EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document JOL_2009_121_R_0003_01

2009/370/ΕΚ: Απόφαση του Συμβουλίου, της 6ης Απριλίου 2009 , για την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στη σύμβαση σχετικά με τις διεθνείς εγγυήσεις σε σχέση με τον κινητό εξοπλισμό καθώς και στο πρωτόκολλό της σχετικά με τα επιμέρους ζητήματα που αφορούν τον αεροναυτικό εξοπλισμό, που θεσπίστηκαν ταυτόχρονα στο Κέιπ Τάουν στις 16 Νοεμβρίου 2001
Σύμβαση για τις διεθνείς εμπράγματες ασφάλειες επί κινητού εξοπλισμού
Πρωτόκολλο της Σύμβασης περί Διεθνών Εμπράγματων Ασφαλειών επί Κινητού Εξοπλισμού για θέματα που φορούν ειδικά τον εξοπλισμό αεροσκαφών

OJ L 121, 15.5.2009, p. 3–36 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

15.5.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 121/3


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 6ης Απριλίου 2009

για την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στη σύμβαση σχετικά με τις διεθνείς εγγυήσεις σε σχέση με τον κινητό εξοπλισμό καθώς και στο πρωτόκολλό της σχετικά με τα επιμέρους ζητήματα που αφορούν τον αεροναυτικό εξοπλισμό, που θεσπίστηκαν ταυτόχρονα στο Κέιπ Τάουν στις 16 Νοεμβρίου 2001

(2009/370/ΕΚ)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 61 στοιχείο γ) σε συνδυασμό με το άρθρο 300 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο και παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα καταβάλλει προσπάθειες για την εγκαθίδρυση ενός κοινού χώρου δικαιοσύνης, βασισμένου στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων.

(2)

Η σύμβαση σχετικά με τις διεθνείς εγγυήσεις σε σχέση με τον κινητό εξοπλισμό (στο εξής «η σύμβαση του Κέιπ Τάουν») καθώς και το πρωτόκολλό της σχετικά με τα επιμέρους ζητήματα αεροναυτικού εξοπλισμού (στο εξής «το αεροναυτικό πρωτόκολλο»), που θεσπίστηκαν ταυτόχρονα στο Κέιπ Τάουν στις 16 Νοεμβρίου 2001, συμβάλλουν επωφελώς στη ρύθμιση σε διεθνές επίπεδο των αντίστοιχων τομέων τους. Επομένως, είναι ευκταία η όσο το δυνατόν ταχύτερη εφαρμογή των διατάξεων των δύο πράξεων που αφορούν θέματα τα οποία εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας.

(3)

Η Επιτροπή διεξήγαγε εξ ονόματος της Κοινότητας διαπραγματεύσεις με αντικείμενο τα εμπίπτοντα στην αποκλειστική κοινοτική αρμοδιότητα τμήματα της σύμβασης του Κέιπ Τάουν, καθώς και του αεροναυτικού της πρωτοκόλλου.

(4)

Οι περιφερειακοί οργανισμοί οικονομικής ολοκλήρωσης, οι οποίοι είναι αρμόδιοι για ορισμένα θέματα που ρυθμίζονται από τη σύμβαση του Κέιπ Τάουν και από το αεροναυτικό της πρωτόκολλο, δύνανται να προσχωρήσουν στην εν λόγω σύμβαση και το εν λόγω πρωτόκολλο μετά την έναρξη ισχύος τους.

(5)

Μερικά από τα θέματα που ρυθμίζονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (2), τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (3) και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη I) (4), αποτελούν επίσης αντικείμενο της σύμβασης του Κέιπ Τάουν και του αεροναυτικού της πρωτοκόλλου.

(6)

Η Κοινότητα έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για ορισμένα από τα θέματα που ρυθμίζονται από τη σύμβαση του Κέιπ Τάουν και το αεροναυτικό της πρωτόκολλο, ενώ τα κράτη μέλη είναι αρμόδια για ορισμένα άλλα από τα θέματα που ρυθμίζονται από τις δύο αυτές πράξεις.

(7)

Επομένως, η Κοινότητα πρέπει να προσχωρήσει στη σύμβαση του Κέιπ Τάουν και στο αεροναυτικό πρωτόκολλο.

(8)

Το άρθρο 48 της σύμβασης του Κέιπ Τάουν και το άρθρο XXVII του αεροναυτικού πρωτοκόλλου προβλέπουν ότι κατά την προσχώρηση, ένας περιφερειακός οργανισμός οικονομικής ολοκλήρωσης προβαίνει σε δήλωση στην οποία προσδιορίζονται τα θέματα που ρυθμίζονται από την εν λόγω σύμβαση και το εν λόγω πρωτόκολλο για τα οποία τα κράτη μέλη του έχουν εκχωρήσει τις αρμοδιότητές τους στον οργανισμό. Επομένως, κατά την προσχώρηση στα δύο νομοθετήματα η Κοινότητα θα πρέπει να προβεί σε ανάλογη δήλωση.

(9)

Το άρθρο 55 της σύμβασης του Κέιπ Τάουν προβλέπει ότι ένα συμβαλλόμενο κράτος δύναται να δηλώσει ότι δεν θα εφαρμόζει, είτε ολικώς είτε εν μέρει, τις διατάξεις του άρθρου 13 ή του άρθρου 43 ή αμφοτέρων. Κατά την προσχώρηση στην εν λόγω σύμβαση η Κοινότητα πρέπει να προβεί σε ανάλογη δήλωση.

(10)

Τα άρθρα X, XI και XII του αεροναυτικού πρωτοκόλλου εφαρμόζονται μόνο όπου ένα συμβαλλόμενο κράτος προβαίνει σε δήλωση για το σκοπό αυτό δυνάμει του άρθρου XXX του εν λόγω πρωτοκόλλου και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τη δήλωση αυτή. Κατά την προσχώρηση στο αεροναυτικό πρωτόκολλο, η Κοινότητα πρέπει να δηλώσει ότι δεν θα εφαρμόσει το άρθρο ΧΙΙ και δεν θα προβεί σε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο XXX παράγραφοι 2 και 3. Η αρμοδιότητα των κρατών μελών όσον αφορά τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου περί αφερεγγυότητας δεν επηρεάζεται.

(11)

Η εφαρμογή του άρθρου VIII του αεροναυτικού πρωτοκόλλου σχετικά με την επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου υπόκειται επίσης σε δήλωση στην οποία μπορεί να προβεί οποιοδήποτε συμβαλλόμενο κράτος κατ’ εφαρμογή του άρθρου XXX παράγραφος 1. Κατά την προσχώρηση στο αεροναυτικό πρωτόκολλο η Κοινότητα πρέπει να δηλώσει ότι δεν θα εφαρμόσει το άρθρο VIII.

(12)

Το Ηνωμένο Βασίλειο θα εξακολουθεί να δεσμεύεται από τη σύμβαση της Ρώμης του 1980 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (5) μέχρις ότου δεσμευθεί από τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 593/2008. Υποτίθεται ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, εάν προσχωρήσει προηγουμένως στο αεροναυτικό πρωτόκολλο, θα προβεί κατά την προσχώρηση σε δήλωση κατ’ εφαρμογή του άρθρου XXX παράγραφος 1 που δεν θα θίγει την εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω κανονισμού.

(13)

Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία συμμετέχουν στη θέσπιση και την εφαρμογή της παρούσας απόφασης.

(14)

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας που προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Δανία δεν συμμετέχει στη θέσπιση της παρούσας οδηγίας και δεν δεσμεύεται από αυτήν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

Άρθρο 1

1.   Η σύμβαση σχετικά με τις διεθνείς εγγυήσεις σε σχέση με τον κινητό εξοπλισμό (στο εξής «η σύμβαση του Κέιπ Τάουν») καθώς και το πρωτόκολλο σχετικά με τα επιμέρους ζητήματα που αφορούν τον αεροναυτικό εξοπλισμό (στο εξής «το αεροναυτικό πρωτόκολλο»), που θεσπίστηκαν ταυτόχρονα στο Κέιπ Τάουν στις 16 Νοεμβρίου 2001, εγκρίνονται εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Τα κείμενα της σύμβασης του Κέιπ Τάουν και του αεροναυτικού πρωτοκόλλου επισυνάπτονται στην παρούσα απόφαση.

2.   Στην παρούσα απόφαση, ως «κράτος μέλος» νοούνται όλα τα κράτη μέλη εκτός από τη Δανία.

Άρθρο 2

Ο πρόεδρος του Συμβουλίου εξουσιοδοτείται να ορίσει το πρόσωπο που θα επιφορτισθεί να καταθέσει, εξ ονόματος της Κοινότητας, την πράξη που προβλέπεται στο άρθρο 47 παράγραφος 4 της σύμβασης του Κέιπ Τάουν καθώς και στο άρθρο XXVI παράγραφος 4 του αεροναυτικού πρωτοκόλλου.

Άρθρο 3

1.   Κατά την προσχώρηση στη σύμβαση του Κέιπ Τάουν, η Κοινότητα προβαίνει στις δηλώσεις που παρατίθενται στο σημείο Ι των παραρτημάτων Ι και ΙΙ.

2.   Κατά την προσχώρηση στο αεροναυτικό πρωτόκολλο, η Κοινότητα προβαίνει στις δηλώσεις που παρατίθενται στο σημείο ΙΙ των παραρτημάτων Ι και II.

Λουξεμβούργο, 6 Απριλίου 2009.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. POSPÍŠIL


(1)  Γνώμη της 18ης Δεκεμβρίου 2008 (δεν δημοσιεύθηκε ακόμα στην Επίσημη Εφημερίδα).

(2)  ΕΕ L 12 της 16.1.2001, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 160 της 30.6.2000, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 177 της 4.7.2008, σ. 6.

(5)  ΕΕ L 266 της 9.10.1980, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

Γενικές δηλώσεις σχετικά με την αρμοδιότητα της Κοινότητας στις οποίες πρέπει να προβεί η Κοινότητα κατά την προσχώρησή της στη σύμβαση σχετικά με τις διεθνείς εγγυήσεις σε σχέση με τον κινητό εξοπλισμό («σύμβαση του Κέιπ Τάουν») καθώς και στο πρωτόκολλο σχετικά με τα επιμέρους ζητήματα που αφορούν τον αεροναυτικό εξοπλισμό («αεροναυτικό πρωτόκολλο»), που θεσπίστηκαν ταυτόχρονα στο Κέιπ Τάουν στις 16 Νοεμβρίου 2001

Ι.

Δήλωση που υπεβλήθη κατ’ εφαρμογή του άρθρου 48 παράγραφος 2 σχετικά με την αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε θέματα που ρυθμίζονται από τη σύμβαση του Κέιπ Τάουν και για τα οποία τα κράτη μέλη έχουν εκχωρήσει την αρμοδιότητά τους στην Κοινότητα

1.

Σύμφωνα με το άρθρο 48 της σύμβασης του Κέιπ Τάουν, οι περιφερειακοί οργανισμοί οικονομικής ολοκλήρωσης οι οποίοι συγκροτούνται από κυρίαρχα κράτη και είναι αρμόδιοι για ορισμένα θέματα τα οποία ρυθμίζονται από την εν λόγω σύμβαση δύνανται να προσχωρήσουν σε αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι θα προβούν στη δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου. Η Κοινότητα αποφάσισε να προσχωρήσει στη σύμβαση και προβαίνει συνεπώς στην εν λόγω δήλωση.

2.

Τα σημερινά μέλη της Κοινότητας είναι το Βασίλειο του Βελγίου, η Δημοκρατία της Βουλγαρίας, η Τσεχική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Δανίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Δημοκρατία της Εσθονίας, η Ιρλανδία, η Ελληνική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ιταλική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Κύπρου, η Δημοκρατία της Λεττονίας, η Δημοκρατία της Λιθουανίας, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, η Δημοκρατία της Ουγγαρίας, η Δημοκρατία της Μάλτας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Αυστρίας, η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Ρουμανία, η Δημοκρατία της Σλοβενίας, η Δημοκρατία της Σλοβακίας, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, το Βασίλειο της Σουηδίας και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.

3.

Εντούτοις, η παρούσα δήλωση δεν ισχύει ως προς το Βασίλειο της Δανίας, κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας που επισυνάπτεται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

4.

Η παρούσα δήλωση δεν είναι εφαρμοστέα στα εδάφη των κρατών μελών ως προς τα οποία δεν ισχύει η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ισχύει με την επιφύλαξη των μέτρων και των θέσεων που ενδεχομένως θεσπίζονται δυνάμει της σύμβασης του Κέιπ Τάουν από τα οικεία κράτη μέλη εξ ονόματος και προς το συμφέρον των εν λόγω εδαφών.

5.

Τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας έχουν εκχωρήσει στην Κοινότητα τις αρμοδιότητές τους για τα θέματα που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (1), από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (2) και από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη I) (3).

6.

Κατά την προσχώρηση στη σύμβαση του Κέιπ Τάουν, η Κοινότητα δεν θα προβεί σε καμία από τις δηλώσεις που επιτρέπονται από τα άρθρα τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 55 της εν λόγω σύμβασης εκτός από τη δήλωση για το άρθρο 55. Τα κράτη μέλη διατηρούν την αρμοδιότητά τους όσον αφορά τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου περί αφερεγγυότητας.

7.

Η άσκηση των αρμοδιοτήτων που τα κράτη μέλη έχουν εκχωρήσει στην Κοινότητα κατ’ εφαρμογή της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας υπόκειται, ως εκ της φύσεώς της, σε συνεχείς μεταβολές. Στο πλαίσιο της συνθήκης αυτής, τα αρμόδια όργανα δύνανται να λαμβάνουν αποφάσεις για τον καθορισμό της έκτασης των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Συνεπώς, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα διατηρεί το δικαίωμα να τροποποιήσει την παρούσα δήλωση αναλόγως, χωρίς αυτό να συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της σχετικά με τα θέματα που ρυθμίζονται από τη σύμβαση του Κέιπ Τάουν.

ΙΙ.

Δήλωση κατ’ εφαρμογή του άρθρου XXVII παράγραφος 2 σχετικά με την αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε θέματα που ρυθμίζονται από το αεροναυτικό πρωτόκολλο, και για τα οποία τα κράτη μέλη έχουν εκχωρήσει την αρμοδιότητά τους στην Κοινότητα

1.

Σύμφωνα με το άρθρο ΧΧVII του αεροναυτικού πρωτοκόλλου, οι περιφερειακοί οργανισμοί οικονομικής ολοκλήρωσης οι οποίοι συγκροτούνται από κυρίαρχα κράτη και είναι αρμόδιοι για ορισμένα θέματα τα οποία ρυθμίζονται από το εν λόγω πρωτόκολλο δύνανται να προσχωρήσουν σε αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι θα προβούν στη δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου. Η Κοινότητα αποφάσισε να προσχωρήσει στο αεροναυτικό πρωτόκολλο και προβαίνει συνεπώς στην εν λόγω δήλωση.

2.

Τα σημερινά μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας είναι το Βασίλειο του Βελγίου, η Δημοκρατία της Βουλγαρίας, η Τσεχική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Δανίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Δημοκρατία της Εσθονίας, η Ιρλανδία, η Ελληνική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ιταλική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Κύπρου, η Δημοκρατία της Λεττονίας, η Δημοκρατία της Λιθουανίας, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, η Δημοκρατία της Ουγγαρίας, η Δημοκρατία της Μάλτας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Αυστρίας, η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Ρουμανία, η Δημοκρατία της Σλοβενίας, η Δημοκρατία της Σλοβακίας, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, το Βασίλειο της Σουηδίας και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.

3.

Εντούτοις, η παρούσα δήλωση δεν ισχύει ως προς το Βασίλειο της Δανίας, κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας που επισυνάπτεται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

4.

Η παρούσα δήλωση δεν είναι εφαρμοστέα στα εδάφη των κρατών μελών ως προς τα οποία δεν ισχύει η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ισχύει με την επιφύλαξη των μέτρων και των θέσεων που ενδεχομένως θεσπίζονται δυνάμει του αεροναυτικού πρωτοκόλλου από τα οικεία κράτη μέλη εξ ονόματος και προς το συμφέρον των εν λόγω εδαφών.

5.

Τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας έχουν εκχωρήσει στην Κοινότητα τις αρμοδιότητές τους για τα θέματα που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (4), από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (5) και από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη I) (6).

6.

Κατά την προσχώρηση στο αεροναυτικό πρωτόκολλο, η Κοινότητα δεν θα προβεί σε δήλωση σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου VIII, κατ’ εφαρμογή του άρθρου XXX παράγραφος 1, ούτε θα προβεί σε οποιαδήποτε δήλωση από τις επιτρεπόμενες στο άρθρο XXX παράγραφοι 2 και 3. Τα κράτη μέλη διατηρούν την αρμοδιότητά τους όσον αφορά τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου περί αφερεγγυότητας.

7.

Η άσκηση των αρμοδιοτήτων που τα κράτη μέλη έχουν εκχωρήσει στην Κοινότητα κατ’ εφαρμογή της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας υπόκειται, ως εκ της φύσεώς της, σε συνεχείς μεταβολές. Στο πλαίσιο της συνθήκης αυτής, τα αρμόδια όργανα δύνανται να λαμβάνουν αποφάσεις για τον καθορισμό της έκτασης των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Συνεπώς, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα διατηρεί το δικαίωμα να τροποποιήσει την παρούσα δήλωση αναλόγως, χωρίς αυτό να συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της για τα θέματα που ρυθμίζονται από το αεροναυτικό πρωτόκολλο.


(1)  ΕΕ L 12 της 16.1.2001, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 160 της 30.6.2000, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 177 της 4.7.2008, σ. 6.

(4)  ΕΕ L 12 της 16.1.2001, σ. 1.

(5)  ΕΕ L 160 της 30.6.2000, σ. 1.

(6)  ΕΕ L 177 της 4.7.2008, σ. 6.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

Δηλώσεις στις οποίες θα προβεί η Κοινότητα τη στιγμή της προσχώρησης στη σύμβαση σχετικά με τις διεθνείς εγγυήσεις σε σχέση με τον κινητό εξοπλισμό («σύμβαση του Κέιπ Τάουν») καθώς και στο πρωτόκολλο σχετικά με τα επιμέρους ζητήματα που αφορούν τον αεροναυτικό εξοπλισμό («αεροναυτικό πρωτόκολλο»), που θεσπίστηκαν ταυτόχρονα στο Κέιπ Τάουν στις 16 Νοεμβρίου 2001, όσον αφορά ορισμένες διατάξεις και μέτρα που περιέχουν

Ι.

Δήλωση της Κοινότητας κατ’ εφαρμογή του άρθρου 55 της σύμβασης του Κέιπ Τάουν

Δυνάμει του άρθρου 55 της σύμβασης του Κέιπ Τάουν, όταν ο εναγόμενος έχει τη νόμιμη κατοικία του στο έδαφος ενός κράτους μέλους της Κοινότητας, τα κράτη μέλη τα οποία δεσμεύονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (1), θα εφαρμόζουν τα άρθρα 13 και 43 της σύμβασης του Κέιπ Τάουν για την έγκριση προσωρινών μέτρων μόνο σύμφωνα με το άρθρο 31 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο πλαίσιο του άρθρου 24 της σύμβασης των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 (2).

ΙΙ.

Δήλωση της Κοινότητας κατ’ εφαρμογή του άρθρου XXX του αεροναυτικού πρωτοκόλλου

Σύμφωνα με το άρθρο XXX παράγραφος 5 του αεροναυτικού πρωτοκόλλου, το άρθρο XXI του πρωτοκόλλου δεν θα εφαρμόζεται στην Κοινότητα, ενώ ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (3), θα εφαρμόζεται για τα θέματα αυτά προκειμένου για τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από τον εν λόγω κανονισμό ή βάσει οποιασδήποτε συμφωνίας η οποία αποσκοπεί στην επέκταση των αποτελεσμάτων του.


(1)  ΕΕ L 12 της 16.1.2001, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 299 της 31.12.1972, σ. 32.

(3)  ΕΕ L 12 της 16.1.2001, σ. 1.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΣΫΜΒΑΣΗ

για τις διεθνείς εμπράγματες ασφάλειες επί κινητού εξοπλισμού

ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΡΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ,

ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΑ την ανάγκη απόκτησης και χρήσης κινητού εξοπλισμού μεγάλης αξίας ή ιδιαίτερης οικονομικής σπουδαιότητας, καθώς και διευκόλυνσης της χρηματοδότησης για την απόκτηση και τη χρήση του εξοπλισμού αυτού με αποτελεσματικό τρόπο,

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ τα πλεονεκτήματα των χορηγήσεων βάσει των στοιχείων ενεργητικού και της χρηματοδοτικής μίσθωσης για το σκοπό αυτό, και επιθυμώντας να διευκολύνουν τους συγκεκριμένους τύπους συναλλαγής, θεσπίζοντας σαφείς κανόνες που θα τους διέπουν,

ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ την ανάγκη διασφάλισης της διεθνούς αναγνώρισης και προστασίας των εμπράγματων ασφαλειών επί του συγκεκριμένου εξοπλισμού,

ΕΠΙΘΥΜΩΝΤΑΣ να παράσχουν σημαντικά και αμοιβαία οικονομικά οφέλη προς όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη,

ΘΕΩΡΩΝΤΑΣ ότι οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να αντανακλούν τις αρχές που διέπουν τις χορηγήσεις βάσει των στοιχείων ενεργητικού και τη χρηματοδοτική μίσθωση και να προωθούν την απαραίτητη αυτονομία των συμβαλλομένων μερών στις συναλλαγές αυτές,

ΠΕΠΕΙΣΜΕΝΑ για την ανάγκη καθιέρωσης ενός νομικού πλαισίου για τις διεθνείς εμπράγματες ασφάλειες επί του εξοπλισμού αυτού και δημιουργίας, για το σκοπό αυτό, ενός διεθνούς συστήματος νηολόγησης για την προστασία τους,

ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τους αντικειμενικούς σκοπούς και τις αρχές που διατυπώνονται στις ήδη υπάρχουσες Συμβάσεις για τον εξοπλισμό αυτό,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ στις ακόλουθες διατάξεις:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Ορισμοί

Στην παρούσα Σύμβαση, εκτός από τις περιπτώσεις που το κείμενο ορίζει διαφορετικά, οι ακόλουθοι όροι χρησιμοποιούνται με τις παρακάτω σημασίες:

α)

«συμφωνία» σημαίνει σύμβαση παροχής εμπραγμάτου ασφάλειας, συμφωνία επιφύλαξης κυριότητας ή σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης·

β)

«εκχώρηση» σημαίνει σύμβαση με την οποία, είτε με εμπράγματη ασφάλεια είτε με άλλο τρόπο, παραχωρούνται στον εκδοχέα σχετικά δικαιώματα με ή χωρίς μεταβίβαση της διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας·

γ)

«συνδεόμενα δικαιώματα» είναι όλα τα δικαιώματα για εξόφληση ή για εκτέλεση άλλων υποχρεώσεων του οφειλέτη επί τη βάσει συμφωνίας, τα οποία ασφαλίζονται από το αντικείμενο ή σχετίζονται με αυτό·

δ)

«έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας» είναι ο χρόνος κατά τον οποίο θεωρείται ότι αρχίζουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας, σύμφωνα με το εφαρμοστέο περί αφερεγγυότητας δίκαιο·

ε)

«υπό όρους αγοραστής» είναι ο αγοραστής που υπόκειται σε συμφωνία επιφύλαξης κυριότητας·

στ)

«υπό όρους πωλητής» είναι ο πωλητής που υπόκειται σε συμφωνία επιφύλαξης κυριότητας·

ζ)

«σύμβαση πώλησης» είναι η σύμβαση πώλησης ενός αντικειμένου από τον πωλητή στον αγοραστή που δεν αποτελεί συμφωνία με βάση τον παραπάνω ορισμό του στοιχείου α),

η)

«δικαστήριο» είναι το πολιτικό, διοικητικό ή διαιτητικό δικαστήριο Συμβαλλόμενου Κράτους·

θ)

«πιστωτής» είναι ο δανειστής σε σύμβαση παροχής εμπραγμάτου ασφάλειας, ο υπό όρους πωλητής σε συμφωνία επιφύλαξης κυριότητας ή ο εκμισθωτής σε σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης·

ι)

