EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 02002R1406-20130301

Consolidated text: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1406/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 2002 σχετικά με τη σύσταση ευρωπαϊκού οργανισμού για την ασφάλεια στη θάλασσα (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2002/1406/2013-03-01

2002R1406 — EL — 01.03.2013 — 004.001


Το έγγραφο αυτό συνιστά βοήθημα τεκμηρίωσης και δεν δεσμεύει τα κοινοτικά όργανα

►B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1406/2002 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 27ης Ιουνίου 2002

σχετικά με τη σύσταση ευρωπαϊκού οργανισμού για την ασφάλεια στη θάλασσα

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(ΕΕ L 208, 5.8.2002, p.1)

Τροποποιείται από:

 

 

Επίσημη Εφημερίδα

  No

page

date

►M1

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1644/2003 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 22ας Ιουλίου 2003

  L 245

10

29.9.2003

►M2

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 724/2004 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 31ης Μαρτίου 2004

  L 129

1

29.4.2004

 M3

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (εκ) αριθ. 2038/2006 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 18ης Δεκεμβρίου 2006

  L 394

1

30.12.2006

►M4

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 100/2013 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 15ης Ιανουαρίου 2013

  L 39

30

9.2.2013




▼B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1406/2002 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 27ης Ιουνίου 2002

σχετικά με τη σύσταση ευρωπαϊκού οργανισμού για την ασφάλεια στη θάλασσα

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)



ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 80 παράγραφος 2,

την πρόταση της Επιτροπής ( 1 ),

τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής ( 2 ),

τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών ( 3 ),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης ( 4 ),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η Κοινότητα έχει υιοθετήσει μεγάλο αριθμό νομοθετικών μέτρων για τη βελτίωση της ασφάλειας και την πρόληψη της ρύπανσης στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών. Προκειμένου να είναι αποτελεσματική, η εν λόγω νομοθεσία πρέπει να εφαρμόζεται σωστά και ενιαία σε όλη την Κοινότητα. Αυτό θα διασφαλίσει τον ανταγωνισμό επί ίσοις όροις, θα μειώσει τη στρέβλωση του ανταγωνισμού που οφείλεται στα οικονομικά πλεονεκτήματα που απολαμβάνουν τα μη συμμορφούμενα πλοία και θα επιβραβεύσει τους σοβαρούς παράγοντες της ναυτιλίας.

(2)

Ορισμένα καθήκοντα που εκτελούνται επί του παρόντος σε κοινοτικό ή εθνικό επίπεδο, θα μπορούσαν να ανατεθούν σε εξειδικευμένο όργανο εμπειρογνωμόνων. Πράγματι, υπάρχει ανάγκη τεχνικής και επιστημονικής στήριξης και ενός μόνιμου υψηλού επιπέδου εμπειρογνωμοσύνης για την ορθή εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας στους τομείς της ασφάλειας στη θάλασσα και της πρόληψης της ρύπανσης από πλοία, για την παρακολούθηση της εφαρμογής της νομοθεσίας και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των ισχυόντων μέτρων. Συνεπώς, είναι αναγκαία η σύσταση ενός ευρωπαϊκού οργανισμού για την ασφάλεια στη θάλασσα («οργανισμός»), στο πλαίσιο της υφιστάμενης θεσμικής διάρθρωσης και της ισορροπίας δυνάμεων στην Κοινότητα.

(3)

Γενικά, ο οργανισμός θα πρέπει να αποτελεί το τεχνικό όργανο που θα παρέχει στην Κοινότητα τα αναγκαία μέσα ώστε να δρα αποτελεσματικά για τη βελτίωση των κανόνων που αφορούν την ασφάλεια στη θάλασσα και την πρόληψη της ρύπανσης από πλοία. Ο οργανισμός θα πρέπει να συνδράμει την Επιτροπή στη διαρκή ενημέρωση της κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα της ασφάλειας στη θάλασσα και της πρόληψης της ρύπανσης από πλοία και να παρέχει την αναγκαία στήριξη για τη διασφάλιση της συγκλίνουσας και αποτελεσματικής εφαρμογής της εν λόγω νομοθεσίας σε όλη την επικράτεια της Κοινότητας επικουρώντας την Επιτροπή στην εκτέλεση των καθηκόντων που της ανατίθενται δυνάμει της υφισταμένης και της μελλοντικής κοινοτικής νομοθεσίας για την ασφάλεια στη θάλασσα και την πρόληψη της ρύπανσης από πλοία.

(4)

Για την προσήκουσα επίτευξη των στόχων του, ο οργανισμός πρέπει να εκτελεί έναν αριθμό σημαντικών άλλων καθηκόντων που στοχεύουν στη βελτίωση της ασφάλειας στη θάλασσα και της πρόληψης της ρύπανσης από πλοία στα ύδατα των κρατών μελών. Εν προκειμένω, ο οργανισμός θα πρέπει να συνεργάζεται με τα κράτη μέλη για να οργανωθούν οι κατάλληλες δραστηριότητες κατάρτισης σε θέματα συναφή με τον έλεγχο του κράτους του λιμένα και του κράτους της σημαίας και για να παρασχεθεί τεχνική βοήθεια στην εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας. Θα πρέπει να διευκολύνει τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής, όπως ορίζει η οδηγία 2002/59/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 2002, για τη δημιουργά κοινοτικού συστήματος παρακολούθησης της κυκλοφορίας των πλοίων και ενημέρωσης και την κατάργηση της οδηγίας 97/75/ΕΟΚ του Συμβουλίου ( 5 ), ειδικότερα αναπτύσσοντας και θέτοντας σε λειτουργία οποιοδήποτε σύστημα πληροφοριών είναι απαραίτητο για τους στόχους της οδηγίας, και στις δραστηριότητες που αφορούν τις έρευνες σχετικά με σοβαρά θαλάσσια ατυχήματα. Θα πρέπει να παρέχει στην Επιτροπή και τα κράτη μέλη αντικειμενικές, αξιόπιστες και συγκρίσιμες πληροφορίες και δεδομένα για την ασφάλεια στη θάλασσα και για την πρόληψη της ρύπανσης από πλοία ώστε να τα καταστήσει ικανά να αναλάβουν τυχόν απαραίτητες πρωτοβουλίες ενίσχυσης των ήδη εφαρμοζομένων μέτρων και αξιολόγησης της αποτελεσματικότητάς τους. Θα πρέπει να θέσει στη διάθεση των υποψήφιων προς ένταξη κρατών την κοινοτική τεχνογνωσία σε θέματα ασφάλειας στη θάλασσα. Θα πρέπει να είναι ανοικτός στη συμμετοχή των κρατών αυτών και άλλων τρίτων χωρών που έχουν συνάψει συμφωνίες με την Κοινότητα βάσει των οποίων υιοθετούν και εφαρμόζουν την κοινοτική νομοθεσία στον τομέα της ασφάλειας στη θάλασσα και της ρύπανσης από πλοία.

(5)

Ο Οργανισμός θα πρέπει να ενθαρρύνει την ανάπτυξη καλύτερης συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και να αναπτύσσει και να διαδίδει βέλτιστες πρακτικές στην Κοινότητα, πράγμα που θα συμβάλλει στη βελτίωση του συνολικού καθεστώτος ασφάλειας στη θάλασσα στην Κοινότητα, καθώς και στη μείωση του κινδύνου θαλασσίων ατυχημάτων, θαλάσσιας ρύπανσης και απώλειας ανθρώπινων ζωών στη θάλασσα.

(6)

Για την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στον οργανισμό, οι αξιωματούχοι του ενδείκνυται να πραγματοποιούν επισκέψεις στα κράτη μέλη, προκειμένου να παρακολουθούν τη συνολική λειτουργία του κοινοτικού καθεστώτος ασφάλειας στη θάλασσα και πρόληψης της ρύπανσης από πλοία. Οι επισκέψεις θα πρέπει να πραγματοποιούνται βάσει πολιτικής την οποία καθορίζει το διοικητικό συμβούλιο του οργανισμού και να διευκολύνονται από τις αρχές των κρατών μελών.

(7)

Ο οργανισμός θα πρέπει να εφαρμόζει τη σχετική κοινοτική νομοθεσία για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα και την προστασία των ατόμων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Θα πρέπει να παρέχει στο κοινό και σε κάθε ενδιαφερόμενο αντικειμενικές, αξιόπιστες και κατανοητές πληροφορίες σχετικά με το έργο του.

(8)

Όσον αφορά τη συμβατική ευθύνη του οργανισμού, η οποία διέπεται από το δίκαιο που εφαρμόζεται επί των συμβάσεων που συνάπτονται από τον οργανισμό, αρμόδιο να λαμβάνει αποφάσεις θα πρέπει να είναι το Δικαστήριο, δυνάμει ρήτρας διαιτησίας που περιέχεται στη σύμβαση. Το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι επίσης αρμόδιο για τις διαφορές που αφορούν την αποζημίωση για κάθε ζημία που προκύπτει από την εξωσυμβατική ευθύνη του οργανισμού.

