) κατ’ εφαρμογή της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (Συνθήκη Ευρατόμ), τη μορφή κανονισμού, οδηγίας ή απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 288 ΣΛΕΕ· ή

ii) κατ’ εφαρμογή του τίτλου V της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), μία από τις μορφές που ορίζονται στο άρθρο 26 παράγραφος 2, στο άρθρο 28 παράγραφος 1, στο άρθρο 29, στο άρθρο 31 παράγραφος 2, στο άρθρο 33 και στο άρθρο 37 ΣΕΕ.

Οι συστάσεις και οι γνώμες δεν αποτελούν βασικές πράξεις·

ε) «μέθοδος εφαρμογής»: η μέθοδος εκτέλεσης του προϋπολογισμού που αναφέρονται στα άρθρα 58, 59 ή 60·

στ) «συμφωνία ανάθεσης»: συμφωνία συναπτομένη με οντότητες και πρόσωπα που έχουν αναλάβει την εκτέλεση του προϋπολογισμού σύμφωνα με τα σημεία (i) έως (viii) του άρθρου 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ)·

ζ) «δικαιούχος»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο με το οποίο έχει υπογραφεί συμφωνία επιδότησης ή στο οποίο έχει κοινοποιηθεί απόφαση επιδότησης·

η) «ανάδοχος»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο με το οποίο έχει συναφθεί δημόσια σύμβαση·

ηα) «αποδέκτης»: ο δικαιούχος, ο ανάδοχος ή κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που λαμβάνει έπαθλα ή χρηματοδότηση στο πλαίσιο ενός χρηματοδοτικού μέσου·

ηαα) «έπαθλο»: χρηματοδοτική συμμετοχή που δίδεται ως ανταμοιβή μετά από διαγωνισμό.

ηβ) «δάνειο»: συμφωνία που υποχρεώνει τον δανειστή να διαθέσει στον δανειζόμενο χρηματικό ποσό συμφωνημένου ύψους και για συμφωνημένο χρονικό διάστημα. Ο δανειζόμενος υποχρεούται βάσει της συμφωνίας να αποπληρώσει κατά τη διάρκεια ορισμένου χρονικού διαστήματος το δάνειο που του χορηγήθηκε.

ηγ) «εγγύηση»: γραπτή δέσμευση ανάληψης ευθύνης για το σύνολο ή μέρος του δανείου ή της υποχρέωσης ενός τρίτου ή για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του τρίτου σε περίπτωση γεγονότος που ενεργοποιεί την εγγύηση αυτή, όπως η αθέτηση πληρωμής·

ηδ) «επένδυση μετοχικού κεφαλαίου»: η παροχή κεφαλαίων σε επιχείρηση, επενδυόμενων άμεσα ή έμμεσα έναντι πλήρους ή μερικής ιδιοκτησίας της επιχείρησης αυτής, με δυνατότητα του επενδυτή να αναλάβει εν μέρει τον διαχειριστικό έλεγχο της επιχείρησης και να συμμετέχει στα κέρδη της·

ηε) «επένδυση οιονεί μετοχικού κεφαλαίου»: είδος χρηματοδότησης το οποίο τοποθετείται μεταξύ ιδίων και δανειακών κεφαλαίων και συνεπάγεται μεγαλύτερο κίνδυνο από το δάνειο αυξημένης εξασφάλισης και μικρότερο κίνδυνο από το κοινό μετοχικό κεφάλαιο. Οι επενδύσεις οιονεί μετοχικού κεφαλαίου μπορεί να είναι δομημένες σαν χρέος, συνήθως χωρίς εξασφάλιση και εξοφλητική προτεραιότητα και σε ορισμένες περιπτώσεις μετατρέψιμο σε μετοχές, ή σαν προνομιούχες μετοχές·

ηστ) «μέσο επιμερισμού κινδύνου»: χρηματοδοτικό μέσο το οποίο επιτρέπει τον επιμερισμό ενός καθορισμένου κινδύνου μεταξύ δύο ή περισσότερων οντοτήτων, ενδεχομένως έναντι συμφωνημένου τιμήματος·

ηζ) «χρηματοδοτικά μέσα» νοούνται μέτρα της Ένωσης για χρηματοδοτική ενίσχυση, σε συμπληρωματική βάση, από τον προϋπολογισμό με σκοπό την υλοποίηση ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στόχων πολιτικής της Ένωσης. Τα μέσα αυτά είναι δυνατόν να έχουν τη μορφή, επενδύσεων μετοχικού ή οιονεί μετοχικού κεφαλαίου, δανείων ή εγγυήσεων ή άλλων μέσων επιμερισμού κινδύνου, και να συνδυάζονται, εφόσον ενδείκνυται, με επιδοτήσεις·

θ) «κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης»: ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68 ( 1 ) του Συμβουλίου·

ι) «έλεγχος»: κάθε μέτρο που λαμβάνεται προκειμένου να υπάρξει εύλογη επιβεβαίωση όσον αφορά την αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα και οικονομία των πράξεων, την αξιοπιστία της υποβολής εκθέσεων, τη διασφάλιση των περιουσιακών στοιχείων και των πληροφοριών, την πρόληψη και ανίχνευση και διόρθωση των κρουσμάτων απάτης και των παρατυπιών, και όσον αφορά τον μετέπειτα χειρισμό τους, καθώς και τη συμμόρφωση προς τις εφαρμοστέες κανονιστικές και συμβατικές διατάξεις και την επαρκή διαχείριση των κινδύνων των σχετικών με την νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκειμένων δικαιοπραξιών, λαμβάνοντας υπόψιν τον πολυετή χαρακτήρα των προγραμμάτων και την φύση των οικείων πληρωμών. Οι έλεγχοι μπορούν να περιλαμβάνουν διάφορες επαληθεύσεις και την εφαρμογή πολιτικών και διαδικασιών για να επιτευχθούν οι στόχοι της πρώτης πρότασης·

ια) «επαλήθευση»: εξακρίβωση συγκεκριμένης πτυχής μίας πράξης εσόδων ή δαπανών.

Άρθρο 3

Συμμόρφωση της παράγωγης νομοθεσίας προς τον παρόντα κανονισμό

1.  Κάθε διάταξη που αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού ως προς τα έσοδα ή τις δαπάνες και περιλαμβάνεται σε άλλη βασική νομοθετική πράξη τηρεί τις αρχές του προϋπολογισμού οι οποίες διατυπώνονται στον τίτλο II του μέρους Ι.

2.  Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, οι προτάσεις και οι τροποποιήσεις προτάσεων που υποβάλλονται στην νομοθετική αρχή και περιέχουν παρεκκλίσεις από άλλες διατάξεις του παρόντος κανονισμού, πλην αυτών του Τίτλου ΙΙ του πρώτου μέρους, ή από κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, περιλαμβάνουν σαφή μνεία των παρεκκλίσεων αυτών και, στις αιτιολογικές σκέψεις και στην αιτιολογική έκθεσή τους, αναφέρουν τους συγκεκριμένους λόγους που δικαιολογούν τις εν λόγω παρεκκλίσεις.

Άρθρο 4

Προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες

Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά, ο κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71 του Συμβουλίου της 3ης Ιουνίου 1971 περί καθορισμού των κανόνων που εφαρμόζονται στις προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες ( 2 ) εφαρμόζεται για τον υπολογισμό των προθεσμιών που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 5

Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

Ο παρών κανονισμός ισχύει με την επιφύλαξη των απαιτήσεων της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών ( 3 ), και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001.



ΤΙΤΛΟΣ II

ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΟΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ

Άρθρο 6

Τήρηση των αρχών που διέπουν τον προϋπολογισμό

Ο προϋπολογισμός καταρτίζεται και εκτελείται σύμφωνα με τις αρχές της ενότητας, της ακρίβειας, της ενιαυσιότητας, της ισοσκέλισης, της ενιαίας λογιστικής μονάδας, της καθολικότητας, της ειδικότητας, της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, που απαιτεί αποτελεσματικό και αποδοτικό εσωτερικό έλεγχο, και της διαφάνειας, όπως αυτές εκτίθενται στον παρόντα κανονισμό.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Αρχές της ενότητας και της αυθεντικοτητας του προϋπολογισμού

Άρθρο 7

Πεδίο του προϋπολογισμού

1.  Ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει:

α) τα έσοδα και τις δαπάνες της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών δαπανών που συνεπάγονται για τα όργανα οι διατάξεις της ΣΕΕ στον τομέα της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, καθώς και τις λειτουργικές δαπάνες τις οποίες συνεπάγεται η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, εφόσον αυτές επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό·

β) τα έσοδα και τις δαπάνες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας.

2.  Ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει την εγγραφή των εγγυήσεων των δανειοδοτικών και δανειοληπτικών πράξεων που συνάπτει η Ένωση, συμπεριλαμβανομένων των πράξεων του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και του μηχανισμού στήριξης του ισοζυγίου πληρωμών, σύμφωνα με το στοιχείο δ) του άρθρου 49 παράγραφος 1.

Άρθρο 8

Ειδικοί κανόνες που διέπουν τις αρχές της ενότητας και της ακρίβειας του προϋπολογισμού

1.  Κανένα έσοδο δεν μπορεί να εισπραχθεί και καμία δαπάνη δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί εάν δεν καταλογισθεί σε γραμμή του προϋπολογισμού, με την επιφύλαξη του άρθρου 83.

2.  Καμία δαπάνη δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανάληψης ή εντολής πέραν των εγκεκριμένων πιστώσεων.

3.  Καμία πίστωση δεν μπορεί να εγγραφεί στον προϋπολογισμό αν δεν αντιστοιχεί σε δαπάνη που εκτιμάται ως αναγκαία.

4.  Δεν οφείλονται στην Ένωση τόκοι λόγω πληρωμών προχρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στις συμφωνίες ανάθεσης,με την εξαίρεση των συμφωνιών εκείνων που έχουν συναφθεί με τρίτες χώρες ή τις εντεταλμένες υπ αυτών οντότητες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι εν λόγω τόκοι επαναχρησιμοποιούνται για την αντίστοιχη ενέργεια, αφαιρούμενοι από αιτήσεις πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), ή ανακτώνται.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την αντιμετώπιση των τόκων που προκύπτουν από πληρωμές προχρηματοδότησης.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Αρχή της ενιαυσιότητας

Άρθρο 9

Ορισμός

Οι πιστώσεις που εγγράφονται στον προϋπολογισμό εγκρίνονται για τη διάρκεια ενός οικονομικού έτους το οποίο αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου.

Άρθρο 10

Είδος πιστώσεων

1.  Ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει διαχωριζόμενες πιστώσεις, οι οποίες συνίστανται σε πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και πιστώσεις πληρωμών, και μη διαχωριζόμενες πιστώσεις.

2.  Οι πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων καλύπτουν το συνολικό κόστος των νομικών δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται κατά τη διάρκεια του εκάστοτε οικονομικού έτους, με την επιφύλαξη των άρθρων 86 παράγραφος 4 και 189 παράγραφος 2.

3.  Οι πιστώσεις πληρωμών καλύπτουν τις πληρωμές που απορρέουν από την εκπλήρωση των νομικών δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται κατά τη διάρκεια του εκάστοτε οικονομικού έτους ή προηγούμενων οικονομικών ετών.

4.  Οι παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος άρθρου δεν θίγουν τις ειδικές διατάξεις των τίτλων I, ΙV και VI του μέρους ΙΙ και δεν εμποδίζουν τη δυνατότητα συνολικής δέσμευσης πιστώσεων ή τη δυνατότητα δημοσιονομικής δέσμευσης ανά ετήσιες δόσεις.

Άρθρο 11

Λογιστικοί κανόνες για τα έσοδα και τις πιστώσεις

1.  Τα έσοδα καταλογίζονται σε ένα οικονομικό έτος βάσει των ποσών που εισπράττονται κατά τη διάρκειά του. Ωστόσο, οι ίδιοι πόροι του Ιανουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους μπορούν να καταβάλλονται εκ των προτέρων, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000 του Συμβουλίου της 22ας Μαΐου 2000 για την εφαρμογή της απόφασης 2007/436/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( 4 ).

2.  Οι εγγραφές ιδίων πόρων που προέρχονται από τον φόρο προστιθέμενης αξίας, από τον συμπληρωματικό πόρο που βασίζεται στο ακαθάριστο εθνικό εισόδημα και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, από τις χρηματοδοτικές συνεισφορές μπορούν να προσαρμόζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000.

3.  Οι πιστώσεις που κατανέμονται σε ένα οικονομικό έτος χρησιμοποιούνται μόνο για την κάλυψη των δαπανών που αναλαμβάνονται και καταβάλλονται κατά τη διάρκεια αυτού του οικονομικού έτους, καθώς και για την κάλυψη των ποσών που οφείλονται σε αναλήψεις υποχρεώσεων προγενέστερων οικονομικών ετών.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τις πιστώσεις του οικονομικού έτους.

4.  Οι δεσμεύσεις πιστώσεων καταλογίζονται βάσει των νομικών δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται έως την 31η Δεκεμβρίου. Κατ’ εξαίρεση, οι συνολικές δημοσιονομικές δεσμεύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 86 παράγραφος 4 και οι χρηματοδοτικές συμβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 189 παράγραφος 2 και συνάπτονται με τρίτες χώρες, καταλογίζονται βάσει των δημοσιονομικών δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται έως την 31η Δεκεμβρίου.

5.  Οι πληρωμές καταλογίζονται στο πλαίσιο ενός οικονομικού έτους βάσει των πληρωμών που πραγματοποιούνται από τον υπόλογο έως την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου οικονομικού έτους.

6.  Κατά παρέκκλιση των παραγράφων 3, 4 και 5, οι δαπάνες του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων καταλογίζονται στο πλαίσιο ενός οικονομικού έτους σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στον τίτλο Ι του μέρους II.

Άρθρο 12

Δέσμευση πιστώσεων

Οι πιστώσεις που εγγράφονται στον προϋπολογισμό μπορούν να δεσμευθούν, με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου, αμέσως μετά την οριστική έγκριση του προϋπολογισμού, εκτός εάν προβλέπεται άλλως στον τίτλο Ι και στον τίτλο VI του μέρους ΙΙ.

Άρθρο 13

Ακύρωση και μεταφορά πιστώσεων

1.  Οι πιστώσεις που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί έως το τέλος του οικονομικού έτους για το οποίο έχουν εγγραφεί ακυρώνονται.

Ωστόσο, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο απόφασης μεταφοράς αλλά μόνο στο επόμενο οικονομικό έτος, την οποία εκδίδει το οικείο όργανο έως τις 15 Φεβρουαρίου σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 ή να αποτελέσουν αντικείμενο αυτόματης μεταφοράς σύμφωνα με την παράγραφο 4.

2.  Για τις διαχωριζόμενες πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και τις μη διαχωριζόμενες πιστώσεις που δεν έχουν δεσμευθεί ακόμη κατά το τέλος του οικονομικού έτους, η μεταφορά μπορεί να αφορά:

α) τα ποσά που αντιστοιχούν στις πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων ή στις μη διαφοροποιημένες πιστώσεις που αφορούν σχέδια σχετικά με ακίνητα για τις οποίες τα περισσότερα προπαρασκευαστικά στάδια της πράξης δέσμευσης έχουν ολοκληρωθεί στις 31 Δεκεμβρίου. Τα ποσά αυτά μπορούν να δεσμευθούν έως τις 31 Μαρτίου του επόμενου έτους, ή έως τις 31 Δεκεμβρίου του επόμενου έτους προκειμένου περί ποσών που σχετίζονται με σχέδια περί ακινήτων·

β) τα ποσά που αποδεικνύονται αναγκαία σε περίπτωση κατά την οποία η νομοθετική αρχή εξέδωσε τη βασική πράξη κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου του οικονομικού έτους, χωρίς ωστόσο η Επιτροπή να μπορέσει να δεσμεύσει έως την 31η Δεκεμβρίου τις πιστώσεις που προβλέπονται προς τούτο στον προϋπολογισμό·

▼M1

γ) τα ποσά που αντιστοιχούν στις πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων για το αποθεματικό έκτακτης βοήθειας.

Τα ποσά που αναφέρονται στο στοιχείο γ) του πρώτου εδαφίου μπορούν να μεταφερθούν μόνο στο επόμενο οικονομικό έτος.

▼B

3.  Για τις πιστώσεις πληρωμών, η μεταφορά μπορεί να αφορά τα ποσά που είναι αναγκαία για την κάλυψη προγενεστέρων υποχρεώσεων ή που συνδέονται με μεταφερθείσες πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων, εφόσον οι πιστώσεις πληρωμών που προβλέπονται στις αντίστοιχες γραμμές του προϋπολογισμού του επόμενου οικονομικού έτους δεν επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών.

Το οικείο όργανο χρησιμοποιεί κατά προτεραιότητα τις πιστώσεις που έχουν εγκριθεί για το τρέχον οικονομικό έτος, στις δε μεταφερθείσες πιστώσεις καταφεύγει μόνον εφόσον εξαντληθούν οι πρώτες.

4.  Οι μη διαχωριζόμενες πιστώσεις που αντιστοιχούν σε υποχρεώσεις οι οποίες έχουν αναληφθεί κανονικά κατά το τέλος του οικονομικού έτους, μεταφέρονται αυτομάτως μόνο στο επόμενο οικονομικό έτος.

5.  Έως την 15η Μαρτίου, το οικείο όργανο ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την απόφαση μεταφοράς στο επόμενο οικονομικό έτος την οποία έλαβε, διευκρινίζοντας, κατά γραμμή του προϋπολογισμού, τον τρόπο εφαρμογής, σε κάθε μεταφορά, των κριτηρίων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3.

▼M1

6.  Με την επιφύλαξη του στοιχείου γ) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 14, οι πιστώσεις που εγγράφονται σε αποθεματικό και οι πιστώσεις που αφορούν δαπάνες προσωπικού δεν μεταφέρονται. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι δαπάνες προσωπικού περιλαμβάνουν τις αποδοχές και τις αποζημιώσεις των μελών και του προσωπικού των θεσμικών οργάνων στα οποία εφαρμόζεται ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης.

▼B

7.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την ακύρωση και τη μεταφορά πιστώσεων.

Άρθρο 14

Κανόνες μεταφοράς εσόδων για ειδικό προορισμό

Η μεταφορά, στο επόμενο οικονομικό έτος, των εσόδων για ειδικό προορισμό που αναφέρονται στο άρθρο 21, καθώς και μη χρησιμοποιηθεισών πιστώσεων από τα εν λόγω έσοδα οι οποίες δεν χρησιμοποιήθηκαν και είναι διαθέσιμες στις 31 Δεκεμβρίου, τηρεί τους εξής κανόνες:

α) τα εξωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό μεταφέρονται αυτομάτως και χρησιμοποιούνται πλήρως έως ότου εκτελεστούν όλες οι πράξεις που αφορούν το πρόγραμμα ή τη δράση για τα οποία προορίζονται. Τα εξωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους του προγράμματος ή της δράσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά το πρώτο έτος εκτέλεσης του διάδοχου προγράμματος ή δράσης·

β) τα εσωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό μεταφέρονται για ένα μόνον έτος, με την εξαίρεση των εσωτερικών εσόδων για ειδικό προορισμό, όπως ορίζονται στο άρθρο 21 παράγραφος 3 στοιχείο ζ), τα οποία μεταφέρονται αυτομάτως.

Άρθρο 15

Αποδέσμευση πιστώσεων

Με την επιφύλαξη των άρθρων 178 και 182, οι αποδεσμεύσεις, λόγω ολικής ή μερικής μη εκτέλεσης ενεργειών για τις οποίες είχαν διατεθεί πιστώσεις, οι οποίες διενεργούνται κατά τη διάρκεια μεταγενέστερων οικονομικών ετών από το οικονομικό έτος για το οποίο οι πιστώσεις αυτές εγγράφηκαν στον προϋπολογισμό, συνεπάγονται την ακύρωση των αντίστοιχων πιστώσεων.

Άρθρο 16

Κανόνες που εφαρμόζονται στην περίπτωση καθυστερημένης έγκρισης του προϋπολογισμού

1.  Εάν ο προϋπολογισμός δεν έχει εγκριθεί οριστικά κατά την έναρξη του οικονομικού έτους, εφαρμόζεται η διαδικασία που προσδιορίζεται στο άρθρο 315 πρώτο εδάφιο ΣΛΕΕ (καθεστώς των προσωρινών δωδεκατημορίων). Μπορούν να διενεργούνται αναλήψεις υποχρεώσεων και πληρωμές εντός των ορίων που καθορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

2.  Οι αναλήψεις υποχρεώσεων μπορούν να διενεργούνται κατά κεφάλαιο, εντός του ορίου του ενός τετάρτου του συνόλου των πιστώσεων που έχουν εγκριθεί στο συγκεκριμένο κεφάλαιο για το προηγούμενο οικονομικό έτος, προσαυξημένου κατά ένα δωδέκατο για κάθε διαρρεύσαντα μήνα.

Δεν είναι δυνατόν να σημειωθεί υπέρβαση του ορίου των πιστώσεων που προβλέπονται στο σχέδιο προϋπολογισμού.

Οι πληρωμές μπορούν να διενεργούνται μηνιαίως κατά κεφάλαιο, εντός του ορίου του ενός δωδεκάτου των πιστώσεων που έχουν εγκριθεί στο συγκεκριμένο κεφάλαιο για το προηγούμενο οικονομικό έτος. Δεν υπερβαίνουν ωστόσο το ένα δωδέκατο των πιστώσεων που προβλέπονται στο ίδιο κεφάλαιο του σχεδίου προϋπολογισμού.

3.  Ως πιστώσεις που έχουν εγκριθεί στο συγκεκριμένο κεφάλαιο για το προηγούμενο οικονομικό έτος, όπως ορίζεται στις παραγράφους 1 και 2, νοούνται οι πιστώσεις του προϋπολογισμού που έχουν ψηφισθεί, μεταξύ άλλων με διορθωτικούς προϋπολογισμούς, μετά την προσαρμογή τους λόγω μεταφορών εντός του εν λόγω οικονομικού έτους.

4.  Εφόσον το απαιτούν η συνέχεια της δράσης της Ένωσης και οι ανάγκες της διαχείρισης, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία μετά από πρόταση της Επιτροπής, δύναται να επιτρέψει δαπάνες επιπλέον ενός προσωρινού δωδεκατημορίου, οι οποίες δεν υπερβαίνουν ωστόσο το άθροισμα τεσσάρων προσωρινών δωδεκατημορίων, εκτός δεόντως αιτιολογημένων περιπτώσεων, τόσο για τις πράξεις ανάληψης υποχρέωσης όσο και για τις πράξεις πληρωμής, πέραν εκείνων που καθίστανται αυτομάτως διαθέσιμα δυνάμει των παραγράφων 1 και 2. Το Συμβούλιο διαβιβάζει αμελλητί τη σχετική απόφαση έγκρισης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Η απόφαση τίθεται σε ισχύ 30 ημέρες από την έκδοσή της, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο:

α) αποφασίσει, εντός της εν λόγω προθεσμίας, με την πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν, να μειώσει τη σχετική δαπάνη, οπότε η Επιτροπή υποβάλλει νέα πρόταση· ή

β) γνωστοποιήσει στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή ότι δεν επιθυμεί να μειώσει τη σχετική δαπάνη, οπότε η απόφαση τίθεται σε ισχύ πριν από την παρέλευση των 30 ημερών.

Τα πρόσθετα δωδεκατημόρια εγκρίνονται στο σύνολό τους και δεν μπορούν να κατακερματισθούν.

5.  Εάν, για ένα συγκεκριμένο κεφάλαιο, η έγκριση δύο ή περισσοτέρων προσωρινών δωδεκατημορίων σύμφωνα με την παράγραφο 4 δεν επαρκεί για την κάλυψη των δαπανών που είναι αναγκαίες για να μη διακοπεί η συνέχεια της δράσης της Ένωσης στον τομέα που καλύπτεται από το εν λόγω κεφάλαιο, μπορεί να εγκριθεί κατ’ εξαίρεση υπέρβαση του ποσού των πιστώσεων που είχαν εγγραφεί στο αντίστοιχο κεφάλαιο του προϋπολογισμού του προηγούμενου οικονομικού έτους. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ακολουθούν τις διαδικασίες που προβλέπονται στην παράγραφο 4. Ωστόσο, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να σημειωθεί υπέρβαση του συνολικού ύψους των πιστώσεων που είχαν διατεθεί στο πλαίσιο του προϋπολογισμού του προηγούμενου οικονομικού έτους ή του προτεινόμενου σχεδίου προϋπολογισμού.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Αρχή της ισοσκέλισης

Άρθρο 17

Ορισμός και πεδίο εφαρμογής

1.  Ο προϋπολογισμός είναι ισοσκελισμένος ως προς τα έσοδα και τις πιστώσεις πληρωμών.

2.  Η Ένωση και οι αναφερόμενοι στο άρθρο 208 οργανισμοί δεν μπορούν να συνάπτουν δάνεια στο πλαίσιο του προϋπολογισμού.

Άρθρο 18

Υπόλοιπο του οικονομικού έτους

1.  Το υπόλοιπο κάθε οικονομικού έτους εγγράφεται στον προϋπολογισμό του επόμενου είτε στα έσοδα είτε στις πιστώσεις πληρωμών, ανάλογα με το αν πρόκειται για πλεόνασμα ή για έλλειμμα αντιστοίχως.

2.  Οι εκτιμήσεις των ως άνω εσόδων ή πιστώσεων πληρωμών εγγράφονται στον προϋπολογισμό κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του προϋπολογισμού και με διορθωτική επιστολή, η οποία υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 39. Οι εν λόγω εκτιμήσεις καταρτίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000.

3.  Μετά την υποβολή των προσωρινών λογαριασμών κάθε οικονομικού έτους, τυχόν διαφορά ανάμεσα στους λογαριασμούς αυτούς και τις εκτιμήσεις εγγράφεται στον προϋπολογισμό του επόμενου οικονομικού έτους μέσω διορθωτικού προϋπολογισμού, του οποίου αποτελεί το μοναδικό αντικείμενο. Στην περίπτωση αυτή, το σχέδιο διορθωτικού προϋπολογισμού υποβάλλεται από την Επιτροπή εντός 15 ημερών από την υποβολή των προσωρινών λογαριασμών.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Αρχή της ενιαίας λογιστικής μονάδας

Άρθρο 19

Χρησιμοποίηση του ευρώ

1.  Το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και ο προϋπολογισμός καταρτίζονται και εκτελούνται σε ευρώ. Αποτελούν αντικείμενο απόδοσης λογαριασμών σε ευρώ. Ωστόσο, για τις ταμειακές ανάγκες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 68 παράγραφος 1 ο υπόλογος και, στην περίπτωση των παγίων προκαταβολών, ο υπόλογος παγίων προκαταβολών, καθώς και, για τις ανάγκες της διοικητικής διαχείρισης της Επιτροπής και της ΕΥΕΔ, ο αρμόδιος διατάκτης, εξουσιοδοτείται να διενεργεί πράξεις σε άλλα νομίσματα, όπως ορίζεται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται κατά τον παρόντα κανονισμό.

2.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τις ισοτιμίες μετατροπής μεταξύ ευρώ και άλλων νομισμάτων.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Αρχή της καθολικότητας

Άρθρο 20

Ορισμός και πεδίο εφαρμογής

Με την επιφύλαξη του άρθρου 21, το σύνολο των εσόδων καλύπτει το σύνολο των πιστώσεων πληρωμών. Με την επιφύλαξη του άρθρου 23, τα έσοδα και οι δαπάνες εγγράφονται χωρίς συμψηφισμό μεταξύ τους.

Άρθρο 21

Έσοδα για ειδικό προορισμό

1.  Τα εξωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό και τα εσωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση καθορισμένων δαπανών.

2.  Τα ακόλουθα συνιστούν εξωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό:

α) χρηματοδοτικές συνεισφορές των κρατών μελών για ορισμένα ερευνητικά προγράμματα, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000·

β) χρηματοδοτικές συνεισφορές των κρατών μελών και τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανόμενων και στις δύο περιπτώσεις των οργανισμών του δημόσιου τομέα, οντοτήτων ή φυσικών προσώπων, για ορισμένα σχέδια ή προγράμματα εξωτερικής βοήθειας που χρηματοδοτούνται από την Ένωση και υπάγονται στη διαχείριση της Επιτροπής για λογαριασμό τους·

γ) τόκοι από καταθέσεις και πρόστιμα που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97 του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1997 για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος ( 5

δ) έσοδα αντιστοιχούντα σε συγκεκριμένο προορισμό, όπως τα έσοδα ιδρυμάτων, οι επιδοτήσεις, οι δωρεές και τα κληροδοτήματα, περιλαμβανομένων των εσόδων κάθε οργάνου που διατίθενται για ειδικό προορισμό·

ε) χρηματοδοτικές συνεισφορές, μη καλυπτόμενες από το στοιχείο β), σε δραστηριότητες της Ένωσης εκ μέρους τρίτων χωρών ή μη ενωσιακών οργανισμών·

στ) έσοδα για ειδικό προορισμό που αναφέρονται στα άρθρα 181 παράγραφος 2 και 183 παράγραφος 2·

ζ) εσωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό, όπως αναφέρονται στην παράγραφο 3, στον βαθμό που έχουν συμπληρωματικό ρόλο σε σχέση με τα άλλα έσοδα της παρούσας παραγράφου.

3.  Τα ακόλουθα συνιστούν εσωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό:

α) έσοδα που προέρχονται από τρίτους για προμήθειες, παροχή υπηρεσιών ή εργασίες που εκτελούνται για λογαριασμό τους·

β) έσοδα από την πώληση οχημάτων, εξοπλισμού, εγκαταστάσεων, υλικών, καθώς και επιστημονικών και τεχνικών συσκευών που αντικαθίστανται ή διαλύονται, όταν η λογιστική αξία έχει αποσβεσθεί πλήρως·

γ) έσοδα που προέρχονται από επιστροφές αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, σύμφωνα με το άρθρο 80·

δ) έσοδα που προέρχονται από τόκους πληρωμών προχρηματοδοτήσεων, με την επιφύλαξη του άρθρου 8 παράγραφος 4·

ε) εισπράξεις από την παροχή αγαθών και υπηρεσιών και από την εκτέλεση εργασιών υπέρ των λοιπών διευθύνσεων ενός οργάνου, οργάνων ή οργανισμών, συμπεριλαμβανόμενων των αποζημιώσεων αποστολής που καταβάλλονται για λογαριασμό των λοιπών οργάνων και οργανισμών και επιστρέφονται εν συνεχεία από αυτά·

στ) εισπράξεις αποζημιώσεων από ασφαλίσεις·

ζ) έσοδα από εκμισθώσεις·

η) έσοδα που προέρχονται από την πώληση δημοσιεύσεων και ταινιών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που έχουν ηλεκτρονική μορφή·

θ) επιστροφές σε χρηματοδοτικά μέσα σύμφωνα με το άρθρο 140 παράγραφος 6·

ι) έσοδα από μεταγενέστερες επιστροφές φόρων σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 3 στοιχείο β).

4.  Η βασική πράξη μπορεί επίσης να καθορίζει ότι τα προβλεπόμενα από αυτήν έσοδα προορίζονται για ειδικές δαπάνες. Εκτός εάν προσδιορίζεται διαφορετικά στη βασική πράξη, αυτά τα έσοδα συνιστούν εσωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό.

5.  Ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει γραμμές για την εγγραφή εξωτερικών εσόδων για ειδικό προορισμό και εσωτερικών εσόδων για ειδικό προορισμό και, εφόσον είναι δυνατόν, αναφέρει το ποσό.

Τα έσοδα για ειδικό προορισμό μπορούν να συμπεριλαμβάνονται στο σχέδιο προϋπολογισμού μόνον για τα ποσά που είναι γνωστά κατά την ημερομηνία κατάρτισης του σχεδίου του προϋπολογισμού.

6.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με τη δημιουργία δομής για την εγγραφή εξωτερικών και εσωτερικών εσόδων για ειδικό προορισμό και την πρόβλεψη των αντίστοιχων πιστώσεων και σχετικά με τον καθορισμό κανόνων για τη συνεισφορά κρατών μελών στα προγράμματα έρευνας. Επιπλέον, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με το προϊόν των κυρώσεων που επιβάλλονται κατά το άρθρο 126 παράγραφος 11 ΣΛΕΕ και σχετικά με τα έσοδα για ειδικό προορισμό που προκύπτουν από τη συμμετοχή των χωρών ΕΖΕΣ σε ορισμένα ενωσιακά προγράμματα.

Άρθρο 22

Παροχές από χαριστική αιτία

1.  Η Επιτροπή μπορεί να αποδεχθεί κάθε παροχή από χαριστική αιτία υπέρ της Ένωσης, όπως ιδρύματα, επιδοτήσεις, καθώς και δωρεές και κληροδοτήματα.

2.  Η αποδοχή παροχών από χαριστική αιτία αξίας 50 000 EUR και άνω που συνεπάγεται οικονομική επιβάρυνση, περιλαμβανομένου του κόστους παρακολούθησης, η οποία υπερβαίνει το 10 % της αξίας της εκάστοτε παροχής από χαριστική αιτία, υπόκειται στην έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όργανα τα οποία ενεργούν σχετικά εντός δύο μηνών από τη λήψη του αιτήματος της Επιτροπής. Εάν εντός της προθεσμίας αυτής δεν διατυπωθεί αντίρρηση, η Επιτροπή αποφασίζει οριστικά επί της αποδοχής των παροχών.

3.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210 σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την αποδοχή παροχών από χαριστική αιτία προς την Ένωση.

Άρθρο 23

Κανόνες για τις εκπτώσεις και τις προσαρμογές συναλλαγματικών ισοτιμιών

1.  Από τα ποσά των αιτήσεων πληρωμής μπορούν να γίνονται οι ακόλουθες περικοπές, και στη συνέχεια να εκδίδονται εντάλματα πληρωμής για το καθαρό ποσό:

α) ποινές που επιβάλλονται στα μέρη των δημόσιων συμβάσεων και στους δικαιούχους επιδοτήσεων·

β) προεξοφλήσεις, επιστροφές και εκπτώσεις σε επιμέρους τιμολόγια και παραστατικά εξόδων·

γ) τόκοι από την πληρωμή προχρηματοδοτήσεων·

δ) προσαρμογές για αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά.

Οι προσαρμογές για αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά που αναφέρονται στο στοιχείο δ) του πρώτου εδαφίου μπορούν να γίνουν με άμεση περικοπή του ποσού νέας ενδιάμεσης πληρωμής ή πληρωμής υπολοίπου υπέρ του ίδιου προσώπου, πραγματοποιούμενης στο πλαίσιο του κεφαλαίου, του άρθρου και του οικονομικού έτους που επιβαρύνθηκαν με το αχρεωστήτως καταβληθέν.

Στις περικοπές που αναφέρονται στα στοιχεία γ) και δ) του πρώτου εδαφίου εφαρμόζονται οι λογιστικοί κανόνες της Ένωσης.

2.  Το κόστος των αγαθών και υπηρεσιών που παρέχονται προς την Ένωση, όταν περιλαμβάνει φορολογικές επιβαρύνσεις επιστρεφόμενες από τα κράτη μέλη δυνάμει του Πρωτοκόλλου περί Προνομίων και Ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταλογίζεται στον προϋπολογισμό κατά το ποσό εκτός φορολογικών επιβαρύνσεων.

3.  Το κόστος των αγαθών και υπηρεσιών που παρέχονται προς την Ένωση, όταν περιλαμβάνει φορολογικές επιβαρύνσεις επιστρεφόμενες από τρίτες χώρες δυνάμει των σχετικών συμβάσεων, μπορούν να καταλογισθούν στον προϋπολογισμό:

α) κατά το ποσό εκτός φορολογικών επιβαρύνσεων· ή

β) κατά το ποσό συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών επιβαρύνσεων. Στην περίπτωση αυτή, η επακόλουθη επιστροφή φορολογικών επιβαρύνσεων λαμβάνεται υπόψη ως εσωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό.

4.  Μπορούν να γίνονται προσαρμογές της για τις συναλλαγματικές διαφορές που καταγράφονται κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Το τελικό αποτέλεσμα, θετικό ή αρνητικό, εντάσσεται στο υπόλοιπο του οικονομικού έτους.

5.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τους λογαριασμούς ανακτήσιμων φορολογικών επιβαρύνσεων.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Αρχή της ειδικότητας

Άρθρο 24

Γενικές Διατάξεις

Οι πιστώσεις εξειδικεύονται κατά τίτλους και κεφάλαια. Τα κεφάλαια υποδιαιρούνται σε άρθρα και θέσεις.

Άρθρο 25

Μεταφορές από θεσμικά όργανα εκτός της Επιτροπής

1.  Κάθε θεσμικό όργανο εκτός της Επιτροπής μπορεί να προβαίνει, στο πλαίσιο του τμήματος του προϋπολογισμού που το αφορά, σε μεταφορές πιστώσεων:

α) από τίτλο σε τίτλο, με μέγιστο όριο το 10 % των πιστώσεων του εκάστοτε έτους που εμφαίνονται στη γραμμή από την οποία πραγματοποιείται η μεταφορά·

β) από κεφάλαιο σε κεφάλαιο και από άρθρο σε άρθρο, χωρίς όριο.

2.  Τρεις εβδομάδες πριν από την πραγματοποίηση των μεταφορών στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 1, τα θεσμικά όργανα ενημερώνουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τις προθέσεις τους. Εφόσον κατά την περίοδο αυτή προβληθούν δεόντως τεκμηριωμένοι λόγοι είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε από το Συμβούλιο, εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 27.

3.  Κάθε όργανο εκτός της Επιτροπής είναι δυνατόν να προτείνει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, στο πλαίσιο του τμήματος του προϋπολογισμού που το αφορά, μεταφορές από τίτλο σε τίτλο πέραν του ορίου του 10 % επί των πιστώσεων που προβλέπονται για το αντίστοιχο έτος στη γραμμή από την οποία πρόκειται να γίνει η μεταφορά. Οι μεταφορές αυτές υπόκεινται στη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 27.

4.  Κάθε όργανο εκτός της Επιτροπής μπορεί, στο πλαίσιο του τμήματος του προϋπολογισμού που το αφορά, να πραγματοποιεί μεταφορές εντός άρθρων χωρίς να προαπαιτείται ενημέρωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

5.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τον υπολογισμό των ποσοστών των μεταφορών από θεσμικά όργανα εκτός της Επιτροπής.

Άρθρο 26

Μεταφορές από την Επιτροπή

1.  Η Επιτροπή μπορεί να προβαίνει, στο πλαίσιο του τμήματος του προϋπολογισμού που την αφορά, αυτόνομα:

α) σε μεταφορά πιστώσεων στο εσωτερικό κάθε κεφαλαίου·

β) όσον αφορά τις δαπάνες προσωπικού και διοικητικής λειτουργίας οι οποίες είναι κοινές για περισσότερους από έναν τίτλους, σε μεταφορά πιστώσεων από τίτλο σε τίτλο, με μέγιστο όριο το 10 % των πιστώσεων του έτους που εμφαίνονται στη γραμμή από την οποία γίνεται η μεταφορά και με μέγιστο όριο το 30 % των πιστώσεων του εκάστοτε έτους που εμφαίνονται στη γραμμή προς την οποία πραγματοποιείται η μεταφορά·

γ) όσον αφορά τις επιχειρησιακές δαπάνες, σε μεταφορά πιστώσεων μεταξύ κεφαλαίων στο εσωτερικό του ίδιου τίτλου, εντός μέγιστου ορίου 10 % επί των πιστώσεων του οικονομικού έτους που εμφαίνονται στη γραμμή από την οποία πραγματοποιείται η μεταφορά.

Τρεις εβδομάδες πριν από την πραγματοποίηση των μεταφορών στις οποίες αναφέρεται το στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου, η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τις προθέσεις της. Εφόσον κατά την περίοδο αυτή προβληθούν δεόντως τεκμηριωμένοι λόγοι είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε από το Συμβούλιο, εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 27.

Κατά παρέκκλιση από το δεύτερο εδάφιο, η Επιτροπή μπορεί, κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων μηνών του οικονομικού έτους, να μεταφέρει αυτόνομα πιστώσεις σχετικά με δαπάνες προσωπικού, εξωτερικού προσωπικού και λοιπών υπαλλήλων από έναν τίτλο σε άλλον, με συνολικό όριο το 5 % των πιστώσεων του έτους. Η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εντός δύο εβδομάδων από τη λήψη της απόφασής της για τις μεταφορές αυτές.

2.  Η Επιτροπή μπορεί, στο πλαίσιο του τμήματος του προϋπολογισμού που την αφορά, να αποφασίζει για την ακόλουθη μεταφορά πιστώσεων από τίτλο σε τίτλο, υπό την προϋπόθεση ότι ενημερώνει πάραυτα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την απόφασή της:

α) μεταφορά πιστώσεων από τον τίτλο «προσωρινές πιστώσεις» που αναφέρεται στο άρθρο 46, όταν ο μόνος όρος για την αποδέσμευση του αποθεματικού συνίσταται στην έγκριση βασικής πράξης σύμφωνα με το άρθρο 294 ΣΛΕΕ·

β) σε δεόντως αιτιολογημένες έκτακτες περιπτώσεις, όπως διεθνείς ανθρωπιστικές καταστροφές και κρίσεις που συμβαίνουν μετά την 1η Δεκεμβρίου του οικονομικού έτους, η Επιτροπή μπορεί να μεταφέρει αχρησιμοποίητες πιστώσεις του εν λόγω οικονομικού έτους, οι οποίες είναι ακόμη διαθέσιμες στους τίτλους του προϋπολογισμού που υπάγονται στον τομέα 4 του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου, στους τίτλους του προϋπολογισμού που αφορούν τη διαχείριση κρίσεων και τις επιχειρήσεις ανθρωπιστικής βοήθειας.

3.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τον υπολογισμό των ποσοστών των εσωτερικών μεταφορών από την Επιτροπή και με τους λόγους για τις αιτήσεις μεταφοράς.

Άρθρο 27

Προτάσεις για μεταφορές από τα θεσμικά όργανα που υποβάλλονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο

1.  Κάθε θεσμικό όργανο υποβάλλει τις περί μεταφορών προτάσεις του ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

2.  Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με μεταφορές πιστώσεων υπό τους όρους που προβλέπονται στις παραγράφους 3 έως 6 του παρόντος άρθρου, με την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στον τίτλο Ι του μέρους ΙΙ.

3.  Εκτός επειγουσών περιπτώσεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, το τελευταίο με ειδική πλειοψηφία, αποφασίζουν επί της μεταφοράς εντός έξι εβδομάδων από την ημερομηνία κατά την οποία την παρέλαβαν αμφότερα.

4.  Η πρόταση μεταφοράς πιστώσεων εγκρίνεται, εάν εντός της περιόδου των έξι εβδομάδων συμβεί οιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α) το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο την εγκρίνουν·

β) την εγκρίνει είτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε το Συμβούλιο και το άλλο θεσμικό όργανο δεν λαμβάνει θέση·

γ) το Ευρωπαϊκό Κοινοβουλίου και το Συμβούλιο δεν λαμβάνουν θέση ή δεν λαμβάνουν απόφαση για τροποποίηση ή απόρριψη της πρότασης μεταφοράς.

5.  Η περίοδος των έξι εβδομάδων που προβλέπεται στην παράγραφο 3 περιορίζεται σε τρεις εβδομάδες, εκτός εάν άλλως ζητήσει είτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε το Συμβούλιο, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) η μεταφορά αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 10 % των πιστώσεων που εμφαίνονται στη γραμμή από την οποία έγινε η μεταφορά και δεν υπερβαίνει το ποσό των 5 000 000 EUR·

β) η μεταφορά αφορά αποκλειστικά πιστώσεις πληρωμών και το συνολικό ποσό της μεταφοράς δεν υπερβαίνει τα 100 000 000 EUR.

6.  Εάν είτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε το Συμβούλιο έχει τροποποιήσει το ποσό της μεταφοράς πιστώσεων ενώ το άλλο όργανο την έχει εγκρίνει ή δεν λαμβάνει θέση, ή σε περίπτωση που τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και το Συμβούλιο έχουν τροποποιήσει το ποσό της μεταφοράς, θεωρείται ως εγκριθέν το μικρότερο εκ των δύο ποσών, εκτός αν το οικείο θεσμικό όργανο αποσύρει την πρόταση μεταφοράς.

Άρθρο 28

Ειδικοί κανόνες για τις μεταφορές πιστώσεων

1.  Πιστώσεις μπορούν να μεταφερθούν μόνο σε γραμμές του προϋπολογισμού για τις οποίες ο προϋπολογισμός επιτρέπει τη διάθεση πιστώσεων ή οι οποίες φέρουν τη μνεία «προς υπόμνηση» (pro memoria).

2.  Οι πιστώσεις που αντιστοιχούν σε έσοδα για ειδικό προορισμό μπορούν να αποτελούν αντικείμενο μεταφοράς πιστώσεων μόνον εφόσον τα έσοδα αυτά διατηρούν τον προορισμό τους.

Άρθρο 29

Μεταφορές που υπάγονται σε ειδικές διατάξεις

1.  Οι μεταφορές μεταξύ των τίτλων του προϋπολογισμού που αναφέρονται στο Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων, στα διαρθρωτικά ταμεία, στο Ταμείο Συνοχής, στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλιείας, στο Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Έρευνας υπάγονται στις ειδικές διατάξεις των τίτλων Ι, ΙΙ και ΙΙΙ του μέρους ΙΙ.

2.  Οι αποφάσεις περί μεταφοράς πιστώσεων προς χρήση του αποθεματικού έκτακτης βοήθειας λαμβάνονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μετά από πρόταση της Επιτροπής. Για κάθε δράση έκτακτης ανάγκης υποβάλλεται χωριστή πρόταση.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 27 παράγραφοι 3 και 4. Ωστόσο, εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δεν μπορούν να συμφωνήσουν με την πρόταση της Επιτροπής και δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί κοινή θέση όσον αφορά τη χρησιμοποίηση του αποθεματικού αυτού, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο απέχουν από τη λήψη απόφασης σχετικά με την πρόταση μεταφοράς της Επιτροπής.

3.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τις αιτήσεις μεταφοράς πιστώσεων από το αποθεματικό έκτακτης βοήθειας.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης

Άρθρο 30

Αρχές της οικονομίας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας

1.  Οι πιστώσεις χρησιμοποιούνται σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, δηλαδή σύμφωνα με τις αρχές της οικονομίας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας.

2.  Η αρχή της οικονομίας ορίζει ότι τα μέσα που χρησιμοποιούνται από το όργανο για την υλοποίηση των δραστηριοτήτων του καθίστανται εγκαίρως διαθέσιμα, στην ενδεδειγμένη ποσότητα και ποιότητα και στην καλύτερη τιμή.

Η αρχή της αποδοτικότητας αφορά την καλύτερη σχέση μεταξύ χρησιμοποιηθέντων μέσων και επιτευχθέντων αποτελεσμάτων.

Η αρχή της αποτελεσματικότητας αφορά την εκπλήρωση των ειδικών στόχων που έχουν ορισθεί και την επίτευξη των επιδιωκόμενων αποτελεσμάτων.

3.  Τίθενται στόχοι συγκεκριμένοι, μετρήσιμοι, εφικτοί, ουσιαστικοί και χρονικά προσδιορισμένοι για όλους τους τομείς δραστηριοτήτων που καλύπτει ο προϋπολογισμός. Η επίτευξη των στόχων αυτών ελέγχεται βάσει δεικτών επίδοσης που καθορίζονται ανά δραστηριότητες, ενώ οι αρχές που προβαίνουν στη δαπάνη παρέχουν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφος 3 στοιχείο ε). Τα στοιχεία αυτά παρέχονται κατ’ έτος και το αργότερο στα έγγραφα που συνοδεύουν το σχέδιο προϋπολογισμού.

4.  Προκειμένου να βελτιωθεί η διαδικασία λήψης των αποφάσεων, τα θεσμικά όργανα προβαίνουν σε αξιολογήσεις εκ των προτέρων και εκ των υστέρων, σύμφωνα με τους προσανατολισμούς που καθορίζει η Επιτροπή. Οι εν λόγω αξιολογήσεις αφορούν όλα τα προγράμματα και τις δραστηριότητες που συνεπάγονται σημαντικές δαπάνες και τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων κοινοποιούνται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο και στις διοικητικές αρχές που προβαίνουν στη δαπάνη.

5.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τις εκ των προτέρων, ενδιάμεσες και εκ των υστέρων αξιολογήσεις.

Άρθρο 31

Υποχρεωτικό δημοσιονομικό δελτίο

1.  Κάθε πρόταση ή πρωτοβουλία υποβαλλόμενη στη νομοθετική αρχή από την Επιτροπή, από τον Ύπατο Εκπρόσωπο της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας («Ύπατος Εκπρόσωπος») ή από κράτος μέλος, και δυνάμενη να έχει επιπτώσεις στον προϋπολογισμό, συμπεριλαμβανόμενων των μεταβολών στον αριθμό των θέσεων απασχόλησης, συνοδεύεται από δημοσιονομικό δελτίο και από την εκ των προτέρων αξιολόγηση που προβλέπεται στο άρθρο 30 παράγραφος 4.

Κάθε τροποποίηση πρότασης ή πρωτοβουλίας υποβαλλόμενη στη νομοθετική αρχή και δυνάμενη να έχει σημαντικές επιπτώσεις στον προϋπολογισμό, συμπεριλαμβανόμενων των αλλαγών στον αριθμό των θέσεων απασχόλησης, συνοδεύεται από δημοσιονομικό δελτίο, το οποίο καταρτίζεται από το όργανο που προτείνει την τροποποίηση.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τις απαιτήσεις που διέπουν το δημοσιονομικό δελτίο.

2.  Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του προϋπολογισμού, η Επιτροπή παρέχει τις ενδεδειγμένες πληροφορίες που επιτρέπουν τη σύγκριση μεταξύ της εξέλιξης των αναγκών σε πιστώσεις και των αρχικών προβλέψεων που εμφαίνονται στα δημοσιονομικά δελτία, σε συνάρτηση με την πρόοδο των συζητήσεων σχετικά με την πρόταση ή πρωτοβουλία που υποβάλλεται στη νομοθετική αρχή.

3.  Για τη μείωση του κινδύνου απάτης και παρατυπιών, το δημοσιονομικό δελτίο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 παρέχει στοιχεία για το σύστημα εσωτερικού ελέγχου που εφαρμόζεται, εκτίμηση του κόστους και των ωφελειών από τους ελέγχους που συνεπάγονται αυτά τα συστήματα και αξιολόγηση του ενδεχόμενου κινδύνου, καθώς και τα υφιστάμενα και σχεδιαζόμενα μέτρα πρόληψης της απάτης και προστασίας.

Η ανάλυση αυτή λαμβάνει υπόψη την πιθανή κλίμακα και τον τύπο των σφαλμάτων, καθώς επίσης τις ειδικές συνθήκες του συγκεκριμένου τομέα πολιτικής και τους εφαρμοστέους κανόνες.

Άρθρο 32

Εσωτερικός έλεγχος της εκτέλεσης του προϋπολογισμού

1.  Ο προϋπολογισμός εκτελείται σύμφωνα με τον αποτελεσματικό και αποδοτικό εσωτερικό έλεγχο ο οποίος αρμόζει σε κάθε διαχειριστική μέθοδο και σύμφωνα με τους οικείους τομεακούς κανόνες.

2.  Για τους σκοπούς της εκτέλεσης του προϋπολογισμού, ως εσωτερικός έλεγχος ορίζεται η διαδικασία που εφαρμόζεται σε όλα τα επίπεδα διαχείρισης και αποσκοπεί στην παροχή εύλογης βεβαιότητας ως προς την επίτευξη των ακόλουθων στόχων:

α) αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα και οικονομία των πράξεων·

β) αξιοπιστία των εκθέσεων·

γ) διαφύλαξη των περιουσιακών στοιχείων και ενημέρωση·

δ) πρόληψη, εντοπισμός και διόρθωση των περιπτώσεων απάτης και των παρατυπιών και περαιτέρω ενέργειες σε περίπτωση απάτης και παρατυπιών·

ε) επαρκής διαχείριση των κινδύνων που σχετίζονται με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων, λαμβανομένου υπόψη του πολυετούς χαρακτήρα των προγραμμάτων καθώς και της φύσης των σχετικών πληρωμών.

3.  Ο αποτελεσματικός εσωτερικός έλεγχος βασίζεται στις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές και περιλαμβάνει ιδίως τα ακόλουθα:

α) διαχωρισμό των καθηκόντων·

β) κατάλληλη στρατηγική διαχείρισης και ελέγχου κινδύνων, συμπεριλαμβανομένων των ελέγχων σε επίπεδο αποδέκτη·

γ) αποφυγή της σύγκρουσης συμφερόντων·

δ) κατάλληλες διαδρομές ελέγχου και ακεραιότητα των δεδομένων στα συστήματα πληροφορικής·

ε) διαδικασίες παρακολούθησης των επιδόσεων καθώς επίσης των εντοπιζόμενων αδυναμιών και των εξαιρέσεων των εσωτερικών ελέγχων·

στ) περιοδικές αξιολογήσεις της υγιούς λειτουργίας του συστήματος εσωτερικού ελέγχου.

4.  Ο αποδοτικός εσωτερικός έλεγχος βασίζεται στα ακόλουθα στοιχεία:

α) εφαρμογή κατάλληλης στρατηγικής διαχείρισης και ελέγχου κινδύνων, σε πλαίσιο συντονισμού μεταξύ των ενδεδειγμένων παραγόντων της αλυσίδας ελέγχου·

β) δυνατότητα πρόσβασης όλων των ενδεδειγμένων παραγόντων της αλυσίδας ελέγχου στα αποτελέσματα των ελέγχων·

γ) στήριξη, όπου είναι σκόπιμο, σε διαχειριστικές δηλώσεις των εμπλεκομένων στην εκτέλεση του προϋπολογισμού και σε ανεξάρτητες γνωμοδοτήσεις λογιστικού ελέγχου, υπό την προϋπόθεση ότι η ποιότητα των υποκείμενων εργασιών είναι επαρκής και αποδεκτή και ότι εκτελέστηκαν σύμφωνα με τα συμφωνημένα πρότυπα·

δ) έγκαιρη εφαρμογή διορθωτικών μέτρων, συμπεριλαμβανόμενης, όπου είναι σκόπιμο, της επιβολής αποτρεπτικών ποινών·

ε) σαφής και αδιαμφισβήτητη νομοθεσία στην οποία βασίζονται οι πολιτικές·

στ) εξάλειψη των πολλαπλών ελέγχων·

ζ) βελτίωση του λόγου κόστους-οφέλους των ελέγχων.

