ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 12.10.2016
COM(2016) 590 final
2016/0288(COD)
NOTE
This language version reflects the corrections done to the original EN version transmitted under COM(2016) 590 final of 14.9.2016 and retransmitted (with corrections) under COM(2016) 590 final/2 of 12.10.2016
Πρόταση
ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών
(Αναδιατύπωση)
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
{SWD(2016) 303 final/2}
{SWD(2016) 304 final}
{SWD(2016) 305 final}
{SWD(2016) 313 final}
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ
•Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης
Από την τελευταία αναθεώρηση του κανονιστικού πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, το 2009, ο εν λόγω τομέας έχει εξελιχθεί σημαντικά και ο ρόλος του ως καταλύτη για την ηλεκτρονική οικονομία έχει ενισχυθεί. Οι δομές της αγοράς έχουν εξελιχθεί, με τη μονοπωλιακή ισχύ στην αγορά να περιορίζεται όλο και περισσότερο, ενώ ταυτόχρονα η συνδεσιμότητα έχει καταστεί ευρέως διαδεδομένο στοιχείο της οικονομικής ζωής. Οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις βασίζονται όλο και περισσότερο σε υπηρεσίες πρόσβασης σε δεδομένα και στο διαδίκτυο αντί των τηλεφωνικών και άλλων παραδοσιακών υπηρεσιών επικοινωνιών. Η εξέλιξη αυτή έχει οδηγήσει μέχρι πρότινος φορείς της αγοράς άγνωστου είδους να ανταγωνίζονται με παραδοσιακούς φορείς εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιών (π.χ. οι λεγόμενοι πάροχοι επιφυών υπηρεσιών («over-the-top», OTT): πάροχοι υπηρεσιών που προσφέρουν ευρεία ποικιλία εφαρμογών και υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών επικοινωνιών, μέσω του διαδικτύου). Ταυτόχρονα, η εξέλιξη αυτή έχει επίσης αυξήσει τη ζήτηση για υψηλής ποιότητας σταθερή και ασύρματη συνδεσιμότητα, με την αύξηση του αριθμού και της δημοτικότητας των υπηρεσιών επιγραμμικού περιεχομένου, όπως του υπολογιστικού νέφους, του Διαδικτύου των πραγμάτων, των επικοινωνιών μηχανής προς μηχανή (M2M) κ.λπ. Τα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχουν επίσης εξελιχθεί. Στις βασικές αλλαγές συγκαταλέγονται οι ακόλουθες: i) η εν εξελίξει μετάβαση προς ένα περιβάλλον αποκλειστικά στο πρωτόκολλο διαδικτύου (IP), ii) οι δυνατότητες που προσφέρουν οι νέες και ενισχυμένες βασικές υποδομές δικτύων που υποστηρίζουν τη σχεδόν απεριόριστη χωρητικότητα μετάδοσης των δικτύων οπτικών ινών, iii) η σύγκλιση σταθερών και κινητών δικτύων σε προσφορές υπηρεσιών αδιάλειπτης παροχής για τους τελικούς χρήστες, ανεξαρτήτως γεωγραφικής θέσης ή χρησιμοποιούμενης συσκευής και iv) η ανάπτυξη καινοτόμων τεχνικών προσεγγίσεων διαχείρισης του δικτύου, ιδίως των καθοριζόμενων από λογισμικό δικτύων και της εικονικοποίησης της λειτουργίας δικτύου (NFV). Αυτές οι αλλαγές στη χρήση και τη λειτουργία εκθέτουν τους ισχύοντες κανόνες σε νέες προκλήσεις των οποίων η σημασία είναι πιθανό να αυξηθεί μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, και κατά συνέπεια πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αναθεώρηση του κανονιστικού πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες.
Η αναθεώρηση αυτή πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της στρατηγικής για την ψηφιακή ενιαία αγορά (DSM) της Ευρώπης. Η στρατηγική για την ψηφιακή ενιαία αγορά αναγνώρισε τη σπουδαιότητα των μεταβολών παραδείγματος που υφίσταται ο ψηφιακός τομέας και διευκρίνισε ότι οι ιδιώτες και οι επιχειρήσεις θα πρέπει να μπορούν να έχουν αδιάλειπτη πρόσβαση και να ασκούν διαδικτυακές δραστηριότητες υπό συνθήκες θεμιτού ανταγωνισμού. Επιπλέον, ανακοίνωσε ότι «το 2016, η Επιτροπή θα υποβάλει προτάσεις για τη φιλόδοξη μεταρρύθμιση του κανονιστικού πλαισίου, με έμφαση i) στη συνεκτική προσέγγιση της ενιαίας αγοράς όσον αφορά την πολιτική και τη διαχείριση του ραδιοφάσματος, ii) στη δημιουργία των προϋποθέσεων για τη γνήσια ενιαία αγορά, με την καταπολέμηση του κατακερματισμού των κανονιστικών ρυθμίσεων ώστε να καταστούν δυνατές οικονομίες κλίμακας για τους αποτελεσματικούς φορείς εκμετάλλευσης δικτύου και παρόχους υπηρεσιών και για την αποτελεσματική προστασία των καταναλωτών, iii) στη διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού για όλους τους παράγοντες της αγοράς και συνεκτικής εφαρμογής των κανόνων, iv) στην παροχή κινήτρων για επενδύσεις σε ευρυζωνικά δίκτυα υψηλής ταχύτητας (μεταξύ άλλων με την αναθεώρηση της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία) και v) σε ένα πιο αποτελεσματικό κανονιστικό θεσμικό πλαίσιο.»
Βάσει αυτής της δέσμευσης και σύμφωνα με τις απαιτήσεις για «βελτίωση της νομοθεσίας», η Επιτροπή διενήργησε εκ των υστέρων αξιολόγηση. Αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα, την αποδοτικότητα, τη συνάφεια, τη συνοχή και την προστιθέμενη αξία για την ΕΕ του ενωσιακού ρυθμιστικού πλαισίου, και προσδιόρισε τομείς στους οποίους υπάρχει δυνατότητα απλούστευσης, χωρίς να υπονομεύονται οι στόχοι του πλαισίου.
•Συνοχή με ισχύουσες διατάξεις στον τομέα πολιτικής
Επειδή οι υπηρεσίες συνδεσιμότητας που παρέχονται μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών αποτελούν τη ραχοκοκαλιά των ψηφιακών προϊόντων και υπηρεσιών, η παρούσα πρόταση παρουσιάζει υψηλό βαθμό συνέργειας με τις άλλες πρωτοβουλίες που περιλαμβάνονται στη στρατηγική για την ψηφιακή ενιαία αγορά.
Η πρόταση συμπληρώνει επίσης την υπάρχουσα τομεακή ρύθμιση. Ειδικότερα, η πρόταση συνάδει πλήρως με την οδηγία 2014/61/ΕΕ (οδηγία σχετικά με τη μείωση του κόστους των ευρυζωνικών υπηρεσιών) με την οποία παρέχει ολοκληρωμένο σύνολο κανόνων για τη διευκόλυνση της ανάπτυξης ευρυζωνικών υποδομών. Παράλληλα με τον πρόσφατα εκδοθέντα κανονισμό (ΕΕ) 2015/2120, για τη διασφάλιση ανοικτού διαδικτύου και την κατάργηση των πρόσθετων τελών περιαγωγής, η παρούσα πρόταση εξασφαλίζει υψηλό επίπεδο προστασίας των τελικών χρηστών σε άλλους τομείς που απαιτούν ειδικούς τομεακούς κανόνες. Οι προτεινόμενοι κανόνες όσον αφορά τη διαχείριση του ραδιοφάσματος βασίζονται στα υφιστάμενα νομικά μέσα στον τομέα αυτό, κυρίως την απόφαση αριθ. 676/2002/ΕΚ για το ραδιοφάσμα, την απόφαση 2002/622/ΕΚ σχετικά με την ομάδα για την πολιτική ραδιοφάσματος και την απόφαση 243/2012/ΕΕ σχετικά με την καθιέρωση πολυετούς προγράμματος πολιτικής για το ραδιοφάσμα (RSPP). Τέλος, προλειαίνει επίσης το έδαφος για την αναθεώρηση της οδηγίας 2002/58/ΕΚ για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, η οποία εξαγγέλθηκε στο πλαίσιο της στρατηγικής για την ψηφιακή ενιαία αγορά.
•Συνοχή με άλλες πολιτικές της Ένωσης
Μολονότι η παρούσα πρόταση αντιμετωπίζει ρυθμιστικά ζητήματα που ανακύπτουν από τις ιδιαιτερότητες του τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ως κλάδου υπηρεσιών δικτύου, βασίζεται στην υπάρχουσα νομοθεσία της ΕΕ και τη συμπληρώνει σε διάφορους τομείς. Στο πεδίο της ρύθμισης της αγοράς, οι προτάσεις εξακολουθούν να βασίζονται στις αρχές της νομοθεσίας της ΕΕ περί ανταγωνισμού, όπως και το υφιστάμενο ρυθμιστικό πλαίσιο. Ορίζονται επίσης μέτρα, όπως η χαρτογράφηση των αναπτύξεων δικτύου, που επίσης παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες για τους σκοπούς των κρατικών ενισχύσεων και, ως εκ τούτου, ενισχύεται η συνοχή των δύο πολιτικών.
Όσον αφορά την προστασία των τελικών χρηστών, οι προτεινόμενοι κανόνες συμπληρώνουν την οριζόντια νομοθεσία για την προστασία των καταναλωτών, αφενός με την αντιμετώπιση των ιδιαιτεροτήτων του κλάδου και αφετέρου με παράλληλο εξορθολογισμό των ισχυόντων τομεακών κανόνων σε τομείς όπου ο πρώτος έχει εξελιχθεί στο διάστημα που μεσολάβησε από την τελευταία επανεξέταση το 2009. Με τον τρόπο αυτό, η πρόταση αποφεύγει τις αλληλεπικαλύψεις σε τομείς όπου οι οριζόντιοι κανόνες μπορούν από μόνοι τους να εξασφαλίσουν επαρκές επίπεδο προστασίας για τους τελικούς χρήστες.
Η πολιτική συνοχής και τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά και επενδυτικά ταμεία αποτελούν σημαντικό εργαλείο για την κάλυψη των κενών συνδεσιμότητας σε τομείς όπου παρατηρείται ανεπάρκεια της αγοράς και θα πρέπει να κατανεμηθούν με τρόπο που να επιτρέπει τη μεγιστοποίηση των διαθέσιμων πόρων. Η πρόταση συμβάλλει στην επίτευξη του στόχου αυτού με την παροχή κατάλληλων συνθηκών για ιδιωτικές επενδύσεις, ώστε τα δημόσια κονδύλια να είναι δυνατό να εστιασθούν εκεί όπου είναι περισσότερο αναγκαία.
Η πρόταση διατηρεί την υφιστάμενη συμπληρωματικότητα μεταξύ υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και οπτικοακουστικών μέσων εξακολουθώντας να διασφαλίζει ότι το πλαίσιο συνεχίζει να εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη των μέτρων που λαμβάνονται, σε ενωσιακό ή εθνικό επίπεδο, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, για την επιδίωξη στόχων γενικού συμφέροντος, ιδίως σχετικά με τη ρύθμιση του περιεχομένου και την πολιτική στον οπτικοακουστικό τομέα. Η διάκριση μεταξύ της ρύθμισης της μετάδοσης σημάτων ευρυεκπομπής και της ρύθμισης του περιεχομένου δεν εμποδίζει την εξέταση των δεσμών μεταξύ τους, ιδίως προκειμένου να διασφαλίζεται η πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης, η πολιτισμική πολυμορφία και η προστασία του καταναλωτή.
•Συνοχή με υποχρεώσεις βάσει του διεθνούς δικαίου
Η πρόταση συνάδει με τις υφιστάμενες υποχρεώσεις βάσει του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της GATS, του παραρτήματος της GATS περί τηλεπικοινωνιών και του εγγράφου αναφοράς της GATS.
2.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ
•Νομική βάση
Η πρόταση βασίζεται στο άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διότι αποσκοπεί στη δημιουργία της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών και στην εξασφάλιση της λειτουργίας της.
•Επικουρικότητα (σε περίπτωση μη αποκλειστικής αρμοδιότητας)
Δεδομένου ότι η πρόταση συνιστά αναθεώρηση του υφιστάμενου πλαισίου, η παρακάτω ανάλυση της επικουρικότητας επικεντρώνεται στα εξής: τον νέο στόχο της πανταχού παρούσας συνδεσιμότητας χωρίς περιορισμούς, την εναρμόνιση των αρμοδιοτήτων των εθνικών ρυθμιστικών αρχών (ΕΡΑ), την εναρμόνιση των ζητημάτων που σχετίζονται με το ραδιοφάσμα και των αναθεωρημένων κανόνων για τις υπηρεσίες.
Πανταχού παρούσα συνδεσιμότητα χωρίς περιορισμούς
Χωρίς πανταχού παρούσα συνδεσιμότητα πολύ υψηλής χωρητικότητας, η ενιαία αγορά δεν μπορεί να αξιοποιήσει σημαντικό μέρος του ανθρώπινου κεφαλαίου της. Το γεγονός αυτό υπονομεύει τόσο την εδαφική συνοχή όσο και την ικανότητα των επιχειρήσεων να παράγουν κατά τρόπο αποδοτικό και να παρέχουν καινοτόμες και ανταγωνιστικές υπηρεσίες. Η συνδεσιμότητα μπορεί να διαδραματίσει ουσιώδη κοινωνικοοικονομικό ρόλο στην αποτροπή της απομόνωσης και της μείωσης του πληθυσμού, καθώς και στη σύνδεση των περιφερειακών με κεντρικές περιοχές της ΕΕ. Η κατάσταση των κρατών μελών όσον αφορά τη συνδεσιμότητα παρουσιάζει αρκετά σημαντικές διαφορές. Υπάρχουν πολύ σημαντικές αποκλίσεις, οι οποίες δεν μπορούν να εξηγηθούν μόνον από τις διάφορες στο τοπίο, τον πληθυσμό, το ΑΕγχΠ ή την αγοραστική δύναμη, αλλά είναι το αποτέλεσμα διαφορετικών επιλογών πολιτικής που γίνονται σήμερα και έγιναν στο παρελθόν. Η απουσία δράσης της ΕΕ για την επιδίωξη της πανταχού παρούσας συνδεσιμότητας χωρίς περιορισμούς ως χωριστού στόχου του πλαισίου θα διαιώνιζε απλώς αυτό το μωσαϊκό με αρνητικές επιπτώσεις στην ενιαία αγορά και τα συμφέροντα των καταναλωτών.
Η εναρμόνιση των αρμοδιοτήτων των ΕΡΑ
Το θεσμικό πλαίσιο παρέχει μεγάλο βαθμό ευελιξίας στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και τα κράτη μέλη, το οποίο επιτρέπει την προσαρμογή της ρύθμισης προκειμένου να ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένες εθνικές ή τοπικές συνθήκες. Ωστόσο, το σύστημα αυτό ενέχει σημαντικές αδυναμίες σε τομείς όπου η συνοχή είναι ουσιώδης ή θα εξυπηρετούσε καλύτερα το κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον. Ορισμένοι τομείς της ρύθμισης απαιτούν πιο συντονισμένη, ή εναρμονισμένη, προσέγγιση σε επίπεδο ΕΕ. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί, μεταξύ άλλων, με τη διασφάλιση ότι τα καθήκοντα των ΕΡΑ, οι οποίες συμμετέχουν στον Φορέα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (BEREC), ως πυλώνων του θεσμικού πλαισίου, είναι εναρμονισμένα. Η εναρμόνιση των καθηκόντων των ΕΡΑ δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε μείωση της πολιτικής ανεξαρτησίας τους, αλλά αντιθέτως σε επέκταση της προστασίας έναντι της καθοδήγησης σε εντελώς νέους τομείς αρμοδιότητας.
Εναρμόνιση ζητημάτων που σχετίζονται με το ραδιοφάσμα
Το ραδιοφάσμα, ομοίως με άλλους πόρους όπως οι αριθμοί και, σε ορισμένο βαθμό, η γη, αποτελεί σπάνιο πόρο που ανήκει στα κράτη μέλη, και του οποίου η διαχείριση και η εκχώρηση πρέπει να γίνεται λαμβανομένων υπόψη των εθνικών ιδιαιτεροτήτων και αναγκών. Ταυτόχρονα, υπάρχει ανάγκη για περισσότερο συγκλίνουσα και συνεκτική ενωσιακή ρύθμιση για την είσοδο στην αγορά, ώστε να εξαλειφθούν τα εμπόδια που εμφανίζονται λόγω αδικαιολόγητα αποκλινόντων όρων για τη χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, αριθμών ή γης. Απαιτούνται συνεκτικοί κανόνες σε επίπεδο ΕΕ ώστε i) να παρέχεται στους παρόχους η δυνατότητα να επεκτείνουν τις υπηρεσίες τους σε άλλα κράτη μέλη· ii) να δημιουργηθεί επαρκής αντίκτυπος κλίμακας της αγοράς που να επιτρέπει στα πρωτοπόρα κράτη μέλη να επωφεληθούν από αυτήν· iii) να παρέχεται έγκαιρη πρόσβαση σε ασύρματες χωρητικότητες και υπηρεσίες προηγμένης τεχνολογίας για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις της ΕΕ ώστε να ωφελούνται από το ψηφιακό περιβάλλον, καινοτόμες υπηρεσίες και εφαρμογές και να τους δοθεί η δυνατότητα να αναπτύξουν εμπορικά και να υποστηρίξουν τα οφέλη της ψηφιακής οικονομίας που διαρκώς εξελίσσεται προς την «κινητή» οικονομία, στην οποία η πολιτική ραδιοφάσματος έχει σημαντικό ρόλο· iv) να παρέχεται η δυνατότητα σε χώρες που υστερούν να καλύψουν την απόσταση και να συμμετέχουν στην ψηφιακή ενιαία αγορά, και να παρέχεται επίσης στα πιο προηγμένα κράτη μέλη η δυνατότητα να αυξήσουν περαιτέρω την επικοινωνία μεταξύ πολιτών και τις εμπορικές συναλλαγές εντός των συνόρων τους· και v) όλοι οι χρήστες του ραδιοφάσματος να αντιμετωπίζονται με συνεκτικό τρόπο σε όλη την Ένωση. Τέλος, προκειμένου η ΕΕ να αναλάβει ηγετικό ρόλο στον υπόλοιπο κόσμο όσον αφορά νέες και ενισχυμένες υπηρεσίες, όπως των δικτύων 5G, οι κατασκευαστές εξοπλισμού και οι πάροχοι υπηρεσιών επικοινωνιών χρειάζονται επαρκή κλίμακα. Αυτό σημαίνει όχι μόνο τεχνική εναρμόνιση, αλλά κυρίως εσωτερική αγορά που αναπτύσσεται, ως επί το πλείστον, με ευθυγραμμισμένο τρόπο, ώστε οι υπηρεσίες και τα προϊόντα να επωφελούνται από σταθερούς και εναρμονισμένους κανόνες.
Υπηρεσίες
Στον τομέα των υπηρεσιών, ο ανταγωνισμός μεταξύ τοπικών παρόχων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, που παρέχουν πρόσβαση στο δίκτυο ως δέσμη μαζί με υπηρεσίες, και παγκόσμιων παρόχων επιφυών υπηρεσιών επί των δικτύων ενισχύει το δικαίωμα της ΕΕ να αναλάβει δράση για να διασφαλίσει ισότιμους όρους ανταγωνισμού. Δράση απαιτείται επίσης σε επίπεδο ΕΕ για να περιοριστεί ο κατακερματισμός των κανόνων προστασίας των τελικών χρηστών, ο οποίος επιβαρύνει με διοικητικό κόστος τους παρόχους διασυνοριακών υπηρεσιών και εμποδίζει την ανάπτυξη καινοτόμων υπηρεσιών, ενώ οδηγεί σε άνισο και μη βέλτιστο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών σε ολόκληρη την Ένωση.
•Αναλογικότητα
Η πρόταση είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, διότι δεν θα υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων. Με την πρόταση ορίζονται στοχευμένες προσαρμογές στο υφιστάμενο πλαίσιο, ως απόκριση στις αλλαγές της αγοράς και της τεχνολογίας και ιδίως στην ανάγκη να αντιμετωπιστεί σε ενωσιακό επίπεδο η ανάγκη διαθεσιμότητας και ευρείας αξιοποίησης των δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας ως βάση για μια ψηφιακή ενιαία αγορά πλήρως λειτουργική.
Σχετικά με τη ρύθμιση της πρόσβασης, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές παραμένουν αρμόδιες να εξασφαλίζουν ότι οι ανεπάρκειες της αγοράς αντιμετωπίζονται με κατάλληλα διορθωτικά μέτρα και ότι η ρύθμιση συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων κοινής πολιτικής. Οι προτεινόμενοι κανόνες παρέχουν στις ρυθμιστικές αρχές πρόσθετα εργαλεία για την αντιμετώπιση της τρέχουσας πρόκλησης όσον αφορά τη συνδεσιμότητα, αλλά ο τρόπος με τον οποίο θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν εξαρτάται από τις εθνικές περιστάσεις, των οποίων η αξιολόγηση εναπόκειται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Η στοχευμένη ενίσχυση της ρυθμιστικής εποπτείας κυρίως μέσω ενίσχυσης του ρόλου του BEREC αιτιολογείται με βάση τα στοιχεία για την έλλειψη συνέπειας κατά την εφαρμογή της ρύθμισης, η οποία είναι καίριας σημασίας για την προώθηση της εσωτερικής αγοράς.
Ομοίως, το ραδιοφάσμα αποτελεί συντρέχουσα αρμοδιότητα μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών. Οι προτεινόμενοι κανόνες παρέχουν γενικό πλαίσιο για τη συνεκτική διαχείριση του ραδιοφάσματος σε ολόκληρη την ΕΕ, ενώ τα κράτη μέλη διαθέτουν την απαραίτητη διακριτική ευχέρεια να υλοποιούν και να εφαρμόζουν τους κανόνες ανάλογα με τις εθνικές περιστάσεις. Λόγω των σημαντικών διασυνοριακών επιπτώσεων που έχει η διαχείριση του ραδιοφάσματος και τον ευρύτερο αντίκτυπό της για τη συνδεσιμότητα στην εσωτερική αγορά, είναι απαραίτητες ορισμένες διαδικασίες συντονισμού στο επίπεδο της Ένωσης.
Οι κανόνες προστασίας των τελικών χρηστών θεσπίζουν την πλήρη εναρμόνιση με στοχευμένες εξαιρέσεις (π.χ. όσον αφορά τη μέγιστη διάρκεια σύμβασης), αλλά η εναρμόνιση περιορίζεται στους τομείς που καλύπτονται από την πρόταση.
Επιπλέον, η επιλογή της νομικής μορφής της οδηγίας αφήνει, ως αποτέλεσμα, ορισμένη διακριτική ευχέρεια στα κράτη μέλη να προσαρμόσουν την εφαρμογή της στο εθνικό τους δίκαιο.
•Επιλογή του νομικού μέσου
Η πρόταση για τον ευρωπαϊκό κώδικα ηλεκτρονικών επικοινωνιών συνίσταται στην οριζόντια αναδιατύπωση των τεσσάρων υφιστάμενων οδηγιών (οδηγία πλαίσιο, οδηγία για την αδειοδότηση, οδηγία για την πρόσβαση και οδηγία καθολικής υπηρεσίας), ενσωματώνοντάς τις όλες σε ενιαία οδηγία. Καθεμία από τις οδηγίες περιέχει μέτρα που εφαρμόζονται σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και στους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Η αναθεώρηση προσφέρει την ευκαιρία για απλούστευση της τρέχουσας διάρθρωσης, με σκοπό την ενίσχυση της συνοχής και της προσβασιμότητάς της, σύμφωνα με τον στόχο της καταλληλότητας του κανονιστικού πλαισίου. Παρέχει επίσης τη δυνατότητα να προσαρμοστεί η διάρθρωση στη νέα πραγματικότητα της αγοράς, όπου η παροχή υπηρεσιών επικοινωνιών δεν αποτελεί πλέον κατ’ ανάγκη δέσμη με την παροχή δικτύου.
3.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΤΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ
•Εκ των υστέρων αξιολογήσεις / έλεγχοι καταλληλότητας ισχύουσας νομοθεσίας
Συνολικά, το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής που συνοδεύει την πρόταση και με το οποίο αξιολογείται η καταλληλότητα του κανονιστικού πλαισίου των ισχυόντων κανόνων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το κανονιστικό πλαίσιο για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες έχει επιτύχει, σε γενικές γραμμές, τον γενικό στόχο να διασφαλιστεί η ανταγωνιστικότητα του κλάδου παρέχοντας σημαντικά οφέλη για τους τελικούς χρήστες. Ωστόσο, ενώ οι κύριοι ειδικοί στόχοι του —η προώθηση του ανταγωνισμού, η ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς και η προώθηση του συμφέροντος των τελικών χρηστών— διατηρούν τη σημασία τους, φαίνεται αναγκαία η αναθεώρηση του κανονιστικού πλαισίου προκειμένου να αντιμετωπιστεί η αυξανόμενη ανάγκη για περισσότερη συνδεσιμότητα της ψηφιακής ενιαίας αγοράς και να εξορθολογιστούν οι διατάξεις λαμβανομένων υπόψη των εξελίξεων της αγοράς και της τεχνολογίας.
Ειδικότερα, όσον αφορά τα ειδικά κριτήρια αξιολόγησης, οι διαπιστώσεις είναι δυνατό να συνοψιστούν ως ακολούθως:
Σημασία - Γενικά, από την αξιολόγηση προέκυψε ότι οι ειδικοί στόχοι του πλαισίου —προώθηση του ανταγωνισμού, υλοποίηση της ενιαίας αγοράς και προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών— παραμένουν θεμιτοί, με αυξημένη σημασία για τον στόχο της ενιαίας αγοράς. Ο αποτελεσματικός και βιώσιμος ανταγωνισμός αποτελεί κινητήριο δύναμη για αποδοτικές επενδύσεις και τροφοδοτεί την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς. Τελικά εξυπηρετεί τα συμφέροντα των τελικών χρηστών, παρακινώντας την καινοτομία και παρέχοντας μέγιστα οφέλη όσον αφορά την επιλογή, την τιμή και την ποιότητα.
Ταυτόχρονα, η συνδεσιμότητα έχει αναδειχθεί ως η βασική κινητήρια δύναμη για την ψηφιακή κοινωνία και οικονομία, υποστηριζόμενη από τις τεχνολογικές αλλαγές και τις εξελισσόμενες απαιτήσεις των καταναλωτών και της αγοράς —κατέχει βασική θέση στην πολιτική δέσμευση της Επιτροπής Juncker για την υλοποίηση της ψηφιακής ενιαίας αγοράς. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να εξεταστεί η δυνατότητα προσαρμογής των υφιστάμενων στόχων πολιτικής και ρυθμιστικών εργαλείων για να στηριχτεί περαιτέρω η ανάπτυξη υποδομών και η ευρεία αξιοποίηση των αντίστοιχων υπηρεσιών συνδεσιμότητας σύμφωνα με τις μελλοντικές ανάγκες.
Οι περισσότεροι τομείς κανονιστικών ρυθμίσεων παραμένουν εξίσου σημαντικοί όπως το 2009, αν όχι περισσότερο —ιδίως η διαχείριση ραδιοφάσματος, δεδομένου του ρόλου του ραδιοφάσματος ως σημαντικού αλλά σπάνιου πόρου για να αναπτυχθούν τα κινητά και σταθερά ασύρματα δίκτυα τρέχουσας και επόμενης γενιάς, παράλληλα με τη ρύθμιση της πρόσβασης ως μέσο αντιμετώπισης των διαρκών φραγμών εισόδου στα δίκτυα. Για παράδειγμα, ενώ η σημασία ορισμένων ειδικών στοιχείων των κανόνων καθολικής υπηρεσίας τίθεται υπό αμφισβήτηση από τις εξελίξεις στην αγορά, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία στο πλαίσιο της ψηφιακής ενιαίας αγοράς η ιδέα ενός πλέγματος ασφαλείας που να εξασφαλίζει ότι όλοι οι πολίτες περιλαμβάνονται σε μια πλήρως αναπτυγμένη ψηφιακή κοινωνία. Ομοίως, ενώ ειδικές διατάξεις στο πλαίσιο του στόχου προστασίας των τελικών χρηστών ενδεχομένως θα πρέπει να προσαρμοστούν, λαμβανομένων υπόψη αλλαγών στην τεχνολογία, την αγορά ή τη νομοθεσία, οι ανάγκες της βασικής προστασίας των τελικών χρηστών στις οποίες ανταποκρίνονται οι διατάξεις διατηρούν τη σημασία τους και οι ειδικοί στόχοι τους παραμένουν στο επίκεντρο.
Αποτελεσματικότητα - Είναι ευρέως αποδεκτό ότι το κανονιστικό πλαίσιο στάθηκε αποτελεσματικό ως προς την επίτευξη ενός ανταγωνιστικού τομέα συνολικά. Αυτό, με τη σειρά του, δημιούργησε σημαντικά οφέλη για τους τελικούς χρήστες, όπως οι ευρέως διαθέσιμες (βασικές) ευρυζωνικές υπηρεσίες, σημαντική μείωση των τιμών και αυξημένες επιλογές.
Η ρύθμιση της πρόσβασης και του ραδιοφάσματος ειδικότερα, αλλά επίσης και διατάξεις σχετικά με την είσοδο στην αγορά, έχουν συμβάλει σε υψηλότερα επίπεδα ανταγωνισμού. Ωστόσο, η ρύθμιση της πρόσβασης έχει επιτύχει, όσον αφορά τον ανταγωνισμό, περισσότερο σε επίπεδο υπηρεσιών παρά σε επίπεδο δικτύου, και ενώ οι επενδύσεις σε δίκτυα πολύ υψηλής χωρητικότητας έχουν προχωρήσει, δεν έχουν πραγματοποιηθεί σε όλα τα κράτη μέλη με τον ρυθμό που προβλέπεται στα θεματολόγια δημόσιας πολιτικής και που αντιστοιχεί στις αναμενόμενες μελλοντικές ανάγκες. Είναι σημαντικό ότι, αν και η ελευθέρωση σημαντικής ποσότητας ραδιοφάσματος για ασύρματες ευρυζωνικές υπηρεσίες αποτελεί αξιοσημείωτο επίτευγμα, η πρόοδος στη διαχείριση του ραδιοφάσματος δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες της τελευταίας αναθεώρησης, έχοντας ως αποτέλεσμα καθυστέρηση και κατακερματισμό της ανάπτυξης και αξιοποίησης δικτύου 4G.
Οι προσπάθειες για επίτευξη του στόχου της ενιαίας αγοράς έχουν αποφέρει μάλλον μέτρια αποτελέσματα. Η ρυθμιστική συνέπεια έχει επιτευχθεί σε περιορισμένο μόνο βαθμό, επηρεάζοντας τις λειτουργίες των διασυνοριακών παρόχων και μειώνοντας την προβλεψιμότητα για όλους τους φορείς εκμετάλλευσης και τους επενδυτές τους. Το ισχύον πλαίσιο εναρμονίζει ελάχιστες αρμοδιότητες που ανατίθενται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές που είναι αρμόδιες για την εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση των αγορών και επιτρέπει στα κράτη μέλη να αναθέτουν καθήκοντα βάσει του πλαισίου σε άλλες αρχές που δεν πληρούν τις ίδιες απαιτήσεις ανεξαρτησίας. Το αποτέλεσμα είναι ένα μωσαϊκό διότι, εκτός από την εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση των αγορών, δεν υπάρχει άλλη αρμοδιότητα για την οποία να είναι επίσης αρμόδιες και οι 28 εθνικές ρυθμιστικές αρχές που είναι μέλη του BEREC.
Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι τα διαθέσιμα εργαλεία συνεργασίας και συνέπειας έχουν οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου οι βέλτιστες ρυθμιστικές λύσεις δεν τηρούνται πάντοτε, γεγονός που είχε αντίκτυπο στα αποτελέσματα για τους τελικούς χρήστες. Οι έλεγχοι συνέπειας σε επίπεδο ΕΕ, μέσω της υφιστάμενης διάρθρωσης διακυβέρνησης, συμβάλλουν στην προβλεψιμότητα της ρύθμισης της πρόσβασης σε ολόκληρη την ΕΕ· ωστόσο, η επιρροή τους είναι σημαντικά περιορισμένη όσον αφορά σχέδια ρυθμιστικών διορθωτικών μέτρων. Ομοίως, η έλλειψη συνέπειας στη διαχείριση του ραδιοφάσματος και η έλλειψη θεσμικού πλαισίου για τον συντονισμό των εκχωρήσεων ραδιοφάσματος είχε αρνητικές συνέπειες για τους τελικούς χρήστες, όπως η καθυστερημένη ανάπτυξη δικτύων 4G στις περισσότερες περιοχές της ΕΕ.
Τα επιτεύγματα του πλαισίου για την προστασία των τελικών χρηστών και τη διασφάλιση πλέγματος ασφαλείας (καθολική υπηρεσία) είναι σημαντικά —αν και η πρόοδος όσον αφορά την ικανοποίηση των καταναλωτών είναι σχετικά αργή. Είναι επίσης σαφές ότι δεν είναι ακόμη κατάλληλες για τον σκοπό τους, στο πλαίσιο των εξελίξεων στην τεχνολογία, την αγορά και τη νομοθεσία, όλες οι τομεακές διατάξεις προστασίας των τελικών χρηστών.
Αποδοτικότητα - Μολονότι δεν ήταν δυνατός ο ακριβής υπολογισμός του κόστους, από την αξιολόγηση προέκυψε ότι τα οφέλη του πλαισίου —για τους περισσότερους φορείς εκμετάλλευσης, τους τελικούς χρήστες και την κοινωνία στο σύνολό της— υπερβαίνουν κατά πολύ το κόστος που προκύπτει από την εφαρμογή του. Ωστόσο, μολονότι ενδεχομένως να είναι απαραίτητο ορισμένο επίπεδο περιπλοκότητας ώστε να εξασφαλίζεται σωστά προσαρμοσμένη παρέμβαση (π.χ. κατάλληλη ρύθμιση της πρόσβασης), έχουν προσδιοριστεί ορισμένοι τομείς όπου η διοικητική επιβάρυνση θα μπορούσε να μειωθεί χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο —σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και να βελτιώνεται— η αποτελεσματικότητα των διατάξεων. Παραδείγματα αποτελούν οι μεγαλύτερο κύκλοι εκ των προτέρων ρύθμισης της αγοράς, οι απλουστευμένες διαδικασίες για την επιβολή διορθωτικών μέτρων σε αγορές τερματισμού κλήσεων, ο εξορθολογισμός ορισμένων αλληλεπικαλυπτόμενων διατάξεων προστασίας των καταναλωτών.
Προστιθέμενη αξία για την ΕΕ - Το κανονιστικό πλαίσιο είχε καθοριστική σημασία για την επίτευξη αποτελεσμάτων όσον αφορά τον ανταγωνισμό στην ενιαία αγορά, τα οποία, ως έναν βαθμό, δεν θα ήταν δυνατά ή πιθανά σε εθνικό επίπεδο. Έχει αναβαθμίσει τις εθνικές ρυθμιστικές πρακτικές στον κλάδο, προωθώντας —με διάφορους βαθμούς επιτυχίας για συγκεκριμένους τομείς ρύθμισης— τα καλύτερα διαθέσιμα υποδείγματα σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η δράση της ΕΕ έχει συμβάλει επίσης σε πιο συνολική, αν όχι ομοιογενή, προστασία των τελικών χρηστών από ό,τι θα ίσχυε σε διαφορετική περίπτωση.
Συνοχή - Συνολικά, τα διάφορα μέσα που συναπαρτίζουν το κανονιστικό πλαίσιο για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες έχουν αλληλοενισχυθεί όσον αφορά την επιδίωξη των στόχων τους. Δύο θέματα, ωστόσο, αξίζουν ιδιαίτερη προσοχή κατά τη διαδικασία αναθεώρησης: η συνοχή μεταξύ i) της κανονιστικής ρύθμισης που αποσκοπεί στην παροχή κινήτρων για την ανταγωνιστική ανάπτυξη δικτύων και ii) της χρηματοδότησης από την ΕΕ και των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων στον κλάδο, καθώς και οι πιθανές αλληλεπικαλύψεις μεταξύ ορισμένων τομεακών διατάξεων και της οριζόντιας νομοθεσίας περί συμφερόντων των καταναλωτών.
•Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη
Στις 11 Σεπτεμβρίου 2015 ξεκίνησε ειδική ανοικτή δημόσια διαβούλευση διάρκειας 12 εβδομάδων, με την οποία συγκεντρώθηκαν παρατηρήσεις για τη διαδικασία αξιολόγησης προκειμένου να αξιολογηθούν οι υφιστάμενοι κανόνες και να συγκεντρωθούν απόψεις σχετικά με πιθανές προσαρμογές στο πλαίσιο, λαμβανομένων υπόψη των εξελίξεων στην αγορά και την τεχνολογία. Η διαβούλευση κάλυψε μια γενική αξιολόγηση του υφιστάμενου πλαισίου, καθώς και μια λεπτομερέστερη αξιολόγηση και αναθεώρηση συγκεκριμένων στοιχείων του πλαισίου: i) ρύθμιση της πρόσβασης στο δίκτυο, ii) διαχείριση του ραδιοφάσματος και ασύρματη συνδεσιμότητα, iii) τομεακή ρύθμιση για τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, iv) κανόνες καθολικής υπηρεσίας και v) θεσμικό πλαίσιο και διακυβέρνηση.
Η διαβούλευση ήταν ευρεία και λεπτομερής, αποφέροντας εκτενείς παρατηρήσεις από καταναλωτές, παρόχους δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εθνικές και ευρωπαϊκές ενώσεις φορέων εκμετάλλευσης, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, ραδιοτηλεοπτικούς φορείς, παρόχους τεχνολογίας, παρόχους διαδικτύου και επιγραμμικών υπηρεσιών, επιχειρήσεις που εξαρτώνται από τη συνδεσιμότητα και φορείς της ευρύτερης ψηφιακής οικονομίας, εθνικές αρχές σε όλα τα επίπεδα, εθνικές ρυθμιστικές αρχές και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη. Στις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν περιλαμβάνονται και παρατηρήσεις από ενδιαφερόμενα μέρη που επηρεάζονται από την εν λόγω πολιτική, από εκείνους που υποχρεούνται να την εφαρμόσουν και εκείνους που έχουν εκπεφρασμένο ενδιαφέρον για αυτήν. Η διαβούλευση συγκέντρωσε 244 διαδικτυακές απαντήσεις από ενδιαφερόμενα μέρη σε όλα τα κράτη μέλη, καθώς και από τρίτες χώρες. Η διαβούλευση συμπληρώθηκε με δημόσια ακρόαση στις 11 Νοεμβρίου 2015, στο μέσο της διάρκειας της δημόσιας διαβούλευσης.
Εκτός από τη δημόσια διαβούλευση, ο BEREC συνέβαλε με παρατηρήσει στην αξιολόγηση και τη διαδικασία επανεξέτασης και δημοσίευσε τη γνώμη του τον Δεκέμβριο του 2015. Η ομάδα για την πολιτική ραδιοφάσματος (RSPG) παρείχε επίσης τη γνώμη της σχετικά με την ψηφιακή ενιαία αγορά και την επανεξέταση του πλαισίου.
Από τη διαδικασία διαβούλευσης αναφάνηκαν οι ακόλουθες τάσεις:
• Η συνδεσιμότητα αναγνωρίζεται ευρέως ως η βασική κινητήρια δύναμη για την ψηφιακή κοινωνία και οικονομία, υποστηριζόμενη από τις τεχνολογικές μεταβολές και τις εξελισσόμενες απαιτήσεις των καταναλωτών και της αγοράς.
• Η καλή συνδεσιμότητα θεωρείται ως απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη της ψηφιακής ενιαίας αγοράς. Πολλοί ερωτηθέντες τόνισαν την ανάγκη για μέτρα πολιτικής και πιθανές προσαρμογές της τρέχουσας πολιτικής και των ρυθμιστικών εργαλείων για τη στήριξη της ανάπτυξης υποδομών σύμφωνα με τις μελλοντικές ανάγκες.
• Σε ορισμένες παρατηρήσεις υποστηριζόταν ότι το υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο δεν προάγει αρκετά την εσωτερική αγορά. Υπάρχει η γενική αίσθηση ότι το κανονιστικό πλαίσιο πρέπει να προσαρμοστεί στην τρέχουσα δυναμική της αγοράς. Ωστόσο, πολλοί ερωτηθέντες αναγνώρισαν τα επιτεύγματα που επέφερε η απελευθέρωση των αγορών τηλεπικοινωνιών, ιδίως όσον αφορά τα οφέλη για τους τελικούς χρήστες και τον ανταγωνισμό στις περισσότερες εθνικές αγορές.
• Όσον αφορά το ραδιοφάσμα, αναγνωρίζεται η σημασία της ασύρματης συνδεσιμότητας και των ασύρματων ευρυζωνικών υπηρεσιών. Σε γενικές γραμμές, ο κλάδος υποστηρίζει μια πιο συντονισμένη προσέγγιση και ζητά πρόσθετη ασφάλεια για να πραγματοποιηθούν επενδύσεις και να δοθούν δυνατότητες να αναπτυχθούν, σε όλη την ΕΕ, νέες ασύρματες και κινητές επικοινωνίες, συμπεριλαμβανομένων και των δικτύων 5G. Η πιο ευέλικτη πρόσβαση στο ραδιοφάσμα και η πιο ευέλικτη χρήση του χαρακτηρίστηκαν ως όλο και πιο σημαντικές.
• Οι αρχές των κρατών μελών υπογραμμίζουν γενικά τα επιτεύγματα στον τομέα της τεχνικής εναρμόνισης, καθώς και την ανάγκη ο επιπλέον συντονισμός να γίνεται από τη βάση προς την κορυφή και προαιρετικά· ορισμένες από αυτές ζητούν καλύτερη ισορροπία μεταξύ εναρμόνισης και ευελιξίας. Υπάρχει γενική αναγνώριση της σημασίας της πιο ευέλικτης πρόσβασης του ραδιοφάσματος και της πιο ευέλικτης χρήσης του στο μέλλον.
• Οι διοικήσεις ορισμένων κρατών μελών διαπιστώνουν την ανάγκη επικαιροποίησης των κανόνων για τις τηλεπικοινωνίες, για λόγους που ποικίλλουν από την ανάγκη να προωθηθούν οι επενδύσεις σε υποδομές επόμενης γενιάς έως την ανάγκη ανταπόκρισης στις αλλαγές στην τεχνολογία και την αγορά. Υπάρχουν επίσης αιτήματα για μεγαλύτερη ευελιξία και απλούστευση των εν λόγω κανόνων.
• Μολονότι παραδοσιακές εταιρείες τηλεπικοινωνιών θεωρούν ότι έχουν προτιμηθεί τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά οφέλη έναντι των μακροπρόθεσμων επενδύσεων και της καινοτομίας, οι εναλλακτικοί φορείς εκμετάλλευσης, ο BEREC και οι ενώσεις των καταναλωτών θεωρούν ότι το πλαίσιο έχει σε μεγάλο βαθμό επιτύχει τους τρέχοντες στόχους του.
• Οι χρήστες τηλεπικοινωνιών τίθενται γενικά υπέρ της υφιστάμενης ρύθμισης της πρόσβασης, ενώ ορισμένοι θεωρούν ότι θα πρέπει να δοθεί έμφαση στον ανταγωνισμό των υπηρεσιών και όχι στην υποκείμενη υποδομή, καθώς και ότι θα πρέπει να υπογραμμιστεί η κοινή χρήση των υποδομών.
• Η συντριπτική πλειοψηφία των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η αναθεώρηση θα πρέπει να αποτελέσει την ευκαιρία να επανεξεταστεί πλήρως το καθεστώς καθολικής υπηρεσίας. Οι διοικήσεις των κρατών μελών διαπιστώνουν την ανάγκη διατήρησης της καθολικής υπηρεσίας, με ευελιξία σε επίπεδο κράτους μέλους όσον αφορά τη χρηματοδότηση και την εφαρμογή σε ευρυζωνικές υπηρεσίες. Ο BEREC υποστηρίζει τη διατήρηση της υφιστάμενης ποικιλίας μέσων όσον αφορά την υποχρέωση καθολικής υπηρεσίας.
• Ενώ οι διοικήσεις ορισμένων κρατών μελών, η ρυθμιστική κοινότητα και οι οργανώσεις καταναλωτών ακόμη διαπιστώνουν την ανάγκη για τομεακή προστασία των τελικών χρηστών με βάση ελάχιστη εναρμόνιση υψηλού επιπέδου, ο κλάδος των τηλεπικοινωνιών ζητά να δοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στην οριζόντια νομοθεσία και την πλήρη εναρμόνιση, ιδίως για τις υπηρεσίες. Ο τομέας των τηλεπικοινωνιών εν γένει, αλλά και ορισμένες διοικήσεις υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να εφαρμόζονται οι ίδιοι κανόνες για παρόμοιες υπηρεσίες, ενώ άλλες διοικήσεις, οι λεγόμενοι πάροχοι επιφυών υπηρεσιών, οι πωλητές λογισμικού και εξοπλισμού, οι φορείς εκμετάλλευσης καλωδιακών δικτύων και ορισμένοι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς είναι της γνώμης ότι η έννοια των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως ορίζεται επί του παρόντος, έχει αποδειχθεί ικανοποιητική.
• Αν και ο διαρκής ρόλος των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και των αρχών διαχείρισης του ραδιοφάσματος αναγνωρίζεται ευρέως, μεγάλη ομάδα ερωτηθέντων τονίζει ότι θα πρέπει να αναθεωρηθεί το θεσμικό πλαίσιο σε επίπεδο ΕΕ προκειμένου να βελτιωθεί η ασφάλεια δικαίου και η λογοδοσία.
Στο πλαίσιο της διαδικασίας αξιολόγησης, η Επιτροπή ανέθεσε επίσης ορισμένες μελέτες. Η υλοποίηση αυτών των μελετών περιελάμβανε δημόσιες συναντήσεις εργασίας, όπου δόθηκε η δυνατότητα στα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους και να παράσχουν ανατροφοδότηση στις εν εξελίξει εργασίες αξιολόγησης:
στις 6 Απριλίου 2016 πραγματοποιήθηκε δημόσια συνάντηση εργασίας για την επικύρωση των προσωρινών πορισμάτων της μελέτης SMART 2015/002 που πραγματοποιήθηκε από τη WIK, την IDATE και τη Deloitte σχετικά με «τα ρυθμιστικά καθεστώτα, ιδίως όσον αφορά την πρόσβαση, για υποδείγματα επενδύσεων σε δίκτυα στην Ευρώπη», και
στις 2 Μαΐου 2016 πραγματοποιήθηκε δημόσια συνάντηση εργασίας για την επικύρωση των προσωρινών πορισμάτων της μελέτης SMART 2015/003 που πραγματοποιήθηκε από τη WIK, την CRIDS και την Cullen σχετικά με τα «ουσιώδη ζητήματα προς αναθεώρηση στους τομείς της εισόδου στην αγορά, διαχείρισης των σπάνιων πόρων και γενικών θεμάτων όσον αφορά τους τελικούς χρήστες».
•Συλλογή και χρήση εμπειρογνωσίας
Η Επιτροπή στηρίχθηκε στις ακόλουθες γνώμες ειδικών εξωτερικών συμβούλων:
Πολιτικές συστάσεις από άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ, ιδίως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.
Τρεις ειδικές μελέτες αναθεώρησης:
«Υποστήριξη για την προετοιμασία της εκτίμησης επιπτώσεων που συνοδεύει την αναθεώρηση του κανονιστικού πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες» (SMART 2015/0005),
«Ρυθμιστικά καθεστώτα, ιδίως όσον αφορά την πρόσβαση, για υποδείγματα επενδύσεων σε δίκτυα στην Ευρώπη» (SMART 2015/0002),
«Ουσιώδη ζητήματα προς αναθεώρηση στους τομείς της εισόδου στην αγορά, διαχείρισης των σπάνιων πόρων και γενικών καταναλωτικών θεμάτων» (SMART 2015/0003).
Επιπλέον, ορισμένες άλλες μελέτες συνέβαλαν στη διαδικασία αναθεώρησης. Οι εν λόγω μελέτες απαριθμούνται στην ενότητα 6.1.4 της εκτίμησης επιπτώσεων.
Ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου συνήλθε στο πλαίσιο της μελέτης SMART 2015/0005.
•Εκτίμηση των επιπτώσεων
Ρύθμιση της πρόσβασης
ΕΡΑ + εστίαση της ρύθμισης στη συνδεσιμότητα υψηλής ποιότητας
Στην επιλογή αυτή λαμβάνεται υπόψη ότι, αν και οι βασικές αρχές του πλαισίου εξακολουθούν να ισχύουν, απαιτούνται σημαντικές προσαρμογές ώστε να παρέχονται τα απαραίτητα κίνητρα τόσο για τους κατεστημένους φορείς όσο και για τους ανταγωνιστές προκειμένου να προβαίνουν σε οικονομικά βιώσιμες επενδύσεις ή συνεπενδύσεις στα μελλοντικά δίκτυα που είναι καταρχήν ικανά να παρέχουν πολύ υψηλής χωρητικότητας συνδεσιμότητα σε κάθε πολίτη και επιχείρηση στην Ευρώπη.
Ραδιοφάσμα
Δεσμευτικοί και εκτελεστοί κανόνες για την ενίσχυση του συντονισμού της διαχείρισης του ραδιοφάσματος στην ΕΕ, με μεγαλύτερο βάρος στην προσαρμογή των κανόνων περί ραδιοφάσματος στις μελλοντικές προκλήσεις της τεχνολογίας 5G
Η επιλογή αυτή αποσκοπεί στην προσαρμογή του πλαισίου στις εξελίξεις όσον αφορά την πανταχού παρούσα συνδεσιμότητα και την ανάπτυξη δικτύων 5G και στη διασφάλιση μεγαλύτερης συνέπειας όσον αφορά τα μέτρα των κρατών μελών, ιδίως εκείνα που επηρεάζουν τις ανταγωνιστικές συνθήκες της αγοράς και τη ρύθμιση της οικονομίας. Ο τρόπος με τον οποίο επιδιώκεται ο σκοπός αυτός είναι μέσω μεγαλύτερων προσαρμογών του πλαισίου, νομικά εκτελεστών μέσων και μηχανισμού αξιολόγησης από ομοτίμους, με τα οποία θα παρέχεται η δυνατότητα στον BEREC, την Επιτροπή και τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να αναθεωρούν στοιχεία των επιμέρους σχεδιαζόμενων εθνικών διαδικασιών εκχώρησης των κρατών μελών που έχουν μεγαλύτερο αντίκτυπο στις εξελίξεις στην αγορά και τις επιχειρήσεις. Επιπλέον, η επιλογή αυτή θα δώσει μεγαλύτερη έμφαση στο επενδυτικό περιβάλλον για πυκνά δίκτυα 5G.
Καθολική υπηρεσία
Σταδιακή προσαρμογή στις τάσεις με εστίαση στην οικονομική προσιτότητα των φωνητικών και ευρυζωνικών υπηρεσιών
Η επιλογή αυτή εστιάζει την υποχρέωση της ΕΕ για καθολική υπηρεσία στην πτυχή της οικονομικής προσιτότητας, συμπεριλαμβάνοντας την παροχή οικονομικά προσιτών φωνητικών επικοινωνιών και βασικών ευρυζωνικών υπηρεσιών στην ΕΕ στο πεδίο εφαρμογής της, καθώς και το δικαίωμα σύναψης συμβάσεων για καταναλωτές που επωφελούνται από ειδικά τιμολόγια καθολικής υπηρεσίας. Σε επίπεδο ΕΕ, οι ευρυζωνικές υπηρεσίες θα πρέπει να καθοριστούν σε συνάρτηση με μια λειτουργική σύνδεση πρόσβασης στο διαδίκτυο, η οποία να καθορίζεται με βάση τον ελάχιστο κατάλογο επιγραμμικών υπηρεσιών που παρέχουν στους τελικούς χρήστες τη δυνατότητα συμμετοχής στην κοινωνία των πολιτών, το οποίο τα κράτη μέλη θα καθορίσουν περαιτέρω σε εθνικό επίπεδο. Θα πρέπει να διασφαλίζεται η οικονομική προσιτότητα της παροχής αυτών των υπηρεσιών που παρέχονται σε σταθερή θέση, ιδίως μέσω άμεσης στήριξης, αλλά τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να συμπεριλάβουν μέτρα οικονομικής προσιτότητας για τις κινητές υπηρεσίες για τους πλέον ευάλωτους τελικούς χρήστες, όπου αποδεικνύεται αυτή η έλλειψη προσιτότητας. Η διαθεσιμότητα των εν λόγω υπηρεσιών θα προαχθεί κυρίως με άλλα εργαλεία πολιτικής (κίνητρα για ιδιωτικές επενδύσεις, κρατικές ενισχύσεις, υποχρεώσεις κάλυψης που σχετίζονται με το ραδιοφάσμα κ.λπ.) και μπορεί να περιλαμβάνεται μόνο κατ’ εξαίρεση σε εθνικό επίπεδο, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις. Λαμβανομένου υπόψη του ευρύτερου ραδιοφάσματος των δικαιούχων (πέραν του τομέα των τηλεπικοινωνιών) καθολικών ευρυζωνικών υπηρεσιών, η επιλογή αυτή βασίζεται σε χρηματοδότηση μέσω του γενικού προϋπολογισμού ως πιο ισότιμου και του λιγότερο στρεβλωτικού τρόπου χρηματοδότησης της παροχής καθολικής υπηρεσίας.
Υπηρεσίες
Υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο (IAS) και κανονιστικές υποχρεώσεις για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που συνδέονται κυρίως με τη χρήση πόρων αριθμοδότησης
Η επιλογή αυτή βασίζεται σε άλλες επιλογές. Προτείνεται, πέραν της ρύθμισης των υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, να εφαρμοστεί περιορισμένο σύνολο τομεακών κανόνων στις υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών που παρέχονται είτε παραδοσιακά (φωνητική τηλεφωνία ή SMS), είτε μέσω των υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο. Ειδικότερα, η επιλογή αυτή προσδιορίζει τους τομείς όπου ακόμη απαιτείται τομεακή προστασία λόγω των χαρακτηριστικών τους και προτείνεται να εφαρμοστούν οι σχετικοί κανόνες εξίσου σε όλους τους παρόχους υπηρεσιών που είναι λειτουργικά ισοδύναμοι. Σε πολλές περιπτώσεις θα πρόκειται για υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο συν υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών με χρήση αριθμών (ως «χρήση» νοείται η παροχή αριθμών στους συνδρομητές της ίδιας της υπηρεσίας ή η παροχή υπηρεσίας που επιτρέπει την επικοινωνία με συνδρομητές άλλων παρόχων μέσω των αριθμών αυτών). Σε βασικούς τομείς, όπως η ασφάλεια και η εξουσία να επιβληθεί η διαλειτουργικότητα, οι σχετικοί κανόνες θα πρέπει να εφαρμόζονται σε όλες τις υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών. Προτείνεται οι κανόνες σχετικά με τους τελικούς χρήστες να υπόκεινται σε πλήρη εναρμόνιση, στο μέτρο του δυνατού, αντί της τρέχουσας προσέγγισης για ελάχιστη εναρμόνιση, ώστε να μειωθεί ο φόρτος συμμόρφωσης και να αποφευχθεί η στρέβλωση των συνθηκών της αγοράς σε όλα τα κράτη μέλη. Προκειμένου να μειωθεί η κανονιστική επιβάρυνση, προτείνεται να αρθούν οι κανονιστικές υποχρεώσεις στις περιπτώσεις όπου δεν χρειάζονται πλέον ή καλύπτονται επαρκώς από τη γενική νομοθεσία για την προστασία των καταναλωτών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κατάργηση των εξουσιών των ΕΡΑ να επιβάλλουν απευθείας τη ρύθμιση των τιμών λιανικής.
Όσον αφορά τις κανονιστικές υποχρεώσεις που εφαρμόζονται στις υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών, οι περισσότερες από αυτές θα συνδέονται με τη χρήση δημόσιων πόρων αριθμοδότησης —επιβεβαιώνοντας την προσέγγιση που έχει προσδιοριστεί από τις ρυθμιστικές αρχές τουλάχιστον από την τελευταία αναθεώρηση του πλαισίου, η οποία όμως αμφισβητείται ευρέως από τους παρόχους των σχετικών υπηρεσιών και δεν έχει εφαρμοστεί ευρέως στην πράξη. Το πεδίο εφαρμογής της πρόσβασης σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης επανακαθορίζεται, με χρήση της έννοιας των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών, λαμβανομένης όμως υπόψη της αδυναμίας ορισμένων διαδικτυακών υπηρεσιών να διασφαλίσουν την ποιότητα των υπηρεσιών τέτοιου είδους κλήσεων. Οι κανόνες που θα εφαρμόζονται στις υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμού καλύπτουν, μεταξύ άλλων, τη διάρκεια της σύμβασης, τη διαφάνεια, την πληροφόρηση σχετικά με την ποιότητα των υπηρεσιών, τη φορητότητα αριθμού, η οποία θα καθοδηγείται από τον πάροχο στον οποίο γίνεται η μεταφορά, τα εργαλεία παρακολούθησης της κατανάλωσης, τα εργαλεία σύγκρισης τόσο των τιμών όσο και της ποιότητας των υπηρεσιών ή τους κανόνες αλλαγής παρόχου για τις δέσμες ώστε να αποφεύγονται φαινόμενα εγκλωβισμού.
Επιπλέον, σε ορισμένους τομείς, συμφέροντα δημόσιας πολιτικής όπως η ασφάλεια, απαιτούν την επιβολή κανονιστικών υποχρεώσεων σε όλες τις υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών, δηλαδή και για εκείνες επίσης που παρέχονται μέσω των υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, αλλά δεν χρησιμοποιούν πόρους αριθμοδότησης.
«Υποχρεωτική μεταφορά σήματος» και ηλεκτρονικοί οδηγοί προγραμμάτων (EPG)
Διατήρηση της δυνατότητας των κρατών μελών να επιβάλλουν υποχρεώσεις «μεταφοράς σήματος» και EPG
Με την επιλογή αυτή θα διατηρηθούν οι ισχύοντες κανόνες περί «υποχρεωτικής μεταφοράς σήματος» και EPG. Ωστόσο, διευκρινίζεται ότι οι υποχρεώσεις μεταφοράς είναι δυνατό να περιλαμβάνουν δεδομένα συμπληρωματικά προς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς, τα οποία υποστηρίζουν υπηρεσίες συνδεδεμένης τηλεόρασης (Connected TV) και ηλεκτρονικούς οδηγούς προγραμμάτων (EPG).
Αριθμοδότηση
Προσαρμογή του πλαισίου της ΕΕ όσον αφορά την αριθμοδότηση ώστε να αντιμετωπιστούν ζητήματα ανταγωνισμού στην αγορά
Βάσει της επιλογής αυτής, το πλαίσιο προσαρμόζεται ώστε να επιτρέπεται στα κράτη μέλη η χορήγηση αριθμών σε επιχειρήσεις εκτός από παρόχους δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Με την επιλογή αυτή επιτρέπεται η εξωεδαφική χρήση ορισμένων πόρων αριθμοδότησης εντός της ΕΕ, με την επιφύλαξη των κατάλληλων διασφαλίσεων για την προστασία των τελικών χρηστών σε όλα τα κράτη μέλη όπου χρησιμοποιούνται οι αριθμοί.
Διακυβέρνηση
Συμβουλευτικός ρόλος του BEREC/RSPG με ορισμένες κανονιστικές εξουσίες για τον BEREC και βελτίωση της διαδικασίας ανασκόπησης της αγοράς και εκχώρησης ραδιοφάσματος
Με την επιλογή αυτή προβλέπεται, ειδικότερα, ελάχιστο σύνολο εναρμονισμένων αρμοδιοτήτων για τις ΕΡΑ και η εναρμόνιση των καθηκόντων των ΕΡΑ και του BEREC, καθώς και η ουσιαστική εναρμόνιση της διάρθρωσης διακυβέρνησης του BEREC με την κοινή προσέγγιση για τους αποκεντρωμένους οργανισμούς.
Επιπλέον, θα ανατεθούν στον BEREC επιπλέον καθήκοντα, όπως εξουσίες για την έκδοση δεσμευτικών αποφάσεων σχετικά με την ταυτοποίηση διακρατικών αγορών και με υπόδειγμα συνοπτικής σύμβασης· οιονεί δεσμευτικές εξουσίες σε σχέση με τις διαδικασίες της εσωτερικής αγοράς για τα σχέδια εθνικών μέτρων όσον αφορά τη ρύθμιση των αγορών (το σύστημα «ασφαλιστικής δικλείδας» – βλ. παρακάτω) και τον καθορισμό ενιαίου μέγιστου τέλους τερματισμού για την ΕΕ· και η έκδοση κατευθυντηρίων γραμμών σε ορισμένους τομείς: γεωγραφικές έρευνες, κοινές προσεγγίσεις για την κάλυψη της διακρατικής ζήτησης, ελάχιστα κριτήρια για τις προσφορές αναφοράς, κοινά κριτήρια για τη διαχείριση των πόρων αριθμοδότησης, παράμετροι ποιότητας των υπηρεσιών, εφαρμόσιμες μέθοδοι μέτρησης και οι τεχνικές λεπτομέρειες του μοντέλου κόστους που θα πρέπει να εφαρμόζεται από τις ΕΡΑ κατά τον καθορισμό μέγιστων συμμετρικών τελών τερματισμού. Θα του ανατεθεί επίσης η εξουσία να ζητά πληροφορίες απευθείας από τους φορείς εκμετάλλευσης.
Ο BEREC θα είναι επίσης υπεύθυνος για τη δημιουργία μητρώου για την εξωεδαφική χρήση αριθμών και τις διασυνοριακές ρυθμίσεις, καθώς και άλλου μητρώου της ΕΕ για τους παρόχους δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Επιπλέον, θα καλείται να επικουρεί την Επιτροπή και τις ΕΡΑ στον τομέα της τυποποίησης, βοηθώντας τις να εντοπίζουν έλλειψη διαλειτουργικότητας ή απειλή για τη διατερματική συνδεσιμότητα ή για την αποτελεσματική πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης.
Όσον αφορά τα διορθωτικά μέτρα, προτείνεται σύστημα «ασφαλιστικής δικλείδας» βάσει του οποίου, σε περιπτώσεις όπου ο BEREC και η Επιτροπή συμφωνούν σχετικά με τη θέση τους όσον αφορά τα σχέδια διορθωτικών μέτρων που προτείνονται από μια ΕΡΑ, η Επιτροπή θα μπορούσε να απαιτεί από την ΕΡΑ να τροποποιήσει ή να αποσύρει το σχέδιο μέτρου και, εφόσον απαιτείται, να κοινοποιεί εκ νέου την ανάλυση της αγοράς. Ο BEREC θα αναλάβει κάποια επιπλέον κανονιστικά και συμβουλευτικά καθήκοντα.
Όσον αφορά το ραδιοφάσμα, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα αποκτήσουν αρμοδιότητες λήψης αποφάσεων που αφορούν μόνο τους ρυθμιστικούς όρους και τους όρους διαμόρφωσης της αγοράς σχετικά με την εκχώρηση ραδιοφάσματος για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Επιπλέον, εισάγεται σύστημα «αξιολόγησης από ομοτίμους» στο πλαίσιο του BEREC ως νέος μηχανισμός συντονισμού. Με τον μηχανισμό αυτό θα απαιτείται από τις ΕΡΑ να κοινοποιούν τα σχέδια μέτρων τους σε σχέση με αυτές τις πτυχές της εκχώρησης ραδιοφάσματος για αξιολόγηση από τον BEREC και έκδοση μη δεσμευτικής γνώμης.
Επιπλέον, πρόκειται να αποδοθούν στην Επιτροπή πρόσθετες γενικές κανονιστικές εξουσίες όσον αφορά τον ορισμό κριτηρίων για τον καθορισμό ορισμένων στοιχείων της εκχώρησης ραδιοφάσματος, λαμβανομένης ιδιαιτέρως υπόψη της γνώμης της RSPG και με βάση την έκδοση μέσω της διαδικασίας της επιτροπολογίας (Cocom) —για την καθοδήγηση των επιμέρους ΕΡΑ, καθώς και την «αξιολόγηση από ομοτίμους» στο πλαίσιο του BEREC. Η RSPG θα παραμείνει συμβουλευτικό όργανο και θα παρέχει γνωμοδοτήσεις στην Επιτροπή πριν από την έγκριση των εκτελεστικών μέτρων με τη διαδικασία της επιτροπολογίας.
•Καταλληλότητα του κανονιστικού πλαισίου και απλούστευση
Τα μέτρα πολιτικής που προτείνονται στο πλαίσιο της προτιμώμενης δέσμης επιλογών στηρίζουν το πρόγραμμα REFIT και ανταποκρίνονται στον στόχο της απλούστευσης και της μείωσης της διοικητικής επιβάρυνσης, σύμφωνα με τα πορίσματα της αξιολόγησης σχετικά με τις δυνατότητες της αναθεώρησης ως προς το πρόγραμμα REFIT. Πολλές από τις προτεινόμενες αλλαγές στο πλαίσιο των τομέων πολιτικής για την πρόσβαση, το ραδιοφάσμα, την καθολική υπηρεσία, τις υπηρεσίες και τους τελικούς χρήστες, την αριθμοδότηση και τη διακυβέρνηση έχουν ως στόχο να αποσαφηνίσουν τους κανόνες, να δώσουν τη δυνατότητα στα μέρη να κατανοούν εύκολα τα δικαιώματά τους και τις υποχρεώσεις τους και να αποφευχθεί η υπερβολική ρύθμιση και οι διοικητικές επιβαρύνσεις.
Οι προτεινόμενες αλλαγές περιλαμβάνουν συγκεκριμένα: τον εξορθολογισμό και τη γεωγραφική στόχευση της ρύθμισης της πρόσβασης, τη χρήση (όπου είναι δυνατό) γενικής άδειας αντί των μεμονωμένων αδειών για το ραδιοφάσμα, την προώθηση των δευτερογενών αγορών για το ραδιοφάσμα, την κατάργηση περιττών υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας, όπως απαιτήσεων για τη διασφάλιση της παροχής τηλεφωνικών θαλάμων και υλικών καταλόγων, τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής των υποχρεώσεων διαθεσιμότητας της καθολικής υπηρεσίας και τον τερματισμό του τομεακού μηχανισμού κοινής χρήσης, την αποσαφήνιση του πεδίου εφαρμογής του κανονιστικού πλαισίου και την κατάργηση των περιττών υποχρεώσεων για την προστασία των καταναλωτών, εφόσον αυτές ήδη καλύπτονται με οριζόντια νομοθεσία ή από την αγορά, την εναρμόνιση και αποσαφήνιση των κανόνων και της διακυβέρνησης της αριθμοδότησης στο πλαίσιο M2M και την εναρμόνιση των αρμοδιοτήτων των ΕΡΑ με τον BEREC.
Τα μέτρα απλούστευσης στις προτιμώμενες επιλογές διαθέτουν επίσης μια διάσταση συνοχής της ενιαίας αγοράς, καθώς θα διασφαλίσουν μεγαλύτερη συνέπεια όσον αφορά τα διορθωτικά μέτρα για την πρόσβαση και τις διαδικασίες εκχώρησης ραδιοφάσματος, οι οποίες, επί του παρόντος, τείνουν να περιπλέκουν την κατάσταση για τους φορείς εκμετάλλευσης που επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν ραδιοφάσμα στα διάφορα κράτη μέλη, και μπορούν επίσης να προκαλούν (σε περίπτωση χρονοδιαγραμμάτων που αποκλίνουν) παρεμβολές σε παραμεθόριες περιοχές. Ομοίως, η καθιέρωση τυποποιημένων διορθωτικών μέτρων για τη χονδρική, παραδείγματος χάριν σε σχέση με την πρόσβαση των επιχειρήσεων, διευκολύνει τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη, ενώ η επιμήκυνση των αδειών χρήσης ραδιοφάσματος ευνοεί τη δημιουργία πανευρωπαϊκής δευτερογενούς αγοράς για το ραδιοφάσμα, καθώς και φιλικότερου προς τις επενδύσεις περιβάλλοντος για τους κατόχους των εν λόγω αδειών.
•Θεμελιώδη δικαιώματα
Στην πρόταση λαμβάνονται επίσης πλήρως υπόψη τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι αρχές που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, τα προτεινόμενα μέτρα αποσκοπούν στην επίτευξη υψηλότερων επιπέδων συνδεσιμότητας με εκσυγχρονισμένη δέσμη κανόνων προστασίας των τελικών χρηστών. Αυτό με τη σειρά του θα διασφαλίσει την πρόσβαση χωρίς διακριτική μεταχείριση σε οποιαδήποτε περιεχόμενα και υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων υπηρεσιών, και θα συμβάλει στην προώθηση της ελευθερίας της έκφρασης και της επιχειρηματικής δραστηριότητας, ενώ θα δώσει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να συμμορφώνονται στο μέλλον με τον Χάρτη με πολύ χαμηλότερο κόστος.
4.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Η πρόταση δεν έχει επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της ΕΕ.
5.ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
•Σχέδια εφαρμογής και παρακολούθηση, αξιολόγηση και ρυθμίσεις περί υποβολής εκθέσεων
Η παρακολούθηση της εφαρμογής θα εξακολουθήσει να εξασφαλίζεται από την Επιτροπή βάσει:
Της ευρωπαϊκής έκθεσης για την ψηφιακή πρόοδο
Η ευρωπαϊκή έκθεση για την ψηφιακή πρόοδο καλύπτει 28 κράτη μέλη και παρέχει συνολικά στοιχεία και ανάλυση των εξελίξεων της αγοράς, των ρυθμιστικών και καταναλωτικών εξελίξεων στην ψηφιακή οικονομία, συμπεριλαμβανομένων:
Πίνακα αποτελεσμάτων, που μετρά την πρόοδο της ευρωπαϊκής ψηφιακής οικονομίας. Τροφοδοτείται από δεδομένα που διαβιβάζονται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, τη Eurostat και πρόσθετες σχετικές πηγές και περιλαμβάνει στοιχεία για τη γενική κατάσταση όλων των διαστάσεων του δείκτη ψηφιακής οικονομίας και κοινωνίας στα κράτη μέλη της ΕΕ. Οι δείκτες που περιλαμβάνονται στην έκθεση καθιστούν δυνατή τη σύγκριση της προόδου μεταξύ των διαφόρων ευρωπαϊκών χωρών, καθώς και μεταξύ των διαφόρων χρονικών περιόδων.
Εκθέσεις για τις τηλεπικοινωνίες σχετικά με την κανονιστική ρύθμιση και τις αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών της Ευρώπης, που παρέχουν συνολικά στοιχεία και ανάλυση των εξελίξεων της αγοράς, των ρυθμιστικών και καταναλωτικών εξελίξεων στον κλάδο.
Ετήσια έρευνα του Ευρωβαρόμετρου σε επίπεδο νοικοκυριών
Η τρέχουσα έρευνα του Ευρωβαρομέτρου παρέχει στοιχεία όσον αφορά τις επιδόσεις της αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών για τους τελικούς χρήστες και σχετικά με τις συμπεριφορές των καταναλωτών όσον αφορά την αποδοχή πλατφορμών υπηρεσιών και τη χρήση υπηρεσιών, καθώς και σχετικά με σειρά θεμάτων που άπτονται της προστασίας των καταναλωτών.
•Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης
Η πρόταση τροποποιεί το υφιστάμενο πλαίσιο με τις ακόλουθες ουσιώδεις αλλαγές:
Τροποποιήσεις των στόχων πολιτικής:
Το άρθρο 3 εξορθολογίζει την παρουσίαση των υφιστάμενων στόχων και τους συμπληρώνει με νέο στόχο για την ευρεία πρόσβαση σε πολύ υψηλής χωρητικότητας συνδεσιμότητα και την υιοθέτησή της σε ολόκληρη την ΕΕ παράλληλα με τους υφιστάμενους στόχους της προώθησης του ανταγωνισμού, της εσωτερικής αγοράς και των συμφερόντων των τελικών χρηστών.
Τροποποιήσεις σχετικές με τη ρύθμιση της πρόσβασης:
Οι σχετικές με τη ρύθμιση της πρόσβασης τροποποιήσεις αποσκοπούν στην ενίσχυση και τη βελτίωση του ισχύοντος καθεστώτος πρόσβασης περί ΣΙΑ, με στόχο την περαιτέρω προώθηση του ανταγωνισμού υποδομών και της ανάπτυξης δικτύων από όλους τους φορείς εκμετάλλευσης και τη διατήρηση της ανάπτυξης δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας σε ολόκληρο το έδαφος της Ένωσης.
Με την πρώτη και τη δεύτερη κατηγορία (την ενίσχυση του καθεστώτος περί ΣΙΑ και την προώθηση του ανταγωνισμού υποδομών και της ανάπτυξης δικτύων από όλους τους φορείς εκμετάλλευσης), σχετίζονται οι ακόλουθες διατάξεις και αλλαγές:
Τα άρθρα 61 και 65 τροποποιούν τις διαδικασίες ανάλυσης της αγοράς, με την κωδικοποίηση των βέλτιστων πρακτικών και με σκοπό την πιο εστιασμένη και νομικά ασφαλή ρύθμιση της πρόσβασης, καθώς και με αυστηρότερη γεωγραφική εστίαση, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι υποχρεώσεις πρόσβασης επιβάλλονται μόνον όταν και όπου είναι αναγκαίο για την αντιμετώπιση ανεπαρκειών της αγοράς λιανικής και την εξασφάλιση αποτελεσμάτων για τους τελικούς χρήστες. Οι κανόνες καθορίζουν επίσης την υποχρέωση των ρυθμιστικών αρχών να λαμβάνουν υπόψη εμπορικές συμφωνίες πρόσβασης κατά τις οικείες αναλύσεις της αγοράς, καθώς και τυχόν άλλες κανονιστικές υποχρεώσεις που έχουν ήδη επιβληθεί, για παράδειγμα συμμετρικές υποχρεώσεις. Επιπλέον, το άρθρο επεκτείνει το ισχύον μέγιστο όριο της τριετούς περιόδου ανασκόπησης της αγοράς σε πέντε έτη, το οποίο θα επιτρέψει στους φορείς εκμετάλλευσης να προβαίνουν σε πιο μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και θα παράσχει στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές μεγαλύτερη ευελιξία όσον αφορά το χρονοδιάγραμμα των ανασκοπήσεων της αγοράς. Το άρθρο 66 αντικατοπτρίζει τους στόχους αυτούς με την επικαιροποίηση και τροποποίηση των αντίστοιχων κανόνων για την επιβολή και αναθεώρηση των κανονιστικών υποχρεώσεων, για παράδειγμα όταν μεταβάλλονται οι συνθήκες της αγοράς.
Το άρθρο 70 στηρίζει την ενίσχυση του ανταγωνισμού υποδομών εξασφαλίζοντας την πρόσβαση σε τεχνικά έργα υποδομής, όπως αγωγούς, στύλους κ.λπ., όταν αυτά κατέχονται από φορείς εκμετάλλευσης με ΣΙΑ.
Προκειμένου επίσης να στηριχθεί ο ανταγωνισμός υποδομών, το άρθρο 59 διευκρινίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν να επιβάλλονται υποχρεώσεις σε όλους τους φορείς εκμετάλλευσης (συμμετρικές υποχρεώσεις), ώστε να εξασφαλίζεται η πρόσβαση σε μη αναπαραγώγιμα πάγια στοιχεία δικτύων, όπως είναι η εσωτερική καλωδίωση και τα καλώδια. Για την προστασία των κινήτρων για επενδύσεις, αυτή η πρόσβαση περιορίζεται μόνο στο πρώτο σημείο συγκέντρωσης από τον τελικό χρήστη, αλλά μπορεί να επεκταθεί περισσότερο σε περιορισμένες περιπτώσεις, για τη διευκόλυνση της εναλλακτικής ανάπτυξης δικτύου στις πλέον δυσχερείς και λιγότερο πυκνοκατοικημένες περιοχές.
Τα άρθρα 63 και 64 εξουσιοδοτούν τον BEREC να ταυτοποιεί διακρατικές αγορές, καθώς και να ταυτοποιεί τη διακρατική ζήτηση, ακόμη και στις περιπτώσεις που οι αγορές παραμένουν εθνικές ή υποεθνικές. Ο BEREC μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές ώστε οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές να εγκρίνουν κοινές προσεγγίσεις όταν επιβάλλουν διορθωτικά μέτρα που μπορούν να συμβάλουν στην κάλυψη της εν λόγω διακρατικής ζήτησης. Το άρθρο 64 εξουσιοδοτεί επίσης την Επιτροπή, με τη στήριξη του BEREC, να καθιερώνει εναρμονισμένες τεχνικές προδιαγραφές για ορισμένα προϊόντα χονδρικής πρόσβασης ώστε να καλύπτεται η ζήτηση για διασυνοριακές επικοινωνίες, ιδίως από επιχειρηματικούς χρήστες, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η έλλειψη τέτοιων εναρμονισμένων προϊόντων παρεμποδίζει την εσωτερική αγορά.
Το άρθρο 73 θεσπίζει διαδικασία σε επίπεδο ΕΕ για τον ορισμό δεσμευτικής μεθοδολογίας για τον καθορισμό τελών τερματισμού φωνητικών κλήσεων, μια σταθερή αγορά η οποία είναι παρόμοια ρυθμισμένη στα περισσότερα κράτη μέλη. Επιπλέον, δημιουργεί μηχανισμό για τον καθορισμό των μέγιστων τελών τερματισμού σε επίπεδο ΕΕ, με σκοπό την ελάφρυνση της διοικητικής επιβάρυνσης για τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να επικεντρώνουν τις προσπάθειές τους στην ανάλυση των πλέον πολύπλοκων αγορών ευρυζωνικών υπηρεσιών.
Τέλος, για να διατηρηθεί η ανάπτυξη δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας σε ολόκληρο το έδαφος της Ένωσης, προτείνονται οι εξής αλλαγές:
Το άρθρο 22 απαιτεί από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να ερευνούν την κατάσταση των ευρυζωνικών δικτύων και των επενδυτικών σχεδίων σε ολόκληρη την εθνική τους επικράτεια, ώστε να μπορούν να λαμβάνουν καλύτερα υπόψη γεωγραφικές ιδιαιτερότητες σε αναλύσεις της αγοράς. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές πρέπει επίσης να προσδιορίζουν τις λεγόμενες «περιοχές ψηφιακού αποκλεισμού», στις οποίες κανείς φορέας εκμετάλλευσης ούτε δημόσια αρχή δεν έχει αναπτύξει ούτε σκοπεύει να αναπτύξει δίκτυο πολύ υψηλής χωρητικότητας ούτε έχει αναβαθμίσει ή επεκτείνει το οικείο παραδοσιακό δίκτυο ώστε να φτάνει σε επιδόσεις ταχύτητας καταφόρτωσης τουλάχιστον 100 Mbps, ούτε σχεδιάζει να το πράξει. Μπορούν να δημοσιεύουν τις ορισθείσες περιοχές ψηφιακού αποκλεισμού και να οργανώνουν πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος με αυτή τη δημοσίευση, με σκοπό την προώθηση της ανάπτυξης δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας σε αυτές τις δύσκολες περιοχές.
Το άρθρο 72 αποσαφηνίζει τις περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να παρέχεται ευελιξία τιμολόγησης σε φορείς εκμετάλλευσης με ΣΙΑ, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο ο ανταγωνισμός. Η ευελιξία τιμολόγησης μπορεί να είναι επωφελής για τους επενδυτές σε νέα δίκτυα, εφόσον δεν παρεμποδίζει τον κατάντη ανταγωνισμό.
Το άρθρο 74, σε συνδυασμό με το παράρτημα IV, θεσπίζει διατάξεις για τη διευκόλυνση των εμπορικών συνεπενδύσεων σε νέες υποδομές και για την εξαγωγή των απαραίτητων ρυθμιστικών συμπερασμάτων. Η κοινή χρήση νέων στοιχείων δικτύου μεταξύ ιδιοκτήτη δικτύου με ΣΙΑ και αιτούντων πρόσβαση συνεπάγεται υψηλότερο βαθμό επιμερισμού των κινδύνων σε σχέση με παραδοσιακά προϊόντα πρόσβασης, και μπορεί επίσης να παρέχει πιο στερεή βάση για βιώσιμο ανταγωνισμό αν πληρούνται κατάλληλες προϋποθέσεις σχετικά με τον σχεδιασμό της συνεπένδυσης. Αυτό θα επιτρέψει την προσαρμογή της ρυθμιζόμενης πρόσβασης, ώστε να δίνεται σε όλους τους συνεπενδυτές η δυνατότητα να επωφελούνται από τα πλεονεκτήματα του πρωτοπόρου σε σχέση με άλλες επιχειρήσεις. Μπορεί να είναι ακόμη κατάλληλη η συνεχιζόμενη διαθεσιμότητα των προϊόντων ρυθμιζόμενης πρόσβασης σε μη συμμετέχουσες επιχειρήσεις, μέχρι τη χωρητικότητα που ήταν διαθέσιμη πριν την επένδυση.
Το άρθρο 77 προβλέπει απλουστευμένο ρυθμιστικό μοντέλο για δίκτυα αποκλειστικά χονδρικής με σημαντική ισχύ στην αγορά, που περιορίζεται σε δίκαιους, εύλογους κανόνες πρόσβασης που δεν εισάγουν διακρίσεις και υπόκεινται σε διαδικασία επίλυσης διαφορών, όταν απαιτείται. Οι διατάξεις επιβάλλουν αυστηρούς όρους για να θεωρηθεί ένα δίκτυο πράγματι «αποκλειστικά χονδρικής», και μπορεί να ενδείκνυνται ιδιαίτερα για τοπικά δίκτυα πολύ υψηλής χωρητικότητας, τα οποία ωστόσο θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι στο μέλλον θα διαθέτουν σημαντική ισχύ στην αγορά. Το άρθρο 76 παρέχει διευκρινίσεις σχετικά με τη διαδικασία για τον εθελούσιο διαχωρισμό, καθιερώνοντας ασφάλεια δικαίου μέσω δεσμεύσεων που παρέχονται από τον φορέα εκμετάλλευσης ο οποίος βρίσκεται σε διαδικασία διαχωρισμού.
Τέλος, το άρθρο 78 αποσαφηνίζει τον ρόλο των εθνικών ρυθμιστικών αρχών στη συνοδεία φορέων εκμετάλλευσης με ΣΙΑ που μεταβαίνουν από παραδοσιακά σε νέα δίκτυα (π.χ. κατά την εγκατάλειψη παραδοσιακών δικτύων χαλκού), ως μέσο για την περαιτέρω υποστήριξη της μετάβασης σε νέα δίκτυα.
Τροποποιήσεις σχετικά με τη διαχείριση του ραδιοφάσματος:
Το άρθρο 45 αποσαφηνίζει τους γενικούς στόχους και αρχές για την καθοδήγηση των κρατών μελών κατά τη διαχείριση του ραδιοφάσματος σε εθνικό επίπεδο. Αυτοί οι στόχοι και αρχές καλύπτουν τη συνέπεια και την αναλογικότητα κατά τις διαδικασίες αδειοδότησης, τη σημασία διασφάλισης κατάλληλης κάλυψης, τα ζητήματα του χρονοδιαγράμματος κατά τη διάθεση ραδιοφάσματος, την πρόληψη διασυνοριακών ή επιβλαβών παρεμβολών, την καθιέρωση της αρχής της απώλειας σε περίπτωση μη χρήσης και την προώθηση της από κοινού χρήσης του ραδιοφάσματος, καθώς και της εμπορίας και χρονομίσθωσης ραδιοφάσματος. Το άρθρο αυτό προβλέπει επίσης μηχανισμό που θα επιτρέπει την προσωρινή εναλλακτική χρήση για εναρμονισμένο ραδιοφάσμα υπό σαφώς καθορισμένους όρους.
Το άρθρο 46 δίνει μεγαλύτερη έμφαση στις γενικές άδειες έναντι των μεμονωμένων αδειών, καθώς και στην κοινή χρήση του ραδιοφάσματος σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι εθνικές αρχές θα αναπτύσσουν μελλοντικά τα υποδείγματα αδειοδότησης που είναι καταλληλότερα για τις εξελίξεις της τεχνολογίας 5G. Προβλέπει επίσης εξουσίες της Επιτροπής να λαμβάνει δεσμευτικά μέτρα για την επίτευξη της συνέπειας στο πλαίσιο διαφόρων ειδών καθεστώτων αδειοδότησης.
Το άρθρο 47 καθορίζει τους όρους αδειοδότησης που συνοδεύουν τη γενική άδεια ραδιοσυχνοτήτων και τα δικαιώματα χρήσης τους και προβλέπει εκτελεστικά μέτρα της Επιτροπής για την επίτευξη της συνέπειας όσον αφορά ορισμένους όρους, όπως τα κριτήρια για τον καθορισμό και τη μέτρηση των υποχρεώσεων κάλυψης, η σημασία των οποίων ενισχύεται ως μέρος της αποδοτικότητας του ραδιοφάσματος. Δίνει επίσης έμφαση σε υποχρεώσεις όπως η κοινή χρήση υποδομών για τη βελτίωση της συνδεσιμότητας των τελικών χρηστών, ιδίως σε λιγότερο πυκνοκατοικημένες περιοχές.
Τα άρθρα 48 έως 54 επικεντρώνονται σε βασικές πτυχές της αδειοδότησης ραδιοφάσματος με σκοπό την ενίσχυση της συνέπειας στις πρακτικές των κρατών μελών, όπως είναι i) οι ελάχιστες διάρκειες ισχύος των αδειών (25 έτη), ii) η σαφής και απλούστερη διαδικασία εμπορίας και χρονομίσθωσης ραδιοφάσματος, iii) τα αντικειμενικά κριτήρια για συνεκτική εφαρμογή, βάσει αρχών του δικαίου περί ανταγωνισμού, για μέτρα προώθησης του ανταγωνισμού, όπως ανώτατα όρια ραδιοφάσματος, δέσμευση ραδιοφάσματος για νεοεισερχόμενους και υποχρεώσεις χονδρικής πρόσβασης, iv) οι διαδικασίες για τη βελτίωση της συνέπειας και της προβλεψιμότητας κατά τη χορήγηση και την ανανέωση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, v) οι σαφέστεροι όροι για τον περιορισμό ή την ανάκληση υφιστάμενων δικαιωμάτων, μεταξύ άλλων μέσω της λύσης της απώλειας σε περίπτωση μη χρήσης και ενισχυμένοι ρόλοι επιβολής για τις εθνικές αρχές. Τα εν λόγω άρθρα προβλέπουν επίσης εξουσίες της Επιτροπής να εγκρίνει μέτρα για τον καθορισμό κοινών μέγιστων προθεσμιών για την αδειοδότηση της χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος σε όλα τα κράτη μέλη και για τον συντονισμό των κυριότερων στοιχείων των διαδικασιών επιλογής και τον καθορισμό κριτηρίων για τον σχεδιασμό τους.
Τα άρθρα 55 και 56 απλοποιούν τους όρους για πρόσβαση σε ασύρματα δίκτυα (Wi-Fi), ώστε να καλύπτεται η εκθετικά αυξανόμενη ζήτηση για συνδεσιμότητα, καθώς και για την ανάπτυξη και τις παροχές ασύρματης ευρυζωνικής πρόσβασης χαμηλής ισχύος (μικρές κυψέλες) για τη μείωση του κόστους της ανάπτυξης πολύ πυκνών δικτύων.
Το άρθρο 28 θεσπίζει υποχρέωση συντονισμού μεταξύ των κρατών μελών για την αντιμετώπιση προβλημάτων διασυνοριακών παρεμβολών, με τη συμμετοχή της RSPG, συνοδευόμενη από εκτελεστικές εξουσίες της Επιτροπής να εγκρίνει δεσμευτικά μέτρα για την επίλυση διασυνοριακών διαφορών, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τις συμβουλές της RSPG.
Η πρόταση παρέχει στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές αρμοδιότητες όσον αφορά πτυχές ρύθμισης της αγοράς και οικονομικής ρύθμισης της εκχώρησης ραδιοφάσματος για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές καθίστανται επίσης αρμόδιες για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την επιβολή εξαιρετικών μέτρων για την κοινή χρήση δικτύων/φάσματος και την εθνική περιαγωγή με σκοπό την κάλυψη των λευκών κηλίδων συνδεσιμότητας. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές πρέπει να βασίζουν τη δράση τους στον τομέα αυτό σε εμπεριστατωμένη ανάλυση της οικονομικής κατάστασης και της κατάστασης του ανταγωνισμού των αγορών. Προκειμένου να διασφαλίζεται η συνεκτική εφαρμογή σε ολόκληρη την Ένωση των όρων εκχώρησης που έχουν επίπτωση στις οικονομικές συνθήκες, στις συνθήκες της αγοράς και του ανταγωνισμού και, ως εκ τούτου, στη λειτουργία της αγοράς, το άρθρο 35 δημιουργεί μηχανισμό αξιολόγησης από ομοτίμους ώστε ο BEREC να επανεξετάζει τις ρυθμιστικές πτυχές, όσον αφορά την αγορά και την οικονομία, των εθνικών σχεδίων εκχωρήσεων ραδιοφάσματος και να εκδίδει μη δεσμευτικές γνώμες.
Το άρθρο 37 θεσπίζει πλαίσιο για τα κράτη μέλη ώστε να διευκολύνονται οι εθελοντικές διαδικασίες πανευρωπαϊκής εκχώρησης ή εκχώρησης σε πολλές χώρες.
Τροποποιήσεις του καθεστώτος καθολικής υπηρεσίας:
Η πρόταση αποσκοπεί στον εκσυγχρονισμό του καθεστώτος καθολικής υπηρεσίας με την κατάργηση της υποχρεωτικής ενσωμάτωσης των παραδοσιακών υπηρεσιών σε επίπεδο ΕΕ (δημόσιων τηλεφωνικών θαλάμων, συνολικών καταλόγων και υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγου) από το πεδίο εφαρμογής και την επικέντρωση στις βασικές καθολικές ευρυζωνικές υπηρεσίες, οι οποίες θα καθορίζονται με αναφορά σε δυναμικό βασικό κατάλογο επιγραμμικών υπηρεσιών που μπορούν να χρησιμοποιούνται μέσω ευρυζωνικής σύνδεσης. Η παρέμβαση των κρατών μελών θα πρέπει να επικεντρώνεται στην οικονομική προσιτότητα της διαθέσιμης συνδεσιμότητας και όχι στην ανάπτυξη δικτύων, για την οποία υπάρχουν καλύτερα εργαλεία.
Η οικονομική προσιτότητα της καθολικής υπηρεσίας πρέπει να εξασφαλίζεται τουλάχιστον σε σταθερή θέση, αλλά τα κράτη μέλη θα έχουν την ευελιξία να επεκτείνουν μέτρα οικονομικής προσιτότητας και στις κινητές υπηρεσίες, για τους πλέον ευάλωτους χρήστες.
Το άρθρο 79 προβλέπει την υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίζουν οικονομικά προσιτή πρόσβαση για όλους τους τελικούς χρήστες σε λειτουργικές υπηρεσίες ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών τουλάχιστον σε σταθερή θέση. Προκειμένου να διασφαλίζεται η οικονομική προσιτότητα, το άρθρο 80 εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη να απαιτούν από τις επιχειρήσεις να διαθέτουν ειδικές τιμολογιακές επιλογές για τελικούς χρήστες που προσδιορίζονται ως έχοντες χαμηλά εισοδήματα ή ειδικές κοινωνικές ανάγκες και/ή να παρέχουν στους εν λόγω τελικούς χρήστες άμεση στήριξη, ενώ θεσπίζει δικαίωμα σύναψης συμβάσεων για τους καταναλωτές που επωφελούνται από ειδικά τιμολόγια καθολικής υπηρεσίας.
Μολονότι η παρέμβαση των κρατών μελών θα πρέπει να επικεντρώνεται στην οικονομική προσιτότητα της διαθέσιμης συνδεσιμότητας και όχι στην ανάπτυξη δικτύων, το άρθρο 81 επιτρέπει στα κράτη μέλη να περιλαμβάνουν την παροχή σύνδεσης σε σταθερή θέση (διαθεσιμότητα) στο πεδίο εφαρμογής, αν αποδεικνύουν ότι αυτή η σύνδεση δεν μπορεί να εξασφαλιστεί υπό τις συνήθεις εμπορικές περιστάσεις ή με άλλα εργαλεία δημόσιας πολιτικής που έχουν στη διάθεσή τους.
Αναγνωρίζοντας την ανάγκη ευελιξίας για την αντιμετώπιση των διαφορετικών εθνικών περιστάσεων, το άρθρο 82 επιτρέπει στα κράτη μέλη να συνεχίσουν την ανάθεση υπηρεσιών σε εθνικό επίπεδο, όπως δημόσιων τηλεφωνικών θαλάμων, συνολικών καταλόγων και υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγου, οι οποίες επί του παρόντος εμπίπτουν στην υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας της ΕΕ, αν η σχετική ανάγκη αποδεικνύεται δεόντως υπό την προϋπόθεση ότι προσαρμόζουν επίσης και το καθεστώς χρηματοδότησης.
Το άρθρο 85 ορίζει ότι η καθολική υπηρεσία θα πρέπει να χρηματοδοτείται από τον γενικό προϋπολογισμό και όχι πλέον μέσω τομεακής χρηματοδότησης.
Τροποποιήσεις των υπηρεσιών και των κανόνων προστασίας των τελικών χρηστών:
Προκειμένου να αντικατοπτρίζονται οι εξελίξεις στην αγορά και οι ρυθμιστικές εξελίξεις κατά τα τελευταία έτη, καθώς και η συνεχιζόμενη ανάγκη για ειδικούς τομεακούς κανόνες, το άρθρο 2 παράγραφος 4 ορίζει εκ νέου τον όρο «υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών». Αυτός περιλαμβάνει τρία είδη κατηγοριών υπηρεσιών: i) τις υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο, ii) τις υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών, οι οποίες περιλαμβάνουν δύο υποκατηγορίες: δηλ. μία βάση αριθμών και μία ανεξαρτήτως αριθμών, και iii) τις υπηρεσίες που συνίστανται εξ ολοκλήρου ή κυρίως στη μεταφορά σημάτων, όπως οι υπηρεσίες μετάδοσης που χρησιμοποιούνται για επικοινωνίες M2M και για ευρυεκπομπή. Πολλές διατάξεις για τους τελικούς χρήστες θα εφαρμόζονται μόνο στις υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο και στις υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιακών βάσει αριθμών.
Οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών θα υπόκεινται μόνο σε υποχρεώσεις, σε περιπτώσεις όπου συμφέροντα δημόσιας πολιτικής απαιτούν την εφαρμογή ειδικών κανονιστικών υποχρεώσεων που θα πρέπει να ισχύουν για όλα τα είδη των διαπροσωπικών επικοινωνιακών υπηρεσιών, ανεξαρτήτως αν χρησιμοποιούν αριθμούς. Αυτό σχετίζεται ιδίως με τις διατάξεις περί ασφάλειας (άρθρο 40). Επιπλέον, σε περίπτωση πραγματικής απειλής για τη διατερματική συνδεσιμότητα ή την αποτελεσματική πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, η Επιτροπή μπορεί να διαπιστώνει ανάγκη για μέτρα ώστε να εξασφαλίζεται η διαλειτουργικότητα, για παράδειγμα μέσω της θέσπισης διαδικασίας τυποποίησης. Τα εν λόγω πρότυπα μπορούν να επιβάλλουν οι ΕΡΑ, όπου απαιτείται (άρθρο 59).
Η πρόταση μειώνει την κανονιστική επιβάρυνση αίροντας τις κανονιστικές υποχρεώσεις στις περιπτώσεις όπου δεν χρειάζονται πλέον ή καλύπτονται επαρκώς από τη γενική νομοθεσία περί καταναλωτών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κατάργηση της εξουσίας των εθνικών ρυθμιστικών αρχών να επιβάλλουν απευθείας τη ρύθμιση των τιμών λιανικής στους φορείς εκμετάλλευσης με ΣΙΑ (κατάργηση του άρθρου 17 της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία). Επίσης, ορισμένες διατάξεις για τις συμβάσεις, τη διαφάνεια, την ισότιμη πρόσβαση των χρηστών με αναπηρίες, τις υπηρεσίες καταλόγου και τη διαλειτουργικότητα του ψηφιακού τηλεοπτικού εξοπλισμού ευρείας κατανάλωσης έχουν εξορθολογιστεί και μερικώς διαγραφεί λόγω αλληλεπικάλυψης με οριζόντιους κανόνες ή άλλες πλεονασματικές διατάξεις (άρθρα 95 έως 98, 103 έως 105).
Προβλέπεται περιορισμένος αριθμός νέων διατάξεων για την αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων, π.χ. καλύτερη αναγνωσιμότητα των συμβάσεων μέσω περιληπτικών εντύπων που συνοψίζουν τις ουσιώδεις πληροφορίες της σύμβασης, η παροχή εργαλείων ελέγχου της κατανάλωσης για την ενημέρωση των τελικών χρηστών σχετικά με την οικεία τρέχουσα χρήση επικοινωνιών, ενισχυμένες διατάξεις σχετικά με εργαλεία σύγκρισης τιμών και ποιότητας, κανόνες αλλαγής παρόχου για τον ταχέως αυξανόμενο αριθμό δεσμών προϊόντων ώστε να αποφεύγονται φαινόμενα εγκλωβισμού (βασικές τομεακές διατάξεις, όπως μέγιστη διάρκεια σύμβασης και δικαιώματα καταγγελίας της σύμβασης, θα ισχύουν για ολόκληρη τη δέσμη) και διάταξη για την απαγόρευση των διακρίσεων με βάση την ιθαγένεια ή τη χώρα διαμονής (άρθρα 92, 95, 96, 98 και 100).
Αν και υφίσταται γενική μέγιστη περίοδος 2 ετών για τις συμβάσεις υπηρεσιών, επιτρέπονται μεγαλύτερες χωριστές συμφωνίες με τους τελικούς χρήστες ως μέσο που διευκολύνει την επιστροφή των εισφορών για την ανάπτυξη φυσικής σύνδεσης και στηρίζει την ανάπτυξη δικτύου μέσω εισφορών σε δόσεις για το κόστος κεφαλαίου του δικτύου (η προσέγγιση «συγκέντρωσης της ζήτησης»), (άρθρο 98).
Τροποποιήσεις των διατάξεων περί αριθμοδότησης:
Προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα ζητήματα ανταγωνισμού στην αγορά M2M (κυρίως ο εγκλωβισμός με συγκεκριμένο φορέα εκμετάλλευσης), η πρόταση επιτρέπει στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να χορηγούν αριθμούς σε επιχειρήσεις, εκτός από παρόχους δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, χωρίς ωστόσο να υποχρεούνται να το πράξουν (άρθρο 88). Το ίδιο άρθρο απαιτεί επίσης από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να προσδιορίζουν ορισμένους πόρους αριθμοδότησης για την εξωεδαφική χρήση εθνικών αριθμών εντός της ΕΕ, ως μέσο για την αντιμετώπιση της αυξανόμενης ζήτησης για αυτήν την εξωεδαφική χρήση πόρων αριθμοδότησης, ιδίως για εφαρμογές M2M.
Όσον αφορά τους κανόνες για τους εναρμονισμένους αριθμούς που αφορούν υπηρεσίες κοινωνικού ενδιαφέροντος, η έμφαση παραμένει στην αποτελεσματική εφαρμογή της ανοιχτής τηλεφωνικής γραμμής για αγνοούμενα παιδιά (άρθρο 90), ενώ το γενικό πλαίσιο για τους αριθμούς 116 εξακολουθεί να βασίζεται στην απόφαση 2007/116/ΕΚ της Επιτροπής. Λόγω της έλλειψης ζήτησης για τον ευρωπαϊκό χώρο τηλεφωνικής αριθμοδότησης κατά τα προηγούμενα έτη, η αντίστοιχη διάταξη έχει απαλειφθεί (άρθρο 27 της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία).
Τροποποιήσεις των διατάξεων περί επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης:
Όσον αφορά την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης από όλους τους παρόχους υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών, επιτυγχάνεται νομική σαφήνεια. Οι προτεινόμενες διατάξεις αντικαθιστούν την υφιστάμενη εντολή της Επιτροπής για επιβολή τεχνικών εκτελεστικών μέτρων με την εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων για την εξασφάλιση αποτελεσματικής πρόσβασης στον ενιαίο ευρωπαϊκό αριθμό έκτακτης ανάγκης 112 σε σχέση με τον εντοπισμό του καλούντος, τη δρομολόγηση κλήσεων στα «κέντρα λήψης κλήσεων έκτακτης ανάγκης» και την πρόσβαση των τελικών χρηστών με αναπηρία με συνεκτικό τρόπο σε όλη την ΕΕ. Με αυτή την προσέγγιση διασφαλίζεται η διασυνοριακή ανάπτυξη και λειτουργία των τεχνικών λύσεων για τις επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης (άρθρο 102).
Τροποποιήσεις της διακυβέρνησης:
Τα άρθρα 5, 6 και 8 ενισχύουν τον ρόλο των ανεξάρτητων εθνικών ρυθμιστικών αρχών με τη θέσπιση ελάχιστου συνόλου αρμοδιοτήτων για τις εν λόγω ρυθμιστικές αρχές σε ολόκληρη την ΕΕ και ενισχύουν τις απαιτήσεις ανεξαρτησίας τους με την πρόβλεψη για απαιτήσεις διορισμού και υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων.