«οφειλέτης» είναι ο οφειλέτης σε σύμβαση παροχής εμπραγμάτου ασφάλειας, ο υπό όρους αγοραστής σε συμφωνία επιφύλαξης κυριότητας, ο μισθωτής σε σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης ή το άτομο του οποίου η εμπράγματη ασφάλεια επί αντικειμένου βαρύνεται από καταχωρητέο μη συμβατικό δικαίωμα ή εμπράγματη ασφάλεια·

ια)

«διαχειριστής αφερεγγυότητας» είναι το άτομο το οποίο έχει εξουσιοδοτηθεί να διαχειρίζεται την ανασυγκρότηση ή την εκκαθάριση, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που έχουν εξουσιοδοτηθεί προσωρινά, και περιλαμβάνει και τον κάτοχο οφειλέτη, εφόσον το επιτρέπει το εφαρμοστέο δίκαιο περί αφερεγγυότητας·

ιβ)

«διαδικασία αφερεγγυότητας» σημαίνει πτώχευση, εκκαθάριση ή άλλη συλλογική δικαστική ή διοικητική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων των προσωρινών διαδικασιών, σύμφωνα με την οποία τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποθέσεις του οφειλέτη υπόκεινται στον έλεγχο ή την επίβλεψη του δικαστηρίου για τους σκοπούς της ανασυγκρότησης ή εκκαθάρισης·

ιγ)

«ενδιαφερόμενα πρόσωπα» είναι:

i)

ο οφειλέτης,

ii)

οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο, με σκοπό τη διασφάλιση της εκτέλεσης κάθε υποχρέωσης έναντι του πιστωτή, παρέχει ή εκδίδει τριτεγγύηση, εγγύηση άμεσα καταβλητέα, πιστωτική επιστολή ή άλλη μορφή ασφάλισης πιστώσεων,

iii)

οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο έχει δικαιώματα επί του αντικειμένου·

ιδ)

«εσωτερική συναλλαγή» είναι η συναλλαγή του τύπου που προβλέπει το Άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως γ), όπου το κέντρο των κύριων εμπράγματων ασφαλειών όλων των συμβαλλομένων μερών καθώς και το σχετικό αντικείμενο (όπως καθορίζεται στο Πρωτόκολλο) βρίσκονται στο ίδιο Συμβαλλόμενο Κράτος κατά το χρόνο κατάρτισης της Σύμβασης και όπου η εμπράγματη ασφάλεια η οποία συστάθηκε από τη συναλλαγή έχει καταχωρηθεί στο εθνικό νηολόγιο αυτού του Συμβαλλόμενου Κράτους, το οποίο έχει προβεί στη δήλωση του Άρθρου 50 παράγραφος 1·

ιε)

«διεθνής εμπράγματη ασφάλεια» σημαίνει την εμπράγματη ασφάλεια του πιστωτή, στην οποία εφαρμόζεται το Άρθρο 2·

ιστ)

«Διεθνές Νηολόγιο» είναι οι διεθνείς διευκολύνσεις νηολόγησης που δημιουργήθηκαν για τους σκοπούς της Σύμβασης ή του Πρωτοκόλλου·

ιζ)

«σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης» είναι η σύμβαση διά της οποίας ένα πρόσωπο (ο εκμισθωτής) παρέχει δικαίωμα κατοχής ή ελέγχου επί ενός αντικειμένου (με ή χωρίς δυνατότητα αγοράς του) σε άλλο πρόσωπο (το μισθωτή) με αντάλλαγμα την καταβολή μισθώματος ή άλλη πληρωμή·

ιη)

«εθνική εμπράγματη ασφάλεια» είναι η εμπράγματη ασφάλεια του πιστωτή επί αντικειμένου η οποία συστάθηκε με εσωτερική συναλλαγή, καλυπτόμενη από τη δήλωση του Άρθρου 50 παράγραφος 1·

ιθ)

«μη συμβατικό δικαίωμα ή εμπράγματη ασφάλεια» είναι το δικαίωμα ή η εμπράγματη ασφάλεια που παραχωρούνται από το δίκαιο Συμβαλλομένου Κράτους που έχει προβεί στη δήλωση του Άρθρου 39, προκειμένου να διασφαλίσουν την εκπλήρωση υποχρέωσης, περιλαμβανομένης της υποχρέωσης προς Κράτος, κρατική οντότητα, διακυβερνητικό ή ιδιωτικό οργανισμό·

κ)

«γνωστοποίηση εθνικής εμπράγματης ασφάλειας» είναι η γνωστοποίηση που καταχωρήθηκε ή πρόκειται να καταχωρηθεί στο Διεθνές Νηολόγιο και αφορά τη σύσταση εθνικής εμπράγματης ασφάλειας·

κα)

«αντικείμενο» είναι ένα αντικείμενο που υπάγεται σε μία από τις κατηγορίες για τις οποίες εφαρμόζεται το Άρθρο 2·

κβ)

«προϋπάρχον δικαίωμα ή εμπράγματη ασφάλεια» είναι το δικαίωμα ή η εμπράγματη ασφάλεια οποιουδήποτε είδους επί ενός αντικειμένου, που συστάθηκε ή προέκυψε πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Σύμβασης, όπως ορίζεται στο Άρθρο 60 παράγραφος 2 στοιχείο α)·

κγ)

«προϊόντα αποζημίωσης» είναι οι χρηματικές ή μη πρόσοδοι οι οποίες απορρέουν από την ολική ή μερική απώλεια ή φυσική καταστροφή ενός αντικειμένου ή από την ολική ή μερική κατάσχεση, απαλλοτρίωση ή επίταξη αυτού·

κδ)

«μελλοντική εκχώρηση» είναι η εκχώρηση που πρόκειται να πραγματοποιηθεί στο μέλλον, εφόσον συντελεσθεί συγκεκριμένο γεγονός, ανεξαρτήτως της βεβαιότητας ή μη επέλευσής του·

κε)

«μελλοντική διεθνής εμπράγματη ασφάλεια» είναι η εμπράγματη ασφάλεια η οποία πρόκειται να συσταθεί ή να παραχωρηθεί επί αντικειμένου ως διεθνής εμπράγματη ασφάλεια στο μέλλον, εφόσον συντελεστεί συγκεκριμένο γεγονός, (το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει και την απόκτηση εμπράγματης ασφάλειας επί του αντικειμένου από πλευράς του οφειλέτη), ανεξαρτήτως της βεβαιότητας ή μη επέλευσής του·

κστ)

«μελλοντική πώληση» είναι η πώληση που πρόκειται να πραγματοποιηθεί στο μέλλον, εφόσον συντελεστεί συγκεκριμένο γεγονός, ανεξαρτήτως της βεβαιότητας ή μη επέλευσής του·

κζ)

«Πρωτόκολλο» είναι, όσον αφορά οποιαδήποτε κατηγορία αντικειμένων και σχετικών δικαιωμάτων στα οποία εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση, το Πρωτόκολλο που αφορά αυτή την κατηγορία αντικειμένων και σχετικών δικαιωμάτων·

κη)

«καταχωρημένος» σημαίνει καταχωρημένος στο Διεθνές Νηολόγιο σύμφωνα με το Κεφάλαιο V·

κθ)

«καταχωρημένη εμπράγματη ασφάλεια» είναι η διεθνής εμπράγματη ασφάλεια, το καταχωρητέο μη συμβατικό δικαίωμα ή εμπράγματη ασφάλεια, ή η εθνική εμπράγματη ασφάλεια, όπως αυτά ορίζονται στη γνωστοποίηση της εθνικής εμπράγματης ασφάλειας που καταχωρήθηκε σύμφωνα με το Κεφάλαιο V·

κι)

«καταχωρητέο μη συμβατικό δικαίωμα ή εμπράγματη ασφάλεια» είναι το μη συμβατικό δικαίωμα ή η εμπράγματη ασφάλεια που είναι καταχωρητέα βάσει της δήλωσης που έχει κατατεθεί σύμφωνα με το Άρθρο 40·

λ)

«Νηολόγος», όσον αφορά το Πρωτόκολλο, είναι το πρόσωπο ή το όργανο που καθορίζεται από το Πρωτόκολλο ή έχει ορισθεί σύμφωνα με το Άρθρο 17 παράγραφος 2 στοιχείο β)·

λα)

«κανονισμοί» είναι οι κανονισμοί οι οποίοι έχουν θεσπιστεί ή εγκριθεί από την Αρχή Ελέγχου σύμφωνα με το Πρωτόκολλο·

λβ)

«πώληση» είναι η μεταβίβαση κυριότητας ενός αντικειμένου σύμφωνα με μία σύμβαση πώλησης·

λγ)

«ασφαλισμένη υποχρέωση» είναι η υποχρέωση που διασφαλίζεται με παροχή εμπράγματης ασφάλειας·

λδ)

«σύμβαση παροχής εμπράγματης ασφάλειας» είναι η σύμβαση με την οποία ο οφειλέτης παρέχει ή συμφωνεί να παράσχει στο δανειστή εμπράγματη ασφάλεια (συμπεριλαμβανομένης της εμπράγματης ασφάλειας κυριότητας) επί αντικειμένου, ώστε να διασφαλισθεί η εκπλήρωση υφιστάμενης ή μελλοντικής υποχρέωσης του οφειλέτη ή τρίτου·

λε)

«παροχή ασφάλειας» σημαίνει την εμπράγματη ασφάλεια που συστάθηκε με σύμβαση παροχής εμπράγματης ασφάλειας·

λστ)

«Αρχή Ελέγχου» είναι, όσον αφορά το Πρωτόκολλο, η αναφερόμενη στο Άρθρο 17 παράγραφος 1 Αρχή Ελέγχου·

λζ)

«συμφωνία επιφύλαξης κυριότητας» είναι η συμφωνία πώλησης ενός αντικειμένου, υπό τον όρο ότι η κυριότητα δεν μεταβιβάζεται μέχρι την εκπλήρωση του όρου ή των όρων της συμφωνίας·

λη)

«μη καταχωρημένη εμπράγματη ασφάλεια» είναι η συμβατική εμπράγματη ασφάλεια ή το μη συμβατικό δικαίωμα ή εμπράγματη ασφάλεια (εκτός της εμπράγματης ασφάλειας επί της οποίας εφαρμόζεται το Άρθρο 39) που δεν έχει καταχωρηθεί, ανεξαρτήτως του αν είναι καταχωρητέα ή όχι σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση· και

λθ)

«έγγραφο» είναι αρχείο πληροφοριών (συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών που μεταδίδονται με τηλεδιαβίβαση) υλικής ή άλλης μορφής, το οποίο μπορεί να αναπαραχθεί μεταγενέστερα σε υλική μορφή και στο οποίο δηλώνεται, με εύλογο τρόπο, η έγκρισή του από κάποιο πρόσωπο.

Άρθρο 2

Διεθνής εμπράγματη ασφάλεια

1.   Η παρούσα Σύμβαση προβλέπει τη σύσταση και τα αποτελέσματα διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας επί ορισμένων κατηγοριών κινητού εξοπλισμού και συνδεόμενων δικαιωμάτων.

2.   Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, διεθνής εμπράγματη ασφάλεια επί κινητού εξοπλισμού είναι η εμπράγματη ασφάλεια που έχει συσταθεί δυνάμει του Άρθρου 7 επί ενός μεμονωμένου αντικειμένου μιας από τις κατηγορίες τέτοιου είδους αντικειμένων, που καταγράφονται στην παράγραφο 3 και καθορίζονται στο Πρωτόκολλο, η οποία:

α)

παραχωρείται από τον οφειλέτη επί τη βάσει σύμβασης παροχής εμπράγματης ασφάλειας·

β)

παρέχεται σε πρόσωπο το οποίο είναι ο υπό όρους πωλητής επί τη βάσει συμφωνίας επιφύλαξης κυριότητας· ή

γ)

παρέχεται σε πρόσωπο που είναι ο εκμισθωτής με σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης. Εμπράγματη ασφάλεια που εμπίπτει στο στοιχείο α) δεν εμπίπτει και στις υποπαραγράφους β) ή γ).

3.   Οι αναφερόμενες στις προηγούμενες παραγράφους κατηγορίες είναι οι εξής:

α)

άτρακτοι, κινητήρες αεροσκαφών και ελικόπτερα·

β)

τροχαίο σιδηροδρομικό υλικό· και

γ)

διαστημικό υλικό.

4.   Το εφαρμοστέο δίκαιο καθορίζει κατά πόσον η εμπράγματη ασφάλεια στην οποία εφαρμόζεται η παράγραφος 2 εμπίπτει στα στοιχεία α), β) ή γ) της παραγράφου αυτής.

5.   Η διεθνής εμπράγματη ασφάλεια επί αντικειμένου εκτείνεται και στα προϊόντα του αντικειμένου αυτού.

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής

1.   Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται όταν, κατά το χρόνο κατάρτισης της συμφωνίας με την οποία συνιστάται ή προβλέπεται διεθνής εμπράγματη ασφάλεια, ο οφειλέτης βρίσκεται σε ένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη.

2.   Το γεγονός ότι ο πιστωτής βρίσκεται σε μη Συμβαλλόμενο Κράτος δεν θίγει τη δυνατότητα εφαρμογής της Σύμβασης.

Άρθρο 4

Έδρα οφειλέτη

1.   Για τους σκοπούς του Άρθρου 3 παράγραφος 1, ο οφειλέτης βρίσκεται σε κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος:

α)

βάσει του δικαίου του οποίου συνεστήθη ή απέκτησε νομική προσωπικότητα·

β)

όπου βρίσκεται η καταστατική του έδρα·

γ)

όπου βρίσκεται η κεντρική διοίκησή του· ή

δ)

όπου βρίσκεται ο τόπος της επιχειρηματικής του δραστηριότητας.

2.   Ως τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας του οφειλέτη που αναφέρεται στο στοιχείο δ) της προηγουμένης παραγράφου θεωρείται, σε περίπτωση που ο οφειλέτης διαθέτει περισσότερους του ενός τόπους επιχειρηματικής δραστηριότητας, ο κύριος τόπος της επιχειρηματικής του δραστηριότητας ή, εάν δεν διαθέτει τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας, ο συνήθης τόπος διαμονής του.

Άρθρο 5

Ερμηνεία και εφαρμοστέο δίκαιο

1.   Κατά την ερμηνεία της παρούσας Σύμβασης, ιδιαίτερο βάρος πρέπει να δοθεί στους σκοπούς της, όπως αυτοί ορίζονται στο προοίμιο, στο διεθνή χαρακτήρα της και στην ανάγκη προώθησης της ομοιομορφίας και της προβλεψιμότητας της εφαρμογής της.

2.   Ζητήματα σχετικά με θέματα που διέπονται από την παρούσα Σύμβαση, τα οποία δεν ρυθμίζονται ρητά σε αυτήν, πρέπει να ρυθμίζονται σύμφωνα με τις γενικές αρχές στις οποίες βασίζεται η Σύμβαση ή, απουσία αυτών, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο.

3.   Οι αναφορές στο εφαρμοστέο δίκαιο αφορούν τους εσωτερικούς κανόνες του δικαίου που εφαρμόζεται, σύμφωνα με τους κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του Κράτους του δικάζοντος δικαστή.

4.   Όταν ένα Κράτος περιλαμβάνει πολλές εδαφικές ενότητες, κάθε μία από τις οποίες έχει τους δικούς της κανόνες δικαίου όσον αφορά το ζήτημα το οποίο πρέπει να ρυθμισθεί, και όταν δεν δηλώνεται ποια είναι η αρμόδια εδαφική ενότητα, το δίκαιο του Κράτους αυτού αποφασίζει ποια είναι η εδαφική ενότητα οι κανόνες της οποίας θα διέπουν το ζήτημα αυτό. Απουσία τέτοιων κανόνων, εφαρμόζεται το δίκαιο της εδαφικής ενότητας η οποία συνδέεται στενότερα με την υπόθεση.

Άρθρο 6

Σχέση μεταξύ Σύμβασης και Πρωτοκόλλου

1.   Η Σύμβαση και το Πρωτόκολλο πρέπει να διαβάζονται και να ερμηνεύονται από κοινού, ως ενιαία νομική πράξη.

2.   Σε περίπτωση ανακολουθίας μεταξύ Σύμβασης και Πρωτοκόλλου, υπερισχύει το Πρωτόκολλο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΣΥΣΤΑΣΗ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Άρθρο 7

Τυπικές προϋποθέσεις

Μία εμπράγματη ασφάλεια θεωρείται διεθνής εμπράγματη ασφάλεια, δυνάμει της παρούσας Σύμβασης, όταν η συμφωνία που τη συνιστά ή την προβλέπει:

α)

είναι γραπτή·

β)

αναφέρεται σε αντικείμενο επί του οποίου ο οφειλέτης, ο υπό όρους πωλητής ή ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα διάθεσης·

γ)

παρέχει τη δυνατότητα ταυτοποίησης του αντικειμένου σύμφωνα με το Πρωτόκολλο· και

δ)

σε περίπτωση σύμβασης παροχής εμπράγματης ασφάλειας, παρέχει τη δυνατότητα καθορισμού των ασφαλισμένων υποχρεώσεων, χωρίς να υφίσταται ανάγκη προσδιορισμού ασφαλιζόμενου ποσού ή ανώτατου ασφαλιζόμενου ποσού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΕΝΔΙΚΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΜΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ

Άρθρο 8

Ένδικα βοηθήματα δανειστή

1.   Σε περίπτωση μη εκτέλεσης, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 11, ο δανειστής μπορεί, εφόσον ο οφειλέτης έχει συμφωνήσει σχετικά σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, και με την επιφύλαξη κάθε δήλωσης που μπορεί να γίνει από Συμβαλλόμενο Κράτος δυνάμει του Άρθρου 54, να ασκήσει ένα ή περισσότερα από τα κατωτέρω ένδικα βοηθήματα:

α)

να λάβει στην κατοχή του ή να αναλάβει τον έλεγχο του βεβαρημένου αντικειμένου·

β)

να πωλήσει ή να προβεί σε χρηματοδοτική μίσθωση του αντικειμένου·

γ)

να εισπράξει ή να λάβει οποιοδήποτε εισόδημα ή κέρδος που απορρέει από τη διαχείριση ή χρήση οποιουδήποτε τέτοιου αντικειμένου.

2.   Ο δανειστής μπορεί εναλλακτικά να υποβάλει αίτηση για έκδοση δικαστικής απόφασης η οποία επιτρέπει ή διατάσσει κάποια από τις ενέργειες της προηγούμενης παραγράφου.

3.   Κάθε ένδικο βοήθημα το οποίο προβλέπεται από τα στοιχεία α), β) ή γ) της παραγράφου 1 ή από το Άρθρο 13, ασκείται κατά τρόπο εμπορικά εύλογο. Ένα ένδικο βοήθημα θεωρείται ότι ασκείται κατά τρόπο εμπορικά εύλογο, όταν ασκείται σύμφωνα με διάταξη της σύμβασης παροχής εμπράγματης ασφάλειας, εκτός αν η διάταξη αυτή είναι εμφανώς παράλογη.

4.   Κάθε δανειστής που προτίθεται να πωλήσει ή να προβεί σε χρηματοδοτική μίσθωση αντικειμένου σύμφωνα με την παράγραφο 1, γνωστοποιεί εκ των προτέρων γραπτώς σε εύλογο χρόνο την προτεινόμενη πώληση ή τη χρηματοδοτική μίσθωση:

α)

στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, όπως αυτά ορίζονται στο Άρθρο 1 στοιχείο ιγ) σημεία i) και ii)· και

β)

στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, όπως αυτά ορίζονται στο Άρθρο 1 στοιχείο ιγ) σημεία iii), τα οποία έχουν γνωστοποιήσει τα δικαιώματά τους στο δανειστή εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος πριν από την πώληση ή τη χρηματοδοτική μίσθωση.

5.   Κάθε ποσό το οποίο εισέπραξε ή έλαβε ο δανειστής ως αποτέλεσμα της άσκησης οιουδήποτε από τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται στις παραγράφους 1 ή 2 υπολογίζεται για την εξόφληση του ποσού των ασφαλισμένων υποχρεώσεων.

6.   Όταν τα ποσά τα οποία εισέπραξε ή έλαβε ο δανειστής ως αποτέλεσμα της άσκησης οιουδήποτε από τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπονται στις παραγράφους 1 ή 2 υπερβαίνουν το ποσόν που ασφαλίζεται με την παροχή εμπράγματης ασφάλειας και τα εύλογα έξοδα που προέκυψαν κατά την άσκηση οιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος, τότε, εκτός αν το δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά, ο δανειστής διανέμει το πλεόνασμα κατά σειρά προτεραιότητας στους επόμενους στην κατάταξη δικαιούχους εμπράγματων ασφαλειών οι οποίες έχουν καταχωρηθεί ή για τις οποίες έχει ενημερωθεί ο δανειστής και καταβάλλει στον οφειλέτη τυχόν υπόλοιπο.

Άρθρο 9

Μεταβίβαση κυριότητας του αντικειμένου για εξόφληση, απόσβεση

1.   Οποιαδήποτε χρονική στιγμή μετά την προβλεπόμενη από το Άρθρο 11 μη εκτέλεση, ο δανειστής και όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα μπορούν να συμφωνήσουν ότι η κυριότητα (ή οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα του οφειλέτη) επί αντικειμένου που καλύπτεται από παροχή ασφάλειας μεταβιβάζεται στο δανειστή για την εξόφληση του συνόλου ή μέρους των ασφαλισμένων υποχρεώσεων.

2.   Το δικαστήριο μπορεί, κατόπιν αιτήσεως του δανειστή, να διατάξει όπως η κυριότητα (ή οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα του οφειλέτη) επί αντικειμένου που καλύπτεται από παροχή ασφάλειας μεταβιβάζεται στο δανειστή για την εξόφληση του συνόλου ή μέρους των ασφαλισμένων υποχρεώσεων.

3.   Το δικαστήριο δέχεται την αίτηση της προηγούμενης παραγράφου, μόνον εάν το ποσό των ασφαλισμένων υποχρεώσεων που θα εξοφληθεί από τη μεταβίβαση αυτή είναι ανάλογο της αξίας του αντικειμένου, αφού ληφθεί υπόψη κάθε καταβολή του δανειστή σε οποιοδήποτε από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα.

4.   Οποιαδήποτε χρονική στιγμή μετά την προβλεπόμενη από το Άρθρο 11 μη εκτέλεση και πριν από την πώληση του βεβαρημένου αντικειμένου ή την έκδοση της δικαστικής απόφασης της παραγράφου 2, ο οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να επιτύχει την απόσβεση της παρασχεθείσας ασφάλειας, καταβάλλοντας όλο το ασφαλισμένο ποσό, με την επιφύλαξη τυχόν χρηματοδοτικής μίσθωσης που παραχωρήθηκε από το δανειστή δυνάμει του Άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχείο β) ή διατάχθηκε δυνάμει του Άρθρου 8 παράγραφος 2. Όταν, μετά τη μη εκτέλεση, η καταβολή του ασφαλισμένου ποσού γίνεται εξ ολοκλήρου από ένα ενδιαφερόμενο πρόσωπο εκτός του οφειλέτη, το πρόσωπο αυτό υποκαθίσταται στα δικαιώματα του δανειστή.

5.   Η κυριότητα ή άλλο δικαίωμα του οφειλέτη που μεταβιβάζεται με πώληση δυνάμει του Άρθρου 8 παράγραφος 1 στοιχείο β) ή που μεταβιβάζεται δυνάμει της παραγράφου 1 ή 2 του παρόντος Άρθρου, είναι ελεύθερη παντός άλλου βάρους έναντι του οποίου η εμπράγματη ασφάλεια του δανειστή έχει προτεραιότητα, βάσει των διατάξεων του Άρθρου 29.

Άρθρο 10

Ένδικα βοηθήματα του υπό όρους πωλητή ή του εκμισθωτή σε σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης

Σε περίπτωση μη εκτέλεσης κατά τα προβλεπόμενα από το Άρθρο 11 επί συμφωνίας επιφύλαξης κυριότητας ή επί σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, ο υπό όρους πωλητής ή ο εκμισθωτής σε σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί:

α)

με την επιφύλαξη κάθε δήλωσης η οποία μπορεί να γίνει από Συμβαλλόμενο Κράτος δυνάμει του Άρθρου 54, να λύσει τη συμφωνία και να αναλάβει υπό την κατοχή ή τον έλεγχό του κάθε αντικείμενο που αποτελεί αντικείμενο της συμφωνίας· ή

β)

να υποβάλει αίτηση για έκδοση δικαστικής απόφασης η οποία να επιτρέπει ή να διατάσσει οποιαδήποτε από αυτές τις ενέργειες.