5.  Εάν, κατά τη διάρκεια της εφαρμογής, το επίπεδο σφάλματος είναι σταθερά υψηλό, η Επιτροπή εντοπίζει τις αδυναμίες στα συστήματα ελέγχου, αναλύει το κόστος και τα οφέλη των ενδεχόμενων διορθωτικών μέτρων και λαμβάνει ή προτείνει κατάλληλα μέτρα, όπως η απλοποίηση των ισχυουσών διατάξεων, η βελτίωση των συστημάτων ελέγχου και ο ανασχεδιασμός του προγράμματος ή του συστήματος εκτέλεσης.

Άρθρο 33

Οικονομικώς αποδοτικά συστήματα ελέγχου

Κατά την υποβολή αναθεωρημένων ή νέων προτάσεων δαπανών, η Επιτροπή εκτιμά το κόστος και τα οφέλη των συστημάτων ελέγχου καθώς και το επίπεδο του κινδύνου σφάλματος που αναφέρεται στο άρθρο 31 παράγραφος 3.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Αρχή της διαφάνειας

Άρθρο 34

Δημοσίευση λογαριασμών, προϋπολογισμών και εκθέσεων

1.  Ο προϋπολογισμός καταρτίζεται, εκτελείται και αποτελεί αντικείμενο απόδοσης λογαριασμών σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας.

2.  Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μεριμνά για τη δημοσίευση του προϋπολογισμού και των διορθωτικών προϋπολογισμών, ως αυτοί έχουν οριστικά εγκριθεί, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι προϋπολογισμοί δημοσιεύονται εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία κηρύσσονται οριστικά εγκριθέντες.

Οι ενοποιημένοι ετήσιοι λογαριασμοί και η έκθεση για τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική διαχείριση που καταρτίζονται από κάθε όργανο δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την προσωρινή δημοσίευση του προϋπολογισμού.

Άρθρο 35

Δημοσίευση πληροφοριών σχετικά με τους αποδέκτες των πόρων της Ένωσης και άλλων πληροφοριών

1.  Οι πληροφορίες σχετικά με τις δανειοληπτικές και τις δανειοδοτικές πράξεις που συνάπτονται από την Ένωση υπέρ τρίτων αναφέρονται σε παράρτημα του προϋπολογισμού.

2.  Η Επιτροπή κοινοποιεί με τον κατάλληλο τρόπο και εγκαίρως πληροφορίες σχετικά με τους αποδέκτες πόρων, και επίσης τη φύση και τον σκοπό των μέτρων που χρηματοδοτήθηκαν από τον προϋπολογισμό, όταν ο προϋπολογισμός εκτελείται υπό άμεση διαχείριση σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο α), καθώς και πληροφορίες σχετικά με τους αποδέκτες πόρων όπως παρέχονται από τις οντότητες, πρόσωπα και κράτη μέλη που αναλαμβάνουν αρμοδιότητες εκτέλεσης του προϋπολογισμού, βάσει άλλων μεθόδων εκτέλεσης.

Η υποχρέωση του πρώτου εδαφίου ισχύει και για τα άλλα θεσμικά όργανα όσον αφορά τους δικούς τους αποδέκτες πόρων.

3.  Οι πληροφορίες αυτές διατίθενται τηρουμένων δεόντως των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας και ασφάλειας, ιδίως δε της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Όταν πρόκειται για φυσικά πρόσωπα, η δημοσιοποίηση περιορίζεται στο όνομα και τον τόπο του αποδέκτη, στο χορηγούμενο ποσό και στον σκοπό της χορήγησής του. Η δημοσίευση των πληροφοριών αυτών βασίζεται σε κατάλληλα κριτήρια, όπως η περιοδικότητα και ο τύπος ή το μέγεθος της χορήγησης. Για τα κριτήρια της δημοσιοποίησης και τον βαθμό λεπτομέρειας των δημοσιοποιούμενων πληροφοριών, λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες του τομέα και καθεμιάς από τις μεθόδους εκτέλεσης.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες που διέπουν τη δημοσίευση πληροφοριών για αποδέκτες χρηματοδοτικών πόρων. Όποτε ενδείκνυται, ο βαθμός λεπτομέρειας και τα κριτήρια προσδιορίζονται στις συναφείς τομεακές ρυθμίσεις.



ΤΙΤΛΟΣ III

ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Κατάρτιση του προϋπολογισμού

Άρθρο 36

Κατάσταση προβλέψεων των εσόδων και των δαπανών

1.  Κάθε θεσμικό όργανο πλην της Επιτροπής συντάσσει κατάσταση προβλέψεων των δαπανών και των εσόδων του, την οποία διαβιβάζει στην Επιτροπή και συγχρόνως, προς ενημέρωση, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο πριν από την 1η Ιουλίου εκάστου έτους.

2.  Ο Ύπατος Εκπρόσωπος προβαίνει σε διαβουλεύσεις με τα μέλη της Επιτροπής που είναι υπεύθυνα για την αναπτυξιακή πολιτική, την πολιτική καλής γειτονίας και την διεθνή συνεργασία, την ανθρωπιστική βοήθεια και την αντιμετώπιση κρίσεων, όσον αφορά τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους.

3.  Η Επιτροπή συντάσσει τη δική της κατάσταση προβλέψεων, την οποία διαβιβάζει επίσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αμέσως μετά την έγκρισή της.

Κατά την κατάρτιση της οικείας κατάστασης προβλέψεων, η Επιτροπή χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που εμφαίνονται στο άρθρο 37.

Άρθρο 37

Εκτιμώμενος προϋπολογισμός των οργανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 208

Έως τις 31 Μαρτίου εκάστου έτους κάθε οργανισμός που αναφέρεται στο άρθρο 208 διαβιβάζει στην Επιτροπή, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, σύμφωνα με τη συστατική του πράξη, κατάσταση προβλέψεων των δαπανών και των εσόδων του, συμπεριλαμβανομένου του πίνακα προσωπικού του, καθώς και σχέδιο του προγράμματος εργασίας του.

Άρθρο 38

Σχέδιο προϋπολογισμού

1.  Η Επιτροπή καταθέτει πρόταση που περιέχει το σχέδιο προϋπολογισμού στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, μέχρι την 1η Σεπτεμβρίου του έτους που προηγείται του έτους της εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Την διαβιβάζει επίσης, προς ενημέρωση, στα εθνικά κοινοβούλια.

Το σχέδιο προϋπολογισμού περιλαμβάνει γενική συνοπτική κατάσταση των εσόδων και των δαπανών της Ένωσης και συγκεντρώνει τις καταστάσεις προβλέψεων που αναφέρονται στο άρθρο 36. Μπορεί επίσης να περιέχει εκτιμήσεις διαφορετικές από εκείνες στις οποίες έχουν προβεί τα θεσμικά όργανα.

Το σχέδιο προϋπολογισμού ακολουθεί τη διάρθρωση και την παρουσίαση που καθορίζονται στα άρθρα 44 έως 49.

Πριν από κάθε τμήμα του σχεδίου προϋπολογισμού παρατίθεται εισαγωγή συντασσόμενη από το οικείο όργανο.

Η Επιτροπή συντάσσει τη γενική εισαγωγή του σχεδίου προϋπολογισμού. Η γενική εισαγωγή περιλαμβάνει δημοσιονομικούς πίνακες που καλύπτουν τα κυριότερα στοιχεία ανά τίτλους και αιτιολογήσεις για τις μεταβολές των πιστώσεων από ένα οικονομικό έτος στο επόμενο ανά κατηγορίες δαπανών του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου.

2.  Προκειμένου να υπάρχουν ακριβέστερες και πιο αξιόπιστες προβλέψεις όσον αφορά τον δημοσιονομικό αντίκτυπο της ισχύουσας νομοθεσίας και των εκκρεμών νομοθετικών προτάσεων, η Επιτροπή επισυνάπτει στο σχέδιο προϋπολογισμού δημοσιονομικό προγραμματισμό για τα επόμενα έτη.

Ο δημοσιονομικός προγραμματισμός αναπροσαρμόζεται μετά την έγκριση του προϋπολογισμού, ώστε να συμπεριλάβει τα αποτελέσματα της διαδικασίας του προϋπολογισμού και κάθε άλλη σχετική απόφαση.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τον δημοσιονομικό προγραμματισμό.

3.  Η Επιτροπή επισυνάπτει στο σχέδιο προϋπολογισμού:

α) κατά περίπτωση, τους λόγους για τους οποίους το σχέδιο προϋπολογισμού περιέχει εκτιμήσεις διαφορετικές από εκείνες στις οποίες έχουν προβεί τα άλλα θεσμικά όργανα·

β) κάθε έγγραφο εργασίας που θεωρεί χρήσιμο σε σχέση με τον πίνακα προσωπικού των θεσμικών οργάνων και τις επιδοτήσεις που χορηγεί η Επιτροπή στους οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 208 και στα Ευρωπαϊκά Σχολεία. Κάθε τέτοιο έγγραφο εργασίας, στο οποίο παρουσιάζεται ο τελευταίος πίνακας προσωπικού που έχει εγκριθεί, περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

i) όλο το προσωπικό που απασχολείται από την Ένωση, συμπεριλαμβανομένων των νομικά διακριτών οργανικών οντοτήτων της, ανά τύπο σύμβασης,

ii) δήλωση σχετικά με την πολιτική για τις θέσεις υπαλλήλων και το εξωτερικό προσωπικό, και για την ισορροπία μεταξύ των δύο φύλων,

iii) τον αριθμό των θέσεων που είναι καλυμμένες στην αρχή του έτους κατά το οποίο υποβάλλεται το σχέδιο προϋπολογισμού, και την κατανομή τους ανά βαθμό και διοικητική μονάδα,

iv) κατάσταση με την κατανομή του προσωπικού ανά τομέα πολιτικής,

v) για κάθε κατηγορία εξωτερικού προσωπικού, τον αρχικό εκτιμώμενο αριθμό ισοδυνάμων πλήρους απασχόλησης βάσει των εγκεκριμένων πιστώσεων, καθώς και τον αριθμό των προσώπων που έχουν καταλάβει πράγματι θέσεις στις αρχές του έτους κατά το οποίο υποβάλλεται το σχέδιο προϋπολογισμού, με την κατανομή τους ανά ομάδα καθηκόντων και, ενδεχομένως, ανά βαθμό·

γ) έγγραφο εργασίας σχετικά με την προβλεπόμενη εκτέλεση των πιστώσεων του οικονομικού έτους και τις εκκρεμείς αναλήψεις υποχρεώσεων, σχετικά με τους οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 208 και τα Ευρωπαϊκά Σχολεία, και σχετικά με τα δοκιμαστικά σχέδια και τις προπαρασκευαστικές δράσεις·

δ) όσον αφορά τη χρηματοδότηση διεθνών οργανισμών, έγγραφο εργασίας που περιέχει:

i) κατάσταση όλων των συνεισφορών, με κατανομή ανά πρόγραμμα ή κονδύλιο της Ένωσης και ανά διεθνή οργανισμό,

ii) παρουσίαση των λόγων για τους οποίους ήταν αποτελεσματικότερο να χρηματοδοτήσει η Ένωση τους συγκεκριμένους διεθνείς οργανισμούς από το να δράσει απευθείας·

ε) δηλώσεις δραστηριοτήτων ή οποιοδήποτε άλλο σχετικό έγγραφο που να περιέχει τα εξής:

i) πληροφορίες για την επίτευξη όλων των ειδικών, μετρήσιμων, εφικτών, ουσιαστικών και χρονικά προγραμματισμένων στόχων που είχαν ορισθεί προηγουμένως για τις διάφορες δραστηριότητες, καθώς και των νέων στόχων οι οποίοι μετρούνται βάσει δεικτών,

ii) πλήρη αιτιολόγηση και εξέταση από πλευράς κόστους-οφέλους για τις προτεινόμενες μεταβολές στο επίπεδο των πιστώσεων,

iii) σαφές σκεπτικό για παρέμβαση σε επίπεδο Ένωσης, τηρουμένης μεταξύ άλλων της αρχής της επικουρικότητας,

iv) πληροφορίες σχετικά με τα ποσοστά εκτέλεσης του προηγούμενου έτους και τα ποσοστά εκτέλεσης του τρέχοντος έτους,

v) ενδεχομένως, σύνοψη των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης σχετικά με αλλαγές του προϋπολογισμού,

vi) πληροφορίες σχετικά με έπαθλα μοναδιαίας αξίας 1 000 000 EUR ή περισσότερο·

στ) συνοπτική κατάσταση με το χρονοδιάγραμμα των πληρωμών που πρέπει να γίνουν κατά τα επόμενα οικονομικά έτη για να εκπληρωθούν οι δημοσιονομικές δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί κατά τη διάρκεια προηγούμενων οικονομικών ετών.

4.  Όταν η Επιτροπή αναθέτει την εκτέλεση του προϋπολογισμού σε συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ), επισυνάπτει στο σχέδιο προϋπολογισμού έγγραφο εργασίας που περιέχει:

α) ετήσια έκθεση σχετικά με τις επιδόσεις των υπαρχουσών εκτελεστικών ΣΔΙΤ κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τη νομική μορφή και τους μετόχους των εντεταλμένων οντοτήτων του άρθρου 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημείο vii)·

β) τους στόχους που έχουν καθοριστεί για το οικονομικό έτος που αφορά το σχέδιο προϋπολογισμού, με αναφορά σε τυχόν ιδιαίτερες δημοσιονομικές ανάγκες σε σχέση με την επίτευξη του συγκεκριμένου στόχου·

γ) το διοικητικό κόστος και το ποσοστό εκτέλεσης του προϋπολογισμού συνολικά και ανά τύπο φορέων κατά το άρθρο 209, και ανά ΣΔΙΤ για το προηγούμενο οικονομικό έτος·

δ) το ποσό των χρηματοδοτικών συνεισφορών από τον προϋπολογισμό της Ένωσης και το ύψος των χρηματοδοτικών συνεισφορών και των συνεισφορών σε είδος των άλλων εταίρων, για κάθε ΣΔΙΤ.

Εάν οι ΣΔΙΤ χρησιμοποιούν χρηματοδοτικά μέσα, οι σχετικές πληροφορίες περιλαμβάνονται στο έγγραφο εργασίας της παραγράφου 5.

5.  Όταν η Επιτροπή χρησιμοποιεί χρηματοδοτικά μέσα, επισυνάπτει στο σχέδιο προϋπολογισμού έγγραφο εργασίας στο οποίο αναφέρει τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) συνολικές δημοσιονομικές δεσμεύσεων και πληρωμές από τον προϋπολογισμό της Ένωσης για κάθε χρηματοδοτικό μέσο·

β) έσοδα και επιστροφές βάσει του άρθρου 140 παράγραφος 6 και υπολογισμός πρόσθετων πόρων στο τρέχον οικονομικό έτος·

γ) συνολικό ποσό ενδεχόμενων υποχρεώσεων και/ή προβλέψεων για κινδύνους και υποχρεώσεις, καθώς και κάθε πληροφορία σχετικά με την έκθεση της Ένωσης σε χρηματοπιστωτικούς κινδύνους·

δ) απομειώσεις της αξίας περιουσιακών στοιχείων των τίτλων συμμετοχής στο κεφάλαιο ή καταμερισμού των κινδύνων και εγγυήσεις που κατέπεσαν στο πλαίσιο μηχανισμών εγγυήσεων, τόσο για το προηγούμενο έτος όσο και τα αντίστοιχα σωρευτικά ποσά·

ε) μέση διάρκεια ανάμεσα στη δημοσιονομική δέσμευση για τα χρηματοδοτικά μέσα και τις νομικές δεσμεύσεις για επιμέρους σχέδια υπό μορφή ιδίων κεφαλαίων ή χρέους, όταν η διάρκεια αυτή υπερβαίνει τα τρία έτη. Στην έκθεση του άρθρου 140 παράγραφος 8, η Επιτροπή εξηγεί τους λόγους και ενδεχομένως παρουσιάζει ένα σχέδιο δράσης για τη μείωση της διάρκειας στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας απαλλαγής·

στ) διοικητικές δαπάνες που απορρέουν από τέλη διαχείρισης και άλλες χρηματοοικονομικές και λειτουργικές επιβαρύνσεις που καταβάλλονται για τη διαχείριση χρηματοδοτικών μέσων, όταν αυτή έχει ανατεθεί σε τρίτα μέρη, συνολικά και ανά φορέα διαχείρισης, καθώς και ανά χρηματοδοτικό μέσο που τελεί υπό διαχείριση.

6.  Η Επιτροπή επισυνάπτει επίσης στο σχέδιο προϋπολογισμού κάθε πρόσθετο έγγραφο εργασίας που κρίνει χρήσιμο για να στηρίξει τα αιτήματά της ως προς τον προϋπολογισμό.

7.  Σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 5 της απόφασης 2010/427/ΕΕ του Συμβουλίου της 26ης Ιουλίου 2010 για τον καθορισμό της οργάνωσης και της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης ( 6 ), και για να εξασφαλίζεται δημοσιονομική διαφάνεια στον τομέα της εξωτερικής δράσης της Ένωσης, η Επιτροπή διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, μαζί με το σχέδιο προϋπολογισμού, ένα έγγραφο εργασίας στο οποίο παρουσιάζονται διεξοδικά:

α) όλες οι διοικητικές και επιχειρησιακές δαπάνες που σχετίζονται με τις εξωτερικές δράσεις της Ένωσης, περιλαμβανομένων των καθηκόντων της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) και της κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, και χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης·

β) οι γενικές διοικητικές δαπάνες της ΕΥΕΔ για το προηγούμενο έτος με αναλυτική παρουσίαση σε δαπάνες ανά αντιπροσωπεία της Ένωσης και σε δαπάνες για την κεντρική διοίκηση της ΕΥΕΔ· μαζί με τις επιχειρησιακές δαπάνες κατανεμημένες ανά γεωγραφική περιοχή (περιφέρειες, χώρες), ανά θεματικό τομέα, ανά αντιπροσωπεία της Ένωσης, και ανά αποστολή.

8.  Επίσης, το έγγραφο εργασίας της παραγράφου 7:

α) εμφανίζει τον αριθμό των θέσεων σε έκαστο βαθμό και εκάστη κατηγορία και τον αριθμό των μόνιμων και έκτακτων θέσεων, συμπεριλαμβανομένων των επί συμβάσει και των τοπικών υπαλλήλων, που εγκρίνονται εντός των ορίων των πιστώσεων σε εκάστη αντιπροσωπεία της Ένωσης καθώς επίσης και στην κεντρική διοίκηση της ΕΥΕΔ·

β) εμφανίζει οιαδήποτε αύξηση ή μείωση θέσεων ανά βαθμό και κατηγορία στην κεντρική διοίκηση της ΕΥΕΔ και στο σύνολο των αντιπροσωπειών της Ένωσης εν συγκρίσει προς το προηγούμενο οικονομικό έτος·

γ) εμφανίζει τον αριθμό των εγκεκριμένων θέσεων για το σχετικό οικονομικό έτος, τον αριθμό των εγκεκριμένων θέσεων για το προηγούμενο οικονομικό έτος, καθώς και τον αριθμό των θέσεων που καταλαμβάνουν διπλωμάτες που προέρχονται από τα κράτη μέλη, καθώς και το Συμβούλιο και την Επιτροπή·

δ) παρέχει λεπτομερή εικόνα όλου του προσωπικού που είναι τοποθετημένο στις αντιπροσωπείες της Ένωσης κατά τον χρόνο υποβολής του σχεδίου προϋπολογισμού, όπου περιλαμβάνεται ανάλυση κατά γεωγραφική περιοχή, φύλο, επιμέρους χώρα και αποστολή, διακρίνοντας ανάμεσα σε θέσεις του πίνακα προσωπικού, επί συμβάσει προσωπικού, τοπικών υπαλλήλων και εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών σε απόσπαση και πιστώσεις που έχουν ζητηθεί στο σχέδιο προϋπολογισμού για άλλου είδους προσωπικό, με αντίστοιχες εκτιμήσεις όσον αφορά το ισοδύναμο πλήρους απασχόλησης προσωπικό που μπορεί να απασχοληθεί εντός των ορίων των πιστώσεων που έχουν ζητηθεί.

Άρθρο 39

Διορθωτική επιστολή στο σχέδιο προϋπολογισμού

Με βάση νέα στοιχεία που δεν ήταν γνωστά κατά την κατάρτιση του σχεδίου προϋπολογισμού, η Επιτροπή δύναται, με δική της πρωτοβουλία ή μετά από αίτημα ενός των άλλων οργάνων όσον αφορά το αντίστοιχο τμήμα τους, να υποβάλλει συγχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο διορθωτικές επιστολές στο σχέδιο του προϋπολογισμού, πριν από τη σύγκληση της επιτροπής συνδιαλλαγής που αναφέρεται στο άρθρο 314 ΣΛΕΕ. Σε αυτές μπορεί να περιλαμβάνεται διορθωτική επιστολή με αναπροσαρμογή των εκτιμώμενων προβλέψεων στον γεωργικό τομέα.

Άρθρο 40

Υποχρεώσεις των κρατών μελών που απορρέουν από την έγκριση του προϋπολογισμού

1.  Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διαπιστώνει ότι ο προϋπολογισμός εγκρίθηκε οριστικά σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 314 παράγραφος 9 ΣΛΕΕ και στο άρθρο 106α της Συνθήκης Ευρατόμ.

2.  Η διαπίστωση της οριστικής έγκρισης του προϋπολογισμού συνεπάγεται, από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους ή από την ημερομηνία διαπίστωσης της οριστικής έγκρισης του προϋπολογισμού εάν αυτή είναι μεταγενέστερη της 1ης Ιανουαρίου, την υποχρέωση κάθε κράτους μέλους να αποδίδει στην Ένωση τα οφειλόμενα ποσά υπό τους όρους που καθορίζονται από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000.

Άρθρο 41

Σχέδια διορθωτικών προϋπολογισμών

1.  Η Επιτροπή δύναται να υποβάλλει σχέδια διορθωτικών προϋπολογισμών, με βασικό γνώμονα τα έσοδα:

 για να εγγραφεί στον προϋπολογισμό το υπόλοιπο του προηγούμενου οικονομικού έτους, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 18,

 για να αναθεωρηθεί η πρόβλεψη των ιδίων πόρων βάσει επικαιροποιημένων στοιχείων, και

 για να επικαιροποιηθεί η αναθεωρημένη πρόβλεψη των ιδίων πόρων και άλλων εσόδων, καθώς και για να αναπροσαρμοστεί η διαθεσιμότητα και οι ανάγκες σε πιστώσεις πληρωμών.

Σε περίπτωση αναπόφευκτων, εξαιρετικών και απρόβλεπτων περιστάσεων, ιδίως ενόψει της κινητοποίησης του Ταμείου Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή δύναται να υποβάλλει σχέδια διορθωτικών με βασικό γνώμονα τις δαπάνες.

2.  Οι αιτήσεις διορθωτικών προϋπολογισμών που υποβάλλονται από τα άλλα όργανα πλην της Επιτροπής, όταν συντρέχουν οι ίδιες περιστάσεις με εκείνες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, διαβιβάζονται στην Επιτροπή.

Πριν από την υποβολή σχεδίου διορθωτικού προϋπολογισμού, η Επιτροπή και τα λοιπά θεσμικά όργανα εξετάζουν τη δυνατότητα ανακατανομής των σχετικών πιστώσεων, λαμβανομένης ιδίως υπόψη τυχόν αναμενόμενης υστέρησης στην απορρόφηση των πιστώσεων.

Το άρθρο 40 εφαρμόζεται στους διορθωτικούς προϋπολογισμούς. Οι διορθωτικοί προϋπολογισμοί τεκμηριώνονται με παραπομπή στον προϋπολογισμό του οποίου τροποποιούν τις εκτιμήσεις.

3.  Εκτός αν συντρέχουν δεόντως τεκμηριωμένες έκτακτες περιστάσεις, ή σε περίπτωση κινητοποίησης του Ταμείου Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οποίο μπορεί να υποβληθεί σχέδιο διορθωτικού προϋπολογισμού οποτεδήποτε μέσα στο έτος, η Επιτροπή υποβάλλει τα σχέδια διορθωτικών προϋπολογισμών της ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έως την 1η Σεπτεμβρίου εκάστου οικονομικού έτους. Μπορεί να επισυνάπτει γνώμη σχετικά με τις αιτήσεις προσχεδίων διορθωτικών προϋπολογισμών που προέρχονται από τα άλλα όργανα.

4.  Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αποφασίζουν επί του σχεδίου τροποποιητικού προϋπολογισμού λαμβάνοντας υπόψη την επείγουσα φύση των εν λόγω θεμάτων.

5.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τα σχέδια διορθωτικών προϋπολογισμών.

Άρθρο 42

Έγκαιρη διαβίβαση καταστάσεων προβλέψεων και σχεδίων προϋπολογισμών

Η Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν να συμφωνήσουν να επισπεύσουν ορισμένες ημερομηνίες σχετικά με τη διαβίβαση των καταστάσεων προβλέψεων, καθώς και σχετικά με την έγκριση και τη διαβίβαση του σχεδίου προϋπολογισμού. Ωστόσο, αυτή η συμφωνία δεν έχει ως αποτέλεσμα τη σύντμηση ή την παράταση των προβλεπομένων περιόδων εξέτασης αυτών των κειμένων, οι οποίες προβλέπονται από το άρθρο 314 ΣΛΕΕ και το άρθρο 106α της Συνθήκης Ευρατόμ.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Διάρθρωση και παρουσίαση του προϋπολογισμού

Άρθρο 43

Διάρθρωση του προϋπολογισμού

Ο προϋπολογισμός συνίσταται στα ακόλουθα στοιχεία:

α) γενική κατάσταση εσόδων και δαπανών·

β) χωριστά τμήματα για κάθε όργανο εκτός από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο που εγγράφονται στο ίδιο τμήμα του προϋπολογισμού, υποδιαιρούμενα σε καταστάσεις εσόδων και δαπανών.

Άρθρο 44

Ονοματολογία του προϋπολογισμού

1.  Τα έσοδα της Επιτροπής καθώς και τα έσοδα και οι δαπάνες των άλλων οργάνων ταξινομούνται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σε τίτλους, κεφάλαια, άρθρα και θέσεις ανάλογα με τη φύση τους ή τον προορισμό τους.

2.  Η κατάσταση δαπανών του τμήματος της Επιτροπής παρουσιάζεται σύμφωνα με ονοματολογία που εγκρίνουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο και που περιλαμβάνει ταξινόμηση ανά προορισμό.

Κάθε τίτλος αντιστοιχεί σε έναν τομέα πολιτικής και κάθε κεφάλαιο αντιστοιχεί, κατά γενικό κανόνα, σε μία δραστηριότητα.

Κάθε τίτλος μπορεί να περιλαμβάνει επιχειρησιακές πιστώσεις και διοικητικές πιστώσεις.

Στο πλαίσιο του ίδιου τίτλου, οι διοικητικές πιστώσεις συγκεντρώνονται σε ένα και μόνο κεφάλαιο.

3.  Όταν παρουσιάζονται ανά προορισμό, οι διοικητικές πιστώσεις των επιμέρους τίτλων ταξινομούνται ως εξής:

α) δαπάνες σχετικές με το προσωπικό που είναι εγκεκριμένο στον πίνακα προσωπικού: αναφέρονται ένα ποσό πιστώσεων και ένας αριθμός θέσεων του πίνακα προσωπικού οι οποίες αντιστοιχούν στη συγκεκριμένη δαπάνη·

β) δαπάνες για εξωτερικό προσωπικό και άλλες δαπάνες που αναφέρονται στο άρθρο 26 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) και χρηματοδοτούνται από τον τομέα «διοίκηση» του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου·

γ) δαπάνες σχετικές με τα κτίρια και άλλες συναφείς δαπάνες, συμπεριλαμβανομένων του καθαρισμού και της συντήρησης, των μισθώσεων, των τηλεπικοινωνιών, του νερού, του φωταερίου και του ηλεκτρικού ρεύματος·

δ) εξωτερικό προσωπικό και τεχνική βοήθεια που συνδέονται άμεσα με την εκτέλεση των προγραμμάτων.

Οι διοικητικές δαπάνες της Επιτροπής των οποίων ο τύπος είναι κοινός για ορισμένους τίτλους παρουσιάζονται επίσης σε χωριστή συνοπτική κατάσταση με ταξινόμηση ανά τύπο.

4.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την ταξινόμηση του προϋπολογισμού.

Άρθρο 45

Απαγόρευση αρνητικών εσόδων

1.  Ο προϋπολογισμός δεν περιλαμβάνει αρνητικά έσοδα.

2.  Οι ίδιοι πόροι που εισπράττονται κατ’ εφαρμογή της απόφασης 2007/436/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου της 7ης Ιουνίου 2007 για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( 7 ) αποτελούν καθαρά ποσά και παρουσιάζονται ως καθαρά ποσά στη συνοπτική κατάσταση εσόδων του προϋπολογισμού.

Άρθρο 46

Προσωρινές πιστώσεις

1.  Κάθε τμήμα του προϋπολογισμού μπορεί να περιλαμβάνει έναν τίτλο «προσωρινές πιστώσεις». Οι πιστώσεις εγγράφονται σε αυτόν τον τίτλο στις ακόλουθες δύο περιπτώσεις:

α) απουσία βασικής πράξης για τη σχετική ενέργεια κατά την κατάρτιση του προϋπολογισμού· ή

β) αβεβαιότητα, που θεμελιώνεται σε σοβαρούς λόγους, σχετικά με την επάρκεια των πιστώσεων ή τη δυνατότητα εκτέλεσης, υπό συνθήκες σύμφωνες με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, των πιστώσεων που είναι εγγεγραμμένες στις σχετικές γραμμές του προϋπολογισμού.

Οι πιστώσεις του τίτλου αυτού μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο μετά από μεταφορά σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 26 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) του παρόντος κανονισμού, εφόσον η έκδοση της βασικής πράξης υπόκειται στη διαδικασία του άρθρου 294 ΣΛΕΕ, και σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 27 του παρόντος κανονισμού σε όλες τις άλλες περιπτώσεις.

2.  Σε περίπτωση σοβαρών δυσχερειών εκτέλεσης, η Επιτροπή μπορεί να προτείνει, κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους, μεταφορά πιστώσεων προς τον τίτλο «προσωρινές πιστώσεις». Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αποφασίζουν για τις μεταφορές αυτές υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 27.

Άρθρο 47

Αρνητικό αποθεματικό

Το τμήμα της Επιτροπής μπορεί να περιλαμβάνει «αρνητικό αποθεματικό», με ανώτατο ύψος 200 000 000 EUR. Το αποθεματικό αυτό, που εγγράφεται σε χωριστό τίτλο, περιλαμβάνει αποκλειστικά πιστώσεις πληρωμών.

Η χρησιμοποίηση αυτού του αποθεματικού πρέπει να πραγματοποιείται πριν από το τέλος του οικονομικού έτους μέσω μεταφοράς πιστώσεων σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 26 και 27.

Άρθρο 48

Αποθεματικό έκτακτης βοήθειας

1.  Το τμήμα της Επιτροπής στον προϋπολογισμό περιλαμβάνει αποθεματικό για έκτακτη βοήθεια προς τρίτες χώρες.

2.  Το αποθεματικό στο οποίο αναφέρεται η παράγραφος 1 χρησιμοποιείται πριν από το τέλος του οικονομικού έτους μέσω μεταφορών σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 27 και 29.

Άρθρο 49

Παρουσίαση του προϋπολογισμού

1.  Ο προϋπολογισμός εμφανίζει:

α) στη γενική κατάσταση εσόδων και δαπανών:

i) τις προβλέψεις εσόδων της Ένωσης για το σχετικό οικονομικό έτος («έτος ν»)·

ii) τις προβλέψεις εσόδων του προηγούμενου οικονομικού έτους και τα έσοδα του οικονομικού έτους ν – 2·

iii) τις πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και πληρωμών για το έτος ν·

iv) τις πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και πληρωμών για το προηγούμενο οικονομικό έτος·

v) τις αναληφθείσες δαπάνες και τις πληρωθείσες δαπάνες κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους ν – 2, τις δε τελευταίες εκπεφρασμένες επίσης ως ποσοστό του προϋπολογισμού του έτους ν·

vi) τις ενδεδειγμένες παρατηρήσεις για κάθε υποδιαίρεση, σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 44 παράγραφος 1·

β) σε κάθε τμήμα, τα έσοδα και οι δαπάνες εμφαίνονται με την ίδια διάρθρωση όπως και στο στοιχείο α)·

γ) όσον αφορά το προσωπικό:

i) πίνακα προσωπικού που ορίζει, για κάθε τμήμα, τον αριθμό των θέσεων, ανά βαθμό, σε κάθε κατηγορία και κάθε υπηρεσία, και τον αριθμό των μόνιμων και έκτακτων θέσεων που έχουν εγκριθεί μέσα στα όρια των πιστώσεων·

ii) πίνακα του προσωπικού που αμείβεται από τις πιστώσεις έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης για τις άμεσες δράσεις και πίνακα του προσωπικού που αμείβεται από τις ίδιες πιστώσεις για τις έμμεσες δράσεις· οι πίνακες κατανέμονται ανά κατηγορία και βαθμό, με διάκριση μεταξύ μόνιμων και έκτακτων θέσεων που έχουν εγκριθεί μέσα στα όρια των πιστώσεων·

iii) όσον αφορά το επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό, η κατανομή μπορεί να αναφέρεται ανά ομάδες βαθμών, υπό τις προϋποθέσεις που τίθενται σε κάθε προϋπολογισμό. Ο πίνακας προσωπικού αναφέρει αναλυτικά το προσωπικό με υψηλά επιστημονικά ή τεχνικά προσόντα στο οποίο παρέχονται ειδικά πλεονεκτήματα δυνάμει των οικείων διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης·

iv) πίνακα προσωπικού που καθορίζει, για κάθε οργανισμό αναφερόμενο στο άρθρο 208 ο οποίος λαμβάνει συνεισφορά από τον προϋπολογισμό, τον αριθμό των θέσεων, ανά βαθμό και ανά κατηγορία. Στους πίνακες προσωπικού αναγράφεται, δίπλα στον αριθμό των εγκεκριμένων θέσεων για το σχετικό οικονομικό έτος, ο αριθμός των εγκεκριμένων θέσεων για το προηγούμενο οικονομικό έτος·

δ) όσον αφορά τις δανειοληπτικές και δανειοδοτικές πράξεις:

i) στη γενική κατάσταση εσόδων, τις αντίστοιχες με τις εν λόγω πράξεις γραμμές του προϋπολογισμού, που προορίζονται να δεχθούν τις ενδεχόμενες επιστροφές των κατ' αρχάς αθετούντων αποδεκτών, για τις οποίες απαιτήθηκε η εφαρμογή της «εγγύησης καλής εκτέλεσης». Στις γραμμές αυτές αναγράφεται η ένδειξη «προς υπόμνηση» (pro memoria) και παρατίθενται οι κατάλληλες παρατηρήσεις·

ii) στο τμήμα της Επιτροπής:

 τις γραμμές του προϋπολογισμού που αντιστοιχούν στην «εγγύηση καλής εκτέλεσης» της Ένωσης, σε σχέση με τις εν λόγω πράξεις·. Στις γραμμές αυτές αναγράφεται η ένδειξη «προς υπόμνηση» (pro memoria) εφόσον δεν έχει προκύψει καμία πραγματική επιβάρυνση η οποία πρέπει να καλυφθεί από οριστικούς πόρους,

 τις παρατηρήσεις που αναφέρουν τη βασική πράξη και τον όγκο των προβλεπόμενων πράξεων, τη διάρκεια, καθώς και την οικονομική εγγύηση την οποία εξασφαλίζει η Ένωση για την εκτέλεση των πράξεων αυτών·

iii) σε έγγραφο συνημμένο στο τμήμα της Επιτροπής, ενδεικτικά:

 τις πράξεις σε κεφάλαιο και την τρέχουσα διαχείριση του χρέους,

 τις πράξεις σε κεφάλαιο και τη διαχείριση του χρέους για το έτος ν·

ε) όσον αφορά τα χρηματοδοτικά μέσα του τίτλου VIII του μέρους Ι:

i) μνεία της βασικής πράξης·

ii) τις γραμμές του προϋπολογισμού που αντιστοιχούν στις σχετικές πράξεις·

iii) γενική περιγραφή των χρηματοδοτικών μέσων, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειάς τους και του αντικτύπου τους στον προϋπολογισμό·

iv) τις σχεδιαζόμενες πράξεις, συμπεριλαμβανομένου του επιδιωκόμενου μεγέθους με βάση το ποσοστό μόχλευσης που προκύπτει από τα υπάρχοντα χρηματοδοτικά μέσα·

στ) όσον αφορά τη χρηματοδότηση προς εντεταλμένες οντότητες σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημείο (vii):

i) μνεία της βασικής πράξης του σχετικού προγράμματος·

ii) τις αντίστοιχες γραμμές του προϋπολογισμού·

iii) γενική περιγραφή των ανατεθέντων καθηκόντων, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειάς τους και του αντικτύπου τους στον προϋπολογισμό·

ζ) το συνολικό ποσό δαπανών της ΚΕΠΠΑ εγγράφεται σε ένα κεφάλαιο του προϋπολογισμού, το οποίο ονομάζεται ΚΕΠΠΑ και περιλαμβάνει ειδικά άρθρα. Τα εν λόγω άρθρα καλύπτουν τις δαπάνες ΚΕΠΠΑ και περιλαμβάνουν τις ειδικές θέσεις οι οποίες προσδιορίζουν τουλάχιστον τις επί μέρους μείζονες αποστολές.

2.  Εκτός από τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν να επισυνάπτουν και οποιοδήποτε άλλο συναφές έγγραφο στον προϋπολογισμό.

3.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με την παρουσίαση του προϋπολογισμού, συμπεριλαμβανομένων του ορισμού των πραγματικών δαπανών του τελευταίου οικονομικού έτους για το οποίο έχουν κλείσει οι λογαριασμοί, των παρατηρήσεων του προϋπολογισμού καθώς και των πινάκων προσωπικού.

Άρθρο 50

Κανόνες για τον πίνακα προσωπικού

1.  Ο πίνακας προσωπικού που περιγράφεται στο άρθρο 49 παράγραφος 1 στοιχείο γ) συνιστά επιτακτικό όριο για κάθε όργανο ή οργανισμό· κανένας διορισμός δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί πέρα από το όριο αυτό.

Ωστόσο, κάθε όργανο ή οργανισμός μπορεί να τροποποιεί τους οικείους πίνακες προσωπικού μέχρι ποσοστού 10 % των εγκεκριμένων θέσεων, εξαιρουμένων των βαθμών AD 16, AD 15 και AD 14, με τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) να μη θίγεται ο όγκος των πιστώσεων προσωπικού που αντιστοιχούν σε ολόκληρο το οικονομικό έτος·

β) να μην υπάρχει υπέρβαση των ορίων του συνολικού αριθμού των εγκεκριμένων θέσεων ανά πίνακα προσωπικού· και

γ) το θεσμικό όργανο ή ο οργανισμός να έχει συμμετάσχει σε συγκριτική αξιολόγηση επιδόσεων μαζί με άλλα θεσμικά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης, στα πρότυπα της ανάλυσης προσωπικού που ξεκίνησε η Επιτροπή.

Τρεις εβδομάδες πριν από τη διενέργεια των τροποποιήσεων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο, τα όργανα ενημερώνουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τις προθέσεις τους. Σε περίπτωση που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο επικαλεσθεί βάσιμους λόγους μέσα στην προαναφερόμενη προθεσμία, τα όργανα δεν πραγματοποιούν τις τροποποιήσεις και εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 41.

2.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο, οι περιπτώσεις άσκησης δραστηριότητας κατά μερική απασχόληση που έχουν εγκριθεί από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, μπορούν να αντισταθμίζονται με άλλους διορισμούς.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Δημοσιονομική πειθαρχία

Άρθρο 51

Συμμόρφωση με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο

Ο προϋπολογισμός καταρτίζεται τηρουμένου του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου.

Άρθρο 52

Συμμόρφωση των πράξεων της Ένωσης με τον προϋπολογισμό

Εφόσον η εφαρμογή μιας πράξης της Ένωσης συνεπάγεται υπέρβαση των διαθέσιμων πιστώσεων του προϋπολογισμού, η οικονομική υλοποίηση της εν λόγω πράξης είναι δυνατή μόνο μετά από ανάλογη διόρθωση του προϋπολογισμού.



ΤΙΤΛΟΣ IV

ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 53

Εκτέλεση του προϋπολογισμού σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης

1.  Η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό κατά τα έσοδα και τις δαπάνες σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, με δική της ευθύνη και εντός του ορίου των πιστώσεων που έχουν διατεθεί.

2.  Τα κράτη μέλη συνεργάζονται με την Επιτροπή προκειμένου να χρησιμοποιηθούν οι πιστώσεις σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.

3.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και σχετικά με πληροφορίες περί μεταβιβάσεων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τη διενέργεια λογιστικού ελέγχου.

Άρθρο 54

Βασική πράξη και εξαιρέσεις

1.  Η εκτέλεση των πιστώσεων που εγγράφονται στον προϋπολογισμό για κάθε ενέργεια της Ένωσης απαιτεί την εκ των προτέρων έκδοση βασικής πράξης.

2.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 οι ακόλουθες πιστώσεις μπορούν να εκτελούνται χωρίς βασική πράξη, εφόσον οι ενέργειες για των οποίων τη χρηματοδότηση προορίζονται εμπίπτουν στις αρμοδιότητες Ένωσης:

α) οι πιστώσεις που αφορούν δοκιμαστικά σχέδια πειραματικού χαρακτήρα με σκοπό τη διερεύνηση της σκοπιμότητας και της χρησιμότητας μιας ενέργειας. Οι σχετικές πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων είναι δυνατόν να εγγράφονται στον προϋπολογισμό μόνο επί δύο διαδοχικά οικονομικά έτη.

Το συνολικό ποσό των πιστώσεων που αφορούν τα δοκιμαστικά σχέδια δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 40 000 000 EUR ανά οικονομικό έτος·

β) οι πιστώσεις για προπαρασκευαστικές ενέργειες στους τομείς της εφαρμογής της ΣΛΕΕ και της Συνθήκης Ευρατόμ, με σκοπό την προετοιμασία προτάσεων για την έγκριση μελλοντικών ενεργειών. Οι προπαρασκευαστικές ενέργειες ακολουθούν συνεπή προσέγγιση και μπορούν να λαμβάνουν διάφορες μορφές. Οι σχετικές πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων είναι δυνατόν να εγγράφονται στον προϋπολογισμό μόνον επί τρία διαδοχικά οικονομικά έτη το πολύ. Η διαδικασία έκδοσης της οικείας βασικής πράξης πρέπει να ολοκληρώνεται πριν από το τέλος του τρίτου οικονομικού έτους. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, οι πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων αντιστοιχούν στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προπαρασκευαστικής ενέργειας όσον αφορά τις σχεδιαζόμενες δραστηριότητες, τους επιδιωκόμενους στόχους και τους αποδέκτες. Ως εκ τούτου, τα χρησιμοποιούμενα μέσα δεν αντιστοιχούν σε όγκο σε εκείνα που προβλέπονται για τη χρηματοδότηση της οριστικής ενέργειας.

Το συνολικό ποσό των πιστώσεων που αφορούν τις νέες προπαρασκευαστικές ενέργειες τις αναφερόμενες στο παρόν στοιχείο δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 50 000 000 EUR ανά οικονομικό έτος, και το συνολικό ποσό των πιστώσεων που δεσμεύονται πράγματι για τις προπαρασκευαστικές ενέργειες δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 100 000 000 EUR·

γ) πιστώσεις για προπαρασκευαστικά μέτρα στον τομέα του τίτλου V της ΣΕΕ. Τα μέτρα αυτά περιορίζονται χρονικά και προορίζονται για την εγκαθίδρυση των συνθηκών δράσης της Ένωσης για την υλοποίηση της ΚΕΠΠΑ και για την έκδοση των αναγκαίων νομικών πράξεων.

Για τους σκοπούς της διαχείρισης κρίσεων από την Ένωση, προπαρασκευαστικά μέτρα σχεδιάζονται, μεταξύ άλλων, για την αξιολόγηση των επιχειρησιακών απαιτήσεων, για την εξασφάλιση ταχείας αρχικής χρησιμοποίησης των πόρων και για την εγκαθίδρυση των επιτόπιων συνθηκών για την έναρξη της εκάστοτε επιχείρησης.

Τα προπαρασκευαστικά μέτρα αποφασίζονται από το Συμβούλιο έπειτα από πρόταση του Ύπατου Εκπροσώπου.

Για τη διασφάλιση της ταχείας εφαρμογής των προπαρασκευαστικών μέτρων, ο Ύπατος Εκπρόσωπος ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Επιτροπή το ταχύτερο δυνατόν σχετικά με την πρόθεση του Συμβουλίου να δρομολογήσει προπαρασκευαστικό μέτρο, και ιδίως για τους πόρους που εκτιμάται ότι θα απαιτηθούν προς τον σκοπό αυτό. Σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει την ταχεία εκταμίευση των πόρων.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τη χρηματοδότηση προπαρασκευαστικών μέτρων στον τομέα της ΚΕΠΠΑ·

δ) οι πιστώσεις για κατ’ αποκοπή ενέργειες ή και για ενέργειες αόριστης διάρκειας, οι οποίες αναλαμβάνονται από την Επιτροπή στο πλαίσιο των καθηκόντων που απορρέουν από τα προνόμιά της σε θεσμικό επίπεδο δυνάμει της ΣΛΕΕ και της Συνθήκης Ευρατόμ, πέραν του δικαιώματος νομοθετικής πρωτοβουλίας στο οποίο αναφέρεται το στοιχείο β) και δυνάμει των συγκεκριμένων εξουσιών που της ανατίθενται απευθείας από τις ως άνω Συνθήκες και οι οποίες απαριθμούνται στις κατ' εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

ε) οι πιστώσεις για τη λειτουργία των οργάνων στο πλαίσιο της διοικητικής τους αυτονομίας.

Κατά την παρουσίαση του σχεδίου προϋπολογισμού, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με τις ενέργειες που αναφέρονται στο στοιχείο α) και στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου, η οποία περιλαμβάνει και εκτίμηση των αναμενόμενων αποτελεσμάτων και της συνέχειας που προβλέπεται να δοθεί.

3.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τη βασική πράξη και για τις εξαιρέσεις που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 55

Εκτέλεση του προϋπολογισμού από άλλα όργανα πλην της Επιτροπής

Η Επιτροπή αναγνωρίζει στα λοιπά όργανα τις αρμοδιότητες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των τμημάτων του προϋπολογισμού που τους αντιστοιχούν.

Ωστόσο, μπορούν να συμφωνηθούν λεπτομερείς διευθετήσεις μεταξύ της ΕΥΕΔ και της Επιτροπής για να διευκολυνθεί η εκτέλεση των διοικητικών πιστώσεων των αντιπροσωπειών της Ένωσης. Αυτές οι διευθετήσεις δεν περιέχουν καμία παρέκκλιση από τον παρόντα κανονισμό ή τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 56

Ανάθεση αρμοδιοτήτων ως προς την εκτέλεση του προϋπολογισμού

1.  Η Επιτροπή και καθένα από τα λοιπά όργανα μπορούν, στο πλαίσιο των υπηρεσιών τους, να αναθέτουν τις αρμοδιότητές τους ως προς την εκτέλεση του προϋπολογισμού, υπό τους όρους που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό καθώς και στους εσωτερικούς κανονισμούς τους και εντός των ορίων που καθορίζουν στην εκάστοτε πράξη ανάθεσης αρμοδιοτήτων. Οι εξουσιοδοτούμενοι ενεργούν εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που τους ανατίθενται ρητά.

2.  Ωστόσο, η Επιτροπή μπορεί να αναθέσει στους επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης τις εξουσίες της για την εκτέλεση του προϋπολογισμού όσον αφορά τις επιχειρησιακές πιστώσεις του δικού της τμήματος. Παράλληλα πληροφορεί σχετικά τον Ύπατο Εκπρόσωπο. Όταν οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης ενεργούν ως δευτερεύοντες διατάκτες της Επιτροπής, εφαρμόζουν τους κανόνες της Επιτροπής για την εκτέλεση του προϋπολογισμού και υπόκεινται στα ίδια καθήκοντα, στις ίδιες υποχρεώσεις και στις ίδιες ευθύνες όπως κάθε άλλος δευτερεύων διατάκτης της Επιτροπής.

Η Επιτροπή μπορεί να ανακαλέσει την ανάθεση εξουσιών σύμφωνα με τους δικούς της κανόνες.

Για τους σκοπούς της εφαρμογής του πρώτου εδαφίου, ο Ύπατος Εκπρόσωπος λαμβάνει τα απαιτούμενα μέτρα για να διευκολύνει τη συνεργασία μεταξύ των αντιπροσωπειών της Ένωσης και των υπηρεσιών της Επιτροπής.

Άρθρο 57

Σύγκρουση συμφερόντων

1.  Απαγορεύεται σε όλους τους δημοσιονομικούς παράγοντες και σε κάθε άλλο πρόσωπο που συμμετέχει στην εκτέλεση και στη διαχείριση του προϋπολογισμού, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών προπαρασκευαστικών πράξεων, και στον λογιστικό ή άλλο έλεγχο, να προβαίνουν σε οποιαδήποτε ενέργεια η οποία είναι δυνατόν να φέρει τα συμφέροντά τους σε σύγκρουση με τα συμφέροντα της Ένωσης.

Εάν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, το εν λόγω πρόσωπο απέχει από τη σχετική ενέργεια και αναφέρει το γεγονός στον διατάκτη, ο οποίος επιβεβαιώνει εγγράφως κατά πόσον υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων. Το εν λόγω πρόσωπο ενημερώνει επίσης τον ιεραρχικά ανώτερό του. Αν διαπιστωθεί σύγκρουση συμφερόντων, το εμπλεκόμενο πρόσωπο παύει να ασκεί οποιαδήποτε δραστηριότητα σχετική με το συγκεκριμένο θέμα. Ο διατάκτης επιλαμβάνεται προσωπικά οποιασδήποτε περαιτέρω απαιτούμενης ενέργειας.

2.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, σύγκρουση συμφερόντων ανακύπτει οσάκις η αμερόληπτη και αντικειμενική άσκηση των καθηκόντων δημοσιονομικού παράγοντα ή άλλου προσώπου, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, υπονομεύεται από οικογενειακούς ή συναισθηματικούς λόγους ή από πολιτικούς ή εθνικούς δεσμούς, από οικονομικό συμφέρον ή από οποιαδήποτε σύμπτωση συμφερόντων με τον δικαιούχο.

3.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, για τον προσδιορισμό των ενεργειών που είναι πιθανό να οδηγήσουν σε σύγκρουση συμφερόντων και για την ακολουθητέα διαδικασία στις περιπτώσεις αυτές.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Μέθοδοι εκτέλεσης

Άρθρο 58

Μέθοδοι εκτέλεσης του προϋπολογισμού

1.  Η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό με τους ακόλουθους τρόπους:

α) απευθείας («άμεση διαχείριση») από τα τμήματά της, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού της στις αντιπροσωπείες της Ένωσης που εργάζεται υπό τον αντίστοιχο επικεφαλής αντιπροσωπείας, σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 2, ή μέσω εκτελεστικών οργανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 62·

β) υπό καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης με τα κράτη μέλη («επιμερισμένη διαχείριση»)· ή

γ) έμμεσα («έμμεση διαχείριση»), όταν αυτό προβλέπεται από τη βασική πράξη ή στις περιπτώσεις του άρθρου 54 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) έως δ), αναθέτοντας καθήκοντα εκτέλεσης του προϋπολογισμού σε:

i) τρίτες χώρες ή σε οντότητες που έχουν αυτές ορίσει,

ii) διεθνείς οργανισμούς και τις οργανώσεις τους,

iii) την ΕΤΠ και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων,

iv) φορείς που αναφέρονται στα άρθρα 208 και 209,

v) οργανισμούς δημοσίου δικαίου,

vi) οντότητες ιδιωτικού δικαίου επιφορτισμένες με δημόσια υπηρεσία στο βαθμό που προσφέρουν επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις,

vii) οργανισμούς που διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο κράτους μέλους στους οποίους έχει ανατεθεί η εκτέλεση σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και που προσφέρουν επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις,

viii) σε πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η εκτέλεση συγκεκριμένων ενεργειών στον τομέα της ΚΕΠΠΑ δυνάμει του τίτλου V της ΣΕΕ και τα οποία προσδιορίζονται στην αντίστοιχη βασική πράξη.

2.  Η Επιτροπή διατηρεί την ευθύνη για την εκτέλεση του προϋπολογισμού σύμφωνα με το άρθρο 317 ΣΛΕΕ και ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τις πράξεις των εντεταλμένων οντοτήτων και προσώπων του σημείου γ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Εάν η εντεταλμένη οντότητα ή το εντεταλμένο πρόσωπο προσδιορίζεται σε βασική πράξη, το δημοσιονομικό δελτίο του άρθρου 31 περιλαμβάνει πλήρη αιτιολόγηση για την επιλογή της συγκεκριμένης οντότητας ή του συγκεκριμένου προσώπου.

3.  Οι εντεταλμένες οντότητες και πρόσωπα του σημείου γ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου συνεργάζονται πλήρως για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Συμφωνίες ανάθεσης προβλέπουν το δικαίωμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) να ασκούν πλήρως τις αρμοδιότητες που τους ανατίθενται βάσει της ΣΛΕΕ όσον αφορά τον λογιστικό έλεγχο της διαχείρισης των κονδυλίων.

Η Επιτροπή εξαρτά την ανάθεση εκτελεστικών καθηκόντων σε οντότητες και πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου από την ύπαρξη διαφανών, χωρίς διακρίσεις, αποδοτικών και αποτελεσματικών διαδικασιών ελέγχου όσον αφορά την πραγματική εκτέλεση των καθηκόντων αυτών.

4.  Όλες οι συμφωνίες ανάθεσης τίθενται στη διάθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όποτε ζητηθεί.

5.  Οι εντεταλμένες οντότητες και πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου, μεριμνούν, σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 2, ώστε κάθε χρόνο να δημοσιεύονται πληροφορίες για τους δικαιούχους εκ των υστέρων και με κατάλληλο τρόπο. Τα μέτρα που λαμβάνονται κοινοποιούνται στην Επιτροπή.