(9)

Για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία του οργανισμού, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή θα πρέπει να εκπροσωπούνται στο διοικητικό συμβούλιο, στο οποίο έχουν ανατεθεί οι αναγκαίες εξουσίες για την κατάρτιση του προϋπολογισμού, την παρακολούθηση της εκτέλεσής του, την έγκριση του κατάλληλου δημοσιονομικού κανονισμού, τη θέσπιση διαφανών διαδικασιών λήψης αποφάσεων εκ μέρους του οργανισμού, την έγκριση του προγράμματος εργασίας του, την εξέταση αιτημάτων κρατών μελών για τεχνική βοήθεια, τον καθορισμό πολιτικής για τις επισκέψεις στα κράτη μέλη καθώς και το διορισμό του εκτελεστικού διευθυντή. Λόγω του άκρως τεχνικού και επιστημονικού χαρακτήρα της αποστολής και των καθηκόντων του συγκεκριμένου οργανισμού, σκόπιμο είναι το διοικητικό του συμβούλιο να απαρτίζεται από έναν αντιπρόσωπο από κάθε κράτος μέλος και τέσσερις αντιπροσώπους της Επιτροπής που θα διαθέτουν υψηλό επίπεδο εμπειρογνωμοσύνης. Για να εξασφαλιστεί περαιτέρω το υψηλότερο δυνατό επίπεδο εμπειρογνωμοσύνης και πείρας του διοικητικού συμβουλίου και προκειμένου οι πλέον ενδιαφερόμενοι κλάδοι να συμμετέχουν εκ του σύνεγγυς στις εργασίες του οργανισμού, η Επιτροπή θα πρέπει να διορίζει ανεξάρτητους επαγγελματίες των κλάδων αυτών ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου άνευ δικαιώματος ψήφου, βάσει της προσωπικής τους αξίας και πείρας στον τομέα της θαλάσσιας ασφάλειας και της πρόληψης της ρύπανσης από τα πλοία και όχι ως αντιπροσώπους συγκεκριμένων επαγγελματικών οργανώσεων.

(10)

Η εύρυθμη λειτουργία του οργανισμού προϋποθέτει ότι ο εκτελεστικός διευθυντής διορίζεται βάσει της αξίας του και των τεκμηριωμένων διοικητικών και διευθυντικών του ικανοτήτων καθώς και της επάρκειας και της πείρας του όσον αφορά τη θαλάσσια ασφάλεια και την πρόληψη της ρύπανσης από πλοία, και ότι διαθέτει πλήρη ανεξαρτησία και ευελιξία όσον αφορά την οργάνωση της εσωτερικής λειτουργίας του οργανισμού. Για το σκοπό αυτό, ο εκτελεστικός διευθυντής θα πρέπει να προετοιμάζει και να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα σωστής υλοποίησης του προγράμματος εργασίας του οργανισμού, θα πρέπει να εκπονεί ετησίως σχέδιο γενικής έκθεσης που υποβάλλεται στο διοικητικό συμβούλιο, θα πρέπει να καταρτίζει καταστάσεις προβλέψεων εσόδων και δαπανών του οργανισμού και να εκτελεί τον προϋπολογισμό.

(11)

Για την εξασφάλιση της πλήρους αυτονομίας και ανεξαρτησίας του οργανισμού, θεωρείται αναγκαίο να του παραχωρηθεί ανεξάρτητος προϋπολογισμός, τα έσοδα του οποίου θα προέρχονται κυρίως από συνεισφορά της Κοινότητας.

(12)

Κατά τα τελευταία χρόνια, με τη δημιουργία όλο και περισσότερων αποκεντρωμένων οργανισμών, η αρμόδια επί του προϋπολογισμού αρχή επεδίωξε να βελτιώσει τη διαφάνεια και τον έλεγχο της διαχείρισης των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων προς τους οργανισμούς αυτούς, ιδίως σε ό,τι αφορά την εγγραφή των εισφορών στον προϋπολογισμό, το δημοσιονομικό έλεγχο, την εξουσία περί χορήγησης απαλλαγής, τη συμμετοχή στο συνταξιοδοτικό καθεστώς και την εσωτερική διαδικασία του προϋπολογισμού (κώδικας συμπεριφοράς). Παρομοίως, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την ευρωπαϊκή υπηρεσία καταπολέμησης της απάτης (OLAF) ( 6 ) θα πρέπει να εφαρμόζονται άνευ περιορισμών στον οργανισμό, ο οποίος θα πρέπει να προσχωρήσει στη διοργανική συμφωνία της 25ης Μαΐου 1999 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που πραγματοποιεί η ευρωπαϊκή υπηρεσία καταπολέμησης της απάτης (OLAF) ( 7 ).

(13)

Εντός πέντε ετών από της αναλήψεως καθηκόντων από τον οργανισμό, το διοικητικό συμβούλιο θα πρέπει να αναθέσει τη διεξαγωγή ανεξάρτητης εξωτερικής αξιολόγησης ώστε να εκτιμηθεί η επίδραση του παρόντος κανονισμού, του οργανισμού και των εργασιακών του μεθόδων στη θέσπιση υψηλού επιπέδου ασφάλειας στη θάλασσα και πρόληψης της ρύπανσης από πλοία,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:



ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ

▼M4

Άρθρο 1

Στόχοι

1.  Με τον παρόντα κανονισμό συστήνεται Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια στη Θάλασσα («ο Οργανισμός») με σκοπό τη διασφάλιση υψηλού, ομοιόμορφου και αποτελεσματικού επίπεδου ασφάλειας ναυσιπλοΐας, ναυτικής ασφάλειας και πρόληψης και αντιμετώπισης της ρύπανσης που προέρχεται από πλοία καθώς και της αντιμετώπισης της ρύπανσης της θάλασσας που προκαλείται από εγκαταστάσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου.

2.  Προς τον σκοπό αυτό ο Οργανισμός συνεργάζεται με τα κράτη μέλη και την Επιτροπή και τους παρέχει την τεχνική, επιχειρησιακή και επιστημονική συνδρομή στους τομείς που μνημονεύονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, εντός των ορίων των κυρίων καθηκόντων που καθορίζονται στο άρθρο 2 και, κατά περίπτωση, των δευτερευόντων καθηκόντων του άρθρου 2α, ειδικότερα για να βοηθά τα κράτη μέλη και την Επιτροπή στην ορθή εφαρμογή των σχετικών νομικών πράξεων της Ένωσης. Όσον αφορά το πεδίο της αντιμετώπισης της ρύπανσης, ο Οργανισμός παρέχει επιχειρησιακή συνδρομή μόνον κατόπιν αιτήσεως του ή των θιγόμενων κρατών.

3.  Παρέχοντας την προβλεπόμενη στην παράγραφο 2 συνδρομή, ο Οργανισμός συμβάλλει, όπου ενδείκνυται, στη συνολική αποτελεσματικότητα της θαλάσσιας κίνησης και των θαλάσσιων μεταφορών κατά τα οριζόμενα στον παρόντα κανονισμό, ώστε να διευκολύνει την εγκαθίδρυση ενός ευρωπαϊκού χώρου θαλάσσιων μεταφορών χωρίς εμπόδια.

Άρθρο 2

Κύρια καθήκοντα του Οργανισμού

1.  Για να διασφαλισθεί η κατάλληλη εκπλήρωση των στόχων του άρθρου 1, ο Οργανισμός εκτελεί τα κύρια καθήκοντα που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

2.  Ο Οργανισμός επικουρεί την Επιτροπή:

α) στις προπαρασκευαστικές εργασίες επικαιροποίησης και εκπόνησης των σχετικών νομικών πράξεων της Ένωσης, ιδίως σύμφωνα με την ανάπτυξη της διεθνούς νομοθεσίας·

β) στην αποτελεσματική εφαρμογή των σχετικών δεσμευτικών νομικών πράξεων της Ένωσης, ιδίως με τη διενέργεια επισκέψεων και επιθεωρήσεων όπως ορίζει το άρθρο 3 του παρόντος κανονισμού και με την παροχή τεχνικής συνδρομής στην Επιτροπή στην εκτέλεση των καθηκόντων επιθεώρησης που της έχουν ανατεθεί βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 725/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, για τη βελτίωση της ασφάλειας στα πλοία και στις λιμενικές εγκαταστάσεις ( 8 ). Εν προκειμένω ο Οργανισμός μπορεί να απευθύνει προτάσεις στην Επιτροπή για κάθε δυνατή βελτίωση αυτών των δεσμευτικών νομικών πράξεων·

γ) στην ανάλυση των εκτελούμενων και των περατωθέντων ερευνητικών σχεδίων που σχετίζονται με τους στόχους του Οργανισμού, πράγμα που μπορεί να περιλαμβάνει και τον προσδιορισμό δυνατών επακόλουθων μέτρων που απορρέουν από συγκεκριμένα ερευνητικά σχέδια·

δ) στην εκτέλεση τυχόν άλλων καθηκόντων που ανατίθενται στη Επιτροπή σε νομοθετικές πράξεις της Ένωσης σχετικές με τους στόχους του Οργανισμού.