Το άρθρο 12 θεσπίζει ορισμένες αλλαγές όσον αφορά τη διαδικασία χορήγησης γενικής άδειας. Οι πάροχοι πρέπει να υποβάλλουν κοινοποιήσεις στον BEREC, ο οποίος θα πρέπει να λειτουργεί ως ενιαίο σημείο επαφής και να διαβιβάζει τις κοινοποιήσεις στις αρμόδιες εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Ο BEREC θα πρέπει να δημιουργήσει μητρώο σε επίπεδο ΕΕ.
Το άρθρο 27 προβλέπει διαδικασία για την επίλυση των διασυνοριακών διαφορών μεταξύ επιχειρήσεων, ενισχύοντας τον ρόλο του BEREC επιβάλλοντας υποχρέωση διαβούλευσης της εθνικής ρυθμιστικής αρχής με αυτόν.
Το άρθρο 33 προβλέπει σύστημα «ασφαλιστικής δικλείδας», σε περιπτώσεις όπου ο BEREC και η Επιτροπή συμφωνούν σχετικά με τη θέση τους όσον αφορά τα σχέδια διορθωτικών μέτρων που προτείνονται από εθνική ρυθμιστική αρχή και κοινοποιούνται στην Επιτροπή και τον BEREC σύμφωνα με το άρθρο 32. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η Επιτροπή θα μπορούσε να απαιτεί από τη ρυθμιστική αρχή να τροποποιήσει ή να αποσύρει το σχέδιο μέτρου και, εφόσον απαιτείται, να κοινοποιήσει εκ νέου την ανάλυση της αγοράς προς την ίδια και τον BEREC.
ê 2002/19/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
2016/0288 (COD)
Πρόταση
ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους (οδηγία για την πρόσβαση) Ö για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών Õ
(Αναδιατύπωση)
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη: τη Σσυνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ö για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης Õ , και ιδίως το άρθρο 95 Ö 114 Õ ,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
ê
(1)Η οδηγία 2002/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η οδηγία 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και η οδηγία 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου έχουν τροποποιηθεί ουσιωδώς. Με την ευκαιρία περαιτέρω τροποποιήσεων, οι οδηγίες αυτές θα πρέπει να αναδιατυπωθούν για λόγους σαφήνειας.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 1 (προσαρμοσμένο)
Το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο για τις τηλεπικοινωνίες επέτυχε να δημιουργήσει συνθήκες αποτελεσματικού ανταγωνισμού στον τομέα των τηλεπικοινωνιών κατά τη μετάβαση από μονοπωλιακό περιβάλλον σε περιβάλλον πλήρους ανταγωνισμού.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 2 (προσαρμοσμένο)
Στις 10 Νοεμβρίου 1999, η Επιτροπή υπέβαλε ανακοίνωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών με τίτλο "Για ένα νέο πλαίσιο για τις υποδομές ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τις συναφείς υπηρεσίες - Ανασκόπηση των επικοινωνιών για το 1999". Στην εν λόγω ανακοίνωση, η Επιτροπή επανεξέτασε το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο για τις τηλεπικοινωνίες, βάσει της υποχρέωσής της σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 90/387/EΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, για τη δημιουργία της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών μέσω της εφαρμογής της παροχής ανοικτού δικτύου (Open Network Provision - ΟΝΡ)
. Παρουσίασε επίσης σειρά προτάσεων πολιτικής για ένα νέο κανονιστικό πλαίσιο αναφορικά με τις υποδομές των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τις συναφείς υπηρεσίες προς δημόσια διαβούλευση.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 3 (προσαρμοσμένο)
Στις 26 Απριλίου 2000, η Επιτροπή υπέβαλε ανακοίνωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών για τα αποτελέσματα της δημόσιας διαβούλευσης σχετικά με την ανασκόπηση των επικοινωνιών για το 1999 και κατευθύνσεις για το νέο κανονιστικό πλαίσιο. Στην ανακοίνωση συνοψίζεται η δημόσια διαβούλευση και καθορίζονται ορισμένοι βασικοί προσανατολισμοί για τον σχεδιασμό ενός νέου πλαισίου για τις υποδομές των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τις συναφείς υπηρεσίες.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 4 (προσαρμοσμένο)
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβώνας, στις 23 και 24 Μαρτίου 2000, υπογράμμισε το δυναμικό ανάπτυξης, ανταγωνιστικότητας και δημιουργίας απασχόλησης που εμπεριέχει η στροφή προς μια ψηφιακή οικονομία βασιζόμενη στη γνώση. Τονίστηκε ιδιαίτερα η σημασία, για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και τους πολίτες, της πρόσβασης σε φθηνή, παγκόσμιας κλάσης, υποδομή επικοινωνιών και σε ευρύ φάσμα υπηρεσιών.
ê 2009/136/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 1 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(2)Η λειτουργία των πέντε οδηγιών που αποτελούν Ö που είναι μέρος Õ του υφιστάμενου πλαιίσίιου κανονιστικών ρυθμίσεων για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών ([οδηγία 2002/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους (οδηγία για την πρόσβαση)
, οδηγία 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την αδειοδότηση)
, οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία-πλαίσιο)
, οδηγία 2002/22/ΕΚ (οδηγία καθολικής υπηρεσίας)
και οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες) (καλούμενες από κοινού «οδηγία-πλαίσιο και ειδικές οδηγίες»)],) υπόκειται σε τακτική επανεξέταση από την Επιτροπή, με σκοπό ιδίως να καθοριστεί κατά πόσο υπάρχει ανάγκη τροποποίησης μέσα από το πρίσμα των τεχνολογικών εξελίξεων και των εξελίξεων στην αγορά ð ï .
ò νέο
(3)Στη στρατηγική για την ψηφιακή ενιαία αγορά, η Επιτροπή επισήμανε ότι η αναθεώρηση του πλαισίου για τις τηλεπικοινωνίες θα δώσει έμφαση σε μέτρα που αποσκοπούν στην παροχή κινήτρων για επενδύσεις σε ευρυζωνικά δίκτυα υψηλής ταχύτητας, προσφέρουν πιο συνεκτική προσέγγιση της ενιαίας αγοράς όσον αφορά την πολιτική και τη διαχείριση του ραδιοφάσματος, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για γνήσια ενιαία αγορά με την αντιμετώπιση του κατακερματισμού των κανονιστικών ρυθμίσεων, διασφαλίζουν ισότιμους όρους ανταγωνισμού για όλους τους παράγοντες της αγοράς και συνεκτική εφαρμογή των κανόνων, καθώς και παρέχουν πιο αποτελεσματικό κανονιστικό θεσμικό πλαίσιο.
(4)Η παρούσα οδηγία αποτελεί μέρος του ελέγχου «καταλληλότητας του κανονιστικού πλαισίου», το πεδίο εφαρμογής του οποίου περιλαμβάνει τέσσερις από τις οδηγίες (οδηγία πλαίσιο, οδηγία για την αδειοδότηση, οδηγία για την πρόσβαση και οδηγία καθολικής υπηρεσίας) και έναν κανονισμό (κανονισμός BEREC). Κάθε μία από τις οδηγίες περιέχει επί του παρόντος μέτρα που εφαρμόζονται για τους παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, σύμφωνα με την κανονιστική ιστορία του κλάδου, κατά την οποία οι επιχειρήσεις ήταν καθετοποιημένες, δηλαδή δραστηριοποιούνταν στην παροχή τόσο δικτύων όσο και υπηρεσιών. Η αναθεώρηση προσφέρει την ευκαιρία για αναδιατύπωση των τεσσάρων οδηγιών ώστε να απλουστευτεί η τρέχουσα διάρθρωση, με σκοπό την ενίσχυση της συνοχής και της προσβασιμότητάς της, σύμφωνα με τον στόχο REFIT. Παρέχει επίσης τη δυνατότητα να προσαρμοστεί η διάρθρωση στη νέα πραγματικότητα της αγοράς, όπου η παροχή υπηρεσιών επικοινωνιών δεν αποτελεί πλέον κατ’ ανάγκη δέσμη με την παροχή δικτύου. Όπως προβλέπεται στη διοργανική συμφωνία της 28ης Νοεμβρίου 2001, για μια πλέον συστηματοποιημένη χρήση της τεχνικής της αναδιατύπωσης των νομικών πράξεων, η αναδιατύπωση συνίσταται στην έκδοση νέας νομικής πράξης που ενσωματώνει σε ενιαίο κείμενο τόσο τις τροποποιήσεις ουσίας που επιφέρει σε προϋπάρχουσα πράξη όσο και τις διατάξεις της τελευταίας που παραμένουν αμετάβλητες. Η πρόταση αναδιατύπωσης αφορά τις τροποποιήσεις ουσίας που επιφέρει επί της προϋπάρχουσας πράξης και, επικουρικά, περιλαμβάνει την κωδικοποίηση των αμετάβλητων διατάξεων της προϋπάρχουσας πράξης με τις εν λόγω τροποποιήσεις ουσίας.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 3 (προσαρμοσμένο)
(5)Ο στόχος τηςΗ παρούσας οδηγίας είναι Ö θα πρέπει Õ ναη δημιουργείία νομικόού πλαίισιίου για την εξασφάλιση της ελευθερίας παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μόνον υπό τους όρους που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία και τους τυχόν περιορισμούς που συνάδουν προς το άρθρο 46 Ö 52 Õ , παράγραφος 1 της Σσυνθήκης, ιδίως τα μέτρα που αφορούν τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια και τη δημόσια υγεία.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 7 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(6)Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών δεν θίγουν τη δυνατότητα κάθε κράτους μέλους να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ð για τους λόγους που καθορίζονται στα άρθρα 87 και 45 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ï για την προστασία των ουσιαστικών συμφερόντων του στον τομέα της ασφάλειας και για την εξασφάλιση της δημόσιας τάξης ð, ηθικής ï και ασφάλειας, καθώς και για να διευκολύνει τη διερεύνηση, εξιχνίαση και δίωξη εγκλημάτων.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 5 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(7)Η σύγκλιση στους κλάδους των τηλεπικοινωνιών, των μέσων επικοινωνίας και της τεχνολογίας των πληροφοριών σημαίνει ότι όλα τα δίκτυα και οι υπηρεσίες μετάδοσης ð ηλεκτρονικών επικοινωνιών ï θα πρέπει να διέπονται Ö , κατά το δυνατό, Õ από ενιαίο Ö ευρωπαϊκό κώδικα επικοινωνιών που θα έχει θεσπιστεί με ενιαία οδηγία, με εξαίρεση τα ζητήματα τα οποία αντιμετωπίζονται καλύτερα με άμεσα εφαρμοστέους κανόνες που έχουν θεσπιστεί μέσω κανονισμών Õ κανονιστικό πλαίσιο. Αυτό το κανονιστικό πλαίσιο αποτελείται από την παρούσα οδηγία και από τέσσερις ειδικές οδηγίες: οδηγία 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την αδειοδότηση)
, οδηγία 2002/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και για την διασύνδεσή τους (οδηγία για την πρόσβαση)
, οδηγία 2001/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την καθολική υπηρεσία)
, 97/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, περί επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και προστασίας της ιδιωτικής ζωής στον τηλεπικοινωνιακό τομέα
, (εφεξής αποκαλούμενες «ειδικές οδηγίες»). Είναι απαραίτητο να διαχωριστεί η ρύθμιση της μετάδοσης ð των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ï από τη ρύθμιση του περιεχομένου. Το πλαίσιο αυτό Ö Ο κώδικας επικοινωνιών Õ δεν καλύπτει, επομένως, το περιεχόμενο υπηρεσιών που παρέχονται μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών που χρησιμοποιούν υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως το ραδιοτηλεοπτικά εκπεμπόμενο περιεχόμενο, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και ορισμένες υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας και, για τον λόγο αυτό, δεν συνιστά εμπόδιο για μέτρα που λαμβάνονται, σε κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ ή εθνικό επίπεδο, σχετικά με τις εν λόγω υπηρεσίες, σύμφωνα με το κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ δίκαιο, με σκοπό την προώθηση της πολιτισμικής και γλωσσικής πολυμορφίας και τη διασφάλιση της υπεράσπισης του πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης. Το περιεχόμενο των τηλεοπτικών προγραμμάτων καλύπτεται από την οδηγία 89/552/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων
οδηγία 2010/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
. ð Η κανονιστική ρύθμιση της πολιτικής στον οπτικοακουστικό τομέα και του περιεχομένου αποσκοπούν στην επίτευξη στόχων γενικού ενδιαφέροντος, όπως είναι η ελευθερία της έκφρασης, η πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης, η αμεροληψία, η πολιτιστική και γλωσσική πολυμορφία, η κοινωνική ένταξη, η προστασία των καταναλωτών και η προστασία των ανηλίκων. ï Η διάκριση μεταξύ της ρύθμισης της μετάδοσης ð των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ï και της ρύθμισης του περιεχομένου δεν εμποδίζει να λαμβάνονται υπόψη οι δεσμοί που υπάρχουν μεταξύ τους, ιδίως όσον αφορά τη διασφάλιση του πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης, της πολιτισμικής πολυμορφίας και της προστασίας του καταναλωτή.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 8
ð νέο
(8)Η παρούσα οδηγία δεν καλύπτει τον εξοπλισμό που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 1999/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1999, σχετικά με τον ραδιοεξοπλισμό και τον τηλεπικοινωνιακό τερματικό εξοπλισμό και την αμοιβαία αναγνώριση της πιστότητας των εξοπλισμών αυτών
ð θίγει την εφαρμογή της οδηγίας 2014/53/ΕΕ σε ραδιοεξοπλισμό ï , καλύπτει όμως τον εξοπλισμό ευρείας κατανάλωσης που χρησιμοποιείται για τη ψηφιακή τηλεόραση.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 11 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(9)Για να μπορούν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές να ανταποκριθούν στους στόχους που έχουν ορισθεί στην Ö παρούσα Õ οδηγία-πλαίσιο και στις ειδικές οδηγίες, ιδίως όσον αφορά τη διατερματική διαλειτουργικότητα, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας θα πρέπει να επεκταθεί ώστε να καλύψει ορισμένες πτυχές του ραδιοεξοπλισμού και του τηλεπικοινωνιακού τερματικού εξοπλισμού, όπως ορίζονται στην οδηγία 1999/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1999, σχετικά με το ραδιοεξοπλισμό και τον τηλεπικοινωνιακό τερματικό εξοπλισμό και την αμοιβαία αναγνώριση της πιστότητάς τους
Ö οδηγία 2014/53/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Õ καθώς επίσης και τον καταναλωτικό εξοπλισμό που χρησιμοποιείται στην ψηφιακή τηλεόραση, ώστε να διευκολυνθεί η πρόσβαση των χρηστών με ειδικές ανάγκες. ð Είναι σημαντικό οι ρυθμιστικές αρχές να ενθαρρύνουν τη συνεργασία μεταξύ των φορέων εκμετάλλευσης δικτύων και των κατασκευαστών εξοπλισμού για να διευκολύνεται η πρόσβαση των χρηστών με αναπηρία στις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Η μη αποκλειστική χρήση του ραδιοφάσματος για την αυτοχρησιμοποίηση ραδιοφωνικού τερματικού εξοπλισμού, παρόλο που δεν συνδέεται με οικονομική δραστηριότητα, θα πρέπει επίσης να διέπεται από την παρούσα οδηγία ώστε να εξασφαλίζεται συντονισμένη προσέγγιση όσον αφορά το καθεστώς αδειοδότησής της. ï
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 6 (προσαρμοσμένο)
Η πολιτική στον οπτικοακουστικό τομέα και η κανονιστική ρύθμιση του περιεχομένου ακολουθούν στόχους γενικού ενδιαφέροντος, όπως η ελευθερία της έκφρασης, ο πλουραλισμός των μέσων ενημέρωσης, η πολιτιστική και γλωσσική πολυμορφία, η κοινωνική ένταξη, η προστασία του καταναλωτή και η προστασία των ανηλίκων. Η ανακοίνωση της Επιτροπής "Αρχές και κατευθυντήριες γραμμές για την κοινοτική πολιτική στον οπτικοακουστικό τομέα" και τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 6ης Ιουνίου 2000 τα οποία επικροτούν αυτή την ανακοίνωση, καθορίζουν τις κυριότερες δράσεις που πρέπει να αναληφθούν από την Κοινότητα για την εφαρμογή της πολιτικής της στον οπτικοακουστικό τομέα.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 50 (προσαρμοσμένο)
Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα που αιτιολογούνται από λόγους οι οποίοι αναφέρονται στα άρθρα 30 και 46 της συνθήκης, ιδίως από λόγους δημόσιας ασφάλειας, δημόσιας τάξης και δημόσιας ηθικής.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 9 (προσαρμοσμένο)
Οι υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας καλύπτονται από την οδηγία 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά (οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο)
.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 10 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(10)Ο ορισμός της «υπηρεσίας της κοινωνίας των πληροφοριών» στο άρθρο 1 της οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας
, καλύπτει ένα ευρύ φάσμα οικονομικών δραστηριοτήτων που διεξάγονται επί γραμμής. Oι περισσότερες από αυτές τις δραστηριότητες δεν καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας επειδή δεν έγκεινται, εν όλω ή εν μέρει, στη μεταφορά σημάτων σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών· ð Ορισμένες υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών δυνάμει της παρούσας οδηγίας θα μπορούσαν επίσης να πληρούν τον ορισμό της «υπηρεσίας της κοινωνίας των πληροφοριών» στο άρθρο 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών. Οι διατάξεις που διέπουν τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών εφαρμόζονται στις εν λόγω υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στον βαθμό που δεν υφίστανται ειδικότερες διατάξεις οι οποίες εφαρμόζονται σε υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην παρούσα οδηγία ή σε άλλες ενωσιακές πράξεις. ï Ö Ωστόσο, υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών όπως Õ οι υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας, ð οι υπηρεσίες ανταλλαγής μηνυμάτων ï και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου καλύπτονται από την παρούσα οδηγία. H ίδια επιχείρηση, παραδείγματος χάριν ένας πάροχος υπηρεσίας Διαδικτύου, μπορεί να προσφέρει ταυτόχρονα μια υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως η πρόσβαση στο διαδίκτυο, και υπηρεσίες που δεν καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, όπως η παροχή περιεχομένου WEB ð και όχι σχετικού με τις επικοινωνίες ï.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 20
(11)Η ίδια επιχείρηση, π.χ. ένας φορέας εκμετάλλευσης καλωδιακής τηλεόρασης μπορεί να προσφέρει τόσο υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως τη διαβίβαση τηλεοπτικών σημάτων, όσο και υπηρεσίες που δεν καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, όπως την εμπορία προσφοράς υπηρεσιών ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού περιεχομένου, και, συνεπώς, είναι δυνατόν να επιβληθούν πρόσθετες υποχρεώσεις στην επιχείρηση αυτή σε σχέση με τις δραστηριότητές της ως φορέας παροχής ή διανομέας περιεχομένου, σύμφωνα με διατάξεις πλην εκείνων που περιέχονται στην παρούσα οδηγία, με την επιφύλαξη του καταλόγου όρων που περιέχεται στο παράρτημα I της παρούσας οδηγίας.
ò νέο
(12)Το κανονιστικό πλαίσιο θα πρέπει να καλύπτει τη χρήση του ραδιοφάσματος από όλα τα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένης της αναδυόμενης αυτοχρησιμοποίησης του ραδιοφάσματος από νέα είδη δικτύων αποτελούμενα αποκλειστικά από αυτόνομα συστήματα κινητού ραδιοεξοπλισμού που συνδέεται μέσω ασύρματων συνδέσεων χωρίς κεντρική διαχείριση ή κεντρικό φορέα εκμετάλλευσης δικτύου, και όχι κατ’ ανάγκη στο πλαίσιο άσκησης οποιασδήποτε συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας. Στο αναπτυσσόμενο περιβάλλον κινητών επικοινωνιών πέμπτης γενεάς, τα εν λόγω δίκτυα ενδέχεται να αναπτυχθούν ιδίως εκτός κτηρίων και στις οδούς, για τις μεταφορές, την ενέργεια, την έρευνα και ανάπτυξη, την ηλεκτρονική υγεία, την πολιτική προστασία και αρωγή σε περίπτωση καταστροφών, το διαδίκτυο των πραγμάτων, τις επικοινωνίες από μηχανή σε μηχανή και τα συνδεδεμένα αυτοκίνητα. Ως εκ τούτου, η εφαρμογή από τα κράτη μέλη, βάσει του άρθρου 7 της οδηγία 2014/53/ΕΕ, πρόσθετων εθνικών απαιτήσεων σχετικά με τη θέση σε λειτουργία ή τη χρήση του εν λόγω ραδιοεξοπλισμού, ή και τα δύο, όσον αφορά την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος και την αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τις αρχές της εσωτερικής αγοράς.
(13)Οι απαιτήσεις σχετικά με τις χωρητικότητες των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών αυξάνονται διαρκώς. Ενώ στο παρελθόν η έμφαση δινόταν κυρίως στο αυξανόμενο συνολικό διαθέσιμο εύρος ζώνης και για κάθε μεμονωμένο χρήστη, άλλες παράμετροι, όπως ο χρόνος αναμονής, η διαθεσιμότητα και η αξιοπιστία, αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία. Η σημερινή απάντηση σε αυτή τη ζήτηση είναι η τοποθέτηση της οπτικής ίνας όλο και πλησιέστερα προς τον χρήστη και τα μελλοντικά «δίκτυα πολύ υψηλής χωρητικότητας» θα απαιτούν παραμέτρους επιδόσεων που ισοδυναμούν με τις επιδόσεις που είναι σε θέση να επιτύχει ένα δίκτυο βασισμένο σε στοιχεία οπτικών ινών τουλάχιστον μέχρι το σημείο διανομής στην τοποθεσία εξυπηρέτησης. Αυτό αντιστοιχεί, στην περίπτωση σύνδεσης σταθερής τηλεφωνίας, με επιδόσεις δικτύου ισοδύναμες με αυτές που είναι δυνατό να επιτευχθούν με την εγκατάσταση οπτικών ινών έως ένα κτήριο πολλαπλών κατοικιών, το οποίο θεωρείται ως τοποθεσία εξυπηρέτησης, και, στην περίπτωση κινητής σύνδεσης, με επιδόσεις δικτύου παρόμοιες με εκείνες που είναι δυνατό να επιτευχθούν με βάση την εγκατάσταση οπτικών ινών έως τον σταθμό βάσης, ο οποίος θεωρείται ως τοποθεσία εξυπηρέτησης. Οι διαφορές στην εμπειρία των τελικών χρηστών που οφείλονται στα διαφορετικά χαρακτηριστικά του μέσου διά του οποίου το δίκτυο συνδέεται τελικά με το σημείο τερματισμού του δικτύου δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να διαπιστωθεί αν ένα ασύρματο δίκτυο θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι παρέχει παρόμοιες επιδόσεις δικτύου ή όχι. Σύμφωνα με την αρχή της τεχνολογικής ουδετερότητας, δεν θα πρέπει να αποκλείονται άλλες τεχνολογίες και μέσα μετάδοσης, στην περίπτωση που είναι συγκρίσιμα με αυτό το βασικό σενάριο ως προς τις ικανότητές τους. Η ανάπτυξη των εν λόγω «δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας» θα αυξήσει περαιτέρω τις ικανότητες των δικτύων και θα προλειάνει το έδαφος για την ανάπτυξη των μελλοντικών γενεών κινητών δικτύων που θα βασίζονται σε ενισχυμένες ραδιοδιεπαφές και πιο συμπυκνωμένη αρχιτεκτονική δικτύου.
ê 2009/136/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 13 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(14)Οι ορισμοί χρειάζεται να προσαρμοστούν ώστε να είναι σύμφωνοι με την αρχή της τεχνολογικής ουδετερότητας και να συμβαδίζουν με τις τεχνολογικές εξελίξεις. ð Οι τεχνολογικές εξελίξεις και οι εξελίξεις στην αγορά έχουν στρέψει τα δίκτυα προς την τεχνολογία πρωτοκόλλου διαδικτύου και έδωσαν στους τελικούς χρήστες τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ ενός συνόλου ανταγωνιζόμενων παρόχων φωνητικής υπηρεσίας. Κατά συνέπεια, ο όρος «διαθέσιμη στο κοινό τηλεφωνική υπηρεσία», που χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά στην οδηγία 2002/22/ΕΚ και θεωρείται ευρέως ότι αναφέρεται στις παραδοσιακές αναλογικές τηλεφωνικές υπηρεσίες, θα πρέπει να αντικατασταθεί από τον πιο σύγχρονο και τεχνολογικά ουδέτερο όρο «φωνητικές επικοινωνίες». ï Πρέπει ιδίως να διαχωρίζονται οι όροι παροχής μιας υπηρεσίας από τα στοιχεία που πραγματικά ορίζουν μια διαθέσιμη στο κοινό τηλεφωνική υπηρεσία Ö φωνητικών επικοινωνιών Õ, δηλαδή μια υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμη στο κοινό για τη δημιουργία και τη λήψη, άμεσα ή έμμεσα, εθνικών ή εθνικών και διεθνών κλήσεων μέσω αριθμού ή αριθμών που υπάρχουν σε εθνικό ή διεθνές σχέδιο τηλεφωνικής αριθμοδότησης, είτε η υπηρεσία αυτή βασίζεται σε τεχνολογία μεταγωγής δικτύου είτε πακετομεταγωγής. Μια τέτοια υπηρεσία είναι εκ φύσεως αμφίδρομη και παρέχει δυνατότητα επικοινωνίας σε αμφότερα τα μέρη. Η υπηρεσία η οποία δεν πληροί όλους αυτούς τους όρους, όπως, για παράδειγμα, μια εφαρμογή που ενεργοποιείται με το «ποντίκι» σε μια ιστοθέση εξυπηρέτησης πελατών, δεν θεωρείται Ö τέτοια Õ διαθέσιμη στο κοινό τηλεφωνική υπηρεσία. Οι διαθέσιμες στο κοινό τηλεφωνικές υπηρεσίες Ö φωνητικών επικοινωνιών Õ περιλαμβάνουν επίσης μέσα επικοινωνίας που προορίζονται ειδικά για τους τελικούς χρήστες με αναπηρία που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες μεταφοράς κειμένου ή πλήρους συνομιλίας.
ò νέο
(15)Οι υπηρεσίες που χρησιμοποιούνται για σκοπούς επικοινωνιών, και τα τεχνικά μέσα πραγματοποίησής τους, έχουν εξελιχθεί σε μεγάλο βαθμό. Οι τελικοί χρήστες υποκαθιστούν όλο και περισσότερο τις παραδοσιακές υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας, γραπτών μηνυμάτων (SMS) μεταφοράς ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με λειτουργικά ισοδύναμες επιγραμμικές υπηρεσίες όπως η φωνή μέσω IP, οι υπηρεσίες ανταλλαγής μηνυμάτων και οι υπηρεσίες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μέσω διαδικτύου. Προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι τελικοί χρήστες τυγχάνουν αποτελεσματικής και ισότιμης προστασίας όταν χρησιμοποιούν λειτουργικά ισοδύναμες υπηρεσίες, ένας ορισμός των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών με μελλοντική προοπτική δεν θα πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά σε τεχνικές παραμέτρους, αλλά μάλλον να στηρίζεται σε λειτουργική προσέγγιση. Το πεδίο εφαρμογής της απαραίτητης ρύθμισης θα πρέπει να είναι κατάλληλο για να επιτύχει τους οικείους στόχους δημόσιου συμφέροντος. Αν και η «μεταφορά σημάτων» εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική παράμετρο για τον ορισμό των υπηρεσιών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, ο ορισμός θα πρέπει να καλύπτει επίσης και άλλες υπηρεσίες που καθιστούν δυνατή την επικοινωνία. Από τη σκοπιά του τελικού χρήστη, δεν έχει σημασία αν ο πάροχος μεταφέρει ο ίδιος σήματα ή αν η επικοινωνία πραγματοποιείται μέσω υπηρεσίας πρόσβασης στο διαδίκτυο. Κατά συνέπεια, ο τροποποιημένος ορισμός των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα πρέπει να περιέχει τρία είδη υπηρεσιών που ενδέχεται να αλληλεπικαλύπτονται εν μέρει, δηλαδή υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2015/2120, υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών, όπως ορίζονται στην παρούσα οδηγία, και υπηρεσιών οι οποίες συνίστανται εξ ολοκλήρου ή κυρίως στη μεταφορά σημάτων. Ο ορισμός των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα πρέπει να εξαλείψει τις ασάφειες που διαπιστώθηκαν κατά την εφαρμογή του προηγουμένου ορισμού και να καταστήσει δυνατή την προσαρμοσμένη ανά διάταξη εφαρμογή των συγκεκριμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που περιλαμβάνονται στο πλαίσιο για τα διάφορα είδη υπηρεσιών. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, είτε ως αμοιβή είτε με άλλο τρόπο, πρέπει να συμμορφώνεται με την οδηγία 95/46/ΕΚ, η οποία θα αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 (γενικός κανονισμός για την προστασία δεδομένων) στις 25 Μαΐου 2018.
(16)Προκειμένου να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ορισμού των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μια υπηρεσία πρέπει να παρέχεται κανονικά έναντι αμοιβής. Στην ψηφιακή οικονομία, οι φορείς της αγοράς θεωρούν όλο και περισσότερο ότι οι πληροφορίες για τους χρήστες έχουν χρηματική αξία. Οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών συχνά παρέχονται έναντι μη χρηματικής αντιπαροχής, για παράδειγμα με την παροχή πρόσβασης σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή άλλα δεδομένα. Η έννοια της αμοιβής θα πρέπει συνεπώς να καλύπτει καταστάσεις όπου ο πάροχος υπηρεσίας ζητά και ο τελικός χρήστης παρέχει ενεργώς δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως το όνομα ή την ηλεκτρονική του διεύθυνση, ή άλλα δεδομένα άμεσα ή έμμεσα στον πάροχο. Θα πρέπει να περιλαμβάνει επίσης καταστάσεις κατά τις οποίες ο πάροχος συγκεντρώνει πληροφορίες χωρίς ο τελικός χρήστης να τις παρέχει ενεργώς, όπως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένης της διεύθυνσης IP, ή άλλες πληροφορίες που δημιουργούνται αυτόματα, όπως οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται και διαβιβάζονται από ένα «μπισκότο» (cookie). Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με το άρθρο 57 της ΣΛΕΕ, αμοιβή υφίσταται κατά την έννοια της Συνθήκης επίσης αν ο πάροχος υπηρεσιών πληρώνεται από τρίτο και όχι από τον αποδέκτη της υπηρεσίας. Η έννοια της αμοιβής θα πρέπει, ως εκ τούτου, να περιλαμβάνει επίσης τις καταστάσεις όπου ο τελικός χρήστης εκτίθεται σε διαφημιστικά μηνύματα ως προϋπόθεση για την απόκτηση πρόσβασης στην υπηρεσία, ή καταστάσεις στις οποίες ο πάροχος υπηρεσιών αξιοποιεί χρηματικώς τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχει συγκεντρώσει.
(17)Οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών είναι υπηρεσίες που επιτρέπουν τη διαπροσωπική και διαδραστική ανταλλαγή πληροφοριών, και καλύπτουν υπηρεσίες όπως οι παραδοσιακές τηλεφωνικές κλήσεις μεταξύ δύο ατόμων, αλλά επίσης και όλους τους τύπους μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, υπηρεσιών ανταλλαγής μηνυμάτων, ή ομάδων συζητήσεων. Οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών καλύπτουν μόνο τις επικοινωνίες μεταξύ πεπερασμένου, δηλαδή όχι εν δυνάμει απεριόριστου, αριθμού φυσικών προσώπων ο οποίος προσδιορίζεται από τον αποστολέα της επικοινωνίας. Οι επικοινωνίες που αφορούν νομικά πρόσωπα θα πρέπει να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ορισμού, όταν φυσικά πρόσωπα ενεργούν για λογαριασμό αυτών των νομικών προσώπων ή συμμετέχουν σε τουλάχιστον μία πλευρά της επικοινωνίας. Η διαδραστική επικοινωνία συνεπάγεται ότι η υπηρεσία επιτρέπει στον αποδέκτη των πληροφοριών να αποκρίνεται. Οι υπηρεσίες που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις αυτές, όπως είναι η γραμμική ευρυεκπομπή, το βίντεο κατά παραγγελία, οι ιστότοποι, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα ιστολόγια (blogs), ή η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ μηχανών, δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, μια υπηρεσία δεν θα πρέπει να θεωρείται ως υπηρεσία διαπροσωπικών επικοινωνιών αν ο μηχανισμός διαπροσωπικής και διαδραστικής επικοινωνίας αποτελεί καθαρά δευτερεύον στοιχείο για άλλη υπηρεσία και, για αντικειμενικούς τεχνικούς λόγους, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς αυτήν την κύρια υπηρεσία, και η ενσωμάτωσή του δεν αποτελεί μέσο για την παράκαμψη της εφαρμογής των κανόνων που διέπουν τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ένα παράδειγμα για μια τέτοια εξαίρεση θα μπορούσε να είναι, καταρχήν, ένας δίαυλος επικοινωνίας σε διαδικτυακά παιχνίδια, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του μηχανισμού επικοινωνίας της υπηρεσίας.
(18)Οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών με χρήση αριθμών από εθνικό και διεθνές σχέδιο τηλεφωνικής αριθμοδότησης συνδέονται με το δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο μεταγωγής (πακέτων ή κυκλώματος). Οι εν λόγω υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών περιλαμβάνουν τόσο υπηρεσίες στις οποίες χορηγούνται αριθμοί τελικών χρηστών με σκοπό τη διασφάλιση της διατερματικής συνδεσιμότητας όσο και υπηρεσίες που επιτρέπουν στους τελικούς χρήστες την πρόσβαση σε πρόσωπα στα οποία έχουν χορηγηθεί αυτοί οι αριθμοί. Η απλή χρήση αριθμού ως αναγνωριστικού δεν θα πρέπει να θεωρείται ισοδύναμη με τη χρήση αριθμού για τη σύνδεση με το δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο μεταγωγής, και θα πρέπει, ως εκ τούτου, να μη θεωρείται από μόνη της επαρκής για να χαρακτηριστεί μια υπηρεσία ως υπηρεσία διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών. Οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών θα πρέπει να υπόκεινται μόνο σε υποχρεώσεις, εφόσον δημόσια συμφέροντα απαιτούν την εφαρμογή ειδικών ρυθμιστικών υποχρεώσεων σε όλα τα είδη υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών, ανεξαρτήτως του αν χρησιμοποιούν αριθμούς για την παροχή των υπηρεσιών τους. Είναι θεμιτή η διαφορετική μεταχείριση των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών, διότι συμμετέχουν σε δημοσίως εξασφαλισμένο διαλειτουργικό οικοσύστημα και, ως εκ τούτου, επωφελούνται επίσης από αυτό.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 6
ð νέο
(19)Το σημείο απόληξης του δικτύου αντιπροσωπεύει το όριο, για ρυθμιστικούς σκοπούς, μεταξύ του ρυθμιστικού πλαισίου για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και της ρύθμισης του τηλεπικοινωνιακού τερματικού εξοπλισμού. Η εθνική κανονιστική αρχή είναι αρμόδια για τον ορισμό του τόπου του σημείου απόληξης του δικτύου., εφόσον απαιτείται, βάσει προτάσεως των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων. ð Λαμβανομένης υπόψη της πρακτικής των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, και δεδομένης της ποικιλίας σταθερών και ασύρματων τοπολογιών, ο Φορέας Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες («BEREC») θα πρέπει, σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή, να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον τρόπο προσδιορισμού του σημείου τερματισμού του δικτύου, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, σε διάφορες συγκεκριμένες περιστάσεις. ï
ò νέο
(20)Οι τεχνικές εξελίξεις καθιστούν δυνατή για τους τελικούς χρήστες την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης όχι μόνο με φωνητικές κλήσεις, αλλά και με άλλες υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών. Η έννοια της έκτακτης ανάγκης θα πρέπει επομένως να καλύπτει όλες εκείνες τις υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών που επιτρέπουν αυτήν την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης. Βασίζεται στα στοιχεία του συστήματος έκτακτης ανάγκης που ήδη καθιερώνονται με την ενωσιακή νομοθεσία, δηλαδή το «κέντρο λήψης κλήσεων έκτακτης ανάγκης» («PSAP») και το «πλέον κατάλληλο PSAP», καθώς και στις «υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης».
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 16 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(21)Οι εθνικές κανονιστικές ð και λοιπές αρμόδιες ï αρχές θα πρέπει να διαθέτουν ένα εναρμονισμένο σύνολο στόχων και αρχών επί των οποίων να στηρίζουνται Ö το έργο τους Õ , και θα πρέπει, όπου είναι αναγκαίο, να συντονίζουν τις δράσεις τους με τις κανονιστικές αρχές άλλων κρατών μελών ð και με τον BEREC ï κατά τη διεξαγωγή των καθηκόντων τους εντός του εν λόγω κανονιστικού πλαισίου.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 17 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(22)Οι δραστηριότητες των εθνικών κανονιστικών ð αρμόδιων ï αρχών που ορίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών, συμβάλλουν στην εκπλήρωση ευρύτερων πολιτικών στους τομείς του πολιτισμού, της απασχόλησης, του περιβάλλοντος, της κοινωνικής συνοχής και της χωροταξίας.
ò νέο
(23)Προκειμένου να μετουσιωθούν οι πολιτικοί στόχοι της στρατηγικής της ενιαίας ψηφιακής αγοράς σε ρυθμιστικούς όρους, το πλαίσιο θα πρέπει, επιπλέον των υφιστάμενων τριών πρωταρχικών στόχων που συνίστανται στην προώθηση του ανταγωνισμού, της εσωτερικής αγοράς και των συμφερόντων των τελικών χρηστών, να επιδιώκει έναν επιπλέον στόχο συνδεσιμότητας, ο οποίος, όσον αφορά τα αποτελέσματα, διαρθρώνεται σε: ευρεία πρόσβαση σε πολύ υψηλής χωρητικότητας σταθερή και κινητή συνδεσιμότητα, καθώς και την αξιοποίηση αυτής, για όλους τους πολίτες και τις επιχειρήσεις της Ένωσης, με βάση λογικές τιμές και επιλογές, οι οποίες καθίστανται δυνατές μέσω αποτελεσματικού και θεμιτού ανταγωνισμού, αποδοτικών επενδύσεων και ανοικτής καινοτομίας, αποτελεσματικής χρήσης του ραδιοφάσματος, κοινών κανόνων και προβλέψιμων κανονιστικών προσεγγίσεων στην εσωτερική αγορά και απαραίτητων ειδικών τομεακών κανόνων για τη διασφάλιση των συμφερόντων των πολιτών. Για τα κράτη μέλη, τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και λοιπές αρμόδιες αρχές και τα ενδιαφερόμενα μέρη, αυτός ο στόχος συνδεσιμότητας αντιστοιχεί, αφενός, στην επιδίωξη δικτύων και υπηρεσιών της υψηλότερης χωρητικότητας που είναι οικονομικά βιώσιμη σε δεδομένη περιοχή, και, αφετέρου, στην επιδίωξη της εδαφικής συνοχής, με την έννοια της σύγκλισης ως προς τη διαθέσιμη χωρητικότητα σε διάφορους τομείς.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 18 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(24)Η απαίτηση Ö αρχή Õ σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη ð θα πρέπει να εφαρμόζουν τη νομοθεσία της ΕΕ με τεχνολογικά ουδέτερο τρόπο ï εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές λαμβάνουν ιδιαίτερα υπόψη το επιθυμητό της τεχνολογικής ουδετερότητας των κανονιστικών ρυθμίσεων, δηλαδή ότι Ö μια εθνική ρυθμιστική Õ ð ή άλλη αρμόδια ï Ö αρχή Õ , με τις ρυθμίσεις ούτε επιβάλλεται ούτε ευνοείται τη χρησιμοποίηση συγκεκριμένου είδους τεχνολογίας, δεν αποκλείει τη λήψη ανάλογης μέριμνας για την προώθηση ορισμένων ειδικών υπηρεσιών, οσάκις αυτό δικαιολογείται ð προκειμένου να επιτυγχάνονται οι στόχοι του ρυθμιστικού πλαισίου ï , παραδείγματος χάριν ψηφιακή τηλεόραση, ως μέσο για την αύξηση της αποτελεσματικότητας του φάσματος. ð Επιπλέον, δεν αποκλείεται να λαμβάνεται υπόψη ότι ορισμένα μέσα μετάδοσης διαθέτουν φυσικά και αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά που μπορούν να είναι ανώτερα όσον αφορά την ποιότητα των υπηρεσιών, τη χωρητικότητα, το κόστος συντήρησης, την ενεργειακή αποδοτικότητα, την ευελιξία διαχείρισης, την αξιοπιστία, την ανθεκτικότητα και τη δυνατότητα κλιμάκωσης, και, εν τέλει, όσον αφορά τις επιδόσεις, τα οποία μπορούν να αντανακλώνται στα μέτρα που λαμβάνονται με σκοπό την επιδίωξη των διαφόρων ρυθμιστικών στόχων. ï
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 53
(25)Θα πρέπει να ενθαρρύνονται οι αποτελεσματικές επενδύσεις σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό, ώστε να προωθηθούν η οικονομική μεγέθυνση, η καινοτομία και οι δυνατότητες επιλογής του καταναλωτή.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 54
(26)O καλύτερος τρόπος για να ενθαρρυνθεί ο ανταγωνισμός προϋποθέτει επαρκείς από οικονομική άποψη επενδύσεις σε νέες αλλά και σε υπάρχουσες υποδομές, πλαισιωμένες εφόσον απαιτείται από ρυθμίσεις, με σκοπό βεβαίως ένα αποτελεσματικό επίπεδο ανταγωνιστικότητας στις υπηρεσίες λιανικής. Αποδοτικός κρίνεται ο βασισμένος στις υποδομές ανταγωνισμός όταν το εύρος της αλληλεπικάλυψης των υποδομών επιτρέπει στους επενδυτές να προσβλέπουν λογικά σε ικανοποιητικές αποδόσεις βάσει ευλόγων προσδοκιών όσον αφορά την εξέλιξη των μεριδίων της αγοράς.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 8 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(27)Προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της στρατηγικής της Λισαβόνας, Εείναι αναγκαία η παροχή κατάλληλων κινήτρων για επενδύσεις σε νέα δίκτυα Ö πολύ Õ υψηλής ταχύτητας ð χωρητικότητας ï που θα στηρίξουν τις καινοτόμες υπηρεσίες Διαδικτύου με πλούσιο περιεχόμενο και θα ενισχύσουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα δίκτυα αυτά διαθέτουν τεράστιο δυναμικό για την παροχή πλεονεκτημάτων στους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Έχει συνεπώς ζωτική σημασία να προωθηθούν οι βιώσιμες επενδύσεις στην ανάπτυξη των νέων αυτών δικτύων και ταυτοχρόνως να διασφαλισθεί ο ανταγωνισμός και να ενισχυθούν οι δυνατότητες επιλογής των καταναλωτών μέσω της κανονιστικής προβλεψιμότητας και συνοχής.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 5 (προσαρμοσμένο)
(28)Στόχος είναι η προοδευτική μείωση των εκ των προτέρων τομεακών κανόνων, καθώς θα αναπτύσσεται ο ανταγωνισμός στην αγορά, ώστε τελικά οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες να διέπονται αποκλειστικά από το δίκαιο του ανταγωνισμού. Δεδομένου ότι οι αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχουν επιδείξει ισχυρή ανταγωνιστική δυναμική τα τελευταία χρόνια, έχει σημασία να επιβάλλονται εκ των προτέρων κανονιστικές υποχρεώσεις μόνον εφόσον δεν υφίσταται πραγματικός και βιώσιμος ανταγωνισμός Ö στις σχετικές αγορές λιανικής Õ .
ò νέο
(29)Οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες καθίστανται ουσιώδεις για αυξανόμενο αριθμό κλάδων. Το διαδίκτυο των πραγμάτων αποτελεί παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η μετάδοση ραδιοφωνικών σημάτων, στην οποία στηρίζονται οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες, εξακολουθεί να εξελίσσεται και να διαμορφώνει την κοινωνική και επιχειρηματική πραγματικότητα. Προκειμένου να αποκομίζεται το μέγιστο όφελος από τις εξελίξεις αυτές, είναι ουσιώδης η καθιέρωση και προσαρμογή νέων ασύρματων τεχνολογιών και εφαρμογών επικοινωνιών στη διαχείριση του ραδιοφάσματος. Όπως άλλες τεχνολογίες και εφαρμογές που βασίζονται σε ραδιοφάσμα υπόκεινται εξίσου στην αυξανόμενη ζήτηση, και μπορούν να ενισχυθούν με την ενσωμάτωση ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή τον συνδυασμό με αυτές, στη διαχείριση του ραδιοφάσματος θα πρέπει να υιοθετείται, κατά περίπτωση, διατομεακή προσέγγιση για τη βελτίωση της αποδοτικότητας της χρήσης του ραδιοφάσματος.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 28 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(30)Μολονότι η διαχείριση του ραδιοφάσματος εξακολουθεί να εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, Οο στρατηγικός σχεδιασμός και, οσάκις απαιτείται, η εναρμόνιση σε κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ επίπεδο μπορούν να συμβάλουν ώστε να εξασφαλισθεί ότι οι χρήστες του ραδιοφάσματος θα επωφελούνται πλήρως από την εσωτερική αγορά και ότι τα Ö ενωσιακά Õ συμφέροντα της ΕΕ θα μπορούν να προστατεύονται πραγματικά παγκοσμίως. Για τους σκοπούς αυτούς, και εφόσον κρίνεται σκόπιμο, θα πρέπει Ö είναι δυνατό Õ να εκπονηθούν Ö εγκρίνονται Õ πολυετή νομοθετικά προγράμματα στον τομέα της πολιτικής ραδιοφάσματος ð , εκ των οποίων το πρώτο καθορίστηκε με την απόφαση αριθ. 243/2012/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ï Ö με την οποία καθορίζονται Õ προκειμένου να καθοριστούν οι πολιτικοί προσανατολισμοί και στόχοι που θα καταστήσουν δυνατό τον στρατηγικό σχεδιασμό και την εναρμόνιση της χρήσης του ραδιοφάσματος στην Κοινότητα Ö Ένωση Õ. Τούτοι οι πολιτικοί προσανατολισμοί και στόχοι αναφέρονται ενδεχομένως στη διάθεση και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος που απαιτείται για τη δημιουργία και λειτουργία της εσωτερικής αγοράς Ö , σύμφωνα με την παρούσα οδηγία Õ και ενδέχεται επίσης να αναφέρονται, όπου συντρέχει περίπτωση, στην εναρμόνιση των διαδικασιών χορήγησης αδειών ή μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων εφόσον τούτο κρίνεται απαραίτητο προκειμένου να υπερπηδηθούν εμπόδια στην εσωτερική αγορά. Οι εν λόγω πολιτικοί προσανατολισμοί και στόχοι πρέπει να συνάδουν με την παρούσα οδηγία και τις ειδικές οδηγίες.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 32 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(31)Η τρέχουσα διαχείριση του ραδιοφάσματος και το σύστημα διανομής βασίζονται εν γένει σε διοικητικές αποφάσεις που δεν διαθέτουν επαρκή ευελιξία ώστε να προσαρμόζονται στις τεχνολογικές και οικονομικές εξελίξεις, ιδίως με την ταχεία ανάπτυξη ασύρματων τεχνολογιών και την αυξανόμενη ζήτηση ζωνικού εύρους. Ö Η σημασία των εθνικών συνόρων για τον καθορισμό της βέλτιστης χρήσης ραδιοφάσματος μειώνεται όλο και περισσότερο. Õ Ο περιττός κατακερματισμός μεταξύ εθνικών πολιτικών ð όσον αφορά τη διαχείριση του ραδιοφάσματος, συμπεριλαμβανομένων των αδικαιολόγητων διαφορετικών όρων για την πρόσβαση στο ραδιοφάσμα, και τη χρήση του, ανάλογα με το είδος του φορέα εκμετάλλευσης, ενδέχεται να ï επιφέρει αυξανόμενο κόστος και απώλεια ευκαιριών αγοράς για χρήστες του ραδιοφάσματος., ενώ Ö Ενδέχεται να Õ επιβραδύνει την καινοτομία, ð να περιορίσει τις επενδύσεις, να μειώσει τις οικονομίες κλίμακος για κατασκευαστές και φορείς εκμετάλλευσης, καθώς και να δημιουργήσει εντάσεις μεταξύ κατόχων δικαιωμάτων και ανισότητες στο κόστος πρόσβασης στο ραδιοφάσμα. Αυτός ο κατακερματισμός ενδέχεται συνολικά να οδηγήσει σε στρέβλωση της λειτουργίας ï σε βάρος της εσωτερικής αγοράς, Ö και να βλάψει Õ τουςων καταναλωτέςών και τηνς οικονομίας στο σύνολό της. Επιπλέον, οι όροι πρόσβασης και χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ενδέχεται να ποικίλουν ανάλογα με τον τύπο του φορέα εκμετάλλευσης, ενώ οι ηλεκτρονικές υπηρεσίες που παρέχονται από τους εν λόγω φορείς εκμετάλλευσης αλληλεπικαλύπτονται διαρκώς περισσότερο, προκαλώντας έτσι εντάσεις μεταξύ των κατόχων δικαιωμάτων, ανισότητες στο κόστος πρόσβασης στο ραδιοφάσμα και δυνητικές στρεβλώσεις στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 33 (προσαρμοσμένο)
Τα εθνικά σύνορα παίζουν όλο και μικρότερο ρόλο για τον καθορισμό της βέλτιστης χρήσης τους ραδιοφάσματος. Ο κατακερματισμός της διαχείρισης της πρόσβασης σε δικαιώματα ραδιοφάσματος περιορίζει τις επενδύσεις και την καινοτομία και δεν παρέχει στους φορείς εκμετάλλευσης και τους κατασκευαστές εξοπλισμού τη δυνατότητα πραγματοποίησης οικονομιών κλίμακας, παρεμποδίζοντας έτσι την ανάπτυξη εσωτερικής αγοράς για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που χρησιμοποιούν ραδιοφάσμα.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 30 (προσαρμοσμένο)
(32)Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας για τη διαχείριση του ραδιοφάσματος θα πρέπει να είναι συνεπείς προς το έργο των διεθνών και περιφερειακών οργανισμών που ασχολούνται με τη διαχείριση του ραδιοφάσματος, π.χ. της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών (ITU) και της ευρωπαϊκής διάσκεψης των ταχυδρομικών και τηλεπικοινωνιακών οργανισμών (CEPT), ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική διαχείριση και η εναρμόνιση της χρήσης του ραδιοφάσματος σε ολόκληρη την Κοινότητα Ö Ένωση Õ καθώς και μεταξύ των κρατών μελών και άλλων μελών της ITU.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 11 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(33)Σύμφωνα με την αρχή του διαχωρισμού κανονιστικών και εκτελεστικών αρμοδιοτήτων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εγγυώνται την ανεξαρτησία της εθνικής κανονιστικής αρχής ή ð και λοιπών αρμόδιων ï αρχών ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η αμεροληψία των αποφάσεών τους. Αυτή η απαίτηση ανεξαρτησίας εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της θεσμικής αυτονομίας και των συνταγματικών υποχρεώσεων των κρατών μελών, ή της αρχής της ουδετερότητας όσον αφορά τους κανόνες των κρατών μελών που διέπουν το καθεστώς ιδιοκτησίας, που ορίζεται στο άρθρο 295 της συνθήκης. Οι εθνικές κανονιστικές ð και λοιπές αρμόδιες ï αρχές θα πρέπει να διαθέτουν όλους τους απαραίτητους πόρους, όσον αφορά το προσωπικό, την εμπειρία και τα οικονομικά μέσα, για να διεκπεραιώνουν τα καθήκοντά τους.
ò νέο
(34)Είναι αναγκαίο να προβλεφθεί κατάλογος καθηκόντων τα οποία μπορούν τα κράτη μέλη να αναθέτουν μόνο σε φορείς που αυτά ορίζουν ως εθνικές ρυθμιστικές αρχές και των οποίων η πολιτική ανεξαρτησία και ρυθμιστική ικανότητα διασφαλίζεται, σε αντίθεση με άλλα ρυθμιστικά καθήκοντα τα οποία μπορούν να αναθέτουν είτε στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές είτε σε άλλες αρμόδιες αρχές. Ως εκ τούτου, όπου η παρούσα οδηγία προβλέπει ότι κράτος μέλος θα πρέπει να αναθέτει καθήκον σε αρμόδια αρχή ή να την εξουσιοδοτεί, το κράτος μέλος δύναται να αναθέτει το καθήκον είτε σε εθνική ρυθμιστική αρχή είτε σε άλλη αρμόδια αρχή.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 13 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(35)Η ανεξαρτησία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών θα πρέπει να Ö ενισχύθηκε Õ ενισχυθεί Ö κατά την αναθεώρηση του 2009 Õ ώστε να εξασφαλισθεί αποτελεσματικότερη εφαρμογή του κανονιστικού και να αυξηθεί το κύρος τους και η προβλεψιμότητα των αποφάσεων τους. Για τον σκοπό αυτό θα πρέπει Ö έπρεπε Õ να υπάρξει ρητή πρόβλεψη στην εθνική νομοθεσία που θα εξασφαλίσει ότι, κατά την άσκηση των καθηκόντων της, μια εθνική ρυθμιστική αρχή υπεύθυνη για την εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση των αγορών ή για την επίλυση των διαφορών μεταξύ επιχειρήσεων προστατεύεται έναντι εξωτερικών παρεμβάσεων ή πολιτικών πιέσεων που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την ανεξάρτητη αξιολόγησή της στα θέματα των οποίων επιλαμβάνεται. Προς τούτο θα πρέπει Ö έπρεπε Õ καταρχάς να θεσπισθούν κανόνες όσον αφορά τους λόγους για την απόλυση του επικεφαλής της εθνικής ρυθμιστικής αρχής, ώστε να αρθεί κάθε εύλογη αμφιβολία ως προς την ουδετερότητα του εν λόγω φορέα και τη θωράκισή του έναντι εξωτερικών παραγόντων. ð Προκειμένου να αποφεύγονται αυθαίρετες απολύσεις, το απολυθέν μέλος θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να ζητά από τα αρμόδια δικαστήρια να ελέγχουν την ύπαρξη βάσιμου λόγου απόλυσης, που να συγκαταλέγεται μεταξύ των προβλεπόμενων στην παρούσα οδηγία. Αυτή η απόλυση θα πρέπει να συνδέεται μόνο με τα προσωπικά ή επαγγελματικά προσόντα του επικεφαλής ή του μέλους ï Είναι σημαντικό οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές που είναι υπεύθυνες για την εκ των προτέρων ρύθμιση των αγορών να έχουν δικό τους προϋπολογισμό, που να τους παρέχει ιδίως τη δυνατότητα να προσλαμβάνουν επαρκή αριθμό ειδικευμένου προσωπικού. Για την εξασφάλιση διαφάνειας θα πρέπει ο προϋπολογισμός αυτός να δημοσιεύεται ετησίως. ð Εντός των ορίων του προϋπολογισμού τους, θα πρέπει να διαθέτουν αυτονομία στη διαχείριση των ανθρώπινων και οικονομικών πόρων τους. Για να εξασφαλίζεται η αμεροληψία, τα κράτη μέλη που διατηρούν την κυριότητα ή τον έλεγχο επιχειρήσεων που συνεισφέρουν στον προϋπολογισμό της εθνικής ρυθμιστικής αρχής ή άλλων αρμόδιων αρχών μέσω διοικητικών επιβαρύνσεων θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι υφίσταται αποτελεσματικός διαρθρωτικός διαχωρισμός των δραστηριοτήτων που συνδέονται με την άσκηση της κυριότητας ή του ελέγχου από την άσκηση ελέγχου επί του προϋπολογισμού. ï
ò νέο
(36)Υπάρχει ανάγκη να ενισχυθεί περαιτέρω η ανεξαρτησία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών ώστε να εξασφαλίζεται η θωράκιση των επικεφαλής και των μελών τους έναντι εξωτερικών πιέσεων, με την πρόβλεψη ελάχιστων προσόντων διορισμού και ελάχιστης διάρκειας της θητείας τους. Επιπλέον, με τον περιορισμό της δυνατότητας να ανανεώνεται η θητεία τους περισσότερες από μία φορές και την απαίτηση για κατάλληλο σύστημα περιτροπής για το συμβούλιο και την ανώτερη διοίκηση θα αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος κανονιστικής άλωσης, θα διασφαλιστεί η συνέχεια και θα ενισχυθεί η ανεξαρτησία.
(37)Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να λογοδοτούν και να απαιτείται να υποβάλλουν εκθέσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους. Η υποχρέωση αυτή θα πρέπει να λαμβάνει τη μορφή υποχρέωσης ετήσιας υποβολής εκθέσεων, και όχι αιτημάτων ad hoc παροχής στοιχείων, τα οποία, αν είναι δυσανάλογα, θα μπορούσαν να περιορίζουν την ανεξαρτησία τους ή να τις παρεμποδίζουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Πράγματι, σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία, οι εκτεταμένες και άνευ όρων υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων μπορεί να επηρεάζουν έμμεσα την ανεξαρτησία μιας αρχής.
(38)Τα κράτη μέλη θα πρέπει να κοινοποιούν στην Επιτροπή τα στοιχεία των εθνικών ρυθμιστικών και λοιπών αρμόδιων αρχών. Για αρχές αρμόδιες για τη χορήγηση δικαιωμάτων διέλευσης, η υποχρέωση κοινοποίησης μπορεί να τηρείται με παραπομπή στο ενιαίο σημείο πληροφόρησης που συστήνεται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 4
Η παρούσα οδηγία καλύπτει την αδειοδότηση όλων των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ανεξαρτήτως του εάν παρέχονται ή όχι στο κοινό. Τούτο έχει σημασία για να εξασφαλιστεί ότι, και για τις δύο κατηγορίες φορέων παροχής, μπορούν να ισχύουν αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά δικαιώματα, όροι και διαδικασίες.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 5
Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στην παροχή δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων, μόνον όταν η χρήση αυτή συνεπάγεται την παροχή δικτύου ή υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών, κατά κανόνα επ' αμοιβή. Η αυτοχρησιμοποίηση τερματικού ραδιοεξοπλισμού, βάσει μη αποκλειστικής χρήσης ειδικών ραδιοσυχνοτήτων από τον χρήστη για λόγους που δεν συνδέονται με οικονομική δραστηριότητα, όπως η χρήση της ζώνης πολιτών από ραδιοερασιτέχνες, δεν συνιστά παροχή δικτύου ή υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών και, συνεπώς, δεν καλύπτεται από την παρούσα οδηγία. Η χρήση αυτή καλύπτεται από την οδηγία 1999/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1999, σχετικά με το ραδιοεξοπλισμό και τον τηλεπικοινωνιακό τερματικό εξοπλισμό και την αμοιβαία αναγνώριση της πιστότητας των εξοπλισμών αυτών
.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 6 (προσαρμοσμένο)
Οι διατάξεις για την ελεύθερη κυκλοφορία συστημάτων υπό όρους πρόσβασης και την ελεύθερη παροχή προστατευόμενων υπηρεσιών που βασίζονται στα συστήματα αυτά, περιέχονται στην οδηγία 98/84/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 1998, για τη νομική προστασία των υπηρεσιών που βασίζονται ή συνίστανται στην παροχή πρόσβασης υπό όρους
. Συνεπώς, η αδειοδότηση αυτών των συστημάτων και υπηρεσιών δεν χρειάζεται να καλυφθεί από την παρούσα οδηγία.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 7 (προσαρμοσμένο)
(39)Θα πρέπει να χρησιμοποιείται το κατά το δυνατόν λιγότερο επαχθές σύστημα αδειοδότησης που καθιστά δυνατή την παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, προκειμένου να τονωθεί η ανάπτυξη νέων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και πανευρωπαϊκών δικτύων υπηρεσιών και επικοινωνιών, και να παρέχεται στους φορείς παροχής υπηρεσιών και στους καταναλωτές η δυνατότητα να επωφελούνται από τις οικονομίες κλίμακας της ενιαίας αγοράς.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 8
ð νέο
(40)Οι εν λόγω στόχοι ð Τα οφέλη της ενιαίας αγοράς για τους παρόχους υπηρεσιών και τους τελικούς χρήστες ï μπορούν να επιτευχθούν με γενική άδεια για ð δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών εκτός από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, ï όλα τα δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, χωρίς να απαιτείται ρητή απόφαση ή διοικητική πράξη της εθνικής κανονιστικής αρχής και με περιορισμό των διαδικαστικών απαιτήσεων μόνο σετην ð δηλωτική ï κοινοποίηση. Όταν τα κράτη μέλη απαιτούν κοινοποίηση από τους φορείς παροχής δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών όταν αρχίζουν τις δραστηριότητές τους, ð η εν λόγω κοινοποίηση θα πρέπει να υποβάλλεται στον BEREC, οποίος ενεργεί ως ενιαίο σημείο επαφής. Η κοινοποίηση αυτή δεν θα πρέπει να συνεπάγεται διοικητικό κόστος για τους παρόχους και θα μπορούσε να διατίθεται μέσω σημείου εισόδου στον ιστότοπο των εθνικών ρυθμιστικών αρχών. Ο BEREC θα πρέπει να διαβιβάζει εγκαίρως τις κοινοποιήσεις προς την εθνική ρυθμιστική αρχή σε όλα τα κράτη μέλη στα οποία οι πάροχοι δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών προτίθενται να παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να απαιτούν απόδειξη ότι πραγματοποιήθηκε η κοινοποίηση αυτή, μέσω οποιασδήποτε νομικώς αναγνωρισμένης ταχυδρομικής ή ηλεκτρονικής απόδειξης παραλαβής της κοινοποίησης στον BEREC. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η απόδειξη παραλαβής δεν θα πρέπει να συνιστά ή να απαιτεί διοικητική πράξη της εθνικής ρυθμιστικής αρχής, ή οποιασδήποτε άλλης αρχής ï μπορούν επίσης να απαιτούν απόδειξη του γεγονότος ότι έχει γίνει η κοινοποίηση αυτή, μέσω οποιασδήποτε νομικώς αναγνωρισμένης ταχυδρομικής ή ηλεκτρονικής απόδειξης παραλαβής της κοινοποίησης. Η απόδειξη αυτή παραλαβής δεν θα πρέπει επ' ουδενί να συνιστά ή να απαιτεί διοικητική πράξη της εθνικής κανονιστικής αρχής στην οποία πρέπει να υποβάλλεται η κοινοποίηση.
ò νέο
(41)Η κοινοποίηση στον BEREC θα πρέπει να περιλαμβάνει απλή δήλωση της πρόθεσης του παρόχου για έναρξη της παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Μπορεί μόνο να απαιτείται από τον πάροχο να συνοδεύει την εν λόγω δήλωση με τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 12 της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να επιβάλλουν πρόσθετες ή χωριστές απαιτήσεις κοινοποίησης.
(42)Σε αντίθεση με τις άλλες κατηγορίες δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως ορίζονται στην παρούσα οδηγία, οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών δεν επωφελούνται από τη χρήση των δημόσιων πόρων αριθμοδότησης και δεν συμμετέχουν σε δημοσίως εξασφαλισμένο διαλειτουργικό οικοσύστημα. Δεν είναι, επομένως, σκόπιμο τα εν λόγω είδη υπηρεσιών να υπόκεινται στο καθεστώς γενικής άδειας.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 21 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(43)Όταν χορηγούν δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος ï , αριθμούς ή δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών, οι αρμόδιες αρχές μπορούν Ö θα πρέπει Õ να ενημερώνουν τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν τα δικαιώματα αυτά για τους σχετικούς όρους της γενικής άδειας.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 18 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(44)Η Οι γενικέςή άδεια Ö άδειες Õ θα πρέπει να περιλαμβάνουνει μόνο ειδικούς για τον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών όρους. Δεν θα πρέπει να εξαρτώνάται από όρους οι οποίοι ήδη επιβάλλονται βάσει άλλης ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας που δεν διέπει ειδικά τον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Πάντως, ð Για παράδειγμα, ï οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να ενημερώνουν, π.χ. με αναφορές στις ιστοσελίδες τους, τους φορείς εκμετάλλευσης δικτύων και τους παρόχους υπηρεσιών σχετικά με ð εφαρμοστέες απαιτήσεις περιβαλλοντικού, χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού ï άλλες νομοθετικές διατάξεις που αφορούν τις επιχειρήσεις τους.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 73
(45)Οι όροι που μπορούν να επισυναφθούν σε άδειες καλύπτουν ειδικούς όρους που διέπουν την προσβασιμότητα για χρήστες με αναπηρίες και την ανάγκη των δημόσιων αρχών και των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης για επικοινωνία μεταξύ τους και με το ευρύ κοινό πριν, κατά τη διάρκεια και έπειτα από καταστροφές μεγάλης κλίμακας. Επίσης, λόγω της σημασίας της τεχνικής καινοτομίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να εκδίδουν άδειες χρήσης ραδιοφάσματος για πειραματικούς σκοπούς, οι οποίες θα υπόκεινται σε συγκεκριμένους περιορισμούς και όρους που δικαιολογούνται αυστηρά λόγω του πειραματικού χαρακτήρα των δικαιωμάτων αυτών.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 9 (προσαρμοσμένο)
(46)Στις εν λόγω άδειες, είναι απαραίτητο να περιλαμβάνονται ρητά τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις επιχειρήσεων που διέπονται από γενικές άδειες, ώστε να διασφαλίζονται ενιαίοι κανόνες σε ολόκληρη την Κοινότητα Ö Ένωση Õ και να διευκολύνεται η διασυνοριακή διαπραγμάτευση διασύνδεσης μεταξύ δημοσίων δικτύων επικοινωνιών.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 10 (προσαρμοσμένο)
(47)Η γενική άδεια επιτρέπει στις επιχειρήσεις που παρέχουν στο κοινό δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, να διαπραγματεύονται διασύνδεση υπό τους όρους της Ö παρούσας Õ οδηγίας 2002/19/ΕΚ, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες καθώς και με τη διασύνδεσή τους (οδηγία για την πρόσβαση)
. Οι επιχειρήσεις που παρέχουν δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε άλλους πλην του κοινού, μπορούν να διαπραγματεύονται διασύνδεση με εμπορικούς όρους.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 11 (προσαρμοσμένο)
Η χορήγηση ειδικών δικαιωμάτων, ενδεχομένως, να εξακολουθήσει να είναι απαραίτητη για τη χρήση ραδιοσυχνοτήτων και αριθμών, συμπεριλαμβανομένων σύντομων κωδίκων, από το εθνικό σχέδιο αριθμοδότησης. Δικαιώματα χρήσης αριθμών μπορούν επίσης να παραχωρούνται από ευρωπαϊκό σχέδιο αριθμοδότησης, συμπεριλαμβανομένου π.χ. του ιδεατού κωδικού χώρας "3883" που έχει αποδοθεί σε χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Διάσκεψης των Διοικήσεων Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών (CEPT). Τα εν λόγω δικαιώματα χρήσης δεν θα πρέπει να περιορίζονται, εκτός εάν αυτό είναι αναπόφευκτο λόγω της ανεπάρκειας ραδιοσυχνοτήτων και της ανάγκης εξασφάλισης της αποδοτικής τους χρήσης.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 16
(48)Στην περίπτωση των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που δεν παρέχονται στο κοινό, είναι σκόπιμο να επιβάλλονται λιγότεροι και ελαφρύτεροι όροι από εκείνους που δικαιολογούνται για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που παρέχονται στο κοινό.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 17 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(49)Οι ειδικές υποχρεώσεις οι οποίες είναι δυνατόν να επιβάλλονται σε φορείς παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ð υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών εκτός από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών ï λόγω της σημαντικής τους ισχύος στην αγορά, σύμφωνα με το κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ δίκαιο, όπως ορίζεται στην Ö παρούσα Õ οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία πλαίσιο)
, θα πρέπει να επιβάλλονται χωριστά από τα γενικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις στο πλαίσιο της γενικής άδειας.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 25
ð νέο
(50)Οι φορείς παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών μπορούν, ενδεχομένως, να χρειάζονται επιβεβαίωση των δικαιωμάτων τους δυνάμει της γενικής άδειας όσον αφορά τη διασύνδεση και τα δικαιώματα διέλευσης, συγκεκριμένα για τη διευκόλυνση των διαπραγματεύσεων σε άλλα, περιφερειακά ή τοπικά, επίπεδα διακυβέρνησης ή με παρόχους υπηρεσιών σε άλλα κράτη μέλη. Για τον σκοπό αυτό, οι εθνικές κανονιστικές αρχές ð ο BEREC, ο οποίος λαμβάνει την κοινοποίηση για παροχή δημόσιων ή ιδιωτικών δικτύων ή υπηρεσιών επικοινωνιών, ï θα πρέπει να παρέχειουν δηλώσεις στις επιχειρήσεις είτε κατ' αίτησή τους είτε εναλλακτικά, ως αυτόματη απάντηση σε κοινοποίηση δυνάμει της γενικής άδειας. Οι δηλώσεις αυτές δεν θα πρέπει αφ' εαυτές να γεννούν δικαιώματα ούτε θα πρέπει τα τυχόν δικαιώματα δυνάμει της γενικής άδειας ή τα δικαιώματα χρήσης ή η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών, να εξαρτώνται από τη δήλωση.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 30
ð νέο
(51)Είναι δυνατόν να επιβάλλονται διοικητικές επιβαρύνσεις σε παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της εθνικής κανονιστικής αρχής ð ή άλλης αρμόδιας αρχής ï όσον αφορά τη διαχείριση του συστήματος αδειοδότησης και για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης. Αυτές οι επιβαρύνσεις θα πρέπει να περιορίζονται στην κάλυψη των πραγματικών διοικητικών δαπανών για τις εν λόγω δραστηριότητες. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να υπάρχει διαφάνεια όσον αφορά τα έσοδα και τις δαπάνες των εθνικών κανονιστικών αρχών ð και λοιπών αρμόδιων αρχών ï με την υποβολή ετήσιων εκθέσεων σχετικά με το συνολικό ποσό των επιβαρύνσεων που συγκεντρώνονται και των πραγματοποιηθεισών διοικητικών δαπανών. Αυτό θα επιτρέπει στις επιχειρήσεις να επαληθεύουν εάν οι διοικητικές δαπάνες και οι επιβαρύνσεις είναι ισορροπημένες.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 31
ð νέο
(52)Τα συστήματα διοικητικών επιβαρύνσεων δεν θα πρέπει να στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό ούτε να εμποδίζουν την είσοδο στην αγορά. Με ένα σύστημα γενικών αδειών, δεν θα είναι πλέον δυνατόν να κατανέμονται διοικητικές δαπάνες και, συνεπώς, επιβαρύνσεις σε επιμέρους επιχειρήσεις, παρά μόνον για τη χορήγηση δικαιώματος χρήσης αριθμών, ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος ï και δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών. Οι τυχόν εφαρμοστέες διοικητικές επιβαρύνσεις θα πρέπει να είναι σύμφωνες προς τις αρχές του συστήματος γενικών αδειών. Αντί αυτών των κριτηρίων κατανομής των επιβαρύνσεων, μια δίκαιη, απλή και διαφανής εναλλακτική μέθοδος θα μπορούσε να είναι, π.χ., μια κλείδα κατανομής βάσει του κύκλου εργασιών. Όταν οι διοικητικές επιβαρύνσεις είναι πολύ χαμηλές, ένα κατάλληλο σύστημα θα ήταν οι κατ' αποκοπήν επιβαρύνσεις ή συνδυασμός κατ' αποκοπή επιβαρύνσεων με ένα στοιχείο βασιζόμενο στον κύκλο εργασιών. ð Στον βαθμό που το σύστημα γενικής άδειας επεκτείνεται σε επιχειρήσεις με πολύ μικρό μερίδιο αγοράς, όπως παρόχους δικτύων σε επίπεδο κοινότητας, ή σε παρόχους υπηρεσιών των οποίων το επιχειρηματικό μοντέλο αποφέρει πολύ περιορισμένα έσοδα, ακόμη και στην περίπτωση σημαντικής διείσδυσης στην αγορά όσον αφορά τους όγκους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αξιολογούν το ενδεχόμενο να καθορίζουν κατάλληλο ελάχιστο κατώφλι για την επιβολή διοικητικών επιβαρύνσεων. ï
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 33
ð νέο
(53)Όταν αυτό αιτιολογείται αντικειμενικά, τα κράτη μέλη μπορεί ενδεχομένως να πρέπει να τροποποιούν δικαιώματα, όρους, διαδικασίες, επιβαρύνσεις και τέλη, σχετικά με γενικές άδειες και δικαιώματα χρήσης. Οι εν λόγω τροποποιήσεις θα πρέπει να κοινοποιούνται εγκαίρως και με τον προσήκοντα τρόπο σε όλους τους ενδιαφερόμενους, δίδοντας τους την κατάλληλη ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους σχετικά με αυτές τις τροποποιήσεις. ð Λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να διασφαλίζεται η ασφάλεια δικαίου και να προάγεται η ρυθμιστική προβλεψιμότητα, οποιοσδήποτε περιορισμός ή ανάκληση υφιστάμενων δικαιωμάτων χρήσης για ραδιοφάσμα ή δημιουργίας εγκαταστάσεων θα πρέπει να υπόκειται σε προβλέψιμες και διαφανείς διαδικασίες· ως εκ τούτου, θα μπορούσαν να επιβάλλονται αυστηρότερες απαιτήσεις ή μηχανισμός κοινοποίησης, όταν έχουν ανατεθεί δικαιώματα χρήσης βάσει ανταγωνιστικών ή συγκριτικών διαδικασιών. Θα πρέπει να αποφεύγονται περιττές διαδικασίες στην περίπτωση τροποποιήσεων ήσσονος σημασίας σε υφιστάμενα δικαιώματα δημιουργίας εγκαταστάσεων ή χρήσης ραδιοφάσματος, όταν οι τροποποιήσεις αυτές δεν έχουν επιπτώσεις σε συμφέροντα τρίτων. Η αλλαγή στη χρήση του ραδιοφάσματος ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των αρχών της ουδετερότητας της τεχνολογίας και των υπηρεσιών δεν θα πρέπει να θεωρείται επαρκής αιτιολόγηση για ανάκληση δικαιωμάτων, διότι δεν συνιστά χορήγηση νέου δικαιώματος. ï
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 34
Βάσει του στόχου της διαφάνειας, οι πάροχοι υπηρεσιών, οι καταναλωτές και άλλοι ενδιαφερόμενοι πρέπει να έχουν ευχερή πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που αφορούν δικαιώματα, όρους, διαδικασίες, επιβαρύνσεις, τέλη και αποφάσεις σχετικά με την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και αριθμών, δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών καθώς και σχετικά με εθνικά προγράμματα χρήσης συχνοτήτων και εθνικά σχέδια αριθμοδότησης. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές έχουν το σημαντικό καθήκον να παρέχουν και να ενημερώνουν τις εν λόγω πληροφορίες. Σε περίπτωση που άλλα επίπεδα διοίκησης διαχειρίζονται τα εν λόγω δικαιώματα, οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να προσπαθούν να δημιουργούν ένα εύχρηστο μέσο πρόσβασης στις πληροφορίες που αφορούν αυτά τα δικαιώματα.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 35
Η ορθή λειτουργία της ενιαίας αγοράς με βάση τα εθνικά καθεστώτα αδειοδότησης, δυνάμει της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να παρακολουθείται από την Επιτροπή.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 36
Για να προκύψει μια και μοναδική ημερομηνία εφαρμογής όλων των στοιχείων του νέου κανονιστικού πλαισίου για τον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η διαδικασία μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο επιβάλλεται να πραγματοποιηθεί εκ παραλλήλου με την ευθυγράμμιση των υφισταμένων αδειών προς τους νέους κανόνες. Πάντως, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, κατά τις οποίες η αντικατάσταση των αδειών που υφίστανται κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, από τη γενική άδεια και τα ατομικά δικαιώματα χρήσης σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, θα οδηγούσε σε αύξηση των υποχρεώσεων των φορέων παροχής υπηρεσιών που λειτουργούν σύμφωνα με την υφιστάμενη αδειοδότηση ή σε περιορισμό των δικαιωμάτων τους, τα κράτη μέλη δύνανται να ωφελούνται ενός πρόσθετου διαστήματος 9 μηνών μετά την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, για την ευθυγράμμιση των αδειών, εκτός εάν τούτο έχει αρνητικές επιπτώσεις στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις άλλων επιχειρήσεων.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 37
Είναι δυνατόν να συντρέχουν περιστάσεις κατά τις οποίες η κατάργηση ενός όρου αδείας σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, θα δημιουργούσε σοβαρές δυσκολίες για μία ή για περισσότερες επιχειρήσεις που ωφελούνταν από τον όρο αυτόν. Στις περιπτώσεις αυτές, μπορεί να παραχωρούνται περαιτέρω μεταβατικές ρυθμίσεις από την Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 38
Δεδομένου ότι οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης, ήτοι η εναρμόνιση και η απλοποίηση των κανόνων και των όρων που διέπουν την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών, είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύνανται, συνεπώς, λόγω των διαστάσεων ή των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης να επιτευχθούν καλλίτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, η οποία εκτίθεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία εκτίθεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών,
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 70
(54)Ως ελάσσονες τροποποιήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων λογίζονται εκείνες οι τροποποιήσεις που είναι κυρίως διοικητικού χαρακτήρα, δεν μεταβάλλουν τον ουσιαστικό χαρακτήρα των γενικών αδειών και των μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης και άρα δεν μπορούν να προσδώσουν οιοδήποτε συγκριτικό πλεονέκτημα στις άλλες επιχειρήσεις.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 13 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(55)Οι εθνικές κανονιστικές ð και λοιπές αρμόδιες ï αρχές χρειάζεται να συγκεντρώνουν πληροφορίες από συντελεστές της αγοράς προκειμένου να ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στα καθήκοντά τους. Ö Ενδέχεται να είναι επίσης απαραίτητο να συγκεντρώνονται Õ τΤέτοιου είδους πληροφορίες μπορεί επίσης να χρειασθεί να συλλέγονται για λογαριασμό της Επιτροπής ð ή του BEREC ï , προκειμένου αυτή Ö αυτοί Õ να εκπληρώνουνει τις Ö αντίστοιχες Õ υποχρεώσεις Ö τους Õ της βάσει του κοινοτικού Ö ενωσιακού Õ δικαίου. Τα αιτήματα πληροφόρησης θα πρέπει να είναι αναλογικά και να μην επιβάλλουν υπέρμετρα βάρη στις επιχειρήσεις. Οι πληροφορίες που συλλέγουν οι εθνικές κανονιστικές ð και λοιπές αρμόδιες ï αρχές θα πρέπει να είναι διαθέσιμες στο κοινό, εκτός εάν πρόκειται για εμπιστευτικές πληροφορίες δυνάμει των εθνικών κανόνων για την πρόσβαση του κοινού σε πληροφορίες και εάν υπόκεινται στο κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ και το εθνικό δίκαιο περί επιχειρηματικού απορρήτου.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 16
ð νέο
(56)Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ασκούν αποτελεσματικά τα κανονιστικά τους καθήκοντα, θα πρέπει στα δεδομένα που συλλέγουν να περιλαμβάνονται λογιστικά δεδομένα για τις αγορές λιανικής που συνδέονται με αγορές χονδρικής στις περιπτώσεις που φορέας εκμετάλλευσης διαθέτει σημαντική ισχύ στην αγορά και επομένως υπόκειται σε κανονιστική ρύθμιση εκ μέρους της εθνικής ρυθμιστικής αρχής. Στα δεδομένα αυτά θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνονται δεδομένα που θα παρέχουν στην εθνική ρυθμιστική αρχή τη δυνατότητα αξιολόγησης ð της συμμόρφωσης με όρους που συνοδεύουν δικαιώματα χρήσης, ï του πιθανού αντικτύπου από προγραμματισμένη αναβάθμιση ή αλλαγή στην τοπολογία δικτύου για την εξέλιξη του ανταγωνισμού ή σε προϊόντα χονδρικής που διατίθενται σε άλλα μέρη. ð Οι πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση προς υποχρεώσεις κάλυψης που συνοδεύουν δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος είναι ουσιώδους σημασίας για τη διασφάλιση της πληρότητας των γεωγραφικών ερευνών των αναπτύξεων δικτύου, τις οποίες διεξάγουν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Στο πλαίσιο αυτό, οι αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να απαιτούν την παροχή πληροφοριών με ανάλυση σε τοπικό επίπεδο και σε επαρκές επίπεδο λεπτομέρειας ώστε να διεξάγουν γεωγραφική έρευνα δικτύων. ï
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 28 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(57)Η επιβολή στους φορείς παροχής υπηρεσιών ð Για την ελάφρυνση ï υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων και πληροφοριών ð για τους παρόχους δικτύων και ï Ö υπηρεσιών Õ, μπορεί να αποβεί επαχθής, τόσο για την επιχείρηση όσο και για την αρμόδια εθνική κανονιστική αρχή,. Επομένως, οι εν λόγω υποχρεώσεις θα πρέπει να είναι αναλογικές, αντικειμενικά αιτιολογημένες και περιορισμένες στα απολύτως απαραίτητα. ð Ειδικότερα, θα πρέπει να αποφεύγεται η επανάληψη αιτημάτων παροχής πληροφοριών από την αρμόδια αρχή, καθώς και από τον BEREC ï Δεν είναι απαραίτητο να απαιτείται Ö και η Õ συστηματική και τακτική απόδειξη της συμμόρφωσης με όλους τους όρους δυνάμει της γενικής άδειας ή τους όρους που συνοδεύουν τα δικαιώματοςα χρήσης. Οι επιχειρήσεις ð θα πρέπει να ï έχουν το δικαίωμα να γνωρίζουν Ö την επιδιωκόμενη χρήση Õ τον σκοπό για τον οποίο θα χρησιμοποιηθούν τωνοι Ö ζητούμενων Õ πληροφοριώνίες που παρέχουν. Η παροχή πληροφοριών δεν θα πρέπει να αποτελεί όρο για την είσοδο στην αγορά. Για στατιστικούς λόγους, ενδέχεται να απαιτείται κοινοποίηση από τους φορείς παροχής δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών υπηρεσιών, όταν παύουν τις δραστηριότητές τους.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 29 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(58)Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να ισχύει με την επιφύλαξη Ö Δεν θα πρέπει να θίγονται Õ οιτων υποχρεώσειςων των κρατών μελών να παρέχουν κάθε απαραίτητη πληροφορίεςα για την προάσπιση των κοινοτικών Ö ενωσιακών Õ συμφερόντων Ö δυνάμει Õ στο πλαίσιο των διεθνών συμφωνιών. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει επίσης να ισχύει με την επιφύλαξη , Ö καθώς και Õ οιτων υποχρεώσειςων υποβολής εκθέσεων δυνάμει νομοθεσίας, η οποία δεν αφορά ειδικά τον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως το δίκαιο του.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 14 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(59)Πληροφορίες που κρίνονται εμπιστευτικές από μια εθνική κανονιστική ð αρμόδια ï αρχή, σύμφωνα με τους κοινοτικούς Ö ενωσιακούς Õ και εθνικούς κανόνες περί επιχειρηματικού απορρήτου ð και προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ï, είναι δυνατόν να ανταλλάσσονται με την Επιτροπή και άλλες εθνικές κανονιστικές αρχές ð και τον BEREC ï, μόνον εφόσον αυτή η ανταλλαγή είναι απολύτως αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών. Οι ανταλλασσόμενες πληροφορίες θα πρέπει να περιορίζονται σε ό,τι ενδείκνυται και αναλογεί στους σκοπούς μιας τέτοιας ανταλλαγής.
ò νέο
(60)Τα ευρυζωνικά δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαφοροποιούνται ολοένα και περισσότερο όσον αφορά την τεχνολογία, την τοπολογία, το χρησιμοποιούμενο μέσο και την ιδιοκτησία, και, ως εκ τούτου, η ρυθμιστική παρέμβαση πρέπει να στηρίζεται σε λεπτομερείς πληροφορίες και προβλέψεις σχετικά με την ανάπτυξη δικτύων προκειμένου να είναι αποτελεσματική και να επικεντρώνεται στις περιοχές όπου χρειάζεται. Οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνουν σχέδια όσον αφορά τόσο την ανάπτυξη δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας, όσο και σημαντικές αναβαθμίσεις ή επεκτάσεις υφιστάμενων δικτύων χαλκού ή άλλων δικτύων που ενδέχεται να μην ανταποκρίνονται στα χαρακτηριστικά επιδόσεων των δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας από όλες τις απόψεις, όπως η ανάπτυξη οπτικής ίνας έως το κυτίο σε συνδυασμό με ενεργές τεχνολογίες όπως η διανυσμάτωση. Το επίπεδο λεπτομέρειας και εδαφικής ανάλυσης των πληροφοριών που θα πρέπει να συλλέγουν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να έχει ως γνώμονα τον συγκεκριμένο ρυθμιστικό στόχο και θα πρέπει να είναι επαρκές για τους ρυθμιστικούς σκοπούς που εξυπηρετεί. Ως εκ τούτου, το μέγεθος της εδαφικής ενότητας θα ποικίλλει επίσης μεταξύ κρατών μελών, ανάλογα με τις ρυθμιστικές ανάγκες στις συγκεκριμένες εθνικές περιστάσεις και τη διαθεσιμότητα τοπικών δεδομένων. Το επίπεδο 3 της στατιστικής ονοματολογίας εδαφικών ενοτήτων (NUTS) είναι απίθανο να αποτελεί αρκετά μικρή εδαφική ενότητα στις περισσότερες περιστάσεις. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν γνώμονα τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές για την προσέγγιση αυτού του καθήκοντος, ενώ οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές θα μπορούν να στηρίζονται στην υπάρχουσα εμπειρία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών για τη διεξαγωγή γεωγραφικών ερευνών για την ανάπτυξη δικτύων. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να καθιστούν διαθέσιμα εργαλεία στους τελικούς χρήστες όσον αφορά την ποιότητα των υπηρεσιών για να συμβάλλουν στη βελτίωση της ενημέρωσής τους σχετικά με τις διαθέσιμες υπηρεσίες συνδεσιμότητας.
(61)Στην περίπτωση συγκεκριμένων και σαφώς καθορισμένων περιοχών ψηφιακού αποκλεισμού, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να οργανώνουν πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, με σκοπό τον προσδιορισμό των επιχειρήσεων που είναι πρόθυμες να επενδύσουν σε δίκτυα πολύ υψηλής χωρητικότητας. Για την επίτευξη προβλέψιμων επενδυτικών συνθηκών, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να ανταλλάσσουν πληροφορίες με επιχειρήσεις που εκφράζουν ενδιαφέρον για ανάπτυξη δικτύων πολύ υψηλής ταχύτητας σχετικά με το κατά πόσον υπάρχουν ή προβλέπονται για την εν λόγω περιοχή άλλοι τύποι αναβαθμίσεων δικτύων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με ταχύτητα καταφόρτωσης κάτω των 100 Mbps.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 15 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(62)Είναι σημαντικό οι εθνικές κανονιστικές ð και λοιπές αρμόδιες ï αρχές να διαβουλεύονται με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη επί των προτεινόμενων αποφάσεων, ð να τους παρέχουν επαρκές χρονικό διάστημα, ανάλογο με την περιπλοκότητα του ζητήματος, για να διαβιβάζουν τις παρατηρήσεις τους ï , και να λαμβάνουν υπόψη τους τις παρατηρήσεις τους πριν να λάβουν τελική απόφαση. Προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο δεν θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην ενιαία αγορά ή σε άλλους στόχους της συνθήκης, οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει επίσης να ανακοινώνουν ορισμένα σχέδια αποφάσεων στην Επιτροπή και στις άλλες εθνικές κανονιστικές αρχές προκειμένου να τους παρέχεται η ευκαιρία να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους. Είναι σκόπιμο οι εθνικές κανονιστικές αρχές να διαβουλεύονται με τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με όλα τα σχέδια μέτρων που μπορεί να έχουν αντίκτυπο στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Οι περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζονται οι διαδικασίες των άρθρων 6 Ö 24 Õ και 7 Ö 34 Õ , ορίζονται στην παρούσα οδηγία και στις ειδικές οδηγίες.
ê 2009/136/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 49 (προσαρμοσμένο)
(63)Για την υπερνίκηση των υφισταμένων αδυναμιών όσον αφορά τη διαβούλευση με τους καταναλωτές και τη δέουσα υπεράσπιση των συμφερόντων των πολιτών, τα κράτη μέλη πρέπει να καθιερώσουν κατάλληλο μηχανισμό διαβούλευσης. Ένας τέτοιος μηχανισμός θα μπορούσε να λάβει τη μορφή οργάνου το οποίο, ανεξάρτητα από την εθνική κανονιστική αρχή, καθώς και από τους παρόχους υπηρεσιών, θα διεξάγει έρευνα επί θεμάτων που αφορούν τους καταναλωτές, όπως η καταναλωτική συμπεριφορά και οι μηχανισμοί αλλαγής φορέα παροχής, και το οποίο θα λειτουργεί με διαφάνεια και θα συνεισφέρει στους υφιστάμενους μηχανισμούς διαβούλευσης με τους ενδιαφερόμενους. Πέραν τούτου, θα μπορούσε να καθιερωθεί ένας μηχανισμός με σκοπό να καταστήσει δυνατή την ενδεδειγμένη συνεργασία επί θεμάτων που σχετίζονται με την προαγωγή νόμιμου περιεχομένου. Οιεσδήποτε διαδικασίες συνεργασίας εγκρίνονται σύμφωνα με τον μηχανισμό αυτό δεν πρέπει πάντως να επιτρέπουν τη συστηματική παρακολούθηση χρήσης του Διαδικτύου.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 32 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(64)Στην περίπτωση διαφοράς μεταξύ επιχειρήσεων που εδρεύουν στο ίδιο κράτος μέλος επί αντικειμένου που καλύπτεται από την παρούσα οδηγία ή από τις ειδικές οδηγίες, παραδείγματος χάριν όσον αφορά τις υποχρεώσεις για την πρόσβαση και τη διασύνδεση ή τους τρόπους μεταφοράς καταλόγων συνδρομητών ð τελικών χρηστών ï, θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα στο θιγόμενο μέρος το οποίο συμμετείχε καλόπιστα στις διαπραγματεύσεις αλλά δεν μπόρεσε να καταλήξει σε συμφωνία, να απευθύνεται στην εθνική κανονιστική αρχή για την επίλυση της διαφοράς. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλλουν τη λύση στα μέρη. Η παρέμβαση μιας εθνικής κανονιστικής αρχής στην επίλυση διαφοράς μεταξύ επιχειρήσεων που παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ένα κράτος μέλος, θα πρέπει να επιδιώκει την εξασφάλιση της συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα οδηγία ή τις ειδικές οδηγίες.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 33 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(65)Εκτός από τα δικαιώματα προσφυγής που παρέχονται βάσει του εθνικού ή του κοινοτικού Ö ενωσιακού Õ δικαίου, υφίσταται η ανάγκη να ξεκινά μια απλή διαδικασία, κατόπιν αιτήματος ενός των μερών της διαφοράς, για την επίλυση διασυνοριακών διαφορών που δεν υπάγονται στην αρμοδιότητα μιας και μόνης εθνικής κανονιστικής αρχής ð μεταξύ επιχειρήσεων που παρέχουν ή διαθέτουν άδεια να παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε διαφορετικά κράτη μέλη ï.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 50
ð νέο
(66)Ένα σημαντικό καθήκον που έχει ανατεθεί στον BEREC είναι η κατά περίπτωση έκδοση γνώμης σε σχέση με διασυνοριακές διαφορές. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει επομένως ð να αποτυπώνουν τυχόν γνώμες του BEREC στα μέτρα τους για την επιβολή ï να λαμβάνουν υπόψη τους ενδεχόμενηες ð υποχρέωσης σε επιχείρηση ή για την επίλυση της διαφοράς με άλλον τρόπο ï γνώμες του BEREC σε ανάλογες περιπτώσεις.
ò νέο
(67)Η έλλειψη συντονισμού μεταξύ κρατών μελών κατά την οργάνωση της χρήσης ραδιοφάσματος στην επικράτειά τους μπορεί να προκαλέσει ζητήματα παρεμβολών μεγάλης κλίμακας με σοβαρό αντίκτυπο στην ανάπτυξη της ψηφιακής ενιαίας αγοράς. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή διασυνοριακών και επιβλαβών παρεμβολών και να συνεργάζονται μεταξύ τους για τον σκοπό αυτό. Κατόπιν αιτήματος ενός ή περισσότερων κρατών μελών ή της Επιτροπής, η ομάδα για την πολιτική ραδιοφάσματος θα πρέπει να επιφορτιστεί με την υποστήριξη του αναγκαίου διασυνοριακού συντονισμού. Με βάση τη λύση που προτείνεται από την ομάδα για την πολιτική ραδιοφάσματος, σε ορισμένες περιστάσεις ενδέχεται να απαιτείται εκτελεστικό μέτρο για την οριστική επίλυση ζητημάτων διασυνοριακών παρεμβολών ή για την επιβολή, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, συντονισμένης λύσης που συμφωνείται από δύο ή περισσότερα κράτη μέλη στο πλαίσιο διμερών διαπραγματεύσεων.