6.  Τα κράτη μέλη και οι εντεταλμένες οντότητες και πρόσωπα που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ) δεν έχουν ιδιότητα κύριου διατάκτη.

7.  Η Επιτροπή δεν αναθέτει σε τρίτους εκτελεστικές αρμοδιότητες που διαθέτει όταν οι αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνουν μεγάλο βαθμό διακριτικής ευχέρειας που συνεπάγεται πολιτικές επιλογές.

▼M3

8.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τις μεθόδους εκτέλεσης του προϋπολογισμού, συμπεριλαμβανομένων της άμεσης διαχείρισης, της άσκησης των αρμοδιοτήτων που ανατίθενται σε εκτελεστικούς οργανισμούς, και ειδικών διατάξεων για την έμμεση διαχείριση μαζί με διεθνείς οργανισμούς, με τους οργανισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 208 και 209, με οργανισμούς δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου που εκτελούν αποστολή δημόσιας υπηρεσίας, με οργανισμούς ιδιωτικού δικαίου ενός κράτους μέλους στους οποίους ανατίθεται η υλοποίηση μιας σύμπραξης δημόσιου-ιδιωτικού τομέα και με πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η εκτέλεση συγκεκριμένων ενεργειών στον τομέα της ΚΕΠΠΑ. Ανατίθεται επίσης στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με τα κριτήρια εξομοίωσης μη κερδοσκοπικών οργανισμών με διεθνείς οργανισμούς.

▼B

Άρθρο 59

Επιμερισμένη διαχείριση με τα κράτη μέλη

1.  Όταν η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό υπό καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης, τα εκτελεστικά καθήκοντα ανατίθενται στα κράτη μέλη. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη τηρούν τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, της διαφάνειας και της μη εφαρμογής διακρίσεων και εξασφαλίζουν την προβολή της δράσης της Ένωσης κατά τη διαχείριση των πόρων της Ένωσης. Για τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη εκπληρούν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις τους όσον αφορά τους λογιστικούς και άλλους ελέγχους και αναλαμβάνουν τις απορρέουσες ευθύνες που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Ορίζονται συμπληρωματικές διατάξεις σε ειδικούς τομεακούς κανόνες.

2.  Κατά την εκτέλεση καθηκόντων που συνδέονται με την εκτέλεση του προϋπολογισμού, τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών μέτρων, για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, και συγκεκριμένα:

α) εξασφαλίζουν ότι οι ενέργειες που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό εκτελούνται με ενδεδειγμένο και αποτελεσματικό τρόπο και σύμφωνα με τους εφαρμοστέους τομεακούς κανόνες, και για τον σκοπό αυτό διαπιστεύουν κατά την παράγραφο 3 και εποπτεύουν οργανισμούς αρμόδιους για τη διαχείριση και τον έλεγχο των πόρων της Ένωσης·

β) προλαμβάνουν, εντοπίζουν και διορθώνουν και αντιμετωπίζουν τις περιπτώσεις παρατυπιών και απάτης.

Προκειμένου να προστατεύονται τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, τα κράτη μέλη, σε πλαίσιο τήρησης της αρχής της επικουρικότητας και συμμόρφωσης προς τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και των σχετικών τομεακών κανόνων, διενεργούν εκ των προτέρων και εκ των υστέρων ελέγχους, καθώς και, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, επιτόπιους ελέγχους σε αντιπροσωπευτικά και/ή βάσει κινδύνου δείγματα πράξεων. Ακόμη, τα κράτη μέλη ανακτούν αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά και, εάν είναι απαραίτητο, κινούν νομικές διαδικασίες.

Τα κράτη μέλη επιβάλλουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις στους αποδέκτες όποτε αυτό προβλέπεται στους ειδικούς τομεακούς κανόνες και σε ειδικές διατάξεις στην εθνική νομοθεσία.

Στο πλαίσιο της εκτίμησης κινδύνου στην οποία προβαίνει, και σύμφωνα με τους τομεακούς κανόνες, η Επιτροπή παρακολουθεί τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη. Κατά τους λογιστικούς ελέγχους της, η Επιτροπή τηρεί την αρχή της αναλογικότητας και λαμβάνει υπόψη το επίπεδο του εκτιμώμενου κινδύνου σύμφωνα με τους τομεακούς κανόνες.

3.  Σύμφωνα με τα κριτήρια και τις διαδικασίες που καθορίζονται στους ειδικούς τομεακούς κανόνες, τα κράτη μέλη, αποφασίζοντας στο κατάλληλο επίπεδο, ορίζουν οργανισμούς που είναι αρμόδιοι για τη διαχείριση και τον έλεγχο των πόρων της Ένωσης. Οι οργανισμοί αυτοί μπορούν επίσης να εκτελούν καθήκοντα που δεν συνδέονται με τη διαχείριση των πόρων της Ένωσης και μπορούν να αναθέτουν ορισμένα από τα καθήκοντά τους σε άλλους οργανισμούς.

Όταν αποφασίζουν για τον ορισμό των οργανισμών, τα κράτη μέλη μπορούν να βασίζουν την απόφασή τους στο κατά πόσον τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου είναι ουσιωδώς ίδια με τα ήδη υπάρχοντα για την προηγούμενη περίοδο προγραμματισμού και κατά πόσον λειτούργησαν αποτελεσματικά.

Εάν τα αποτελέσματα των λογιστικών και λοιπών ελέγχων δείχνουν ότι οι ορισθέντες οργανισμοί δεν συμμορφώνονται πια προς τα κριτήρια που τίθενται στους τομεακούς κανόνες, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν τη διόρθωση των ανεπαρκειών στην εκτέλεση των καθηκόντων αυτών των οργανισμών, συμπεριλαμβανομένης της λήξης της ανάθεσης καθηκόντων σύμφωνα με τους τομεακούς κανόνες.

Οι ειδικοί τομεακοί κανόνες καθορίζουν τον ρόλο της Επιτροπής στη διαδικασία που εκτίθεται στην παρούσα παράγραφο.

4.  Οι δυνάμει της παραγράφου 3 ορισθέντες οργανισμοί:

α) καθορίζουν αποτελεσματικό και αποδοτικό σύστημα εσωτερικών ελέγχων και διασφαλίζουν τη λειτουργία του·

β) χρησιμοποιούν λογιστικό σύστημα που παρέχει εγκαίρως ακριβή, πλήρη και αξιόπιστα στοιχεία·

γ) παρέχουν τις πληροφορίες που απαιτούνται δυνάμει της παραγράφου 5·

δ) εξασφαλίζουν, σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 2, την εκ των υστέρων γνωστοποίηση. Κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα συμμορφώνεται προς τις εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 95/46/ΕΚ.

5.  Οι δυνάμει της παραγράφου 3 ορισθέντες οργανισμοί παρέχουν στην Επιτροπή, μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους, τα ακόλουθα:

α) τους λογαριασμούς τους, κατά την συγκεκριμένη περίοδο αναφοράς βάσει των ειδικών ανά τομέα κανόνων, σχετικά με τις δαπάνες τις οποίες πραγματοποίησαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και τις οποίες υπέβαλαν στην Επιτροπή για επιστροφή. Οι εν λόγω λογαριασμοί περιλαμβάνουν την προχρηματοδότηση και τα ποσά για τα οποία έχει ξεκινήσει ή έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία ανάκτησης. Οι λογαριασμοί συνοδεύονται από διαχειριστική δήλωση με την οποία επιβεβαιώνεται ότι, κατά την άποψη των αρμοδίων για την διαχείριση των πόρων:

(i) τα στοιχεία παρουσιάζονται με τον κατάλληλο τρόπο και είναι πλήρη και ακριβή,

(ii) οι δαπάνες χρησιμοποιήθηκαν για τους σκοπούς για τους οποίους προορίζονταν, βάσει των ειδικών ανά τομέα κανόνων,

(iii) τα εφαρμοζόμενα συστήματα ελέγχου παρέχουν τις αναγκαίες εγγυήσεις όσον αφορά την νομιμότητα και κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων·

β) ετήσια σύνοψη των τελικών εκθέσεων λογιστικού ελέγχου και των ελέγχων που έχουν διενεργηθεί, συμπεριλαμβανομένων της ανάλυσης της φύσης και έκτασης των σφαλμάτων και αδυναμιών που εντοπίστηκαν στα συστήματα καθώς και των διορθωτικών μέτρων που έχουν ληφθεί ή προβλέπεται να ληφθούν.

Οι αναφερόμενοι στο στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου λογαριασμοί και οι αναφερόμενες στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου συνόψεις συνοδεύονται από γνώμη ανεξάρτητου ελεγκτικού οργανισμού, η οποία έχει συνταχθεί βάσει των διεθνώς αποδεκτών προτύπων λογιστικού ελέγχου. Η εν λόγω γνώμη διευκρινίζει κατά πόσον οι λογαριασμοί αποδίδουν αληθή και ακριβή εικόνα, κατά πόσον οι δαπάνες για τις οποίες έχει ζητηθεί επιστροφή από την Επιτροπή είναι νόμιμες και κανονικές και κατά πόσον τα συστήματα ελέγχου που τέθηκαν σε εφαρμογή λειτουργούν εύρυθμα. Η γνώμη αναφέρει επίσης κατά πόσον οι ελεγκτικές εργασίες θέτουν υπό αμφισβήτηση τους ισχυρισμούς που διατυπώνονται στη διαχειριστική δήλωση του στοιχείου α) του πρώτου εδαφίου.

Η προθεσμία της 15ης Φεβρουαρίου μπορεί να επεκτείνεται κατ’ εξαίρεση από την Επιτροπή έως την 1η Μαρτίου το αργότερο, κατόπιν ειδοποίησης ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.

Τα κράτη μέλη μπορούν, στο κατάλληλο επίπεδο, να δημοσιεύουν τις πληροφορίες της παρούσας παραγράφου.

Επιπροσθέτως, τα κράτη μέλη μπορούν να παρέχουν δηλώσεις, υπογεγραμμένες στο κατάλληλο επίπεδο, σχετικά με τις πληροφορίες της παρούσας παραγράφου.

6.  Προκειμένου να εξασφαλίζεται η χρησιμοποίηση των πόρων της Ένωσης σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες, η Επιτροπή:

α) εφαρμόζει διαδικασίες για την εξέταση και αποδοχή των λογαριασμών των ορισθέντων οργανισμών, οι οποίες διασφαλίζουν ότι οι λογαριασμοί είναι πλήρεις, ακριβείς και ειλικρινείς·

β) εξαιρεί από τη χρηματοδότηση της Ένωσης τις δαπάνες για τις οποίες έχουν πραγματοποιηθεί εκταμιεύσεις κατά παράβαση της εφαρμοστέας νομοθεσίας·

γ) διακόπτει τις προθεσμίες πληρωμών ή αναστέλλει τις πληρωμές όταν αυτό προβλέπεται από τους τομεακούς κανόνες.

Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει την ολική ή μερική άρση της διακοπής των προθεσμιών πληρωμών ή της αναστολής των πληρωμών μετά την υποβολή παρατηρήσεων του κράτους μέλους και μόλις αυτό λάβει τα αναγκαία μέτρα. Η ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων του άρθρου 66 παράγραφος 9 αναφέρεται σε όλες τις υποχρεώσεις στο πλαίσιο του παρόντος εδαφίου.

7.  Στους τομεακούς κανόνες λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες των προγραμμάτων Ευρωπαϊκής Εδαφικής Συνεργασίας, ιδιαίτερα σε σχέση με το περιεχόμενο της ετήσιας διαχειριστικής δήλωσης, τη διαδικασία της παραγράφου 3 και την ελεγκτική λειτουργία.

8.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την επιμερισμένη διαχείριση με τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης μητρώου των αρμόδιων φορέων για τη διαχείριση και έλεγχο των κονδυλίων της Ένωσης, καθώς και για μέτρα που αποσκοπούν στην προώθηση βέλτιστων πρακτικών.

Άρθρο 60

Έμμεση διαχείριση

1.  Οι εντεταλμένες προς εκτέλεση του προϋπολογισμού οντότητες και πρόσωπα δυνάμει του άρθρου 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ) τηρούν τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, της διαφάνειας και της μη εφαρμογής διακρίσεων και εξασφαλίζουν την προβολή της Ένωσης κατά τη διαχείριση των πόρων της Ένωσης. Εξασφαλίζουν επίπεδο προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης ισοδύναμο με εκείνο που απαιτείται δυνάμει του παρόντος κανονισμού κατά τη διαχείριση των πόρων της Ένωσης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη:

α) τη φύση των καθηκόντων που τους ανατίθενται και τα σχετικά ποσά·

β) τους σχετικούς χρηματοοικονομικούς κινδύνους·

γ) το επίπεδο αξιοπιστίας που απορρέει από τα συστήματα, τους κανόνες και τις διαδικασίες τους από κοινού με τα μέτρα που λαμβάνει η Επιτροπή για την εποπτεία και τη στήριξη της εκτέλεσης των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί.

2.  Προς τον σκοπό της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, οι εντεταλμένες οντότητες και πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ), σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας:

α) καθορίζουν αποτελεσματικό και αποδοτικό σύστημα εσωτερικών ελέγχων και διασφαλίζουν τη λειτουργία του,

β) χρησιμοποιούν λογιστικό σύστημα που παρέχει εγκαίρως ακριβή, πλήρη και αξιόπιστα στοιχεία,

γ) υπόκεινται σε ανεξάρτητο εξωτερικό έλεγχο που διενεργείται σύμφωνα με διεθνώς αποδεκτά πρότυπα ελέγχου από υπηρεσία ελέγχου λειτουργικά ανεξάρτητη από την οικεία οντότητα ή πρόσωπο,

▼M3

δ) εφαρμόζουν τους κατάλληλους κανόνες και τις διαδικασίες για την παροχή χρηματοδότησης από πόρους της Ένωσης με συμβάσεις, επιδοτήσεις, έπαθλα και χρηματοδοτικά μέσα, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων που καθορίζονται στο άρθρο 108 παράγραφος 12·

▼B

ε) εξασφαλίζουν, σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 2, την εκ των υστέρων γνωστοποίηση στοιχείων για τους αποδέκτες,

στ) εξασφαλίζουν εύλογη προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως ορίζεται στην οδηγία 95/46/ΕΚ και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

Τα εντεταλμένα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημείο viii) θεσπίζουν τους δημοσιονομικούς τους κανόνες με προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής. Τα εν λόγω πρόσωπα ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των στοιχείων α) έως ε) της παρούσας παραγράφου εντός έξι μηνών το αργότερο από την έναρξη της εντολής τους. Εάν κατά τη λήξη αυτής της περιόδου ανταποκρίνονται μόνο εν μέρει στις απαιτήσεις αυτές, η Επιτροπή λαμβάνει κατάλληλα διορθωτικά μέτρα για την εποπτεία και στήριξη της εκτέλεσης των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί.

▼M3

3.  Οι εντεταλμένες οντότητες και πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ) προλαμβάνουν, εντοπίζουν, διορθώνουν και ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με παρατυπίες και περιπτώσεις απάτης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους που συνδέονται με την εκτέλεση του προϋπολογισμού. Προς τον σκοπό αυτόν διενεργούν, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, εκ των προτέρων και εκ των υστέρων ελέγχους, συμπεριλαμβανομένων, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, επιτόπιων ελέγχων σε αντιπροσωπευτικά και/ή βάσει κινδύνου δείγματα πράξεων, για να εξασφαλίσουν την αποτελεσματική εκτέλεση και την ορθή εφαρμογή των δράσεων που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό. Επίσης, ανακτούν αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά, επιβάλλουν αποκλεισμούς από την πρόσβαση σε πόρους της Ένωσης ή επιβάλλουν χρηματικές ποινές και κινούν, εφόσον απαιτείται, σχετικές νομικές διαδικασίες.

▼B

4.  Η Επιτροπή μπορεί να αναστείλει πληρωμές προς τις εντεταλμένες οντότητες και πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ), ιδίως όταν εντοπίζονται συστημικά σφάλματα που θέτουν υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου της οικείας οντότητας ή προσώπου ή τη νομιμότητα και την κανονικότητα των σχετικών πράξεων.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92, ο υπεύθυνος κύριος διατάκτης μπορεί να διακόψει εν όλω ή εν μέρει τις πληρωμές προς τις εν λόγω οντότητες ή πρόσωπα με σκοπό να διενεργηθούν συμπληρωματικές επαληθεύσεις όταν:

(i) περιέλθουν σε γνώση του υπεύθυνου κύριου διατάκτη πληροφορίες που υποδεικνύουν ότι υπάρχει σημαντική έλλειψη στη λειτουργία του συστήματος εσωτερικού ελέγχου ή ότι οι δαπάνες που πιστοποίησε η οικεία οντότητα ή πρόσωπο συνδέονται με σοβαρή παρατυπία που δεν έχει διορθωθεί,

(ii) η διακοπή είναι αναγκαία για να αποτραπεί σημαντική ζημία στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης.

5.  Με την επιφύλαξη της παραγράφου 7, οι εντεταλμένες οντότητες και πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ) παρέχουν στην Επιτροπή τα εξής:

α) έκθεση σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί·

β) τους λογαριασμούς τους που καταρτίζονται για τις δαπάνες οι οποίες πραγματοποιούνται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί. Οι λογαριασμοί αυτοί συνοδεύονται από διαχειριστική δήλωση με την οποία επιβεβαιώνεται ότι, κατά την άποψη των αρμοδίων για την διαχείριση των πόρων:

(i) τα στοιχεία παρουσιάζονται με τον κατάλληλο τρόπο και είναι πλήρη και ακριβή,

(ii) οι δαπάνες χρησιμοποιήθηκαν σύμφωνα με τον προορισμό τους, όπως ορίζεται στις συμφωνίες ανάθεσης, ή, κατά περίπτωση, στους τομεακούς κανόνες,

(iii) τα εφαρμοζόμενα συστήματα ελέγχου παρέχουν τις αναγκαίες εγγυήσεις όσον αφορά την νομιμότητα και κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων·

γ) σύνοψη των τελικών εκθέσεων λογιστικού ελέγχου και των ελέγχων που έχουν διενεργηθεί, συμπεριλαμβανομένων της ανάλυσης της φύσης και έκτασης των σφαλμάτων και αδυναμιών που εντοπίστηκαν στα συστήματα καθώς και των διορθωτικών μέτρων που έχουν ληφθεί ή προβλέπεται να ληφθούν.

Τα έγγραφα του πρώτου εδαφίου συνοδεύονται από γνώμη ανεξάρτητου ελεγκτικού οργανισμού, η οποία έχει συνταχθεί σύμφωνα με τα διεθνώς αποδεκτά ελεγκτικά πρότυπα. Η εν λόγω γνώμη διευκρινίζει κατά πόσον οι λογαριασμοί αποδίδουν αληθή και ακριβή εικόνα, κατά πόσον τα συστήματα ελέγχου που τέθηκαν σε εφαρμογή λειτουργούν εύρυθμα και κατά πόσον οι υποκείμενες πράξεις είναι νόμιμες και κανονικές. Η γνώμη αναφέρει επίσης κατά πόσον οι ελεγκτικές εργασίες θέτουν υπό αμφισβήτηση τους ισχυρισμούς που διατυπώνονται στη διαχειριστική δήλωση του στοιχείου β) του πρώτου εδαφίου.

Τα έγγραφα του πρώτου εδαφίου παρέχονται στην Επιτροπή το αργότερο μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους. Η γνώμη που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο παρέχεται στην Επιτροπή το αργότερο μέχρι τις 15 Μαρτίου.

Οι υποχρεώσεις της παρούσας παραγράφου δεν θίγουν τις συμφωνίες που συνάπτονται με διεθνείς οργανισμούς και τρίτες χώρες. Τέτοιου είδους συμφωνίες περιλαμβάνουν τουλάχιστον την υποχρέωση των εν λόγω διεθνών οργανισμών και τρίτων χωρών να υποβάλλουν στην Επιτροπή ετησίως δήλωση ότι, κατά τη διάρκεια του οικείου οικονομικού έτους, η συνεισφορά της Ένωσης έχει χρησιμοποιηθεί και καταχωρηθεί λογιστικά σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παραγράφου 2 και τις υποχρεώσεις που καθορίζονται σε τέτοιου είδους συμφωνίες.

6.  Με την επιφύλαξη της παραγράφου 7, η Επιτροπή:

α) επιβλέπει την τήρηση των υποχρεώσεων των εν λόγω προσώπων και οντοτήτων, ιδιαίτερα με τη διεξαγωγή λογιστικών ελέγχων και αξιολογήσεων σχετικά με την εφαρμογή του προγράμματος·

β) εφαρμόζει διαδικασίες για την εξέταση και αποδοχή των λογαριασμών των εντεταλμένων οντοτήτων και προσώπων, οι οποίες διασφαλίζουν ότι οι λογαριασμοί είναι πλήρεις, ακριβείς και ειλικρινείς·

γ) εξαιρεί από τις χρηματοδοτικές δαπάνες της Ένωσης τις εκταμιεύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί κατά παράβαση των εφαρμοστέων κανόνων.

▼M3

7.  Οι παράγραφοι 5 και 6 δεν εφαρμόζονται στις συνεισφορές της Ένωσης προς οντότητες που υπάγονται σε χωριστή διαδικασία απαλλαγής σύμφωνα με τα άρθρα 208 και 209.

8.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την έμμεση διαχείριση, συμπεριλαμβανομένης της πρόβλεψης όρων στην έμμεση διαχείριση ώστε τα συστήματα, οι κανόνες και οι διαδικασίες των οντοτήτων και προσώπων να είναι ισοδύναμα προς τα αντίστοιχα της Επιτροπής, διαχειριστικές δηλώσεις και δηλώσεις συμμόρφωσης, καθώς και τις διαδικασίες για την εξέταση και αποδοχή των λογαριασμών, την υποχρέωση κοινοποίησης εντοπιζόμενων περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών στην Επιτροπή, τον αποκλεισμό από την ενωσιακή χρηματοδότηση όσων δαπανών πραγματοποιούνται κατά παράβαση των εφαρμοστέων κανόνων και την επιβολή χρηματικών ποινών.

▼B

Άρθρο 61

Εκ των προτέρων επαληθεύσεις και συμφωνίες ανάθεσης

1.  Πριν αναθέσει η Επιτροπή καθήκοντα εκτέλεσης του προϋπολογισμού σε οντότητες ή πρόσωπα που απαριθμούνται στο άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ), εξασφαλίζει ότι πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 60 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) έως δ).

Σε περίπτωση σημαντικής αλλαγής στα συστήματα ή κανόνες μιας εντεταλμένης οντότητας ή προσώπου του άρθρου 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ), ή στις διαδικασίες που αφορούν τη διαχείριση των πόρων της Ένωσης που έχει αναλάβει, η οικεία οντότητα ή πρόσωπο ενημερώνει πάραυτα την Επιτροπή. Η Επιτροπή επανεξετάζει τις συμφωνίες που έχουν συναφθεί με την οικεία οντότητα ή πρόσωπο προκειμένου να εξασφαλίσει ότι εξακολουθούν να πληρούνται οι όροι που προβλέπονται στο άρθρο 60 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) έως δ).

2.  Εάν η εντεταλμένη οντότητα δεν προσδιορίζεται στη βασική πράξη, η Επιτροπή επιλέγει οντότητα από κατηγορία που απαριθμείται στο άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημεία ii), v) vi) και vii), λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τη φύση των ανατιθέμενων καθηκόντων, καθώς και την εμπειρία και το επιχειρησιακό και οικονομικό δυναμικό των οικείων οντοτήτων. Η επιλογή είναι διαφανής, αιτιολογείται με αντικειμενικούς λόγους και δεν πρέπει να οδηγεί σε σύγκρουση συμφερόντων.

3.  Οι συμφωνίες ανάθεσης αναφέρουν τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 60 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) έως δ). Προσδιορίζουν με σαφήνεια τα ανατιθέμενα καθήκοντα και περιλαμβάνουν δέσμευση εκ μέρους των οικείων οντοτήτων ή προσώπων να τηρούν τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στο άρθρο 60 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχεία ε) και στ) και να απέχουν από κάθε πράξη που ενδέχεται να οδηγήσει σε σύγκρουση συμφερόντων.

4.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την εκ των προτέρων εκτίμηση των κανόνων και διαδικασιών υπό καθεστώς έμμεσης διαχείρισης και το περιεχόμενο των συμφωνιών ανάθεσης.

Άρθρο 62

Εκτελεστικοί οργανισμοί

1.  Η Επιτροπή μπορεί να αναθέτει εξουσίες στους εκτελεστικούς οργανισμούς για την εκτέλεση, εν όλω ή εν μέρει, ενός προγράμματος ή σχεδίου της Ένωσης για λογαριασμό της Επιτροπής και με δική της ευθύνη, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 58/2003 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 2002, περί θεσπίσεως του καταστατικού των εκτελεστικών οργανισμών που είναι επιφορτισμένοι με ορισμένα καθήκοντα σχετικά με τη διαχείριση κοινοτικών προγραμμάτων ( 8 ). Οι εκτελεστικοί οργανισμοί συνιστώνται με απόφαση της Επιτροπής και είναι νομικά πρόσωπα κατά το δίκαιο της Ένωσης.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την άσκηση των εξουσιών που ανατίθενται σε εκτελεστικούς οργανισμούς.

2.  Ο διευθυντής του εκτελεστικού οργανισμού χρησιμοποιεί τις αντίστοιχες επιχειρησιακές πιστώσεις υπό άμεση διαχείριση.

Άρθρο 63

Όρια στην ανάθεση εξουσιών

1.  Η Επιτροπή δεν αναθέτει καθήκοντα σχετιζόμενα με τη χρησιμοποίηση πόρων της Ένωσης, συμπεριλαμβανόμενης της καταβολής και είσπραξης, σε εξωτερικές οντότητες ή οργανισμούς ιδιωτικού δικαίου, με εξαίρεση την περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημεία v), vi), και vii), ή ειδικές περιπτώσεις στις οποίες οι σχετικές πληρωμές:

(i) γίνονται προς αποδέκτες που προσδιορίζονται από την Επιτροπή,

(ii) υπόκεινται σε όρους και ποσά καθοριζόμενα από την Επιτροπή, και

(iii) δεν συνεπάγονται την άσκηση διακριτικής ευχέρειας από την οντότητα ή τον οργανισμό που πραγματοποιεί τις πληρωμές.

2.  Η Επιτροπή μπορεί να αναθέτει τα ακόλουθα καθήκοντα μέσω συμβάσεων σε εξωτερικές οντότητες ή οργανισμούς ιδιωτικού δικαίου στους οποίους δεν έχει ανατεθεί αποστολή δημόσιας υπηρεσίας: καθήκοντα τεχνικής πραγματογνωμοσύνης και τα διοικητικά, προπαρασκευαστικά ή δευτερεύοντα καθήκοντα που δεν συνεπάγονται ούτε άσκηση δημόσιας εξουσίας ούτε άσκηση διακριτικής ευχέρειας.

3.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την ανάθεση καθηκόντων σε ορισμένες εξωτερικές οντότητες ή φορείς του ιδιωτικού τομέα σύμφωνα με τους κανόνες περί δημόσιων συμβάσεων που εκτίθενται στον τίτλο V του μέρους Ι.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Δημοσιονομικοί παράγοντες



Τμήμα 1

Αρχή του διαχωρισμού των καθηκόντων

Άρθρο 64

Διαχωρισμός των καθηκόντων

1.  Τα καθήκοντα του διατάκτη και του υπολόγου είναι διαχωρισμένα και ασυμβίβαστα μεταξύ τους.

2.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις όλων των δημοσιονομικών παραγόντων.



Τμήμα 2

Διατάκτης

Άρθρο 65

Ο διατάκτης

1.  Κάθε όργανο ασκεί καθήκοντα διατάκτη.

2.  Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, ο όρος «υπάλληλοι» αναφέρεται στα πρόσωπα που υπάγονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

3.  Κάθε όργανο αναθέτει, σύμφωνα με τις διατάξεις του εσωτερικού κανονισμού του, αρμοδιότητες διατάκτη σε υπαλλήλους τού ενδεδειγμένου επιπέδου. Κάθε όργανο καθορίζει στους εσωτερικούς διοικητικούς κανόνες του τους υπαλλήλους στους οποίους αναθέτει τις αρμοδιότητες αυτές, την έκταση των ανατιθέμενων αρμοδιοτήτων και τη δυνατότητα των εξουσιοδοτουμένων να αναθέτουν περαιτέρω τις αρμοδιότητές τους.

4.  Οι κύριες και δευτερεύουσες αναθέσεις αρμοδιοτήτων διατάκτη πραγματοποιούνται μόνο σε υπαλλήλους.

5.  Οι αρμόδιο διατάκτες ενεργούν εντός των ορίων που καθορίζονται από την πράξη ανάθεσης ή δευτερεύουσας ανάθεσης αρμοδιοτήτων. Ο αρμόδιος διατάκτης μπορεί να επικουρείται στο έργο του από έναν ή περισσοτέρους υπαλλήλους στους οποίους ανατίθεται, υπό την ευθύνη του κύριου ή δευτερεύοντος διατάκτη, να πραγματοποιούν ορισμένες πράξεις αναγκαίες για την εκτέλεση του προϋπολογισμού και την απόδοση των λογαριασμών.

6.  Όταν οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης ενεργούν ως δευτερεύοντες διατάκτες σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 2, εξαρτώνται από την Επιτροπή ως το αρμόδιο όργανο για τον καθορισμό, την άσκηση, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των καθηκόντων τους και των αρμοδιοτήτων τους ως δευτερευόντων διατακτών. Παράλληλα η Επιτροπή πληροφορεί σχετικά τον Ύπατο Εκπρόσωπο.

7.  Ο αρμόδιος διατάκτης μπορεί να επικουρείται από υπαλλήλους επιφορτισμένους να πραγματοποιούν, υπό την ευθύνη του, ορισμένες πράξεις αναγκαίες για την εκτέλεση του προϋπολογισμού και για την εξαγωγή των δημοσιονομικών και διαχειριστικών πληροφοριών. Οι υπάλληλοι που επικουρούν τους αρμόδιους διατάκτες υπόκεινται στις διατάξεις του άρθρου 57.

8.  Κάθε όργανο ενημερώνει το Ελεγκτικό Συνέδριο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την ανάληψη και παύση των καθηκόντων των κυρίων διατακτών, εσωτερικών ελεγκτών και υπολόγων και για οποιουσδήποτε εσωτερικούς κανόνες εγκρίνει σε σχέση με δημοσιονομικά θέματα.

9.  Κάθε όργανο ενημερώνει το Ελεγκτικό Συνέδριο για τον διορισμό υπολόγων πάγιων προκαταβολών και για τις αποφάσεις ανάθεσης αρμοδιοτήτων δυνάμει του άρθρου 69 παράγραφος 1 και του άρθρου 70.

10.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την επικούρηση των αρμοδίων διατακτών και για τις εσωτερικές ρυθμίσεις που διέπουν τις εξουσιοδοτήσεις.

Άρθρο 66

Εξουσίες και καθήκοντα του διατάκτη

1.  Ο διατάκτης αναλαμβάνει σε καθένα από τα όργανα την εκτέλεση των εσόδων και των δαπανών σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και τη διασφάλιση της νομιμότητας και της κανονικότητάς τους.

2.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ο κύριος διατάκτης, σύμφωνα με το άρθρο 32 και τις ελάχιστες προδιαγραφές που θεσπίζει καθένα από τα όργανα, και λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους που συνδέονται με το διαχειριστικό περιβάλλον και με τη φύση των χρηματοδοτούμενων ενεργειών, δημιουργεί την οργανωτική δομή καθώς και τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου που ενδείκνυνται για την εκτέλεση των καθηκόντων του. Η δημιουργία τέτοιας δομής και συστημάτων υποστηρίζεται από συνολική ανάλυση κινδύνου, η οποία λαμβάνει υπόψη το συναφές κόστος και όφελος.

3.  Για την εκτέλεση των δαπανών, ο αρμόδιος διατάκτης προβαίνει σε δημοσιονομικές και σε νομικές δεσμεύσεις, στην εκκαθάριση των δαπανών και στην έκδοση των ενταλμάτων πληρωμής και διενεργεί προκαταρκτικές πράξεις για την εκτέλεση των πιστώσεων.

4.  Η εκτέλεση των εσόδων συμπεριλαμβάνει την κατάρτιση των προβλέψεων απαιτήσεων, τη βεβαίωση των δικαιωμάτων είσπραξης και την έκδοση των ενταλμάτων είσπραξης. Εφόσον συντρέχει περίπτωση, περιλαμβάνει και την παραίτηση από απαιτήσεις ήδη βεβαιωθείσες.

5.  Κάθε πράξη υπόκειται τουλάχιστον σε εκ των προτέρων έλεγχο στηριζόμενο σε εξέταση βάσει εγγράφων και στα διαθέσιμα αποτελέσματα ελέγχων που έχουν ήδη διενεργηθεί, σε σχέση με τις επιχειρησιακές και οικονομικές πτυχές της πράξης.

Οι εκ των προτέρων έλεγχοι περιλαμβάνουν την έναρξη και την επαλήθευση της πράξης.

Για κάθε πράξη, οι υπάλληλοι που διενεργούν την επαλήθευση είναι διαφορετικοί από τους υπαλλήλους που κίνησαν τη διαδικασία. Οι υπάλληλοι που διενεργούν την επαλήθευση δεν υπάγονται ιεραρχικά στους υπαλλήλους που κίνησαν τη διαδικασία.

6.  Ο κύριος διατάκτης μπορεί να καθιερώσει εκ των υστέρων ελέγχους προκειμένου να επαληθεύσει τις πράξεις που έχουν ήδη εγκριθεί με βάση τους εκ των προτέρων ελέγχους. Οι εν λόγω έλεγχοι μπορούν να διοργανώνονται δειγματοληπτικά βάσει ανάλυσης κινδύνου.

Οι εκ των προτέρων έλεγχοι διενεργούνται από υπαλλήλους άλλους από εκείνους οι οποίοι είναι αρμόδιοι για τους εκ των υστέρων ελέγχους. Οι αρμόδιοι υπάλληλοι για τους εκ των υστέρων ελέγχους δεν υπάγονται ιεραρχικά στους υπαλλήλους που είναι υπεύθυνοι για τους εκ των προτέρων ελέγχους.

Εάν ο κύριος διατάκτης πραγματοποιεί χρηματοοικονομικούς λογιστικούς ελέγχους των δικαιούχων ως εκ των υστέρων ελέγχους, οι σχετικοί ελεγκτικοί κανόνες είναι σαφείς, συνεπείς και διαφανείς και σέβονται τα δικαιώματα τόσο της Επιτροπής όσο και των ελεγχομένων.

7.  Οι υπάλληλοι που είναι υπεύθυνοι για τον έλεγχο της διαχείρισης των οικονομικών πράξεων οφείλουν να διαθέτουν τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα. Ακολουθούν ειδικό κώδικα επαγγελματικών προτύπων που ορίζει κάθε όργανο.

8.  Εάν υπάλληλος συμμετέχων στη δημοσιονομική διαχείριση και στον έλεγχο των πράξεων θεωρήσει ότι μια απόφαση, την οποία η προϊσταμένη του αρχή τού επιβάλλει να εκτελέσει ή να αποδεχθεί, είναι παράτυπη ή αντίθετη προς τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης ή την επαγγελματική δεοντολογία που υποχρεούται να τηρεί, το επισημαίνει στον ιεραρχικά ανώτερό του. Εάν ο υπάλληλος το πράξει εγγράφως, ο ιεραρχικά ανώτερος απαντά εγγράφως. Εάν ο ιεραρχικά ανώτερος δεν προβεί σε σχετικές ενέργειες, ή επιβεβαιώσει την αρχική απόφαση ή οδηγία, και ο υπάλληλος πιστεύει ότι η επιβεβαίωση αυτή δεν αποτελεί εύλογη απάντηση στον προβληματισμό του, ενημερώνει εγγράφως τον κύριο διατάκτη. Σε περίπτωση αδράνειας του κύριου διατάκτη, ο υπάλληλος ενημερώνει εγγράφως την υπηρεσία που αναφέρεται στο άρθρο 73 παράγραφος 6.

Σε περίπτωση παράνομης δραστηριότητας, απάτης ή δωροδοκίας που ενδέχεται να θίξει τα συμφέροντα της Ένωσης, ο υπάλληλος ενημερώνει τις αρχές και τις υπηρεσίες που ορίζονται από την ισχύουσα νομοθεσία. Οι συμβάσεις με εξωτερικούς ελεγκτές που πραγματοποιούν ελέγχους της οικονομικής διαχείρισης της Ένωσης προβλέπουν την υποχρέωση του εξωτερικού ελεγκτή να ενημερώνει τον κύριο διατάκτη για κάθε υπόνοια παράνομης δραστηριότητας, απάτης ή δωροδοκίας που ενδέχεται να θίξει τα συμφέροντα της Ένωσης.

9.  Ο κύριος διατάκτης προβαίνει, προς το οικείο όργανο, σε απολογισμό της άσκησης των καθηκόντων του, με τη μορφή ετήσιας έκθεσης δραστηριοτήτων η οποία περιλαμβάνει δημοσιονομικές και διαχειριστικές πληροφορίες, καθώς και τα αποτελέσματα των ελέγχων, δηλώνοντας ότι, εκτός εάν ορίζεται άλλως σε οποιεσδήποτε επιφυλάξεις σχετικές με συγκεκριμένους τομείς εσόδων και δαπανών, μπορεί ευλόγως να υποθέσει ότι:

α) τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην έκθεση παρέχουν πιστή εικόνα·

β) οι πόροι που χορηγήθηκαν για τις δραστηριότητες που περιγράφονται στην έκθεση χρησιμοποιήθηκαν σύμφωνα με τον προορισμό τους και με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης·

γ) οι θεσπισθείσες διαδικασίες ελέγχου παρέχουν τα απαραίτητα εχέγγυα ως προς τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων.

▼M3

Η έκθεση δραστηριοτήτων αναφέρει τα αποτελέσματα των πράξεων σε σχέση με τους στόχους, τους συναφείς με τις πράξεις αυτές κινδύνους, τη χρησιμοποίηση των παρεχόμενων πόρων και την αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου, και περιλαμβάνει συνολική εκτίμηση του κόστους και του οφέλους των ελέγχων. Περιλαμβάνει επίσης πληροφορίες σχετικά με τις συνολικές επιδόσεις των εν λόγω πράξεων, καθώς και αξιολόγηση του βαθμού στον οποίο οι εγκριθείσες επιχειρησιακές δαπάνες συνέβαλαν σε επιτεύγματα σε επίπεδο πολιτικής και δημιούργησαν προστιθέμενη αξία στην Ένωση.

▼B

Το αργότερο στις 15 Ιουνίου κάθε έτους η Επιτροπή διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο περίληψη των ετήσιων εκθέσεων πεπραγμένων που αναφέρονται στο προηγηθέν έτος. Οι ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων των κύριων διατακτών τίθενται επίσης στη διάθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

▼M3

Οι ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων των διατακτών και, κατά περίπτωση, των κύριων διατακτών των θεσμικών οργάνων, γραφείων, οργανισμών και υπηρεσιών της ΕΕ δημοσιεύονται στον αντίστοιχο δικτυακό τόπο κατά τρόπο εύκολα προσβάσιμο, το αργότερο έως την 1η Ιουλίου κάθε έτους για το προηγούμενο έτος, με την επιφύλαξη δεόντως αιτιολογημένων εκτιμήσεων εμπιστευτικότητας και ασφάλειας.

▼B

10.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες που αφορούν τους εκ των προτέρων και εκ των υστέρων ελέγχους, την τήρηση δικαιολογητικών εγγράφων, τον κώδικα επαγγελματικών προτύπων, τη μη ανάληψη δράσης από τον διατάκτη, τη διαβίβαση πληροφοριών στον υπόλογο και τις εκθέσεις για τις διαδικασίες με διαπραγμάτευση.

Άρθρο 67

Εξουσίες και καθήκοντα των επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης

1.  Όταν οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης ενεργούν ως δευτερεύοντες διατάκτες σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 2, συνεργάζονται στενά με την Επιτροπή για την ορθή χρησιμοποίηση των πόρων, ώστε να εξασφαλίζονται κυρίως η νομιμότητα και η κανονικότητα των χρηματοοικονομικών συναλλαγών, η τήρηση της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης κατά τη διαχείριση των πόρων και η αποτελεσματική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.

Για τον σκοπό αυτό, οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα προς αποφυγή κάθε κατάστασης για την οποία μπορεί να φέρει η Επιτροπή ευθύνη όσον αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού που τους έχει ανατεθεί, καθώς και κάθε σύγκρουσης προτεραιοτήτων που πιθανώς θα έχει αντίκτυπο στην εκτέλεση των καθηκόντων δημοσιονομικής διαχείρισης που τους έχουν ανατεθεί.

Αν προκύψει κατάσταση ή σύγκρουση του τύπου που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο, οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης ενημερώνουν αμελλητί τους αρμόδιους Γενικούς Διευθυντές της Επιτροπής και της ΕΥΕΔ, οι οποίοι λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την εξομάλυνση της κατάστασης.

2.  Όταν οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης βρεθούν στη θέση που αναφέρεται στο άρθρο 66 παράγραφος 8, αναφέρουν το θέμα στην ειδική υπηρεσία δημοσιονομικών παρατυπιών που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 73 παράγραφος 6. Σε περίπτωση παράνομης δραστηριότητας, απάτης ή δωροδοκίας που ενδέχεται να θίξει τα συμφέροντα της Ένωσης, ενημερώνουν τις αρχές και τις υπηρεσίες που ορίζονται από την ισχύουσα νομοθεσία.

3.  Οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης που ενεργούν ως δευτερεύοντες διατάκτες σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 2 προβαίνουν σε αναφορά στον κύριο διατάκτη τους, ώστε ο τελευταίος να μπορεί να ενσωματώσει τις εκθέσεις τους στη δική του ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων που αναφέρεται στο άρθρο 66 παράγραφος 9. Οι εκθέσεις που υποβάλλουν οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης περιλαμβάνουν πληροφορίες για την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου που εφαρμόζονται στην αντιπροσωπεία τους, καθώς και για τη διαχείριση των πράξεων που τους έχουν ανατεθεί, και παρέχουν τη δήλωση αξιοπιστίας του άρθρου 73 παράγραφος 5 τρίτο εδάφιο. Οι εκθέσεις αυτές προσαρτώνται στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων του αρμόδιου κύριου διατάκτη και τίθενται στη διάθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου λαμβανομένου δεόντως υπόψη, όπου κρίνεται σκόπιμο, του εμπιστευτικού χαρακτήρα τους.

Οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης συνεργάζονται πλήρως με τα θεσμικά όργανα που εμπλέκονται στη διαδικασία για τη χορήγηση απαλλαγής και παρέχουν, οσάκις συντρέχει λόγος, κάθε απαιτούμενη πρόσθετη πληροφορία. Επ’ αυτού μπορεί να τους ζητηθεί να παρευρίσκονται σε συνεδριάσεις των σχετικών φορέων και να συνδράμουν τον αρμόδιο κύριο διατάκτη.

4.  Οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης οι οποίοι ενεργούν ως δευτερεύοντες διατάκτες σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 2 ανταποκρίνονται σε κάθε αίτημα του κύριου διατάκτη της Επιτροπής, εάν τους το ζητήσει η Επιτροπή ή, στο πλαίσιο της διαδικασίας απαλλαγής, εάν τους το ζητήσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

5.  Η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι η δευτερεύουσα μεταβίβαση αρμοδιοτήτων δεν αποβαίνει εις βάρος της διαδικασίας για τη χορήγηση απαλλαγής, σύμφωνα με το άρθρο 319 ΣΛΕΕ.



Τμήμα 3

Υπόλογος

Άρθρο 68

Εξουσίες και καθήκοντα του υπολόγου

1.  Κάθε όργανο διορίζει έναν υπόλογο, ο οποίος αναλαμβάνει, στο πλαίσιο του οικείου οργάνου:

α) την ορθή εκτέλεση των πληρωμών, την είσπραξη των εσόδων και των βεβαιωμένων απαιτήσεων·

β) την προετοιμασία και την υποβολή των λογαριασμών σύμφωνα με τον τίτλο IX του μέρους Ι·

γ) την τήρηση των λογαριασμών σύμφωνα με τον τίτλο IX του μέρους Ι·

δ) τον καθορισμό των λογιστικών διαδικασιών και του λογιστικού σχεδίου σύμφωνα με τον τίτλο IX του μέρους Ι·

ε) τον καθορισμό και την επικύρωση των λογιστικών συστημάτων καθώς και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, την επικύρωση των συστημάτων που καθορίζονται από το διατάκτη και προορίζονται για την παροχή ή την αιτιολόγηση των λογιστικών πληροφοριών· o υπόλογος έχει εδώ την εξουσία να επαληθεύει ανά πάσα στιγμή την τήρηση των κριτηρίων επικύρωσης·

στ) τη διαχείριση του ταμείου.

Οι αρμοδιότητες του υπολόγου της ΕΥΕΔ αφορούν μόνο το τμήμα «ΕΥΕΔ» του προϋπολογισμού, όπως εκτελείται από την ΕΥΕΔ. Ο υπόλογος της Επιτροπής παραμένει υπεύθυνος για ολόκληρο το τμήμα «Επιτροπή» του προϋπολογισμού, συμπεριλαμβανομένων των λογιστικών πράξεων που αφορούν πιστώσεις των οποίων έγινε δευτερεύουσα ανάθεση στους επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 213, ο υπόλογος της Επιτροπής ενεργεί επίσης ως υπόλογος της ΕΥΕΔ όσον αφορά την εκτέλεση του τμήματος ΕΥΕΔ του προϋπολογισμού.

2.  Ο υπόλογος της Επιτροπής είναι αρμόδιος να καθορίζει τους λογιστικούς κανόνες και τα εναρμονισμένα λογιστικά σχέδια σύμφωνα με τον Τίτλο IX του μέρους Ι.

3.  Ο υπόλογος λαμβάνει από τους διατάκτες όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την κατάρτιση λογαριασμών που να παρέχουν πιστή απεικόνιση της οικονομικής κατάστασης των οργάνων και της εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Οι διατάκτες εγγυώνται την αξιοπιστία αυτών των πληροφοριών.

4.  Πριν εγκριθούν οι λογαριασμοί από το οικείο όργανο ή τον οργανισμό που αναφέρεται στο άρθρο 208, ο υπόλογος τους υπογράφει, πιστοποιώντας κατά τον τρόπο αυτό ότι μπορεί ευλόγως να υποθέσει ότι οι εν λόγω λογαριασμοί παρέχουν πιστή εικόνα της δημοσιονομικής κατάστασης του οργάνου ή του οργανισμού που αναφέρεται στο άρθρο 208.

Προς τούτο, ο υπόλογος βεβαιώνεται ότι οι λογαριασμοί έχουν καταρτισθεί σύμφωνα με τους λογιστικούς κανόνες του άρθρου 143 και τις προβλεπόμενες στη σημείο δ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου λογιστικές διαδικασίες, και ότι όλα τα έσοδα και οι δαπάνες έχουν εγγραφεί στους λογαριασμούς αυτούς.

Οι κύριοι διατάκτες διαβιβάζουν τα στοιχεία που χρειάζεται ο υπόλογος για την άσκηση των καθηκόντων του.

Οι διατάκτες παραμένουν πλήρως υπεύθυνοι για την ορθή χρησιμοποίηση των πόρων που διαχειρίζονται, για τη νομιμότητα και κανονικότητα των δαπανών που πραγματοποιούνται υπό τον έλεγχό τους καθώς και για την πληρότητα και την ακρίβεια των πληροφοριών που διαβιβάζονται στον υπόλογο.

5.  Ο υπόλογος έχει την εξουσία να ελέγχει τα λαμβανόμενα στοιχεία, καθώς και να πραγματοποιεί τυχόν περαιτέρω ελέγχους που κρίνει αναγκαίους πριν από την υπογραφή των λογαριασμών.

Εάν απαιτείται, διατυπώνει επιφυλάξεις και εξηγεί επακριβώς τη φύση και την έκταση των επιφυλάξεων αυτών.

6.  Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα κανονισμό, ο υπόλογος είναι ο μόνος εξουσιοδοτημένος να διαχειρίζεται ταμειακά ποσά και ισοδύναμά τους. Ο υπόλογος είναι δε υπεύθυνος για τη φύλαξή τους.

7.  Στο πλαίσιο της εφαρμογής ενός προγράμματος ή ενέργειας, μπορούν να ανοιχθούν καταπιστευματικοί λογαριασμοί στο όνομα της Επιτροπής και για λογαριασμό της προκειμένου να καταστεί δυνατή η διαχείρισή τους από εντεταλμένη οντότητα του άρθρου 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημεία ii), iii), v) ή vi).

Οι λογαριασμοί αυτοί ανοίγονται υπό την ευθύνη του διατάκτη που είναι επιφορτισμένος με την εφαρμογή του προγράμματος ή της ενέργειας κατόπιν συμφωνίας με τον υπόλογο της Επιτροπής.

Η διαχείριση των λογαριασμών αυτών διενεργείται υπ’ ευθύνη του διατάκτη.

8.  Ο υπόλογος της Επιτροπής καθορίζει κανόνες για το άνοιγμα, τη διαχείριση και το κλείσιμο των καταπιστευματικών λογαριασμών καθώς και για τη χρήση τους.

9.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες που αφορούν τις εξουσίες και τα καθήκοντα του υπολόγου, περιλαμβανομένων των μέτρων διορισμού ή παύσης των καθηκόντων του, της γνώμης για τα λογιστικά συστήματα και τα συστήματα απογραφής, της διαχείρισης ταμείου και τραπεζικού λογαριασμού, των υπογραφών στους λογαριασμούς, της διαχείρισης των υπολοίπων των λογαριασμών, των πράξεων μεταφοράς και μετατροπής, των τρόπων πληρωμής, των φακέλων νομικών προσώπων και της τήρησης δικαιολογητικών εγγράφων.

Άρθρο 69

Εξουσίες που μπορούν να ανατεθούν από τον υπόλογο

1.  Ο υπόλογος μπορεί, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, να αναθέσει ορισμένα καθήκοντα σε υφισταμένους του.

Η πράξη ανάθεσης ορίζει τα καθήκοντα αυτά.

2.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τα πρόσωπα που έχουν εξουσιοδότηση να διαχειρίζονται λογαριασμούς στις τοπικές μονάδες.



Τμήμα 4

Υπόλογος πάγιων προκαταβολών

Άρθρο 70

Πάγιες προκαταβολές

1.  Οι πάγιες προκαταβολές είναι δυνατόν να συνιστώνται για τη συγκέντρωση εσόδων πέραν των ιδίων πόρων και για την καταβολή μικρών ποσών, όπως ορίζεται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Ωστόσο, στον τομέα της βοήθειας για τη διαχείριση κρίσεων και της ανθρωπιστικής βοήθειας, κατά την έννοια του άρθρου 128, οι πάγιες προκαταβολές είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται χωρίς περιορισμό ως προς το ύψος τους, τηρουμένου όμως του επιπέδου των πιστώσεων που έχουν εγγράψει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στην αντίστοιχη γραμμή του προϋπολογισμού για το τρέχον οικονομικό έτος.

2.  Οι πάγιες προκαταβολές τροφοδοτούνται από τον υπόλογο του οικείου οργάνου και τίθενται υπό την ευθύνη των υπολόγων πάγιων προκαταβολών που διορίζονται από τον υπόλογο του οργάνου.

3.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με όρους για τις πάγιες προκαταβολές, συμπεριλαμβανομένων των ανώτατων ποσών που μπορούν να καταβάλλονται από τους υπολόγους πάγιων προκαταβολών και των κανόνων που ισχύουν και για τις εξωτερικές δράσεις, όπως μεταξύ άλλων των κανόνων για την επιλογή των υπολόγων πάγιων προκαταβολών, για την τροφοδότηση των πάγιων προκαταβολών, για τις επαληθεύσεις από τους διατάκτες και τους υπολόγους και για την τήρηση των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων. Επιπλέον, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τη σύσταση πάγιων προκαταβολών και με τους υπολόγους πάγιων προκαταβολών στις αντιπροσωπείες της Ένωσης.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Ευθύνη των δημοσιονομικών παραγόντων



Τμήμα 1

Γενικοί κανόνες

Άρθρο 71

Ανάκληση και αναστολή της ανάθεσης αρμοδιοτήτων σε δημοσιονομικούς παράγοντες

1.  Η κύρια ή η δευτερεύουσα ανάθεση αρμοδιοτήτων μπορεί να αφαιρεθεί ανά πάσα στιγμή, προσωρινά ή οριστικά, από τους κύριους και τους δευτερεύοντες διατάκτες, από την αρχή που τους διόρισε.

2.  Ο υπόλογος ή οι υπόλογοι πάγιων προκαταβολών, ή αμφότεροι, μπορούν ανά πάσα στιγμή να ανακληθούν από τα καθήκοντά τους, προσωρινά ή οριστικά, από την αρχή που τους διόρισε.

3.  Το παρόν άρθρο τελεί υπό την επιφύλαξη ενδεχομένων πειθαρχικών μέτρων που λαμβάνονται σε σχέση με τους δημοσιονομικούς παράγοντες στους οποίους αναφέρονται οι παράγραφοι 1 και 2.

Άρθρο 72

Ευθύνη του διατάκτη για παράνομη δραστηριότητα, απάτη ή δωροδοκία

1.  Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου δεν προδικάζουν την ποινική ευθύνη που είναι δυνατόν να υπέχουν οι υπάλληλοι στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 71, σύμφωνα με τις διατάξεις της οικείας εθνικής νομοθεσίας και με τις ισχύουσες διατάξεις περί προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και καταπολέμησης του χρηματισμού των υπαλλήλων της Ένωσης ή των κρατών μελών.

2.  Κάθε διατάκτης, υπόλογος ή υπόλογος πάγιων προκαταβολών υπέχει πειθαρχική και χρηματική ευθύνη, υπό τους όρους που προβλέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 73, 74 και 75 του παρόντος κανονισμού. Σε περίπτωση παράνομης δραστηριότητας, απάτης ή δωροδοκίας που ενδέχεται να θίξει τα συμφέροντα της Ένωσης, επιλαμβάνονται του θέματος οι αρχές και υπηρεσίες που ορίζονται από την ισχύουσα νομοθεσία, και ειδικότερα η OLAF.