Άρθρο 11

Η έννοια της μη εκτέλεσης

1.   Ο οφειλέτης και ο πιστωτής μπορούν, οποιαδήποτε στιγμή, να συμφωνήσουν εγγράφως ως προς τα γεγονότα που συνιστούν μη εκτέλεση ή διαφορετικά επιτρέπουν την άσκηση των δικαιωμάτων και των ενδίκων βοηθημάτων που ορίζονται στα Άρθρα 8 έως 10 και 13.

2.   Όταν δεν υφίσταται τέτοια συμφωνία μεταξύ του πιστωτή και του οφειλέτη, ο όρος «μη εκτέλεση» για τους σκοπούς των Άρθρων 8 έως 10 και 13, σημαίνει τη μη εκτέλεση που στερεί ουσιαστικά τον πιστωτή από αυτό που δικαιούται να περιμένει από τη συμφωνία αυτή.

Άρθρο 12

Πρόσθετα ένδικα βοηθήματα

Οποιαδήποτε προβλεπόμενα από το εφαρμοστέο δίκαιο πρόσθετα ένδικα βοηθήματα, συμπεριλαμβανομένων των ένδικων βοηθημάτων που συμφωνήθηκαν από τα συμβαλλόμενα μέρη, ασκούνται, εφόσον δεν αντιτίθενται στις υποχρεωτικές διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου όπως αναφέρονται στο Άρθρο 15.

Άρθρο 13

Προστασία εκκρεμούσης της κύριας δίκης

1.   Με την επιφύλαξη κάθε δήλωσης στην οποία μπορεί να προβεί δυνάμει του Άρθρου 55, ένα Συμβαλλόμενο Κράτος διασφαλίζει ότι ο πιστωτής που προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία μη εκτέλεσης των υποχρεώσεων του οφειλέτη μπορεί, εκκρεμούσης της κύριας δίκης επί της απαίτησής του, και εφόσον ο οφειλέτης έχει συμφωνήσει σχετικά σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, να ζητήσει από το δικαστήριο ταχεία προστασία με τη μορφή ενός ή περισσοτέρων από τα παρακάτω μέτρα, όπως απαιτεί ο πιστωτής:

α)

διατήρησης του αντικειμένου και της αξίας αυτού·

β)

κατοχής, ελέγχου ή φύλαξης του αντικειμένου·

γ)

ακινητοποίησης του αντικειμένου· και

δ)

χρηματοδοτικής μίσθωσης ή, εκτός από τις περιπτώσεις που καλύπτονται από τις υποπαραγράφους α) έως γ), διαχείρισης του αντικειμένου και των εσόδων που αποδίδει.

2.   Κατά την έκδοση απόφασης δυνάμει της προηγούμενης παραγράφου, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει τους όρους που θεωρεί απαραίτητους για την προστασία των ενδιαφερομένων προσώπων στην περίπτωση που ο πιστωτής:

α)

κατά την εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης που παρέχει τέτοια προστασία, αδυνατεί να εκπληρώσει οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις του έναντι του οφειλέτη σύμφωνα με την Σύμβαση ή το Πρωτόκολλο· ή

β)

αποτυγχάνει να αποδείξει την απαίτηση του, εν όλω ή εν μέρει, κατά τον οριστικό διακανονισμό αυτής.

3.   Πριν από την έκδοση οποιασδήποτε απόφασης δυνάμει της παραγράφου 1, το δικαστήριο μπορεί να ζητήσει να γίνει κοινοποίηση της αίτησης σε οποιοδήποτε από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα.

4.   Καμία διάταξη του παρόντος Άρθρου δεν θίγει την εφαρμογή του Άρθρου 8 παράγραφος 3, ούτε περιορίζει τη δυνατότητα λήψης μέτρων προσωρινής προστασίας, άλλων από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 14

Δικονομικές προϋποθέσεις

Με την επιφύλαξη του Άρθρου 54 παράγραφος 2, κάθε προβλεπόμενο στο παρόν Κεφάλαιο ένδικο βοήθημα ασκείται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει το δίκαιο του τόπου όπου ασκείται το ένδικο βοήθημα.

Άρθρο 15

Παρέκκλιση

Δύο ή περισσότερα συμβαλλόμενα μέρη, που αναφέρονται στο παρόν Κεφάλαιο, και σε ό,τι αφορά τις μεταξύ τους σχέσεις, μπορούν οποιαδήποτε στιγμή, με γραπτή συμφωνία, να παρεκκλίνουν από ή να τροποποιήσουν τα αποτελέσματα οποιασδήποτε από τις προηγούμενες διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου, εκτός του άρθρου 8 παράγραφοι 3 έως 6, του άρθρου 9 παράγραφοι 3 και 4, του άρθρου 13 παράγραφοι 2 και του άρθρου 14.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΣΤΗΜΑ ΝΗΟΛΟΓΗΣΗΣ

Άρθρο 16

Το Διεθνές Νηολόγιο

1.   Διεθνές Νηολόγιο δημιουργείται για την καταχώρηση:

α)

διεθνών εμπράγματων ασφαλειών, μελλοντικών διεθνών εμπράγματων ασφαλειών και καταχωρητέων μη συμβατικών δικαιωμάτων και εμπράγματων ασφαλειών·

β)

εκχωρήσεων και μελλοντικών εκχωρήσεων διεθνών εμπράγματων ασφαλειών·

γ)

απόκτησης διεθνών εμπράγματων ασφαλειών μέσω νομικής ή συμβατικής υποκατάστασης, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο·

δ)

κοινοποιήσεων εθνικών εμπράγματων ασφαλειών· και

ε)

συμφωνιών για την κατάταξη σε επόμενη τάξη των εμπράγματων ασφαλειών που αναφέρονται σε οποιαδήποτε από τις προηγούμενες υποπαραγράφους.

2.   Διαφορετικά διεθνή νηολόγια μπορούν να δημιουργηθούν για διαφορετικές κατηγορίες αντικειμένων και συνδεόμενων δικαιωμάτων.

3.   Για τους σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου και του Κεφαλαίου V, ο όρος «νηολόγηση» περιλαμβάνει, όταν απαιτείται, τροποποίηση, επέκταση ή διαγραφή της νηολόγησης.

Άρθρο 17

Η Αρχή Ελέγχου και ο Νηολόγος

1.   Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο, πρέπει να υπάρχει μία Αρχή Ελέγχου.

2.   Η Αρχή Ελέγχου:

α)

ιδρύει ή προβλέπει την ίδρυση του Διεθνούς Νηολογίου·

β)

διορίζει και απολύει το Νηολόγο, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από το Πρωτόκολλο·

γ)

διασφαλίζει ότι κάθε δικαίωμα που απαιτείται για τη συνεχή, αποτελεσματική λειτουργία του Διεθνούς Νηολογίου, σε περίπτωση αλλαγής του Νηολόγου, μεταβιβάζεται ή εκχωρείται στον νέο Νηολόγο·

δ)

μετά από διαβουλεύσεις με τα Συμβαλλόμενα Κράτη, καταρτίζει ή εγκρίνει και διασφαλίζει τη δημοσίευση των κανονισμών που διέπουν τη λειτουργία του Διεθνούς Νηολογίου, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο·

ε)

καθιερώνει διοικητικές διαδικασίες μέσω των οποίων τα παράπονα για τη λειτουργία του Διεθνούς Νηολογίου μπορούν να υποβάλλονται στην Αρχή Ελέγχου·

στ)

εποπτεύει το Νηολόγο και τη λειτουργία του Διεθνούς Νηολογίου·

ζ)

κατόπιν αιτήματος του Νηολόγου, παρέχει σε αυτόν τις κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες η Αρχή Ελέγχου θεωρεί κατάλληλες·

η)

καθορίζει και αναθεωρεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα τη δομή των ποσών που καταβάλλονται για τις υπηρεσίες και τις διευκολύνσεις του Διεθνούς Νηολογίου·

θ)

προβαίνει σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, προκειμένου να διασφαλίσει την ύπαρξη ενός αποτελεσματικού βασιζόμενου στην κοινοποίηση ηλεκτρονικού συστήματος νηολόγησης για την εφαρμογή των σκοπών της Σύμβασης και του Πρωτοκόλλου· και

ι)

υποβάλλει αναφορά, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, στα Συμβαλλόμενα Κράτη σχετικά με την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της που απορρέουν από τη Σύμβαση και το Πρωτόκολλο.

3.   Η Αρχή Ελέγχου μπορεί να καταρτίσει οποιαδήποτε συμφωνία που απαιτείται για την εκτέλεση των λειτουργιών της, συμπεριλαμβανομένης κάθε συμφωνίας που αναφέρεται στο Άρθρο 27 παράγραφος 3.

4.   Η Αρχή Ελέγχου κατέχει όλα τα εκ της κυριότητας δικαιώματα επί των βάσεων δεδομένων και των αρχείων του Διεθνούς Νηολογίου.

5.   Ο Νηολόγος διασφαλίζει την αποτελεσματική λειτουργία του Διεθνούς Νηολογίου και εκτελεί τις λειτουργίες που του έχουν ανατεθεί από την παρούσα Σύμβαση, το Πρωτόκολλο και τους κανονισμούς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΑΛΛΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗ ΝΗΟΛΟΓΗΣΗ

Άρθρο 18

Προϋποθέσεις νηολόγησης

1.   Το Πρωτόκολλο και οι κανονισμοί καθορίζουν τις προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων για την ταυτοποίηση του αντικειμένου:

α)

για την πραγματοποίηση της νηολόγησης (περιλαμβανομένης διάταξης για την προηγούμενη ηλεκτρονική διαβίβαση της συναίνεσης κάθε προσώπου του οποίου η συναίνεση απαιτείται δυνάμει του Άρθρου 20)·

β)

για τη διεξαγωγή ερευνών και την έκδοση πιστοποιητικών έρευνας, και, υπό την επιφύλαξη των προηγουμένων·

γ)

για τη διασφάλιση του απορρήτου των πληροφοριών και των εγγράφων του Διεθνούς Νηολογίου, εκτός εκείνων που αφορούν κάποια νηολόγηση.

2.   Ο Νηολόγος δεν υποχρεούται να εξετάσει κατά πόσο έχει πράγματι δοθεί ή είναι έγκυρη η συναίνεση για τη νηολόγηση, σύμφωνα με το Άρθρο 20.

3.   Όταν εμπράγματη ασφάλεια που έχει καταχωρηθεί ως μελλοντική διεθνής εμπράγματη ασφάλεια καθίσταται διεθνής εμπράγματη ασφάλεια, δεν απαιτείται περαιτέρω καταχώρηση, υπό την προϋπόθεση ότι οι πληροφορίες που έχουν καταχωρηθεί είναι επαρκείς για την καταχώρηση μιας διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας.

4.   Ο Νηολόγος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα, ώστε οι καταχωρήσεις να εισαχθούν στη βάση δεδομένων του Διεθνούς Νηολογίου, να υπάρχει πρόσβαση σε αυτές κατά χρονολογική σειρά λήψης και να καταγράφεται στο φάκελο η ημερομηνία και η ώρα λήψης τους.

5.   Το Πρωτόκολλο μπορεί να προβλέπει ότι ένα Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να ορίσει μία ή περισσότερες νομικές οντότητες στην επικράτειά του ως σημείο ή σημεία εισόδου, μέσω των οποίων οι απαιτούμενες για τη νηολόγηση πληροφορίες διαβιβάζονται ή μπορεί να διαβιβάζονται στο Διεθνές Νηολόγιο. Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος κατά τον ορισμό αυτό μπορεί να καθορίσει τις τυχόν προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται πριν από τη διαβίβαση των πληροφοριών αυτών στο Διεθνές Νηολόγιο.

Άρθρο 19

Εγκυρότητα και χρόνος νηολόγησης

1.   Η νηολόγηση είναι έγκυρη μόνο αν έχει γίνει σύμφωνα με το Άρθρο 20.

2.   Η νηολόγηση, εάν είναι έγκυρη, ολοκληρώνεται με την εισαγωγή των απαιτούμενων πληροφοριών στη βάση δεδομένων του Διεθνούς Νηολογίου, κατά τρόπον ώστε να είναι δυνατή η πρόσβαση σε αυτές.

3.   Πρόσβαση σε μία νηολόγηση για τους σκοπούς της προηγούμενης παραγράφου υπάρχει όταν:

α)

Το Διεθνές Νηολόγιο της έχει παραχωρήσει έναν αύξοντα αριθμό φακέλου· και

β)

οι πληροφορίες που αφορούν τη νηολόγηση, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού του φακέλου, έχουν αποθηκευθεί μόνιμα και υπάρχει πρόσβαση σε αυτές στο Διεθνές Νηολόγιο.

4.   Αν κάποια εμπράγματη ασφάλεια, που έχει αρχικά καταχωρηθεί ως μελλοντική διεθνής εμπράγματη ασφάλεια, καταστεί διεθνής εμπράγματη ασφάλεια, τότε αυτή θεωρείται ότι έχει καταχωρηθεί από το χρόνο της καταχώρησης της μελλοντικής διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας, υπό τον όρο ότι η καταχώρηση ίσχυε ακόμη αμέσως πριν τη σύσταση της διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας σύμφωνα με το Άρθρο 7.

5.   Η προηγούμενη παράγραφος, με τις απαραίτητες τροποποιήσεις, εφαρμόζεται στην καταχώρηση μελλοντικής εκχώρησης μιας διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας.

6.   Η πρόσβαση σε μία καταχώρηση στη βάση δεδομένων του Διεθνούς Νηολογίου πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το Πρωτόκολλο κριτήρια.

Άρθρο 20

Συναίνεση για την καταχώρηση

1.   Μια διεθνής εμπράγματη ασφάλεια, μια μελλοντική διεθνής εμπράγματη ασφάλεια ή εκχώρηση ή μελλοντική εκχώρηση διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας μπορεί να καταχωρηθεί, και η καταχώρηση αυτή να τροποποιηθεί ή να παραταθεί, πριν από τη λήξη της, από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος με τη γραπτή συναίνεση του ετέρου.

2.   Η συμφωνία για την κατάταξη διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας σε επόμενη τάξη έναντι άλλης διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας μπορεί να καταχωρηθεί από το συμβαλλόμενο μέρος του οποίου η εμπράγματη ασφάλεια συμφωνήθηκε να καταταγεί σε επόμενη τάξη ή με τη γραπτή συναίνεσή του σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή.

3.   Η καταχώρηση μπορεί να διαγραφεί από το συμβαλλόμενο μέρος υπέρ του οποίου έγινε ή με τη γραπτή συναίνεσή του σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή.

4.   Η απόκτηση διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας με εκ του νόμου ή συμβατική υποκατάσταση μπορεί να καταχωρηθεί από τον υποκαθιστάμενο στα δικαιώματα του άλλου.

5.   Καταχωρητέο μη συμβατικό δικαίωμα ή εμπράγματη ασφάλεια μπορούν να καταχωρηθούν από τον δικαιούχο τους.

6.   Κοινοποίηση εθνικής εμπράγματης ασφάλειας μπορεί να καταχωρηθεί από τον δικαιούχο της.

Άρθρο 21

Διάρκεια καταχώρησης

Η καταχώρηση της διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας ισχύει μέχρι την απόσβεσή της ή τη λήξη της περιόδου που αναφέρεται στην καταχώρηση.

Άρθρο 22

Έρευνες

1.   Οποιοδήποτε πρόσωπο μπορεί, κατά τον προβλεπόμενο από το Πρωτόκολλο και τους κανονισμούς τρόπο, να προβεί σε έρευνα ή να υποβάλει αίτηση για έρευνα στο Διεθνές Νηολόγιο με ηλεκτρονικά μέσα σχετικά με εμπράγματες ασφάλειες ή μελλοντικές διεθνείς εμπράγματες ασφάλειες που είναι καταχωρημένες σε αυτό.

2.   Μετά τη λήψη της αίτησης, ο Νηολόγος εκδίδει, κατά τον προβλεπόμενο από το Πρωτόκολλο και τους κανονισμούς τρόπο, με ηλεκτρονικά μέσα πιστοποιητικό έρευνας νηολογίου όσον αφορά κάποιο αντικείμενο:

α)

στο οποίο αναγράφονται όλες οι καταχωρημένες πληροφορίες σχετικά με αυτό, καθώς και η ημερομηνία και ώρα καταχώρησης των πληροφοριών αυτών· ή

β)

στο οποίο αναγράφεται ότι δεν υπάρχουν καταχωρημένες πληροφορίες στο Διεθνές Νηολόγιο σχετικά με αυτό.

3.   Το εκδοθέν, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, πιστοποιητικό έρευνας αναφέρει ότι ο κατονομαζόμενος στις πληροφορίες καταχώρησης πιστωτής απέκτησε ή προτίθεται να αποκτήσει διεθνή εμπράγματη ασφάλεια επί του αντικειμένου, αλλά δεν αναφέρει εάν αυτό που έχει καταχωρηθεί είναι διεθνής ή μελλοντική διεθνής εμπράγματη ασφάλεια, έστω και αν αυτό μπορεί να διαπιστωθεί από τις σχετικές πληροφορίες καταχώρησης.

Άρθρο 23

Κατάλογος δηλώσεων και δηλωθέντα μη συμβατικά δικαιώματα ή εμπράγματες ασφάλειες

Ο Νηολόγος διατηρεί κατάλογο των δηλώσεων, των αποσύρσεων δηλώσεων και των κατηγοριών των μη συμβατικών δικαιωμάτων ή εμπράγματων ασφαλειών που κοινοποιήθηκαν σε αυτόν από το Θεματοφύλακα ως δηλωθείσες από τα Συμβαλλόμενα Κράτη δυνάμει των Άρθρων 39 και 40, καθώς και των ημερομηνιών κάθε τέτοιας δήλωσης ή απόσυρσης δήλωσης. Ο κατάλογος αυτός καταχωρείται και υπάρχει πρόσβαση σε αυτόν σύμφωνα με το όνομα του δηλούντος Κράτους, είναι δε διαθέσιμος σε οποιοδήποτε πρόσωπο υποβάλλει σχετικό αίτημα, όπως προβλέπεται από το Πρωτόκολλο και τους κανονισμούς.

Άρθρο 24

Αποδεικτική αξία πιστοποιητικών

Έγγραφο, με τη μορφή που προβλέπεται από τους κανονισμούς, το οποίο εμφανίζεται ως πιστοποιητικό που εκδόθηκε από το Διεθνές Νηολόγιο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη:

α)

του γεγονότος ότι έχει εκδοθεί με αυτό τον τρόπο· και

β)

των αναφερομένων σε αυτό στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας και ώρας καταχώρησης.

Άρθρο 25

Διαγραφή καταχώρησης

1.   Όταν έχουν αποσβεσθεί οι υποχρεώσεις που έχουν ασφαλισθεί με καταχωρημένη παροχή ασφάλειας ή οι υποχρεώσεις που δημιουργούν καταχωρημένο μη συμβατικό δικαίωμα ή εμπράγματη ασφάλεια, ή όταν οι προϋποθέσεις μεταβίβασης της κυριότητας σύμφωνα με καταχωρημένη συμφωνία επιφύλαξης κυριότητας έχουν πληρωθεί, ο δικαιούχος της εμπράγματης ασφάλειας προβαίνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στη διαγραφή της καταχώρησης μετά από γραπτή αίτηση του οφειλέτη, η οποία παραδόθηκε ή παρελήφθη στην αναφερόμενη στην καταχώρηση διεύθυνσή του.

2.   Όταν μελλοντική διεθνής εμπράγματη ασφάλεια ή μελλοντική εκχώρηση διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας έχει καταχωρηθεί, ο μελλοντικός πιστωτής ή ο μελλοντικός εκδοχέας προβαίνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στη διαγραφή της καταχώρησης, μετά από γραπτή αίτηση του μελλοντικού οφειλέτη ή εκχωρητή, η οποία παραδόθηκε ή παρελήφθη στην αναφερόμενη στην καταχώρηση διεύθυνσή του πριν ο μελλοντικός πιστωτής ή εκδοχέας καταβάλει το ποσόν ή αναλάβει την υποχρέωση καταβολής του.

3.   Όταν υποχρεώσεις που έχουν ασφαλισθεί με εθνική εμπράγματη ασφάλεια, όπως προσδιορίζονται σε καταχωρημένη κοινοποίηση εθνικής εμπράγματης ασφάλειας, έχουν αποσβεσθεί, ο δικαιούχος της εμπράγματης ασφάλειας προβαίνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στη διαγραφή της καταχώρησης, μετά από γραπτή αίτηση του οφειλέτη, η οποία παραδόθηκε ή παρελήφθη στην αναφερόμενη στην καταχώρηση διεύθυνσή του.

4.   Όταν μια καταχώρηση δεν έπρεπε να έχει γίνει ή είναι λανθασμένη, το πρόσωπο υπέρ του οποίου έγινε η καταχώρηση προβαίνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στη διαγραφή ή τροποποίηση της καταχώρησης, μετά από γραπτή αίτηση του οφειλέτη, η οποία παραδόθηκε ή παρελήφθη στην αναφερόμενη στην καταχώρηση διεύθυνσή του.

Άρθρο 26

Πρόσβαση στις υπηρεσίες του Διεθνούς Νηολογίου

Δεν υφίσταται ουδείς λόγος άρνησης πρόσβασης οποιουδήποτε προσώπου στις παρεχόμενες από το Διεθνές Νηολόγιο υπηρεσίες καταχώρησης και έρευνας, εκτός από τις περιπτώσεις όπου ο αιτών αδυνατεί να συμμορφωθεί με τις προβλεπόμενες στο παρόν Κεφάλαιο διαδικασίες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΑΣΥΛΙΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΗΟΛΟΓΟΥ

Άρθρο 27

Νομική προσωπικότητα, ασυλία

1.   Η Αρχή Ελέγχου αποκτά διεθνή νομική προσωπικότητα, όταν δεν την διαθέτει ήδη.

2.   Η Αρχή Ελέγχου, τα στελέχη και οι υπάλληλοί της απολαύουν ασυλίας έναντι δικαστικών ή διοικητικών ενεργειών, όπως καθορίζεται στο Πρωτόκολλο.

3.

α)

Η Αρχή Ελέγχου απολαύει φορολογικής απαλλαγής και άλλων προνομίων, όπως μπορεί να προβλέπεται από συμφωνία με το Κράτος υποδοχής.

β)

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, «Κράτος υποδοχής» είναι το Κράτος όπου έχει την έδρα της η Αρχή Ελέγχου.

4.   Τα περιουσιακά στοιχεία, τα έγγραφα, οι βάσεις δεδομένων και τα αρχεία του Διεθνούς Νηολογίου είναι απαραβίαστα και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης ή άλλης δικαστικής ή διοικητικής ενέργειας.

5.   Για τους σκοπούς οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Νηολόγου δυνάμει των Άρθρων 28 παράγραφος 1 ή 44, ο αιτών δικαιούται πρόσβασης στις πληροφορίες και τα έγγραφα που είναι απαραίτητα για να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησής του.

6.   Η Αρχή Ελέγχου μπορεί να άρει το απαραβίαστο και την ασυλία που προβλέπεται από την παράγραφο 4.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΝΗΟΛΟΓΟΥ

Άρθρο 28

Ευθύνη και οικονομική ασφάλεια

1.   Ο Νηολόγος ευθύνεται για αποζημίωση για θετική ζημία από απώλεια την οποία έχει υποστεί πρόσωπο και η οποία απορρέει άμεσα από σφάλμα ή παράλειψη του ιδίου, των στελεχών και των υπαλλήλων του ή από δυσλειτουργία του διεθνούς συστήματος νηολόγησης, εκτός αν η δυσλειτουργία προκλήθηκε από αναπόφευκτο και μη δυνάμενο να αντιμετωπισθεί γεγονός, το οποίο δεν ήταν δυνατόν να προληφθεί ακόμα και με τη χρήση των άριστων υφιστάμενων πρακτικών στον τομέα του σχεδιασμού και της λειτουργίας ηλεκτρονικού νηολογίου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την παραγωγή αντιγράφων ασφαλείας και την ασφάλειας συστημάτων και δικτύου.

2.   Ο Νηολόγος δεν ευθύνεται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, ούτε για πραγματικές ανακρίβειες των σχετικών με την καταχώρηση πληροφοριών τις οποίες έλαβε ή διαβίβασε στη μορφή με την οποία τις έλαβε, ούτε για πράξεις ή περιστατικά για τα οποία δεν είναι υπεύθυνος ο ίδιος, τα στελέχη και οι υπάλληλοί του και τα οποία συνέβησαν πριν τη λήψη των σχετικών με την καταχώρηση πληροφοριών στο Διεθνές Νηολόγιο.