(68)Η ομάδα για την πολιτική ραδιοφάσματος (RSPG) αποτελεί συμβουλευτική ομάδα υψηλού επιπέδου της Επιτροπής, η οποία συστάθηκε με την απόφαση 2002/622/ΕΚ της Επιτροπής για να συμβάλει στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς και να στηρίξει τη χάραξη πολιτικής για το ραδιοφάσμα σε ενωσιακό επίπεδο, λαμβανομένων υπόψη των οικονομικών, πολιτικών, πολιτιστικών, στρατηγικών, κοινωνικών προβληματισμών και προβληματισμών για την υγεία, καθώς και τεχνικών παραμέτρων. Θα πρέπει να απαρτίζεται από τους επικεφαλής των φορέων που έχουν γενική πολιτική ευθύνη για τη στρατηγική πολιτική ραδιοφάσματος. Θα πρέπει να συμβουλεύει την Επιτροπή κατά την επεξεργασία στρατηγικών στόχων, προτεραιοτήτων και χαρτών πορείας για την πολιτική ραδιοφάσματος. Αυτό αναμένεται ότι θα αυξήσει περαιτέρω την προβολή της πολιτικής ραδιοφάσματος στους διάφορους τομείς πολιτικής της ΕΕ και θα βοηθήσει να εξασφαλιστεί διατομεακή συνοχή σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο. Θα πρέπει επίσης να παρέχει συμβουλές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, κατόπιν αιτήματός τους. Επιπλέον, η ομάδα για την πολιτική ραδιοφάσματος θα πρέπει να αποτελέσει επίσης το φόρουμ για τον συντονισμό της υλοποίησης από τα κράτη μέλη των υποχρεώσεών τους που αφορούν το ραδιοφάσμα δυνάμει της παρούσας οδηγίας και θα πρέπει να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο σε ουσιώδη πεδία για την εσωτερική αγορά, όπως είναι ο διασυνοριακός συντονισμός ή η τυποποίηση. Θα μπορούσαν επίσης να συσταθούν τεχνικές ομάδες εργασίας ή εμπειρογνωμόνων για να επικουρούν τις συνεδριάσεις της ολομέλειας, κατά τις οποίες η στρατηγική πολιτική διαμορφώνεται από υψηλού επιπέδου εκπροσώπους των κρατών μελών και της Επιτροπής.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 47 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(69)Σε ανταγωνιστικό περιβάλλον, οι απόψεις των ενδιαφερομένων μερών, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών και των καταναλωτών, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τις εθνικές κανονιστικές αρχές κατά την εξέταση θεμάτων συναφών με τα δικαιώματα των τελικών χρηστών. ð Οι διαδικασίες εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών είναι δυνατό να αποτελέσουν ταχύ και οικονομικά αποδοτικό τρόπο για την επιβολή των δικαιωμάτων των τελικών χρηστών, ιδίως για τους καταναλωτές και τις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις. ï Ö Για διαφορές μεταξύ καταναλωτών, Õ Θα πρέπει να θεσπιστούν αποτελεσματικές διαδικασίες ð , που δεν εισάγουν διακρίσεις και δεν είναι δαπανηρές, ï για την επίλυση των διαφορών Ö τους Õ μεταξύ των καταναλωτών, αφ' ενός, και, αφ' ετέρου, των επιχειρήσεων παροχής Ö με παρόχους Õ διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών Ö ηλεκτρονικών Õ επικοινωνιών ð διασφαλίζονται ήδη από την οδηγία 2013/11/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, εφόσον αφορούν σχετικές συμβατικές υποχρεώσεις και ο καταναλωτής είναι κάτοικος και η επιχείρηση είναι εγκατεστημένη εντός της Ένωσης ï . ð Δεδομένου ότι πολλά κράτη μέλη έχουν καθιερώσει διαδικασίες επίλυσης διαφορών και για τελικούς χρήστες εκτός από καταναλωτές, για τους οποίους δεν εφαρμόζεται η οδηγία 2013/11/ΕΕ, είναι εύλογο να διατηρηθεί η διαδικασία επίλυσης τομεακών διαφορών τόσο για καταναλωτές όσο και, εφόσον τα κράτη μέλη την επεκτείνουν, για άλλους τελικούς χρήστες, ιδίως τις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις. ï Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν πλήρως υπόψη τη σύσταση 98/257/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Μαρτίου 1998, σχετικά με τις αρχές που διέπουν τα αρμόδια όργανα για την εξώδικη επίλυση των διαφορών κατανάλωσης
. ð Λαμβανομένης υπόψη της ουσιαστικής τομεακής εμπειρογνωμοσύνης των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα στην εθνική ρυθμιστική αρχή να ενεργεί ως φορέας επίλυσης διαφορών, μέσω χωριστού οργάνου στο πλαίσιο της εν λόγω αρχής, το οποίο δεν θα λαμβάνει οποιεσδήποτε εντολές. Οι διαδικασίες επίλυσης διαφορών δυνάμει της παρούσας οδηγίας που αφορούν καταναλωτές θα πρέπει να υπόκεινται στις απαιτήσεις ποιότητας που καθορίζονται στο κεφάλαιο II της οδηγίας 2013/11/ΕΕ ï
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 72 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(70)Οι εθνικές ρυθμιστικές ð αρμόδιες ï αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να αναλαμβάνουν αποτελεσματική δράση για την παρακολουθούνύθηση και να διασφαλίζουνή τη συμμόρφωση με τους όρους και προϋποθέσεις της γενικής άδειας Ö και Õ ή των δικαιωμάτων χρήσης, ð και ιδίως να διασφαλίζουν την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος, καθώς και τη συμμόρφωση με υποχρεώσεις κάλυψης και ποιότητας υπηρεσιών, μέσω ï συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας επιβολής αποτελεσματικών οικονομικών ή διοικητικών κυρώσεων ð συμπεριλαμβανομένων ασφαλιστικών μέτρων και ανακλήσεων δικαιωμάτων χρήσης ï σε περίπτωση παραβίασης των εν λόγω όρων και προϋποθέσεων. ð Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να παρέχουν, κατά το δυνατό, τις πλέον ακριβείς και ολοκληρωμένες πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές για να τους παρέχουν τη δυνατότητα να εκπληρώνουν τα οικεία καθήκοντα εποπτείας. Για να αποφεύγεται η δημιουργία φραγμών εισόδου στην αγορά, ιδίως μέσω της αποθεματοποίησης που αντιβαίνει στον ανταγωνισμό, θα πρέπει να βελτιωθεί η επιβολή της τήρησης των όρων που συνοδεύουν δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος από τα κράτη μέλη και θα πρέπει να συμμετέχουν όλες οι αρμόδιες αρχές πέραν των εθνικών ρυθμιστικών αρχών. Οι όροι επιβολής θα πρέπει να περιλαμβάνουν την εφαρμογή της λύσης της απώλειας σε περίπτωση μη χρήσης για την αντιστάθμιση της μεγάλης διάρκειας των δικαιωμάτων. Για τον σκοπό αυτό, η εμπορία και χρονομίσθωση ραδιοφάσματος θα πρέπει να θεωρούνται ως τρόποι διασφάλισης της αποτελεσματικής χρήσης από τον αρχικό κάτοχο του δικαιώματος. Για λόγους ασφάλειας δικαίου σχετικά με την πιθανή έκθεση σε τυχόν κυρώσεις για τη μη χρήση ραδιοφάσματος, θα πρέπει να ορίζονται εκ των προτέρων τα όρια χρήσης, μεταξύ άλλων όσον αφορά τον χρόνο, την ποσότητα ή την ταυτότητα του ραδιοφάσματος. ï
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 15 (προσαρμοσμένο)
(71)Οι όροι που μπορούν να συνοδεύουν τις γενικές άδειες και τα ειδικά Ö μεμονωμένα Õ δικαιώματα χρήσης, θα πρέπει να περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με απαιτήσεις και υποχρεώσεις στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου και του εθνικού δικαίου σύμφωνα με το κοινοτικό Ö και του ενωσιακού Õ διίκαίιου.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 12 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(72)Κάθε μέρος που υπόκειται σε απόφαση εθνικής κανονιστικής ð αρμόδιας ï αρχής, θα πρέπει να έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον οργάνου, το οποίο θα είναι ανεξάρτητο από τα εμπλεκόμενα μέρη ð και από οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση ή πολιτική πίεση που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ανεξάρτητη αξιολόγησή του στα θέματα των οποίων επιλαμβάνεται ï. Το Ö εν λόγω Õ όργανο αυτό μπορεί να είναι δικαστήριο. Επιπλέον, κάθε επιχείρηση που θεωρεί ότι οι αιτήσεις της για παροχή δικαιώματος εγκατάστασης ευκολιών δεν έχουν διεκπεραιωθεί σύμφωνα με τις αρχές της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να προσφεύγει κατά των αποφάσεων αυτών. Η εν λόγω διαδικασία προσφυγής δεν Ö θα πρέπει να Õ θίγει τον καταμερισμό των αρμοδιοτήτων εντός των εθνικών δικαστικών συστημάτων και τα δικαιώματα νομικών οντοτήτων ή φυσικών προσώπων βάσει του εθνικού δικαίου. ð Σε κάθε περίπτωση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν αποτελεσματικό έλεγχο νομιμότητας έναντι τέτοιων αποφάσεων. ï
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 14
ð νέο
(73)Προκειμένου να εξασφαλισθεί ασφάλεια δικαίου για τους συντελεστές της αγοράς, τα όργανα προσφυγής θα πρέπει να εκτελούν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους· οι διαδικασίες προσφυγής θα πρέπει ιδίως να μην έχουν υπερβολικά μεγάλη διάρκεια. Προσωρινά μέτρα με τα οποία αναστέλλονται τα αποτελέσματα της απόφασης εθνικής ρυθμιστικής ð αρμόδιας ï αρχής θα πρέπει να λαμβάνονται μόνον όταν συντρέχει επείγουσα ανάγκη για την αποτροπή σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης του μέρους που αιτείται τη λήψη των εν λόγω μέτρων και εφόσον τούτο απαιτείται από τη στάθμιση των συμφερόντων.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 15 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(74)Παρατηρήθηκε μεγάλη ποικιλία στον τρόπο με τον οποίο όργανα προσφυγής εφήρμοσαν προσωρινά μέτρα για να αναστείλουν αποφάσεις των εθνικών ρυθμιστικών αρχών. Για επίτευξη μεγαλύτερης συνέπειας στην προσέγγιση θα πρέπει να ισχύσει κοινό πρότυπο σύμφωνα με την κοινοτική Ö ενωσιακή Õ νομολογία. Τα όργανα προσφυγής θα πρέπει επίσης να δικαιούνται να ζητούν τις διαθέσιμες πληροφορίες που έχει δημοσιεύσει ο BEREC. Δεδομένης της σημασίας των προσφυγών για τη συνολική λειτουργία του κανονιστικού πλαισίου, θα πρέπει να συγκροτηθεί μηχανισμός για τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με τις προσφυγές και τις αποφάσεις αναστολής που λαμβάνουν οι ρυθμιστικές ð αρμόδιες ï αρχές σε όλα τα κράτη μέλη καθώς και για την υποβολή σχετικών εκθέσεων στην Επιτροπή ð και τον BEREC ï . ð Ο εν λόγω μηχανισμός θα πρέπει να διασφαλίζει ότι η Επιτροπή ή ο BEREC μπορούν να ανακτούν από τα κράτη μέλη το κείμενο των αποφάσεων με σκοπό την ανάπτυξη βάσης δεδομένων. ï
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 15 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(75)Η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί, αφούύστερα από διαβούλευση με την επιτροπή επικοινωνιών ð λάβει ιδιαιτέρως υπόψη τη γνώμη του BEREC ï , να ζητεί από μια εθνική κανονιστική αρχή να αποσύρει σχέδιο μέτρου όταν αφορά τον καθορισμό σημαντικών αγορών ή τον ορισμό ή μη επιχειρήσεων με σημαντική ισχύ στην αγορά, και, όταν τέτοιες αποφάσεις μπορούν να δημιουργήσουν φραγμό στην ενιαία αγορά ή να είναι ασύμβατες με το κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ δίκαιο, ιδίως με τους στόχους πολιτικής που θα πρέπει να ακολουθούν οι εθνικές κανονιστικές αρχές. Η διαδικασία αυτή δεν θίγει τη διαδικασία κοινοποίησης που προβλέπεται στην οδηγία 98/34/ΕΟΚ2015/1535/ΕΕ και την εξουσία της Επιτροπής δυνάμει της συνθήκης όσον αφορά τις παραβάσεις του κοινοτικού Ö ενωσιακού Õ δικαίου.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 17 (προσαρμοσμένο)
(76)Η εθνική διαβούλευση την οποία προβλέπει το άρθρο Ö 24 Õ της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο) θα πρέπει να διεξάγεται πριν από την κοινοτική Ö ενωσιακή Õ διαβούλευση που προβλέπεται στα άρθρα 7 Ö 34 Õ και 7α Ö 35 Õ της εν λόγω Ö παρούσας Õ οδηγίας, ώστε να είναι δυνατόν να εκφρασθούν οι απόψεις των ενδιαφερόμενων μερών στην κοινοτική Ö ενωσιακή Õ διαβούλευση. Έτσι θα αποφευχθεί η ανάγκη δεύτερης κοινοτικής Ö ενωσιακής Õ διαβούλευσης σε περίπτωση αλλαγών σε σχεδιαζόμενο μέτρο συνεπεία της εθνικής διαβουλεύσεως.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 20 (προσαρμοσμένο)
(77)Είναι σημαντική η έγκαιρη εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου. Όταν η Επιτροπή έχει λάβει απόφαση με την οποία απαιτεί από εθνική ρυθμιστική αρχή να αποσύρει σχεδιαζόμενο μέτρο, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να υποβάλουν αναθεωρημένο μέτρο στην Επιτροπή. Ορίζεται προθεσμία για την κοινοποίηση του αναθεωρημένου μέτρου στην Επιτροπή, βάσει του άρθρου Ö 34 Õ 7 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο), ώστε οι συντελεστές της αγοράς να μπορούν να γνωρίζουν τη διάρκεια της ανασκόπησης της αγοράς και να αυξηθεί η ασφάλεια δικαίου.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 19 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(78)Ο κοινοτικός Ö ενωσιακός Õ μηχανισμός που παρέχει στην Επιτροπή το δικαίωμα να απαιτεί από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να αποσύρουν σχεδιαζόμενα μέτρα όσον αφορά τον καθορισμό της αγοράς και των φορέων εκμετάλλευσης που διαθέτουν σημαντική ισχύ στην αγορά έχει συμβάλει σημαντικά στην επίτευξη συνεκτικής προσέγγισης όσον αφορά τον προσδιορισμό των συνθηκών υπό τις οποίες είναι δυνατόν να υπάρξει εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση και εκείνων υπό τις οποίες οι φορείς εκμετάλλευσης υπάγονται σε τέτοια ρύθμιση. Από την παρακολούθηση της αγοράς από την Επιτροπή και, ιδίως, Ααπό την εμπειρία της διαδικασίας Ö των διαδικασιών Õ του άρθρου 7 Ö και του άρθρου 7α Õ της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο) προκύπτει ότι ανακολουθίες στην εφαρμογή επανορθωτικών μέτρων από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, ακόμη και υπό παρόμοιες συνθήκες αγοράς, θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την εσωτερική αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Κατά συνέπεια η Επιτροπή ð και ο BEREC ï μπορεί ð θα πρέπει ï να συμβάλλουνει ð, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, ï στην εξασφάλιση υψηλότερου επιπέδου συνοχής κατά την εφαρμογή των επανορθωτικών μέτρων εκδίδοντας γνώμες για Ö σχετικά με Õ τα σχέδια μέτρων που προτείνουν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές. ð Επιπλέον, όταν ο BEREC συμμερίζεται τους προβληματισμούς της Επιτροπής, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να απαιτεί από εθνική ρυθμιστική αρχή την απόσυρση σχεδίου μέτρου. ï Η Επιτροπή, προκειμένου να επωφεληθεί από την πείρα των εθνικών ρυθμιστικών αρχών στην ανάλυση της αγοράς, θα πρέπει να διαβουλεύεται με τον BEREC προτού λάβει την απόφασή της και/ή διατυπώσει τη γνώμη της.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 21 (προσαρμοσμένο)
(79)Λόγω των στενών χρονικών ορίων του κοινοτικού Ö ενωσιακού Õ μηχανισμού διαβούλευσης, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εξουσίες για έκδοση συστάσεων ή/και κατευθυντήριων γραμμών που να αποβλέπουν σε απλούστευση των διαδικασιών ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών ρυθμιστικών αρχών – π.χ. σε περιπτώσεις σταθερών αγορών ή ελασσόνων αλλαγών σε προηγουμένως κοινοποιημένα μέτρα. Θα πρέπει ιδίως να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να επιτρέπει την εξαίρεση από την υποχρέωση κοινοποίησης για την εξομάλυνση των διαδικασιών σε ορισμένες περιπτώσεις.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 37 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(80)Οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να κληθούν να συνεργάζονται μεταξύ τους ð , με τον BEREC ï και με την Επιτροπή, κατά διαφανή τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται η συνεπής εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών σε όλα τα κράτη μέλη. Αυτή η συνεργασία θα μπορούσε να πραγματοποιείται, μεταξύ άλλων, στο πλαίσιο της επιτροπής επικοινωνιών ή μιας ομάδας που θα αποτελείται από ευρωπαίους ρυθμιστές. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να αποφασίζουν ποιοι οργανισμοί αποτελούν εθνικές κανονιστικές αρχές για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 18
(81)Η διακριτική ευχέρεια των εθνικών ρυθμιστικών αρχών θα πρέπει να συμβιβασθεί με την ανάπτυξη συνεκτικής κανονιστικής πρακτικής και με τη συνεπή εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου ώστε να υπάρξει αποτελεσματική συμβολή στην ανάπτυξη και ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει επομένως να υποστηρίζουν τις δραστηριότητες εσωτερικής αγοράς της Επιτροπής και τις αντίστοιχες του BEREC.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 38
(82)Μέτρα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών είναι τα μέτρα που ενδέχεται να επηρεάζουν, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, τη μορφή του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών κατά τρόπο που θα μπορούσε να δημιουργήσει φραγμό στην ενιαία αγορά. Αυτά περιλαμβάνουν μέτρα που έχουν σημαντικό αντίκτυπο σε φορείς παροχής ή χρήστες σε άλλα κράτη μέλη και συμπεριλαμβάνουν, μεταξύ άλλων: μέτρα που επηρεάζουν τις τιμές για τους χρήστες σε άλλα κράτη μέλη. Μέτρα που επηρεάζουν την ικανότητα μιας επιχείρησης που είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος να παρέχει υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ιδίως μέτρα που επηρεάζουν την ικανότητα παροχής υπηρεσιών σε διακρατική βάση και μέτρα που επηρεάζουν τη δομή της αγοράς ή την πρόσβαση στην αγορά, δημιουργώντας επιπτώσεις για τις επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 6 (προσαρμοσμένο)
(83)Κατά τις αξιολογήσεις της εφαρμογής της Ö παρούσας Õ οδηγίας-πλαίσιο και των εξειδικευμένων οδηγιών, η Επιτροπή αναλαμβάνει να διαπιστώσει κατά πόσον, αναλόγως των εξελίξεων της αγοράς και σε συνάρτηση με τον ανταγωνισμό και την προστασία των καταναλωτών, εξακολουθεί να υφίσταται η ανάγκη για τις διατάξεις που αφορούν ειδική κατά τομέα προληπτική ρύθμιση, όπως ορίζονται στα άρθρα 8 έως 13α των οδηγιών 2002/19/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση) και στο άρθρο 17 της οδηγίας 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία), ή αν χρειάζεται τροποποίηση ή κατάργηση των εν λόγω διατάξεων.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 40
Τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή
.
ò νέο
(84)Βάσει της συνολικής τους οικονομικής εμπειρογνωμοσύνης και γνώσης της αγοράς, και του αντικειμενικού και τεχνικού χαρακτήρα των αξιολογήσεών τους, και προκειμένου να διασφαλίζεται η συνοχή με τα λοιπά τους καθήκοντα ρύθμισης της αγοράς, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να προσδιορίζουν τα στοιχεία των διαδικασιών επιλογής και τους όρους οι οποίοι συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος που έχουν τον μεγαλύτερο αντίκτυπο στις συνθήκες της αγοράς και την κατάσταση του ανταγωνισμού, συμπεριλαμβανομένων των όρων εισόδου και επέκτασης. Αυτό περιλαμβάνει, για παράδειγμα, τις παραμέτρους οικονομικής αποτίμησης του ραδιοφάσματος σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, την εξειδίκευση των ρυθμιστικών μέτρων και των μέτρων διαμόρφωσης της αγοράς όπως η χρήση ανώτατων ορίων ραδιοφάσματος ή η δέσμευση ραδιοφάσματος ή η επιβολή υποχρεώσεων χονδρικής πρόσβασης, ή τα μέσα προσδιορισμού των όρων κάλυψης που συνοδεύουν δικαιώματα χρήσης. Στην πιο συγκλίνουσα χρήση και στον ορισμό των στοιχείων αυτών θα μπορούσε να συμβάλει ένας μηχανισμός συντονισμού με τον οποίο ο BEREC, η Επιτροπή και οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές των άλλων κρατών μελών θα επανεξέταζαν σχέδια μέτρων πριν από τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης από συγκεκριμένο κράτος μέλος παράλληλα προς την εθνική δημόσια διαβούλευση. Το μέτρο που προσδιορίζεται από την εθνική ρυθμιστική αρχή μπορεί να αποτελεί μόνο υποσύνολο ευρύτερου εθνικού μέτρου, το οποίο μπορεί γενικότερα να συνίσταται στη χορήγηση, εμπορία και χρονομίσθωση, διάρκεια, ανανέωση ή την τροποποίηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, καθώς και στη διαδικασία επιλογής ή τους όρους που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης. Ως εκ τούτου, κατά την κοινοποίηση σχεδίου μέτρου, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με άλλα σχέδια εθνικών μέτρων που συνδέονται με τη σχετική διαδικασία επιλογής για τον περιορισμό των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος τα οποία δεν καλύπτονται από τον μηχανισμό αξιολόγησης από ομοτίμους.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 24
(85)Όταν η εναρμονισμένη παραχώρηση ραδιοσυχνοτήτων σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις έχει συμφωνηθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν αυστηρά τις εν λόγω συμφωνίες, όταν παραχωρούν δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων από το εθνικό πρόγραμμα χρήσης συχνοτήτων.
(86)Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρύνονται να εξετάζουν το ενδεχόμενο κοινών αδειοδοτήσεων κατά τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης όταν η αναμενόμενη χρήση καλύπτει διασυνοριακές καταστάσεις.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 58
(87)Οιαδήποτε απόφαση της Επιτροπής βάσει του άρθρου 4019 παράγραφος 1 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο) οφείλει να περιοριστεί σε κανονιστικές αρχές, προσεγγίσεις και μεθοδολογίες. Για να μην υπάρχουν αμφιβολίες, καλό είναι να μην περιλαμβάνει λεπτομερείς διατάξεις που υπό φυσιολογικές συνθήκες αντανακλούν τις συγκεκριμένες συνθήκες του κάθε κράτους και να μην απαγορεύει εναλλακτικές προσεγγίσεις από τις οποίες μπορούν ευλόγως να προσδοκώνται παρόμοια αποτελέσματα. Μια τέτοια απόφαση θα πρέπει να είναι αναλογική και να μην έχει επιπτώσεις στις αποφάσεις των εθνικών ρυθμιστικών αρχών που δεν αποτελούν φραγμό στην εσωτερική αγορά.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 29 (προσαρμοσμένο)
(88)Η Κοινότητα Ö Ένωση Õ και τα κράτη μέλη έχουν αναλάβει δεσμεύσεις όσον αφορά τα πρότυπα και το κανονιστικό πλαίσιο των δικτύων και υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών, στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 30 (προσαρμοσμένο)
(89)Η τυποποίηση θα πρέπει να παραμείνει πρωτίστως διαδικασία καθοδηγούμενη από την αγορά. Παρόλα αυτά, πιθανώς να υπάρχουν ακόμη περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι σκόπιμο να απαιτείται η συμμόρφωση με συγκεκριμένα πρότυπα σε κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ επίπεδο, ώστε να εξασφαλίζεται η διαλειτουργικότητα στην ενιαία αγορά. Σε εθνικό επίπεδο, τα κράτη μέλη υπόκεινται στις διατάξεις της οδηγίας 98/34/ΕΚ2015/1535/ΕΕ. Η οδηγία 95/47/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, σχετικά με τη χρήση προτύπων για την μετάδοση τηλεοπτικού σήματος
, δεν προσδιόρισε κάποιο συγκεκριμένο σύστημα ή απαίτηση υπηρεσίας μετάδοσης ψηφιακής τηλεόρασης. Μέσω του Digital Video Broadcasting Group, οι ευρωπαίοι συντελεστές της αγοράς έχουν αναπτύξει μια ομάδα συστημάτων τηλεοπτικής μετάδοσης (Ομάδα DVB), τα οποία έχουν τυποποιηθεί από το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τηλεπικοινωνιακών Προτύπων (ETSI) και αποτελούν συστάσεις της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών. Οιαδήποτε απόφαση να καταστεί υποχρεωτική η εφαρμογή αυτών των προτύπων, θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα ευρείας δημόσιας διαβούλευσης. Οι διαδικασίες τυποποίησης στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας ισχύουν με την επιφύλαξη των διατάξεων της οδηγίας 1999/5/ΕΚ, της οδηγίας 73/23/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Φεβρουαρίου 1973, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στο ηλεκτρολογικό υλικό που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί εντός ορισμένων ορίων τάσεως
και της οδηγίας 89/336/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαΐου 1989, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα
της οδηγίας 2014/53/ΕΕ για τον ραδιοεξοπλισμό, της οδηγίας 2014/35/ΕΕ για τη χαμηλή τάση και της οδηγίας 2014/30/ΕΕ για την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 31
Θα πρέπει να ενθαρρύνεται η διαλειτουργικότητα των αμφίδρομων ψηφιακών τηλεοπτικών υπηρεσιών και του προηγμένου ψηφιακού τηλεοπτικού εξοπλισμού, σε επίπεδο καταναλωτών, προκειμένου να διασφαλίζονται η ελεύθερη ροή πληροφοριών, ο πλουραλισμός των μέσων και η πολιτιστική ποικιλότητα. Είναι ευκταίο να μπορούν οι καταναλωτές να λαμβάνουν, ανεξαρτήτως τρόπου εκπομπής, όλες τις αμφίδρομες υπηρεσίες ψηφιακής τηλεόρασης λαμβάνοντας υπόψη την τεχνολογική ουδετερότητα, τη μελλοντική τεχνολογική πρόοδο, την ανάγκη προώθησης της ψηφιακής τηλεόρασης καθώς και την κατάσταση ανταγωνισμού στις αγορές υπηρεσιών ψηφιακής τηλεόρασης. Οι φορείς που παρέχουν ψηφιακές πλατφόρμες αμφίδρομης τηλεόρασης θα πρέπει να παροτρύνονται να εφαρμόζουν μια ανοικτή Διασύνδεση Προγράμματος Εφαρμογής (ΑΡΙ) που να συμμορφώνεται με τα πρότυπα ή προδιαγραφές που έχουν θεσπιστεί από αναγνωρισμένο ευρωπαϊκό οργανισμό τυποποίησης. Η μετάβαση από τις υπάρχουσες ΑΡΙ στις νέες κοινές ΑΡΙ θα πρέπει να ενθαρρύνεται και οργανώνεται π.χ. μέσω μνημονίων κατανόησης μεταξύ όλων των σημαντικών παραγόντων της αγοράς. Οι ανοικτές ΑΡΙ θα διευκολύνουν τη διαλειτουργικότητα π.χ. τη φορητότητα του αμφίδρομου περιεχομένου μεταξύ των διαφόρων μηχανισμών διάθεσης, και την πλήρη λειτουργικότητα του περιεχομένου αυτού στον προηγμένο ψηφιακό αμφίδρομο τηλεοπτικό εξοπλισμό. Ωστόσο, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη να μην παρεμποδίζεται η λειτουργία του εξοπλισμού λήψεως και να προστατεύεται από δόλιες ενέργειες, π.χ. από ιούς.
ò νέο
(90)Θα πρέπει να απαιτείται από τους παρόχους δημόσιων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ή και των δύο, να λαμβάνουν μέτρα για την κατοχύρωση της ασφάλειας των δικτύων και των υπηρεσιών τους, αντίστοιχα. Λαμβανομένων υπόψη των πλέον προηγμένων τεχνικών δυνατοτήτων, τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να διασφαλίζουν επίπεδο ασφάλειας των δικτύων και υπηρεσιών ανάλογο προς τους εκάστοτε κινδύνους. Για τα μέτρα ασφαλείας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, κατ’ ελάχιστον, όλες οι σημαντικές πτυχές των ακόλουθων στοιχείων: όσον αφορά την ασφάλεια δικτύων και εγκαταστάσεων: υλική και περιβαλλοντική ασφάλεια, ασφάλεια του εφοδιασμού, έλεγχος πρόσβασης σε δίκτυα και ακεραιότητα δικτύων· όσον αφορά τη διαχείριση συμβάντων: διαδικασίες χειρισμού συμβάντων, ικανότητα ανίχνευσης συμβάντων, αναφορά και κοινοποίηση συμβάντων· όσον αφορά τη διαχείριση της συνέχισης των δραστηριοτήτων: στρατηγική για τη συνέχιση των υπηρεσιών και σχέδια έκτακτων καταστάσεων, ικανότητες αποκατάστασης σε περίπτωση καταστροφής· και όσον αφορά την παρακολούθηση, τον λογιστικό έλεγχο και τις δοκιμές: πολιτικές παρακολούθησης και καταγραφής, σχέδια άσκησης για την αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων, δοκιμές δικτύων και υπηρεσιών, εκτιμήσεις ασφάλειας και παρακολούθηση της συμμόρφωσης· και συμμόρφωση με τα διεθνή πρότυπα.
(91)Δεδομένης της αυξανόμενης σημασίας των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, είναι αναγκαίο να εξασφαλίζεται ότι και αυτές επίσης θα υπόκεινται σε κατάλληλες απαιτήσεις ασφάλειας σύμφωνα με τον συγκεκριμένο τους χαρακτήρα και την οικονομική τους σημασία. Με τον τρόπο αυτό, οι πάροχοι των εν λόγω υπηρεσιών θα πρέπει να κατοχυρώνουν επίπεδο ασφάλειας ανάλογο με τον βαθμό του κινδύνου για την ασφάλεια των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών τις οποίες παρέχουν. Δεδομένου ότι οι πάροχοι υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών κατά κανόνα δεν ασκούν πραγματικό έλεγχο επί της μετάδοσης σημάτων μέσω δικτύων, ο βαθμός κινδύνου για τις εν λόγω υπηρεσίες μπορεί να θεωρηθεί, από ορισμένες απόψεις, χαμηλότερος από ό,τι για τις παραδοσιακές υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ως εκ τούτου, όποτε αυτό δικαιολογείται από την πραγματική αξιολόγηση των σχετικών κινδύνων ασφαλείας, οι απαιτήσεις ασφάλειας για υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών θα πρέπει να είναι λιγότερο αυστηρές. Στο πλαίσιο αυτό, οι πάροχοι θα πρέπει να είναι σε θέση να αποφασίζουν σχετικά με τα μέτρα που θεωρούν κατάλληλα για τη διαχείριση των κινδύνων που παρουσιάζονται για την ασφάλεια των υπηρεσιών τους. Η ίδια προσέγγιση θα πρέπει να εφαρμόζεται, κατ’ αναλογία, σε υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών που χρησιμοποιούν αριθμούς και δεν ασκούν πραγματικό έλεγχο επί της μετάδοσης σημάτων.
(92)Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να εξασφαλίζουν τη διατήρηση της ακεραιότητας και της διαθεσιμότητας των δημόσιων επικοινωνιακών δικτύων. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών («ENISA») θα πρέπει να συμβάλλει στην επίτευξη βελτιωμένου επιπέδου ασφάλειας ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μεταξύ άλλων παρέχοντας εμπειρογνωμοσύνη και συμβουλές και προάγοντας την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, συμπεριλαμβανομένων των εξουσιών να ζητούν τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε να αξιολογούν το επίπεδο ασφάλειας δικτύων ή υπηρεσιών. Θα πρέπει, επίσης, να έχουν την εξουσία να ζητούν ολοκληρωμένα και αξιόπιστα δεδομένα σχετικά με πραγματικά συμβάντα ασφάλειας που είχαν σημαντικό αντίκτυπο στη λειτουργία δικτύων ή υπηρεσιών. Θα πρέπει, όταν απαιτείται, να επικουρούνται από ομάδες παρέμβασης για συμβάντα που αφορούν την ασφάλεια των υπολογιστών («CSIRT»), οι οποίες συστήνονται δυνάμει του άρθρου 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/1148/ΕΕ. Ειδικότερα, είναι δυνατό να απαιτείται από τις CSIRT να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές πληροφορίες σχετικά με κινδύνους και συμβάντα που επηρεάζουν τα δημόσια δίκτυα επικοινωνιών και τις διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και να προτείνουν τρόπους για την αντιμετώπισή τους.
(93)Σε περίπτωση που η παροχή ηλεκτρονικών επικοινωνιών στηρίζεται σε δημόσιους πόρους των οποίων η χρήση υπόκειται σε ειδική άδεια, τα κράτη μέλη δύνανται να παρέχουν στην αρχή που είναι αρμόδια για την έκδοση της εν λόγω άδειας το δικαίωμα επιβολής τελών για τη διασφάλιση της βέλτιστης χρήσης των εν λόγω πόρων, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν επιβαρύνσεις ή τέλη σχετικά με την παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών πέραν εκείνων που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ακολουθούν συνεκτική προσέγγιση κατά τη θέσπιση των εν λόγω επιβαρύνσεων ή τελών, προκειμένου να μην προβλέπεται αδικαιολόγητο οικονομικό βάρος που συνδέεται με τη διαδικασία χορήγησης γενικής άδειας ή τα δικαιώματα χρήσης για επιχειρήσεις που παρέχουν δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 32
ð νέο
(94)ð Για να εξασφαλίζεται η βέλτιστη χρήση των πόρων, τα τέλη θα πρέπει να αντανακλούν την οικονομική και τεχνολογική κατάσταση της σχετικής αγοράς, καθώς και κάθε άλλο σημαντικό παράγοντα που καθορίζει την αξία τους. Ταυτόχρονα, τα τέλη θα πρέπει να καθορίζονται με τρόπο που να προωθεί την καινοτομία στην παροχή δικτύων και υπηρεσιών, καθώς και τον ανταγωνισμό στην αγορά. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν, ώστε τα τέλη για δικαιώματα χρήσης να καθορίζονται βάσει μηχανισμού που προβλέπει κατάλληλες διασφαλίσεις έναντι αποτελεσμάτων κατά τα οποία η αξία των τελών διαστρεβλώνεται ως συνέπεια πολιτικών μεγιστοποίησης των εσόδων, αντιανταγωνιστικής υποβολής προσφορών ή αντίστοιχης συμπεριφοράς. ï Εκτός από τις διοικητικές επιβαρύνσεις, είναι δυνατόν να επιβάλλονται τέλη χρήσης για χρήση ραδιοσυχνοτήτων και αριθμών, ως μέσο για τη διασφάλιση της βέλτιστης χρήσης των εν λόγω πόρων. Τα εν λόγω τέλη δεν θα πρέπει να παρεμποδίζουν την ανάπτυξη καινοτόμων υπηρεσιών και ανταγωνισμού στην αγορά. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του σκοπού για τον οποίον χρησιμοποιούνται τα τέλη για δικαιώματα χρήσης ð και τα δικαιώματα δημιουργίας εγκαταστάσεων ï. Τα τέλη αυτά μπορούν, π.χ., να χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων των εθνικών κανονιστικών αρχών ð και αρμόδιων αρχών ï , οι οποίες δεν μπορούν να καλύπτονται από διοικητικές επιβαρύνσεις. Στις περιπτώσεις που, μέσω διαδικασιών ανταγωνιστικής ή συγκριτικής επιλογής, τα τέλη για τη χρήση ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος ï συνίστανται, εν όλω ή εν μέρει, σε κατ' αποκοπήν ποσό, οι ρυθμίσεις πληρωμής θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι η επιβολή των τελών αυτών δεν οδηγεί, στην πράξη, σε επιλογή βασιζόμενη σε κριτήρια άσχετα με τον στόχο της εξασφάλισης της βέλτιστης χρήσης τουων ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος ï . Η Επιτροπή μπορεί να δημοσιεύει, σε τακτική βάση, συγκριτικές μελέτες ð και άλλα έγγραφα καθοδήγησης, κατά περίπτωση, ï σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές της παραχώρησης ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος ï, αριθμοδότησης ή χορήγησης δικαιωμάτων διέλευσης.
ò νέο
(95)Σύμφωνα με τον ρόλο τους για την εξασφάλιση βέλτιστης χρήσης του ραδιοφάσματος, τα τέλη που συνδέονται με τα δικαιώματα χρήσης του ραδιοφάσματος μπορούν να επηρεάσουν τις αποφάσεις για το αν θα επιδιωχθούν τέτοια δικαιώματα και αν θα τεθούν σε χρήση πόροι ραδιοφάσματος. Κατά τον καθορισμό των τιμών πρώτης προσφοράς ως μέσου για τον προσδιορισμό της ελάχιστης αποτίμησης που εξασφαλίζει τη βέλτιστη χρήση, τα κράτη μέλη θα πρέπει, επομένως, να διασφαλίζουν ότι οι τιμές αυτές, ανεξάρτητα από το είδος της εφαρμοζόμενης διαδικασίας επιλογής, αντανακλούν επίσης το πρόσθετο κόστος που συνδέεται με την εκπλήρωση των όρων αδειοδότησης που επιβάλλονται για περαιτέρω πολιτικούς στόχους, οι οποίοι δεν θα αναμενόταν ευλόγως να επιτευχθούν σύμφωνα με τα συνήθη εμπορικά πρότυπα, όπως οι όροι εδαφικής κάλυψης. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση του ανταγωνισμού στη σχετική αγορά.
(96)Η βέλτιστη χρήση των πόρων ραδιοφάσματος εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα κατάλληλων δικτύων και συναφών εγκαταστάσεων. Εν προκειμένω, όσον αφορά τα τέλη για δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος και για δικαιώματα δημιουργίας εγκαταστάσεων θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη να διευκολύνεται η διαρκής ανάπτυξη των υποδομών με σκοπό να επιτυγχάνεται η πλέον αποδοτική χρήση των πόρων. Επομένως, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέπουν λεπτομέρειες πληρωμής των τελών για δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος που συνδέονται με την πραγματική διαθεσιμότητα των πόρων, κατά τρόπο που να διευκολύνει τις αναγκαίες επενδύσεις για την προώθηση αυτής της ανάπτυξης. Οι λεπτομέρειες θα πρέπει να καθορίζονται με αντικειμενικό, διαφανή και αναλογικό τρόπο που δεν εισάγει διακρίσεις, πριν από την έναρξη των διαδικασιών για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 22
(97)Θα πρέπει να διασφαλισθεί ότι υπάρχουν διαδικασίες για την παροχή δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών, οι οποίες είναι έγκαιρες, αμερόληπτες και διαφανείς ώστε να εγγυώνται όρους θεμιτού και αποτελεσματικού ανταγωνισμού. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις εθνικές διατάξεις που διέπουν την απαλλοτρίωση ή τη χρήση ακινήτων, τη συνήθη άσκηση των δικαιωμάτων κυριότητας, τη συνήθη χρήση της δημόσιας περιουσίας, ή την αρχή της ουδετερότητας όσον αφορά τους ισχύοντες στα κράτη μέλη κανόνες, οι οποίοι διέπουν το καθεστώς κυριότητας.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 42
(98)Οι εκδιδόμενες άδειες για επιχειρήσεις που παρέχουν δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών επιτρέποντάς τους να αποκτήσουν πρόσβαση σε δημόσια ή ιδιωτική ιδιοκτησία αποτελούν βασικούς παράγοντες για την καθιέρωση δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή για νέα στοιχεία δικτύων. Περιττές περιπλοκές και καθυστερήσεις στις διαδικασίες χορήγησης δικαιωμάτων διέλευσης ενδέχεται επομένως να αποτελούν σημαντικά εμπόδια στην ανάπτυξη του ανταγωνισμού. Κατά συνέπεια, η απόκτηση δικαιωμάτων διέλευσης από εξουσιοδοτημένες επιχειρήσεις θα πρέπει να απλουστευθεί. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να συντονίζουν την απόκτηση δικαιωμάτων διέλευσης, παρέχοντας σχετικές πληροφορίες στους δικτυακούς τόπους τους.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 43 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(99)Είναι απαραίτητο να ενισχυθούν οι εξουσίες των κρατών μελών όσον αφορά κατόχους δικαιωμάτων διέλευσης ώστε να εξασφαλισθεί η είσοδος ή εγκατάσταση νέου δικτύου κατά δίκαιο, αποτελεσματικό και περιβαλλοντικά υπεύθυνο τρόπο και ανεξάρτητα από κάθε υποχρέωση φορέα εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά να παραχωρεί πρόσβαση στο δικό του δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ο βελτιωμένος μερισμός ευκολιών μπορεί να βελτιώσει σημαντικά τον ανταγωνισμό και να μειώσει το συνολικό χρηματοοικονομικό και περιβαλλοντικό κόστος ανάπτυξης και εγκατάστασης υποδομής ηλεκτρονικών επικοινωνιών για τις επιχειρήσεις, ιδίως δε νέων δικτύων πρόσβασης ð , καθώς και να εξυπηρετήσει τη δημόσια υγεία, τη δημόσια ασφάλεια και να εκπληρώσει πολεοδομικούς και χωροταξικούς στόχους ï . Οι εθνικές ρυθμιστικές ð αρμόδιες ï αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να απαιτούν από τους κατόχους Ö επιχειρήσεις που έχουν επωφεληθεί από Õ των δικαιώματαωμάτων εγκατάστασης ευκολιών επί δημόσιου ή ιδιωτικού ακινήτου, επάνω ή κάτω από αυτό, το μερισμό των εν λόγω ευκολιών ή των ακινήτων (περιλαμβανομένης της φυσικής συνεγκατάστασης), ώστε να ενθαρρυνθούν οι αποτελεσματικές επενδύσεις ως προς την υποδομή και η προαγωγή της καινοτομίας, έπειτα από κατάλληλη περίοδο δημόσιας διαβούλευσης, κατά τη διάρκεια της οποίας όλοι οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να έχουν την ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους ð , στους συγκεκριμένους τομείς όπου τέτοιου είδους λόγοι γενικού συμφέροντος επιβάλλουν αυτόν τον μερισμό. Για παράδειγμα, αυτό μπορεί να συμβαίνει σε περίπτωση υψηλής συμφόρησης του υπεδάφους ή όταν υπάρχει ανάγκη υπέρβασης φυσικού εμποδίου. ï Αυτές οι ρυθμίσεις μερισμού ή συντονισμού ενδέχεται να περιλαμβάνουν κανόνες για την κατανομή των δαπανών του μερισμού ευκολιών ή ακινήτου και θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι παρέχεται κατάλληλη ανταμοιβή για τον κίνδυνο μεταξύ των σχετικών επιχειρήσεων. Οι εθνικές ρυθμιστικές ð αρμόδιες ï αρχές θα πρέπει ιδίως να είναι σε θέση να επιβάλουν μερισμό στοιχείων δικτύων και συναφών ευκολιών π.χ. αγωγών, σωληνώσεων, ιστών, φρεατίων, κυτίων σύνδεσης, κεραιών, πύργων και άλλων φερουσών κατασκευών, κτηρίων ή εισόδων κτηρίων και καλύτερο συντονισμό τεχνικών έργων ð για περιβαλλοντικούς λόγους ή άλλους λόγους δημόσιας πολιτικής. Αντιθέτως, θα πρέπει να εναπόκειται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές ο καθορισμός των κανόνων για την κατανομή του κόστους του μερισμού ευκολιών ή ακινήτου, ώστε να εξασφαλίζεται ότι παρέχεται κατάλληλη ανταμοιβή για τον κίνδυνο μεταξύ των σχετικών επιχειρήσεων ï. Ö Λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από την οδηγία 2014/61/ΕΕ, Õ οΟι αρμόδιες αρχές, ιδίως οι τοπικές αρχές, θα πρέπει επίσης να καθιερώσουν κατάλληλες διαδικασίες συντονισμού, σε συνεργασία με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, όσον αφορά τα δημόσια έργα και επίσης άλλες κατάλληλες δημόσιες ευκολίες ή ακίνητα, περιλαμβανομένων ενδεχομένως διαδικασιών που εξασφαλίζουν ότι οι ενδιαφερόμενοι λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τις κατάλληλες δημόσιες ευκολίες ή ακίνητα και τα εκτελούμενα και προγραμματισμένα δημόσια έργα, ότι ενημερώνονται εγκαίρως για τα έργα αυτά και ότι ο μερισμός διευκολύνεται στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 23
ð νέο
Η από κοινού χρήση ευκολιών μπορεί να είναι επωφελής για λόγους χωροταξικούς, δημόσιας υγείας ή περιβάλλοντος, και θα πρέπει να ενθαρρύνεται από τις εθνικές κανονιστικές αρχές με βάση εθελοντικές συμφωνίες. Σε περιπτώσεις όπου οι επιχειρήσεις στερούνται πρόσβασης σε βιώσιμες εναλλακτικές επιλογές, η υποχρεωτική από κοινού χρήση ευκολιών ή περιουσιακών στοιχείων μπορεί να είναι σκόπιμη. Μεταξύ άλλων καλύπτει: την από κοινού χρήση υλικής συνεγκατάστασης και αγωγών, κτιρίων, ιστών, κεραιών ή συστημάτων κεραιών. Η υποχρεωτική από κοινού χρήση ευκολιών ή περιουσιακών στοιχείων, θα πρέπει να επιβάλλεται στις επιχειρήσεις μόνο έπειτα από πλήρη δημόσια διαβούλευση.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 24
ð νέο
(100)Όταν απαιτείται από φορείς εκμετάλλευσης κινητής τηλεφωνίας να χρησιμοποιούν από κοινού πύργους ή ιστούς για περιβαλλοντικούς λόγους, αυτή η υποχρεωτική από κοινού χρήση μπορεί να συνεπάγεται τη μείωση των ανώτατων επιτρεπόμενων επιπέδων μεταδιδόμενης ισχύος για κάθε φορέα για λόγους δημόσιας υγείας, και να οδηγήσει, εν συνεχεία, τους φορείς στην εγκατάσταση περισσότερων αναμεταδοτών για την εξασφάλιση εθνικής κάλυψης. ð Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να επιδιώκουν να συνεκτιμούν τους εκάστοτε προβληματισμούς για το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την προληπτική προσέγγιση που καθορίζεται στη σύσταση αριθ. 1999/519/ΕΚ του Συμβουλίου. ï
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 29
Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να ισχύει με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών να παρέχουν κάθε απαραίτητη πληροφορία για την προάσπιση των κοινοτικών συμφερόντων στο πλαίσιο των διεθνών συμφωνιών. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει επίσης να ισχύει με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων δυνάμει νομοθεσίας, η οποία δεν αφορά ειδικά τον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως το δίκαιο του ανταγωνισμού.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 19 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(101)Οι ραδιοσυχνότητες ð Το ραδιοφάσμα αποτελεί σπάνιο δημόσιο πόρο με σημαντική δημόσια και αγοραία αξία. ï Εείναι βασικό στοιχείο για Ö τα δίκτυα και Õ τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών ραδιοεπικοινωνιακής βάσης και, στο μέτρο που σχετίζεται με ταις εν λόγω Ö δίκτυα και Õ υπηρεσίες, οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να τοις κατανέμουν και να τοις παραχωρούν ð με αποδοτικό τρόπο, ï σύμφωνα με εναρμονισμένους σύνολο στόχουςων και αρχέςών που διέπουν τη δράση τους και βάσει αντικειμενικών, διαφανών και αμερόληπτων κριτηρίων, λαμβάνοντας υπόψη τα δημοκρατικά, κοινωνικά, γλωσσικά και πολιτισμικά συμφέροντα που συνδέονται με τη χρήση των συχνοτήτων. Είναι σημαντικό η διαχείριση της κατανομής και της παραχώρησης των ραδιοσυχνοτήτων, να πραγματοποιείται όσο το δυνατόν πιο αποδοτικά. Η μεταφορά ραδιοσυχνοτήτων μπορεί να αποτελεί αποτελεσματικό μέσο αύξησης της αποδοτικής χρήσης του φάσματος, εφόσον υπάρχουν επαρκείς ρήτρες διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος, ιδίως της ανάγκης εξασφάλισης της διαφάνειας και της κανονιστικής εποπτείας της μεταφοράς αυτής. Η απόφαση αριθ. 676/2002/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κανονιστικό πλαίσιο για την πολιτική ραδιοφάσματος στην Κοινότητα (απόφαση ραδιοφάσματος), δημιουργεί ένα πλαίσιο για την εναρμόνιση τουων ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος ï , και κάθε ενέργεια στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να στοχεύει στη διευκόλυνση των εργασιών που πραγματοποιούνται δυνάμει της εν λόγω απόφασης.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 25 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(102)Οι δραστηριότητες της πολιτικής ραδιοφάσματος στην Κοινότητα Ö Ένωση Õ δεν θα πρέπει να θίγουν τα μέτρα που λαμβάνονται σε κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ ή εθνικό επίπεδο σύμφωνα με το κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ δίκαιο και επιδιώκουν στόχους γενικού συμφέροντος, ιδίως όσον αφορά τη ρύθμιση περιεχομένου και την πολιτική στον οπτικοακουστικό τομέα και στα μέσα επικοινωνίας, καθώς και το δικαίωμα των κρατών μελών να οργανώνουν και να χρησιμοποιούν το ραδιοφάσμα τους για σκοπούς τη δημόσιας τάξης, τη δημόσιας ασφάλειας και την άμυνας. ð Δεδομένου ότι η χρήση ραδιοφάσματος για στρατιωτικούς και άλλους σκοπούς εθνικής δημόσιας ασφάλειας έχει αντίκτυπο στη διαθεσιμότητα ραδιοφάσματος για την εσωτερική αγορά, στην πολιτική ραδιοφάσματος θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι τομείς και οι πτυχές των ενωσιακών πολιτικών και να εξισορροπούνται οι αντίστοιχες ανάγκες τους, με σεβασμό, παράλληλα, στα δικαιώματα των κρατών μελών. ï
ò νέο
(103)Η εξασφάλιση της πανταχού παρούσας συνδεσιμότητας σε κάθε κράτος μέλος είναι ουσιώδης για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, τη συμμετοχή στη δημόσια ζωή και την κοινωνική και εδαφική συνοχή. Καθώς η συνδεσιμότητα καθίσταται αναπόσπαστο στοιχείο για την ευρωπαϊκή κοινωνία και ευημερία, η κάλυψη σε ολόκληρη την ΕΕ θα πρέπει να επιτευχθεί με βάση την επιβολή κατάλληλων απαιτήσεων κάλυψης από τα κράτη μέλη, οι οποίες θα πρέπει να προσαρμόζονται σε κάθε εξυπηρετούμενη περιοχή και να περιορίζονται σε αναλογικά βάρη προκειμένου να μην παρεμποδίζεται η ανάπτυξη από τους παρόχους υπηρεσιών. Η κάλυψη του εδάφους, καθώς και η συνδεσιμότητα μεταξύ κρατών μελών, θα πρέπει να μεγιστοποιηθεί και να είναι αξιόπιστη, με σκοπό την προώθηση των ενδοσυνοριακών και διασυνοριακών υπηρεσιών και εφαρμογών, όπως είναι τα συνδεδεμένα αυτοκίνητα και η ηλεκτρονική υγεία. Επομένως, για να αυξηθεί η ασφάλεια δικαίου και η προβλεψιμότητα των επενδυτικών αναγκών και για να εξασφαλίζεται η αναλογική και ισότιμη συνδεσιμότητα για όλους τους πολίτες, η εφαρμογή των υποχρεώσεων κάλυψης από τις αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συντονίζεται σε ενωσιακό επίπεδο. Λαμβανομένων υπόψη των εθνικών ιδιαιτεροτήτων, αυτός ο συντονισμός θα πρέπει να περιορίζεται σε γενικά κριτήρια που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό και τη μέτρηση των υποχρεώσεων κάλυψης, όπως είναι η πυκνότητα του πληθυσμού ή τοπογραφικά και τοπολογικά χαρακτηριστικά.
(104)Η ανάγκη να εξασφαλίζεται ότι οι πολίτες δεν εκτίθενται σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία σε επίπεδο επιβλαβές για τη δημόσια υγεία θα πρέπει να προσεγγίζεται με συνεκτικό τρόπο σε ολόκληρη την Ένωση, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της προληπτικής προσέγγισης που υιοθετείται με τη σύσταση αριθ. 1999/519/ΕΚ του Συμβουλίου, προκειμένου να διασφαλίζονται συνεκτικές συνθήκες ανάπτυξης.
(105)Η εναρμόνιση και ο συντονισμός του ραδιοφάσματος και η κανονιστική ρύθμιση του εξοπλισμού που υποστηρίζεται από την τυποποίηση είναι συμπληρωματικοί και χρειάζεται να συντονίζονται στενά για να επιτυγχάνουν αποτελεσματικά τους κοινούς τους στόχους, με την υποστήριξη της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος. Ο συντονισμός μεταξύ του περιεχομένου και του συγχρονισμού των εντολών προς τη CEPT δυνάμει της απόφασης για το ραδιοφάσμα και των αιτημάτων τυποποίησης προς φορείς τυποποίησης, όπως το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τυποποίησης στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, καθώς και όσον αφορά τις παραμέτρους ραδιοφωνικών δεκτών, θα πρέπει να διευκολύνει την καθιέρωση μελλοντικών συστημάτων, να στηρίζει τις ευκαιρίες μερισμού του ραδιοφάσματος και να εξασφαλίζει την αποδοτική διαχείριση του ραδιοφάσματος.
(106)Η ζήτηση για εναρμονισμένο ραδιοφάσμα δεν είναι ομοιόμορφη σε όλες τις περιοχές της Ένωσης. Σε περιπτώσεις έλλειψης ζήτησης για εναρμονισμένη ζώνη σε περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν, κατ’ εξαίρεση, να είναι σε θέση να επιτρέπουν την εναλλακτική χρήση της ζώνης για όσο διάστημα εξακολουθεί να υφίσταται αυτή η έλλειψη ζήτησης και υπό την προϋπόθεση ότι η εναλλακτική χρήση δεν θίγει την εναρμονισμένη χρήση της εν λόγω ζώνης από άλλα κράτη μέλη και ότι παύει όταν δημιουργηθεί ζήτηση για την εναρμονισμένη χρήση.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 34 (προσαρμοσμένο)
(107)Η ευελιξία στη διαχείριση του ραδιοφάσματος και η πρόσβαση σε αυτό Ö έχει καθιερωθεί Õ πρέπει να αυξηθούν , στο πλαίσιο αδειών ουδέτερων από άποψη τεχνολογίας και υπηρεσίας, ώστε οι χρήστες του ραδιοφάσματος να μπορούν να επιλέγουν την εφαρμογή των βέλτιστων τεχνολογιών και υπηρεσιών σε ζώνες συχνοτήτων που έχουν δηλωθεί διαθέσιμες για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στα σχετικά εθνικά σχέδια παραχώρησης συχνοτήτων σύμφωνα με το κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ δίκαιο (εφεξής «αρχές ουδετερότητας ως προς τεχνολογία και υπηρεσίες»). Ο διοικητικός καθορισμός τεχνολογιών και υπηρεσιών θα πρέπει να εφαρμόζεται Ö μόνον Õ όταν διακυβεύονται στόχοι γενικού συμφέροντος και θα πρέπει να αιτιολογείται σαφώς και να υπάγεται σε τακτική περιοδική ανασκόπηση.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 35 (προσαρμοσμένο)
(108)Οι περιορισμοί της αρχής της τεχνολογικής ουδετερότητας θα πρέπει να είναι κατάλληλοι και να δικαιολογούνται από την ανάγκη αποφυγής επιβλαβών παρεμβολών, π.χ. με την επιβολή μάσκας εκπομπών και στάθμης ισχύος, την εξασφάλιση της προστασίας της δημόσιας υγείας με τον περιορισμό της έκθεσης του κοινού σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία, την εξασφάλιση της καλής λειτουργίας των υπηρεσιών μέσω κατάλληλου επιπέδου τεχνικής ποιότητας της υπηρεσίας, χωρίς ωστόσο να αίρεται η δυνατότητα χρήσης περισσοτέρων της μιας υπηρεσιών στην αυτή ζώνη συχνοτήτων, την εξασφάλιση κατάλληλου μερισμού του ραδιοφάσματος, ιδίως όπου η χρήση του υπάγεται μόνο σε γενικές άδειες, τη διασφάλιση της αποτελεσματικής χρήσης του ραδιοφάσματος ή την εκπλήρωση στόχου γενικού συμφέροντος σύμφωνα με την κοινοτική Ö ενωσιακή Õ νομοθεσία.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψηs 36 and 37 (προσαρμοσμένο)
(109)Οι χρήστες του ραδιοφάσματος θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να επιλέγουν ελεύθερα τις υπηρεσίες που επιθυμούν να προσφέρουν μέσω του ραδιοφάσματος, με την επιφύλαξη μεταβατικών μέτρων για την προσαρμογή με κεκτημένα δικαιώματα. Εντούτοις, θα πρέπει να επιτρέπεται η λήψη μέτρων όπου απαιτείται η παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας για την κάλυψη σαφώς προσδιορισμένων στόχων γενικού συμφέροντος, όπως η ασφάλεια της ζωής, η ανάγκη προαγωγής της κοινωνικής, περιφερειακής και εδαφικής συνοχής ή η αποφυγή μη αποδοτικής χρήσης ραδιοφάσματος. Οι στόχοι αυτοί περιλαμβάνουν και την προαγωγή της πολιτιστικής και γλωσσικής ποικιλομορφίας και την πολυφωνία των μέσων επικοινωνίας, όπως ορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την κοινοτική Ö ενωσιακή Õ νομοθεσία. Εκτός περιπτώσεων που είναι απαραίτητες για την προστασία της ασφάλειας της ζωής ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, προκειμένου για την εκπλήρωση άλλων στόχων γενικού συμφέροντος όπως καθορίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ δίκαιο, οι εξαιρέσεις δεν θα πρέπει να συνεπάγονται αποκλειστική χρήση ορισμένων υπηρεσιών, αλλά να συνιστούν παραχώρηση προτεραιότητας ώστε να μπορούν να συνυπάρχουν στην ίδια ζώνη και άλλες υπηρεσίες ή τεχνολογίες. Ο καθορισμός του πεδίου εφαρμογής και του χαρακτήρα κάθε εξαίρεσης που αφορά την προαγωγή της γλωσσικής και πολιτιστικής ποικιλομορφίας και της πολυφωνίας των μέσων επικοινωνίας εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 38
(110)Καθώς η κατανομή ραδιοφάσματος σε ειδικές τεχνολογίες ή υπηρεσίες αποτελεί εξαίρεση από τις αρχές της ουδετερότητας ως προς τεχνολογία και υπηρεσίες και περιορίζει την ελευθερία επιλογής της παρεχόμενης υπηρεσίας ή της χρησιμοποιούμενης τεχνολογίας, κάθε πρόταση τέτοιας κατανομής θα πρέπει να είναι διαφανής και να υπάγεται σε δημόσια διαβούλευση.
ò νέο
(111)Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν τα κράτη μέλη αποφασίζουν να περιορίσουν την ελευθερία παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξηγούν τους λόγους αυτού του περιορισμού.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 31
ð νέο
(112)Η διαχείριση τουων ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος ï αποβλέπει στην εξασφάλιση της αποφυγής επιβλαβών παρεμβολών. Η βασική αυτή έννοια των επιβλαβών παρεμβολών θα πρέπει επομένως να ορισθεί κατάλληλα ώστε να εξασφαλισθεί ότι η κανονιστική παρέμβαση θα περιορίζεται στο βαθμό που είναι απαραίτητος για την αποτροπή αυτών των παρεμβολών, ð λαμβανομένης επίσης υπόψη της ανάγκης ο εξοπλισμός δικτύου και οι συσκευές των τελικών χρηστών να ενσωματώνουν τεχνολογία ανθεκτικού δέκτη. Οι μεταφορές έχουν ισχυρή διασυνοριακή διάσταση και η ψηφιοποίησή τους δημιουργεί προκλήσεις. Τα οχήματα (μετρό, λεωφορεία, αυτοκίνητα, φορτηγά, τρένα κ.λπ.) καθίστανται όλο και πιο αυτόνομα και συνδεδεμένα. Στην ενιαία αγορά της ΕΕ, τα οχήματα ταξιδεύουν ευκολότερα πέραν των εθνικών συνόρων. Οι αξιόπιστες επικοινωνίες και η αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών, είναι ζωτικής σημασίας για την ασφαλή και καλή λειτουργία των οχημάτων και των επ’ αυτών συστημάτων επικοινωνιών. ï
ò νέο
(113)Με την αυξανόμενη ζήτηση ραδιοφάσματος και τις νέες ποικίλες εφαρμογές και τεχνολογίες που επιβάλλουν πιο ευέλικτη πρόσβαση στο ραδιοφάσμα και χρήση του, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προάγουν την κοινή χρήση του ραδιοφάσματος, καθορίζοντας τα πλέον κατάλληλα καθεστώτα αδειών για κάθε σενάριο και ορίζοντας κατάλληλους και διαφανείς σχετικούς κανόνες και όρους. Η κοινή χρήση του ραδιοφάσματος διασφαλίζει όλο και περισσότερο την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του, επιτρέποντας σε διάφορους ανεξάρτητους χρήστες ή συσκευές την πρόσβαση στην ίδια ζώνη συχνοτήτων βάσει διαφόρων ειδών νομικών καθεστώτων, ώστε να καθίστανται διαθέσιμοι επιπλέον πόροι ραδιοφάσματος, να αυξάνεται η αποδοτικότητα της χρήσης και να διευκολύνεται η πρόσβαση στο ραδιοφάσμα για νέους χρήστες. Η κοινή χρήση μπορεί να βασίζεται σε γενικές άδειες ή σε χρήση εξαιρούμενη από την αδειοδότηση επιτρέποντας, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις μερισμού, σε διάφορους χρήστες την πρόσβαση στο ίδιο ραδιοφάσμα, και τη χρήση του, σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές ή σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Μπορεί επίσης να βασίζεται σε μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης, δυνάμει ρυθμίσεων όπως η άδεια μεριζόμενης πρόσβασης κατά την οποία όλοι οι χρήστες (με τον υφιστάμενο χρήστη και νέους χρήστες) συμφωνούν σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις για την μεριζόμενη πρόσβαση, υπό την εποπτεία των αρμόδιων αρχών, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ελάχιστη εγγυημένη ποιότητα ραδιομετάδοσης. Όταν επιτρέπουν την κοινή χρήση υπό διαφορετικά καθεστώτα αδειοδότησης, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να θέτουν ευρέως αποκλίνουσες διάρκειες για αυτήν τη χρήση υπό διαφορετικά καθεστώτα αδειοδότησης.
(114)Προκειμένου να εξασφαλίζεται η προβλεψιμότητα και να διαφυλάσσεται η ασφάλεια δικαίου και η επενδυτική σταθερότητα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθορίζουν εκ των προτέρων κατάλληλα κριτήρια για τον προσδιορισμό της συμμόρφωσης με στόχο την αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος από τους δικαιούχους κατά την εφαρμογή των όρων που συνοδεύουν μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης και γενικές άδειες. Τα ενδιαφερόμενα μέρη θα πρέπει να συμμετέχουν στον καθορισμό των εν λόγω όρων και να ενημερώνονται με διαφάνεια σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα αξιολογείται η εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους.
(115)Λόγω της σημασίας της τεχνικής καινοτομίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να προβλέπουν δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος για πειραματικούς σκοπούς, τα οποία θα υπόκεινται σε συγκεκριμένους περιορισμούς και όρους που δικαιολογούνται αυστηρά λόγω του πειραματικού χαρακτήρα των δικαιωμάτων αυτών.
(116)Η κοινή χρήση υποδομών δικτύου, και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η κοινή χρήση ραδιοφάσματος, μπορεί να καταστήσει δυνατή την αποδοτικότερη και αποτελεσματικότερη χρήση του ραδιοφάσματος και να διασφαλίζει την ταχεία ανάπτυξη δικτύων, ιδίως σε λιγότερο πυκνοκατοικημένες περιοχές. Κατά τον καθορισμό των όρων που πρόκειται να συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει επίσης να εξετάζουν το ενδεχόμενο αδειοδότησης μορφών μερισμού ή συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων με σκοπό να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος ή η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις κάλυψης, σύμφωνα με τις αρχές της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.
(117)Οι συνθήκες της αγοράς, καθώς και η σημασία και ο αριθμός των φορέων, μπορεί να διαφέρουν μεταξύ των κρατών μελών. Ενώ η ανάγκη και η δυνατότητα επιβολής όρων στα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος μπορεί να υπόκεινται στις εθνικές ιδιαιτερότητες που πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη, οι λεπτομέρειες της εφαρμογής των εν λόγω υποχρεώσεων θα πρέπει να συντονίζονται σε επίπεδο ΕΕ με εκτελεστικά μέτρα της Επιτροπής, ώστε να διασφαλίζεται η συνεκτική προσέγγιση όσον αφορά την αντιμετώπιση παρόμοιων προκλήσεων σε ολόκληρη την ΕΕ.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογικές σκέψεις 12 και 13 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(118)ð Οι απαιτήσεις ουδετερότητας ως προς την υπηρεσία και την τεχνολογία κατά τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης, μαζί με την πιθανότητα μεταβίβασης δικαιωμάτων μεταξύ επιχειρήσεων, στηρίζουν την ελευθερία και τα μέσα παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο κοινό, διευκολύνοντας έτσι την επίτευξη στόχων γενικού συμφέροντος. ï Η παρούσα οδηγία δεν προδικάζει την παραχώρηση ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος ï απευθείας σε φορείς παροχής δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή σε οντότητες που χρησιμοποιούν αυτά τα δίκτυα ή αυτές τις υπηρεσίες. Οι οντότητες αυτές θα μπορούσαν να είναι φορείς παροχής περιεχομένου ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών. Με την επιφύλαξη των ειδικών κριτηρίων και διαδικασιών που θεσπίζουν τα κράτη μέλη για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων σε φορείς παροχής υπηρεσιών περιεχομένου ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών, που απαιτούνται για την επιδίωξη στόχων γενικού συμφέροντος σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, η διαδικασία χορήγησης ραδιοσυχνοτήτων θα πρέπει πάντοτε να είναι αντικειμενική, διαφανής, αμερόληπτη και αναλογική. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τυχόν εθνικοί περιορισμοί των δικαιωμάτων που εγγυάται το άρθρο 49 της συνθήκης, θα πρέπει να αιτιολογούνται αντικειμενικά, να είναι αναλογικοί και να μην υπερβαίνουν τα απαιτούμενα για την επίτευξη στόχων δημοσίου συμφέροντος, όπως ορίζονται από τα κράτη μέλη, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο. Υπεύθυνη για την τήρηση των όρων που συνδέονται με το δικαίωμα χρήσης ραδιοσυχνότητας και των συναφών όρων που συνδέονται με τη γενική άδεια, θα πρέπει να είναι πάντοτε η επιχείρηση στην οποία χορηγείται το δικαίωμα χρήσης ραδιοσυχνότητας ð φάσματος ï. ð Ορισμένες υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε ραδιοτηλεοπτικούς φορείς για την παροχή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων επικοινωνίας ενδέχεται να απαιτούν τη χρήση ειδικών κριτηρίων και διαδικασιών για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος ώστε να επιτυγχάνεται συγκεκριμένος στόχος γενικού συμφέροντος που ορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία. ï Ö Ωστόσο, η διαδικασία χορήγησης αυτού του δικαιώματος θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να είναι αντικειμενική, διαφανής, αναλογική και να μην εισάγει διακρίσεις. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τυχόν εθνικοί περιορισμοί των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται με το άρθρο 56 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να αιτιολογούνται αντικειμενικά, να είναι αναλογικοί και να μην υπερβαίνουν τα απαιτούμενα για την επίτευξη των στόχων αυτών. Õ ð Επιπλέον, ραδιοφάσμα το οποίο χορηγείται χωρίς την τήρηση ανοικτής διαδικασίας δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για άλλους σκοπούς εκτός του στόχου γενικού συμφέροντος για τον οποίο χορηγήθηκε. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να παρέχεται στα ενδιαφερόμενα μέρη η δυνατότητα να υποβάλλουν παρατηρήσεις εντός εύλογης περιόδου. ï Στο πλαίσιο μιας διαδικασίας αίτησης για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης μιας ραδιοσυχνότητας, τα κράτη μέλη μπορούν Ö θα πρέπει Õ να ελέγχουν εάν ο αιτών θα είναι σε θέση να τηρήσει τους όρους που Ö πρόκειται να Õ συνδεθούνέονται με τα δικαιώματα αυτά. ð Οι όροι αυτοί θα πρέπει να αντανακλώνται στα κριτήρια επιλεξιμότητας που καθορίζονται με αντικειμενικούς, διαφανείς και αναλογικούς όρους που δεν εισάγουν διακρίσεις πριν από την έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας επιλογής. ï Προς τον σκοπό αυτόν Ö της εφαρμογής των εν λόγω κριτηρίων Õ, είναι δυνατόν να ζητείται από τον αιτούντα να υποβάλει τις πληροφορίες που απαιτούνται για να αποδείξει ότι είναι σε θέση να τηρήσει τους όρους αυτούς. Η αίτηση δικαιώματος χρήσης μιας ραδιοσυχνότητας είναι δυνατόν να απορρίπτεται, όταν δεν υποβάλλονται οι πληροφορίες αυτές.
ò νέο
(119)Τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιβάλλουν, πριν από τη χορήγηση δικαιώματος, μόνο τον έλεγχο στοιχείων που μπορούν ευλόγως να αποδειχθούν από υποψήφιο ο οποίος επιδεικνύει τη συνήθη επιμέλεια, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της σημαντικής δημόσιας και αγοραίας αξίας του ραδιοφάσματος ως σπάνιου δημόσιου πόρου. Αυτό δεν θίγει τη δυνατότητα για μεταγενέστερο έλεγχο της εκπλήρωσης των κριτηρίων επιλεξιμότητας, για παράδειγμα με τη χρήση σημείων αναφοράς, σε περίπτωση που τα κριτήρια δεν θα ήταν ευλόγως δυνατό να τηρηθούν αρχικά. Για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να χορηγούν δικαιώματα όταν από την επανεξέτασή τους προκύπτουν ενδείξεις αδυναμίας των υποψηφίων να τηρήσουν τους όρους, με την επιφύλαξη της δυνατότητας να διευκολύνεται η χρονικά περιορισμένη πειραματική χρήση. Η επαρκώς μακρά διάρκεια των αδειών για τη χρήση ραδιοφάσματος αναμένεται να αυξήσει την προβλεψιμότητα επενδύσεων ώστε να ενισχυθεί η ταχύτερη ανάπτυξη δικτύων και η βελτίωση των υπηρεσιών, καθώς και να αυξήσει τη σταθερότητα για την υποστήριξη της εμπορίας και χρονομίσθωσης ραδιοφάσματος. Αυτή η διάρκεια θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους επιδιωκόμενους σκοπούς και να επαρκεί για να διευκολύνεται η ανάκτηση των επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν, εκτός αν έχει ληφθεί άδεια για χρήση ραδιοφάσματος απεριόριστου χρονικού διαστήματος. Αν και η μεγαλύτερη διάρκεια μπορεί να εξασφαλίσει την προβλεψιμότητα των επενδύσεων, τα μέτρα για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής και αποδοτικής χρήσης του ραδιοφάσματος, όπως η εξουσία της αρμόδιας αρχής να τροποποιεί ή να ανακαλεί το δικαίωμα σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους όρους που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης, ή η διευκόλυνση της εμπορευσιμότητας και της χρονομίσθωσης του ραδιοφάσματος, θα χρησιμεύουν για την πρόληψη ανάρμοστης συσσώρευσης ραδιοφάσματος και τη στήριξη της μεγαλύτερης ευελιξίας στην κατανομή πόρων ραδιοφάσματος. Η αυξημένη χρησιμοποίηση ετήσιων τελών αποτελεί επίσης μέσο για να εξασφαλίζεται η διαρκής αξιολόγηση της χρήσης του ραδιοφάσματος από τον κάτοχο του δικαιώματος.
(120)Όταν αποφασίζουν αν θα ανανεώσουν ήδη χορηγημένα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τον βαθμό στον οποίο η ανανέωση θα προωθούσε τους στόχους του κανονιστικού πλαισίου και άλλους στόχους βάσει του εθνικού και του ενωσιακού δικαίου. Οιαδήποτε τέτοια απόφαση θα πρέπει να υπόκειται σε ανοικτή, διαφανή διαδικασία που δεν εισάγει διακρίσεις και βασίζεται σε επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο έχουν τηρηθεί οι όροι που συνοδεύουν τα εκάστοτε δικαιώματα. Κατά την αξιολόγηση της ανάγκης για ανανέωση των δικαιωμάτων χρήσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να σταθμίζουν τις ανταγωνιστικές επιπτώσεις της επέκτασης ήδη χορηγημένων δικαιωμάτων έναντι της προώθησης αποδοτικότερης εκμετάλλευσης ή καινοτόμων νέων χρήσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν αν η ζώνη ήταν ανοιχτή σε νέους χρήστες. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να αποφασίζουν σχετικά, επιτρέποντας μόνο περιορισμένη επέκταση προκειμένου να αποφευχθεί σοβαρή στρέβλωση της καθιερωμένης χρήσης. Αν και οι αποφάσεις σχετικά με την επέκταση δικαιωμάτων που έχουν χορηγηθεί πριν από τη θέση σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να λαμβάνονται τηρουμένων των τυχόν κανόνων που ήδη ισχύουν, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να εξασφαλίζουν ότι δεν θίγονται οι στόχοι της παρούσας οδηγίας.
(121)Κατά την ανανέωση υφιστάμενων δικαιωμάτων χρήσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει, μαζί με την αξιολόγηση της ανάγκης για ανανέωση του δικαιώματος, να επανεξετάζουν τα τέλη που συνοδεύουν τα δικαιώματα, με σκοπό να διασφαλίζεται ότι τα τέλη αυτά εξακολουθούν να προάγουν τη βέλτιστη χρήση, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, του σταδίου ανάπτυξης της αγοράς και της τεχνολογικής εξέλιξης. Για λόγους ασφάλειας δικαίου, είναι σκόπιμο τυχόν προσαρμογές στις ισχύουσες αμοιβές να βασίζονται στις ίδιες αρχές με εκείνες που εφαρμόζονται για τη χορήγηση νέων δικαιωμάτων χρήσης.
(122)Η αποτελεσματική διαχείριση του ραδιοφάσματος μπορεί να εξασφαλίζεται με τη διευκόλυνση της συνεχιζόμενης αποδοτικής χρήσης του ραδιοφάσματος που έχει ήδη εκχωρηθεί. Προκειμένου να κατοχυρώνεται η ασφάλεια δικαίου για τους κατόχους δικαιωμάτων, η δυνατότητα ανανέωσης των δικαιωμάτων χρήσης θα πρέπει να εξετάζεται εντός κατάλληλου χρονικού διαστήματος πριν από τη λήξη των εκάστοτε δικαιωμάτων. Για να εξασφαλίζεται η διαρκής διαχείριση των πόρων, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να προβαίνουν σε αυτήν την εξέταση με δική τους πρωτοβουλία, καθώς και κατόπιν αιτήματος από τον εκδοχέα. Η ανανέωση του δικαιώματος χρήσης δεν μπορεί να χορηγείται ενάντια στη βούληση του εκδοχέα.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 39 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(123)ð Η μεταβίβαση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος μπορεί να είναι αποτελεσματικό μέσο αύξησης της αποδοτικής χρήσης του ραδιοφάσματος. ï Προς το συμφέρον της Ö Για λόγους Õ ευελιξίας και αποτελεσματικότητας, ð και για να καταστεί δυνατή η αποτίμηση του ραδιοφάσματος από την αγορά, ï οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν ð τα κράτη μέλη θα πρέπει, εξ ορισμού, ï να παρέχουν στους χρήστες του ραδιοφάσματος τη δυνατότητα να μεταβιβάζουν ελεύθερα ή να χρονομισθώνουν τα οικεία δικαιώματα χρήσης ð ραδιοφάσματος ï τους σε τρίτους ð κατόπιν απλής διαδικασίας και υπό τους όρους που συνοδεύουν τα εν λόγω δικαιώματα και τους κανόνες ανταγωνισμού, υπό την εποπτεία των αρμόδιων εθνικών ρυθμιστικών αρχών ï . Τούτο θα επιτρέψει τη δυνατότητα αποτίμησης του ραδιοφάσματος από την αγορά. Καθώς είναι αρμόδιες για την εξασφάλιση αποδοτικής χρήσης του ραδιοφάσματος ð Για να διευκολύνονται αυτές οι μεταβιβάσεις ή χρονομισθώσεις, εφόσον τηρούνται τα μέτρα εναρμόνισης που εγκρίνονται δυνάμει της απόφασης για το ραδιοφάσμα ï , οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ð τα κράτη μέλη ï θα πρέπει Ö επίσης Õ να αναλαμβάνουν δράση για να εξασφαλίζουν ότι η εμπορία δεν θα καταλήγει σε στρέβλωση του ανταγωνισμού όπου παραμένει αχρησιμοποίητο ραδιοφάσμα ð να εξετάζουν αιτήματα για διαχωρισμό ή επιμερισμό των δικαιωμάτων ραδιοφάσματος και για αναθεώρηση των όρων χρήσης ï .
ò νέο
(124)Μέτρα που λαμβάνονται ειδικά για την προώθηση του ανταγωνισμού κατά τη χορήγηση ή την ανανέωση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος θα πρέπει να αποφασίζονται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, οι οποίες διαθέτουν την απαιτούμενη οικονομική και τεχνική γνώση και γνώση της αγοράς. Οι όροι εκχώρησης ραδιοφάσματος μπορούν να επηρεάζουν την κατάσταση του ανταγωνισμού σε αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τους όρους εισόδου. Η περιορισμένη πρόσβαση στο ραδιοφάσμα, ιδίως όταν το ραδιοφάσμα είναι εν ανεπαρκεία, μπορεί να δημιουργήσει φραγμό εισόδου ή να παρεμποδίσει τις επενδύσεις, την ανάπτυξη δικτύων, την παροχή νέων υπηρεσιών ή εφαρμογών, την καινοτομία και τον ανταγωνισμό. Τα νέα δικαιώματα χρήσης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αποκτώνται μέσω μεταβίβασης ή χρονομίσθωσης, καθώς και η εισαγωγή νέων ευέλικτων κριτηρίων για τη χρήση ραδιοφάσματος μπορούν επίσης να επηρεάσουν τον υφιστάμενο ανταγωνισμό. Ορισμένοι όροι που χρησιμοποιούνται για την προώθηση του ανταγωνισμού, όταν εφαρμόζονται αδικαιολόγητα, μπορούν να έχουν άλλες συνέπειες· για παράδειγμα, τα ανώτατα όρια και οι δεσμεύσεις ραδιοφάσματος μπορούν να δημιουργήσουν τεχνητή έλλειψη, οι υποχρεώσεις χονδρικής πρόσβασης μπορούν να περιορίσουν αδικαιολόγητα τα επιχειρηματικά μοντέλα σε περίπτωση ανυπαρξίας ισχύος στην αγορά, και τα όρια στις μεταβιβάσεις μπορούν να δυσχεράνουν την ανάπτυξη δευτερογενών αγορών. Ως εκ τούτου, απαιτείται συνεπής και αντικειμενικός έλεγχος περί ανταγωνισμού για την επιβολή αυτών των όρων, ο οποίος και θα πρέπει να εφαρμόζεται με συνέπεια. Η χρήση αυτών των μέτρων θα πρέπει, επομένως, να βασίζεται σε διεξοδική και αντικειμενική αξιολόγηση, από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, των σχετικών συνθηκών της αγοράς και του ανταγωνισμού.
(125)Με βάση τις γνώμες της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος, μπορεί να είναι αναγκαία η έγκριση κοινής προθεσμίας για να επιτρέπεται η χρήση ζώνης που έχει εναρμονιστεί δυνάμει της απόφασης για το ραδιοφάσμα, ώστε να αποφεύγονται διασυνοριακές παρεμβολές. Μπορεί να είναι και επωφελής ώστε να εξασφαλίζεται ότι προκύπτουν πλήρη οφέλη των σχετικών τεχνικών μέτρων εναρμόνισης για τις αγορές εξοπλισμού και για την ανάπτυξη πολύ υψηλής χωρητικότητας δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Προκειμένου να είναι σημαντική η συμβολή στους στόχους του παρόντος πλαισίου και να διευκολύνεται ο συντονισμός, ο καθορισμός των εν λόγω κοινών προθεσμιών θα πρέπει να υπόκειται σε εκτελεστικές πράξεις της Επιτροπής.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογικές σκέψεις 21 και 22 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(126)Όταν η ζήτηση Ö ζώνης Õ ραδιοσυχνοτήτων, σε συγκεκριμένη Ö φάσματος Õ ζώνη, υπερβαίνει τιςη διαθεσιμότηταέσιμες ð και, ως αποτέλεσμα, ένα κράτος μέλος συμπεραίνει ότι τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος πρέπει να περιοριστούν ï , θα πρέπει να ακολουθούνται Ö εφαρμόζονται Õ προσήκουσες και διαφανείς διαδικασίες για την παραχώρηση Ö χορήγηση Õ των εν λόγω συχνοτήτων Ö δικαιωμάτων Õ προκειμένου ώστε να αποφεύγονται διακρίσεις και να βελτιστοποιείται η χρήση των εν λόγω Ö του Õ πόρωνου εν ανεπαρκεία. ð Ο περιορισμός αυτός θα πρέπει να είναι δικαιολογημένος, αναλογικός και να βασίζεται σε ενδελεχή αξιολόγηση των συνθηκών της αγοράς, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των συνολικών οφελών για τους χρήστες, καθώς και των εθνικών στόχων και των στόχων της εσωτερικής αγοράς. Οι στόχοι που διέπουν κάθε διαδικασία περιορισμού πρέπει είναι σαφώς καθορισμένοι εκ των προτέρων. Όταν εξετάζουν την πλέον ενδεδειγμένη διαδικασία επιλογής, και σύμφωνα με τα μέτρα συντονισμού που λαμβάνονται σε ενωσιακό επίπεδο, τα κράτη μέλη θα πρέπει εγκαίρως και με διαφάνεια να διαβουλεύονται με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με την αιτιολόγηση, τους στόχους και τους όρους της διαδικασίας. ï Τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν, μεταξύ άλλων, διαδικασίες ανταγωνιστικής ή συγκριτικής επιλογής για την παραχώρηση ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος ï καθώς και Ö ή Õ αριθμών με μεγάλη οικονομική αξία. Για τη διαχείριση των εν λόγω καθεστώτων, οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το άρθρο 8 ð τους στόχους της παρούσας οδηγίας ï . ð Αν κράτος μέλος διαπιστώνει ότι είναι δυνατή η διάθεση περαιτέρω δικαιωμάτων σε μια ζώνη, θα πρέπει να κινεί τη σχετική διαδικασία. ï
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 23
Όταν θεσπίζουν κριτήρια για διαδικασίες ανταγωνιστικής ή συγκριτικής επιλογής, οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι τηρούνται οι στόχοι του άρθρου 8 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία πλαίσιο). Συνεπώς, δεν θα ήταν αντίθετο προς την παρούσα οδηγία εάν η εφαρμογή αντικειμενικών, αμερόληπτων και αναλογικών κριτηρίων επιλογής για την προαγωγή της ανάπτυξης του ανταγωνισμού, είχε ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό ορισμένων επιχειρήσεων από μια διαδικασία ανταγωνιστικής ή συγκριτικής επιλογής, για μια συγκεκριμένη ραδιοσυχνότητα.
ò νέο
(127)Η τεράστια αύξηση της ζήτησης ραδιοφάσματος, και της ζήτησης από τελικούς χρήστες για ασύρματη ευρυζωνική χωρητικότητα, καθιστά αναγκαία την εξεύρεση εναλλακτικών, συμπληρωματικών λύσεων φασματικώς αποδοτικής πρόσβασης, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων ασύρματης πρόσβασης χαμηλής ισχύος με μικρή εμβέλεια λειτουργίας, όπως τα τοπικά δίκτυα ραδιοεπικοινωνιών (RLAN) και τα δίκτυα σημείων κυψελωτής πρόσβασης χαμηλής ισχύος και μικρού μεγέθους. Αυτά τα συμπληρωματικά συστήματα ασύρματης πρόσβασης, ιδίως τα δημοσίως προσβάσιμα σημεία πρόσβασης RLAN, αυξάνουν την πρόσβαση στο διαδίκτυο για τους τελικούς χρήστες, καθώς και την αποφόρτωση της κυκλοφορίας στην κινητή τηλεφωνία για τους φορείς εκμετάλλευσης κινητής τηλεφωνίας. Τα RLAN χρησιμοποιούν εναρμονισμένο ραδιοφάσμα χωρίς να απαιτείται μεμονωμένη άδεια ή δικαίωμα χρήσης ραδιοφάσματος. Τα περισσότερα σημεία πρόσβασης RLAN χρησιμοποιούνται μέχρι στιγμής από ιδιώτες χρήστες ως τοπική ασύρματη επέκταση της σταθερής ευρυζωνικής σύνδεσής τους. Οι τελικοί χρήστες, εντός των ορίων της δικής τους συνδρομής υπηρεσιών διαδικτύου, δεν θα πρέπει να εμποδίζονται να μοιράζονται την πρόσβαση στο RLAN τους με άλλους, ώστε να αυξάνεται ο αριθμός των διαθέσιμων σημείων πρόσβασης, ιδίως σε πυκνοκατοικημένες περιοχές, να μεγιστοποιείται η ασύρματη χωρητικότητα δεδομένων μέσω επαναχρησιμοποίησης του ραδιοφάσματος και να δημιουργούνται οικονομικά αποδοτικές συμπληρωματικές ασύρματες ευρυζωνικές υποδομές προσβάσιμες σε άλλους τελικούς χρήστες. Επομένως, θα πρέπει επίσης να καταργηθούν περιττοί περιορισμοί στην ανάπτυξη και τη διασύνδεση σημείων πρόσβασης RLAN. Οι δημόσιες αρχές ή οι πάροχοι δημόσιων υπηρεσιών που χρησιμοποιούν RLAN στους χώρους τους για το προσωπικό, τους επισκέπτες ή τους πελάτες τους, για παράδειγμα για τη διευκόλυνση της πρόσβασης σε υπηρεσίες ηλεκτρονικής διακυβέρνησης ή για πληροφορίες σχετικά με τις δημόσιες μεταφορές ή τη διαχείριση της οδικής κυκλοφορίας, θα μπορούσαν επίσης να παρέχουν πρόσβαση σε τέτοια σημεία πρόσβασης για γενική χρήση από πολίτες, ως επικουρική υπηρεσία σε υπηρεσίες που προσφέρουν στο κοινό στους εν λόγω χώρους, στον βαθμό που αυτό επιτρέπεται από τους κανόνες περί ανταγωνισμού και δημόσιων συμβάσεων. Επιπλέον, ο πάροχος τέτοιας τοπικής πρόσβασης σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών εντός ή πέριξ ιδιωτικού ακινήτου ή περιορισμένου δημόσιου χώρου σε μη εμπορική βάση ή ως επικουρική υπηρεσία σε άλλη δραστηριότητα που δεν εξαρτάται από αυτήν την πρόσβαση (όπως τα κομβικά σημεία RLAN που διατίθενται σε πελάτες άλλων εμπορικών δραστηριοτήτων ή στο ευρύ κοινό στην εν λόγω περιοχή) μπορεί να υπόκειται σε συμμόρφωση με γενικές άδειες για δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, αλλά δεν θα πρέπει να υπόκειται σε όρους ή απαιτήσεις που συνοδεύουν γενικές άδειες οι οποίες ισχύουν για παρόχους δημόσιων δικτύων ή υπηρεσιών επικοινωνιών ή σε υποχρεώσεις σχετικά με τους τελικούς χρήστες ή τη διασύνδεση. Ωστόσο, ο πάροχος αυτός εξακολουθεί να υπόκειται στους κανόνες περί ευθύνης του άρθρου 12 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ για το ηλεκτρονικό εμπόριο. Αναδύονται περαιτέρω τεχνολογίες όπως η οπτική ασύρματη επικοινωνία (LiFi), οι οποίες θα συμπληρώνουν τις τρέχουσες ραδιοφασματικές δυνατότητες των RLAN και των σημείων ασύρματης πρόσβασης ώστε να συμπεριλαμβάνονται σημεία πρόσβασης με βάση την οπτική επικοινωνία ορατού φωτός και θα οδηγήσουν σε υβριδικά τοπικά δίκτυα που θα επιτρέπουν την οπτική ασύρματη επικοινωνία.
(128)Δεδομένου ότι τα σημεία ασύρματης πρόσβασης χαμηλής ισχύος είναι πολύ μικρά και χρησιμοποιούν διακριτικό εξοπλισμό παρόμοιο με εκείνη των οικιακών δρομολογητών RLAN, και λαμβανομένου υπόψη του θετικού τους αντίκτυπου στη χρήση του ραδιοφάσματος και στην ανάπτυξη ασύρματων επικοινωνιών, τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους —όπως η ισχύς εξόδου— θα πρέπει να καθορίζονται σε ενωσιακό επίπεδο με αναλογικό τρόπο για την τοπική ανάπτυξη και η χρήση τους θα πρέπει να υπόκειται μόνο σε γενικές άδειες —με την εξαίρεση των RLAN που δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε καμία απαίτηση χορήγησης άδειας πέραν της αναγκαίας για τη χρήση ραδιοφάσματος— και τυχόν πρόσθετοι περιορισμοί στο πλαίσιο μεμονωμένου σχεδιασμού ή άλλων αδειών θα πρέπει να περιορίζονται στον μέγιστο δυνατό βαθμό.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 1 (προσαρμοσμένο)
(129)Η οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία πλαίσιο)
, ορίζει τους στόχους ενός κανονιστικού πλαισίου που καλύπτει τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην Κοινότητα, συμπεριλαμβανομένων των σταθερών και κινητών τηλεπικοινωνιακών δικτύων, των δικτύων καλωδιακής τηλεόρασης, των δικτύων επίγειων ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, των δορυφορικών δικτύων και των δικτύων του Διαδικτύου, που χρησιμοποιούνται για τη φωνητική τηλεφωνία, την τηλεομοιοτυπία ή τη μετάδοση δεδομένων ή εικόνων. Τα εν λόγω δίκτυα δύνανται να έχουν αδειοδοτηθεί από τα κράτη μέλη, βάσει της οδηγίας 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την αδειοδότηση)
ή βάσει παλαιότερων κανονιστικών μέτρων. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας Ö όσον αφορά την πρόσβαση και τη διασύνδεση Õ ισχύουν για εκείνα τα δίκτυα που χρησιμοποιούνται για την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμων στο κοινό. Η παρούσα οδηγία καλύπτει την πρόσβαση και τη διασύνδεση μεταξύ προμηθευτών υπηρεσιών. Τα μη δημόσια δίκτυα δεν υπέχουν υποχρεώσεις Ö πρόσβασης ή διασύνδεσης Õ δυνάμει της παρούσας οδηγίας, πλην των περιπτώσεων κατά τις οποίες, επειδή επωφελούνται από την πρόσβαση στα δημόσια δίκτυα, ενδέχεται να υπόκεινται σε όρους που καθορίζουν τα κράτη μέλη.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 2
Οι υπηρεσίες που παρέχουν περιεχόμενο, όπως η προσφορά προς πώληση δέσμης περιεχομένου ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών, δεν καλύπτονται από το κοινό κανονιστικό πλαίσιο για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 3 (προσαρμοσμένο)
(130)Στον όρο «πρόσβαση» αποδίδονται πολλές ερμηνείες και, συνεπώς, είναι αναγκαίο να οριστεί με ακρίβεια η χρήση του όρου αυτού στην παρούσα οδηγία, χωρίς να θίγεται ο τρόπος χρήσης του σε άλλα κοινοτικά Ö ενωσιακά Õ μέτρα. Ένας φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να έχει στην κυριότητά του το βασικό δίκτυο ή τις βασικές ευκολίες ή να μισθώνει μέρος ή το σύνολο αυτών.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 5
ð νέο
(131)Σε μία ανοιχτή και ανταγωνιστική αγορά, δεν θα πρέπει να υπάρχουν περιορισμοί που αποτρέπουν τις επιχειρήσεις να διαπραγματεύονται ρυθμίσεις πρόσβασης και διασύνδεσης μεταξύ τους, ιδίως σε διασυνοριακές συμφωνίες, με την επιφύλαξη των κανόνων περί ανταγωνισμού της συνθήκης. Κατά την επίτευξη μιας αποτελεσματικότερης και πραγματικά πανευρωπαϊκής αγοράς, με ουσιαστικό ανταγωνισμό και μεγαλύτερες δυνατότητες επιλογής και ανταγωνιστικών υπηρεσιών στους καταναλωτές ð τελικούς χρήστες ï , οι επιχειρήσεις που λαμβάνουν αιτήσεις πρόσβασης ή διασύνδεσης ð από άλλες επιχειρήσεις που υπόκεινται σε γενική άδεια για να παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο κοινό ï θα πρέπει, κατ' αρχήν, να συνάπτουν τις σχετικές συμφωνίες επί εμπορικής βάσεως και να διαπραγματεύονται καλόπιστα.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 6
ð νέο
(132)Σε αγορές όπου εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλες διαφορές ως προς τη διαπραγματευτική ισχύ μεταξύ επιχειρήσεων και όπου ορισμένες επιχειρήσεις στηρίζονται σε υποδομή που παρέχεται από τρίτους για την παροχή των υπηρεσιών τους, είναι σκόπιμη η θέσπιση ενός πλαισίου, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία, σε περίπτωση αποτυχίας των εμπορικών διαπραγματεύσεων, να εξασφαλίζουν κατάλληλη πρόσβαση και διασύνδεση καθώς και διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών προς το συμφέρον των τελικών χρηστών. Συγκεκριμένα, οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να εξασφαλίζουν τη διατερματική συνδεσιμότητα επιβάλλοντας αναλογικές υποχρεώσεις στις επιχειρήσεις που ð υπόκεινται σε γενική άδεια και ï ελέγχουν την πρόσβαση στους τελικούς χρήστες. Ο έλεγχος των μέσων πρόσβασης ενδέχεται να συνεπάγεται κυριότητα ή έλεγχο του φυσικού (σταθερού ή κινητού) συνδέσμου με τον τελικό χρήστη, και/ή τη δυνατότητα αλλαγής ή αφαίρεσης του εθνικού αριθμού ή αριθμών που χρειάζονται για την πρόσβαση στο τερματικό σημείο ενός τελικού χρήστη. Τούτο θα μπορούσε, παραδείγματος χάριν, να είναι απαραίτητο εάν οι φορείς εκμετάλλευσης δικτύου περιόριζαν αδικαιολόγητα τις επιλογές των τελικών χρηστών όσον αφορά την πρόσβαση σε πύλες και υπηρεσίες του Διαδικτύου.
ò νέο
(133)Υπό το πρίσμα της αρχής της μη διακριτικής μεταχείρισης, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι όλοι οι φορείς εκμετάλλευσης, ανεξάρτητα από το μέγεθός τους και το επιχειρηματικό τους μοντέλο, είτε καθετοποιημένο είτε διαχωρισμένο, μπορούν να διασυνδέονται με εύλογους όρους και προϋποθέσεις, με σκοπό την παροχή διατερματικής συνδεσιμότητας και πρόσβασης στο παγκόσμιο διαδίκτυο.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 7
(134)Τα εθνικά, νομοθετικά ή διοικητικά μέτρα που συνδέουν τους όρους και τις προϋποθέσεις πρόσβασης ή διασύνδεσης με τις δραστηριότητες του μέρους που επιθυμεί τη διασύνδεση, και ειδικότερα με το ύψος της επένδυσής του σε υποδομή δικτύου και όχι με τις παρεχόμενες υπηρεσίες διασύνδεσης ή πρόσβασης, μπορούν να προξενήσουν στρέβλωση της αγοράς και, επομένως, να μην συμβιβάζονται με τους κανόνες περί ανταγωνισμού.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 8
ð νέο
(135)Οι φορείς εκμετάλλευσης δικτύου που ελέγχουν την πρόσβαση των δικών τους πελατών, ενεργούν βάσει αποκλειστικών αριθμών ή διευθύνσεων μιας δημοσιευμένης σειράς αριθμών ή διευθύνσεων. Άλλοι φορείς εκμετάλλευσης δικτύου πρέπει να μπορούν να παρέχουν τηλεπικοινωνιακή κίνηση στους πελάτες αυτούς και, επομένως, πρέπει να είναι σε θέση να διασυνδέονται άμεσα ή έμμεσα μεταξύ τους. Θα πρέπει, επομένως, να διατηρηθούν τα υφιστάμενα ð Είναι, επομένως, σκόπιμο να καθοριστούν ï δικαιώματα και υποχρεώσεις για τη διαπραγμάτευση της διασύνδεσης. Είναι σκόπιμο επίσης να διατηρηθούν οι υποχρεώσεις που είχε θεσπίσει παλαιότερα η οδηγία 95/47/ΕΚ, βάσει των οποίων απαιτούνται πλήρως ψηφιακά δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών που χρησιμοποιούνται για τη διανομή τηλεοπτικών υπηρεσιών, τα οποία είναι ανοιχτά στο κοινό και είναι σε θέση να διανέμουν υπηρεσίες και προγράμματα τηλεόρασης ευρείας οθόνης, ώστε οι χρήστες να μπορούν να λαμβάνουν τα προγράμματα αυτά στο σχήμα με το οποίο μεταδόθηκαν.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 9
(136)Η διαλειτουργικότητα είναι επωφελής για τους τελικούς χρήστες και αποτελεί σημαντικό στόχο του παρόντος κανονιστικού πλαισίου. Η ενθάρρυνση της διαλειτουργικότητας αποτελεί έναν από τους στόχους των εθνικών κανονιστικών αρχών, που καθορίζονται στο παρόν πλαίσιο, το οποίο προβλέπει ότι η Επιτροπή δημοσιεύει κατάλογο προτύπων και/ή προδιαγραφών που καλύπτουν την προσφορά υπηρεσιών, τις τεχνικές διεπαφές και/ή τις λειτουργίες δικτύου, ως βάση για την ενθάρρυνση της εναρμόνισης των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να κληθούν να ενθαρρύνουν τη χρήση των δημοσιευμένων προτύπων και/ή προδιαγραφών, στον βαθμό που αυτό είναι απολύτως απαραίτητο για τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας των υπηρεσιών και για τη διεύρυνση της ελευθερίας επιλογής των χρηστών.
ò νέο
(137)Επί του παρόντος, τόσο η διατερματική συνδεσιμότητα όσο και η πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης εξαρτώνται από το κατά πόσο οι τελικοί χρήστες επιλέγουν υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών. Οι μελλοντικές τεχνολογικές εξελίξεις ή η αυξημένη χρήση υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών θα μπορούσαν να συνεπάγονται την έλλειψη επαρκούς διαλειτουργικότητας μεταξύ υπηρεσιών επικοινωνιών. Κατά συνέπεια, θα μπορούσαν να ανακύψουν σημαντικοί φραγμοί για την είσοδο στην αγορά και εμπόδια για την περαιτέρω καινοτομία και να απειλήσουν αισθητά τόσο την αποτελεσματική διατερματική συνδεσιμότητα μεταξύ τελικών χρηστών όσο και την αποτελεσματική πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης.
(138)Σε περίπτωση που ανακύπτουν τέτοια ζητήματα διαλειτουργικότητας, η Επιτροπή δύναται να ζητά την εκπόνηση έκθεσης από τον BEREC η οποία θα πρέπει να παρέχει τεκμηριωμένη αξιολόγηση της κατάστασης της αγοράς στο επίπεδο της Ένωσης και των κρατών μελών. Με βάση την έκθεση του BEREC και άλλα διαθέσιμα στοιχεία και λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις στην εσωτερική αγορά, η Επιτροπή θα πρέπει να αποφασίζει κατά πόσο υφίσταται ανάγκη ρυθμιστικής παρέμβασης από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Αν η Επιτροπή κρίνει ότι αυτή η ρυθμιστική παρέμβαση θα πρέπει να εξεταστεί από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, δύναται να εγκρίνει εκτελεστικά μέτρα, με τα οποία να καθορίζεται η φύση και το πεδίο εφαρμογής πιθανών ρυθμιστικών παρεμβάσεων από τις ΕΡΑ, συμπεριλαμβανομένων ιδίως μέτρων για την επιβολή της υποχρεωτικής χρήσης προτύπων ή προδιαγραφών σε όλους ή συγκεκριμένους παρόχους. Οι όροι «ευρωπαϊκά πρότυπα» και «διεθνή πρότυπα» ορίζονται στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να αξιολογούν, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες εθνικές συνθήκες, κατά πόσο οποιαδήποτε παρέμβαση είναι απαραίτητη και δικαιολογημένη για να διασφαλίζεται η διατερματική συνδεσιμότητα ή η πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και, αν ναι, να επιβάλλουν αναλογικές υποχρεώσεις σύμφωνα με τα εκτελεστικά μέτρα της Επιτροπής.
(139)Σε περιπτώσεις όπου οι επιχειρήσεις στερούνται την πρόσβαση σε βιώσιμες εναλλακτικές επιλογές των μη αναπαραγώγιμων πάγιων στοιχείων μέχρι το πρώτο σημείο διανομής, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να επιβάλλουν υποχρεώσεις πρόσβασης σε όλους τους φορείς εκμετάλλευσης, χωρίς να θίγεται η αντίστοιχη ισχύ τους στην αγορά. Στο πλαίσιο αυτό, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όλους τους τεχνικούς και οικονομικούς φραγμούς για τη μελλοντική αναπαραγωγή δικτύων. Το γεγονός και μόνο ότι υφίστανται ήδη περισσότερες από μία τέτοιες υποδομές δεν θα πρέπει αναγκαστικά να ερμηνεύεται ως ένδειξη αναπαραγωγιμότητας των πάγιων στοιχείων. Το πρώτο σημείο διανομής θα πρέπει να προσδιορίζεται με βάση αντικειμενικά κριτήρια.
(140)Θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η επέκταση των υποχρεώσεων πρόσβασης σε σύρματα και καλώδια πέραν του πρώτου σημείου συγκέντρωσης σε περιοχές με χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού, με παράλληλο περιορισμό των υποχρεώσεων αυτών σε σημεία όσο το δυνατόν πλησιέστερα σε τελικούς χρήστες, όταν αποδεικνύεται ότι η αναπαραγωγή θα ήταν επίσης αδύνατη πέραν του πρώτου σημείου συγκέντρωσης.
(141)Στις περιπτώσεις αυτές, για λόγους συμμόρφωσης με την αρχή της αναλογικότητας, μπορεί να είναι σκόπιμο οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές να αποκλείουν ορισμένες κατηγορίες ιδιοκτητών ή επιχειρήσεων, ή και των δύο, από υποχρεώσεις που υπερβαίνουν το πρώτο σημείο διανομής, με την αιτιολογία ότι υποχρέωση πρόσβασης που δεν βασίζεται σε σημαντική ισχύ στην αγορά θα έθετε σε κίνδυνο τις επιχειρηματικές προοπτικές τους για προσφάτως αναπτυγμένα στοιχεία δικτύου. Διαρθρωτικά διαχωρισμένες επιχειρήσεις δεν θα πρέπει να υπόκεινται στις εν λόγω υποχρεώσεις πρόσβασης αν προσφέρουν, σε εμπορική βάση, αποτελεσματική εναλλακτική πρόσβαση σε δίκτυο πολύ υψηλής χωρητικότητας.