3.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την ευθύνη του διατάκτη, του υπολόγου και του υπολόγου πάγιων προκαταβολών σε περίπτωση παράνομης δραστηριότητας, απάτης ή δωροδοκίας.



Τμήμα 2

Κανόνες που εφαρμόζονται για τους διατάκτες

Άρθρο 73

Κανόνες που εφαρμόζονται για τους διατάκτες

1.  Ο αρμόδιος διατάκτης υπέχει ευθύνη προς καταβολή χρηματικής αποζημίωσης σύμφωνα με τους όρους του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

2.  Η απαίτηση προς καταβολή χρηματικής αποζημίωσης ισχύει ιδίως εφόσον ο αρμόδιος διατάκτης, είτε από πρόθεση είτε λόγω βαρείας αμελείας του:

α) βεβαιώνει δικαιώματα είσπραξης ή εκδίδει εντάλματα είσπραξης, αναλαμβάνει δαπάνη ή υπογράφει ένταλμα πληρωμής χωρίς να τηρήσει τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού ή των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που εκδίδονται κατά τον παρόντα κανονισμό·

β) παραλείπει να συντάξει έγγραφο βεβαίωσης οφειλής, αμελεί να εκδώσει ένταλμα είσπραξης ή καθυστερεί την έκδοσή του ή την έκδοση εντάλματος πληρωμής, εκθέτοντας έτσι το οικείο όργανο στην άσκηση ένδικων μέσων εκ μέρους τρίτων.

3.  Όταν ο κύριος ή ο δευτερεύων διατάκτης θεωρεί ότι μια απόφαση που εμπίπτει στις αρμοδιότητές του είναι παράτυπη ή αντιβαίνει προς την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, οφείλει να το επισημάνει εγγράφως στην εξουσιοδοτούσα αρχή. Αν η εξουσιοδοτούσα αρχή δώσει εγγράφως στον κύριο ή τον δευτερεύοντα διατάκτη αιτιολογημένη εντολή λήψης της ανωτέρω απόφασης, ο διατάκτης απαλλάσσεται από την ευθύνη του.

4.  Στην περίπτωση δευτερεύουσας ανάθεσης αρμοδιοτήτων στην υπηρεσία του, ο κύριος διατάκτης συνεχίζει να είναι υπεύθυνος για την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα των συστημάτων εσωτερικής διαχείρισης και ελέγχου που δημιουργούνται, καθώς και για την επιλογή του δευτερεύοντος διατάκτη.

5.  Κατά τη δευτερεύουσα μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στους επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης, ο κύριος διατάκτης είναι υπεύθυνος για τον καθορισμό των συστημάτων διαχείρισης και εσωτερικού ελέγχου που δημιουργούνται, καθώς και για την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητά τους. Οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης είναι υπεύθυνοι για την κατάλληλη δημιουργία και λειτουργία των συστημάτων αυτών, σύμφωνα με τις οδηγίες του κύριου διατάκτη, καθώς και για τη διαχείριση των κεφαλαίων και των πράξεων που εκτελούν εντός των αντιπροσωπειών της Ένωσης υπό την ευθύνη τους. Πριν από την ανάληψη των καθηκόντων τους, πρέπει να ολοκληρώνουν ειδικές σειρές μαθημάτων κατάρτισης για τα καθήκοντα και τις ευθύνες των διατακτών και για την εκτέλεση του προϋπολογισμού.

Οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης υποβάλλουν έκθεση σχετικά με τις αρμοδιότητές τους σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 67 παράγραφος 3.

Κάθε χρόνο, οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης υποβάλλουν στον κύριο διατάκτη της Επιτροπής δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τα συστήματα εσωτερικής διαχείρισης και ελέγχου που έχουν δημιουργηθεί στην αντιπροσωπεία τους, καθώς και σχετικά με τη διαχείριση των πράξεων που τους έχουν ανατεθεί και τα αποτελέσματα αυτών, για να μπορέσει ο διατάκτης να υποβάλει τη δική του δήλωση αξιοπιστίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 66 παράγραφος 9.

6.  Κάθε όργανο συγκροτεί υπηρεσία ειδικευμένη σε θέματα δημοσιονομικών παρατυπιών ή συμμετέχει σε κοινή υπηρεσία η οποία συγκροτείται από διάφορα όργανα. Οι υπηρεσίες αυτές λειτουργούν ανεξάρτητα και αποφαίνονται για την ύπαρξη και τις πιθανές συνέπειες τυχόν δημοσιονομικής παρατυπίας.

Βάσει της γνώμης της υπηρεσίας αυτής, το οικείο όργανο αποφασίζει την κίνηση διαδικασίας πειθαρχικής ή χρηματικής ευθύνης. Αν η υπηρεσία εντοπίσει συστημικά προβλήματα, διαβιβάζει στον διατάκτη και στον κύριο διατάκτη, εκτός εάν ο τελευταίος είναι το εμπλεκόμενο πρόσωπο, καθώς και στον εσωτερικό ελεγκτή έκθεση συνοδευόμενη από συστάσεις.

7.  Όταν οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης ενεργούν ως δευτερεύοντες διατάκτες σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 2, η ειδική υπηρεσία δημοσιονομικών παρατυπιών που έχει συγκροτήσει η Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου είναι αρμόδια για τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 56 παράγραφος 2.

Αν η υπηρεσία εντοπίσει συστημικά προβλήματα, διαβιβάζει έκθεση συνοδευόμενη από συστάσεις στον διατάκτη, στον Ύπατο Εκπρόσωπο και στον κύριο διατάκτη της Επιτροπής, εκτός εάν ο τελευταίος είναι το εμπλεκόμενο πρόσωπο, καθώς και στον εσωτερικό ελεγκτή.

Με βάση τη γνώμη της υπηρεσίας δημοσιονομικών παρατυπιών, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τον Ύπατο Εκπρόσωπο να κινήσει, με την ιδιότητά του ως αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, διαδικασία πειθαρχικής ή χρηματικής ευθύνης κατά δευτερευόντων διατακτών, σε περίπτωση που οι παρατυπίες αφορούν τις αρμοδιότητες της Επιτροπής που τους έχουν ανατεθεί. Στην περίπτωση αυτή, ο Ύπατος Εκπρόσωπος λαμβάνει κατάλληλα μέτρα σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης για να επιβάλει αποφάσεις σχετικά με πειθαρχικά μέτρα ή την καταβολή αποζημίωσης, όπως συνιστά η Επιτροπή.

Τα κράτη μέλη στηρίζουν πλήρως την Ένωση στη διεκδίκηση επανόρθωσης, δυνάμει του άρθρου 22 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, εις βάρος έκτακτου προσωπικού για το οποίο ισχύει το άρθρο 2 στοιχείο ε) του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

8.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τους δευτερεύοντες διατάκτες, συμπεριλαμβανομένης της επιβεβαίωσης των οδηγιών που τους δίνονται και του ρόλου της υπηρεσίας δημοσιονομικών παρατυπιών.



Τμήμα 3

Κανόνες που εφαρμόζονται για τους υπολόγους και τους υπολόγους πάγιων προκαταβολών

Άρθρο 74

Κανόνες που εφαρμόζονται για τους υπολόγους

1.  Ο υπόλογος, υπό τους όρους και σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, υπέχει πειθαρχική ή χρηματική ευθύνη. Συνιστά, ιδίως, παράπτωμα που είναι δυνατόν να συνεπάγεται την ευθύνη του:

α) η απώλεια ή η φθορά μέσων πληρωμής, αξιών ή εγγράφων των οποίων έχει τη φύλαξη·

β) η αδικαιολόγητη μεταβολή τραπεζικών λογαριασμών ή τρεχούμενων ταχυδρομικών λογαριασμών·

γ) η διενέργεια εισπράξεων ή πληρωμών που δεν είναι σύμφωνες με τα αντίστοιχα εντάλματα είσπραξης ή πληρωμής·

δ) η παράλειψη είσπραξης οφειλόμενων εσόδων.

2.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την ευθύνη των υπολόγων σε περίπτωση άλλων παραπτωμάτων.

Άρθρο 75

Κανόνες που εφαρμόζονται για τους υπολόγους πάγιων προκαταβολών

1.  Ο υπόλογος πάγιων προκαταβολών, υπό τους όρους και σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, υπέχει πειθαρχική και χρηματική ευθύνη. Συνιστά, ιδίως, παράπτωμα που είναι δυνατόν να συνεπάγεται την ευθύνη του:

α) η απώλεια ή η φθορά μέσων πληρωμής, αξιών ή εγγράφων των οποίων έχει τη φύλαξη·

β) η αδυναμία αιτιολόγησης με κανονικά παραστατικά των πληρωμών που πραγματοποιεί·

γ) η διενέργεια πληρωμών σε άλλους πέραν όσων τις δικαιούνται·

δ) η παράλειψη είσπραξης οφειλόμενων εσόδων.

2.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την ευθύνη των υπολόγων πάγιων προκαταβολών σε περίπτωση άλλων παραπτωμάτων.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Πράξεις εσόδων



Τμήμα 1

Απόδοση των ιδίων πόρων

Άρθρο 76

Ίδιοι πόροι

1.  Τα έσοδα που δημιουργούνται από τους ιδίους πόρους, που αναφέρονται στην απόφαση 2007/436/ΕΚ, Ευρατόμ, αποτελούν αντικείμενο πρόβλεψης, η οποία εγγράφεται στον προϋπολογισμό και εκφράζεται σε ευρώ. Η απόδοσή τους πραγματοποιείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000.

2.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τους ιδίους πόρους.



Τμήμα 2

Πρόβλεψη απαιτήσεων

Άρθρο 77

Πρόβλεψη απαίτησης

1.  Όταν ο αρμόδιος διατάκτης διαθέτει επαρκείς και αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με κάθε μέτρο ή κατάσταση που μπορεί να δημιουργήσει απαίτηση της Ένωσης, ο αρμόδιος διατάκτης προβαίνει σε πρόβλεψη της απαίτησης.

2.  Η πρόβλεψη της απαίτησης προσαρμόζεται από τον αρμόδιο διατάκτη μόλις υποπέσει στην αντίληψή του τροποποίηση του μέτρου ή αλλαγή της κατάστασης που οδήγησε στην πρόβλεψη της απαίτησης.

Κατά την έκδοση εντάλματος είσπραξης για μέτρο ή κατάσταση που είχε οδηγήσει προηγουμένως σε πρόβλεψη απαίτησης, η οικεία πρόβλεψη προσαρμόζεται ανάλογα από τον αρμόδιο διατάκτη.

Εάν το ένταλμα είσπραξης εκδοθεί για το ίδιο ποσό με την αρχική πρόβλεψη της απαίτησης, η πρόβλεψη αυτή μηδενίζεται.

3.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι ίδιοι πόροι που προσδιορίζονται στην απόφαση 2007/436/ΕΚ, Ευρατόμ, και οι οποίοι καταβάλλονται ανά τακτά διαστήματα από τα κράτη μέλη δεν αποτελούν αντικείμενο πρόβλεψης απαίτησης πριν από την απόδοση στην Επιτροπή των αντίστοιχων ποσών από τα κράτη μέλη. Αποτελούν αντικείμενο εντάλματος είσπραξης εκδιδόμενου από τον αρμόδιο διατάκτη.

4.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την πρόβλεψη απαιτήσεων.



Τμήμα 3

Βεβαίωση των απαιτήσεων

Άρθρο 78

Βεβαίωση απαίτησης

1.  Βεβαίωση μιας απαίτησης είναι η πράξη με την οποία ο αρμόδιος διατάκτης:

α) επαληθεύει την ύπαρξη οφειλής·

β) προσδιορίζει ή επαληθεύει την πραγματική υπόσταση και το ποσό της οφειλής·

γ) επαληθεύει τους όρους υπό τους οποίους η οφειλή καθίσταται απαιτητή.

2.  Οι ίδιοι πόροι που αποδίδονται στην Επιτροπή, καθώς και κάθε απαίτηση που προσδιορίζεται ως βεβαία, εκκαθαρισμένη και απαιτητή, βεβαιώνονται με ένταλμα είσπραξης στον υπόλογο, ακολουθούμενο από χρεωστικό σημείωμα προς τον οφειλέτη, τα οποία εκδίδονται και τα δύο από τον αρμόδιο διατάκτη.

3.  Τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά ανακτώνται.

4.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τη βεβαίωση των απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας και των δικαιολογητικών εγγράφων, και για τους τόκους υπερημερίας.



Τμήμα 4

Εντολή είσπραξης

Άρθρο 79

Εντολή είσπραξης

1.  Εντολή είσπραξης είναι η πράξη με την οποία ο αρμόδιος διατάκτης παραγγέλλει στον υπόλογο, με την έκδοση εντάλματος είσπραξης, να εισπράξει απαίτηση την οποία ο αρμόδιος διατάκτης έχει βεβαιώσει.

2.  Το οικείο όργανο μπορεί να διατυπώσει επίσημα τη βεβαίωση απαίτησης εις βάρος προσώπων, εκτός των κρατών μελών, σε απόφαση που αποτελεί τίτλο εκτελεστό κατά την έννοια του άρθρου 299 ΣΛΕΕ.

Εάν το απαιτεί η αποτελεσματική και έγκαιρη προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, η Επιτροπή μπορεί επίσης, σε εξαιρετικές περιστάσεις, να εκδώσει μια τέτοια εκτελεστή απόφαση υπέρ άλλων οργάνων, ύστερα από αίτησή τους, για απαιτήσεις που προκύπτουν σε σχέση με υπαλλήλους στους οποίους εφαρμόζεται ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την έκδοση της εντολής είσπραξης.



Τμήμα 5

Είσπραξη

Άρθρο 80

Κανόνες περί είσπραξης

1.  Ο υπόλογος αναλαμβάνει την εκτέλεση των ενταλμάτων είσπραξης των απαιτήσεων που έχουν εκδοθεί κατά τα δέοντα από τον αρμόδιο διατάκτη. Ο υπόλογος οφείλει να επιδεικνύει επιμέλεια, με σκοπό την εξασφάλιση της είσπραξης των εσόδων της Ένωσης και να μεριμνά για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων της.

Ο υπόλογος προβαίνει σε είσπραξη κατά συμψηφισμό και κατά το οφειλόμενο ποσό των απαιτήσεων της Ένωσης έναντι κάθε οφειλέτη ο οποίος είναι ο ίδιος κάτοχος απαίτησης έναντι της Ένωσης. Οι εν λόγω απαιτήσεις πρέπει να είναι βέβαιες, εκκαθαρισμένες και απαιτητές.

2.  Όταν ο κύριος διατάκτης προτίθεται να παραιτηθεί εν όλω ή εν μέρει από την είσπραξη βεβαιωθείσας απαίτησης, βεβαιώνεται ότι η παραίτηση είναι κανονική και σύμφωνη προς τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και της αναλογικότητας. Η απόφαση παραίτησης πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Ο διατάκτης μπορεί να αναθέσει το δικαίωμα απόφασης παραίτησης.

Ο κύριος διατάκτης μπορεί να ακυρώσει βεβαιωθείσα απαίτηση, εν όλω ή εν μέρει. Η μερική ακύρωση βεβαιωθείσας απαίτησης δεν συνεπάγεται παραίτηση από βεβαιωθέν δικαίωμα της Ένωσης.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τον τρόπο είσπραξης, συμπεριλαμβανομένης της είσπραξης με συμψηφισμό, τη διαδικασία είσπραξης ελλείψει εκούσιας πληρωμής, την επιμήκυνση των προθεσμιών πληρωμής, την είσπραξη προστίμων και λοιπών χρηματικών ποινών, την παραίτηση από την είσπραξη και την ακύρωση βεβαιωθείσας απαίτησης.

3.  Τα κράτη μέλη είναι κατ’ αρχήν αρμόδια για τη διενέργεια λογιστικών και λοιπών ελέγχων και για την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στους τομεακούς κανόνες. Εφόσον τα κράτη μέλη εντοπίζουν και διορθώνουν παρατυπίες για ίδιο λογαριασμό, εξαιρούνται από τις δημοσιονομικές διορθώσεις στις οποίες προβαίνει η Επιτροπή σε σχέση με τις συγκεκριμένες παρατυπίες.

4.  Η Επιτροπή προβαίνει σε δημοσιονομικές διορθώσεις για τα κράτη μέλη, προκειμένου να αποκλείσει από τη χρηματοδότηση της Ένωσης δαπάνες οι οποίες πραγματοποιούνται κατά παράβαση της νομοθεσίας. Η Επιτροπή βασίζει τις δημοσιονομικές της διορθώσεις στον εντοπισμό αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και στις επιπτώσεις για τον προϋπολογισμό. Εάν αυτά τα ποσά δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστούν με ακρίβεια, η Επιτροπή μπορεί να εφαρμόζει διορθώσεις κατά παρέκταση ή κατ' αποκοπή, σύμφωνα με τους τομεακούς κανόνες.

Όταν αποφασίζει σχετικά με το ποσό της δημοσιονομικής διόρθωσης, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα της παραβίασης της εφαρμοστέας νομοθεσίας και τις χρηματοοικονομικές επιπτώσεις στον προϋπολογισμό, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων κατά τις οποίες διαπιστώνονται ελλείψεις στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου.

Τα κριτήρια για τον προσδιορισμό δημοσιονομικών διορθώσεων και η εφαρμοστέα διαδικασία είναι δυνατόν να θεσπίζονται στο πλαίσιο των τομεακών κανόνων.

5.  Η μεθοδολογία για την εφαρμογή διορθώσεων κατά παρέκταση ή κατ' αποκοπή θεσπίζεται σύμφωνα με τους τομεακούς κανόνες και με στόχο να έχει η Επιτροπή τη δυνατότητα να προστατεύει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης.

Άρθρο 81

Προθεσμία παραγραφής

1.  Με την επιφύλαξη των διατάξεων ειδικών κανονισμών και της εφαρμογής της απόφασης 2007/436/ΕΚ, Ευρατόμ, οι απαιτήσεις της Ένωσης έναντι τρίτων, καθώς και οι απαιτήσεις τρίτων έναντι της Ένωσης υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή.

2.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την προθεσμία παραγραφής.

Άρθρο 82

Εθνική μεταχείριση των απαιτήσεων της Ένωσης

Σε περίπτωση διαδικασίας αφερεγγυότητας, οι απαιτήσεις της Ένωσης έχουν την ίδια προτιμησιακή μεταχείριση με τις ανάλογες απαιτήσεις δημόσιων φορέων στα κράτη μέλη όπου διεξάγεται η διαδικασία αφερεγγυότητας.

Άρθρο 83

Πρόστιμα, κυρώσεις και παραγόμενοι τόκοι που επιβάλλονται από την Επιτροπή

1.  Τα ποσά που εισπράττονται ως πρόστιμα, ποινές και κυρώσεις, και κάθε παραγόμενος τόκος ή άλλα έσοδα που δημιουργούνται από αυτά δεν εγγράφονται ως έσοδα του προϋπολογισμού ενόσω οι αντίστοιχες αποφάσεις είναι δυνατόν να ανατραπούν από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.  Τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εγγράφονται ως έσοδα του προϋπολογισμού όσο το δυνατόν συντομότερα και το αργότερο κατά το έτος που ακολουθεί την εξάντληση όλων των ένδικων μέσων. Τα ποσά που επιστρέφονται στην οντότητα που τα έχει καταβάλει σύμφωνα με απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν εγγράφονται ως έσοδα του προϋπολογισμού.

3.  Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στις αποφάσεις εκκαθάρισης λογαριασμών ή δημοσιονομικών διορθώσεων.

4.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τα ποσά που εισπράττονται υπό μορφή προστίμων, κυρώσεων και παραγόμενων τόκων.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Πράξεις δαπανών

Άρθρο 84

Απόφαση χρηματοδότησης

1.  Κάθε δαπάνη αποτελεί αντικείμενο ανάληψης, εκκαθάρισης, εντολής πληρωμής και πληρωμής.

2.  Εκτός εάν πρόκειται για πιστώσεις οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο στοιχείο ε), μπορούν να εκτελεσθούν χωρίς βασική πράξη, της αναλήψεως δαπάνης προηγείται απόφαση χρηματοδότησης που εκδίδεται από το όργανο ή από τις αρχές τις οποίες εξουσιοδοτούν τα όργανα.

3.  Η απόφαση χρηματοδότησης της παραγράφου 2 προσδιορίζει τον επιδιωκόμενο στόχο, τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, τη μέθοδο εφαρμογής και το συνολικό ποσό της χρηματοδότησης. Περιλαμβάνεται επίσης περιγραφή των ενεργειών που θα χρηματοδοτηθούν και αναφέρεται το ποσό που διατίθεται για κάθε ενέργεια, με ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα εφαρμογής.

Σε περίπτωση έμμεσης διαχείρισης, η απόφαση χρηματοδότησης προσδιορίζει επίσης την εντεταλμένη οντότητα ή πρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ), τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν για την επιλογή της οντότητας ή του προσώπου και τα καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί.

4.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τις αποφάσεις χρηματοδότησης.



Τμήμα 1

Ανάληψη των δαπανών

Άρθρο 85

Είδη δεσμεύσεων

1.  Η δημοσιονομική δέσμευση έγκειται στην πράξη κράτησης των πιστώσεων που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση μεταγενέστερων πληρωμών προς εκπλήρωση νομικών δεσμεύσεων.

Νομική δέσμευση είναι η πράξη με την οποία ο διατάκτης δημιουργεί ή διαπιστώνει υποχρέωση από την οποία προκύπτει επιβάρυνση.

Η δημοσιονομική δέσμευση και η νομική δέσμευση εγκρίνονται από τον ίδιο διατάκτη, εκτός από δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις που προβλέπονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τα είδη δεσμεύσεων, για την έγκριση συνολικών δεσμεύσεων, για την ενιαία υπογραφή και για τις διοικητικές δαπάνες που καλύπτονται από προσωρινές δεσμεύσεις.

3.  Οι δημοσιονομικές δεσμεύσεις κατατάσσονται σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες:

α) ατομική: η δημοσιονομική δέσμευση είναι ατομική εφόσον ο δικαιούχος και το ποσό της δαπάνης έχουν προσδιορισθεί·

β) συνολική: η δημοσιονομική δέσμευση είναι συνολική εφόσον τουλάχιστον ένα από τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον καθορισμό της ατομικής δέσμευσης δεν έχει προσδιορισθεί·

γ) προσωρινή: η δημοσιονομική δέσμευση είναι προσωρινή όταν προορίζεται να καλύψει τις δαπάνες που αναφέρονται στο άρθρο 170 ή τρέχουσες δαπάνες διοικητικής φύσης και είτε το ποσό είτε οι τελικοί αποδέκτες δεν έχουν προσδιορισθεί οριστικά.

4.  Οι δημοσιονομικές δεσμεύσεις για την ανάληψη ενεργειών των οποίων η υλοποίηση εκτείνεται σε περισσότερα του ενός οικονομικά έτη μπορούν να υποδιαιρούνται, επί περισσοτέρων οικονομικών ετών, σε ετήσιες δόσεις, μόνον εφόσον τούτο προβλέπεται από τη βασική πράξη ή όταν αφορούν διοικητικές δαπάνες.

Άρθρο 86

Κανόνες που εφαρμόζονται στις δεσμεύσεις

1.  Για κάθε μέτρο που είναι δυνατόν να προκαλέσει δαπάνη εις βάρος του προϋπολογισμού, ο αρμόδιος διατάκτης προβαίνει σε δημοσιονομική δέσμευση πριν αναλάβει νομική δέσμευση έναντι τρίτων ή πριν μεταφέρει κεφάλαια σε καταπιστευματικό ταμείο βάσει του άρθρου 187.

2.  H υποχρέωση δημοσιονομικής δέσμευσης πριν από την ανάληψη νομικής δέσμευσης όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1, δεν εφαρμόζεται στις νομικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται μετά την κήρυξη καταστάσεως κρίσεως στο πλαίσιο του σχεδίου για τη συνέχιση των δραστηριοτήτων, σύμφωνα με τις διαδικασίες που υιοθετεί η Επιτροπή ή οποιοδήποτε άλλο όργανο δυνάμει της διοικητικής αυτονομίας τους.

3.  H υποχρέωση της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση επιχειρήσεων ανθρωπιστικής βοήθειας, επιχειρήσεων πολιτικής προστασίας και βοήθειας για τη διαχείριση κρίσεων, εφόσον η αποτελεσματικότητα της παρέμβασης της Ένωσης απαιτεί την άμεση ανάληψη νομικής δέσμευσης έναντι τρίτων και δεν είναι δυνατός ο προηγούμενος καταλογισμός της ατομικής δημοσιονομικής δέσμευσης. Ο καταλογισμός της δημοσιονομικής δέσμευσης γίνεται αμέσως μετά την ανάληψη νομικής δέσμευσης έναντι τρίτων.

4.  Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του τίτλου IV του μέρους II, οι συνολικές δημοσιονομικές δεσμεύσεις καλύπτουν το συνολικό κόστος των αντίστοιχων ατομικών νομικών δεσμεύσεων που έχουν συναφθεί έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους ν + 1.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 85 παράγραφος 4 και 203 παράγραφος 2, οι ατομικές νομικές δεσμεύσεις που αφορούν ατομικές ή προσωρινές δημοσιονομικές δεσμεύσεις συνάπτονται πριν από την 31η Δεκεμβρίου του έτους ν.

Κατά την εκπνοή των περιόδων που αναφέρονται στο πρώτο και στο δεύτερο εδάφιο, το μη εκτελεσθέν υπόλοιπο αυτών των δημοσιονομικών δεσμεύσεων αποδεσμεύεται από τον αρμόδιο διατάκτη.

Η έγκριση καθεμιάς από τις ατομικές νομικές δεσμεύσεις εν συνεχεία συνολικής δημοσιονομικής δέσμευσης αποτελεί, πριν από την υπογραφή της, αντικείμενο εγγραφής του σχετικού ποσού στη λογιστική του προϋπολογισμού, από τον αρμόδιο διατάκτη, με καταλογισμό στη συνολική δημοσιονομική δέσμευση.

5.  Οι δημοσιονομικές και νομικές δεσμεύσεις για ενέργειες των οποίων η υλοποίηση εκτείνεται σε περισσότερα του ενός οικονομικά έτη περιλαμβάνουν, εκτός εάν πρόκειται για δαπάνες προσωπικού, καταληκτική ημερομηνία εκτέλεσης που καθορίζεται σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.

Τα τμήματα τέτοιων δεσμεύσεων που δεν έχουν εκτελεσθεί έξι μήνες μετά την ημερομηνία αυτή αποτελούν αντικείμενο αποδέσμευσης σύμφωνα με το άρθρο 15.

Το ποσό δημοσιονομικής δέσμευσης η οποία αντιστοιχεί σε νομική δέσμευση για την οποία δεν πραγματοποιήθηκε καμία πληρωμή κατά την έννοια του άρθρου 90 επί διάστημα δύο ετών μετά την υπογραφή της νομικής δέσμευσης, αποδεσμεύεται, εκτός εάν το ποσό αυτό σχετίζεται με υποθέσεις που τελούν υπό εξέταση από δικαστήρια ή διαιτητικούς φορείς, ή σε περίπτωση ύπαρξης ειδικών διατάξεων σε τομεακούς κανόνες.

6.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τις δημοσιονομικές και νομικές δεσμεύσεις, συμπεριλαμβανομένης της εγγραφής των ατομικών δεσμεύσεων.

Άρθρο 87

Επαληθεύσεις που εφαρμόζονται στις δεσμεύσεις

1.  Κατά την έγκριση μιας δημοσιονομικής δέσμευσης, ο αρμόδιος διατάκτης βεβαιώνεται:

α) για την ακρίβεια του καταλογισμού στον προϋπολογισμό·

β) για τη διαθεσιμότητα των πιστώσεων·

γ) για τη συμμόρφωση της δαπάνης προς τις διατάξεις των Συνθηκών, του προϋπολογισμού, του παρόντος κανονισμού, των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, καθώς και κάθε πράξης που έχει εκδοθεί δυνάμει των συνθηκών και άλλων κανονισμών·

δ) για την τήρηση της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Η καταλληλότητα προχρηματοδοτήσεων, το ποσό τους και το γενικό χρονοδιάγραμμα των πληρωμών είναι ανάλογο με την προβλεπόμενη διάρκεια, την πρόοδο εκτέλεσης και τους δημοσιονομικούς κινδύνους που συνεπάγονται αυτές οι προχρηματοδοτήσεις.

2.  Κατά την εγγραφή νομικής δέσμευσης με ιδιόχειρη ή ηλεκτρονική υπογραφή, ο διατάκτης βεβαιώνεται:

α) για την κάλυψη της υποχρέωσης από την αντίστοιχη δημοσιονομική δέσμευση·

β) για την κανονικότητα και τη συμβατότητα της δαπάνης προς τις διατάξεις των Συνθηκών, του προϋπολογισμού, του παρόντος κανονισμού, των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού, καθώς και κάθε πράξης που έχει εκδοθεί κατ' εφαρμογή των συνθηκών και των κανονισμών·

γ) για την τήρηση της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.

3.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τις διάφορες δεσμεύσεις.



Τμήμα 2

Εκκαθάριση των δαπανών

Άρθρο 88

Εκκαθάριση δαπάνης

1.  Εκκαθάριση μιας δαπάνης είναι η πράξη με την οποία ο αρμόδιος διατάκτης:

α) επαληθεύει την ύπαρξη των δικαιωμάτων είσπραξης του πιστωτή·

β) προσδιορίζει ή επαληθεύει την ύπαρξη και το ποσό της απαίτησης·

γ) επαληθεύει τους όρους υπό τους οποίους η απαίτηση καθίσταται απαιτητή.

2.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες που αφορούν την εκκαθάριση των δαπανών, συμπεριλαμβανομένων της έγκρισης πληρωμής για τις δαπάνες προσωπικού και για τις ενδιάμεσες πληρωμές και τις πληρωμές υπολοίπου των δημόσιων συμβάσεων και των επιδοτήσεων, των περιπτώσεων με την ένδειξη «βεβαιώνεται η ακρίβεια» για πληρωμές προχρηματοδότησης, καθώς και των ενδείξεων «εγκρίνεται η πληρωμή» και «βεβαιώνεται η ακρίβεια».



Τμήμα 3

Εντολή πληρωμής των δαπανών

Άρθρο 89

Εντολή πληρωμής δαπάνης

1.  Εντολή πληρωμής των δαπανών είναι η πράξη με την οποία ο αρμόδιος διατάκτης, αφού βεβαιωθεί για τη διαθεσιμότητα των πιστώσεων, παραγγέλλει στον υπόλογο, μέσω της έκδοσης εντάλματος πληρωμής, να πληρώσει το ποσό της δαπάνης την οποία ο αρμόδιος διατάκτης έχει εκκαθαρίσει.

Οσάκις πραγματοποιούνται περιοδικές πληρωμές για παρεχόμενες υπηρεσίες, περιλαμβανομένης της εκμίσθωσης, ή παραδιδόμενα αγαθά, και υπό την αίρεση της ανάλυσης κινδύνων που πραγματοποιεί ο διατάκτης, αυτός είναι δυνατόν να διατάξει την εφαρμογή συστήματος άμεσης χρέωσης.

2.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την εντολή πληρωμής των δαπανών, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού των υποχρεωτικών πληροφοριών για τα εντάλματα πληρωμής και της επαλήθευσης των ενταλμάτων πληρωμής από τον διατάκτη.



Τμήμα 4

Πληρωμή των δαπανών

Άρθρο 90

Είδη πληρωμών

1.  Η πληρωμή πρέπει να στηρίζεται στην απόδειξη ότι η αντίστοιχη ενέργεια είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις της βασικής πράξης ή της σύμβασης, και καλύπτει μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες πράξεις:

α) πληρωμή του συνόλου των οφειλόμενων ποσών·

β) πληρωμή των οφειλόμενων ποσών σύμφωνα με τους ακόλουθους τρόπους:

i) προχρηματοδότηση, ενδεχομένως υποδιαιρούμενη σε περισσότερες καταβολές μετά την υπογραφή της συμφωνίας ανάθεσης, της σύμβασης ή της συμφωνίας επιδότησης ή μετά την κοινοποίηση της απόφασης επιδότησης,

ii) μία ή περισσότερες ενδιάμεσες πληρωμές ως αντάλλαγμα μερικής εκτέλεσης της ενέργειας,

iii) πληρωμή του υπολοίπου των οφειλόμενων ποσών όταν η ενέργεια έχει εκτελεστεί πλήρως.

2.  Η λογιστική του προϋπολογισμού διαχωρίζει τα διάφορα είδη πληρωμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 κατά τον χρόνο της εκτέλεσης κάθε πληρωμής.

3.  Οι λογιστικοί κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 152 περιλαμβάνουν τους κανόνες για την εκκαθάριση των προχρηματοδοτήσεων στους λογαριασμούς και για τη βεβαίωση της επιλεξιμότητας των δαπανών.

4.  Οι πληρωμές προχρηματοδότησης αποτελούν αντικείμενο τακτικής εκκαθάρισης από τον αρμόδιο διατάκτη, σύμφωνα με την οικονομική φύση και τη χρονική κλιμάκωση του υποκείμενου έργου.

Εάν ο αρμόδιος διατάκτης κρίνει ότι δεν είναι αποτελεσματικό να ζητήσει δημοσιονομικό δελτίο από τους δικαιούχους και τους αναδόχους, και προκειμένου περί επιδοτήσεων ή συμβάσεων ύψους άνω των 5 000 000 EUR, αντλεί πληροφορίες από αυτούς για τη σωρευτική δαπάνη τουλάχιστον μία φορά ετησίως.

Για τους σκοπούς του δεύτερου εδαφίου, συμπεριλαμβάνονται κατάλληλες διατάξεις στις συμβάσεις, στις αποφάσεις και στις συμφωνίες επιδότησης, καθώς και στις συμφωνίες ανάθεσης.

Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου νοούνται με την επιφύλαξη των ειδικών κανόνων που καθορίζονται στον τίτλο IV του μέρους ΙΙ.

5.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τα είδη πληρωμών και τα δικαιολογητικά έγγραφα.

Άρθρο 91

Πληρωμές που περιορίζονται στα διαθέσιμα ποσά

Η πληρωμή των δαπανών πραγματοποιείται από τον υπόλογο εντός του ορίου των διαθέσιμων χρηματικών ποσών.



Τμήμα 5

Προθεσμίες των πράξεων δαπανών

Άρθρο 92

Προθεσμίες

1.  Οι προθεσμίες για την πραγματοποίηση των πληρωμών είναι οι εξής:

α) 90 ημερολογιακές ημέρες για τις συμφωνίες ανάθεσης, τις συμβάσεις, τις συμφωνίες επιδότησης και τις αποφάσεις για τεχνικές υπηρεσίες ή ενέργειες που είναι ιδιαιτέρως πολύπλοκο να αξιολογηθούν και για τις οποίες η πληρωμή υπόκειται σε έγκριση έκθεσης ή πιστοποιητικού·

β) 60 ημερολογιακές ημέρες για όλες τις άλλες συμφωνίες ανάθεσης, τις συμβάσεις, τις συμφωνίες επιδότησης και τις αποφάσεις για τις οποίες η πληρωμή υπόκειται σε έγκριση έκθεσης ή πιστοποιητικού·

γ) 30 ημερολογιακές ημέρες για όλες τις άλλες συμφωνίες ανάθεσης, συμβάσεις, συμφωνίες επιδότησης και αποφάσεις.

2.  Η προθεσμία πληρωμής μπορεί να ανασταλεί από τον αρμόδιο διατάκτη εάν:

α) δεν οφείλεται το ποσό της αίτησης πληρωμής· ή

β) δεν έχουν προσκομισθεί τα ενδεδειγμένα δικαιολογητικά·

αν περιέλθουν σε γνώση του αρμόδιου διατάκτη πληροφορίες που δημιουργούν αμφιβολίες ως προς την επιλεξιμότητα των δαπανών που εμφαίνονται σε αίτηση πληρωμής, ο διατάκτης μπορεί να αναστέλλει την προθεσμία πληρωμής με σκοπό να βεβαιωθεί, συμπεριλαμβανομένων επιτόπιων ελέγχων, ότι οι δαπάνες είναι όντως επιλέξιμες.

3.  Οι ενδιαφερόμενοι πιστωτές ενημερώνονται εγγράφως για τους λόγους της αναστολής αυτής.

4.  Ο πιστωτής μπορεί να ζητήσει απόφαση του αρμόδιου διατάκτη για τη συνέχιση της αναστολής, αν η αναστολή υπερβαίνει τους δύο μήνες.

5.  Εκτός από την περίπτωση των κρατών μελών, μετά την παρέλευση των προθεσμιών που ορίζονται στην παράγραφο 1, ο πιστωτής δικαιούται τόκους.

6.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τις προθεσμίες πληρωμής και για τον προσδιορισμό των όρων υπό τους οποίους οι πιστωτές που πληρώθηκαν με καθυστέρηση δικαιούνται τόκους υπερημερίας εις βάρος της γραμμής στην οποία είχε εγγραφεί η δαπάνη ως προς το κεφάλαιο.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Συστήματα πληροφορικής και ηλεκτρονική διακυβέρνηση

Άρθρο 93

Ηλεκτρονική διαχείριση των πράξεων

1.  Σε περίπτωση διαχείρισης των πράξεων εσόδων και δαπανών με συστήματα πληροφορικής, οι υπογραφές μπορούν να τεθούν με μηχανοργανωμένη ή ηλεκτρονική διαδικασία.

2.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την ηλεκτρονική διαχείριση των πράξεων.

Άρθρο 94

Διαβίβαση εγγράφων

Με την επιφύλαξη της προηγούμενης συμφωνίας των ενδιαφερόμενων θεσμικών οργάνων και κρατών μελών, η διαβίβαση εγγράφων μεταξύ τους μπορεί να γίνεται με ηλεκτρονικά μέσα.

Άρθρο 95

Ηλεκτρονική διακυβέρνηση (e-Government)

1.  Σε περίπτωση επιμερισμένης διαχείρισης, όλες οι επίσημες ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής πραγματοποιούνται με τα μέσα που υποδεικνύονται στους τομεακούς κανόνες. Οι κανόνες αυτοί μεριμνούν για τη διαλειτουργικότητα των δεδομένων που συλλέγονται ή λαμβάνονται και διαβιβάζονται με άλλο τρόπο στο πλαίσιο της διαχείρισης του προϋπολογισμού.

2.  Τα θεσμικά όργανα και οι εκτελεστικοί οργανισμοί, καθώς και οι οργανισμοί που αναφέρονται στο άρθρο 208, καθιερώνουν και εφαρμόζουν ενιαία πρότυπα για την ηλεκτρονική ανταλλαγή πληροφοριών με τρίτους οι οποίοι συμμετέχουν στις διαδικασίες δημόσιων συμβάσεων και χορήγησης επιδοτήσεων. Ειδικότερα, σχεδιάζουν και εφαρμόζουν, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, ενιαία πρότυπα για την υποβολή, αποθήκευση και επεξεργασία των δεδομένων που υποβάλλονται στο πλαίσιο των διαδικασιών δημόσιων συμβάσεων και χορήγησης επιδοτήσεων και, για τον σκοπό αυτό, δημιουργούν έναν ενιαίο «χώρο ηλεκτρονικής ανταλλαγής δεδομένων» για τους αιτούντες, υποψηφίους και προσφέροντες.

3.  Η Επιτροπή υποβάλλει τακτικά έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την πρόοδο που σημειώνεται όσον αφορά την εφαρμογή της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Αρχές διοικητικής λειτουργίας

Άρθρο 96

Καλή διοίκηση

1.  Ο αρμόδιος διατάκτης γνωστοποιεί το ταχύτερο την ανάγκη παροχής στοιχείων και/ή τεκμηρίωσης, τη μορφή τους και το απαιτούμενο περιεχόμενό τους, καθώς επίσης, κατά περίπτωση, το ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα περάτωσης της διαδικασίας ανάθεσης.

2.  Εάν, λόγω προφανούς παραδρομής, ο υποψήφιος ή ο προσφέρων δεν υποβάλουν στοιχεία ή δεν διαβιβάσουν δηλώσεις, η επιτροπή αξιολόγησης ή, κατά περίπτωση, ο αρμόδιος διατάκτης καλούν, εκτός από δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, τον υποψήφιο ή προσφέροντα να διαβιβάσει τις ελλείπουσες πληροφορίες ή να αποσαφηνίσει τα δικαιολογητικά έγγραφα. Αυτές οι πληροφορίες ή αποσαφηνίσεις δεν είναι δυνατόν να μεταβάλλουν ουσιωδώς την πρόταση ή να αλλοιώνουν τους όρους της προσφοράς.

Άρθρο 97

Επισήμανση των μέσων προσφυγής

Εάν μια διαδικαστική πράξη ενός διατάκτη επιδρά δυσμενώς στα δικαιώματα ενός υποψηφίου ή προσφέροντος, δικαιούχου ή αναδόχου, περιέχει επισήμανση των διαθέσιμων μέσων διοικητικής και/ή δικαστικής προσφυγής για την αμφισβήτηση της πράξης αυτής.

Ειδικότερα, αναφέρονται η φύση της προσφυγής, το όργανο ή τα όργανα ενώπιον των οποίων μπορεί να ασκηθεί, καθώς και οι προθεσμίες για την άσκησή της.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Εσωτερικός ελεγκτής

Άρθρο 98

Διορισμός του εσωτερικού ελεγκτή

1.  Κάθε όργανο ορίζει καθήκοντα εσωτερικού ελέγχου που ασκούνται σύμφωνα με τα σχετικά διεθνή πρότυπα. Ο εσωτερικός ελεγκτής, που διορίζεται από το όργανο, υπέχει ευθύνη έναντι αυτού όσον αφορά την επαλήθευση της εύρυθμης λειτουργίας των συστημάτων και των διαδικασιών εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Ο εσωτερικός ελεγκτής δεν μπορεί να είναι ούτε διατάκτης ούτε υπόλογος.

2.  Για τους σκοπούς του εσωτερικού ελέγχου της ΕΥΕΔ, οι επικεφαλής των αντιπροσωπειών της Ένωσης που ενεργούν ως δευτερεύοντες διατάκτες σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 2, υπόκεινται στις ελεγκτικές εξουσίες του εσωτερικού ελεγκτή της Επιτροπής όσον αφορά τα καθήκοντα δημοσιονομικής διαχείρισης που τους έχουν ανατεθεί.

Ο εσωτερικός ελεγκτής της Επιτροπής ενεργεί επίσης ως εσωτερικός ελεγκτής της ΕΥΕΔ όσον αφορά την εκτέλεση του τμήματος ΕΥΕΔ του προϋπολογισμού, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 213.

3.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τον διορισμό του εσωτερικού ελεγκτή.

Άρθρο 99

Αρμοδιότητες και καθήκοντα του εσωτερικού ελεγκτή

1.  Ο εσωτερικός ελεγκτής συμβουλεύει το οικείο όργανο ως προς την αντιμετώπιση των κινδύνων, διατυπώνοντας ανεξάρτητα τη γνώμη του σχετικά με την ποιότητα των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου και εκδίδοντας συστάσεις για τη βελτίωση των όρων εκτέλεσης των πράξεων και για την προώθηση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.

Ο εσωτερικός ελεγκτής είναι ιδίως επιφορτισμένος:

α) με την εκτίμηση της καταλληλότητας και της αποτελεσματικότητας των εσωτερικών συστημάτων διαχείρισης, καθώς και της απόδοσης των υπηρεσιών κατά την υλοποίηση της εκάστοτε πολιτικής, των προγραμμάτων και των ενεργειών σε σχέση με τους αντίστοιχους κινδύνους τους·

β) με την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας των συστημάτων εσωτερικού και λογιστικού ελέγχου που εφαρμόζονται σε κάθε πράξη εκτέλεσης του προϋπολογισμού.

2.  Ο εσωτερικός ελεγκτής ασκεί τα καθήκοντά του ως προς όλες τις δραστηριότητες και τις υπηρεσίες του οικείου οργάνου. Διαθέτει πλήρη και απεριόριστη πρόσβαση σε κάθε πληροφορία που απαιτείται για την άσκηση των καθηκόντων του, εν ανάγκη επιτόπου, τόσο στα κράτη μέλη όσο και σε τρίτες χώρες.

Ο εσωτερικός ελεγκτής λαμβάνει υπόψη του την ετήσια έκθεση των διατακτών και κάθε άλλο διαθέσιμο πληροφοριακό στοιχείο.

3.  Ο εσωτερικός ελεγκτής υποβάλλει στο οικείο όργανο έκθεση σχετικά με τις διαπιστώσεις και τις συστάσεις του. Το όργανο εξασφαλίζει την παρακολούθηση των συστάσεων που προκύπτουν από τους ελέγχους. Εξάλλου, ο εσωτερικός ελεγκτής υποβάλλει στο οικείο όργανο ετήσια έκθεση εσωτερικού ελέγχου η οποία αναφέρει τον αριθμό και τον τύπο των διεξαχθέντων ελέγχων, τις διατυπωθείσες συστάσεις και τη συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις αυτές.

▼M3

3α.  Κάθε χρόνο η Επιτροπή, στο πλαίσιο της διαδικασίας απαλλαγής και σύμφωνα με το άρθρο 319 ΣΛΕΕ, διαβιβάζει κατόπιν σχετικού αιτήματος την ετήσια έκθεση εσωτερικού ελέγχου κατά την έννοια της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις απαιτήσεις εμπιστευτικότητας.

▼B

4.  Το θεσμικό όργανο καθιστά διαθέσιμα τα στοιχεία επικοινωνίας του εσωτερικού ελεγκτή σε οιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εμπλέκεται σε πράξεις δαπανών, για τους σκοπούς της εμπιστευτικής επικοινωνίας με τον εσωτερικό ελεγκτή.

5.  Το όργανο διαβιβάζει κάθε έτος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση στην οποία συνοψίζονται ο αριθμός και ο τύπος των εσωτερικών ελέγχων που έχουν διεξαχθεί, οι διατυπωθείσες συστάσεις και η συνέχεια που δόθηκε στις συστάσεις αυτές.

6.  Οι εκθέσεις και οι διαπιστώσεις του εσωτερικού ελεγκτή, καθώς και η έκθεση του οργάνου, καθίστανται προσιτές στο κοινό μόνο μετά την επικύρωση από τον εσωτερικό ελεγκτή των δράσεων που αναλαμβάνονται κατ’ εφαρμογήν τους.

7.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του εσωτερικού ελεγκτή.

Άρθρο 100

Ανεξαρτησία του εσωτερικού ελεγκτή

1.  Το οικείο όργανο προβλέπει ειδικούς κανόνες για τον εσωτερικό ελεγκτή, οι οποίοι εξασφαλίζουν την πλήρη ανεξαρτησία του εσωτερικού ελεγκτή κατά την άσκηση των καθηκόντων του και καθορίζουν την ευθύνη του.

Εάν ο εσωτερικός ελεγκτής είναι μέλος του προσωπικού, ασκεί τα αποκλειστικά του καθήκοντα λογιστικού ελέγχου με πλήρη ανεξαρτησία και υπέχει ευθύνη υπό τους όρους που προβλέπονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και διευκρινίζονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

2.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την ανεξαρτησία και την ευθύνη του εσωτερικού ελεγκτή, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος του εσωτερικού ελεγκτή να προσφεύγει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.



▼M3

ΤΙΤΛΟΣ V

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΠΡΟΜΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ

▼B



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Γενικές διατάξεις



Τμήμα 1

Πεδίο εφαρμογής και αρχές που διέπουν την ανάθεση

▼M3

Άρθρο 101

Ορισμοί για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου

1.  Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου:

α) ως «προμήθεια» νοείται η δια συμβάσεως απόκτηση έργων, αγαθών ή υπηρεσιών και η απόκτηση ή μίσθωση γης, υφιστάμενων κτιρίων ή άλλων ακινήτων από μία ή περισσότερες αναθέτουσες αρχές από οικονομικούς φορείς που επιλέγουν οι ίδιες αναθέτουσες αρχές·

β) ως «δημόσια σύμβαση» νοείται η σύμβαση εξ επαχθούς αιτίας η οποία συνάπτεται γραπτώς μεταξύ ενός ή περισσότερων οικονομικών φορέων και μιας ή περισσότερων αναθετουσών αρχών, κατά την έννοια των άρθρων 117 και 190, με σκοπό την απόκτηση κινητών ή ακινήτων περιουσιακών στοιχείων, την εκτέλεση έργων ή την παροχή υπηρεσιών έναντι καταβολής αντιτίμου, το οποίο καταβάλλεται εν όλω ή εν μέρει από τον προϋπολογισμό.

Οι δημόσιες συμβάσεις περιλαμβάνουν:

i) τις συμβάσεις ακινήτου·

ii) τις συμβάσεις αγαθών·

iii) τις συμβάσεις έργων·

iv) τις συμβάσεις υπηρεσιών·

γ) ως «σύμβαση παραχώρησης» νοείται η σύμβαση εξ επαχθούς αιτίας που συνάπτεται γραπτώς μεταξύ ενός ή περισσότερων οικονομικών φορέων και μιας ή περισσότερων αναθετουσών αρχών, κατά την έννοια των άρθρων 117 και 190, με σκοπό την ανάθεση της εκτέλεσης έργων ή της παροχής και διαχείρισης υπηρεσιών σε έναν οικονομικό φορέα (η «παραχώρηση»). Η αμοιβή συνίσταται είτε αποκλειστικά στο δικαίωμα εκμετάλλευσης των έργων ή των υπηρεσιών ή στο δικαίωμα αυτό σε συνδυασμό με την καταβολή αμοιβής. Η ανάθεση σύμβασης παραχώρησης συνεπάγεται τη μεταβίβαση στον παραχωρησιούχο λειτουργικού κινδύνου που απορρέει από την εκμετάλλευση των εν λόγω έργων ή υπηρεσιών και ο οποίος συμπεριλαμβάνει κίνδυνο ζήτησης ή κίνδυνο προσφοράς ή και τους δύο. Ο παραχωρησιούχος θεωρείται ότι αναλαμβάνει λειτουργικό κίνδυνο όταν, υπό φυσιολογικές συνθήκες λειτουργίας, δεν υπάρχει εγγύηση για την απόσβεση της επένδυσης ή των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν κατά την εκτέλεση των σχετικών έργων ή την παροχή των υπηρεσιών·

δ) ως «σύμβαση» νοείται δημόσια σύμβαση ή σύμβαση παραχώρησης·

ε) ως «σύμβαση-πλαίσιο» νοείται η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ ενός ή περισσότερων οικονομικών φορέων και μιας ή περισσότερων αναθετουσών αρχών με σκοπό τον καθορισμό των όρων ορισμένων συμβάσεων στηριζόμενων σε αυτήν, που πρόκειται να ανατεθούν εντός συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, ιδίως όσον αφορά τις τιμές και, κατά περίπτωση, τις ποσότητες·

στ) ως «δυναμικό σύστημα αγορών» νοείται μία καθ' ολοκληρίαν ηλεκτρονική διαδικασία για αγορές τρέχουσας χρήσης·

ζ) ως «οικονομικός φορέας» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, μεταξύ των οποίων και δημόσιος φορέας, ή ομάδα ως άνω προσώπων, που προσφέρει την προμήθεια προϊόντων, την εκτέλεση έργων ή την παροχή υπηρεσιών ή ακινήτων·

η) ως «έγγραφο της προμήθειας» νοείται κάθε έγγραφο το οποίο παρουσιάζει ή στο οποίο παραπέμπει η αναθέτουσα αρχή με σκοπό να περιγράψει ή να προσδιορίσει στοιχεία της προμήθειας, μεταξύ άλλων:

i) τα μέτρα δημοσιότητας που ορίζονται στο άρθρο 103·

ii) την πρόσκληση υποβολής προσφορών·

iii) την συγγραφή υποχρεώσεων, η οποία θα περιλαμβάνει τις τεχνικές προδιαγραφές και τα σχετικά κριτήρια, ή τα περιγραφικά έγγραφα στην περίπτωση ανταγωνιστικού διαλόγου·

iv) το σχέδιο σύμβασης·

θ) ως «οριστική διοικητική απόφαση» νοείται απόφαση διοικητικής αρχής η οποία έχει οριστική και δεσμευτική ισχύ σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένος ο οικονομικός φορέας ή στην οποία βρίσκεται η αναθέτουσα αρχή ή σύμφωνα με το εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο·

ι) ως «κεντρική αρχή αγορών» νοείται αναθέτουσα αρχή που παρέχει κεντρικές δραστηριότητες αγορών και, ενδεχομένως, επικουρικές δραστηριότητες αγορών·

ια) ως «προσφέρων» νοείται οικονομικός φορέας που έχει υποβάλει προσφορά·

ιβ) ως «υποψήφιος» νοείται οικονομικός φορέας που έχει ζητήσει να του αποσταλεί ή έχει λάβει πρόσκληση συμμετοχής σε κλειστή διαδικασία, σε ανταγωνιστική διαδικασία με διαπραγμάτευση, σε ανταγωνιστικό διάλογο, σε σύμπραξη καινοτομίας, σε διαγωνισμό μελετών ή σε διαδικασία με διαπραγμάτευση·

ιγ) ως «πωλητής» νοείται οικονομικός φορέας καταχωρισμένος σε κατάλογο πωλητών που θα κληθούν να υποβάλουν αιτήσεις συμμετοχής ή προσφορές·

ιδ) ως «υπεργολάβος» νοείται οικονομικός φορέας ο οποίος προτείνεται από υποψήφιο ή προσφέροντα ή εργολάβο για την εκτέλεση μέρους σύμβασης. Ο υπεργολάβος δεν έχει δε καμία άμεση νομική δέσμευση με την αναθέτουσα αρχή.

2.  Οι μικτές συμβάσεις με αντικείμενο δύο ή περισσότερα είδη προμηθειών (έργα, αγαθά ή υπηρεσίες) ή παραχωρήσεων (έργα ή υπηρεσίες) ή με αντικείμενο τόσο προμήθειες όσο και παραχωρήσεις, ανατίθενται σύμφωνα με τις διατάξεις οι οποίες εφαρμόζονται στο είδος των προμηθειών που χαρακτηρίζει το κύριο αντικείμενο της σχετικής σύμβασης.

3.  Εξαιρουμένων των άρθρων 105α έως 108, ο παρών τίτλος δεν εφαρμόζεται στις επιδοτήσεις ή στις συμβάσεις τεχνικής βοήθειας που συνάπτονται με την ΕΤΕπ ή το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 8.