3.   Η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 αποζημίωση μπορεί να μειωθεί, εφόσον το πρόσωπο που υπέστη τη ζημία την προκάλεσε ή συνέβαλε στην πρόκλησή της.

4.   Ο Νηολόγος παρέχει ασφάλεια ή οικονομική εγγύηση που καλύπτει την αναφερόμενη στο παρόν Άρθρο ευθύνη, στην έκταση που καθορίζει η Αρχή Ελέγχου, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΡΙΤΩΝ

Άρθρο 29

Προτεραιότητα των συντρεχουσών εμπράγματων ασφαλειών

1.   Μια καταχωρημένη εμπράγματη ασφάλεια έχει προτεραιότητα έναντι κάθε άλλης ασφάλειας που καταχωρήθηκε μεταγενέστερα, καθώς και έναντι μη καταχωρημένης εμπράγματης ασφάλειας.

2.   Η προτεραιότητα της πρώτης κατά σειρά αναφερόμενης εμπράγματης ασφάλειας, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, ισχύει:

α)

ακόμη και στην περίπτωση που η πρώτη κατά σειρά αναφερόμενη εμπράγματη ασφάλεια αποκτήθηκε ή καταχωρήθηκε με πραγματική γνώση της ύπαρξης της άλλης εμπράγματης ασφάλειας· και

β)

ακόμα και όσον αφορά το ποσό που καταβλήθηκε από το δικαιούχο της πρώτης κατά σειρά αναφερόμενης εμπράγματης ασφάλειας ο οποίος διέθετε αυτή τη γνώση.

3.   Ο αγοραστής ενός αντικειμένου αποκτά εμπράγματη ασφάλεια επί αυτού:

α)

υπό την επιφύλαξη κάθε εμπράγματης ασφάλειας που είναι καταχωρημένη κατά το χρόνο απόκτησης από αυτόν της εμπράγματης ασφάλειας· και

β)

χωρίς να δεσμεύεται από οποιαδήποτε μη καταχωρημένη εμπράγματη ασφάλεια, έστω και αν διαθέτει πραγματική γνώση της ύπαρξης παρόμοιας εμπράγματης ασφάλειας.

4.   Ο υπό όρους αγοραστής ή ο μισθωτής σε σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης αποκτά την εμπράγματη ασφάλεια ή το δικαίωμά του επί του αντικειμένου:

α)

υπό την επιφύλαξη κάθε εμπράγματης ασφάλειας που είναι καταχωρημένη πριν από την καταχώρηση της διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας της οποίας ήταν δικαιούχος ο υπό όρους πωλητής ή ο εκμισθωτής σε σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης· και

β)

χωρίς να δεσμεύεται από οποιαδήποτε εμπράγματη ασφάλεια που δεν είχε καταχωρηθεί τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, έστω και αν διαθέτει πραγματική γνώση της ύπαρξης παρόμοιας εμπράγματης ασφάλειας.

5.   Η προτεραιότητα μεταξύ συντρεχουσών εμπράγματων ασφαλειών ή δικαιωμάτων σύμφωνα με το παρόν Άρθρο μπορεί να τροποποιείται με συμφωνία των δικαιούχων των εμπράγματων αυτών ασφαλειών, ο εκδοχέας, όμως, εμπράγματης ασφάλειας η οποία συμφωνήθηκε να καταταγεί σε επόμενη τάξη δεν δεσμεύεται από μία τέτοια συμφωνία, εκτός εάν, κατά το χρόνο της εκχώρησης, είχε καταχωρηθεί η κατάταξη σε επόμενη τάξη που προκύπτει από τη συμφωνία αυτή.

6.   Η παραχωρούμενη από το παρόν Άρθρο προτεραιότητα σε εμπράγματη ασφάλεια επί αντικειμένου εκτείνεται και στα προϊόντα αποζημίωσης αυτού.

7.   Η παρούσα Σύμβαση:

α)

δεν θίγει τα δικαιώματα προσώπου επί ενός πράγματος, άλλου από το αντικείμενο, των οποίων ήταν δικαιούχος το εν λόγω πρόσωπο πριν από την εγκατάσταση του πράγματος επί αντικειμένου, εάν, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο, τα δικαιώματα αυτά συνεχίζουν να ισχύουν και μετά την εγκατάσταση·

β)

δεν εμποδίζει τη σύσταση δικαιωμάτων επί ενός πράγματος, άλλου από το αντικείμενο, το οποίο είχε ήδη εγκατασταθεί επί αντικειμένου, εφόσον, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο, προβλέπεται η σύσταση τέτοιων δικαιωμάτων.

Άρθρο 30

Αποτελέσματα αφερεγγυότητας

1.   Στην περίπτωση διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά του οφειλέτη, μία διεθνής εμπράγματη ασφάλεια παράγει αποτελέσματα, εάν, πριν από την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, η εμπράγματη αυτή ασφάλεια είχε καταχωρηθεί σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.

2.   Καμία διάταξη του παρόντος Άρθρου δεν θίγει την αποτελεσματικότητα διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, όταν η συγκεκριμένη εμπράγματη ασφάλεια παράγει αποτελέσματα σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο.

3.   Οι διατάξεις του παρόντος Άρθρου δεν θίγουν:

α)

τους κανόνες του εφαρμοστέου δικαίου στις διαδικασίες αφερεγγυότητας που αφορούν την αποφυγή προνομιακής συναλλαγής ή τη μεταβίβαση για καταδολίευση των πιστωτών· ή

β)

δικονομικούς κανόνες που αφορούν την άσκηση δικαιωμάτων επί περιουσίας η οποία τελεί υπό τον έλεγχο ή υπό την επίβλεψη του διαχειριστή της αφερεγγυότητας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX

ΕΚΧΩΡΗΣΗ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΩΝ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ, ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ

Άρθρο 31

Αποτελέσματα εκχώρησης

1.   Εκτός από την περίπτωση όπου υπάρχει διαφορετική συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων, με την εκχώρηση συνδεόμενων δικαιωμάτων που έγινε δυνάμει του Άρθρου 32 εκχωρούνται επίσης στον εκδοχέα:

α)

η σχετική διεθνής εμπράγματη ασφάλεια· και

β)

όλες οι εμπράγματες ασφάλειες και προτεραιότητες του εκχωρητή σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.

2.   Καμία διάταξη της παρούσας Σύμβασης δεν εμποδίζει τη μερική εκχώρηση των συνδεόμενων δικαιωμάτων του εκχωρητή. Σε περίπτωση παρόμοιας μερικής εκχώρησης, ο εκχωρητής και ο εκδοχέας δύνανται να συμφωνήσουν ως προς τα αντίστοιχα δικαιώματά τους που αφορούν τη σχετική διεθνή εμπράγματη ασφάλεια και τα οποία εκχωρήθηκαν σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, κατά τρόπο όμως που να μη θίγει τον οφειλέτη χωρίς τη συγκατάθεσή του.

3.   Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 4, το εφαρμοστέο δίκαιο καθορίζει τα μέσα άμυνας και τα δικαιώματα αποζημίωσης που διαθέτει ο οφειλέτης κατά του εκδοχέα.

4.   Ο οφειλέτης μπορεί ανά πάσα στιγμή να παραιτηθεί, μετά από γραπτή συμφωνία, από όλα ή από κάποια από τα μέσα άμυνας και τα δικαιώματα αποζημίωσης της προηγούμενης παραγράφου, εξαιρουμένων των αμυντικών μέσων που σχετίζονται με δόλιες ενέργειες εκ μέρους του εκδοχέα.

5.   Στην περίπτωση εκχώρησης εν είδει εμπράγματης ασφάλειας, τα εκχωρηθέντα συνδεόμενα δικαιώματα μεταβιβάζονται εκ νέου στον εκχωρητή, εφόσον ακόμη υφίστανται, όταν έχουν αποσβεσθεί οι υποχρεώσεις που έχουν ασφαλισθεί με την εκχώρηση.

Άρθρο 32

Τυπικές προϋποθέσεις εκχώρησης

1.   Η εκχώρηση συνδεόμενων δικαιωμάτων μεταβιβάζει τη σχετική διεθνή εμπράγματη ασφάλεια μόνο όταν:

α)

είναι γραπτή·

β)

παρέχει τη δυνατότητα αναγνώρισης της σύμβασης από την οποία απορρέουν τα συνδεόμενα δικαιώματα·

γ)

στην περίπτωση εκχώρησης εν είδει εμπράγματης ασφάλειας, παρέχει τη δυνατότητα καθορισμού, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο, των υποχρεώσεων που ασφαλίζονται μέσω της εκχώρησης χωρίς, ωστόσο, να υπάρχει ανάγκη καθορισμού ενός ασφαλισμένου ποσού ή του μέγιστου ασφαλισμένου ποσού.

2.   Εκχώρηση διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας που συστάθηκε ή προβλέπεται από σύμβαση παροχής εμπράγματης ασφάλειας δεν είναι έγκυρη αν δεν εκχωρούνται επίσης κάποια ή όλα τα σχετικά συνδεόμενα δικαιώματα.

3.   Η παρούσα Σύμβαση δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση εκχώρησης συνδεόμενων δικαιωμάτων που δεν έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της αντίστοιχης διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας.

Άρθρο 33

Υποχρεώσεις του οφειλέτη έναντι του εκδοχέα

1.   Στο βαθμό που τα συνδεόμενα δικαιώματα και η αντίστοιχη διεθνής εμπράγματη ασφάλεια έχουν μεταβιβασθεί σύμφωνα με τα Άρθρα 31 και 32, ο οφειλέτης σε σχέση με αυτά τα δικαιώματα και αυτή την ασφάλεια δεσμεύεται από την εκχώρηση και είναι υποχρεωμένος να προβεί σε πληρωμή ή να εκτελέσει άλλη υποχρέωση προς τον εκδοχέα, μόνο όταν:

α)

η εκχώρηση έχει γνωστοποιηθεί γραπτώς στον οφειλέτη από τον εκχωρητή, ή κατόπιν εξουσιοδότησης αυτού· και

β)

στη γνωστοποίηση προσδιορίζονται τα συνδεόμενα δικαιώματα.

2.   Ανεξαρτήτως οποιουδήποτε άλλου λόγου για τον οποίο η πληρωμή ή η εκτέλεση υποχρέωσης εκ μέρους του οφειλέτη τον απαλλάσσουν από οποιαδήποτε ευθύνη, η πληρωμή και η εκτέλεση υποχρέωσης θα ισχύουν για το σκοπό αυτό, εάν έχουν γίνει σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο.

3.   Καμία διάταξη του παρόντος Άρθρου δεν θίγει τη σειρά προτεραιότητας των συντρεχουσών εκχωρήσεων.

Άρθρο 34

Ένδικα βοηθήματα σε περίπτωση μη εκτέλεσης εκχώρησης εν είδει εμπράγματης ασφάλειας

Σε περίπτωση μη εκτέλεσης από πλευράς του εκχωρητή των υποχρεώσεών του δυνάμει της εκχώρησης των συνδεόμενων δικαιωμάτων και της αντίστοιχης διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας που έχει παραχωρηθεί εν είδει εμπράγματης ασφάλειας, τα Άρθρα 8, 9 και 11 έως 14 εφαρμόζονται στις σχέσεις μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα (και, αναφορικά με τα συνδεόμενα δικαιώματα, ισχύουν εφόσον οι διατάξεις αυτές μπορούν να εφαρμοσθούν σε άυλη περιουσία), ως αν οι αναφορές:

α)

στην ασφαλισμένη υποχρέωση και την παροχή ασφάλειας να ήταν αναφορές στην ασφαλισμένη με την εκχώρηση των συνδεόμενων δικαιωμάτων και της αντίστοιχης διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας υποχρέωση, καθώς και στην παροχή ασφάλειας που συστάθηκε με αυτή την εκχώρηση·

β)

στο δανειστή ή τον πιστωτή, καθώς και στον οφειλέτη να ήταν αναφορές στον εκδοχέα και τον εκχωρητή·

γ)

στο δικαιούχο της διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας να ήταν αναφορές στον εκδοχέα· και

δ)

στο αντικείμενο να ήταν αναφορές στα εκχωρηθέντα συνδεόμενα δικαιώματα και την αντίστοιχη διεθνή εμπράγματη ασφάλεια.

Άρθρο 35

Προτεραιότητα συντρεχουσών εκχωρήσεων

1.   Όταν υπάρχουν συντρέχουσες εκχωρήσεις συνδεόμενων δικαιωμάτων και μία τουλάχιστον από αυτές τις εκχωρήσεις περιλαμβάνει την αντίστοιχη διεθνή εμπράγματη ασφάλεια και έχει καταχωρηθεί, οι διατάξεις του Άρθρου 29 εφαρμόζονται ως αν οι αναφορές σε καταχωρημένη εμπράγματη ασφάλεια να ήταν αναφορές σε εκχώρηση των συνδεόμενων δικαιωμάτων και της αντίστοιχης καταχωρημένης εμπράγματης ασφάλειας και ως αν οι αναφορές σε καταχωρημένη ή μη εμπράγματη ασφάλεια να ήταν αναφορές σε καταχωρημένη ή μη εκχώρηση.

2.   Το Άρθρο 30 εφαρμόζεται σε εκχώρηση συνδεόμενων δικαιωμάτων ως αν οι αναφορές σε διεθνή εμπράγματη ασφάλεια να ήταν αναφορές σε εκχώρηση των συνδεόμενων δικαιωμάτων και της αντίστοιχης διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας.

Άρθρο 36

Προτεραιότητα του εκδοχέα σε σχέση με τα συνδεόμενα δικαιώματα

1.   Ο εκδοχέας συνδεόμενων δικαιωμάτων και της αντίστοιχης διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας, του οποίου η εκχώρηση έχει καταχωρηθεί, έχει προτεραιότητα, σύμφωνα με το Άρθρο 35 παράγραφος 1, έναντι άλλου εκδοχέα συνδεόμενων δικαιωμάτων μόνο εάν:

α)

η σύμβαση από την οποία απορρέουν τα συνδεόμενα δικαιώματα ορίζει ότι ασφαλίζονται διά του αντικειμένου ή συνδέονται με αυτό, και

β)

τα συνδεόμενα δικαιώματα σχετίζονται με το αντικείμενο.

2.   Για τους σκοπούς του στοιχείου β) της προηγούμενης παραγράφου, τα συνδεόμενα δικαιώματα σχετίζονται με το αντικείμενο μόνο εφόσον συνίστανται σε δικαιώματα καταβολής ή εκτέλεσης υποχρέωσης που αφορά:

α)

ποσό που προκαταβλήθηκε και χρησιμοποιήθηκε για την αγορά του αντικειμένου·

β)

ποσό που προκαταβλήθηκε και χρησιμοποιήθηκε για την αγορά άλλου αντικειμένου επί του οποίου ο εκχωρητής κατείχε άλλη διεθνή εμπράγματη ασφάλεια, εάν ο εκχωρητής μεταβίβασε αυτήν την εμπράγματη ασφάλεια στον εκδοχέα και η σχετική εκχώρηση έχει καταχωρηθεί·

γ)

την καταβλητέα για το αντικείμενο τιμή·

δ)

τα καταβλητέα για το αντικείμενο μισθώματα· ή

ε)

άλλες υποχρεώσεις που απορρέουν από συναλλαγή που αναφέρεται σε οποιασδήποτε από τις προηγούμενες υποπαραγράφους.

3.   Σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις, η προτεραιότητα των συντρεχουσών εκχωρήσεων των συνδεόμενων δικαιωμάτων καθορίζεται από το εφαρμοστέο δίκαιο.

Άρθρο 37

Αποτελέσματα αφερεγγυότητας εκχωρητή

Οι διατάξεις του Άρθρου 30 εφαρμόζονται στις διαδικασίες αφερεγγυότητας σε βάρος του εκχωρητή ως αν οι αναφορές στον οφειλέτη να ήταν αναφορές στον εκχωρητή.

Άρθρο 38

Υποκατάσταση

1.   Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 2, καμία διάταξη της παρούσας Σύμβασης δεν θίγει την απόκτηση συνδεόμενων δικαιωμάτων και της αντίστοιχης διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας, μέσω υποκατάστασης εκ του νόμου ή συμβατικής υποκατάστασης σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο.

2.   Η προτεραιότητα μεταξύ οποιασδήποτε εμπράγματης ασφάλειας που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο και μιας συντρέχουσας εμπράγματης ασφάλειας μπορεί να τροποποιηθεί με γραπτή συμφωνία μεταξύ των δικαιούχων των αντίστοιχων εμπράγματων ασφαλειών· ο εκδοχέας, όμως, εμπράγματης ασφάλειας η οποία συμφωνήθηκε να καταταγεί σε επόμενη τάξη δεν δεσμεύεται από μια τέτοια συμφωνία, εκτός εάν, κατά το χρόνο της εκχώρησης, είχε καταχωρηθεί η κατάταξη σε επόμενη τάξη, που προκύπτει από τη συμφωνία αυτή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χ

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ Η ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΠΟΥ ΥΠΟΚΕΙΝΤΑΙ ΣΕ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΠΛΕΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ ΚΡΑΤΩΝ

Άρθρο 39

Δικαιώματα που έχουν προτεραιότητα χωρίς καταχώρηση

1.   Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί οποιαδήποτε στιγμή, με δήλωση που κατατίθεται στο Θεματοφύλακα του Πρωτοκόλλου, να δηλώσει γενικά ή ειδικά:

α)

τις κατηγορίες των μη συμβατικών δικαιωμάτων ή εμπραγμάτων ασφαλειών (εκτός δικαιώματος ή εμπράγματης ασφάλειας επί των οποίων εφαρμόζεται το Άρθρο 40), που, σύμφωνα με το δίκαιο του Κράτους αυτού, έχουν προτεραιότητα έναντι εμπράγματης ασφάλειας επί αντικειμένου ισοδύναμης με εκείνη του δικαιούχου καταχωρημένης διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας και που έχουν προτεραιότητα έναντι καταχωρημένης διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας, ανεξαρτήτως του αν αυτό συμβαίνει ή όχι στο πλαίσιο διαδικασιών αφερεγγυότητας· και

β)

ότι καμία διάταξη της παρούσας Σύμβασης δεν θίγει το δικαίωμα Κράτους ή κρατικής οντότητας, διακυβερνητικού οργανισμού ή άλλου ιδιωτικού προμηθευτή δημοσίων υπηρεσιών να κατάσχουν ή να παρακρατήσουν αντικείμενο, σύμφωνα με τους νόμους του Κράτους αυτού για εξόφληση ποσών που οφείλονται στη συγκεκριμένη οντότητα, τον οργανισμό ή τον προμηθευτή και τα οποία συνδέονται άμεσα με τις υπηρεσίες που παρασχέθηκαν σε σχέση με αυτό ή ένα άλλο αντικείμενο.

2.   Δήλωση που έγινε σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, μπορεί να καλύπτει κατηγορίες που δημιουργήθηκαν μετά την κατάθεσή της.

3.   Μη συμβατικό δικαίωμα ή εμπράγματη ασφάλεια έχουν προτεραιότητα έναντι διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας, μόνον εφόσον εμπίπτουν σε κατηγορία που καλύπτεται από δήλωση που κατατέθηκε πριν από την καταχώρηση της διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας.

4.   Παρά την ύπαρξη της προηγούμενης παραγράφου, κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί, κατά το χρόνο επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στο Πρωτόκολλο, να δηλώσει ότι ένα δικαίωμα ή μία εμπράγματη ασφάλεια που εμπίπτει σε κατηγορία που καλύπτεται από δήλωση που έγινε σύμφωνα με το στοιχείο α) της παραγράφου 1 έχει προτεραιότητα έναντι διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας που καταχωρήθηκε πριν από την ημερομηνία της επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης.

Άρθρο 40

Καταχωρητέα μη συμβατικά δικαιώματα ή εμπράγματες ασφάλειες

Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί οποιαδήποτε στιγμή, με δήλωση που κατατίθεται στο Θεματοφύλακα του Πρωτοκόλλου, να καταρτίσει κατάλογο των κατηγοριών μη συμβατικών δικαιωμάτων ή εμπραγμάτων ασφαλειών που είναι καταχωρητέες σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση σε σχέση με οποιαδήποτε κατηγορία αντικειμένων, ως αν τα δικαιώματα αυτά ή οι εμπράγματες ασφάλειες να ήταν διεθνείς εμπράγματες ασφάλειες, και που αντιμετωπίζονται στο εξής ανάλογα. Η δήλωση αυτή μπορεί να τροποποιείται κατά διαστήματα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙ

ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΣΤΙΣ ΠΩΛΗΣΕΙΣ

Άρθρο 41

Πώληση και μελλοντική πώληση

Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται επί πώλησης ή μελλοντικής πώλησης αντικειμένου, όπως προβλέπεται από το Πρωτόκολλο με τις σχετικές τροποποιήσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙΙ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

Άρθρο 42

Επιλογή δικαστηρίου

1.   Με την επιφύλαξη των Άρθρων 43 και 44, τα δικαστήρια ενός Συμβαλλόμενου Κράτους που επελέγησαν από τα συμβαλλόμενα μέρη μίας συναλλαγής έχουν δικαιοδοσία σε σχέση με κάθε απαίτηση που βασίζεται στην παρούσα Σύμβαση, ανεξαρτήτως του εάν το επιλεγέν δικαστήριο συνδέεται ή όχι με τα συμβαλλόμενα μέρη ή τη συναλλαγή. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική, εκτός εάν υφίσταται διαφορετική συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων.

2.   Κάθε σχετική συμφωνία είναι γραπτή ή συνάπτεται με άλλο τρόπο, σύμφωνα με τις τυπικές προϋποθέσεις του δικαίου του επιλεγέντος δικαστηρίου.

Άρθρο 43

Δικαιοδοσία σύμφωνα με το Άρθρο 13

1.   Τα επιλεγέντα από τα συμβαλλόμενα μέρη δικαστήρια ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και τα δικαστήρια του Συμβαλλόμενου Κράτους στην επικράτεια του οποίου βρίσκεται το αντικείμενο είναι αρμόδια να παράσχουν προστασία σχετικά με το αντικείμενο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχεία α), β), γ) και το άρθρο 13 παράγραφος 4.

2.   Δικαιοδοσία για παροχή προστασίας, σύμφωνα με το Άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο δ), ή άλλη προσωρινή προστασία, σύμφωνα με το Άρθρο 13 παράγραφος 4, μπορούν να ασκήσουν:

α)

είτε τα επιλεγέντα από τα συμβαλλόμενα μέρη δικαστήρια·

β)

είτε τα δικαστήρια του Συμβαλλόμενου Κράτους στην επικράτεια του οποίου βρίσκεται ο οφειλέτης, εφόσον η παρεχόμενη προστασία, σύμφωνα με τους όρους της απόφασης που τη διατάσσει, είναι εκτελεστή μόνο στην επικράτεια του συγκεκριμένου Συμβαλλόμενου Κράτους.

3.   Ένα δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, δυνάμει των προηγούμενων παραγράφων, ακόμη και αν ο τελικός διακανονισμός της απαίτησης του Άρθρου 13 παράγραφος 1 γίνει ή μπορεί να γίνει από δικαστήριο άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους ή υποβληθεί σε διαιτησία.

Άρθρο 44

Δικαιοδοσία για έκδοση αποφάσεων κατά του Νηολόγου

1.   Τα δικαστήρια του τόπου όπου ο Νηολόγος έχει το διοικητικό του κέντρο έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα για επιδίκαση αποζημίωσης ή για έκδοση αποφάσεων κατά του Νηολόγου.

2.   Όταν ένα πρόσωπο αδυνατεί να ανταποκριθεί σε αίτηση που υποβλήθηκε σύμφωνα με το Άρθρο 25 και το πρόσωπο αυτό δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή ή δεν μπορεί να εντοπισθεί, ώστε να είναι δυνατή η έκδοση απόφασης σε βάρος του που να τον διατάσσει να προβεί στη διαγραφή της καταχώρησης, τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο δικαστήρια έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα, κατόπιν αιτήσεως του οφειλέτη ή του μελλοντικού οφειλέτη, για έκδοση απόφασης που να διατάσσει το Νηολόγο να προβεί στη διαγραφή της καταχώρησης.