(142)Ο μερισμός παθητικών ή ενεργητικών υποδομών που χρησιμοποιούνται για την παροχή υπηρεσιών ασύρματων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ή η από κοινού ανάπτυξη αυτών των υποδομών, σύμφωνα με τις αρχές της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμοι για τη μεγιστοποίηση της συνδεσιμότητας πολύ υψηλής χωρητικότητας σε ολόκληρη την Ένωση, ιδίως σε λιγότερο πυκνοκατοικημένες περιοχές όπου είναι πρακτικώς ανέφικτη η αναπαραγωγή και οι τελικοί χρήστες κινδυνεύουν να στερηθούν αυτήν τη συνδεσιμότητα. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει, κατ’ εξαίρεση, να είναι σε θέση να επιβάλλουν αυτόν τον μερισμό ή την από κοινού ανάπτυξη, ή την τοπική πρόσβαση περιαγωγής, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, εφόσον αποδεικνύουν τα οφέλη αυτού του μερισμού ή της πρόσβασης όσον αφορά την υπέρβαση πολύ σημαντικών φραγμών για την αναπαραγωγή και την αντιμετώπιση άλλων αυστηρών περιορισμών στην επιλογή των τελικών χρηστών ή την ποιότητα των υπηρεσιών, ή και στα δύο, ή στην εδαφική κάλυψη, και λαμβανομένων υπόψη διαφόρων στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης ιδίως της ανάγκης να διατηρηθούν κίνητρα ανάπτυξης των υποδομών.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 65 (προσαρμοσμένο)
(143)Ενώ σε ορισμένες περιστάσεις είναι ενδεδειγμένο μια εθνική ρυθμιστική αρχή να επιβάλει υποχρεώσεις σε φορείς εκμετάλλευσης που δεν διαθέτουν σημαντική ισχύ στην αγορά αποβλέποντας στην επίτευξη στόχων όπως η διατερματική συνδετικότητα ή η διαλειτουργικότητα υπηρεσιών, είναι ωστόσο απαραίτητο να εξασφαλίζεται ότι τέτοιες υποχρεώσεις επιβάλλονται σε συμμόρφωση με το κανονιστικό πλαίσιο της ΕΕ και, ειδικότερα, με τις διαδικασίες κοινοποίησης που προβλέπονται σε αυτό.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 10 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(144)Στον τομέα της ψηφιακής τηλεόρασης, οι κανόνες του ανταγωνισμού ενδέχεται να μην επαρκούν, αφεαυτοί, για την εξασφάλιση της πολιτιστικής πολυμορφίας και του πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης. Η οδηγία 95/47/ΕΚ θέσπισε ένα αρχικό κανονιστικό πλαίσιο για την εκκολαπτόμενη βιομηχανία ψηφιακής τηλεόρασης, το οποίο θα πρέπει να διατηρηθεί, συμπεριλαμβανομένης, ιδίως, της υποχρέωσης παροχής πρόσβασης υπό όρους, με δίκαιο, εύλογο και αμερόληπτο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται ότι διατίθεται ευρεία ποικιλία προγραμμάτων και υπηρεσιών. Οι εξελίξεις στην τεχνολογία και την αγορά καθιστούν αναγκαία την αναθεώρηση των υποχρεώσεων αυτών ð παροχής πρόσβασης υπό δίκαιους και εύλογους όρους που δεν εισάγουν διακρίσεις, ï ανά τακτά χρονικά διαστήματα, είτε από ένα κράτος μέλος για την εθνική αγορά του είτε από την Επιτροπή για την Κοινότητα Ö Ένωση Õ , ιδίως τον προσδιορισμό του κατά πόσον είναι αιτιολογημένη η επέκταση των υποχρεώσεων σε νέες πύλες, όπως οι ηλεκτρονικούςί οδηγούςί προγραμμάτων (EPG) και οι διεπαφές προγράμματος εφαρμογών (API), στο μέτρο που απαιτείται για να εξασφαλιστεί η δυνατότητα πρόσβασης των τελικών χρηστών σε συγκεκριμένες ψηφιακές υπηρεσίες ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν τις ψηφιακές υπηρεσίες ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών στις οποίες πρέπει να εξασφαλίζεται η πρόσβαση των τελικών χρηστών με τα νομοθετικά, κανονιστικά ή διοικητικά μέσα που κρίνουν αναγκαία.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 11
(145)Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να επιτρέπουν στην εθνική κανονιστική αρχή τους να επανεξετάζει τις υποχρεώσεις για την υπό όρους πρόσβαση σε ψηφιακές υπηρεσίες ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών προκειμένου να εκτιμά, μέσω ανάλυσης της αγοράς, εάν θα ανακαλέσει ή θα τροποποιήσει τους όρους για τους φορείς εκμετάλλευσης που δεν διαθέτουν σημαντική ισχύ στη σχετική αγορά. Η ανάκληση ή η τροποποίηση αυτή δεν θα πρέπει να επηρεάζουν αρνητικά την πρόσβαση των τελικών χρηστών στις υπηρεσίες αυτές ούτε τις δυνατότητες πραγματικού ανταγωνισμού.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 12 (προσαρμοσμένο)
Για την εξασφάλιση της συνέχειας των υφιστάμενων συμφωνιών και προς αποφυγή δημιουργίας κενού νόμου, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι υποχρεώσεις πρόσβασης και διασύνδεσης που έχουν επιβληθεί βάσει των άρθρων 4, 6, 7, 8, 11, 12 και 14 της οδηγίας 97/33/ΕΟΚ, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997, για τη διασύνδεση στο χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλιστεί καθολική υπηρεσία και διαλειτουργικότητα, με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ)
, οι υποχρεώσεις σχετικά με την ειδική πρόσβαση που επιβάλλονται βάσει του άρθρου 16 της οδηγίας 98/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1998, για την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) στη φωνητική τηλεφωνία και για την καθολική υπηρεσία για τις τηλεπικοινωνίες σε ανταγωνιστικό περιβάλλον
και οι υποχρεώσεις σχετικά με την παροχή χωρητικότητας μετάδοσης μισθωμένων γραμμών δυνάμει της οδηγίας 92/44/ΕΚ του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου στις μισθωμένες γραμμές
, μεταφέρονται αρχικά στο νέο κανονιστικό πλαίσιο, αλλά ότι υπόκεινται σε άμεση αναθεώρηση, υπό το πρίσμα των συνθηκών που επικρατούν στην αγορά. Η αναθεώρηση αυτή θα πρέπει να επεκταθεί και στους οργανισμούς που διέπονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2887/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο
.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 13 (προσαρμοσμένο)
Η αναθεώρηση θα πρέπει να διεξάγεται μέσω οικονομικής ανάλυσης της αγοράς βάσει της μεθοδολογίας του δικαίου περί ανταγωνισμού. Σκοπός είναι η προοδευτική μείωση των εκ των προτέρων τομεακών κανόνων, καθώς θα αναπτύσσεται ο ανταγωνισμός στην αγορά. Ωστόσο, η διαδικασία συνεκτιμά επίσης τα προβλήματα μεταβατικού χαρακτήρα της αγοράς, όπως εκείνα που αφορούν τη διεθνή περιαγωγή και τη δυνατότητα να προκύψουν νέα φαινόμενα συμφόρησης ως αποτέλεσμα της τεχνολογικής ανάπτυξης, για τα οποία ενδέχεται να απαιτείται εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση, π.χ. στο πεδίο των ευρυζωνικών δικτύων πρόσβασης. Είναι πιθανό το ενδεχόμενο, ο ανταγωνισμός να αναπτύσσεται με διαφορετική ταχύτητα σε διαφορετικά τμήματα της αγοράς και διαφορετικά κράτη μέλη, ενώ οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να καθιστούν λιγότερο αυστηρές τις κανονιστικές υποχρεώσεις στις αγορές εκείνες όπου ο ανταγωνισμός αποφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι συντελεστές της αγοράς σε ανάλογες περιστάσεις αντιμετωπίζονται κατά ανάλογο τρόπο σε διαφορετικά κράτη μέλη, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να διασφαλίζει την εναρμονισμένη εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές και οι εθνικές αρχές στις οποίες έχει ανατεθεί η εφαρμογή του δικαίου περί ανταγωνισμού θα πρέπει, ανάλογα με την περίπτωση, να συντονίζουν τις ενέργειές τους ώστε να εξασφαλίζεται ότι εφαρμόζονται τα πλέον κατάλληλα επανορθωτικά μέτρα. Η Κοινότητα και τα κράτη μέλη της έχουν αναλάβει δεσμεύσεις όσον αφορά τη διασύνδεση των τηλεπικοινωνιακών δικτύων στο πλαίσιο της συμφωνίας του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου για τις βασικές τηλεπικοινωνίες, οι οποίες πρέπει να τηρούνται.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 14 (προσαρμοσμένο)
Η οδηγία 97/33/ΕΚ θέσπισε σειρά υποχρεώσεων οι οποίες μπορούν να επιβάλλονται σε επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά, ήτοι διαφάνεια, αμεροληψία, λογιστικό διαχωρισμό, πρόσβαση και έλεγχο των τιμών, συμπεριλαμβανομένης της κοστοστρέφειας. Αυτή η σειρά πιθανών υποχρεώσεων θα πρέπει να διατηρηθεί αλλά επιπρόσθετα, θα πρέπει να γίνει σαφές ότι, αποτελεί το μέγιστο των υποχρεώσεων που μπορούν να επιβληθούν σε επιχειρήσεις, για την αποφυγή περιττών ρυθμίσεων. Κατ' εξαίρεση, για λόγους συμμόρφωσης με τις διεθνείς δεσμεύσεις ή το κοινοτικό δίκαιο, ενδέχεται να ενδείκνυται η επιβολή, σε όλους τους συντελεστές της αγοράς, υποχρεώσεων πρόσβασης ή διασύνδεσης, όπως ισχύει επί του παρόντος στα συστήματα υπό όρους πρόσβασης για τις υπηρεσίες της ψηφιακής τηλεόρασης.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 25 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(146)Σε ορισμένες περιπτώσεις, υπάρχει ανάγκη επιβολής υποχρεώσεων εκ των προτέρων προκειμένου να εξασφαλισθεί η ανάπτυξη ανταγωνιστικής αγοράς ð , οι συνθήκες της οποίας ευνοούν την ανάπτυξη και αξιοποίηση συνδεσιμότητας πολύ υψηλής χωρητικότητας και τη μεγιστοποίηση των οφελών για τους τελικούς χρήστες ï. Ο ορισμός της σημαντικής ισχύος στην αγορά , στην οδηγία 97/33/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997, για τη διασύνδεση στο χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλισθεί καθολική υπηρεσία και διαλειτουργικότητα, με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (ONP)
, υπήρξε αποτελεσματικός στις αρχικές φάσεις του ανοίγματος της αγοράς ως όριο για τη θέσπιση εκ των προτέρων υποχρεώσεων, τώρα όμως πρέπει να προσαρμοστεί σε περισσότερο σύνθετες και δυναμικές αγορές. Για το λόγο αυτό, ο ορισμός που χρησιμοποιείται στην παρούσα οδηγία είναι ισοδύναμος με την έννοια της δεσπόζουσας θέσης, όπως ορίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 26
(147)Δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις μπορούν να απολαμβάνουν κοινής δεσπόζουσας θέσης, όχι μόνο στις περιπτώσεις που υπάρχουν διαρθρωτικοί ή άλλοι δεσμοί μεταξύ τους, αλλά και στις περιπτώσεις που η δομή της σχετικής αγοράς προσφέρεται για συντονισμένες ενέργειες, δηλαδή ενθαρρύνει την παράλληλη ή ευθυγραμμισμένη αντιανταγωνιστική συμπεριφορά στην αγορά.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 27 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(148)Είναι απαραίτητο οι εκ των προτέρων κανονιστικές υποχρεώσεις να επιβάλλονται μόνο ð σε αγορά χονδρικής ï στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν υπάρχει ουσιαστικός ανταγωνισμός, δηλαδή σε αγορές στηνις οποίαες μια ή περισσότερες επιχειρήσεις διαθέτουν σημαντική ισχύ στην αγορά, ð με σκοπό να διασφαλίζεται ο βιώσιμος ανταγωνισμός σε σχετιζόμενη αγορά λιανικής ï, και όπου τα μέτρα αποκατάστασης, στο πλαίσιο του εθνικού και κοινοτικού Ö ενωσιακού Õ δικαίου του ανταγωνισμού, δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Είναι, συνεπώς, απαραίτητο να Ησυντάξει η Επιτροπή Ö έχει Õ συντάξει κατευθυντήριες γραμμές σε κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ επίπεδο, σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου περί ανταγωνισμού, τις οποίες να ακολουθούν οι εθνικές κανονιστικές αρχές όταν αξιολογούν το κατά πόσο είναι αποτελεσματικός ο ανταγωνισμός σε μια δεδομένη αγορά και όταν εκτιμούν τη σημαντική ισχύ στην αγορά. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να αναλύουν κατά πόσο μια αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών είναι πράγματι ανταγωνιστική σε έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο, ο οποίος μπορεί να είναι το σύνολο ή τμήμα της επικρατείας του συγκεκριμένου κράτους μέλους ή γειτονικές περιοχές κρατών μελών, εκλαμβανόμενες ως ενιαίο σύνολο. Στην ανάλυση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού θα πρέπει να περιλαμβάνεται ανάλυση του κατά πόσον η αγορά έχει ανταγωνιστικές προοπτικές και, κατά συνέπεια, κατά πόσον η τυχόν έλλειψη αποτελεσματικού ανταγωνισμού θα έχει διάρκεια. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές θα Ö πρέπει να Õ αντιμετωπίσουν επίσης το θέμα των αναδυόμενων αγορών, όπου, εκ των πραγμάτων, η εταιρεία που ηγείται της αγοράς είναι πιθανό να διαθέτει σημαντικό μερίδιο της αγοράς αλλά δεν θα πρέπει να της επιβάλλονται άτοπες υποχρεώσεις. Η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάζει τακτικά τις κατευθυντήριες γραμμές, ð ιδίως στην περίπτωση αναθεώρησης της ισχύουσας νομοθεσίας, λαμβάνοντας υπόψη τις εξελίξεις στη νομολογία, την οικονομική σκέψη και την πραγματική εμπειρία της αγοράς, με σκοπό ï ώστε να διασφαλίζει ότι αυτές παραμένουν επίκαιρες σε μία ταχέως εξελισσόμενη αγορά. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους, στις περιπτώσεις που η σχετική αγορά έχει λάβει διακρατική διάσταση.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 28 (προσαρμοσμένο)
(149)Προκειμένου να καθορίσουν κατά πόσο μια επιχείρηση έχει σημαντική ισχύ σε μία συγκεκριμένη αγορά, οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να ενεργούν σύμφωνα με το κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ δίκαιο και να λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής Ö σχετικά με την ανάλυση της αγοράς και την αξιολόγηση της σημαντικής ισχύος στην αγορά Õ .
ò νέο
(150)Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να ορίζουν τις σχετικές γεωγραφικές αγορές εντός της επικράτειάς τους, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τη σύσταση της Επιτροπής για τις σχετικές αγορές προϊόντων και υπηρεσιών που εκδίδεται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και λαμβάνοντας υπόψη τις εθνικές και τοπικές περιστάσεις. Κατά συνέπεια, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει τουλάχιστον να αναλύουν τις αγορές που περιλαμβάνονται στη σύσταση, καθώς και τις αγορές που απαριθμούνται μεν, αλλά δεν ρυθμίζονται πλέον στο συγκεκριμένο εθνικό ή τοπικό πλαίσιο. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει επίσης να αναλύουν τις αγορές που δεν περιλαμβάνονται στη σύσταση αυτή, αλλά ρυθμίζονται στην επικράτεια της δικαιοδοσίας τους, με βάση προηγούμενες αναλύσεις της αγοράς ή άλλων αγορών, αν έχουν επαρκείς λόγους να θεωρούν ότι η δοκιμασία των τριών κριτηρίων που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία μπορεί να είναι επιτυχής.
(151)Μπορούν να ορίζονται διακρατικές αγορές όταν αυτό δικαιολογείται από τον ορισμό της γεωγραφικής αγοράς, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων από την πλευρά της ζήτησης και από την πλευρά της προσφοράς, σύμφωνα με τις αρχές της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Ο BEREC είναι ο πλέον κατάλληλος φορέας για να διεξάγει αυτήν την ανάλυση, επωφελούμενος από την εκτεταμένη συλλογική εμπειρία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών κατά τον ορισμό των αγορών σε εθνικό επίπεδο. Αν ορίζονται διακρατικές αγορές και επιδέχονται ρυθμιστική παρέμβαση, οι ενδιαφερόμενες εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να συνεργάζονται ώστε να εντοπίζουν την κατάλληλη ρυθμιστική αντίδραση, μεταξύ άλλων κατά τη διαδικασία κοινοποίησης στην Επιτροπή. Μπορούν επίσης να συνεργάζονται με τον ίδιο τρόπο όταν δεν ορίζονται διακρατικές αγορές, αλλά οι συνθήκες της αγοράς στην επικράτειά τους είναι επαρκώς ομοιογενείς ώστε να επωφεληθούν από συντονισμένη ρυθμιστική προσέγγιση, όπως για παράδειγμα όσον αφορά παρόμοιες δαπάνες, δομές των αγορών ή παρόμοιους φορείς εκμετάλλευσης ή, σε περίπτωση διακρατικής ή ανάλογης ζήτησης από τελικούς χρήστες.
(152)Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι γεωγραφικές αγορές ορίζονται ως εθνικές ή υποεθνικές, για παράδειγμα λόγω του εθνικού ή τοπικού χαρακτήρα ανάπτυξης του δικτύου που καθορίζει τα όρια της δυνητικής ισχύος των επιχειρήσεων στην αγορά όσον αφορά τη χονδρική προμήθεια, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει σημαντική διασυνοριακή ζήτηση από μία ή περισσότερες κατηγορίες τελικών χρηστών. Αυτό μπορεί να ισχύει ιδίως για τη ζήτηση από επιχειρηματικούς τελικούς χρήστες με δραστηριότητες σε πολλαπλές εγκαταστάσεις σε διαφορετικά κράτη μέλη. Αν αυτή η διακρατική ζήτηση δεν καλύπτεται επαρκώς από τους προμηθευτές, για παράδειγμα αν είναι κατακερματισμένοι κατά μήκος εθνικών συνόρων ή τοπικά, ανακύπτει δυνητικό φραγμό για το εμπόριο στην εσωτερική αγορά. Ως εκ τούτου, ο BEREC θα πρέπει να έχει την εξουσία να παρέχει κατευθυντήριες γραμμές στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σχετικά με κοινές ρυθμιστικές προσεγγίσεις, για να εξασφαλίζει ότι η διακρατική ζήτηση είναι δυνατό να καλυφθεί με ικανοποιητικό τρόπο που να επιτρέπει τις αποδοτικότητες και τις οικονομίες κλίμακας παρά τον κατακερματισμό από την πλευρά της προσφοράς. Οι κατευθυντήριες γραμμές του BEREC θα πρέπει να διαμορφώνουν τις επιλογές των εθνικών ρυθμιστικών αρχών για την επιδίωξη του στόχου της εσωτερικής αγοράς κατά την επιβολή ρυθμιστικών υποχρεώσεων σε φορείς εκμετάλλευσης με ΣΙΑ στο εθνικό επίπεδο.
(153)Σε περίπτωση που οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δεν ακολούθησαν τη συνιστώμενη από τον BEREC κοινή προσέγγιση για να καλύψουν την προσδιορισθείσα διακρατική ζήτηση, με συνέπεια η διακρατική ζήτηση από τελικούς χρήστες να μην καλύπτεται αποτελεσματικά και να ανακύπτουν φραγμοί στην εσωτερική αγορά, θα μπορούσε να είναι απαραίτητο να εναρμονιστούν οι τεχνικές προδιαγραφές των προϊόντων χονδρικής πρόσβασης που είναι ικανά να καλύψουν συγκεκριμένη διακρατική ζήτηση, λαμβανομένων υπόψη των κατευθυντήριων γραμμών του BEREC.
(154)Στόχος κάθε εκ των προτέρων ρυθμιστικής παρέμβασης είναι, εν τέλει, να προκύψουν οφέλη για τους τελικούς χρήστες όσον αφορά την τιμή, την ποιότητα και τη δυνατότητα επιλογής με το να καθίστανται οι αγορές λιανικής πραγματικά ανταγωνιστικές σε βιώσιμη βάση. Είναι πιθανό να μπορούν σταδιακά οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές να διαπιστώνουν ότι πολλές αγορές λιανικής είναι ανταγωνιστικές ακόμα και χωρίς ρύθμιση των αγορών χονδρικής, ιδίως αν λαμβάνονται υπόψη οι αναμενόμενες βελτιώσεις από πλευράς καινοτομίας και ανταγωνισμού.
(155)Για τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, αφετηρία για τον προσδιορισμό των αγορών χονδρικής που επιδέχονται εκ των προτέρων ρύθμιση είναι η ανάλυση των αντίστοιχων αγορών λιανικής. Η ανάλυση του πραγματικού ανταγωνισμού στο επίπεδο λιανικής και χονδρικής διενεργείται με μακρόπνοη προοπτική για συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα και διέπεται από τη νομοθεσία περί ανταγωνισμού, συμπεριλαμβανομένης της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά περίπτωση. Αν εξάγεται το συμπέρασμα ότι η αγορά λιανικής θα ήταν πραγματικά ανταγωνιστική χωρίς εκ των προτέρων ρύθμιση της ή των αντίστοιχων αγορών χονδρικής, αυτό θα πρέπει να οδηγεί την εθνική ρυθμιστική αρχή στο συμπέρασμα ότι δεν χρειάζεται πλέον ρύθμιση στο αντίστοιχο επίπεδο χονδρικής.
(156)Κατά τη σταδιακή μετάβαση σε απορρυθμισμένες αγορές, οι εμπορικές συμφωνίες μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης θα καθίστανται σταδιακά περισσότερο κοινές, και εφόσον είναι βιώσιμες και βελτιώνουν τη δυναμική του ανταγωνισμού, μπορούν να συμβάλουν στο συμπέρασμα ότι μια συγκεκριμένη αγορά χονδρικής δεν επιδέχεται εκ των προτέρων ρύθμιση. Παρόμοια λογική θα ισχύει στην αντίθετη περίπτωση, για απρόβλεπτη λύση των εμπορικών συμφωνιών σε απορρυθμισμένη αγορά. Κατά την ανάλυση αυτών των συμφωνιών θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η προοπτική της ρύθμισης μπορεί να αποτελεί κίνητρο για τους ιδιοκτήτες δικτύων ώστε να αρχίσουν εμπορικές διαπραγματεύσεις. Με σκοπό να εξασφαλίζεται η επαρκής εξέταση των επιπτώσεων της ρύθμισης που επιβάλλεται στις σχετικές αγορές κατά τον προσδιορισμό του κατά πόσο μια συγκεκριμένη αγορά επιδέχεται εκ των προτέρων ρύθμιση, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι αγορές αναλύονται με συνεκτικό τρόπο και, όπου είναι δυνατό, ταυτόχρονα ή όσο το δυνατό πλησιέστερα χρονικά μεταξύ τους.
(157)Κατά την αξιολόγηση της ρύθμισης αγορών χονδρικής για την επίλυση προβλημάτων σε επίπεδο λιανικής, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ότι πολλές αγορές χονδρικής μπορούν να παρέχουν προϊόντα προηγούμενου σταδίου χονδρικής για μια συγκεκριμένη αγορά λιανικής, και αντιστρόφως, μια αγορά χονδρικής μπορεί να παρέχει προϊόντα προηγούμενου σταδίου χονδρικής για ποικίλες αγορές λιανικής. Επιπλέον, η δυναμική του ανταγωνισμού σε μια συγκεκριμένη αγορά μπορεί να επηρεάζεται από αγορές που είναι συνεχόμενες, όχι όμως σε κάθετη σχέση, όπως μπορεί να ισχύει μεταξύ ορισμένων αγορών σταθερών και κινητών επικοινωνιών. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να διενεργούν αυτήν την αξιολόγηση για κάθε μεμονωμένη αγορά χονδρικής για την οποία εξετάζεται το ενδεχόμενο ρύθμισης, αρχής γενομένης με διορθωτικά μέτρα για την πρόσβαση σε τεχνικά έργα υποδομής, διότι αυτά τα διορθωτικά μέτρα οδηγούν συνήθως σε πιο βιώσιμο ανταγωνισμό, μεταξύ άλλων ανταγωνισμό υποδομών, και στη συνέχεια αναλύοντας οποιεσδήποτε υπό εξέταση αγορές χονδρικής που επιδέχονται εκ των προτέρων ρύθμιση, ανάλογα με την ενδεχόμενη καταλληλότητά τους για αντιμετώπιση εντοπισθέντων προβλημάτων ανταγωνισμού σε επίπεδο λιανικής. Όταν αποφασίζουν σχετικά με το συγκεκριμένο διορθωτικό μέτρο που πρέπει να επιβληθεί, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να αξιολογούν τη δυνατότητα τεχνικής εφαρμογής του και να διενεργούν ανάλυση κόστους-οφέλους, έχοντας υπόψη το βαθμό καταλληλότητάς του για την αντιμετώπιση των εντοπισθέντων προβλημάτων ανταγωνισμού σε επίπεδο λιανικής. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις συνέπειες της επιβολής οποιουδήποτε συγκεκριμένου διορθωτικού μέτρου το οποίο, εάν είναι εφικτό μόνο για ορισμένες τοπολογίες δικτύου, θα μπορούσε να αποτελέσει αντικίνητρο για την ανάπτυξη δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας προς το συμφέρον των τελικών χρηστών. Σε κάθε στάδιο της αξιολόγησης, πριν η εθνική ρυθμιστική αρχή αποφασίσει αν θα πρέπει να επιβληθεί οποιοδήποτε πρόσθετο διορθωτικό μέτρο στον φορέα εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά, θα πρέπει να επιδιώκει να διαπιστώσει αν η σχετική αγορά λιανικής θα ήταν πραγματικά ανταγωνιστική με βάση οποιεσδήποτε συναφείς εμπορικές ρυθμίσεις ή άλλες περιστάσεις της αγοράς χονδρικής, καθώς και άλλα είδη κανονιστικών ρυθμίσεων που είναι ήδη σε ισχύ, όπως, για παράδειγμα, υποχρεώσεις γενικής πρόσβασης σε μη αναπαραγώγιμα πάγια στοιχεία ή υποχρεώσεις που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2014/61/ΕΕ και με βάση οποιαδήποτε κανονιστική ρύθμιση έχει ήδη κριθεί ως ενδεδειγμένη από την εθνική ρυθμιστική αρχή για φορέα εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά. Ακόμη και αν οι διαφορές αυτές δεν έχουν ως αποτέλεσμα τον ορισμό διακριτών γεωγραφικών αγορών, μπορούν να δικαιολογήσουν τη διαφοροποίηση των ενδεδειγμένων διορθωτικών μέτρων που επιβάλλονται με βάση τη διαφοροποιημένη ένταση των ανταγωνιστικών περιορισμών.
(158)Η εκ των προτέρων επιβαλλόμενη ρύθμιση σε επίπεδο χονδρικής, που είναι καταρχήν λιγότερο επεμβατική από τη ρύθμιση της λιανικής αγοράς, θεωρείται επαρκής για την αντιμετώπιση δυνητικών προβλημάτων ανταγωνισμού στη σχετική ή στις σχετικές κατάντη αγορά ή αγορές λιανικής. Οι πρόοδοι που σημειώθηκαν όσον αφορά τη λειτουργία του ανταγωνισμού από τότε που εφαρμόζεται το ρυθμιστικό πλαίσιο για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες καταδεικνύονται από τη σταδιακή απορρύθμιση των αγορών λιανικής σε ολόκληρη την Ένωση. Περαιτέρω, οι κανόνες που αφορούν την επιβολή εκ των προτέρων διορθωτικών μέτρων σε επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά θα πρέπει να απλουστευθούν και να καταστούν περισσότερο προβλέψιμοι, όπου είναι δυνατό. Συνεπώς, θα πρέπει να καταργηθεί η εξουσία επιβολής εκ των προτέρων ρυθμιστικών ελέγχων με βάση τη σημαντική ισχύ στις αγορές λιανικής.
(159)Σε περίπτωση που εθνική ρυθμιστική αρχή ανακαλεί κανονιστική ρύθμιση αγοράς χονδρικής, θα πρέπει να ορίζει κατάλληλη χρονική περίοδο προειδοποίησης ώστε να διασφαλίζεται η βιώσιμη μετάβαση σε απορρυθμισμένη αγορά. Κατά τον ορισμό της εν λόγω χρονικής περιόδου, η εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ παρόχων πρόσβασης και αιτούντων πρόσβαση που έχουν συναφθεί με βάση τις επιβληθείσες ρυθμιστικές υποχρεώσεις. Ειδικότερα, οι συμφωνίες αυτές μπορούν να παρέχουν συμβατική νομική προστασία στους αιτούντες πρόσβαση για ορισμένο χρονικό διάστημα. Η εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να λαμβάνει επίσης υπόψη την πραγματική δυνατότητα των φορέων της αγοράς να αξιοποιούν τυχόν εμπορικές προσφορές πρόσβασης χονδρικής ή συνεπένδυσης που μπορεί να είναι παρούσες στην αγορά, καθώς και την ανάγκη να αποφεύγεται παρατεταμένη περίοδος πιθανού ρυθμιστικού αρμπιτράζ. Για μεταβατικές ρυθμίσεις που θεσπίζονται από την εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να εξετάζεται η έκταση και το χρονοδιάγραμμα της ρυθμιστικής εποπτείας προϋφιστάμενων συμφωνιών, μόλις αρχίζει η χρονική περίοδος προειδοποίησης.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 48
(160)Προκειμένου οι συντελεστές της αγοράς να γνωρίζουν με βεβαιότητα τους όρους των κανονιστικών ρυθμίσεων, απαιτείται καθορισμός προθεσμίας για τις περιπτώσεις ανασκόπησης της αγοράς. Είναι σημαντικό να διεξάγεται ανάλυση της αγοράς σε τακτική βάση και εντός εύλογης και ενδεδειγμένης προθεσμίας. Για τον καθορισμό της προθεσμίας θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το κατά πόσον η συγκεκριμένη αγορά υπήρξε κατά το παρελθόν αντικείμενο ανάλυσης και εάν έχει κοινοποιηθεί δεόντως. Εάν μια εθνική ρυθμιστική αρχή δεν αναλύσει μια αγορά εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, ενδέχεται να τεθεί σε κίνδυνο η εσωτερική αγορά, ενώ οι κανονικές διαδικασίες επί παραβάσει ενδέχεται να μην έχουν τα επιθυμητά αποτελέσματα εγκαίρως. Εναλλακτικά, η εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητεί τη συνδρομή του BEREC για τη συμπλήρωση της ανάλυσης της αγοράς. Αυτή η συνδρομή θα μπορούσε, π.χ., να λαμβάνει τη μορφή ειδικής ομάδας συγκροτούμενης από εκπροσώπους άλλων εθνικών ρυθμιστικών αρχών.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 49 (προσαρμοσμένο)
(161)Λόγω του υψηλού επιπέδου τεχνολογικής καινοτομίας και των πολύ δυναμικών αγορών στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα πρέπει να είναι δυνατή η ταχεία προσαρμογή των κανονιστικών ρυθμίσεων κατά συντονισμένο και εναρμονισμένο τρόπο σε κοινοτική Ö ενωσιακή Õ κλίμακα, καθώς, όπως προκύπτει από την εμπειρία, οι αποκλίσεις μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών στην υλοποίηση του κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ ενδέχεται να δημιουργήσουν φραγμούς στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς.
ò νέο
(162)Ωστόσο, για λόγους μεγαλύτερης σταθερότητας και προβλεψιμότητας των ρυθμιστικών μέτρων, η μέγιστη επιτρεπόμενη περίοδος μεταξύ αναλύσεων της αγοράς θα πρέπει να παραταθεί από τρία σε πέντε έτη, υπό την προϋπόθεση να μην απαιτείται νέα ανάλυση για τις αλλαγές της αγοράς κατά την ενδιάμεση περίοδο. Για να αποφασίζεται κατά πόσο μια εθνική ρυθμιστική αρχή έχει συμμορφωθεί με την υποχρέωσή της να αναλύει τις αγορές και έχει κοινοποιήσει το αντίστοιχο σχέδιο μέτρου τουλάχιστον ανά πέντε έτη, μόνο μια κοινοποίηση που περιλαμβάνει νέα αξιολόγηση του ορισμού της αγοράς και της σημαντικής ισχύος στην αγορά θα θεωρείται έναρξη νέου πενταετή κύκλου αγοράς. Απλή κοινοποίηση νέων ή τροποποιημένων ρυθμιστικών διορθωτικών μέτρων, που επιβάλλονται στο πλαίσιο προηγούμενης και μη αναθεωρημένης ανάλυσης της αγοράς, δεν θα θεωρείται ότι εκπληρώνει την υποχρέωση αυτή.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 15
ð νέο
(163)Η επιβολή ειδικών υποχρεώσεων σε μια επιχείρηση με σημαντική ισχύ στην αγορά δεν απαιτεί πρόσθετη ανάλυση της αγοράς αλλά αιτιολόγηση ότι η συγκεκριμένη υποχρέωση είναι κατάλληλη και αναλογική σε σχέση με τη φύση του συγκεκριμένου προβλήματος ð στην εν λόγω αγορά και στη σχετική αγορά λιανικής ï .
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 56
ð νέο
(164)Κατά την εξέταση της αναλογικότητας των προς επιβολή υποχρεώσεων και όρων, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τις διαφορετικές συνθήκες ανταγωνισμού που επικρατούν στους διάφορους τομείς εντός των αντιστοίχων κρατών μελών ð , και ιδίως τα αποτελέσματα της γεωγραφικής έρευνας που διεξάγεται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία ï .
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 57 (προσαρμοσμένο)
(165)Όταν Ö εξετάζουν κατά πόσον θα Õ επιβάλλουν επανορθωτικά μέτρα για τον έλεγχο των τιμών, Ö και, αν επιβάλουν, με ποια μορφή Õ , οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές οφείλουν να επιδιώκουν την επίτευξη δίκαιης ανταπόδοσης για τον επενδυτή όσον αφορά συγκεκριμένο νέο επενδυτικό έργο. Συγκεκριμένα, ενδέχεται να ενέχουν κίνδυνους τα επενδυτικά έργα για νέα δίκτυα πρόσβασης που υποστηρίζουν προϊόντα για τα οποία η ζήτηση παραμένει αβέβαιη κατά την πραγματοποίηση της επένδυσης.
ò νέο
(166)Οι επανεξετάσεις των υποχρεώσεων που επιβάλλονται σε φορείς εκμετάλλευσης που έχουν οριστεί ως κατέχοντες σημαντική ισχύ στην αγορά κατά το χρονικό πλαίσιο ανάλυσης της αγοράς θα πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να λαμβάνουν υπόψη τις επιπτώσεις νέων εξελίξεων στις συνθήκες ανταγωνισμού, για παράδειγμα εθελοντικών συμφωνιών που έχουν συναφθεί προσφάτως μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης, όπως είναι οι συμφωνίες πρόσβασης και συνεπένδυσης, και έτσι να παρέχουν την ευελιξία που είναι ιδιαιτέρως αναγκαία στο πλαίσιο μεγαλύτερων ρυθμιστικών κύκλων. Παρόμοια λογική θα πρέπει να ισχύει στην περίπτωση απρόβλεπτης λύσης εμπορικών συμφωνιών. Αν η λύση αυτή συμβαίνει σε απορρυθμισμένη αγορά, ενδέχεται να είναι αναγκαία νέα ανάλυση της αγοράς.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 16 (προσαρμοσμένο)
(167)Η διαφάνεια των όρων και προϋποθέσεων πρόσβασης και διασύνδεσης, συμπεριλαμβανομένων των τιμών, συμβάλλει στην επίσπευση των διαπραγματεύσεων, στην αποφυγή των διενέξεων και στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των συντελεστών της αγοράς ότι οι υπηρεσίες παρέχονται με αμερόληπτο τρόπο. Ο ανοικτός χαρακτήρας και η διαφάνεια των τεχνικών διεπαφών μπορούν να αποδειχθούν ιδιαίτερα σημαντικοί για τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας. Όταν μια εθνική κανονιστική αρχή επιβάλλει υποχρεώσεις δημοσιοποίησης πληροφοριών, μπορεί επίσης να ορίζει τον τρόπο με τον οποίον δημοσιοποιούνται οι πληροφορίες, ορίζοντας π.χ. τη μορφή της δημοσίευσης (έντυπη ή/και ηλεκτρονική) και εάν οι πληροφορίες παρέχονται δωρεάν ή όχι, ανάλογα με τη φύση και τον σκοπό των συγκεκριμένων πληροφοριών.
ò νέο
(168)Λαμβανομένων υπόψη της ποικιλίας των τοπολογιών δικτύου, των προϊόντων πρόσβασης και των περιστάσεων της αγοράς που έχουν εμφανιστεί από το 2002, οι στόχοι του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας 2002/19/ΕΚ, σχετικά με την αποδεσμοποίηση του τοπικού βρόχου και την πρόσβαση για παρόχους υπηρεσιών ψηφιακής τηλεόρασης και ραδιοφώνου, μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα και με πιο ευέλικτο τρόπο, με την παροχή κατευθυντήριων γραμμών όσον αφορά τα ελάχιστα κριτήρια για προσφορά αναφοράς, τις οποίες θα πρέπει να επεξεργάζεται και να επικαιροποιεί περιοδικά ο BEREC. Ως εκ τούτου, το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας 2002/19/ΕΚ θα πρέπει να απαλειφθεί.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 17
(169)Η αρχή της αμεροληψίας διασφαλίζει ότι οι επιχειρήσεις που κατέχουν σημαντική ισχύ στην αγορά δεν προκαλούν στρέβλωση του ανταγωνισμού, ιδίως σε περιπτώσεις καθετοποιημένων επιχειρήσεων που παρέχουν υπηρεσίες σε επιχειρήσεις τις οποίες ανταγωνίζονται σε αγορές σε επόμενο στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας.
ò νέο
(170)Για την αντιμετώπιση και την αποτροπή της συμπεριφοράς που εισάγει μη τιμολογιακές διακρίσεις, η ισοδυναμία εισροών (Equivalence of Inputs, EoI) είναι, καταρχήν, ο πιο σίγουρος τρόπος να επιτευχθεί αποτελεσματική προστασία έναντι των διακρίσεων. Από την άλλη πλευρά, η παροχή ρυθμιζόμενων εισροών χονδρικής βάσει της EoI είναι πιθανό να προκαλέσει υψηλότερο κόστος συμμόρφωσης σε σύγκριση με άλλες μορφές υποχρεώσεων μη διακριτικής μεταχείρισης. Αυτό το υψηλότερο κόστος συμμόρφωσης θα πρέπει να αποτιμάται έναντι των οφελών του εντονότερου ανταγωνισμού κατάντη και της συνάφειας των διασφαλίσεων κατά των διακρίσεων σε περιστάσεις όπου ο φορέας εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά δεν υπόκειται σε άμεσους ελέγχους τιμών. Ειδικότερα, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ενδέχεται να κρίνουν ότι η παροχή εισροών χονδρικής μέσω νέων συστημάτων, επί τη βάσει EoI είναι πιθανότερο να δημιουργήσει επαρκή καθαρά οφέλη και, κατά συνέπεια, να κριθεί αναλογική, δεδομένου του συγκριτικά χαμηλότερου οριακού κόστους συμμόρφωσης, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα νεοεγκατεστημένα συστήματα συνάδουν με την έννοια της EoI. Από την άλλη πλευρά, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει επίσης να σταθμίζουν πιθανά αντικίνητρα για την ανάπτυξη νέων συστημάτων, σε σχέση με πιο οριακές αναβαθμίσεις, στην περίπτωση που η πρώτη θα μπορούσε να υπόκειται σε πιο περιοριστικές ρυθμιστικές υποχρεώσεις. Σε κράτη μέλη με μεγάλο αριθμό φορέων εκμετάλλευσης με ΣΙΑ μικρής κλίμακας, η επιβολή της EoI σε καθένα εξ αυτών των φορέων μπορεί να είναι δυσανάλογη.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 18
(171)Ο λογιστικός διαχωρισμός επιτρέπει τη διαφάνεια των εσωτερικών τιμολογήσεων και παρέχει στις εθνικές κανονιστικές αρχές τη δυνατότητα να ελέγχουν, κατά περίπτωση, τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις αμεροληψίας. Από την άποψη αυτή, η Επιτροπή έχει δημοσιεύσει τη σύσταση 98/322/ΕΚ, της 8ης Απριλίου 1998, σχετικά με τη διασύνδεση σε ελευθερωμένη τηλεπικοινωνιακή αγορά (Μέρος 2 - Λογιστικός διαχωρισμός και λογιστική καταγραφή κόστους)
2005/698/EΚ, της 19ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με τα συστήματα λογιστικού διαχωρισμού και κοστολόγησης.
ò νέο
(172)Τα πάγια στοιχεία που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής και μπορούν να φιλοξενήσουν δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχουν ζωτική σημασία για την επιτυχή ανάπτυξη νέων δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας λόγω του υψηλού κόστους επικάλυψής τους και των σημαντικών εξοικονομήσεων που μπορούν να γίνουν όταν είναι δυνατό να επαναχρησιμοποιηθούν. Ως εκ τούτου, επιπλέον των κανόνων για την υλική υποδομή που ορίζονται στην οδηγία 2014/61/ΕΕ, είναι αναγκαίο ειδικό διορθωτικό μέτρο σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου πάγια στοιχεία που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής ανήκουν σε φορέα εκμετάλλευσης ο οποίος έχει οριστεί ως κατέχων σημαντική ισχύ στην αγορά. Όταν υφίστανται πάγια στοιχεία που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής και είναι επαναχρησιμοποιήσιμα, το θετικό αποτέλεσμα της επίτευξης αποτελεσματικής πρόσβασης σε αυτά για την ανάπτυξη ανταγωνιστικών υποδομών είναι πολύ υψηλό και, ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να εξασφαλίζεται ότι η πρόσβαση στα εν λόγω πάγια στοιχεία μπορεί να χρησιμοποιείται ως αυτοτελές διορθωτικό μέτρο για τη βελτίωση της δυναμικής του ανταγωνισμού και της ανάπτυξης σε κάθε κατάντη αγορά, το οποίο θα πρέπει να εξετάζεται πριν από την αξιολόγηση της ανάγκης να επιβληθούν οποιαδήποτε άλλα πιθανά διορθωτικά μέτρα, και όχι απλώς ως επικουρικό διορθωτικό μέτρο για άλλα προϊόντα ή υπηρεσίες χονδρικής ή ως διορθωτικό μέτρο περιορισμένο σε επιχειρήσεις που κάνουν χρήση αυτών των άλλων προϊόντων ή υπηρεσιών χονδρικής. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να αποτιμούν τα επαναχρησιμοποιήσιμα παραδοσιακά πάγια στοιχεία με βάση τη ρυθμιστική λογιστική αξία, μετά την αφαίρεση της σωρευμένης απόσβεσης κατά τη στιγμή του υπολογισμού, τιμαριθμοποιημένη με κατάλληλο δείκτη τιμών, όπως ο δείκτης τιμών λιανικής, και εξαιρουμένων των πάγιων στοιχείων που έχουν αποσβεσθεί πλήρως, κατά τη διάρκεια περιόδου τουλάχιστον 40 ετών, αλλά εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 55 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(173)Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει, όταν επιβάλλουν υποχρεώσεις για την πρόσβαση σε νέες και βελτιωμένες υποδομές, να εξασφαλίζουν ότι οι προϋποθέσεις πρόσβασης αντανακλούν τις περιστάσεις στις οποίες βασίζεται η απόφαση για επενδύσεις, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων το κόστος ανάπτυξης, το αναμενόμενο ποσοστό απορρόφησης των νέων προϊόντων και υπηρεσιών και τα αναμενόμενα επίπεδα τιμών λιανικής. Πέραν τούτου, προκειμένου να παρασχεθεί βεβαιότητα σχεδιασμού στους επενδυτές, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές πρέπει να είναι ικανές να ορίσουν, εάν συντρέχει λόγος, όρους και προϋποθέσεις που χαρακτηρίζονται από συνέπεια σε ενδεδειγμένες περιόδους επανεξέτασης. ð Στην περίπτωση που οι έλεγχοι τιμών κρίνονται σκόπιμοι, ï αΑυτού του είδους οι όροι και προϋποθέσεις Ö μπορούν Õ δύνανται να περιλαμβάνουν τιμολογιακές διευθετήσεις αναλόγως του όγκου ή της διάρκειας της σύμβασης σύμφωνα με το κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ δίκαιο και εφόσον δεν δημιουργούν διακρίσεις. Οιεσδήποτε προϋποθέσεις πρόσβασης επιβληθούν οφείλουν να συνάδουν με την ανάγκη διασφάλισης αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις υπηρεσίες που προσφέρονται σε καταναλωτές και επιχειρήσεις.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 19
(174)Η κατ' εντολήν πρόσβαση σε υποδομή δικτύου είναι δυνατόν να αιτιολογείται ως μέσο αύξησης του ανταγωνισμού. Όμως, οι εθνικές κανονιστικές αρχές πρέπει να λαμβάνουν εξίσου υπόψη τα δικαιώματα που έχει ο ιδιοκτήτης υποδομής να αξιοποιεί την υποδομή του προς όφελός του και τα δικαιώματα άλλων φορέων παροχής υπηρεσιών να έχουν πρόσβαση σε ευκολίες που είναι ουσιώδεις για την παροχή εκ μέρους τους ανταγωνιστικών υπηρεσιών.
ò νέο
(175)Σε γεωγραφικές περιοχές όπου είναι δυνατό να αναμένονται δύο δίκτυα πρόσβασης σε μακρόπνοη βάση, οι τελικοί χρήστες είναι πιο πιθανό να επωφεληθούν από βελτιώσεις της ποιότητας του δικτύου, χάρη στον ανταγωνισμό με βάση τις υποδομές, από ό,τι σε περιοχές όπου εξακολουθεί να υφίσταται ένα μόνο δίκτυο. Η επάρκεια του ανταγωνισμού σε σχέση με άλλες παραμέτρους, όπως η τιμή και η επιλογή, είναι πιθανό να εξαρτάται από τις εθνικές και τοπικές συνθήκες ανταγωνισμού. Όταν τουλάχιστον ένας από τους φορείς εκμετάλλευσης του δικτύου παρέχει πρόσβαση χονδρικής σε κάθε ενδιαφερόμενη επιχείρηση υπό εύλογους εμπορικούς όρους που επιτρέπουν τον βιώσιμο ανταγωνισμό στην αγορά λιανικής, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δεν είναι πιθανό να χρειάζονται να επιβάλλουν ή να διατηρούν υποχρεώσεις πρόσβασης χονδρικής με βάση τη ΣΙΑ, πέραν της πρόσβασης σε τεχνικά έργα υποδομής, και επομένως μπορεί να δίνεται βάση στην εφαρμογή γενικών κανόνων ανταγωνισμού. Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν και οι δύο φορείς εκμετάλλευσης του δικτύου προσφέρουν εύλογη εμπορική πρόσβαση χονδρικής. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, ενδέχεται να ενδείκνυται περισσότερο για τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να βασίζονται σε ειδική παρακολούθηση εκ των υστέρων. Όταν σε μακρόπνοη βάση είναι παρόντες ή αναμένεται να είναι παρόντες τρεις φορείς εκμετάλλευσης δικτύων πρόσβασης και να ανταγωνίζονται με βιώσιμο τρόπο στις ίδιες αγορές λιανικής και χονδρικής (π.χ. όπως μπορεί να συμβεί με τις αγορές κινητών επικοινωνιών και όπως μπορεί να συμβεί σε ορισμένες γεωγραφικές περιοχές για σταθερά ενσύρματα δίκτυα, ιδίως όταν υπάρχει αποτελεσματική πρόσβαση σε τεχνικά έργα υποδομής και/ή συνεπένδυση, κατά τρόπο ώστε τρεις ή περισσότεροι φορείς εκμετάλλευσης να έχουν τον ουσιαστικό έλεγχο των αναγκαίων πάγιων στοιχείων δικτύου για την κάλυψη της ζήτησης λιανικής), οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα είναι λιγότερο πιθανό να προσδιορίζουν έναν φορέα εκμετάλλευσης ως κατέχοντα ΣΙΑ, εκτός αν προβαίνουν σε διαπίστωση συλλογικής δεσπόζουσας θέσης, ή αν καθεμία από τις εν λόγω επιχειρήσεις διαθέτει σημαντική ισχύ σε διακριτές αγορές χονδρικής, όπως στην περίπτωση των αγορών τερματισμού φωνητικών κλήσεων. Η εφαρμογή των γενικών κανόνων ανταγωνισμού σε αυτές τις αγορές που χαρακτηρίζονται από βιώσιμο και αποτελεσματικό ανταγωνισμό με βάση τις υποδομές αναμένεται να επαρκεί.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 19 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(176)Η κατ' εντολήν πρόσβαση σε υποδομή δικτύου είναι δυνατόν να αιτιολογείται ως μέσο αύξησης του ανταγωνισμού. Όμως, οι εθνικές κανονιστικές αρχές πρέπει να λαμβάνουν εξίσου υπόψη τα δικαιώματα που έχει ο ιδιοκτήτης υποδομής να αξιοποιεί την υποδομή του προς όφελός του και τα δικαιώματα άλλων φορέων παροχής υπηρεσιών να έχουν πρόσβαση σε ευκολίες που είναι ουσιώδεις για την παροχή εκ μέρους τους ανταγωνιστικών υπηρεσιών. Όταν επιβάλλονται στους φορείς εκμετάλλευσης υποχρεώσεις δυνάμει των οποίων πρέπει να ανταποκρίνονται στις εύλογες αιτήσεις πρόσβασης και χρήσης στοιχείων του δικτύου και συναφών ευκολιών, οι αιτήσεις αυτές θα πρέπει να απορρίπτονται μόνον βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως η τεχνική σκοπιμότητα ή η ανάγκη διατήρησης της ακεραιότητας του δικτύου. Όταν απορρίπτεται η αίτηση πρόσβασης, το θιγόμενο μέρος μπορεί να υποβάλλει την υπόθεση στις διαδικασίες επίλυσης των διαφορών που προβλέπονται στα άρθρα 20 27 και 21 28 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία πλαίσιο). Δεν μπορεί να απαιτηθεί από ένα φορέα εκμετάλλευσης με υποχρεώσεις κατ' εντολήν πρόσβασης να παρέχει τύπους πρόσβασης τους οποίους δεν είναι σε θέση να παράσχει. Η επιβολή από τις εθνικές κανονιστικές αρχές πρόσβασης που αυξάνει τον ανταγωνισμό βραχυπρόθεσμα, δεν θα πρέπει να περιορίζει τα κίνητρα των ανταγωνιστών για επενδύσεις σε εναλλακτικές ευκολίες που θα εξασφαλίσουν πιομεγαλύτερο ð βιώσιμο ï ανταγωνισμό Ö και/ή υψηλότερες επιδόσεις και οφέλη για τους τελικούς χρήστες Õ μακροπρόθεσμα. Η Επιτροπή έχει δημοσιεύσει ανακοίνωση για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού σε συμφωνίες πρόσβασης στον τομέα των τηλεπικοινωνιών
, που πραγματεύεται τα θέματα αυτά. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να επιβάλλουν τεχνικούς και λειτουργικούς όρους στον πάροχο και/ή στους δικαιούχους της κατ' εντολήν πρόσβασης σύμφωνα με το κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ δίκαιο. Συγκεκριμένα, η επιβολή τεχνικών προτύπων θα πρέπει να είναι σύμφωνη με την οδηγία 1535/2015/ΕΕ 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών
.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 20 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(177)Ο έλεγχος των τιμών ενδέχεται να απαιτείται όταν από την ανάλυση συγκεκριμένης αγοράς προκύπτει ανεπαρκής ανταγωνισμός. Η κανονιστική παρέμβαση δύναται να είναι λιγότερο αυστηρή, όπως όσον αφορά υποχρέωση σύμφωνα με την οποία πρέπει να είναι εύλογες οι τιμές για επιλογή φορέα, όπως ορίζεται στην οδηγία 97/33/EΚ, ή αυστηρότερη, όπως όσον αφορά υποχρεώσεις σύμφωνα με τις οποίες οι τιμές πρέπει είναι κοστοστραφείς ώστε να παρέχεται πλήρης αιτιολόγηση για τις τιμές αυτές στις περιπτώσεις όπου ο ανταγωνισμός δεν είναι αρκετά έντονος για την αποτροπή υπερβολικής τιμολόγησης. Ιδιαίτερα, φορείς εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά θα πρέπει να αποφεύγουν τη συμπίεση τιμών, κατά την οποία η διαφορά μεταξύ των λιανικών τιμών τους και των τιμών διασύνδεσης Ö και/ή πρόσβασης Õ που χρεώνουν σε ανταγωνιστές, οι οποίοι παρέχουν παρεμφερείς λιανικές υπηρεσίες, δεν επαρκεί για την εξασφάλιση βιώσιμου ανταγωνισμού. Όταν μια εθνική κανονιστική αρχή υπολογίζει το κόστος που συνεπάγεται η εγκατάσταση υπηρεσίας την οποία εντέλλεται η παρούσα οδηγία, είναι σκόπιμο να επιτρέπεται εύλογη απόδοση του επενδεδυμένου κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων των ανάλογων εργατικών και οικοδομικών δαπανών, με την ανάλογη προσαρμογή του κεφαλαίου, εφόσον χρειάζεται, ώστε να αντανακλώνται οι τρέχουσες αποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων και η αποδοτικότητα της λειτουργίας. Η μέθοδος ανάκτησης του κόστους θα πρέπει να αρμόζει στην περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να προωθούνται η αποδοτικότητα, και ο βιώσιμος ανταγωνισμός ð και η ανάπτυξη δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας ï και Ö έτσι Õ να μεγιστοποιούνται τα οφέλη του καταναλωτή ð για τους τελικούς χρήστες ï, ð ενώ θα πρέπει και να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη για προβλέψιμες και σταθερές τιμές χονδρικής προς όφελος όλων των φορέων εκμετάλλευσης που επιδιώκουν να αναπτύξουν νέα και ενισχυμένα δίκτυα, σύμφωνα με την καθοδήγηση της Επιτροπής. ï
ò νέο
(178)Λόγω αβεβαιότητας όσον αφορά τον βαθμό υλοποίησης της ζήτησης για παροχή ευρυζωνικών υπηρεσιών επόμενης γενιάς, είναι σημαντικό για την προώθηση αποτελεσματικών επενδύσεων και καινοτομίας να παρέχεται στους φορείς εκμετάλλευσης που επενδύουν σε νέα ή αναβαθμισμένα δίκτυα ορισμένος βαθμός ευελιξίας στην τιμολόγηση. Προκειμένου να προλαμβάνονται οι υπερβολικές τιμές σε αγορές όπου υπάρχουν φορείς εκμετάλλευσης που ορίζονται ως κατέχοντες σημαντική ισχύ στην αγορά, η ευελιξία στην τιμολόγηση θα πρέπει να συνοδεύεται από πρόσθετες διασφαλίσεις για την προστασία του ανταγωνισμού και των συμφερόντων των τελικών χρηστών, όπως αυστηρές υποχρεώσεις μη διακριτικής μεταχείρισης, μέτρα για την εξασφάλιση της τεχνικής και οικονομικής αναπαραγωγιμότητας των προϊόντων προηγούμενου σταδίου, καθώς και αποδεδειγμένη πίεση στις τιμές λιανικής που προκύπτει από τον ανταγωνισμό υποδομών ή τιμή αναφοράς που απορρέει από άλλα ρυθμιζόμενα προϊόντα πρόσβασης, ή και τα δύο. Αυτές οι διασφαλίσεις του ανταγωνισμού δεν θίγουν τον προσδιορισμό από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές των λοιπών περιστάσεων υπό τις οποίες θα ήταν σκόπιμο να μην επιβάλλονται ρυθμιζόμενες τιμές πρόσβασης για ορισμένες εισροές χονδρικής, όπως όταν η υψηλή ελαστικότητα της ζήτησης από τους τελικούς χρήστες ως προς την τιμή καθιστά ασύμφορη για τον φορέα εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά την εφαρμογή τιμών αισθητά πάνω από το επίπεδο ανταγωνισμού.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 21
(179)Όταν μια εθνική κανονιστική αρχή επιβάλλει υποχρεώσεις χρησιμοποίησης συστήματος κοστολόγησης για λόγους υποστήριξης του ελέγχου τιμών, μπορεί είτε να διενεργεί η ίδια ετήσιο έλεγχο για να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με το εν λόγω σύστημα κοστολόγησης, υπό τον όρο ότι διαθέτει το αναγκαίο εξειδικευμένο προσωπικό, είτε να αναθέτει τη διενέργεια του ελέγχου σε άλλον εξειδικευμένο φορέα, ανεξάρτητο από τον συγκεκριμένο φορέα εκμετάλλευσης.
ò νέο
(180)Το σύστημα χρέωσης στην Ένωση για τον τερματισμό φωνητικών κλήσεων χονδρικής βασίζεται στο σύστημα χρέωσης δικτύου καλούντος. Από ανάλυση της δυνατότητας υποκατάστασης μεταξύ προσφοράς και ζήτησης προκύπτει ότι, επί του παρόντος ή στο ορατό μέλλον, δεν υπάρχουν ακόμη υποκατάστατα σε επίπεδο χονδρικής που ενδεχομένως να περιορίζουν τον καθορισμό τελών τερματισμού σε δεδομένο δίκτυο. Λαμβανομένου υπόψη του αμφίδρομου χαρακτήρα πρόσβασης των αγορών τερματισμού, στα περαιτέρω προβλήματα ανταγωνισμού συγκαταλέγονται οι διεπιδοτήσεις μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης. Αυτά τα δυνητικά προβλήματα ανταγωνισμού είναι κοινά στις αγορές τερματισμού, τόσο σταθερών όσο και κινητών φωνητικών κλήσεων. Ως εκ τούτου, υπό το πρίσμα της ικανότητας και των κινήτρων των φορέων εκμετάλλευσης τερματισμού να αυξήσουν τις τιμές σημαντικά πάνω από το κόστος, η κοστοστρέφεια θεωρείται η καταλληλότερη μεσοπρόθεσμη αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού.
(181)Προκειμένου να μειωθεί η κανονιστική επιβάρυνση για την αντιμετώπιση των προβλημάτων ανταγωνισμού σχετικά με τον τερματισμό φωνητικών κλήσεων χονδρικής με συνεκτικό τρόπο σε ολόκληρη την Ένωση, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να καθορίσει κοινή προσέγγιση ως βάση για τον καθορισμό των υποχρεώσεων ελέγχου τιμών, η οποία θα πρέπει να συμπληρωθεί με δεσμευτική κοινή μεθοδολογία που θα προσδιοριστεί από την Επιτροπή και με τεχνική καθοδήγηση που θα πρέπει να αναπτυχθεί από τον BEREC.
(182)Για την απλούστευση του καθορισμού τους και τη διευκόλυνση της επιβολής τους, κατά περίπτωση, τα τέλη τερματισμού φωνητικών κλήσεων χονδρικής σε αγορές σταθερών και κινητών επικοινωνιών στην Ένωση πρέπει να καθορίζονται με κατ’ εξουσιοδότηση πράξη. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να καθορίσει τα λεπτομερή κριτήρια και τις παραμέτρους βάσει των οποίων καθορίζονται οι τιμές των τελών τερματισμού φωνητικών κλήσεων. Κατά την εφαρμογή αυτής της δέσμης κριτηρίων και παραμέτρων, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, ότι θα πρέπει να καλύπτονται μόνο οι δαπάνες που είναι πρόσθετες στην παροχή των υπηρεσιών τερματισμού κλήσεων χονδρικής· ότι τα τέλη χρήσης ραδιοφάσματος εξαρτώνται από τους συνδρομητές και όχι από την κυκλοφορία και θα πρέπει, ως εκ τούτου, να αποκλείονται, καθώς και ότι το πρόσθετο ραδιοφάσμα διατίθεται κυρίως για δεδομένα και, επομένως, δεν αφορά την πρόσθετη παροχή του τερματισμού κλήσεων· ότι αναγνωρίζεται πως, ενώ σε κινητά δίκτυα η ελάχιστη αποδοτική κλίμακα εκτιμάται σε επίπεδο μεριδίου αγοράς τουλάχιστον 20 %, στα σταθερά δίκτυα μικρότεροι φορείς εκμετάλλευσης μπορούν να επιτύχουν τις ίδιες αποδόσεις και την ίδια παραγωγή στο ίδιο μοναδιαίο κόστος με τον αποδοτικό φορέα εκμετάλλευσης, ανεξάρτητα από το μέγεθός τους. Κατά τον καθορισμό του ακριβούς μέγιστου τέλους, η Επιτροπή θα πρέπει να περιλαμβάνει κατάλληλη στάθμιση ώστε να λαμβάνεται υπόψη ο συνολικός αριθμός τελικών χρηστών σε κάθε κράτος μέλος, όταν αυτό απαιτείται λόγω των αποκλίσεων κόστους που απομένουν. Κατά τον καθορισμό αυτού του τέλους από την Επιτροπή, θα είναι πολύτιμη και θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πείρα του BEREC και των εθνικών ρυθμιστικών αρχών για τη δημιουργία κατάλληλων υποδειγμάτων κόστους.
(183)Η παρούσα οδηγία ορίζει τα μέγιστα τέλη τερματισμού φωνητικών κλήσεων χονδρικής για σταθερά και κινητά δίκτυα, κάτω από τα οποία η αρχική κατ’ εξουσιοδότηση πράξη θα καθορίζει το ακριβές τέλος που πρέπει να εφαρμόζεται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Το αρχικό τέλος θα επικαιροποιείται περαιτέρω. Με βάση τα υποδείγματα καθαρού μακροπρόθεσμου οριακού κόστους (LRIC) από τη βάση προς την κορυφή που εφαρμόζονται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές έως σήμερα και την εφαρμογή των ανωτέρω κριτηρίων, τα τέλη τερματισμού φωνητικών κλήσεων ποικίλλουν από 0,004045 EUR ανά λεπτό έως 0,01226 EUR ανά λεπτό στα κινητά δίκτυα και μεταξύ 0,000430 EUR ανά λεπτό και 0,001400 EUR ανά λεπτό στα σταθερά δίκτυα, στο όσο δυνατόν πιο τοπικό επίπεδο διασύνδεσης (υπολογιζόμενα ως σταθμισμένος μέσος όρος μεταξύ των τελών για περιόδους αιχμής και εκτός αιχμής). Οι διαφορές των τελών οφείλονται στις διαφορετικές τοπικές συνθήκες και τις διαρθρώσεις σχετικών τιμών που υφίστανται επί του παρόντος, καθώς και στον διαφορετικό χρονισμό των υπολογιστικών υποδειγμάτων μεταξύ κρατών μελών. Επιπλέον, στα σταθερά δίκτυα το επίπεδο των οικονομικά αποδοτικών τελών τερματισμού εξαρτάται επίσης από το στρώμα δικτύου όπου παρέχεται η υπηρεσία τερματισμού.
(184)Λόγω της τρέχουσας αβεβαιότητας όσον αφορά τον βαθμό υλοποίησης της ζήτησης για ευρυζωνικές υπηρεσίες πολύ υψηλής χωρητικότητας, καθώς και τις γενικές οικονομίες κλίμακας και την πυκνότητα, οι συμφωνίες συνεπένδυσης προσφέρουν σημαντικά οφέλη όσον αφορά τη συγκέντρωση του κόστους και των κινδύνων, παρέχοντας τη δυνατότητα σε μικρότερης κλίμακας φορείς εκμετάλλευσης να επενδύουν υπό οικονομικώς ορθολογικούς όρους και, ως εκ τούτου, προάγοντας τον βιώσιμο, μακροπρόθεσμο ανταγωνισμό, μεταξύ άλλων σε περιοχές όπου ο ανταγωνισμός με βάση τις υποδομές ενδέχεται να μην είναι αποδοτικός. Όταν φορέας εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά απευθύνει ανοικτή πρόσκληση για συνεπένδυση, υπό δίκαιους και εύλογους όρους που δεν εισάγουν διακρίσεις, σε νέα στοιχεία δικτύων που συμβάλλουν σημαντικά στην ανάπτυξη δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας, η εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει, κατά κανόνα, να μην επιβάλει υποχρεώσεις δυνάμει της παρούσας οδηγίας για τα νέα στοιχεία δικτύων, με την επιφύλαξη περαιτέρω επανεξέτασης σε μεταγενέστερες αναλύσεις της αγοράς. Εφόσον λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι μελλοντικές θετικές για τον ανταγωνισμό επιπτώσεις της συνεπένδυσης σε επίπεδο χονδρικής και λιανικής, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν πάντως να κρίνουν σκόπιμο, με βάση την υφιστάμενη διάρθρωση της αγοράς και τη δυναμική της αγοράς που αναπτύσσεται υπό συνθήκες ρυθμιζόμενης πρόσβασης χονδρικής, και ελλείψει σχετικής εμπορικής προσφοράς, να διασφαλίσουν τα δικαιώματα των αιτούντων πρόσβαση που δεν συμμετέχουν σε συγκεκριμένη συνεπένδυση μέσω της διατήρησης υφιστάμενων προϊόντων πρόσβασης ή —όταν παραδοσιακά στοιχεία δικτύου καταργούνται εν ευθέτω χρόνω— μέσω της επιβολής προϊόντων πρόσβασης με συγκρίσιμη λειτουργία με τα προηγουμένως διαθέσιμα στην παραδοσιακή υποδομή.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 61
(185)Ο σκοπός του λειτουργικού διαχωρισμού, όπου ο καθετοποιημένος φορέας εκμετάλλευσης απαιτείται να καθιερώσει λειτουργικά διακριτές επιχειρηματικές οντότητες, είναι η διασφάλιση της παροχής προϊόντων με πλήρως ισότιμη πρόσβαση σε όλους τους κατάντη φορείς εκμετάλλευσης, συμπεριλαμβανομένων των κατάντη τμημάτων του ίδιου του καθετοποιημένου φορέα εκμετάλλευσης. Ο λειτουργικός διαχωρισμός έχει τη δυνατότητα βελτίωσης του ανταγωνισμού σε διάφορες σχετικές αγορές, δεδομένου ότι μειώνει σημαντικά το κίνητρο για διακριτική μεταχείριση και καθιστά ευκολότερη την επαλήθευση και επιβολή της συμμόρφωσης με υποχρεώσεις αμεροληψίας. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο λειτουργικός διαχωρισμός ενδέχεται να δικαιολογηθεί ως επανορθωτικό μέτρο όπου έχει σημειωθεί μόνιμη αδυναμία επίτευξης αποτελεσματικής αμεροληψίας σε περισσότερες από μία σχετικές αγορές και όπου υπάρχει περιορισμένη ή καμία προοπτική ανταγωνισμού υποδομής εντός εύλογου χρονικού ορίζοντα, έπειτα από προσφυγή σε ένα ή περισσότερα επανορθωτικά μέτρα που προηγουμένως θεωρούνταν ενδεδειγμένα. Είναι, ωστόσο, πολύ σημαντικό να εξασφαλισθεί ότι η επιβολή του διαχωρισμού αυτού θα διαφυλάσσει τα συμφέροντα της ενδιαφερόμενης επιχείρησης να επενδύσει στο δίκτυό της και ότι δεν θα συνεπάγεται δυνητικά αρνητικά αποτελέσματα για την ευημερία των καταναλωτών. Για την επιβολή του απαιτείται συντονισμένη ανάλυση διάφορων σχετικών αγορών που συνδέονται με το δίκτυο πρόσβασης, σύμφωνα με τη διαδικασία ανάλυσης της αγοράς που ορίζεται στο άρθρο 6716 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο). Κατά την ανάλυση αγοράς και τη μελέτη των λεπτομερειών του εν λόγω επανορθωτικού μέτρου, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να αποδίδουν ιδιαίτερη προσοχή στα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης από τις διακριτές επιχειρηματικές οντότητες, λαμβάνοντας υπόψη τους την έκταση της εγκατάστασης του δικτύου και το βαθμό τεχνολογικής προόδου, που ενδέχεται να επηρεάσουν τη δυνατότητα υποκατάστασης σταθερών και ασύρματων υπηρεσιών. Για την αποφυγή στρεβλώσεων του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά οι προτάσεις λειτουργικού διαχωρισμού θα πρέπει να εγκρίνονται εκ των προτέρων από την Επιτροπή.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 62
(186)Η εφαρμογή λειτουργικού διαχωρισμού δεν αποκλείει κατάλληλους μηχανισμούς συντονισμού μεταξύ των διάφορων διακριτών επιχειρηματικών οντοτήτων ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία των δικαιωμάτων οικονομικής και διαχειριστικής εποπτείας της μητρικής εταιρείας.
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 64 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(187)Εάν καθετοποιημένη επιχείρηση επιλέξει να μεταφέρει σημαντικό μέρος ή το σύνολο των στοιχείων του δικτύου τοπικής πρόσβασής της σε διακριτή νομική οντότητα υπό διαφορετική ιδιοκτησία ή ιδρύοντας διακριτή επιχειρηματική οντότητα που ασχολείται με προϊόντα πρόσβασης, η εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να εκτιμά το αποτέλεσμα της σκοπούμενης συναλλαγής, ð συμπεριλαμβανομένων τυχόν δεσμεύσεων πρόσβασης που προσφέρονται από την εν λόγω επιχείρηση ï , στο σύνολο των υφιστάμενων ρυθμιστικών υποχρεώσεων που έχουν επιβληθεί στον καθετοποιημένο φορέα εκμετάλλευσης, ώστε να εξασφαλισθεί η συμβατότητα ενδεχόμενων νέων συμφωνιών με την Ö παρούσα Õ οδηγία 2002/19/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση) και την οδηγία 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία). Η αρμόδια εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να αναλαμβάνει νέα ανάλυση των αγορών όπου δραστηριοποιείται η διαιρεμένη οντότητα και, ανάλογα, να επιβάλλει, να διατηρεί, να τροποποιεί ή να αίρει υποχρεώσεις. Για το σκοπό αυτό, η εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητεί πληροφορίες από την επιχείρηση.
ò νέο
(188)Οι δεσμευτικές υποχρεώσεις μπορούν να προσδώσουν προβλεψιμότητα και διαφάνεια στη διαδικασία εθελούσιου διαχωρισμού από καθετοποιημένη επιχείρηση που έχει οριστεί ως κατέχουσα σημαντική ισχύ σε μία ή περισσότερες σχετικές αγορές, με τον καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του σχεδιαζόμενου διαχωρισμού, για παράδειγμα με την παροχή χάρτη πορείας για την εφαρμογή με σαφή σημεία αναφοράς και προβλέψιμες συνέπειες σε περίπτωση μη επίτευξης ορισμένων από αυτά. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να εξετάζουν τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνονται με μακρόπνοη προοπτική βιωσιμότητας, ιδίως όταν επιλέγουν την περίοδο για την οποία αυτές καθίστανται δεσμευτικές, και θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την αξία που αποδίδουν τα ενδιαφερόμενα μέρη κατά τη δημόσια διαβούλευση στις σταθερές και προβλέψιμες συνθήκες της αγοράς.
(189)Οι δεσμεύσεις μπορεί να περιλαμβάνουν τον διορισμό επιβλέποντα εντολοδόχου, του οποίου η ταυτότητα και η εντολή θα πρέπει να εγκρίνονται από την εθνική ρυθμιστική αρχή, και την υποχρέωση του φορέα εκμετάλλευσης που τις παρέχει να υποβάλλει περιοδικές εκθέσεις εφαρμογής.
(190)Οι ιδιοκτήτες δικτύου που δεν έχουν δραστηριότητες λιανικής αγοράς και των οποίων το επιχειρηματικό μοντέλο περιορίζεται, ως εκ τούτου, στην παροχή υπηρεσιών χονδρικής σε άλλους, μπορούν να είναι επωφελείς για τη δημιουργία ακμάζουσας αγοράς χονδρικής, με θετικές επιπτώσεις στον κατάντη ανταγωνισμό λιανικής. Επιπλέον, το επιχειρηματικό τους μοντέλο μπορεί να είναι ελκυστικό για τους υποψήφιους επενδυτές σε λιγότερο ευμετάβλητα πάγια στοιχεία υποδομών και με πιο μακροπρόθεσμες προοπτικές για ανάπτυξη δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας. Ωστόσο, η παρουσία φορέα εκμετάλλευσης αποκλειστικά χονδρικής δεν οδηγεί αναγκαστικά σε πραγματικά ανταγωνιστικές αγορές λιανικής, και είναι δυνατό οι φορείς εκμετάλλευσης αποκλειστικά χονδρικής να οριστούν ως κατέχοντες σημαντική ισχύ σε συγκεκριμένες αγορές προϊόντων και γεωγραφικές αγορές. Οι κίνδυνοι για τον ανταγωνισμό που απορρέουν από τη συμπεριφορά φορέων εκμετάλλευσης που ακολουθούν επιχειρηματικά μοντέλα αποκλειστικά χονδρικής ενδέχεται να είναι χαμηλότεροι από ό,τι για τους καθετοποιημένους φορείς εκμετάλλευσης, εφόσον το μοντέλο αποκλειστικά χονδρικής είναι γνήσιο και δεν υφίστανται κίνητρα για την εισαγωγή διακρίσεων μεταξύ κατάντη παρόχων. Η ρυθμιστική αντίδραση θα πρέπει, ως εκ τούτου, να είναι αναλογικά λιγότερο επεμβατική. Από την άλλη πλευρά, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές πρέπει να είναι σε θέση να παρεμβαίνουν αν ανακύπτουν προβλήματα ανταγωνισμού σε βάρος των τελικών χρηστών.
(191)Για τη διευκόλυνση της μετάβασης από τα παραδοσιακά δίκτυα χαλκού σε δίκτυα επόμενης γενιάς, η οποία είναι προς το συμφέρον των τελικών χρηστών, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να παρακολουθούν τις σχετικές πρωτοβουλίες των ίδιων των φορέων εκμετάλλευσης δικτύων και, όταν κρίνεται απαραίτητο, να καθορίζουν κατάλληλη διαδικασία μετάβασης, για παράδειγμα μέσω προειδοποίησης, διαφάνειας και αποδεκτών προϊόντων συγκρίσιμης πρόσβασης, εφόσον αποδεικνύονται σαφώς η πρόθεση και η ετοιμότητα του ιδιοκτήτη να απενεργοποιήσει το δίκτυο χαλκού. Προκειμένου να αποφεύγονται αδικαιολόγητες καθυστερήσεις της μετάβασης, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να ανακαλούν τις υποχρεώσεις πρόσβασης που αφορούν το δίκτυο χαλκού, εφόσον έχει καθοριστεί κατάλληλη διαδικασία μετάβασης.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 1 (προσαρμοσμένο)
(192)Η ελευθέρωση του τηλεπικοινωνιακού τομέα και η ενίσχυση του ανταγωνισμού και των επιλογών στις υπηρεσίες επικοινωνιών συμβαδίζουν με την παράλληλη δράση για τη θέσπιση εναρμονισμένου κανονιστικού πλαισίου που θα εξασφαλίζει την παροχή της καθολικής υπηρεσίας. Η έννοια της καθολικής υπηρεσίας θα πρέπει να εξελιχθεί ώστε να αντανακλά την πρόοδο της τεχνολογίας, την εξέλιξη της αγοράς και τις μεταβολές στις απαιτήσεις των χρηστών. Το κανονιστικό πλαίσιο που θεσπίστηκε το 1998 για την πλήρη ελευθέρωση της αγοράς των τηλεπικοινωνιών στην Κοινότητα, καθόρισε το ελάχιστο πεδίο εφαρμογής των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας καθώς και κανόνες για τη χρηματοδότηση και την κοστολόγησή του.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 2 (προσαρμοσμένο)
(193)Η Κοινότητα Ö Ένωση Õ συμβάλλει στην προστασία του καταναλωτή, δυνάμει του άρθρου 153 Ö 169 Õ της Σσυνθήκης Ö για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης Õ.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 3 (προσαρμοσμένο)
Η Κοινότητα και τα κράτη μέλη της έχουν αναλάβει δεσμεύσεις σχετικά με το κανονιστικό πλαίσιο για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών στο πλαίσιο της συμφωνίας του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) για τις βασικές τηλεπικοινωνίες. Κάθε μέλος του ΠΟΕ έχει το δικαίωμα να καθορίσει το είδος της υποχρέωσης καθολικής υπηρεσίας που επιθυμεί να διατηρήσει. Οι εν λόγω υποχρεώσεις δεν θα λογίζονται, καθ' εαυτές, ως αντι-ανταγωνιστικές, υπό τον όρο ότι θα εκπληρώνονται κατά τρόπο διαφανή, αμερόληπτο και ανταγωνιστικά ουδέτερο και δεν θα είναι περισσότερο επαχθείς από όσο απαιτείται για το είδος της καθολικής υπηρεσίας που καθορίζεται από το μέλος.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 51 (προσαρμοσμένο)
Δεδομένου ότι οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης, ήτοι ο καθορισμός ενός κοινού επιπέδου καθολικής υπηρεσίας στον τομέα των τηλεπικοινωνιών για όλους τους ευρωπαίους χρήστες και εναρμονισμένων όρων πρόσβασης και χρήσης δημόσιων τηλεφωνικών δικτύων σε σταθερές θέσεις και συναφών διαθέσιμων στο κοινό τηλεφωνικών υπηρεσιών καθώς και η επίτευξη ενός εναρμονισμένου πλαισίου για τη ρύθμιση των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των συναφών ευκολιών, είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, και μπορούν, συνεπώς, λόγω των διαστάσεων ή των αποτελεσμάτων της δράσης, να επιτευχθούν καλλίτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως εκτίθεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως εκτίθεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των εν λόγω στόχων.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 5
Σε μια ανταγωνιστική αγορά, ορισμένες υποχρεώσεις θα πρέπει να ισχύουν για όλες τις επιχειρήσεις παροχής διαθέσιμων στο κοινό τηλεφωνικών υπηρεσιών σε σταθερές θέσεις και άλλες θα πρέπει να ισχύουν μόνο για τις επιχειρήσεις που έχουν σημαντική ισχύ στην αγορά ή έχουν ορισθεί ως φορείς εκμετάλλευσης καθολικής υπηρεσίας.
ò νέο
(194)Η καθολική υπηρεσία αποτελεί πλέγμα ασφαλείας για να εξασφαλίζεται ότι διατίθεται σε όλους τους τελικούς χρήστες ένα σύνολο ελάχιστων υπηρεσιών σε προσιτή τιμή, σε περιπτώσεις όπου ο κίνδυνος κοινωνικού αποκλεισμού που προκύπτει από την έλλειψη αυτής της πρόσβασης αποτρέπει τους πολίτες από την πλήρη κοινωνική και οικονομική συμμετοχή στην κοινωνία.
(195)Η βασική ευρυζωνική πρόσβαση στο διαδίκτυο είναι σχεδόν καθολικά διαθέσιμη σε ολόκληρη την Ένωση και χρησιμοποιείται ευρύτατα για ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων. Ωστόσο, ο συνολικός βαθμός αξιοποίησης είναι χαμηλότερος από τη διαθεσιμότητα, διότι εξακολουθούν να υπάρχουν αποσυνδεδεμένα άτομα για λόγους που σχετίζονται με την ευαισθητοποίηση, το κόστος, τις δεξιότητες και από επιλογή. Η οικονομικά προσιτή λειτουργική πρόσβαση στο διαδίκτυο έχει αποκτήσει ζωτική σημασία για την κοινωνία και την ευρύτερη οικονομία. Παρέχει τη βάση για συμμετοχή στην ψηφιακή οικονομία και κοινωνία μέσω βασικών επιγραμμικών υπηρεσιών διαδικτύου.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 8 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(196)Θεμελιώδης απαίτηση της καθολικής υπηρεσίας είναι να Ö διασφαλίζει ότι όλοι οι τελικοί χρήστες έχουν πρόσβαση, σε προσιτή τιμή, σε διαθέσιμες υπηρεσίες λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών, τουλάχιστον Õ παρέχει στους χρήστες, κατόπιν αιτήματος, σύνδεση με το δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερήές θέσηεις, σε προσιτή τιμή. ð Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να εξασφαλίζουν την οικονομική προσιτότητα υπηρεσιών που δεν παρέχονται σε σταθερή θέση, αλλά σε πολίτες εν κινήσει, όταν το κρίνουν αναγκαίο για να εξασφαλίζεται η πλήρης κοινωνική και οικονομική τους συμμετοχή στην κοινωνία. ï Η απαίτηση περιορίζεται σε μια μόνο σύνδεση δικτύου στενής ζώνης, η παροχή της οποίας μπορεί να περιορίζεται από τα κράτη μέλη στην κύρια θέση/κύρια κατοικία του τελικού χρήστη, και δεν επεκτείνεται στο ψηφιακό δίκτυο ενοποιημένων υπηρεσιών (ISDN), το οποίο επιτρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα δύο ή περισσότερες συνδέσεις. Δεν θα πρέπει να υπάρχουν περιορισμοί στα τεχνικά μέσα με τα οποία παρέχεται η σύνδεση, έτσι ώστε να επιτρέπεται εξίσου η χρήση ενσύρματων ή ασύρματων τεχνολογιών. Επίσης, δεν θα πρέπει να υπάρχουν περιορισμοί ως προς το ποιοι Ö την κατηγορία των Õ φορέωνείς εκμετάλλευσης Ö που Õ θα φέρουν μέρος ή όλες τις υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας. Οι συνδέσεις με το δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερές θέσεις θα πρέπει να είναι ικανές να υποστηρίζουν, εκτός της ομιλίας, επικοινωνίες δεδομένων σε ταχύτητες κατάλληλες για πρόσβαση, σε επιγραμμικές υπηρεσίες, όπως αυτές που παρέχονται μέσω του κοινόχρηστου Διαδικτύου. Η ταχύτητα πρόσβασης στο Διαδίκτυο, όπως φαίνεται από την πλευρά του χρήστη, μπορεί να εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της σύνδεσης του ή των φορέων παροχής με το Διαδίκτυο καθώς και της εφαρμογής για την οποία χρησιμοποιείται η σύνδεση. Ο ρυθμός δεδομένων που δύναται να υποστηριχθεί από μια μεμονωμένη σύνδεση στενής ζώνης στο δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο, εξαρτάται από τις δυνατότητες του τερματικού εξοπλισμού του συνδρομητή και από τη σύνδεση. Για το λόγο αυτό, δεν ενδείκνυται να ορισθεί συγκεκριμένος ρυθμός δεδομένων ή δυφιακός ρυθμός, σε κοινοτικό επίπεδο. Επί του παρόντος, οι διαθέσιμοι διαποδιαμορφωτές φωνητικής ζώνης προσφέρουν, κατά κανόνα, ρυθμό δεδομένων της τάξεως των 56 kbit/s και τον προσαρμόζουν αυτόματα για να αντιμετωπίσουν τη μεταβλητή ποιότητα γραμμής, με αποτέλεσμα ο επιτυγχανόμενος ρυθμός δεδομένων να είναι ενδεχομένως χαμηλότερος από 56 kbit/s. Απαιτείται ευελιξία, αφενός μεν, για να μπορούν τα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα, όταν απαιτείται, για να εξασφαλίζουν ότι οι συνδέσεις μπορούν να υποστηρίζουν αυτούς τους ρυθμούς δεδομένων, αφετέρου δε, για να μπορούν τα κράτη μέλη, ανάλογα με την περίπτωση, να επιτρέπουν ρυθμούς δεδομένων κατώτερους από το ανώτατο αυτό όριο των56kbits/s προκειμένου, π.χ., να εκμεταλλεύονται τις δυνατότητες των ασύρματων τεχνολογιών(συμπεριλαμβανομένων των κυψελωτών ασύρματων δικτύων) για την παροχή καθολικής υπηρεσίας σε μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού. Αυτό ενδέχεται να έχει ιδιαίτερη σημασία σε μερικές υπό προσχώρηση χώρες, όπου η διάδοση των παραδοσιακών τηλεφωνικών συνδέσεων παραμένει σχετικά χαμηλή. Στις περιπτώσεις που η σύνδεση με το δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερές θέσεις είναι σαφώς ανεπαρκής προκειμένου να υποστηρίξει την πρόσβαση στο Διαδίκτυο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να απαιτούν να αναβαθμίζεται η σύνδεση στο επίπεδο που απολαύει η πλειοψηφία των συνδρομητών, ώστε να εξασφαλίζεται ρυθμός δεδομένων επαρκής για την πρόσβαση στο Διαδίκτυο. Σε όσες περιπτώσεις τα εν λόγω ειδικά μέτρα συνεπάγονται επιπλέον καθαρό κόστος για τους ενδιαφερόμενους καταναλωτές, το καθαρό αποτέλεσμα είναι δυνατόν να συμπεριλαμβάνεται στον υπολογισμό του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας.
ê 2009/136/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 5
ð νέο
(197)Οι συνδέσεις δεδομένων με το δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών σε σταθερές θέσεις θα πρέπει να μπορούν να υποστηρίζουν επικοινωνίες δεδομένων σε ταχύτητες κατάλληλες για πρόσβαση σε τηλεματικές υπηρεσίες, όπως αυτές που παρέχονται μέσω του δημόσιου διαδικτύου. Η ταχύτητα πρόσβασης στο Διαδίκτυο, όπως φαίνεται από την πλευρά του χρήστη, μπορεί να εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της σύνδεσης του ή των φορέων παροχής με το Διαδίκτυο καθώς και της εφαρμογής για την οποία χρησιμοποιείται η σύνδεση. Η ταχύτητα μετάδοσης δεδομένων που είναι δυνατόν να υποστηριχθεί από σύνδεση στο δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών, εξαρτάται τόσο από τις δυνατότητες του τερματικού εξοπλισμού του συνδρομητή όσο και από τη σύνδεση. Για το λόγο αυτό, δεν ενδείκνυται να οριστεί συγκεκριμένη ταχύτητα μετάδοσης δεδομένων ή δυφιακός ρυθμός, σε κοινοτικό επίπεδο. ð Η οικονομικά προσιτή υπηρεσία λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο θα πρέπει να επαρκεί για την υποστήριξη της πρόσβασης σε ελάχιστη δέσμη βασικών υπηρεσιών που αντανακλούν τις υπηρεσίες που χρησιμοποιούνται από την πλειονότητα των χρηστών, καθώς και της χρήσης αυτής της δέσμης. Ο εν λόγω ελάχιστος κατάλογος υπηρεσιών θα πρέπει να καθορίζεται περαιτέρω από τα κράτη μέλη, προκειμένου να επιτρέπεται επαρκές επίπεδο κοινωνικής ένταξης και συμμετοχής στην ψηφιακή κοινωνία και οικονομία στην επικράτειά τους. ï Χρειάζεται ευελιξία για να μπορέσουν τα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα, όπου είναι αναγκαίο, ώστε να εξασφαλίσουν ότι μια σύνδεση δεδομένων μπορεί να υποστηρίξει ταχύτητες δεδομένων επαρκείς για μια λειτουργική πρόσβαση στο Διαδίκτυο, όπως αυτή ορίζεται από τα κράτη μέλη, λαμβάνοντας κατάλληλα υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες των εθνικών αγορών όπως, για παράδειγμα, το εύρος ζώνης που χρησιμοποιεί η πλειονότητα των συνδρομητών στο συγκεκριμένο κράτος μέλος ή οι τεχνολογικές δυνατότητες, με την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά αποσκοπούν στην ελαχιστοποίηση των στρεβλώσεων στην αγορά. Όταν τα ανωτέρω μέτρα προκαλούν αδικαιολόγητη επιβάρυνση σε μια καθορισμένη επιχείρηση, λαμβανομένων υπόψη του κόστους και των εσόδων, καθώς και των άυλων οφελών από την παροχή των υπηρεσιών αυτών, η επιβάρυνση αυτή μπορεί να περιλαμβάνεται στον υπολογισμό του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων παροχής καθολικής υπηρεσίας. Μπορεί επίσης να εφαρμόζεται εναλλακτική χρηματοδότηση της αναγκαίας υποδομής δικτύου, με κοινοτικούς πόρους ή εθνικά μέτρα σύμφωνα προς την κοινοτική νομοθεσία.
ò νέο
(198)Δεν θα πρέπει να είναι υποχρεωτική για τους τελικούς χρήστες η πρόσβαση σε υπηρεσίες που δεν επιθυμούν και θα πρέπει, επομένως, να είναι δυνατό οι επιλέξιμοι τελικοί χρήστες να περιορίζουν, κατόπιν αιτήματος, την οικονομικά προσιτή καθολική υπηρεσία μόνο στην υπηρεσία φωνητικών επικοινωνιών.
ê 2009/136/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 17
(199)Οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να παρακολουθούν την εξέλιξη και το επίπεδο των τιμολογίων λιανικής για υπηρεσίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των υποχρεώσεων παροχής καθολικής υπηρεσίας, ακόμη και όταν ένα κράτος μέλος δεν έχει ακόμη ορίσει την επιχείρηση παροχής καθολικής υπηρεσίας. Σε αυτήν την περίπτωση, Ηη παρακολούθηση θα πρέπει να γίνεται κατά τρόπο που να επιβαρύνει υπερβολικά από διοικητικής απόψεως ούτε τις εθνικές κανονιστικές αρχές ούτε τις επιχειρήσεις που παρέχουν τέτοια υπηρεσία.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 10 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(200)Ως προσιτή τιμή νοείται η τιμή που ορίζουν τα κράτη μέλη σε εθνικό επίπεδο, υπό το πρίσμα των ειδικών εθνικών προϋποθέσεων, και μπορεί να περιλαμβάνει τον καθορισμό κοινών τιμολογίων ανεξαρτήτως της γεωγραφικής θέσης ή ειδικές επιλογές τιμολογίου ð ή πακέτα ï για την αντιμετώπιση των αναγκών των χρηστών με χαμηλό εισόδημα Ö ή των χρηστών με ειδικές κοινωνικές ανάγκες, συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων, των χρηστών με αναπηρίες και των τελικών χρηστών που κατοικούν σε αγροτικές ή γεωγραφικά απομονωμένες περιοχές. Οι προσφορές αυτές θα πρέπει να παρέχονται με βασικά χαρακτηριστικά, προκειμένου να αποφεύγονται στρεβλώσεις στη λειτουργία της αγοράς. Õ Η οικονομική προσιτότητα για τους μεμονωμένους καταναλωτές ð τελικούς χρήστες θα πρέπει να στηρίζεται στο ï ð δικαίωμά τους να συνάπτουν σύμβαση με επιχείρηση, τη διαθεσιμότητα αριθμού, τη διαρκή σύνδεση της υπηρεσίας και ï τη δυνατότητά τους να παρακολουθούν και να ελέγχουν τις δαπάνες τους.
ò νέο
(201)Δεν θα πρέπει να είναι πλέον δυνατή η άρνηση χορήγησης πρόσβασης σε τελικούς χρήστες στην ελάχιστη δέσμη υπηρεσιών συνδεσιμότητας. Το δικαίωμα σύναψης σύμβασης με επιχείρηση θα πρέπει να σημαίνει ότι οι τελικοί χρήστες που ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωποι με άρνηση, ιδίως εκείνοι με χαμηλό εισόδημα ή ειδικές κοινωνικές ανάγκες, θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να συνάπτουν σύμβαση για την παροχή οικονομικά προσιτών υπηρεσιών λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών τουλάχιστον σε σταθερή θέση με οποιαδήποτε επιχείρηση παρέχει τέτοιου είδους υπηρεσίες στη θέση αυτή. Προκειμένου να ελαχιστοποιούνται οι οικονομικοί κίνδυνοι, όπως η μη εξόφληση λογαριασμών, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να είναι ελεύθερες να παρέχουν τη σύμβαση με όρους προπληρωμής, βάσει οικονομικά προσιτών επιμέρους προπληρωμένων μονάδων.
(202)Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι πολίτες είναι προσβάσιμοι με υπηρεσίες φωνητικών επικοινωνιών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν τη διαθεσιμότητα τηλεφωνικού αριθμού για εύλογη χρονική περίοδο και επίσης κατά τη διάρκεια περιόδων μη χρήσης της υπηρεσίας φωνητικών επικοινωνιών. Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να μπορούν να θέτουν σε εφαρμογή μηχανισμούς για τον έλεγχο του διαρκούς ενδιαφέροντος του τελικού χρήστη για διατήρηση της διαθεσιμότητας του αριθμού.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 4 (προσαρμοσμένο)
(203)Η εξασφάλιση καθολικής υπηρεσίας, (δηλαδή η παροχή καθορισμένης στοιχειώδους δέσμης υπηρεσιών σε όλους του τελικούς χρήστες σε προσιτή τιμή), είναι δυνατόν να συνεπάγεται την παροχή μερικών υπηρεσιών σε ορισμένους τελικούς χρήστες, σε τιμές που διαφέρουν από εκείνες που προκύπτουν από συνήθεις συνθήκες αγοράς. Ωστόσο, Ηη αποζημίωση των επιχειρήσεων οι οποίες καθορίζονται για την παρέχουνοχή τιςων εν λόγω υπηρεσίεςιών, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν πρέπει να οδηγεί σε στρέβλωση του ανταγωνισμού, εάν οι καθορισμένες Ö εν λόγω Õ επιχειρήσεις αποζημιώνονται για το συνεπαγόμενο καθαρό κόστος και εάν το καθαρό κόστος καλύπτεται με ανταγωνιστικώς ουδέτερο τρόπο.
ò νέο
(204)Προκειμένου να αξιολογείται η ανάγκη για μέτρα οικονομικής προσιτότητας, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να παρακολουθούν την εξέλιξη και τις λεπτομέρειες των προσφορών τιμολογιακών επιλογών ή δεσμών για τελικούς χρήστες με χαμηλά εισοδήματα ή ειδικές κοινωνικές ανάγκες.
(205)Όταν πρόσθετα μέτρα πέραν των βασικών τιμολογιακών επιλογών ή δεσμών που παρέχονται από τις επιχειρήσεις δεν επαρκούν για να εξασφαλίσουν την οικονομική προσιτότητα για τελικούς χρήστες με χαμηλά εισοδήματα ή ειδικές ανάγκες, η άμεση στήριξη, όπως για παράδειγμα κουπόνια για τους εν λόγω τελικούς χρήστες, μπορεί να αποτελέσει κατάλληλη εναλλακτική λύση, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να ελαχιστοποιούνται οι στρεβλώσεις της αγοράς.
ê 2009/136/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 9 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(206)Τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίσουν μέτρα για την προώθηση της δημιουργίας αγοράς Ö οικονομικά προσιτών Õ ευρέως διαδεδομένων προϊόντων και υπηρεσιών με διευκολύνσεις για τους τελικούς χρήστες με αναπηρία Ö , συμπεριλαμβανομένου του εξοπλισμού με υποστηρικτικές τεχνολογίες Õ . Αυτό μπορεί να επιτευχθεί, μεταξύ άλλων, με αναφορά σε ευρωπαϊκά πρότυπα, Ö ή με Õ καθιέρωσηερώνοντας προϋποθέσεωνις ηλεκτρονικής προσβασιμότητας (eAccessibility) Ö σύμφωνα με την οδηγία xxx/ΕΕΕΕ/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά τις απαιτήσεις προσβασιμότητας για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες Õ στις διαδικασίες δημοσίων προμηθειών και τις προσκλήσεις για την υποβολή προσφορών παροχής υπηρεσιών, και εφαρμόζοντας τη νομοθεσία που προστατεύει τα δικαιώματα των τελικών χρηστών με αναπηρία. ð Τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθορίζουν κατάλληλα μέτρα ανάλογα με τις εθνικές περιστάσεις, το οποίο παρέχει ευελιξία στα κράτη μέλη να λαμβάνουν ειδικά μέτρα, για παράδειγμα, αν η αγορά δεν παράγει οικονομικά προσιτά προϊόντα και υπηρεσίες που να ενσωματώνουν διευκολύνσεις για τελικούς χρήστες με αναπηρίες υπό τις συνήθεις οικονομικές συνθήκες. ï
ò νέο
(207)Για επικοινωνίες δεδομένων με ρυθμούς δεδομένων που επαρκούν για να επιτρέπεται η λειτουργική πρόσβαση στο διαδίκτυο, οι συνδέσεις σταθερής τηλεφωνίας είναι σχεδόν καθολικά διαθέσιμες και χρησιμοποιούνται από την πλειονότητα των πολιτών σε ολόκληρη την Ένωση. Η τυπική σταθερή ευρυζωνική κάλυψη και διαθεσιμότητα στην Ένωση ανέρχεται στο 97 % των κατοικιών για το 2015, με μέσο ποσοστό αξιοποίησης 72 %, ενώ οι υπηρεσίες που βασίζονται σε ασύρματες τεχνολογίες έχουν ακόμη μεγαλύτερη εμβέλεια. Ωστόσο, υπάρχουν διαφορές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τη διαθεσιμότητα και την οικονομική προσιτότητα των σταθερών ευρυζωνικών συνδέσεων στις αστικές και τις αγροτικές περιοχές.
(208)Η αγορά πρέπει να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στην εξασφάλιση της διαθεσιμότητας της ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο, με συνεχώς αυξανόμενη χωρητικότητα. Σε περιοχές όπου η αγορά δεν θα απέδιδε, άλλα εργαλεία δημόσιας πολιτικής για την υποστήριξη της διαθεσιμότητας συνδέσεων λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο φαίνονται, καταρχήν, οικονομικώς πιο αποδοτικά και λιγότερο στρεβλωτικά για την αγορά από τις υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας, για παράδειγμα η χρησιμοποίηση χρηματοδοτικών μέσων όπως αυτών που διατίθενται στο πλαίσιο του ΕΤΣΕ και του μηχανισμού «Συνδέοντας την Ευρώπη», η χρησιμοποίηση δημόσιας χρηματοδότησης από τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά και επενδυτικά ταμεία, η επιβολή υποχρεώσεων κάλυψης για τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος ώστε να υποστηρίζεται η ανάπτυξη ευρυζωνικών δικτύων σε λιγότερο πυκνοκατοικημένες περιοχές και οι δημόσιες επενδύσεις σύμφωνα με τους ενωσιακούς κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων.
ê 2009/136/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 4
ð νέο
(209)Θεμελιώδης απαίτηση της καθολικής υπηρεσίας είναι να παρέχει στους χρήστες, κατόπιν αιτήματος, σύνδεση με το δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών σε σταθερές θέσεις και σε προσιτή τιμή. ð Αν, μετά την πραγματοποίηση της δέουσας αξιολόγησης, λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων της γεωγραφικής έρευνας για την ανάπτυξη δικτύων που διενεργείται από την εθνική ρυθμιστική αρχή, προκύπτει ότι ούτε η αγορά ούτε οι μηχανισμοί δημόσιας παρέμβασης είναι πιθανό να παρέχουν σε τελικούς χρήστες ορισμένων περιοχών σύνδεση ικανή να παρέχει υπηρεσία λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο, όπως ορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 2, και υπηρεσίες φωνητικών επικοινωνιών σε σταθερή θέση, το κράτος μέλος θα πρέπει να μπορεί να ορίζει, κατ’ εξαίρεση, διαφορετικές επιχειρήσεις ή σύνολα επιχειρήσεων για να παρέχουν τις εν λόγω υπηρεσίες στα διάφορα αντίστοιχα μέρη της εθνικής επικράτειας. ï Η απαίτηση αφορά την παροχή υπηρεσιών τοπικών, εθνικών και διεθνών τηλεφωνικών κλήσεων, τηλεομοιοτυπικών επικοινωνιών και υπηρεσιών δεδομένων, η οποία ð Οι υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας προς στήριξη της διαθεσιμότητας υπηρεσίας λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο ï θα πρέπει να περιορίζονεται από τα κράτη μέλη στην κύρια έδρα ή κατοικία του τελικού χρήστη. Δεν θα πρέπει να υπάρχουν περιορισμοί στα τεχνικά μέσα με τα οποία παρέχονεται η σύνδεση ð οι υπηρεσίες λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών σε σταθερή θέση ï , έτσι ώστε να είναι εξίσου δυνατή η χρήση ενσύρματων ή ασύρματων τεχνολογιών, ούτε ως προς το ποιοι φορείς εκμετάλλευσης θα είναι επιφορτισμένοι με μέρος ή με το σύνολο των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας.
ê 2009/136/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 16 (προσαρμοσμένο)
(210)Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, εναπόκειται στα κράτη μέλη να αποφασίζουν με βάση αντικειμενικά κριτήρια ποιες επιχειρήσεις ορίζονται ως πάροχοι καθολικής υπηρεσίας, λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, την ικανότητα και την επιθυμία των επιχειρήσεων να αναλάβουν όλες ή μέρος των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας. Αυτό δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να Ö μπορούν να Õ ορίζουν, κατά τη διαδικασία καθορισμού, ειδικές προϋποθέσεις που δικαιολογούνται για λόγους αποτελεσματικότητας, μεταξύ άλλων συγκέντρωση γεωγραφικών περιοχών, επιμέρους στοιχεία ή ελάχιστη περίοδο καθορισμού.
ò νέο
(211)Θα πρέπει να εκτιμάται το κόστος διασφάλισης της διαθεσιμότητας σύνδεσης ικανής να παρέχει υπηρεσία λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο, όπως ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 2, και υπηρεσία φωνητικών επικοινωνιών σε σταθερή θέση και σε προσιτή τιμή στο πλαίσιο των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας, ιδίως με αξιολόγηση της αναμενόμενης οικονομικής επιβάρυνσης για επιχειρήσεις και χρήστες στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
(212)Εξ ορισμού, οι απαιτήσεις για εξασφάλιση της εδαφικής κάλυψης σε εθνικό επίπεδο που επιβάλλονται κατά τη διαδικασία ορισμού είναι πιθανό να αποκλείουν ή να αποθαρρύνουν ορισμένες επιχειρήσεις από το να υποβάλουν αίτηση για να οριστούν ως πάροχοι καθολικής υπηρεσίας. Ο ορισμός παρόχων με υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας για εκτεταμένη ή αόριστη χρονική περίοδο ενδέχεται επίσης να οδηγήσει σε εκ των προτέρων αποκλεισμό ορισμένων επιχειρήσεων.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 9
Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να καθορίζουν διαφορετικές επιχειρήσεις για την παροχή των στοιχείων δικτύου και υπηρεσιών της καθολικής υπηρεσίας. Οι καθορισμένες επιχειρήσεις που παρέχουν στοιχεία δικτύου μπορούν να υποχρεούνται να εξασφαλίζουν τις εργασίες κατασκευής και συντήρησης που είναι αναγκαίες και αναλογικές για την εκπλήρωση όλων των εύλογων αιτημάτων σύνδεσης στο δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερές θέσεις και πρόσβασης στις διαθέσιμες στο κοινό τηλεφωνικές υπηρεσίες σε σταθερές θέσεις.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 11 (προσαρμοσμένο)
Οι πληροφορίες καταλόγου και η υπηρεσία πληροφοριών καταλόγου αποτελούν ουσιαστικό μέσο πρόσβασης στις διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες τηλεφωνίας και μέρος της υποχρέωσης παροχής καθολικής υπηρεσίας. Οι χρήστες και οι καταναλωτές επιθυμούν πλήρεις καταλόγους και υπηρεσία πληροφοριών καταλόγου που να καλύπτει όλους τους καταχωρισμένους συνδρομητές τηλεφώνου και τους αριθμούς τους (τόσο τους σταθερούς όσο και τους κινητούς) και την παρουσίαση των πληροφοριών αυτών χωρίς διακρίσεις. Η οδηγία 97/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, περί επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και προστασίας της ιδιωτικής ζωής στον τηλεπικοινωνιακό τομέα
, προστατεύει το δικαίωμα της ζωής των συνδρομητών όσον αφορά τη συμπερίληψη των πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα που τους αφορούν σε δημόσιο κατάλογο συνδρομητών.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 12 (προσαρμοσμένο)
Είναι σημαντικό να υπάρχει επαρκής αριθμός κοινόχρηστων τηλεφώνων για τους πολίτες. Είναι επίσης σημαντικό οι χρήστες να έχουν τη δυνατότητα να καλούν ατελώς τους αριθμούς κλήσης έκτακτης ανάγκης και, ιδίως, τον ενιαίο ευρωπαϊκό αριθμό κλήσης έκτακτης ανάγκης ("112") από οποιοδήποτε τηλέφωνο, συμπεριλαμβανομένων των κοινόχρηστων τηλεφώνων, χωρίς χρήση μέσου πληρωμής. Η ελλιπής πληροφόρηση σχετικά με την ύπαρξη του αριθμού "112", αποστερεί τους πολίτες από την πρόσθετη ασφάλεια που τους παρέχει η ύπαρξη του αριθμού αυτού σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ιδίως κατά τη διάρκεια επισκέψεών τους σε άλλα κράτη μέλη.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 13
Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, προκειμένου να εξασφαλίζουν την πρόσβαση και την οικονομική προσιτότητα όλων των διαθέσιμων στο κοινό τηλεφωνικών υπηρεσιών σε σταθερές θέσεις για μειονεκτούντες χρήστες και για χρήστες με ειδικές κοινωνικές ανάγκες. Στα ειδικά μέτρα για μειονεκτούντες χρήστες θα ήταν δυνατό να συμπεριλαμβάνονται, κατά περίπτωση, η πρόσβαση σε κοινόχρηστα τηλέφωνα, δημόσια τηλέφωνα κειμενικής τηλεφωνίας ή ανάλογα μέτρα για κωφούς ή άτομα με προβλήματα ομιλίας, η δωρεάν παροχή υπηρεσιών, όπως οι υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου ή ανάλογα μέτρα για τυφλούς ή άτομα με μειωμένη όραση και η παροχή αναλυτικών λογαριασμών εναλλακτικής μορφής, για τυφλούς ή άτομα με μειωμένη όραση, κατόπιν αιτήματος. Ενδέχεται επίσης να απαιτείται η λήψη ειδικών μέτρων ώστε οι μειονεκτούντες χρήστες και οι χρήστες με ειδικές κοινωνικές ανάγκες να έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης "112" και η παροχή σ' αυτούς δυνατοτήτων επιλογής μεταξύ διαφόρων φορέων εκμετάλλευσης ή φορέων παροχής υπηρεσιών, όπως στους άλλους καταναλωτές. Πρότυπα για την ποιότητα των υπηρεσιών έχουν αναπτυχθεί με βάση μια σειρά παραμέτρων αξιολόγησης της ποιότητας των υπηρεσιών που λαμβάνουν οι συνδρομητές και του βαθμού στον οποίο εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με την παροχή καθολικής υπηρεσίας όσον αφορά την επίτευξη των εν λόγω προτύπων. Δεν υπάρχουν ακόμη πρότυπα υπηρεσιών για τους χρήστες με ειδικές ανάγκες. Θα πρέπει να αναπτυχθούν πρότυπα απόδοσης και σχετικές παράμετροι για τους χρήστες με ειδικές ανάγκες, όπως προβλέπεται στο άρθρο 11 της παρούσας οδηγίας. Επιπλέον, οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητούν τη δημοσίευση στοιχείων σχετικά με την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, εφόσον αναπτυχθούν τα σχετικά πρότυπα και παράμετροι. Οι φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας δεν θα πρέπει να λαμβάνουν μέτρα που να εμποδίζουν τους χρήστες να επωφελούνται πλήρως των υπηρεσιών που παρέχουν οι άλλοι φορείς εκμετάλλευσης ή φορείς παροχής υπηρεσιών, σε συνδυασμό με τις υπηρεσίες που προσφέρουν οι ίδιοι ως μέρος της καθολικής υπηρεσίας.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 14
Η σημασία της πρόσβασης και της χρήσης του δημόσιου τηλεφωνικού δικτύου σε σταθερές θέσεις είναι τόσο μεγάλη, ώστε θα πρέπει να παρέχεται σε όλους όσοι εύλογα υποβάλλουν σχετικό αίτημα. Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, τα κράτη μέλη ορίζουν, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, τις επιχειρήσεις με υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, συνεκτιμώντας κατά περίπτωση, την ικανότητα και την προθυμία των επιχειρήσεων να αναλαμβάνουν, εν όλω ή εν μέρει, υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας. Είναι σημαντικό οι υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας να εκπληρώνονται με τη μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητα, ώστε το τίμημα που καταβάλλουν οι χρήστες εν γένει να είναι εύλογο σε σχέση με το πραγματικό κόστος της παροχής. Είναι εξίσου σημαντικό οι φορείς εκμετάλλευσης της καθολικής υπηρεσίας να διατηρούν την ακεραιότητα του δικτύου και τη συνέχεια και την ποιότητα της υπηρεσίας. Η ανάπτυξη μεγαλύτερου ανταγωνισμού και η αύξηση των επιλογών προσφέρουν μεγαλύτερες δυνατότητες ώστε οι υπηρεσίες καθολικής υπηρεσίας να μπορούν να παρέχονται, εν όλω ή εν μέρει, από επιχειρήσεις πέραν εκείνων που διαθέτουν σημαντική ισχύ στην αγορά. Κατά συνέπεια, οι υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας είναι ενίοτε δυνατό να παραχωρούνται στους φορείς εκμετάλλευσης που προσφέρουν την οικονομικώς αποτελεσματικότερη παροχή πρόσβασης και υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων διαδικασιών ανταγωνιστικής ή συγκριτικής επιλογής. Οι αντίστοιχες υποχρεώσεις μπορούν να περιλαμβάνονται ως όροι στις άδειες για την παροχή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών.