4.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 210 σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τον περαιτέρω καθορισμό και το πεδίο εφαρμογής των δημοσίων συμβάσεων και των συμβάσεων παραχώρησης, για την ισχύουσα ονοματολογία με αναφορά στο «Κοινό Λεξιλόγιο για τις Δημόσιες Συμβάσεις», για τις μικτές συμβάσεις, για τους οικονομικούς φορείς, καθώς και για τις συμβάσεις-πλαίσια και τις ειδικές συμβάσεις που βασίζονται σε αυτές, καλύπτοντας τη μέγιστη διάρκεια των συμβάσεων-πλαισίων και την ανάθεση και τις μεθόδους εκτέλεσης των ειδικών συμβάσεων που βασίζονται σε συμβάσεις-πλαίσια συναφθείσες με έναν μόνο οικονομικό φορέα ή με περισσότερους του ενός οικονομικούς φορείς αντίστοιχα.

▼B

Άρθρο 102

Αρχές που εφαρμόζονται στις δημόσιες συμβάσεις

1.  Όλες οι δημόσιες συμβάσεις που χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει από τον προϋπολογισμό τηρούν τις αρχές της διαφάνειας, της αναλογικότητας, της ίσης μεταχείρισης και της μη διάκρισης.

▼M3

2.  Όλες οι συμβάσεις ανατίθενται με την ευρύτερη δυνατή διαδικασία ανταγωνισμού, εκτός αν γίνει χρήση της διαδικασίας που αναφέρεται στο άρθρο 104 παράγραφος 1 στοιχείο δ).

Η εκτιμώμενη αξία μιας σύμβασης δεν μπορεί να ορίζεται με πρόθεση καταστρατήγησης των εφαρμοστέων κανόνων ούτε επιτρέπεται η κατάτμηση μιας σύμβασης για τον ίδιο σκοπό.

Η αναθέτουσα αρχή υποδιαιρεί τη σύμβαση σε παρτίδες, εφόσον είναι σκόπιμο, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την ευρεία βάση του ανταγωνισμού.

▼M3

3.  Οι αναθέτουσες αρχές δεν χρησιμοποιούν τις συμβάσεις-πλαίσια κατά τρόπο καταχρηστικό ή με στόχο ή αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού.

▼B



Τμήμα 2

Δημοσιότητα

▼M3

Άρθρο 103

Μέτρα δημοσιότητας

1.  Για διαδικασίες που αφορούν αξία ίση ή μεγαλύτερη από τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 118 παράγραφος 1 και του άρθρου 190, η αναθέτουσα αρχή δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

α) γνωστοποίηση προκήρυξης σύμβασης, εκτός από την περίπτωση της διαδικασίας που αναφέρεται στο άρθρο 104 παράγραφος 1 στοιχείο δ)·

β) γνωστοποίηση ανάθεσης σύμβασης με τα αποτελέσματα της διαδικασίας.

2.  Οι διαδικασίες που αφορούν αξία χαμηλότερη από τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 118 παράγραφος 1 ή το άρθρο 190 δημοσιοποιούνται με τα κατάλληλα μέσα.

3.  Επιτρέπεται η μη δημοσίευση ορισμένων πληροφοριών για την ανάθεση σύμβασης αν η δημοσίευσή τους θα εμπόδιζε την εφαρμογή της νομοθεσίας ή θα ήταν κατ' άλλον τρόπο αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον, θα έβλαπτε τα νόμιμα εμπορικά συμφέροντα οικονομικών φορέων ή τον θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ τους.

4.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά τις απαιτήσεις δημοσιότητας των διαδικασιών με βάση την αξία τους σε σύγκριση με τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 118, παράγραφος 1, όσον αφορά τη δημοσιότητα την οποία μπορεί να αναλάβει να υλοποιήσει η αναθέτουσα αρχή με απόλυτη τήρηση της αρχής της αποφυγής διακρίσεων, καθώς και όσον αφορά το περιεχόμενο και τη δημοσίευση των γνωστοποιήσεων.

▼B



Τμήμα 3

Διαδικασίες σύναψης συμβάσεων

▼M3

Άρθρο 104

Διαδικασίες προμηθειών

1.  Οι διαδικασίες προμηθειών για την ανάθεση συμβάσεων παραχώρησης ή δημοσίων συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένων συμβάσεων-πλαισίων, λαμβάνουν μία από τις ακόλουθες μορφές:

α) ανοικτή διαδικασία·

β) κλειστή διαδικασία, μεταξύ άλλων μέσω ενός δυναμικού συστήματος αγορών·

γ) διαγωνισμός μελετών·

δ) διαδικασία με διαπραγμάτευση, μεταξύ άλλων χωρίς προηγούμενη δημοσίευση·

ε) ανταγωνιστικός διάλογος·

στ) ανταγωνιστική διαδικασία με διαπραγμάτευση·

ζ) σύμπραξη καινοτομίας·

η) διαδικασίες μετά από πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος.

2.  Στις ανοικτές διαδικασίες, κάθε ενδιαφερόμενος οικονομικός φορέας μπορεί να υποβάλει προσφορά.

3.  Στις κλειστές διαδικασίες, στους ανταγωνιστικούς διαλόγους, στις ανταγωνιστικές διαδικασίες με διαπραγμάτευση και στις συμπράξεις καινοτομίας οποιοσδήποτε οικονομικός φορέας μπορεί να υποβάλει αίτηση συμμετοχής παρέχοντας τις πληροφορίες που ζητούνται από την αναθέτουσα αρχή. Η αναθέτουσα αρχή καλεί όλους τους υποψήφιους που πληρούν τα κριτήρια επιλογής και οι οποίοι δεν εμπίπτουν σε καμία από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 106 και 107, να υποβάλουν προσφορά.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να περιορίζει τον αριθμό των υποψηφίων που θα κληθούν να συμμετάσχουν στη διαδικασία βάσει αντικειμενικών κριτηρίων επιλογής που δεν επιφέρουν διακρίσεις και τα οποία αναφέρονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού ή στην πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Ο αριθμός των υποψηφίων που καλούνται είναι επαρκής για την εξασφάλιση πραγματικού ανταγωνισμού.

4.  Σε όλες τις διαδικασίες με διαπραγμάτευση, η αναθέτουσα αρχή διαπραγματεύεται με τους προσφέροντες τις αρχικές και τυχόν μεταγενέστερες προσφορές ή μέρη αυτών, εκτός από τις τελικές προσφορές τους, με στόχο να βελτιωθεί το περιεχόμενό τους. Οι ελάχιστες απαιτήσεις και τα κριτήρια που καθορίζονται στα έγγραφα της σύμβασης δεν υπόκεινται σε διαπραγμάτευση.

Οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να αναθέτουν συμβάσεις με βάση την αρχική προσφορά χωρίς διαπραγμάτευση, εφόσον έχουν αναφέρει στα έγγραφα της σύμβασης ότι διατηρούν τη δυνατότητα να το πράξουν.

5.  Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να χρησιμοποιεί:

α) ανοικτή ή κλειστή διαδικασία για κάθε αγορά·

β) τις διαδικασίες μετά από πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για συμβάσεις αξίας χαμηλότερης των κατωτάτων ορίων που αναφέρονται στο άρθρο 118 παράγραφος 1, προκειμένου να προεπιλεγούν οι υποψήφιοι που θα κληθούν να υποβάλουν προσφορά κατά τις μελλοντικές κλειστές προσκλήσεις για υποβολή προσφορών ή προκειμένου να καταρτισθεί κατάλογος πωλητών που θα κληθούν να υποβάλουν αιτήσεις συμμετοχής ή προσφορές·

γ) τον διαγωνισμό μελετών για την εξασφάλιση μελέτης ή σχεδίου που επιλέγεται από κριτική επιτροπή κατόπιν διαγωνισμού·

δ) την σύμπραξη καινοτομίας για την ανάπτυξη καινοτόμου προϊόντος, υπηρεσίας ή καινοτόμων έργων και για την επακόλουθη αγορά των αγαθών, υπηρεσιών ή έργων που προκύπτουν·

ε) την ανταγωνιστική διαδικασία με διαπραγμάτευση ή τον ανταγωνιστικό διάλογο για τις συμβάσεις παραχώρησης, για τις συμβάσεις υπηρεσιών που αναφέρονται στο παράρτημα XIV της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 9 ), στις περιπτώσεις όπου υποβλήθηκαν μόνον αντικανονικές ή απαράδεκτες προσφορές στο πλαίσιο ανοικτής ή κλειστής διαδικασίας, αφού ολοκληρώθηκε η αρχική διαδικασία, και για τις περιπτώσεις όπου τούτο δικαιολογείται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις που συνδέονται, μεταξύ άλλων, με τη φύση ή την πολυπλοκότητα του αντικειμένου της σύμβασης ή με την ειδική φύση της σύμβασης, κατά τα οριζόμενα λεπτομερέστερα στις κατ' εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

στ) τη διαδικασία με διαπραγμάτευση για συμβάσεις των οποίων η αξία είναι χαμηλότερη από τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 118 παράγραφος 1 ή, τη διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση, μόνον για συγκεκριμένα είδη αγορών που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24/ΕΕ και υπό σαφώς καθορισμένες εξαιρετικές περιστάσεις, όπως ορίζονται στις κατ' εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

6.  Το δυναμικό σύστημα αγορών παραμένει ανοικτό καθ' όλην τη διάρκειά του για οποιονδήποτε οικονομικό φορέα πληροί τα κριτήρια επιλογής.

Η αναθέτουσα αρχή ακολουθεί τους κανόνες της κλειστής διαδικασίας για την ανάθεση συμβάσεων μέσω ενός δυναμικού συστήματος αγορών.

7.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά τα είδη και τις πρόσθετες λεπτομέρειες για τις διαδικασίες προμηθειών για την ανάθεση συμβάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 σε συνάρτηση με την αξία τους σε σύγκριση με τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 118, παράγραφος 1, όσον αφορά τον ελάχιστο αριθμό υποψηφίων που θα καλούνται για κάθε τύπο διαδικασίας, όσον αφορά τις περαιτέρω προϋποθέσεις για τη χρήση των διαφόρων διαδικασιών, όσον αφορά ένα δυναμικό σύστημα αγορών και όσον αφορά τις αντικανονικές και απαράδεκτες προσφορές.

▼M3

Άρθρο 104α

Διοργανικές προμήθειες και ομαδοποιημένες προμήθειες

1.  Οσάκις μια σύμβαση ή σύμβαση-πλαίσιο ενδιαφέρει δύο ή περισσότερα θεσμικά όργανα, εκτελεστικούς οργανισμούς ή οργανισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 208 και 209, και εφόσον υπάρχει η δυνατότητα να επιτευχθεί αυξημένη αποδοτικότητα, οι οικείες αναθέτουσες αρχές μπορούν να διεξάγουν τη διαδικασία ανάθεσης και την διαχείριση της επακόλουθης σύμβασης ή σύμβασης-πλαισίου σε διοργανική βάση υπό την ηγεσία μιας από τις αναθέτουσες αρχές.

Τα όργανα που θεσπίστηκαν από το Συμβούλιο στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ δυνάμει του τίτλου V της ΣΕΕ μπορούν επίσης να συμμετέχουν σε διοργανικές διαδικασίες.

Οι όροι σύμβασης-πλαισίου εφαρμόζονται μόνον μεταξύ των αναθετουσών αρχών οι οποίες έχουν οριστεί για τον σκοπό αυτόν από την έναρξη της διαδικασίας προμηθειών και των οικονομικών φορέων που αποτελούν μέρη της σύμβασης-πλαισίου.

2.  Οσάκις απαιτείται σύμβαση ή σύμβαση-πλαίσιο για την υλοποίηση κοινής δράσης από θεσμικό όργανο και μία ή περισσότερες αναθέτουσες αρχές κράτους μέλους, η διαδικασία προμηθειών μπορεί να διενεργηθεί από κοινού από το θεσμικό όργανο και τις αναθέτουσες αρχές.

Οι ομαδοποιημένες προμήθειες είναι δυνατή με τα κράτη ΕΖΕΣ καθώς και με χώρες υποψήφιες για προσχώρηση στην Ένωση, εφόσον η δυνατότητα αυτή προβλέπεται ρητά σε διμερή ή πολυμερή συνθήκη.

Σε περίπτωση διαδικασίας ομαδοποιημένων προμηθειών, εφαρμόζονται οι διαδικαστικές διατάξεις που ισχύουν για το θεσμικό όργανο.

Οσάκις το μερίδιο που αναλαμβάνει ή διαχειρίζεται η αναθέτουσα αρχή κράτους μέλους επί της συνολικής εκτιμώμενης αξίας της σύμβασης ισούται με το 50 % ή το υπερβαίνει ή σε άλλες δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, το θεσμικό όργανο είναι δυνατόν να αποφασίσει ότι ισχύουν στις ομαδοποιημένες προμήθειες οι διαδικαστικοί κανόνες που εφαρμόζονται στην αναθέτουσα αρχή κράτους μέλους, αρκεί οι εν λόγω κανόνες να μπορούν να θεωρηθούν ισοδύναμοι με αυτούς που εφαρμόζει το θεσμικό όργανο.

Το θεσμικό όργανο και η αναθέτουσα αρχή κράτους μέλους, κράτους ΕΖΕΣ ή υποψήφιας για προσχώρηση στην Ένωση χώρας, που έχει σχέση με τις ομαδοποιημένες προμήθειες συμφωνούν ιδίως επί των λεπτομερών πρακτικών ρυθμίσεων για την αξιολόγηση των αιτήσεων συμμετοχής ή των προσφορών, την ανάθεση της σύμβασης, το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο και το αρμόδιο δικαστήριο για την επίλυση διαφορών.

3.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τις διοργανικές προμήθειες.

▼M3

Άρθρο 105

Προετοιμασία της διαδικασίας προμηθειών

1.  Πριν από την έναρξη διαδικασίας προμηθειών, η αναθέτουσα αρχή δύναται να διεξάγει προκαταρκτική διαβούλευση της αγοράς με σκοπό την προετοιμασία της διαδικασίας.

2.  Στα έγγραφα της σύμβασης, η αναθέτουσα αρχή καθορίζει το αντικείμενο της προμήθειας, περιγράφοντας τις ανάγκες της και τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται για τα προς αγοράν έργα, αγαθά ή υπηρεσίες και προσδιορίζει τα εφαρμοστέα κριτήρια αποκλεισμού, επιλογής και ανάθεσης. Επίσης, η αναθέτουσα αρχή υποδεικνύει τα στοιχεία που καθορίζουν τις ελάχιστες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν όλες οι προσφορές. Μεταξύ των ελάχιστων προϋποθέσεων περιλαμβάνεται η συμμόρφωση προς τις ισχύουσες υποχρεώσεις περιβαλλοντικής, κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας οι οποίες έχουν θεσπιστεί δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, της εθνικής νομοθεσίας, συλλογικών συμβάσεων ή των ισχυουσών διεθνών κοινωνικών και περιβαλλοντικών συμβάσεων που απαριθμούνται στο παράρτημα X της οδηγίας 2014/24/ΕΕ.

3.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά το περιεχόμενο των εγγράφων της σύμβασης, ιδίως των σχεδίων συμβάσεων, όσον αφορά τα χαρακτηριστικά των περιβαλλοντικών, κοινωνικών ή άλλων σημάτων, κανόνων και προτύπων και όσον αφορά την προκαταρκτική διαβούλευση της αγοράς.

▼M3

Άρθρο 105α

Προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης μέσω του εντοπισμού των κινδύνων και της επιβολής διοικητικών κυρώσεων

1.  Για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, η Επιτροπή δημιουργεί και θέτει σε λειτουργία ένα σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού.

Σκοπός του συστήματος αυτού είναι να διευκολύνει:

α) τον έγκαιρο εντοπισμό των κινδύνων που απειλούν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης·

β) τον αποκλεισμό οικονομικού φορέα που εμπίπτει σε κάποια από τις περιπτώσεις αποκλεισμού που απαριθμούνται στο άρθρο 106 παράγραφος 1· και

γ) την επιβολή χρηματικής ποινής σε οικονομικό φορέα σύμφωνα με το άρθρο 106 παράγραφος 13.

2.  Η απόφαση για τον αποκλεισμό και/ή την επιβολή χρηματικής ποινής λαμβάνεται από την αναθέτουσα αρχή. Μια τέτοια απόφαση βασίζεται σε οριστική δικαστική ή διοικητική απόφαση.

Ωστόσο, στις καταστάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 106 παράγραφος 2, η αναθέτουσα αρχή παραπέμπει την υπόθεση στην επιτροπή που προβλέπεται στο άρθρο 108 προκειμένου να εξασφαλιστεί η κεντρική αξιολόγηση των καταστάσεων αυτών. Στις ανωτέρω περιπτώσεις, η αναθέτουσα αρχή αποφασίζει βάσει προκαταρκτικού νομικού χαρακτηρισμού, λαμβάνοντας υπόψη σύσταση της επιτροπής.

Εάν η αναθέτουσα αρχή αποφασίσει να αποκλίνει από τη σύσταση της επιτροπής, αιτιολογεί την απόφασή της ενώπιον της επιτροπής.

3.  Στις περιπτώσεις του άρθρου 107, η αναθέτουσα αρχή απορρίπτει τον οικονομικό φορέα από συγκεκριμένη διαδικασία.

▼M3

Άρθρο 106

Κριτήρια αποκλεισμού και διοικητικές κυρώσεις

1.  Η αναθέτουσα αρχή αποκλείει τη συμμετοχή οικονομικού φορέα σε διαδικασίες προμηθειών που διέπονται από τον παρόντα κανονισμό όταν:

α) ο οικονομικός φορέας κηρύσσει χρεοκοπία, υπόκειται σε διαδικασία αφερεγγυότητας ή παύσης δραστηριοτήτων-, όταν τελεί υπό αναγκαστική διαχείριση από εκκαθαριστή ή από δικαστήριο, όταν είναι σε συμβιβασμό με τους πιστωτές, όταν έχουν ανασταλεί οι επιχειρηματικές του δραστηριότητες ή όταν βρίσκεται σε ανάλογη κατάσταση λόγω ανάλογης διαδικασίας προβλεπόμενης σε εθνικές νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις·

β) έχει κριθεί με οριστική δικαστική ή διοικητική απόφαση ότι ο οικονομικός φορέας έχει αθετήσει τις υποχρεώσεις του όσον αφορά την καταβολή φόρων ή εισφορών κοινωνικής ασφάλισης σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένος, με αυτές της χώρας της αναθέτουσας αρχής ή της χώρας εκτέλεσης της σύμβασης·

γ) έχει κριθεί με οριστική δικαστική ή διοικητική απόφαση ότι ο οικονομικός φορέας έχει διαπράξει σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα κατά παράβαση των εφαρμοστέων νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων ή προτύπων δεοντολογίας του επαγγελματικού κλάδου στον οποίο ανήκει ή έχει προβεί σε τυχόν επιζήμια συμπεριφορά που έχει αντίκτυπο στην επαγγελματική αξιοπιστία του όταν η συμπεριφορά αυτή υποδηλώνει πρόθεση διαπράξεως παραπτώματος ή βαρεία αμέλεια, και δη, μεταξύ άλλων, οποιαδήποτε από τα ακόλουθα:

i) εκ δόλου ή εξ αμελείας παροχή ψευδών στοιχείων στο πλαίσιο της υποχρέωσης υποβολής των πληροφοριών που απαιτούνται για την εξακρίβωση της απουσίας των λόγων αποκλεισμού ή την εκπλήρωση των κριτηρίων επιλογής ή στο πλαίσιο της εκτέλεσης σύμβασης·

ii) σύναψη συμφωνίας με άλλους οικονομικούς φορείς με σκοπό την στρέβλωση του ανταγωνισμού·

iii) παραβίαση δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας·

iv) απόπειρα επηρεασμού της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων της αναθέτουσας αρχής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προμηθειών·

v) απόπειρα να αποκτήσει εμπιστευτικές πληροφορίες που ενδέχεται να του αποφέρουν αθέμιτο πλεονέκτημα στη διαδικασία προμηθειών·

δ) έχει κριθεί με οριστική δικαστική απόφαση ότι ο οικονομικός φορέας έχει διαπράξει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

i) απάτη κατά την έννοια του άρθρου 1 της Σύμβασης σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία θεσπίσθηκε με την πράξη του Συμβουλίου της 26ης Ιουλίου 1995 ( 10

ii) δωροδοκία, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 της Σύμβασης περί της καταπολέμησης της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία θεσπίσθηκε με πράξη του Συμβουλίου της 26ης Μαΐου 1997 ( 11 ) και στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της απόφασης-πλαισίου αριθ. 2003/568/ΔΕΥ του Συμβουλίου ( 12 ), καθώς και δωροδοκία σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένη η αναθέτουσα αρχή, της χώρας στην οποία ο οικονομικός φορέας έχει την έδρα του ή της χώρας εκτέλεσης της σύμβασης·

iii) συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 της απόφασης-πλαισίου αριθ. 2008/841/ΔΕΥ του Συμβουλίου ( 13

iv) νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, όπως ορίζονται στο άρθρο 1 της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 14

v) τρομοκρατικά εγκλήματα ή εγκλήματα συνδεόμενα με τρομοκρατικές δραστηριότητες, όπως ορίζονται, αντιστοίχως, στα άρθρα 1 και 3 της απόφασης-πλαισίου 2002/475/ΔΕΥ του Συμβουλίου ( 15 ), ή ηθική αυτουργία, συνέργεια ή απόπειρα διάπραξης των ανωτέρω εγκλημάτων, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 αυτής·

vi) παιδική εργασία ή άλλες μορφές εμπορίας ανθρώπων, σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας 2011/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 16

ε) διαπιστώθηκαν σοβαρές παραλείψεις του οικονομικού φορέα όσον αφορά τη συμμόρφωσή του προς βασικές υποχρεώσεις κατά την εκτέλεση σύμβασης χρηματοδοτούμενης από τον προϋπολογισμό, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την πρόωρη καταγγελία της σύμβασης ή την εφαρμογή κατ' αποκοπήν αποζημιώσεων ή άλλων συμβατικών κυρώσεων ή που διαπιστώθηκε κατόπιν λογιστικών ή άλλων ελέγχων ή ερευνών από διατάκτη, την OLAF ή το Ελεγκτικό Συνέδριο·

στ) έχει κριθεί με οριστική δικαστική ή διοικητική απόφαση ότι ο οικονομικός φορέας έχει διαπράξει παρατυπία κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2 του κανονισμού του Συμβουλίου (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95 ( 17 ).

2.  Σε περίπτωση απουσίας οριστικής δικαστικής ή, κατά περίπτωση, διοικητικής απόφασης στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα στοιχεία γ), δ) και στ) της παραγράφου 1, ή στην περίπτωση που αναφέρεται στο στοιχείο ε) της παραγράφου 1, η αναθέτουσα αρχή αποκλείει οικονομικό φορέα με βάση τον προκαταρκτικό νομικό χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς που προβλέπεται στα εν λόγω στοιχεία, έχοντας υπόψη διαπιστωμένα πραγματικά περιστατικά ή άλλα πορίσματα που περιλαμβάνονται στη σύσταση της επιτροπής του άρθρου 108.

Ο προκαταρκτικός χαρακτηρισμός που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν προδικάζει την αξιολόγηση της συμπεριφοράς του εν λόγω οικονομικού φορέα από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Η αναθέτουσα αρχή επανεξετάζει την απόφασή της να αποκλείσει τον οικονομικό φορέα ή/και να του επιβάλει χρηματική ποινή αμέσως μετά την κοινοποίηση της οριστικής δικαστικής ή διοικητικής απόφασης. Όταν η διάρκεια του αποκλεισμού δεν προσδιορίζεται στην οριστική δικαστική ή τη διοικητική απόφαση, την προσδιορίζει η αναθέτουσα αρχή με βάση διαπιστωμένα πραγματικά περιστατικά και πορίσματα και έχοντας υπόψη τη σύσταση της επιτροπής του άρθρου 108.

Εφόσον στην εν λόγω οριστική δικαστική ή διοικητική απόφαση διαπιστώνεται ότι ο οικονομικός φορέας δεν είναι υπαίτιος της συμπεριφοράς την οποία αφορούσε ο προκαταρκτικός νομικός χαρακτηρισμός, βάσει της οποίας αποκλείσθηκε, η αναθέτουσα αρχή θέτει αμέσως τέρμα στον αποκλεισμό ή/και επιστρέφει, ανάλογα με την περίπτωση, την επιβληθείσα χρηματική ποινή.

Στα πραγματικά περιστατικά και τα πορίσματα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο περιλαμβάνονται ιδίως:

α) τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώνονται στο πλαίσιο λογιστικών ελέγχων ή ερευνών που διενεργούνται από το Ελεγκτικό Συνέδριο, την OLAF ή την υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου ή στο πλαίσιο κάθε άλλης εξέτασης, λογιστικού ελέγχου ή επιθεώρησης που διενεργείται με ευθύνη του διατάκτη·

β) μη οριστικές διοικητικές αποφάσεις οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν πειθαρχικά μέτρα που έλαβε η αρμόδια εποπτική αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για την επαλήθευση της εφαρμογής των προτύπων επαγγελματικής δεοντολογίας·

γ) οι αποφάσεις της ΕΚΤ, της ΕΤΕ, του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων ή διεθνών οργανισμών·

δ) οι αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με την παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού της Ένωσης ή αποφάσεις αρμόδιας εθνικής αρχής σχετικά με την παράβαση των ενωσιακού ή εθνικού δικαίου ανταγωνισμού.

3.  Κάθε απόφαση της αναθέτουσας αρχής ειλημμένη δυνάμει των άρθρων 106 έως 108 ή, κατά περίπτωση, κάθε σύσταση της επιτροπής του άρθρου 108 συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τη σοβαρότητα της περίπτωσης, συμπεριλαμβανομένου του αντίκτυπου στα οικονομικά συμφέροντα και την εικόνα της Ένωσης, τον χρόνο που έχει παρέλθει από την προσαπτόμενη συμπεριφορά, τη διάρκεια και την επανάληψή της, την πρόθεση ή τον βαθμό αμέλειας, το περιορισμένο ποσόν που διακυβεύεται για το στοιχείο β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου ή τυχόν άλλες ελαφρυντικές περιστάσεις, όπως ο βαθμός συνεργασίας του οικονομικού φορέα με την οικεία αρμόδια αρχή και η συμβολή του στην έρευνα όπως αναγνωρίστηκε από την αναθέτουσα αρχή, ή η γνωστοποίηση της περίπτωσης αποκλεισμού μέσω της δήλωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 10 του παρόντος άρθρου.

4.  Η αναθέτουσα αρχή αποκλείει τον οικονομικό φορέα σε περίπτωση που ένα πρόσωπο το οποίο είναι μέλος του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου του εν λόγω οικονομικού φορέα ή που έχει εξουσία εκπροσώπησης, λήψεως αποφάσεων ή ελέγχου αναφορικά με τον εν λόγω οικονομικό φορέα, εμπίπτει σε μία από τις αναφερόμενες στα στοιχεία γ) έως στ) της παραγράφου 1 περιπτώσεις. Η αναθέτουσα αρχή αποκλείει επίσης τον οικονομικό φορέα όταν ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο αναλαμβάνει απεριόριστη ευθύνη για τα χρέη του εν λόγω οικονομικού φορέα εμπίπτει σε μία από τις αναφερόμενες στα στοιχεία α) ή β) της παραγράφου 1 περιπτώσεις.

5.  Όταν ο προϋπολογισμός εκτελείται υπό καθεστώς έμμεσης διαχείρισης με τρίτες χώρες, η Επιτροπή δύναται, συνεκτιμώντας κατά περίπτωση τη σύσταση από την επιτροπή του άρθρου 108, να λαμβάνει απόφαση αποκλεισμού και/ή επιβολής χρηματικής ποινής σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου, εάν η τρίτη χώρα στην οποία έχουν ανατεθεί τα καθήκοντα σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ) δεν το έχει πράξει. Τούτο δεν θίγει την ευθύνη της τρίτης χώρας, δυνάμει του άρθρου 60 παράγραφος 3, να προλαμβάνει, να εντοπίζει, να διορθώνει και να γνωστοποιεί παρατυπίες και περιπτώσεις απάτης, να λαμβάνει απόφαση περί αποκλεισμού ή να επιβάλλει χρηματικές ποινές.

6.  Στις περιπτώσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, η αναθέτουσα αρχή δύναται να αποκλείσει οικονομικό φορέα προσωρινά χωρίς την προηγούμενη σύσταση από την επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 108, εφόσον η συμμετοχή του σε διαδικασία προμηθειών θα συνιστούσε σοβαρή και άμεση απειλή για τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης. Στις περιπτώσεις αυτές, η αναθέτουσα αρχή παραπέμπει αμέσως την υπόθεση στην επιτροπή και λαμβάνει οριστική απόφαση το αργότερο 14 ημέρες μετά την παραλαβή της σύστασης από την επιτροπή.

7.  Η αναθέτουσα αρχή, λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, τη σύσταση της επιτροπής του άρθρου 108, δεν αποκλείει τη συμμετοχή οικονομικού φορέα σε διαδικασία προμηθειών εφόσον:

α) ο οικονομικός φορέας έχει αποδείξει την αξιοπιστία του με τη λήψη των διορθωτικών μέτρων που προσδιορίζονται στο άρθρο 8 του παρόντος άρθρου. Τούτο δεν ισχύει στην περίπτωση του στοιχείου δ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου·

β) είναι απολύτως απαραίτητο να διασφαλισθεί η συνέχεια της υπηρεσίας για περιορισμένο χρονικό διάστημα και εν αναμονή της λήψεως των διορθωτικών μέτρων της παραγράφου 8·του παρόντος άρθρου·

γ) ένας τέτοιος αποκλεισμός είναι δυσανάλογος σύμφωνα με τα κριτήρια της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.

Επιπροσθέτως, το στοιχείο α) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αγοράς αγαθών υπό ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους, είτε από έναν προμηθευτή που παύει οριστικά τις εμπορικές του δραστηριότητες είτε από τον εκκαθαριστή στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας, συμβιβασμού με τους πιστωτές ή ανάλογης διαδικασίας βάσει του εθνικού δικαίου.

Στις περιπτώσεις μη αποκλεισμού που αναφέρονται στο πρώτο και το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η αναθέτουσα αρχή διευκρινίζει τους λόγους για τους οποίους δεν απέκλεισε τον οικονομικό φορέα και ενημερώνει σχετικά την επιτροπή του άρθρου 108.

8.  Τα μέτρα της παραγράφου 7 για τη διόρθωση της κατάστασης αποκλεισμού περιλαμβάνουν ιδίως:

α) μέτρα για να εντοπισθούν τα αίτια των περιπτώσεων που συνεπάγονται αποκλεισμό και συγκεκριμένα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα, καθώς και μέτρα σε επίπεδο προσωπικού εντός του οικείου τομέα δραστηριοτήτων του οικονομικού φορέα, κατάλληλα για την διόρθωση της συμπεριφοράς και την πρόληψη περαιτέρω περιστατικών·

β) απόδειξη ότι ο οικονομικός φορέας έλαβε μέτρα για την αντιστάθμιση ή αποκατάσταση της ζημίας ή της βλάβης που προκάλεσαν στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης τα υποκείμενα περιστατικά που επέφεραν την κατάσταση αποκλεισμού·

γ) απόδειξη ότι ο οικονομικός φορέας κατέβαλε την ποινή που επιβλήθηκε από αρμόδια αρχή ή τυχόν φόρους ή εισφορές κοινωνικής ασφάλισης που αναφέρονται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1, ή ότι εγγυήθηκε την καταβολή τους.

9.  Η αναθέτουσα αρχή, λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, την αναθεωρημένη σύσταση της επιτροπής του άρθρου 108, επανεξετάζει, χωρίς καθυστέρηση, την απόφασή της να αποκλείσει οικονομικό φορέα, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως του εν λόγω οικονομικού φορέα, εφόσον αυτός έχει λάβει επαρκή διορθωτικά μέτρα που αποδεικνύουν την αξιοπιστία του ή έχει παράσχει νέα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η περίπτωση αποκλεισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, δεν υφίσταται πλέον.

10.  Ο υποψήφιος ή ο προσφέρων δηλώνει, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης συμμετοχής ή της προσφοράς, εάν εμπίπτει σε κάποια από τις περιπτώσεις που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ή στο άρθρο 107 παράγραφος 1, και, κατά περίπτωση, εάν έχει λάβει διορθωτικά μέτρα που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παραγράφου 7 του παρόντος άρθρου. Κατά περίπτωση, ο υποψήφιος ή ο προσφέρων παρέχει την ίδια δήλωση υπογεγραμμένη από οντότητα στην ικανότητα της οποίας προτίθεται να στηριχθεί. Ωστόσο, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να χορηγήσει απαλλαγή από αυτές τις απαιτήσεις για συμβάσεις πολύ χαμηλής αξίας όπως θα καθορίζονται στις κατ' εξουσιοδότηση πράξεις που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 210.

11.  Οσάκις το ζητεί η αναθέτουσα αρχή και, εφόσον είναι απαραίτητο για τη διασφάλιση της ορθής διεξαγωγής της διαδικασίας, ο υποψήφιος ή ο προσφέρων καθώς και η οντότητα στην ικανότητα της οποίας προτίθεται να στηριχθεί ο υποψήφιος ή ο προσφέρων, παρέχουν:

α) κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία ότι ο υποψήφιος, ο προσφέρων ή η οντότητα δεν εμπίπτει σε μία από τις περιπτώσεις αποκλεισμού που αναφέρονται στην παράγραφο 1·

β) πληροφορίες σχετικά με τα πρόσωπα που είναι μέλη του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου του υποψηφίου, του προσφέροντος ή της οντότητας ή έχουν εξουσία εκπροσώπησης, λήψεως αποφάσεων ή ελέγχου όσον αφορά στον εν λόγω υποψήφιο, προσφέροντα ή στην εν λόγω οντότητα και τις κατάλληλες αποδείξεις ότι ένα ή περισσότερα από τα εν λόγω πρόσωπα δεν εμπίπτουν σε καμία από τις περιπτώσεις αποκλεισμού που αναφέρονται στα στοιχεία γ) έως στ) της παραγράφου 1·

γ) κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία ότι φυσικά ή νομικά πρόσωπα που αναλαμβάνουν απεριόριστη ευθύνη για τα χρέη του εν λόγω υποψηφίου, προσφέροντα ή της εν λόγω οντότητας δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις περιπτώσεις αποκλεισμού που αναφέρονται στο στοιχείο α) ή β) της παραγράφου 1.

12.  Η αναθέτουσα αρχή μπορεί επίσης να εφαρμόσει τις παραγράφους 1 έως 11 σε υπεργολάβο. Στην περίπτωση αυτή, η αναθέτουσα αρχή ζητεί από τον υποψήφιο ή προσφέροντα να αντικαταστήσει τον υπεργολάβο ή την οντότητα στην ικανότητα της οποίας ο υποψήφιος ή προσφέρων προτίθεται να στηριχθεί και που είναι σε κατάσταση αποκλεισμού.

13.  Προκειμένου να εξασφαλισθεί αποτρεπτικό αποτέλεσμα, η αναθέτουσα αρχή δύναται, λαμβάνοντας υπόψη, εφόσον απαιτείται, τη σύσταση από την επιτροπή του άρθρου 108, να επιβάλει χρηματική ποινή στον οικονομικό φορέα ο οποίος έχει επιχειρήσει να αποκτήσει πρόσβαση σε πόρους της Ένωσης μέσω της συμμετοχής ή της αίτησης συμμετοχής του σε διαδικασία προμηθειών ενώ εμπίπτει, χωρίς να το έχει δηλώσει σύμφωνα με την παράγραφο 10 του παρόντος άρθρου, σε κάποια από τις παρακάτω περιπτώσεις αποκλεισμού:

α) όσον αφορά τις περιπτώσεις των στοιχείων γ), δ), ε) και στ) της παραγράφου 1, του παρόντος άρθρου ως εναλλακτική λύση στην απόφαση αποκλεισμού του οικονομικού φορέα, εφόσον ο αποκλεισμός αυτός θα ήταν δυσανάλογος βάσει των κριτηρίων της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου·

β) όσον αφορά τις περιπτώσεις των στοιχείων γ), δ) και ε) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, επιπροσθέτως του αποκλεισμού που είναι απαραίτητος για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, εφόσον ο οικονομικός φορέας έχει επιδείξει συστηματική και επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά με πρόθεση να αποκτήσει πόρους της Ένωσης με αθέμιτο τρόπο.

Το ποσόν της χρηματικής ποινής αντιπροσωπεύει μεταξύ του 2 % και του 10 % της συνολικής αξίας της σύμβασης.

14.  Η διάρκεια του αποκλεισμού δεν υπερβαίνει:

α) την διάρκεια που τυχόν καθορίζεται στην οριστική δικαστική ή στη διοικητική απόφαση κράτους μέλους·

β) την πενταετία για τις περιπτώσεις της παραγράφου 1 στοιχείο δ)·

γ) την τριετία για τις περιπτώσεις της παραγράφου 1 στοιχεία γ), ε) και στ).

Ο οικονομικός φορέας αποκλείεται εφόσον εμπίπτει σε κάποια από τις περιπτώσεις των στοιχείων α) και β) της παραγράφου 1.

15.  H προθεσμία παραγραφής για τον αποκλεισμό οικονομικού φορέα ή/και για την επιβολή χρηματικών ποινών σε οικονομικό φορέα ανέρχεται σε πέντε έτη και υπολογίζεται με αφετηρία οποιαδήποτε από τις ακόλουθες ημερομηνίες:

α) την ημερομηνία της συμπεριφοράς εκ της οποίας συνεπάγεται ο αποκλεισμός ή, σε περίπτωση συνεχιζόμενων ή επαναλαμβανόμενων πράξεων, την ημερομηνία διακοπής της συμπεριφοράς, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία β), γ), δ) και ε) του παρόντος άρθρου·

β) την ημερομηνία της οριστικής απόφασης εθνικού δικαστηρίου ή της οριστικής διοικητικής απόφασης στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία β), γ) και δ) του παρόντος άρθρου.

H προθεσμία παραγραφής διακόπτεται με πράξη της Επιτροπής, της OLAF, της επιτροπής του άρθρου 108 ή οιασδήποτε οντότητας συμμετέχει στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, η οποία κοινοποιείται στον οικονομικό φορέα και σχετίζεται με τις έρευνες ή με τις δικαστικές διαδικασίες. Νέα προθεσμία παραγραφής αρχίζει να ισχύει την επομένη της διακοπής.

Για τους σκοπούς του στοιχείου στ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, για τον αποκλεισμό ενός οικονομικού φορέα ή/και για την επιβολή χρηματικών ποινών σε οικονομικό φορέα ισχύει η προθεσμία παραγραφής η οποία προβλέπεται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95.

Όταν η συμπεριφορά του οικονομικού φορέα εμπίπτει σε διάφορες περιπτώσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ισχύει η προθεσμία παραγραφής για την πλέον σοβαρή από αυτές τις περιπτώσεις.

16.  Εφόσον απαιτείται η ενίσχυση του αποτρεπτικού αποτελέσματος του αποκλεισμού και/ή της χρηματικής ποινής, η Επιτροπή δημοσιεύει στην ιστοσελίδα της στο διαδίκτυο, με την επιφύλαξη της απόφασης της αναθέτουσας αρχής, τις ακόλουθες πληροφορίες όσον αφορά τον αποκλεισμό και, κατά περίπτωση, τη χρηματική ποινή στις περιπτώσεις των στοιχείων γ), δ), ε) και στ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου:

α) την ονομασία του εν λόγω οικονομικού φορέα,

β) την περίπτωση αποκλεισμού κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου·

γ) τη διάρκεια του αποκλεισμού και/ή το ποσόν της χρηματικής ποινής.

Αφού ληφθεί η απόφαση σχετικά με τον αποκλεισμό ή/και την χρηματική ποινή, βάσει προκαταρκτικού χαρακτηρισμού, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η δημοσίευση αναφέρει ότι δεν υπάρχει οριστική δικαστική ή, αναλόγως, διοικητική απόφαση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι πληροφορίες σχετικά με τυχόν προσφυγές, το καθεστώς τους και την έκβασή τους, καθώς και οιαδήποτε αναθεωρημένη απόφαση της αναθέτουσας αρχής δημοσιεύονται χωρίς καθυστέρηση. Όταν έχει επιβληθεί χρηματική ποινή, η δημοσίευση αναφέρει επίσης εάν το ποσόν της χρηματικής ποινής έχει ήδη καταβληθεί.

Η απόφαση δημοσίευσης των πληροφοριών λαμβάνεται από την αναθέτουσα αρχή είτε μετά τη σχετική οριστική δικαστική ή, αναλόγως, διοικητική απόφαση, είτε μετά τη σύσταση από την επιτροπή του άρθρου 108, ανάλογα με την περίπτωση. Η εν λόγω απόφαση αρχίζει να ισχύει μετά την παρέλευση τριμήνου από την κοινοποίησή της στον οικονομικό φορέα.

Οι δημοσιευόμενες πληροφορίες αφαιρούνται μόλις λήξει ο αποκλεισμός. Στην περίπτωση χρηματικής ποινής, η δημοσίευση αφαιρείται μετά την παρέλευση εξαμήνου από την καταβολή της εν λόγω ποινής.

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001, όσον αφορά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, η αναθέτουσα αρχή ενημερώνει τον οικονομικό φορέα για τα δικαιώματά του σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες προστασίας των δεδομένων και για τις υπάρχουσες διαδικασίες άσκησης των εν λόγω δικαιωμάτων.

17.  Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 16 του παρόντος άρθρου δεν δημοσιεύονται σε καμία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) εφόσον κρίνεται απαραίτητο να διαφυλαχθεί ο εμπιστευτικός χαρακτήρας μιας έρευνας ή εθνικών δικαστικών διαδικασιών·

β) στην περίπτωση που η δημοσίευση θα προκαλούσε δυσανάλογα μεγάλη ζημία στον ενδιαφερόμενο οικονομικό φορέα ή θα ήταν κατ' άλλον τρόπο δυσανάλογη βάσει των κριτηρίων αναλογικότητας της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου καθώς και του ποσού της χρηματικής ποινής·

γ) όταν αφορούν φυσικό πρόσωπο, εκτός εάν η δημοσίευση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατ' εξαίρεσιν δικαιολογείται, μεταξύ άλλων, από τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς και τις συνέπειές της για τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης. Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση δημοσίευσης των πληροφοριών λαμβάνεται αφού συνεκτιμηθούν δεόντως το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και τα άλλα δικαιώματα που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

18.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για το περιεχόμενο της δήλωσης της παραγράφου 10 του παρόντος άρθρου, για τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παραγράφου 11 του παρόντος άρθρου περί του ότι ένας οικονομικός φορέας δεν εμπίπτει σε καμία από τις περιπτώσεις αποκλεισμού, μεταξύ άλλων με αναφορά στο ευρωπαϊκό ενιαίο έγγραφο προμήθειας, όπως ορίζεται στο άρθρο 59 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ, καθώς και για τις περιπτώσεις στις οποίες η αναθέτουσα αρχή μπορεί ή δεν μπορεί να απαιτεί την υποβολή της ανωτέρω δήλωσης ή των ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων.

Άρθρο 107

Απόρριψη από μια δεδομένη διαδικασία προμηθειών

1.  H αναθέτουσα αρχή δεν αναθέτει σύμβαση για δεδομένη διαδικασία προμηθειών σε οικονομικό φορέα ο οποίος:

α) εμπίπτει σε κάποια από τις περιπτώσεις αποκλεισμού που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 106·

β) έχει υποβάλει ψευδή στοιχεία στο πλαίσιο της παροχής των πληροφοριών που απαιτούνται ως προϋπόθεση για τη συμμετοχή στη διαδικασία ή δεν έχει παράσχει αυτές τις πληροφορίες·

γ) είχε προηγουμένως συμμετάσχει στη σύνταξη εγγράφων της σύμβασης, εφόσον αυτό συνεπάγεται ανεπανόρθωτη στρέβλωση του ανταγωνισμού.

2.  Προτού λάβει απόφαση απόρριψης ενός οικονομικού φορέα από δεδομένη διαδικασία προμηθειών, η αναθέτουσα αρχή παρέχει στον οικονομικό φορέα την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, εκτός εάν η απόρριψη έχει αιτιολογηθεί, σύμφωνα με το στοιχείο α) της παραγράφου 1, με απόφαση αποκλεισμού η οποία ελήφθη έναντι του οικονομικού φορέα, μετά από εξέταση των παρατηρήσεών του.

3.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τα μέτρα που αποσκοπούν στην αποτροπή της στρέβλωσης του ανταγωνισμού και για τη δήλωση και τα αποδεικτικά στοιχεία ότι ένας οικονομικός φορέας δεν εμπίπτει σε καμία από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 108

Το σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού

1.  Οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται στο πλαίσιο του συστήματος έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού που προβλέπεται στο άρθρο 105α του παρόντος κανονισμού συγκεντρώνονται σε βάση δεδομένων που δημιουργήθηκε από την Επιτροπή και κατά τη διαχείρισή τους τηρούνται πλήρως το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και τα λοιπά δικαιώματα που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 («η βάση δεδομένων»).

Οι πληροφορίες καταχωρούνται στη βάση δεδομένων από την αρμόδια αναθέτουσα αρχή στο πλαίσιο των εν εξελίξει διαδικασιών προμηθειών και των υπαρχουσών συμβάσεων μετά από σχετική κοινοποίηση προς τον ενδιαφερόμενο οικονομικό φορέα. Η κοινοποίηση αυτή μπορεί να αναβληθεί, κατ' εξαίρεση, όταν υπάρχουν επιτακτικοί νόμιμοι λόγοι για τη διατήρηση του εμπιστευτικού χαρακτήρα μιας έρευνας ή εθνικής δικαστικής διαδικασίας, έως ότου οι λόγοι αυτοί παύσουν να υφίστανται.

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001, κάθε οικονομικός φορέας που υπόκειται στο σύστημα έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού έχει το δικαίωμα να ενημερώνεται για τα δεδομένα που αποθηκεύονται στη βάση δεδομένων, κατόπιν αίτησης της προς την Επιτροπή.

Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην εν λόγω βάση δεδομένων επικαιροποιούνται, κατά περίπτωση, μετά από διόρθωση ή διαγραφή ή οιαδήποτε άλλη τροποποίηση των δεδομένων. Δημοσιεύονται μόνο σύμφωνα με το άρθρο 106 παράγραφοι 16 και 17 του παρόντος κανονισμού.

2.  Ο έγκαιρος εντοπισμός των κινδύνων που απειλούν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 105α παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού βασίζεται στη διαβίβαση πληροφοριών στην Επιτροπή από οποιονδήποτε από τους ακόλουθους φορείς:

α) την OLAF σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 18 ), όταν τρέχουσα έρευνα της OLAF καταδεικνύει ότι θα ήταν ενδεχομένως σκόπιμο να ληφθούν προληπτικά μέτρα για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, στο πλαίσιο των οποίων πρέπει να συνεκτιμώνται δεόντως ο σεβασμός των διαδικαστικών και θεμελιωδών δικαιωμάτων και η προστασία των καταγγελλόντων·

β) διατάκτη της Επιτροπής ή ευρωπαϊκής υπηρεσίας συσταθείσας από την Επιτροπή ή εκτελεστικού οργανισμού, σε περιπτώσεις εικαζόμενου σοβαρού επαγγελματικού παραπτώματος, παρατυπίας, απάτης, δωροδοκίας ή σοβαρής παραβίασης της σύμβασης·

γ) θεσμικό όργανο, ευρωπαϊκή υπηρεσία ή οργανισμό διαφορετικό από αυτά που αναφέρονται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου ή όργανο στις περιπτώσεις εικαζόμενου σοβαρού επαγγελματικού παραπτώματος, παρατυπίας, απάτης, δωροδοκίας ή σοβαρής παραβίασης της σύμβασης·

δ) φορείς εκτέλεσης του προϋπολογισμού σύμφωνα με το άρθρο 59 του παρόντος κανονισμού, σε περιπτώσεις εντοπισμού απάτης ή/και παρατυπίας, όταν απαιτείται από ειδικούς τομεακούς κανόνες·

ε) φορείς εκτέλεσης του προϋπολογισμού σύμφωνα με το άρθρο 60 του παρόντος κανονισμού, σε περιπτώσεις εντοπισμού απάτης και/ή παρατυπίας.

3.  Εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες πρέπει να υποβληθούν πληροφορίες σύμφωνα με ειδικούς τομεακούς κανόνες, οι πληροφορίες που διαβιβάζονται δυνάμει της παραγράφου 2του παρόντος άρθρου περιλαμβάνουν:

α) την ταυτοποίηση του εν λόγω οικονομικού φορέα,

β) περίληψη των κινδύνων που εντοπίσθηκαν ή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών,

γ) πληροφορίες που ενδεχομένως θα βοηθήσουν τον διατάκτη στη διεξαγωγή της επαλήθευσης σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου ή στη λήψη απόφασης περί αποκλεισμού σύμφωνα με το άρθρο 106 παράγραφος 1 ή 2, ή στη λήψη απόφασης για την επιβολή χρηματικής ποινής σύμφωνα με το άρθρο 106 παράγραφος 13,

δ) κατά περίπτωση, τυχόν ειδικά μέτρα που είναι απαραίτητα για να διασφαλιστεί ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των διαβιβαζόμενων πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων μέτρων για τη διασφάλιση αποδεικτικών στοιχείων με σκοπό την προστασία της έρευνας ή της εθνικής δικαστικής διαδικασίας.

4.  Η Επιτροπή διαβιβάζει αμελλητί τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου στους διατάκτες της καθώς και στους διατάκτες των εκτελεστικών οργανισμών της, σε όλα τα άλλα θεσμικά και λοιπά όργανα, τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες και οργανισμούς, προκειμένου να τους δοθεί η δυνατότητα να διεξαγάγουν την απαιτούμενη επαλήθευση όσον αφορά τις εν εξελίξει διαδικασίες προμηθειών και τις υπάρχουσες συμβάσεις.

Κατά τη διενέργεια της επαλήθευσης αυτής, ο διατάκτης ασκεί τις αρμοδιότητές του, όπως προβλέπεται στο άρθρο 66, και δεν υπερβαίνει τα προβλεπόμενα στους όρους και τις προϋποθέσεις των εγγράφων της σύμβασης και στις συμβατικές διατάξεις.

Η περίοδος διατήρησης των πληροφοριών που διαβιβάζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου δεν υπερβαίνει το ένα έτος. Εάν, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, η αναθέτουσα αρχή απευθυνθεί στην επιτροπή με αίτημα να εκδώσει σύσταση σε υπόθεση αποκλεισμού, η περίοδος διατήρησης μπορεί να παραταθεί μέχρι τη στιγμή κατά την οποία η αναθέτουσα αρχή θα έχει λάβει απόφαση.

5.  Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να λάβει απόφαση αποκλεισμού και/ή επιβολής χρηματικής ποινής, και απόφαση για τη δημοσίευση των σχετικών πληροφοριών, μόνο αφότου έχει λάβει σύσταση από την επιτροπή, όταν η εν λόγω απόφαση βασίζεται σε προκαταρκτικό χαρακτηρισμό όπως αναφέρεται στο άρθρο 106 παράγραφος 2.

6.  Η επιτροπή συγκαλείται κατόπιν αιτήματος οιασδήποτε αναθέτουσας αρχής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 117.

7.  Η επιτροπή αποτελείται από:

α) μόνιμο ανεξάρτητο πρόεδρο ανωτέρου επιπέδου,

β) δύο εκπροσώπους της Επιτροπής ως ιδιοκτήτη του συστήματος, οι οποίοι θα διατυπώνουν κοινή θέση, και

γ) έναν εκπρόσωπο της αιτούσας αναθέτουσα αρχή.

Η σύνθεση της επιτροπής εξασφαλίζει την κατάλληλη νομική και τεχνική εμπειρογνωμοσύνη.

Η επιτροπή επικουρείται από μόνιμη γραμματεία η οποία παρέχεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και εξασφαλίζει τη διαρκή διοικητική λειτουργία της επιτροπής.

8.  Εφαρμόζεται η ακόλουθη διαδικασία ενώπιον της επιτροπής:

α) η αιτούσα αναθέτουσα αρχή παραπέμπει την υπόθεση στην επιτροπή παρέχοντας τις αναγκαίες πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, τα πραγματικά περιστατικά και τα πορίσματα που αναφέρονται στο άρθρο 106 παράγραφος 2 και την φερόμενη ως περίπτωση αποκλεισμού·

β) η επιτροπή ενημερώνει αμελλητί τον οικονομικό φορέα για τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά και τον προκαταρκτικό νομικό χαρακτηρισμό τους, τα οποία μπορούν να συνιστούν περίπτωση αποκλεισμού που αναφέρεται στα στοιχεία γ), δ), ε) και στ) του άρθρου 106 παράγραφος 1 και/ή ενδέχεται να οδηγήσουν σε επιβολή χρηματικής ποινής. Η επιτροπή ενημερώνει ταυτόχρονα τις λοιπές αναθέτουσες αρχές·

γ) πριν από την έκδοση κάθε σύστασης, η επιτροπή παρέχει στον οικονομικό φορέα και στις ενημερωθείσες αναθέτουσες αρχές τη δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις. Ο οικονομικός φορέας και οι ενημερωθείσες αναθέτουσες αρχές έχουν τουλάχιστον 15 ημέρες στη διάθεσή τους για την υποβολή των παρατηρήσεων·

δ) στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 106 παράγραφος 1 στοιχεία δ) και στ), η ενημέρωση που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου και η δυνατότητα που προβλέπεται στο στοιχείο γ) της παρούσας παραγράφου μπορούν κατ' εξαίρεση να αναβληθούν, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες υπάρχουν επιτακτικοί νόμιμοι λόγοι για τη διαφύλαξη του εμπιστευτικού χαρακτήρα μιας έρευνας ή εθνικής δικαστικής διαδικασίας, έως ότου οι λόγοι αυτοί παύσουν να υφίστανται·

ε) εάν το αίτημα της αναθέτουσας αρχής βασίζεται, μεταξύ άλλων, σε πληροφορίες παρεχόμενες από την OLAF, η OLAF συνεργάζεται με την επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013, συνεκτιμώντας δεόντως τον σεβασμό των διαδικαστικών και των θεμελιωδών δικαιωμάτων και την προστασία των καταγγελλόντων·

στ) η επιτροπή εκδίδει τη σύστασή της εντός 45 ημερών από την παραλαβή του αιτήματος της αναθέτουσας αρχής. Εάν η επιτροπή ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες από τον οικονομικό φορέα, η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά 15 ημέρες. Σε εξαιρετικές και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, η επιτροπή μπορεί να παρατείνει την προθεσμία έκδοσης της σύστασης κατά ένα ακόμη μήνα. Αν ο οικονομικός φορέας δεν υποβάλει τις παρατηρήσεις του ή δεν παρέχει τις ζητούμενες πληροφορίες εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, η επιτροπή μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση της σύστασής της.