3.  Ο Οργανισμός συνεργάζεται με τα κράτη μέλη:

α) για την οργάνωση, όταν υπάρχει ανάγκη, σχετικών δραστηριοτήτων κατάρτισης σε τομείς που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών·

β) για την εξεύρεση τεχνικών λύσεων, συμπεριλαμβανομένης της παροχής σχετικών επιχειρησιακών υπηρεσιών, και την παροχή τεχνικής συνδρομής με σκοπό την ανάπτυξη των εθνικών ικανοτήτων που απαιτούνται για την εφαρμογή σχετικών νομικών πράξεων της Ένωσης·

γ) για την παροχή, κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους, κατάλληλων πληροφοριών προερχόμενων από τις επιθεωρήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3, προς υποστήριξη της παρακολούθησης του έργου των αναγνωρισμένων οργανισμών που επιτελούν καθήκοντα πιστοποίησης εξ ονόματος των κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας 2009/15/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με κοινούς κανόνες και πρότυπα για τους οργανισμούς επιθεώρησης και ελέγχου πλοίων και για τις συναφείς δραστηριότητες των ναυτικών αρχών ( 9 ), με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του κράτους σημαίας·

δ) στην υποστήριξη, με πρόσθετα μέσα και με τρόπο οικονομικώς αποδοτικό, των δράσεων για την αντιμετώπιση περιπτώσεων ρύπανσης που προκαλείται από πλοία καθώς και της ρύπανσης της θάλασσας που προκαλείται από εγκαταστάσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα από το θιγόμενο κράτος μέλος υπό την αιγίδα του οποίου διενεργούνται οι επιχειρήσεις απορρύπανσης, με επιφύλαξη της ευθύνης των παρακτίων κρατών που οφείλουν να διαθέτουν επί τόπου κατάλληλους μηχανισμούς αντιμετώπισης της ρύπανσης σεβόμενα ταυτοχρόνως την υπάρχουσα συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών σε αυτό το πεδίο. Κατά περίπτωση, οι αιτήσεις κινητοποίησης αντιρρυπαντικών δράσεων θα περνούν μέσα από τον κοινοτικό μηχανισμό πολιτικής προστασίας της ΕΕ που καθιερώθηκε με την απόφαση 2007/779/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου ( 10 ).

4.  Ο Οργανισμός διευκολύνει τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και Επιτροπής:

α) στο πεδίο της παρακολούθησης της κυκλοφορίας που καλύπτεται από την οδηγία 2002/59/ΕΚ, ο Οργανισμός προωθεί ιδίως τη συνεργασία μεταξύ παράκτιων κρατών στις αντίστοιχες περιοχές ναυτιλίας, καθώς επίσης αναπτύσσει και θέτει σε λειτουργία το Κέντρο Δεδομένων για την ταυτοποίηση και τον εντοπισμό σκαφών εξ αποστάσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το ενωσιακό σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών για τη θαλάσσια κυκλοφορία (SafeSeaNet), όπως προβλέπεται στα άρθρα 6β και 22α της οδηγίας, καθώς και το διεθνές σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών για την ταυτοποίηση και τον εντοπισμό σκαφών εξ αποστάσεως σύμφωνα με την ανειλημμένη έναντι του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΔΝΟ) δέσμευση·

β) παρέχοντας, κατόπιν αιτήσεως και με την επιφύλαξη του εθνικού και ενωσιακού δικαίου, στις αρμόδιες εθνικές αρχές και τους οικείους φορείς της Ένωσης εντός των ορίων της εντολής καθηκόντων τους, συναφή δεδομένα θέσης πλοίων και γεωσκόπησης, για να διευκολύνεται η λήψη μέτρων κατά απειλών πειρατείας και ηθελημένων παράνομων πράξεων, κατά την έννοια του εφαρμοστέου ενωσιακού δικαίου ή διεθνώς συμφωνημένων νομικών πράξεων στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών, με σεβασμό των εφαρμοστέων κανόνων προστασίας δεδομένων και σύμφωνα με διοικητικές διαδικασίες που θα καθοριστούν από το διοικητικό συμβούλιο ή τη διευθύνουσα ομάδα υψηλού επιπέδου που έχει συσταθεί με την οδηγία 2002/59/ΕΚ, ανάλογα με την περίπτωση. Η παροχή δεδομένων ταυτοποίησης και εντοπισμού σκαφών εξ αποστάσεως πρέπει να υπόκειται στη συναίνεση του ενδιαφερόμενου κράτους της σημαίας·

γ) στον τομέα της διερεύνησης ναυτικών ατυχημάτων και συμβάντων σύμφωνα με την οδηγία 2009/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, για τον καθορισμό των θεμελιωδών αρχών που διέπουν τη διερεύνηση των ατυχημάτων στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών ( 11 )· εφόσον ο Οργανισμός κληθεί από τα συγκεκριμένα κράτη μέλη, και υπό την προϋπόθεση ότι δεν συντρέχει σύγκρουση συμφερόντων, παρέχει επιχειρησιακή στήριξη στα κράτη μέλη για τη διερεύνηση σοβαρών ή πολύ σοβαρών ατυχημάτων και πραγματοποιεί ανάλυση των εκθέσεων διερεύνησης θεμάτων ασφαλείας με σκοπό να προσδιορισθεί η προστιθέμενη αξία σε επίπεδο Ένωσης για τα σχετικά διδάγματα. Βάσει των στοιχείων που παρέχουν τα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 17 της εν λόγω οδηγίας, ο Οργανισμός καταρτίζει ετήσια επισκόπηση των κατά θάλασσα συμβάντων και των ανθρώπινων θυμάτων·

δ) παρέχοντας αντικειμενικές, αξιόπιστες και συγκρίσιμες στατιστικές, πληροφορίες και δεδομένα ώστε να καθιστά δυνατή για την Επιτροπή και τα κράτη μέλη τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για τη βελτίωση των δράσεών τους και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και οικονομικής αποδοτικότητας των μέτρων που έχουν ληφθεί. Στα καθήκοντα αυτά συμπεριλαμβάνονται η συλλογή, η καταγραφή και η αξιολόγηση τεχνικών δεδομένων, η συστηματική αξιοποίηση των διατιθέμενων βάσεων δεδομένων, καθώς και ο αμφίδρομος εμπλουτισμός τους, και, κόπου αρμόζει, η δημιουργία νέων βάσεων δεδομένων. Με βάση τα συλλεγόμενα δεδομένα, ο Οργανισμός επικουρεί την Επιτροπή στη δημοσίευση πληροφοριών για τα πλοία σύμφωνα με την οδηγία 2009/16/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, για τον έλεγχο των πλοίων από το κράτος λιμένα ( 12

ε) συλλέγοντας και αναλύοντας δεδομένα περί ναυτικών παρεχόμενα και χρησιμοποιούμενα σύμφωνα με την οδηγία 2008/106/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για το ελάχιστο επίπεδο εκπαίδευσης των ναυτικών ( 13

στ) για τη βελτίωση της ταυτοποίησης και δίωξης των πλοίων που ευθύνονται για παράνομες απορρίψεις, σύμφωνα με την οδηγία 2005/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με τη ρύπανση από τα πλοία και τη θέσπιση κυρώσεων για παραβάσεις ( 14

ζ) στο θέμα της ρύπανσης της θάλασσας που προκαλείται από εγκαταστάσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου, χρησιμοποιώντας η ευρωπαϊκή υπηρεσία παρακολούθησης πετρελαιοκηλίδων μέσω δορυφόρου (CleanSeaNet) που διαθέτει για την παρακολούθηση της έκτασης και των περιβαλλοντικών επιπτώσεων της ρύπανσης αυτής·

η) παρέχοντας στα κράτη μέλη και την Επιτροπή την τεχνική συνδρομή την απαραίτητη για τη συμβολή τους στις σχετικές εργασίες των τεχνικών φορέων του ΔΝΟ, της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας όσον αφορά τη ναυτιλία, του μνημονίου συνεννόησης για τον έλεγχο των πλοίων από το κράτος λιμένα (ΜΣ των Παρισίων) και άλλων σχετικών περιφερειακών οργανισμών στους οποίους έχει προσχωρήσει η Ένωση, όσον αφορά θέματα ενωσιακής αρμοδιότητας·

θ) σε σχέση με την εφαρμογή της οδηγίας 2010/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 2010, σχετικά με τις διατυπώσεις υποβολής δηλώσεων για τα πλοία κατά τον κατάπλου ή/και απόπλου από λιμένες των κρατών μελών ( 15 ), ιδίως διευκολύνοντας την ηλεκτρονική διαβίβαση δεδομένων μέσω του SafeSeaNet και υποστηρίζοντας την ανάπτυξη συστήματος ενιαίας θυρίδας.

5.  Ο Οργανισμός, κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, μπορεί να παρέχει τεχνική συνδρομή, περιλαμβανομένης της διοργάνωσης σχετικών δραστηριοτήτων επιμόρφωσης όσον αφορά τις σχετικές νομικές πράξεις της Ένωσης, στα υποψήφια για προσχώρηση κράτη, και, κατά περίπτωση, σε όλες τις χώρες εταίρους της Ευρωπαϊκής Γειτονίας και σε χώρες που συμμετέχουν στο ΜΣ των Παρισίων.