ê 2009/136/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 10 (προσαρμοσμένο)
(213)Εφόσον μια επιχείρηση που έχει οριστεί να παράσχει καθολική υπηρεσία Ö εξασφαλίζει τη διαθεσιμότητα λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο ή φωνητικών επικοινωνιών σε σταθερή θέση Õ , όπως ορίζεται στο άρθρο 81 4 της Ö παρούσας Õ οδηγίας 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία), επιλέγει να διαθέσει ένα σημαντικό τμήμα, υπό το φως της υποχρέωσής της όσον αφορά την καθολική υπηρεσία, ή όλα τα περιουσιακά της στοιχεία που αφορούν την τοπική πρόσβαση σε δίκτυο στην εθνική επικράτεια σε μια χωριστή νομική οντότητα βάσει διαφορετικής τελικής ιδιοκτησίας, η εθνική κανονιστική αρχή θα πρέπει να αξιολογήσει τις συνέπειες της συναλλαγής προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνέχιση των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας σε ολόκληρη την εθνική επικράτεια ή σε μέρος της. Για τον σκοπό αυτό, η εθνική κανονιστική αρχή η οποία επέβαλε τις υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας θα πρέπει να ενημερωθεί από την επιχείρηση εκ των προτέρων όσον αφορά αυτή τη διάθεση. Η αξιολόγηση της εθνικής κανονιστικής αρχής δεν θα πρέπει να προδικάσει την ολοκλήρωση της συναλλαγής.
ò νέο
(214)Για να εξασφαλίζεται σταθερότητα και να στηρίζεται η σταδιακή μετάβαση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να συνεχίσουν να εξασφαλίζουν την παροχή καθολικών υπηρεσιών στην επικράτειά τους, εκτός από τις υπηρεσίες λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών σε σταθερή θέση, που περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής των οικείων υποχρεώσεων παροχής καθολικής υπηρεσίας βάσει της οδηγίας 2002/22/ΕΚ κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, εφόσον οι υπηρεσίες ή οι συγκρίσιμες υπηρεσίες δεν είναι διαθέσιμες υπό τις συνήθεις εμπορικές συνθήκες. Αν επιτραπεί η συνέχιση της παροχής δημόσιων τηλεφωνικών θαλάμων, καταλόγων και υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγου σύμφωνα με το καθεστώς καθολικής υπηρεσίας, για όσο διάστημα αποδεικνύεται ακόμη η σχετική ανάγκη, θα παρασχεθεί στα κράτη μέλη η απαραίτητη ευελιξία προκειμένου να ληφθούν δεόντως υπόψη οι ποικίλες εθνικές περιστάσεις. Ωστόσο, η χρηματοδότηση των εν λόγω υπηρεσιών θα πρέπει να γίνεται μέσω δημόσιων πόρων, όπως για τις λοιπές υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 15
ð νέο
(215)Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρακολουθούν την κατάσταση των καταναλωτών ð τελικών χρηστών ï όσον αφορά τη χρήση ð υπηρεσιών λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών ï των διαθέσιμων στο κοινό τηλεφωνικών υπηρεσιών, ιδίως όσον αφορά την οικονομική προσιτότητα των εν λόγω υπηρεσιών. Η οικονομική προσιτότητα ð υπηρεσιών λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών ï της τηλεφωνικής υπηρεσίας συνδέεται με την ενημέρωση των χρηστών σχετικά με τις δαπάνες τηλεφωνικής χρήσης και με το σχετικό κόστος της χρήσης του τηλεφώνου σε σχέση με άλλες υπηρεσίες, καθώς και με τη δυνατότητα να ελέγχουν τις δαπάνες τους. Κατά συνέπεια, η οικονομική προσιτότητα συνεπάγεται την ενίσχυση των δικαιωμάτων των καταναλωτών, μέσω της επιβολής υποχρεώσεων στις καθορισμένες, για την παροχή των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας, επιχειρήσεις. Στις υποχρεώσεις αυτές, συμπεριλαμβάνεται ένα συγκεκριμένο επίπεδο ανάλυσης λογαριασμού, η δυνατότητα επιλεκτικής φραγής κλήσεων (όπως οι δαπανηρές κλήσεις σε υπηρεσίες πρόσθετου τέλους), η δυνατότητα των καταναλωτών να ελέγχουν τις δαπάνες τους με τη βοήθεια μέσων προπληρωμής και η δυνατότητα των καταναλωτών για τμηματική αποπληρωμή των αρχικών τελών σύνδεσης. Είναι δυνατόν να απαιτηθεί η αναθεώρηση ή η αλλαγή των μέτρων αυτών, ανάλογα με τις εξελίξεις στην αγορά. Οι υφιστάμενες συνθήκες δεν δικαιολογούν την επιβολή, σε φορείς εκμετάλλευσης που επιβαρύνονται με υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας, της υποχρέωσης να ειδοποιούν τους συνδρομητές για την υπέρβαση ενός προκαθορισμένου ορίου δαπανών ή για τυχόν ανωμαλίες όσον αφορά τον αριθμό των πραγματοποιούμενων κλήσεων. Η μελλοντική αναθεώρηση των σχετικών νομοθετικών διατάξεων θα πρέπει να εξετάσει αν τυχόν συντρέχει ανάγκη να ειδοποιούνται οι συνδρομητές για τους λόγους αυτούς.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 16 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(216)Με εξαίρεση τις περιπτώσεις επανειλημμένης καθυστέρησης ή μη εξόφλησης των λογαριασμών, οι καταναλωτές ð που δικαιούνται οικονομικά προσιτά τιμολόγια ï θα πρέπει να προστατεύονται από την άμεση αποσύνδεση από το δίκτυο, λόγω μη εξόφλησης λογαριασμού και, ιδίως στην περίπτωση διαφορών που αφορούν μεγάλους λογαριασμούς για υπηρεσίες πρόσθετου τέλους, θα πρέπει να εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση στις βασικές τηλεφωνικές υπηρεσίες Ö φωνητικών επικοινωνιών Õ όσο εκκρεμεί η επίλυση της διαφοράς. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι η παροχή της εν λόγω πρόσβασης συνεχίζεται μόνο εάν ο συνδρομητής συνεχίζει να καταβάλλει τα τέλη μίσθωσης της γραμμής.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 17
Η ποιότητα και η τιμή αποτελούν βασικούς παράγοντες σε μια ανταγωνιστική αγορά και οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούν την ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται από επιχειρήσεις στις οποίες έχουν ανατεθεί υποχρεώσεις παροχής καθολικής υπηρεσίας. Όσον αφορά την ποιότητα εξυπηρέτησης που επιτυγχάνουν αυτές οι επιχειρήσεις, οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα, όποτε το κρίνουν αναγκαίο. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούν την επιτευχθείσα ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται από άλλες επιχειρήσεις παροχής δημόσιων τηλεφωνικών δικτύων ή/και διαθέσιμων στο κοινό τηλεφωνικών υπηρεσιών σε χρήστες, σε σταθερές θέσεις.
ò νέο
(217)Όταν η παροχή υπηρεσιών λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών ή η παροχή άλλων καθολικών υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 85 προκαλούν αθέμιτη επιβάρυνση σε μια επιχείρηση, λαμβανομένων δεόντως υπόψη του κόστους και των εσόδων, καθώς και των άυλων οφελών που προκύπτουν από την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών, αυτή η αθέμιτη επιβάρυνση μπορεί να περιλαμβάνεται σε τυχόν υπολογισμό του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 18 (προσαρμοσμένο)
(218)Τα κράτη μέλη θα πρέπει να δημιουργούν, όπου χρειάζεται, μηχανισμούς για τη χρηματοδότηση του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας, εφόσον αποδεικνύεται ότι η παροχή των υπηρεσιών αυτών είναι δυνατή μόνο με ζημία ή με καθαρό κόστος που αφίσταται της συνήθους εμπορικής πρακτικής. Είναι σημαντικό να εξασφαλίζεται ο ορθός υπολογισμός του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας και κάθε χρηματοδότηση να προκαλεί την ελάχιστη δυνατή στρέβλωση στην αγορά και στις επιχειρήσεις, και να συνάδει με τα άρθρα 87 Ö 107 Õ και 88 108 της Σσυνθήκης Ö για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης Õ .
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 19
(219)Κάθε υπολογισμός του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το κόστος και τα έσοδα, καθώς και τα άυλα οφέλη που προκύπτουν από την παροχή καθολικής υπηρεσίας, δεν θα πρέπει όμως να δυσχεραίνει το γενικό στόχο της εξασφάλισης της αντιστοιχίας μεταξύ της τιμολόγησης και του κόστους. Το καθαρό κόστος των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας, θα πρέπει να υπολογίζεται βάσει διαφανών διαδικασιών.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 20
(220)Ο συνυπολογισμός των άυλων οφελών σημαίνει ότι, για να καθοριστεί η συνολική επιβάρυνση κόστους, από το άμεσο καθαρό κόστος των υποχρεώσεων παροχής καθολικής υπηρεσίας, θα πρέπει να αφαιρείται μια χρηματική αποτίμηση των έμμεσων οφελών που αποκομίζει μια επιχείρηση λόγω της θέσης της, ως φορέας παροχής καθολικής υπηρεσίας.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 21
ð νέο
(221)Όταν μια υποχρέωση καθολικής υπηρεσίας επιβαρύνει υπερβολικά μια επιχείρηση, είναι σκόπιμο να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να δημιουργούν μηχανισμούς για την ουσιαστική κάλυψη του καθαρού κόστους. ð Το καθαρό κόστος των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας θα πρέπει να ανακτάται μέσω δημόσιων πόρων. Η λειτουργική πρόσβαση στο διαδίκτυο αποφέρει οφέλη όχι μόνο στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, αλλά και για την ευρύτερη διαδικτυακή οικονομία και την κοινωνία στο σύνολό της. Η παροχή σύνδεσης που υποστηρίζει ευρυζωνικές ταχύτητες σε αυξημένο αριθμό τελικών χρηστών τους παρέχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν διαδικτυακές υπηρεσίες και, ως εκ τούτου, να συμμετέχουν ενεργά στην ψηφιακή κοινωνία. Η εξασφάλιση αυτών των συνδέσεων με βάση τις υποχρεώσεις παροχής καθολικής υπηρεσίας εξυπηρετεί τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό το δημόσιο συμφέρον όσο και τα συμφέροντα των παρόχων ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αντισταθμίζουν το καθαρό κόστος αυτών των συνδέσεων που υποστηρίζουν ευρυζωνικές ταχύτητες ως μέρος της καθολικής υπηρεσίας από δημόσιους πόρους, οι οποίοι θα πρέπει να νοείται ότι περιλαμβάνουν χρηματοδότηση από προϋπολογισμούς γενικής κυβέρνησης. ï Η κάλυψη μέσω δημοσίων κονδυλίων αποτελεί μια μέθοδο κάλυψης του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας. Είναι επίσης εύλογο το καθοριζόμενο καθαρό κόστος να καλύπτεται με όρους διαφάνειας από το σύνολο των χρηστών, μέσω της επιβολής εισφορών σε επιχειρήσεις. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να χρηματοδοτούν το καθαρό κόστος των διαφόρων στοιχείων της καθολικής υπηρεσίας με διάφορους μηχανισμούς ή/και να χρηματοδοτούν το καθαρό κόστος ορισμένων ή όλων των στοιχείων με οποιονδήποτε από τους μηχανισμούς αυτούς ή με συνδυασμό τους. Εάν η κάλυψη του κόστους γίνεται μέσω της επιβολής εισφορών στις επιχειρήσεις, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι η μέθοδος κατανομής του κόστους μεταξύ τους, βασίζεται σε αντικειμενικά και αμερόληπτα κριτήρια και είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να απαλλάσσουν από την εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσης τους νεοεισερχόμενους φορείς, οι οποίοι δεν διαθέτουν ακόμη σημαντική παρουσία στην αγορά. Κάθε χρηματοδοτικός μηχανισμός θα πρέπει να εξασφαλίζει ότι οι συντελεστές της αγοράς συνεισφέρουν μόνο στη χρηματοδότηση των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας και όχι άλλων δραστηριοτήτων, οι οποίες δεν συνδέονται άμεσα με την παροχή υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας. Οι μηχανισμοί κάλυψης του κόστους θα πρέπει να σέβονται πάντοτε τις αρχές του κοινοτικού δικαίου, ιδίως όσον αφορά τους μηχανισμούς επιμερισμού και τις αρχές της αμεροληψίας και της αναλογικότητας. Κάθε χρηματοδοτικός μηχανισμός θα πρέπει να εξασφαλίζει ότι οι χρήστες σε ένα κράτος μέλος δεν συνεισφέρουν στο κόστος της καθολικής υπηρεσίας σε άλλο κράτος μέλος, παραδείγματος χάριν, όταν πραγματοποιούνται κλήσεις από ένα κράτος μέλος σε άλλο.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 22
Όταν τα κράτη μέλη αποφασίζουν να χρηματοδοτούν το καθαρό κόστος των υποχρεώσεων παροχής καθολικής υπηρεσίας από δημόσια κονδύλια, στη χρηματοδότηση αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνεται η χρηματοδότηση από τους προϋπολογισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, συμπεριλαμβανομένων και άλλων δημόσιων πηγών χρηματοδότησης, όπως τα κρατικά λαχεία.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 23
Το καθαρό κόστος των υποχρεώσεων παροχής καθολικής υπηρεσίας μπορεί να επιμερίζεται μεταξύ όλων ή μερικών συγκεκριμένων κλάσεων επιχειρήσεων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι ο μηχανισμός επιμερισμού τηρεί τις αρχές της διαφάνειας, της μικρότερης δυνατής διατάραξης της αγοράς, της αμεροληψίας και της αναλογικότητας. Μικρότερη δυνατή διατάραξη της αγοράς σημαίνει ότι οι εισφορές θα πρέπει να εισπράττονται κατά τρόπο με τον οποίον να εξασφαλίζεται ότι μειώνονται όσο το δυνατόν περισσότερο οι επιπτώσεις της οικονομικής επιβάρυνσης των τελικών χρηστών, π.χ. με την ευρύτερη δυνατή σταδιακή καταβολή των εισφορών.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 24 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(222)Οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι Οοι επιχειρήσεις που επωφελούνται της χρηματοδότησης για την παροχή καθολικής υπηρεσίας, Ö θα πρέπει να Õ υποβάλλουν Ö στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές Õ με επαρκείς λεπτομέρειες τα συγκεκριμένα στοιχεία που χρήζουν χρηματοδότησης προκειμένου να δικαιολογήσουν το αίτημά τους. Τα συστήματα των κρατών μελών για την κοστολόγηση και τη χρηματοδότηση των υποχρεώσεων παροχής καθολικής υπηρεσίας, θα πρέπει να ανακοινώνονται στην Επιτροπή προκειμένου να εξακριβώνεται αν συμβιβάζονται με τη συνθήκη. Οι καθορισμένοι φορείς εκμετάλλευσης έχουν συμφέρον να διογκώνουν το υπολογιζόμενο καθαρό κόστος των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας. Κατά συνέπεια, Ττα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν την ουσιαστική διαφάνεια και τον έλεγχο των ποσών που διατίθενται για τη χρηματοδότηση των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας. ð Ο υπολογισμός του καθαρού κόστους παροχής καθολικής υπηρεσίας θα πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενική και διαφανή μεθοδολογία ώστε να διασφαλίζεται η οικονομικώς πλέον αποδοτική παροχή καθολικής υπηρεσίας και να προωθούνται ίσοι όροι ανταγωνισμού για τους φορείς της αγοράς. Αν η μεθοδολογία που πρόκειται να χρησιμοποιείται για να υπολογίζεται το καθαρό κόστος επιμέρους στοιχείων καθολικής υπηρεσίας καθίσταται γνωστή εκ των προτέρων, πριν από την εφαρμογή του υπολογισμού, αυτό θα ήταν δυνατό να συμβάλει στην επίτευξη αυξημένης διαφάνειας. ï
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 25
Οι αγορές επικοινωνιών εξακολουθούν να εξελίσσονται όσον αφορά τις υπηρεσίες και τα τεχνικά μέσα που χρησιμοποιούνται για την παροχή τους στους χρήστες. Οι υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας, οι οποίες καθορίζονται σε κοινοτικό επίπεδο, θα πρέπει να επανεξετάζονται σε τακτά χρονικά διαστήματα, με στόχο την υποβολή προτάσεων για την αλλαγή ή τον επαναπροσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής. Η αναθεώρηση αυτή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις μεταβαλλόμενες κοινωνικές, εμπορικές και τεχνολογικές συνθήκες, καθώς και το γεγονός ότι κάθε αλλαγή στο πεδίο εφαρμογής θα πρέπει να υπόκειται στη διπλή δοκιμασία των υπηρεσιών που διατίθενται στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, με τον κίνδυνο του κοινωνικού αποκλεισμού για όσους δεν μπορούν να την αντιμετωπίσουν. Σε κάθε αλλαγή του πεδίου εφαρμογής των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας, θα πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ώστε να εξασφαλίζεται ότι δεν προωθούνται τεχνητά κάποιες τεχνολογικές επιλογές σε βάρος άλλων, ότι δεν επιβάλλεται δυσανάλογη χρηματοδοτική επιβάρυνση στις επιχειρήσεις του τομέα (γεγονός που θα έθετε σε κίνδυνο τις εξελίξεις στην αγορά και την καινοτομία) και ότι το βάρος της χρηματοδότησης δεν κατανέμεται άδικα στους καταναλωτές με χαμηλό εισόδημα. Κάθε αλλαγή στο πεδίο εφαρμογής σημαίνει αυτομάτως ότι το καθαρό κόστος δύναται να χρηματοδοτείται μέσω των επιτρεπόμενων από την παρούσα οδηγία μεθόδων. Τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται να επιβάλλουν στους συντελεστές της αγοράς χρηματοδοτικές εισφορές που αφορούν μέτρα τα οποία δεν αποτελούν τμήμα υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας. Κάθε μεμονωμένο κράτος μέλος διατηρεί το δικαίωμα να επιβάλλει ειδικά μέτρα (εκτός του πεδίου εφαρμογής των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας) και να τα χρηματοδοτεί σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, χωρίς όμως να επιβάλλει εισφορές στους συντελεστές της αγοράς.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 26
Η ενίσχυση του ανταγωνισμού σε όλες τις αγορές πρόσβασης και υπηρεσιών αυξάνει τις δυνατότητες επιλογής των χρηστών. Το επίπεδο του πραγματικού ανταγωνισμού και των επιλογών ποικίλει, τόσο στην Κοινότητα όσο και στο εσωτερικό των κρατών μελών, μεταξύ γεωγραφικών περιοχών και μεταξύ αγορών πρόσβασης και υπηρεσιών. Ορισμένοι χρήστες ενδέχεται να εξαρτώνται απόλυτα από επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά για την παροχή πρόσβασης και υπηρεσιών. Σε γενικές γραμμές, για λόγους αποτελεσματικότητας και ενθάρρυνσης του πραγματικού ανταγωνισμού, είναι σημαντικό οι υπηρεσίες που παρέχονται από επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά να αντικατοπτρίζουν το κόστος. Για λόγους αποτελεσματικότητας και για κοινωνικούς λόγους, τα τιμολόγια των τελικών χρηστών θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν τις συνθήκες ζήτησης και κόστους, υπό την προϋπόθεση ότι δεν προκαλούνται στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό. Ελλοχεύει ο κίνδυνος, μια επιχείρηση με σημαντική ισχύ στην αγορά να παρεμποδίζει ποικιλοτρόπως την είσοδο και άλλων επιχειρήσεων στην αγορά ή να προκαλεί στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό, π.χ. αυξάνοντας υπερβολικά τη χρέωση των υπηρεσιών που παρέχει ή μειώνοντας τις τιμές της για την προσέλκυση πελατών, προβαίνοντας σε υποχρεωτική δεσμοποίηση των λιανικών υπηρεσιών ή επιφυλάσσοντας, με αθέμιτο τρόπο, προνομιακή μεταχείριση σε ορισμένους πελάτες. Κατά συνέπεια, οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να επιβάλλουν, ως ύστατη λύση και μετά από τη δέουσα μελέτη του θέματος, ρυθμίσεις για τις λιανικές τιμές των επιχειρήσεων με σημαντική ισχύ στην αγορά. Είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται ανώτατα όρια τιμών και ρυθμίσεων γεωγραφικής στάθμισης ή παρεμφερή μέσα, καθώς και μη κανονιστικά μέτρα, όπως οι δημόσια προσιτές συγκρίσεις τιμολογίων λιανικής, για την επίτευξη του διπλού στόχου της προώθησης του πραγματικού ανταγωνισμού με παράλληλη ικανοποίηση των αναγκών δημόσιου συμφέροντος, όπως η διατήρηση της οικονομικής προσιτότητας των διαθέσιμων στο κοινό τηλεφωνικών υπηρεσιών για ορισμένους καταναλωτές. Προκειμένου να εκπληρώνουν τις κανονιστικής φύσεως υποχρεώσεις τους σε αυτόν τον τομέα, συμπεριλαμβανομένης της επιβολής ελέγχων των τιμολογίων, οι εθνικές κανονιστικές αρχές είναι αναγκαίο να έχουν πρόσβαση στις κατάλληλες κοστολογικές πληροφορίες. Ωστόσο, οι ρυθμιστικοί έλεγχοι των υπηρεσιών λιανικής θα πρέπει να επιβάλλονται μόνον όταν οι εθνικές κανονιστικές αρχές κρίνουν ότι, με σχετικά μέτρα χονδρικής ή μέτρα για την επιλογή ή την προεπιλογή του φορέα, δεν θα επετύγχαναν τον στόχο της εξασφάλισης πραγματικού ανταγωνισμού και δημόσιου συμφέροντος.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 27
Όταν μια εθνική κανονιστική αρχή επιβάλλει υποχρεώσεις εφαρμογής ενός συστήματος λογιστικής καταγραφής προκειμένου να υποστηρίξει τους ελέγχους των τιμών, μπορεί να διενεργεί η ίδια ετήσιο έλεγχο για να εξασφαλίζει τη συμμόρφωση προς αυτό το σύστημα λογιστικής καταγραφής, υπό την προϋπόθεση ότι διαθέτει το απαιτούμενο ειδικευμένο προσωπικό, ή μπορεί να απαιτεί τη διενέργεια του ελέγχου από άλλον ειδικευμένο φορέα, ο οποίος είναι ανεξάρτητος από το συγκεκριμένο φορέα εκμετάλλευσης.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 29
Οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν επίσης, βάσει αναλύσεως της σχετικής αγοράς, να απαιτούν από τους φορείς εκμετάλλευσης κινητών δικτύων με σημαντική ισχύ στην αγορά, να επιτρέπουν στους συνδρομητές τους να έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες οποιουδήποτε διασυνδεδεμένου παρόχου τηλεφωνικών υπηρεσιών διαθέσιμων στο κοινό είτε κατά την εκτέλεση συγκεκριμένης κλήσης είτε μέσω προεπιλογής.
ò νέο
(223)Για την αποτελεσματική στήριξη της ελεύθερης κυκλοφορίας αγαθών, υπηρεσιών και προσώπων εντός της Ένωσης, θα πρέπει να είναι δυνατή η χρήση ορισμένων εθνικών πόρων αριθμοδότησης, ιδίως ορισμένων μη γεωγραφικών αριθμών, με εξωεδαφικό τρόπο, δηλαδή εκτός της επικράτειας του χορηγούντος κράτους μέλους και σε όλη την επικράτεια της Ένωσης. Λόγω του σημαντικού κινδύνου απάτης όσον αφορά τις διαπροσωπικές επικοινωνίες, αυτή η εξωεδαφική χρήση θα πρέπει να επιτρέπεται για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών με την εξαίρεση των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει, επομένως, να διασφαλίζουν ότι οι σχετικές εθνικές νομοθετικές διατάξεις, ιδίως οι κανόνες προστασίας των καταναλωτών και άλλοι κανόνες που αφορούν τη χρήση αριθμών, εφαρμόζονται ανεξάρτητα από το κράτος μέλος όπου έχουν χορηγηθεί τα δικαιώματα χρήσης αριθμών. Αυτό θα πρέπει να συνεπάγεται ότι οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές των κρατών μελών όπου χρησιμοποιείται ένας αριθμός είναι αρμόδιες να εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία τους στην επιχείρηση στην οποία έχει χορηγηθεί ο αριθμός. Επιπλέον, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές των εν λόγω κρατών μελών θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ζητούν τη στήριξη της εθνικής ρυθμιστικής αρχής που είναι αρμόδια για τη χορήγηση του αριθμού ώστε να τις επικουρεί στην επιβολή της τήρησης των κανόνων που ισχύουν στα κράτη μέλη όπου χρησιμοποιείται ο αριθμός. Αυτά τα μέτρα στήριξης θα πρέπει να περιλαμβάνουν αποτρεπτικές κυρώσεις, ιδίως, σε περίπτωση σοβαρής παραβίασης, την ανάκληση του δικαιώματος εξωεδαφικής χρήσης των αριθμών που έχουν χορηγηθεί στην εκάστοτε επιχείρηση. Οι απαιτήσεις σχετικά με την εξωεδαφική χρήση δεν θα πρέπει να θίγουν τις εξουσίες των κρατών μελών να εμποδίζουν, κατά περίπτωση, την πρόσβαση σε αριθμούς ή υπηρεσίες, όταν αυτό δικαιολογείται για λόγους απάτης ή κατάχρησης. Η εξωεδαφική χρήση αριθμών θα πρέπει να τελεί υπό την επιφύλαξη των κανόνων της Ένωσης που αφορούν την παροχή υπηρεσιών περιαγωγής, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που αφορούν την αποτροπή μη φυσιολογικής ή καταχρηστικής χρήσης των υπηρεσιών περιαγωγής οι οποίες υπόκεινται σε ρύθμιση των τιμών λιανικής και επωφελούνται από ρυθμιζόμενα τέλη περιαγωγής χονδρικής. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξακολουθούν να είναι σε θέση να συνάπτουν ειδικές συμφωνίες για την εξωεδαφική χρήση πόρων αριθμοδότησης με τρίτες χώρες.
(224)Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προωθούν την ασύρματη παροχή πόρων αριθμοδότησης ώστε να διευκολύνεται η αλλαγή παρόχων ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Η ασύρματη παροχή πόρων αριθμοδότησης καθιστά δυνατό τον επαναπρογραμματισμό των αναγνωριστικών κωδικών εξοπλισμού τηλεπικοινωνιών χωρίς φυσική πρόσβαση στις σχετικές συσκευές. Το χαρακτηριστικό αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τις υπηρεσίες μηχανής προς μηχανή, δηλαδή υπηρεσίες που συνεπάγονται αυτοματοποιημένη μετάδοση δεδομένων και πληροφοριών μεταξύ συσκευών ή εφαρμογών λογισμικού με περιορισμένη ή μηδενική ανθρώπινη διάδραση. Οι πάροχοι αυτών των υπηρεσιών μηχανής προς μηχανή ενδέχεται να μην έχουν δυνατότητα φυσικής πρόσβασης στις συσκευές τους λόγω της χρήσης τους σε απομακρυσμένες συνθήκες ή λόγω του μεγάλου αριθμού συσκευών που χρησιμοποιούνται ή λόγω των πρακτικών χρήσης τους. Λαμβανομένων υπόψη της αναδυόμενης αγοράς υπηρεσιών μηχανής προς μηχανή και των νέων τεχνολογιών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να εξασφαλίζεται η τεχνολογική ουδετερότητα κατά την προώθηση της ασύρματης παροχής.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 20 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(225)Η πρόσβαση σε πόρους αριθμοδότησης βάσει διαφανών, αντικειμενικών και αμερόληπτων κριτηρίων, είναι απαραίτητη για τον ανταγωνισμό των επιχειρήσεων στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. ð Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να χορηγούν δικαιώματα χρήσης αριθμών σε άλλες επιχειρήσεις εκτός από τους παρόχους δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, λαμβανομένης υπόψη της αυξανόμενης σημασίας των αριθμών για διάφορες υπηρεσίες διαδικτύου των πραγμάτων. ï Η διαχείριση όλων των εθνικών σχεδίων αριθμοδότησης θα πρέπει να πραγματοποιείται από τις εθνικές κανονιστικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των κωδίκων σημείων που χρησιμοποιούνται στη διευθυνσιοδότηση δικτύου. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες παρουσιάζεται ανάγκη εναρμόνισης των πόρων αριθμοδότησης στην Κοινότητα Ö Ένωση Õ για την υποστήριξη της ανάπτυξης πανευρωπαϊκών υπηρεσιών ð ή διασυνοριακών υπηρεσιών, ιδίως νέων υπηρεσιών με βάση την επικοινωνία μηχανής προς μηχανή, όπως είναι τα συνδεδεμένα αυτοκίνητα, και εφόσον η ζήτηση δεν ήταν δυνατό να καλυφθεί βάσει των υφιστάμενων πόρων αριθμοδότησης ï , η Επιτροπή, χρησιμοποιώντας τις εκτελεστικές της εξουσίες, δύναται να λαμβάνει τεχνικά εκτελεστικά μέτρα ð με τη συνδρομή του BEREC ï . Όπου είναι σκόπιμο να διασφαλίζεται η πλήρης και γενική διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να συντονίζουν τις εθνικές τους θέσεις με τη συνθήκη, στους κόλπους των διεθνών οργανισμών και φόρουμ, όπου λαμβάνονται οι σχετικές με την αριθμοδότηση αποφάσεις. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν θεσπίζουν, για τις εθνικές κανονιστικές αρχές, νέα πεδία ευθύνης στον τομέα της ονοματοδοσίας και διευθυνσιοδότησης στα πλαίσια του Διαδικτύου.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 19
(226)Η απαίτηση δημοσίευσης των αποφάσεων για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ή αριθμών, είναι δυνατόν να πληρωθεί με τη δημοσιοποίηση των αποφάσεων αυτών μέσω μιας ιστοσελίδας.
ê 2009/136/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 43 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(227) Λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες πτυχές που αφορούν τις καταγγελίες για εξαφάνιση παιδιών και την επί του παρόντος περιορισμένη διαθεσιμότητα μιας τέτοιας υπηρεσίας, τα κράτη μέλη Ö θα πρέπει να επιμείνουν στη δέσμευσή τους Õ δεν θα πρέπει μόνο να διαθέτουν ένα αριθμό αλλά επίσης να καταβάλουν άμεσα κάθε προσπάθεια ώστε στις επικράτειές τους να είναι πλέον διαθέσιμη μια ð εύρυθμα λειτουργούσα ï υπηρεσία για την καταγγελία εξαφάνισης παιδιών στον αριθμό «116000». Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει, αν είναι σκόπιμο, να οργανώσουν μεταξύ άλλων διαδικασίες πρόσκλησης για υποβολή προσφορών από όσους ενδιαφέρονται να προσφέρουν αυτή την υπηρεσία.
ê 2009/136/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 46 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(228)Η ενιαία αγορά συνεπάγεται ότι οι τελικοί χρήστες μπορούν να έχουν πρόσβαση σε όλους τους αριθμούς που περιλαμβάνονται στα εθνικά σχέδια αριθμοδότησης άλλων κρατών μελών καθώς και να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες, χρησιμοποιώντας μη γεωγραφικούς αριθμούς Ö , συμπεριλαμβανομένων των αριθμών ατελών κλήσεων και των αριθμών πρόσθετου τέλους, Õ εντός της Κοινότητας Ö Ένωσης Õ, στους οποίους συγκαταλέγονται μεταξύ άλλων οι αριθμοί ατελών κλήσεων και οι αριθμοί πρόσθετου τέλους ð εκτός από τις περιπτώσεις που ο καλούμενος τελικός χρήστης έχει επιλέξει, για εμπορικούς λόγους, να περιορίσει την πρόσβαση από ορισμένη γεωγραφική περιοχή ï . Οι τελικοί χρήστες πρέπει επίσης να μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αριθμούς του Ευρωπαϊκού Χώρου Τηλεφωνικής Αριθμοδότησης (ETNS) και στους καθολικούς διεθνείς αριθμούς ατελών κλήσεων (UIFN). Η διασυνοριακή πρόσβαση στους πόρους αριθμοδότησης και στις συνδεδεμένες υπηρεσίες δεν πρέπει να παρεμποδίζεται εκτός από αντικειμενικά αιτιολογημένες περιπτώσεις, για παράδειγμα την καταπολέμηση της απάτης ή κατάχρησης (π.χ. σε σχέση με ορισμένες υπηρεσίες πρόσθετου τέλους) όταν ο αριθμός έχει οριστεί ότι έχει μόνο εθνικό πεδίο εφαρμογής (π.χ. εθνικός βραχύς κωδικός) ή όταν είναι οικονομικά ή τεχνικά ανέφικτο. ð Τα τέλη που επιβάλλονται στα μέρη που καλούν από περιοχές εκτός του εκάστοτε κράτους μέλους δεν χρειάζεται να είναι τα ίδια με εκείνα που επιβάλλονται στα μέρη που καλούν από περιοχές εντός του κράτους μέλους αυτού. ï Οι χρήστες θα πρέπει να ενημερώνονται εκ των προτέρων, πλήρως και με σαφήνεια σχετικά με τυχόν χρεώσεις που επιβάλλονται στους αριθμούς ατελών κλήσεων, όπως τα τέλη διεθνών κλήσεων που επιβάλλονται σε αριθμούς που είναι προσβάσιμοι μέσω των τυποποιημένων διεθνών διακριτικών κλήσης.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 38
ð νέο
Η πρόσβαση των τελικών χρηστών σε όλους τους πόρους αριθμοδότησης της Κοινότητας αποτελεί ζωτική προϋπόθεση για μια ενιαία αγορά. Η πρόσβαση αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει τους δωρεάν αριθμούς, τους αριθμούς πρόσθετου τέλους και άλλους μη γεωγραφικούς αριθμούς, πλην των περιπτώσεων κατά τις οποίες ο καλούμενος συνδρομητής έχει επιλέξει, για εμπορικούς λόγους, να περιορίζει την πρόσβαση από ορισμένες γεωγραφικές περιοχές. Τα τέλη που επιβαρύνουν τα μέρη που καλούν από περιοχές, εκτός του συγκεκριμένου κράτους μέλους, δεν χρειάζεται να είναι τα ίδια με εκείνα που επιβαρύνουν τα μέλη που καλούν από περιοχές εντός του κράτους μέλους αυτού.
ò νέο
(229)Η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών απαιτεί την άρση των φραγμών για τους τελικούς χρήστες, ώστε να έχουν διασυνοριακή πρόσβαση σε υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ολόκληρη την Ένωση. Οι πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο κοινό δεν θα πρέπει να αρνούνται ούτε να περιορίζουν την πρόσβαση, ούτε να προβαίνουν σε διακρίσεις σε βάρος των τελικών χρηστών με βάση την εθνικότητά τους ή το κράτος μέλος κατοικίας τους. Ωστόσο, θα πρέπει να είναι δυνατή η διαφοροποίηση, βάσει αντικειμενικά δικαιολογημένων διαφορών στο κόστος και τους κινδύνους, η οποία μπορεί να υπερβαίνει τα μέτρα που προβλέπονται στον κανονισμό 531/2012 σχετικά με την καταχρηστική ή μη φυσιολογική χρήση των ρυθμιζόμενων υπηρεσιών περιαγωγής λιανικής.
(230)Η αποκλίνουσα εφαρμογή των κανόνων για την προστασία των τελικών χρηστών έχει δημιουργήσει σημαντικούς φραγμούς στην εσωτερική αγορά που επηρεάζουν τόσο τους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών όσο και τους τελικούς χρήστες. Αυτοί οι φραγμοί θα πρέπει να μειωθούν με την εφαρμογή των ίδιων κανόνων που εξασφαλίζουν υψηλό κοινό επίπεδο προστασίας σε ολόκληρη την Ένωση. Η ισορροπημένη πλήρης εναρμόνιση των δικαιωμάτων των τελικών χρηστών που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία αναμένεται να αυξήσει σημαντικά την ασφάλεια δικαίου, τόσο για τους τελικούς χρήστες όσο και για τους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, και αναμένεται να μειώσει σημαντικά τους φραγμούς εισόδου και τα περιττά βάρη συμμόρφωσης που απορρέουν από τον κατακερματισμό των κανόνων. Η πλήρης εναρμόνιση συμβάλλει στην άρση των εμποδίων για την ενιαία αγορά που προκύπτουν από τις εν λόγω εθνικές διατάξεις για τους τελικούς χρήστες, οι οποίες προστατεύουν, ταυτόχρονα, τους εθνικούς παρόχους έναντι του ανταγωνισμού από άλλα κράτη μέλη. Προκειμένου να επιτευχθεί υψηλό κοινό επίπεδο προστασίας, διάφορες διατάξεις για τους τελικούς χρήστες θα πρέπει να ενισχυθούν ευλόγως στην παρούσα οδηγία με βάση τις βέλτιστες πρακτικές στα κράτη μέλη. Η πλήρης εναρμόνιση των δικαιωμάτων τους αυξάνει την εμπιστοσύνη των τελικών χρηστών στην εσωτερική αγορά, διότι επωφελούνται από εξίσου υψηλό επίπεδο προστασίας όταν χρησιμοποιούν υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όχι μόνο στο κράτος μέλος τους, αλλά επίσης και ενώ ζουν, εργάζονται ή ταξιδεύουν σε άλλα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διατηρήσουν τη δυνατότητα να διαθέτουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας για τους τελικούς χρήστες στις περιπτώσεις που προβλέπεται ρητή παρέκκλιση στην παρούσα οδηγία, και να αναλαμβάνουν δράση σε τομείς που δεν καλύπτονται από την παρούσα οδηγία.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 30 (προσαρμοσμένο)
(231)Οι συμβάσεις αποτελούν σημαντικό μέσο στη διάθεση των Ö τελικών Õ χρηστών και των καταναλωτών για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου διαφάνειας στην πληροφόρηση και ασφάλειας δικαίου. Οι περισσότεροι φορείς παροχής υπηρεσιών που λειτουργούν σε ανταγωνιστικό περιβάλλον, συνάπτουν συμβάσεις με τους πελάτες τους για λόγους προσέλκυσης πελατών. Πέραν των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, οι απαιτήσεις της ισχύουσας κοινοτικής Ö ενωσιακής Õ νομοθεσίας για την προστασία του καταναλωτή που αφορούν στις συμβάσεις, ιδίως η οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές
και η οδηγία 97/7/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1997, για την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις
οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών
και η οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, εφαρμόζονται στις συναλλαγές με καταναλωτές στον τομέα των ηλεκτρονικών δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών Ö επικοινωνιών Õ. Ειδικότερα, οι καταναλωτές θα πρέπει να απολαύουν ενός ελάχιστου επιπέδου ασφάλειας δικαίου όσον αφορά τις συμβατικές τους σχέσεις με τον άμεσο φορέα παροχής τηλεφωνικών υπηρεσιών, έτσι ώστε οι συμβατικοί όροι, οι προϋποθέσεις, η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, οι όροι καταγγελίας της σύμβασης και της υπηρεσίας, τα μέτρα αποζημίωσης και η διαδικασία επίλυσης των διαφορών να καθορίζονται στις συμβάσεις τους. Οι συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ καταναλωτών και φορέων παροχής υπηρεσιών πέραν εκείνων που παρέχουν άμεση τηλεφωνική υπηρεσία, θα πρέπει να περιέχουν τις ίδιες πληροφορίες. Τα μέτρα για τη διασφάλιση της διαφάνειας στις τιμές, στα τιμολόγια, στους όρους και τις προϋποθέσεις, θα συμβάλλουν στη βελτίωση της δυνατότητας επιλογής των καταναλωτών ώστε να επωφελούνται πλήρως από τον ανταγωνισμό.
ê 2009/136/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 21 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(232)Οι διατάξεις για τις συμβάσεις Ö στην παρούσα οδηγία Õ ð θα πρέπει αν εφαρμόζονται ανεξαρτήτως του ποσού τυχόν πληρωμής που πρέπει να πραγματοποιηθεί από τον πελάτη. ï Δδεν θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο στους πελάτες αλλά και σε άλλους τελικούς χρήστες, κυρίως μικρο-επιχειρήσειςπολύ μικρές και μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις (ΜΜΕ) Ö όπως ορίζονται στη σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής, Õ οι οποίες μπορεί να προτιμούν μία σύμβαση προσαρμοσμένη στις ανάγκες των καταναλωτών ð των οποίων η διαπραγματευτική θέση είναι συγκρίσιμη με αυτή των καταναλωτών και, επομένως, θα πρέπει να επωφελούνται από το ίδιο επίπεδο προστασίας ï . Προκειμένου να αποφεύγονται περιττά διοικητικά βάρη στους παρόχους, καθώς και η πολυπλοκότητα που συνδέεται με τον ορισμό των ΜΜΕ, Οοι διατάξεις για τις συμβάσεις Ö , συμπεριλαμβανομένων εκείνων που περιέχονται στην οδηγία 2011/83/ΕΕ σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, Õ δεν θα εφαρμόζονται αυτομάτως στιους υπόλοιπεους Ö επιχειρήσεις Õ τελικούς χρήστες, αλλά μόνο όταν οι ίδιοι το ζητήσουν ρητώς ð , εκτός αν αυτές προτιμούν να διαπραγματευτούν εξατομικευμένους όρους σύμβασης με παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ï. ð Αντίθετα με τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις διαθέτουν συνήθως μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ και, επομένως, δεν εξαρτώνται από τις ίδιες συμβατικές απαιτήσεις πληροφόρησης όπως οι καταναλωτές. Άλλες διατάξεις, όπως η φορητότητα αριθμού, οι οποίες είναι σημαντικές και για μεγαλύτερες επιχειρήσεις, θα πρέπει να εξακολουθήσουν να ισχύουν για όλους τους τελικούς χρήστες. ï Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για να προωθήσουν την ενημέρωση των ΜΜΕ σχετικά με αυτή τη δυνατότητα.
ò νέο
(233)Οι ιδιαιτερότητες του τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών απαιτούν, πέραν των οριζόντιων κανόνων για τις συμβάσεις, περιορισμένο αριθμό πρόσθετων διατάξεων προστασίας των τελικών χρηστών. Οι τελικοί χρήστες θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να ενημερώνονται για κάθε προσφερόμενο επίπεδο ποιότητας υπηρεσιών, για τους όρους για τις προωθητικές ενέργειες και τη λύση των συμβάσεων, για τα εφαρμοστέα τιμολογιακά προγράμματα και τα τιμολόγια για υπηρεσίες που υπόκεινται σε ιδιαίτερους όρους τιμολόγησης. Αυτές οι πληροφορίες είναι σημαντικές για τις περισσότερες διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, αλλά όχι για τις υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών. Προκειμένου να παρέχεται στον τελικό χρήστη η δυνατότητα να προβαίνει σε καλά τεκμηριωμένες επιλογές, είναι ουσιώδες οι απαιτούμενες σχετικές πληροφορίες να παρέχονται πριν από τη σύναψη της σύμβασης και σε σαφή και κατανοητή γλώσσα. Για τον ίδιο λόγο, οι πάροχοι θα πρέπει να παρέχουν περίληψη των ουσιωδών συμβατικών όρων. Για να διευκολυνθεί η συγκρισιμότητα και να μειωθεί το κόστος συμμόρφωσης, ο BEREC θα πρέπει να εκδώσει υπόδειγμα για τις εν λόγω περιλήψεις των συμβάσεων.
(234)Μετά την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2120, οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας που αφορούν τις πληροφορίες σχετικά με τους όρους που περιορίζουν την πρόσβαση σε υπηρεσίες και εφαρμογές και/ή τη χρήση τους, καθώς και όσον αφορά τη διαμόρφωση της κυκλοφορίας κατέστησαν άνευ αντικειμένου και θα πρέπει να καταργηθούν.
ê 2009/136/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 24
ð νέο
(235)Σε ό,τι αφορά τον τερματικό εξοπλισμό, στη σύμβαση πελάτη πρέπει να γίνεται σαφής μνεία, αφενός όλων των περιορισμών τους οποίους επιβάλλει ο πάροχος στη χρήση τέτοιου εξοπλισμού, όπως είναι το «κλείδωμα της κάρτας SIM» στις συσκευές κινητών επικοινωνιών, εάν τέτοιου είδους περιορισμοί δεν απαγορεύονται από την εθνική νομοθεσία, και αφετέρου όλων των τελών που συνεπάγεται ο τερματισμός της σύμβασης, είτε πριν από τη συμφωνημένη προθεσμία είτε στην καθορισμένη ημερομηνία λήξεώς της, περιλαμβανομένου του κόστους για τη διατήρηση του εξοπλισμού από τον πελάτη. ð Τυχόν τέλη που συνεπάγεται η πρόωρη καταγγελία για τερματικό εξοπλισμό και άλλα πλεονεκτήματα που απορρέουν από προωθητικές ενέργειες θα πρέπει να υπολογίζονται βάσει των καθιερωμένων μεθόδων απομείωσης της αξίας και κατά χρονική αναλογία, αντίστοιχα. ï
ê 2009/136/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 25 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(236)ΜεΧωρίς Ö την επιφύλαξη της ουσιώδους Õ να επιβάλλεται υποχρέωσης στουν παάρόοχου ð που αφορά την ασφάλεια δυνάμει της παρούσας οδηγίας ï να αναλάβει δράση πέραν αυτής που απαιτείται βάσει του κοινοτικού δικαίου, η σύμβαση πελάτη πρέπει επίσης να αναφέρει σαφώς τη μορφή των μέτρων, εφόσον προβλέπονται, τα οποία ενδέχεται να λάβει ο πάροχος σε περίπτωση περιστατικών που αφορούν την ασφάλεια ή την ακεραιότητα, ή σε απειλές και τρωτά σημεία.
ê 2009/136/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 32 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(237)Η διαθεσιμότητα διαφανών, επικαιροποιημένων και συγκρίσιμων πληροφοριών όσον αφορά τις προσφορές και τις υπηρεσίες αποτελεί καίριο στοιχείο για τους καταναλωτές ανταγωνιστικών αγορών στις οποίες υπάρχουν αρκετοί πάροχοι που προσφέρουν υπηρεσίες. Οι τελικοί χρήστες και οι καταναλωτές υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών πρέπει να είναι σε θέση να συγκρίνουν εύκολα τις τιμές διαφόρων υπηρεσιών που προσφέρονται στην αγορά με βάση πληροφορίες που δημοσιεύονται σε ευκόλως προσβάσιμη μορφή. Προκειμένου να τους δοθεί η δυνατότητα να συγκρίνουν εύκολα τις τιμές ð και τις υπηρεσίες ï, οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν αρμοδιότητες να απαιτούν από τις επιχειρήσεις που παρέχουν δίκτυα ð ηλεκτρονικών επικοινωνιών ï ή/και/ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών ð εκτός από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών ï μεγαλύτερη διαφάνεια όσον αφορά τις πληροφορίες (μεταξύ άλλων σχετικά με τα τιμολόγια, ð την ποιότητα των υπηρεσιών, τους περιορισμούς σχετικά με τον παρεχόμενο τερματικό εξοπλισμό, ï τα καταναλωτικά πρότυπα και άλλες σχετικές στατιστικές). ð Για οποιεσδήποτε απαιτήσεις αυτού του είδους θα πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα χαρακτηριστικά των εν λόγω δικτύων ή υπηρεσιών. ï Ö Θα πρέπει επίσης Õ και να διασφαλίζουν ότι τρίτα μέρη έχουν δικαίωμα να χρησιμοποιούν δωρεάν τις διαθέσιμες στο κοινό πληροφορίες που δημοσίευσαν οι επιχειρήσεις αυτές ð , με σκοπό την παροχή εργαλείων σύγκρισης ï. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να καθιστούν διαθέσιμους οδηγούς τιμών, ιδίως στις περιπτώσεις που δεν τους παρέχει η αγορά, δωρεάν ή σε λογική τιμή. Οι επιχειρήσεις πρέπει να μην έχουν δικαίωμα σε οιαδήποτε αμοιβή για τη χρήση πληροφοριών οι οποίες έχουν ήδη δημοσιευθεί και συνεπώς έχουν καταστεί δημόσιο αγαθό. Επιπροσθέτως, οι τελικοί χρήστες και οι καταναλωτές πρέπει να ενημερώνονται κατάλληλα για τη σχετική τιμή και τον τύπο της προσφερόμενης υπηρεσίας πριν προβούν στην αγορά της, ιδίως εάν κάποιος αριθμός ατελών κλήσεων υπόκειται σε τυχόν επιπρόσθετα τέλη. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές πρέπει να είναι σε θέση να απαιτούν οι πληροφορίες αυτές να παρέχονται γενικώς και, για ορισμένες κατηγορίες υπηρεσιών που καθορίζουν οι ίδιες, πριν από τη σύνδεση με τον καλούμενο αριθμό, εκτός εάν η εθνική νομοθεσία προβλέπει άλλως. Τη στιγμή που καθορίζονται οι κατηγορίες κλήσεων για τις οποίες απαιτείται πληροφόρηση για τα ισχύοντα τιμολόγια πριν από τη σύνδεση, οι εθνικές κανονιστικές αρχές πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τη φύση της υπηρεσίας, τους όρους τιμολόγησης που εφαρμόζονται σε αυτήν και εάν παρέχεται από πάροχο που δεν είναι πάροχος υπηρεσιών ηλεκτρικών επικοινωνιών. Με την επιφύλαξη της οδηγίας 2000/31/ΕΚ (οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο), οι επιχειρήσεις θα πρέπει επίσης, εφόσον το ζητήσουν τα κράτη μέλη, να παρέχουν στους συνδρομητές πληροφορίες δημόσιου ενδιαφέροντος που παρέχονται από τις αρμόδιες δημόσιες αρχές όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τις κοινότερες παραβάσεις και τις έννομες συνέπειές τους.
ò νέο
(238)Οι τελικοί χρήστες συχνά δεν γνωρίζουν το κόστος της καταναλωτικής τους συμπεριφοράς ή δυσκολεύονται να εκτιμήσουν την οικεία κατανάλωση χρόνου ή δεδομένων κατά τη χρήση υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Για να αυξηθεί η διαφάνεια και να καταστεί δυνατή η βελτίωση του ελέγχου των προϋπολογισμών τους για επικοινωνίες, είναι σημαντικό να παρέχονται στους τελικούς χρήστες διευκολύνσεις που να τους επιτρέπουν να παρακολουθούν την κατανάλωσή τους εγκαίρως.
(239)Τα ανεξάρτητα εργαλεία σύγκρισης, όπως οι ιστότοποι, αποτελούν αποτελεσματικό μέσο για τους τελικούς χρήστες ώστε να αξιολογούν τα προτερήματα διαφόρων παρόχων διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών εκτός από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών και να συγκεντρώνουν αμερόληπτες πληροφορίες, ιδίως με τη σύγκριση τιμών, τιμολογίων και ποιοτικών παραμέτρων σε ένα μέρος. Τα εργαλεία αυτά θα πρέπει να αποσκοπούν στην παροχή τόσο σαφών και ακριβών όσο και ολοκληρωμένων και συνολικών πληροφοριών. Θα πρέπει επίσης να προσπαθούν να περιλαμβάνουν το ευρύτερο δυνατό φάσμα προσφορών, ώστε να παρέχουν αντιπροσωπευτική επισκόπηση και να καλύπτουν σημαντικό τμήμα της αγοράς. Οι πληροφορίες που παρέχονται για αυτά τα εργαλεία θα πρέπει να είναι αξιόπιστες, αμερόληπτες και διαφανείς. Οι τελικοί χρήστες θα πρέπει να ενημερώνονται για τη διαθεσιμότητα αυτών των εργαλείων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι τελικοί χρήστες έχουν ελεύθερη πρόσβαση τουλάχιστον σε ένα τέτοιο εργαλείο στην αντίστοιχη επικράτειά τους.
(240)Τα ανεξάρτητα εργαλεία σύγκρισης θα πρέπει να είναι λειτουργικά ανεξάρτητα από τους παρόχους διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Μπορούν να τα διαχειρίζονται ιδιωτικές επιχειρήσεις ή αρμόδιες αρχές ή τρίτοι για λογαριασμό αρμόδιων αρχών, ωστόσο θα πρέπει να λειτουργούν σύμφωνα με καθορισμένα ποιοτικά κριτήρια, μεταξύ των οποίων η απαίτηση να παρέχουν λεπτομέρειες σχετικά με τους ιδιοκτήτες τους, να παρέχουν ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες, να αναφέρουν τον χρόνο της τελευταίας επικαιροποίησης, να καθορίζουν σαφή, αντικειμενικά κριτήρια στα οποία θα βασίζεται η σύγκριση και να περιλαμβάνουν ευρύ φάσμα προσφορών για τις διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εκτός από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, που καλύπτουν σημαντικό μέρος της αγοράς. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να προσδιορίζουν πόσο συχνά απαιτείται τα εργαλεία σύγκρισης να επανεξετάζουν και να επικαιροποιούν τις πληροφορίες που παρέχουν στους τελικούς χρήστες, λαμβάνοντας υπόψη τη συχνότητα με την οποία οι πάροχοι διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών εκτός από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών επικαιροποιούν, εν γένει, τις τιμολογιακές και ποιοτικές πληροφορίες τους. Όταν σε κράτος μέλος υπάρχει ένα μόνο εργαλείο και το εν λόγω εργαλείο παύει να λειτουργεί ή δεν πληροί πλέον τα ποιοτικά κριτήρια, το κράτος μέλος θα πρέπει να μεριμνά ώστε οι καταναλωτές να αποκτούν πρόσβαση εντός ευλόγου χρόνου σε άλλο εργαλείο σύγκρισης σε εθνικό επίπεδο.
ê 2009/136/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 26 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(241)Προκειμένου να προωθούν ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος σε ό,τι αφορά τη χρήση ð διαθέσιμων στο κοινό ï επικοινωνιακών υπηρεσιών ð ηλεκτρονικών ï επικοινωνιών και να ενθαρρύνουν την προστασία των δικαιωμάτων ή ελευθεριών άλλων, οι αρμόδιες εθνικές ð αρμόδιες ï αρχές πρέπει να είναι σε θέση να παράγουν και να διανέμουν, με τη βοήθεια των παρόχων, πληροφορίες δημοσίου ενδιαφέροντος σχετικά με τη χρήση τέτοιων υπηρεσιών. Εδώ μπορούν να περιλαμβάνονται πληροφορίες δημοσίου ενδιαφέροντος ð σχετικά με τις πλέον κοινές παραβιάσεις και τις έννομες συνέπειές τους, για παράδειγμα ï σχετικά με την παραβίαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, άλλες παράνομες χρήσεις και τη διάδοση υλικού επιβλαβούς περιεχομένου, καθώς και συμβουλές και τρόποι προστασίας κατά κινδύνων που απειλούν την προσωπική ασφάλεια, που θα μπορούσαν για παράδειγμα να προέλθουν από γνωστοποίηση προσωπικών στοιχείων σε ορισμένες περιπτώσεις, καθώς και κινδύνους για την ιδιωτική ζωή και τα προσωπικά δεδομένα, καθώς επίσης η διαθεσιμότητα εύχρηστου και διαμορφώσιμου λογισμικού ή επιλογών λογισμικού για την προστασία των παιδιών ή των ευπαθών ατόμων. Οι πληροφορίες αυτές θα μπορούσαν να συντονιστούν μέσω της διαδικασίας συνεργασίας που καθιερώνεται στο άρθρο 33, παράγραφος 3 της Ö στην παρούσα Õ οδηγίας 2002/22/ΕΚ (οδηγία καθολικής υπηρεσίας). Αυτές οι πληροφορίες δημοσίου ενδιαφέροντος πρέπει να ενημερώνονται εφόσον τούτο καθίσταται αναγκαίο και να παρουσιάζονται σε ευνόητη έντυπη και ηλεκτρονική μορφή, όπως ορίζεται σε κάθε κράτος μέλος, καθώς και στους δικτυακούς τόπους των εθνικών δημόσιων αρχών. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να υποχρεώνουν τους παρόχους να μεταδίδουν αυτές τις τυποποιημένες πληροφορίες σε όλους τους πελάτες τους κατά τον τρόπο που οι εθνικές κανονιστικές αρχές κρίνουν ως τον πιο κατάλληλο. Εφόσον το ζητήσουν τα κράτη μέλη, οι πληροφορίες θα πρέπει να περιλαμβάνονται και στις συμβάσεις. Ωστόσο, η διάδοση των πληροφοριών αυτών δεν θα πρέπει να επιβαρύνει υπερβολικά τις επιχειρήσεις. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ζητούν από τις επιχειρήσεις τη διάδοση των πληροφοριών αυτών με τα μέσα που χρησιμοποιούν οι τελευταίες στην επικοινωνία τους με τους συνδρομητές ð τελικούς χρήστες ï κατά τη συνήθη επαγγελματική δραστηριότητά τους.
ê 2009/136/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 31 (προσαρμοσμένο)
(242)Ελλείψει σχετικών κανόνων του κοινοτικού Ö ενωσιακού Õ δικαίου, το περιεχόμενο, οι εφαρμογές και οι υπηρεσίες μπορούν να θεωρηθούν νόμιμες ή επιβλαβείς σύμφωνα με το εθνικό ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο. Είναι καθήκον των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών, και όχι των παρόχων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, να αποφασίσουν, σύμφωνα με τη δέουσα διαδικασία, κατά πόσον το περιεχόμενο, οι εφαρμογές ή οι υπηρεσίες είναι νόμιμες ή επιβλαβείς. Η Ö παρούσα Õ οδηγία-πλαίσιο και Ö η οδηγία 2002/58/ΕΚ για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες Õ οι άλλες ειδικές οδηγίες δεν θίγουν την οδηγία 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά (οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο), η οποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνει κανόνα για την «απλή μετάδοση» για τους ενδιάμεσους παρόχους υπηρεσιών, όπως αυτή ορίζεται στην οδηγία αυτή.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 31 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(243)Οι τελικοί χρήστες θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στις διαθέσιμες στο κοινό πληροφορίες σχετικά με τις υπηρεσίες επικοινωνιών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούν την ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται στην επικράτειά τους. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να Ö είναι εξουσιοδοτημένες να παρακολουθούν την ποιότητα των υπηρεσιών Õ Ö και να Õ συλλέγουν, με συστηματικό τρόπο, πληροφορίες σχετικά με την ποιότητα των παρεχόμενων στην επικράτειά τους υπηρεσιών Ö , συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που αφορούν την παροχή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες με αναπηρίες. Õ Ö Οι εν λόγω πληροφορίες θα πρέπει να συλλέγονται Õ βάσει κριτηρίων που επιτρέπουν τη σύγκριση μεταξύ των φορέων παροχής υπηρεσιών και μεταξύ των κρατών μελών. Οι επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες Ö ηλεκτρονικών Õ επικοινωνιών σε ανταγωνιστικό περιβάλλον, μπορούν να παρέχουν επαρκείς και ενημερωμένες πληροφορίες σχετικά με τις διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες που παρέχουν με σκοπό εμπορικά οφέλη. Παρόλα αυτά, οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να απαιτούν τη δημοσίευση των πληροφοριών αυτών, εφόσον αποδειχθεί ότι οι πληροφορίες αυτές δεν διατίθενται πραγματικά στο κοινό. ð Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει επίσης να καθορίζουν τις μεθόδους μέτρησης που πρέπει να εφαρμόζονται από τους παρόχους υπηρεσιών ώστε να βελτιώνεται η συγκρισιμότητα των παρεχόμενων δεδομένων. Προκειμένου να διευκολυνθεί η συγκρισιμότητα σε ολόκληρη την Ένωση και να μειωθεί το κόστος συμμόρφωσης, ο BEREC θα πρέπει να εγκρίνει κατευθυντήριες γραμμές για τις σχετικές παραμέτρους ποιότητας των υπηρεσιών, τις οποίες θα πρέπει να λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές. ï
ê 2009/136/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 47 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(244)Προκειμένου να επωφελούνται πλήρως από το ανταγωνιστικό περιβάλλον, οι καταναλωτές πρέπει να είναι σε θέση να κάνουν επιλογές μετά από ενημέρωση και να αλλάζουν πάροχο όταν αυτό εξυπηρετεί το Ö βέλτιστο Õ συμφέρον τους. Είναι σημαντικό να διασφαλισθεί ότι μπορούν Ö είναι σε θέση Õ να το πράττουν χωρίς να αντιμετωπίζουν νομικά, τεχνικά ή πρακτικά κωλύματα, στα οποία συγκαταλέγονται οι συμβατικοί όροι, οι διαδικασίες, τα τέλη Ö κ.λπ. Õ ,και ούτω καθεξής. Αυτό Ö Αυτό Õ δεν αποκλείει την επιβολή Ö τον καθορισμό Õ Ö από τις επιχειρήσεις Õ εύλογων ελάχιστων συμβατικών περιόδων ð έως και 24 μηνών ï στις συμβάσεις καταναλωτή. ð Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν συντομότερη μέγιστη διάρκεια, ανάλογα με τις εθνικές συνθήκες, όπως είναι τα επίπεδα ανταγωνισμού και η σταθερότητα των επενδύσεων σε δίκτυα. Ανεξάρτητα από τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι καταναλωτές ενδέχεται να προτιμούν και να επωφελούνται από μεγαλύτερη περίοδο επιστροφής για υλικές συνδέσεις. Αυτές οι δεσμεύσεις των καταναλωτών μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό παράγοντα για τη διευκόλυνση της ανάπτυξης δικτύων συνδεσιμότητας πολύ υψηλής χωρητικότητας έως τον τελικό χρήστη ή πολύ κοντά στους χώρους του τελικού χρήστη, μεταξύ άλλων μέσω συστημάτων συνάθροισης της ζήτησης που επιτρέπουν στους επενδυτές δικτύων να μειώνουν τους κινδύνους αρχικής αξιοποίησης. Ωστόσο, τα δικαιώματα των καταναλωτών να αλλάζουν παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως καθορίζονται με την παρούσα οδηγία, δεν θα πρέπει να περιορίζονται από τέτοιες περιόδους επιστροφής στις συμβάσεις για υλικές συνδέσεις. ï
Η φορητότητα αριθμού αποτελεί κύριο παράγοντα διευκόλυνσης της επιλογής των καταναλωτών και του αποτελεσματικού ανταγωνισμού σε ανταγωνιστικές αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών και θα πρέπει να υλοποιείται με την ελάχιστη καθυστέρηση, έτσι ώστε ο αριθμός να ενεργοποιείται μέσα σε μια εργάσιμη ημέρα και ο χρήστης να μην υφίσταται απώλεια υπηρεσιών για περισσότερο από μια εργάσιμη ημέρα. Οι αρμόδιες εθνικές αρχές μπορούν να προδιαγράφουν τη συνολική διαδικασία μεταφοράς αριθμών, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις περί συμβάσεων και τις τεχνολογικές εξελίξεις. Η πείρα σε ορισμένα κράτη μέλη έχει δείξει ότι υπάρχει κίνδυνος οι καταναλωτές να μεταφερθούν σε άλλον πάροχο χωρίς τη συναίνεσή τους. Αν και αυτό είναι ζήτημα που θα πρέπει καταρχήν να αντιμετωπίζεται από τις αρχές επιβολής του νόμου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλλουν τα ελάχιστα αναλογικά μέτρα όσον αφορά τη διαδικασία αλλαγής φορέα, περιλαμβανομένων και κυρώσεων, τα οποία είναι αναγκαία για να ελαχιστοποιούνται αυτοί οι κίνδυνοι και να εξασφαλίζεται ότι οι συνδρομητές προστατεύονται καθ’ όλη τη διαδικασία αλλαγής φορέα, χωρίς η διαδικασία να καθίσταται λιγότερο ελκυστική για τους καταναλωτές.
ò νέο
(245)Οι καταναλωτές θα πρέπει να είναι σε θέση να καταγγέλλουν τη σύμβασή τους χωρίς κανένα κόστος και στις περιπτώσεις αυτόματης παράτασης μετά τη λήξη της αρχικής περιόδου της σύμβασης.
(246)Τυχόν αλλαγές των συμβατικών όρων που επιβάλλονται από τους παρόχους διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών εκτός από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, σε βάρος του τελικού χρήστη, για παράδειγμα όσον αφορά επιβαρύνσεις, τιμολόγια, περιορισμούς του όγκου δεδομένων, ταχύτητες δεδομένων, κάλυψη ή την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, θα πρέπει να θεωρείται ότι παρέχουν το δικαίωμα στον τελικό χρήστη να καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς κανένα κόστος, ακόμη και αν συνδυάζονται με ορισμένες επωφελείς αλλαγές.
(247)Η δυνατότητα αλλαγής παρόχων είναι καίριας σημασίας για τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό σε ανταγωνιστικό περιβάλλον. Η διαθεσιμότητα διαφανών, ακριβών και έγκαιρων πληροφοριών σχετικά με την αλλαγή παρόχου αναμένεται να αυξήσει την εμπιστοσύνη των τελικών χρηστών στη διαδικασία αλλαγής και να ενισχύσει την προθυμία τους να συμμετέχουν ενεργά στην ανταγωνιστική διαδικασία. Οι πάροχοι υπηρεσιών θα πρέπει να διασφαλίζουν τη συνέχιση της υπηρεσίας, ώστε οι τελικοί χρήστες να μπορούν να αλλάζουν παρόχους χωρίς να παρεμποδίζονται από τον κίνδυνο απώλειας της υπηρεσίας.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 40 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(248)Ο φορητός αριθμός αποτελεί βασικό μέσο διευκόλυνσης των επιλογών του καταναλωτή και του αποτελεσματικού ανταγωνισμού σε ανταγωνιστικέςό τηλεπικοινωνιακό περιβάλλον ð αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών. ï, ώστε Οοι τελικοί χρήστες που υποβάλλουν σχετικό αίτημα θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα διατήρησης του ίδιου αριθμού (-ών) στο δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο, ανεξαρτήτως του φορέα Ö της επιχείρησης Õ παροχής της υπηρεσίας. Η παροχή της ευκολίας αυτής μεταξύ συνδέσεων με το δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο σε σταθερές και σε μη σταθερές θέσεις δεν καλύπτεται από την παρούσα οδηγία. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν διατάξεις για τη μεταφορά αριθμών μεταξύ δικτύων που παρέχουν υπηρεσίες σε σταθερές θέσεις και κινητών δικτύων.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 41
(249)Οι επιπτώσεις της φορητότητας των αριθμών ενισχύονται σημαντικά όταν υπάρχει διαφανής πληροφόρηση για τις τιμές, τόσο για τους τελικούς χρήστες που μεταφέρουν τους αριθμούς τους όσο και για τους τελικούς χρήστες που καλούν όσους έχουν μεταφέρει τους αριθμούς τους. Στο μέτρο του εφικτού, οι εθνικές κανονιστικές αρχές θα πρέπει να διευκολύνουν την κατάλληλη διαφάνεια τιμών στο πλαίσιο της εφαρμογής της φορητότητας αριθμού.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 42
(250)Όταν εξασφαλίζουν την κοστοστρέφεια των τιμών για διασύνδεση που σχετίζεται με την παροχή φορητότητας αριθμού, οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν επίσης να λαμβάνουν υπόψη τις τιμές που ισχύουν σε συγκρίσιμες αγορές.
ê 2009/136/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 47 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(251)Προκειμένου να επωφελούνται πλήρως από το ανταγωνιστικό περιβάλλον, οι καταναλωτές πρέπει να είναι σε θέση να κάνουν επιλογές μετά από ενημέρωση και να αλλάζουν πάροχο όταν αυτό εξυπηρετεί το συμφέρον τους. Είναι σημαντικό να διασφαλισθεί ότι μπορούν να το πράττουν χωρίς να αντιμετωπίζουν νομικά, τεχνικά ή πρακτικά κωλύματα, στα οποία συγκαταλέγονται οι συμβατικοί όροι, οι διαδικασίες, τα τέλη, και ούτω καθεξής. Αυτό δεν αποκλείει την επιβολή εύλογων ελάχιστων συμβατικών περιόδων στις συμβάσεις καταναλωτή. Η φορητότητα αριθμού αποτελεί κύριο παράγοντα διευκόλυνσης της επιλογής των καταναλωτών και του αποτελεσματικού ανταγωνισμού σε ανταγωνιστικές αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών και θα πρέπει να υλοποιείται με την ελάχιστη καθυστέρηση, έτσι ώστε ο αριθμός να ενεργοποιείται μέσα σε μια εργάσιμη ημέρα και ο χρήστης να μην υφίσταται απώλεια υπηρεσιών για περισσότερο από μια εργάσιμη ημέρα. Ö Προκειμένου να καθίσταται ευκολότερη η υπηρεσία μίας στάσης ώστε η εμπειρία της αλλαγής παρόχου να είναι ομαλή για τους τελικούς χρήστες, ο πάροχος ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο κοινό στον οποίο μεταφέρεται ο αριθμός θα πρέπει να καθοδηγεί τη διαδικασία αλλαγής. Õ Οι αρμόδιεςεθνικές ð ρυθμιστικές ï αρχές μπορούν να προδιαγράφουν τη συνολική διαδικασία μεταφοράς αριθμών, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις περί συμβάσεων και τις τεχνολογικές εξελίξεις. Η πείρα σε ορισμένα κράτη μέλη έχει δείξει ότι υπάρχει κίνδυνος οι καταναλωτές να μεταφερθούν σε άλλον πάροχο χωρίς τη συναίνεσή τους. Αν και αυτό είναι ζήτημα που θα πρέπει καταρχήν να αντιμετωπίζεται από τις αρχές επιβολής του νόμου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλλουν τα ελάχιστα αναλογικά μέτρα όσον αφορά τη διαδικασία αλλαγής φορέα, περιλαμβανομένων και κυρώσεων, τα οποία είναι αναγκαία για να ελαχιστοποιούνται αυτοί οι κίνδυνοι και να εξασφαλίζεται ότι οι συνδρομητές προστατεύονται καθ’ όλη τη διαδικασία αλλαγής φορέα, χωρίς η διαδικασία να καθίσταται λιγότερο ελκυστική για τους καταναλωτές.
ò νέο
(252)Οι δέσμες που περιέχουν διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών εκτός από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, και άλλες υπηρεσίες, όπως η γραμμική ευρυεκπομπή, ή προϊόντα όπως οι συσκευές, έχουν καταστεί όλο και περισσότερο διαδεδομένες και αποτελούν σημαντικό στοιχείο του ανταγωνισμού. Αν και συχνά αποφέρουν οφέλη για τους τελικούς χρήστες, μπορούν να δυσχεράνουν ή να καταστήσουν πιο δαπανηρή την αλλαγή παρόχου και να δημιουργήσουν κινδύνους συμβατικού «εγκλωβισμού». Όταν εφαρμόζονται αποκλίνοντες συμβατικοί κανόνες σχετικά με την καταγγελία της σύμβασης και την αλλαγή παρόχου για τις διάφορες υπηρεσίες, καθώς και για κάθε συμβατική δέσμευση σχετικά με την απόκτηση προϊόντων που αποτελούν μέρος δέσμης, οι καταναλωτές ουσιαστικά συναντούν εμπόδια στα δικαιώματα τους, δυνάμει της παρούσας οδηγίας, να στραφούν σε ανταγωνιστικές προσφορές για ολόκληρη τη δέσμη ή για μέρη αυτής. Ως εκ τούτου, οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με τις συμβάσεις, τη διαφάνεια, τη διάρκεια και τη λύση των συμβάσεων και την αλλαγή παρόχου θα πρέπει να εφαρμόζονται σε όλα τα στοιχεία μιας δέσμης, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες άλλοι κανόνες που διέπουν τα στοιχεία μη ηλεκτρονικών επικοινωνιών της δέσμης είναι ευνοϊκότεροι για τον καταναλωτή. Άλλα συμβατικά ζητήματα, όπως τα διορθωτικά μέτρα που εφαρμόζονται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τους όρους της σύμβασης, θα πρέπει να διέπονται από τους κανόνες που εφαρμόζονται για το αντίστοιχο στοιχείο της δέσμης, για παράδειγμα από τους κανόνες των συμβάσεων για την πώληση αγαθών ή την προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου. Για τους ίδιους λόγους, οι καταναλωτές δεν θα πρέπει να εγκλωβίζονται σε έναν πάροχο μέσω συμβατικής εκ των πραγμάτων επέκτασης της αρχικής περιόδου σύμβασης.
ê 2009/136/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 23 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(253)Οι πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών ð διαπροσωπικών ï επικοινωνιών ð βάσει αριθμών ï που επιτρέπουν κλήσεις ð έχουν την υποχρέωση να παρέχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης. ï ð Σε εξαιρετικές περιστάσεις, ιδίως λόγω αδυναμίας τεχνικής εφαρμογής, ενδέχεται να μη μπορούν να παρέχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης ή εντοπισμό του καλούντος, ή και στα δύο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, θα πρέπει να ενημερώνουν επαρκώς τους πελάτες τους με τη σύμβαση. ï πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι πελάτες τους είναι κατάλληλα ενημερωμένοι σχετικά με το κατά πόσον παρέχεται ή όχι πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και για κάθε περιορισμό στην υπηρεσία (όπως περιορισμός στην παροχή πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος ή τη δρομολόγηση κλήσεως έκτακτης ανάγκης). Οι εν λόγω πάροχοι θα πρέπει επίσης να παρέχουν στους πελάτες τους σαφείς και διαφανείς πληροφορίες στην αρχική σύμβαση και ð να τις επικαιροποιούν ï σε περίπτωση οιασδήποτε μεταβολής όσον αφορά την παροχή πρόσβασης ð πρόσβασης σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης ï , παραδείγματος χάριν Ö στα τιμολόγια Õ στις πληροφορίες χρέωσης. Οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνουν όλους τους περιορισμούς που αφορούν την εδαφική κάλυψη επί τη βάσει των προγραμματισμένων τεχνικών παραμέτρων για τη λειτουργία της υπηρεσίας ð επικοινωνιών ï και της διαθέσιμης υποδομής. Όταν η υπηρεσία δεν παρέχεται από τηλεφωνικό δίκτυο μεταγωγής ð σύνδεση που υφίσταται διαχείριση ώστε να παρέχει ειδική ποιότητα υπηρεσιών ï , οι πληροφορίες πρέπει να περιλαμβάνουν επίσης το επίπεδο αξιοπιστίας της πρόσβασης και των πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος σε σύγκριση με υπηρεσία παρεχόμενη μέσω Ö αυτής της Õ τηλεφωνικού δικτύου μεταγωγής ð σύνδεσης ï , λαμβανομένων υπόψη των τρεχόντων προτύπων τεχνολογίας και ποιότητας καθώς και κάθε παράμετρο ποιότητας υπηρεσίας που καθορίζεται στην Ö παρούσα Õ οδηγία 2002/22/ΕΚ (οδηγία καθολικής υπηρεσίας).
ê 2009/140/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 22 (προσαρμοσμένο)
(254)Σύμφωνα με τους στόχους του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες, το κανονιστικό πλαίσιο θα πρέπει να εξασφαλίζει ότι όλοι οι χρήστες, περιλαμβανομένων των τελικών χρηστών με αναπηρίες, των ηλικιωμένων καθώς και χρηστών με ειδικές κοινωνικές ανάγκες, θα έχουν εύκολη πρόσβαση σε οικονομικά προσιτές υπηρεσίες υψηλής ποιότητας. Στη δήλωση 22, η οποία προσαρτάται στην τελική πράξη του Άμστερνταμ, προβλέπεται ότι τα θεσμικά όργανα της Κοινότητας Ö Ένωσης Õ λαμβάνουν υπόψη τους τις ανάγκες των ατόμων με αναπηρίες κατά την κατάρτιση μέτρων στο πλαίσιο του άρθρου 95 της συνθήκης Ö 114 της ΣΛΕΕ Õ .
ò νέο
(255)Οι τελικοί χρήστες θα πρέπει να έχουν δυνατότητα πρόσβασης σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης ατελώς και χωρίς να υποχρεούνται να χρησιμοποιήσουν οιοδήποτε μέσο πληρωμής, από οποιαδήποτε συσκευή που παρέχει δυνατότητα υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών, ακόμη και όταν χρησιμοποιούν υπηρεσίες περιαγωγής σε κράτος μέλος. Οι επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης αποτελούν μέσα επικοινωνίας, τα οποία περιλαμβάνουν όχι μόνο φωνητικές επικοινωνίες, αλλά επίσης μηνύματα SMS, βίντεο ή άλλου είδους επικοινωνίες, οι οποίες είναι ενεργοποιημένες σε κράτος μέλος για την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης. Οι επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης μπορούν να προκληθούν εκ μέρους προσώπου με το σύστημα eCall επί του οχήματος, όπως ορίζεται από τον κανονισμό 2015/758/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
(256)Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών σε τελικούς χρήστες παρέχουν αξιόπιστη και ακριβή πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, λαμβάνοντας υπόψη τις εθνικές ιδιαιτερότητες και τα εθνικά κριτήρια. Όταν η υπηρεσία διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών δεν παρέχεται με σύνδεση που παρέχει συγκεκριμένη ποιότητα υπηρεσιών, ο πάροχος υπηρεσιών ενδέχεται να μη μπορεί να εξασφαλίζει ότι οι κλήσεις έκτακτης ανάγκης που πραγματοποιούνται μέσω της υπηρεσίας τους δρομολογούνται στο πλέον κατάλληλο PSAP με την ίδια αξιοπιστία. Για αυτές τις επιχειρήσεις που είναι ανεξάρτητες από δίκτυα, δηλαδή τις επιχειρήσεις που δεν έχουν ενσωματωθεί σε πάροχο δημόσιου δικτύου επικοινωνιών, η παροχή πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος μπορεί να μην είναι πάντα τεχνικά εφικτή. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι εφαρμόζονται το συντομότερο δυνατό πρότυπα που εγγυώνται ακριβή και αξιόπιστη δρομολόγηση και σύνδεση με τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, προκειμένου να παρέχεται σε ανεξάρτητους από δίκτυα παρόχους υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών η δυνατότητα να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις σχετικά με την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και με την παροχή πληροφοριών εντοπισμού του καλούντος σε επίπεδο συγκρίσιμο με εκείνο που απαιτείται από άλλους παρόχους παρόμοιων υπηρεσιών επικοινωνιών.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 36 (προσαρμοσμένο)
Είναι σημαντικό οι χρήστες να έχουν τη δυνατότητα να καλούν ατελώς τον ενιαίο ευρωπαϊκό αριθμό κλήσης έκτακτης ανάγκης "112", καθώς και κάθε εθνικό αριθμό έκτακτης ανάγκης, από οποιοδήποτε τηλέφωνο, συμπεριλαμβανομένων των κοινόχρηστων τηλεφώνων, χωρίς χρήση μέσου πληρωμής. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν ήδη προβεί στις αναγκαίες οργανωτικές ρυθμίσεις για τον εθνικό οργανισμό συστημάτων έκτακτης ανάγκης, προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι οι κλήσεις στον αριθμό αυτό απαντώνται και διεκπεραιώνονται δεόντως. Οι πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος, οι οποίες πρόκειται να διατίθενται στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, στο μέτρο του τεχνικώς εφικτού, βελτιώνουν το επίπεδο της προστασίας και της ασφάλειας των χρηστών του "112" και βοηθούν τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης κατά τη διεκπεραίωση των καθηκόντων τους, υπό τον όρο ότι εξασφαλίζεται η μεταφορά κλήσεων και συναφών δεδομένων στις αρμόδιες υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης. Η λήψη και η χρησιμοποίηση τέτοιων πληροφοριών θα πρέπει να είναι σύμφωνες προς το σχετικό κοινοτικό δίκαιο για την προστασία προσωπικών δεδομένων. Η σταθερή βελτίωση της τεχνολογίας των πληροφοριών υποστηρίζει προοδευτικά τον ταυτόχρονο χειρισμό αρκετών γλωσσών στα δίκτυα, με εύλογο κόστος. Η εξέλιξη αυτή αυξάνει το επίπεδο της ασφάλειας των ευρωπαίων πολιτών που χρησιμοποιούν τον ενιαίο αριθμό κλήσης έκτακτης ανάγκης "112".
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 37 (προσαρμοσμένο)
Η εύκολη πρόσβαση στις διεθνείς τηλεφωνικές υπηρεσίες είναι ζωτικής σημασίας για τους ευρωπαίους πολίτες και για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Ο κωδικός "00" έχει ήδη καθιερωθεί ως ο πρότυπος διεθνής τηλεφωνικός κωδικός πρόσβασης στην Κοινότητα. Είναι δυνατό να θεσπισθούν ή να εξακολουθήσουν να ισχύουν, ειδικές ρυθμίσεις για τις συνδιαλέξεις μεταξύ γειτονικών περιοχών εκατέρωθεν των συνόρων μεταξύ κρατών μελών. Η ITU έχει χορηγήσει, σύμφωνα με τη σύσταση Ε.164 της ΙΤU, τον κωδικό "3883" στον Ευρωπαϊκό Χώρο Τηλεφωνικής Αριθμοδότησης (ETNS). Για να εξασφαλιστεί η σύνδεση των κλήσεων προς το ETNS, οι επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται δημόσια τηλεφωνικά δίκτυα θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι κλήσεις που χρησιμοποιούν τον κωδικό "3883" διασυνδέονται απευθείας ή εμμέσως με τα εξυπηρετητικά δίκτυα του ETNS τα οποία ορίζονται στα σχετικά πρότυπα του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Τυποποίησης στον τομέα των τηλεπικοινωνιών (ETSI). Οι ρυθμίσεις αυτές διασύνδεσης θα πρέπει να διέπονται από τις διατάξεις της οδηγίας 2002/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες καθώς και με τη διασύνδεσή τους (οδηγία για την πρόσβαση)
.
ê 2009/136/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 41
(257)Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν ειδικά μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένου του «112», έχουν εξίσου πρόσβαση οι τελικοί χρήστες με αναπηρία, ιδίως δε οι χρήστες που πάσχουν από κώφωση ή βαρηκοΐα, οι χρήστες με προβλήματα ομιλίας και οι χρήστες που πάσχουν συγχρόνως από κώφωση και τύφλωση. Τα εν λόγω μέτρα μπορεί να περιλαμβάνουν την παροχή ειδικών τερματικών συσκευών στους χρήστες με βαρηκοΐα, καθώς και υπηρεσιών αναμετάδοσης κειμένου ή άλλου ειδικού εξοπλισμού.
ê 2009/136/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 39
ð νέο
(258)Οι τελικοί χρήστες θα πρέπει να μπορούν να καλούν τις παρεχόμενες υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και να έχουν πρόσβαση σε αυτές χρησιμοποιώντας οιαδήποτε τηλεφωνική υπηρεσία επιτρέπει τη δημιουργία φωνητικών κλήσεων μέσω αριθμού ή αριθμών που υπάρχουν στο εθνικό σχέδιο τηλεφωνικής αριθμοδότησης. Τα κράτη μέλη τα οποία χρησιμοποιούν εθνικούς αριθμούς έκτακτης ανάγκης παράλληλα με το «112» μπορούν να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις παρόμοιες υποχρεώσεις για την πρόσβαση στους εν λόγω εθνικούς αριθμούς έκτακτης ανάγκης. Οι αρχές έκτακτης ανάγκης πρέπει να είναι σε θέση να χειρίζονται και να απαντούν σε κλήσεις στον αριθμό «112» τουλάχιστον τόσο γρήγορα και αποτελεσματικά όσο και σε κλήσεις σε εθνικούς αριθμούς έκτακτης ανάγκης. Έχει σημασία να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση όσον αφορά τον αριθμό «112» προκειμένου να βελτιωθεί το επίπεδο προστασίας και ασφάλειας των πολιτών που ταξιδεύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για τον σκοπό αυτό οι πολίτες θα πρέπει να είναι πλήρως ενήμεροι, ιδίως μέσω πληροφοριών που παρέχονται σε διεθνείς τερματικούς σταθμούς λεωφορείων, σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, σε λιμένες ή αερολιμένες, καθώς και στους τηλεφωνικούς καταλόγους, στους τηλεφωνικούς θαλάμους, σε πληροφοριακό υλικό προς τους συνδρομητές ð τελικούς χρήστες ï ή σε υλικό τιμολόγησης, ότι ο αριθμός «112» μπορεί να χρησιμοποιείται ως ενιαίος αριθμός κλήσης έκτακτης ανάγκης όταν ταξιδεύουν σε άλλα κράτη μέλη. Αυτό αποτελεί πρωτίστως ευθύνη των κρατών μελών, αλλά η Επιτροπή θα πρέπει να συνεχίσει να υποστηρίζει και να συμπληρώνει τις πρωτοβουλίες των κρατών μελών για καλύτερη συνειδητοποίηση της χρήσης του αριθμού «112» και να αξιολογεί περιοδικά τις γνώσεις των πολιτών σχετικά με τον αριθμό αυτό. Η υποχρέωση παροχής πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος πρέπει να ενισχυθεί ώστε να βελτιωθεί η προστασία των πολιτών. Ειδικότερα, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να παρέχουν πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης αμέσως μόλις η κλήση ληφθεί από την εν λόγω υπηρεσία ανεξαρτήτως της χρησιμοποιούμενης τεχνολογίας. Προκειμένου να ανταποκρίνεται στις τεχνολογικές εξελίξεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που οδηγούν σε διαρκώς μεγαλύτερη ακρίβεια για τον εντοπισμό του καλούντος, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να θεσπίζει τεχνικά εκτελεστικά μέτρα για τη διασφάλιση της ουσιαστικής πρόσβασης στις υπηρεσίες του «112» στην Κοινότητα προς όφελος των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται με την επιφύλαξη της οργάνωσης των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης στα κράτη μέλη.
ò νέο
(259)Οι πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος βελτιώνουν το επίπεδο προστασίας και ασφάλειας των τελικών χρηστών και βοηθούν τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, εφόσον η μετάδοση των επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης και των συναφών δεδομένων στις εκάστοτε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης είναι εγγυημένη από το εθνικό σύστημα των PSAP. Η λήψη και η χρησιμοποίηση πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος θα πρέπει να είναι σύμφωνες προς το σχετικό ενωσιακό δίκαιο για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Οι επιχειρήσεις που παρέχουν εντοπισμό βάσει δικτύου θα πρέπει να διαθέτουν πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης αμέσως μόλις η κλήση ληφθεί από την εν λόγω υπηρεσία, ανεξαρτήτως της χρησιμοποιούμενης τεχνολογίας. Ωστόσο, οι τεχνολογίες εντοπισμού βάσει χειροσυσκευής έχουν αποδειχθεί σημαντικά ακριβέστερες και οικονομικά αποδοτικότερες λόγω της διαθεσιμότητας των δεδομένων που παρέχονται από τα δορυφορικά συστήματα Galileo και EGNOS και από άλλα παγκόσμια δορυφορικά συστήματα πλοήγησης και δεδομένων Wi-Fi. Ως εκ τούτου, οι πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος που αντλούνται βάσει χειροσυσκευής θα πρέπει να συμπληρώνουν τις πληροφορίες για τον εντοπισμό βάσει δικτύου, ακόμη και αν ο εντοπισμός βάσει χειροσυσκευής μπορεί να είναι διαθέσιμος μόνο μετά την αποκατάσταση της επικοινωνίας έκτακτης ανάγκης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα PSAP είναι σε θέση να ανακτούν και να διαχειρίζονται τις διαθέσιμες πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος. Η εξακρίβωση και η μετάδοση πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος θα πρέπει να είναι ατελείς τόσο για τον τελικό χρήστη όσο και για την αρχή που χειρίζεται την επικοινωνία έκτακτης ανάγκης, ανεξάρτητα από τα μέσα διαπίστωσης, για παράδειγμα μέσω της χειροσυσκευής ή του δικτύου, ή από τα μέσα μετάδοσης, για παράδειγμα μέσω φωνητικού διαύλου, SMS ή βάσει πρωτοκόλλου διαδικτύου.
(260)Προκειμένου να ανταποκριθεί στις τεχνολογικές εξελίξεις σχετικά με τις ακριβείς πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος, την ισοδύναμη πρόσβαση για τελικούς χρήστες με αναπηρία και τη δρομολόγηση κλήσεων στο πλέον κατάλληλο PSAP, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί για την έκδοση των αναγκαίων μέτρων για την εξασφάλιση της συμβατότητας, της διαλειτουργικότητας, της ποιότητας και της συνέχισης των επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης στην Ένωση. Τα μέτρα αυτά είναι δυνατό να συνίστανται σε λειτουργικές διατάξεις που καθορίζουν τον ρόλο των διαφόρων μερών στο πλαίσιο της επικοινωνιακής αλυσίδας, για παράδειγμα των παρόχων υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών, των φορέων εκμετάλλευσης δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των PSAP, καθώς και σε τεχνικές διατάξεις που καθορίζουν τα τεχνικά μέσα για την εκπλήρωση των λειτουργικών διατάξεων. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται με την επιφύλαξη της οργάνωσης των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης στα κράτη μέλη.
ê 2009/136/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 36 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(261)Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι τελικοί χρήστες με αναπηρία επωφελούνται από τον ανταγωνισμό και τη δυνατότητα επιλογής παρόχων υπηρεσιών από τις οποίες επωφελείται και η πλειονότητα των τελικών χρηστών, οι αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να προσδιορίζουν, κατά περίπτωση και λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες εθνικές συνθήκες, απαιτήσεις προστασίας του καταναλωτή ð για τους τελικούς χρήστες με αναπηρία ï τις οποίες πρέπει να πληρούν οι επιχειρήσεις που παρέχουν διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Αυτές οι απαιτήσεις μπορεί να περιλαμβάνουν, συγκεκριμένα, την απαίτηση από τις επιχειρήσεις να προσφέρουν στους τελικούς χρήστες με αναπηρία τις υπηρεσίες τους υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των τιμών, και των τιμολογίων ð και της ποιότητας ï , με αυτούς που προσφέρουν και στους άλλους τελικούς χρήστες του δικτύου τους και να χρεώνουν ίδιες τιμές για τις υπηρεσίες τους ανεξάρτητα από το ενδεχόμενο επιπλέον κόστος Ö που χρεώνουν οι εν λόγω επιχειρήσεις Õ . Άλλες απαιτήσεις μπορούν να σχετίζονται με τις ρυθμίσεις χονδρικής μεταξύ επιχειρήσεων. ð Προκειμένου να αποφεύγεται η δημιουργία υπερβολικής επιβάρυνσης για τους παρόχους υπηρεσιών, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να ελέγχουν κατά πόσο οι στόχοι της ισότιμης πρόσβασης και επιλογής είναι πράγματι δυνατό να επιτευχθούν χωρίς αυτά τα μέτρα. ï
ò νέο
(262)Εκτός από τα μέτρα οικονομικής προσιτότητας για τους χρήστες με αναπηρία που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία, η οδηγία xxx/ΕΕΕΕ/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά τις απαιτήσεις προσβασιμότητας για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες ορίζει διάφορες υποχρεωτικές απαιτήσεις για την εναρμόνιση ορισμένων χαρακτηριστικών προσβασιμότητας για τους χρήστες υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών με αναπηρία και τον σχετικό τερματικό εξοπλισμό των καταναλωτών. Ως εκ τούτου, η αντίστοιχη υποχρέωση στην παρούσα οδηγία με την οποία απαιτούνταν από τα κράτη μέλη να ενθαρρύνουν τη διαθεσιμότητα τερματικού εξοπλισμού για χρήστες με αναπηρίες έχει καταστεί άνευ αντικειμένου και θα πρέπει να καταργηθεί.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 35 (προσαρμοσμένο)
(263)Ö Έχει αναπτυχθεί αποτελεσματικός ανταγωνισμός στην Õ Η παροχή υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγου και καταλόγων Ö δυνάμει, μεταξύ άλλων, του άρθρου 5 της οδηγίας 2002/77/ΕΚ της Επιτροπής Õ. είναι ήδη ανοικτή στον ανταγωνισμό. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας συμπληρώνουν τις διατάξεις της οδηγίας 97/66/ΕΚ και παρέχουν στους συνδρομητές το δικαίωμα αναγραφής των προσωπικών τους δεδομένων σε έντυπο ή σε ηλεκτρονικό κατάλογο Ö Προκειμένου να διατηρηθεί αυτός ο αποτελεσματικός ανταγωνισμός, Õ όΌλοι οι φορείς παροχής υπηρεσιών που διαθέτουν αριθμούς τηλεφώνου στους συνδρομητές τους, Ö τελικούς χρήστες τους θα πρέπει να εξακολουθήσουν να Õ υποχρεούνται να διαθέτουν τις σχετικές πληροφορίες κατά τρόπο δίκαιο, κοστοστρεφή και αμερόληπτο.
ò νέο
(264)Οι τελικοί χρήστες θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με το δικαίωμά τους να αποφασίζουν αν επιθυμούν ή όχι να περιληφθούν σε κατάλογο. Οι πάροχοι υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών θα πρέπει να σέβονται την απόφαση των τελικών χρηστών κατά τη διάθεση των δεδομένων σε παρόχους υπηρεσιών καταλόγου. Το άρθρο 12 της οδηγίας 2002/58/ΕΚ διασφαλίζει το δικαίωμα των τελικών χρηστών στην ιδιωτική ζωή όσον αφορά τη συμπερίληψη των πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα που τους αφορούν σε δημόσιο κατάλογο.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 32 (προσαρμοσμένο)
(265)Οι τελικοί χρήστες θα πρέπει να μπορούν να απολαύουν εγγύησης διαλειτουργικότητας για το σύνολο του εξοπλισμού ψηφιακής τηλεοπτικής λήψης που πωλείται στην Κοινότητα Ö Ένωση Õ Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν ελάχιστα εναρμονισμένα πρότυπα σε σχέση με τον εν λόγω εξοπλισμό. Τα πρότυπα αυτά μπορούν να αναπροσαρμόζονται κατά καιρούς, ανάλογα με την τεχνολογική πρόοδο και τις εξελίξεις στην αγορά.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 33 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(266)Είναι επιθυμητό να παρέχεται στους καταναλωτές η δυνατότητα να επιτυγχάνουν την πληρέστερη δυνατή σύνδεση με ψηφιακές τηλεοπτικές συσκευές. Η διαλειτουργικότητα είναι εξελισσόμενη έννοια στις δυναμικές αγορές. Οι φορείς τυποποίησης θα πρέπει να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να εξασφαλίζουν ότι τα κατάλληλα πρότυπα εξελίσσονται παράλληλα με τις σχετικές τεχνολογίες. Είναι επίσης σημαντικό να εξασφαλιστεί ότι υπάρχουν σύνδεσμοι για τις ð ψηφιακές ï τηλεοπτικές συσκευές, οι οποίοι μπορούν να μεταδίδουν όλα τα απαιτούμενα στοιχεία ενός ψηφιακού σήματος, συμπεριλαμβανομένων των σημάτων ήχου και εικόνας, των πληροφοριών για την υπό όρους πρόσβαση, των πληροφοριών για τις υπηρεσίες, των Πληροφοριών Διεπαφής Προγράμματος (ΑΡΙ) και των πληροφοριών σχετικά με την προστασία έναντι αντιγραφής. Συνεπώς, η παρούσα οδηγία Ö θα πρέπει να Õ εξασφαλίζει ότι η λειτουργικότητα ð που σχετίζεται και/ή εφαρμόζεται σε συνδέσμους ï της ανοικτής διεπαφής για τις ψηφιακές τηλεοπτικές συσκευές, δεν περιορίζεται από τους φορείς εκμετάλλευσης δικτύων, παρόχους υπηρεσιών ή κατασκευαστές εξοπλισμού και εξακολουθεί να εξελίσσεται παράλληλα με τις τεχνολογικές εξελίξεις. Είναι σκόπιμη η δημιουργία ενός κοινού προτύπου για την παρουσίαση και την εμφάνιση των ψηφιακών αλληλεπιδραστικών ð συνδεδεμένων ï τηλεοπτικών υπηρεσιών μέσω ενός μηχανισμού καθοδηγούμενου από την αγορά, δεδομένου ότι θα ωφελούσε τους καταναλωτές. Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή μπορούν να αναλαμβάνουν πολιτικές πρωτοβουλίες, συμβατές προς τη συνθήκη, για να ενθαρρύνουν την εξέλιξη αυτή.
ê 2009/136/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 38 (προσαρμοσμένο)
(267)Οι υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου πρέπει να προσφέρονται, και συχνά προσφέρονται, σε καθεστώς ανταγωνισμού, σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 2002/77/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Σεπτεμβρίου 2002, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών
. Τα μέτρα σε επίπεδο χονδρικής, που εξασφαλίζουν την καταγραφή των δεδομένων των τελικών χρηστών (τόσο σταθερής όσο και κινητής τηλεφωνίας) σε βάσεις δεδομένων θα πρέπει να συμμορφώνονται προς τις διασφαλίσεις για την προστασία των προσωπικών δεδομένων Ö δυνάμει της οδηγίας 95/46/ΕΚ, η οποία θα αντικατασταθεί με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/697 στις 25 Μαΐου 2018, και Õ συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 12 της οδηγίας 2002/58/ΕΚ (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες). Η παροχή αυτών των δεδομένων σε παρόχους υπηρεσιών, με τη δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν κεντρικό μηχανισμό για την παροχή συνεπών συγκεντρωτικών πληροφοριών σε παρόχους υπηρεσιών καταλόγου και την παροχή πρόσβασης στο δίκτυο με λογικούς και διαφανείς όρους, πρέπει να είναι προσανατολισμένη στο κόστος ώστε να διασφαλίζεται ότι οι τελικοί χρήστες επωφελούνται πλήρως από τον ανταγωνισμό, με απώτερο στόχο Ö το οποίο έχει επιτρέψει, σε γενικές γραμμές, Õ να γίνει δυνατή η άρση των επιμέρους ρυθμίσεων από τις υπηρεσίες αυτές και η παροχή προσφορών υπηρεσιών καταλόγου με λογικούς και διαφανείς όρους.