9.  Η σύσταση της επιτροπής για τον αποκλεισμό και/ή την επιβολή χρηματικής ποινής περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, τα ακόλουθα στοιχεία:

α) τα πραγματικά περιστατικά ή τα πορίσματα, που αναφέρονται στο άρθρο 106 παράγραφος 2, καθώς και τον προκαταρκτικό νομικό χαρακτηρισμό τους·

β) εκτίμηση της ανάγκης επιβολής χρηματικής ποινής και του σχετικού ποσού·

γ) εκτίμηση της ανάγκης αποκλεισμού του εν λόγω οικονομικού φορέα και, στην περίπτωση αυτή, της προτεινόμενης διάρκειας του αποκλεισμού·

δ) εκτίμηση της ανάγκης δημοσίευσης των πληροφοριών που αφορούν τον οικονομικό φορέα στον οποίο έχει επιβληθεί αποκλεισμός και/ή χρηματική ποινή·

ε) αξιολόγηση των διορθωτικών μέτρων που τυχόν ελήφθησαν από τον οικονομικό φορέα.

Όταν η αναθέτουσα αρχή προτίθεται να λάβει αυστηρότερη απόφαση από αυτήν που έχει προταθεί από την επιτροπή, διασφαλίζει ότι μία τέτοια απόφαση λαμβάνεται με τη δέουσα τήρηση του δικαιώματος ακρόασης και των κανόνων προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

10.  Η επιτροπή αναθεωρεί τη σύστασή της κατά τη διάρκεια της περιόδου αποκλεισμού κατόπιν αιτήματος της αναθέτουσας αρχής στις περιπτώσεις του άρθρου 106 παράγραφος 9 ή μετά την κοινοποίηση οριστικής δικαστικής ή διοικητικής απόφασης στην οποία καθορίζονται οι λόγοι αποκλεισμού όταν η εν λόγω απόφαση δεν ορίζει τη διάρκεια του αποκλεισμού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 106 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο.

Η επιτροπή κοινοποιεί αμέσως την αναθεωρημένη σύσταση στην αιτούσα αναθέτουσα αρχή, η οποία εν συνεχεία επανεξετάζει την απόφασή της.

11.  Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτει απεριόριστη δικαιοδοσία για την επανεξέταση απόφασης με την οποία η αναθέτουσα αρχή αποκλείει έναν οικονομικό φορέα ή/και του επιβάλλει χρηματική ποινή, μεταξύ άλλων μειώνοντας ή αυξάνοντας τη διάρκεια του αποκλεισμού ή/και ακυρώνοντας, μειώνοντας ή αυξάνοντας την επιβληθείσα χρηματική ποινή.

12.  Η Επιτροπή επιτρέπει την πρόσβαση όλων των φορέων που συμμετέχουν στην εκτέλεση του προϋπολογισμού σύμφωνα με το άρθρο 58 στις πληροφορίες που αφορούν αποφάσεις αποκλεισμού δυνάμει του άρθρου 106, ώστε να μπορούν να εξακριβώνουν αν υπάρχει αποκλεισμός στο σύστημα, με σκοπό να λαμβάνονται οι πληροφορίες αυτές υπόψη, κατά περίπτωση και με δική τους ευθύνη, κατά την ανάθεση συμβάσεων στο πλαίσιο της εκτέλεσης του προϋπολογισμού.

13.  Στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσης της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο όπως προβλέπεται στο άρθρο 325 παράγραφος 5 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή παρέχει συγκεντρωτικές πληροφορίες για τις αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αναθέτουσες αρχές σύμφωνα με τα άρθρα 105α έως 108 του παρόντος κανονισμού. Στην εν λόγω έκθεση παρέχονται επίσης περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αναθέτουσες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 106 παράγραφος 7 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού και το άρθρο 106 παράγραφος 17 του παρόντος κανονισμού και με τις αποφάσεις της αναθετουσών αρχών να αποκλίνουν από τη σύσταση της επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 105α παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο του παρόντος κανονισμού.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου παρέχονται με τη δέουσα συνεκτίμηση των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας και, ιδίως, δεν επιτρέπει την αναγνώριση του ενδιαφερόμενου οικονομικού φορέα.

14.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για το ενωσιακό σύστημα προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, μεταξύ άλλων για τη βάση δεδομένων του και τις τυποποιημένες διαδικασίες, για την οργάνωση και τη σύνθεση της επιτροπής, για τον διορισμό και την ανεξαρτησία του προέδρου, και για την πρόληψη και διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων του προέδρου και των μελών της επιτροπής.

▼M3 —————

▼M3

Άρθρο 110

Ανάθεση συμβάσεων

1.  Οι συμβάσεις ανατίθενται βάσει των κριτηρίων ανάθεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αναθέτουσα αρχή έχει επαληθεύσει αν πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:

α) η προσφορά ανταποκρίνεται στις ελάχιστες απαιτήσεις που καθορίζονται στα έγγραφα της σύμβασης·

β) ο υποψήφιος ή ο προσφέρων δεν έχει αποκλεισθεί δυνάμει του άρθρου 106 ή απορριφθεί δυνάμει του άρθρου 107· και

γ) ο υποψήφιος ή ο προσφέρων πληροί τα κριτήρια επιλογής που ορίζονται στα έγγραφα της σύμβασης και δεν βρίσκεται σε σύγκρουση συμφερόντων η οποία μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την εκτέλεση της σύμβασης.

2.  Η αναθέτουσα αρχή εφαρμόζει τα κριτήρια επιλογής για την αξιολόγηση της ικανότητας του υποψηφίου ή του προσφέροντος. Τα κριτήρια επιλογής μπορούν να αφορούν μόνο τη νομική και κανονιστική ικανότητα για την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας, την οικονομική και χρηματοδοτική ικανότητα και την τεχνική και επαγγελματική ικανότητα.

3.  Η αναθέτουσα αρχή εφαρμόζει τα κριτήρια ανάθεσης για την αξιολόγηση των προσφορών.

4.  Η αναθέτουσα αρχή βασίζει την ανάθεση συμβάσεων στην πιο συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, που συνίσταται σε μία από τις τρεις μεθόδους ανάθεσης: χαμηλότερη τιμή, χαμηλότερο κόστος ή καλύτερη αναλογία τιμής-ποιότητας.

Για τη μέθοδο του χαμηλότερου κόστους, η αναθέτουσα αρχή χρησιμοποιεί μια προσέγγιση κόστους-αποδοτικότητας, συμπεριλαμβανομένης της κοστολόγησης κύκλου ζωής.

Για την καλύτερη αναλογία τιμής-ποιότητας, η αναθέτουσα αρχή λαμβάνει υπόψη την τιμή ή το κόστος και άλλα ποιοτικά κριτήρια που συνδέονται με το αντικείμενο της σύμβασης.

5.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με τη λεπτομερή πρόβλεψη των κριτηρίων επιλογής, των κριτηρίων ανάθεσης, συμπεριλαμβανομένων κριτηρίων ποιότητας και της πιο οικονομικά συμφέρουσας προσφοράς καθώς και των μεθόδων που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση του κόστους κύκλου ζωής των αγορασθέντων. Στην Επιτροπή ανατίθεται επίσης η αρμοδιότητα να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με τα έγγραφα που αποδεικνύουν τη νομική ικανότητα, την οικονομική και χρηματοπιστωτική ικανότητα και την τεχνική και επαγγελματική ικανότητα και σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς και τις ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές.

Άρθρο 111

Υποβολή, ηλεκτρονική επικοινωνία και αξιολόγηση

1.  Οι ρυθμίσεις υποβολής προσφορών εγγυώνται τον γνήσιο ανταγωνισμό και το απόρρητο του περιεχομένου των προσφορών έως την ταυτόχρονη αποσφράγισή τους.

2.  Η Επιτροπή εξασφαλίζει με πρόσφορα μέσα και κατ' εφαρμογή του άρθρου 95 ότι οι προσφέροντες μπορούν να καταχωρίζουν το περιεχόμενο της προσφοράς και κάθε δικαιολογητικό στοιχείο σε ηλεκτρονική μορφή (ηλεκτρονικές δημόσιες συμβάσεις (e-procurement)), εκτός από δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις που προσδιορίζονται στις κατ' εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 210. Κάθε σύστημα ηλεκτρονικής επικοινωνίας που χρησιμοποιείται για τη στήριξη των επικοινωνιών και των ανταλλαγών πληροφοριών δεν εισάγει διακρίσεις, είναι γενικά διαθέσιμο και διαλειτουργικό με τις τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνιών (ΤΠΕ) που χρησιμοποιούνται ευρέως και δεν περιορίζει την πρόσβαση των οικονομικών φορέων στη διαδικασία προμηθειών.

Η Επιτροπή υποβάλλει τακτικές εκθέσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την πρόοδο της εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.

3.  Εφόσον το κρίνει ενδεδειγμένο και αναλογικό, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να απαιτεί από τους προσφέροντες να καταθέτουν εκ των προτέρων εγγύηση, ώστε να έχει την εξασφάλιση ότι οι υποβληθείσες προσφορές δεν θα αποσυρθούν. H απαιτούμενη εγγύηση είναι ανάλογη προς την εκτιμώμενη αξία της σύμβασης και καθορίζεται σε ενδεδειγμένο επίπεδο, ούτως ώστε να αποτρέπονται διακρίσεις εις βάρος διαφόρων οικονομικών φορέων.

4.  Η αναθέτουσα αρχή αποσφραγίζει όλες τις αιτήσεις συμμετοχής και τις προσφορές. Ωστόσο, απορρίπτει:

α) τις αιτήσεις συμμετοχής και τις προσφορές που δεν τηρούν τις προθεσμίες παραλαβής χωρίς να τις αποσφραγίσει·

β) τις προσφορές που λαμβάνονται ήδη αποσφραγισμένες χωρίς να εξετάσει το περιεχόμενό τους.

5.  Η αναθέτουσα αρχή αξιολογεί όλες τις αιτήσεις συμμετοχής ή τις προσφορές που δεν απορρίφθηκαν κατά την εναρκτήρια φάση που ορίζεται στην παράγραφο 4, με βάση τα κριτήρια που προσδιορίζονται στα έγγραφα της σύμβασης με σκοπό την ανάθεση της σύμβασης ή τη διεξαγωγή ηλεκτρονικού πλειστηριασμού.

6.  Οι αιτήσεις συμμετοχής και οι προσφορές που δεν πληρούν όλες τις ελάχιστες απαιτήσεις που καθορίζονται στα έγγραφα της σύμβασης απορρίπτονται.

Εκτός από δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, η επιτροπή αξιολόγησης ή η αναθέτουσα αρχή ζητεί από τον υποψήφιο ή τον προσφέροντα να προσκομίσει πρόσθετα στοιχεία ή έγγραφα που λείπουν, να διευκρινίσει τα δικαιολογητικά έγγραφα σχετικά με τα κριτήρια αποκλεισμού και επιλογής, ή να εξηγήσει μια ασυνήθιστα χαμηλή προσφορά, εντός της προθεσμίας που η ίδια καθορίζει.

7.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τις προθεσμίες παραλαβής των προσφορών και των αιτήσεων συμμετοχής, την πρόσβαση στα έγγραφα της σύμβασης, τις προθεσμίες για την παροχή πρόσθετων πληροφοριών, τις προθεσμίες σε επείγουσες περιπτώσεις, καθώς και για τα μέσα επικοινωνίας για την υποβολή των προσφορών και των ηλεκτρονικών καταλόγων, τους λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τις τεχνικές και νομικές απαιτήσεις για τα ηλεκτρονικά συστήματα ανταλλαγών και σχετικά με την εξαίρεση από τη χρήση της ηλεκτρονικής υποβολής των προσφορών σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις. Επιπλέον, ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τη δυνατότητα να απαιτείται εγγύηση προσφοράς και τις προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση και την αποδέσμευση της εγγύησης, την αποσφράγιση και την αξιολόγηση των προσφορών και των αιτήσεων συμμετοχής καθώς και τη σύσταση και τη σύνθεση των επιτροπών αποσφράγισης και αξιολόγησης προσφορών.

Άρθρο 112

Επαφές κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προμηθειών

1.  Κατά τη διαδικασία προμηθειών, όλες οι επαφές μεταξύ αναθέτουσας αρχής και υποψηφίων ή προσφερόντων γίνονται υπό συνθήκες που εξασφαλίζουν τη διαφάνεια, την ίση μεταχείριση και την καλή διοίκηση, όπως ορίζεται στο άρθρο 96. Μετά τη λήξη της προθεσμίας για την παραλαβή των προσφορών, η αναθέτουσα αρχή έρχεται σε επαφή με τον προσφέροντα προκειμένου να διορθώσει προφανή λάθη εκ παραδρομής ή να ζητήσει επιβεβαίωση για ειδικό ή τεχνικό στοιχείο, εκτός από δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις. Οι εν λόγω επαφές καθώς και τυχόν άλλες επαφές δεν μπορούν να επιφέρουν αλλαγές στα έγγραφα της σύμβασης ή ουσιαστικές αλλαγές των όρων της υποβληθείσας προσφοράς, εκτός αν κάποια διαδικασία προμηθειών που ορίζεται στο άρθρο 104 παράγραφος 1 επιτρέπει ειδικά τις εν λόγω δυνατότητες.

2.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τις επιτρεπόμενες και τις απαιτούμενες επαφές μεταξύ της αναθέτουσας αρχής και των υποψηφίων ή των προσφερόντων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προμηθειών.

Άρθρο 113

Απόφαση ανάθεσης και ενημέρωση των υποψηφίων ή των προσφερόντων

1.  Ο αρμόδιος διατάκτης αποφασίζει σε ποιον θα ανατεθεί η σύμβαση, σύμφωνα με τα κριτήρια επιλογής και ανάθεσης που ορίζονται στα έγγραφα της σύμβασης.

2.  Η αναθέτουσα αρχή γνωστοποιεί σε όλους τους υποψηφίους ή προσφέροντες τους λόγους απόρριψης της υποψηφιότητας ή της προσφοράς τους καθώς και τη διάρκεια της περιόδου αναμονής που αναφέρεται στο άρθρο 118 παράγραφος 2.

Για την ανάθεση ειδικών συμβάσεων δυνάμει σύμβασης-πλαισίου με εκ νέου διεξαγωγή διαγωνισμού, η αναθέτουσα αρχή ενημερώνει τους προσφέροντες σχετικά με το αποτέλεσμα της αξιολόγησης.

3.  Η αναθέτουσα αρχή ενημερώνει κάθε προσφέροντα που δεν βρίσκεται σε κατάσταση αποκλεισμού, του οποίου η προσφορά είναι σύμφωνη με τα έγγραφα της σύμβασης και ο οποίος υποβάλλει εγγράφως αίτημα να ενημερωθεί για οποιοδήποτε από τα ακόλουθα στοιχεία:

α) το ονοματεπώνυμο του προσφέροντα, ή των προσφερόντων στην περίπτωση σύμβασης-πλαισίου, στον οποίο έχει ανατεθεί η σύμβαση και, εκτός από την περίπτωση ειδικής σύμβασης δυνάμει σύμβασης-πλαισίου με εκ νέου διεξαγωγή διαγωνισμού, τα χαρακτηριστικά και τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς, το αντίτιμο που κατεβλήθη ή την αξία της σύμβασης, ανάλογα με την περίπτωση·

β) την πρόοδο των διαπραγματεύσεων και του διαλόγου με τους προσφέροντες.

Η αναθέτουσα αρχή μπορεί, ωστόσο, να αποφασίσει να μην αποκαλύψει ορισμένες πληροφορίες, εάν η δημοσιοποίησή τους θα εμπόδιζε την επιβολή της νομοθεσίας, θα ήταν αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον ή θα έβλαπτε τα νόμιμα εμπορικά συμφέροντα οικονομικών φορέων ή τον θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ τους.

4.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, όσον αφορά λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τις απαιτήσεις για την έκθεση αξιολόγησης και την απόφαση ανάθεσης της σύμβασης και το περιεχόμενό τους, και σχετικά με την ενημέρωση των υποψηφίων και των προσφερόντων.

Άρθρο 114

Ακύρωση της διαδικασίας προμηθειών

Η αναθέτουσα αρχή μπορεί, πριν την υπογραφή της σύμβασης, να ακυρώσει τη διαδικασία προμηθειών, χωρίς δυνατότητα των υποψηφίων ή των προσφερόντων να διεκδικήσουν οποιαδήποτε αποζημίωση.

Η σχετική απόφαση είναι αιτιολογημένη και να γνωστοποιείται στους υποψηφίους ή τους προσφέροντες το ταχύτερο δυνατόν.

▼M3

Άρθρο 114α

Εκτέλεση και τροποποιήσεις της σύμβασης

1.  Η εκτέλεση της σύμβασης δεν αρχίζει πριν από την υπογραφή της.

2.  Η αναθέτουσα αρχή δύναται να τροποποιήσει τη σύμβαση ή τη σύμβαση-πλαίσιο χωρίς διαδικασία προμηθειών μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3 και υπό την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση δεν μεταβάλλει το αντικείμενο της σύμβασης ή της σύμβασης-πλαισίου.

3.  Μία σύμβαση ή ειδική σύμβαση υπό σύμβαση-πλαίσιο μπορεί να τροποποιηθεί χωρίς νέα διαδικασία προμηθειών σε οιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) για πρόσθετα έργα, αγαθά ή υπηρεσίες του αρχικού εργολάβου που έχουν καταστεί αναγκαία και δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική σύμβαση προμηθειών και εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) δεν μπορεί να γίνει αλλαγή εργολάβου για τεχνικούς λόγους που αφορούν τις απαιτήσεις εναλλαξιμότητας ή διαλειτουργικότητας με τον εξοπλισμό, τις υπηρεσίες ή τις εγκαταστάσεις που υπάρχουν,

ii) η αλλαγή εργολάβου θα συνεπαγόταν ουσιαστικά διπλές δαπάνες για την αναθέτουσα αρχή, και

iii) οιαδήποτε αύξηση της τιμής, συμπεριλαμβανομένης της καθαρής σωρευτικής αξίας των διαδοχικών τροποποιήσεων, δεν υπερβαίνει το 50 % της αρχικής αξίας της σύμβασης·

β) όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) η ανάγκη τροποποίησης προέκυψε λόγω περιστάσεων που δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν από μια επιμελή αναθέτουσα αρχή, και

ii) οιαδήποτε αύξηση της τιμής δεν υπερβαίνει το 50 % της αρχικής αξίας της σύμβασης·

γ) όταν η αξία της τροποποίησης είναι κατώτερη των ακόλουθων ορίων:

i) των κατώτατων ορίων που αναφέρονται στο άρθρο 118 παράγραφος 1 και των κατ' εξουσιοδότηση πράξεων που εκδίδονται βάσει του άρθρου 190 παράγραφος 2 στον τομέα των εξωτερικών δράσεων και ισχύουν τη στιγμή της τροποποίησης, και

ii) του 10 % της αρχικής αξίας της σύμβασης όσον αφορά τις συμβάσεις δημόσιων υπηρεσιών και αγαθών και τις συμβάσεις παραχώρησης έργων ή υπηρεσιών και του 15 % της αρχικής αξίας της σύμβασης όσον αφορά τις συμβάσεις δημοσίων έργων·

δ) όταν οι ελάχιστες απαιτήσεις της αρχικής διαδικασίας προμηθειών δεν αλλάζουν. Στην περίπτωση αυτή, κάθε επακόλουθη μεταβολή της αξίας είναι σύμφωνη με τους όρους του στοιχείου γ) του παρόντος εδαφίου, εκτός αν τέτοια μεταβολή της αξίας απορρέει από την αυστηρή εφαρμογή των εγγράφων της σύμβασης ή των συμβατικών διατάξεων.

Τα στοιχεία α), γ) και δ) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου μπορούν επίσης να εφαρμόζονται στις συμβάσεις-πλαίσιο.

Στην αρχική αξία της σύμβασης δεν λαμβάνονται υπόψη οι αναθεωρήσεις των τιμών.

H καθαρή σωρευτική αξία διαφόρων διαδοχικών τροποποιήσεων σύμφωνα με το στοιχείο γ) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου δεν υπερβαίνει τα κατώτατα όρια που αναφέρονται σε αυτό.

H αναθέτουσα αρχή εφαρμόζει τα εκ των υστέρων μέτρα δημοσιότητας που ορίζονται στο άρθρο 103.

▼B



Τμήμα 4

Εγγυήσεις και διορθωτικά μέτρα

▼M3

Άρθρο 115

Εγγυήσεις

1.  Εκτός από την περίπτωση συμβάσεων χαμηλής αξίας, η αναθέτουσα αρχή μπορεί, εφόσον το κρίνει σκόπιμο και αναλογικό, κατά περίπτωση και βάσει ανάλυσης κινδύνου, να απαιτεί από τους αντισυμβαλλόμενους να καταθέτουν εγγύηση με σκοπό:

α) τον περιορισμό των οικονομικών κινδύνων που συνδέονται με την καταβολή των προχρηματοδοτήσεων·

β) τη διασφάλιση της τήρησης ουσιωδών συμβατικών υποχρεώσεων στην περίπτωση έργων, αγαθών ή πολύπλοκων υπηρεσιών·

γ) τη διασφάλιση της πλήρους εκτέλεσης της σύμβασης κατά τη διάρκεια της περιόδου ευθύνης που προβλέπει η σύμβαση.

2.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά τα είδη των εγγυήσεων που μπορούν να απαιτούνται από τους αντισυμβαλλόμενους, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων της ανάλυσης κινδύνου, και το μέγιστο ποσό για κάθε είδος εγγύησης ως ποσοστό της συνολικής αξίας της σύμβασης.

Άρθρα 116

Ουσιώδη σφάλματα, παρατυπίες ή απάτη

1.  Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «ουσιώδες σφάλμα» νοείται οποιαδήποτε παραβίαση συμβατικής διάταξης η οποία είναι αποτέλεσμα πράξης ή παράλειψης και προκαλεί ή θα μπορούσε να προκαλέσει ζημία εις βάρος του προϋπολογισμού.

2.  Οσάκις αποδεικνύεται ότι η διαδικασία εμφανίζει ουσιώδη σφάλματα, παρατυπίες ή απάτη, η αναθέτουσα αρχή την αναστέλλει και μπορεί να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο, περιλαμβανόμενης της ακύρωσης της διαδικασίας.

3.  Οσάκις, μετά την υπογραφή της σύμβασης, αποδεικνύεται ότι η διαδικασία ή η εκτέλεση της σύμβασης εμφάνισε ουσιώδη σφάλματα, παρατυπίες ή απάτη, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να αναστείλει την εκτέλεση της σύμβασης ή, εφόσον συντρέχει λόγος, να την καταγγείλει.

Η εκτέλεση των συμβάσεων μπορεί επίσης να ανασταλεί προκειμένου να επαληθευθεί η ύπαρξη των εικαζόμενων ουσιωδών σφαλμάτων, παρατυπιών ή απάτης.

Όταν τα ουσιώδη σφάλματα, οι παρατυπίες ή η απάτη καταλογίζονται στον αντισυμβαλλόμενο, η αναθέτουσα αρχή μπορεί επιπλέον να αρνηθεί την πληρωμή ή να ανακτήσει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά, σε βαθμό ανάλογο με τη σοβαρότητα των εν λόγω ουσιωδών σφαλμάτων, των παρατυπιών ή της απάτης.

4.  Η OLAF ασκεί την αρμοδιότητα η οποία έχει ανατεθεί στην Επιτροπή με τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου ( 19 ), για την πραγματοποίηση επιτόπιων εξακριβώσεων και ελέγχων στα κράτη μέλη και, σύμφωνα με τις ισχύουσες συμφωνίες συνεργασίας και αμοιβαίας συνδρομής, σε τρίτες χώρες και σε εγκαταστάσεις διεθνών οργανισμών.

5.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την αναστολή εκτέλεσης σύμβασης σε περίπτωση ουσιωδών σφαλμάτων, παρατυπιών ή απάτης.

▼B



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Διατάξεις εφαρμοζόμενες στις συμβάσεις που συνάπτονται από τα όργανα για ίδιο λογαριασμό

▼M3

Άρθρο 117

Η αναθέτουσα αρχή

1.  Τα θεσμικά όργανα κατά την έννοια του άρθρου 2, οι εκτελεστικοί οργανισμοί ή οργανισμοί κατά την έννοια των άρθρων 208 και 209 θεωρούνται ως αναθέτουσες αρχές για τις συμβάσεις που αναθέτουν για ίδιο λογαριασμό, εκτός αν πρόκειται για αγορά από κεντρική αρχή αγορών. Οι υπηρεσίες των εν λόγω θεσμικών οργάνων δεν θεωρούνται ως αναθέτουσες αρχές όταν συνάπτουν διοικητικούς διακανονισμούς μεταξύ τους.

Τα εν λόγω θεσμικά όργανα μπορούν να αναθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 65, τις εξουσίες που είναι αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων της αναθέτουσας αρχής.

2.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την ανάθεση των καθηκόντων της αναθέτουσας αρχής και για τις κεντρικές αρχές αγορών.

Άρθρο 118

Εφαρμοστέα κατώτατα όρια και περίοδος αναμονής

1.  Για την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων και συμβάσεων παραχώρησης, η αναθέτουσα αρχή τηρεί τα κατώτατα όρια που προβλέπονται στα στοιχεία α) και β) του άρθρου 4 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ κατά την επιλογή διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 104 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού. Τα εν λόγω κατώτατα όρια καθορίζουν τα μέτρα δημοσιότητας που ορίζονται στο άρθρο 103 παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος κανονισμού.

2.  Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων και των όρων που προσδιορίζονται στις κατ' εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, όταν οι συμβάσεις η αξία των οποίων υπερβαίνει τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η αναθέτουσα αρχή δεν υπογράφει τη σύμβαση ή τη σύμβαση-πλαίσιο με τον επιτυχόντα προσφέροντα πριν από την παρέλευση περιόδου αναμονής.

3.  Η περίοδος αναμονής έχει διάρκεια 10 ημερών εάν χρησιμοποιούνται ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας, και 15 ημερών εάν χρησιμοποιούνται άλλα μέσα.

4.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τις χωριστές συμβάσεις και τις συμβάσεις κατά παρτίδες, την εκτίμηση της αξίας των δημοσίων συμβάσεων και των συμβάσεων παραχώρησης και την περίοδο αναμονής πριν από την υπογραφή της σύμβασης.

Άρθρο 119

Κανόνες σχετικά με την πρόσβαση σε προμήθειες

Η συμμετοχή σε διαδικασίες προμηθειών είναι ανοικτή επί ίσοις όροις σε όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα εντός του πεδίου εφαρμογής των Συνθηκών και σε όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα σε τρίτη χώρα η οποία έχει συνάψει ειδική συμφωνία με την Ένωση στον τομέα των δημόσιων προμηθειών, υπό τους όρους που προβλέπονται στην εν λόγω συμφωνία. Είναι επίσης ανοικτή στους διεθνείς οργανισμούς.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τα αποδεικτικά στοιχεία που πρέπει να παρέχονται σε σχέση με την πρόσβαση σε προμήθειες.

Άρθρο 120

Κανόνες περί προμηθειών του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου

Στην περίπτωση εφαρμογής της πολυμερούς συμφωνίας περί δημοσίων συμβάσεων προμηθειών η οποία έχει συναφθεί στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, η διαδικασία προμηθειών είναι επίσης ανοικτή σε οικονομικούς φορείς εγκατεστημένους στα κράτη που έχουν επικυρώσει την εν λόγω συμφωνία, υπό τους όρους που προβλέπονται στη συμφωνία αυτή.

▼B



ΤΙΤΛΟΣ VI

ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Πεδίο εφαρμογής και μορφή των επιδοτήσεων

Άρθρο 121

Πεδίο εφαρμογής των επιδοτήσεων

1.  Οι επιδοτήσεις είναι άμεσες χρηματοδοτικές συνεισφορές από τον προϋπολογισμό, οι οποίες χορηγούνται, ως χορηγία, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί:

α) είτε ενέργεια προοριζόμενη να προωθήσει την υλοποίηση ενός στόχου της Ένωσης·

β) είτε η λειτουργία οργανισμού ο οποίος επιδιώκει στόχο γενικού ενωσιακού συμφέροντος ή στόχο που εντάσσεται σε πολιτική της Ένωσης και την υποστηρίζει (επιδοτήσεις λειτουργίας).

Η επιδότηση καλύπτεται είτε από γραπτή σύμβαση είτε από απόφαση της Επιτροπής που κοινοποιείται στον επιτυχόντα υποψήφιο.

Η Επιτροπή μπορεί να δημιουργεί ασφαλές ηλεκτρονικό σύστημα για τις ανταλλαγές με τους δικαιούχους.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με τον λεπτομερή προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής των επιδοτήσεων και σχετικά με κανόνες που προσδιορίζουν κατά πόσον θα χρησιμοποιηθούν συμφωνίες επιδότησης ή αποφάσεις επιδότησης. Επιπλέον, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερή χαρακτηριστικά του ηλεκτρονικού συστήματος ανταλλαγών, συμπεριλαμβανομένων των όρων υπό τους οποίους έγγραφα υποβαλλόμενα μέσω τέτοιων συστημάτων, όπως μεταξύ άλλων συμφωνίες επιδότησης, θα θεωρούνται πρωτότυπα και υπογεγραμμένα, καθώς και σχετικά με τη χρησιμοποίηση συμπράξεων-πλαισίων.

2.  Δεν αποτελούν επιδοτήσεις κατά την έννοια του παρόντος τίτλου:

α) οι δαπάνες για τα μέλη και το προσωπικό των οργάνων, καθώς και οι συνεισφορές στα Ευρωπαϊκά Σχολεία·

β) οι δημόσιες συμβάσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 101, η βοήθεια που χορηγείται ως μακροοικονομική χρηματοδοτική συνδρομή και δημοσιονομική στήριξη·

γ) τα χρηματοδοτικά μέσα καθώς και η κατοχή μετοχών και οι συμμετοχές σε διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανοικοδόμησης και Ανάπτυξης (ΕΤΑΑ) ή οι εξειδικευμένοι οργανισμοί της Ένωσης, όπως το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων (ΕΤΑΕ)·

δ) οι συνεισφορές που καταβάλλονται από την Ένωση ως συνδρομές σε οντότητες των οποίων είναι μέλος·

ε) οι δαπάνες που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο επιμερισμένης διαχείρισης και έμμεσης διαχείρισης, κατά την έννοια των άρθρων 58, 59 και 60, εκτός αν ορίζεται άλλως στους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον προϋπολογισμό των εντεταλμένων οντοτήτων ή προσώπων κατά το άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ) ή στις συμφωνίες ανάθεσης·

στ) οι συνεισφορές, δυνάμει της καταστατικής βασικής πράξης κάθε οργανισμού, προς εκτελεστικούς οργανισμούς που ιδρύονται δυνάμει του άρθρου 62·

ζ) οι δαπάνες που σχετίζονται με τις αγορές αλιευτικών προϊόντων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο στ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2005, σχετικά με τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής ( 20

η) η επιστροφή εξόδων ταξιδίου και διαμονής προσώπων που προσκαλούνται ή αποστέλλονται από τα όργανα ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, κάθε άλλη αποζημίωση που καταβάλλεται στα πρόσωπα αυτά·

θ) τα έπαθλα που απονέμονται στο πλαίσιο διαγωνισμού, στα οποία εφαρμόζεται ο τίτλος VΙΙ του μέρους Ι·

▼M2

ι) οι συνεισφορές στα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα που αναφέρονται στον τίτλο VIII του μέρους ΙΙ.

▼B

3.  Οι μειώσεις επιτοκίου και οι επιχορηγήσεις των εξόδων εγγύησης νοούνται ως επιδοτήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι δεν συνδυάζονται σε ενιαίο μέτρο με χρηματοδοτικά μέσα, όπως αναφέρεται στον τίτλο VIII του μέρους Ι.

Οι εν λόγω μειώσεις και επιχορηγήσεις υπόκεινται στις διατάξεις του παρόντος τίτλου, με την εξαίρεση των ακόλουθων:

α) αρχή της συγχρηματοδότησης, κατά την έννοια του άρθρου 125 παράγραφος 3·

β) αρχή της μη αποκόμισης κέρδους, κατά την έννοια του άρθρου 125 παράγραφος 4·

γ) για τις ενέργειες που αποσκοπούν στην ενίσχυση της οικονομικής ικανότητας του δικαιούχου ή στη δημιουργία εισοδήματος, η αξιολόγηση της οικονομικής ικανότητας του αιτούντος κατά το άρθρο 132 παράγραφος 1.

4.  Κάθε όργανο μπορεί να χορηγεί επιδοτήσεις για δραστηριότητες επικοινωνίας εφόσον, για δεόντως αιτιολογημένους λόγους, η χρήση των διαδικασιών ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων δεν είναι σκόπιμη.

Άρθρο 122

Δικαιούχοι

1.  Όταν πλείονες οντότητες ανταποκρίνονται στα κριτήρια για τη χορήγηση επιδότησης και σχηματίζουν από κοινού μία ενιαία οντότητα, η εν λόγω οντότητα μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ο μοναδικός δικαιούχος, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης κατά την οποία η οντότητα δημιουργείται ειδικά για τον σκοπό της υλοποίησης της ενέργειας που πρόκειται να χρηματοδοτηθεί με την επιδότηση.

2.  Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, οι ακόλουθες οντότητες θεωρούνται οντότητες συνδεόμενες με τον δικαιούχο:

α) οντότητες που συναπαρτίζουν τον δικαιούχο κατά την έννοια της παραγράφου 1·

β) οντότητες που ανταποκρίνονται στα κριτήρια επιλεξιμότητας, δεν εμπίπτουν σε μία από τις καταστάσεις του άρθρου 131 παράγραφος 4 και έχουν δεσμό με τον δικαιούχο, ιδίως νομικό ή κεφαλαιακό δεσμό, ο οποίος ούτε περιορίζεται στη συγκεκριμένη ενέργεια ούτε δημιουργείται με μοναδικό σκοπό την υλοποίησή της.

3.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με το ελάχιστο περιεχόμενο των συμφωνιών ή αποφάσεων επιδότησης, ιδίως όταν μια επιδότηση χορηγείται σε περισσότερες της μίας οντότητες, τις ειδικές υποχρεώσεις του συντονιστή, εάν υπάρχει, και των άλλων δικαιούχων, το εφαρμοστέο καθεστώς ευθύνης και τις προϋποθέσεις για την προσθήκη ή αφαίρεση ενός δικαιούχου.

Άρθρο 123

Μορφές επιδοτήσεων

1.  Οι επιδοτήσεις είναι δυνατόν να λάβουν μία από τις ακόλουθες μορφές:

α) επιστροφή προσδιοριζόμενου ποσοστού των επιλέξιμων εξόδων, κατά την έννοια του άρθρου 126, τα οποία πράγματι καταβλήθηκαν·

β) επιστροφή βάσει μοναδιαίου κόστους·

γ) κατ’ αποκοπή ποσά·

δ) χρηματοδότηση ενιαίου ποσοστού·

ε) συνδυασμός των μορφών στις οποίες αναφέρονται τα στοιχεία α) έως δ).

2.  Κατά τον καθορισμό της ενδεδειγμένης μορφής της επιδότησης, λαμβάνονται υπόψη στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τα ενδεχόμενα συμφέροντα των δικαιούχων και οι λογιστικές μέθοδοι.

3.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με κανόνες για τις διάφορες μορφές επιδοτήσεων, συμπεριλαμβανομένων των επιδοτήσεων μικρού ύψους.

Άρθρο 124

Χρηματοδότηση με κατ’ αποκοπή ποσά, βάσει μοναδιαίου κόστους και με ενιαίο συντελεστή

1.  Με την επιφύλαξη των διατάξεων της βασικής πράξης, η χρηματοδότηση με κατ’ αποκοπή ποσά, βάσει μοναδιαίου κόστους ή με ενιαίο συντελεστή επιτρέπεται με απόφαση της Επιτροπής, η οποία διασφαλίζει την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των δικαιούχων για την ίδια κατηγορία ενεργειών ή προγραμμάτων εργασίας.

Αν το μέγιστο ποσό ανά επιδότηση δεν υπερβαίνει το ποσό της επιδότησης μικρού ύψους, η έγκριση είναι δυνατόν να χορηγείται από τον αρμόδιο διατάκτη.

2.  Η έγκριση πρέπει να υποστηρίζεται τουλάχιστον με τα ακόλουθα:

α) τεκμηρίωση της καταλληλότητας των συγκεκριμένων μορφών χρηματοδότησης σε σχέση με τη φύση των υποστηριζόμενων ενεργειών ή προγραμμάτων εργασίας, καθώς και σε σχέση με τον κίνδυνο παρατυπιών και απάτης και το κόστος ελέγχου·

β) προσδιορισμός του κόστους ή των κατηγοριών κόστους που καλύπτονται από χρηματοδότηση με κατ’ αποκοπή ποσά, βάσει μοναδιαίου κόστους ή με ενιαίο συντελεστή, εξαιρουμένου των μη επιλέξιμων δαπανών σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες της Ένωσης·

γ) περιγραφή των μεθόδων προσδιορισμού των κατ’ αποκοπή ποσών, του μοναδιαίου κόστους ή του ενιαίου συντελεστή χρηματοδότησης, και των όρων για την εύλογη διασφάλιση της συμμόρφωσης προς τις αρχές της μη αποκόμισης κέρδους και της συγχρηματοδότησης και για την αποφυγή διπλής χρηματοδότησης για τις ίδιες δαπάνες. Οι μέθοδοι αυτές βασίζονται στα ακόλουθα:

i) στατιστικά δεδομένα ή ανάλογα αντικειμενικά μέσα· ή

ii) προσέγγιση ανά δικαιούχο, βασιζόμενη στο πιστοποιημένο ή ελέγξιμο ιστορικό του δικαιούχου ή στις συνήθεις πρακτικές του όσον αφορά την κοστολόγηση.

3.  Όταν επιτρέπεται η αναφορά στις συνήθεις πρακτικές κοστολόγησης του δικαιούχου, ο αρμόδιος διατάκτης μπορεί να αξιολογήσει τη συμμόρφωση των πρακτικών αυτών προς τους όρους που καθορίζονται στην παράγραφο 2 εκ των προτέρων ή στο πλαίσιο κατάλληλης στρατηγικής εκ των υστέρων ελέγχων.

Αν η συμμόρφωση των συνήθων πρακτικών κοστολόγησης του δικαιούχου προς τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 2 έχει διαπιστωθεί εκ των προτέρων, το ύψος της χρηματοδότησης με κατ’ αποκοπή ποσά, βάσει μοναδιαίου κόστους ή με ενιαίο συντελεστή, που καθορίζεται με την εφαρμογή των πρακτικών αυτών, δεν αμφισβητείται με εκ των υστέρων ελέγχους.

Ο αρμόδιος διατάκτης μπορεί να θεωρήσει ότι οι συνήθεις πρακτικές κοστολόγησης του δικαιούχου συμμορφώνονται προς τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 2, αν οι συγκεκριμένες πρακτικές γίνονται αποδεκτές από τις εθνικές αρχές για παρόμοια χρηματοδοτικά σχέδια.

4.  Η απόφαση ή συμφωνία επιδότησης μπορεί να επιτρέπει ή να επιβάλλει, υπό μορφή ενιαίων συντελεστών, τη χρηματοδότηση των έμμεσων εξόδων του δικαιούχου, και με μέγιστο όριο το 7 % των συνολικών επιλέξιμων άμεσων δαπανών της ενέργειας, εκτός εάν ο δικαιούχος λαμβάνει λειτουργική επιδότηση χρηματοδοτούμενη από τον προϋπολογισμό. Για την υπέρβαση του ανώτατου ορίου 7 % απαιτείται αιτιολογημένη απόφαση της Επιτροπής.

5.  Οι ιδιοκτήτες ΜΜΕ και άλλα μη μισθοδοτούμενα φυσικά πρόσωπα μπορούν να δηλώσουν επιλέξιμες δαπάνες προσωπικού για το έργο που εκτελείται στο πλαίσιο μιας ενέργειας ή προγράμματος εργασίας, βάσει μοναδιαίου κόστους που καθορίζεται με απόφαση της Επιτροπής.

6.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την χρηματοδότηση με κατ’ αποκοπή ποσά, βάσει μοναδιαίου κόστους ή με ενιαίο συντελεστή.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Αρχές

Άρθρο 125

Γενικές αρχές που εφαρμόζονται στις επιδοτήσεις

1.  Οι επιδοτήσεις τηρούν τις αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης.

2.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 130, οι επιδοτήσεις δεν σωρεύονται ούτε παρέχονται αναδρομικά.

3.  Οι επιδοτήσεις συμπεριλαμβάνουν συγχρηματοδότηση με την επιφύλαξη των ειδικών κανόνων που καθορίζονται στον τίτλο IV του μέρους ΙΙ.

▼M2 —————

▼B

4.  Οι επιδοτήσεις δεν είναι δυνατόν να αποσκοπούν ή να συνεπάγονται κέρδος, στο πλαίσιο της δράσης ή του προγράμματος εργασιών, για τον δικαιούχο («αρχή της μη αποκόμισης κέρδους»).

Το πρώτο εδάφιο δεν ισχύει για:

α) ενέργειες με στόχο την ενίσχυση της οικονομικής επιφάνειας δικαιούχου, ή ενέργειες που δημιουργούν εισόδημα προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέχειά τους μετά την περίοδο κατά την οποία χορηγείται η χρηματοδότηση από την Ένωση, που προβλέπεται στην απόφαση ή τη συμφωνία επιδότησης·

β) υποτροφίες μελέτης, έρευνας ή επαγγελματικής κατάρτισης που παρέχονται σε φυσικά πρόσωπα·

γ) άλλη άμεση στήριξη η οποία καταβάλλεται σε φυσικά πρόσωπα που την χρειάζονται επιτακτικά, όπως οι άνεργοι και οι πρόσφυγες·

δ) επιδοτήσεις στη βάση ενιαίου συντελεστή και/ή κατ’ αποκοπή ποσού και/ή μοναδιαίου κόστους, εφόσον συμμορφώνονται προς τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 124 παράγραφος 2·

ε) επιδοτήσεις μικρού ύψους.

Αν προκύψει κέρδος, η Επιτροπή μπορεί να ανακτήσει το ποσοστό του κέρδους που αντιστοιχεί στη συνεισφορά της Ένωσης στις επιλέξιμες δαπάνες τις οποίες κατέβαλε πράγματι ο δικαιούχος για την υλοποίηση της ενέργειας ή του προγράμματος εργασίας.

5.  Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, το κέρδος ορίζεται ως το πλεόνασμα των εσόδων έναντι των επιλέξιμων δαπανών που βάρυναν τον δικαιούχο, όταν υποβάλλεται αίτηση για την καταβολή του υπολοίπου.

Τα έσοδα του πρώτου εδαφίου περιορίζονται στα έσοδα που προκύπτουν από την ενέργεια ή το πρόγραμμα εργασίας και στις χρηματοδοτικές συνεισφορές που χορηγούνται από δωρητές ειδικά για τη χρηματοδότηση των επιλέξιμων δαπανών.

Σε περίπτωση επιδότησης λειτουργίας, τα ποσά που διοχετεύονται στη σύσταση αποθεματικών δεν συνυπολογίζονται για τους σκοπούς της επαλήθευσης της συμμόρφωσης προς την αρχή της μη αποκόμισης κέρδους.

▼M2

6.  Εάν στο τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο έλαβε επιδότηση λειτουργίας, τα έσοδα ενός ευρωπαϊκού πολιτικού ιδρύματος κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1141/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 21 ) υπερβαίνουν τις δαπάνες, το συγκεκριμένο ίδρυμα δύναται να μεταφέρει στο επόμενο οικονομικό έτος μέρος του πλεονάσματος που αντιστοιχεί έως το 25 % των συνολικών εσόδων του κατά το έτος αυτό, κατά παρέκκλιση από την αρχή της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου περί μη αποκόμισης κέρδους, υπό την προϋπόθεση ότι το ποσό αυτό θα χρησιμοποιηθεί πριν από το τέλος του πρώτου τριμήνου του επόμενου έτους.

▼B

7.  Είναι δυνατόν να χορηγηθούν επιδοτήσεις για ενέργειες τεχνικής βοήθειας στην ΕΤΕπ και στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων χωρίς πρόσκληση για υποβολή προτάσεων. Στις περιπτώσεις αυτές δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 131 παράγραφοι 2 έως 5 και 132 παράγραφος 1.

8.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, για τη συμπλήρωση των γενικών αρχών που εφαρμόζονται στις επιδοτήσεις, συμπεριλαμβανομένης της αρχής της μη αποκόμισης κέρδους και της αρχής της συγχρηματοδότησης. Επιπλέον, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με τον ορισμό της τεχνικής βοήθειας.

Άρθρο 126

Επιλέξιμες δαπάνες

1.  Οι επιδοτήσεις δεν υπερβαίνουν το εκάστοτε συνολικό ανώτατο όριο, εκφραζόμενο σε απόλυτες τιμές, το οποίο καθορίζεται με βάση τις εκτιμώμενες επιλέξιμες δαπάνες.

Οι επιδοτήσεις δεν υπερβαίνουν τις επιλέξιμες δαπάνες.

2.  Είναι επιλέξιμες οι δαπάνες οι οποίες πράγματι βαρύνουν τον δικαιούχο επιδότησης και ικανοποιούν όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

α) πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της ενέργειας ή του προγράμματος εργασίας, με εξαίρεση τις δαπάνες που αφορούν τελικές εκθέσεις και πιστοποιητικά ελέγχου·

β) εμφαίνονται στον εκτιμώμενο συνολικό προϋπολογισμό της ενέργειας ή του προγράμματος εργασίας·

γ) είναι αναγκαίες για την υλοποίηση της ενέργειας ή του προγράμματος εργασίας που αποτελεί αντικείμενο της επιδότησης·

δ) είναι αναγνωρίσιμες και επαληθεύσιμες, ιδίως με την εγγραφή τους στα λογιστικά βιβλία του δικαιούχου, και προσδιορίζονται σύμφωνα με τα ισχύοντα λογιστικά πρότυπα της χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένος ο δικαιούχος και σύμφωνα με τις συνήθεις πρακτικές κοστολόγησης που αυτός εφαρμόζει·

ε) συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις της εφαρμοστέας φορολογικής και κοινωνικής νομοθεσίας·

στ) είναι εύλογες, δικαιολογημένες και συμμορφώνονται προς την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, ιδίως όσον αφορά την οικονομία και την αποδοτικότητα.

3.  Οι προσκλήσεις για υποβολή προτάσεων προσδιορίζουν τις κατηγορίες δαπανών που θεωρούνται επιλέξιμες για χρηματοδότηση από την Ένωση.

Με την επιφύλαξη της βασικής πράξης και συμπληρωματικά προς την παράγραφο 2, οι ακόλουθες κατηγορίες δαπανών είναι επιλέξιμες όταν ο αρμόδιος διατάκτης τις κήρυξε επιλέξιμες σύμφωνα με την πρόσκληση για υποβολή προτάσεων:

α) τα έξοδα που σχετίζονται με εγγύηση προχρηματοδότησης την οποία καταθέτει ο δικαιούχος της χρηματοδότησης, όταν το απαιτεί ο αρμόδιος διατάκτης σύμφωνα με το άρθρο 134 παράγραφος 1·

β) τα έξοδα που σχετίζονται με εξωτερικούς ελέγχους, όταν το απαιτεί ο αρμόδιος διατάκτης προς υποστήριξη των αιτήσεων πληρωμής·

γ) ο φόρος προστιθέμενης αξίας («ΦΠΑ»), όταν δεν είναι ανακτήσιμος βάσει της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ και καταβάλλεται από δικαιούχο άλλον από πρόσωπο μη υποκείμενο σε φόρο κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου του άρθρου 13 παράγραφος 1 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 2006 σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας ( 22

δ) τα έξοδα απόσβεσης, εφόσον πράγματι βαρύνουν τον δικαιούχο·

ε) οι δαπάνες μισθοδοσίας του προσωπικού των εθνικών δημόσιων υπηρεσιών, στον βαθμό που σχετίζονται με τις δαπάνες δραστηριοτήτων τις οποίες η οικεία δημόσια αρχή δεν θα διεκπεραίωνε εάν δεν είχε αναληφθεί το συγκεκριμένο σχέδιο.

4.  Οι δαπάνες στις οποίες υποβάλλονται οντότητες συνδεόμενες με δικαιούχο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 122, είναι δυνατόν να γίνουν δεκτές ως επιλέξιμες από τον αρμόδιο διατάκτη στο πλαίσιο της πρόσκλησης για υποβολή προσφορών. Στην περίπτωση αυτή ισχύουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) οι σχετικές οντότητες κατονομάζονται στη συμφωνία ή απόφαση επιδότησης·

β) οι σχετικές οντότητες τηρούν τους κανόνες που ισχύουν για τον δικαιούχο στο πλαίσιο της συμφωνίας ή απόφασης επιδότησης όσον αφορά την επιλεξιμότητα των δαπανών και τα δικαιώματα διαχειριστικολογιστικού ελέγχου από την Επιτροπή, την OLAF και το Ελεγκτικό Συνέδριο.

5.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με περαιτέρω προδιαγραφές για τις επιλέξιμες δαπάνες.

Άρθρο 127

Συγχρηματοδότηση σε είδος

1.  Η συγχρηματοδότηση με συνεισφορές σε είδος δεν λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό του κέρδους που δημιουργείται από την επιδότηση.

2.  Ο αρμόδιος διατάκτης μπορεί να αποδεχθεί ως συγχρηματοδότηση και συνεισφορές σε είδος, εάν τούτο κρίνεται ενδεδειγμένο ή αναγκαίο. Αν ο αρμόδιος διατάκτης έχει αποφασίσει να αρνηθεί συγχρηματοδότηση σε είδος προσφερόμενη για την υποστήριξη επιδοτήσεων μικρού ύψους, εξηγεί τους λόγους για τους οποίους αυτή δεν είναι αναγκαία ή ενδεδειγμένη.

Οι συνεισφορές αυτές δεν μπορεί να υπερβαίνουν:

α) είτε τις πραγματικές δαπάνες τρίτων, δεόντως τεκμηριωμένες με λογιστικά παραστατικά·

β) είτε, ελλείψει παραστατικών, τις δαπάνες που αντιστοιχούν στις εν γένει αποδεκτές δαπάνες στην αντίστοιχη αγορά.

Οι συνεισφορές σε είδος παρουσιάζονται χωριστά στον εκτιμώμενο προϋπολογισμό, προκειμένου να φαίνονται οι συνολικοί πόροι που διατίθενται για την ενέργεια. Η μοναδιαία αξία τους υπολογίζεται στον προσωρινό προϋπολογισμό και δεν επιδέχεται περαιτέρω μεταβολή.

Οι συνεισφορές σε είδος συμμορφώνονται προς τους εθνικούς κανόνες φορολογίας και κοινωνικής ασφάλισης.

Άρθρο 128

Διαφάνεια

1.  Οι επιδοτήσεις αποτελούν αντικείμενο προγράμματος εργασίας, το οποίο δημοσιεύεται πριν από την εκτέλεσή του.

Το εν λόγω πρόγραμμα εργασίας εκτελείται με τη δημοσίευση πρόσκλησης υποβολής προτάσεων, εκτός εάν πρόκειται για επείγουσες περιπτώσεις εξαιρετικού χαρακτήρα δεόντως αιτιολογημένες, ή όταν τα χαρακτηριστικά του δικαιούχου ή της ενέργειας δεν αφήνουν περιθώρια για άλλη επιλογή, ή όταν ο δικαιούχος προσδιορίζεται στη βασική πράξη.

Το πρώτο εδάφιο δεν ισχύει για τη βοήθεια που προορίζεται για την αντιμετώπιση κρίσεων, για τις επιχειρήσεις πολιτικής προστασίας ή για τις επιχειρήσεις ανθρωπιστικής βοήθειας.

2.  Οι προσκλήσεις υποβολής προτάσεων προσδιορίζουν την προβλεπόμενη ημερομηνία μέχρι την οποία όλοι οι αιτούντες θα έχουν πληροφορηθεί την έκβαση της αξιολόγησης της αίτησής τους και την ενδεικτική ημερομηνία για την υπογραφή συμφωνιών επιδότησης ή την κοινοποίηση αποφάσεων επιδότησης.

Οι ημερομηνίες αυτές καθορίζονται με βάση τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα:

α) το πολύ έξι μήνες από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής πλήρων προτάσεων για την πληροφόρηση όλων των αιτούντων σχετικά με το αποτέλεσμα της αξιολόγησης της πρότασής τους·

β) το πολύ τρεις μήνες από την ημερομηνία πληροφόρησης των επιτυχών αιτούντων για την υπογραφή συμφωνιών επιδότησης με αυτούς ή για την κοινοποίηση αποφάσεων επιδότησης σε αυτούς.

Οι προθεσμίες αυτές είναι δυνατόν να προσαρμόζονται για να λαμβάνεται υπόψη ο τυχόν χρόνος που χρειάζεται για τη συμμόρφωση προς ειδικές διαδικασίες τις οποίες ενδεχομένως απαιτεί η βασική πράξη σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 23 ) και είναι επίσης δυνατή η υπέρβασή τους σε εξαιρετικές, δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, ιδίως προκειμένου περί σύνθετων ενεργειών, όταν υπάρχει μεγάλος αριθμός προτάσεων ή πολλές καθυστερήσεις οφειλόμενες στους αιτούντες.

Ο κύριος διατάκτης επισημαίνει, στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων του, τα μέσα χρονικά διαστήματα για την πληροφόρηση των υποψηφίων και για την υπογραφή συμφωνιών επιδότησης ή την κοινοποίηση αποφάσεων επιδότησης. Εάν σημειωθεί υπέρβαση των προθεσμιών του δεύτερου εδαφίου, ο κύριος διατάκτης αναφέρει τους λόγους και, σε περίπτωση που η υπέρβαση δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο, προτείνει διορθωτικά μέτρα.