Ο Οργανισμός μπορεί επίσης να παρέχει συνδρομή σε περίπτωση ρύπανσης που προκαλείται από πλοία καθώς και ρύπανσης της θάλασσας που προκαλείται από εγκαταστάσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου, από την οποία θίγονται οι τρίτες χώρες που μοιράζονται περιφερειακή θαλάσσια λεκάνη με την Ένωση, σύμφωνα με το μηχανισμό πολιτικής προστασίας της ΕΕ που καθιερώθηκε με την απόφαση 2007/779/ΕΚ, Ευρατόμ και κατ’ αναλογία με τις προϋποθέσεις που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη, όπως ορίζει η παράγραφος 3 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου. Τα καθήκοντα αυτά εκτελούνται σε συντονισμό με τις υφιστάμενες ρυθμίσεις περιφερειακής συνεργασίας που αφορούν την ρύπανση της θάλασσας.

Άρθρο 2α

Δευτερεύοντα καθήκοντα του Οργανισμού

1.  Χωρίς να θίγονται τα κύρια καθήκοντα που προβλέπονται στο άρθρο 2, ο Οργανισμός επικουρεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη, εφόσον είναι αναγκαίο, στην ανάπτυξη και εφαρμογή των δραστηριοτήτων της Ένωσης, όπως καθορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου, που σχετίζονται με τους στόχους του Οργανισμού, καθόσον ο Οργανισμός διαθέτει αποδεδειγμένη και αναγνωρισμένη εμπειρογνωμοσύνη και μέσα. Τα δευτερεύοντα καθήκοντα που καθορίζονται στο παρόν άρθρο πρέπει:

α) να δημιουργούν τεκμηριωμένη πρόσθετη αξία·

β) να αποτρέπουν την επικάλυψη προσπαθειών·

γ) να είναι προς το συμφέρον της ενωσιακής πολιτικής στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών·

δ) να μην αποβαίνουν εις βάρος των κύριων καθηκόντων του Οργανισμού· και

ε) να μην παραβιάζουν δικαιώματα και υποχρεώσεις των κρατών μελών, ιδίως ως κρατών σημαίας, κρατών λιμένα και παρακτίων κρατών.

2.  Ο Οργανισμός επικουρεί την Επιτροπή:

α) στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας 2008/56/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (οδηγία-πλαίσιο για τη θαλάσσια στρατηγική) ( 16 ), συμβάλλοντας στην επίτευξη του στόχου για καλή περιβαλλοντική κατάσταση των θαλάσσιων υδάτων με στοιχεία σχετιζόμενα με τη ναυτιλία και για την αξιοποίηση των αποτελεσμάτων των υφιστάμενων εργαλείων όπως είναι το SafeSeaNet και το CleanSeaNet·

β) με την παροχή τεχνικής συνδρομής σε σχέση με εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από πλοία, ιδίως για την παρακολούθηση των τρεχουσών διεθνών εξελίξεων·

γ) όσον αφορά το πρόγραμμα παγκόσμιας παρακολούθησης του περιβάλλοντος και της ασφάλειας (GMES), με την προώθηση των δεδομένων και των υπηρεσιών GMES για ναυτιλιακούς σκοπούς, στο πλαίσιο της διακυβέρνησης του GMES·

δ) στην ανάπτυξη κοινού περιβάλλοντος ανταλλαγής πληροφοριών στον τομέα της ναυτιλίας της ΕΕ·

ε) όσον αφορά τις κινητές υπεράκτιες εγκαταστάσεις φυσικού αερίου και πετρελαίου, στην εξέταση των απαιτήσεων του ΔΝΟ και στη συγκέντρωση βασικών πληροφοριών για δυνητικές απειλές κατά των θαλασσίων μεταφορών και του θαλασσίου περιβάλλοντος·

στ) παρέχοντας σημαντικές πληροφορίες σχετικά με νηογνώμονες για τα σκάφη εσωτερικής ναυσιπλοΐας, σύμφωνα με την οδηγία 2006/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τη θέσπιση τεχνικών προδιαγραφών για τα πλοία εσωτερικής ναυσιπλοΐας ( 17 ). Οι πληροφορίες αυτές θα περιλαμβάνονται επίσης στις εκθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφοι 4 και 5 του παρόντος κανονισμού.

3.  Ο Οργανισμός επικουρεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη:

α) στην εξέταση της σκοπιμότητας και την εφαρμογή πολιτικών και σχεδίων που υποβοηθούν την εγκαθίδρυση ενός ευρωπαϊκού χώρου θαλάσσιων μεταφορών χωρίς εμπόδια, όπως η έννοια της «γαλάζιας ζώνης» και η λεγόμενη e-Maritime, καθώς και οι θαλάσσιοι διάδρομοι. Αυτό θα γίνεται ιδίως με τη διερεύνηση πρόσθετων λειτουργιών στο SafeSeaNet, με την επιφύλαξη του ρόλου της διευθύνουσας ομάδας υψηλού επιπέδου που συστάθηκε βάσει της οδηγίας 2002/59/ΕΚ·

β) εξετάζοντας μαζί με τις αρχές τις αρμόδιες για το σύστημα Υπηρεσιών Πληροφοριών Εσωτερικής Ναυσιπλοΐας τη δυνατότητα ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ αυτού του συστήματος και των πληροφοριακών συστημάτων για τις θαλάσσιες μεταφορές βάσει της εκθέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 15 της οδηγίας 2010/65/ΕΕ·

γ) διευκολύνοντας την εθελούσια ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών στον τομέα της εκπαίδευσης και κατάρτισης των ναυτικών ανά την ΕΕ και παρέχοντας πληροφορίες σχετικά με τα ενωσιακά προγράμματα ανταλλαγών που έχουν σημασία για την κατάρτιση των ναυτικών, με πλήρη σεβασμό του άρθρου 166 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).

Άρθρο 3

Επισκέψεις στα κράτη μέλη και επιθεωρήσεις

1.  Για να εκτελεί τα καθήκοντα που του ανατίθενται και για να επικουρεί την Επιτροπή στην εκπλήρωση των καθηκόντων της με βάση τη ΣΛΕΕ, και ιδίως την αξιολόγηση της αποτελεσματικής εφαρμογής του σχετικού δικαίου της Ένωσης, ο Οργανισμός διενεργεί επισκέψεις στα κράτη μέλη σύμφωνα με τη μεθοδολογία που έχει καθορίσει το διοικητικό συμβούλιο.

2.  Ο Οργανισμός ενημερώνει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εγκαίρως σχετικά με τη σχεδιαζόμενη επίσκεψη, την ταυτότητα των εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων καθώς και την ημερομηνία έναρξης της επίσκεψης και την αναμενόμενη διάρκειά της. Οι εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι του Οργανισμού πραγματοποιούν τις επισκέψεις αφού παρουσιάσουν έγγραφη απόφαση του εκτελεστικού διευθυντή του Οργανισμού, στην οποία προσδιορίζονται το αντικείμενο και οι στόχοι της αποστολής τους.

3.  Ο Οργανισμός διενεργεί επιθεωρήσεις εξ ονόματος της Επιτροπής όπως απαιτείται από τις δεσμευτικές νομικές πράξεις της Ένωσης που αφορούν οργανισμούς αναγνωρισμένους από την Ένωση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 391/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με κοινούς κανόνες και πρότυπα για τους οργανισμούς επιθεώρησης και ελέγχου πλοίων ( 18 ) και σχετικά με την εκπαίδευση και πιστοποίηση των ναυτικών σε τρίτες χώρες σύμφωνα με την οδηγία 2008/106/ΕΚ.

4.  Μετά το τέλος κάθε επίσκεψης ή επιθεώρησης, ο Οργανισμός συντάσσει έκθεση και τη διαβιβάζει στην Επιτροπή και στο οικείο κράτος μέλος.

5.  Όποτε χρειάζεται, και εν πάση περιπτώσει όταν ολοκληρώνεται ένας κύκλος επισκέψεων ή επιθεωρήσεων, ο Οργανισμός αναλύει τις εκθέσεις που συντάχθηκαν κατά τη διάρκεια του κύκλου για να προσδιορισθούν οριζόντια πορίσματα και να συναχθούν γενικά συμπεράσματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα, μεταξύ άλλων σε σχέση με το κόστος, των εφαρμοζόμενων μέτρων. Ο Οργανισμός υποβάλλει την εν λόγω ανάλυση στην Επιτροπή για περαιτέρω συζήτηση με τα κράτη μέλη, προκειμένου να συναχθούν τυχόν σχετικά διδάγματα και να διευκολυνθεί η διάδοση των ορθών εργασιακών πρακτικών.

▼B

Άρθρο 4

Διαφάνεια και προστασία των πληροφοριών

▼M1

1.  Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής ( 19 ) εφαρμόζεται στα έγγραφα που έχει στην κατοχή του ο Οργανισμός.

▼B

2.  Ο οργανισμός μπορεί να προβαίνει εξ ιδίας πρωτοβουλίας σε ανακοινώσεις σε τομείς αρμοδιότητός του. Εξασφαλίζει ιδίως ότι το κοινό και κάθε ενδιαφερόμενος λαμβάνει γρήγορα αντικειμενικές, αξιόπιστες και κατανοητές πληροφορίες σχετικά με το έργο του.

▼M4

3.  Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει τις πρακτικές ρυθμίσεις για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, περιλαμβανομένων κατά περίπτωση των ρυθμίσεων που αφορούν τη διαβούλευση με τα κράτη μέλη, πριν από τη δημοσίευση της πληροφορίας.