ò νέο
(268)Μετά την κατάργηση της υποχρέωσης παροχής καθολικής υπηρεσίας για υπηρεσίες καταλόγου και δεδομένης της ύπαρξης λειτουργούσας αγοράς για τις εν λόγω υπηρεσίες, το δικαίωμα πρόσβασης σε υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου δεν είναι πλέον αναγκαίο. Ωστόσο, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να μπορούν ακόμη να επιβάλλουν υποχρεώσεις και όρους στις επιχειρήσεις που ελέγχουν την πρόσβαση σε τελικούς χρήστες για τη διατήρηση της πρόσβασης και του ανταγωνισμού στην εν λόγω αγορά.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 43 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(269)Επί του παρόντος, τα κράτη μέλη επιβάλλουν ορισμένες υποχρεώσεις "μεταφοράς σήματος" σε δίκτυα για τη διάδοση στο κοινό ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν αναλογικές υποχρεώσεις σε επιχειρήσεις που ευρίσκονται στη δικαιοδοσία τους, για την εξυπηρέτηση θεμιτών στόχων δημόσιας πολιτικής· οι εν λόγω υποχρεώσεις θα πρέπει όμως να επιβάλλονται μόνον όπου είναι απαραίτητο για την κάλυψη στόχων δημόσιου συμφέροντος, σαφώς καθορισμένων από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ δίκαιο, ενώ θα πρέπει να είναι αναλογικές και διαφανείς και να υπόκεινται σε περιοδική επανεξέταση. Οι υποχρεώσεις «μεταφοράς σήματος» Ö είναι δυνατό να εφαρμόζονται σε ειδικευμένους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς διαύλους ευρυεκπομπής και συμπληρωματικές υπηρεσίες που προσφέρονται από ειδικευμένο πάροχο υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας. Οι υποχρεώσεις Õ τις οποίες επιβάλλουν τα κράτη μέλη, θα πρέπει να είναι εύλογες, δηλαδή θα πρέπει να είναι αναλογικές και διαφανείς, βάσει σαφώς καθορισμένων στόχων δημοσίου συμφέροντος. ð Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν αντικειμενική αιτιολόγηση των υποχρεώσεων «μεταφοράς σήματος» που επιβάλλουν με την εθνική τους νομοθεσία, ώστε να εξασφαλίζουν ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις είναι διαφανείς, αναλογικές και σαφώς ορισμένες. Οι υποχρεώσεις θα πρέπει να σχεδιάζονται κατά τρόπο ώστε να παρέχονται επαρκή κίνητρα για αποδοτικές επενδύσεις στις υποδομές. Οι υποχρεώσεις θα πρέπει να υπόκεινται σε περιοδική αναθεώρηση τουλάχιστον ανά πέντε έτη, προκειμένου να συμβαδίζουν με τις τεχνολογικές εξελίξεις και τις εξελίξεις στην αγορά και να διασφαλίζεται ότι εξακολουθούν να είναι ανάλογες προς τους επιδιωκόμενους στόχους. ï και Ö Οι υποχρεώσεις Õ θα μπορούσαν, ανάλογα με την περίπτωση, να συνεπάγονται την πρόβλεψη ανάλογης αποζημίωσης. Ανάμεσα σε τέτοιες υποχρεώσεις "μεταφοράς σήματος" μπορεί να περιλαμβάνεται και η υποχρέωση παροχής υπηρεσιών μετάδοσης ειδικά σχεδιασμένων για να διευκολύνουν την πρόσβαση των χρηστών με ειδικές ανάγκες.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 44 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(270)Τα δίκτυα που χρησιμοποιούνται για τη διανομή ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών στο κοινό, περιλαμβάνουν την καλωδιακή τηλεόραση, Ö την τηλεόραση μέσω πρωτοκόλλου διαδικτύου, Õ τα δορυφορικά και τα επίγεια δίκτυα εκπομπών. Ενδέχεται επίσης να περιλαμβάνουν άλλα δίκτυα στο μέτρο που ένας σημαντικός αριθμός τελικών χρηστών χρησιμοποιεί τα δίκτυα αυτά ως το κύριο μέσο λήψης των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών. ð Οι υποχρεώσεις «μεταφοράς σήματος» μπορούν να περιλαμβάνουν και τη μετάδοση υπηρεσιών ειδικά σχεδιασμένων για να διευκολύνουν την πρόσβαση των χρηστών με αναπηρία. Συνακολούθως, οι συμπληρωματικές υπηρεσίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, υπηρεσίες σχεδιασμένες για τη βελτίωση της προσβασιμότητας από τελικούς χρήστες με αναπηρία, όπως υπηρεσίες τηλεεικονογραφίας, υποτιτλισμού, ακουστικής περιγραφής και νοηματικής γλώσσας. Λόγω της αυξανόμενης παροχής και λήψης υπηρεσιών συνδεδεμένης τηλεόρασης και της συνεχιζόμενης σημασίας των ηλεκτρονικών οδηγών προγράμματος για τις επιλογές των χρηστών, η μετάδοση σχετικών με το πρόγραμμα δεδομένων που υποστηρίζουν τις εν λόγω λειτουργίες μπορούν να συμπεριλαμβάνονται σε υποχρεώσεις «μεταφοράς σήματος». ï
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 39
(271)Οι ευκολίες τονικής επιλογής και αναγνώρισης καλούσας γραμμής διατίθενται συνήθως στα σύγχρονα τηλεφωνικά κέντρα και, κατά συνέπεια, είναι δυνατό να αυξάνεται η παροχή τους με μικρό ή και με μηδενικό κόστος. Η χρήση της τονικής επιλογής για την επαφή των χρηστών με ειδικές υπηρεσίες και ευκολίες, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών προστιθέμενης αξίας, παρουσιάζει τάσεις αύξησης, η δε αδυναμία παροχής της ευκολίας αυτής μπορεί να αποκλείσει τον χρήστη από τη χρήση των εν λόγω υπηρεσιών. Εφόσον οι εν λόγω ευκολίες είναι ήδη διαθέσιμες, δεν απαιτείται από τα κράτη μέλη να επιβάλλουν υποχρέωση για την παροχή τους. Η οδηγία 2002/58/ΕΚ97/66/ΕΚ διασφαλίζει την ιδιωτική ζωή των χρηστών όσον αφορά την ανάλυση λογαριασμού, παρέχοντας στους χρήστες τα μέσα για την προστασία του δικαιώματός τους της ιδιωτικής ζωής, με την εφαρμογή της αναγνώρισης της καλούσας γραμμής. Η ανάπτυξη των υπηρεσιών αυτών, σε πανευρωπαϊκή βάση, θα ωφελούσε τους καταναλωτές και ενθαρρύνεται από την παρούσα οδηγία.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 22
(272)Η δημοσίευση πληροφοριών από τα κράτη μέλη εξασφαλίζει ότι, οι συντελεστές της αγοράς και οι ενδεχόμενοι νεοεισερχόμενοι σε αυτήν, κατανοούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και γνωρίζουν πού να αναζητούν τις σχετικές λεπτομερείς πληροφορίες. Η δημοσίευση στην εθνική επίσημη εφημερίδα επιτρέπει στα ενδιαφερόμενα μέρη σε άλλα κράτη μέλη να εντοπίζουν τις σχετικές πληροφορίες.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 23
(273)Προκειμένου να εξασφαλισθεί σε πανευρωπαϊκό επίπεδο η αποτελεσματική και αποδοτική λειτουργία της αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η Επιτροπή θα πρέπει να επιβλέπει και να δημοσιεύει πληροφορίες σχετικά με τα τέλη που συμβάλλουν στον προσδιορισμό της τιμής για τους τελικούς καταναλωτές.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 24
Η ανάπτυξη της αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών και της συναφούς με αυτές υποδομής μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις για το περιβάλλον και το τοπίο. Είναι, ως εκ τούτου, αναγκαίο τα κράτη μέλη να παρακολουθούν τη διαδικασία αυτή και, εάν είναι αναγκαίο, να λαμβάνουν μέτρα για την ελαχιστοποίηση οιωνδήποτε τέτοιων συνεπειών, μέσω των κατάλληλων συμφωνιών και άλλων διακανονισμών με τις αρμόδιες αρχές.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 25 (προσαρμοσμένο)
(274)Προκειμένου να καθοριστεί η σωστή εφαρμογή του κοινοτικού Ö ενωσιακού Õ δικαίου, η Επιτροπή πρέπει να γνωρίζει ποιες επιχειρήσεις έχουν οριστεί ως έχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά και ποιες υποχρεώσεις έχουν επιβληθεί στους συντελεστές της αγοράς από τις εθνικές κανονιστικές αρχές. Συνεπώς, εκτός από τη δημοσίευση των εν λόγω πληροφοριών, σε εθνικό επίπεδο, είναι αναγκαία και η αποστολή των πληροφοριών αυτών από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή. Όταν τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αποστέλλουν πληροφορίες στην Επιτροπή, οι πληροφορίες αυτές μπορούν να αποστέλλονται σε ηλεκτρονική μορφή, εφόσον έχουν συμφωνηθεί κατάλληλες διαδικασίες επαλήθευσης.
ò νέο
(275)Με στόχο τη συνεκτίμηση των εξελίξεων της αγοράς, των κοινωνικών και τεχνολογικών εξελίξεων, τη διαχείριση των κινδύνων που αφορούν την ασφάλεια των δικτύων και υπηρεσιών και την εξασφάλιση αποτελεσματικής πρόσβασης σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τον καθορισμό μέτρων για την αντιμετώπιση κινδύνων κατά της ασφάλειας, την προσαρμογή των όρων πρόσβασης σε υπηρεσίες ψηφιακής τηλεόρασης και ραδιοφώνου, τον καθορισμό ενιαίου τέλους τερματισμού φωνητικών κλήσεων χονδρικής σε αγορές σταθερών και κινητών επικοινωνιών, την έγκριση μέτρων σχετικά με τις επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης στην Ένωση, και την προσαρμογή των παραρτημάτων II, IV, V, VI, VIII, IX και X της παρούσας οδηγίας. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διενεργεί η Επιτροπή κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, και οι εν λόγω διαβουλεύσεις να διενεργούνται σύμφωνα με τις αρχές που προβλέπονται στη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου, της 13ης Απριλίου 2016. Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλίζεται ίση συμμετοχή στην κατάρτιση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση σε συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την κατάρτιση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.
(276)Προκειμένου να εξασφαλίζονται ομοιόμορφες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή για να εκδίδει αποφάσεις για την επίλυση διασυνοριακών επιβλαβών παρεμβολών μεταξύ κρατών μελών, να καθιστά υποχρεωτική την εφαρμογή προτύπων ή να αφαιρεί πρότυπα και/ή προδιαγραφές από το υποχρεωτικό μέρος του καταλόγου προτύπων, να λαμβάνει αποφάσεις που καθορίζουν αν τα δικαιώματα σε εναρμονισμένη ζώνη πρέπει να υπόκεινται σε καθεστώς γενικής άδειας ή σε μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης, να προσδιορίζει τους τρόπους εφαρμογής των κριτηρίων, των κανόνων και των όρων σχετικά με το εναρμονισμένο ραδιοφάσμα, να διευκρινίζει τους τρόπους εφαρμογής των όρων που ενδεχομένως θέτουν τα κράτη μέλη για άδειες χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος, να προσδιορίζει τις ζώνες για τις οποίες οι επιχειρήσεις μπορούν να μεταβιβάζουν ή να χρονομισθώνουν μεταξύ τους δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων, να καθορίζει κοινές περιοριστικές τελικές ημερομηνίες έως τις οποίες χορηγείται άδεια για τη χρήση συγκεκριμένων ζωνών εναρμονισμένου ραδιοφάσματος, να εγκρίνει μεταβατικά μέτρα όσον αφορά τη διάρκεια δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, να καθορίζει κριτήρια για να συντονίζει την εφαρμογή ορισμένων υποχρεώσεων, να προσδιορίζει τεχνικά χαρακτηριστικά για τον σχεδιασμό, την ανάπτυξη και τη λειτουργία σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας, να αντιμετωπίζει τη μη καλυπτόμενη διασυνοριακή ή πανευρωπαϊκή ζήτηση για αριθμούς και να προσδιορίζει τη φύση και το πεδίο εφαρμογής των υποχρεώσεων που διασφαλίζουν την αποτελεσματική πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης ή σε διατερματική συνδεσιμότητα μεταξύ τελικών χρηστών σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη ή σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι αρμοδιότητες αυτές θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή.
(277)Εν τέλει, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να εκδίδει, αναλόγως των αναγκών και λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τη γνώμη του BEREC, συστάσεις όσον αφορά την ταυτοποίηση των σχετικών αγορών προϊόντων και υπηρεσιών, τις κοινοποιήσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας για την εδραίωση της εσωτερικής αγοράς και την εναρμονισμένη εφαρμογή των διατάξεων του κανονιστικού πλαισίου.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 39
(278)Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να επανεξετάζονται τακτικά, ιδίως προκειμένου να καθοριστεί η ανάγκη τροποποίησης υπό το πρίσμα των μεταβαλλόμενων συνθηκών στην τεχνολογία ή τις αγορές.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 42
(279)Ορισμένες οδηγίες και αποφάσεις στον τομέα αυτό θα πρέπει να καταργηθούν.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 43 (προσαρμοσμένο)
(280)Η Επιτροπή θα πρέπει να παρακολουθεί τη μετάβαση από το υφιστάμενο πλαίσιο στο νέο πλαίσιο· ιδιαιτέρως, δύναται, σε εύθετο χρόνο, να υποβάλει πρόταση για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2887/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, για την αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο
.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 34
Μια ενιαία επιτροπή θα πρέπει να αντικαταστήσει την "επιτροπή ONP", που θεσπίστηκε βάσει του άρθρου 9 της οδηγίας 90/387/ΕΟΚ και την επιτροπή αδειών, που θεσπίστηκε βάσει του άρθρου 14 της οδηγίας 97/13/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1997, σχετικά με κοινό πλαίσιο γενικών και ειδικών αδειών στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών
.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 35
Οι εθνικές κανονιστικές αρχές και οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού θα πρέπει να ανταλλάσσουν τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών για την καλύτερη συνεργασία τους. Σε σχέση με τις ανταλλασσόμενες πληροφορίες, η αποδέκτρια αρχή θα πρέπει να διασφαλίζει την τήρηση του ίδιου επιπέδου εμπιστευτικότητας με τη διαβιβάζουσα αρχή.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 36
Η Επιτροπή έχει δηλώσει την πρόθεσή της να συγκροτήσει ευρωπαϊκή ομάδα ρυθμιστικών φορέων για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η οποία θα αποτελούσε τον κατάλληλο μηχανισμό για την ενθάρρυνση της συνεργασίας και του συντονισμού των εθνικών κανονιστικών αρχών, εις τρόπον ώστε να προωθηθεί η ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και να επιδιωχθεί η επίτευξη συνεπούς εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών σε όλα τα κράτη μέλη, ιδίως σε τομείς στους οποίους η εθνική νομοθεσία εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου δίνει στις εθνικές κανονιστικές αρχές σημαντική διακριτική ευχέρεια κατά την εφαρμογή των σχετικών κανόνων.
ê 2002/21/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 41 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(281)Δεδομένου ότι οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης, ήτοι η επίτευξη εναρμονισμένου ð και απλουστευμένου ï πλαισίου για τη ρύθμιση υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συναφών ευκολιών και συναφών υπηρεσιών, ð των όρων για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών, της χρήσης ραδιοφάσματος και αριθμών, της ρύθμισης της πρόσβασης σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και της διασύνδεσής τους, και της προστασίας των τελικών χρηστών ï είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύνανται, συνεπώς, λόγω των διαστάσεων και των αποτελεσμάτων της δράσης, να επιτευχθούν καλλίτερα σε κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ επίπεδο, η Κοινότητα Ö Ένωση Õ μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως εκτίθεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως εκτίθεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 1 (προσαρμοσμένο)
Το αποτέλεσμα της δημόσιας διαβούλευσης σχετικά με την αναθεώρηση του κανονιστικού πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες του 1999, όπως αντανακλάται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 26ης Απριλίου 2000, καθώς και τα πορίσματα της Επιτροπής που περιλαμβάνονται στις ανακοινώσεις της σχετικά με την πέμπτη και την έκτη έκθεση για την υλοποίηση της δέσμης κανονιστικών ρυθμίσεων για τον τομέα των τηλεπικοινωνιών, επιβεβαίωσαν την ανάγκη για πιο εναρμονισμένη και λιγότερο επαχθή κανονιστική ρύθμιση της πρόσβασης στην αγορά δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, σε ολόκληρη την Κοινότητα.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 2
Η σύγκλιση μεταξύ διαφορετικών υπηρεσιών και δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των τεχνολογιών τους, απαιτεί την εγκαθίδρυση καθεστώτος αδειοδότησης, το οποίο θα καλύπτει όλες τις συγκρίσιμες υπηρεσίες, με ισότιμο τρόπο, ανεξάρτητα από τις χρησιμοποιούμενες τεχνολογίες.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 14
Τα κράτη μέλη ούτε υποχρεούνται να χορηγούν ούτε παρεμποδίζονται να χορηγούν δικαιώματα χρήσης αριθμών από το εθνικό σχέδιο αριθμοδότησης ή δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών σε άλλες επιχειρήσεις, πλην των φορέων παροχής δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 26
Όταν μια επιχείρηση διαπιστώνει ότι, η αίτησή της για παροχή δικαιώματος εγκατάστασης ευκολιών, δεν έχει διεκπεραιωθεί σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στην οδηγία 2002/21/ΕΚ (οδηγία πλαίσιο), ή όταν η σχετική απόφαση καθυστερεί αναίτια, θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να προσφεύγει κατά της απόφασης αυτής ή της καθυστέρησης στη λήψη απόφασης, σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία.
ê 2002/20/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 27
Οι κυρώσεις για τη μη συμμόρφωση προς όρους δυνάμει της γενικής άδειας, θα πρέπει να είναι ανάλογες προς την παράβαση. Εκτός εξαιρετικών περιστάσεων, η αναστολή ή η αφαίρεση του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή του δικαιώματος χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ή αριθμών, όταν μια επιχείρηση δεν συμμορφώνεται με έναν ή περισσότερους όρους δυνάμει της γενικής άδειας, δεν αποτελεί αναλογική κύρωση. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη επειγόντων μέτρων τα οποία ενδέχεται να απαιτηθεί να λάβουν οι αρμόδιες αρχές κρατών μελών, σε περίπτωση σοβαρής απειλής της δημόσιας τάξης, ασφάλειας ή υγείας ή οικονομικών ή επιχειρησιακών συμφερόντων άλλων επιχειρήσεων. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει επίσης να ισχύει με την επιφύλαξη ενδεχόμενων απαιτήσεων μεταξύ επιχειρήσεων για αποζημίωση για ζημίες στα πλαίσια του εθνικού δικαίου.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 4 (προσαρμοσμένο)
Η οδηγία 95/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, σχετικά με τη χρήση προτύπων για τη μετάδοση τηλεοπτικού σήματος
δεν επέβαλε συγκεκριμένο σύστημα μετάδοσης ψηφιακής τηλεόρασης ή απαίτηση υπηρεσίας, και αυτό παρείχε τη δυνατότητα στους παράγοντες της αγοράς να αναλάβουν πρωτοβουλία και να αναπτύξουν κατάλληλα συστήματα. Μέσω του Digital Video Broadcasting Group, οι συντελεστές της ευρωπαϊκής αγοράς ανέπτυξαν μια ομάδα συστημάτων τηλεοπτικής μετάδοσης, τα οποία υιοθέτησαν ραδιοτηλεοπτικοί φορείς σε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτά τα συστήματα μετάδοσης έχουν τυποποιηθεί από το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τηλεπικοινωνιακών Προτύπων (ETSI) και έχουν συμπεριληφθεί στις συστάσεις της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών (ITU). Όσον αφορά τη ψηφιακή τηλεόραση ευρείας οθόνης, το σχήμα 16:9 είναι το σχήμα αναφοράς της τηλεοπτικής υπηρεσίας και των προγραμμάτων ευρείας οθόνης, και επί του παρόντος έχει καθιερωθεί στις αγορές των κρατών μελών, με την απόφαση 93/424/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 1993, σχετικά με τη θέσπιση σχεδίου δράσης για την εισαγωγή προηγμένων τηλεοπτικών υπηρεσιών στην Ευρώπη
.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 26 (προσαρμοσμένο)
Λαμβανομένου υπόψη του ρυθμού εξέλιξης της τεχνολογίας και της αγοράς, η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να αναθεωρηθεί εντός τριών ετών από την ημερομηνία εφαρμογής της, ώστε να διαπιστωθεί εάν έχει επιτύχει τους στόχους της.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 27 (προσαρμοσμένο)
Τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή
.
ê 2002/19/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 28 (προσαρμοσμένο)
Δεδομένου ότι οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης, ήτοι ένα εναρμονισμένο πλαίσιο σχετικά με τη ρύθμιση της πρόσβασης σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες καθώς και με τη διασύνδεσή τους, είναι αδύνατο να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύνανται συνεπώς, λόγω των διαστάσεων ή των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να θεσπίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας η οποία ορίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία ορίζεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών,
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 7 (προσαρμοσμένο)
Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξακολουθούν να εξασφαλίζουν ότι οι υπηρεσίες που ορίζονται στο κεφάλαιο ΙΙ διατίθενται, με την οριζόμενη ποιότητα, σε όλους τους τελικούς χρήστες της επικράτειάς τους, ανεξάρτητα από τη γεωγραφική τους θέση, και, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών εθνικών συνθηκών, σε προσιτή τιμή. Τα κράτη μέλη μπορούν, στη συνάρτηση των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας και βάσει των εθνικών συνθηκών, να λαμβάνουν συγκεκριμένα μέτρα για τους καταναλωτές, σε αγροτικές ή γεωγραφικά απομονωμένες περιοχές, προκειμένου να εξασφαλίζουν την πρόσβασή τους στις υπηρεσίες που ορίζονται στο κεφάλαιο ΙΙ και την προσιτότητα των υπηρεσιών αυτών, καθώς και να εξασφαλίζουν την πρόσβαση αυτή, υπό τις ίδιες συνθήκες, ιδίως, για τους ηλικιωμένους, τα μειονεκτούντα άτομα και τα άτομα με ειδικές κοινωνικές ανάγκες. Τα μέτρα αυτά μπορούν επίσης να περιλαμβάνουν μέτρα, τα οποία αφορούν ευθέως τους καταναλωτές με ειδικές κοινωνικές ανάγκες, παρέχοντας στήριξη σε συγκεκριμένους καταναλωτές, π.χ. με ειδικά μέτρα, τα οποία λαμβάνονται μετά την εξέταση μεμονωμένων αιτημάτων, όπως η άφεση χρεών.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 45 (προσαρμοσμένο)
Οι υπηρεσίες που προσφέρουν περιεχόμενο, όπως προσφορά προς πώληση μιας δέσμης περιεχομένου ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών, δεν καλύπτονται από το κοινό κανονιστικό πλαίσιο για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Οι πάροχοι των υπηρεσιών αυτών δεν θα πρέπει να υποβάλλονται σε υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας όσον αφορά τις δραστηριότητες αυτές. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τα μέτρα που λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, όσον αφορά τις υπηρεσίες αυτές.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 46 (προσαρμοσμένο)
Εφόσον ένα κράτος μέλος επιδιώκει να εξασφαλίσει την παροχή άλλων ειδικών υπηρεσιών σε ολόκληρη την επικράτειά του, οι υποχρεώσεις αυτές θα πρέπει να εκπληρώνονται στη βάση της οικονομικής απόδοσης και εκτός του πεδίου εφαρμογής των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν πρόσθετα μέτρα (όπως διευκόλυνση της ανάπτυξης της υποδομής ή των υπηρεσιών στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η αγορά δεν καλύπτει ικανοποιητικά τις απαιτήσεις των τελικών χρηστών ή των καταναλωτών) σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο. Ανταποκρινόμενο στην πρωτοβουλία eEurope της Επιτροπής, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβώνας της 23ης και 24ης Μαρτίου 2000, κάλεσε τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν ότι όλα τα σχολεία θα διαθέτουν πρόσβαση στο Διαδίκτυο και σε πόρους για τα πολυμέσα.
ê 2002/22/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 52 (προσαρμοσμένο)
Τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή
,
ò νέο
(282)Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα, τα κράτη μέλη ανέλαβαν να συνοδεύουν, στις περιπτώσεις όπου αιτιολογείται, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα επεξηγείται η σχέση μεταξύ των συστατικών στοιχείων μιας οδηγίας και των αντίστοιχων μερών των πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο.
ê
(283)Η υποχρέωση μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο θα πρέπει να περιοριστεί στις διατάξεις που συνιστούν ουσιώδη τροποποίηση σε σύγκριση με τις προϋπάρχουσες οδηγίες. Η υποχρέωση μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων που δεν τροποποιούνται κατ’ ουσία απορρέει από τις προϋπάρχουσες οδηγίες.
(284)Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά την προθεσμία μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο και την ημερομηνία εφαρμογής των οδηγιών που παρατίθενται στο παράρτημα XI μέρος Β,
ê 2009/140/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:
Μεροσ I. ΠΛΑΙΣΙΟ (γενικοι κανονεσ για την οργανωση του τομεα)
Τιτλοσ 1I: Πεδιο εφαρμογησ, σκοποσ & στοχοι, ορισμοι
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
Ö ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ Õ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ, ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ
Άρθρο 1
Πεδίο εφαρμογής Ö Αντικείμενο Õ και σκοπός
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 1 στοιχείο α) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
1. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει εναρμονισμένο πλαίσιο για τη ρύθμιση υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συναφών ευκολιών και συναφών υπηρεσιών, καθώς και ορισμένων πτυχών τoυ τερματικού εξοπλισμού ώστε να διευκολυνθεί η πρόσβαση των χρηστών με αναπηρία. Καθορίζει τα καθήκοντα των εθνικών κανονιστικών ð και άλλων αρμόδιων ï αρχών και θεσπίζει σύνολο διαδικασιών για την εξασφάλιση της εναρμονισμένης εφαρμογής του κανονιστικού πλαισίου σε ολόκληρη την Κοινότητα Ö Ένωση Õ .
Άρθρο 1
Στόχος και πεδίο εφαρμογής
12. Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι Ö , αφενός, Õ η υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών μέσω της εναρμόνισης και της απλούστευσης των κανόνων και όρων αδειοδότησης, προκειμένου να διευκολύνεται η παροχή τους σε ολόκληρη την Κοινότητα.
2. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις άδειες για την παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
ê 2002/19/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 1
Πεδίο εφαρμογής και σκοπός
1. Εντός του πλαισίου που θεσπίζει η οδηγία 2002/21/ΕΚ (οδηγία πλαίσιο), η παρούσα οδηγία εναρμονίζει τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη ρυθμίζουν την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και σε συναφείς ευκολίες, καθώς και τη διασύνδεσή τους. Σκοπός είναι η θέσπιση ενός κανονιστικού πλαισίου, σύμφωνα με τις αρχές της εσωτερικής αγοράς, για τη σχέση μεταξύ προμηθευτών δικτύων και υπηρεσιών που θα έχει ως αποτέλεσμα ð την ανάπτυξη και χρήση δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας, ï βιώσιμο ανταγωνισμό, διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και οφέλη για τους καταναλωτές ð τελικούς χρήστες ï.
2. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει δικαιώματα και υποχρεώσεις για φορείς εκμετάλλευσης, καθώς και για επιχειρήσεις που επιδιώκουν διασύνδεση και/ή πρόσβαση στα δικά τους δίκτυα ή συναφείς ευκολίες. Ορίζει τους στόχους των εθνικών κανονιστικών αρχών όσον αφορά την πρόσβαση και τη διασύνδεση και θεσπίζει διαδικασίες για να διασφαλίσει ότι, οι υποχρεώσεις που επιβάλλουν οι εθνικές κανονιστικές αρχές αναθεωρούνται και, κατά περίπτωση, αίρονται, μόλις επιτυγχάνονται οι επιθυμητοί στόχοι. Η πρόσβαση περί της οποίας η παρούσα οδηγία, δεν αναφέρεται στην πρόσβαση των τελικών χρηστών.
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 1 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 1
Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής
1. Στο πλαίσιο της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία πλαίσιο), η παρούσα οδηγία αφορά την παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στους τελικούς χρήστες. Σκοπός Ö Αφετέρου, σκοπός της Õ είναι να εξασφαλισθεί η διάθεση ð παροχή ï , σε ολόκληρη την Κοινότητα Ö Ένωση Õ, διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών καλής ποιότητας, ð σε προσιτή τιμή ï , μέσω πραγματικού ανταγωνισμού και επιλογών, καθώς και να αντιμετωπιστούν οι περιπτώσεις όπου οι ανάγκες των τελικών χρηστών ð , συμπεριλαμβανομένων των μειονεκτούντων χρηστών, ï δεν καλύπτονται ικανοποιητικά από την αγορά ð και να καθοριστούν τα αναγκαία δικαιώματα τελικού χρήστη ï . Η οδηγία περιλαμβάνει επίσης διατάξεις όσον αφορά ορισμένες πτυχές του τερματικού εξοπλισμού που αποσκοπούν στο να διευκολύνουν την πρόσβαση για τελικούς χρήστες με αναπηρία.
2. Η παρούσα οδηγία καθορίζει τα δικαιώματα των τελικών χρηστών καθώς και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις των επιχειρήσεων που παρέχουν διαθέσιμα στο κοινό δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Όσον αφορά την εξασφάλιση της παροχής καθολικής υπηρεσίας μέσα σε ένα περιβάλλον ανοικτών και ανταγωνιστικών αγορών, η παρούσα οδηγία ορίζει τη στοιχειώδη δέσμη υπηρεσιών καθορισμένης ποιότητας στις οποίες έχουν πρόσβαση όλοι οι τελικοί χρήστες, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών εθνικών συνθηκών, σε προσιτή τιμή και χωρίς στρέβλωση του ανταγωνισμού. Η παρούσα οδηγία καθορίζει επίσης τις υποχρεώσεις όσον αφορά την παροχή ορισμένων υποχρεωτικών υπηρεσιών.
ê 2002/21/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
23. Η παρούσα οδηγία καθώς και οι ειδικές οδηγίες ισχύουν Ö ισχύει Õ υπό την επιφύλαξη:
- των υποχρεώσεων που επιβάλλονται το εθνικό δίκαιο σύμφωνα με το κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ δίκαιο, ή από το κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ δίκαιο σε σχέση με τις υπηρεσίες που παρέχονται μέσω δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.·
3. Η παρούσα οδηγία, καθώς και οι ειδικές οδηγίες, ισχύουν υπό την επιφύλαξη - των μέτρων που λαμβάνονται, σε κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ ή εθνικό επίπεδο, τηρουμένου του κοινοτικού Ö ενωσιακού Õ δικαίου, για την επιδίωξη στόχων γενικού συμφέροντος, ιδίως σχετικά με τη ρύθμιση του περιεχομένου και την πολιτική στον οπτικοακουστικό τομέα.
4. Η παρούσα οδηγία και οι ειδικές οδηγίες ισχύουν υπό την επιφύλαξη - των διατάξεων της οδηγίας 2014/53/ΕΕ1999/5/EΚ.
ê 544/2009 άρθρο 2 (προσαρμοσμένο)
5. Η παρούσα οδηγία και οι ειδικές οδηγίες ισχύουν υπό την επιφύλαξη τυχόν ειδικών μέτρων που θεσπίζονται για την κανονιστική ρύθμιση της διεθνούς περιαγωγής επί των δημοσίων δικτύων κινητών επικοινωνιών εντός της Κοινότητας Ö - του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 531/2012 και του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2120 Õ.
ê 2009/136/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
3. Η παρούσα οδηγία ούτε υπαγορεύει ούτε απαγορεύει την εκ μέρους των παρόχων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και υπηρεσιών για το κοινό επιβολή όρων, με τους οποίους περιορίζονται η πρόσβαση των χρηστών στις υπηρεσίες ή/και η χρήση των υπηρεσιών από αυτούς, εφόσον αυτό επιτρέπεται με βάση την εθνική νομοθεσία και είναι σύμφωνο με την κοινοτική, προβλέπει ωστόσο την υποχρέωση ενημέρωσης σχετικά με τους όρους αυτούς. Τα εθνικά μέτρα για την πρόσβαση των τελικών χρηστών σε υπηρεσίες και εφαρμογές ή τη χρήση τέτοιων υπηρεσιών και εφαρμογών από τους τελικούς χρήστες μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών πρέπει να σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που άπτονται του ιδιωτικού βίου και της πρόσβασης στη δικαιοσύνη, όπως ορίζονται στο άρθρο 6 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών.
4. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας όσον αφορά τα δικαιώματα των τελικών χρηστών εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των κοινοτικών Ö ενωσιακών Õ κανόνων για την προστασία των καταναλωτών, και ιδίως των οδηγιών 93/13/ΕΟΚ και 97/7/ΕΚ , Ö 2011/83/EΕ Õ, καθώς και των εθνικών κανόνων που είναι σύμφωνοι με το κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ δίκαιο.
ê 2002/21/ΕΚ
Άρθρο 2
Ορισμοί
Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 2 στοιχείο α)
ð νέο
1α) «δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών», τα συστήματα μετάδοσης, ð έστω και βασισμένα σε χωρητικότητα μόνιμων υποδομών ή κεντρικής διαχείρισης, ï και, κατά περίπτωση, ο εξοπλισμός μεταγωγής ή δρομολόγησης και οι λοιποί πόροι, περιλαμβανομένων μη ενεργών στοιχείων δικτύου, που επιτρέπουν τη μεταφορά σημάτων, με τη χρήση καλωδίου, ραδιοσημάτων, οπτικού ή άλλου ηλεκτρομαγνητικού μέσου, περιλαμβανομένων των δορυφορικών δικτύων, των σταθερών (μεταγωγής δεδομένων μέσω κυκλωμάτων και πακετομεταγωγής, περιλαμβανομένου του Διαδικτύου) και κινητών επίγειων δικτύων, των συστημάτων ηλεκτρικών καλωδίων, εφόσον χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση σημάτων, των δικτύων που χρησιμοποιούνται για ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, καθώς και των δικτύων καλωδιακής τηλεόρασης, ανεξάρτητα από το είδος των μεταφερόμενων πληροφοριών·
ò νέο
2) «δίκτυο πολύ υψηλής χωρητικότητας», το δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών που είτε αποτελείται εξ ολοκλήρου από στοιχεία οπτικών ινών τουλάχιστον μέχρι το σημείο διανομής στην τοποθεσία εξυπηρέτησης είτε είναι ικανό να σημειώνει, υπό τις συνήθεις συνθήκες ωρών αιχμής, παρόμοιες επιδόσεις δικτύου όσον αφορά το διαθέσιμο ζωνικό εύρος ανερχόμενης και κατερχόμενης ζεύξης, την ανθεκτικότητα, τις σχετικές με τα σφάλματα παραμέτρους, καθώς και τον χρόνο αναμονής και τη διακύμανσή του. Οι επιδόσεις δικτύου είναι δυνατό να θεωρούνται παρόμοιες ανεξαρτήτως του κατά πόσον η εμπειρία του τελικού χρήστη ποικίλλει εξαιτίας των εγγενώς διαφορετικών χαρακτηριστικών του μέσου διά του οποίου το δίκτυο συνδέεται τελικά με το σημείο τερματισμού δικτύου.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 2 στοιχείο β) (προσαρμοσμένο)
(3β) «διακρατικές αγορές», οι αγορές που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 1563 παράγραφος 4 και καλύπτουν την Κοινότητα Ö Ένωση Õ ή σημαντικό μέρος της ευρισκόμενο σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη·
ê 2002/21/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ð νέο
(γ4) «Υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών»: οι υπηρεσίες που παρέχονται συνήθως έναντι αμοιβής Ö μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών Õ και των οποίων η παροχή συνίσταται ð περιλαμβάνει «υπηρεσία πρόσβασης στο διαδίκτυο», όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2120, και/ή οι «υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών, και/ή οι υπηρεσίες που συνίστανται ï , εν όλω ή εν μέρει, στη μεταφορά σημάτων σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών και Ö όπως Õ των υπηρεσιών μετάδοσης σε δίκτυα που χρησιμοποιούνται για ð την παροχή υπηρεσιών μεταξύ μηχανών και για ï την ευρυεκπομπήραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις, αλλά Ö δεν περιλαμβάνει Õ εξαιρουμένων τιςων υπηρεσίεςιών που παρέχουν περιεχόμενο μεταδιδόμενο με χρήση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή που ασκούν έλεγχο επί του περιεχομένου·δεν περιλαμβάνουν επίσης τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 1 της οδηγίας 98/34/ΕΚ, οι οποίες δεν συνίστανται, εν όλω ή εν μέρει, στη μεταφορά σημάτων σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
ò νέο
5) «υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών», οι υπηρεσίες που παρέχονται συνήθως έναντι αμοιβής και με τις οποίες παρέχεται η δυνατότητα απευθείας διαπροσωπικής και διαδραστικής ανταλλαγής πληροφοριών μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών μεταξύ πεπερασμένου αριθμού προσώπων, κατά την οποία τα πρόσωπα που αρχίζουν την επικοινωνία ή συμμετέχουν σε αυτήν καθορίζουν τον(-ους) αποδέκτη(-ες) της· δεν περιλαμβάνουν υπηρεσίες με τις οποίες παρέχεται η δυνατότητα διαπροσωπικής και διαδραστικής επικοινωνίας απλώς ως έλασσον χαρακτηριστικό που συνδέεται άρρηκτα με άλλη υπηρεσία·
6) «υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών», οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών που συνδέονται με το δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο μεταγωγής, είτε μέσω χορηγούμενων πόρων αριθμοδότησης, δηλ. αριθμού ή αριθμών που υπάρχουν σε εθνικά ή διεθνή σχέδια τηλεφωνικής αριθμοδότησης, είτε μέσω παροχής της δυνατότητας επικοινωνίας με αριθμό ή αριθμούς που υπάρχουν σε εθνικά ή διεθνή σχέδια τηλεφωνικής αριθμοδότησης·
7) «υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών», οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών που δεν συνδέονται με το δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο μεταγωγής, είτε μέσω χορηγούμενων πόρων αριθμοδότησης, δηλ. αριθμού ή αριθμών που υπάρχουν σε εθνικά ή διεθνή σχέδια τηλεφωνικής αριθμοδότησης, είτε μέσω παροχής της δυνατότητας επικοινωνίας με αριθμό ή αριθμούς που υπάρχουν σε εθνικά ή διεθνή σχέδια τηλεφωνικής αριθμοδότησης·
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 2 στοιχείο γ)
δ8) «δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών», το δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών, το οποίο χρησιμοποιείται, εξ ολοκλήρου ή κυρίως, για την παροχή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που υποστηρίζουν τη μεταφορά πληροφοριών μεταξύ τερματικών σημείων δικτύου·
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 2 στοιχείο δ) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
δα9) «σημείο τερματισμού δικτύου» (ΣΤΔ) Ö ή «ΣΤΔ» Õ, το υλικό σημείο στο οποίο παρέχεται στον συνδρομητή ð τελικό χρήστη ï πρόσβαση στο δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών· στα δίκτυα μεταγωγής ή δρομολόγησης, το ΣΤΔ καθορίζεται μέσω ειδικής διεύθυνσης δικτύου, η οποία μπορεί να συνδέεται με το όνομα ή τον αριθμό του συνδρομητή ð τελικού χρήστη ï.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 2 στοιχείο ε)
ε10) «συναφείς εγκαταστάσεις», οι συναφείς υπηρεσίες, οι υλικές υποδομές και άλλες εγκαταστάσεις ή στοιχεία που σχετίζονται με δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή/και υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών και καθιστούν δυνατή ή/και στηρίζουν την παροχή υπηρεσιών μέσω του εν λόγω δικτύου ή/και υπηρεσίας ή έχουν τη δυνατότητα αυτή, περιλαμβάνουν δε μεταξύ άλλων κτήρια ή εισόδους κτηρίων, καλωδιώσεις κτιρίων, κεραίες, πύργους και άλλες φέρουσες κατασκευές, αγωγούς, σωληνώσεις, ιστούς, φρεάτια και κυτία σύνδεσης·
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 2 στοιχείο στ)
ð νέο
εα11) «συναφείς υπηρεσίες», οι υπηρεσίες που σχετίζονται με δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή/και υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών και καθιστούν δυνατή ή/και στηρίζουν την παροχή υπηρεσιών, ð παροχή με ίδια μέσα ή αυτοματοποιημένη παροχή ï μέσω του εν λόγω δικτύου ή/και/ή υπηρεσίας ή έχουν τη δυνατότητα αυτή, περιλαμβάνουν δε, μεταξύ άλλων, συστήματα μετατροπής αριθμών ή συστήματα που παρέχουν παρόμοιες λειτουργικές δυνατότητες, συστήματα υπό όρους πρόσβασης και οδηγούς ηλεκτρονικών προγραμμάτων, ð φωνητικές εντολές, πολυγλωσσικό περιβάλλον ή μετάφραση ï καθώς και άλλες υπηρεσίες όπως ταυτοποίηση, εντοπισμό θέσης και ικανότητα παρουσίας·
ê 2002/21/ΕΚ
ð νέο
στ12) «Σύστημα υπό όρους πρόσβασης»: κάθε τεχνικό μέτρο, ð σύστημα ταυτοποίησης ï ή/και/ή ρύθμιση, όπου η πρόσβαση σε προστατευόμενη υπηρεσία ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης σε κατανοητή μορφή, εξαρτάται από τη συνδρομή ή κάποια άλλη μορφή προγενέστερης ειδικής άδειας.
ζ) «Εθνική κανονιστική αρχή»: ο ή οι φορείς στους οποίους ένα κράτος μέλος έχει αναθέσει οποιαδήποτε από τα κανονιστικά καθήκοντα που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία και τις ειδικές οδηγίες.
η13) «Χρήστης»: κάθε φυσικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που χρησιμοποιεί ή ζητά διαθέσιμη στο κοινό υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
ιδ14) «Τελικός χρήστης»: χρήστης που δεν παρέχει δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμες στο κοινό.
θ15) «Καταναλωτής»: κάθε φυσικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί ή ζητά διαθέσιμη στο κοινό υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών για σκοπούς που δεν εμπίπτουν στο πεδίο της εμπορικής ,ή επιχειρηματικής ð , βιοτεχνικής ï δραστηριότητάς του ή του επαγγέλματός του.
ι) «Καθολική υπηρεσία»: ένα στοιχειώδες σύνολο υπηρεσιών, που ορίζεται στην οδηγία 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία), συγκεκριμένης ποιότητας, διαθέσιμο για κάθε χρήστη, ανεξάρτητα από τη γεωγραφική του θέση και, υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων εθνικών συνθηκών, σε προσιτή τιμή.
ια) «Συνδρομητής»: κάθε φυσικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που έχει συνάψει σύμβαση με φορέα παροχής διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 2(g)
l) «ειδικές οδηγίες», η οδηγία 2002/20/ΕΚ (οδηγία για την αδειοδότηση), η οδηγία 2002/19/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση), η οδηγία 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία) και η οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (“οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες”)
;
ê 2002/21/ΕΚ
ιγ16) «Παροχή δικτύου ηλεκτρονικών υπηρεσιών»: η σύσταση, η λειτουργία, ο έλεγχος και η διάθεση τέτοιου δικτύου.
ιει17) «Προηγμένος ψηφιακός τηλεοπτικός εξοπλισμός»: οι περιφερειακές συσκευές και οι σύνθετοι ψηφιακοί τηλεοπτικοί δέκτες για τη λήψη υπηρεσιών ψηφιακής αλληλεπιδραστικής τηλεόρασης.
ιστ18) «Διασύνδεση Προγράμματος Εφαρμογής (ΑΡΙ)»: η διασύνδεση λογισμικού μεταξύ των εξωτερικών εφαρμογών, που διαθέτουν οι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς και οι πάροχοι υπηρεσιών, και του προηγμένου ψηφιακού τηλεοπτικού εξοπλισμού για ψηφιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 2 στοιχείο η) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
ιζ19) «κατανομή ραδιοφάσματος», ο καθορισμός δεδομένης ζώνης συχνοτήτων προς χρήση ενός ή περισσότερων τύπων ραδιοεπικοινωνιακών υπηρεσιών, κατά περίπτωση, υπό ειδικές συνθήκες·
ιη20) «επιβλαβείς παρεμβολές», οι παρεμβολές οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο τη λειτουργία υπηρεσίας ραδιοπλοήγησης ή άλλων υπηρεσιών ασφάλειας ή οι οποίες, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, υποβαθμίζουν σοβαρά, εμποδίζουν ή επανειλημμένα διακόπτουν μια ραδιοεπικοινωνιακή υπηρεσία που λειτουργεί σύμφωνα με τους εφαρμοστέους διεθνείς, κοινοτικούς Ö ενωσιακούς Õ ή εθνικούς κανονισμούς·
ιθ21) «κλήση», σύνδεση που πραγματοποιείται μέσω διαθέσιμης στο κοινό υπηρεσίας ηλεκτρονικών ð διαπροσωπικών ï επικοινωνιών που επιτρέπει αμφίδρομη επικοινωνία ομιλίας σε πραγματικό χρόνο·.
ò νέο
22) «ασφάλεια» δικτύων και υπηρεσιών, η ικανότητα δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να ανθίστανται, σε δεδομένο βαθμό αξιοπιστίας, σε ενέργειες που πλήττουν τη διαθεσιμότητα, την αυθεντικότητα, την ακεραιότητα ή το απόρρητο των δεδομένων που αποθηκεύονται, μεταδίδονται ή υποβάλλονται σε επεξεργασία ή των συναφών υπηρεσιών που προσφέρονται ή είναι προσβάσιμες μέσω των εν λόγω δικτύων ή υπηρεσιών.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 1 (προσαρμοσμένο)
2. Εφαρμόζεται επίσης ο ακόλουθος ορισμός:
23) «γενική άδεια»: νομικό πλαίσιο που θεσπίζεται από τα κράτη μέλη και εξασφαλίζει δικαιώματα για την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών υπηρεσιών και θεσπίζει ειδικές υποχρεώσεις ανά τομέα που είναι δυνατόν να εφαρμόζονται σε όλους ή συγκεκριμένους τύπους δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών υπηρεσιών, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.
ò νέο
24) «σημείο ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας», ο εξοπλισμός ασύρματης πρόσβασης σε δίκτυο χαμηλής ισχύος μικρού μεγέθους που λειτουργεί σε μικρή εμβέλεια, χρησιμοποιώντας ραδιοφάσμα για το οποίο έχει χορηγηθεί άδεια, ραδιοφάσμα εξαιρούμενο από την αδειοδότηση ή συνδυασμό αυτών, ο οποίος μπορεί ή όχι να είναι μέρος δημόσιου επίγειου δικτύου κινητών επικοινωνιών και να είναι εξοπλισμένος με μία ή περισσότερες κεραίες περιορισμένης οπτικής ενόχλησης, γεγονός που καθιστά δυνατή την ασύρματη πρόσβαση από τους χρήστες σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ανεξάρτητα από την τοπολογία του υφιστάμενου δικτύου, είτε κινητού είτε σταθερού·
25) «ασύρματο τοπικό δίκτυο» (RLAN), το σύστημα ασύρματης πρόσβασης χαμηλής ισχύος, που λειτουργεί σε μικρή εμβέλεια, με χαμηλό κίνδυνο παρεμβολών σε άλλα τέτοια συστήματα που έχουν αναπτυχθεί σε μικρή απόσταση από άλλους χρήστες, χρησιμοποιώντας, σε μη αποκλειστική βάση, ραδιοφάσμα για το οποίο οι προϋποθέσεις διαθεσιμότητας και αποτελεσματικής χρήσης για τον σκοπό αυτό είναι εναρμονισμένες σε ενωσιακό επίπεδο·
26) «κοινή (μεριζόμενη) χρήση ραδιοφάσματος», η πρόσβαση από δύο ή περισσότερους χρήστες για τη χρήση των ίδιων συχνοτήτων σύμφωνα με καθορισμένη συμφωνία κοινής χρήσης (μερισμού), που έχει λάβει άδεια από εθνική ρυθμιστική αρχή βάσει γενικής άδειας, μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ή συνδυασμού αυτών, συμπεριλαμβανομένων ρυθμιστικών προσεγγίσεων όπως η άδεια μεριζόμενης πρόσβασης με στόχο τη διευκόλυνση της κοινής χρήσης μιας ζώνης συχνοτήτων, με την προϋπόθεση δεσμευτικής συμφωνίας όλων των εμπλεκόμενων μερών, σύμφωνα με τους κανόνες μερισμού που περιλαμβάνονται στα οικεία δικαιώματα χρήσης, ώστε να εξασφαλίζονται για όλους τους χρήστες προβλέψιμες και αξιόπιστες συμφωνίες κοινής χρήσης (μερισμού), και με την επιφύλαξη της εφαρμογής της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού·
27) «εναρμονισμένο ραδιοφάσμα», το ραδιοφάσμα για τη διαθεσιμότητα και αποτελεσματική χρήση του οποίου έχουν καθοριστεί εναρμονισμένες προϋποθέσεις μέσω τεχνικού μέτρου εφαρμογής σύμφωνα με το άρθρο 4 της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ (απόφαση για το ραδιοφάσμα).
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 1 στοιχείο α)
ð νέο
α28) «πρόσβαση»: η διάθεση ευκολιών ή/και υπηρεσιών σε άλλη επιχείρηση, βάσει καθορισμένων όρων, σε αποκλειστική ή μη βάση, για το σκοπό παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, και οσάκις χρησιμοποιούνται για τη διανομή υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας ή υπηρεσιών περιεχομένου ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών. Αφορά, μεταξύ άλλων: την πρόσβαση σε στοιχεία του δικτύου και συναφείς ευκολίες, που μπορούν να αφορούν και τη σύνδεση εξοπλισμού διά σταθερών ή μη σταθερών μέσων (αυτό περιλαμβάνει συγκεκριμένα την πρόσβαση στον τοπικό βρόχο και σε ευκολίες και υπηρεσίες απαραίτητες για την παροχή υπηρεσιών μέσω τοπικού βρόχου)· την πρόσβαση σε υλική υποδομή, που περιλαμβάνει κτίρια, σωλήνες και ιστούς, την πρόσβαση σε συναφή συστήματα λογισμικού, που περιλαμβάνουν συστήματα λειτουργικής υποστήριξης· την πρόσβαση στα συστήματα πληροφοριών ή στις βάσεις δεδομένων για προπαραγγελία, εφοδιασμό, παραγγελία, αιτήσεις συντήρησης και επισκευής, και για τιμολόγηση· την πρόσβαση σε μετάφραση αριθμών ή σε συστήματα που παρέχουν παρόμοιες λειτουργικές δυνατότητες· την πρόσβαση σε σταθερά και κινητά δίκτυα, ð συμπεριλαμβανομένων δικτύων εξομοιωμένων μέσω λογισμικού, ï ιδίως για περιαγωγή· την πρόσβαση σε συστήματα υπό όρους πρόσβασης για υπηρεσίες ψηφιακής τηλεόρασης, και την πρόσβαση σε υπηρεσίες εικονικού δικτύου.
ê 2002/19/ΕΚ
β29) «Διασύνδεση»: η φυσική και λογική ζεύξη δημόσιων δικτύων επικοινωνιών που χρησιμοποιούνται από την ίδια ή διαφορετική επιχείρηση προκειμένου να παρέχεται στους χρήστες μιας επιχείρησης η δυνατότητα να επικοινωνούν με χρήστες της ίδιας ή άλλης επιχείρησης ή να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες που παρέχονται από άλλη επιχείρηση. Οι υπηρεσίες μπορούν να παρέχονται από τα εμπλεκόμενα μέρη ή από άλλα μέρη που έχουν πρόσβαση στο δίκτυο. Η διασύνδεση είναι ειδικός τύπος πρόσβασης που εφαρμόζεται μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης δημόσιων δικτύων.
γ30) «Φορέας εκμετάλλευσης»: η επιχείρηση που παρέχει ή της επιτρέπεται να παρέχει ένα δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών ή μια συναφή ευκολία.
δ) «Υπηρεσία τηλεόρασης ευρείας οθόνης»: τηλεοπτική υπηρεσία που αποτελείται, στο σύνολό της ή εν μέρει, από προγράμματα που έχουν παραχθεί και υποστεί επεξεργασία προκειμένου να παρουσιαστούν σε σχήμα ευρείας οθόνης πλήρους ύψους. Το σχήμα 16: 9 είναι το σχήμα αναφοράς της τηλεοπτικής υπηρεσίας ευρείας οθόνης.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 1 στοιχείο β) (προσαρμοσμένο)
ε31) «τοπικός βρόχος»: φυσικήό Ö διαδρομή που χρησιμοποιείται από σήματα ηλεκτρονικών επικοινωνιών Õκύκλωμα καιπου συνδέει το σημείο τερματισμού του δικτύου με κεντρικό κατανεμητή ή με την αντίστοιχη ευκολία στο σταθερό δημόσιο δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
ê 2002/22/ΕΚ άρθρο 2
α) «Κοινόχρηστο τηλέφωνο»: τηλέφωνο διαθέσιμο στο κοινό εν γένει, για τη χρήση του οποίου μπορεί να απαιτείται χρήση κέρματος ή/και πιστωτικής/χρεωστικής κάρτας ή/και προπληρωμένης κάρτας, συμπεριλαμβανομένων των καρτών που χρησιμοποιούνται με κώδικα επιλογής.
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 2 στοιχείο β)
ð νέο
γ32) «διαθέσιμη στο κοινό τηλεφωνική υπηρεσία ð «φωνητικές επικοινωνίες» ï: υπηρεσία διαθέσιμη στο κοινό για τη δημιουργία και τη λήψη, άμεσα ή έμμεσα, εθνικών κλήσεων ή εθνικών και διεθνών κλήσεων, μέσω αριθμού ή αριθμών που υπάρχουν σε εθνικό ή διεθνές σχέδιο τηλεφωνικής αριθμοδότησης·
δ33) «γεωγραφικός αριθμός»: αριθμός ο οποίος περιλαμβάνεται στο εθνικό σχέδιο τηλεφωνικής αριθμοδότησης, μέρος της ακολουθίας των ψηφίων του οποίου έχει γεωγραφική σημασία και χρησιμοποιείται για τη δρομολόγηση κλήσεων προς τον φυσικό τόπο του σημείου τερματισμού δικτύου (ΣΤΔ)·
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 2 στοιχείο δ) (προσαρμοσμένο)
στ34) «Μη γεωγραφικός αριθμός»: αριθμός που περιλαμβάνεται στο εθνικό σχέδιο τηλεφωνικής αριθμοδότησης και δεν είναι γεωγραφικός αριθμός. Συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, Ö όπως Õ αριθμοί κινητών τηλεφώνων, αριθμοί ατελούς κλήσης και αριθμοί πρόσθετου τέλους·.
ò νέο
35) «κέντρο λήψης κλήσεων έκτακτης ανάγκης» (PSAP), η φυσική τοποθεσία όπου λαμβάνονται αρχικά οι επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης, υπό την ευθύνη δημόσιας αρχής, ή ιδιωτικού οργανισμού που αναγνωρίζεται από το κράτος μέλος·
36) «πλέον κατάλληλο PSAP», το PSAP το οποίο έχει προηγουμένως καθοριστεί από τις αρχές ως αρμόδιο για την κάλυψη των επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης από μια συγκεκριμένη περιοχή ή για επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης συγκεκριμένου τύπου·
37) «επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης», οι επικοινωνίες μέσω υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών μεταξύ του τελικού χρήστη και του PSAP με στόχο να ζητηθεί και να ληφθεί βοήθεια έκτακτης ανάγκης από υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης·
38) «υπηρεσία έκτακτης ανάγκης», η υπηρεσία, που αναγνωρίζεται ως τέτοια από το κράτος μέλος, η οποία παρέχει άμεση και ταχεία βοήθεια σε καταστάσεις όπου υπάρχει, ιδίως, άμεσος κίνδυνος για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα, την ατομική ή δημόσια υγεία ή την ασφάλεια, την ιδιωτική ή δημόσια περιουσία ή για το περιβάλλον, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία·
ê 2002/21/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ð νέο
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΣΤΟΧΟΙ
Άρθρο 83
Ö Γενικοί Õ Σστόχοι πολιτικής και κανονιστικές αρχές
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, κατά την άσκηση των κανονιστικών καθηκόντων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και τις ειδικές οδηγίες, οι εθνικές κανονιστικές ð και λοιπές αρμόδιες ï αρχές λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο που στοχεύει Ö που είναι αναγκαίο και αναλογικό για Õ στην επίτευξη των στόχων των παραγράφων 2, 3 και 4. Τα εν λόγω μέτρα είναι ανάλογα προς τους στόχους αυτούς. ð Τα κράτη μέλη και ο BEREC συμβάλλουν επίσης στην επίτευξη αυτών των στόχων ï .
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 8 στοιχείο α)
Εάν δεν προβλέπεται άλλως στο άρθρο 9 που αφορά τις ραδιοσυχνότητες, τα κράτη μέλη λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τους την επιθυμία για τεχνολογικώς ουδέτερους κανονισμούς και, κατά την άσκηση των κανονιστικών καθηκόντων που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία και στις ειδικές οδηγίες, ιδίως όσων προβλέπονται για τη διασφάλιση αποτελεσματικού ανταγωνισμού, εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές πράττουν αναλόγως.
ê 2002/21/ΕΚ
ð νέο
Οι εθνικές κανονιστικές ð και λοιπές αρμόδιες ï αρχές μπορούν να συμβάλλουν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, στην εξασφάλιση της εφαρμογής πολιτικών που αποσκοπούν στην προαγωγή της πολιτιστικής και γλωσσικής πολυμορφίας, καθώς και στον πλουραλισμό των μέσων ενημέρωσης.
2. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές προάγουν τον ανταγωνισμό στην παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφών ευκολιών και υπηρεσιών, μεταξύ άλλων:
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 8 στοιχείο β)
α) μεριμνώντας ώστε οι χρήστες, περιλαμβανομένων των μειονεκτούντων χρηστών, των ηλικιωμένων χρηστών και των χρηστών με ειδικές κοινωνικές ανάγκες να αποκομίζουν το μέγιστο όφελος όσον αφορά την επιλογή, την τιμή και την ποιότητα·
β) μεριμνώντας ώστε να μην υφίσταται στρέβλωση ούτε περιορισμός του ανταγωνισμού στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένης της διανομής περιεχομένου·
ê 2002/21/ΕΚ
δ) ενθαρρύνοντας την αποτελεσματική χρήση και εξασφαλίζοντας την ουσιαστική διαχείριση των ραδιοσυχνοτήτων και των πόρων αριθμοδότησης.
ò νέο
2. Οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές, καθώς και ο BEREC:
α) προάγουν την πρόσβαση σε πολύ υψηλής χωρητικότητας συνδεσιμότητα δεδομένων, τόσο σταθερής όσο και κινητής, καθώς και τη χρήση αυτής, από όλους τους πολίτες και τις επιχειρήσεις της Ένωσης·
β) προάγουν τον ανταγωνισμό στην παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφών εγκαταστάσεων, συμπεριλαμβανομένου του αποδοτικού ανταγωνισμού όσον αφορά τις υποδομές, καθώς και στην παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφών υπηρεσιών·
γ) συμβάλλουν στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς αίροντας τα εναπομένοντα εμπόδια και προωθώντας συνθήκες σύγκλισης για τις επενδύσεις και την παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συναφών εγκαταστάσεων και υπηρεσιών και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ολόκληρη την Ένωση, διαμορφώνοντας κοινούς κανόνες και προβλέψιμες ρυθμιστικές προσεγγίσεις, ευνοώντας την αποτελεσματική, αποδοτική και συντονισμένη χρήση του ραδιοφάσματος, την ανοικτή καινοτομία, τη δημιουργία και την ανάπτυξη διευρωπαϊκών δικτύων, τη διαθεσιμότητα και διαλειτουργικότητα των πανευρωπαϊκών υπηρεσιών και τη διατερματική συνδεσιμότητα·
δ) προάγουν τα συμφέροντα των πολιτών της Ένωσης, μεταξύ άλλων μακροπρόθεσμα, διασφαλίζοντας εκτεταμένη διαθεσιμότητα και χρήση της συνδεσιμότητας πολύ υψηλής χωρητικότητας, τόσο της σταθερής όσο και της κινητής, και των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών, καθιστώντας δυνατή την επίτευξη μέγιστων οφελών όσον αφορά την επιλογή, την τιμή και την ποιότητα με βάση τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό, διατηρώντας την ασφάλεια των δικτύων και των υπηρεσιών, διασφαλίζοντας υψηλό και ενιαίο επίπεδο προστασίας για τους τελικούς χρήστες μέσω των απαραίτητων ειδικών τομεακών κανόνων και ανταποκρινόμενες στις ανάγκες, όπως αυτές για προσιτές τιμές, συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, ιδίως των χρηστών με αναπηρία, των ηλικιωμένων χρηστών και των χρηστών με ειδικές κοινωνικές ανάγκες.
ê 2002/21/ΕΚ
3. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές συμβάλλουν στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς μέσω, μεταξύ άλλων:
α) της άρσης των τελευταίων εμποδίων στην παροχή δικτύων ηλεκτρονικών υπηρεσιών, συναφών ευκολιών και υπηρεσιών και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ευρωπαϊκό επίπεδο·
β) της ενθάρρυνσης της σύστασης και της ανάπτυξης διευρωπαϊκών δικτύων και της διαλειτουργικότητας πανευρωπαϊκών υπηρεσιών, και διατερματικής δυνατότητας διασύνδεσης·
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 8 στοιχείο ε)
δ) της συνεργασίας μεταξύ τους με την Επιτροπή και με τον BEREC, ώστε να εξασφαλίζονται η ανάπτυξη μιας συνεπούς κανονιστικής πρακτικής και η συνεπής εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών.
ê 2002/21/ΕΚ
4. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές προάγουν τα συμφέροντα των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ άλλων:
α) εξασφαλίζοντας σε όλους του πολίτες πρόσβαση στην καθολική υπηρεσία που προβλέπεται στην οδηγία 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία)·
β) εξασφαλίζοντας υψηλού επιπέδου προστασία για τους καταναλωτές κατά τις συναλλαγές τους με τους προμηθευτές, ιδίως με την εξασφάλιση της διαθεσιμότητας απλών και μη δαπανηρών διαδικασιών επίλυσης διαφορών, τις οποίες διενεργεί όργανο ανεξάρτητο από τα ενδιαφερόμενα μέρη·
γ) συμβάλλοντας στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής·
δ) προάγοντας την παροχή σαφών πληροφοριών, ιδίως απαιτώντας διαφάνεια των τιμολογίων και των όρων χρήσης των διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών·
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 8 στοιχείο στ)
ε) ανταποκρινόμενες στις ανάγκες συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων και ιδίως των μειονεκτούντων χρηστών, των ηλικιωμένων χρηστών και των χρηστών με ειδικές κοινωνικές ανάγκες·
ê 2002/21/ΕΚ
στ) εξασφαλίζοντας τη διατήρηση της ακεραιότητας και της ασφάλειας των δημοσίων δικτύων επικοινωνιών.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 8 στοιχείο ζ)
ζ) ενισχύοντας τη δυνατότητα των τελικών χρηστών όσον αφορά την πρόσβαση, την ενημέρωση και τη χρήση εφαρμογών και υπηρεσιών της επιλογής τους.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 8 στοιχείο η) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
35. Οι εθνικές ρυθμιστικές ð και λοιπές αρμόδιες ï αρχές εφαρμόζουν, προς επίτευξη των στόχων πολιτικής που αναφέρονται στην παράγραφοστις παραγράφους 2, 3 και
4 Ö εξειδικεύονται στην παρούσα παράγραφο Õ , αντικειμενικές, διαφανείς, αμερόληπτες και αναλογικές ρυθμιστικές αρχές, ιδίως μέσω:
α) της προαγωγής της κανονιστικής προβλεψιμότητας μέσω της διασφάλισης συνεπούς κανονιστικής προσέγγισης κατά τη διάρκεια ενδεδειγμένων περιόδων ανασκόπησης ð και μέσω συνεργασίας μεταξύ τους, με τον BEREC και την Επιτροπή ï;
β) της εξασφάλισης ότι, σε παρόμοιες περιπτώσεις, δεν γίνεται διάκριση στην αντιμετώπιση των επιχειρήσεων που παρέχουν δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών·
γ) της εξασφάλισης του ανταγωνισμού προς όφελος των καταναλωτών και της προώθησης, κατά περίπτωση, ανταγωνισμού υποδομών
ò νέο
γ) της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ με τεχνολογικά ουδέτερο τρόπο, στον βαθμό που αυτό συνάδει με την επίτευξη των στόχων της παραγράφου 1·
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 8 στοιχείο η) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
δ) της προώθησης αποτελεσματικών επενδύσεων και καινοτομιών όσον αφορά νέες και ενισχυμένες υποδομές, συνυπολογίζοντας τη μέριμνα ότι οιαδήποτε υποχρέωση πρόσβασης λαμβάνει δεόντως υπόψη τους κινδύνους που αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις που πραγματοποιούν την επένδυση και επιτρέποντας διάφορες ρυθμίσεις συνεργασίας μεταξύ επενδυτών και φορέων που ζητούν πρόσβαση προκειμένου να επιμεριστεί ο επενδυτικός κίνδυνος με ταυτόχρονη διασφάλιση του ανταγωνισμού στην αγορά και της αρχής της μη εισαγωγής διακρίσεων·
ε) του δέοντος συνυπολογισμού των ποικίλων συνθηκών όσον αφορά ð τις υποδομές, ï τον ανταγωνισμό και τους καταναλωτές που υφίστανται στις διάφορες γεωγραφικές ζώνες του ίδιου κράτους μέλους·
στ) της επιβολής ex-ante ρυθμιστικών υποχρεώσεων μόνον εφόσον δεν υφίσταται ð στον βαθμό που είναι αναγκαίο ώστε να διασφαλίζεται ï αποτελεσματικός και βιώσιμος ανταγωνισμός Ö στη σχετική αγορά λιανικής Õ, και της άρσης των υποχρεώσεων αυτών αφ’ ης στιγμής πληρούται αυτή η προϋπόθεση.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 9 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 8α4
Στρατηγικός σχεδιασμός και συντονισμός της πολιτικής του ραδιοφάσματος
1. Τα κράτη μέλη συνεργάζονται μεταξύ τους και με την Επιτροπή κατά το στρατηγικό σχεδιασμό, τον συντονισμό και την εναρμόνιση της χρήσης του ραδιοφάσματος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ö Ένωση Õ . Προς τον σκοπό αυτό, λαμβάνουν υπόψη τους μεταξύ άλλων την οικονομία, την ασφάλεια, την υγεία, το δημόσιο συμφέρον, ð τη δημόσια ασφάλεια και άμυνα ï , την ελευθερία έκφρασης, τις πολιτιστικές, επιστημονικές, κοινωνικές και τεχνικές πτυχές των πολιτικών της ΕΕ καθώς και τα διάφορα συμφέροντα των κοινοτήτων χρηστών του ραδιοφάσματος, με στόχο τη βελτιστοποίηση της χρήσης του ραδιοφάσματος και την αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών.
2. Τα κράτη μέλη, συνεργαζόμενα μεταξύ τους και με την Επιτροπή, προάγουν τον συντονισμό των προσεγγίσεων πολιτικής του ραδιοφάσματος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ö Ένωση Õ και, οσάκις ενδείκνυται, εναρμονισμένες προϋποθέσεις όσον αφορά τη διαθεσιμότητα και την αποτελεσματική χρήση του ραδιοφάσματος που απαιτούνται για την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
3. Τα κράτη μέλη συνεργάζονται μέσω της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος, η οποία συστάθηκε με την απόφαση 2002/622/ΕΚ της Επιτροπής, μεταξύ τους και με την Επιτροπή και, κατόπιν αιτήματός τους, με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, προς στήριξη του στρατηγικού σχεδιασμού και του συντονισμού των προσεγγίσεων πολιτικής του ραδιοφάσματος στην Ένωση.
34. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη της RSPG, η οποία συστάθηκε με την απόφαση 2002/622/ΕΚ της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 2002, σχετικά με τη σύσταση ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος
, δύναται να υποβάλλει νομοθετικές προτάσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο για την καθιέρωση πολυετών προγραμμάτων στον τομέα της πολιτικής ραδιοφάσματος. Αυτά τα προγράμματα καθορίζουν τους πολιτικούς προσανατολισμούς και στόχους για τον στρατηγικό προγραμματισμό και την εναρμόνιση της χρήσης του ραδιοφάσματος σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίαςκαι των ειδικών οδηγιών.
4. Όποτε απαιτείται για να διασφαλιστεί ο αποτελεσματικός συντονισμός των συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στους διεθνείς οργανισμούς με αρμοδιότητα σε θέματα ραδιοφάσματος, η Επιτροπή, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη της RSPG, δύναται να προτείνει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο κοινούς στόχους πολιτικής.
ê 2002/21/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Ö Τιτλοσ II: Θεσμικο πλαισιο και διακυβερνηση Õ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II I
Εθνικεσ κανονιστικες και Ö λοιπεσ Õ αρμοδιεσ αρχεσ
Άρθρο 35
Εθνικές κανονιστικές Ö και λοιπές αρμόδιες Õ αρχές
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι καθένα από τα καθήκοντα που ανατίθενται στις εθνικές κανονιστικές αρχές ð που καθορίζεται ï στηνβάσει της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών, αναλαμβάνεται από αρμόδιαο φορέα Ö αρχή Õ .
ò νέο
Η εθνική ρυθμιστική αρχή είναι υπεύθυνη τουλάχιστον για τα ακόλουθα καθήκοντα:
–την εφαρμογή εκ των προτέρων κανονιστικής ρύθμισης των αγορών, συμπεριλαμβανομένης της επιβολής υποχρεώσεων πρόσβασης και διασύνδεσης·
–τη διεξαγωγή της γεωγραφικής έρευνας που αναφέρεται στο άρθρο 22·
–τη μέριμνα για την επίλυση διαφορών μεταξύ επιχειρήσεων και μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών·
–τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τα στοιχεία διαμόρφωσης της αγοράς, τα στοιχεία ανταγωνισμού και τα ρυθμιστικά στοιχεία των εθνικών διαδικασιών για τη χορήγηση, την τροποποίηση ή την ανανέωση δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία·
–τη χορήγηση γενικής άδειας·
–τη μέριμνα για την προστασία των καταναλωτών και τα δικαιώματα των τελικών χρηστών στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών·
–τον καθορισμό των μηχανισμών για το καθεστώς χρηματοδότησης, καθώς και την αξιολόγηση της αθέμιτης επιβάρυνσης και τον υπολογισμό του καθαρού κόστους της παροχής της καθολικής υπηρεσίας·
–την αντιμετώπιση ζητημάτων που σχετίζονται με την ανοικτή πρόσβαση στο διαδίκτυο·
–τη χορήγηση πόρων αριθμοδότησης και τη διαχείριση σχεδίων αριθμοδότησης·
–τη διασφάλιση της φορητότητας αριθμού.
–την εκτέλεση οποιουδήποτε άλλου καθήκοντος που αναθέτει η παρούσα οδηγία αποκλειστικά στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές.
Τα κράτη μέλη μπορούν να αναθέτουν άλλα καθήκοντα που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία σε εθνικές ρυθμιστικές αρχές.
2. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές και οι λοιπές αρμόδιες αρχές του ίδιου κράτους μέλους ή διαφορετικών κρατών μελών έχουν το δικαίωμα να συνάπτουν ρυθμίσεις συνεργασίας μεταξύ τους για την ενίσχυση της κανονιστικής συνεργασίας.
ê 2002/21/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ð νέο
43. Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν τα καθήκοντα που ανατίθενται στις εθνικές κανονιστικές αρχές ð και σε λοιπές αρμόδιες αρχές ï κατά τρόπον ώστε να είναι εύκολα προσιτά, ιδίως στην περίπτωση που τα καθήκοντα αυτά ανατίθενται σε δύο ή περισσότερους φορείς. Ανάλογα με την περίπτωση, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη διαβούλευση και τη συνεργασία μεταξύ των αρχών αυτών, καθώς και μεταξύ αυτών και των εθνικών αρχών στις οποίες ανατίθεται η εφαρμογή του δικαίου περί ανταγωνισμού και των εθνικών αρχών στις οποίες ανατίθεται η εφαρμογή του δικαίου του καταναλωτή, σε ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος. Όταν περισσότερες της μιας αρχές έχουν αρμοδιότητα να χειρίζονται τα θέματα αυτά, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα αντίστοιχα καθήκοντα κάθε αρχής δημοσιεύονται σε εύκολα προσιτή μορφή.
64. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή όλες τις εθνικές κανονιστικές αρχές ð και τις λοιπές αρμόδιες αρχές ï στις οποίες ανατίθενται καθήκοντα βάσει της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών, καθώς και τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους, Ö καθώς και τυχόν σχετικές μεταβολές Õ .
Άρθρο 6
Ö Ανεξαρτησία Õ Εεθνικέςών κανονιστικέςών Ö και λοιπών αρμόδιων Õ αρχέςών
21. Τα κράτη μέλη εγγυώνται την ανεξαρτησία των εθνικών κανονιστικών αρχών ð και λοιπών αρμόδιων αρχών ï εξασφαλίζοντας ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές είναι νομικά διακριτές και λειτουργικά ανεξάρτητες από όλους τους οργανισμούς παροχής δικτύων, εξοπλισμού ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Τα κράτη μέλη τα οποία διατηρούν την κυριότητα ή τον έλεγχο επιχειρήσεων παροχής δικτύων ή/και/ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εξασφαλίζουν τον αποτελεσματικό διαρθρωτικό διαχωρισμό της κανονιστικής λειτουργίας από τις δραστηριότητες που έχουν σχέση με την κυριότητα ή τον έλεγχο.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 3 στοιχείο α) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
32. Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την αμεροληψία, τη διαφάνεια και την έγκαιρη δράση των εθνικών κανονιστικών αρχών ð και λοιπών αρμόδιων αρχών ï κατά την άσκηση των εξουσιών τους. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές Ö οι αρχές αυτές Õ να διαθέτουν επαρκείς χρηματοδοτικούς και ανθρώπινους πόρους για την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί.
ò νέο
Άρθρο 7
Διορισμός και παύση των μελών των εθνικών ρυθμιστικών αρχών
1. Ο επικεφαλής εθνικής ρυθμιστικής αρχής, ή, κατά περίπτωση, τα μέλη του συλλογικού οργάνου που ασκεί αυτό το καθήκον στο πλαίσιο εθνικής ρυθμιστικής αρχής ή οι αντικαταστάτες τους, διορίζονται για θητεία τουλάχιστον τεσσάρων ετών και επιλέγονται μεταξύ προσώπων αναγνωρισμένου κύρους και επαγγελματικής πείρας, με βάση τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις και την πείρα τους και κατόπιν ανοικτής διαδικασίας επιλογής. Τα πρόσωπα αυτά δεν δικαιούνται να υπηρετήσουν περισσότερες από δύο θητείες, συνεχείς ή μη. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη συνέχεια της λήψης αποφάσεων με πρόβλεψη κατάλληλου συστήματος περιτροπής για τα μέλη του συλλογικού οργάνου ή τα ανώτατα διοικητικά στελέχη, όπως με τον διορισμό των πρώτων μελών του συλλογικού οργάνου για διαφορετικές χρονικές περιόδους, προκειμένου να μην συμπίπτουν οι θητείες τους, καθώς και εκείνες των διαδόχων τους, την ίδια χρονική στιγμή.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 3 στοιχείο β) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
23α. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο επικεφαλής εθνικής ρυθμιστικής αρχής στην οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο ή ενδεχομένως τα μέλη του συλλογικού οργάνου που ασκούν το καθήκον αυτό ή ο αντικαταστάτης του μπορούν να απολυθούν Ö κατά τη διάρκεια της θητείας τους Õ μόνον εφόσον δεν καλύπτουν πλέον τους απαιτούμενους όρους για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως αυτά καθορίζονται εκ των προτέρων στην εθνική νομοθεσία ð που καθορίζονται στο παρόν άρθρο. ï
3. Η απόφαση απόλυσης του επικεφαλής της εν λόγω εθνικής ρυθμιστικής αρχής ή ενδεχομένως των μελών του συλλογικού οργάνου που ασκούν τη λειτουργία αυτή, λαμβάνει δημοσιότητα κατά τη χρονική στιγμή της απόλυσης. Ο απολυθείς επικεφαλής της εθνικής ρυθμιστικής αρχής ή ενδεχομένως τα μέλη του συλλογικού οργάνου που ασκούν τη λειτουργία αυτή λαμβάνουν δήλωση των λόγων απόλυσής τους και δικαιούνται να ζητήσουν και να επιτύχουν τη δημοσίευσή της, σε περίπτωση που αυτό δεν θα συνέβαινε διαφορετικά. ð Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η εν λόγω απόφαση υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, τόσο επί πραγματικών όσο και επί νομικών ζητημάτων. ï
Άρθρο 8
Ö Πολιτική ανεξαρτησία και λογοδοσία των εθνικών κανονιστικών αρχών Õ
3α1. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 4 και 5 Ö του άρθρου 10 Õ , οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές που είναι υπεύθυνες για την εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση των αγορών ή για την επίλυση των διαφορών μεταξύ επιχειρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 20 ή 21 της παρούσας οδηγίας ενεργούν ανεξάρτητα ð και αντικειμενικά ï , και δεν ζητούν ούτε λαμβάνουν οδηγίες από κανέναν άλλον φορέα σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών που τους έχουν ανατεθεί βάσει εθνικών νομοθετικών ρυθμίσεων που υλοποιούν την κοινοτική Ö ενωσιακή Õ νομοθεσία. Αυτό δεν εμποδίζει την επιτήρηση σύμφωνα με το εθνικό συνταγματικό δίκαιο. Εξουσία αναστολής ή ακύρωσης αποφάσεων των εθνικών κανονιστικών αρχών διαθέτουν αποκλειστικά τα όργανα προσφυγής που έχουν συγκροτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 314.
ò νέο
2. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές υποβάλλουν ετήσια έκθεση, μεταξύ άλλων, σχετικά με την κατάσταση της αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών, τις αποφάσεις που εκδίδουν, τους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους τους και την κατανομή αυτών, καθώς και σχετικά με μελλοντικά σχέδια. Οι εκθέσεις τους δημοσιοποιούνται.
ê 2009/140/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 9
Ö Ρυθμιστική ικανότητα των ενθικών ρυθμιστικών αρχών Õ
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές που αναφέρονται στην πρώην υποπαράγραφο διαθέτουν χωριστούς ετήσιους προϋπολογισμούς ð με αυτονομία κατά την εκτέλεση του διατεθέντος προϋπολογισμού ï. Οι προϋπολογισμοί δημοσιοποιούνται.
ò νέο
2. Με την επιφύλαξη της υποχρέωσης να εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διαθέτουν επαρκείς οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους για την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί, η οικονομική αυτονομία δεν εμποδίζει την εποπτεία ή τον έλεγχο σύμφωνα με το εθνικό συνταγματικό δίκαιο. Κάθε έλεγχος που ασκείται στον προϋπολογισμό των εθνικών ρυθμιστικών αρχών πραγματοποιείται με διαφάνεια και δημοσιοποιείται.
ê 2009/140/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν επίσης ώστε να διαθέτουν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές επαρκείς οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους που θα τους επιτρέπουν να συμμετέχουν ενεργά και να συνεισφέρουν στον Φορέα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών στις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (BEREC).
Άρθρο 10
Ö Συμμετοχή των εθνικών ρυθμιστικών αρχών στον BEREC Õ
3β1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες εθνικές ρυθμιστικές αρχές υποστηρίζουν ενεργά τους στόχους του BEREC όσον αφορά την προώθηση μεγαλύτερου ρυθμιστικού συντονισμού και συνέπειας.
3γ2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τις γνώμες και τις κοινές θέσεις που εκδίδει ο BEREC κατά τη λήψη των αποφάσεών τους για τις εθνικές τους αγορές.
ê 2002/21/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 11
Ö Συνεργασία με εθνικές αρχές Õ
51. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές ð , οι λοιπές αρμόδιες αρχές βάσει της παρούσας οδηγίας ï και οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού ανταλλάσσουν τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών. Σε σχέση με τις ανταλλασσόμενες πληροφορίες, η αποδέκτρια αρχή εξασφαλίζει το ίδιο επίπεδο εμπιστευτικότητας με τη διαβιβάζουσα αρχή.
ê 2002/20/ΕΚ
Άρθρο 1
Στόχος και πεδίο εφαρμογής
1. Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, μέσω της εναρμόνισης και της απλούστευσης των κανόνων και όρων αδειοδότησης, προκειμένου να διευκολύνεται η παροχή τους σε ολόκληρη την Κοινότητα.
2. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις άδειες για την παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
ê 2002/20/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ð νέο
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
Γενικη αδεια
Ενοτητα 1 γενικο τμημα
Άρθρο 312
Γενική άδεια δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ελευθερία παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, με την επιφύλαξη των όρων που θέτει η παρούσα οδηγία. Προς το σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη δεν εμποδίζουν μια επιχείρηση να παρέχει δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εκτός εάν τούτο είναι απαραίτητο για τους λόγους που εκτίθενται στο άρθρο 46 Ö 52 Õ παράγραφος 1 της συνθήκης. ð Κάθε τέτοιος περιορισμός στην ελευθερία παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών αιτιολογείται δεόντως και κοινοποιείται στην Επιτροπή. ï
2. Η παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή η παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ð εκτός από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών ï επιτρέπεται, με την επιφύλαξη των ειδικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 613 παράγραφος 2 ή των δικαιωμάτων χρήσης που αναφέρονται σταο άρθραο 546 και 88, μόνον έπειτα από χορήγηση γενικής άδειας.
3. ð Όταν κράτος μέλος θεωρεί ότι δικαιολογείται απαίτηση κοινοποίησης, το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να απαιτήσει από τις επιχειρήσεις ï Είναι δυνατόν να απαιτηθεί από την ενδιαφερόμενη επιχείρηση την υποβολή κοινοποίησης ð προς τον BEREC ï, αλλά δεν μπορεί Ö να απαιτήσει από αυτές Õ προϋποτίθεται την έκδοση ρητής απόφασης ή άλλης διοικητικής πράξης από την εθνική κανονιστική αρχή ð ή από οποιαδήποτε άλλη αρχή ï πριν από την άσκηση των εκ της αδείας δικαιωμάτων. Μετά την κοινοποίηση ð προς τον BEREC ï, εφόσον απαιτείται, μια επιχείρηση δύναται να εκκινήσει δραστηριότητα, ενδεχομένως με την επιφύλαξη των άρθρων 5, 6 και 7 Ö των διατάξεων της παρούσας οδηγίας Õ σχετικά με τα δικαιώματα χρήσης. ð Ο BEREC προωθεί με ηλεκτρονικά μέσα και χωρίς καθυστέρηση κάθε κοινοποίηση προς την εθνική ρυθμιστική αρχή σε όλα τα κράτη μέλη τα οποία αφορά η παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή η παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. ï
ð Το αργότερο κατά την [ημερομηνία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο] παρέχονται στον BEREC πληροφορίες, σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, σχετικά με τις υφιστάμενες κοινοποιήσεις που έχουν ήδη γίνει προς την εθνική ρυθμιστική αρχή κατά την ημερομηνία μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. ï
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 2
Επιχειρήσεις που παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε διάφορα κράτη μέλη, δεν θα υποχρεούνται να υποβάλουν άνω της μιας κοινοποίησης ανά ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.
ê 2002/20/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ð νέο
3.4. Η κοινοποίηση η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 2 Ö 3 Õ περιορίζεται στην απλή υποβολή δήλωσης νομικού ή φυσικού προσώπου προς την εθνική κανονιστική αρχή, ð τον BEREC ï με την οποία γνωστοποιεί την πρόθεσή του να αρχίσει να παρέχει υπηρεσίες ή δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, και στην υποβολή των ελάχιστων πληροφοριών οι οποίες απαιτούνται ώστε ð ο BEREC και ï η εθνική κανονιστική αρχή να έχουνει τη δυνατότητα τήρησης μητρώου ή καταλόγου φορέων παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Οι εν λόγω πληροφορίες πρέπει να περιορίζονται σε ό,τι είναι απαραίτητο για τον προσδιορισμό του φορέα παροχής, όπως οι αριθμοί μητρώου των επιχειρήσεων, και των προσώπων επαφής του φορέα παροχής, τη διεύθυνση του φορέα παροχής, τη σύντομη περιγραφή του δικτύου ή της υπηρεσίας και την προβλεπόμενη ημερομηνία έναρξης της δραστηριότητας.:
ò νέο
(1)στο όνομα του παρόχου·
(2)στο νομικό καθεστώς, τη μορφή και τον αριθμό μητρώου του παρόχου, στην περίπτωση που ο πάροχος είναι εγγεγραμμένος σε εμπορικό μητρώο ή άλλο παρεμφερές δημόσιο μητρώο στην ΕΕ·
(3)στη γεωγραφική διεύθυνση της κύριας εγκατάστασης του παρόχου στην ΕΕ και του τυχόν δευτερεύοντος υποκαταστήματος σε κράτος μέλος, αν υπάρχει·
(4)στον υπεύθυνο επικοινωνίας και στα στοιχεία επικοινωνίας·
(5)σε σύντομη περιγραφή των δικτύων ή των υπηρεσιών που πρόκειται να παρέχονται·
(6)στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, και
(7)στην προβλεπόμενη ημερομηνία έναρξης της δραστηριότητας.
Τα κράτη μέλη δεν δύνανται να επιβάλλουν τυχόν πρόσθετες ή χωριστές απαιτήσεις κοινοποίησης.
ê 2002/20/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 613
Όροι που συνοδεύουν τη γενική άδεια και τα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων Ö φάσματος Õ και αριθμών, και ειδικές υποχρεώσεις
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 4 στοιχείο α) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
1. Η γενική αδειοδότηση για την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τα δικαιώματα χρήσης ραδιο ð φάσματος ï συχνοτήτων και δικαιώματα χρήσης αριθμών μπορούν να υπάγονται μόνον στους όρους που απαριθμούνται στο παράρτημα Ö I Õ . Οι εν λόγω όροι είναι αμερόληπτοι, αναλογικοί και διαφανείς και, στην περίπτωση των δικαιωμάτων χρήσης για ραδιο ð φάσμα ï συχνότητες, είναι σύμφωνοι με ταο άρθραο 945, και 51 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο). ð Στην περίπτωση των δικαιωμάτων χρήσης για αριθμούς, είναι σύμφωνοι με το άρθρο 88 ï .
ê 2002/20/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
è1 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 4 στοιχείο β)
2. Οι ειδικές υποχρεώσεις οι οποίες ενδεχομένως επιβάλλονται στους φορείς παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δυνάμει τωνου άρθρωνου 13, 36, του άρθρου 546 παράγραφος 1, του άρθρου 5 48 παράγραφος 2, και των άρθρων 6 και 8 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση) και è1 του άρθρου 17 της οδηγίας 2002/22/ΕΚ (οδηγίας για την καθολική υπηρεσία) ç ή στους εντεταλμένους να παρέχουν καθολική υπηρεσία βάσει της εν λόγω Ö παρούσας Õ οδηγίας, είναι νομικά διακριτές από τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις βάσει της γενικής άδειας. Για να επιτυγχάνεται διαφάνεια για τις επιχειρήσεις, τα κριτήρια και οι διαδικασίες για την επιβολή των εν λόγω ειδικών υποχρεώσεων σε επιμέρους επιχειρήσεις, αναφέρονται στη γενική άδεια.
3. Η γενική άδεια περιλαμβάνει μόνον ειδικούς για τον εν λόγω τομέα όρους, οι οποίοι ορίζονται σταο μέρηος A, Β και Γ του παραρτήματος I και δεν επαναλαμβάνει όρους που ισχύουν για τις επιχειρήσεις βάσει άλλης εθνικής νομοθεσίας.
4. Τα κράτη μέλη δεν επαναλαμβάνουν τους όρους της γενικής άδειας, όταν παρέχουν το δικαίωμα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ή αριθμών.
ê 2002/20/ΕΚ
ð νέο
Άρθρο 914
Δηλώσεις για τη διευκόλυνση της άσκησης των δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών και των δικαιωμάτων διασύνδεσης
Κατόπιν αιτήματος επιχείρησης, οι εθνικές κανονιστικές αρχές ð ο BEREC ï εκδίδειουν, εντός μιας εβδομάδας, τυποποιημένες δηλώσεις με τις οποίες επιβεβαιώνεται, ανάλογα με την περίπτωση, ότι η επιχείρηση έχει υποβάλει κοινοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 312 παράγραφος 2, και στις οποίες διευκρινίζονται οι συνθήκες υπό τις οποίες οποιαδήποτε επιχείρηση που παρέχει δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, σύμφωνα με τη γενική άδεια, δικαιούται να υποβάλλει αίτηση παροχής δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών, να διαπραγματεύεται πρόσβαση, και/ή να αποκτά πρόσβαση ή διασύνδεση, προκειμένου να διευκολύνεται η άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων, π.χ., σε άλλα επίπεδα διακυβέρνησης ή σε σχέση με άλλες επιχειρήσεις. Κατά περίπτωση, τέτοιες δηλώσεις μπορούν να εκδίδονται επίσης ως αυτόματη απάντηση κατόπιν της κοινοποίησης, που αναφέρεται στο άρθρο 312 παράγραφος 2.
Ενοτητα 2 δικαιωματα και υποχρεωσεισ που απορρεουν από τη γενικη αδεια
ê 2002/20/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 415
Στοιχειώδης κατάλογος δικαιωμάτων που προκύπτουν από τη γενική άδεια
1. Οι επιχειρήσεις με άδεια δυνάμει του άρθρου 312, έχουν το δικαίωμα:
α) να παρέχουν δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών·
β) να εξετάζεται η αίτησή τους για τα απαιτούμενα δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών σύμφωνα με το άρθρο 11 43 της Ö παρούσας Õ οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία πλαίσιο).
ò νέο
γ) να χρησιμοποιούν ραδιοφάσμα για υπηρεσίες και δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 13, 46 και 54.
δ) να εξετάζεται η αίτησή τους για τα απαιτούμενα δικαιώματα χρήσης αριθμών σύμφωνα με το άρθρο 88.
ê 2002/20/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
2. Όταν οι επιχειρήσεις αυτές παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών υπηρεσιών στο κοινό, η γενική άδεια τους δίδει επίσης το δικαίωμα:
α) να διαπραγματεύονται διασύνδεση με, και, ενδεχομένως, να αποκτούν, πρόσβαση προς ή διασύνδεση με άλλους φορείς παροχής διαθέσιμων στο κοινό δικτύων και υπηρεσιών επικοινωνιών, που καλύπτονται από γενική άδεια, οπουδήποτε εντός της Κοινότητας Ö Ένωσης Õ , υπό τους όρους και σύμφωνα με την Ö παρούσα Õ οδηγία 2002/19/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση)·
β) να έχουν την ευκαιρία να τους ανατίθεται η παροχή διάφορων στοιχείων καθολικής υπηρεσίας και/ή να καλύπτουν διάφορα τμήματα της εθνικής επικράτειας, σύμφωνα με την οδηγία 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών υπηρεσιών (οδηγία για την καθολική υπηρεσία)
. Ö τα άρθρα 81 ή 82. Õ
ê 2002/20/ΕΚ
ð νέο
Άρθρο 1216
Διοικητικές επιβαρύνσεις
1. Κάθε διοικητική επιβάρυνση που επιβάλλεται στις επιχειρήσεις οι οποίες παρέχουν δίκτυο ή υπηρεσία βάσει γενικής άδειας ή στις οποίες έχει χορηγηθεί δικαίωμα χρήσης:
α) συνολικά, καλύπτει μόνον τις διοικητικές δαπάνες που θα προκύψουν από τη διαχείριση, τον έλεγχο και την επιβολή του συστήματος γενικών αδειών και των δικαιωμάτων χρήσης και των ειδικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 613 παράγραφος 2, οι οποίες μπορούν να περιλαμβάνουν δαπάνες για διεθνή συνεργασία, εναρμόνιση και τυποποίηση, ανάλυση αγοράς, παρακολούθηση της συμμόρφωσης και άλλους ελέγχους της αγοράς, καθώς και κανονιστικές εργασίες που περιλαμβάνουν την εκπόνηση και την επιβολή παράγωγου δικαίου και διοικητικών αποφάσεων, όπως αποφάσεων για την πρόσβαση και τη διασύνδεση και
β) επιβάλλεται στις επιμέρους επιχειρήσεις κατά αντικειμενικό, διαφανή και αναλογικό τρόπο, ώστε να ελαχιστοποιούνται οι πρόσθετες διοικητικές δαπάνες και οι συναφείς δαπάνες. ð Τα κράτη μέλη δύνανται να επιλέξουν να μην εφαρμόζουν διοικητικές επιβαρύνσεις σε επιχειρήσεις των οποίων ο κύκλος εργασιών δεν υπερβαίνει ορισμένο κατώτατο όριο ή των οποίων οι δραστηριότητες δεν ανέρχονται σε ορισμένο ελάχιστο μερίδιο αγοράς ή είναι πολύ περιορισμένης γεωγραφικής εμβέλειας. ï
2. Όταν οι εθνικές κανονιστικές αρχές ð ή οι λοιπές αρμόδιες αρχές ï επιβάλλουν διοικητικές επιβαρύνσεις, δημοσιεύουν ετήσια ανασκόπηση των διοικητικών δαπανών τους και του συνολικού ποσού των επιβαρύνσεων που συγκεντρώνονται. Ανάλογα με τη διαφορά μεταξύ του συνολικού ποσού των επιβαρύνσεων και των διοικητικών δαπανών, γίνονται κατάλληλες αναπροσαρμογές.
ê 2002/21/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 1317
Λογιστικός διαχωρισμός και οικονομικές εκθέσεις
1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις που παρέχουν δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, και οι οποίες έχουν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα παροχής υπηρεσιών σε άλλους τομείς, στο ίδιο ή σε άλλο κράτος μέλος:
α) να τηρούν χωριστούς λογαριασμούς για τις δραστηριότητες που συνδέονται με την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, στο βαθμό που θα απαιτείτο εάν οι εν λόγω δραστηριότητες διεξάγοντο από νομικά ανεξάρτητες εταιρείες, ώστε να εντοπίζονται όλα τα στοιχεία κόστους και εσόδων, με τη βάση του υπολογισμού τους και τις λεπτομερείς χρησιμοποιούμενες μεθόδους απονομής, που έχουν σχέση με τις δραστηριότητές τους που συνδέονται με την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένης της αναλυτικής κατάστασης των παγίων στοιχείων του ενεργητικού και των διαρθρωτικών δαπανών· ή
β) να υπάρχει διαρθρωτικός διαχωρισμός των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
Τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέγουν να μην εφαρμόζουν τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σε επιχειρήσεις των οποίων ο ετήσιος κύκλος εργασιών, όσον αφορά τις δραστηριότητες που σχετίζονται με την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στα κράτη μέλη, δεν υπερβαίνει τα 50 εκατομμύρια EUR.
2. Όταν οι επιχειρήσεις που παρέχουν δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμες στο κοινό, δεν υπόκεινται στις απαιτήσεις του εταιρικού δικαίου και δεν πληρούν τα κριτήρια μικρομεσαίων επιχειρήσεων των λογιστικών κανόνων του κοινοτικού Ö ενωσιακού Õ δικαίου, οι οικονομικές τους εκθέσεις καταρτίζονται, υποβάλλονται σε ανεξάρτητο έλεγχο και δημοσιεύονται. Ο έλεγχος διεξάγεται σύμφωνα με τους σχετικούς κοινοτικούς Ö ενωσιακούς Õ και εθνικούς κανόνες.
Η απαίτηση αυτή εφαρμόζεται και στους χωριστούς λογαριασμούς που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α).
Ενοτητα 3 τροποποιηση και ανακληση
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 8
ð νέο
Άρθρο 1418
Τροποποίηση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα δικαιώματα, οι όροι και οι διαδικασίες που αφορούν γενικές άδειες και δικαιώματα χρήσης ð ραδιοφάσματος ή αριθμών ï ή δικαιώματα για εγκατάσταση ευκολιών μπορούν να τροποποιηθούν μόνο σε αντικειμενικά αιτιολογημένες περιπτώσεις και κατά αναλογικό τρόπο, συνεκτιμώντας, κατά περίπτωση, τις ειδικές συνθήκες που ισχύουν για μεταβιβάσιμα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος και αριθμών ï.
2. Με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι ήσσονος σημασίας και έχουν συμφωνηθεί με τον κάτοχο των δικαιωμάτων ή της γενικής άδειας, ð και με την επιφύλαξη του άρθρου 35 ï η πρόθεση διενέργειας των σχετικών τροποποιήσεων γνωστοποιείται καταλλήλως και παρέχεται στους ενδιαφερομένους, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών και των καταναλωτών, επαρκές χρονικό διάστημα, το οποίο, εκτός εκτάκτων περιπτώσεων, είναι τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες, ώστε να μπορέσουν να διατυπώσουν τις απόψεις τους επί των προτεινόμενων τροποποιήσεων.
ò νέο
Κάθε τροποποίηση δημοσιοποιείται και αναφέρει τους σχετικούς λόγους.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 8 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 19
Ö Περιορισμός ή ανάκληση δικαιωμάτων Õ
21. Τα κράτη μέλη δεν περιορίζουν ούτε καταργούν δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών ή δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων Ö φάσματος Õ ð ή αριθμών ï πριν από τη λήξη της χρονικής περιόδου για την οποία αυτά έχουν χορηγηθεί, εκτός αιτιολογημένων περιπτώσεων Ö δυνάμει της παραγράφου 2 Õ και, κατά περίπτωση, σύμφωνα με το παράρτημα Ö I Õ και τις σχετικές εθνικές διατάξεις όσον αφορά την παροχή αντισταθμιστικού ανταλλάγματος λόγω ανακλήσεως δικαιώματος.
ò νέο
2. Σύμφωνα με την ανάγκη να διασφαλίζεται η αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος ή η εφαρμογή των εναρμονισμένων προϋποθέσεων που θεσπίζονται δυνάμει της απόφασης 676/2002/ΕΚ, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την ανάκληση δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων με ελάχιστη διάρκεια ισχύος 25 ετών, βάσει εκ των προτέρων καθορισμένων διαδικασιών, σύμφωνα με τις αρχές της αναλογικότητας και της μη διακριτικής μεταχείρισης.
3. Η τροποποίηση της χρήσης του ραδιοφάσματος ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του άρθρου 45 παράγραφοι 4 ή 5 δεν μπορεί να δικαιολογήσει από μόνη της την ανάκληση δικαιώματος χρήσης ραδιοφάσματος.
4. Τυχόν πρόθεση για περιορισμό ή ανάκληση αδειών ή μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος ή αριθμών υπόκειται σε δημόσια διαβούλευση σύμφωνα με το άρθρο 23.
ê 2002/21/ΕΚ άρθρο 5 (προσαρμοσμένο)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
Παροχη πληροφοριων, ερευνεσ και μηχανισμοσ διαβουλευσησ
Άρθρο 520
Παροχή πληροφοριών Ö Αίτημα παροχής πληροφοριών προς τις επιχειρήσεις Õ
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 5 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι επιχειρήσεις παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ð , συναφών εγκαταστάσεων ή συναφών υπηρεσιών ï να διαβιβάζουν στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, ð τις λοιπές αρμόδιες αρχές και τον BEREC ï όλες τις πληροφορίες, περιλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών πληροφοριών, που απαιτούνται για να διασφαλίζεται η συμμόρφωσή τους προς τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών και προς τις αποφάσεις που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή τους. Ειδικότερα, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διαθέτουν την εξουσία να απαιτούν από τις επιχειρήσεις αυτές να υποβάλλουν πληροφορίες σχετικά με μελλοντικές εξελίξεις στα δίκτυα ή τις υπηρεσίες που θα μπορούσαν να έχουν αντίκτυπο στις υπηρεσίες χονδρικής που διαθέτουν σε ανταγωνιστές. ð Δύνανται επίσης να απαιτούν πληροφορίες σχετικά με δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς εγκαταστάσεις, με ανάλυση σε τοπικό επίπεδο και με επαρκείς λεπτομέρειες ώστε η εθνική ρυθμιστική αρχή να είναι σε θέση να διεξάγει τη γεωγραφική έρευνα και να ορίσει περιοχές ψηφιακού αποκλεισμού σύμφωνα με το άρθρο 22. Σύμφωνα με το άρθρο 29, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να επιβάλλουν κυρώσεις σε επιχειρήσεις που παρέχουν σκοπίμως παραπλανητικές, εσφαλμένες ή ελλιπείς πληροφορίες. ï
Από τις επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στις αγορές χονδρικής μπορεί επίσης να απαιτείται να υποβάλλουν λογιστικά δεδομένα για τις αγορές λιανικής που συνδέονται με αυτές τις αγορές χονδρικής.
ò νέο
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές και οι λοιπές αρμόδιες αρχές δύνανται να ζητούν πληροφορίες από τα ενιαία σημεία πληροφόρησης που δημιουργήθηκαν δυνάμει της οδηγίας 2014/61/ΕΕ σχετικά με μέτρα μείωσης του κόστους των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών υψηλής ταχύτητας.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 5
ð νέο
Οι επιχειρήσεις παρέχουν τις πληροφορίες αυτές αμέσως, κατόπιν αιτήσεως και σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα και τον βαθμό λεπτομέρειας που απαιτείται η εθνική ρυθμιστική αρχή. Οι πληροφορίες που ζητούνταιεί η εθνική ρυθμιστική αρχή θα πρέπει να είναι ανάλογες προς την εκτέλεση του συγκεκριμένου καθήκοντος. Η εθνική ρυθμιστική ð αρμόδια ï αρχή αιτιολογεί την αίτησή της για παροχή πληροφοριών και μεταχειρίζεται τις πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 3.
ê 2002/21/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ð νέο
2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές Ö και λοιπές αρμόδιες αρχές Õ παρέχουν στην Επιτροπή, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος, τις απαραίτητες για την εκπλήρωση των καθηκόντων της πληροφορίες βάσει της συνθήκης. Οι ζητούμενες από την Επιτροπή πληροφορίες είναι ανάλογες προς την εκπλήρωση των καθηκόντων αυτών. Στις περιπτώσεις που οι παρεχόμενες πληροφορίες αναφέρονται σε πληροφορίες οι οποίες είχαν προηγουμένως παρασχεθεί από επιχειρήσεις, κατόπιν αιτήματος της εθνικής κανονιστικής αρχής, οι επιχειρήσεις αυτές ενημερώνονται σχετικά. Στο βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο, και πλην ρητού και αιτιολογημένου αιτήματος της παρέχουσας τις πληροφορίες αρχής περί του αντιθέτου, η Επιτροπή θέτει τις παρασχεθείσες πληροφορίες στη διάθεση μιας άλλης τέτοιας αρχής άλλου κράτους μέλους.
Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων της παραγράφου 3, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που παρέχονται σε μία εθνική κανονιστική αρχή μπορούν να διατίθενται σε άλλη τέτοια αρχή στο ίδιο ή σε διαφορετικό κράτος μέλος ð και στον BEREC ï , κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος, εάν αυτό είναι αναγκαίο για να μπορεί η μία ή η άλλη κανονιστική αρχή ð , ή ο BEREC ï, να τηρήσουνει τις υποχρεώσεις τουης δυνάμει του κοινοτικού Ö ενωσιακού Õ δικαίου.