3.  Όλες οι επιδοτήσεις που χορηγούνται κατά τη διάρκεια ενός οικονομικού έτους αποτελούν αντικείμενο ετήσιας δημοσίευσης, σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφοι 2 και 3.

4.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες που αφορούν τις απαιτήσεις για το πρόγραμμα εργασίας, το περιεχόμενο των προσκλήσεων υποβολής προτάσεων, τις εξαιρέσεις στις προσκλήσεις υποβολής προτάσεων, την πληροφόρηση των αιτούντων και την εκ των υστέρων δημοσίευση.

Άρθρο 129

Αρχή της μη σωρευτικής χορήγησης

1.  Μία ενέργεια είναι δυνατόν να οδηγήσει στη χορήγηση μίας και μόνο επιδότησης από τον προϋπολογισμό και προς έναν μόνο δικαιούχο, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στην αντίστοιχη βασική πράξη.

Ένας δικαιούχος μπορεί να λάβει από τον προϋπολογισμό μία και μόνο επιδότηση λειτουργίας ανά οικονομικό έτος.

Ο αιτών ενημερώνει αμέσως τους διατάκτες για τυχόν πολλαπλές αιτήσεις και πολλαπλές επιδοτήσεις στο πλαίσιο της ίδιας ενέργειας ή του ίδιου προγράμματος εργασίας.

Οι ίδιες δαπάνες ουδέποτε είναι δυνατόν να χρηματοδοτηθούν δύο φορές από τον προϋπολογισμό.

2.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την αρχή της μη σωρευτικής χορήγησης επιδοτήσεων.

Άρθρο 130

Αρχή της μη αναδρομικότητας

1.  Η επιδότηση ενεργειών που έχουν ήδη αρχίσει χορηγείται μόνον στις περιπτώσεις που ο αιτών μπορεί να αποδείξει την ανάγκη έναρξης της ενέργειας πριν από την υπογραφή της συμφωνίας επιδότησης ή την κοινοποίηση της απόφασης επιδότησης.

Στις περιπτώσεις αυτές, οι επιλέξιμες για χρηματοδότηση δαπάνες δεν μπορούν να είναι προγενέστερες από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης επιδότησης, εκτός από δεόντως αιτιολογημένες εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπονται στη βασική πράξη, ή σε περίπτωση κατεπείγουσας ανάγκης για βοήθεια που προορίζεται για διαχείριση κρίσεων, για επιχειρήσεις πολιτικής προστασίας και για επιχειρήσεις ανθρωπιστικής βοήθειας, ή σε καταστάσεις επικείμενου ή άμεσου κινδύνου που ενδέχεται να κλιμακωθεί σε ένοπλη σύρραξη ή να αποσταθεροποιήσει μια χώρα, όπου η έγκαιρη παρέμβαση της Ένωσης θα συνέβαλλε σημαντικά στην αποτροπή συγκρούσεων.

Η αναδρομική επιδότηση ενεργειών που έχουν ολοκληρωθεί ήδη αποκλείεται.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την αρχή της μη αναδρομικότητας.

2.  Στην περίπτωση επιδοτήσεων λειτουργίας, η συμφωνία επιδότησης υπογράφεται, ή η απόφαση επιδότησης κοινοποιείται, εντός έξι μηνών από την έναρξη της οικονομικής χρήσης του δικαιούχου. Οι επιλέξιμες για χρηματοδότηση δαπάνες δεν είναι δυνατόν να έχουν πραγματοποιηθεί ούτε πριν από την υποβολή της αίτησης επιχορήγησης ούτε πριν από την έναρξη της οικονομικής χρήσης του δικαιούχου.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Διαδικασία χορήγησης

Άρθρο 131

Αιτήσεις επιδότησης

1.  Οι αιτήσεις επιδότησης υποβάλλονται εγγράφως και, όπου είναι σκόπιμο, σε ασφαλή ηλεκτρονική μορφή.

Η Επιτροπή προσφέρει, αν κρίνει σκόπιμο, τη δυνατότητα τηλεματικής υποβολής αιτήσεων επιδότησης.

2.  Οι αιτήσεις επιδότησης είναι επιλέξιμες εφόσον υποβάλλονται από:

α) νομικά πρόσωπα· ή

β) φυσικά πρόσωπα, ενόσω τούτο απαιτείται λόγω της φύσης ή των χαρακτηριστικών της ενέργειας ή του στόχου που επιδιώκει ο δικαιούχος.

Για τους σκοπούς του στοιχείου α) του πρώτου εδαφίου, οι αιτήσεις επιδότησης είναι δυνατόν να είναι επιλέξιμες εάν υποβάλλονται από οντότητες που δεν διαθέτουν νομική προσωπικότητα δυνάμει της οικείας εθνικής νομοθεσίας, υπό τον όρο ότι οι εκπρόσωποί τους έχουν την ικανότητα να αναλάβουν νομικές δεσμεύσεις για λογαριασμό της οντότητας και να προσφέρουν εγγυήσεις για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, ισοδύναμες με εκείνες που παρέχουν τα νομικά πρόσωπα.

3.  Η αίτηση καταδεικνύει τη νομική υπόσταση και τη χρηματοδοτική και επιχειρησιακή ικανότητα του αιτούντος να φέρει σε πέρας την ενέργεια ή το πρόγραμμα εργασίας που προτείνεται.

Προς τούτο, ο αιτών υποβάλλει υπεύθυνη δήλωση και, με εξαίρεση τις αιτήσεις επιδότησης μικρού ύψους, κάθε άλλο δικαιολογητικό που ζητείται από τον αρμόδιο διατάκτη βάσει ανάλυσης κινδύνου. Τα απαιτούμενα έγγραφα επισημαίνονται στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων.

Η επαλήθευση της χρηματοδοτικής ικανότητας δεν εφαρμόζεται στα φυσικά πρόσωπα που λαμβάνουν υποτροφίες, στα φυσικά πρόσωπα που βρίσκονται σε μεγαλύτερη ανάγκη και λαμβάνουν άμεση υποστήριξη, ούτε στους δημόσιους ή στους διεθνείς οργανισμούς. Ο αρμόδιος διατάκτης μπορεί, βάσει αξιολόγησης κινδύνου, να παραιτηθεί από την απαίτηση επαλήθευσης της επιχειρησιακής ικανότητας των δημόσιων ή διεθνών οργανισμών.

▼M3

4.  Το άρθρο 105α, οι παράγραφοι 1 έως 4, 6 και 7 εκτός από το πρώτο εδάφιο στοιχείο β) και το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου αυτής, οι παράγραφοι 8, 9, 11 και 13 έως 17 του άρθρου 106 και το άρθρο 108 εφαρμόζονται στους αιτούντες επιδότηση και τους σχετικούς δικαιούχους. Το άρθρο 107 εφαρμόζεται στους αιτούντες Οι αιτούντες δηλώνουν αν εμπίπτουν σε μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 106 παράγραφος 1 ή του άρθρου 107 και, κατά περίπτωση, αν έχουν λάβει διορθωτικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 106 παράγραφος 7 στοιχείο α).

Κατά τη διενέργεια της απαραίτητης επαλήθευσης όσον αφορά τις εν εξελίξει διαδικασίες επιδότησης και τις ισχύουσες συμφωνίες σύμφωνα με το άρθρο 108, παράγραφος 4, ο διατάκτης βεβαιώνεται ότι ο αιτών ή ο δικαιούχος είχε την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του πριν λάβει μέτρο το οποίο βλάπτει τα δικαιώματά του.

▼M3 —————

▼M3

6.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες που αφορούν τις διευθετήσεις για τις αιτήσεις επιδότησης, τις αποδείξεις περί μη αποκλεισμού, τους αιτούντες χωρίς νομική προσωπικότητα, τα νομικά πρόσωπα που συναπαρτίζουν έναν αιτούντα, τα κριτήρια επιλεξιμότητας και τις επιδοτήσεις μικρού ύψους.

▼B

Άρθρο 132

Κριτήρια επιλογής και χορήγησης

1.  Τα κριτήρια επιλογής που έχουν προαναγγελθεί στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων επιτρέπουν να αξιολογηθεί η ικανότητα του αιτούντος προς ολοκλήρωση της προτεινόμενης ενέργειας ή του προτεινόμενου προγράμματος εργασίας.

2.  Τα κριτήρια χορήγησης που έχουν προαναγγελθεί στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων επιτρέπουν να αξιολογηθεί η ποιότητα των υποβληθεισών προτάσεων σε σχέση με τους στόχους και τις προτεραιότητες που έχουν ορισθεί.

3.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τα κριτήρια επιλογής και χορήγησης.

Άρθρο 133

Διαδικασία αξιολόγησης

1.  Οι προτάσεις αξιολογούνται, βάσει προαναγγελθέντων κριτηρίων επιλογής και χορήγησης, προκειμένου να προσδιορισθούν οι προτάσεις που ενδέχεται να τύχουν χρηματοδότησης.

2.  Ο αρμόδιος διατάκτης εγκρίνει, βάσει της αξιολόγησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, τον κατάλογο των δικαιούχων και τα εγκριθέντα ποσά.

3.  Ο αρμόδιος διατάκτης ενημερώνει εγγράφως τον αιτούντα για τη συνέχεια που δόθηκε στην αίτησή του. Σε περίπτωση μη χορήγησης της αιτηθείσας επιδότησης, το οικείο όργανο ανακοινώνει τους λόγους απόρριψης της αίτησης, σε σχέση ιδίως με τα κριτήρια επιλογής και χορήγησης.

4.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την αξιολόγηση και χορήγηση των επιδοτήσεων και για την ενημέρωση των αιτούντων.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Πληρωμή και έλεγχος

Άρθρο 134

Εγγύηση προχρηματοδότησης

1.  Ο αρμόδιος διατάκτης είναι δυνατόν, εφόσον το κρίνει ενδεδειγμένο και αναλογικό, κατά περίπτωση και βάσει ανάλυσης κινδύνου, να ζητήσει από τον δικαιούχο να καταθέσει εκ των προτέρων εγγύηση με σκοπό τον περιορισμό των οικονομικών κινδύνων που συνδέονται με την καταβολή προχρηματοδότησης.

2.  Μη θιγομένης της παραγράφου 1, στην περίπτωση επιδοτήσεων μικρού ύψους δεν απαιτούνται εγγυήσεις.

3.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την εγγύηση προχρηματοδότησης.

Άρθρο 135

Καταβολή των επιδοτήσεων και έλεγχοι

1.  Το ποσό της επιδότησης καθίσταται οριστικό μόνο μετά την έγκριση των τελικών εκθέσεων και λογαριασμών από τον αρμόδιο διατάκτη, με την επιφύλαξη μεταγενέστερων ελέγχων πραγματοποιούμενων εγκαίρως από το οικείο όργανο.

2.  Σε περίπτωση που αποδειχτεί ότι κατά τη διαδικασία χορήγησης διαπράχτηκαν σοβαρά σφάλματα, παρατυπίες, ή απάτη, ή αθετήθηκαν υποχρεώσεις, ο αρμόδιος διατάκτης αναστέλλει τη διαδικασία και μπορεί να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο, συμπεριλαμβανόμενης της ακύρωσης της διαδικασίας. Ο αρμόδιος διατάκτης ενημερώνει αμέσως την OLAF όταν υπάρχουν υπόνοιες για απάτη.

3.  Αν, μετά τη χορήγηση της επιδότησης, αποδειχτεί ότι διαπράχτηκαν σοβαρά σφάλματα, παρατυπίες, απάτη, ή αθετήθηκαν υποχρεώσεις κατά τη διαδικασία χορήγησης ή την εκτέλεση της επιδότησης, ο αρμόδιος διατάκτης μπορεί, ανάλογα με το στάδιο στο οποίο έχει φτάσει η διαδικασία και αφού προηγουμένως δοθεί στον δικαιούχο η δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του:

α) να αρνηθεί να υπογράψει τη συμφωνία επιδότησης ή να μην κοινοποιήσει την απόφαση επιδότησης,

β) να αναστείλει την εκτέλεση της επιδότησης ή

γ) όπου είναι σκόπιμο, να τερματίσει τη συμφωνία επιδότησης ή να ακυρώσει την απόφαση επιδότησης.

4.  Αν τα σφάλματα, οι παρατυπίες ή η απάτη που αναφέρονται ανωτέρω διαπράχθηκαν από τον δικαιούχο, ή αν ο δικαιούχος δεν ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τη συμφωνία ή απόφαση επιδότησης, ο αρμόδιος διατάκτης μπορεί επιπλέον να μειώσει την επιδότηση ή να ανακτήσει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά στο πλαίσιο της συμφωνίας ή απόφασης επιδότησης, ανάλογα με τη σοβαρότητα των σφαλμάτων, παρατυπιών ή περιπτώσεων απάτης, ή της αθέτησης των υποχρεώσεων, αφού προηγουμένως δοθεί στον δικαιούχο η δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του.

5.  Αν οι λογιστικοί ή άλλοι έλεγχοι καταδείξουν ότι υπάρχουν συστημικά ή επανεμφανιζόμενα σφάλματα, παρατυπίες, απάτη ή αθέτηση υποχρεώσεων που μπορούν να καταλογιστούν στον δικαιούχο και έχουν ουσιώδεις επιπτώσεις σε επιδοτήσεις οι οποίες του χορηγήθηκαν υπό παρεμφερείς όρους, ο αρμόδιος διατάκτης μπορεί να αναστείλει την εκτέλεση όλων των σχετικών επιδοτήσεων ή, όπου είναι σκόπιμο, να τερματίσει τις σχετικές συμφωνίες ή αποφάσεις επιδότησης με τον συγκεκριμένο δικαιούχο, κατ’ αναλογία της σοβαρότητας των σφαλμάτων, των παρατυπιών, της απάτης ή της αθέτησης υποχρεώσεων, αφού προηγουμένως δοθεί στον δικαιούχο η δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του.

Ο αρμόδιος διατάκτης μπορεί επιπλέον, ύστερα από διαδικασία με εκατέρωθεν ακρόαση, να μειώσει τις επιδοτήσεις ή να ανακτήσει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά στο πλαίσιο όλων των επιδοτήσεων τις οποίες αφορούν τα συστημικά ή επαναλαμβανόμενα σφάλματα, οι παρατυπίες η απάτη ή η αθέτηση υποχρεώσεων, που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, και οι οποίες μπορούν να ελεγχθούν σύμφωνα με τις συμφωνίες ή αποφάσεις επιδότησης.

6.  Ο αρμόδιος διατάκτης προσδιορίζει τα ποσά της μείωσης ή ανάκτησης, όποτε αυτό είναι εφικτό και πρακτικό, βάσει των δαπανών που δηλώθηκαν αβάσιμα ως επιλέξιμες για κάθε σχετική επιδότηση, ύστερα από αποδοχή των ελεγμένων οικονομικών καταστάσεων που υποβάλλει ο δικαιούχος.

7.  Όταν δεν είναι εφικτό ή πρακτικό να προσδιοριστεί με ακρίβεια το ποσό των μη επιλέξιμων δαπανών για κάθε σχετική επιδότηση, τα ποσά της μείωσης ή ανάκτησης μπορούν να προσδιοριστούν με παρέκταση των συντελεστών μείωσης ή ανάκτησης που εφαρμόζονται στις επιδοτήσεις για τις οποίες τα συστημικά ή επαναλαμβανόμενα σφάλματα ή παρατυπίες έχουν αποδειχτεί, ή, όπου οι μη επιλέξιμες δαπάνες δεν μπορούν να χρησιμεύσουν ως βάση για τον προσδιορισμό των ποσών της μείωσης ή ανάκτησης, με εφαρμογή ενιαίου ποσοστού, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας. Παρέχεται στον δικαιούχο η δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του σχετικά με τη μέθοδο της παρέκτασης ή το ενιαίο ποσοστό που θα εφαρμοστεί και να προτείνει δεόντως τεκμηριωμένη εναλλακτική μέθοδο ή ποσοστό προτού πραγματοποιηθεί η μείωση ή ανάκτηση.

8.  Η Επιτροπή εξασφαλίζει ίση μεταχείριση των δικαιούχων ενός προγράμματος, ιδίως όταν αυτό εκτελείται από περισσότερους του ενός αρμόδιους διατάκτες.

Οι δικαιούχοι ενημερώνονται, σύμφωνα με το άρθρο 97, για τα μέσα προσφυγής κατά των αποφάσεων που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 3, 4, 5, 6 και 7 του παρόντος άρθρου.

9.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την καταβολή των επιδοτήσεων και τους ελέγχους, συμπεριλαμβανομένων κανόνων για τα δικαιολογητικά έγγραφα και για την αναστολή και μείωση των επιδοτήσεων.

Άρθρο 136

Περίοδοι τήρησης αρχείων

1.  Οι δικαιούχοι τηρούν αρχεία, δικαιολογητικά έγγραφα, στατιστικές καταγραφές και άλλες καταγραφές σε σχέση με επιδοτήσεις επί πενταετία μετά την πληρωμή του υπολοίπου και επί τριετία για επιδοτήσεις μικρού ύψους.

2.  Τα αρχεία που σχετίζονται με λογιστικούς ελέγχους, προσφυγές, αντιδικίες ή επιδίωξη ικανοποίησης αξιώσεων που απορρέουν από την εκτέλεση του σχεδίου διατηρούνται μέχρι την οριστική διευθέτηση των εν λόγω ελέγχων, προσφυγών, αντιδικιών ή αξιώσεων.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Εκτέλεση

Άρθρο 137

Συμβάσεις εκτέλεσης και οικονομική ενίσχυση τρίτων

1.  Οσάκις η εκτέλεση της ενέργειας ή του προγράμματος εργασίας απαιτεί την οικονομική ενίσχυση τρίτων, ο δικαιούχος επιδότησης της Ένωσης είναι δυνατόν να παράσχει την ενίσχυση αυτή υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι εξής όροι:

α) πριν από τη χορήγηση της επιδότησης, ο αρμόδιος διατάκτης έχει επαληθεύσει ότι ο δικαιούχος παρέχει επαρκείς εγγυήσεις όσον αφορά την ανάκτηση των οφειλόμενων στην Επιτροπή ποσών·

β) οι όροι χορήγησης της ενίσχυσης καθορίζονται αυστηρά στην απόφαση ή στη σύμβαση επιδότησης που συνάπτεται μεταξύ δικαιούχου και Επιτροπής, ούτως ώστε να αποφευχθεί η άσκηση διακριτικής ευχέρειας από τον δικαιούχο·

γ) τα σχετικά ποσά είναι μικρά, εκτός εάν η οικονομική ενίσχυση είναι ο πρωταρχικός στόχος της ενέργειας.

2.  Κάθε απόφαση ή συμφωνία επιδότησης προβλέπει ρητά ότι η Επιτροπή και το Ελεγκτικό Συνέδριο ασκούν τις ελεγκτικές τους εξουσίες, βάσει εγγράφων και επιτόπου καθώς και επί πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων όσων είναι αποθηκευμένες σε ηλεκτρονικό μέσο, σε όλα τα τρίτα μέρη που λαμβάνουν χρηματοδότηση από την Ένωση.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τις συμβάσεις εκτέλεσης και την οικονομική ενίσχυση τρίτων.



ΤΙΤΛΟΣ VII

ΕΠΑΘΛΑ

Άρθρο 138

Γενικοί κανόνες

1.  Τα έπαθλα διέπονται από τις αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης και προωθούν την επίτευξη των στόχων πολιτικής της Ένωσης.

2.  Προς τον σκοπό αυτό, τα έπαθλα υπόκεινται σε πρόγραμμα εργασίας που δημοσιεύεται πριν από την εκτέλεσή του. Το πρόγραμμα εργασίας εκτελείται μέσω δημοσίευσης διαγωνισμών.

Οι διαγωνισμοί για έπαθλα μοναδιαίας αξίας 1 000 000 EUR ή περισσότερο μπορούν να δημοσιευθούν μόνο αν προβλέπονται στις δηλώσεις ή κάθε άλλο σχετικό έγγραφο που αναφέρεται στο άρθρο 38 παράγραφος 3 στοιχείο ε).

▼M3

Οι κανόνες του διαγωνισμού καθορίζουν, τουλάχιστον, τους όρους συμμετοχής, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων αποκλεισμού, τα κριτήρια χορήγησης, το ποσό του επάθλου και τις διευθετήσεις καταβολής. Το άρθρο 105α, οι παράγραφοι 1 έως 4, 6 και 7, εκτός από το πρώτο εδάφιο στοιχείο β) και το δεύτερο εδάφιο της εν λόγω παραγράφου, οι παράγραφοι 8, 9, 11 και 13 έως 17 του άρθρου 106 και το άρθρο 108 εφαρμόζονται στους συμμετέχοντες και τους βραβευόμενους. Το άρθρο 107 εφαρμόζεται στους συμμετέχοντες.

▼B

Τα έπαθλα δεν μπορούν να χορηγηθούν απευθείας χωρίς διαγωνισμό και δημοσιεύονται ετησίως κατ' εφαρμογή του άρθρου 35 παράγραφοι 2 και 3.

3.  Οι συμμετοχές σε διαγωνισμό αξιολογούνται από ομάδα εμπειρογνωμόνων βάσει των δημοσιευμένων κανόνων του διαγωνισμού.

Τα έπαθλα απονέμονται εν συνεχεία από τον αρμόδιο διατάκτη, με βάση την αξιολόγηση της ομάδας ειδικών, που είναι ελεύθεροι να αποφασίσουν αν θα εισηγηθούν ή όχι την απονομή των επάθλων, ανάλογα με την αρτιότητα των συμμετοχών.

4.  Το χρηματικό ποσό του επάθλου δεν συναρτάται με τα έξοδα στα οποία έχει υποβληθεί ο βραβευόμενος.

5.  Όταν η υλοποίηση πράξης ή προγράμματος εργασίας απαιτεί τη χορήγηση επάθλων σε τρίτους από δικαιούχο επιδότησης της Ένωσης, ο εν λόγω δικαιούχος μπορεί να χορηγεί τα έπαθλα αυτά εφόσον το ελάχιστο περιεχόμενο των κανόνων του διαγωνισμού, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2, καθορίζεται αυστηρά στην απόφαση ή στη σύμβαση επιδότησης που συνάπτεται μεταξύ δικαιούχου και Επιτροπής, χωρίς περιθώριο για άσκηση διακριτικής ευχέρειας.

6.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τα έπαθλα, συμπεριλαμβανομένων του προγραμματισμού, των κανόνων του διαγωνισμού, της εκ των υστέρων δημοσίευσης, της αξιολόγησης, της πληροφόρησης και της κοινοποίησης προς τους βραβευομένους.



ΤΙΤΛΟΣ VIII

ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΑ ΜΕΣΑ

Άρθρο 139

Πεδίο εφαρμογής

1.  Τα χρηματοδοτικά μέσα εγκρίνονται μέσω βασικής πράξης.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, τα χρηματοδοτικά μέσα είναι δυνατόν να συστήνονται, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, χωρίς να έχουν εγκριθεί από βασική πράξη, με την προϋπόθεση ότι τα μέσα αυτά περιλαμβάνονται στον προϋπολογισμό σύμφωνα με το άρθρο 49 παράγραφος 1 στοιχείο ε).

2.  Όταν η ενίσχυση παρέχεται από την Ένωση με χρηματοδοτικό μέσο βάσει της παραγράφου 1, και συνδυάζεται σε ενιαίο μέτρο με στοιχεία που συνδέονται άμεσα με χρηματοδοτικά μέσα και απευθύνονται στους ίδιους τελικούς αποδέκτες, συμπεριλαμβανομένης της τεχνικής βοήθειας, της επιδότησης επιτοκίου και της επιχορήγησης των εξόδων εγγύησης, ο παρών τίτλος εφαρμόζεται σε όλα τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω μέτρου.

3.  Όταν τα χρηματοδοτικά μέσα συνδυάζονται με επιδοτήσεις από τον προϋπολογισμό της Ένωσης δυνάμει του τίτλου VI του μέρους Ι για στοιχεία που δεν σχετίζονται άμεσα με χρηματοδοτικά μέσα, διατηρείται χωριστή λογιστική εγγραφή για κάθε πηγή χρηματοδότησης.

4.  Η Επιτροπή μπορεί να θέσει σε εφαρμογή χρηματοδοτικά μέσα με τη μέθοδο της άμεσης ή έμμεσης διαχείρισης, όπως ορίζεται στη βασική πράξη, αναθέτοντας καθήκοντα στις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημεία ii), iii), v) και vi).

Οι εντεταλμένες οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημεία ii), iii), v) και vi). όταν εφαρμόζουν χρηματοδοτικά μέσα, μπορούν να αναθέσουν περαιτέρω, υπ’ ευθύνη τους, μέρος της εφαρμογής σε χρηματοδοτικούς ενδιάμεσους φορείς, υπό την προϋπόθεση ότι οι οντότητες αυτές πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 140 παράγραφοι 1, 3 και 5. Οι χρηματοδοτικοί ενδιάμεσοι φορείς επιλέγονται βάσει ανοικτών, διαφανών, αναλογικών και χωρίς διακρίσεις διαδικασιών, με αποφυγή των συγκρούσεων συμφερόντων.

Η Επιτροπή παραμένει υπεύθυνη προκειμένου να διασφαλίζει ότι το πλαίσιο εφαρμογής των χρηματοδοτικών μέσων συνάδει με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και συμβάλλει στην επίτευξη καθορισμένων και χρονοπρογραμματισμένων στόχων πολιτικής, μετρήσιμων από άποψη απόδοσης και αποτελεσμάτων. Η Επιτροπή λογοδοτεί για την εφαρμογή των χρηματοδοτικών μέσων, με την επιφύλαξη της νομικής και συμβατικής ευθύνης των εντεταλμένων οντοτήτων σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία.

5.  Όταν τα χρηματοδοτικά μέσα εφαρμόζονται υπό καθεστώς επιμερισμένης διαχείρισης με κράτη μέλη, οι διατάξεις που εφαρμόζονται στα μέσα αυτά, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων για τις συνεισφορές σε χρηματοδοτικά μέσα που τελούν υπό άμεση ή έμμεση διαχείριση σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο, θεσπίζονται στους κανονισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 175.

▼M3

5α.  Το άρθρο 105α, η παράγραφος 1 στοιχεία ε) και στ) της εν λόγω παραγράφου, οι παράγραφοι 2 έως 4, 6 έως 9 και 13 έως 17 του άρθρου 106 και τα άρθρα 107 και 108 εφαρμόζονται στους ειδικούς επενδυτικούς φορείς ή στους ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Οι τελικοί αποδέκτες παρέχουν στους ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς υπογεγραμμένη υπεύθυνη δήλωση ότι δεν εμπίπτουν σε καμία από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α), β), γ) και δ) του άρθρου 106 παράγραφος 1 ή στα στοιχεία β) και γ) του άρθρου 107 παράγραφος 1.

▼B

6.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τα χρηματοδοτικά μέσα, συμπεριλαμβανομένης της επιλογής των οντοτήτων στις οποίες ανατίθεται η εφαρμογή χρηματοδοτικών μέσων, του περιεχομένου των συμφωνιών ανάθεσης, των διαχειριστικών δαπανών και αμοιβών, των ειδικών κανόνων για τους καταπιστευματικούς λογαριασμούς, της άμεσης εφαρμογής των χρηματοδοτικών μέσων και της επιλογής των διαχειριστών, των χρηματοδοτικών ενδιάμεσων φορέων και των τελικών αποδεκτών.

Άρθρο 140

Αρχές και προϋποθέσεις που εφαρμόζονται στα χρηματοδοτικά μέσα

1.  Τα χρηματοδοτικά μέσα χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, της διαφάνειας, της αναλογικότητας, της μη εφαρμογής διακρίσεων, της ίσης μεταχείρισης και της επικουρικότητας, καθώς και σύμφωνα με τους στόχους τους και, κατά περίπτωση, το χρονικό διάστημα που καθορίζονται στη βασική πράξη για τα εν λόγω χρηματοδοτικά μέσα.

2.  Τα χρηματοδοτικά μέσα συμμορφώνονται προς τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) αντιμετωπίζουν αστοχίες της αγοράς ή μη βέλτιστες επενδυτικές καταστάσεις, που έχει αποδειχθεί ότι είναι οικονομικά βιώσιμες αλλά δεν προσελκύουν επαρκή χρηματοδότηση από πηγές της αγοράς·

β) προσθετικότητα: τα χρηματοδοτικά μέσα της Ένωσης δεν προορίζονται να αντικαταστήσουν τα χρηματοδοτικά μέσα των κρατών μελών, την ιδιωτική χρηματοδότηση ή άλλη χρηματοδοτική παρέμβαση της Ένωσης·

γ) μη στρέβλωση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά και συμβατότητα με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων·

δ) μόχλευση: η συνεισφορά της Ένωσης σε χρηματοδοτικό μέσο έχει ως στόχο να κινητοποιήσει συνολική επένδυση που υπερβαίνει το μέγεθος της συνεισφοράς της Ένωσης σύμφωνα με δείκτες που έχουν καθοριστεί εκ των προτέρων·

ε) ευθυγράμμιση συμφερόντων: κατά την εφαρμογή χρηματοδοτικών μέσων, η Επιτροπή μεριμνά ώστε να υπάρχει κοινό συμφέρον για την επίτευξη των στόχων πολιτικής που έχουν τεθεί για το χρηματοδοτικό μέσο, κάτι που θα προωθείται ενδεχομένως με την πρόβλεψη συγχρηματοδότησης, απαιτήσεων επιμερισμού του κινδύνου ή οικονομικών κινήτρων, ενώ ταυτοχρόνως θα αποφεύγεται η σύγκρουση συμφερόντων με άλλες δραστηριότητες της εντεταλμένης οντότητας·

στ) τα χρηματοδοτικά μέσα συστήνονται με βάση μια εκ των προτέρων αξιολόγηση, συμπεριλαμβανομένης μιας αξιολόγησης της ενδεχόμενης επαναχρησιμοποίησης πρόσθετων πόρων η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 8 στοιχείο στ).

3.  Οι δαπάνες του προϋπολογισμού που συνδέονται με ένα χρηματοδοτικό μέσο και η οικονομική ευθύνη της Ένωσης δεν υπερβαίνουν σε καμία περίπτωση το ποσό της δημοσιονομικής δέσμευσης που αντιστοιχεί σε αυτό, προκειμένου να αποκλείονται ενδεχόμενες υποχρεώσεις για τον προϋπολογισμό.

4.  Οι εντεταλμένες οντότητες στις οποίες παραπέμπουν τα σημεία ii), iii), v),και vi) του άρθρου 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και όλοι οι χρηματοδοτικοί ενδιάμεσοι φορείς που επιλέγονται να συμμετάσχουν στην εκτέλεση δημοσιονομικών πράξεων δυνάμει χρηματοδοτικού μέσου τηρούν τους σχετικούς κανόνες και την εφαρμοστέα νομοθεσία στον τομέα της πρόληψης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της καταπολέμησης της τρομοκρατίας και της φοροδιαφυγής. Για την εφαρμογή των χρηματοδοτικών μέσων βάσει του παρόντος τίτλου, οι οντότητες στις οποίες παραπέμπουν τα σημεία ii), iii), v), και vi) του άρθρου 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ) δεν είναι εγκατεστημένες και δεν διατηρούν επιχειρηματικές σχέσεις με οντότητες ιδρυμένες σε εδάφη των οποίων οι αρχές δεν συνεργάζονται με την Ένωση για την εφαρμογή των διεθνώς συμπεφωνημένων φορολογικών προτύπων, και μεταφέρουν τις απαιτήσεις αυτές στις συμβάσεις τους με τους επιλεγόμενους χρηματοδοτικούς ενδιάμεσους φορείς.

5.  Οι εντεταλμένες οντότητες στις οποίες παραπέμπουν τα σημεία ii), iii), v),και vi) του άρθρου 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ), οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου χρηματοδοτικοί ενδιάμεσοι φορείς που συμμετέχουν στη διαχείριση χρηματοδοτικών μέσων της Ένωσης και οι τελικοί αποδέκτες ενίσχυσης από την Ένωση βάσει του παρόντος τίτλου παρέχουν στο Ελεγκτικό Συνέδριο κάθε διευκόλυνση και κάθε πληροφορία που το Ελεγκτικό Συνέδριο κρίνει απαραίτητη για την εκτέλεση των καθηκόντων του, σύμφωνα με το άρθρο 161.

Ο κανονισμός (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) ( 24 ) εφαρμόζονται στην ενίσχυση που χορηγεί η Ένωση βάσει του παρόντος τίτλου.

6.  Για την επίτευξη των συγκεκριμένων στόχων πολιτικής που επιδιώκονται με το χρηματοδοτικό μέσο χρησιμοποιούνται ποσά που αντιστοιχούν τουλάχιστον στη συνεισφορά της Ένωσης, ή ενδεχομένως πολλαπλάσιά της, τα οποία δεν οδηγούν στην αποκόμιση αδικαιολόγητου οφέλους, ιδίως υπό μορφή αδικαιολόγητων μερισμάτων ή κερδών για τρίτους.

Με την επιφύλαξη των τομεακών κανόνων για την επιμερισμένη διαχείριση, τα έσοδα, συμπεριλαμβανομένων των μερισμάτων, των υπερτιμημάτων, των αμοιβών εγγυοδοσίας και των τόκων από δάνεια και από ποσά σε καταπιστευματικούς λογαριασμούς τα οποία καταβάλλονται στην Επιτροπή, ή σε καταπιστευματικούς λογαριασμούς που ανοίγονται για χρηματοδοτικά μέσα και τροφοδοτούνται με ενισχύσεις από τον προϋπολογισμό στο πλαίσιο ενός χρηματοδοτικού μέσου, εγγράφονται στον προϋπολογισμό αφού προηγουμένως αφαιρεθούν οι διαχειριστικές δαπάνες και αμοιβές.

Οι ετήσιες επιστροφές, συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαιακών επιστροφών, των αποδεσμευμένων εγγυήσεων και των αποπληρωμών του κεφαλαίου δανείων που καταβάλλονται στην Επιτροπή, ή των καταπιστευματικών λογαριασμών που ανοίγονται για χρηματοδοτικά μέσα και τροφοδοτούνται με ενισχύσεις από τον προϋπολογισμό στο πλαίσιο ενός χρηματοδοτικού μέσου, αποτελούν εσωτερικό έσοδο ειδικού προορισμού σύμφωνα με το άρθρο 21 και χρησιμοποιούνται για το ίδιο χρηματοδοτικό μέσο, με την επιφύλαξη της παραγράφου 9 του παρόντος άρθρου, επί χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει την περίοδο δέσμευσης των πιστώσεων προσαυξημένη κατά δύο έτη, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά σε βασική πράξη.

7.  Οι πληρωμές σε καταπιστευματικούς λογαριασμούς πραγματοποιούνται από την Επιτροπή βάσει αιτήσεων πληρωμής που τεκμηριώνονται δεόντως με προβλέψεις εκταμίευσης, λαμβανομένων υπόψη των διαθέσιμων υπολοίπων των καταπιστευματικών λογαριασμών καθώς και της ανάγκης να αποφεύγονται υπερβολικά υπόλοιπα στα ποσά αυτά. Σε περίπτωση που τα ποσά στους καταπιστευματικούς λογαριασμούς επαρκούν για την κάλυψη του συμβατικά καθορισμένου ελάχιστου αποθέματος στους καταπιστευματικούς λογαριασμούς, προσαυξημένου κατά τις προβλέψεις εκταμίευσης για το τρέχον οικονομικό έτος, και για να καλύψουν τα ποσά που απαιτούνται για να εξαιρεθεί το ενδεχόμενο παθητικό σε σχέση με υποχρεώσεις πληρωμών σε νόμισμα πλην του ευρώ, δεν πραγματοποιούνται περαιτέρω πληρωμές στους καταπιστευματικούς λογαριασμούς. Οι προβλέψεις εκταμίευσης παρέχονται σε ετήσια ή, κατά περίπτωση, εξαμηνιαία βάση.

8.  Η Επιτροπή υποβάλλει ετησίως έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με τις δραστηριότητες που αφορούν χρηματοδοτικά μέσα. Η έκθεση περιλαμβάνει για κάθε υποστηριζόμενο χρηματοδοτικό μέσο:

α) προσδιορισμό του χρηματοδοτικού μέσου και της βασικής πράξης·

β) περιγραφή του χρηματοδοτικού μέσου, τις διευθετήσεις εφαρμογής και την προστιθέμενη αξία της συνεισφοράς της Ένωσης·

γ) τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που συμμετέχουν στην εφαρμογή, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε ζητημάτων που σχετίζονται με την εφαρμογή της παραγράφου 5·

δ) τις συνολικές δημοσιονομικές δεσμεύσεις και πληρωμές από τον προϋπολογισμό για κάθε χρηματοδοτικό μέσο·

ε) την απόδοση του χρηματοδοτικού μέσου, συμπεριλαμβανομένων των επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν·

στ) αξιολόγηση της χρησιμοποίησης των ποσών που ενδεχομένως επιστράφηκαν στο μέσο ως εσωτερικό έσοδο ειδικού προορισμού δυνάμει της παραγράφου 6·

ζ) το υπόλοιπο του λογαριασμού διαχείρισης·

η) τα έσοδα και τις επιστροφές δυνάμει της παραγράφου 6·

θ) την αξία των επενδύσεων μετοχικού κεφαλαίου, όσον αφορά τα προηγούμενα έτη·

ι) τα συνολικά ποσά των απομειώσεων αξίας των περιουσιακών στοιχείων των μέσων συμμετοχής στο κεφάλαιο ή επιμερισμού κινδύνου, και των εγγυήσεων που κατέπεσαν όταν πρόκειται για μέσα εγγυήσεων·

ια) την επιδιωκόμενη και την επιτευχθείσα μόχλευση·

ιβ) τη συμβολή του χρηματοδοτικού μέσου στην επίτευξη των στόχων του συγκεκριμένου προγράμματος όπως υπολογίζεται βάσει των καθορισμένων δεικτών, λαμβάνοντας υπόψη, ενδεχομένως, τη γεωγραφική διαφοροποίηση.

9.  Εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο θεωρούν ότι ένα χρηματοδοτικό μέσο δεν υπήρξε αποτελεσματικό ως προς την επίτευξη των στόχων του, μπορούν να ζητήσουν από την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση αναθεωρημένης βασικής πράξης με στόχο την εκκαθάριση του μέσου. Σε περίπτωση εκκαθάρισης του χρηματοδοτικού μέσου, οι τυχόν νέες επιστροφές προς το μέσο αυτό σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 6 θεωρούνται γενικό έσοδο.

10.  Ο σκοπός των χρηματοδοτικών μέσων και, κατά περίπτωση, η συγκεκριμένη νομική μορφή τους και ο τόπος νόμιμης καταχώρισής τους δημοσιεύονται στον ιστότοπο της Επιτροπής.

11.  Για τα χρηματοδοτικά μέσα, ο αρμόδιος διατάκτης εξασφαλίζει ότι οι εντεταλμένες οντότητες του άρθρου 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημεία ii), iii), v) και vi) παρέχουν έως τις 15 Φεβρουαρίου του επόμενου έτους οικονομικές καταστάσεις, οι οποίες καλύπτουν το διάστημα από 1 Ιανουαρίου έως 31 Δεκεμβρίου και συμμορφώνονται προς τους λογιστικούς κανόνες του άρθρου 143 και τα διεθνή λογιστικά πρότυπα του δημόσιου τομέα (IPSAS), καθώς και κάθε πληροφορία που είναι απαραίτητη για την κατάρτιση οικονομικών καταστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 68 παράγραφος 3. Ο διατάκτης εξασφαλίζει επίσης ότι οι ανωτέρω εντεταλμένες οντότητες παρέχουν ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις για τα χρηματοδοτικά μέσα έως τις 15 Μαΐου του επόμενου έτους.

12.  Η Επιτροπή εξασφαλίζει εναρμονισμένη διαχείριση των χρηματοδοτικών μέσων, ιδίως στους τομείς της λογιστικής, της υποβολής εκθέσεων, της παρακολούθησης και της διαχείρισης χρηματοπιστωτικού κινδύνου.

13.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή των χρηματοδοτικών μέσων, συμπεριλαμβανομένων των προϋποθέσεων για τη χρησιμοποίησή τους, της μόχλευσης, της εκ των προτέρων αξιολόγησης, της παρακολούθησης και της μεταχείρισης των συνεισφορών από τους πόρους που αναφέρονται στο άρθρο 175.



ΤΙΤΛΟΣ IX

ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΚΑΙ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Απόδοση των λογαριασμών

Άρθρο 141

Διάρθρωση των λογαριασμών

Οι λογαριασμοί περιλαμβάνουν:

α) τις ενοποιημένες δημοσιονομικές καταστάσεις οι οποίες παρουσιάζουν συγκεντρωτικά τις δημοσιονομικές πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις δημοσιονομικές καταστάσεις των οργάνων που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό, των οργανισμών στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 208 και των λοιπών οργανισμών των οποίων οι λογαριασμοί πρέπει να ενοποιούνται σύμφωνα με τους λογιστικούς κανόνες της Ένωσης που αναφέρονται στο άρθρο 143,

β) τους συγκεντρωτικούς δημοσιονομικούς λογαριασμούς που περιλαμβάνουν τις πληροφορίες των δημοσιονομικών λογαριασμών των οργάνων.

Άρθρο 142

Έκθεση για τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική διαχείριση

1.  Κάθε όργανο και οργανισμός που αναφέρεται στο άρθρο 141 καταρτίζει έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική διαχείριση του οικονομικού έτους.

Διαβιβάζει την έκθεση αυτή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο, έως την 31η Μαρτίου του επόμενου οικονομικού έτους.

2.  Η έκθεση στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 περιέχει, σε απόλυτες τιμές και σε ποσοστιαίες μονάδες, τουλάχιστον, υπολογισμό του ποσοστού απορρόφησης των πιστώσεων μαζί με συνοπτικά στοιχεία για τις μεταφορές πιστώσεων μεταξύ των διάφορων θέσεων του προϋπολογισμού.

3.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για την έκθεση που αφορά τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική διαχείριση.

Άρθρο 143

Κανόνες που διέπουν τους λογαριασμούς

1.  Ο υπόλογος της Επιτροπής εγκρίνει κανόνες με βάση τα διεθνώς αποδεκτά λογιστικά πρότυπα για τον δημόσιο τομέα. Ο υπόλογος μπορεί να αποκλίνει από τα εν λόγω πρότυπα εφόσον κρίνει ότι αυτό είναι αναγκαίο για να παρέχεται πιστή εικόνα του παθητικού και του ενεργητικού, των επιβαρύνσεων, των εσόδων και των ταμειακών ροών. Όταν ένας λογιστικός κανόνας αποκλίνει ουσιωδώς από τα σχετικά πρότυπα, αυτό αναφέρεται και αιτιολογείται στις σημειώσεις των δημοσιονομικών καταστάσεων.

2.  Η λογιστική του προϋπολογισμού που αναφέρεται στο άρθρο 141 είναι σύμφωνη με τις δημοσιονομικές αρχές που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Παρουσιάζει πιστή εικόνα των πράξεων εκτέλεσης του προϋπολογισμού ως προς τα έσοδα και τις δαπάνες.

Άρθρο 144

Λογιστικές αρχές

1.  Οι δημοσιονομικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 141 παρουσιάζουν στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των λογιστικών πολιτικών, κατά τρόπο που παρέχει ουσιώδη, αξιόπιστη, συγκρίσιμη και κατανοητή πληροφόρηση. Καταρτίζονται σύμφωνα με τις γενικώς αποδεκτές λογιστικές αρχές, όπως αυτές σκιαγραφούνται στους λογιστικούς κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 143.

2.  Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων κατ εξουσιοδότηση για να θέσει το πλαίσιο για την εκτέλεση των καθηκόντων του διατάκτη σύμφωνα με το παρόν άρθρο και με τα άρθρα 145, 146, 148, 151, 154, 156 και 157.

Άρθρο 145

Δημοσιονομικές καταστάσεις

1.  Οι δημοσιονομικές καταστάσεις παρουσιάζονται σε εκατομμύρια ευρώ και περιλαμβάνουν:

α) τον ισολογισμό και την κατάσταση οικονομικών αποτελεσμάτων, που εκφράζουν το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, τη χρηματοοικονομική κατάσταση και το οικονομικό αποτέλεσμα στις 31 Δεκεμβρίου του διαρρεύσαντος έτους· καταρτίζονται σύμφωνα με τους λογιστικούς κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 143·

β) την κατάσταση ταμειακών ροών, που εμφανίζει τις εισπράξεις και τις εκταμιεύσεις του οικονομικού έτους, καθώς και την τελική ταμειακή κατάσταση·

γ) την κατάσταση μεταβολών του καθαρού ενεργητικού, που παρουσιάζει επισκόπηση της κίνησης κατά τη διάρκεια του έτους στα αποθεματικά και στα σωρευτικά αποτελέσματα.

2.  Οι σημειώσεις των δημοσιονομικών καταστάσεων συμπληρώνουν και σχολιάζουν τις πληροφορίες των καταστάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και παρέχουν όλες τις συμπληρωματικές πληροφορίες τις οποίες απαιτεί η διεθνώς αποδεκτή λογιστική πρακτική, εφόσον οι πληροφορίες αυτές είναι συναφείς προς τις δραστηριότητες της Ένωσης.

Άρθρο 146

Καταστάσεις εκτέλεσης του προϋπολογισμού

1.  Οι καταστάσεις σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού παρουσιάζονται σε εκατομμύρια ευρώ. Περιλαμβάνουν:

α) τις καταστάσεις που παρουσιάζουν συγκεντρωτικά το σύνολο των πράξεων του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους ως προς τα έσοδα και τις δαπάνες·

β) τις επεξηγηματικές σημειώσεις που συμπληρώνουν και σχολιάζουν τις πληροφορίες των καταστάσεων.

2.  Οι καταστάσεις εκτέλεσης του προϋπολογισμού ακολουθούν την ίδια διάρθρωση με τον προϋπολογισμό.

Άρθρο 147

Προσωρινοί λογαριασμοί

1.  Οι υπόλογοι των λοιπών θεσμικών οργάνων και των οργανισμών στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 141 διαβιβάζουν στον υπόλογο της Επιτροπής και στο Ελεγκτικό Συνέδριο, έως την 1η Μαρτίου του επόμενου οικονομικού έτους, τους προσωρινούς λογαριασμούς τους.

2.  Οι υπόλογοι των άλλων οργάνων και των οργανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 141 διαβιβάζουν επίσης στον υπόλογο της Επιτροπής, έως την 1η Μαρτίου του επόμενου έτους, τις δημοσιονομικές καταστάσεις που έχουν καταρτίσει σε τυποποιημένη μορφή, σύμφωνα με τα όσα έχει ορίσει ο υπόλογος της Επιτροπής για λόγους ενοποίησης.

3.  Ο υπόλογος της Επιτροπής ενοποιεί αυτούς τους προσωρινούς λογαριασμούς με τους προσωρινούς λογαριασμούς της Επιτροπής και διαβιβάζει στο Ελεγκτικό Συνέδριο, έως την 31η Μαρτίου του επόμενου οικονομικού έτους, τους προσωρινούς λογαριασμούς της Επιτροπής και τους ενοποιημένους προσωρινούς λογαριασμούς της Ένωσης.

Άρθρο 148

Έγκριση των οριστικών ενοποιημένων λογαριασμών

1.  Το Ελεγκτικό Συνέδριο διατυπώνει, έως την 1η Ιουνίου, τις παρατηρήσεις του σε σχέση με τους προσωρινούς λογαριασμούς των άλλων θεσμικών οργάνων πέραν της Επιτροπής και κάθε οργανισμού που αναφέρεται στο άρθρο 141, και έως τις 15 Ιουνίου, τις παρατηρήσεις του σχετικά με τους προσωρινούς λογαριασμούς της Επιτροπής και τους προσωρινούς ενοποιημένους λογαριασμούς της Ένωσης.

2.  Τα θεσμικά όργανα πέραν της Επιτροπής, καθώς και οι οργανισμοί στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 141 καταρτίζουν τους τελικούς λογαριασμούς τους και τους διαβιβάζουν στον υπόλογο της Επιτροπής, στο Ελεγκτικό Συνέδριο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, έως την 1η Ιουλίου με σκοπό την κατάρτιση των οριστικών ενοποιημένων λογαριασμών.

Οι υπόλογοι των άλλων οργάνων και των οργανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 141 διαβιβάζουν επίσης στον υπόλογο της Επιτροπής, έως την 1η Ιουλίου, τις δημοσιονομικές καταστάσεις που έχουν καταρτίσει σε τυποποιημένη μορφή, σύμφωνα με τα όσα έχει ορίσει ο υπόλογος της Επιτροπής για λόγους ενοποίησης.

3.  Ο υπόλογος κάθε οργάνου και οργανισμού που αναφέρεται στο άρθρο 141 διαβιβάζει επίσης στο Ελεγκτικό Συνέδριο, με αντίγραφο στον υπόλογο της Επιτροπής, την ίδια ημέρα που διαβιβάζει τους οριστικούς του λογαριασμούς, δήλωση πληρότητας σχετικά με τους οριστικούς αυτούς λογαριασμούς.

Οι οριστικοί λογαριασμοί συνοδεύονται από σημείωμα συντασσόμενο από τον υπόλογο, με το οποίο αυτός δηλώνει ότι οι εν λόγω λογαριασμοί έχουν καταρτισθεί σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο και τις εφαρμοστέες λογιστικές αρχές, κανόνες και μεθόδους.

4.  Ο υπόλογος της Επιτροπής καταρτίζει τους οριστικούς ενοποιημένους λογαριασμούς βάσει των στοιχείων που διαβιβάζουν κατά την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου τα λοιπά όργανα, πλην της Επιτροπής, και οι οργανισμοί που αναφέρονται στο άρθρο 141. Οι οριστικοί ενοποιημένοι λογαριασμοί συνοδεύονται από σημείωμα συντασσόμενο από τον υπόλογο της Επιτροπής, με το οποίο αυτός δηλώνει ότι οι λογαριασμοί αυτοί έχουν καταρτισθεί σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο καθώς και τις λογιστικές αρχές, κανόνες και μεθόδους που προσδιορίζονται στις σημειώσεις των δημοσιονομικών καταστάσεων.

5.  Μετά την έγκριση των οριστικών ενοποιημένων λογαριασμών και των δικών της οριστικών λογαριασμών, η Επιτροπή διαβιβάζει όλους αυτούς τους λογαριασμούς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και το Ελεγκτικό Συνέδριο έως την 31η Ιουλίου.

Έως την ίδια ημερομηνία, ο υπόλογος της Επιτροπής διαβιβάζει στο Ελεγκτικό Συνέδριο δήλωση πληρότητας σχετικά με τους οριστικούς ενοποιημένους λογαριασμούς.

6.  Οι ενοποιημένοι οριστικοί λογαριασμοί δημοσιεύονται, έως τις 15 Νοεμβρίου στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνοδευόμενοι από τη δήλωση αξιοπιστίας την οποία παρέχει το Ελεγκτικό Συνέδριο σύμφωνα με το άρθρο 287 ΣΛΕΕ και το άρθρο 106α της Συνθήκης Ευρατόμ.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Πληροφορίες σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού

Άρθρο 149

Έκθεση σχετικά με τις εγγυήσεις του προϋπολογισμού και τους κινδύνους

Η Επιτροπή, επιπλέον των καταστάσεων που προβλέπονται στα άρθρα 145 και 146, διαβιβάζει μία φορά ετησίως έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τις εγγυήσεις του προϋπολογισμού που αναφέρονται στο άρθρο 49 παράγραφος 1 στοιχείο δ) και τους αντίστοιχους κινδύνους.

Οι πληροφορίες αυτές διαβιβάζονται ταυτόχρονα στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

Άρθρο 150

Πληροφορίες σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού

1.  Ο υπόλογος της Επιτροπής, επιπλέον των καταστάσεων που προβλέπονται στα άρθρα 145 και 146, διαβιβάζει μία φορά μηνιαίως προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, συγκεντρωτικά τουλάχιστον κατά κεφάλαιο, αριθμητικά δεδομένα σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού τόσο ως προς τα έσοδα όσο και ως προς τις δαπάνες, για το σύνολο των πιστώσεων.

Τα δεδομένα αυτά περιλαμβάνουν και πληροφοριακά στοιχεία για τη χρήση των μεταφερθεισών μεταξύ ετών πιστώσεων.

Τα αριθμητικά δεδομένα διαβιβάζονται εντός 10 εργάσιμων ημερών μετά τη λήξη κάθε μήνα.

2.  Τρεις φορές ετησίως και εντός 30 εργάσιμων ημερών μετά την 31η Μαΐου, την 31η Αυγούστου και την 31η Δεκεμβρίου, ο υπόλογος της Επιτροπής διαβιβάζει προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση για την εκτέλεση του προϋπολογισμού, τόσο ως προς τα έσοδα όσο και ως προς τις δαπάνες, με λεπτομερειακά στοιχεία κατά κεφάλαιο, άρθρο και θέση.

Οι εν λόγω εκθέσεις περιλαμβάνουν και πληροφορίες για τη χρησιμοποίηση των πιστώσεων που έχουν μεταφερθεί από τα προηγηθέντα οικονομικά έτη.

3.  Τα αριθμητικά δεδομένα και η έκθεση για την εκτέλεση του προϋπολογισμού διαβιβάζονται ταυτοχρόνως στο Ελεγκτικό Συνέδριο και δημοσιεύονται στον ιστότοπο της Επιτροπής.

4.  Έως τις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους, ο υπόλογος διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση με πληροφορίες για τους εντοπιζόμενους τρέχοντες κινδύνους, τις παρατηρούμενες γενικές τάσεις, τα προκύπτοντα νέα λογιστικά ζητήματα, συμπεριλαμβανομένων όσων έθεσε το Ελεγκτικό Συνέδριο, και τις ανακτήσεις.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Λογιστική



Τμήμα 1

Κοινές διατάξεις

Άρθρο 151

Το λογιστικό σύστημα

1.  Η λογιστική των οργάνων είναι το σύστημα οργάνωσης των δημοσιονομικών και χρηματοοικονομικών πληροφοριών που επιτρέπει την εγγραφή, ταξινόμηση και καταχώριση αριθμητικών δεδομένων.

2.  Η λογιστική αποτελείται από τη γενική λογιστική και τη λογιστική του προϋπολογισμού. Και οι δύο αυτές μορφές λογιστικής τηρούνται σε ευρώ και ανά ημερολογιακό έτος.

3.  Ο κύριος διατάκτης μπορεί επίσης να τηρεί αναλυτική λογιστική.