4.  Οι πληροφορίες που συλλέγονται και υφίστανται επεξεργασία βάσει του παρόντος κανονισμού από την Επιτροπή και τον Οργανισμό υπόκεινται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών ( 20 ), και ο Οργανισμός λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για να κατοχυρώσει τον ασφαλή χειρισμό και την επεξεργασία των εμπιστευτικών πληροφοριών.

▼M1

5.  Οι αποφάσεις που λαμβάνει ο Οργανισμός κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 επιδέχονται καταγγελίας στο Διαμεσολαβητή ή προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου, βάσει των όρων που προβλέπονται στα άρθρα 195 και 230 της συνθήκης αντίστοιχα.

▼B



ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Άρθρο 5

Νομικό καθεστώς, περιφερειακά κέντρα

1.  Ο οργανισμός αποτελεί οργανισμό της Κοινότητας και διαθέτει νομική προσωπικότητα.

2.  Σε κάθε κράτος μέλος, ο οργανισμός απολαμβάνει της ευρύτερης νομικής ικανότητας που αναγνωρίζεται σε νομικά πρόσωπα στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας. Δύναται ιδίως να αποκτά ή να διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία και να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου.

▼M4

3.  Κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει, με την συμφωνία και συνεργασία των οικείων κρατών μελών και λαμβανομένων δεόντως υπόψη των δημοσιονομικών επιπτώσεων, συμπεριλαμβανομένης της τυχόν συνεισφοράς των οικείων κρατών μελών, να ιδρύσει τα περιφερειακά κέντρα που είναι αναγκαία για την εκτέλεση, κατά τον πλέον αποτελεσματικό και αποδοτικό τρόπο, ορισμένων από τα καθήκοντα του Οργανισμού. Κατά τη λήψη αυτής της απόφασης το διοικητικό συμβούλιο ορίζει το ακριβές πεδίο εφαρμογής των δραστηριοτήτων του περιφερειακού κέντρου, μεριμνώντας παράλληλα για την αποφυγή μη αναγκαίων στοιχείων χρηματικού κόστους και για την τόνωση της συνεργασίας με τα υπάρχοντα περιφερειακά και εθνικά δίκτυα.

▼B

4.  Ο οργανισμός εκπροσωπείται από τον εκτελεστικό διευθυντή του.

Άρθρο 6

Προσωπικό

1.  Στο προσωπικό του οργανισμού εφαρμόζεται ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και οι διατάξεις εφαρμογής τους που έχουν θεσπιστεί κατόπιν κοινής συμφωνίας από τα θεσμικά όργανα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Το διοικητικό συμβούλιο, σε συμφωνία με την Επιτροπή, θεσπίζει τους αναγκαίους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής.

2.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 16, ο οργανισμός ασκεί έναντι του προσωπικού του, τις αρμοδιότητες που ανατίθενται στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, καθώς και από το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό.

3.  Το προσωπικό του οργανισμού αποτελείται από υπαλλήλους τοποθετημένους ή αποσπασμένους σε προσωρινή βάση από την Επιτροπή ή τα κράτη μέλη και από άλλους υπαλλήλους που προσλαμβάνονται από τον οργανισμό ανάλογα με τις ανάγκες για την εκτέλεση των καθηκόντων του.

Άρθρο 7

Προνόμια και ασυλίες

Το πρωτόκολλο για τα προνόμια και τις ασυλίες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εφαρμόζεται στον οργανισμό καθώς και στο προσωπικό του.

Άρθρο 8

Ευθύνη

1.  Η συμβατική ευθύνη του οργανισμού διέπεται από το δίκαιο που εφαρμόζεται στη σχετική σύμβαση.

2.  Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να δικάζει δυνάμει ρήτρας διαιτησίας που περιέχεται σε σύμβαση που συνήψε ο οργανισμός.

3.  Σε περίπτωση εξωσυμβατικής ευθύνης ο οργανισμός υποχρεούται να αποκαθιστά, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, τις ζημίες που προξενούν οι υπηρεσίες ή υπάλληλοι του οργανισμού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

4.  Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάζει διαφορές σχετικά με την αποκατάσταση των ζημιών που αναφέρονται στην παράγραφο 3.

5.  Η προσωπική ευθύνη των υπαλλήλων έναντι του οργανισμού διέπεται από τις διατάξεις που καθορίζονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων ή στο καθεστώς που εφαρμόζεται σε αυτούς.

Άρθρο 9

Γλώσσες

1.  Στον οργανισμό εφαρμόζονται οι διατάξεις του κανονισμού αριθ. 1 της 15ης Απριλίου 1958 περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ( 21 ).

2.  Οι μεταφραστικές εργασίες που απαιτούνται για τη λειτουργία του οργανισμού εκτελούνται από το κέντρο μετάφρασης των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 10

Σύσταση και αρμοδιότητες του διοικητικού συμβουλίου

1.  Ιδρύεται διοικητικό συμβούλιο.

2.  Το διοικητικό συμβούλιο:

α) διορίζει τον εκτελεστικό διευθυντή κατ' εφαρμογή του άρθρου 16·

▼M4

β) εγκρίνει την ετήσια έκθεση για τις δραστηριότητες του Οργανισμού και την διαβιβάζει το αργότερο έως τις 15 Ιουνίου κάθε έτους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στα κράτη μέλη.

Ο Οργανισμός διαβιβάζει ετησίως στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή κάθε πληροφορία σχετικά με τα αποτελέσματα των διαδικασιών αξιολόγησης·

γ) εξετάζει και εγκρίνει, στο πλαίσιο της προετοιμασίας του προγράμματος εργασιών, αιτήματα για βοήθεια προς την Επιτροπή, όπως ορίζει το άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο δ), αιτήματα των κρατών μελών για τεχνική βοήθεια, όπως ορίζει το άρθρο 2 παράγραφος 3, καθώς και αιτήματα για παροχή τεχνικής βοήθειας, όπως ορίζει το άρθρο 2 παράγραφος 5, καθώς και αιτήματα για παροχή βοήθειας, όπως ορίζει το άρθρο 2α·

γα) εξετάζει και εγκρίνει πολυετή στρατηγική για τον Οργανισμό, για χρονική περίοδο πέντε ετών, λαμβάνοντας υπόψη την έγγραφη γνώμη της Επιτροπής·

γβ) εξετάζει και εγκρίνει το πολυετές σχέδιο πολιτικής προσωπικού του Οργανισμού·

γγ) εξετάζει τα σχέδια διοικητικών διακανονισμών, όπως αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 2 στοιχείο βα)·

▼M2

δ) υιοθετεί, έως την 30ή Νοεμβρίου κάθε έτους και αφού λάβει υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής, το πρόγραμμα εργασιών του Οργανισμού για το επόμενο έτος και το διαβιβάζει στα κράτη μέλη, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή. Το εν λόγω πρόγραμμα εργασίας υιοθετείται με την επιφύλαξη της ετήσιας διαδικασίας προϋπολογισμού της Κοινότητας. Σε περίπτωση που η Επιτροπή δηλώσει, εντός δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία υιοθέτησης του προγράμματος εργασίας, ότι διαφωνεί με το εν λόγω πρόγραμμα, το διοικητικό συμβούλιο επανεξετάζει το πρόγραμμα, και το υιοθετεί, τροποποιημένο ενδεχομένως, εντός διμήνου, σε δεύτερη ανάγνωση είτε με πλειοψηφία δύο τρίτων, συμπεριλαμβανομένων των αντιπροσώπων της Επιτροπής, είτε με ομοφωνία των αντιπροσώπων των κρατών μελών·

▼B

ε) εγκρίνει τον τελικό προϋπολογισμό του οργανισμού πριν από την έναρξη του οικονομικού έτους, προσαρμόζοντάς τον, όπου είναι αναγκαίο, σε συνάρτηση με την κοινοτική συνεισφορά και τα λοιπά έσοδα του οργανισμού·

στ) θεσπίζει τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων εκ μέρους του εκτελεστικού διευθυντή·

▼M4

ζ) καθορίζει τη μεθοδολογία για τις επισκέψεις που πραγματοποιούνται δυνάμει του άρθρου 3. Σε περίπτωση που η Επιτροπή εκφράσει τη διαφωνία της εντός 15 ημερών από την ημερομηνία έγκρισης της μεθοδολογίας, το διοικητικό συμβούλιο την επανεξετάζει και την εγκρίνει, τροποποιημένη εφόσον απαιτείται, σε δεύτερη ανάγνωση είτε με πλειοψηφία δύο τρίτων, συμπεριλαμβανομένων των αντιπροσώπων της Επιτροπής, είτε με ομοφωνία των αντιπροσώπων των κρατών μελών·

η) εκτελεί τα καθήκοντά του όσον αφορά τον προϋπολογισμό του Οργανισμού, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 21 και εποπτεύει και μεριμνά για τη δέουσα συνέχεια στα πορίσματα και στις συστάσεις που προκύπτουν από τις διάφορες εκθέσεις λογιστικού ελέγχου και αξιολογήσεις, είτε εσωτερικές είτε εξωτερικές·

θ) ασκεί πειθαρχικό έλεγχο στον εκτελεστικό διευθυντή και τους τμηματάρχες που αναφέρονται στο άρθρο 16·

▼B

ι) θεσπίζει τον εσωτερικό κανονισμό του·

▼M2

ια) εγκρίνει, σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται στο στοιχείο δ), λεπτομερές σχέδιο ετοιμότητας και δράσης του Οργανισμού για την αντιμετώπιση της ρύπανσης, με στόχο την άριστη χρήση των χρηματοοικονομικών πόρων που διατίθενται στον Οργανισμό·

▼M4

ιβ) επανεξετάζει τη δημοσιονομική εκτέλεση του λεπτομερούς σχεδίου που αναφέρεται στο στοιχείο ια) της παρούσας παραγράφου και τις δεσμεύσεις επί του προϋπολογισμού που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2038/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με την πολυετή χρηματοδότηση της δράσης του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ασφάλειας της Ναυσιπλοΐας για την καταπολέμηση της ρύπανσης από τα πλοία ( 22

▼M4

ιγ) διορίζει μεταξύ των μελών του παρατηρητή προκειμένου να παρακολουθεί τη διαδικασία επιλογής της Επιτροπής για τον διορισμό του εκτελεστικού διευθυντή.