3. Εάν οι πληροφορίες θεωρούνται εμπιστευτικές από μια εθνική κανονιστική Ö ή λοιπή αρμόδια Õ αρχή σύμφωνα με τους κοινοτικούς Ö ενωσιακούς Õ και τους εθνικούς κανόνες περί επιχειρηματικού απορρήτου ð ή περί της προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ï , η Επιτροπή ð , ο BEREC ï και οι ενδιαφερόμενες εθνικές κανονιστικές αρχές εξασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα αυτή. ð Σύμφωνα με την αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές και οι λοιπές αρμόδιες αρχές δεν αρνούνται την παροχή των ζητούμενων πληροφοριών στην Επιτροπή, τον BEREC ή σε άλλη αρχή επικαλούμενες λόγους απορρήτου ή την ανάγκη διαβούλευσης με τα μέρη που παρείχαν τις πληροφορίες. Όταν η Επιτροπή, ο BEREC ή μια αρμόδια αρχή αναλαμβάνουν την υποχρέωση να τηρούν το απόρρητο των πληροφοριών που έχουν χαρακτηριστεί ως απόρρητες από την αρχή που τις κατέχει, η τελευταία διαβιβάζει τις πληροφορίες κατόπιν αιτήματος για τον καθορισμένο σκοπό χωρίς να χρειάζεται να προβεί σε περαιτέρω διαβούλευση με τα μέρη που παρείχαν τις πληροφορίες. ï
4. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες για την πρόσβαση του κοινού σε πληροφορίες και με την επιφύλαξη των κοινοτικών Ö ενωσιακών Õ και των εθνικών κανόνων περί επιχειρηματικού απορρήτου ð και περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ï, οι εθνικές κανονιστικές ð και λοιπές αρμόδιες ï αρχές δημοσιεύουν τις πληροφορίες που συμβάλλουν στη δημιουργία ανοικτής και ανταγωνιστικής αγοράς.
5. Οι εθνικές κανονιστικές ð και λοιπές αρμόδιες ï αρχές δημοσιεύουν τους όρους πρόσβασης του κοινού στις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 4, συμπεριλαμβανομένων διαδικασιών για την παροχή της εν λόγω πρόσβασης.
ê 2002/20/ΕΚ
ð νέο
Άρθρο 1121
Απαιτούμενες πληροφορίες βάσει της γενικής άδειας, για τα δικαιώματα χρήσης και για τις ειδικές υποχρεώσεις
1. Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων υποβολής πληροφοριών και εκθέσεων βάσει εθνικής νομοθεσίας πλην της σχετικής με τη γενική άδεια, οι εθνικές κανονιστικές ð και λοιπές αρμόδιες ï αρχές μπορούν να απαιτούν από τις επιχειρήσεις να παρέχουν μόνον πληροφορίες δυνάμει της γενικής άδειας, για δικαιώματα χρήσης ή για τις ειδικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 613 παράγραφος 2, οι οποίες δικαιολογούνται αναλογικά και αντικειμενικά για τα εξής:
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 7 στοιχείο α) (προσαρμοσμένο)
α) το συστηματικό ή κατά περίπτωση έλεγχο της συμμόρφωσης με τονυς όρους 1 και 2 του μέρους Α, με τους όρους 2 και 6 του μέρους Β Ö Δ Õ και με τους όρους 2 και 7 του μέρους Γ Ö E Õ του παραρτήματος Ö I Õ και της συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 613 παράγραφος 2·,
ê 2002/20/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ð νέο
β) τον κατά περίπτωση έλεγχο της συμμόρφωσης με όρους όπως καθορίζονται στο παράρτημα I, σε περίπτωση κατάθεσης μιας καταγγελίας ή όταν η εθνική κανονιστική ð αρμόδια ï αρχή έχει άλλους λόγους να αμφισβητεί τη συμμόρφωση με έναν όρο ή σε περίπτωση που η εθνική κανονιστική ð αρμόδια ï αρχή διεξάγει αυτοβούλως έρευνα·
γ) τις διαδικασίες και την αξιολόγηση αιτήσεων για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης·
δ) τη δημοσίευση συγκριτικών επισκοπήσεων της ποιότητας και της τιμής των υπηρεσιών προς όφελος των καταναλωτών·
ε) σαφώς καθορισμένους στατιστικούς σκοπούς·
στ) την ανάλυση της αγοράς για τους σκοπούς της Ö παρούσας Õ οδηγίας 2002/19/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση) ή της οδηγίας 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία)·.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 7 στοιχείο β)
ð νέο
ζ) τη διασφάλιση της αποδοτικής χρήσης και της αποτελεσματικής διαχείρισης τουων ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος και των πόρων αριθμοδότησης ï ·
η) την αξιολόγηση των μελλοντικών εξελίξεων στα δίκτυα ή τις υπηρεσίες που ενδέχεται να έχουν αντίκτυπο στις υπηρεσίες χονδρικής που διατίθενται σε ανταγωνιστές ð , στη διαθέσιμη για τους τελικούς χρήστες συνδεσιμότητα ή στον ορισμό περιοχών ψηφιακού αποκλεισμού ï .
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 7 στοιχείο γ)
Οι πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία α), β), δ), ε), στ), ζ) και η) του πρώτου εδαφίου, δεν μπορούν να απαιτούνται εκ των προτέρων ή ως όρος για την είσοδο στην αγορά.
ò νέο
2. Όσον αφορά τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, οι εν λόγω πληροφορίες αφορούν ιδίως την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος, καθώς και τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις κάλυψης και ποιότητας υπηρεσιών που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος και τον έλεγχό τους.
ê 2002/20/ΕΚ
ð νέο
23. Όταν οι εθνικές κανονιστικές ð ή λοιπές αρμόδιες ï αρχές απαιτούν από τις επιχειρήσεις να παρέχουν πληροφορίες, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, τις ενημερώνουν σχετικά με τον ειδικό σκοπό για τον οποίο θα χρησιμοποιηθούν οι εν λόγω πληροφορίες.
ò νέο
4. Οι εθνικές ρυθμιστικές ή οι λοιπές αρμόδιες αρχές δεν δύνανται να επαναλαμβάνουν αιτήματα παροχής πληροφοριών που έχουν ήδη υποβληθεί από τον BEREC δυνάμει του άρθρου 30 του κανονισμού [xxxx/xxxx/ΕΚ (κανονισμός για τον BEREC].
Άρθρο 22
Γεωγραφικές έρευνες αναπτύξεων δικτύουs
1. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διεξάγουν γεωγραφική έρευνα σχετικά με την εμβέλεια των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών που είναι ικανά να παρέχουν ευρυζωνικές υπηρεσίες («ευρυζωνικά δίκτυα») εντός τριών ετών από τη [λήξη της προθεσμίας για μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο] και την επικαιροποιούν τουλάχιστον ανά τρία έτη.
Αυτή η γεωγραφική έρευνα συνίσταται σε:
α) έρευνα σχετικά με την τρέχουσα γεωγραφική εμβέλεια των ευρυζωνικών δικτύων στο έδαφός τους, ιδίως για την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται στα άρθρα 62 και 65 και στο άρθρο 81, καθώς και για την επιβολή υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 66 και για τις έρευνες που απαιτούνται για την εφαρμογή των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων· και
β) τριετή πρόβλεψη για την εμβέλεια των ευρυζωνικών δικτύων στο έδαφός τους, με βάση τις πληροφορίες που συλλέγονται σύμφωνα με το στοιχείο α), εφόσον αυτές είναι διαθέσιμες και συναφείς.
Η πρόβλεψη αυτή αντανακλά τις οικονομικές προοπτικές του τομέα των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τις επενδυτικές προθέσεις των φορέων εκμετάλλευσης κατά τον χρόνο συλλογής των δεδομένων, ώστε να καθίσταται δυνατός ο προσδιορισμός της διαθέσιμης συνδεσιμότητας σε διάφορες περιοχές. Η πρόβλεψη αυτή περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με σχεδιαζόμενες αναπτύξεις από οποιαδήποτε επιχείρηση ή δημόσια αρχή, ιδίως για να συμπεριληφθούν δίκτυα πολύ υψηλής χωρητικότητας και σημαντικές αναβαθμίσεις ή επεκτάσεις των παραδοσιακών ευρυζωνικών δικτύων ώστε να φτάνουν τουλάχιστον τις επιδόσεις των δικτύων πρόσβασης επόμενης γενιάς. Για τον σκοπό αυτό, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ζητούν από τις επιχειρήσεις να παρέχουν σχετικές πληροφορίες όσον αφορά σχεδιαζόμενες αναπτύξεις των εν λόγω δικτύων.
Οι πληροφορίες που συλλέγονται κατά την έρευνα διαθέτουν το κατάλληλο επίπεδο τοπικής λεπτομέρειας και περιλαμβάνουν επαρκείς πληροφορίες για την ποιότητα και τις παραμέτρους των υπηρεσιών.
2. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να ορίσουν «περιοχή ψηφιακού αποκλεισμού», η οποία να αντιστοιχεί σε περιοχή με σαφή εδαφικά όρια όπου, βάσει των πληροφοριών που συλλέχθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 1, καθορίζεται ότι, κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου πρόβλεψης, καμία επιχείρηση ή δημόσια αρχή δεν έχει αναπτύξει δίκτυο πολύ υψηλής χωρητικότητας ούτε σχεδιάζει την ανάπτυξή του ή δεν έχει αναβαθμίσει ή επεκτείνει σημαντικά το δίκτυό της ώστε να φτάνει σε επιδόσεις ταχύτητας καταφόρτωσης τουλάχιστον 100 Mbps, ούτε σχεδιάζει να το πράξει. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δημοσιεύουν τις ορισθείσες περιοχές ψηφιακού αποκλεισμού.
3. Εντός της ορισθείσας περιοχής ψηφιακού αποκλεισμού, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να δημοσιεύσουν πρόσκληση ανοικτή σε οποιαδήποτε επιχείρηση για να δηλώσει την πρόθεσή της να αναπτύξει δίκτυα πολύ υψηλής χωρητικότητας κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου πρόβλεψης. Η εθνική ρυθμιστική αρχή διευκρινίζει τις πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στις εν λόγω δηλώσεις, προκειμένου να διασφαλίζεται τουλάχιστον παρόμοιο επίπεδο λεπτομέρειας με εκείνο που λαμβάνεται υπόψη στην πρόβλεψη που ορίζεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β). Ενημερώνει επίσης κάθε επιχείρηση που εκδηλώνει το ενδιαφέρον της κατά πόσον η ορισθείσα περιοχή ψηφιακού αποκλεισμού καλύπτεται ή ενδέχεται να καλύπτεται από δίκτυο NGA που προσφέρει ταχύτητες καταφόρτωσης κάτω των 100 Mbps, βάσει των πληροφοριών που συλλέγονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β).
4. Όταν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν μέτρα δυνάμει της παραγράφου 3, το πράττουν σύμφωνα με διαδικασία αποδοτική, αντικειμενική, διαφανή και χωρίς διακρίσεις, κατά την οποία καμία επιχείρηση δεν αποκλείεται εκ των προτέρων. Η παράλειψη παροχής πληροφοριών σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β) ή ανταπόκρισης στην πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος σύμφωνα με την παράγραφο 3 μπορεί να θεωρηθεί ως παραπλανητική πληροφόρηση σύμφωνα με τα άρθρα 20 ή 21.
5. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι τοπικές, περιφερειακές και εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για την κατανομή των δημόσιων κονδυλίων για την ανάπτυξη δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, για τον σχεδιασμό εθνικών σχεδίων ευρυζωνικότητας, για τον καθορισμό υποχρεώσεων κάλυψης που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος και για τον έλεγχο της διαθεσιμότητας των υπηρεσιών που εμπίπτουν στην υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας στην επικράτειά τους λαμβάνουν υπόψη τα αποτελέσματα των ερευνών και των ορισμών περιοχών ψηφιακού αποκλεισμού που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου, και ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές παρέχουν τα αποτελέσματα αυτά με την προϋπόθεση ότι η αποδέκτρια αρχή εξασφαλίζει το ίδιο επίπεδο εμπιστευτικότητας και προστασίας του επιχειρηματικού απορρήτου με τη διαβιβάζουσα αρχή. Τα αποτελέσματα αυτά διατίθενται επίσης στον BEREC και στην Επιτροπή κατόπιν αιτήματός τους και υπό τις ίδιες προϋποθέσεις.
6. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να καθιστούν διαθέσιμα εργαλεία πληροφόρησης σε τελικούς χρήστες, με σκοπό να τους βοηθήσουν να καθορίσουν τη διαθεσιμότητα συνδεσιμότητας σε διάφορες περιοχές, με επίπεδο λεπτομέρειας που είναι χρήσιμο προς υποστήριξη της επιλογής τους όσον αφορά τις υπηρεσίες συνδεσιμότητας, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις της εθνικής ρυθμιστικής αρχής όσον αφορά την προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών και του επιχειρηματικού απορρήτου.
7. Έως την [ημερομηνία], και για να συμβάλει στη συνεπή εφαρμογή των γεωγραφικών ερευνών και προβλέψεων, ο BEREC, κατόπιν διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη και σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για να επικουρεί τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές στη συνεκτική εφαρμογή των υποχρεώσεών τους δυνάμει του παρόντος άρθρου.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 6 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 623
Μηχανισμός διαβούλευσης και διαφάνειας
Εκτός περιπτώσεων που εμπίπτουν στοα άρθροα 732 παράγραφος 9, στο άρθρο 2026, ή στο άρθρο 21 27, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση που εθνικές ρυθμιστικές αρχές Ö ή λοιπές αρμόδιες αρχές Õ προτίθενται να λάβουν μέτρα σύμφωνα με την παρούσα οδηγία ή τις ειδικές οδηγίες ή προτίθενται να προβλέψουν περιορισμούς σύμφωνα με το άρθρο 945 παράγραφοι 34 και 45, και εφόσον τα εν λόγω μέτρα ή περιορισμοί έχουν σημαντικό αντίκτυπο στη σχετική αγορά, παρέχουν στα ενδιαφερόμενα μέρη δυνατότητα σχολιασμού του σχεδίου μέτρου εντός εύλογης χρονικής περιόδου ð , λαμβάνοντας υπόψη την περιπλοκότητα του ζητήματος και σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον 30 ημερών, εκτός εξαιρετικών περιστάσεων ï.
Οι εθνικές ρυθμιστικές Ö και λοιπές αρμόδιες Õ αρχές δημοσιοποιούν τις εθνικές τους διαδικασίες διαβούλευσης.
Τα κράτη μέλη μεριμνούν για τη δημιουργία ενιαίου σημείου ενημέρωσης όπου παρατίθενται όλες οι τρέχουσες διαβουλεύσεις.
Η εθνική ρυθμιστική αρχή δημοσιοποιεί τΤα αποτελέσματα της διαδικασίας διαβούλευσης δημοσιοποιούνται, με εξαίρεση τις πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα σύμφωνα με την κοινοτική Ö ενωσιακή Õ και την εθνική νομοθεσία σχετικά με το επιχειρηματικό απόρρητο.
ê 2002/22/ΕΚ
Άρθρο 3324
Διαβούλευση με τους ενδιαφερομένους
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 23 στοιχείο α)
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, ανάλογα με την περίπτωση, ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές λαμβάνουν υπόψη τις απόψεις των τελικών χρηστών και των καταναλωτών (συμπεριλαμβανομένων, ειδικότερα, των τελικών χρηστών με αναπηρία), των κατασκευαστών και των επιχειρήσεων που παρέχουν δίκτυα ή/και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών για θέματα που άπτονται των δικαιωμάτων του συνόλου των τελικών χρηστών και των καταναλωτών των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που είναι διαθέσιμες στο κοινό, ιδίως όταν έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην αγορά.
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ιδίως ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές θεσπίζουν μηχανισμό διαβούλευσης ώστε στις αποφάσεις τους για θέματα που αφορούν τον τελικό χρήστη και τα δικαιώματα του καταναλωτή όσον αφορά διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, να λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα συμφέροντα των καταναλωτών στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
ê 2002/22/ΕΚ
2. Τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν, οσάκις ενδείκνυται να αναπτύσσουν, υπό την καθοδήγηση των εθνικών κανονιστικών αρχών, μηχανισμούς οι οποίοι προβλέπουν τη συμμετοχή των καταναλωτών, των οργανώσεων χρηστών και των φορέων παροχής υπηρεσιών και αποβλέπουν στη βελτίωση της γενικής ποιότητας της παροχής υπηρεσιών, μεταξύ άλλων με την ανάπτυξη και την εφαρμογή κωδίκων συμπεριφοράς και προτύπων λειτουργίας.
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 23 στοιχείο β) (προσαρμοσμένο)
3. Με την επιφύλαξη εθνικών κανόνων που είναι σύμφωνοι με το κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ δίκαιο για την προαγωγή των στόχων πολιτικής για τον πολιτισμό και τα μέσα επικοινωνίας, όπως η πολιτιστική και γλωσσική ποικιλομορφία και η πολυφωνία των μέσων επικοινωνίας, οι εθνικές κανονιστικές αρχές και άλλες αρμόδιες αρχές μπορούν να προωθούν τη συνεργασία μεταξύ επιχειρήσεων παροχής δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή/και υπηρεσιών και των τομέων που ενδιαφέρονται για την προαγωγή νόμιμου περιεχομένου στα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Στη συνεργασία αυτή ενδέχεται να περιληφθεί επίσης και ο συντονισμός των στοιχείων δημοσίου ενδιαφέροντος τα οποία διατίθεται στο κοινό δυνάμει του άρθρου 96 παράγραφος 3 και του άρθρου 95 παράγραφος 1.
ê 2002/22/ΕΚ
Άρθρο 3425
Εξώδικη επίλυση διαφορών
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 24 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη διάθεση Ö ότι οι καταναλωτές έχουν πρόσβαση σε Õ διαφανείςών, αμερόληπτεςων, απλέςών Ö , ταχείες, δίκαιες Õ και μη δαπανηρέςών εξώδικεςων διαδικασίεςιών για την αντιμετώπιση των ανεπίλυτων διαφορών Ö τους Õ μεταξύ καταναλωτών και Ö με Õ επιχειρήσειςων παροχής δικτύων ή/και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ð δημοσίως διαθέσιμων ï υπηρεσιών ð ηλεκτρονικών επικοινωνιών εκτός από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, ï οι οποίες αφορούν τους συμβατικούς όρους ή/και/ή την εκτέλεση συμβάσεων παροχής των εν λόγω ð δικτύων και/ή ï υπηρεσιών και προκύπτουν από την παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι Ö παρέχουν στην εθνική ρυθμιστική αρχή τη δυνατότητα να ενεργεί ως φορέας επίλυσης διαφορών. Õ Οιμε τις διαδικασίες αυτές Ö πληρούν τις απαιτήσεις ποιότητας που καθορίζονται στο κεφάλαιο II της οδηγίας 2013/11/ΕΕ. Õ καθίσταται δυνατή η δίκαιη και ταχεία επίλυση των διαφορών, και μπορούν, όταν δικαιολογείται, να θεσπίζουν σύστημα επιστροφών ή/και αποζημιώσεων. Οι εν λόγω διαδικασίες επιτρέπουν την επίλυση των διαφορών με αμερόληπτο τρόπο και δεν αποστερούν τους καταναλωτές από τη νομική προστασία που παρέχει το εθνικό δίκαιο. Τα κράτη μέλη μπορούν να επεκτείνουν ð χορηγούν πρόσβαση σε αυτές τις διαδικασίες ï τις εν λόγω υποχρεώσεις ώστε να καλύπτουν διαφορές στις οποίες εμπλέκονται Ö σε Õ άλλουςι τελικούςί χρήστες ð , ιδίως σε πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις. ï
ê 2002/22/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ð νέο
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η νομοθεσία τους δεν παρακωλύει τη λειτουργία γραφείων παραπόνων και την παροχή υπηρεσιών ανοικτής γραμμής, κατάλληλα κατανεμημένων γεωγραφικά, που θα διευκολύνουν την πρόσβαση των καταναλωτών και των Ö άλλων Õ τελικών χρηστών στην επίλυση των διαφορών. ð Για διαφορές στις οποίες εμπλέκονται καταναλωτές και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) 524/2013, εφαρμόζονται οι διατάξεις του εν λόγω κανονισμού, με την προϋπόθεση ότι ο φορέας επίλυσης διαφορών έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 20 της οδηγίας 2013/11/ΕΕ. ï
3. Ö Με την επιφύλαξη των διατάξεων της οδηγίας 2013/11/ΕΕ, Õ όΌταν στις διαφορές αυτές εμπλέκονται μέρη από διάφορα κράτη μέλη, τα κράτη μέλη συντονίζουν τις προσπάθειές τους προκειμένου να επιτύχουν την επίλυση της διαφοράς.
4. Το παρόν άρθρο δεν θίγει τις εθνικές δικαστικές διαδικασίες.
ê 2002/21/ΕΚ
Άρθρο 2026
Επίλυση διαφοράς μεταξύ επιχειρήσεων
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 22 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
1. Σε περίπτωση διαφοράς που προκύπτει σε σχέση με υφιστάμενες υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα οδηγία ή τις ειδικές οδηγίες μεταξύ επιχειρήσεων παροχής δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ένα κράτος μέλος, ή μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών και άλλων επιχειρήσεων στο κράτος μέλος που επωφελούνται από τις υποχρεώσεις πρόσβασης ή/και/ή διασύνδεσης ð ή μεταξύ επιχειρήσεων παροχής δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε κράτος μέλος και παρόχων συναφών εγκαταστάσεων ï δυνάμει της παρούσας οδηγίας ή των ειδικών οδηγιών, η ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή εκδίδει, κατόπιν αιτήματος ενός εκ των μερών και υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 2, δεσμευτική απόφαση για την επίλυση της διαφοράς, το ταχύτερο δυνατό, και, πάντως, εντός τεσσάρων μηνών, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις. Το οικείο κράτος μέλος απαιτεί την πλήρη συνεργασία όλων των μερών με την εθνική ρυθμιστική αρχή.
ê 2002/21/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
2. Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να αρνούνται την επίλυση διαφοράς με δεσμευτική απόφαση, εάν υπάρχουν άλλοι μηχανισμοί, συμπεριλαμβανομένης της διαμεσολάβησης, οι οποίοι θα μπορούσαν να συμβάλλουν καλύτερα στην έγκαιρη επίλυση της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 37. Τα μέρη ενημερώνονται σχετικά αμελλητί από την εθνική κανονιστική αρχή. Εάν η διαφορά δεν έχει επιλυθεί μετά την πάροδο τεσσάρων μηνών και το μέρος το οποίο επιζητεί την επανόρθωση δεν την έχει φέρει ενώπιον δικαστηρίου, η εθνική κανονιστική αρχή εκδίδει, κατόπιν αιτήματος ενός των μερών, δεσμευτική απόφαση για τη επίλυση της διαφοράς, το συντομότερο δυνατό, και, εν πάση περιπτώσει, εντός τεσσάρων μηνών.
3. Κατά την επίλυση μιας διαφοράς, η εθνική κανονιστική αρχή λαμβάνει αποφάσεις που αποσκοπούν στην επίτευξη των στόχων τους οποίους θέτει το άρθρο 38. Οι υποχρεώσεις που μπορεί να επιβάλει η εθνική κανονιστική αρχή σε μια επιχείρηση, στο πλαίσιο της επίλυσης διαφοράς, πρέπει να τηρούν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας ή των ειδικών οδηγιών.
4. Η απόφαση της εθνικής κανονιστικής αρχής δημοσιοποιείται, τηρουμένων των απαιτήσεων περί επιχειρηματικού απορρήτου. Στα ενδιαφερόμενα μέρη, παρέχεται πλήρης έκθεση των λόγων επί των οποίων βασίζεται.
5. Η διαδικασία που αναφέρεται στις παραγράφους 1, 3 και 4 δεν στερεί από κανένα μέρος τη δυνατότητα να ασκήσει αγωγή ενώπιον των δικαστηρίων.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 23 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 2127
Επίλυση διασυνοριακών διαφορών
1. Σε περίπτωση διασυνοριακής διαφοράς στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας ή των ειδικών οδηγιών μεταξύ μερών Ö επιχειρήσεων Õ από διαφορετικά κράτη μέλη και εφόσον η διαφορά αυτή εμπίπτει στην αρμοδιότητα εθνικών κανονιστικών αρχών δύο τουλάχιστον κρατών μελών, εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4. ð Οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται σε διαφορές σχετικά με τον συντονισμό ραδιοφάσματος που καλύπτεται από το άρθρο 28. ï
2. Κάθε μέρος μπορεί να παραπέμψει τη διαφορά στηνις οικείαες εθνικήές ρυθμιστικήές Ö αρχή ή Õ στις οικείες εθνικές ρυθμιστικές αρχές. ΗΟι αρμόδιαες εθνικήές κανονιστικήές Ö αρχή ή Õ οι αρμόδιες εθνικές κανονιστικές αρχές συντονίζουν τις προσπάθειές τους για τη συνεκτική επίλυση της διαφοράς και δικαιούνται να ζητήσουν τη γνώμη ð κοινοποιούν τη διαφορά ï στονυ BEREC, σύμφωνα με τους στόχους του άρθρου 83.
Κάθε εθνική ρυθμιστική αρχή που διαθέτει αρμοδιότητα σε τέτοια διαφορά μπορεί να ζητήσει από τον BEREC να εκδώσει γνώμη ως προς τη δράση που πρέπει να αναληφθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας-πλαίσιο ή/και των ειδικών οδηγιών για επίλυση της διαφοράς.
ò νέο
3. Ο BEREC εκδίδει γνώμη με την οποία επισημαίνει στην οικεία εθνική ρυθμιστική αρχή ή στις οικείες εθνικές ρυθμιστικές αρχές να προβούν σε συγκεκριμένες ενέργειες για την επίλυση της διαφοράς ή να μην προβούν σε ενέργειες, στο συντομότερο δυνατό χρονικό πλαίσιο και, σε κάθε περίπτωση, εντός τεσσάρων μηνών, πλην εξαιρετικών περιστάσεων.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 23
Εφόσον έχει διατυπωθεί σχετική αίτηση προς τον BEREC, κάθε εθνική ρυθμιστική αρχή που διαθέτει αρμοδιότητα σε οποιαδήποτε πτυχή της διαφοράς αναμένει τη γνώμη του BEREC προτού αναλάβει δράση για επίλυση της διαφοράς, με την επιφύλαξη της δυνατότητας των εθνικών κανονιστικών αρχών να λάβουν επείγοντα μέτρα όπου αυτό είναι απαραίτητο.
ò νέο
4. Η οικεία εθνική ρυθμιστική αρχή ή οι οικείες εθνικές ρυθμιστικές αρχές αναμένουν τη γνώμη του BEREC προτού προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια για την επίλυση της διαφοράς. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, εφόσον υπάρχει επείγουσα ανάγκη ανάληψης δράσης, προκειμένου να διασφαλιστεί ο ανταγωνισμός ή να προστατευτούν τα συμφέροντα των τελικών χρηστών, οποιαδήποτε από τις αρμόδιες εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορεί, είτε κατόπιν αιτήματος των μερών είτε με δική της πρωτοβουλία, να λάβει προσωρινά μέτρα.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 23 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Οιεσδήποτε υποχρεώσεις επιβάλλουν ενδεχομένως οι εθνικές κανονιστικές αρχές σε μια επιχείρηση, στο πλαίσιο της επίλυσης διαφοράς, πρέπει να είναι σύμφωνες προς την παρούσα οδηγία ή τις ειδικές οδηγίες.
5. Οποιαδήποτε υποχρέωση επιβάλλει η εθνική ρυθμιστική αρχή σε επιχείρηση Ö στο πλαίσιο της επίλυσης της Õ στο πλαίσιο της επίλυσης διαφοράς τηρεί Ö είναι σύμφωνη με Õ τις διατάξεις τηνς παρούσας οδηγίας, ή των ειδικών οδηγιών και λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη τη γνώμη που εκδίδει ο BEREC ð , και εγκρίνεται εντός ενός μηνός από την έκδοση της εν λόγω γνώμης ï .
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 23 όπως τροποποιήθηκε με διορθωτικό, ΕΕ L 241 της 10.9.2013, σ. 8
3. Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι οι αρμόδιες εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να αρνούνται από κοινού την επίλυση διαφοράς, εάν υπάρχουν άλλοι μηχανισμοί, περιλαμβανομένης της διαμεσολαβήσεως, οι οποίοι θα μπορούσαν να συμβάλλουν καλύτερα σε έγκαιρη επίλυση της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 23
Τα μέρη ενημερώνονται σχετικά αμελλητί. Εάν, έπειτα από τέσσερις μήνες, η διαφορά δεν έχει επιλυθεί, εάν η διαφορά δεν έχει παραπεμφθεί στα δικαστήρια από το μέρος το οποίο επιδιώκει επανόρθωση και εφόσον ζητηθεί από τα εκατέρωθεν μέρη, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές συντονίζουν τις προσπάθειές τους για να επιτευχθεί επίλυση της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 και λαμβανομένης ιδιαιτέρως υπόψη κάθε γνώμης που εκδίδεται από τον BEREC.
46. Η διαδικασία της παραγράφου 2 δεν στερεί από κανένα μέρος τη δυνατότητα να προσφύγει στα δικαστήρια.
ò νέο
Άρθρο 28
Συντονισμός ραδιοφάσματος μεταξύ κρατών μελώνs
1. Τα κράτη μέλη και οι αρμόδιες αρχές τους διασφαλίζουν ότι η χρήση του ραδιοφάσματος είναι οργανωμένη στην επικράτειά τους κατά τρόπο ώστε να μην εμποδίζεται κανένα άλλο κράτος μέλος, ιδίως λόγω επιβλαβών διασυνοριακών παρεμβολών μεταξύ κρατών μελών, να επιτρέπει στην επικράτειά του τη χρήση εναρμονισμένου ραδιοφάσματος σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία.
Προς τον σκοπό αυτό λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που υπέχουν βάσει του διεθνούς δικαίου και των σχετικών διεθνών συμφωνιών, όπως βάσει των κανονισμών ραδιοεπικοινωνιών της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών (ITU).
2. Τα κράτη μέλη συνεργάζονται μεταξύ τους, μέσω της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος, κατά τον διασυνοριακό συντονισμό της χρήσης ραδιοφάσματος προκειμένου:
α) να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με την παράγραφο 1·
β)να επιλύουν τυχόν προβλήματα ή διαφορές σε σχέση με τον διασυνοριακό συντονισμό ή τις επιβλαβείς διασυνοριακές παρεμβολές.
3. Κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, καθώς και η Επιτροπή μπορεί να ζητά από την ομάδα για την πολιτική ραδιοφάσματος να αξιοποιήσει τις καλές της υπηρεσίες και, κατά περίπτωση, να προτείνει συντονισμένη λύση με γνώμη, ώστε να βοηθήσει τα κράτη μέλη να συμμορφωθούν με τις παραγράφους 1 και 2.
4. Κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους ή με δική της πρωτοβουλία, η Επιτροπή μπορεί, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος, να εγκρίνει μέτρα εφαρμογής για την επίλυση επιβλαβών διασυνοριακών παρεμβολών μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών οι οποίες τα αποτρέπουν από τη χρήση εναρμονισμένου ραδιοφάσματος στην επικράτειά τους. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία αναφέρεται το άρθρο 110 παράγραφος 4.
Τιτλοσ III: Εφαρμογη
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 24 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 21a29
Κυρώσεις
Τα κράτη μέλη καθορίζουν το σύστημα των κυρώσεων ð , προστίμων και περιοδικών κυρώσεων, κατά περίπτωση, ï που επιβάλλονται για παραβάσεις των εθνικών διατάξεων κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας ð ή οποιασδήποτε σχετικής νομικά δεσμευτικής απόφασης της εθνικής ρυθμιστικής ή άλλης αρμόδιας αρχής ï και των ειδικών οδηγιών και λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για να εξασφαλίζεται η εφαρμογή τους. ð Εντός των ορίων του εθνικού συνταγματικού δικαίου, οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές διαθέτουν την εξουσία να επιβάλλουν αυτές τις κυρώσεις. ï Οι προβλεπόμενες ποινές πρέπει να είναι κατάλληλες, αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις εν λόγω διατάξεις το αργότερο έως τις 25 Μαΐου 2011 Ö [ημερομηνία για μεταφορά στο εθνικό δίκαιο] Õ καθώς και οποιαδήποτε επακόλουθη τροποποίηση που τις επηρεάζει χωρίς καθυστέρηση.
ê 2002/20/ΕΚ άρθρο 10
Άρθρο 1030
Συμμόρφωση προς τους όρους της γενικής άδειας ή των δικαιωμάτων χρήσης και προς τις ειδικές υποχρεώσεις
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 6 στοιχείο α) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
1. ð Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικές ρυθμιστικές και λοιπές αρμόδιες αρχές τους να ï Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές παρακολουθούν και επιβλέπουν τη συμμόρφωση με τους όρους της γενικής άδειας ή των δικαιωμάτων χρήσης ð ραδιοφάσματος και αριθμών ï και με τις ειδικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 2, σύμφωνα με το άρθρο 11 ð και με την υποχρέωση αποτελεσματικής και αποδοτικής χρήσης του ραδιοφάσματος σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 45 και το άρθρο 47 παράγραφοι 1 και 2. ï
Οι εθνικές ρυθμιστικές ð και λοιπές αρμόδιες ï αρχές δύνανται να ζητούν από τις επιχειρήσεις που παρέχουν δίκτυα ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών υπηρεσιών που καλύπτονται από τη γενική άδεια, ή απολαύουν δικαιωμάτων χρήσης ραδιο ð φάσματος ï συχνοτήτων ή αριθμών να παρέχουν όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για τον έλεγχο της συμμόρφωσης προς τους όρους της γενικής άδειας ή των δικαιωμάτων χρήσης ή προς τις ειδικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 2 Ö ή στο άρθρο 47 παράγραφοι 1 και 2 Õ, σύμφωνα με το άρθρο 1121.
2. Εάν η εθνική ρυθμιστική ð αρμόδια ï αρχή διαπιστώσει ότι μια επιχείρηση δεν τηρεί έναν ή περισσότερους όρους της γενικής άδειας ή των δικαιωμάτων χρήσης, ή τις ειδικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 2, κοινοποιεί στην επιχείρηση την εν λόγω διαπίστωση και παρέχει στην επιχείρηση τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις της, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.
3. Η αρμόδια αρχή έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει την παύση της παράβασης στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 2, είτε αμέσως είτε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, και λαμβάνει κατάλληλα και αναλογικά μέτρα που αποβλέπουν στην εξασφάλιση της συμμόρφωσης.
Εν προκειμένω, τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούν τις αρμόδιες αρχές να επιβάλλουν:
α) κατά περίπτωση αποτρεπτικές οικονομικές κυρώσεις, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν περιοδικές ποινές με αναδρομικό αποτέλεσμα· και
β) διαταγή να διακοπεί ή να καθυστερήσει η παροχή υπηρεσίας ή δέσμης υπηρεσιών η οποία, εάν συνεχιζόταν, θα κατέληγε σε σοβαρή στρέβλωση του ανταγωνισμού, ενώ εκκρεμεί η συμμόρφωση με υποχρεώσεις πρόσβασης που έχουν επιβληθεί μετά από ανάλυση αγοράς σύμφωνα με το άρθρο 16 65 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).
Τα μέτρα και οι λόγοι στους οποίους βασίζονται, ανακοινώνονται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση χωρίς καθυστέρηση και προβλέπουν εύλογο χρονικό διάστημα για τη συμμόρφωση της επιχείρησης προς το μέτρο.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 6 στοιχείο β) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
4. Παρά τις παραγράφους 2 και 3, τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούν την αρμόδια αρχή να επιβάλλει οικονομικές κυρώσεις, ανάλογα με την περίπτωση, στις επιχειρήσεις που δεν παρέχουν πληροφορίες σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 2111 παράγραφος 1 στοιχεία α) ή β) της παρούσας οδηγίας καιή το άρθρο 9 67 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ (οδηγίας για την πρόσβαση), εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος που ορίζεται από την εθνική ρυθμιστική ð αρμόδια ïαρχή.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 6 στοιχείο γ) (προσαρμοσμένο)
5. Σε περιπτώσεις σοβαρήςών Ö παράβασης Õ ή επανειλημμένων παραβάσεων των όρων της γενικής άδειας ή των δικαιωμάτων χρήσης ή των ειδικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 2 Ö ή στο άρθρο 47 παράγραφοι 1 ή 2 Õ, εάν τα μέτρα για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου δεν φέρουν αποτέλεσμα, Ö τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε Õ οι εθνικές ρυθμιστικές Ö και λοιπές αρμόδιες Õ αρχές να μπορούν να εμποδίζουν την περαιτέρω παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών από μια επιχείρηση ή να αναστέλλουν ή να αποσύρουν τα δικαιώματα χρήσης. Ö Τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούν την αρμόδια αρχή να επιβάλλει Õ Μπορούν να επιβληθούν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις και ποινές. Ö Αυτές οι κυρώσεις και ποινές Õ μπορούν να επιβληθούν ώστε ναπου θα καλύπτουν τη χρονική περίοδο κάθε παράβασης, ακόμη και εάν η παράβαση έχει στη συνέχεια διορθωθεί.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 6 στοιχείο δ) (προσαρμοσμένο)
6. Ανεξάρτητα από τις παραγράφους 2, 3 και 5 του παρόντος άρθρου, εάν η αρμόδια αρχή έχει αποδείξεις ότι η παράβαση των όρων της γενικής άδειας, Ö ή Õ των δικαιωμάτων χρήσης ή των ειδικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 136 παράγραφος 2 Ö ή στο άρθρο 47 παράγραφοι 1 και 2 Õ συνιστά άμεση και σοβαρή απειλή για τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια υγεία ή ότι θα προξενήσει σοβαρά οικονομικά ή λειτουργικά προβλήματα σε άλλους παρόχους ή σε χρήστες δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή άλλους χρήστες του ραδιοφάσματος, μπορεί να λαμβάνει έκτακτα προσωρινά μέτρα προς αντιμετώπιση της κατάστασης, πριν από τη λήψη τελικής απόφασης. Στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση παρέχεται εν συνεχεία εύλογη δυνατότητα να εκθέσει την άποψή της και να προτείνει επανορθωτικά μέτρα. Εφόσον απαιτείται, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιβεβαιώνει τα προσωρινά μέτρα, τα οποία έχουν μέγιστη ισχύ τριών μηνών, αλλά μπορούν, σε περιπτώσεις μη ολοκλήρωσης των διαδικασιών εκτέλεσης, να παραταθούν για περαιτέρω χρονική περίοδο έως και τριών μηνών.
ê 2002/20/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
7. Οι επιχειρήσεις έχουν δικαίωμα να προσφεύγουν κατά των μέτρων που λαμβάνονται δυνάμει του παρόντος άρθρου, με τη διαδικασία του άρθρου 4 31 της Ö παρούσας Õ οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία πλαίσιο).
ê 2002/21/ΕΚ
Άρθρο 431
Δικαίωμα προσφυγής
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 4 στοιχείο α)
ð νέο
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την ύπαρξη αποτελεσματικών μηχανισμών σε εθνικό επίπεδο, βάσει των οποίων κάθε χρήστης ή επιχείρηση που παρέχει δίκτυα ή/και/ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχει, όταν θίγεται από απόφαση εθνικής ρυθμιστικής ð αρμόδιας ï αρχής, δικαίωμα προσφυγής κατά της αποφάσεως ενώπιον οργάνου προσφυγής ð πλήρως ï ανεξάρτητου από τους διαδίκους ð και από οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση ή πολιτική πίεση που ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την ανεξάρτητη αξιολόγησή του στα θέματα των οποίων επιλαμβάνεται ï . Το εν λόγω όργανο προσφυγής, το οποίο μπορεί να είναι δικαστήριο, διαθέτει την απαιτούμενη εμπειρία για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων του. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπόθεσης και ότι υπάρχει αποτελεσματικός μηχανισμός προσφυγής.
Έως την ολοκλήρωση της προσφυγής ισχύει η απόφαση της ð αρμόδιας ï εθνικής ρυθμιστικής αρχής, εκτός εάν ληφθούν προσωρινά μέτρα σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.
ê 2002/21/ΕΚ
2. Εάν το όργανο προσφυγής που αναφέρεται στην παράγραφο 1, δεν έχει δικαιοδοτικό χαρακτήρα, αιτιολογεί πάντοτε εγγράφως τις αποφάσεις του. Επίσης, στην περίπτωση αυτή, η απόφασή του υπόκειται σε αναθεώρηση από δικαστήριο, κατά την έννοια του άρθρου 267 της συνθήκης.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 4 στοιχείο β)
ð νέο
3. Τα κράτη μέλη συλλέγουν πληροφορίες σχετικά με το εν γένει θέμα των προσφυγών, τη διάρκεια των διαδικασιών προσφυγής και τον αριθμό των αποφάσεων για λήψη προσωρινών μέτρων. Τα κράτη μέλη παρέχουν τις πληροφορίες αυτές, ð καθώς και τις αποφάσεις ï στην Επιτροπή και στον BEREC κατόπιν αιτιολογημένης αιτήσεως είτε της πρώτης είτε του δευτέρου.
Τιτλοσ IV: Διαδικασιεσ εσωτερικησ αγορασ
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 6 (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 732
Εδραίωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών
1. Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τους όλους τους στόχους που καθορίζονται στο άρθρο 38, στο βαθμό που αυτοί σχετίζονται με τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
2. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές συμβάλλουν στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς εργαζόμενες από κοινού αλλά και με την Επιτροπή καθώς και με τον BEREC, κατά διαφανή τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται η συνεπής εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών σε όλα τα κράτη μέλη. Προς τον σκοπό αυτό, εργάζονται από κοινού ιδίως με την Επιτροπή και τον BEREC για τον προσδιορισμό των τύπων των μέσων και των επανορθωτικών μέτρων που ενδείκνυνται για συγκεκριμένες καταστάσεις που επικρατούν στην αγορά.
3. Εάν δεν προβλέπεται άλλως σε συστάσεις ή/και κατευθυντήριες γραμμές που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 347β, μετά την ολοκλήρωση της διαβούλευσης του άρθρου 236, εφόσον εθνική ρυθμιστική αρχή προτίθεται να λάβει μέτρο το οποίο:
α) εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής τωνου άρθρωνου Ö 59, 62, 65 ή 66 Õ 15 ή του άρθρου 16 της παρούσας οδηγίας ή του άρθρου 5 ή του άρθρου 8 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ (οδηγίας για την πρόσβαση), και
β) είναι πιθανόν να επηρεάσει τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών,
καθιστά το σχέδιο μέτρου προσβάσιμο στην Επιτροπή, στον BEREC και τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές άλλων κρατών μελών, ταυτοχρόνως, μαζί με την αιτιολόγηση στην οποία στηρίζεται το μέτρο, σύμφωνα με το άρθρο 205 παράγραφος 3, και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή, τον BEREC και τις άλλες εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές, ο BEREC και η Επιτροπή μπορούν εντός μηνός να διαβιβάσουν τα σχόλιά τους στην ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή. Η μηνιαία προθεσμία δεν μπορεί να παραταθεί.
4. Εάν το σχεδιαζόμενο μέτρο που διέπεται από την παράγραφο 3 αποσκοπεί:
α) στον καθορισμό σχετικής αγοράς που διαφέρει από εκείνες που ορίζονται στη σύσταση σύμφωνα με το άρθρο 6215 παράγραφος 1, ή
β) στην απόφαση καθορισμού ή όχι επιχείρησης ως διαθέτουσας, είτε μεμονωμένα είτε από κοινού με άλλους, σημαντική ισχύ στην αγορά, βάσει του άρθρου 6516 παράγραφοι 3, 4 ή 45,
και είναι πιθανόν να επηρεάσει τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών, ενώ η Επιτροπή έχει επισημάνει στην εθνική ρυθμιστική αρχή ότι θεωρεί πως το σχέδιο μέτρου θα δημιουργούσε φραγμό στην εσωτερική αγορά ή εάν έχει σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητά του με την κοινοτική Ö ενωσιακή Õ νομοθεσία και ιδίως με τους στόχους που αναφέρονται στο άρθρο 38, αναβάλλεται η θέσπιση του σχεδίου μέτρου επί δύο περαιτέρω μήνες. Η εν λόγω προθεσμία δεν μπορεί να παραταθεί. Η Επιτροπή ενημερώνει τις άλλες εθνικές ρυθμιστικές αρχές σχετικά με τις επιφυλάξεις της στην περίπτωση αυτή.
5. Εντός της δίμηνης προθεσμίας της παραγράφου 4, η Επιτροπή μπορεί:
α) να αποφασίσει να καλέσει την ενδιαφερόμενη κανονιστική εθνική αρχή να αποσύρει το σχέδιο μέτρου, ή/και,/ή
β) να αποφασίσει να άρει τις επιφυλάξεις της σε σχέση με το σχέδιο μέτρου κατά την παράγραφο 4.
Η Επιτροπή λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη του BEREC πριν από τη λήψη απόφασης. Η απόφαση συνοδεύεται από λεπτομερή και αντικειμενική ανάλυση των λόγων για τους οποίους η Επιτροπή θεωρεί ότι το σχέδιο μέτρου δεν πρέπει να θεσπιστεί, καθώς και από συγκεκριμένες προτάσεις για την τροποποίηση του σχεδίου μέτρου.
6. Στις περιπτώσεις που η Επιτροπή εκδίδει απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 5 ζητώντας από την εθνική ρυθμιστική αρχή να αποσύρει σχέδιο μέτρου, η εθνική ρυθμιστική αρχή τροποποιεί ή αποσύρει το σχέδιο μέτρου εντός εξαμήνου από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης της Επιτροπής. Σε περίπτωση που το σχέδιο μέτρου τροποποιείται, η εθνική ρυθμιστική αρχή διοργανώνει δημόσια διαβούλευση σύμφωνα με τις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 236 και επανακοινοποιεί το τροποποιημένο σχέδιο μέτρου στην Επιτροπή σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3.
7. Η ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη της τα σχόλια των άλλων εθνικών κανονιστικών αρχών, του BEREC και της Επιτροπής και, εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 4 και στην παράγραφο 5, στοιχείο α), μπορεί να θεσπίζει το προκύπτον σχέδιο μέτρου και, εφόσον το πράξει, το κοινοποιεί στην Επιτροπή.
8. Η εθνική ρυθμιστική αρχή ανακοινώνει στην Επιτροπή και στον BEREC όλα τα εγκεκριμένα τελικά μέτρα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7 Ö της παραγράφου Õ παράγραφος 3 στοιχεία α) και β) Ö του παρόντος άρθρου Õ .
9. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, όταν μια εθνική ρυθμιστική αρχή κρίνει ότι πρέπει να αναληφθεί δράση επειγόντως προκειμένου να διασφαλισθεί ο ανταγωνισμός και να προστατευθούν τα συμφέροντα των χρηστών, κατά παρέκκλιση από τη διαδικασία των παραγράφων 3 και 4, μπορεί να λαμβάνει αμέσως αναλογικά και προσωρινά μέτρα. Ανακοινώνει αμελλητί στην Επιτροπή, στις άλλες εθνικές ρυθμιστικές αρχές και στον BEREC τα μέτρα αυτά, πλήρως αιτιολογημένα. Η λήψη αποφάσεως εκ μέρους εθνικής ρυθμιστικής αρχής για τη μονιμοποίηση των μέτρων ή την παράταση της ισχύος τους υπόκειται στις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 7 (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 7α33
Διαδικασία για τη συνεκτική εφαρμογή των επανορθωτικών μέτρων
1. Όταν σχεδιαζόμενο μέτρο που εμπίπτει στο άρθρο 327 παράγραφος 3 αποσκοπεί στην επιβολή, τροποποίηση ή άρση υποχρέωσης φορέα εκμετάλλευσης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1665 σε συνδυασμό με το άρθρο 595 και τα άρθρα 679 έως 7413 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση) και του άρθρου 17 της οδηγίας 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία), η Επιτροπή δύναται, εντός της περιόδου του ενός μηνός που προβλέπεται στο άρθρο 327 παράγραφος 3 της παρούσας οδηγίας, να γνωστοποιήσει στην αρμόδια εθνική ρυθμιστική αρχή και στον BEREC τους λόγους για τους οποίους είτε θεωρεί ότι το σχέδιο μέτρου δημιουργεί φραγμούς στην ενιαία αγορά είτε αμφισβητεί σοβαρά τη συμβατότητά του με την κοινοτική Ö ενωσιακή Õ νομοθεσία. Σε αυτή την περίπτωση, το σχέδιο μέτρου δεν εγκρίνεται για τρεις ακόμη μήνες μετά την κοινοποίηση της Επιτροπής.
Εάν δεν υπάρξει κοινοποίηση, η αρμόδια εθνική ρυθμιστική αρχή δύναται να εγκρίνει το μέτρο, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη οιαδήποτε σχόλια της Επιτροπής, του BEREC ή οιασδήποτε άλλης εθνικής ρυθμιστικής αρχής.
2. Κατά την τρίμηνη περίοδο στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1, η Επιτροπή, ο BEREC και η αρμόδια εθνική ρυθμιστική αρχή συνεργάζονται στενά με στόχο την εξεύρεση του καταλληλότερου και αποτελεσματικότερου μέτρου υπό το πρίσμα των στόχων που ορίζονται στο άρθρο 38, λαμβάνοντας ταυτόχρονα δεόντως υπόψη τις απόψεις των φορέων της αγοράς και την ανάγκη να εξασφαλισθεί η ανάπτυξη συνεκτικής ρυθμιστικής πρακτικής.
3. Εντός έξι εβδομάδων από την έναρξη της αναφερόμενης στην παράγραφο 1 τρίμηνης περιόδου, ο BEREC γνωμοδοτεί, αποφασίζοντας με πλειοψηφία των μελών από τα οποία απαρτίζεται, σχετικά με την αναφερόμενη στην παράγραφο 1 κοινοποίηση της Επιτροπής, αποφαινόμενος σχετικά με το κατά πόσο το σχέδιο μέτρου πρέπει να τροποποιηθεί ή να αποσυρθεί και, εφόσον απαιτείται, καταθέτει συγκεκριμένες προτάσεις προς τον σκοπό αυτό. Η γνώμη αυτή αιτιολογείται και δημοσιοποιείται.
4. Εάν στη γνωμοδότησή του ο BEREC συμμερίζεται τις σοβαρές αμφιβολίες της Επιτροπής, συνεργάζεται στενά με την ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή για την εξεύρεση του καταλληλότερου και αποτελεσματικότερου μέτρου. Πριν την εκπνοή της αναφερόμενης στην παράγραφο 1 τρίμηνης περιόδου, η εθνική ρυθμιστική αρχή δύναται:
α) να τροποποιήσει ή να αποσύρει το σχέδιο μέτρου της έχοντας λάβει ιδιαιτέρως υπόψη της την αναφερόμενη στην παράγραφο 1 κοινοποίηση της Επιτροπής καθώς και τη γνώμη και τις συστάσεις του BEREC·
β) να διατηρήσει το σχέδιο μέτρου της.
5. Σε περίπτωση που ο BEREC δεν συμμερίζεται τις σοβαρές αμφιβολίες της Επιτροπής ή δεν γνωμοδοτεί ή σε περίπτωση που η εθνική ρυθμιστική αρχή τροποποιεί ή διατηρεί το σχέδιο μέτρου της σύμφωνα με την παράγραφο 4, ηΗ Επιτροπή δύναται, εντός μηνός από την εκπνοή της αναφερόμενης στην παράγραφο 1 τρίμηνης περιόδου, και έχοντας λάβει ιδιαιτέρως υπόψη τη γνώμη του BEREC, εφόσον έχει αυτός γνωμοδοτήσει:
α) να εκδώσει σύσταση απαιτώντας από την ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή να τροποποιήσει ή να αποσύρει το σχέδιο μέτρου, περιλαμβανομένων συγκεκριμένων προτάσεων προς τον σκοπό αυτόν, και εκθέτοντας τους λόγους με τους οποίους αιτιολογείται η σύστασή της, ιδίως σε περίπτωση που ο BEREC δεν συμμερίζεται τις σοβαρές αμφιβολίες της Επιτροπής·
β) να λάβει απόφαση με την οποία αίρει τις αναφερθείσες σύμφωνα με την παράγραφο 1 επιφυλάξεις της.
ò νέο
γ) να λάβει απόφαση με την οποία η ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή υποχρεούται να αποσύρει το σχέδιο μέτρου, σε περίπτωση που ο BEREC συμμερίζεται τις σοβαρές αμφιβολίες της Επιτροπής. Η απόφαση συνοδεύεται από λεπτομερή και αντικειμενική ανάλυση των λόγων για τους οποίους η Επιτροπή θεωρεί ότι το σχέδιο μέτρου δεν πρέπει να θεσπιστεί, καθώς και από συγκεκριμένες προτάσεις για την τροποποίηση του σχεδίου μέτρου. Στην περίπτωση αυτή, εφαρμόζεται κατ’ αναλογία η διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 6.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 7 (προσαρμοσμένο)
6. Εντός ενός μηνός από την έκδοση της σύστασης της Επιτροπής σύμφωνα με την παράγραφο 5, στοιχείο α) ή από την άρση των επιφυλάξεων της Επιτροπής σύμφωνα με την παράγραφο 5, στοιχείο β) Ö του παρόντος άρθρου Õ , η ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή κοινοποιεί στην Επιτροπή και στον BEREC το εγκριθέν τελικό μέτρο.
Η εν λόγω χρονική περίοδος δύναται να παραταθεί προκειμένου να δοθεί στην εθνική ρυθμιστική αρχή η ευχέρεια να διοργανώσει δημόσια διαβούλευση σύμφωνα με το άρθρο 623.
7. Σε περίπτωση που η εθνική ρυθμιστική αρχή αποφασίζει να μην τροποποιήσει ή αποσύρει το σχέδιο μέτρου βάσει της εκδοθείσας σύμφωνα με την παράγραφο 5, στοιχείο α) σύστασης, παρέχει τεκμηριωμένη αιτιολόγηση.
8. Η εθνική ρυθμιστική αρχή δύναται να αποσύρει το προτεινόμενο σχέδιο μέτρου σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.
Άρθρο 7β34
Διατάξεις εφαρμογής
1. Η Επιτροπή, μετά τη δημόσια διαβούλευση και τη διαβούλευση με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και αφού λάβει ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη του BEREC, μπορεί να εκδώσει συστάσεις ή/και κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με το άρθρο 327, που θα καθορίζουν τη μορφή, το περιεχόμενο και το επίπεδο λεπτομέρειας των ανακοινώσεων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 327 παράγραφος 3, τις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν απαιτούνται κοινοποιήσεις καθώς και τον υπολογισμό των προθεσμιών.
2. Τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 22 παράγραφος 2.
ò νέο
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
συνεκτική εκχώρηση ραδιοφάσματος
Άρθρο 35
Διαδικασία αξιολόγησης από ομοτίμους
1. Όσον αφορά τη διαχείριση του ραδιοφάσματος, ανατίθενται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές οι εξουσίες να θεσπίζουν τουλάχιστον τα ακόλουθα μέτρα:
α)στην περίπτωση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, τη διαδικασία επιλογής, σε σχέση με το άρθρο 54·
β)τα κριτήρια που αφορούν την επιλεξιμότητα του προσφέροντος, κατά περίπτωση, σε σχέση με το άρθρο 48 παράγραφος 4·
γ)τις παραμέτρους των μέτρων οικονομικής αποτίμησης του ραδιοφάσματος, όπως την τιμή πρώτης προσφοράς, σε σχέση με το άρθρο 42·
δ)τη διάρκεια των δικαιωμάτων χρήσης και τους όρους ανανέωσης σύμφωνα με τα άρθρα 49 και 50·
ε)τυχόν μέτρα για την προώθηση του ανταγωνισμού σύμφωνα με το άρθρο 52, κατά περίπτωση·
στ)τους όρους που αφορούν την εκχώρηση, τη μεταβίβαση, συμπεριλαμβανομένης της εμπορίας και της χρονομίσθωσης δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, σε σχέση με το άρθρο 51, την από κοινού χρήση (μερισμό) ραδιοφάσματος ή ασύρματων υποδομών, σε σχέση με το άρθρο 59 παράγραφος 3, ή τη συσσώρευση δικαιωμάτων χρήσης, σε σχέση με το άρθρο 52 παράγραφος 2 στοιχεία γ) και ε)· και
ζ)τις παραμέτρους των όρων κάλυψης σύμφωνα με τους συνολικούς στόχους πολιτικής του κράτους μέλους στον τομέα αυτό, σε σχέση με το άρθρο 47.
Κατά τη θέσπιση των μέτρων αυτών, η εθνική ρυθμιστική αρχή λαμβάνει υπόψη τους σχετικούς εθνικούς στόχους πολιτικής που καθορίζονται από το κράτος μέλος, καθώς και άλλα συναφή εθνικά μέτρα όσον αφορά τη διαχείριση του ραδιοφάσματος σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, και βασίζει το μέτρο της σε διεξοδική και αντικειμενική αξιολόγηση της κατάστασης του ανταγωνισμού, της τεχνικής και της οικονομικής κατάστασης της αγοράς.
2. Στην περίπτωση που εθνική ρυθμιστική αρχή προτίθεται να λάβει μέτρο το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 στοιχεία α) έως ζ), καθιστά το σχέδιο μέτρου προσβάσιμο, μαζί με το σκεπτικό στο οποίο αυτό βασίζεται, στον BEREC, την Επιτροπή και τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σε άλλα κράτη μέλη, συγχρόνως.
3. Εντός ενός μηνός, ή μεγαλύτερου διαστήματος, εάν η εθνική ρυθμιστική αρχή συμφωνεί να παραταθεί η προθεσμία, ο BEREC εκδίδει αιτιολογημένη γνώμη επί του σχεδίου μέτρου, με την οποία αναλύεται κατά πόσον το εν λόγω μέτρο θα ήταν το πλέον κατάλληλο προκειμένου:
α)να προαχθεί η ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς, καθώς και ο ανταγωνισμός, να μεγιστοποιηθούν τα οφέλη για τον καταναλωτή και να επιτευχθούν, σε γενικές γραμμές, οι στόχοι και οι αρχές που καθορίζονται στο άρθρο 3 και στο άρθρο 45 παράγραφος 2,
β)να διασφαλιστεί η αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος· και
γ)να διασφαλιστούν σταθερές και προβλέψιμες επενδυτικές συνθήκες για τους υφιστάμενους και μελλοντικούς χρήστες του ραδιοφάσματος κατά την ανάπτυξη δικτύων για την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που εξαρτώνται από το ραδιοφάσμα.
Στην αιτιολογημένη γνώμη αναφέρεται κατά πόσον το σχέδιο μέτρου θα πρέπει να τροποποιηθεί ή να αποσυρθεί. Ο BEREC διατυπώνει συγκεκριμένες συστάσεις προς τον σκοπό αυτό, κατά περίπτωση. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές και η Επιτροπή μπορούν επίσης να διατυπώσουν παρατηρήσεις επί του σχεδίου απόφασης στην ενδιαφερόμενη εθνική κανονιστική αρχή.
4. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους σύμφωνα με το παρόν άρθρο, ο BEREC και οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν ιδίως υπόψη:
α)τους στόχους και τις αρχές που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία· καθώς και κάθε σχετική εκτελεστική απόφαση της Επιτροπής που εκδίδεται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, καθώς και τις αποφάσεις 676/2002/ΕΚ και 243/2012/ΕΕ·
β)τυχόν συγκεκριμένους εθνικούς στόχους που καθορίστηκαν από το κράτος μέλος σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο·
γ)την ανάγκη να αποφεύγεται η στρέβλωση του ανταγωνισμού κατά τη θέσπιση των εν λόγω μέτρων·
δ)τα αποτελέσματα της πλέον πρόσφατης γεωγραφικής έρευνας των δικτύων σύμφωνα με το άρθρο 22·
ε)την ανάγκη διασφάλισης της συνοχής με τις πρόσφατες και εκκρεμείς διαδικασίες εκχώρησης σε άλλα κράτη μέλη και τις πιθανές επιπτώσεις στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών· και
στ)κάθε σχετική γνώμη της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος.
5. Η ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη του BEREC και παρατηρήσεις που υποβάλλονται από την Επιτροπή και άλλες εθνικές ρυθμιστικές αρχές πριν από την έκδοση της τελικής της απόφασης και κοινοποιεί την εκδοθείσα τελική απόφαση στον BEREC και την Επιτροπή.
Σε περίπτωση που η εθνική ρυθμιστική αρχή αποφασίζει να μην τροποποιήσει ή να μην αποσύρει το σχέδιο μέτρου βάσει της εκδοθείσας σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου αιτιολογημένης γνώμης, παρέχει τεκμηριωμένη αιτιολόγηση.
Η ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή δύναται να αποσύρει το σχέδιο μέτρου της σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.
6. Κατά την κατάρτιση του σχεδίου μέτρου τους σύμφωνα με το παρόν άρθρο, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να ζητούν στήριξη από τον BEREC.
7. Ο BEREC, η Επιτροπή και η ενδιαφερόμενη εθνική ρυθμιστική αρχή συνεργάζονται στενά με στόχο την εξεύρεση της πλέον κατάλληλης και αποτελεσματικής λύσης υπό το πρίσμα των ρυθμιστικών στόχων και αρχών που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, λαμβάνοντας ταυτόχρονα δεόντως υπόψη τις απόψεις των φορέων της αγοράς και την ανάγκη να εξασφαλιστεί η ανάπτυξη συνεκτικής ρυθμιστικής πρακτικής.
8. Η τελική απόφαση που εκδίδεται από την εθνική ρυθμιστική αρχή δημοσιεύεται.
ê 2002/20/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 836
Εναρμονισμένη παραχώρηση ραδιοσυχνοτήτων
Εάν έχει εναρμονισθεί η χρήση ραδιοσυχνοτήτων, έχουν συμφωνηθεί όροι και διαδικασίες πρόσβασης και έχουν επιλεγεί οι επιχειρήσεις στις οποίες παραχωρούνται οι ραδιοσυχνότητες σύμφωνα με διεθνείς συμφωνίες και κοινοτικούς Ö ενωσιακούς Õ κανόνες, τα κράτη μέλη παρέχουν το δικαίωμα χρήσης των εν λόγω ραδιοσυχνοτήτων σύμφωνα με αυτά. Υπό την προϋπόθεση ότι, όλοι οι εθνικοί όροι που συνοδεύουν το δικαίωμα χρήσης των συγκεκριμένων ραδιοσυχνοτήτων έχουν τηρηθεί στην περίπτωση κοινής διαδικασίας επιλογής, τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν περαιτέρω όρους, πρόσθετα κριτήρια ή διαδικασίες που θα μπορούσαν να περιορίσουν, να τροποποιήσουν ή να καθυστερήσουν την ορθή εφαρμογή της από κοινού παραχώρησης των ραδιοσυχνοτήτων αυτών.
ò νέο
Άρθρο 37
Κοινή διαδικασία αδειοδότησης για τη χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος
1. Δύο ή περισσότερα κράτη μέλη μπορούν να συνεργάζονται μεταξύ τους, καθώς και με την Επιτροπή και τον BEREC, για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους σύμφωνα με τα άρθρα 13, 46 και 54, καθορίζοντας από κοινού τις κοινές πτυχές μιας διαδικασίας αδειοδότησης και διεξάγοντας επίσης από κοινού τη διαδικασία επιλογής για τη χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος σε συμφωνία, κατά περίπτωση, με τυχόν κοινό χρονοδιάγραμμα που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 53. Η κοινή διαδικασία αδειοδότησης πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:
α)οι επιμέρους εθνικές διαδικασίες αδειοδότησης κινούνται και εφαρμόζονται από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με από κοινού συμφωνημένο πρόγραμμα·
β)προβλέπονται, κατά περίπτωση, κοινές προϋποθέσεις και διαδικασίες για την επιλογή και τη χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών μελών·
γ)προβλέπονται, κατά περίπτωση, κοινές ή συγκρίσιμες προϋποθέσεις που θα συνοδεύουν τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης μεταξύ των ενδιαφερόμενων κρατών μελών, με τις οποίες, μεταξύ άλλων, να παρέχεται στους χρήστες η δυνατότητα εκχώρησης παρόμοιων τμημάτων ραδιοφάσματος·
δ)είναι ανοικτή ανά πάσα στιγμή μέχρις ότου διεξαχθεί η διαδικασία αδειοδότησης σε άλλα κράτη μέλη.
2. Όταν τα μέτρα που λαμβάνονται για τους σκοπούς της παραγράφου 1 εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 35 παράγραφος 1, η διαδικασία που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο ακολουθείται ταυτοχρόνως από τις ενδιαφερόμενες εθνικές ρυθμιστικές αρχές.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
διαδικασιες εναρμονισης
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 21 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 1938
Διαδικασίες εναρμόνισης
1. Με την επιφύλαξη τωνου άρθρωνου 9 Ö 37 και 45, του άρθρου 46 παράγραφος 3, του άρθρου 47 παράγραφος 3 και του άρθρου 53 Õ της παρούσας οδηγίας και των άρθρων 6 και 8 της οδηγίας 2002/20/ΕΚ (οδηγία για την αδειοδότηση), εφόσον η Επιτροπή διαπιστώσει ότι η ύπαρξη αποκλίσεων κατά την υλοποίηση, εκ μέρους των εθνικών κανονιστικών αρχών ð ή άλλων αρμόδιων αρχών ï, των κανονιστικών καθηκόντων που προσδιορίζονται στην παρούσα οδηγία και στις ειδικές οδηγίες ενδέχεται να αποτελέσει φραγμό στην εσωτερική αγορά, η Επιτροπή, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη του BEREC, μπορεί να εκδώσει σύσταση ή απόφαση για την εναρμονισμένη εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών με σκοπό την προαγωγή της επίτευξης των στόχων του άρθρου 38.
2. Εάν η Επιτροπή εκδώσει σύσταση κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1, ενεργεί σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 22 παράγραφος 2.
Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικές ρυθμιστικές ð και λοιπές αρμόδιες ï αρχές να λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τους τις εν λόγω συστάσεις Ö σύμφωνα με την παράγραφο 1 Õ κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Εφόσον μια εθνική ρυθμιστική αρχή ð ή άλλη αρμόδια αρχή ï επιλέγει να μην ακολουθήσει μια σύσταση, ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή, αιτιολογώντας τη θέση της.
3. Οι αποφάσεις που εγκρίνονται κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 μπορούν αποκλειστικά να περιλαμβάνουν προσδιορισμό εναρμονισμένης ή συντονισμένης μεθόδου για την αντιμετώπιση των ακόλουθων θεμάτων:
α)μη συνεκτική εφαρμογή των γενικών κανονιστικών μεθόδων εκ μέρους των εθνικών ρυθμιστικών αρχών σχετικά με το κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τις αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών κατ’ εφαρμογή των άρθρων 6215 και 6516, όπου δημιουργεί φραγμό στην εσωτερική αγορά. Αυτές οι αποφάσεις δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένες γνωστοποιήσεις εκδιδόμενες από εθνικές ρυθμιστικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 337α·
Σε παρόμοια περίπτωση, η Επιτροπή προτείνει σχέδιο απόφασης μόνον αφού:
–έχουν παρέλθει δύο τουλάχιστον έτη από την έγκριση σύστασης της Επιτροπής με το ίδιο θέμα, και
–έχει λάβει ιδιαιτέρως υπόψη τη γνώμη του BEREC όσον αφορά την επιχειρηματολογία υπέρ της έγκρισης παρόμοιας απόφασης, την οποία οφείλει να εκδώσει ο BEREC εντός τριών μηνών από το σχετικό αίτημα της Επιτροπής·
β)θέματα σχετικά με την αριθμοδότηση, συμπεριλαμβανομένων των πεδίων αριθμών, της φορητότητας αριθμών και των αναγνωριστικών και θέματα σχετικά με τα συστήματα μετατροπής αριθμών και διευθύνσεων και την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης (αριθμός 112).
4. Η κατά την παράγραφο 1 απόφαση, η οποία αποσκοπεί στην τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας διά της συμπληρώσεώς της, εγκρίνεται σύμφωνα με την αναφερόμενη στο άρθρο 11022 παράγραφος 43 κανονιστική διαδικασία ð εξέτασης ï με έλεγχο.
5. Ο BEREC μπορεί με δική του πρωτοβουλία να συμβουλεύσει την Επιτροπή σχετικά με την έγκριση μέτρου κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1.
ê 2002/21/ΕΚ
è1 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 19 στοιχείο α)
Άρθρο 1739
Τυποποίηση
1. Η Επιτροπή, ενεργώντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 22 παράγραφος 2, καταρτίζει και δημοσιεύει, στην Επίσημη Εφημερίδα τηςων Ευρωπαϊκήςών ΈνωσηςΚοινοτήτων, κατάλογο è1 μη υποχρεωτικώνά προτύπωνπρότυπα ç ή/και/ή προδιαγραφών που χρησιμεύει ως βάση για την ενθάρρυνση της εναρμονισμένης παροχής δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφών ευκολιών και υπηρεσιών. Οσάκις χρειάζεται, η Επιτροπή δύναται, ενεργώντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 22 παράγραφος 2, και κατόπιν διαβούλευσης με την επιτροπή που θεσπίζεται με την οδηγία 2015/1535/ΕΕ98/34/ΕΚ, να ζητάει την εκπόνηση προτύπων από τους Ευρωπαϊκούς Οργανισμούς Τυποποίησης (Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (CEN), Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ηλεκτροτεχνικής Τυποποίησης (CENELEC) και Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τυποποίησης των Τηλεπικοινωνιών (ETSI)).
2. Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τη χρήση των προτύπων ή/και/ή προδιαγραφών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, για την παροχή υπηρεσιών, τεχνικών διεπαφών ή/και/ή λειτουργιών δικτύων, στο βαθμό που αυτό είναι απολύτως απαραίτητο για την εξασφάλιση της διαλειτουργικότητας των υπηρεσιών και για τη βελτίωση της ελευθερίας επιλογής του χρήστη.
Εφόσον πρότυπα ή/και/ή προδιαγραφές δεν έχουν δημοσιευθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν την εφαρμογή των προτύπων και/ή προδιαγραφών που θεσπίζονται από τους Ευρωπαϊκούς Οργανισμούς Τυποποίησης.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 19 στοιχείο β)
Ελλείψει αυτών των προτύπων και/ή προδιαγραφών, τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν την εφαρμογή διεθνών προτύπων ή συστάσεων που εγκρίνουν η Διεθνής Ένωση Τηλεπικοινωνιών, η Ευρωπαϊκή διάσκεψη Διοικήσεων Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών (CEPT), ο Διεθνής Οργανισμός Τυποποίησης (ISO) ή η Διεθνής Ηλεκτροτεχνική Επιτροπή (IEC).
ê 2002/21/ΕΚ
Εφόσον υφίστανται διεθνή πρότυπα, τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τους Ευρωπαϊκούς Οργανισμούς Τυποποίησης να χρησιμοποιούν τα εν λόγω πρότυπα ή τα σχετικά στοιχεία τους, ως βάση για τα πρότυπα που καταρτίζουν, εκτός εάν τα διεθνή πρότυπα ή τα σχετικά τους στοιχεία είναι αναποτελεσματικά.
3. Εάν η εφαρμογή των πρότυπων ή/και/ή προδιαγραφών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, δεν είναι ορθή και, συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να εξασφαλισθεί η διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, η εφαρμογή των προτύπων ή/και προδιαγραφών αυτών μπορεί να καθίσταται υποχρεωτική, σύμφωνα με την παράγραφο 4, στο βαθμό που αυτό είναι απολύτως απαραίτητο για την εξασφάλιση της εν λόγω διαλειτουργικότητας και για τη βελτίωση της ελευθερίας επιλογής του χρήστη.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 19 στοιχείο γ)
4. Εάν η Επιτροπή προτίθεται να καταστήσει υποχρεωτική την εφαρμογή ορισμένων προτύπων ή/και προδιαγραφών, δημοσιεύει ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καλεί όλους τους ενδιαφερομένους να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους. Η Επιτροπή λαμβάνει κατάλληλα εκτελεστικά μέτρα και καθιστά υποχρεωτική την εφαρμογή των σχετικών προτύπων, αναφέροντάς τα ως υποχρεωτικά πρότυπα στον κατάλογο προτύπων ή/και/ή προδιαγραφών που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
5. Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι τα πρότυπα ή/και οι προδιαγραφές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν συμβάλλουν πλέον στην παροχή εναρμονισμένων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή ότι δεν ανταποκρίνονται πλέον στις ανάγκες των καταναλωτών ή ότι παρεμποδίζουν την τεχνολογική εξέλιξη, τα αποσύρει από τον κατάλογο των προτύπων ή/και προδιαγραφών κατά την παράγραφο 1, ενεργώντας σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 22 παράγραφος 2.
ê 2002/21/ΕΚ
è1 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 19 στοιχείο δ)
6. Όταν η Επιτροπή κρίνει ότι τα πρότυπα ή/και/ή προδιαγραφές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, δεν συμβάλλουν πλέον στην παροχή εναρμονισμένων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή ότι δεν ανταποκρίνονται πλέον στις ανάγκες των καταναλωτών ή ότι παρεμποδίζουν την τεχνολογική εξέλιξη, è1 λαμβάνει τα κατάλληλα εκτελεστικά μέτρα και αποσύρει τα εν λόγω πρότυπα ή/και προδιαγραφές από τον κατάλογο των προτύπων ή/και προδιαγραφών στον οποίο αναφέρεται η παράγραφος 1 ç.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 19 στοιχείο ε) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
6α7. Τα αναφερόμενα στις παραγράφους 4 και 6 εκτελεστικά μέτρα που αποσκοπούν στην τροποποίηση μη ουσιαστικών στοιχείων της παρούσας οδηγίας με τη συμπλήρωσή της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία ð εξέτασης ï με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 11022 παράγραφος 43.
ê 2002/21/ΕΚ
78. Το παρόν άρθρο δεν ισχύει για καμία από τις στοιχειώδεις απαιτήσεις, τις προδιαγραφές διεπαφής ή τα εναρμονισμένα πρότυπα, στα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις της οδηγίας 2014/53/ΕΕ1999/5/ΕΚ.
ê 2002/21/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 18
Διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών αλληλεπιδραστικής ψηφιακής τηλεόρασης
1. Προκειμένου να διασφαλίζονται η ελεύθερη ροή πληροφοριών, ο πλουραλισμός των μέσων και η πολιτιστική ποικιλότητα, τα κράτη μέλη πρέπει να ενθαρρύνουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 παράγραφος 2:
α) τους φορείς παροχής αμφίδρομων υπηρεσιών ψηφιακής τηλεόρασης που εκπέμπονται στις νέες ψηφιακές πλατφόρμες αμφίδρομης τηλεόρασης για διανομή στην Κοινότητα, ανεξαρτήτως τρόπου εκπομπής, να χρησιμοποιούν ανοικτή ΑΡΙ·
β) τους φορείς παροχής κάθε προηγμένου ψηφιακού τηλεοπτικού εξοπλισμού που έχει αναπτυχθεί για τη λήψη αμφίδρομων υπηρεσιών ψηφιακής τηλεόρασης που εκπέμπονται στις νέες ψηφιακές πλατφόρμες αλληλεπιδραστικής τηλεόρασης, να τηρούν ανοικτή ΑΡΙ σύμφωνα με τις ελάχιστες απαιτήσεις των σχετικών προτύπων ή προδιαγραφών.
γ) τους παρόχους υπηρεσιών και εξοπλισμού ψηφιακής τηλεόρασης να συνεργασθούν στην παροχή διαλειτουργικών τηλεοπτικών υπηρεσιών για τελικούς χρήστες με αναπηρίες.
2. Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2002/19/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση), τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τους ιδιοκτήτες των ΑΡΙ να διαθέτουν υπό δίκαιους, λογικούς και αμερόληπτους όρους, έναντι κατάλληλης αποζημίωσης, όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες που επιτρέπουν στους φορείς παροχής αμφίδρομων υπηρεσιών ψηφιακής τηλεόρασης την παροχή όλων των υπηρεσιών που υποστηρίζονται από την ΑΡΙ κατά τρόπο πλήρως λειτουργικό.
Τιτλοσ V: Ασφαλεια και ακεραιοτητα
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 15 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 13α40
Ασφάλεια και ακεραιότητα Ö δικτύων και υπηρεσιών Õ
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι επιχειρήσεις που παρέχουν δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που διατίθενται στο κοινό να λαμβάνουν πρόσφορα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την κατάλληλη διαχείριση του κινδύνου όσον αφορά την ασφάλεια των δικτύων και υπηρεσιών. Λαμβανομένων υπόψη των πλέον πρόσφατων τεχνικών δυνατοτήτων, τα μέτρα αυτά πρέπει να εξασφαλίζουν επίπεδο ασφάλειας ανάλογο προς τον υπάρχοντα κίνδυνο. Λαμβάνονται ιδίως μέτρα για την αποτροπή και ελαχιστοποίηση του αντικτύπου συμβάντων που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια χρηστών και διασυνδεδεμένων ð άλλων ï δικτύων ð και υπηρεσιών ï.
2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι επιχειρήσεις που παρέχουν δημόσια δίκτυα επικοινωνιών να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για την εξασφάλιση της ακεραιότητας των δικτύων τους και κατά τον τρόπο αυτό να εξασφαλίζουν τη συνέχεια της παροχής των υπηρεσιών που διανέμονται μέσω των δικτύων αυτών.
3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι επιχειρήσεις που παρέχουν πρόσβαση σε δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή σε υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που διατίθενται στο κοινό να κοινοποιούν ð χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση ï στην αρμόδια εθνική ρυθμιστική αρχή κάθε παραβίαση της ασφάλειας ή απώλεια της ακεραιότητας που είχε σημαντικό αντίκτυπο στη λειτουργία δικτύων ή υπηρεσιών.
Για να προσδιοριστεί η σοβαρότητα του αντίκτυπου ενός συμβάντος που αφορά την ασφάλεια, λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, οι ακόλουθες παράμετροι:
α)ο αριθμός των χρηστών που επηρεάζονται από την παραβίαση·
β)η διάρκεια της παραβίασης·
γ)το γεωγραφικό εύρος της περιοχής που επηρεάζεται από την παραβίαση·
δ)ο βαθμός στον οποίο διαταράσσεται η λειτουργία της υπηρεσίας·
ε)ο αντίκτυπος στις οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες.
Κατά περίπτωση, η αρμόδια εθνική ð αρμόδια ï αρχή ενημερώνει τις αρμόδιες εθνικές ð αρμόδιες ï αρχές στα άλλα κράτη μέλη, καθώς και τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Ασφάλεια δικτύων και Πληροφοριών (ENISA). Η οικεία εθνική ρυθμιστική ð αρμόδια ï αρχή μπορεί να ενημερώσει το κοινό ή να απαιτήσει την ενημέρωση αυτή από τις επιχειρήσεις, εφόσον κρίνει ότι η αποκάλυψη της παραβίασης είναι προς το δημόσιο συμφέρον.
Η οικεία εθνική ρυθμιστική ð αρμόδια ï αρχή υποβάλλει κατ’ έτος στην Επιτροπή και στον ENISA συνοπτική έκθεση σχετικά με τις κοινοποιήσεις που έχει παραλάβει και τη δράση που έχει αναλάβει σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.
4. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη του ENISA, μπορεί να εγκρίνει κατάλληλα τεχνικά εκτελεστικά μέτρα με στόχο την εναρμόνιση των μέτρων που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, περιλαμβανομένων μέτρων που ορίζουν τις περιστάσεις, τη μορφή και τις διαδικασίες που ισχύουν για τις απαιτήσεις κοινοποίησης. Αυτά τα τεχνικά εκτελεστικά μέτρα θα βασίζονται στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό στα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα και δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να επιβάλουν συμπληρωματικές απαιτήσεις προς επίτευξη των στόχων που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2.
Τα εν λόγω εκτελεστικά μέτρα, που αποσκοπούν σε τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας με συμπλήρωσή της με νέα μη ουσιώδη στοιχεία, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 22 παράγραφος 3.
ò νέο
4. Το παρόν άρθρο ισχύει με την επιφύλαξη του κανονισμού (EΕ)2016/679 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και της οδηγίας 2002/58/ΕΚ σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
5. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 109 με στόχο τον προσδιορισμό των μέτρων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, περιλαμβανομένων μέτρων που ορίζουν τις περιστάσεις, τη μορφή και τις διαδικασίες που ισχύουν για τις απαιτήσεις κοινοποίησης. Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις βασίζονται στον μέγιστο δυνατό βαθμό στα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα και δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να εγκρίνουν πρόσθετες απαιτήσεις προς επίτευξη των στόχων που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 15 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 13β41
Εφαρμογή και επιβολή
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι προκειμένου να εφαρμοστεί το άρθρο 13α40, οι αρμόδιες εθνικές ρυθμιστικές αρχές διαθέτουν την εξουσία έκδοσης δεσμευτικών οδηγιών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν ð τα μέτρα που απαιτούνται για την αντιμετώπιση παραβίασης και ï τις προθεσμίες εφαρμογής, προς τις επιχειρήσεις που παρέχουν δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμες στο κοινό
2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες εθνικές ρυθμιστικές αρχές να διαθέτουν την εξουσία να απαιτούν από τις επιχειρήσεις που παρέχουν δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που διατίθενται στο κοινό:
α) να παρέχουν πληροφορίες απαραίτητες για την εκτίμηση της ασφάλειας και της ακεραιότητας των υπηρεσιών και δικτύων τους, περιλαμβανομένων τεκμηριωμένων πολιτικών ασφάλειας, και
β) να υποβάλλονται σε έλεγχο ασφάλειας που διενεργείται από ειδικευμένο ανεξάρτητο φορέα ή αρμόδια εθνική αρχή και να θέτουν τα σχετικά πορίσματα στη διάθεση της εθνικής ρυθμιστικής ð αρμόδιας ï αρχής. Το κόστος του ελέγχου επιβαρύνει την επιχείρηση.
3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες εθνικές ð αρμόδιες ï αρχές να διαθέτουν όλες τις απαραίτητες εξουσίες για τη διερεύνηση περιπτώσεων μη συμμόρφωσης, και των επιπτώσεών τους στην ασφάλεια και ακεραιότητα των δικτύων Ö και υπηρεσιών Õ.
ò νέο
4. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, για την εφαρμογή του άρθρου 40, οι αρμόδιες αρχές να διαθέτουν την εξουσία να επικουρούνται από ομάδες παρέμβασης για συμβάντα που αφορούν την ασφάλεια των υπολογιστών («CSIRT»), σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/1148/ΕΕ αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στα καθήκοντα των CSIRT δυνάμει του παραρτήματος I σημείο 2 της εν λόγω οδηγίας.
5. Κατά περίπτωση και σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, οι αρμόδιες αρχές διαβουλεύονται και συνεργάζονται με τις αρμόδιες εθνικές αρχές επιβολής του νόμου, τις αρμόδιες αρχές όπως ορίζονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/1148 και τις εθνικές αρχές προστασίας δεδομένων.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 15
4. Οι εν λόγω διατάξεις θεσπίζονται με την επιφύλαξη του άρθρου 3 της παρούσας οδηγίας.
ê 2002/20/ΕΚ
Άρθρο 13
Τέλη για δικαιώματα χρήσης και δικαιώματα εγκατάστασης διευκολύνσεων
Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στην αρμόδια αρχή να επιβάλει τέλη για δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ή αριθμών ή δικαιώματα εγκατάστασης διευκολύνσεων υπεράνω ή υποκάτω, δημοσίου ή ιδιωτικού ακινήτου, τα οποία αντανακλούν την ανάγκη διασφάλισης της βέλτιστης χρήσης των πόρων αυτών. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω τέλη είναι αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και λαμβάνουν υπόψη τους στόχους του άρθρου 8 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία πλαίσιο).
ê 2002/20/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Ö Μεροσ II. ΔΙΚΤΥΑ Õ
Ö Τιτλοσ I: Εισοδοσ στην αγορα και αναπτυξη Õ
Άρθρο 13 42
Τέλη για δικαιώματα χρήσης Ö ραδιοφάσματος Õ και δικαιώματα εγκατάστασης διευκολύνσεων
Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στην αρμόδια αρχή να επιβάλει τέλη για δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος ï ή αριθμών ή δικαιώματα εγκατάστασης διευκολύνσεων υπεράνω ή υποκάτω, δημοσίου ή ιδιωτικού ακινήτου ð , που χρησιμοποιούνται για την παροχή υπηρεσιών ή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφών εγκαταστάσεων ï , τα οποία αντανακλούν την ανάγκη διασφαλίζουνάλισης της βέλτιστης χρήσης των πόρων αυτών. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω τέλη είναι αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και λαμβάνουν υπόψη τους στόχους τωνου άρθρωνου 3 και 4 και του άρθρου 45 παράγραφος 28 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία πλαίσιο). Ö , καθώς και ότι: Õ
ò νέο
α)είναι ουδέτερα από άποψη υπηρεσιών και τεχνολογίας, υπόκεινται μόνο σε περιορισμούς σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφοι 4 και 5, ενώ παράλληλα προάγουν την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος και μεγιστοποιούν την κοινωνική και οικονομική χρησιμότητα του ραδιοφάσματος·
β)λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη προώθησης της ανάπτυξης καινοτόμων υπηρεσιών· και
γ)λαμβάνουν υπόψη πιθανές εναλλακτικές χρήσεις των πόρων.
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι τιμές πρώτης προσφοράς που καθορίζονται ως ελάχιστα τέλη για δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος αντανακλούν το πρόσθετο κόστος που συνεπάγονται οι όροι που συνοδεύουν τα δικαιώματα αυτά για την επίτευξη των στόχων των άρθρων 3 και 4 και του άρθρου 45 παράγραφος 2, όπως υποχρεώσεις κάλυψης που δεν εμπίπτουν στα συνήθη εμπορικά πρότυπα, σύμφωνα με την παράγραφο 1.
3. Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τρόπους πληρωμής που συνδέονται με την πραγματική διαθεσιμότητα του εκάστοτε ραδιοφάσματος και οι οποίοι δεν επιβαρύνουν αδικαιολόγητα τυχόν πρόσθετες επενδύσεις σε δίκτυα και συναφείς εγκαταστάσεις απαραίτητες για την αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος και την παροχή συναφών υπηρεσιών.
4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, στις περιπτώσεις που οι αρμόδιες αρχές επιβάλουν τέλη, λαμβάνουν υπόψη άλλα τέλη ή διοικητικές επιβαρύνσεις που συνδέονται με τη γενική άδεια ή με δικαιώματα χρήσης που καθορίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας, προκειμένου να μην δημιουργείται περιττή οικονομική επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις που παρέχουν δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και να παρέχονται κίνητρα για τη βέλτιστη χρήση των εκχωρούμενων πόρων.
5. Η επιβολή τελών δυνάμει του παρόντος άρθρου είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις του άρθρου 23 και, κατά περίπτωση, του άρθρου 35, του άρθρου 48 παράγραφος 6 και του άρθρου 54.
ê 2002/21/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
Ö ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΓΗ Õ
ê 2002/21/ΕΚ
Άρθρο 1143
Δικαιώματα διέλευσης
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, όταν μια αρμόδια αρχή εξετάζει:
–αίτηση για την παραχώρηση δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών επί, υπεράνω ή υποκάτω δημόσιου ή ιδιωτικού ακινήτου, σε επιχείρηση στην οποία επιτρέπεται να παρέχει δημόσια δίκτυα επικοινωνιών, ή
–αίτηση για την παραχώρηση δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών επί, υπεράνω ή υποκάτω δημόσιου ακινήτου, σε επιχείρηση στην οποία επιτρέπεται να παρέχει δίκτυα επικοινωνιών, εκτός των δημοσίων δικτύων,
η αρμόδια αρχή:
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 13 στοιχείο α)
–ενεργεί βάσει απλών, αποτελεσματικών, διαφανών και προσιτών στο κοινό διαδικασιών που εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις και χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση λαμβάνει την απόφασή της εντός εξαμήνου από την υποβολή της αίτησης, εξαιρουμένων των περιπτώσεων απαλλοτρίωσης, και
ê 2002/21/ΕΚ
–ακολουθεί τις αρχές της διαφάνειας και της αμεροληψίας κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων για τα δικαιώματα αυτά.
Οι προαναφερθείσες διαδικασίες είναι δυνατό να διαφέρουν αναλόγως του εάν ο αιτών παρέχει δημόσια δίκτυα επικοινωνιών ή όχι.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 13 στοιχείο β)
2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, όταν οι δημόσιες ή οι τοπικές αρχές διατηρούν την κυριότητα ή τον έλεγχο των επιχειρήσεων που εκμεταλλεύονται δημόσια δίκτυα ή/και προσιτές στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπάρχει ουσιαστικός διαρθρωτικός διαχωρισμός της αρμοδιότητας σχετικά με την παροχή των δικαιωμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 από τις δραστηριότητες που έχουν σχέση με την κυριότητα ή τον έλεγχο.
ê 2002/21/ΕΚ
3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ύπαρξη αποτελεσματικών μηχανισμών που παρέχουν στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα προσφυγής κατά αποφάσεων σχετικά με τη χορήγηση δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών ενώπιον οργάνου, το οποίο είναι ανεξάρτητο από τα εμπλεκόμενα μέρη.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 14
Άρθρο 12
Συνεγκατάσταση και μερισμός στοιχείων των δικτύων και συναφών ευκολιών για τους παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών
1. Όταν επιχείρηση παροχής δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχει το δικαίωμα, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, να εγκαθιστά ευκολίες επί, υπεράνω ή υποκάτω δημόσιου ή ιδιωτικού ακινήτου, ή δύναται να επωφελείται διαδικασίας για την απαλλοτρίωση ή τη χρήση ακινήτου, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές είναι σε θέση να επιβάλουν μερισμό (κοινή χρήση) των ευκολιών ή του ακινήτου αυτού, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, περιλαμβανομένων μεταξύ άλλων κτηρίων ή εισόδων σε κτήρια, καλωδιώσεων κτιρίων, ιστών, κεραιών, πύργων και άλλων φερουσών κατασκευών, αγωγών, σωληνώσεων, φρεατίων και κυτίων σύνδεσης.
2. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τους κατόχους των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 δικαιωμάτων το μερισμό χρήσεων ή ακινήτων (περιλαμβανομένης φυσικής συνεγκατάστασης) ή τη λήψη μέτρων διευκόλυνσης του συντονισμού δημόσιων έργων, λόγω ανάγκης προστασίας του περιβάλλοντος, της δημόσιας υγείας ή της δημόσιας ασφάλειας ή της επίτευξης πολεοδομικών ή χωροταξικών στόχων και μόνον έπειτα από κατάλληλη περίοδο δημόσιας διαβούλευσης, κατά τη διάρκεια της οποίας παρέχεται σε όλους τους ενδιαφερομένους η δυνατότητα διατύπωσης των απόψεών τους. Οι ρυθμίσεις αυτές για μερισμό ή συντονισμό μπορούν να περιλαμβάνουν κανόνες για την κατανομή των δαπανών του μερισμού ευκολιών ή ακινήτου.
3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικές αρχές, κατόπιν κατάλληλης περιόδου δημόσιας διαβούλευσης κατά τη διάρκεια της οποίας παρέχεται σε όλους τους ενδιαφερόμενους η δυνατότητα έκφρασης των απόψεών τους, να έχουν την εξουσία να επιβάλουν στους κατόχους των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 δικαιωμάτων και/ή στους ιδιοκτήτες των καλωδιώσεων υποχρεώσεις ως προς τον μερισμό (κοινή χρήση) των καλωδιώσεων εντός των κτηρίων ή μέχρι το πρώτο σημείο συγκέντρωσης ή διανομής όταν αυτό βρίσκεται εκτός κτηρίου, σε περίπτωση που δικαιολογείται κάτι τέτοιο διότι η αλληλεπικάλυψη αυτών των υποδομών θα ήταν οικονομικώς αναποτελεσματική ή πρακτικώς ανέφικτη. Οι ρυθμίσεις αυτές για μερισμό ή συντονισμό μπορούν να περιλαμβάνουν κανόνες για την κατανομή των δαπανών του μερισμού ευκολιών ή ακινήτου, προσαρμοσμένων όπου απαιτείται για τον κίνδυνο..
4. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες εθνικές αρχές να δύνανται να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις την υποχρέωση να παρέχουν τις αναγκαίες πληροφορίες, κατ’ αίτηση των αρμόδιων αρχών, για να μπορούν οι εν λόγω αρχές, από κοινού με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, να καταρτίσουν λεπτομερή κατάλογο της φύσεως, της διαθεσιμότητας και της γεωγραφικής θέσης των ευκολιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και να τον καταστήσουν διαθέσιμο στους ενδιαφερομένους.
ò νέο
Άρθρο 44
Συνεγκατάσταση και μερισμός στοιχείων των δικτύων και συναφών εγκαταστάσεων για παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών
1. Στην περίπτωση που φορέας εκμετάλλευσης έχει ασκήσει το δικαίωμα, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, να δημιουργεί εγκαταστάσεις επί, υπεράνω ή υποκάτω δημόσιου ή ιδιωτικού ακινήτου, ή έκανε χρήση διαδικασίας για την απαλλοτρίωση ή τη χρήση ακινήτου, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να επιβάλλουν τη συνεγκατάσταση και τον μερισμό των στοιχείων του δικτύου και των συναφών εγκαταστάσεων που δημιουργήθηκαν, με σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος, της δημόσιας υγείας, της δημόσιας ασφάλειας ή την επίτευξη πολεοδομικών και χωροταξικών στόχων. Η συνεγκατάσταση ή ο μερισμός στοιχείων του δικτύου και εγκαταστάσεων που έχουν δημιουργηθεί και ο μερισμός ακινήτου είναι δυνατό να επιβάλλονται μόνο μετά από επαρκές χρονικό διάστημα δημόσιας διαβούλευσης, κατά τη διάρκεια της οποίας παρέχεται σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη δυνατότητα να εκφράσουν τις απόψεις τους και μόνο στις συγκεκριμένες περιοχές στις οποίες κρίνεται αναγκαίος αυτός ο μερισμός με σκοπό την επίτευξη των στόχων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο. Οι αρμόδιες αρχές έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν μερισμό των εν λόγω εγκαταστάσεων ή του ακινήτου, περιλαμβανομένων της γης, κτηρίων, εισόδων σε κτήρια, καλωδιώσεων κτιρίων, ιστών, κεραιών, πύργων και άλλων φερουσών κατασκευών, αγωγών, σωληνώσεων, φρεατίων, κυτίων σύνδεσης, ή μέτρα που διευκολύνουν τον συντονισμό των δημόσιων έργων. Όπου κρίνεται σκόπιμο, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές προβλέπουν κανόνες για την κατανομή του κόστους του μερισμού εγκαταστάσεων ή ακινήτου και του συντονισμού τεχνικών έργων.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 14
ð νέο
52. Τα μέτρα που λαμβάνονται από εθνική ρυθμιστική ð αρμόδια ï αρχή σύμφωνα με το παρόν άρθρο είναι αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά. Κατά περίπτωση, τα εν λόγω μέτρα εφαρμόζονται σε συντονισμό με τις τοπικές ð εθνικές ρυθμιστικές ï αρχές.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΡΑΔΙΟΦΑΣΜΑ
Ενοτητα 1 Αδειεσ
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 10 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 945
Διαχείριση ραδιοφάσματος για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών
1. Τα κράτη μέλη, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τους το γεγονός ότι τοοι ραδιοσυχνότητες ð φάσμα ï αποτελείούν δημόσιο αγαθό με σημαντική κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική αξία, εξασφαλίζουν την ουσιαστική διαχείριση τουων ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος ï για τις υπηρεσίες ð και τα δίκτυα ï ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην επικράτειά τους σύμφωνα με τα άρθρα 83 και 48α. Εξασφαλίζουν ότι η κατανομή του ραδιοφάσματος που χρησιμοποιείται για υπηρεσίες ð και δίκτυα ï ηλεκτρονικών επικοινωνιών και η χορήγηση γενικών αδειών ή μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης τουων ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος ï αυτούών από τις αρμόδιες εθνικές αρχές βασίζονται σε αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά κριτήρια.
Εφαρμόζοντας το παρόν άρθρο, τα κράτη μέλη τηρούν τις σχετικές διεθνείς συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένων των κανονισμών της ΔΕΤITU ð και άλλων συμφωνιών που εγκρίνονται στο πλαίσιο της ITU ï, και μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τους στόχους δημόσιας ασφάλειας.
2. Τα κράτη μέλη προάγουν την εναρμόνιση της χρήσης τουων ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος ï σε ολόκληρη την Κοινότητα Ö Ένωση Õ , σύμφωνα με την ανάγκη εξασφάλισης αποτελεσματικής και αποδοτικής χρήσης τους και επιδιώκοντας οφέλη για τον καταναλωτή, π.χ. οικονομίες κλίμακας και διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών Ö και δικτύων Õ . Εν προκειμένω ενεργούν σύμφωνα με το άρθρο 48α και με την απόφαση 676/2002/ΕΚ (απόφαση για το ραδιοφάσμα) ð , μεταξύ άλλων ï :.
ò νέο
α)μεριμνώντας για την κάλυψη της εθνικής επικράτειας και του πληθυσμού τους σε υψηλή ποιότητα και ταχύτητα, τόσο σε εσωτερικούς όσο και σε εξωτερικούς χώρους, καθώς και κατά μήκος των βασικών διαδρομών μεταφορών, συμπεριλαμβανομένου του διευρωπαϊκού δικτύου μεταφορών·
β)μεριμνώντας ώστε περιοχές με παρόμοια χαρακτηριστικά, ιδίως όσον αφορά την ανάπτυξη του δικτύου ή την πυκνότητα του πληθυσμού, να υπόκεινται σε συνεκτικές συνθήκες κάλυψης·
γ)διευκολύνοντας την ταχεία ανάπτυξη στην Ένωση νέων ασύρματων τεχνολογιών και εφαρμογών επικοινωνιών, καθώς και με διατομεακή προσέγγιση, κατά περίπτωση·
δ)μεριμνώντας για την πρόληψη διασυνοριακών ή εθνικών επιβλαβών παρεμβολών σύμφωνα με τα άρθρα 28 και 46, αντίστοιχα, και λαμβάνοντας κατάλληλα προληπτικά και διορθωτικά μέτρα προς τον σκοπό αυτό·
ε)προάγοντας την από κοινού (μεριζόμενη) χρήση του ραδιοφάσματος μεταξύ παρόμοιων και/ή διαφορετικών χρήσεων του ραδιοφάσματος μέσω κατάλληλων καθιερωμένων κανόνων και όρων μερισμού, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας των υφιστάμενων δικαιωμάτων χρήσης, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο·
στ)εφαρμόζοντας το πλέον κατάλληλο και λιγότερο επαχθές δυνατό σύστημα αδειοδότησης, σύμφωνα με το άρθρο 46, κατά τρόπο ώστε να μεγιστοποιούνται η ευελιξία, ο μερισμός και η αποδοτικότητα στη χρήση του ραδιοφάσματος·
ζ)μεριμνώντας για τον καθορισμό και την εφαρμογή, με σαφήνεια και διαφάνεια, κανόνων για τη χορήγηση, τη μεταβίβαση, την ανανέωση, την τροποποίηση και την ανάκληση δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος, ώστε να διασφαλίζεται η κανονιστική ασφάλεια, συνοχή και προβλεψιμότητα·
η)μεριμνώντας για τη συνοχή και προβλεψιμότητα σε ολόκληρη την Ένωση όσον αφορά τον τρόπο αδειοδότησης της χρήσης του ραδιοφάσματος όσον αφορά την προστασία της δημόσιας υγείας έναντι επιβλαβών ηλεκτρομαγνητικών πεδίων.
Κατά τη λήψη τεχνικών μέτρων εναρμόνισης δυνάμει της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ, η Επιτροπή δύναται, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος, να εγκρίνει εκτελεστικό μέτρο καθορίζοντας κατά πόσο, σύμφωνα με το άρθρο 46 της παρούσας οδηγίας, τα δικαιώματα στην εναρμονισμένη ζώνη υπόκεινται σε γενική άδεια ή σε μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης. Τα εν λόγω εκτελεστικά μέτρα εγκρίνονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 110 παράγραφος 4.
Όταν η Επιτροπή εξετάζει το ενδεχόμενο να ενεργήσει για την πρόβλεψη μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 39, δύναται να ζητεί τη γνωμοδότηση της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος όσον αφορά τις επιπτώσεις οποιουδήποτε τέτοιου προτύπου ή προδιαγραφής για τον συντονισμό, την εναρμόνιση και τη διαθεσιμότητα του ραδιοφάσματος. Η Επιτροπή λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος κατά τη λήψη τυχόν επακόλουθων μέτρων.
3. Σε περίπτωση εθνικής ή περιφερειακής έλλειψης ζήτησης της αγοράς για τη χρήση εναρμονισμένης ζώνης, και με την επιφύλαξη του μέτρου εναρμόνισης που εγκρίνεται δυνάμει της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ, τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν την εναλλακτική χρήση του συνόλου ή μέρους της εν λόγω ζώνης, συμπεριλαμβανομένης της υφιστάμενης χρήσης, σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5, υπό την προϋπόθεση ότι:
α)η διαπίστωση της έλλειψης ζήτησης της αγοράς για τη χρήση της εναρμονισμένης ζώνης βασίζεται σε δημόσια διαβούλευση σύμφωνα με το άρθρο 23·
β)η εν λόγω εναλλακτική χρήση δεν αποτρέπει ούτε εμποδίζει τη διαθεσιμότητα ή τη χρήση της εναρμονισμένης ζώνης σε άλλα κράτη μέλη· και
δ)το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος λαμβάνει δεόντως υπόψη τη μακροπρόθεσμη διαθεσιμότητα ή χρήση της εναρμονισμένης ζώνης στην Ένωση και τις οικονομίες κλίμακας για τον εξοπλισμό που προκύπτουν από τη χρήση του εναρμονισμένου ραδιοφάσματος στην Ένωση.