3.   Όταν ένα πρόσωπο αδυνατεί να συμμορφωθεί με απόφαση δικαστηρίου που έχει αρμοδιότητα δυνάμει της παρούσας Σύμβασης ή, στην περίπτωση εθνικής εμπράγματης ασφάλειας, με την απόφαση αρμόδιου δικαστηρίου η οποία διατάσσει το πρόσωπο αυτό να προβεί στην τροποποίηση ή τη διαγραφή της καταχώρησης, τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 δικαστήρια μπορούν να διατάξουν το Νηολόγο να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την εκτέλεση της απόφασης αυτής.

4.   Εκτός αν άλλως προβλέπεται στις προηγούμενες παραγράφους, κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να εκδίδει διαταγές ή αποφάσεις κατά του Νηολόγου ή δεσμευτικές για αυτόν.

Άρθρο 45

Δικαιοδοσία σε σχέση με τις διαδικασίες αφερεγγυότητας

Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου δεν εφαρμόζονται στις διαδικασίες αφερεγγυότητας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙΙΙ

ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΑΛΛΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Άρθρο 45α

Σχέση με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την Εκχώρηση των Απαιτήσεων στο Διεθνές Εμπόριο

Η παρούσα Σύμβαση υπερισχύει της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για την Εκχώρηση των Απαιτήσεων στο Διεθνές Εμπόριο, που άνοιξε για υπογραφή στη Νέα Υόρκη στις 12 Δεκεμβρίου 2001, εφόσον συνδέεται με την εκχώρηση απαιτήσεων που συνιστούν συνδεόμενα δικαιώματα που αφορούν διεθνείς εμπράγματες ασφάλειες επί αεροναυτικού εξοπλισμού, τροχαίου σιδηροδρομικού υλικού και διαστημικού υλικού.

Άρθρο 46

Σχέση με τη Σύμβαση UNIDRΟΙΤ για τη Διεθνή Χρηματοδοτική Μίσθωση

Το Πρωτόκολλο μπορεί να καθορίσει τη σχέση μεταξύ της παρούσας Σύμβασης και της Σύμβασης UNIDRΟΙΤ για τη Διεθνή Χρηματοδοτική Μίσθωση, που υπογράφηκε στην Οττάβα στις 28 Μαΐου 1988.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙV

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 47

Υπογραφή, επικύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρηση

1.   Η παρούσα Σύμβαση ανοίγει για υπογραφή στο Κέιπ Τάουν στις 16 Νοεμβρίου 2001 από τα Κράτη που μετέχουν στη Διπλωματική Διάσκεψη για την Υιοθέτηση Σύμβασης επί Κινητού Εξοπλισμού και ενός Αεροναυτικού Πρωτοκόλλου, που διεξήχθη στο Κέιπ Τάουν από τις 29 Οκτωβρίου έως τις 16 Νοεμβρίου 2001. Μετά τη 16η Νοεμβρίου 2001, η Σύμβαση θα είναι ανοικτή για υπογραφή από όλα τα Κράτη στα Κεντρικά Γραφεία του Διεθνούς Ινστιτούτου για την Ενοποίηση του Ιδιωτικού Δικαίου (UNIDROIT), στη Ρώμη, μέχρι την έναρξη ισχύος της σύμφωνα με το Άρθρο 49.

2.   Η παρούσα Σύμβαση υπόκειται σε επικύρωση, αποδοχή ή έγκριση από τα Κράτη που την υπέγραψαν.

3.   Κράτος που δεν έχει υπογράψει την παρούσα Σύμβαση μπορεί να προσχωρήσει σε αυτή οποιαδήποτε στιγμή.

4.   Η επικύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρηση γίνεται με την κατάθεση επίσημου εγγράφου για το σκοπό αυτό στο Θεματοφύλακα.

Άρθρο 48

Περιφερειακοί Οργανισμοί Οικονομικής Ενοποίησης

1.   Περιφερειακός Οργανισμός Οικονομικής Ενοποίησης ο οποίος αποτελείται από κυρίαρχα Κράτη και έχει αρμοδιότητα επί ορισμένων θεμάτων τα οποία ρυθμίζει η παρούσα Σύμβαση μπορεί επίσης να υπογράψει, αποδεχθεί, εγκρίνει ή προσχωρήσει στην παρούσα Σύμβαση. Ο Περιφερειακός Οργανισμός Οικονομικής Ενοποίησης έχει, στην περίπτωση αυτή, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις Συμβαλλόμενου Κράτους, εφόσον ο Οργανισμός αυτός έχει αρμοδιότητα επί θεμάτων τα οποία ρυθμίζει η παρούσα Σύμβαση. Όταν στη Σύμβαση γίνεται λόγος για τον αριθμό των Συμβαλλομένων Κρατών, ο Περιφερειακός Οργανισμός Οικονομικής Ενοποίησης δεν θα προσμετράται ως επιπλέον Συμβαλλόμενο Κράτος στα κράτη μέλη που συμμετέχουν σε αυτόν και τα οποία είναι Συμβαλλόμενα Κράτη.

2.   Ο Περιφερειακός Οργανισμός Οικονομικής Ενοποίησης, κατά το χρόνο της υπογραφής, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, υποβάλλει δήλωση στο Θεματοφύλακα, στην οποία προσδιορίζονται τα θέματα που ρυθμίζει η παρούσα Σύμβαση και η αρμοδιότητα για τα οποία έχει μεταβιβασθεί στον Οργανισμό από τα κράτη μέλη του. Ο Περιφερειακός Οργανισμός Οικονομικής Ενοποίησης κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση στο Θεματοφύλακα κάθε τροποποίηση που επήλθε στην κατανομή των αρμοδιοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των νέων μεταβιβάσεων αρμοδιοτήτων, που προσδιορίζονται στη δήλωση της παρούσας παραγράφου.

3.   Όταν απαιτείται από το κείμενο, κάθε αναφορά στην παρούσα Σύμβαση σε «Συμβαλλόμενο Κράτος» ή «Συμβαλλόμενα Κράτη» ή «Κράτος Μέρος» ή «Κράτη Μέρη» ισχύει επίσης και για Περιφερειακό Οργανισμό Οικονομικής Ενοποίησης.

Άρθρο 49

Έναρξη ισχύος

1.   Η παρούσα Σύμβαση αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί μετά την παρέλευση τριών μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης του τρίτου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, μόνο όμως σε σχέση με μία κατηγορία αντικειμένων επί της οποίας εφαρμόζεται ένα Πρωτόκολλο:

α)

από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του συγκεκριμένου Πρωτοκόλλου·

β)

υπό την επιφύλαξη των όρων του συγκεκριμένου Πρωτοκόλλου· και

γ)

μεταξύ Κρατών Μερών στην παρούσα Σύμβαση και το συγκεκριμένο Πρωτόκολλο.

2.   Για τα υπόλοιπα Κράτη, η παρούσα Σύμβαση αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί μετά την παρέλευση τριών μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης του δικού τους εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, μόνο όμως σε σχέση με μία κατηγορία αντικειμένων επί της οποίας εφαρμόζεται ένα Πρωτόκολλο και με την επιφύλαξη, όσον αφορά το Πρωτόκολλο αυτό, των απαιτήσεων των στοιχείων α), β) και γ) της προηγούμενης παραγράφου.

Άρθρο 50

Εσωτερικές συναλλαγές

1.   Ένα Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί, κατά το χρόνο επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στο Πρωτόκολλο, να δηλώσει ότι η παρούσα Σύμβαση δεν εφαρμόζεται σε συναλλαγή που είναι εσωτερική συναλλαγή για το κράτος αυτό όσον αφορά όλους ή κάποιους από τους τύπους αντικειμένων.

2.   Παρά την ύπαρξη της προηγούμενης παραγράφου, οι διατάξεις του άρθρου 8 παράγραφος 4, του άρθρου 9 παράγραφος 1, του άρθρου 16, του Κεφαλαίου V, του Άρθρου 29, καθώς και οποιαδήποτε διάταξη της παρούσας Σύμβασης που αφορά καταχωρημένες εμπράγματες ασφάλειες εφαρμόζονται σε εσωτερική συναλλαγή.

3.   Όταν έχει καταχωρηθεί στο Διεθνές Νηολόγιο κοινοποίηση εθνικής εμπράγματης ασφάλειας, η προτεραιότητα του δικαιούχου αυτής της εμπράγματης ασφάλειας, σύμφωνα με το Άρθρο 29, δεν θίγεται από το γεγονός ότι αυτή μεταβιβάσθηκε σε άλλο πρόσωπο με εκχώρηση ή υποκατάσταση, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο.

Άρθρο 51

Μελλοντικά Πρωτόκολλα

1.   Ο Θεματοφύλακας μπορεί, σε συνεργασία με σχετικούς μη κυβερνητικούς οργανισμούς κατά τον τρόπο που θεωρεί κατάλληλο, να συστήσει ομάδες εργασίας, που θα μελετήσουν αν είναι εφικτή η επέκταση της εφαρμογής της παρούσας Σύμβασης, μέσω ενός ή περισσοτέρων Πρωτοκόλλων, επί αντικειμένων κάθε κατηγορίας κινητού εξοπλισμού μεγάλης αξίας, άλλης από εκείνες τις κατηγορίες που αναφέρονται στο Άρθρο 2 παράγραφος 3, κάθε αντικείμενο της οποίας μπορεί να προσδιορισθεί μεμονωμένα, καθώς και επί συνδεόμενων δικαιωμάτων που αφορούν τα αντικείμενα αυτά.

2.   Ο Θεματοφύλακας κοινοποιεί το κείμενο κάθε προκαταρκτικού σχεδίου Πρωτοκόλλου που αφορά μια κατηγορία αντικειμένων, το οποίο κατάρτισε η ομάδα εργασίας, σε όλα τα Κράτη Μέρη της παρούσας Σύμβασης, σε όλα τα Κράτη μέλη του Θεματοφύλακα, στα κράτη μέλη των Ηνωμένων Εθνών που δεν είναι μέλη του Θεματοφύλακα και στους σχετικούς διακυβερνητικούς οργανισμούς και καλεί τα συγκεκριμένα Κράτη και οργανισμούς να συμμετάσχουν σε διακυβερνητικές διαπραγματεύσεις για την ολοκλήρωση ενός σχεδίου Πρωτοκόλλου με βάση το προκαταρκτικό αυτό σχέδιο Πρωτοκόλλου.

3.   Ο Θεματοφύλακας κοινοποιεί επίσης το κείμενο κάθε προκαταρκτικού σχεδίου Πρωτοκόλλου που κατάρτισε η ομάδα εργασίας στους σχετικούς μη κυβερνητικούς οργανισμούς, κατά τον τρόπο που αυτός θεωρεί κατάλληλο. Οι μη κυβερνητικοί αυτοί οργανισμοί καλούνται χωρίς καθυστέρηση να υποβάλουν στο Θεματοφύλακα σχόλια επί του κειμένου του προκαταρκτικού σχεδίου Πρωτοκόλλου και να μετάσχουν, ως παρατηρητές, στην κατάρτιση του σχεδίου Πρωτοκόλλου.

4.   Όταν τα αρμόδια όργανα του Θεματοφύλακα κρίνουν ότι το σχέδιο Πρωτοκόλλου είναι ώριμο προς υιοθέτηση, ο Θεματοφύλακας συγκαλεί διπλωματική διάσκεψη για την υιοθέτησή του.

5.   Μετά την υιοθέτηση του Πρωτοκόλλου, υπό την επιφύλαξη του Άρθρου 6, η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται στην καλυπτόμενη από αυτό κατηγορία αντικειμένων.

6.   Το άρθρο 45α της παρούσας Σύμβασης εφαρμόζεται και στο εν λόγω Πρωτόκολλο, μόνο εφόσον αυτό προβλέπεται ρητά από το Πρωτόκολλο αυτό.

Άρθρο 52

Εδαφικές ενότητες

1.   Εάν Συμβαλλόμενο Κράτος διατηρεί εδαφικές ενότητες στις οποίες εφαρμόζονται διαφορετικά συστήματα δικαίου όσον αφορά τα θέματα που ρυθμίζει η Σύμβαση, μπορεί, κατά το χρόνο επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, να δηλώσει ότι η παρούσα Σύμβαση επεκτείνεται σε όλες τις εδαφικές του ενότητες ή μόνο σε μία ή περισσότερες εξ αυτών και μπορεί να τροποποιεί τη δήλωσή του, υποβάλλοντας άλλη δήλωση οποιαδήποτε στιγμή.

2.   Κάθε τέτοια δήλωση αναφέρει ρητώς τις εδαφικές ενότητες στις οποίες εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση.

3.   Εάν Συμβαλλόμενο Κράτος δεν έχει υποβάλει δήλωση σύμφωνα με την παράγραφο 1, η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται σε όλες τις εδαφικές του ενότητες.

4.   Όταν Συμβαλλόμενο Κράτος επεκτείνει την παρούσα Σύμβαση σε μία ή περισσότερες από τις εδαφικές του ενότητες, οι δηλώσεις που επιτρέπονται από την παρούσα Σύμβαση μπορεί να υποβληθούν για κάθε τέτοια εδαφική ενότητα, ενώ οι δηλώσεις που υποβλήθηκαν για μία εδαφική ενότητα μπορεί να είναι διαφορετικές από αυτές που υποβλήθηκαν για άλλη.

5.   Αν, δυνάμει δήλωσης που υποβλήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 1, η παρούσα Σύμβαση επεκτείνεται σε μία ή περισσότερες εδαφικές ενότητες ενός Συμβαλλόμενου Κράτους:

α)

ο οφειλέτης θεωρείται ότι βρίσκεται σε Συμβαλλόμενο Κράτος μόνον όταν έχει συσταθεί ή αποκτήσει νομική προσωπικότητα σύμφωνα με το ισχύον στην εδαφική ενότητα στην οποία εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση δίκαιο ή έχει την καταστατική έδρα του, την κεντρική διοίκησή του, τον τόπο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας ή τη συνήθη διαμονή του στην εδαφική ενότητα στην οποία εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση·

β)

κάθε αναφορά στη θέση του αντικειμένου σε Συμβαλλόμενο Κράτος αφορά τη θέση του αντικειμένου σε εδαφική ενότητα στην οποία εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση· και

γ)

κάθε αναφορά στις διοικητικές αρχές αυτού του Συμβαλλόμενου Κράτους, νοείται ως αναφορά στις διοικητικές αρχές που έχουν δικαιοδοσία σε εδαφική ενότητα στην οποία εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση.

Άρθρο 53

Καθορισμός δικαστηρίων

Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί, κατά το χρόνο επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στο Πρωτόκολλο, να ορίσει αρμόδιο «δικαστήριο» ή αρμόδια «δικαστήρια» για τους σκοπούς του Άρθρου 1 και του Κεφαλαίου XII της παρούσας Σύμβασης.

Άρθρο 54

Δηλώσεις για τα ένδικα βοηθήματα

1.   Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί, κατά το χρόνο επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στο Πρωτόκολλο, να δηλώσει ότι, όταν το βεβαρημένο αντικείμενο βρίσκεται εντός της επικράτειάς του ή ελέγχεται από αυτήν, ο δανειστής δεν μπορεί να προβεί σε χρηματοδοτική μίσθωση του αντικειμένου στην επικράτεια αυτή.

2.   Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί, κατά το χρόνο επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στο Πρωτόκολλο, να δηλώσει εάν κάθε ένδικο βοήθημα που έχει στη διάθεσή του ο πιστωτής, σύμφωνα με οποιαδήποτε διάταξη της παρούσας Σύμβασης, και για την εφαρμογή του οποίου οι διατάξεις της Σύμβασης δεν απαιτούν αίτηση ενώπιον δικαστηρίου, μπορεί να ασκηθεί μόνο με παρέμβαση του δικαστηρίου.

Άρθρο 55

Δηλώσεις που αφορούν την προστασία εκκρεμούσης της κύριας δίκης

Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί, κατά το χρόνο επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στο Πρωτόκολλο, να δηλώσει ότι δεν θα εφαρμόζει τις διατάξεις του Άρθρου 13 ή του Άρθρου 43, ή αμφοτέρων, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει. Η δήλωση καθορίζει υπό ποιες προϋποθέσεις θα εφαρμόζεται το σχετικό Άρθρο, σε περίπτωση μερικής εφαρμογής, ή διαφορετικά, ποιες άλλες μορφές προσωρινής προστασίας θα εφαρμόζονται.

Άρθρο 56

Επιφυλάξεις και δηλώσεις

1.   Καμία επιφύλαξη δεν επιτρέπεται στο πλαίσιο της παρούσας Σύμβασης ενώ οι επιτρεπόμενες δηλώσεις από τα Άρθρα 39, 40, 50, 52, 53, 54, 55, 57, 58 και 60 υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές.

2.   Κάθε δήλωση ή μεταγενέστερη δήλωση ή απόσυρση δήλωσης που υποβλήθηκε σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση κοινοποιείται εγγράφως στο Θεματοφύλακα.

Άρθρο 57

Μεταγενέστερες δηλώσεις

1.   Κάθε Κράτος Μέρος μπορεί να υποβάλει μεταγενέστερη δήλωση, εκτός της προβλεπόμενης από το Άρθρο 60, σε οποιαδήποτε στιγμή μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας Σύμβασης, με κοινοποίηση στο Θεματοφύλακα γι’ αυτό το σκοπό.

2.   Η μεταγενέστερη αυτή δήλωση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί μετά την παρέλευση έξι μηνών από την ημερομηνία λήψης της κοινοποίησης από το Θεματοφύλακα. Όταν στην κοινοποίηση ορίζεται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για την έναρξη ισχύος της δήλωσης, αυτή τίθεται σε ισχύ μετά την παρέλευση του μεγαλύτερου αυτού χρονικού διαστήματος μετά τη λήψη της κοινοποίησης από το Θεματοφύλακα.

3.   Με την επιφύλαξη των προηγούμενων παραγράφων, η παρούσα Σύμβαση συνεχίζει να εφαρμόζεται, ως αν να μην είχε υποβληθεί μεταγενέστερη δήλωση, όσον αφορά όλα τα δικαιώματα και τις εμπράγματες ασφάλειες που έχουν συσταθεί πριν την ημερομηνία έναρξης ισχύος κάθε τέτοιας μεταγενέστερης δήλωσης.

Άρθρο 58

Ανάκληση δηλώσεων

1.   Κάθε Κράτος Μέρος που έχει προβεί σε δήλωση σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, εκτός της προβλεπόμενης από το Άρθρο 60 δήλωσης, μπορεί να την αποσύρει οποιαδήποτε στιγμή, με κοινοποίηση στο Θεματοφύλακα. Η συγκεκριμένη ανάκληση αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί μετά την παρέλευση έξι μηνών από την ημερομηνία λήψης της κοινοποίησης από το Θεματοφύλακα.

2.   Παρά την ύπαρξη της προηγούμενης παραγράφου, η παρούσα Σύμβαση συνεχίζει να εφαρμόζεται, ως αν να μην είχε γίνει ανάκληση της δήλωσης, όσον αφορά όλα τα δικαιώματα και τις εμπράγματες ασφάλειες που έχουν συσταθεί πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος κάθε τέτοιας ανάκλησης.

Άρθρο 59

Καταγγελίες

1.   Κάθε Κράτος Μέρος μπορεί να καταγγείλει την παρούσα Σύμβαση με έγγραφη κοινοποίηση προς το Θεματοφύλακα.

2.   Η καταγγελία ισχύει από την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί μετά την παρέλευση δώδεκα μηνών από την ημερομηνία λήψης της κοινοποίησης από το Θεματοφύλακα.

3.   Παρά την ύπαρξη των προηγούμενων παραγράφων, η παρούσα Σύμβαση εξακολουθεί να εφαρμόζεται, ως αν να μην είχε γίνει η συγκεκριμένη καταγγελία, όσον αφορά όλα τα δικαιώματα και τις εμπράγματες ασφάλειες που έχουν συσταθεί πριν την ημερομηνία έναρξης ισχύος κάθε τέτοιας καταγγελίας

Άρθρο 60

Μεταβατικές διατάξεις

1.   Εκτός από τις περιπτώσεις όπου Συμβαλλόμενο Κράτος έχει υποβάλει διαφορετική δήλωση σε οποιαδήποτε στιγμή, η παρούσα Σύμβαση δεν εφαρμόζεται επί προϋπάρχοντος δικαιώματος ή εμπράγματης ασφάλειας, που διατηρεί την προτεραιότητα που είχε σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο πριν την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας Σύμβασης.

2.   Για τους σκοπούς του Άρθρου 1 παράγραφος 5 και για τον καθορισμό της προτεραιότητας δυνάμει της παρούσας Σύμβασης:

α)

«ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας Σύμβασης» νοείται, για τον οφειλέτη, ο χρόνος έναρξης ισχύος της παρούσας Σύμβασης ή ο χρόνος κατά τον οποίο το Κράτος στο οποίο βρίσκεται ο οφειλέτης καθίσταται Συμβαλλόμενο Κράτος, λαμβανομένης υπόψη της μεταγενέστερης ημερομηνίας· και

β)

ο οφειλέτης βρίσκεται σε Κράτος στο οποίο έχει την κεντρική του διοίκηση ή, αν δεν διαθέτει κεντρική διοίκηση, το οποίο αποτελεί τον τόπο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας ή, αν διαθέτει περισσότερους του ενός τόπους επιχειρηματικής δραστηριότητας, τον κύριο τόπο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας ή, ελλείψει αυτού, τον τόπο της συνήθους διαμονής του.

3.   Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί στη δήλωσή του που υποβάλλεται δυνάμει της παραγράφου 1, να καθορίσει μια ημερομηνία, όχι νωρίτερα από τρία έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της δήλωσης, κατά την οποία τίθενται σε εφαρμογή η παρούσα Σύμβαση και το Πρωτόκολλο, για το σκοπό καθορισμού της προτεραιότητας, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας οποιασδήποτε υφισταμένης προτεραιότητας, σε σχέση με προϋπάρχοντα δικαιώματα ή εμπράγματες ασφάλειες που έχουν συσταθεί με συμφωνία που καταρτίσθηκε κατά το χρόνο που ο οφειλέτης βρισκόταν στο Κράτος που αναφέρεται στο στοιχείο β) της προηγούμενης παραγράφου, αλλά μόνο στο βαθμό και κατά τον τρόπο που καθορίζονται στη δήλωση του Συμβαλλόμενου Κράτους.

Άρθρο 61

Αναθεωρητικές Διασκέψεις, τροποποιήσεις και άλλα συναφή ζητήματα

1.   Ο Θεματοφύλακας συντάσσει, είτε ετησίως είτε όποτε το απαιτούν οι περιστάσεις, εκθέσεις προς τα Κράτη Μέρη όσον αφορά τον τρόπο που λειτουργεί στην πράξη το διεθνές καθεστώς που εγκαθιδρύεται με την παρούσα Σύμβαση. Κατά την προετοιμασία αυτών των εκθέσεων, ο Θεματοφύλακας λαμβάνει υπόψη του τις εκθέσεις της Αρχής Ελέγχου σχετικά με τη λειτουργία του διεθνούς συστήματος νηολόγησης.

2.   Κατόπιν αιτήματος του εικοσιπέντε τοις εκατό τουλάχιστον των Κρατών Μερών, ο Θεματοφύλακας συγκαλεί κατά καιρούς Αναθεωρητικές Διασκέψεις των Κρατών Μερών, σε συνεννόηση με την Αρχή Ελέγχου, προκειμένου να εξετασθούν:

α)

η πρακτική εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης και η αποτελεσματικότητά της όσον αφορά τη διευκόλυνση της χρηματοδότησης, με βάση τα στοιχεία ενεργητικού, και της χρηματοδοτικής μίσθωσης των αντικειμένων που καλύπτονται από τους όρους της·

β)

η δοθείσα δικαστική ερμηνεία και η εφαρμογή των όρων της παρούσας Σύμβασης και των κανονισμών·

γ)

η λειτουργία του διεθνούς συστήματος νηολόγησης, οι δραστηριότητες του Νηολόγου και η επιθεώρησή του από την Αρχή Ελέγχου, βάσει των εκθέσεων της Αρχής Ελέγχου, και

δ)

κατά πόσον είναι επιθυμητές οποιεσδήποτε τροποποιήσεις της παρούσας Σύμβασης ή των ρυθμίσεων που αφορούν το Διεθνές Νηολόγιο.