▼B

Άρθρο 11

Σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου

1.  Το διοικητικό συμβούλιο απαρτίζεται από έναν αντιπρόσωπο από κάθε κράτος μέλος και από τέσσερις αντιπροσώπους της Επιτροπής, καθώς και τέσσερις επαγγελματίες των πλέον ενδιαφερομένων κλάδων, διορισμένους από την Επιτροπή, άνευ δικαιώματος ψήφου.

▼M4

Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ορίζονται με βάση την εμπειρία και τις γνώσεις τους στους τομείς που μνημονεύονται στο άρθρο 1. Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή επιδιώκουν να υπάρχει ισόρροπη αντιπροσώπευση και των δύο φύλων στο διοικητικό συμβούλιο.

▼B

2.  Κάθε κράτος μέλος και η Επιτροπή διορίζουν τα αντίστοιχα μέλη του διοικητικού συμβουλίου καθώς και τους αναπληρωτές που εκπροσωπούν τα τακτικά μέλη κατά την απουσία τους.

▼M4

3.  Η διάρκεια της θητείας είναι τετραετής. Η θητεία μπορεί να ανανεωθεί.

▼B

4.  Όταν χρειάζεται, η συμμετοχή αντιπροσώπων τρίτων χωρών και οι σχετικές λεπτομέρειες καθορίζονται σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που αναφέρονται στον άρθρο 17 παράγραφος 2.

Άρθρο 12

Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου

1.  Το διοικητικό συμβούλιο εκλέγει μεταξύ των μελών του έναν πρόεδρο και έναν αντιπρόεδρο. Ο αντιπρόεδρος αντικαθιστά αυτεπάγγελτα τον πρόεδρο, σε περίπτωση κωλύματος.

2.  Η διάρκεια της θητείας του προέδρου και του αντιπροέδρου είναι τριετής και λήγει όταν παύσουν να είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Η θητεία τους δύναται να ανανεωθεί άπαξ.

Άρθρο 13

Συνεδριάσεις

1.  Το διοικητικό συμβούλιο συνέρχεται ύστερα από πρόσκληση του προέδρου του.

2.  Ο εκτελεστικός διευθυντής του οργανισμού συμμετέχει στις συσκέψεις.

3.  Το διοικητικό συμβούλιο συνέρχεται σε τακτική συνεδρίαση δύο φορές το χρόνο. Επίσης, συνέρχεται κατόπιν πρωτοβουλίας του προέδρου του ή εάν το ζητήσει η Επιτροπή ή το ένα τρίτο των κρατών μελών.

▼M4

4.  Όταν ανακύπτει θέμα εμπιστευτικότητας ή σύγκρουσης συμφερόντων, το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να εξετάσει κάποια συγκεκριμένα σημεία της ημερήσιας διάταξής του χωρίς την παρουσία των ενδιαφερόμενων μελών. Στον εσωτερικό κανονισμό ορίζονται λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή αυτής της διάταξης.

▼B

5.  Το διοικητικό συμβούλιο δύναται να προσκαλεί οποιοδήποτε άτομο, του οποίου η γνώμη ενδέχεται να έχει ενδιαφέρον, να παρακολουθήσει τις συνεδριάσεις του ως παρατηρητής.

6.  Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου μπορούν, με την επιφύλαξη των διατάξεων του εσωτερικού κανονισμού, να συνοδεύονται από συμβούλους ή εμπειρογνώμονες.

7.  Η γραμματεία του διοικητικού συμβουλίου εξασφαλίζεται από τον οργανισμό.

Άρθρο 14

Ψηφοφορία

1.  Το διοικητικό συμβούλιο λαμβάνει τις αποφάσεις του με πλειοψηφία δύο τρίτων όλων των μελών με δικαίωμα ψήφου.

2.  Κάθε μέλος έχει μία ψήφο. Ο εκτελεστικός διευθυντής δεν έχει δικαίωμα ψήφου.

Κατά την απουσία μέλους, το δικαίωμα ψήφου του δικαιούται να το ασκεί ο αναπληρωτής του.

3.  Στον εσωτερικό κανονισμό καθορίζονται οι λεπτομερέστερες ρυθμίσεις ψηφοφορίας, και ιδίως οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα μέλος μπορεί να ενεργεί για λογαριασμό άλλου μέλους.

Άρθρο 15

Αρμοδιότητες και εξουσίες του εκτελεστικού διευθυντή

1.  Ο οργανισμός διοικείται από τον εκτελεστικό διευθυντή του ο οποίος χαίρει πλήρους ανεξαρτησίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, με την επιφύλαξη των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων της Επιτροπής και του διοικητικού συμβουλίου.

2.  Ο εκτελεστικός διευθυντής έχει τις κάτωθι αρμοδιότητες και εξουσίες:

▼M4

α) Προετοιμάζει την πολυετή στρατηγική του Οργανισμού και την υποβάλλει στο διοικητικό συμβούλιο, μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή, τουλάχιστον οκτώ εβδομάδες πριν από την αντίστοιχη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου, συνεκτιμώντας τις απόψεις και τις εισηγήσεις των μελών του διοικητικού συμβουλίου.

αα) Καταρτίζει το πολυετές σχέδιο πολιτικής προσωπικού του Οργανισμού και το υποβάλλει στο διοικητικό συμβούλιο, μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή, τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες πριν από την αντίστοιχη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου.

αβ) Καταρτίζει το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών, υποδεικνύοντας και τα ανθρώπινα και οικονομικά μέσα που αναμένεται να διατεθούν για καθεμία δραστηριότητα, καθώς και το λεπτομερές σχέδιο ετοιμότητας και αντίδρασης του Οργανισμού για την αντιμετώπιση της ρύπανσης, και τα υποβάλλει στο διοικητικό συμβούλιο, μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή, τουλάχιστον οκτώ εβδομάδες πριν από την αντίστοιχη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου, συνεκτιμώντας τις απόψεις και τις εισηγήσεις των μελών του· λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεσή τους και απαντά σε κάθε αίτημα παροχής συνδρομής από κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2 στοιχείο γ).

β) Αποφασίζει τη διενέργεια των επισκέψεων και επιθεωρήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 3, μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή και ακολουθώντας τη μεθοδολογία επισκέψεων που καθορίζει το διοικητικό συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2 στοιχείο ζ)·

βα) Δύναται να συνάπτει διοικητικούς διακανονισμούς με άλλους φορείς που δραστηριοποιούνται στα πεδία δραστηριοτήτων του Οργανισμού, υπό την προϋπόθεση ότι το σχέδιο διακανονισμού έχει υποβληθεί προς διαβούλευση στο διοικητικό συμβούλιο και εφόσον το διοικητικό συμβούλιο δεν προβάλλει αντιρρήσεις εντός τεσσάρων εβδομάδων.

▼B

γ) Λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της έκδοσης εσωτερικών διοικητικών εντολών και της δημοσίευσης ανακοινώσεων, για να εξασφαλίσει τη λειτουργία του οργανισμού σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

▼M4

δ) Οργανώνει αποτελεσματικό σύστημα παρακολούθησης προκειμένου να μπορεί να συγκρίνει τα επιτεύγματα του Οργανισμού με τους στόχους και τα καθήκοντά του, όπως ορίζει ο παρών κανονισμός. Προς τούτο καταρτίζει, σε συμφωνία με την Επιτροπή και το διοικητικό συμβούλιο, προσεκτικά σχεδιασμένους δείκτες επιδόσεων που να επιτρέπουν την αποτελεσματική αξιολόγηση των επιτυγχανόμενων αποτελεσμάτων. Εξασφαλίζει την τακτική προσαρμογή της οργανωτικής δομής του Οργανισμού στις εξελισσόμενες ανάγκες, μέσα στα όρια των διαθέσιμων δημοσιονομικών και ανθρώπινων πόρων. Στη βάση αυτή, ο εκτελεστικός διευθυντής προετοιμάζει κάθε έτος σχέδιο γενικής έκθεσης και το υποβάλλει προς εξέταση στο διοικητικό συμβούλιο. Στην έκθεση περιλαμβάνεται ειδικό κεφάλαιο για τη δημοσιονομική εκτέλεση του λεπτομερούς σχεδίου ετοιμότητας και δράσης του Οργανισμού για την αντιμετώπιση της ρύπανσης και επικαιροποιημένη αναφορά της προόδου όλων των δράσεων που χρηματοδοτούνται με βάση το σχέδιο. Ο εκτελεστικός διευθυντής καταρτίζει διαδικασίες τακτικής αξιολόγησης, οι οποίες πληρούν αναγνωρισμένα επαγγελματικά πρότυπα.