Άρθρο 152

Κοινές απαιτήσεις για τη λογιστική των θεσμικών οργάνων

Σύμφωνα με το άρθρο 143, ο υπόλογος της Επιτροπής, έπειτα από διαβούλευση με τους υπολόγους των άλλων οργάνων και των οργανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 141, εγκρίνει τους λογιστικούς κανόνες, καθώς και το εναρμονισμένο λογιστικό σχέδιο που πρέπει να εφαρμόζουν όλα τα όργανα, οι υπηρεσίες που αναφέρονται στον τίτλο V του μέρους II και όλοι οι οργανισμοί που αναφέρονται στο άρθρο 141.



Τμήμα 2

Γενική λογιστική

Άρθρο 153

Η γενική λογιστική

Η γενική λογιστική καταγράφει χρονολογικά, σύμφωνα με τη διπλογραφική μέθοδο, τα γεγονότα και τις πράξεις που επηρεάζουν την οικονομική, δημοσιονομική και περιουσιακή κατάσταση των οργάνων και των οργανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 141.

Άρθρο 154

Εγγραφές γενικής λογιστικής

1.  Τα υπόλοιπα και οι διάφορες κινήσεις ανά λογαριασμό εγγράφονται στα λογιστικά βιβλία.

2.  Κάθε λογιστική εγγραφή, συμπεριλαμβανομένων των λογιστικών διορθώσεων, στηρίζεται σε δικαιολογητικά στα οποία παραπέμπει.

3.  Το λογιστικό σύστημα επιτρέπει να φαίνεται σαφής διαδρομή ελέγχου όλων των λογιστικών εγγραφών.

Άρθρο 155

Λογιστικές διορθώσεις

Μετά το κλείσιμο του οικονομικού έτους και έως την ημερομηνία απόδοσης των γενικών λογαριασμών ο υπόλογος προβαίνει στις διορθώσεις οι οποίες, χωρίς να συνεπάγονται εκταμίευση ή είσπραξη για το συγκεκριμένο οικονομικό έτος, είναι αναγκαίες για την πιστή και ειλικρινή παρουσίαση των λογαριασμών. Οι διορθώσεις αυτές συμμορφώνονται προς τους λογιστικούς κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 143.



Τμήμα 3

Λογιστική του προϋπολογισμού

Άρθρο 156

Λογιστική του προϋπολογισμού

1.  Η λογιστική του προϋπολογισμού παρέχει λεπτομερή καταγραφή της εκτέλεσης του προϋπολογισμού.

2.  Για τους σκοπούς της εφαρμογής της παραγράφου 1, η λογιστική του προϋπολογισμού καταγράφει όλες τις προβλεπόμενες στον τίτλο IV του μέρους Ι πράξεις εκτέλεσης του προϋπολογισμού ως προς τα έσοδα και τις δαπάνες.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Απογραφή των περιουσιακών στοιχείων

Άρθρο 157

Το βιβλίο απογραφής

1.  Κάθε όργανο και κάθε οργανισμός που αναφέρεται στο 141 τηρεί κατά ποσότητα και κατ’ αξία, σύμφωνα με το υπόδειγμα που εγκρίνεται από τον υπόλογο της Επιτροπής, βιβλία απογραφής όλων των ενσώματων, ασώματων και χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν περιουσία της Ένωσης.

Κάθε όργανο και οργανισμός που αναφέρεται στο άρθρο 141 επαληθεύει ότι οι εγγραφές στα βιβλία απογραφής ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

2.  Οι πωλήσεις υλικών περιουσιακών στοιχείων αποτελούν αντικείμενο κατάλληλης δημοσιότητας.



ΤΙΤΛΟΣ X

ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΑΓΗ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Εξωτερικός έλεγχος

Άρθρο 158

Εξωτερικός λογιστικός έλεγχος από το Ελεγκτικό Συνέδριο

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή ενημερώνουν το Ελεγκτικό Συνέδριο, το ταχύτερο δυνατόν, σχετικά με όλες τις αποφάσεις που λαμβάνουν και όλους τους κανόνες που εγκρίνουν κατ’ εφαρμογή των άρθρων 13, 16, 21, 25, 26, 29 και 40.

Άρθρο 159

Κανόνες και διαδικασία στον τομέα του λογιστικού ελέγχου

1.  Η εξέταση της νομιμότητας και της κανονικότητας των εσόδων και των δαπανών από το Ελεγκτικό Συνέδριο πραγματοποιείται σε σχέση με τις διατάξεις των Συνθηκών, του προϋπολογισμού, του παρόντος κανονισμού, των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, καθώς και κάθε πράξης που εκδίδεται κατ' εφαρμογή των Συνθηκών.

2.  Κατά την εκπλήρωση της αποστολής του, το Ελεγκτικό Συνέδριο μπορεί να λαμβάνει γνώση, υπό τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 161, όλων των εγγράφων και πληροφοριών που αφορούν τη δημοσιονομική διαχείριση των υπηρεσιών ή οργανισμών ως προς τις πράξεις που χρηματοδοτούνται ή συγχρηματοδοτούνται από την Ένωση. Το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει την εξουσία να εξετάζει κάθε υπάλληλο ο οποίος υπέχει ευθύνη σε πράξη δαπανών ή εσόδων και να χρησιμοποιεί όλες τις δυνατότητες ελέγχου που ενδείκνυνται για τις εν λόγω υπηρεσίες ή οργανισμούς. Ο έλεγχος στα κράτη μέλη διενεργείται σε συνεργασία με τα εθνικά όργανα ελέγχου ή, εάν αυτά δεν διαθέτουν τις αναγκαίες αρμοδιότητες, με τις αρμόδιες εθνικές υπηρεσίες. Το Ελεγκτικό Συνέδριο και τα εθνικά όργανα ελέγχου των κρατών μελών συνεργάζονται με πνεύμα εμπιστοσύνης, διατηρώντας παράλληλα την ανεξαρτησία τους.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο, για να συλλέξει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκπλήρωση της αποστολής που του ανατίθεται από τις Συνθήκες ή τις πράξεις που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή τους, μπορεί να παρίσταται, κατ’ αίτησή του, στις πράξεις ελέγχου που διενεργούνται στο πλαίσιο της εκτέλεσης του προϋπολογισμού από μέρους ή για λογαριασμό οιουδήποτε οργάνου.

Κατ’ αίτηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κάθε όργανο εξουσιοδοτεί τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς που κατέχουν περιουσιακά στοιχεία της Ένωσης να επιτρέπουν στο Ελεγκτικό Συνέδριο να διαπιστώνει την αντιστοιχία των εξωτερικών δεδομένων με τη λογιστική κατάσταση.

3.  Για την εκπλήρωση της αποστολής του, το Ελεγκτικό Συνέδριο κοινοποιεί στα όργανα και στις αρχές στις οποίες εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός τα ονόματα των υπαλλήλων του που είναι εξουσιοδοτημένοι να διενεργούν ελέγχους στα εν λόγω όργανα και αρχές.

Άρθρο 160

Επαληθεύσεις όσον αφορά τις αξίες και τα μετρητά

Το Ελεγκτικό Συνέδριο μεριμνά ώστε όλες οι αξίες και τα μετρητά σε κατάθεση ή στο ταμείο να επαληθεύονται βάσει πιστοποιητικών υπογραφόμενων από τους θεματοφύλακες ή βάσει επίσημων καταστάσεων ταμείου ή χαρτοφυλακίου. Το ίδιο το Ελεγκτικό Συνέδριο μπορεί να προβαίνει σε τέτοιες επαληθεύσεις.

Άρθρο 161

Δικαίωμα πρόσβασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου

1.  Η Επιτροπή, τα λοιπά όργανα, οι οργανισμοί που διαχειρίζονται έσοδα ή δαπάνες εξ ονόματος της Ένωσης καθώς και οι αποδέκτες παρέχουν στο Ελεγκτικό Συνέδριο κάθε διευκόλυνση και κάθε πληροφορία την οποία αυτό θεωρεί αναγκαία για την εκτέλεση της αποστολής του. Θέτουν στη διάθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου όλα τα δικαιολογητικά που αφορούν τη σύναψη και την εκτέλεση συμβάσεων χρηματοδοτούμενων από τον προϋπολογισμό και όλους τους λογαριασμούς ταμείου και υλικών, όλα τα λογιστικά ή δικαιολογητικά έγγραφα καθώς και τα συναφή διοικητικά έγγραφα, όλα τα έγγραφα σχετικά με τα έσοδα και τις δαπάνες, όλα τα βιβλία απογραφών, όλα τα οργανογράμματα των υπηρεσιών τα οποία το Ελεγκτικό Συνέδριο θεωρεί αναγκαία για την επαλήθευση της έκθεσης σχετικά με το αποτέλεσμα της δημοσιονομικής και χρηματοοικονομικής εκτέλεσης βάσει εγγράφων ή επιτοπίου ελέγχου και, για τους ίδιους σκοπούς, όλα τα έγγραφα και δεδομένα τα οποία καταρτίζονται ή φυλάσσονται ηλεκτρονικά.

Τα όργανα εσωτερικού ελέγχου και οι λοιπές υπηρεσίες των σχετικών εθνικών διοικήσεων παρέχουν στο Ελεγκτικό Συνέδριο όλες τις διευκολύνσεις τις οποίες αυτό θεωρεί αναγκαίες για την εκπλήρωση της αποστολής του.

2.  Οι υπάλληλοι οι υποκείμενοι στις επαληθεύσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου υποχρεούνται:

α) να δείχνουν τις ταμειακές εγγραφές τους, να επιδεικνύουν τα μετρητά, τις αξίες και τα υλικά πάσης φύσεως και επίσης τα δικαιολογητικά της διαχείρισής τους όσον αφορά τα κονδύλια που τους έχουν ανατεθεί, καθώς και κάθε βιβλίο ή μητρώο και όλα τα συναφή έγγραφα·

β) να επιδεικνύουν την αλληλογραφία ή κάθε άλλο έγγραφο που απαιτείται για την πλήρη εκτέλεση του ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 159 παράγραφος 1.

Η γνωστοποίηση των πληροφοριών που αναφέρονται ανωτέρω στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου δεν μπορεί να ζητηθεί παρά μόνον από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

3.  Το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει την εξουσία να ελέγχει τα έγγραφα τα σχετικά με τα έσοδα και τις δαπάνες της Ένωσης τα οποία φυλάσσονται από τις υπηρεσίες των οργάνων και ιδίως τις υπηρεσίες τις υπεύθυνες για τις αποφάσεις που αφορούν τα εν λόγω έσοδα και δαπάνες, από τους οργανισμούς που διαχειρίζονται έσοδα ή δαπάνες εξ ονόματος της Ένωσης και από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που λαμβάνουν πληρωμές προερχόμενες από τον προϋπολογισμό.

4.  Η επαλήθευση της νομιμότητας και της κανονικότητας των εσόδων και των δαπανών και ο έλεγχος της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης επεκτείνονται και στη χρησιμοποίηση, από οργανισμούς που είναι ξένοι προς τα όργανα, πόρων της Ένωσης εισπραχθέντων υπό μορφή συνεισφορών.

5.  Κάθε χρηματοδότηση από την Ένωση σε αποδέκτες ξένους προς τα όργανα τελεί υπό τον όρο της έγγραφης αποδοχής, από τους αποδέκτες ή, σε περίπτωση μη αποδοχής εκ μέρους τους, από τους αντισυμβαλλομένους και τους υπεργολάβους, του λογιστικού ελέγχου που διενεργεί το Ελεγκτικό Συνέδριο σχετικά με τη χρήση της χρηματοδότησης που χορηγήθηκε.

6.  Η Επιτροπή παρέχει στο Ελεγκτικό Συνέδριο, κατ’ αίτησή του, όλες τις πληροφορίες για τις δανειοληπτικές και δανειοδοτικές πράξεις.

7.  Η χρησιμοποίηση ολοκληρωμένων συστημάτων πληροφορικής δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της πρόσβασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου στα δικαιολογητικά έγγραφα.

Άρθρο 162

Ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου

1.  Το Ελεγκτικό Συνέδριο γνωστοποιεί στην Επιτροπή και στα ενδιαφερόμενα όργανα, έως τις 30 Ιουνίου, τις παρατηρήσεις που θεωρεί σκόπιμο να συμπεριληφθούν στην ετήσια έκθεση. Οι παρατηρήσεις αυτές παραμένουν εμπιστευτικές και υπόκεινται στη διαδικασία εκατέρωθεν ακρόασης. Όλα τα όργανα απευθύνουν τις απαντήσεις τους στο Ελεγκτικό Συνέδριο έως τις 15 Οκτωβρίου. Τα όργανα πλην της Επιτροπής απευθύνουν ταυτόχρονα σε αυτήν τις απαντήσεις τους.

2.  Η ετήσια έκθεση περιλαμβάνει εκτίμηση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.

3.  Η ετήσια έκθεση περιλαμβάνει χωριστό τμήμα για κάθε όργανο. Το Ελεγκτικό Συνέδριο μπορεί να προσθέσει κάθε συνοπτική παρουσίαση ή παρατήρηση γενικού χαρακτήρα που κρίνει ενδεδειγμένη.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε οι απαντήσεις των οργάνων στις παρατηρήσεις του να δημοσιεύονται δίπλα σε κάθε παρατήρηση που αφορούν ή μετά από αυτήν.

4.  Το Ελεγκτικό Συνέδριο διαβιβάζει στις αρμόδιες για την απαλλαγή αρχές και στα άλλα όργανα, έως τις 15 Νοεμβρίου, την ετήσια έκθεσή του, συνοδευόμενη από τις απαντήσεις των οργάνων, και εξασφαλίζει τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

5.  Μετά τη διαβίβαση της ετήσιας έκθεσης από το Ελεγκτικό Συνέδριο η Επιτροπή ανακοινώνει αμέσως στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη τα λεπτομερή στοιχεία της έκθεσης αυτής που αφορούν τη διαχείριση των πόρων για τους οποίους ασκούν αρμοδιότητα δυνάμει των εφαρμοστέων ρυθμίσεων.

Μετά την παραλαβή της ανακοίνωσης αυτής, τα κράτη μέλη απευθύνουν τις απαντήσεις τους στην Επιτροπή εντός 60 ημερών. Η Επιτροπή διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές σε συγκεφαλαιωτική μορφή στο Ελεγκτικό Συνέδριο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έως τις 28 Φεβρουαρίου.

Άρθρο 163

Ειδικές εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου

▼M3

1.  Το Ελεγκτικό Συνέδριο διαβιβάζει στο οικείο όργανο ή οργανισμό κάθε παρατήρηση που κατά τη γνώμη του πρέπει να παρουσιάζεται σε ειδική έκθεση. Οι παρατηρήσεις αυτές παραμένουν εμπιστευτικές και υπόκεινται στη διαδικασία εκατέρωθεν ακρόασης.

Το οικείο όργανο ή οργανισμός διαθέτει κατά κανόνα προθεσμία έξι εβδομάδων από τη διαβίβαση των παρατηρήσεων για να κοινοποιήσει στο Ελεγκτικό Συνέδριο τις ενδεχόμενες απαντήσεις του σχετικά με τις εν λόγω παρατηρήσεις. Η προθεσμία αυτή αναστέλλεται, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, ιδίως όταν, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκατέρωθεν ακρόασης, είναι απαραίτητη η ενημέρωση του οργάνου ή του οργανισμού από τα κράτη μέλη προκειμένου να δώσει οριστική απάντηση.

Οι απαντήσεις του οικείου οργάνου ή οργανισμού αναφέρονται άμεσα και αποκλειστικά στις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο εξασφαλίζει ότι οι ειδικές εκθέσεις καταρτίζονται και εγκρίνονται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, το οποίο δεν υπερβαίνει, κατά κανόνα, τους 13 μήνες.

Οι ειδικές εκθέσεις, συνοδευόμενες από τις απαντήσεις των οικείων οργάνων ή οργανισμών, διαβιβάζονται αμελλητί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, καθένα από τα οποία αποφασίζει, ενδεχομένως σε συνεργασία με την Επιτροπή, σχετικά με τη συνέχεια που θα τους δοθεί.

Το Ελεγκτικό Συνέδριο λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε οι απαντήσεις των οικείων οργάνων ή οργανισμών στις παρατηρήσεις του καθώς και το χρονοδιάγραμμα για την κατάρτιση της ειδικής έκθεσης να δημοσιεύονται μαζί με την ειδική έκθεση.

▼B

2.  Οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 287 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο ΣΛΕΕ, οι οποίες δεν αφορούν προτάσεις ή σχέδια στο πλαίσιο της νομοθετικής διαβούλευσης, μπορούν να δημοσιεύονται από το Ελεγκτικό Συνέδριο στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Ελεγκτικό Συνέδριο αποφασίζει τη δημοσίευση αυτή έπειτα από διαβούλευση με το όργανο το οποίο ζήτησε τη γνωμοδότηση ή το οποίο αυτή αφορά. Οι δημοσιευόμενες γνωμοδοτήσεις συνοδεύονται από τα ενδεχόμενα σχόλια των οικείων οργάνων.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Απαλλαγή

Άρθρο 164

Χρονοδιάγραμμα της διαδικασίας απαλλαγής

1.  Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατά σύσταση του Συμβουλίου που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, χορηγεί πριν από τις 15 Μαΐου του έτους ν + 2, απαλλαγή στην Επιτροπή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους ν.

2.  Αν δεν είναι δυνατόν να τηρηθεί η προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 1, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο ενημερώνει την Επιτροπή για τους λόγους καθυστέρησης της απόφασης.

3.  Στην περίπτωση που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αναβάλλει την απόφαση για τη χορήγηση της απαλλαγής, η Επιτροπή προσπαθεί να λάβει, το συντομότερο δυνατόν, τα μέτρα που είναι δυνατόν να επιτρέψουν ή να διευκολύνουν την άρση των εμποδίων για την έκδοση της απόφασης αυτής.

Άρθρο 165

Η διαδικασία απαλλαγής

1.  Η απόφαση απαλλαγής αφορά τους λογαριασμούς του συνόλου των εσόδων και δαπανών της Ένωσης, το προκύπτον υπόλοιπο και το ενεργητικό και παθητικό της Ένωσης που εμφαίνονται στον ισολογισμό.

2.  Προκειμένου να χορηγήσει την απαλλαγή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξετάζει, μετά το Συμβούλιο, τους λογαριασμούς, τις δημοσιονομικές καταστάσεις και την έκθεση αξιολόγησης που αναφέρονται στο άρθρο 318 ΣΛΕΕ. Εξετάζει επίσης την ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, συνοδευόμενη από τις απαντήσεις των ελεγχόμενων οργάνων, καθώς και τις σχετικές ειδικές εκθέσεις του για το οικείο οικονομικό έτος και τη δήλωση αξιοπιστίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου που βεβαιώνει την ακρίβεια των λογαριασμών και τη νομιμότητα και κανονικότητα των σχετικών πράξεων.

3.  Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατ’ αίτησή του, κάθε αναγκαία πληροφορία για την αίσια περάτωση της διαδικασίας απαλλαγής για το οικείο οικονομικό έτος, σύμφωνα με το άρθρο 319 ΣΛΕΕ.

▼M3

Άρθρο 166

Μέτρα παρακολούθησης

1.  Σύμφωνα με το άρθρο 319 ΣΛΕΕ και το άρθρο 106α της Συνθήκης Ευρατόμ, η Επιτροπή, τα λοιπά όργανα και οι οργανισμοί που αναφέρονται στα άρθρα 208 και 209 του παρόντος κανονισμού καταβάλλουν κάθε προσπάθεια ώστε να δώσουν συνέχεια στις παρατηρήσεις που συνοδεύουν την απόφαση περί απαλλαγής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καθώς και στα σχόλια που συνοδεύουν τη σύσταση περί απαλλαγής που εγκρίνεται από το Συμβούλιο.

2.  Κατ' αίτηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, τα όργανα και οι οργανισμοί που αναφέρονται στην παράγραφο 1 συντάσσουν έκθεση σχετικά με τα μέτρα που έλαβαν ως συνέχεια αυτών των παρατηρήσεων και σχολίων, και ιδίως σχετικά με τις οδηγίες που έδωσαν στις υπηρεσίες τους οι οποίες είναι αρμόδιες για την εκτέλεση του προϋπολογισμού. Τα κράτη μέλη συνεργάζονται με την Επιτροπή και την ενημερώνουν για τα μέτρα που έλαβαν για να δώσουν συνέχεια σε αυτές τις παρατηρήσεις, ούτως ώστε να τα λάβει υπόψη της η Επιτροπή στη δική της έκθεση. Οι εκθέσεις των οργάνων διαβιβάζονται επίσης στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

▼B

Άρθρο 167

Ειδικές διατάξεις όσον αφορά την ΕΥΕΔ

Η ΕΥΕΔ υπόκειται στις διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 319 ΣΛΕΕ και στα άρθρα 164, 165 και 166 του παρόντος κανονισμού. Η ΕΥΕΔ συνεργάζεται πλήρως με τα θεσμικά όργανα που συμμετέχουν στη διαδικασία απαλλαγής και παρέχει, οσάκις συντρέχει λόγος, τις τυχόν πρόσθετες απαραίτητες πληροφορίες, μεταξύ άλλων και μέσω της παρουσίας της σε συνεδριάσεις των σχετικών οργανισμών.



ΜΕΡΟΣ II

ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ



ΤΙΤΛΟΣ I

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΓΕΩΡΓΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ

Άρθρο 168

Ειδικές διατάξεις σχετικά με το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων

1.  Τα μέρη Ι και ΙΙΙ εφαρμόζονται στις δαπάνες που πραγματοποιούνται από τις αρχές και τους οργανισμούς στους οποίους αναφέρονται οι κανόνες που διέπουν το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), καθώς και στα αντίστοιχα έσοδα, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα τίτλο.

2.  Οι πράξεις τις οποίες διαχειρίζεται απευθείας η Επιτροπή εκτελούνται σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στα μέρη Ι και ΙΙΙ.

Άρθρο 169

Δεσμεύσεις κονδυλίων του ΕΓΤΕ

1.  Για κάθε οικονομικό έτος, τα κονδύλια του ΕΓΤΕ περιλαμβάνουν μη διαχωριζόμενες πιστώσεις, με την εξαίρεση των δαπανών που σχετίζονται με τα μέτρα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 3 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1290/2005, οι οποίες καλύπτονται με διαχωριζόμενες πιστώσεις.

2.  Οι πιστώσεις πληρωμών που έχουν αποτελέσει αντικείμενο μεταφοράς και δεν έχουν χρησιμοποιηθεί έως τη λήξη του οικονομικού έτους ακυρώνονται.

3.  Οι μη δεσμευθείσες πιστώσεις που έχουν σχέση με τις ενέργειες που καθορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1209/2005 είναι δυνατόν να μεταφερθούν στο επόμενο οικονομικό έτος, και μόνο σε αυτό.

Η μεταφορά αυτή δεν υπερβαίνει, εντός του ορίου του 2 % επί των αρχικών πιστώσεων, το ποσό της αναπροσαρμογής των άμεσων ενισχύσεων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης για τους γεωργούς στo πλαίσιo της κοινής γεωργικής πολιτικής και τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς ( 25 ), που ίσχυσε κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος.

Οι πιστώσεις που μεταφέρονται στο επόμενο οικονομικό έτος επιστρέφονται αποκλειστικά στις γραμμές του προϋπολογισμού που καλύπτουν τις ενέργειες που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1290/2005.

Οι μεταφορές αυτές είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε πρόσθετη πληρωμή μόνο προς τους τελικούς αποδέκτες που έχουν υποστεί, κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, μείωση των άμεσων ενισχύσεων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009.

Η Επιτροπή εκδίδει την απόφαση μεταφοράς έως τις 15 Φεβρουαρίου του έτους στο οποίο γίνεται η μεταφορά, και ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Άρθρο 170

Συνολικές προσωρινές δεσμεύσεις πιστώσεων του ΕΓΤΕ

1.  Η Επιτροπή επιστρέφει στα κράτη μέλη τις δαπάνες που σχετίζονται με το ΕΓΤΕ στις οποίες υποβάλλονται.

2.  Οι αποφάσεις της Επιτροπής που καθορίζουν τα ποσά των επιστροφών των δαπανών αυτών συνιστούν συνολικές προσωρινές δεσμεύσεις, οι οποίες δεν είναι δυνατόν να υπερβαίνουν το συνολικό ύψος των πιστώσεων που εγγράφονται για το ΕΓΤΕ.

3.  Από τις 15 Νοεμβρίου του οικονομικού έτους και εξής, οι τρέχουσες διαχειριστικές δαπάνες του ΕΓΤΕ μπορούν να υπόκεινται σε προκαταβολικές δεσμεύσεις έναντι των πιστώσεων που προβλέπονται για το επόμενο οικονομικό έτος. Ωστόσο, οι δεσμεύσεις αυτές δεν υπερβαίνουν τα τρία τέταρτα του συνόλου των αντίστοιχων πιστώσεων του οικονομικού έτους. Μπορούν μόνο να αναφέρονται σε δαπάνες που θεμελιώνονται επί της αρχής σε υπάρχουσα βασική πράξη.

Άρθρο 171

Χρονοδιάγραμμα και προγραμματισμός των δημοσιονομικών δεσμεύσεων κονδυλίων του ΕΓΤΕ

1.  Οι δαπάνες που πραγματοποιούνται από τις αρχές και τους οργανισμούς που αναφέρονται στους κανόνες σχετικά με το ΕΓΤΕ υπόκεινται, εντός δύο μηνών από την παραλαβή των καταστάσεων που διαβιβάζονται από τα κράτη μέλη, σε δέσμευση ανά κεφάλαιο, άρθρο και θέση. Μια τέτοια δέσμευση είναι δυνατή και μετά την προθεσμία αυτή των δύο μηνών, οσάκις είναι αναγκαία μια διαδικασία μεταφοράς πιστώσεων αναφερόμενη στις σχετικές γραμμές του προϋπολογισμού. Εκτός εάν δεν έχουν ήδη πραγματοποιηθεί πληρωμές από τα κράτη μέλη, ή οσάκις η επιλεξιμότητα τίθεται εν αμφιβόλω, τα ποσά καταλογίζονται ως πληρωμές εντός της ίδιας δίμηνης προθεσμίας.

Οι δεσμεύσεις του πρώτου εδαφίου αφαιρούνται από τις συνολικές προσωρινές δεσμεύσεις που προβλέπονται στο άρθρο 170.

2.  Οι συνολικές προσωρινές δεσμεύσεις που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο ενός οικονομικού έτους και δεν καταλήγουν, πριν από την 1η Φεβρουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους, σε δεσμεύσεις με λεπτομερή εγγραφή σε γραμμές βάσει της ονοματολογίας του προϋπολογισμού, ακυρώνονται στο πλαίσιο του οικείου οικονομικού έτους.

3.  Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται με την επιφύλαξη της εξέτασης και αποδοχής των λογαριασμών.

Άρθρο 172

Λογιστική μεταχείριση των δαπανών του ΕΓΤΕ

Στη λογιστική του προϋπολογισμού, οι δαπάνες καταλογίζονται στους λογαριασμούς ενός οικονομικού έτους βάσει των επιστροφών που πραγματοποιεί η Επιτροπή προς τα κράτη μέλη έως την 31η Δεκεμβρίου του οικονομικού έτους αυτού, υπό τον όρο ότι το εκάστοτε ένταλμα πληρωμής περιέρχεται στον υπόλογο έως την 31η Ιανουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους.

Άρθρο 173

Μεταφορά πιστώσεων του ΕΓΤΕ

1.  Οσάκις η Επιτροπή μεταφέρει πιστώσεις δυνάμει του άρθρου 26 παράγραφος 1, εκδίδει τη σχετική απόφαση έως την 31η Ιανουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους και ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο όπως προβλέπεται στο άρθρο 26 παράγραφος 1.

2.  Στις περιπτώσεις εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή προτείνει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο μεταφορές πιστώσεων έως τις 10 Ιανουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αποφασίζουν για τις μεταφορές πιστώσεων σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 27, αλλά για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου η προθεσμία έχει διάρκεια τριών εβδομάδων.

Άρθρο 174

Έσοδα για ειδικό προορισμό του ΕΓΤΕ

1.  Τα έσοδα για ειδικό προορισμό στο πλαίσιο του παρόντος τίτλου διατίθενται με βάση την προέλευσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 3.

2.  Το αποτέλεσμα των αποφάσεων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1290/2005, εγγράφεται σε ένα και μόνο άρθρο.



▼M1

ΤΙΤΛΟΣ II

ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ, ΤΑΜΕΙΟ ΣΥΝΟΧΗΣ, ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΙΕΙΑΣ, ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΓΕΩΡΓΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΤΑΜΕΙΑ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΠΟΥ ΥΠΟΚΕΙΝΤΑΙ ΣΕ ΕΠΙΜΕΡΙΣΜΕΝΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ, ΚΑΙ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ «ΣΥΝΔΕΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ»

▼B

Άρθρο 175

Ειδικές διατάξεις

1.  Τα μέρη Ι και ΙΙΙ εφαρμόζονται στις δαπάνες που πραγματοποιούνται από τις αρχές και τους οργανισμούς που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1698/2005 του Συμβουλίου, της 20ής Σεπτεμβρίου 2005, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) ( 26 ), στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1080/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης ( 27 ), στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1081/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο ( 28 ), στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2006, περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής ( 29 ), στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1084/2006 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2006, για την ίδρυση Ταμείου Συνοχής ( 30 ), στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1198/2006 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 2006, για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλιείας (ΕΤΑ) ( 31 ), και στα ταμεία στον τομέα της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης, συμπεριλαμβανομένων των ταμείων του προγράμματος «Αλληλεγγύη και διαχείριση των μεταναστευτικών ροών», τα οποία υπόκεινται σε επιμερισμένη διαχείριση σύμφωνα με το άρθρο 59 («τα ταμεία»), καθώς και στα έσοδά τους, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα τίτλο.

2.  Οι πράξεις τις οποίες διαχειρίζεται απευθείας η Επιτροπή εκτελούνται επίσης σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στα μέρη Ι και ΙΙΙ.

Άρθρο 176

Τήρηση των χορηγήσεων σε πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο τηρούν τις χορηγήσεις σε πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων, οι οποίες προβλέπονται στις οικείες βασικές πράξεις για τις διαρθρωτικές ενέργειες, την αγροτική ανάπτυξη και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλιείας.

Άρθρο 177

Πληρωμές συνεισφορών, ενδιάμεσες πληρωμές και επιστροφές

1.  Η καταβολή των ποσών της χρηματοδοτικής συμμετοχής των ταμείων από την Επιτροπή πραγματοποιείται σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 175.

2.  Η προθεσμία εντός της οποίας η Επιτροπή οφείλει να εκτελεί τις ενδιάμεσες πληρωμές καθορίζεται σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 175.

3.  Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 175, η πλήρης ή μερική επιστροφή των προχρηματοδοτήσεων που καταβάλλονται στο πλαίσιο μιας παρέμβασης δεν έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της συμμετοχής των ταμείων στην παρέμβαση αυτή.

Τα ποσά που επιστρέφονται συνιστούν έσοδα για ειδικό προορισμό σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 3 στοιχείο γ).

Η διεκπεραίωση των επιστροφών από τα κράτη μέλη καθώς και οι επιπτώσεις της στο ύψος της συμμετοχής των ταμείων διέπονται από τις ρυθμίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 175.

4.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 14, οι διαθέσιμες την 31η Δεκεμβρίου πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων που προέρχονται από επιστροφές προχρηματοδοτήσεων μπορούν να μεταφερθούν μέχρι τη λήξη του προγράμματος και να χρησιμοποιηθούν, εφόσον είναι αναγκαίο, υπό την προϋπόθεση ότι δεν διατίθενται πλέον άλλες πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων.

5.  Στη λογιστική του προϋπολογισμού, οι δαπάνες καταλογίζονται στους λογαριασμούς ενός οικονομικού έτους βάσει των επιστροφών που πραγματοποιεί η Επιτροπή προς τα κράτη μέλη έως την 31η Δεκεμβρίου του οικονομικού έτους αυτού, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών που καταλογίζονται έως την 31η Ιανουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους εις βάρος των πιστώσεων πληρωμών που διατίθενται τον μήνα αυτόν ύστερα από τις μεταφορές που αναφέρονται στο άρθρο 179.

Άρθρο 178

Αποδέσμευση πιστώσεων

1.  Υπό τους όρους που προβλέπονται στις ρυθμίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 175, η Επιτροπή αποδεσμεύει αυτοδικαίως τις δεσμευθείσες πιστώσεις.

2.  Οι αποδεσμευόμενες πιστώσεις μπορούν να ανασυσταθούν σε περίπτωση προδήλου σφάλματος αποδιδόμενου αποκλειστικά στην Επιτροπή.

Προς τούτο, η Επιτροπή εξετάζει τις αποδεσμεύσεις που σημειώθηκαν κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος και αποφαίνεται, έως την 15η Φεβρουαρίου του τρέχοντος οικονομικού έτους, με γνώμονα τις ανάγκες, ως προς την αναγκαιότητα της ανασύστασης των αντίστοιχων πιστώσεων.

▼M1

3.  Οι αποδεσμευόμενες πιστώσεις μπορούν να ανασυσταθούν σε περίπτωση:

α) αποδέσμευσης πιστώσεων από πρόγραμμα δυνάμει των διευθετήσεων για την εφαρμογή του αποθεματικού επίδοσης που ορίζονται στο άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 32

β) αποδέσμευσης πιστώσεων από πρόγραμμα που αφορά συγκεκριμένο μέσο χρηματοοικονομικής τεχνικής υπέρ ΜΜΕ, μετά από τη διακοπή της συμμετοχής κράτους μέλους στο μέσο χρηματοοικονομικής τεχνικής, κατά τα αναφερόμενα στο έβδομο εδάφιο του άρθρου 39 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013.

Άρθρο 178α

Μεταφορά πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων για τη διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη»

1.  Για τα οικονομικά έτη 2014, 2015 και 2016, οι πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων οι οποίες προορίζονται για έργα χρηματοδοτούμενα στο πλαίσιο της διευκόλυνσης «Συνδέοντας την Ευρώπη», που θεσπίζεται με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1316/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 33 ), και δεν έχουν δεσμευθεί στο τέλος του οικονομικού έτους μπορούν να μεταφερθούν μόνον στο επόμενο οικονομικό έτος·

2.  Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο προτάσεις μεταφοράς πιστώσεων του προηγούμενου οικονομικού έτους έως τις 15 Φεβρουαρίου του τρέχοντος οικονομικού έτους.

3.  Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, το οποίο ενεργεί με ειδική πλειοψηφία, εξετάζουν κάθε πρόταση μεταφοράς πιστώσεων έως τις 31 Μαρτίου του τρέχοντος οικονομικού έτους.

4.  Η πρόταση μεταφοράς πιστώσεων εγκρίνεται αν, μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στην παράγραφο 3, συμβεί ένα από τα ακόλουθα:

α) το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο την εγκρίνουν·

β) είτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε το Συμβούλιο την εγκρίνει και το άλλο θεσμικό όργανο απέχει να ενεργήσει·

γ) το Ευρωπαϊκό Κοινοβουλίου και το Συμβούλιο απέχουν να ενεργήσουν ή δεν λάβουν απόφαση για την απόρριψή της.

▼B

Άρθρο 179

Μεταφορά πιστώσεων

1.  Με εξαίρεση το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης, σε ό, τι αφορά τις επιχειρησιακές δαπάνες στις οποίες αναφέρεται ο παρών τίτλος, η Επιτροπή μπορεί να προβαίνει σε μεταφορές από τίτλο σε τίτλο, υπό τον όρο ότι οι σχετικές πιστώσεις προορίζονται για τον ίδιο στόχο, κατά την έννοια των κανονισμών που αναφέρονται στο άρθρο 175, ή για δαπάνες τεχνικής συνδρομής. Η Επιτροπή λαμβάνει τις σχετικές αποφάσεις έως τις 31 Ιανουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους.

2.  Στις περιπτώσεις εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή μπορεί να προτείνει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, έως τις 10 Ιανουαρίου του επόμενου οικονομικού έτους, μεταφορές πιστώσεων πληρωμών στα ταμεία. Η μεταφορά πιστώσεων πληρωμών μπορεί να γίνει από οποιαδήποτε γραμμή των προϋπολογισμού. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αποφασίζουν για τις μεταφορές πιστώσεων σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 27, αλλά για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου εντός προθεσμίας τριών εβδομάδων.

3.  Εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δεν εγκρίνουν τη μεταφορά ή την εγκρίνουν μόνο εν μέρει, το αντίστοιχο μέρος της δαπάνης που αναφέρεται στο άρθρο 177 παράγραφος 5 καταλογίζεται στις πιστώσεις πληρωμών του επόμενου οικονομικού έτους.

Άρθρο 180

Διαχείριση, επιλογή και λογιστικός έλεγχος

Η διαχείριση και επιλογή των σχεδίων καθώς και ο λογιστικός τους έλεγχος διέπονται από τις ρυθμίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 175.



ΤΙΤΛΟΣ III

ΕΡΕΥΝΑ

Άρθρο 181

Πιστώσεις έρευνας

1.  Οι διατάξεις των μερών I και III εφαρμόζονται στις πιστώσεις έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα τίτλο.

Οι πιστώσεις αυτές εγγράφονται είτε σε έναν από τους τίτλους του προϋπολογισμού που αφορά τους τομείς πολιτικής που συνδέονται με την «Έμμεση έρευνα» και την «Άμεση έρευνα» είτε σε κεφάλαιο αναφερόμενο στις ερευνητικές δραστηριότητες που εντάσσεται σε άλλον τίτλο.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τις πράξεις που αφορούν την έρευνα.

2.  Οι πιστώσεις που έχουν σχέση με τα έσοδα που γεννώνται από το Ταμείο Έρευνας Άνθρακα και Χάλυβα, το οποίο συστάθηκε με το πρωτόκολλο 37 που προσαρτάται στη ΣΛΕΕ και αναφέρεται στις δημοσιονομικές συνέπειες της εκπνοής της Συνθήκης ΕΚΑΧ και στο Ταμείο Έρευνας Άνθρακα και Χάλυβα, αντιμετωπίζονται ως έσοδα για ειδικό προορισμό κατά την έννοια του άρθρου 21. Οι πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων που προκύπτουν από τα έσοδα αυτά καθίστανται διαθέσιμες ήδη από την πρόβλεψη της δημιουργούμενης απαίτησης, οι δε πιστώσεις πληρωμών αμέσως μετά την είσπραξη των ποσών αυτών.

3.  Όσον αφορά τις επιχειρησιακές δαπάνες στις οποίες αναφέρεται ο παρών τίτλος, η Επιτροπή μπορεί να προβαίνει σε μεταφορές πιστώσεων από τίτλο σε τίτλο, αρκεί να αφορούν πιστώσεις χρησιμοποιούμενες για τον ίδιο σκοπό.

4.  Οι εμπειρογνώμονες που αμείβονται βάσει των πιστώσεων έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης προσλαμβάνονται σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο κατά τη θέσπιση κάθε ερευνητικού προγράμματος-πλαισίου ή βάσει των αντίστοιχων κανόνων για τη συμμετοχή επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων.

Άρθρο 182

Δεσμεύσεις πιστώσεων για έρευνα

1.  Οι πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων που αντιστοιχούν στο ποσό των πιστώσεων που αποδεσμεύονται λόγω μη εκτέλεσης, εν όλω ή εν μέρει, των ερευνητικών προγραμμάτων για τα οποία προορίζονταν, είναι δυνατόν, σε εξαιρετικές και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, να ανασυσταθούν, οσάκις τούτο είναι ουσιώδες για την εκτέλεση του αρχικού προγράμματος, εκτός εάν ο προϋπολογισμός του οικείου οικονομικού έτους (έτος ν) περιλαμβάνει άλλες πιστώσεις προς τον σκοπό αυτό.

2.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, κατά την έναρξη ενός οικονομικού έτους η Επιτροπή εξετάζει τις αποδεσμεύσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος (έτος ν – 1) και αξιολογεί, με γνώμονα τις ανάγκες, αν χρειάζεται ανασύσταση των πιστώσεων αυτών.

Βάσει της αξιολόγησης αυτής, η Επιτροπή είναι δυνατόν να υποβάλει κατάλληλες προτάσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, έως την 15η Φεβρουαρίου του εκάστοτε οικονομικού έτους, αναφέροντας, για κάθε θέση του προϋπολογισμού, τους λόγους της ανασύστασης των αντίστοιχων πιστώσεων.

3.  Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αποφασίζουν βάσει των προτάσεων της Επιτροπής εντός έξι εβδομάδων. Οσάκις δεν εκδίδεται απόφαση εντός της προθεσμίας αυτής, λογίζεται ότι οι προτάσεις εγκρίνονται.

Το ύψος των πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων προς ανασύσταση κατά το έτος ν δεν υπερβαίνει σε καμία περίπτωση το 25 % του συνολικού ύψους των πιστώσεων που αποδεσμεύθηκαν στην ίδια γραμμή του προϋπολογισμού κατά το έτος ν – 1.

4.  Οι ανασυνιστώμενες πιστώσεις δεν μεταφέρονται στο επόμενο οικονομικό έτος.

Οι νομικές δεσμεύσεις που έχουν σχέση με τις ανασυσταθείσες πιστώσεις αναλήψεως υποχρεώσεων αναλαμβάνονται έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους ν.

Στο τέλος του έτους ν, το μη χρησιμοποιηθέν υπόλοιπο των ανασυσταθεισών πιστώσεων αποδεσμεύεται οριστικά από τον αρμόδιο διατάκτη.

Άρθρο 183

Κοινό Κέντρο Ερευνών

1.  Το Κοινό Κέντρο Ερευνών (ΚΚΕρ) μπορεί να δέχεται χρηματοδοτήσεις καταλογιζόμενες σε πιστώσεις εγγεγραμμένες εκτός των τίτλων και των κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 181 παράγραφος 1, στο πλαίσιο της συμμετοχής του σε διαδικασίες ανάθεσης συμβάσεων και χορήγησης επιδοτήσεων σύμφωνα με τους τίτλους V και VI του μέρους Ι, και χρηματοδοτούμενες, εν όλω ή εν μέρει, από τον προϋπολογισμό.

Για τη συμμετοχή στις διαδικασίες ανάθεσης συμβάσεων και χορήγησης επιδοτήσεων, το ΚΚΕρ θεωρείται ως νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο σε κράτος μέλος.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για το Κοινό Κέντρο Ερευνών.

2.  Οι πιστώσεις σχετικά με τα κατωτέρω εξομοιώνονται με έσοδα για ειδικό προορισμό, κατά την έννοια του άρθρου 21 παράγραφος 2:

α) διαδικασίες χορήγησης επιδοτήσεων και ανάθεσης συμβάσεων στις οποίες συμμετέχει το ΚΚΕρ·

β) δραστηριότητες που διεξάγει το ΚΚΕρ για λογαριασμό τρίτων· ή

γ) δραστηριότητες που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο διοικητικής συμφωνίας με άλλα θεσμικά όργανα ή άλλες υπηρεσίες της Επιτροπής για τεχνική και επιστημονική υποστήριξη.

Οι πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων που προκύπτουν από τα έσοδα που αναφέρονται στα στοιχεία α) και γ) του πρώτου εδαφίου καθίστανται διαθέσιμες ήδη από την πρόβλεψη της δημιουργούμενης απαίτησης.

Όσον αφορά τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο στοιχείο γ) του πρώτου εδαφίου, οι πιστώσεις που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί εντός πέντε ετών ακυρώνονται.

3.  Η χρήση των πιστώσεων αυτών εμφαίνεται σε αναλυτική λογιστική του λογαριασμού αποτελέσματος της εκτέλεσης του προϋπολογισμού για καθεμιά από τις κατηγορίες ενεργειών στις οποίες αναφέρεται. Διαχωρίζεται δε από τα έσοδα που προέρχονται από χρηματοδοτήσεις από τρίτους (του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα) καθώς και από τα έσοδα που προέρχονται από άλλες υπηρεσίες που παρέχονται σε τρίτους από την Επιτροπή.

▼M3

4.  Κατά τη συμμετοχή σε διαδικασίες επιδότησης ή προμηθειών σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, το ΚΚΕρ δεν υπόκειται στους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 105α, στο άρθρο 106, στο άρθρο 107 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β), στο άρθρο 108 και στο άρθρο 131 παράγραφος 4, όσον αφορά τις διατάξεις σχετικά με τον αποκλεισμό και τις ποινές σε σχέση με προμήθειες και επιδοτήσεις.

▼B

Τεκμαίρεται επίσης ότι το ΚΚΕρ πληροί τις απαιτήσεις όσον αφορά την οικονομική και χρηματοδοτική του ικανότητα.

Το ΚΚΕρ απαλλάσσεται από την υποχρέωση κατάθεσης εγγύησης, όπως προβλέπεται στα άρθρα 115 και 134.

5.  Οι κανόνες σύναψης των συμβάσεων του τίτλου V του μέρους Ι δεν εφαρμόζονται στις δραστηριότητες του ΚΚΕρ για λογαριασμό τρίτων.

6.  Στο εσωτερικό του τίτλου του προϋπολογισμού του αναφερόμενου στον τομέα πολιτικής «Άμεση έρευνα», η Επιτροπή μπορεί να προβαίνει, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 26, σε μεταφορές πιστώσεων μεταξύ κεφαλαίων εντός ορίου 15 % των πιστώσεων που εμφαίνονται στη γραμμή από την οποία γίνεται η μεταφορά.



ΤΙΤΛΟΣ IV

ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 184

Εξωτερικές ενέργειες

1.  Οι διατάξεις των μερών Ι και ΙΙΙ εφαρμόζονται στις εξωτερικές ενέργειες που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα τίτλο.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τις ενέργειες που μπορούν να χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο των εξωτερικών ενεργειών.

2.  Οι πιστώσεις που προορίζονται για τις ενέργειες στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 1 χρησιμοποιούνται από την Επιτροπή:

α) είτε στο πλαίσιο ενισχύσεων που χορηγούνται αυτοτελώς·

β) είτε σε σύμπραξη με τρίτη χώρα αναφερόμενη στο άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημείο (i), με την υπογραφή συμφωνίας χρηματοδότησης.

3.  Όταν οι εξωτερικές ενέργειες συγχρηματοδοτούνται τόσο από πιστώσεις εγγεγραμμένες στον προϋπολογισμό όσο και από εξωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό κατά την έννοια του άρθρου 21 παράγραφος 2 στοιχείο β), τα ποσά που δεν έχουν δεσμευθεί κατά τη λήξη της συμβατικής περιόδου του άρθρου 189 παράγραφος 2 για τη συγκεκριμένη ενέργεια επιστρέφονται κατ’ αναλογία, μετά την αφαίρεση ενός κατ' αποκοπή ποσού που αντιστοιχεί στον λογιστικό έλεγχο, την αξιολόγηση και τις ενδεχόμενες υποχρεώσεις το οποίο μπορεί να δεσμευθεί αργότερα.

4.  Για τις ενέργειες που αναφέρονται στον παρόντα τίτλο, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 90 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο.

Για τις επιδοτήσεις υπό άμεση διαχείριση οι οποίες υπερβαίνουν τα 5 000 000 EUR και χρηματοδοτούν εξωτερικές ενέργειες, καθ’ όλη τη διάρκεια της ενέργειας δεν παραμένουν ανεκκαθάριστες περισσότερες από δύο πληρωμές προχρηματοδότησης.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Υλοποίηση των ενεργειών



Τμήμα 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 185

Υλοποίηση εξωτερικών ενεργειών

Οι ενέργειες στις οποίες αναφέρεται ο παρών τίτλος μπορούν να υλοποιούνται άμεσα από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο α), με επιμερισμένη διαχείριση σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο β) ή έμμεσα από όλες τις εντεταλμένες οντότητες ή πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ), σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 58 έως 63. Οι πιστώσεις που προορίζονται για τις εξωτερικές ενέργειες μπορούν να συνδυάζονται με κεφάλαια προερχόμενα από άλλες πηγές προκειμένου να υλοποιηθεί κοινός στόχος.



Τμήμα 2

Στήριξη από τον προϋπολογισμό και καταπιστευματικά ταμεία πολλαπλών δωρητών

Άρθρο 186

Χρησιμοποίηση στήριξης από τον προϋπολογισμό

1.  Στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τις σχετικές βασικές πράξεις, η Επιτροπή μπορεί να παρέχει στήριξη από τον προϋπολογισμό σε δικαιούχο τρίτη χώρα, εφόσον η διαχείριση των δημόσιων οικονομικών της χώρας αυτής είναι επαρκώς διαφανής, αξιόπιστη και αποτελεσματική.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 210, σχετικά με λεπτομερείς κανόνες για τη χρησιμοποίηση στήριξης από τον προϋπολογισμό και για τις υποχρεώσεις των αποδεκτών.

2.  Η απόφαση χρηματοδότησης που αναφέρεται στο άρθρο 84 αναφέρει λεπτομερώς τους στόχους και τα προσδοκώμενα αποτελέσματα της παροχής στήριξης από τον προϋπολογισμό σε δικαιούχο τρίτη χώρα. Η καταβολή της συνεισφοράς της Ένωσης συνδέεται με την εκπλήρωση των προϋποθέσεων της παραγράφου 1, συμπεριλαμβανομένης της βελτίωσης της διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών, και με σαφείς και αντικειμενικούς δείκτες επιδόσεων, οι οποίοι αποτελούν τη βάση για τη μέτρηση της προόδου που συντελείται με την πάροδο του χρόνου στον αντίστοιχο τομέα.

3.  Η Επιτροπή συμπεριλαμβάνει στις σχετικές χρηματοδοτικές συμφωνίες που συνάπτονται σύμφωνα με το άρθρο 184 παράγραφος 2 στοιχείο β) κατάλληλες διατάξεις με βάση τις οποίες η οικεία δικαιούχος τρίτη χώρα δεσμεύεται να επιστρέψει αμέσως, πλήρως ή εν μέρει, τη χρηματοδότηση για τη σχετική ενέργεια, αν εξακριβωθούν σοβαρές παρατυπίες στην πληρωμή των αντίστοιχων κονδυλίων της Ένωσης με ευθύνη της προαναφερομένης χώρας.

Για τη διεκπεραίωση της επιστροφής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 80 παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο.

4.  Η Επιτροπή υποστηρίζει τις δικαιούχες τρίτες χώρες στην ανάπτυξη κοινοβουλευτικού ελέγχου και ικανότητας λογιστικού ελέγχου, την αύξηση της διαφάνειας και την πρόσβαση του κοινού στις πληροφορίες.

Άρθρο 187

Καταπιστευματικά ταμεία της Ένωσης για τις εξωτερικές ενέργειες

1.  Για τις ενέργειες έκτακτης ανάγκης, τις ενέργειες μετά την περίοδο έκτακτης ανάγκης ή τις θεματικές ενέργειες, η Επιτροπή μπορεί να συστήσει καταπιστευματικά ταμεία στο πλαίσιο συμφωνίας που συνάπτεται με άλλους δωρητές. Οι στόχοι κάθε καταπιστευματικού ταμείου ορίζονται στην καταστατική του πράξη.

2.  Τα καταπιστευματικά ταμεία της Ένωσης εφαρμόζονται σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, της διαφάνειας, της αναλογικότητας, τη απουσίας διακρίσεων και της ίσης μεταχείρισης καθώς και σύμφωνα με τους ειδικούς στόχους που ορίζονται σε κάθε καταστατική πράξη.

Τα καταπιστευματικά ταμεία της Ένωσης εφαρμόζονται άμεσα από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο α), εξαιρουμένων των καταπιστευματικών ταμείων της Ένωσης για τις ενέργειες έκτακτης ανάγκης ή τις ενέργειες μετά την περίοδο έκτακτης ανάγκης, τα οποία μπορούν επίσης να εφαρμόζονται έμμεσα με ανάθεση καθηκόντων εκτέλεσης του προϋπολογισμού στις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημεία i), ii), v) και vi).

3.  Τα καταπιστευματικά ταμεία της Ένωσης πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) προστιθέμενη αξία της παρέμβασης της Ένωσης: τα καταπιστευματικά ταμεία δημιουργούνται και εφαρμόζονται σε επίπεδο Ένωσης μόνον εφόσον οι στόχοι τους, ιδίως λόγω της κλίμακας ή των δυνητικών αποτελεσμάτων τους, μπορούν να υλοποιηθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης απ' ό,τι σε εθνικό επίπεδο·

β) σε όλες τις περιπτώσεις, τα καταπιστευματικά ταμεία της Ένωσης οδηγούν σε σαφή πολιτική προβολή της Ένωσης και διαχειριστικά πλεονεκτήματα, καθώς και σε βελτιωμένο έλεγχο της Ένωσης όσον αφορά τους κινδύνους και τις εκταμιεύσεις των συνεισφορών της Ένωσης και άλλων δωρητών. Δεν πρέπει να δημιουργούνται τέτοια ταμεία εάν απλώς αναπαράγουν άλλους υπάρχοντες διαύλους χρηματοδότησης ή παρόμοια μέσα χωρίς καμία προσθετικότητα.

4.  Για κάθε καταπιστευματικό ταμείο της Ένωσης συστήνεται διοικητικό συμβούλιο υπό την προεδρία της Επιτροπής για να διασφαλίζει την εκπροσώπηση των δωρητών και, υπό την ιδιότητα παρατηρητών, των μη συνεισφερόντων κρατών μελών και για να αποφασίζει σχετικά με τη χρησιμοποίηση των κονδυλίων.

5.  Τα καταπιστευματικά ταμεία της Ένωσης δημιουργούνται για περιορισμένη διάρκεια που καθορίζεται στην καταστατική τους πράξη. Η διάρκεια αυτή μπορεί να παραταθεί με απόφαση της Επιτροπής που λαμβάνεται κατόπιν αιτήματος του διοικητικού συμβουλίου του οικείου ταμείου.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και/ή το Συμβούλιο μπορούν να ζητήσουν από την Επιτροπή να διακόψει τις πιστώσεις για το συγκεκριμένο καταπιστευματικό ταμείο ή, κατά περίπτωση, να αναθεωρήσει την καταστατική πράξη με στόχο την εκκαθάριση του ταμείου. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι τυχόν απομένοντες χρηματοδοτικοί πόροι επιστρέφονται κατ’ αναλογία στον προϋπολογισμό ως γενικά έσοδα και στα συνεισφέροντα κράτη μέλη και τους άλλους δωρητές.

6.  Οι συνεισφορές της Ένωσης και των δωρητών κατατίθενται σε ειδ