3.   Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 4, κάθε τροποποίηση της παρούσας Σύμβασης πρέπει να εγκριθεί από πλειοψηφία των δύο τρίτων τουλάχιστον των Κρατών Μερών που συμμετέχουν στην αναφερόμενη στην προηγούμενη παράγραφο Διάσκεψη, τίθεται δε στη συνέχεια σε ισχύ έναντι των Κρατών τα οποία έχουν επικυρώσει, αποδεχθεί ή εγκρίνει την τροποποίηση, μετά την επικύρωση, αποδοχή ή έγκρισή της από τρία Κράτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 49 που αφορά την έναρξη ισχύος της.

4.   Όταν η προτεινόμενη τροποποίηση της παρούσας Σύμβασης πρόκειται να εφαρμοσθεί σε περισσότερες της μιας κατηγορίες εξοπλισμού, η τροποποίηση αυτή πρέπει να εγκριθεί από πλειοψηφία των δύο τρίτων τουλάχιστον των Κρατών Μερών του κάθε Πρωτοκόλλου που συμμετέχουν στην αναφερόμενη στην παράγραφο 2 Διάσκεψη.

Άρθρο 62

Ο Θεματοφύλακας και τα καθήκοντά του

1.   Τα έγγραφα επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης κατατίθενται στο Διεθνές Ινστιτούτο για την Ενοποίηση του Ιδιωτικού Δικαίου (UNIDROIT), που καλείται στο εξής Θεματοφύλακας.

2.   Ο Θεματοφύλακας:

α)

πληροφορεί όλα τα Συμβαλλόμενα Κράτη για:

i)

κάθε νέα υπογραφή ή κατάθεση εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης καθώς και για την ημερομηνία αυτών,

ii)

την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας Σύμβασης,

iii)

κάθε δήλωση που υποβάλλεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση καθώς και για την ημερομηνία αυτής,

iv)

ανάκληση ή τροποποίηση κάθε δήλωσης καθώς και για την ημερομηνία αυτών, και

v)

την κοινοποίηση κάθε καταγγελίας της παρούσας Σύμβασης, την ημερομηνία της καταγγελίας και την ημερομηνία έναρξης ισχύος αυτής·

β)

διαβιβάζει γνήσια επικυρωμένα αντίγραφα της παρούσας Σύμβασης σε όλα τα Συμβαλλόμενα Κράτη·

γ)

παρέχει στην Αρχή Ελέγχου και στο Νηολόγο αντίγραφο κάθε εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης με την ημερομηνία κατάθεσής τους, κάθε δήλωσης, ή ανάκλησης ή τροποποίησης μίας δήλωσης και κάθε κοινοποίησης καταγγελίας με την ημερομηνία κοινοποίησης της, κατά τρόπον ώστε όλες οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε αυτές να είναι εύκολα και πλήρως διαθέσιμες· και

δ)

εκτελεί όλα τα άλλα συνήθη καθήκοντα των Θεματοφυλάκων.

ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογράφοντες Πληρεξούσιοι, έχοντας πλήρη εξουσιοδότηση, υπέγραψαν την παρούσα Σύμβαση.

ΕΓΙΝΕ στο Κέιπ Τάουν στις δεκαέξι Νοεμβρίου του έτους δύο χιλιάδες ένα, σε ένα μόνο αντίτυπο στην αγγλική, αραβική, κινεζική, γαλλική, ρωσική και ισπανική γλώσσα, και όλα τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά. Η αυθεντικότητα των κειμένων αρχίζει να ισχύει μετά την εξακρίβωση από την Κοινή Γραμματεία της Διάσκεψης κατόπιν εντολής του Προέδρου της Διάσκεψης, εντός ενενήντα ημερών, της συμφωνίας των κειμένων μεταξύ τους.


ΠΡΩΤΌΚΟΛΛΟ

της Σύμβασης περί Διεθνών Εμπράγματων Ασφαλειών επί Κινητού Εξοπλισμού για θέματα που φορούν ειδικά τον εξοπλισμό αεροσκαφών

ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ,

ΚΡΙΝΟΝΤΑΣ απαραίτητη την εφαρμογή της Σύμβασης περί Διεθνών Εμπράγματων Ασφαλειών επί Κινητού Εξοπλισμού (η οποία θα αποκαλείται στο εξής «η Σύμβαση») σχετικά με τον εξοπλισμό αεροσκαφών και με βάση τους σκοπούς που ορίζονται στο προοίμιο,

ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ την ανάγκη προσαρμογής της Σύμβασης, ώστε αυτή να ανταποκριθεί στις ειδικότερες απαιτήσεις της χρηματοδότησης αεροσκαφών, και της επέκτασης του πεδίου εφαρμογής της, ώστε να συμπεριλάβει συμβάσεις πώλησης εξοπλισμού αεροσκαφών,

ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τις αρχές και τους αντικειμενικούς σκοπούς της Σύμβασης για τη Διεθνή Πολιτική Αεροπορία που υπεγράφη στο Σικάγο στις 7 Δεκεμβρίου 1944,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ως προς τις ακόλουθες διατάξεις αναφορικά με τον εξοπλισμό των αεροσκαφών:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο I

Ορισμοί

1.   Στο παρόν Πρωτόκολλο, οι όροι που χρησιμοποιούνται έχουν τη σημασία που αναφέρεται στη Σύμβαση, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζεται διαφορετικά.

2.   Στο παρόν Πρωτόκολλο, οι ακόλουθοι όροι χρησιμοποιούνται με τις σημασίες που ορίζονται παρακάτω:

α)

«αεροσκάφος», σύμφωνα με τη Σύμβαση του Σικάγου, σημαίνει είτε άτρακτος με τους επ’ αυτής τοποθετημένους κινητήρες, είτε ελικόπτερο·

β)

«κινητήρες αεροσκαφών» είναι οι κινητήρες (εκτός εκείνων που χρησιμοποιούνται από τις στρατιωτικές, τελωνειακές ή αστυνομικές υπηρεσίες) που λειτουργούν με αεριοπροώθηση ή με αεροστροβίλους ή με τεχνολογία εμβόλου:

i)

στην πρώτη περίπτωση, οι κινητήρες αεριοπροώθησης έχουν τουλάχιστον 1 750 λίβρες ώσης ή το ισοδύναμο αυτής, και

ii)

στη δεύτερη περίπτωση, οι κινητήρες αεροστροβίλων ή εμβόλου έχουν τουλάχιστον 550 ίππους πιστοποιημένη ιπποδύναμη απογείωσης ή το ισοδύναμο αυτής, μαζί με όλα τους τα εξαρτήματα, καθώς και τα λοιπά εγκατεστημένα, ενσωματωμένα ή προσαρτημένα παρελκόμενα, ανταλλακτικά και εξοπλισμό, και όλα τα δεδομένα, εγχειρίδια και σχετικά στοιχεία·

γ)

«αντικείμενα αεροσκάφους» είναι οι άτρακτοι, οι κινητήρες αεροσκαφών και τα ελικόπτερα·

δ)

«νηολόγιο αεροσκαφών» είναι το νηολόγιο αεροσκαφών ενός Κράτους ή μιας αρχής καταχωρούσας κοινή εκμετάλλευση, σύμφωνα με τους σκοπούς της Σύμβασης του Σικάγου·

ε)

«άτρακτοι» είναι οι άτρακτοι (εκτός αυτών που χρησιμοποιούνται από τις στρατιωτικές, τελωνειακές ή αστυνομικές υπηρεσίες) οι οποίες, εφόσον επ’ αυτών έχουν τοποθετηθεί οι κατάλληλοι κινητήρες, εμπίπτουν στον τύπο που είναι πιστοποιημένος από τις αρμόδιες αεροπορικές αρχές για τη μεταφορά:

i)

τουλάχιστον οκτώ ατόμων, συμπεριλαμβανομένου του πληρώματος, ή

ii)

εμπορευμάτων βάρους άνω των 2 750 χιλιόγραμμων, μαζί με όλα τα εγκατεστημένα, ενσωματωμένα ή προσαρτημένα παρελκόμενα, ανταλλακτικά και εξοπλισμό (εκτός των κινητήρων) και όλα τα δεδομένα, εγχειρίδια και σχετικά στοιχεία·

στ)

«εξουσιοδοτημένο μέρος» είναι το μέρος που αναφέρεται στο άρθρο XIII παράγραφος 3·

ζ)

«Σύμβαση του Σικάγου» είναι η Σύμβαση για τη Διεθνή Πολιτική Αεροπορία που υπεγράφη στο Σικάγο στις 7 Δεκεμβρίου 1944, όπως αυτή τροποποιήθηκε, μαζί με τα παραρτήματά της·

η)

«αρχή καταχωρούσα την κοινή εκμετάλλευση» είναι η αρχή που τηρεί νηολόγιο, σύμφωνα με το Άρθρο 77 της Σύμβασης του Σικάγου, όπως εφαρμόζεται βάσει της Απόφασης που υιοθετήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1967 από το Συμβούλιο του Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Αεροπορίας για την εθνικότητα και νηολόγηση των αεροσκαφών τα οποία χρησιμοποιούν διεθνείς οργανισμοί εκμετάλλευσης·

θ)

«διαγραφή αεροσκάφους από το νηολόγιο» είναι η διαγραφή ή η αφαίρεση της καταχώρησης αεροσκάφους από το νηολόγιο αεροσκαφών σύμφωνα με τη Σύμβαση του Σικάγου·

ι)

«σύμβαση εγγύησης» είναι η σύμβαση που συνάπτεται από πρόσωπο με την ιδιότητα του εγγυητή·

ια)

«εγγυητής» είναι το πρόσωπο που παρέχει ή εκδίδει εγγύηση ή εγγυητική όψεως ή πίστωση άμεσης ετοιμότητας ή οποιαδήποτε άλλη μορφή ασφάλισης πιστώσεων, με σκοπό τη διασφάλιση της τήρησης των οποιωνδήποτε υποχρεώσεων έναντι του πιστωτή, η οποία εξασφαλίζεται με σύμβαση παροχής εμπραγμάτου ασφαλείας ή με άλλη συμφωνία·

ιβ)

«ελικόπτερα» είναι μηχανές βαρύτερες του αέρος (εκτός αυτών που χρησιμοποιούνται από τις στρατιωτικές, τελωνειακές ή αστυνομικές υπηρεσίες) που υποστηρίζονται κατά την πτήση κυρίως από τις αντιδράσεις του αέρα επί ενός ή περισσοτέρων στροφίων, κινουμένων μηχανικά επί κατακόρυφων αξόνων, και είναι πιστοποιημένα ως προς τον τύπο από τις αρμόδιες αεροπορικές αρχές για τη μεταφορά:

i)

πέντε τουλάχιστον ατόμων, συμπεριλαμβανομένου του πληρώματος, ή

ii)

εμπορευμάτων βάρους άνω των 450 χιλιόγραμμων, μαζί με όλα τα εγκατεστημένα, ενσωματωμένα ή προσαρτημένα παρελκόμενα, ανταλλακτικά και εξοπλισμό (συμπεριλαμβανομένων των στροφίων), και όλα τα δεδομένα, εγχειρίδια και σχετικά στοιχεία·

ιγ)

«περιπτώσεις αφερεγγυότητας» συνιστούν:

i)

η έναρξη διαδικασίας κήρυξης αφερεγγυότητας, ή

ii)

η εκδήλωση πρόθεσης αναστολής ή η αναστολή πληρωμών από τον οφειλέτη, όταν παρεμποδίζεται ή αναστέλλεται από το Νόμο ή με πράξη του Κράτους το δικαίωμα του πιστωτή να ξεκινήσει διαδικασία αφερεγγυότητας κατά του οφειλέτη ή να ασκήσει τα ένδικα μέσα που προβλέπονται από τη Σύμβαση·

ιδ)

«κύριος τόπος δικαιοδοσίας αφερεγγυότητας (κυρία δωσιδικία αφερεγγυότητας)» είναι το Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο ευρίσκεται το κέντρο των κύριων συμφερόντων του οφειλέτη. Ως κέντρο θεωρείται είτε η καταστατική του έδρα του οφειλέτη είτε, όταν δεν υπάρχει τέτοια, ο τόπος όπου ο οφειλέτης συνεστήθη ή απέκτησε νομική προσωπικότητα, εκτός εάν υφίσταται απόδειξη περί του αντιθέτου·

ιε)

«Νηολογούσα Αρχή» είναι η εθνική αρχή ή η αρχή η καταχωρούσα την κοινή εκμετάλλευση, που τηρεί νηολόγιο αεροσκαφών σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος και είναι υπεύθυνη για τη νηολόγηση ή τη διαγραφή αεροσκάφους σύμφωνα με τη Σύμβαση του Σικάγου·

ιστ)

«Κράτος Νηολόγησης» είναι, σε ό,τι αφορά το αεροσκάφος, το Κράτος στο εθνικό νηολόγιο του οποίου έχει καταχωρηθεί ένα αεροσκάφος ή το Κράτος στο οποίο βρίσκεται η αρχή η καταχωρούσα την κοινή εκμετάλλευση που τηρεί νηολόγιο αεροσκαφών.

Άρθρο II

Εφαρμογή της Σύμβασης σε ό,τι αφορά τα αντικείμενα αεροσκάφους

1.   Η Σύμβαση εφαρμόζεται επί των αντικειμένων αεροσκάφους σύμφωνα με τους όρους του παρόντος Πρωτοκόλλου.

2.   Η Σύμβαση και το παρόν Πρωτόκολλο αποκαλούνται Σύμβαση για τις διεθνείς εμπράγματες ασφάλειες επί κινητού εξοπλισμού, όπως εφαρμόζονται επί των αντικειμένων αεροσκαφών.

Άρθρο III

Εφαρμογή της σύμβασης σε πωλήσεις

Οι ακόλουθες διατάξεις της Σύμβασης εφαρμόζονται ωσάν οι αναφορές στη συμφωνία που δημιουργεί ή παρέχει διεθνή εμπράγματη ασφάλεια να ήσαν αναφορές σε σύμβαση πώλησης και ωσάν οι αναφορές σε διεθνή εμπράγματη ασφάλεια (ή σε μελλοντική διεθνή εμπράγματη ασφάλεια) στον οφειλέτη και στον πιστωτή να ήσαν αναφορές σε πώληση (ή μελλοντική πώληση) στον πωλητή και στον αγοραστή αντίστοιχα:

Άρθρα 3 και 4,

Άρθρο 16 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Άρθρο 19 παράγραφος 4,

Άρθρο 20 παράγραφος 1(όσον αφορά την καταχώρηση σύμβασης πώλησης ή μελλοντικής πώλησης),

Άρθρο 25 παράγραφος 2 (όσον αφορά μελλοντική πώληση), και

Άρθρο 30.

Επιπλέον, οι γενικές διατάξεις του Άρθρου 1, του Άρθρου 5, των Κεφαλαίων IV έως VII, του Άρθρου 29 [εκτός του Άρθρου 29 παράγραφος 3, το οποίο αντικαταστάθηκε από το Άρθρο XVI παράγραφοι 1 και 2], του Κεφαλαίου X, του Κεφαλαίου XII (εκτός του Άρθρου 43), του Κεφαλαίου XIII και του Κεφαλαίου XIV (εκτός του Άρθρου 60), εφαρμόζονται τόσο σε συμβάσεις πώλησης, όσο και σε συμβάσεις μελλοντικών πωλήσεων.

Άρθρο IV

Πεδίο εφαρμογής

1.   Με την επιφύλαξη του Άρθρου 3 παράγραφος 1 της Σύμβασης, η Σύμβαση επίσης ισχύει επί ελικοπτέρων και ατράκτων αεροσκαφών, καταχωρημένων σε νηολόγιο αεροσκαφών Συμβαλλόμενου Κράτους το οποίο είναι και το Κράτος νηολόγησης. Κάθε νηολόγηση που έχει γίνει βάσει της συμφωνίας νηολόγησης αεροσκάφους θεωρείται ότι έχει πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας.

2.   Κατά την έννοια του ορισμού της «συναλλαγής εσωτερικού» του Άρθρου 1 της Σύμβασης:

α)

η άτρακτος βρίσκεται στο Κράτος νηολόγησης του αεροσκάφους του οποίου αποτελεί μέρος·

β)

ο κινητήρας βρίσκεται στο Κράτος νηολόγησης του αεροσκάφους στο οποίο είναι τοποθετημένος, ή, εάν δεν έχει τοποθετηθεί σε αεροσκάφος, στον τόπο της φυσικής του παρουσίας· και

γ)

ένα ελικόπτερο βρίσκεται στο Κράτος νηολόγησής του κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας η οποία δημιουργεί ή προβλέπει την εμπράγματη ασφάλεια.

3.   Τα Συμβαλλόμενα Μέρη μπορούν, με γραπτή συμφωνία, να αποκλείσουν την εφαρμογή του Άρθρου XI και, στις μεταξύ τους σχέσεις, να παρεκκλίνουν από την ισχύ ή να διαφοροποιήσουν την ισχύ οποιασδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος Πρωτοκόλλου εξαιρουμένου του Άρθρου IX παράγραφοι 2 έως 4.

Άρθρο V

Διατυπώσεις, ισχύς και καταχώρηση των συμβάσεων πώλησης

1.   Κατά την έννοια του παρόντος Πρωτοκόλλου, σύμβαση πώλησης είναι η σύμβαση που:

α)

είναι γραπτή·

β)

αναφέρεται σε αντικείμενο του αεροσκάφους, επί του οποίου ο πωλητής έχει εξουσία διάθεσης·

γ)

επιτρέπει την αναγνώριση του αντικειμένου του αεροσκάφους σύμφωνα με το παρόν Πρωτόκολλο.

2.   Η σύμβαση πώλησης μεταβιβάζει την εμπράγματη ασφάλεια του πωλητή επί του αντικειμένου του αεροσκάφους στον αγοραστή σύμφωνα με τους όρους της.

3.   Η καταχώρηση σύμβασης πώλησης παραμένει σε ισχύ για αόριστο χρονικό διάστημα. Η καταχώρηση μελλοντικής πώλησης παραμένει σε ισχύ μέχρις ότου εκτελεσθεί ή παρέλθει το τυχόν χρονικό διάστημα ισχύος της, το οποίο πρέπει να ορίζεται στην καταχώρηση.

Άρθρο VI

Ιδιότητες αντιπροσώπου

Ένα πρόσωπο μπορεί να συνάψει συμφωνία ή πώληση και να καταχωρήσει διεθνή εμπράγματη ασφάλεια επί αντικειμένου αεροσκάφους ή την πώληση αυτού με την ιδιότητα του αντιπροσώπου εταιρείας, οργανισμού ή άλλου φορέα. Σε αυτή την περίπτωση, το άτομο είναι εξουσιοδοτημένο, σύμφωνα με τη Σύμβαση, να διεκδικήσει δικαιώματα και εμπράγματες ασφάλειες.

Άρθρο VII

Περιγραφή αντικειμένων αεροσκάφους

Η περιγραφή αντικειμένου αεροσκάφους, που περιλαμβάνει τον αύξοντα αριθμό του κατασκευαστή, την επωνυμία αυτού και τον προσδιορισμό του μοντέλου του, είναι απαραίτητη και αρκεί για την αναγνώριση του αντικειμένου κατά την έννοια του Άρθρου 7 στοιχείο γ) της Σύμβασης και του Άρθρου V παράγραφος 1 στοιχείο γ) του παρόντος Πρωτοκόλλου.

Άρθρο VIII

Επιλογή δικαίου

1.   Το παρόν Άρθρο εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που το Συμβαλλόμενο Κράτος έχει προβεί στη δήλωση του Άρθρου ΧΧΧ παράγραφος 1.

2.   Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνίας, σύμβασης πώλησης, σχετικής σύμβασης εγγύησης ή συμφωνίας υπαγωγής μπορούν να συμφωνήσουν όσον αφορά το δίκαιο που θα διέπει, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, τα συμβατικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.

3.   Αν δεν έχει υπάρξει άλλη συμφωνία, η αναφορά της προηγούμενης παραγράφου στο επιλεγέν από τα συμβαλλόμενα μέρη δίκαιο συνεπάγεται την εφαρμογή των εσωτερικών κανόνων δικαίου του συγκεκριμένου Κράτους ή, όταν το Κράτος αποτελείται από περισσότερες της μιας εδαφικές ενότητες, του εσωτερικού δικαίου της συγκεκριμένης εδαφικής ενότητας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΕΝΔΙΚΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΑΘΕΤΗΣΕΩΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ, ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΕΚΧΩΡΗΣΕΙΣ

Άρθρο IX

Τροποποίηση των διατάξεων για τα ένδικα βοηθήματα για την αντιμετώπιση αθετήσεως υποχρεώσεων

1.   Εκτός των ένδικων βοηθημάτων που προβλέπονται στο Κεφάλαιο III της Σύμβασης, ο πιστωτής, εφόσον ο οφειλέτης έχει συμφωνήσει σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή και υπό τις συνθήκες που καθορίζονται στο παρόν Κεφάλαιο, μπορεί να προβεί:

α)

στη διαγραφή του αεροσκάφους· και

β)

στην εξαγωγή και φυσική μεταφορά του αντικειμένου του αεροσκάφους από την επικράτεια στην οποία βρίσκεται.

2.   Ο πιστωτής δεν θα ασκήσει τα ένδικα βοηθήματα που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο χωρίς προηγούμενη γραπτή συναίνεση του κατόχου οποιασδήποτε καταχωρημένης εμπράγματης ασφάλειας που έχει προτεραιότητα έναντι αυτής του πιστωτή.

3.   Το Άρθρο 8 παράγραφος 3 της Σύμβασης δεν ισχύει επί αντικειμένων αεροσκάφους. Οποιοδήποτε προβλεπόμενο από τη Σύμβαση ένδικο βοήθημα από αθέτηση υποχρεώσεων σε σχέση με αντικείμενο αεροσκάφους πρέπει να ασκείται με εμπορικά λογικό τρόπο. Ένα ένδικο βοήθημα από αθέτηση υποχρεώσεων θεωρείται ότι ασκείται κατά εμπορικά λογικό τρόπο όταν ασκείται σύμφωνα με διάταξη της συμφωνίας, εκτός εάν η διάταξη αυτή είναι καταφανώς παράλογη.

4.   Ο δικαιούχος βάρους που προβαίνει σε έγγραφη γνωστοποίηση προθεσμίας δέκα ή περισσοτέρων εργασίμων ημερών σχετικά με μία προτεινόμενη πώληση ή μίσθωση στα ενδιαφερόμενα μέρη θεωρείται ότι ικανοποιεί τις απαιτήσεις παροχής «προηγούμενης γνωστοποίησης εύλογης προθεσμίας», η οποία ορίζεται στο Άρθρο 8 παράγραφος 4 της Σύμβασης. Τα ανωτέρω δεν εμποδίζουν τον δικαιούχο του βάρους, τον δότη του βάρους και τον εγγυητή να συμφωνήσουν ως προς γνωστοποίηση μεγαλύτερης προθεσμίας.

5.   Η νηολογούσα αρχή σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος θα ικανοποιεί κάθε αίτημα διαγραφής και εξαγωγής, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους νόμους και κανονισμούς που ρυθμίζουν θέματα ασφαλείας, όταν:

α)

η αίτηση υποβάλλεται νομίμως από το εξουσιοδοτημένο συμβαλλόμενο μέρος στα πλαίσια μίας καταχωρημένης και αμετάκλητης αίτησης για διαγραφή και εξαγωγή και

β)

στην περίπτωση που του ζητηθεί από την νηολογούσα αρχή, το εξουσιοδοτημένο συμβαλλόμενο μέρος πιστοποιεί ότι όλες οι καταχωρημένες εμπράγματες ασφάλειες που έχουν προτεραιότητα έναντι αυτών του πιστωτή υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η εξουσιοδότηση, έχουν εξαλειφθεί ή ότι οι κάτοχοι των εμπράγματων ασφαλειών έχουν συναινέσει στη διαγραφή και εξαγωγή.

6.   Ο δανειστής που προτίθεται να προβεί στη διαγραφή και εξαγωγή αεροσκάφους σύμφωνα με την παράγραφο 1 χωρίς δικαστική απόφαση, πρέπει να προβεί σε εύλογη πρότερη έγγραφη γνωστοποίηση σε σχέση με την προτιθέμενη διαγραφή και εξαγωγή:

α)

προς τους ενδιαφερόμενους που ορίζονται στο Άρθρο 1 στοιχείο ιγ) σημεία i) και ii) της Σύμβασης· και

β)

προς τους ενδιαφερόμενους που ορίζονται στο Άρθρο 1 στοιχείο ιγ) σημείο iii) της Σύμβασης, οι οποίοι έχουν γνωστοποιήσει τα δικαιώματά τους στον δικαιούχο του βάρους εντός εύλογου χρονικού διαστήματος προ της διαγραφής και εξαγωγής.