▼B

ε) Ασκεί έναντι του προσωπικού τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2.

στ) Καταρτίζει την κατάσταση των προβλεπομένων εσόδων και εξόδων του οργανισμού, σύμφωνα με το άρθρο 18, και εκτελεί τον προϋπολογισμό σύμφωνα με το άρθρο 19.

▼M4 —————

▼M4

3.  Ο εκτελεστικός διευθυντής υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, ανάλογα με τη περίπτωση, σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του.

Ειδικότερα, ο εκτελεστικός διευθυντής εκθέτει τα σχετικά με την πορεία της εκπόνησης της πολυετούς στρατηγικής και του ετήσιου προγράμματος εργασιών.

Άρθρο 16

Διορισμός και παύση εκτελεστικού διευθυντή και τμηματαρχών

1.  Ο εκτελεστικός διευθυντής διορίζεται και παύεται από το διοικητικό συμβούλιο. Ο διορισμός ισχύει για περίοδο πέντε ετών με βάση τα προσόντα και την τεκμηριωμένη διοικητική και διευθυντική επάρκεια, καθώς και τεκμηριωμένη εμπειρία στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 1, αφού ακουσθεί η γνώμη του παρατηρητή, όπως αναφέρεται στο άρθρο 10. Ο εκτελεστικός διευθυντής διορίζεται από κατάλογο τουλάχιστον τριών υποψηφίων τον οποίο προτείνει η Επιτροπή κατόπιν ανοιχτού διαγωνισμού και έπειτα από δημοσίευση πρόσκλησης για εκδήλωση ενδιαφέροντος για τη θέση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αλλού. Ο επιλεγόμενος από το διοικητικό συμβούλιο υποψήφιος είναι δυνατόν να κληθεί να προβεί σε δήλωση ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και να απαντήσει σε ερωτήσεις των μελών της. Το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει σχετικά με την παύση του διευθυντή κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής ή ενός τρίτου των μελών του. Το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει σχετικά με το διορισμό ή την παύση με πλειοψηφία τεσσάρων πέμπτων όλων των μελών που έχουν δικαίωμα ψήφου.

2.  Το διοικητικό συμβούλιο, αποφασίζοντας βάσει πρότασης της Επιτροπής και λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση αξιολόγησης, μπορεί να παρατείνει άπαξ τη θητεία του εκτελεστικού διευθυντή για μέγιστη περίοδο τεσσάρων ετών. Το διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει με πλειοψηφία τεσσάρων πέμπτων όλων των μελών που έχουν δικαίωμα ψήφου. Το διοικητικό συμβούλιο ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την πρόθεσή του να παρατείνει τη θητεία του εκτελεστικού διευθυντή. Εντός μηνός πριν από την παράταση της θητείας του, ο εκτελεστικός διευθυντής είναι δυνατόν να κληθεί να προβεί σε δήλωση ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και να απαντήσει σε ερωτήσεις των μελών της. Εάν δεν παραταθεί η θητεία του, ο εκτελεστικός διευθυντής εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά του μέχρι να διοριστεί ο αντικαταστάτης του.

3.  Ο εκτελεστικός διευθυντής δύναται να επικουρείται από έναν ή περισσότερους τμηματάρχες. Εάν ο εκτελεστικός διευθυντής απουσιάζει ή κωλύεται, τον αντικαθιστά ένας από τους τμηματάρχες.

4.  Οι τμηματάρχες διορίζονται με βάση τα προσόντα και τις τεκμηριωμένες διοικητικές και διευθυντικές τους ικανότητες, καθώς και με βάση την επαγγελματική επάρκεια και την εμπειρία τους στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 1. Οι τμηματάρχες διορίζονται ή παύονται από τον εκτελεστικό διευθυντή, εφόσον λάβει θετική γνώμη από το διοικητικό συμβούλιο.

▼B

Άρθρο 17

Συμμετοχή τρίτων χωρών

▼M2

1.  Ο Οργανισμός είναι ανοικτός στη συμμετοχή τρίτων χωρών, οι οποίες έχουν συνάψει συμφωνίες με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, βάσει των οποίων έχουν εγκρίνει και εφαρμόζουν το κοινοτικό δίκαιο στον τομέα της ασφάλειας της ναυσιπλοΐας, της ασφάλειας στη θάλασσα, της πρόληψης της ρύπανσης και της αντιμετώπισης της ρύπανσης που προκαλείται από πλοία.

▼B

2.  Βάσει των σχετικών διατάξεων των εν λόγω συμφωνιών, θα θεσπιστούν ρυθμίσεις, οι οποίες, μεταξύ άλλων, θα διευκρινίζουν τη φύση και την έκταση των λεπτομερών κανόνων για τη συμμετοχή των εν λόγω χωρών στις εργασίες του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων σχετικά με τις οικονομικές συνεισφορές και το προσωπικό.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ

Άρθρο 18

Προϋπολογισμός

1.  Τα έσοδα του οργανισμού προέρχονται από:

α) εισφορά της Κοινότητας·

β) πιθανές εισφορές τρίτων χωρών που συμμετέχουν στις εργασίες του οργανισμού σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17·

▼M4

γ) τέλη και επιβαρύνσεις για δημοσιεύσεις, εκπαιδευτικές δραστηριότητες ή/και κάθε άλλη υπηρεσία που παρέχει ο Οργανισμός.

▼B

2.  Οι δαπάνες του οργανισμού καλύπτουν τις δαπάνες προσωπικού, τις διοικητικές δαπάνες, καθώς και τις δαπάνες υποδομής και λειτουργίας.

▼M4

3.  Ο εκτελεστικός διευθυντής καταρτίζει σχέδιο κατάστασης προβλεπόμενων εσόδων και εξόδων του Οργανισμού για το επόμενο οικονομικό έτος, επί τη βάσει των αρχών της κατάρτισης του προϋπολογισμού βάσει δραστηριοτήτων, και το διαβιβάζει στο διοικητικό συμβούλιο, μαζί με προσχέδιο οργανογράμματος.

▼M1

4.  Τα έσοδα και οι δαπάνες είναι ισοσκελισμένα.

5.  Κάθε χρόνο, το διοικητικό συμβούλιο, βάσει σχεδίου κατάστασης των προβλεπόμενων εσόδων και δαπανών, καταρτίζει την κατάσταση των προβλεπόμενων εσόδων και δαπανών του Οργανισμού για το επόμενο οικονομικό έτος.

6.  Η εν λόγω κατάσταση προβλέψεων, που περιλαμβάνει σχέδιο πίνακα προσωπικού, μαζί με το προσωρινό πρόγραμμα εργασίας, διαβιβάζεται από το διοικητικό συμβούλιο στην Επιτροπή και στα κράτη με τα οποία η Κοινότητα έχει συνάψει συμφωνίες σύμφωνα με το άρθρο 17, το αργότερο την 31η Μαρτίου.

▼M4

7.  Η κατάσταση προβλέψεων διαβιβάζεται από την Επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο («αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή») μαζί με το προσχέδιο γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

8.  Βάσει της κατάστασης προβλέψεων, η Επιτροπή εγγράφει στο προσχέδιο του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις προβλέψεις που κρίνει αναγκαίες όσον αφορά το οργανόγραμμα και το ύψος της επιχορήγησης που βαρύνει τον γενικό προϋπολογισμό, καταθέτει δε το προσχέδιο αυτό στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή σύμφωνα με το άρθρο 314 ΣΛΕΕ, μαζί με μια περιγραφή και αιτιολόγηση οποιασδήποτε διαφοράς ανάμεσα στην κατάσταση προβλέψεων του Οργανισμού και στην επιχορήγηση που θα βαρύνει τον γενικό προϋπολογισμό.

▼M1

9.  Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τις πιστώσεις στο πλαίσιο της επιδότησης που προορίζεται για τον Οργανισμό.

Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τον πίνακα προσωπικού του Οργανισμού.

▼M4

10.  Ο προϋπολογισμός εγκρίνεται από το διοικητικό συμβούλιο. Καθίσταται οριστικός μετά την οριστική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εφόσον κρίνεται σκόπιμο, προσαρμόζεται αναλόγως μαζί με το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών.

▼M1

11.  Το διοικητικό συμβούλιο κοινοποιεί, το συντομότερο δυνατόν, στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή την πρόθεσή του να υλοποιήσει οιοδήποτε σχέδιο που μπορεί να έχει σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού, ιδίως τα σχέδια περί ακινήτων,όπως η μίσθωση ή η απόκτηση ακινήτων. Ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.

Σε περίπτωση που ένα σκέλος της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής κοινοποιεί την πρόθεσή του για διατύπωση γνώμης, διαβιβάζει τη γνώμη αυτή στο διοικητικό συμβούλιο εντός προθεσμίας έξι εβδομάδων, από την ημερομηνία κοινοποίησης του σχεδίου.

▼M1

Άρθρο 19

Εκτέλεση και έλεγχος του προϋπολογισμού

1.  Ο εκτελεστικός διευθυντής εκτελεί τον προϋπολογισμό του Οργανισμού.

2.  Το αργότερο την 1η Μαρτίου μετά το οικονομικό έτος που έληξε, ο υπόλογος του Οργανισμού κοινοποιεί τους προσωρινούς λογαριασμούς, συνοδευόμενους από την έκθεση της δημοσιονομικής και χρηματοδοτικής διαχείρισης του οικονομικού έτους, στον υπόλογο της Επιτροπής. Ο υπόλογος της Επιτροπής προβαίνει στην ενοποίηση των προσωρινών λογαριασμών των θεσμικών οργάνων και των αποκεντρωμένων οργανισμών δυνάμει του άρθρου 128 του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού.

3.  Το αργότερο την 31η Μαρτίου μετά το οικονομικό έτος που έληξε ο υπόλογος της Επιτροπής διαβιβάζει τους προσωρινούς λογαριασμούς του Οργανισμού, με την έκθεση για τη δημοσιονομική και οικονομική διαχείριση του οικονομικού έτους, στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Η έκθεση διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

4.  Μετά την παραλαβή των παρατηρήσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου σε σχέση με τους προσωρινούς λογαριασμούς του Οργανισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 129 του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού, ο εκτελεστικός διευθυντής καταρτίζει τους οριστικούς λογαριασμούς με δική του ευθύνη και τους διαβιβάζει για διατύπωση γνώμης στο διοικητικό συμβούλιο.

5.  Το διοικητικό συμβούλιο διατυπώνει τη γνώμη του για τους οριστικούς λογαριασμούς του Οργανισμού.

6.  Ο εκτελεστικός διευθυντής διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το Ελεγκτικό Συνέδριο τους οριστικούς λογαριασμούς του, συνοδευόμενους από τη γνωμοδότηση του διοικητικού συμβουλίου, το αργότερο την 1η Ιουλίου μετά το οικονομικό έτος που έληξε.

7.  Οι οριστικοί λογαριασμοί δημοσιεύονται.

8.  Ο εκτελεστικός διευθυντής αποστέλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση στις παρατηρήσεις του την 30ή Σεπτεμβρίου το αργότερο. Απευθύνει επίσης την απάντηση αυτή στο διοικητικό συμβούλιο.

9.  Ο εκτελεστικός διευθυντής υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά από αίτημά του, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπει το άρθρο 146 παράγραφος 3 του δημοσιονομικού κανονισμού, κάθε αναγκαία πληροφορία για την αίσια περάτωση της διαδικασίας απαλλαγής για το εκάστοτε οικονομικό έτος.

10.  Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έπειτα από σύσταση του Συμβουλίου που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, προβαίνει έως τις 30 Απριλίου του έτους N+2 στην απαλλαγή του εκτελεστικού διευθυντή όσον αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους N.

▼B

Άρθρο 20

Καταπολέμηση της απάτης

1.  Για την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και άλλων παράνομων πράξεων, εφαρμόζονται έναντι του οργανισμού χωρίς κανένα περιορισμό οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999.

2.  Ο οργανισμός προσχωρεί στη διοργανική συμφωνία της 25ης Μαΐου 1999 σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που πραγματοποιούνται από την OLAF και θεσπίζει αμελλητί τις σχετικές διατάξεις, οι οποίες ισχύουν για όλο το προσωπικό του.

3.  Οι αποφάσεις σχετικά με τη χρηματοδότηση, καθώς και οι συμβάσεις και τα μέσα εφαρμογής που απορρέουν από αυτές, προβλέπουν ρητά ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο και η OLAF μπορούν να διεξαγάγουν, εφόσον είναι αναγκαίο, επιτόπιους ελέγχους μεταξύ των αποδεκτών των πόρων του οργανισμού και των υπαλλήλων που είναι αρμόδιοι για τη διανομή τους.

▼M1

Άρθρο 21

Δημοσιονομικές διατάξεις

Η δημοσιονομική ρύθμιση που εφαρμόζεται στον Οργανισμό εγκρίνεται από το διοικητικό συμβούλιο, έπειτα από διαβούλευση με την Επιτροπή. Μπορεί να αποκλίνει από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002 της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 2002, για τη θέσπιση δημοσιονομικού κανονισμού πλαισίου για τους κοινοτικούς Οργανισμούς του άρθρου 185 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, ο οποίος θεσπίζει το δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( 23 ) μόνον όταν το επιβάλλουν οι ειδικές απαιτήσεις λειτουργίας του Οργανισμού και με την προηγούμενη συμφωνία της Επιτροπής.

▼B



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙV

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

▼M4

Άρθρο 22

Αξιολόγηση

1.  Σε τακτά χρονικά διαστήματα και τουλάχιστον ανά πέντε έτη, το διοικητικό συμβούλιο αναθέτει ανεξάρτητη εξωτερική αξιολόγηση της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Η Επιτροπή παρέχει στον Οργανισμό κάθε πληροφορία που αυτός κρίνει συναφή για την εν λόγω αξιολόγηση.

2.  Η αξιολόγηση εκτιμά τις επιπτώσεις του παρόντος κανονισμού, καθώς και τη χρησιμότητα, την συνάφεια, την επιτευχθείσα πρόσθετη αξία και την αποτελεσματικότητα του Οργανισμού και των μεθόδων εργασίας του. Στην αξιολόγηση λαμβάνονται υπόψη οι απόψεις των ενδιαφερόμενων φορέων, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο, εξετάζεται δε ειδικότερα η ενδεχόμενη ανάγκη τροποποίησης των καθηκόντων του Οργανισμού. Το διοικητικό συμβούλιο εκδίδει ειδικούς όρους αναφοράς σε συμφωνία με την Επιτροπή και κατόπιν διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη.

3.  Το διοικητικό συμβούλιο παραλαμβάνει την εν λόγω αξιολόγηση και διατυπώνει συστάσεις προς την Επιτροπή σχετικά με τροποποιήσεις του παρόντος κανονισμού, του Οργανισμού και των μεθόδων εργασίας του. Τόσο τα πορίσματα της αξιολόγησης όσο και οι συστάσεις διαβιβάζονται από την Επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο και δημοσιεύονται. Εάν κρίνεται σκόπιμο, επισυνάπτεται σχέδιο δράσης με σχετικό χρονοδιάγραμμα.

▼M4

Άρθρο 22α

Έκθεση προόδου

Έως τις 2 Μαρτίου 2018, και λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση αξιολόγησης που προβλέπεται στο άρθρο 22, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση στην οποία αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο ο Οργανισμός ανταποκρίνεται στα επιπρόσθετα καθήκοντα που του ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό, προκειμένου να εντοπιστούν περαιτέρω οφέλη αποτελεσματικότητας, καθώς και τα επιχειρήματα, εάν χρειαστεί, που συνηγορούν υπέρ νέας διεύρυνσης των στόχων ή των καθηκόντων του.

▼M4 —————

▼B

Άρθρο 24

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.



( 1 ) ΕΕ C 120 Ε της 24.4.2001, σ. 83 και

ΕΕ C 103 Ε της 30.4.2002, σ. 184.

( 2 ) ΕΕ C 221 της 7.8.2001, σ. 64.

( 3 ) ΕΕ C 357 της 14.12.2001, σ. 1.

( 4 ) Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Ιουνίου 2001 (EE C 53 Ε της 28.2.2002, σ. 312), κοινή θέση του Συμβουλίου της 7ης Μαρτίου 2002 (EE C 199 Ε της 22.5.2002, σ. 27), απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 12ης Ιουνίου 2002 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 25ης Ιουνίου 2002.

( 5 ) Βλέπε σελίδα 10 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

( 6 ) ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 1.

( 7 ) ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 15.

( 8 ) ΕΕ L 129 της 29.4.2004, σ. 6.

( 9 ) EE L 131 της 28.5.2009, σ. 47.

( 10 ) EE L 314 της 1.12.2007, σ. 9.

( 11 ) EE L 131 της 28.5.2009, σ. 114.

( 12 ) EE L 131 της 28.5.2009, σ. 57.

( 13 ) ΕΕ L 323 της 3.12.2008, σ. 33.

( 14 ) EE L 255 της 30.9.2005, σ. 11.

( 15 ) ΕΕ L 283 της 29.10.2010, σ. 1.

( 16 ) ΕΕ L 164 της 25.6.2008, σ. 19.

( 17 ) ΕΕ L 389 της 30.12.2006, σ. 1.

( 18 ) ΕΕ L 131 της 28.5.2009, σ. 11.

( 19 ) ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43.

( 20 ) ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.

( 21 ) ΕΕ 17 της 6.10.1958, σ. 385/58· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 1994.

( 22 ) ΕΕ L 394 της 30.12.2006, σ. 1.

( 23 ) ΕΕ L 357 της 31.12.2002, σ. 72· διορθωτικό ΕΕ L 2 της 7.1.2003, σ. 39.

Top