Άρθρο X

Τροποποίηση των διατάξεων που αφορούν στην λήψη μέτρων εκκρεμούντος του τελικού καθορισμού

1.   Το παρόν Άρθρο εφαρμόζεται μόνο όταν κάποιο Συμβαλλόμενο Κράτος έχει προβεί σε δήλωση σύμφωνα με το Άρθρο ΧΧΧ παράγραφος 2 και στο βαθμό που καθορίζεται σε αυτήν.

2.   Υπό την έννοια του Άρθρου 13 παράγραφος 1 της Σύμβασης, ο όρος «ταχεία», όσον αφορά την επίτευξη της λήψης μέτρων, σημαίνει τόσες εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης περί λήψεως μέτρων όσες καθορίζονται στη δήλωση του Συμβαλλόμενου Κράτους όπου έγινε η αίτηση.

3.   Το Άρθρο 13 παράγραφος 1 της Σύμβασης εφαρμόζεται με την προσθήκη του κατωτέρω κειμένου αμέσως μετά την υποπαράγραφο δ):

«ε)

εάν, οποτεδήποτε, υπάρξει ειδική συμφωνία μεταξύ του οφειλέτη και του πιστωτή, πώληση και χρησιμοποίηση του προϊόντος αυτής » και το Άρθρο 43 παράγραφος 2 εφαρμόζεται με την προσθήκη των λέξεων «και ε)» μετά τις λέξεις «Άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο δ)».

4.   Η κυριότητα ή οποιαδήποτε άλλη εμπράγματη ασφάλεια του οφειλέτη, μεταβιβαζόμενη με πώληση δυνάμει της προηγούμενης παραγράφου, απαλλάσσεται από οποιαδήποτε άλλη εμπράγματη ασφάλεια επί της οποίας η διεθνής εμπράγματη ασφάλεια του πιστωτή έχει προτεραιότητα δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 29 της Σύμβασης.

5.   Ο πιστωτής και ο οφειλέτης ή οποιοσδήποτε άλλος ενδιαφερόμενος μπορούν να συμφωνήσουν γραπτώς να αποκλείσουν την εφαρμογή του Άρθρου 13 παράγραφος 2 της Σύμβασης.

6.   Όσον αφορά τα ένδικα βοηθήματα του Άρθρου IX παράγραφος 1:

α)

καθίστανται διαθέσιμα από την νηολογούσα αρχή και άλλες διοικητικές αρχές, ανάλογα με την περίπτωση, σε Συμβαλλόμενο Κράτος το αργότερο εντός πέντε εργάσιμων ημερών μετά τη γνωστοποίηση του πιστωτή προς τις αρχές αυτές ότι η καθοριζόμενη στο Άρθρο ΙΧ παράγραφος 1 λήψη μέτρων έχει πραγματοποιηθεί ή, στην περίπτωση που η λήψη μέτρων πραγματοποιήθηκε από αλλοδαπό δικαστήριο, ότι αυτή η λήψη μέτρων έχει αναγνωρισθεί από τα δικαστήρια του εν λόγω Συμβαλλόμενου Κράτους και ότι ο πιστωτής δικαιούται να καταστεί δέκτης αυτών των ενδίκων βοηθημάτων σύμφωνα με τη Σύμβαση· και

β)

οι αρμόδιες αρχές θα συνεργασθούν αμέσως και θα βοηθήσουν τον πιστωτή στην άσκηση των ενδίκων αυτών βοηθημάτων σύμφωνα με τους εφαρμοστέους νόμους και κανονισμούς της ασφάλειας της αεροπλοΐας.

7.   Οι παράγραφοι 2 και 6 δεν επηρεάζουν τους εφαρμοστέους νόμους και κανονισμούς της ασφάλειας της αεροπλοΐας.

Άρθρο XI

Ένδικα βοηθήματα σε περίπτωση αφερεγγυότητας

1.   Το παρόν Άρθρο εφαρμόζεται μόνο όταν το Συμβαλλόμενο Κράτος που αποτελεί τον κύριο τόπο δικαιοδοσίας σε περιπτώσεις αφερεγγυότητας έχει προβεί στη δήλωση του Άρθρου ΧΧΧ παράγραφος 3.

2.   Κατά την επέλευση γεγονότος αφερεγγυότητας, ο διαχειριστής της περιουσίας του αφερέγγυου ή ο οφειλέτης, ανάλογα με την περίπτωση, παραδίδει, δυνάμει της παραγράφου 7, την κατοχή του αντικειμένου του αεροσκάφους στον πιστωτή το αργότερο μέχρι του χρονικώς προηγουμένου από τα κάτωθι χρονικά σημεία:

α)

του τέλους της περιόδου αναμονής· και

β)

της ημερομηνίας κατά την οποία ο πιστωτής θα εδικαιούτο της κατοχής του αντικειμένου του αεροσκάφους, σε περίπτωση μη εφαρμογής του παρόντος Άρθρου.

3.   Υπό την έννοια του παρόντος Άρθρου, «περίοδος αναμονής» είναι το χρονικό διάστημα που καθορίζεται στη δήλωση του Συμβαλλόμενου Κράτους το οποίο αποτελεί τον κύριο τόπο δικαιοδοσίας σε περιπτώσεις αφερεγγυότητας.

4.   Η αναφορά του παρόντος Άρθρου στο «διαχειριστή της περιουσίας του αφερέγγυου» αφορά την επίσημη και όχι την προσωπική ιδιότητα του συγκεκριμένου ατόμου.

5.   Εάν δεν δοθεί και μέχρις ότου δοθεί η δυνατότητα στον πιστωτή να λάβει την κατοχή δυνάμει της παραγράφου 2:

α)

ο διαχειριστής της περιουσίας του αφερέγγυου ή ο οφειλέτης, ανάλογα με την περίπτωση, θα διαφυλάσσει το αντικείμενο του αεροσκάφους και θα συντηρεί αυτό και θα διατηρεί την αξία του, όπως ορίζεται στη συμφωνία· και

β)

ο πιστωτής θα δικαιούται να υποβάλει αίτηση για τη λήψη κάθε μορφής προσωρινού μέτρου που διατίθεται δυνάμει του ισχύοντος δικαίου.

6.   Το στοιχείο α) της προηγούμενης παραγράφου δεν αποκλείει τη χρήση του αντικειμένου του αεροσκάφους, βάσει ρυθμίσεων που θα έχουν ως στόχο τη διαφύλαξη του αντικειμένου του αεροσκάφους και τη συντήρηση του ιδίου και τη διατήρηση της αξίας του.

7.   Ο διαχειριστής της περιουσίας του αφερέγγυου ή ο οφειλέτης, ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να συνεχίσει να έχει την κατοχή του αντικειμένου του αεροσκάφους όταν έχει αποκαταστήσει, μέχρι το χρονικό σημείο που καθορίζεται στην παράγραφο 2, όλες τις περιπτώσεις αθέτησης υποχρεώσεων, εκτός αυτής που συντελέστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, και έχει συμφωνήσει ως προς την εκπλήρωση όλων των μελλοντικών υποχρεώσεων που ορίζονται στη Σύμβαση. Δεν δίδεται δεύτερη περίοδος αναμονής σε σχέση με την αθέτηση της εκπλήρωσης των μελλοντικών αυτών υποχρεώσεων.

8.   Όσον αφορά τα ένδικα βοηθήματα του Άρθρου ΙΧ παράγραφος 1:

α)

διατίθενται από τη νηολογούσα αρχή ή άλλη διοικητική αρχή, ανάλογα με την περίπτωση, του Συμβαλλομένου Κράτους το αργότερο εντός πέντε εργάσιμων ημερών από τη γνωστοποίηση του πιστωτή στις εν λόγω αρχές ότι δικαιούται να ασκήσει τα συγκεκριμένα ένδικα βοηθήματα δυνάμει της Σύμβασης· και

β)

οι αρμόδιες αρχές πρέπει να συνεργασθούν χωρίς καθυστέρηση και να βοηθήσουν τον πιστωτή στην άσκηση αυτών των ενδίκων βοηθημάτων δυνάμει των ισχυόντων νόμων και κανονισμών ασφάλειας της αεροπλοΐας.

9.   Η άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων που ορίζονται από τη Σύμβαση ή από το παρόν Πρωτόκολλο δεν μπορεί να παρεμποδισθεί ή να καθυστερήσει μετά την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

10.   Οι υποχρεώσεις του οφειλέτη, όπως ορίζονται στη συμφωνία, δεν μπορούν να τροποποιηθούν χωρίς τη συναίνεση του πιστωτή.

11.   Καμία διάταξη της προηγούμενης παραγράφου δεν μπορεί να ερμηνευτεί κατά τρόπο που να επηρεάζει την τυχόν εξουσία του διαχειριστή της περιουσίας του αφερέγγυου να καταγγείλει τη συμφωνία με βάση το ισχύον δίκαιο.

12.   Κανένα δικαίωμα ή εμπράγματη ασφάλεια, εκτός των μη συμβατικών δικαιωμάτων ή εμπράγματων ασφαλειών κατηγορίας που καλύπτεται από δήλωση δυνάμει του Άρθρου 39 παράγραφος 1, δεν έχει προτεραιότητα έναντι καταχωρημένων εμπράγματων ασφαλειών στην διαδικασία αφερεγγυότητας.

13.   Η Σύμβαση, μετά την τροποποίηση από το Άρθρο ΙΧ του παρόντος Πρωτοκόλλου, εφαρμόζεται στην άσκηση κάθε ενδίκου βοηθήματος που ορίζει το παρόν Άρθρο.

2.   Κατά την επέλευση περιστατικού αφερεγγυότητας, ο διαχειριστής της περιουσίας του αφερέγγυου ή ο οφειλέτης, ανάλογα με την περίπτωση, γνωστοποιεί στον πιστωτή, κατόπιν αιτήματος του τελευταίου, εντός του χρονικού διαστήματος που καθορίζεται στη δήλωση του Συμβαλλόμενου Κράτους και δυνάμει του Άρθρου ΧΧΧ παράγραφος 3, εάν:

α)

θα αποκαταστήσει τις περιπτώσεις αθέτησης υποχρεώσεων εκτός αυτής που συντελέστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας και θα συμφωνήσει ως προς την εκτέλεση όλων των μελλοντικών υποχρεώσεων, όπως ορίζει η συμφωνία και τα σχετικά με τη συναλλαγή έγγραφα· ή

β)

θα δώσει τη δυνατότητα στον πιστωτή να περάσει στην κατοχή του το αντικείμενο του αεροσκάφους, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο.

3.   Το αναφερόμενο στο στοιχείο β) της προηγούμενης παραγράφου εφαρμοστέο δίκαιο μπορεί να επιτρέψει στο δικαστήριο να απαιτήσει τη λήψη οποιωνδήποτε πρόσθετων μέτρων ή την παροχή πρόσθετης εγγύησης.

4.   Ο πιστωτής θα προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την αξίωσή του, καθώς και σχετικά με το γεγονός ότι η διεθνής εμπράγματη ασφάλειά του είναι καταχωρημένη.

5.   Αν ο διαχειριστής της περιουσίας του αφερέγγυου ή ο οφειλέτης, ανάλογα με την περίπτωση, δεν προβεί στη γνωστοποίηση που προβλέπεται στην παράγραφο 2, ή, όταν ο διαχειριστής της περιουσίας του αφερέγγυου ή ο οφειλέτης, ενώ έχει δηλώσει ότι θα δώσει τη δυνατότητα στον πιστωτή να περάσει στην κατοχή του το αντικείμενο του αεροσκάφους, παραλείπει να το πράξει, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει στον πιστωτή να περάσει στην κατοχή του το αντικείμενο του αεροσκάφους σύμφωνα με τους όρους που αυτό θα διατάξει και μπορεί επίσης να απαιτήσει τη λήψη πρόσθετων μέτρων ή την παροχή πρόσθετης εγγύησης.

6.   Το αντικείμενο του αεροσκάφους δεν μπορεί να πωληθεί εκκρεμούσης της έκδοσης απόφασης από το δικαστήριο όσον αφορά την αξίωση και τη διεθνή εμπράγματη ασφάλεια.

Άρθρο ΧΙΙ

Παροχή συνδρομής κατά τη διαδικασία αφερεγγυότητας

1.   Το παρόν Άρθρο ισχύει μόνο όταν το Συμβαλλόμενο Κράτος έχει προβεί σε δήλωση δυνάμει του Άρθρου ΧΧΧ παράγραφος 1.

2.   Τα δικαστήρια του Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίο βρίσκεται το αντικείμενο του αεροσκάφους συνεργάζονται στο μέγιστο δυνατό βαθμό, σύμφωνα με το δίκαιο του Συμβαλλόμενου Κράτους, με τα αλλοδαπά δικαστήρια και τους αλλοδαπούς διαχειριστές της περιουσίας του αφερέγγυου για την εφαρμογή των διατάξεων του Άρθρου ΧΙ.

Άρθρο ΧΙΙΙ

Έγκριση της αίτησης για διαγραφή και εξαγωγή

1.   Το παρόν Άρθρο ισχύει μόνο όταν το Συμβαλλόμενο Κράτος έχει προβεί σε δήλωση του Άρθρου ΧΧΧ παράγραφος 1.

2.   Όταν ο οφειλέτης έχει προχωρήσει στην έκδοση αμετάκλητης έγκρισης της αίτησης για διαγραφή και εξαγωγή, σύμφωνα με τον συνημμένο στο παρόν Πρωτόκολλο τύπο και την έχει υποβάλει για καταχώρηση στη νηολογούσα αρχή, η έγκριση αυτή πρέπει επίσης να καταχωρηθεί.

3.   Το πρόσωπο υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η έγκριση («το εξουσιοδοτημένο μέρος») ή ο νόμιμος εκπρόσωπός του, είναι το μόνο που δικαιούται να ασκήσει τα προβλεπόμενα από το Άρθρο ΙΧ παράγραφος 1 ένδικα μέσα, πράγμα που μπορεί να κάνει μόνο σύμφωνα με την έγκριση και τους εφαρμοστέους νόμους και κανονισμούς ασφαλείας της αεροπλοΐας. Ο οφειλέτης δεν μπορεί να ανακαλέσει την εν λόγω έγκριση χωρίς τη γραπτή συναίνεση του εξουσιοδοτημένου μέρους. Η νηολογούσα αρχή διαγράφει την έγκριση από το νηολόγιο, κατόπιν αιτήματος του εξουσιοδοτημένου μέρους.

4.   Η νηολογούσα αρχή και οι άλλες διοικητικές αρχές του Συμβαλλόμενου Κράτους πρέπει να συνεργασθούν ταχέως και να βοηθήσουν το εξουσιοδοτημένο μέρος στην άσκηση των προβλεπόμενων από το Άρθρο ΙΧ ενδίκων βοηθημάτων.

Άρθρο XIV

Τροποποίηση των διατάξεων περί προτεραιότητας

1.   Ο αγοραστής αντικειμένου αεροσκάφους με καταχωρημένη πώληση αποκτά την εμπράγματη ασφάλεια επί του αντικειμένου απαλλαγμένη από εμπράγματη ασφάλεια που καταχωρήθηκε μεταγενέστερα και από μη καταχωρημένη εμπράγματη ασφάλεια, ακόμη και όταν ο αγοραστής είχε πραγματική γνώση της μη καταχωρημένης εμπράγματης ασφάλειας.

2.   Ο αγοραστής αντικειμένου αεροσκάφους αποκτά την εμπράγματη ασφάλεια επί του συγκεκριμένου αντικειμένου, υπό τον όρο ότι η εμπράγματη ασφάλεια έχει καταχωρηθεί κατά το χρόνο της αγοράς.

3.   Η κυριότητα ή άλλο δικαίωμα ή η εμπράγματη ασφάλεια επί κινητήρα αεροσκάφους δεν επηρεάζεται από την εγκατάσταση ή την απομάκρυνση αυτού από το αεροσκάφος.

4.   Το Άρθρο 29 παράγραφος 7 της Σύμβασης αναφέρεται σε εξάρτημα, πλην αυτού καθ’ εαυτού του αντικειμένου, που έχει τοποθετηθεί στην άτρακτο, στον κινητήρα ή στο ελικόπτερο.

Άρθρο ΧV

Τροποποίηση των διατάξεων περί εκχωρήσεως

Το Άρθρο 33 παράγραφος 1 της Σύμβασης εφαρμόζεται ωσάν τα ακόλουθα να είχαν προστεθεί αμέσως μετά την υποπαράγραφο β):

«και γ) ο οφειλέτης έχει συναινέσει εγγράφως, ανεξαρτήτως του κατά πόσο η συναίνεση έχει δοθεί πριν από την εκχώρηση ή προσδιορίζει τον εκδοχέα».

Άρθρο ΧVI

Διατάξεις που αφορούν τον οφειλέτη

1.   Εν απουσία υπερημερίας/αθετήσεως υποχρεώσεων στο πλαίσιο του Άρθρου 11 της Σύμβασης, ο οφειλέτης δικαιούται της αδιατάρακτης κατοχής και χρήσης του αντικειμένου, όπως ορίζεται στη συμφωνία, έναντι:

α)

του πιστωτή και κατόχου οποιασδήποτε εμπράγματης ασφάλειας από την οποία ο οφειλέτης απαλλάσσεται, δυνάμει του Άρθρου 29 παράγραφος 4 της Σύμβασης ή με την ιδιότητα του αγοραστή, σύμφωνα με το Άρθρο ΧΙV παράγραφος 1 του παρόντος Πρωτοκόλλου, εκτός από τις περιπτώσεις όπου ο οφειλέτης έχει συμφωνήσει διαφορετικά·

β)

του κατόχου οποιασδήποτε εμπράγματης ασφάλειας στην οποία υπόκειται το δικαίωμα ή η εμπράγματη ασφάλεια του οφειλέτη δυνάμει του Άρθρου 29 παράγραφος 4 της Σύμβασης ή με την ιδιότητα του αγοραστή, σύμφωνα με το Άρθρο ΧΙV παράγραφος 2 του παρόντος Πρωτοκόλλου, μόνο στην περίπτωση που ο κάτοχος αυτός έχει συμφωνήσει.

2.   Καμία διάταξη της Σύμβασης ή του παρόντος Πρωτοκόλλου δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του πιστωτή για οποιαδήποτε παραβίαση της συμφωνίας κατά το εφαρμοστέο δίκαιο, στο μέτρο που η συμφωνία αυτή αφορά αντικείμενο του αεροσκάφους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΗΟΛΟΓΙΟ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΙΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΕΠΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΑΕΡΟΣΚΑΦΟΥΣ

Άρθρο XVII

Η Αρχή Ελέγχου και ο Νηολόγος

1.   Η Αρχή Ελέγχου αποτελεί το διεθνές όργανο, που προσδιορίζεται με Απόφαση που έχει ληφθεί από τη Διπλωματική Διάσκεψη για την Υιοθέτηση Σύμβασης επί Κινητού Εξοπλισμού και Πρωτοκόλλου για τα Αεροσκάφη.

2.   Όταν το αναφερθέν στην προηγούμενη παράγραφο διεθνές όργανο αδυνατεί και δεν επιθυμεί να εκτελέσει τα καθήκοντά του ως Αρχή Ελέγχου, συγκαλείται η Διάσκεψη των Υπογραψάντων και Συμβαλλομένων Κρατών για τον διορισμό άλλης Αρχής Ελέγχου.

3.   Η Αρχή Ελέγχου, τα στελέχη και το προσωπικό αυτής απολαμβάνουν ασυλίας από δικαστικές και διοικητικές διώξεις είτε σύμφωνα με τους εφαρμοστέους σε σχέση με το διεθνές όργανο κανόνες, είτε με άλλο τρόπο.

4.   Η Αρχή Ελέγχου μπορεί να συστήσει επιτροπή εμπειρογνωμόνων, από πρόσωπα που θα υποδείξουν τα Υπογράψαντα και Συμβαλλόμενα Κράτη και τα οποία θα διαθέτουν τα απαραίτητα προσόντα και εμπειρία, και να αναθέσει σε αυτήν το έργο της παροχής υποστήριξης στην Αρχή Ελέγχου σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων της.

5.   Ο πρώτος Νηολόγος διαχειρίζεται το Διεθνές Νηολόγιο για χρονικό διάστημα πέντε ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Πρωτοκόλλου. Εν συνεχεία, διορίζεται ή επαναδιορίζεται από την Αρχή Ελέγχου κάθε πέντε χρόνια.

Άρθρο XVIII

Πρώτοι κανονισμοί

Οι πρώτοι κανονισμοί πρέπει να τεθούν από την Αρχή Ελέγχου, ώστε να ισχύσουν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Πρωτοκόλλου.

Άρθρο XIX

Καθορισμός Σημείων Καταγραφής

1.   Σύμφωνα με την παράγραφο 2, κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερα όργανα στην επικράτειά του τα οποία θα λειτουργούν ως σημεία καταγραφής, μέσω των οποίων θα διαβιβάζονται ή θα μπορούν να διαβιβάζονται στο Διεθνές Νηολόγιο οι απαιτούμενες για την καταχώρηση πληροφορίες, εκτός όσων αφορούν την καταχώρηση γνωστοποίησης εθνικής εμπράγματης ασφάλειας ή δικαιώματος ή εμπράγματης ασφάλειας δυνάμει του Άρθρου 40, τα οποία σε κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις απορρέουν από τους νόμους άλλου Κράτους.

2.   Ο προσδιορισμός που έγινε σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο μπορεί να επιτρέψει, όχι όμως και να υποχρεώσει, τη χρήση του ορισθέντος σημείου ή των ορισθέντων σημείων καταγραφής για πληροφορίες που απαιτούνται για την καταχώρηση κινητήρων αεροσκάφους.

Άρθρο ΧΧ

Πρόσθετες τροποποιήσεις στις διατάξεις για το Νηολόγιο

1.   Υπό την έννοια του Άρθρου 19 παράγραφος 6 της Σύμβασης, τα κριτήρια έρευνας για αντικείμενο αεροσκάφους είναι η επωνυμία του κατασκευαστή, ο αύξων αριθμός του κατασκευαστή και ο καθορισμός του μοντέλου, συμπληρωμένα ως δει, ώστε να διασφαλίζεται η μοναδικότητα. Οι συμπληρωματικές αυτές πληροφορίες διευκρινίζονται στους κανονισμούς.

2.   Υπό την έννοια του Άρθρου 25 παράγραφος 2 της Σύμβασης και στο πλαίσιο των συνθηκών που καθορίζονται σε αυτό, ο κάτοχος καταχωρημένης μελλοντικής διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας ή καταχωρημένης μελλοντικής εκχώρησης διεθνούς εμπράγματης ασφάλειας, ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου έχει καταχωρηθεί μελλοντική πώληση, προβαίνει σε όλες τις ενέργειες που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του για την κατάργηση της καταχώρησης το αργότερο εντός πέντε εργάσιμων ημερών από τη λήψη του αιτήματος που περιγράφεται στην παρούσα παράγραφο.

3.   Οι εισφορές που αναφέρονται στο Άρθρο 17 παράγραφος 2 στοιχείο η) της Σύμβασης καθορίζονται κατά τρόπο ώστε να καλύπτουν τα εύλογα έξοδα της δημιουργίας, διαχείρισης και ρύθμισης του Διεθνούς Νηολογίου, καθώς και τις εύλογες δαπάνες που αφορούν την επιτέλεση των λειτουργιών, την ενάσκηση των εξουσιών και την εκτέλεση των καθηκόντων της Αρχής Ελέγχου, όπως αυτά περιγράφονται στο Άρθρο 17 παράγραφος 2 της Σύμβασης.

4.   Ο Νηολόγος διαχειρίζεται και επιβλέπει τις κεντρικές λειτουργίες του Διεθνούς Νηολογίου σε εικοσιτετράωρη βάση. Τα διάφορα σημεία καταγραφής λειτουργούν στις αντίστοιχες επικράτειές τους τουλάχιστον κατά τις εργάσιμες ώρες.

5.   Το ποσό της ασφαλιστικής κάλυψης ή της χρηματοοικονομικής εγγύησης που αναφέρεται στο Άρθρο 28 παράγραφος 4 της Σύμβασης, αναφορικά με κάθε συμβάν, δεν πρέπει να είναι μικρότερο της μέγιστης αξίας του αντικειμένου του αεροσκάφους, όπως αυτή θα καθοριστεί από την Αρχή Ελέγχου.

6.   Καμία διάταξη της Σύμβασης δεν εμποδίζει τον Νηολόγο να επιβάλει ασφαλιστική κάλυψη ή χρηματοοικονομική εγγύηση στις περιπτώσεις για τις οποίες ο Νηολόγος δεν ευθύνεται δυνάμει του Άρθρου 28 της Σύμβασης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

Άρθρο XXI

Τροποποίηση των διατάξεων περί δικαιοδοσίας

Για τους σκοπούς του Άρθρου 43 της Σύμβασης και σύμφωνα με το Άρθρο 42 αυτής, κάθε δικαστήριο Συμβαλλόμενου Κράτους έχει επίσης δικαιοδοσία, όταν το αντικείμενο είναι ελικόπτερο ή άτρακτος αεροσκάφους για τα οποία το συγκεκριμένο Κράτος είναι το Κράτος νηολόγησης.

Άρθρο XXII

Λόγοι παραίτησης από την προνομιακή προστασία

1.   Σύμφωνα με την παράγραφο 2, η παραίτηση από την προνομιακή προστασία σε σχέση με τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων η οποία καθορίζεται στα Άρθρα 42 και 43 της Σύμβασης και η οποία αφορά την αναγκαστική εκτέλεση δικαιωμάτων και εμπράγματων ασφαλειών επί αντικειμένου αεροσκάφους είναι δεσμευτική. Εάν ικανοποιηθούν οι λοιποί όροι μιας τέτοιας δικαιοδοσίας ή αναγκαστικής εκτέλεσης, υφίσταται η συγκεκριμένη δικαιοδοσία και επιτρέπεται η εκτέλεση, ανάλογα με την περίπτωση.

2.   Η παραίτηση από την προνομιακή προστασία της προηγούμενης παραγράφου πρέπει να γίνεται εγγράφως και να περιλαμβάνει περιγραφή του αντικείμενου του αεροσκάφους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΑΛΛΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Άρθρο ΧΧΙΙΙ

Σχέση με τη Σύμβαση για τη Διεθνή Αναγνώριση Δικαιωμάτων επί Αεροσκαφών

Η παρούσα Σύμβαση υπερισχύει της Σύμβασης για τη Διεθνή Αναγνώριση των Δικαιωμάτων επί Αεροσκαφών, που υπεγράφη στη Γενεύη στις 19 Ιουνίου 1948, για τα Κράτη εκείνα που είναι συμβαλλόμενα μέρη και των δύο συμβάσεων, όσον αφορά τα αεροσκάφη και τα αντικείμενα αεροσκάφους, όπως αυτά καθορίζονται στο παρόν Πρωτόκολλο. Σε ό,τι αφορά, ωστόσο, τα δικαιώματα ή τις εμπράγματες ασφάλειες που δεν καλύπτονται ή δεν επηρεάζονται από την παρούσα Σύμβαση, ισχύει η Σύμβαση της Γενεύης.

Άρθρο ΧΧΙV

Σχέση με τη Σύμβαση για την Ενοποίηση Συγκεκριμένων Κανόνων που αφορούν τη Συντηρητική Κατάσχεση Αεροσκάφους

1.   Η παρούσα Σύμβαση υπερισχύει της Σύμβασης για την Ενοποίηση Συγκεκριμένων Κανόνων που αφορούν στη Συντηρητική Κατάσχεση Αεροσκάφους, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 29 Μαΐου 1933, για τα Κράτη που είναι συμβαλλόμενα μέρη και των δύο Συμβάσεων, όσον αφορά αεροσκάφη, όπως αυτά καθορίζονται στο παρόν Πρωτόκολλο.

2.   Το Συμβαλλόμενο Κράτος που είναι μέρος της ανωτέρω Σύμβασης μπορεί να δηλώσει κατά το χρόνο της επικύρωσης, έγκρισης, αποδοχής ή προσχώρησης στο Πρωτόκολλο ότι δεν θα εφαρμόσει το Άρθρο αυτό.

Άρθρο ΧΧV

Σχέση με τη Σύμβαση UNIDROIT για τη Διεθνή Χρηματοδοτική Μίσθωση

Η Σύμβαση υπερισχύει της Σύμβασης UNIDROIT για τη Διεθνή Χρηματοδοτική Μίσθωση που υπεγράφη στην Οττάβα στις 28 Μαΐου 1988, όσον αφορά αντικείμενα αεροσκάφους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο ΧΧVI

Υπογραφή, επικύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρηση

1.   Το Πρωτόκολλο αυτό θα ανοιχτεί προς υπογραφή στο Κέιπ Τάουν στις 16 Νοεμβρίου 2001 από τα Κράτη που συμμετέχουν στη Διπλωματική Διάσκεψη για την Υιοθέτηση της Σύμβασης επί Κινητού Εξοπλισμού και του Πρωτοκόλλου για Αεροσκάφη, η οποία λαμβάνει χώρα από τις 29 Οκτωβρίου έως τις 16 Νοεμβρίου 2001 στο Κέιπ Τάουν. Μετά την 16η Νοεμβρίου 2001, το παρόν Πρωτόκολλο θα είναι ανοικτό προς όλα τα Κράτη για υπογραφή στα Κεντρικά Γραφεία του Διεθνούς Ινστιτούτου για την Ενοποίηση του Ιδιωτικού Δικαίου (UNIDROIT) στη Ρώμη, μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του δυνάμει του Άρθρου ΧΧVIII.

2.   Το παρόν Πρωτόκολλο υποβάλλεται προς επικύρωση, αποδοχή ή έγκριση από τα Κράτη που το υπέγραψαν.

3.   Κράτος που δεν έχει υπογράψει το παρόν Πρωτόκολλο μπορεί να προσχωρήσει σε αυτό οποιαδήποτε χρονική στιγμή.

4.   Η επικύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρηση γίνεται με την κατάθεση επίσημου εγγράφου στο Θεματοφύλακα.

5.   Κανένα Κράτος δεν μπορεί να γίνει συμβαλλόμενο μέρος του παρόντος Πρωτοκόλλου, χωρίς να είναι συμβαλλόμενο μέρος και της Σύμβασης.

Άρθρο XXVII

Περιφερειακοί Οργανισμοί Οικονομικής Ενοποίησης

1.   Περιφερειακός Οργανισμός Οικονομικής Ενοποίησης που συνίσταται από κυρίαρχα Κράτη και έχει αρμοδιότητα για συγκεκριμένα θέματα που διέπονται από το παρόν Πρωτόκολλο μπορεί ομοίως να υπογράψει, αποδεχθεί, εγκρίνει ή προσχωρήσει στο παρόν Πρωτόκολλο. Ο Περιφερειακός Οργανισμός Οικονομικής Ενοποίησης θα έχει, στην περίπτωση αυτή, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις Συμβαλλόμενου Κράτους στο βαθμό που ο εν λόγω Οργανισμός έχει αρμοδιότητα σε θέματα του παρόντος Πρωτοκόλλου. Όταν στο Πρωτόκολλο γίνεται λόγος για τον αριθμό των Συμβαλλομένων Κρατών, ο Περιφερειακός Οργανισμός Οικονομικής Ενοποίησης δεν πρέπει να προσμετράται ως επιπλέον Συμβαλλόμενο Κράτος στα Κράτη Μέλη που είναι Συμβαλλόμενα Κράτη.

2.   Ο Περιφερειακός Οργανισμός Οικονομικής Ενοποίησης, κατά το χρόνο υπογραφής, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, υποβάλλει στο Θεματοφύλακα δήλωση, όπου καθορίζονται τα θέματα που διέπονται από το Πρωτόκολλο, η αρμοδιότητα των οποίων έχει μεταβιβασθεί στον Οργανισμό αυτό από τα Κράτη Μέλη του. Ο Περιφερειακός Οργανισμός Οικονομικής Ενοποίησης γνωστοποιεί αμέσως στο Θεματοφύλακα κάθε αλλαγή στην κατανομή των αρμοδιοτήτων, συμπεριλαμβανομένων και των νέων μεταβιβάσεων αρμοδιοτήτων που θα καθορίζονται στη δήλωση σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.

3.   Όταν το απαιτεί το κείμενο, οποιαδήποτε αναφορά σε «Συμβαλλόμενο Κράτος» ή «Συμβαλλόμενα Κράτη» ή «Κράτος Μέλος» ή «Κράτη Μέλη» στο παρόν Πρωτόκολλο ισχύει εξ ίσου για τον Περιφερειακό Οργανισμό Οικονομικής Ενοποίησης.

Άρθρο ΧΧVIII

Έναρξη ισχύος

1.   Το παρόν Πρωτόκολλο τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα μετά την παρέλευση τριών μηνών από την ημερομηνία της κατάθεσης του όγδοου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης μεταξύ των Κρατών που έχουν καταθέσει τα έγγραφα αυτά.

2.   Για τα άλλα Κράτη, το Πρωτόκολλο τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα μετά την παρέλευση τριών μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης του εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης.

Άρθρο ΧΧΙΧ

Εδαφικές ενότητες

1.   Εάν Συμβαλλόμενο Κράτος διαθέτει εδαφικές ενότητες όπου ισχύουν διαφορετικά νομικά συστήματα σχετικά με τα ζητήματα που ρυθμίζει το Πρωτόκολλο, είναι δυνατόν κατά το χρόνο της επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης να δηλώσει ότι το Πρωτόκολλο ισχύει για όλες ή μόνο για μία ή για περισσότερες εδαφικές ενότητες και να τροποποιήσει τη δήλωσή του, με την υποβολή άλλης δήλωσης σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή.

2.   Κάθε παρόμοια δήλωση πρέπει να αναφέρει ρητά τις εδαφικές ενότητες στις οποίες ισχύει το παρόν Πρωτόκολλο.

3.   Εάν Συμβαλλόμενο Κράτος δεν έχει προβεί σε δήλωση σύμφωνα με την παράγραφο 1, το Πρωτόκολλο ισχύει για όλες τις εδαφικές του ενότητες.

4.   Όταν Συμβαλλόμενο Κράτος επεκτείνει το παρόν Πρωτόκολλο σε μία ή περισσότερες εδαφικές του ενότητες, οι επιτρεπόμενες από το παρόν Πρωτόκολλο δηλώσεις μπορεί να γίνουν για κάθε μία εδαφική ενότητα και οι δηλώσεις για κάθε εδαφική ενότητα μπορεί να είναι διαφορετικές από τις δηλώσεις άλλης.

5.   Εάν, λόγω της δήλωσης που έγινε δυνάμει της παραγράφου 1, το παρόν Πρωτόκολλο επεκταθεί σε μία ή περισσότερες εδαφικές ενότητες Συμβαλλόμενου Κράτους:

α)

ο οφειλέτης θεωρείται ότι βρίσκεται σε Συμβαλλόμενο Κράτος μόνο όταν έχει ιδρυθεί ή αποκτήσει νομική προσωπικότητα σύμφωνα με το ισχύον στην εδαφική ενότητα δίκαιο στην οποία εφαρμόζεται το Πρωτόκολλο και η Σύμβαση ή, όταν έχει το ειδικό γραφείο του ή την καταστατική του έδρα, το διοικητικό του κέντρο, τον τόπο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας ή τον τόπο της συνήθους διαμονής του στην εδαφική ενότητα στην οποία εφαρμόζονται η Σύμβαση και το Πρωτόκολλο·

β)

οποιαδήποτε αναφορά στη θέση του αντικειμένου στο Συμβαλλόμενο Κράτος αφορά τη θέση του αντικειμένου στην εδαφική ενότητα στην οποία εφαρμόζονται η Σύμβαση και το Πρωτόκολλο· και

γ)

οποιαδήποτε αναφορά στις διοικητικές αρχές του Συμβαλλόμενου Κράτους πρέπει να ερμηνεύεται ως αναφορά στις διοικητικές αρχές που έχουν δικαιοδοσία στην εδαφική ενότητα στην οποία εφαρμόζονται η Σύμβαση και το Πρωτόκολλο και οποιαδήποτε αναφορά σε εθνικό νηολόγιο ή στην νηολογούσα αρχή του Συμβαλλόμενου Κράτους πρέπει να ερμηνεύεται ως αναφορά στο ισχύον νηολόγιο αεροσκαφών ή στη νηολογούσα αρχή που έχει δικαιοδοσία στην εδαφική ενότητα ή ενότητες όπου εφαρμόζονται η Σύμβαση και το Πρωτόκολλο.

Άρθρο ΧΧΧ

Δηλώσεις που αφορούν συγκεκριμένες διατάξεις

1.   Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί κατά το χρόνο της επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στο Πρωτόκολλο να δηλώσει ότι θα εφαρμόσει ένα ή περισσότερα από τα Άρθρα VIII, XII και XIII του Πρωτοκόλλου.

2.   Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί κατά το χρόνο της επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στο Πρωτόκολλο να δηλώσει ότι θα εφαρμόσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει το Άρθρο Χ του Πρωτοκόλλου. Εάν προβεί στη δήλωση αυτή σύμφωνα με το Άρθρο Χ παράγραφος 2, πρέπει να καθορίσει την απαιτούμενη χρονική περίοδο.

3.   Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί κατά το χρόνο της επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στο Πρωτόκολλο να δηλώσει ότι θα εφαρμόσει συνολικά την εναλλακτική διαδικασία Α ή τη διαδικασία Β του Άρθρου ΧΙ και, εφόσον προβεί στη δήλωση αυτή, πρέπει να καθορίσει τους τυχόν τύπους της διαδικασίας αφερεγγυότητας στους οποίους θα εφαρμόζεται η εναλλακτική διαδικασία Α και τους τυχόν τύπους στους οποίους θα εφαρμόζεται η εναλλακτική διαδικασία Β. Εάν προβεί στη δήλωση σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, πρέπει να καθορίσει την απαιτούμενη από το Άρθρο XI χρονική περίοδο.

4.   Τα δικαστήρια των Συμβαλλομένων Κρατών εφαρμόζουν το Άρθρο ΧΙ σύμφωνα με τη δήλωση που έγινε από το Συμβαλλόμενο Κράτος που αποτελεί τον κύριο τόπο δικαιοδοσίας αναφορικά με τη διαδικασία αφερεγγυότητας.

5.   Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί κατά το χρόνο της επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης στο Πρωτόκολλο να δηλώσει ότι δεν θα εφαρμόσει, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, τις διατάξεις του Άρθρου ΧΧΙ. Η δήλωση καθορίζει τους όρους υπό τους οποίους θα εφαρμόζεται το σχετικό Άρθρο σε περίπτωση που εφαρμόζεται εν μέρει, ή σε άλλη περίπτωση, τους τύπους προσωρινών μέτρων που θα εφαρμοστούν.

Άρθρο XXXI

Δηλώσεις σύμφωνα με τη Σύμβαση

Δηλώσεις που έγιναν δυνάμει της Σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων όσων έγιναν δυνάμει των Άρθρων 39, 40, 50, 53, 54, 55, 57, 58 και 60 αυτής, θεωρούνται επίσης ότι έγιναν σύμφωνα με το παρόν Πρωτόκολλο, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά.

Άρθρο ΧΧΧΙΙ

Επιφυλάξεις και δηλώσεις

1.   Το παρόν Πρωτόκολλο δεν επιτρέπει την έκφραση επιφυλάξεων. Οι επιτρεπόμενες από τα Άρθρα ΧΧΙV, XXIX, XXX, XXXI, XXXIII και XXXIV δηλώσεις μπορούν, ωστόσο, να γίνουν σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές.

2.   Οποιαδήποτε δήλωση ή μεταγενέστερη δήλωση ή απόσυρση δήλωσης, που έγινε σύμφωνα με το παρόν Πρωτόκολλο, πρέπει να γνωστοποιούνται εγγράφως στο Θεματοφύλακα.

Άρθρο XXXIII

Μεταγενέστερες δηλώσεις

1.   Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να προβεί σε μεταγενέστερη δήλωση, εξαιρουμένης αυτής του Άρθρου XXXI δυνάμει του Άρθρου 60 της Σύμβασης, οποιαδήποτε χρονική στιγμή μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Πρωτοκόλλου, η οποία και γνωστοποιείται, για τον σκοπό αυτό, στο Θεματοφύλακα.

2.   Κάθε μεταγενέστερη δήλωση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα μετά την παρέλευση έξι μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της γνωστοποίησης από το Θεματοφύλακα.

Εάν στη γνωστοποίηση καθορίζεται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα όσον αφορά την έναρξη ισχύος της δήλωσης, η τελευταία τίθεται σε ισχύ μετά την παρέλευση της εν λόγω μεγαλύτερης περιόδου μετά την παραλαβή της γνωστοποίησης από το Θεματοφύλακα.

3.   Με την επιφύλαξη των προηγούμενων παραγράφων, το παρόν Πρωτόκολλο συνεχίζει να εφαρμόζεται, ωσάν να μην είχε υπάρξει μεταγενέστερη δήλωση, όσον αφορά το σύνολο των δικαιωμάτων και τις εμπράγματες ασφάλειες που ανακύπτουν πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος παρόμοιας μεταγενέστερης δήλωσης.

Άρθρο ΧΧΧΙV

Απόσυρση δηλώσεων

1.   Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος που έχει προβεί σε δήλωση σύμφωνα με το παρόν Πρωτόκολλο, εξαιρουμένης αυτής του Άρθρου ΧΧΧΙ δυνάμει του Άρθρου 60 της Σύμβασης, μπορεί να την αποσύρει οποιαδήποτε στιγμή, αφού ενημερώσει το Θεματοφύλακα. Η εν λόγω απόσυρση θα ισχύει από την πρώτη ημέρα του μηνός μετά την παρέλευση έξι μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της γνωστοποίησης από το Θεματοφύλακα.

2.   Με την επιφύλαξη της προηγούμενης παραγράφου, το παρόν Πρωτόκολλο θα συνεχίσει να εφαρμόζεται, ωσάν να μην είχε γίνει απόσυρση της δήλωσης, όσον αφορά όλα τα δικαιώματα και τις εμπράγματες ασφάλειες που ανακύπτουν πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος αυτής της απόσυρσης.

Άρθρο ΧΧΧV

Καταγγελίες

1.   Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να καταγγείλει το Πρωτόκολλο με γραπτή γνωστοποίηση στο Θεματοφύλακα.

2.   Κάθε παρόμοια καταγγελία πρέπει να τεθεί σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μηνός μετά την παρέλευση δώδεκα μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της γνωστοποίησης από το Θεματοφύλακα.

3.   Με την επιφύλαξη των προηγούμενων παραγράφων, το παρόν Πρωτόκολλο συνεχίζει να εφαρμόζεται, ωσάν να μην είχε γίνει η καταγγελία αυτή, όσον αφορά το σύνολο των δικαιωμάτων και τις εμπράγματες ασφάλειες που ανακύπτουν πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της καταγγελίας.

Άρθρο ΧΧΧVI

Διασκέψεις αναθεώρησης, τροποποιήσεις και σχετικά ζητήματα

1.   Ο Θεματοφύλακας, σε συνεννόηση με την Αρχή Ελέγχου, συντάσσει αναφορές για τα Συμβαλλόμενα Κράτη είτε σε ετήσια βάση, είτε όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, όσον αφορά τον τρόπο που λειτουργεί στην πράξη το διεθνές καθεστώς που καθιερώθηκε με την παρούσα Σύμβαση και τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο. Κατά τη σύνταξη των αναφορών αυτών, ο Θεματοφύλακας πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τις αναφορές της Αρχής Ελέγχου σε ό,τι αφορά τη λειτουργία του διεθνούς συστήματος νηολόγησης.

2.   Κατόπιν αιτήματος τουλάχιστον του εικοσιπέντε τοις εκατό των Συμβαλλομένων Κρατών, ο Θεματοφύλακας πρέπει να συγκαλεί Διασκέψεις Αναθεώρησης σε τακτά χρονικά διαστήματα, ύστερα από συνεννόηση με την Αρχή Ελέγχου, με στόχο την εξέταση:

α)

της πρακτικής εφαρμογής της παρούσας Σύμβασης, όπως αυτή τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο, και της αποτελεσματικότητάς της όσον αφορά τη διευκόλυνση χορηγήσεων βάσει των στοιχείων ενεργητικού και της μίσθωσης των αντικειμένων τα οποία καλύπτονται από τους όρους της·

β)

της δικαστικής ερμηνείας που δόθηκε και της εφαρμογής των όρων του Πρωτοκόλλου και των κανονισμών·

γ)

της λειτουργίας του διεθνούς συστήματος νηολόγησης, της απόδοσης του Νηολόγου και της επίβλεψής του από την Αρχή Ελέγχου, λαμβανομένων υπόψη των αναφορών της Αρχής Ελέγχου· και

δ)

του κατά πόσον είναι επιθυμητές οποιεσδήποτε τροποποιήσεις του Πρωτοκόλλου ή ρυθμίσεις που αφορούν το Διεθνές Νηολόγιο.

3.   Οποιαδήποτε τροποποίηση του παρόντος Πρωτοκόλλου, θα πρέπει να εγκριθεί τουλάχιστον από τα δύο τρίτα των Συμβαλλομένων Κρατών που συμμετέχουν στην αναφερόμενη στην προηγούμενη παράγραφο Διάσκεψη και να τεθεί σε ισχύ στα κράτη που έχουν επικυρώσει, αποδεχθεί ή εγκρίνει την τροποποίηση, εφόσον έχει επικυρωθεί, γίνει αποδεκτή ή εγκριθεί από οκτώ Κράτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου ΧΧVΙΙΙ που αφορούν στην έναρξη της ισχύος του.

Άρθρο ΧΧΧVII

Θεματοφύλακας και λειτουργίες του

1.   Τα έγραφα επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης κατατίθενται στο Διεθνές Ινστιτούτο για την Ενοποίηση του Ιδιωτικού Δικαίου (UNIDROIT) που ορίζεται στο εξής ως Θεματοφύλακας.

2.   Ο Θεματοφύλακας:

α)

πληροφορεί όλα τα Συμβαλλόμενα Κράτη για:

i)

κάθε νέα υπογραφή ή κατάθεση εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης και την ημερομηνία αυτών,

ii)

την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Πρωτοκόλλου,

iii)

κάθε δήλωση που έχει γίνει σύμφωνα με το παρόν Πρωτόκολλο και την ημερομηνία αυτής,

iv)

την απόσυρση ή τροποποίηση οποιασδήποτε δήλωσης και την ημερομηνία αυτών, και

v)

τη γνωστοποίηση κάθε καταγγελίας του Πρωτοκόλλου, την ημερομηνία καταγγελίας και την έναρξη ισχύος της·

β)

διαβιβάζει γνήσια επικυρωμένα αντίγραφα του Πρωτοκόλλου σε όλα τα Συμβαλλόμενα Κράτη·

γ)

παρέχει στην Αρχή Ελέγχου και στο Νηολόγο αντίγραφα κάθε εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης μαζί με την ημερομηνία κατάθεσής τους, κάθε δήλωσης ή απόσυρσης ή τροποποίησης δήλωσης και κάθε γνωστοποίησης καταγγελίας μαζί με την ημερομηνία αυτών, ώστε όλα τα Συμβαλλόμενα Κράτη να έχουν εύκολη και πλήρη πρόσβαση στις πληροφορίες· και

δ)

εκτελεί όλα τα άλλα καθήκοντα για τα οποία είναι αρμόδιοι οι Θεματοφύλακες.

ΕΙΣ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογράφοντες Πληρεξούσιοι υπέγραψαν το Πρωτόκολλο, έχοντας πλήρη εξουσιοδότηση.

ΚΑΤΑΡΤΙΣΤΗΚΕ στο Κέιπ Τάουν τη δέκατη έκτη ημέρα του μηνός Νοεμβρίου του έτους δύο χιλιάδες ένα, σε ένα μόνο πρωτότυπο στην αγγλική, αραβική, κινεζική, γαλλική, ρωσική και ισπανική γλώσσα, με όλα τα κείμενα να θεωρούνται εξίσου αυθεντικά. Τη γνησιότητα των κειμένων τεκμηρίωσε η Μεικτή Γραμματεία της Διάσκεψης, βασιζόμενη στην μεταξύ τους πιστότητα, κατόπιν εξουσιοδότησης του Προέδρου της Διάσκεψης, εντός ενενήντα ημερών.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΤΥΠΟΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΗ

Image


Top