Η εναλλακτική χρήση επιτρέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση. Υπόκειται σε επανεξέταση ανά τριετία, ή κατόπιν αιτήματος προς την αρμόδια αρχή για χρήση της ζώνης σύμφωνα με το μέτρο εναρμόνισης από υποψήφιο χρήστη. Το κράτος μέλος ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη σχετικά με την απόφαση που λαμβάνεται, καθώς και με τα αποτελέσματα της τυχόν επανεξέτασης, μαζί με την αιτιολόγησή της.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 10 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
34. Εάν δεν προβλέπεται άλλως στο δεύτερο εδάφιο, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όλοι οι τύποι τεχνολογίας που χρησιμοποιούνται για υπηρεσίες ð ή δίκτυα ï ηλεκτρονικών επικοινωνιών να μπορούν να χρησιμοποιηθούν στοις ζώνες ραδιοσυχνοτήτων ð φάσμα ï που δηλώνεονται διαθέσιμοες για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο εθνικό τους πρόγραμμα μερισμού ραδιοσυχνοτήτων σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινοτικού Ö ενωσιακού Õ δικαίου.
Τα κράτη μέλη μπορούν, ωστόσο, να προβλέπουν αναλογικούς και αμερόληπτους περιορισμούς όσον αφορά τη χρησιμοποιούμενη για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών ραδιοδικτυακή ή ασύρματη τεχνολογία πρόσβασης, εφόσον αυτό απαιτείται:
α) προς αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών·
β) για την προστασία της δημόσιας υγείας από ηλεκτρομαγνητικά πεδία Ö , λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τη σύσταση του Συμβουλίου αριθ. 1999/519/EΚ; Õ
γ) για την εξασφάλιση της τεχνικής ποιότητας της υπηρεσίας·
δ) για την εξασφάλιση της μεγιστοποίησης του μερισμού ραδιοσυχνοτήτων σε περιπτώσεις όπου η χρήση ραδιοσυχνοτήτων υπάγεται σε γενική άδεια ð της κοινής χρήσης πόρων ραδιοφάσματος, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο· ï
ε) για να διαφυλάσσεται η αποτελεσματική χρήση του ð ραδιο ï φάσματος,· ή
στ) για την εκπλήρωση στόχου γενικού συμφέροντος σύμφωνα με την παράγραφο 54.
45. Εάν δεν προβλέπεται άλλως στο δεύτερο εδάφιο, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όλοι οι τύποι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να μπορούν να παρασχεθούν στοις ζώνες ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος ï που δηλώνεονται διαθέσιμοες για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο εθνικό τους πρόγραμμα μερισμού ραδιοσυχνοτήτων σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινοτικού Ö ενωσιακού Õ δικαίου. Τα κράτη μέλη μπορούν, ωστόσο, να προβλέπουν αναλογικούς και αμερόληπτους περιορισμούς για τους παρεχόμενους τύπους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, περιλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της εκπλήρωσης απαίτησης δυνάμει των περί ραδιοεπικοινωνιών κανονισμών της ITU.
Τα μέτρα που απαιτούν να παρέχεται υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ειδική ζώνη διαθέσιμη για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών πρέπει να αιτιολογούνται με βάση την εκπλήρωση στόχου γενικού συμφέροντος όπως ορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την κοινοτική Ö ενωσιακή Õ νομοθεσία, όπως ενδεικτικά:
α) της ασφάλειας της ζωής·
β) της προαγωγής της κοινωνικής, περιφερειακής ή εδαφικής συνοχής·
γ) της αποφυγής αναποτελεσματικής χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος ï · ή
δ) της προαγωγής της πολιτιστικής και γλωσσικής ποικιλομορφίας και της πολυφωνίας των μέσων επικοινωνίας, π.χ. με την παροχή υπηρεσιών ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών.
Μέτρο που απαγορεύει την παροχή κάθε άλλης υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε συγκεκριμένη ζώνη μπορεί να προβλέπεται μόνον όπου αυτό δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας υπηρεσιών για την ασφάλεια της ζωής. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης κατ’ εξαίρεση να επεκτείνουν το μέτρο αυτό ώστε να διέπει υπηρεσίες για την εκπλήρωση άλλων στόχων γενικού συμφέροντος όπως ορίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ δίκαιο.
65. Τα κράτη μέλη επανεξετάζουν τακτικά την ανάγκη ύπαρξης των περιορισμών που αναφέρονται στις παραγράφους 43 και 54 και δημοσιοποιούν τα αποτελέσματα της επανεξέτασης αυτής.
ò νέο
7. Περιορισμοί που επιβλήθηκαν πριν από την 25η Μαΐου 2011 είναι σύμφωνοι με τις διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 κατά την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 10
6. Οι παράγραφοι 3 και 4 εφαρμόζονται στην κατανομή ραδιοφάσματος προς χρήση για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και την έκδοση γενικών αδειών και τη χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων που χορηγούνται μετά τις 25 Μαΐου 2011.
Οι κατανομές του φάσματος, οι γενικές άδειες και τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης που υφίσταντο κατά την 25 Μαΐου 2011 υπόκεινται στο άρθρο 9α.
7. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των ειδικών οδηγιών και λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εθνικών συνθηκών, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν κανόνες για την αποφυγή της αποθεματοποίησης ραδιοφάσματος, ιδίως ορίζοντας αυστηρές προθεσμίες για την πραγματική εκμετάλλευση των δικαιωμάτων χρήσης από τον κάτοχό τους και επιβάλλοντας κυρώσεις, περιλαμβανομένων των οικονομικών κυρώσεων ή της αφαίρεσης των δικαιωμάτων χρήσης, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις προθεσμίες. Οι κανόνες αυτοί θεσπίζονται και εφαρμόζονται κατά αναλογικό, αμερόληπτο και διαφανή τρόπο.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 3 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 5 46
Δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και αριθμών Ö Άδεια για τη χρήση ραδιοφάσματος Õ
1. Τα κράτη μέλη διευκολύνουν τη χρήση ραδιο ð φάσματος, συμπεριλαμβανομένης της κοινής χρήσης, ï συχνοτήτων βάσει γενικών αδειών ð και περιορίζουν τη χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος σε περιπτώσεις στις οποίες αυτά τα δικαιώματα είναι αναγκαία για τη μεγιστοποίηση της αποδοτικής χρήσης ενόψει της ζήτησης και λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων που καθορίζονται στο δεύτερο εδάφιο ï . ð Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη καθορίζουν τους όρους για τη χρήση ραδιοφάσματος στο πλαίσιο γενικής άδειας. ï
ð Προς τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη αποφασίζουν σχετικά με το πλέον κατάλληλο καθεστώς για τη χορήγηση άδειας χρήσης ραδιοφάσματος, λαμβάνοντας υπόψη ï Όπου κρίνεται σκόπιμο, τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ώστε:
ò νέο
α)τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εκάστοτε ραδιοφάσματος·
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 3
ð νέο
β)ð την ανάγκη προστασίας έναντι ï να αποφεύγονται τωνοι επιβλαβώνείς παρεμβολώνές,·
ò νέο
γ)τις απαιτήσεις για αξιόπιστη συμφωνία μερισμού, κατά περίπτωση·
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 3 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
δ)ð το κατάλληλο επίπεδο ανθεκτικότητας του δέκτη ώστε ï να εξασφαλίζεται η τεχνική ποιότητα των ð επικοινωνιών η ï υπηρεσιών,·
να διαφυλάσσεται η αποτελεσματική χρήση του φάσματος, ή
ε)να πληρούνται άλλοι στόχοι γενικού συμφέροντος όπως ορίζονται σύμφωνα με την κοινοτική Ö ενωσιακή Õ νομοθεσία.
ò νέο
Όταν τα κράτη μέλη εφαρμόζουν γενική άδεια ή μεμονωμένα δικαιώματα, λαμβάνοντας υπόψη μέτρα που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 676/2002/ΕΚ εφόσον η εκάστοτε ζώνη ραδιοφάσματος έχει εναρμονιστεί, επιδιώκουν να ελαχιστοποιήσουν τα προβλήματα επιβλαβών παρεμβολών, μεταξύ άλλων σε περιπτώσεις κοινής χρήσης του ραδιοφάσματος βάσει συνδυασμού γενικής άδειας και μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης. Προς τον σκοπό αυτό, λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη:
–να διατηρηθούν τα κίνητρα για ενσωμάτωση τεχνολογιών ανθεκτικού δέκτη σε συσκευές·
–να αποτρέπονται εμπόδια που τίθενται από εναλλακτικούς χρήστες·
–να αποφεύγεται, κατά το δυνατόν, η εφαρμογή της αρχής «χωρίς παρεμβολές, χωρίς προστασία» σε καθεστώτα γενικής άδειας· και
–σε περίπτωση που η εν λόγω αρχή εξακολουθεί να εφαρμόζεται, να παρέχεται προστασία έναντι παρεμβολών εκτός ζώνης.
2. Όταν οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 1, με στόχο τη διευκόλυνση της κοινής χρήσης του ραδιοφάσματος, εξασφαλίζουν ότι οι κανόνες και οι όροι για την κοινή χρήση του ραδιοφάσματος καθορίζονται σαφώς και διευκρινίζονται συγκεκριμένα στις πράξεις χορήγησης άδειας.
3. Η Επιτροπή δύναται, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τη γνώμη της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος, να εγκρίνει εκτελεστικά μέτρα σχετικά με τους τρόπους εφαρμογής των κριτηρίων, κανόνων και όρων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 όσον αφορά το εναρμονισμένο ραδιοφάσμα. Η Επιτροπή εγκρίνει τα μέτρα αυτά σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 110 παράγραφος 4.
Άρθρο 47
Όροι που συνοδεύουν τις γενικές άδειες και τα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος
1. Οι αρμόδιες αρχές θέτουν όρους για τα μεμονωμένα δικαιώματα και τις γενικές άδειες χρήσης ραδιοφάσματος, σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 1, κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η πλέον αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος από τους δικαιούχους της γενικής άδειας ή τους κατόχους μεμονωμένων δικαιωμάτων ή οποιονδήποτε τρίτο στον οποίο έχει μεταβιβαστεί με εμπορική συναλλαγή ή χρονομίσθωση μεμονωμένο δικαίωμα ή μέρος αυτού. Οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν με σαφήνεια τους όρους αυτούς, μεταξύ άλλων το απαιτούμενο επίπεδο χρήσης και τη δυνατότητα εμπορίας και χρονομίσθωσης σε σχέση με την υποχρέωση αυτή, προκειμένου να διασφαλίζεται η εφαρμογή των όρων αυτών σύμφωνα με το άρθρο 30. Με τους όρους που συνοδεύουν ανανεώσεις δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος δεν επιτρέπεται να παρέχονται αδικαιολόγητα πλεονεκτήματα στους υπάρχοντες κατόχους των εν λόγω δικαιωμάτων.
Προκειμένου να μεγιστοποιείται η αποδοτικότητα του ραδιοφάσματος, κατά τον καθορισμό της ποσότητας και του είδους του ραδιοφάσματος που πρόκειται να εκχωρηθεί, η αρμόδια αρχή λαμβάνει υπόψη ιδίως τα εξής:
α. τη δυνατότητα συνδυασμού συμπληρωματικών ζωνών σε ενιαία διαδικασία εκχώρησης· και
β. τη συνάφεια του μεγέθους των τμημάτων ραδιοφάσματος ή της δυνατότητας συνδυασμού αυτών των τμημάτων σε σχέση με τις πιθανές χρήσεις τους, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των αναγκών νέων αναδυόμενων συστημάτων επικοινωνίας.
Οι αρμόδιες αρχές διαβουλεύονται εγκαίρως με τα ενδιαφερόμενα μέρη και τα ενημερώνουν σχετικά με τους όρους που συνοδεύουν μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης και γενικές άδειες, πριν από την επιβολή τους. Οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν εκ των προτέρων τα κριτήρια για την αξιολόγηση της εκπλήρωσης των όρων αυτών και ενημερώνουν σχετικά τα ενδιαφερόμενα μέρη με διαφάνεια.
2. Όταν οι αρμόδιες αρχές θέτουν όρους για μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, δύνανται να χορηγούν άδεια για μερισμό παθητικών ή ενεργητικών υποδομών ή του ραδιοφάσματος, καθώς και εμπορικών συμφωνιών πρόσβασης σε περιαγωγή, ή για την από κοινού ανάπτυξη υποδομών για την παροχή υπηρεσιών ή δικτύων που στηρίζονται στη χρήση ραδιοφάσματος, ιδίως με σκοπό να διασφαλίζεται η αποτελεσματική και αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος ή να προωθείται η κάλυψη. Με τους όρους που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης δεν εμποδίζεται ο μερισμός ραδιοφάσματος. Η εφαρμογή των συνοδευτικών όρων δυνάμει της παρούσας παραγράφου από τις επιχειρήσεις εξακολουθεί να υπόκειται στο δίκαιο περί ανταγωνισμού.
3. Η Επιτροπή δύναται να εγκρίνει εκτελεστικά μέτρα για να διευκρινίζει τους τρόπους εφαρμογής των όρων τους οποίους τα κράτη μέλη ενδέχεται να θέτουν για άδειες χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, με την εξαίρεση των τελών σύμφωνα με το άρθρο 42.
Όσον αφορά την απαίτηση κάλυψης βάσει του παραρτήματος I μέρος Δ, οποιοδήποτε εκτελεστικό μέτρο περιορίζεται στη διευκρίνιση των κριτηρίων που πρέπει να χρησιμοποιούνται από την αρμόδια αρχή για τον καθορισμό και τη μέτρηση των υποχρεώσεων κάλυψης, λαμβανομένων υπόψη ομοιοτήτων των περιφερειακών γεωγραφικών χαρακτηριστικών, της πυκνότητας του πληθυσμού, της οικονομικής ανάπτυξης ή της ανάπτυξης του δικτύου για συγκεκριμένους τύπους ηλεκτρονικών επικοινωνιών και της εξέλιξης της ζήτησης. Τα εκτελεστικά μέτρα δεν επεκτείνονται στον καθορισμό συγκεκριμένων υποχρεώσεων κάλυψης.
Τα εν λόγω εκτελεστικά μέτρα εγκρίνονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 110 παράγραφος 4, λαμβανομένης ιδιαιτέρως υπόψη της γνώμης της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 3 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Ö Ενοτητα 2 δικαιωματα χρησησ Õ
Άρθρο 48
Ö Χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος Õ
21. Όταν είναι απαραίτητη η χορήγηση ατομικών δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και αριθμών ð φάσματος ï , τα κράτη μέλη χορηγούν τα δικαιώματα αυτά, κατόπιν αιτήματος, σε κάθε επιχείρηση για την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών βάσει της γενικής άδειας κατά το άρθρο 123, με την επιφύλαξη των άρθρων 136 και 547 και του άρθρου 2111 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της παρούσας οδηγίας και των άλλων κανόνων που διασφαλίζουν την αποδοτική χρήση των εν λόγω πόρων σύμφωνα με την Ö παρούσα Õ οδηγία 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).
2. Με την επιφύλαξη ειδικών κριτηρίων που ορίζονται εκ των προτέρων από τα κράτη μέλη για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος ï σε παρόχους υπηρεσιών περιεχομένου ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών προς επίτευξη στόχων γενικού συμφέροντος σύμφωνα με την κοινοτική Ö ενωσιακή Õ νομοθεσία, τα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και αριθμών ð φάσματος ï χορηγούνται μέσω ανοικτών, αντικειμενικών, διαφανών, αμερόληπτων και αναλογικών διαδικασιών και, στην περίπτωση των ραδιοσυχνοτήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 459 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).
3. Μια εξαίρεση από την απαίτηση για ανοικτές διαδικασίες θα μπορούσε να ισχύει στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος ï σε φορείς παροχής υπηρεσιών περιεχομένου ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών είναι απαραίτητη για την επίτευξη στόχου γενικού συμφέροντος όπως ορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την κοινοτική Ö ενωσιακή Õ νομοθεσία.
ò νέο
4. Οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν τις αιτήσεις για χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος στο πλαίσιο διαδικασιών επιλογής σύμφωνα με αντικειμενικά, διαφανή, αναλογικά κριτήρια επιλεξιμότητας, που δεν εισάγουν διακρίσεις και καθορίζονται εκ των προτέρων και ανταποκρίνονται στους όρους που συνοδεύουν τα εν λόγω δικαιώματα. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να ζητούν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες από τους αιτούντες ώστε να αξιολογήσουν, με βάση τα εν λόγω κριτήρια, την ικανότητα των αιτούντων να συμμορφωθούν με τους όρους. Σε περίπτωση που, βάσει της αξιολόγησης, η αρχή συμπεραίνει ότι ο αιτών δεν διαθέτει την απαιτούμενη ικανότητα, εκδίδει δεόντως αιτιολογημένη σχετική απόφαση.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 3 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
5. Κατά τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης, τα κράτη μέλη προσδιορίζουν κατά πόσον τα εν λόγω δικαιώματα μπορούν να μεταβιβαστούν ð ή να χρονομισθωθούν ï από τον κάτοχο των δικαιωμάτων καθώς και υπό ποιους όρους. Στην περίπτωση τουων ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος ï , η εν λόγω διάταξη είναι σύμφωνη με τα άρθρα 945 και 9β 51 της Ö παρούσας Õ οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).
Σε περίπτωση που κράτη μέλη χορηγούν δικαιώματα χρήσης για περιορισμένη χρονική περίοδο, η διάρκεια είναι κατάλληλη για τη σχετική υπηρεσία λόγω του επιδιωκόμενου στόχου, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της αναγκαίας περιόδου για την απόσβεση της επένδυσης.
Όταν χορηγείται μεμονωμένο δικαίωμα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων για δέκα χρόνια ή περισσότερο και το εν λόγω δικαίωμα δεν μπορεί να μεταβιβαστεί ή να χρονομισθωθεί μεταξύ επιχειρήσεων όπως προβλέπει το άρθρο 9β της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο), η αρμόδια εθνική αρχή πρέπει να διασφαλίσει ότι τα κριτήρια για τη χορήγηση μεμονωμένου δικαιώματος χρήσης ισχύουν και τηρούνται καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της άδειας, ιδίως έπειτα από αιτιολογημένη αίτηση του κατόχου του δικαιώματος. Εάν τα κριτήρια αυτά δεν ισχύουν πλέον, το μεμονωμένο δικαίωμα χρήσης μετατρέπεται σε γενική άδεια για χρήση ραδιοσυχνοτήτων, υποκείμενη σε προηγούμενη ειδοποίηση και μετά από εύλογη προθεσμία ή καθίσταται ελεύθερα μεταβιβάσιμο ή χρονομισθώσιμο μεταξύ επιχειρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 9β της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).
36. Οι αποφάσεις για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης λαμβάνονται, ανακοινώνονται και δημοσιοποιούνται το συντομότερο δυνατόν μετά την παραλαβή της πλήρους αίτησης από την εθνική ρυθμιστική αρχή, εντός τριών εβδομάδων στην περίπτωση αριθμών που έχουν χορηγηθεί για συγκεκριμένους σκοπούς στο πλαίσιο του εθνικού σχεδίου αριθμοδότησης και εντός έξι εβδομάδων στην περίπτωση ραδιο ð φάσματος ï συχνοτήτων ð που έχει δηλωθεί διαθέσιμο για ï που έχουν κατανεμηθεί για χρήση από υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, στο πλαίσιο του Ö στο οικείο Õ εθνικόού πρόογραάμματος συχνοτήτων. Η εν λόγω τελευταία προθεσμία ισχύει με την επιφύλαξη ισχυουσών διεθνών συμφωνιών που αφορούν τη χρήση τουων ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος ï ή των τροχιακών θέσεων.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 3 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 49
Ö Διάρκεια ισχύος δικαιωμάτων Õ
Σε περίπτωση που κράτη μέλη ð χορηγούν άδεια για τη χρήση ραδιοφάσματος μέσω μεμονωμένων ï χορηγούν δικαιωώμάατωνα χρήσης για περιορισμένη χρονική περίοδο, ð διασφαλίζουν ότι η άδεια χορηγείται για περίοδο ï η διάρκεια είναι κατάλληλη για τη σχετική υπηρεσία λόγω του επιδιωκόμενου στόχου, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της ανάαγκηαίας ð να διασφαλίζεται η αποτελεσματική και αποδοτική χρήση και να προάγονται οι αποδοτικές επενδύσεις, μεταξύ άλλων ï Ö με την πρόβλεψη κατάλληλης Õ περιόδου για την απόσβεση της επένδυσης.
ò νέο
2. Σε περίπτωση που κράτη μέλη χορηγούν δικαιώματα χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος για περιορισμένο χρονικό διάστημα, τα εν λόγω δικαιώματα χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος ισχύουν για διάστημα τουλάχιστον 25 ετών, εκτός από την περίπτωση προσωρινών δικαιωμάτων, προσωρινής παράτασης των δικαιωμάτων σύμφωνα με την παράγραφο 3 και δικαιωμάτων δευτερεύουσας χρήσης σε εναρμονισμένες ζώνες.
3. Τα κράτη μέλη δύνανται να παρατείνουν τη διάρκεια ισχύος των δικαιωμάτων χρήσης για σύντομο χρονικό διάστημα, ώστε να διασφαλίζεται η ταυτόχρονη λήξη ισχύος των δικαιωμάτων σε μία ή περισσότερες ζώνες.
Άρθρο 50
Ανανέωση δικαιωμάτων
1. Οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν απόφαση σχετικά με την ανανέωση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης εναρμονισμένου ραδιοφάσματος, τουλάχιστον 3 έτη πριν από τη λήξη ισχύος των δικαιωμάτων αυτών. Οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν την εν λόγω ανανέωση, είτε με δική τους πρωτοβουλία είτε κατόπιν αιτήματος του κατόχου των δικαιωμάτων, στην τελευταία περίπτωση όχι νωρίτερα από 5 έτη πριν από τη λήξη ισχύος των σχετικών δικαιωμάτων. Τούτο ισχύει με την επιφύλαξη των ρητρών ανανέωσης που ισχύουν για τα υφιστάμενα δικαιώματα.
2. Κατά τη λήψη απόφασης σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τα ακόλουθα:
α) την εκπλήρωση των στόχων του άρθρου 3, του άρθρου 45 παράγραφος 2 και του άρθρου 48 παράγραφος 2, καθώς και των στόχων δημόσιας πολιτικής δυνάμει της εθνικής ή της ενωσιακής νομοθεσίας·
β) την εφαρμογή μέτρου που εγκρίθηκε σύμφωνα με το άρθρο 4 της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ·
γ) την επανεξέταση της κατάλληλης εφαρμογής των όρων που συνοδεύουν το σχετικό δικαίωμα·
δ) την ανάγκη προώθησης του ανταγωνισμού, ή αποφυγής τυχόν στρέβλωσής του, σύμφωνα με το άρθρο 52·
ε) τη βελτίωση της αποδοτικότητας της χρήσης του ραδιοφάσματος υπό το πρίσμα των εξελίξεων στην τεχνολογία ή την αγορά·
στ) την ανάγκη να αποφεύγονται σοβαρές διαταραχές της υπηρεσίας.
3. Όταν οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν πιθανή ανανέωση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος για το οποίο ο αριθμός δικαιωμάτων χρήσης είναι περιορισμένος, διεξάγουν ανοιχτή και διαφανή διαδικασία που δεν εισάγει διακρίσεις, για την εξέταση των κριτηρίων της παραγράφου 2 και, ιδίως,
α) παρέχουν σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών και των καταναλωτών, την ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους μέσω δημόσιας διαβούλευσης σύμφωνα με το άρθρο 23· και
β) αναφέρουν σαφώς τους λόγους για αυτήν την πιθανή ανανέωση.
Εάν, ως αποτέλεσμα της διαβούλευσης δυνάμει του πρώτου εδαφίου, υπάρχουν στοιχεία ζήτησης της αγοράς από επιχειρήσεις εκτός από εκείνες που κατέχουν δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος στη σχετική ζώνη, η αρμόδια αρχή χορηγεί τα δικαιώματα σύμφωνα με το άρθρο 54.
4. Η απόφαση ανανέωσης των δικαιωμάτων συνοδεύεται από αναθεώρηση των σχετικών τελών. Κατά περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να προσαρμόζουν τα τέλη για τα δικαιώματα χρήσης, σύμφωνα με τις αρχές που προβλέπονται στο άρθρο 42 παράγραφοι 1 και 2.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 11 (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 9α
Επανεξέταση των περιορισμών υφιστάμενων δικαιωμάτων
1. Για περίοδο πέντε ετών που αρχίζει στις 25 Μαΐου 2011 τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στους κάτοχους δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων που είχαν χορηγηθεί πριν από την ημερομηνία αυτή και εξακολουθούν να ισχύουν για περίοδο πέντε τουλάχιστον ετών μετά την ημερομηνία αυτή να υποβάλουν αίτηση προς την αρμόδια εθνική αρχή για την επανεκτίμηση των περιορισμών των δικαιωμάτων τους σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφοι 3 και 4.
Η αρμόδια εθνική αρχή, προτού εκδώσει την απόφασή της, γνωστοποιεί στον κάτοχο των δικαιωμάτων την επανεκτίμησή της σχετικά με τους περιορισμούς και του παρέχει εύλογο χρονικό διάστημα ώστε να αποσύρει την αίτησή του.
Εάν ο κάτοχος των δικαιωμάτων αποσύρει την αίτησή του, το δικαίωμα παραμένει αμετάβλητο έως τη λήξη της ισχύος του ή έως το τέλος της πενταετούς περιόδου, αναλόγως με το ποια ημερομηνία προηγείται.
2. Μετά την πενταετή περίοδο της παραγράφου 1 τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα απαιτούμενα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι το άρθρο 9 παράγραφοι 3 και 4 εφαρμόζεται σε όλες τις εναπομένουσες άδειες/μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης και κατανομές ραδιοσυχνοτήτων που υφίσταντο στις 25 Μαΐου 2011.
3. Κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας τα κράτη μέλη λαμβάνουν ενδεδειγμένα μέτρα για την προαγωγή θεμιτού ανταγωνισμού.
4. Τα μέτρα που θεσπίζονται κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου δεν αποτελούν χορήγηση νέων δικαιωμάτων χρήσης και επομένως δεν υπάγονται στις οικείες διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφος 2 της οδηγίας 2002/20/ΕΚ (οδηγίας για την αδειοδότηση).
ê 2002/20/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 17
Υφιστάμενες άδειες
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 10
1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 9α της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο), τα κράτη μέλη ευθυγραμμίζουν τις γενικές άδειες και τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης που υφίστανται ήδη στις 31 Δεκεμβρίου 2009 με τα άρθρα 5, 6, 7 και το παράρτημα της παρούσας οδηγίας το αργότερο στις 19 Δεκεμβρίου 2011.
2. Εφόσον η εφαρμογή της παραγράφου 1 επιφέρει περιορισμό των δικαιωμάτων ή επέκταση των υποχρεώσεων βάσει ήδη υφιστάμενων γενικών αδειών και μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης, τα κράτη μέλη μπορούν να παρατείνουν την ισχύ αυτών των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012 το αργότερο, υπό τον όρο ότι, με τον τρόπο αυτό, δεν θίγονται τα δικαιώματα άλλων επιχειρήσεων βάσει του κοινοτικού δικαίου. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις παρατάσεις αυτές και δηλώνουν τους σχετικούς λόγους.
ê 2002/20/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
3. Όταν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να αποδείξει ότι, η κατάργηση ενός όρου αδείας σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η οποία ίσχυε πριν από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της παρούσας οδηγίας, δημιουργεί υπερβολικές δυσκολίες για επιχειρήσεις που είχαν άδεια πρόσβασης σε άλλο δίκτυο, και όταν οι επιχειρήσεις αυτές δεν μπορούν να διαπραγματευθούν νέες συμφωνίες με εύλογους εμπορικούς όρους πριν από την ημερομηνία εφαρμογής, που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, τα κράτη μέλη μπορούν να ζητούν προσωρινή παράταση του ή των σχετικών όρων. Οι αιτήσεις αυτές υποβάλλονται μέχρι την ημερομηνία εφαρμογής, που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο και διευκρινίζουν τον ή τους όρους καθώς και την περίοδο για την οποία ζητείται η προσωρινή παράταση.
Το κράτος μέλος γνωστοποιεί στην Επιτροπή τους λόγους για τους οποίους ζητά παράταση. Η Επιτροπή εξετάζει την αίτηση αυτήν, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερη κατάσταση που επικρατεί στο κράτος μέλος αυτό και στην ή τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις, καθώς και την ανάγκη να εξασφαλιστεί συνεπές ρυθμιστικό περιβάλλον, σε κοινοτικό επίπεδο. Η Επιτροπή αποφασίζει εάν θα δεχθεί ή θα απορρίψει το αίτημα, όταν δε αποφασίσει να το δεχθεί, καθορίζει την έκταση και τη διάρκεια της χορηγούμενης παράτασης. Η Επιτροπή γνωστοποιεί την απόφασή της στο οικείο κράτος μέλος, εντός έξι μηνών από την παραλαβή του αιτήματος παράτασης. Οι αποφάσεις αυτές δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 11 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 9β51
Μεταβίβαση ή χρονομίσθωση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων Ö φάσματος Õ
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να έχουν οι επιχειρήσεις τη δυνατότητα να μεταβιβάζουν ή να χρονομισθώνουν σε άλλες επιχειρήσεις και σύμφωνα με τους όρους που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος ï και σύμφωνα με τις εθνικές διαδικασίες μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος ï στις ζώνες όπου αυτό προβλέπεται στα εκτελεστικά μέτρα που έχουν θεσπιστεί κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 43 ð ή με οποιοδήποτε άλλο ενωσιακό μέτρο, όπως το πρόγραμμα πολιτικής ραδιοφάσματος που εγκρίνεται δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 4 ï.
Σε άλλες ζώνες, τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να προβλέπουν τη δυνατότητα επιχειρήσεων να μεταβιβάζουν ή να χρονομισθώνουν μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος σε άλλες επιχειρήσεις σύμφωνα με τις εθνικές διαδικασίες.
Ö Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, Õ οΟι όροι που συνδέονται με τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος ï εξακολουθούν να ισχύουν μετά τη μεταβίβαση ή χρονομίσθωση, εκτός εάν ορίσει άλλως η αρμόδια εθνική αρχή.
Τα κράτη μέλη δύνανται επίσης να καθορίζουν ότι οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση που τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων της επιχείρησης αποκτήθηκαν καταρχάς δωρεάν.
2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η πρόθεση μιας επιχείρησης να μεταβιβάσει δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος ï, καθώς και η ίδια η μεταβίβαση κοινοποιούνται σύμφωνα με τις εθνικές διαδικασίες στην ð εθνική ρυθμιστική αρχή και στην ï αρμόδια εθνική αρχή που είναι υπεύθυνη για τη χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης, αν είναι διαφορετική, και δημοσιοποιούνται. Σε περίπτωση που η χρήση ραδιοσυχνοτήτων ð φάσματος ï έχει εναρμονισθεί με εφαρμογή της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ (απόφαση για το ραδιοφάσμα) ή άλλων κοινοτικών Ö ενωσιακών Õ μέτρων, κάθε τέτοια μεταβίβαση συμμορφώνεται με την εν λόγω εναρμονισμένη χρήση.
ò νέο
3. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν τη μεταβίβαση ή χρονομίσθωση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, εφόσον διατηρούνται οι αρχικοί όροι που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης. Με την επιφύλαξη της ανάγκης να εξασφαλίζεται η απουσία στρέβλωσης του ανταγωνισμού, ιδίως σύμφωνα με το άρθρο 52 της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη:
α) υποβάλλουν την εμπορία και τη χρονομίσθωση στην κατά το δυνατό λιγότερο επαχθή διαδικασία·
β) κατόπιν γνωστοποίησης από τον εκμισθωτή, δεν αρνούνται τη χρονομίσθωση των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, εκτός αν ο εκμισθωτής δεν αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραμείνει υπεύθυνος για την τήρηση των αρχικών όρων που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης·
γ) κατόπιν αιτήματος από τα μέρη, εγκρίνουν τη μεταβίβαση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, εκτός εάν ο νέος κάτοχος δεν είναι σε θέση να τηρήσει τους αρχικούς όρους για το δικαίωμα χρήσης.
Τα στοιχεία α) έως γ) δεν θίγουν την αρμοδιότητα των κρατών μελών να εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τους όρους που συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης ανά πάσα στιγμή, έναντι τόσο του εκμισθωτή όσο και του μισθωτή, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο.
Οι αρμόδιες αρχές διευκολύνουν τη μεταβίβαση ή χρονομίσθωση των δικαιωμάτων χρήσης του ραδιοφάσματος, εξετάζοντας εγκαίρως κάθε αίτημα προσαρμογής των όρων που συνοδεύουν το δικαίωμα και μεριμνώντας ώστε τα δικαιώματα ή το ραδιοφάσμα που συνοδεύονται από αυτούς τους όρους να μπορούν, κατά το δυνατό, να διαχωρίζονται ή να επιμερίζονται.
Ενόψει οποιασδήποτε μεταβίβασης ή χρονομίσθωσης δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν σε τυποποιημένη ηλεκτρονική μορφή όλες τις λεπτομέρειες που αφορούν εμπορεύσιμα μεμονωμένα δικαιώματα κατά τη δημιουργία των δικαιωμάτων και τηρεί τις λεπτομέρειες αυτές όσο υφίστανται τα δικαιώματα.
ê 2009/140/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ð νέο
43. Η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει κατάλληλα εκτελεστικά μέτρα για τον προσδιορισμό των ζωνών στις οποίες οι επιχειρήσεις μπορούν να μεταβιβάζουν ή να χρονομισθώνουν μεταξύ τους δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων. Τα μέτρα αυτά δεν καλύπτουν ραδιοσυχνότητες που χρησιμοποιούνται για τις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές.
Τα εν λόγω εκτελεστικά μέτρα, που αποσκοπούν σε τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας διά της συμπληρώσεώς της με νέα μη ουσιώδη στοιχεία, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία ð εξέτασης ï με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο Ö 110 παράγραφος 4 Õ 22 παράγραφος 3.
ò νέο
Άρθρο 52
Ανταγωνισμός
1. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές προωθούν τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό και αποφεύγουν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά, κατά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη χορήγηση, τροποποίηση ή ανανέωση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.
2. Όταν τα κράτη μέλη χορηγούν, τροποποιούν ή ανανεώνουν δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα όπως:
α)να περιορίζουν την ποσότητα του ραδιοφάσματος για το οποίο χορηγούνται δικαιώματα χρήσης σε οποιαδήποτε επιχείρηση, ή να θέτουν όρους για τα εν λόγω δικαιώματα χρήσης, όπως είναι η παροχή χονδρικής πρόσβασης, περιαγωγής σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, σε ορισμένες ζώνες ή σε ορισμένα σύνολα ζωνών με παρόμοια χαρακτηριστικά·
β)να δεσμεύουν, εάν είναι σκόπιμο λαμβανομένης υπόψη εξαιρετικής κατάστασης στην εθνική αγορά, ορισμένο μέρος ζώνης συχνοτήτων ή συνόλου ζωνών για παραχώρηση σε νεοεισερχομένους·
γ)να αρνούνται να χορηγήσουν νέα δικαιώματα χρήσης ραδιοφάσματος ή να εγκρίνουν νέες χρήσεις ραδιοφάσματος σε ορισμένες ζώνες ή να θέτουν όρους για τη χορήγηση νέων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος ή για την αδειοδότηση νέων χρήσεων ραδιοφάσματος, προκειμένου να αποφεύγεται η στρέβλωση του ανταγωνισμού λόγω οποιασδήποτε εκχώρησης, μεταβίβασης ή συσσώρευσης δικαιωμάτων χρήσης·
δ)να απαγορεύουν ή να επιβάλλουν όρους στις μεταβιβάσεις δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος, που δεν υπόκεινται σε εθνικό ή ενωσιακό έλεγχο των συγκεντρώσεων, εφόσον αυτές οι μεταβιβάσεις ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα σημαντική στρέβλωση του ανταγωνισμού·
ε)να τροποποιούν τα ισχύοντα δικαιώματα σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για να διορθωθεί εκ των υστέρων η στρέβλωση του ανταγωνισμού λόγω οποιασδήποτε μεταβίβασης ή συσσώρευσης δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της αγοράς και τα διαθέσιμα σημεία αναφοράς, βασίζουν την απόφασή τους σε αντικειμενική και μακρόπνοη αξιολόγηση των συνθηκών του ανταγωνισμού στην αγορά και της αναγκαιότητας ή μη των εν λόγω μέτρων για τη διατήρηση ή την επίτευξη αποτελεσματικού ανταγωνισμού, καθώς και των πιθανών επιπτώσεων των εν λόγω μέτρων στις υφιστάμενες και μελλοντικές επενδύσεις από φορείς της αγοράς, ιδίως για την ανάπτυξη δικτύων.
3. Κατά την εφαρμογή της παραγράφου 2, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ενεργούν σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 18, 19, 23 και 35 της παρούσας οδηγίας.
Τμήμα 3 διαδικασίες
Άρθρο 53
Συγχρονισμός των εκχωρήσεων
Προκειμένου να συντονίζεται η χρήση του εναρμονισμένου ραδιοφάσματος στην Ένωση και λαμβανομένων δεόντως υπόψη των διαφορετικών καταστάσεων των εθνικών αγορών, η Επιτροπή μπορεί, με εκτελεστικό μέτρο:
α) να καθορίζει μία ή, κατά περίπτωση, περισσότερες κοινές τελικές ημερομηνίες έως τις οποίες χορηγείται άδεια για τη χρήση συγκεκριμένων εναρμονισμένων ζωνών ραδιοφάσματος·
β) εφόσον απαιτείται για να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα του συντονισμού, να θεσπίζει τυχόν μεταβατικά μέτρα όσον αφορά τη διάρκεια ισχύος των δικαιωμάτων δυνάμει του άρθρου 49, όπως παράταση ή μείωση της διάρκειας ισχύος τους, προκειμένου να προσαρμόζονται τα ισχύοντα δικαιώματα ή οι ισχύουσες άδειες στην εν λόγω εναρμονισμένη ημερομηνία.
Τα εν λόγω εκτελεστικά μέτρα εγκρίνονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 110 παράγραφος 4, λαμβανομένης ιδιαιτέρως υπόψη της γνώμης της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος.
ê 2002/20/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 7 54
Ö Διαδικασία για τον περιορισμό του αριθμού των προς παροχή δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος Õ
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 5 στοιχείο α) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
1. Ö Με την επιφύλαξη οποιασδήποτε εκτελεστικής πράξης εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 53, Õ σΣτην περίπτωση που ένα κράτος μέλος ð συμπεραίνει ότι δεν είναι δυνατή η χορήγηση δικαιώματος χρήσης ραδιοφάσματος δυνάμει του άρθρου 46 ï Ö και εφόσον εξετάζει Õ εξετάζει εάν πρέπει να περιορίσει τον αριθμό των προς παροχή δικαιωμάτων χρήσης ραδιο ð φάσματος ï συχνοτήτων ή να παρατείνει τη διάρκεια υφισταμένων δικαιωμάτων κατ’ άλλο τρόπο απ’ ό,τι σύμφωνα με τους όρους που προσδιορίζονται στα εν λόγω δικαιώματα, μεταξύ άλλων:
ê 2002/20/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ð νέο
α) ð αναφέρει σαφώς τους λόγους για τον περιορισμό των δικαιωμάτων χρήσης, ιδίως ï Ö αποδίδοντας Õ αποδίδει τη δέουσα σημασία στην ανάγκη μεγιστοποίησης των οφελών για τους χρήστες και στη διευκόλυνση της ανάπτυξης ανταγωνισμού ð , και επανεξετάζει τον περιορισμό ανά τακτά χρονικά διαστήματα ή κατόπιν εύλογου αιτήματος από επηρεαζόμενες επιχειρήσεις ï ·
β) παρέχει σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών και των καταναλωτών, την ευκαιρία να διατυπώνουν τις απόψεις τους σχετικά με οποιονδήποτε περιορισμό Ö μέσω δημόσιας διαβούλευσης Õ σύμφωνα με το άρθρο 236, της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία πλαίσιο) ð . Στην περίπτωση του εναρμονισμένου ραδιοφάσματος, αυτή η δημόσια διαβούλευση αρχίζει εντός έξι μηνών από την έγκριση του εκτελεστικού μέτρου δυνάμει της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ, εκτός εάν για τεχνικούς λόγους απαιτείται μεγαλύτερη προθεσμία ï ·
ò νέο
2. Όταν ένα κράτος μέλος συμπεραίνει ότι πρέπει να περιοριστεί ο αριθμός των δικαιωμάτων χρήσης, καθορίζει και αιτιολογεί σαφώς τους στόχους που επιδιώκονται με τη διαδικασία επιλογής και, όπου είναι δυνατό, τους καθορίζει ποσοτικά, δίνοντας τη δέουσα βαρύτητα στην ανάγκη εκπλήρωσης των εθνικών στόχων και των στόχων της εσωτερικής αγοράς. Οι στόχοι που μπορεί να καθορίσει το κράτος μέλος με σκοπό να σχεδιάσει τη συγκεκριμένη διαδικασία επιλογής περιορίζονται σε έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους:
α) την προώθηση της κάλυψης·
β) την απαιτούμενη ποιότητα υπηρεσιών·
γ) την προώθηση του ανταγωνισμού·
δ) την προώθηση της καινοτομίας και της ανάπτυξης των επιχειρήσεων· και
ε) τη διασφάλιση ότι τα τέλη προωθούν τη βέλτιστη χρήση του ραδιοφάσματος σύμφωνα με το άρθρο 42·
Η εθνική ρυθμιστική αρχή καθορίζει και αιτιολογεί σαφώς την πρόκριση της διαδικασίας επιλογής, καθώς και τυχόν προκαταρκτικού σταδίου για την πρόσβαση στη διαδικασία επιλογής. Αναφέρει επίσης με σαφήνεια το αποτέλεσμα οποιασδήποτε σχετικής αξιολόγησης της κατάστασης του ανταγωνισμού, της τεχνικής και της οικονομικής κατάστασης της αγοράς και εκθέτει τους λόγους για την πιθανή χρήση και επιλογή των μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 35.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 5 στοιχείο α) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
3. γ) Ö Τα κράτη μέλη Õ δημοσιεύουνει οποιαδήποτε απόφασή τους ð όσον αφορά την προκριθείσα διαδικασία επιλογής και τα σχετικά στοιχεία ï να περιορίσει τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ή την ανανέωση δικαιωμάτων χρήσης, δηλώνοντας Ö σαφώς Õ τους σχετικούς λόγους, ð και τον τρόπο με τον οποίο ελήφθη υπόψη το μέτρο που εγκρίθηκε από την εθνική ρυθμιστική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 35. Επίσης, δημοσιεύουν τους όρους που θα συνοδεύουν τα δικαιώματα χρήσης. ï
ê 2002/20/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ð νέο
4. δ) Ααφού καθορίσει τη διαδικασία, Ö το κράτος μέλος Õ απευθύνει πρόσκληση υποβολής αιτήσεων για δικαιώματα χρήσης. και
ε) επανεξετάζει τον περιορισμό σε εύλογα χρονικά διαστήματα ή κατόπιν εύλογου αιτήματος των θιγόμενων επιχειρήσεων.
52. Εάν ένα κράτος μέλος συμπεράνει ότι μπορούν να χορηγηθούν περαιτέρω δικαιώματα χρήσης ραδιο ð φάσματος ï συχνοτήτων ð ή συνδυασμός διαφορετικών τύπων δικαιωμάτων ï, ð λαμβανομένων υπόψη των προηγμένων μεθόδων για την προστασία έναντι επιβλαβών παρεμβολών, ï προβαίνει σε δημοσίευση του σχετικού συμπεράσματος και ð κινεί τη διαδικασία χορήγησης ï απευθύνει πρόσκληση υποβολής αιτήσεων για τωνα εν λόγω δικαιωώμάατωνα.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 5 στοιχείο β) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
63. Εάν απαιτείται περιορισμός της παροχής δικαιωμάτων χρήσης ραδιο ð φάσματος ï συχνοτήτων, τα κράτη μέλη παρέχουν τα εν λόγω δικαιώματα βάσει αντικειμενικών, διαφανών, αμερόληπτων, και αναλογικών κριτηρίων επιλογής ð και διαδικασίας που καθορίζονται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές τους σύμφωνα με το άρθρο 35, ï τα οποία πρέπει να είναι αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά. Όλα τα εν λόγω κριτήρια επιλογής πρέπει να σταθμίζουν δεόντως την επίτευξη των στόχων του άρθρου 8 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο) και των απαιτήσεων τωνου άρθρωνου 3, 4, 28 και 459 της εν λόγω οδηγίας.
ò νέο
7. Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει εκτελεστικά μέτρα για τον καθορισμό κριτηρίων προκειμένου να συντονίζει την εφαρμογή των υποχρεώσεων δυνάμει των παραγράφων 1 έως 3 από τα κράτη μέλη. Τα εκτελεστικά μέτρα εγκρίνονται σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 110 παράγραφος 4 και λαμβανομένης ιδιαιτέρως υπόψη της γνώμης της ομάδας για την πολιτική ραδιοφάσματος.
ê 2002/20/ΕΚ
è1 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 5 στοιχείο γ)
ð νέο
84. Εάν χρησιμοποιούνται διαδικασίες συγκριτικής ή ανταγωνιστικής επιλογής, τα κράτη μέλη μπορούν να παρατείνουν τη μέγιστη περίοδο των έξι εβδομάδων που αναφέρεται στο άρθρο 485 παράγραφος 63, για το χρονικό διάστημα που κρίνεται απαραίτητο προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι εν λόγω διαδικασίες είναι δίκαιες, εύλογες, ανοικτές και διαφανείς για όλους τους ενδιαφερόμενους, αλλά όχι περισσότερο από οκτώ μήνες ð , με την επιφύλαξη τυχόν συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 53 ï .
Οι εν λόγω προθεσμίες ισχύουν με την επιφύλαξη των ισχυουσών διεθνών συμφωνιών, που αφορούν τη χρήση ραδιο ð φάσματος ï συχνοτήτων και τον συντονισμό των δορυφόρων.
95. Το παρόν άρθρο ισχύει υπό την επιφύλαξη της μεταβίβασης δικαιωμάτων χρήσης ραδιο ð φάσματος ï συχνοτήτων, σύμφωνα με το è1 άρθρο 519β ç της παρούσας οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία πλαίσιο).
ò νέο
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΑΣΥΡΜΑΤΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ
Άρθρο 55
Πρόσβαση σε ασύρματα τοπικά δίκτυα
1. Οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν την παροχή πρόσβασης μέσω ασύρματων τοπικών δικτύων σε δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών, καθώς και τη χρήση του εναρμονισμένου ραδιοφάσματος για την εν λόγω παροχή, μόνο με την επιφύλαξη των εφαρμοστέων όρων για τη γενική άδεια.
Όταν η εν λόγω παροχή δεν έχει εμπορικό χαρακτήρα ή είναι βοηθητική για άλλη εμπορική δραστηριότητα ή δημόσια υπηρεσία η οποία δεν εξαρτάται από τη μεταφορά σημάτων στα δίκτυα αυτά, κάθε επιχείρηση, δημόσια αρχή ή τελικός καταναλωτής που παρέχει την εν λόγω πρόσβαση δεν υπόκειται σε καμία γενική άδεια για την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σύμφωνα με το άρθρο 12, σε υποχρεώσεις όσον αφορά τα δικαιώματα των τελικών χρηστών σύμφωνα με το μέρος III τίτλος III της παρούσας οδηγίας ούτε σε υποχρεώσεις διασύνδεσης των δικτύων τους σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 1.
2. Οι αρμόδιες αρχές δεν εμποδίζουν τους παρόχους δημόσιων δικτύων επικοινωνιών ή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να επιτρέπουν την πρόσβαση στα δίκτυά τους για το κοινό, μέσω ασύρματων τοπικών δικτύων, τα οποία είναι δυνατό να είναι εγκατεστημένα σε χώρους τελικού χρήστη, με την επιφύλαξη της συμμόρφωσης με τους εφαρμοστέους όρους γενικής άδειας και της συναίνεσης του τελικού χρήστη κατόπιν ενημέρωσης.
3. Σύμφωνα ιδίως με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού 2015/2120 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν ότι οι πάροχοι δημόσιων δικτύων επικοινωνιών ή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών δεν περιορίζουν μονομερώς:
α) το δικαίωμα των τελικών χρηστών για πρόσβαση σε τοπικά ασύρματα δίκτυα της επιλογής τους, τα οποία παρέχονται από τρίτους·
β) το δικαίωμα των τελικών χρηστών να επιτρέπουν αμοιβαία ή γενικότερα την πρόσβαση στα δίκτυα των εν λόγω παρόχων από άλλους τελικούς χρήστες μέσω ασύρματων τοπικών δικτύων, καθώς και βάσει πρωτοβουλιών τρίτων που συγκεντρώνουν και καθιστούν διαθέσιμα στο κοινό ασύρματα τοπικά δίκτυα διαφορετικών τελικών χρηστών.
Για τον σκοπό αυτό, οι πάροχοι δημόσιων δικτύων επικοινωνιών ή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέτουν και προσφέρουν ενεργά, με σαφήνεια και διαφάνεια, προϊόντα ή συγκεκριμένες προσφορές που επιτρέπουν στους τελικούς χρήστες τους να παρέχουν πρόσβαση σε τρίτους μέσω ασύρματου τοπικού δικτύου.
4. Οι αρμόδιες αρχές δεν περιορίζουν το δικαίωμα των τελικών χρηστών να επιτρέπουν αμοιβαία ή γενικότερα την πρόσβαση στα τοπικά ασύρματα δίκτυά τους από άλλους τελικούς χρήστες, καθώς και βάσει πρωτοβουλιών τρίτων που συνενώνονται και καθιστούν τα ασύρματα τοπικά δίκτυα διαφόρων τελικών χρηστών διαθέσιμα στο κοινό.
5. Οι αρμόδιες αρχές δεν περιορίζουν την παροχή πρόσβασης σε ασύρματα τοπικά δίκτυα στο κοινό:
α) από δημόσιες αρχές ή σε χώρους άμεσης γειτνίασης με τους χώρους στους οποίους στεγάζονται, εφόσον η παροχή αυτή είναι βοηθητική για τις δημόσιες υπηρεσίες που παρέχονται στους εν λόγω χώρους·
β) από πρωτοβουλίες μη κυβερνητικών οργανώσεων ή δημόσιων αρχών που συνενώνονται και καθιστούν αμοιβαία ή γενικότερα διαθέσιμη την πρόσβαση στα ασύρματα τοπικά δίκτυα διαφόρων τελικών χρηστών, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των ασυρμάτων τοπικών δικτύων στα οποία παρέχεται δημόσια πρόσβαση σύμφωνα με το στοιχείο α).
Άρθρο 56
Ανάπτυξη και λειτουργία σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας
1. Οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν την ανάπτυξη, σύνδεση και λειτουργία διακριτικών σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας βάσει του καθεστώτος γενικής αδειοδότησης και δεν περιορίζουν αδικαιολόγητα την εν λόγω ανάπτυξη, σύνδεση ή λειτουργία μέσω μεμονωμένων πολεοδομικών αδειών ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, όποτε η εν λόγω χρήση συνάδει με τα εκτελεστικά που εγκρίνονται σύμφωνα με την παράγραφο 2. Τα σημεία ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας δεν υπόκεινται σε άλλα τέλη ή επιβαρύνσεις πέραν της διοικητικής επιβάρυνσης που μπορεί να συνδέεται με τη γενική άδεια σύμφωνα με το άρθρο 16.
Η παρούσα παράγραφος δεν θίγει το καθεστώς αδειοδότησης για το ραδιοφάσμα που χρησιμοποιείται για τη λειτουργία σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας.
2. Για να διασφαλίζεται η ομοιόμορφη εφαρμογή του καθεστώτος γενικής άδειας για την ανάπτυξη, σύνδεση και λειτουργία σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας, η Επιτροπή δύναται, με εκτελεστική πράξη, να καθορίζει τα τεχνικά χαρακτηριστικά για τον σχεδιασμό, την ανάπτυξη και τη λειτουργία σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας, που συμμορφώνονται κατ’ ελάχιστον με τις απαιτήσεις της οδηγίας 2013/35/ΕΕ και λαμβανομένων υπόψη των οριακών τιμών που καθορίζονται στη σύσταση αριθ. 1999/519/ΕΚ του Συμβουλίου. Η Επιτροπή καθορίζει τα εν λόγω τεχνικά χαρακτηριστικά ως προς το μέγιστο μέγεθος, την ισχύ και τις ηλεκτρομαγνητικές ιδιότητες, καθώς και ως προς τις οπτικές επιπτώσεις, των ανεπτυγμένων σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας. Η συμμόρφωση με τα καθορισμένα χαρακτηριστικά εξασφαλίζει τη διακριτικότητα των σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας κατά τη χρήση τους στα διαφορετικά τοπικά πλαίσια.
Τα τεχνικά χαρακτηριστικά που καθορίζονται προκειμένου η ανάπτυξη, σύνδεση και λειτουργία σημείων ασύρματης πρόσβασης μικρής εμβέλειας να επωφελούνται από τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 δεν θίγουν τις βασικές απαιτήσεις της οδηγίας 2014/53/ΕΕ.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 110 παράγραφος 4.
ê 2002/19/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
Ö Τιτλοσ II: Προσβαση Õ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I II
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Ö , ΑΡΧΕΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ Õ
Άρθρο 357
Γενικό πλαίσιο για την πρόσβαση και τη διασύνδεση
1. Tα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι δεν υπάρχουν περιορισμοί που να εμποδίζουν τις επιχειρήσεις στο ίδιο κράτος μέλος ή σε διαφορετικά κράτη μέλη να διαπραγματεύονται μεταξύ τους συμφωνίες για τεχνικές και εμπορικές ρυθμίσεις πρόσβασης ή/και/ή διασύνδεσης, σύμφωνα με το κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ δίκαιο. Η επιχείρηση που ζητά πρόσβαση ή διασύνδεση δεν απαιτείται να έχει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος όπου ζητείται η πρόσβαση ή η διασύνδεση, όταν δεν παρέχει υπηρεσίες και δεν εκμεταλλεύεται δίκτυο στο εν λόγω κράτος μέλος.
2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 10631 της οδηγίας 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την καθολική υπηρεσία)
, τα κράτη μέλη παύουν να εφαρμόζουν νομοθετικά ή διοικητικά μέτρα, σύμφωνα με τα οποία οι φορείς εκμετάλλευσης υποχρεούνται, όταν χορηγούν πρόσβαση ή διασύνδεση, να παρέχουν, σε διαφορετικές επιχειρήσεις, διαφορετικούς όρους και προϋποθέσεις για ισοδύναμες υπηρεσίες ή/και να επιβάλλουν υποχρεώσεις που δεν έχουν σχέση με τις όντως παρεχόμενες υπηρεσίες πρόσβασης και διασύνδεσης, υπό την επιφύλαξη των όρων που ορίζονται στο παράρτημα I της Ö παρούσας Õ οδηγίας 2002/20/ΕΚ (οδηγία για την αδειοδότηση).
Άρθρο 458
Δικαιώματα και υποχρεώσεις επιχειρήσεων
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 2 (προσαρμοσμένο)
1. Οι φορείς εκμετάλλευσης δημοσίων δικτύων επικοινωνιών έχουν το δικαίωμα και, όταν ζητείται από άλλες επιχειρήσεις που διαθέτουν άδεια, σύμφωνα με το άρθρο 4 15 της Ö παρούσας Õ οδηγίας 2002/20/ΕΚ (οδηγία για την αδειοδότηση), την υποχρέωση να διαπραγματεύονται τη μεταξύ τους διασύνδεση για την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που είναι διαθέσιμες στο κοινό, προκειμένου να εξασφαλίζεται η παροχή και η διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών σε ολόκληρη την Κοινότητα Ö Ένωση Õ . Οι φορείς εκμετάλλευσης παρέχουν πρόσβαση και διασύνδεση σε άλλες επιχειρήσεις υπό όρους και προϋποθέσεις συμβατές με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σύμφωνα με τα άρθρα 59, 60 και 66 5 έως 8.
ê 2002/19/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
2. Τα δημόσια δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών που εγκαθίστανται για τη μετάδοση ψηφιακών τηλεοπτικών υπηρεσιών, είναι σε θέση να μεταδίδουν υπηρεσίες και προγράμματα τηλεόρασης ευρείας οθόνης. Οι φορείς εκμετάλλευσης δικτύων που λαμβάνουν και αναμεταδίδουν υπηρεσίες ή προγράμματα τηλεόρασης ευρείας οθόνης, έχουν την υποχρέωση να διατηρούν αυτό το σχήμα ευρείας οθόνης.
23. Με την επιφύλαξη του άρθρου 11 21 της Ö παρούσας Õ οδηγίας 2002/20/ΕΚ (οδηγία για την αδειοδότηση), τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις που συλλέγουν πληροφορίες από άλλη επιχείρηση πριν, κατά ή μετά τη διαδικασία διαπραγμάτευσης ρυθμίσεων πρόσβασης ή διασύνδεσης, να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές μόνο για το σκοπό για τον οποίο παρασχέθηκαν και να τηρούν πάντοτε την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που μεταδόθηκαν ή αποθηκεύτηκαν. Οι λαμβανόμενες πληροφορίες δεν γνωστοποιούνται σε κανένα άλλο μέρος, ιδίως σε άλλες υπηρεσίες, θυγατρικές ή εταίρους, στους οποίους θα μπορούσαν να παράσχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΗ
Άρθρο 559
Εξουσίες και καθήκοντα των εθνικών κανονιστικών αρχών όσον αφορά την πρόσβαση και τη διασύνδεση
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 3 στοιχείο α)
ð νέο
1. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές, ενεργώντας με γνώμονα την επίτευξη των στόχων του άρθρου 38 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο), ενθαρρύνουν και, κατά περίπτωση, εξασφαλίζουν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, την κατάλληλη πρόσβαση και διασύνδεση, καθώς και τη διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών, ασκώντας τις αρμοδιότητές τους κατά τρόπο ο οποίος εξασφαλίζει οικονομική απόδοση, βιώσιμο ανταγωνισμό, ð την ανάπτυξη δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας ï, αποδοτική επένδυση και καινοτομία, και παρέχει το μέγιστο όφελος στους τελικούς χρήστες·. ð Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές παρέχουν καθοδήγηση και δημοσιοποιούν τις διαδικασίες που εφαρμόζονται για την απόκτηση πρόσβασης και διασύνδεσης, ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και οι φορείς εκμετάλλευσης με περιορισμένη γεωγραφική εμβέλεια μπορούν να επωφελούνται από τις επιβαλλόμενες υποχρεώσεις. ï
ê 2002/19/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Ειδικότερα, και με την επιφύλαξη των μέτρων που μπορούν να ληφθούν για τις επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά, σύμφωνα με το άρθρο 668, οι εθνικές κανονιστικές αρχές πρέπει να μπορούν να επιβάλλουν:
α) στον βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο για να εξασφαλισθεί η δυνατότητα τελικής διασύνδεσης, υποχρεώσεις σε Ö εκείνες τις Õ επιχειρήσεις που ð υπόκεινται σε γενική άδεια ï Ö και που Õ ελέγχουν την πρόσβαση στους τελικούς χρήστες, συμπεριλαμβανομένης, σε δικαιολογημένες περιπτώσεις, της υποχρέωσης να διασυνδέουν τα δίκτυά τους όταν αυτό δεν συμβαίνει ήδη·
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 3 στοιχείο α) όπως τροποποιήθηκε με διορθωτικό, ΕΕ L 241 της 10.9.2013, σ. 8
ð νέο
αβ) σε δικαιολογημένες περιπτώσεις και στο βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο, υποχρεώσεις σε επιχειρήσεις που ð υπόκεινται σε γενική άδεια και ï ελέγχουν την πρόσβαση στους τελικούς χρήστες να καθιστούν τις υπηρεσίες τους διαλειτουργικές·.
ò νέο
γ) σε δικαιολογημένες περιπτώσεις, υποχρεώσεις σε παρόχους υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών να καθιστούν τις υπηρεσίες τους διαλειτουργικές, ιδίως όταν η πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης ή η διατερματική συνδεσιμότητα μεταξύ τελικών χρηστών κινδυνεύει λόγω έλλειψης διαλειτουργικότητας μεταξύ υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών.
ê 2002/19/ΕΚ
δβ) στον βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο για να εξασφαλίζεται η δυνατότητα πρόσβασης των τελικών χρηστών σε υπηρεσίες ψηφιακών ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών που προσδιορίζει το κράτος μέλος, υποχρεώσεις σε φορείς εκμετάλλευσης να παρέχουν πρόσβαση στις λοιπές ευκολίες οι οποίες αναφέρονται στο παράρτημα ΙI, μέρος ΙΙ, υπό δίκαιες, εύλογες και αμερόληπτες προϋποθέσεις.
ò νέο
Οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ) είναι δυνατό να επιβάλλονται μόνο:
i) στον βαθμό που απαιτείται για τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας των υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών και είναι δυνατό να περιλαμβάνουν υποχρεώσεις σχετικές με τη χρήση και την εφαρμογή προτύπων ή προδιαγραφών που απαριθμούνται στο άρθρο 39 παράγραφος 1 ή οποιωνδήποτε άλλων συναφών ευρωπαϊκών ή διεθνών προτύπων· και
ii) όταν η Επιτροπή, βάσει έκθεσης που είχε ζητήσει από τον BEREC, έχει διαπιστώσει σημαντική απειλή για την αποτελεσματική πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης ή για τη διατερματική συνδεσιμότητα μεταξύ τελικών χρηστών σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη ή σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση και έχει εγκρίνει εκτελεστικά μέτρα που καθορίζουν τη φύση και το περιεχόμενο τυχόν υποχρέωσης που είναι δυνατό να επιβληθεί, σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 110 παράγραφος 4.
ò νέο
2. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές επιβάλλουν υποχρεώσεις κατόπιν εύλογου αιτήματος για πρόσβαση σε σύρματα και καλώδια στο εσωτερικό κτηρίων ή μέχρι το πρώτο σημείο συγκέντρωσης ή διανομής, όταν αυτό το σημείο βρίσκεται εκτός του κτηρίου, στους ιδιοκτήτες των εν λόγω συρμάτων και καλωδίων ή σε επιχειρήσεις που έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τα εν λόγω σύρματα και καλώδια, όταν αυτό δικαιολογείται επειδή η αναπαραγωγή των εν λόγω στοιχείων δικτύου θα ήταν οικονομικώς μη αποδοτική ή πρακτικώς ανέφικτη. Οι επιβαλλόμενοι όροι πρόσβασης είναι δυνατό να περιλαμβάνουν ειδικούς κανόνες για την πρόσβαση, τη διαφάνεια και τη μη διακριτική μεταχείριση και για την κατανομή του κόστους πρόσβασης, που προσαρμόζονται, κατά περίπτωση, προκειμένου να ληφθούν υπόψη παράγοντες επικινδυνότητας.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να επεκτείνουν την επιβολή αυτών των υποχρεώσεων πρόσβασης στους εν λόγω ιδιοκτήτες ή επιχειρήσεις, υπό δίκαιους και εύλογους όρους και προϋποθέσεις, πέρα από το πρώτο σημείο συγκέντρωσης ή διανομής έως ένα σημείο συγκέντρωσης όσο το δυνατόν πλησιέστερο στους τελικούς χρήστες, στον βαθμό που αυτό είναι απολύτως αναγκαίο για την αντιμετώπιση ανυπέρβλητων οικονομικών ή φυσικών φραγμών για την αναπαραγωγή σε περιοχές με χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δεν επιβάλλουν υποχρεώσεις σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, όταν:
α) καθίσταται διαθέσιμο σε κάθε επιχείρηση βιώσιμο και παρεμφερές εναλλακτικό μέσο πρόσβασης για τους τελικούς χρήστες, εφόσον η πρόσβαση προσφέρεται υπό δίκαιους και εύλογους όρους και προϋποθέσεις σε δίκτυο πολύ υψηλής χωρητικότητας από επιχείρηση που πληροί τα κριτήρια που απαριθμούνται στο άρθρο 77 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β)· και
β) στην περίπτωση προσφάτως ανεπτυγμένων στοιχείων δικτύου, ιδίως από μικρότερα τοπικά σχέδια, η χορήγηση της εν λόγω πρόσβασης θα έθετε σε κίνδυνο την οικονομική ή χρηματοοικονομική βιωσιμότητα της ανάπτυξής τους.
3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές έχουν την εξουσία να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις που παρέχουν ή διαθέτουν άδεια να παρέχουν δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών υποχρεώσεις σχετικά με τον μερισμό παθητικών ή ενεργητικών υποδομών, υποχρεώσεις για σύναψη συμφωνιών τοπικής πρόσβασης σε περιαγωγή, ή με την από κοινού ανάπτυξη υποδομών άμεσα αναγκαίων για την τοπική παροχή υπηρεσιών που στηρίζονται στη χρήση του ραδιοφάσματος, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, εφόσον αυτό δικαιολογείται λόγω του ότι,
α) η αναπαραγωγή αυτών των υποδομών θα ήταν οικονομικώς μη αποδοτική ή πρακτικώς ανέφικτη, και
β) η συνδεσιμότητα στην εν λόγω περιοχή, καθώς και κατά μήκος των βασικών της διαδρομών μεταφορών, θα ήταν ιδιαιτέρως ανεπαρκής, ή ο τοπικός πληθυσμός θα υπόκειτο σε σοβαρούς περιορισμούς της επιλογής ή της ποιότητας υπηρεσιών, ή και των δύο.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν υπόψη:
α) την ανάγκη να μεγιστοποιηθεί η συνδεσιμότητα σε όλη την Ένωση και σε συγκεκριμένες εδαφικές περιοχές·
β) την αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος·
γ) τη δυνατότητα τεχνικής εφαρμογής του μερισμού και τους συναφείς όρους·
δ) την κατάσταση του ανταγωνισμού με βάση τις υποδομές, καθώς και του ανταγωνισμού με βάση τις υπηρεσίες, ανταγωνισμού·
ε) τη δυνατότητα σημαντικής αύξησης των επιλογών και υψηλότερης ποιότητας υπηρεσιών για τους τελικούς χρήστες·
στ) την τεχνολογική καινοτομία·
ζ) την επιτακτική ανάγκη για στήριξη των κινήτρων του φορέα υποδοχής για ανάπτυξη των υποδομών εξαρχής.
Τέτοιου είδους υποχρεώσεις μερισμού, πρόσβασης ή υποχρεώσεων διέπονται από συμφωνίες που συνάπτονται βάσει δίκαιων και εύλογων όρων και προϋποθέσεων. Στην περίπτωση επίλυσης διαφορών, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται, μεταξύ άλλων, να επιβάλλουν στον δικαιούχο της υποχρέωσης μερισμού ή πρόσβασης την υποχρέωση να μοιράζεται το ραδιοφάσμα του με τον φορέα υποδομών υποδοχής στην αντίστοιχη περιοχή.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 3 στοιχείο β) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
42. Οι υποχρεώσεις και οι προϋποθέσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με τιςην παραάγράαφους 1, ð 2 και 3 ï είναι αντικειμενικές, διαφανείς, αναλογικές και αμερόληπτες, και εφαρμόζονται με τη διαδικασία των άρθρων 236, 327 και 337α της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο). ð Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές αξιολογούν τα αποτελέσματα των εν λόγω υποχρεώσεων και όρων εντός πέντε ετών από την έγκριση του προηγούμενου μέτρου που εγκρίθηκε σε σχέση με τους ίδιους φορείς εκμετάλλευσης, καθώς και το κατά πόσον θα ήταν σκόπιμο να ανακαλέσουν ή να τροποποιήσουν τις αποφάσεις αυτές υπό το πρίσμα των εξελισσόμενων συνθηκών. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές κοινοποιούν τα αποτελέσματα της αξιολόγησής τους σύμφωνα με τις ίδιες διαδικασίες. ï .
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 3 στοιχείο δ)
53. Όσον αφορά την πρόσβαση και τη διασύνδεση που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές να εξουσιοδοτηθούν να παρεμβαίνουν αυτοβούλως εφόσον δικαιολογείται προκειμένου να διασφαλίσουν τους στόχους πολιτικής του άρθρου 38 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο), σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και τις διαδικασίες οι οποίες αναφέρονται στα άρθρα 236, 327, 2620 και 2721 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).
ò νέο
6. Έως την [έναρξη ισχύος συν 18 μήνες], και για να συμβάλει στον συνεκτικό καθορισμό της τοποθεσίας του σημείου τερματισμού δικτύου από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, ο BEREC, κατόπιν διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη και σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με κοινές προσεγγίσεις για τον προσδιορισμό του σημείου τερματισμού δικτύου σε διαφορετικές τοπολογίες δικτύου. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές κατά τον καθορισμό της τοποθεσίας των σημείων τερματισμού δικτύου.
ê 2002/19/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 660
Συστήματα υπό όρους πρόσβασης και λοιπές ευκολίες
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι Ö οι όροι που καθορίζονται στο παράρτημα II μέρος I εφαρμόζονται Õ , όσον αφορά την υπό όρους πρόσβαση σε ψηφιακές ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες που μεταδίδονται σε θεατές και ακροατές στην Κοινότητα Ö Ένωση Õ , ανεξάρτητα από τον τρόπο μετάδοσης, εφαρμόζονται οι όροι του παραρτήματος ΙI, μέρος Ι.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 4 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
2. Υπό το πρίσμα των εξελίξεων στην αγορά και την τεχνολογία, η Επιτροπή μπορεί Ö εξουσιοδοτείται Õ να θεσπίσει εκτελεστικά μέτρα ð κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 109 ï για την τροποποίηση του παραρτήματος II. Τα μέτρα αυτά, που προβλέπονται για την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 14 παράγραφος 3.
ê 2002/19/ΕΚ
3. Παρά τις διατάξεις της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στην εθνική τους κανονιστική αρχή, το ταχύτερο δυνατόν μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, και εν συνεχεία, σε τακτά χρονικά διαστήματα, να επανεξετάζει τους όρους που ισχύουν σύμφωνα με το παρόν άρθρο, διεξάγοντας ανάλυση της αγοράς σύμφωνα με το άρθρο 6516 παράγραφος 1 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία πλαίσιο), για να αποφασίσουν εάν θα διατηρηθούν, θα τροποποιηθούν ή θα ανακληθούν οι ισχύοντες όροι.
Όταν, ως επακόλουθο αυτής της ανάλυσης της αγοράς, εθνική κανονιστική αρχή διαπιστώσει ότι, ένας ή περισσότεροι φορείς εκμετάλλευσης δεν διαθέτουν σημαντική ισχύ στη συγκεκριμένη αγορά, δύνανται να τροποποιήσει ή να ανακαλέσει τους όρους σε ό,τι αφορά τους εν λόγω φορείς εκμετάλλευσης, με τη διαδικασία των άρθρων 236 και 327 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία πλαίσιο), μόνον εφόσον:
α) η δυνατότητα πρόσβασης των τελικών χρηστών στις συγκεκριμένες ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις και τους διαύλους και υπηρεσίες ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης, σύμφωνα με το άρθρο 10631 της οδηγίας 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία), δεν επηρεάζεται δυσμενώς από την εν λόγω τροποποίηση ή ανάκληση και
β) οι προοπτικές πραγματικού ανταγωνισμού στην αγορά για:
i) τη λιανική πώληση ψηφιακών ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών και
ii) τα συστήματα υπό όρους πρόσβασης και άλλες συναφείς ευκολίες,
δεν επηρεάζονται δυσμενώς από την εν λόγω τροποποίηση ή ανάκληση.
Στα μέρη που επηρεάζονται από την εν λόγω τροποποίηση ή ανάκληση όρων, παρέχεται ενδεδειγμένη χρονική περίοδος προειδοποίησης.
4. Οι προϋποθέσεις που ισχύουν σύμφωνα με το παρόν άρθρο, δεν θίγουν τη δυνατότητα των κρατών μελών να επιβάλλουν υποχρεώσεις σε σχέση με τον τρόπο παρουσίασης οδηγών ηλεκτρονικών προγραμμάτων και παρόμοιων ευκολιών απαρίθμησης και πλοήγησης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΚΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ
ê 2002/21/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 1461
Επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά
1. Εφόσον οι ειδικές Ö η παρούσα Õ οδηγίαες απαιτείούν από τις εθνικές κανονιστικές αρχές να διαπιστώνουν κατά πόσον οι φορείς εκμετάλλευσης κατέχουν σημαντική ισχύ στην αγορά σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 6516, εφαρμόζονται οι παράγραφοι 2 και 3 του παρόντος άρθρου.
2. Μια επιχείρηση θεωρείται ότι κατέχει σημαντική ισχύ στην αγορά εφόσον, είτε ατομικά είτε σε συνεργασία με άλλες επιχειρήσεις, ευρίσκεται σε θέση ισοδύναμη προς δεσπόζουσα θέση, ήτοι σε θέση οικονομικής ισχύος που της επιτρέπει να συμπεριφέρεται, σε σημαντικό βαθμό, ανεξάρτητα από τους ανταγωνιστές, τους πελάτες και, τελικά, τους καταναλωτές.
Ειδικότερα, οι εθνικές κανονιστικές αρχές, όταν εκτιμούν κατά πόσον δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις κατέχουν κοινή δεσπόζουσα θέση σε μια αγορά, ενεργούν σύμφωνα με το κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ δίκαιο, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την ανάλυση της αγοράς και την εκτίμηση της σημαντικής ισχύος στην αγορά, τις οποίες δημοσιεύει η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 1562. Τα κριτήρια που πρέπει να χρησιμοποιούνται για την εν λόγω εκτίμηση περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 16
3. Εάν επιχείρηση έχει σημαντική ισχύ σε μια συγκεκριμένη αγορά (πρώτη αγορά), είναι δυνατόν να οριστεί ως έχουσα σημαντική ισχύ και σε μια στενά συνδεδεμένη με αυτήν αγορά (δεύτερη αγορά), εάν οι δεσμοί μεταξύ των δύο αγορών είναι τέτοιοι ώστε να είναι δυνατή η εκμετάλλευση της ισχύος στη πρώτη αγορά στο πλαίσιο της δεύτερης αγοράς, με αποτέλεσμα την ενδυνάμωση της θέσης ισχύος της επιχείρησης στην αγορά. Κατά συνέπεια είναι δυνατόν να ληφθούν στη δεύτερη αγορά επανορθωτικά μέτρα με στόχο την αποτροπή της εκμετάλλευσης αυτής σύμφωνα με τα άρθρα 9, 10, 11 και 13 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση) και, εάν τα εν λόγω μέτρα αποδειχθούν ανεπαρκή, είναι δυνατόν να επιβληθούν επανορθωτικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 17 της οδηγίας 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία).
ê 2002/21/ΕΚ άρθρο 15
Άρθρο 1562
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 17 στοιχείο α)
Διαδικασία ταυτοποίησης και ορισμού αγορών
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 17 στοιχείο β) (προσαρμοσμένο)
1. Μετά τη δημόσια διαβούλευση, συμπεριλαμβανομένης της διαβούλευσης με τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και αφού λάβει ιδιαιτέρως υπόψη τη γνώμη του BEREC, η Επιτροπή εκδίδει, σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 22 παράγραφος 2, σύσταση σχετικά με συναφείς αγορές προϊόντων και υπηρεσιών («σύσταση»). Η σύσταση καθορίζει ποιες είναι οι εν λόγω αγορές προϊόντων και υπηρεσιών στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, τα χαρακτηριστικά των οποίων δύναται να αιτιολογούν την επιβολή κανονιστικών υποχρεώσεων που καθορίζονταιστις ειδικές Ö στην παρούσα Õ οδηγίαες, με την επιφύλαξη αγορών που σε συγκεκριμένες περιπτώσεις είναι δυνατόν να ορίζονται βάσει της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Η Επιτροπή καθορίζει τις αγορές σύμφωνα με τις αρχές του δίκαιου περί ανταγωνισμού.
ò νέο
Η Επιτροπή περιλαμβάνει τις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών στη σύσταση, όταν, κατόπιν παρακολούθησης των συνολικών τάσεων στην Ένωση, διαπιστώνει ότι πληρούται καθένα από τα κριτήρια που απαριθμούνται στο άρθρο 65 παράγραφος 1.
ê 2002/21/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
Η Επιτροπή επανεξετάζει τακτικά τη σύσταση.
2. Το αργότερο κατά τη ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή δημοσιεύει κατευθυντήριες γραμμές για την ανάλυση της αγοράς και την εκτίμηση της σημαντικής ισχύος στην αγορά (στο εξής αποκαλούμενες «κατευθυντήριες γραμμές Ö περί ΣΙΑ Õ »), οι οποίες είναι σύμφωνες με τις αρχές του δικαίου περί ανταγωνισμού.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 17 στοιχείο γ) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
3. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τους τη σύσταση και τις κατευθυντήριες γραμμές Ö περί ΣΙΑ Õ, ορίζουν τις σχετικές αγορές που αντιστοιχούν στις εθνικές συνθήκες, ιδίως τις σχετικές γεωγραφικές αγορές εντός της επικράτειάς τους, σύμφωνα με τις αρχές της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ð λαμβάνουν υπόψη τα αποτελέσματα της γεωγραφικής έρευνας που διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 1. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ï ακολουθούν τη διαδικασία των άρθρων 236 και 327 πριν ορίσουν αγορές διαφορετικές από εκείνες που ταυτοποιούνται στη σύσταση.
ò νέο
Άρθρο 63
Διαδικασία ταυτοποίησης διακρατικών αγορώνs
1. Μετά από διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη και σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή, ο BEREC δύναται να εκδίδει απόφαση για την ταυτοποίηση διακρατικών αγορών σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου περί ανταγωνισμού και λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τη σύσταση και τις κατευθυντήριες γραμμές περί ΣΙΑ που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 62. Ο BEREC διεξάγει ανάλυση της δυνητικής διακρατικής αγοράς, εάν η Επιτροπή ή τουλάχιστον δύο ενδιαφερόμενες εθνικές ρυθμιστικές αρχές υποβάλουν αιτιολογημένο αίτημα παρέχοντας υποστηρικτικά στοιχεία.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 18 στοιχείο β) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
52. Στην περίπτωση των διακρατικών αγορών που καθορίζονται στην απόφαση, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 15 παράγραφος 4 ð σύμφωνα με την παράγραφο 1 ï , οι οικείες εθνικές ρυθμιστικές αρχές πραγματοποιούν από κοινού την ανάλυση αγοράς, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τους τις κατευθυντήριες γραμμές Ö περί ΣΙΑ Õ και αποφασίζουν έπειτα από συνεννόηση για την τυχόν επιβολή, διατήρηση, τροποποίηση ή άρση των κανονιστικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στοην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου 65 παράγραφος 4. ð Οι ενδιαφερόμενες εθνικές ρυθμιστικές αρχές γνωστοποιούν από κοινού στην Επιτροπή τα σχέδια μέτρων τους σχετικά με την ανάλυση της αγοράς και τυχόν ρυθμιστικές υποχρεώσεις δυνάμει των άρθρων 32 και 33. ï
ò νέο
Δύο ή περισσότερες εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν επίσης να γνωστοποιούν από κοινού τα σχέδια μέτρων τους σχετικά με την ανάλυση της αγοράς και τυχόν ρυθμιστικές υποχρεώσεις σε περίπτωση απουσίας διακρατικών αγορών, όταν θεωρούν ότι οι συνθήκες της αγοράς στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες τους είναι επαρκώς ομοιογενείς.
Άρθρο 64
Διαδικασία ταυτοποίησης διακρατικής ζήτησης
1. Ο BEREC διενεργεί ανάλυση διακρατικής ζήτησης από τελικούς χρήστες για προϊόντα και υπηρεσίες που παρέχονται εντός της Ένωσης σε μία ή περισσότερες από τις αγορές που απαριθμούνται στη σύσταση, εάν λάβει αιτιολογημένο αίτημα συνοδευόμενο από υποστηρικτικά στοιχεία από την Επιτροπή ή από τουλάχιστον δύο από τις ενδιαφερόμενες εθνικές ρυθμιστικές αρχές, σύμφωνα με το οποίο υπάρχει σοβαρό πρόβλημα ζήτησης που πρέπει να αντιμετωπιστεί. Ο BEREC δύναται επίσης να διενεργεί αυτήν την ανάλυση, εάν λάβει αιτιολογημένο αίτημα από φορείς της αγοράς συνοδευόμενο από επαρκή υποστηρικτικά στοιχεία και κρίνει ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα ζήτησης που πρέπει να αντιμετωπιστεί. Η ανάλυση του BEREC δεν θίγει τυχόν πορίσματα περί διακρατικών αγορών σύμφωνα με το άρθρο 63 παράγραφος 1 και τυχόν πορίσματα περί εθνικών ή υποεθνικών γεωγραφικών αγορών από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγραφος 3.
Η εν λόγω ανάλυση διακρατικής ζήτησης από τελικούς χρήστες είναι δυνατό να περιλαμβάνει προϊόντα και υπηρεσίες που παρέχονται στο πλαίσιο αγορών προϊόντων και υπηρεσιών που έχουν οριστεί με διαφορετικούς τρόπους από μία ή περισσότερες εθνικές ρυθμιστικές αρχές, όταν λαμβάνονται υπόψη οι εθνικές περιστάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει δυνατότητα υποκατάστασης των εν λόγω προϊόντων και των υπηρεσιών με τα παρεχόμενα σε μία από τις αγορές που απαριθμούνται στη σύσταση.
Εάν ο BEREC συμπεραίνει ότι υφίσταται διακρατική ζήτηση από τελικούς χρήστες, είναι σημαντική και δεν καλύπτεται επαρκώς από την προσφορά που παρέχεται σε εμπορική ή ρυθμιστική βάση, κατόπιν διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη και σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με κοινές προσεγγίσεις ώστε οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές να καλύπτουν την προσδιορισθείσα διακρατική ζήτηση, μεταξύ άλλων, κατά περίπτωση, όταν επιβάλλουν διορθωτικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 66. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές κατά την εκτέλεση των ρυθμιστικών καθηκόντων τους εντός της δικαιοδοσίας τους.
2. Με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει απόφαση δυνάμει του άρθρου 38 προκειμένου να εναρμονίζονται οι τεχνικές προδιαγραφές των προϊόντων χονδρικής πρόσβασης που μπορούν να καλύψουν την εν λόγω προσδιορισθείσα διακρατική ζήτηση, όταν επιβάλλονται από εθνικές ρυθμιστικές αρχές σε φορείς εκμετάλλευσης που έχουν οριστεί ως κατέχοντες σημαντική ισχύ στην αγορά σε αγορές όπου παρέχονται τα εν λόγω προϊόντα χονδρικής πρόσβασης, όπως ορίζονται σύμφωνα με τις εθνικές περιστάσεις. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται το άρθρο 38 παράγραφος 3 στοιχείο α) δεύτερο εδάφιο πρώτη περίπτωση.
ê 2002/21/ΕΚ
Άρθρο 1665
Διαδικασία ανάλυσης της αγοράς
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 18 στοιχείο α) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
1. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές
διεξάγουν ανάλυση των σχετικών αγορών βασιζόμενες στις αγορές που ταυτοποιούνται στη σύσταση και λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τους τις κατευθυντήριες γραμμές ð διαπιστώνουν κατά πόσο η επιβολή των ρυθμιστικών υποχρεώσεων που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία είναι δυνατό να δικαιολογείται από σχετική αγορά, ορισμένη σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγραφος 3 ï . Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η ανάλυση αυτή να διεξάγεται Ö ανάλυση Õ, κατά περίπτωση, σε συνεργασία με τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού. ð Κατά τη διενέργεια της εν λόγω ανάλυσης, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές περί ΣΙΑ και τηρούν τις διαδικασίες που αναφέρονται στα άρθρα 23 και 32. ï
ò νέο
Η επιβολή ρυθμιστικών υποχρεώσεων που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία είναι δυνατό να δικαιολογείται από αγορά, εφόσον πληρούνται σωρευτικά τα ακόλουθα τρία κριτήρια:
α) υφίστανται υψηλοί και μη παροδικοί διαρθρωτικοί, νομικοί ή ρυθμιστικοί φραγμοί εισόδου στην αγορά·
β) υφίσταται διάρθρωση της αγοράς που δεν τείνει προς τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό εντός του σχετικού χρονικού ορίζοντα, αν ληφθεί υπόψη η κατάσταση του ανταγωνισμού στη βάση υποδομών και των λοιπών πηγών ανταγωνισμού, που αποτελούν το αίτιο των φραγμών εισόδου·
γ) το δίκαιο ανταγωνισμού και μόνο δεν επαρκεί για την κατάλληλη αντιμετώπιση της/των ανεπάρκειας/-ών που έχουν εντοπιστεί στην αγορά.
Όταν εθνική ρυθμιστική αρχή διενεργεί ανάλυση αγοράς που περιλαμβάνεται στη σύσταση, θεωρεί ότι πληρούνται τα στοιχεία α), β) και γ) του δεύτερου εδαφίου, εκτός αν η εθνική ρυθμιστική αρχή διαπιστώνει ότι ένα ή περισσότερα από τα κριτήρια αυτά δεν πληρούνται υπό τις συγκεκριμένες εθνικές περιστάσεις.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 18 στοιχείο α)
2. Όταν εθνική ρυθμιστική αρχή, δυνάμει των παραγράφων 3 ή 4 του παρόντος άρθρου, του άρθρου 17 της οδηγίας 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία) ή του άρθρου 8 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση), πρέπει να καθορίσει εάν θα επιβληθούν, θα διατηρηθούν, θα τροποποιηθούν ή θα αρθούν υποχρεώσεις επιχειρήσεων, καθορίζει, με βάση την ανάλυση αγοράς κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, κατά πόσον μια σχετική αγορά είναι όντως ανταγωνιστική.
ò νέο
2. Όταν εθνική ρυθμιστική αρχή διενεργεί την ανάλυση που απαιτείται βάσει της παραγράφου 1, εξετάζει τις εξελίξεις με μακρόπνοη προοπτική, ελλείψει ρύθμισης που επιβάλλεται με βάση το παρόν άρθρο στην εν λόγω σχετική αγορά, και λαμβάνοντας υπόψη τα εξής:
α) την ύπαρξη εξελίξεων στην αγορά που είναι δυνατό να αυξάνουν την πιθανότητα της σχετικής αγοράς να τείνει προς τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό, όπως είναι για παράδειγμα οι εμπορικές συμφωνίες συνεπενδύσεων ή πρόσβασης μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης με διατηρήσιμη ωφέλεια για την ανταγωνιστική δυναμική·
β) όλους τους σχετικούς ανταγωνιστικούς περιορισμούς, μεταξύ άλλων σε επίπεδο λιανικής, ανεξαρτήτως του αν οι πηγές αυτών των περιορισμών θεωρείται ότι είναι δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή άλλα είδη υπηρεσιών ή εφαρμογών που είναι συγκρίσιμα από τη σκοπιά του τελικού χρήστη, και ανεξαρτήτως του αν αυτοί οι περιορισμοί αποτελούν μέρος της σχετικής αγοράς·
γ) άλλα είδη ρυθμίσεων ή μέτρων που επιβάλλονται και επηρεάζουν τη σχετική αγορά ή τη σχετική λιανική αγορά ή αγορές καθόλη τη σχετική περίοδο, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά, υποχρεώσεων που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 44, 58 και 59· και
δ) τις ρυθμίσεις που επιβάλλονται σε άλλες σχετικές αγορές βάσει του παρόντος άρθρου.
ê 2002/21/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ð νέο
3. Όταν μια εθνική κανονιστική αρχή συμπεραίνει ότι ð η επιβολή ρυθμιστικών υποχρεώσεων σύμφωνα με τη διαδικασία των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου δεν είναι δυνατό να δικαιολογείται από σχετική αγορά, ή όταν δεν πληρούνται οι όροι της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου ï η αγορά είναι όντως ανταγωνιστική, δεν επιβάλλει ούτε διατηρεί καμία από τις ειδικήές κανονιστικήές υποχρεώσηεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου Ö σύμφωνα με το άρθρο 66 Õ . Σε περιπτώσεις όπου Ö ήδη υφίστανται Õ υφίστανται ήδη τομεακές κανονιστικές υποχρεώσεις Ö που έχουν επιβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 66 Õ, η αρχή αίρει τις υποχρεώσεις αυτές που έχουν επιβληθεί σε επιχειρήσεις στη σχετική αγορά. Τα μέρη που επηρεάζονται από την άρση των υποχρεώσεων, ειδοποιούνται εγκαίρως.
ò νέο
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εξασφαλίζουν ότι παρέχεται στα μέρη που επηρεάζονται από αυτήν την άρση υποχρεώσεων κατάλληλη χρονική περίοδος προειδοποίησης, καθορισμένη με βάση την εξισορρόπηση της ανάγκης διασφάλισης βιώσιμης μετάβασης για τους δικαιούχους των εν λόγω υποχρεώσεων και τους τελικούς χρήστες, τις επιλογές των τελικών χρηστών, καθώς και ότι η ρύθμιση δεν συνεχίζεται πέραν του αναγκαίου. Κατά τον καθορισμό αυτής της χρονικής περιόδου, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να καθορίζουν ειδικούς όρους και χρονικές περιόδους προειδοποίησης όσον αφορά υφιστάμενες συμφωνίες πρόσβασης.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 18 στοιχείο β) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
4. Εφόσον εθνική ρυθμιστική αρχή διαπιστώσει ότι, Ö σε Õ μια συγκεκριμένη αγορά δεν είναι όντως ανταγωνιστική ð δικαιολογείται η επιβολή ρυθμιστικών υποχρεώσεων σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου ï , εντοπίζει Ö τυχόν Õ επιχειρήσεις οι οποίες μεμονωμένα ή από κοινού με άλλες έχουν σημαντική ισχύ στην εν λόγω Ö σχετική Õ αγορά σύμφωνα με το άρθρο 14 61. και Η εθνική ρυθμιστική αρχή επιβάλλει στις εν λόγω επιχειρήσεις τις ενδεδειγμένες ειδικές κανονιστικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου Ö σύμφωνα με το άρθρο 66 Õ ή διατηρεί ή τροποποιεί τις εν λόγω υποχρεώσεις, εφόσον αυτές υφίστανται ήδη ð αν θεωρεί ότι μία ή περισσότερες λιανικές αγορές δεν θα ήταν όντως ανταγωνιστικές ελλείψει των υποχρεώσεων αυτών ï .
56. Τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 υπόκεινται στις διαδικασίες των άρθρων 236 και 327. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διενεργούν ανάλυση της σχετικής αγοράς και κοινοποιούν το αντίστοιχο σχέδιο μέτρου σύμφωνα με το άρθρο 327:
α) εντός τριών ð πέντε ï ετών από τη θέσπιση προηγούμενου μέτρου ð , στην περίπτωση που η εθνική ρυθμιστική αρχή έχει ορίσει τη σχετική αγορά και έχει καθορίσει τις επιχειρήσεις που διαθέτουν σημαντική ισχύ στην αγορά ï για την αγορά αυτή. Ωστόσο, Σσε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές κοινοποιούν στην Επιτροπή αιτιολογημένη προτεινόμενη επέκταση ð , το αργότερο τέσσερις μήνες πριν από την εκπνοή της πενταετούς περιόδου, ï και η τελευταία δεν διατυπώνει αντιρρήσεις εντός μηνός από την κοινοποιούμενη επέκταση, η Ö πενταετής Õ περίοδος αυτή μπορεί να παραταθεί μέχρι τρία ð ένα ï επιπλέον έτοςη·
β) εντός δύο ετών από την έγκριση αναθεωρημένης σύστασης για σχετικές αγορές, όσον αφορά τις αγορές που δεν έχουν προηγουμένως κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, ή
γ) εντός δύο ð τριών ï ετών από την προσχώρησή τους, όσον αφορά τα κράτη μέλη που έχουν προσχωρήσει πρόσφατα στην Ένωση.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 18 στοιχείο γ) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
76. Όταν εθνική ρυθμιστική αρχή ð θεωρεί ότι δεν δύναται να ολοκληρώσει ή ï δεν έχει ολοκληρώσει την ανάλυσή της για σχετική αγορά που προσδιορίζεται στη σύσταση εντός της προθεσμίας που ορίζει ητο άρθρο 16 παράγραφος 6, ο BEREC παρέχει συνδρομή στην οικεία εθνική ρυθμιστική αρχή, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, συμπληρώνοντας την ανάλυση της συγκεκριμένης αγοράς και των ειδικών υποχρεώσεων που θα επιβληθούν. Με τη συνδρομή αυτή η οικεία εθνική ρυθμιστική αρχή κοινοποιεί εντός έξι μηνών Ö από την προθεσμία που ορίζεται στην παράγραφο 5 Õ το σχέδιο μέτρου στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 732.
ê 2002/19/ΕΚ
άρθρο 8 (προσαρμοσμένο)
è1 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 6 στοιχείο α)
è2 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 6 στοιχείο β)
ð νέο
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
Ö ΔΙΟΡΘΩΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΚΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ Õ
Άρθρο 866
Επιβολή, τροποποίηση ή άρση υποχρεώσεων
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικές κανονιστικές αρχές να έχουν εξουσία επιβολής των υποχρεώσεων, που προσδιορίζονται στα è1 άρθρα 967 έως 13α78 ç.
2. Εφόσον, έπειτα από ανάλυση της αγοράς η οποία πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 6516 της παρούσας οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία πλαίσιο), ο φορέας εκμετάλλευσης ορίζεται ως έχων σημαντική ισχύ στη συγκεκριμένη αγορά, οι εθνικές κανονιστικές αρχές ð έχουν τη δυνατότητα να ï επιβάλλουν, κατά περίπτωση, ð οποιαδήποτε από ï τις υποχρεώσεις οι οποίες αναφέρονται στα άρθρα 67 έως 75 και στο άρθρο 779, 10, 11, 12 και 13 της παρούσας οδηγίας.
3. Με την επιφύλαξη:
–των διατάξεων è2 του άρθρου 595 παράγραφος 1 και του άρθρου 606 ç,
–των διατάξεων των άρθρων 12 44 και 1317 της παρούσας οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία πλαίσιο), του όρου 7 του μέρους ΔΒ του παραρτήματος I της οδηγίας 2002/20/ΕΚ (οδηγία για την αδειοδότηση), όπως εφαρμόζεται βάσει του άρθρου 136, παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας αυτής, καθώς και των άρθρων 27, 2891 και 3099 της παρούσας οδηγίας 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία) και των συναφών διατάξεων της è2 οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες) ç οι οποίες περιέχουν υποχρεώσεις για επιχειρήσεις εκτός από εκείνες οι οποίες έχουν οριστεί ως έχουσες σημαντική ισχύ στην αγορά· ή
–της ανάγκης συμμόρφωσης με διεθνείς υποχρεώσεις,
οι εθνικές κανονιστικές αρχές δεν επιβάλλουν τις υποχρεώσεις των άρθρων 967 έως 1375 Ö και του άρθρου 77 Õ σε φορείς εκμετάλλευσης οι οποίοι δεν έχουν οριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 2.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 6 στοιχείο β) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Σε εξαιρετικές περιστάσεις, όταν μια εθνική ρυθμιστική αρχή προτίθεται να επιβάλει στους φορείς με σημαντική δύναμη στην αγορά υποχρεώσεις σχετικά με την πρόσβαση και τη διασύνδεση άλλες από τις θεσπιζόμενες στα άρθρα 967 έως 1375 Ö και στο άρθρο 77 Õ, υποβάλει το αίτημά της στην Επιτροπή. Η Επιτροπή λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη της τη γνώμη του (BEREC)]. Η Επιτροπή αποφασίζει, σύμφωνα με ð τη διαδικασία που αναφέρεται ï στο άρθρο 14, παράγραφος 2 Ö 110 παράγραφος 3 Õ , να επιτρέψει ή να εμποδίσει την εθνική ρυθμιστική αρχή να λάβει τέτοιου είδους μέτρα.
ê 2002/19/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ð νέο
4. Οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, έχουν ως βάση τη φύση του προβλήματος που εντοπίστηκε, ð ιδίως σε επίπεδο λιανικής και, κατά περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη της ταυτοποίησης διακρατικής ζήτησης δυνάμει του άρθρου 64. Είναι ï είναι αναλογικές ð , λαμβανομένων υπόψη του κόστους και των οφελών ï , και δικαιολογημένες, υπό το πρίσμα των στόχων που ορίζει το άρθρο 83 της Ö παρούσας Õ οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία πλαίσιο). Οι υποχρεώσεις αυτές επιβάλλονται μόνο κατόπιν διαβουλεύσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 236 και 327 της οδηγίας αυτής.
5. Αναφορικά με την παράγραφο 3 πρώτο εδάφιο τρίτη περίπτωση, οι εθνικές κανονιστικές αρχές κοινοποιούν στην Επιτροπή αποφάσεις για την επιβολή, τροποποίηση ή άρση υποχρεώσεων σε συντελεστές της αγοράς, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 732 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία πλαίσιο).
ò νέο
6. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εξετάζουν τον αντίκτυπο των νέων εξελίξεων στην αγορά, για παράδειγμα σχετικά με εμπορικές συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών συνεπένδυσης, οι οποίες έχουν συναφθεί ή απρόβλεπτα λυθεί ή καταγγελθεί, επηρεάζοντας την ανταγωνιστική δυναμική. Εάν αυτές οι εξελίξεις δεν είναι επαρκώς σημαντικές για να καθοριστεί η ανάγκη διενέργειας νέας ανάλυσης της αγοράς σύμφωνα με το άρθρο 65, η εθνική ρυθμιστική αρχή αξιολογεί κατά πόσον είναι αναγκαία η επανεξέταση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται σε φορείς εκμετάλλευσης που έχουν οριστεί ως διαθέτοντες σημαντική ισχύ στην αγορά, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις εξακολουθούν να πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 4. Οι τροποποιήσεις αυτές επιβάλλονται μόνο κατόπιν διαβούλευσης, σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 32.
ê 2002/19/ΕΚ
Άρθρο 967
Υποχρέωση διαφάνειας
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 7 στοιχείο α) (προσαρμοσμένο)
1. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 668, να επιβάλλουν υποχρεώσεις διαφάνειας όσον αφορά τη διασύνδεση ή/και την πρόσβαση, βάσει των οποίων απαιτείται από τους φορείς εκμετάλλευσης να δημοσιοποιούν συγκεκριμένες πληροφορίες, όπως πληροφορίες λογιστικής φύσεως, τεχνικές προδιαγραφές, χαρακτηριστικά δικτύου, όρους και προϋποθέσεις παροχής και χρήσης, συμπεριλαμβανομένων οιωνδήποτε όρων περιορισμού στη πρόσβαση και/ή στη χρήση εφόσον επιτρέπονται οι εν λόγω όροι από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ δίκαιο, καθώς και τιμών.
ê 2002/19/ΕΚ
2. Ιδίως, στην περίπτωση που ένας φορέας εκμετάλλευσης έχει υποχρεώσεις αμεροληψίας, οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να απαιτούν από τον φορέα αυτόν εκμετάλλευσης να δημοσιεύει προσφορά αναφοράς, που θα είναι επαρκώς αναλυτική προκειμένου να εξασφαλίζει ότι οι επιχειρήσεις δεν υποχρεούνται να πληρώνουν για ευκολίες οι οποίες δεν είναι αναγκαίες για τη ζητούμενη υπηρεσία, που θα παρέχει περιγραφή των σχετικών προσφορών, διαχωρισμένων ανά στοιχείο ανάλογα με τις ανάγκες της αγοράς, και τους συναφείς όρους και προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των τιμών. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές δύνανται, μεταξύ άλλων, να επιβάλλουν αλλαγές στις προσφορές αναφοράς για την εκπλήρωση τυχόν υποχρεώσεων οι οποίες επιβάλλονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας.
3. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να καθορίζουν αναλυτικά τις πληροφορίες που πρέπει να διατίθενται, τις απαιτούμενες λεπτομέρειες και τον τρόπο δημοσίευσής τους.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 7 στοιχείο β) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
4. ð Το αργότερο [1 έτος από την έκδοση της παρούσας οδηγίας] και προκειμένου να συμβάλλει στη συνεκτική εφαρμογή των υποχρεώσεων διαφάνειας, ο BEREC, κατόπιν διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη και σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα ελάχιστα κριτήρια για προσφορά αναφοράς και τις επανεξετάζει όποτε είναι αναγκαίο ώστε να τις προσαρμόζει στις εξελίξεις της τεχνολογίας και της αγοράς. Κατά την πρόβλεψη αυτών των ελάχιστων κριτηρίων, ο BEREC επιδιώκει τους στόχους του άρθρου 3 και λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες των δικαιούχων των υποχρεώσεων πρόσβασης και των τελικών χρηστών που δραστηριοποιούνται σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη καθώς και τυχόν κατευθυντήριες γραμμές του BEREC για την ταυτοποίηση διακρατικής ζήτησης σύμφωνα με το άρθρο 64 και κάθε σχετική απόφαση της Επιτροπής. ï
Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 3, όταν ένας φορέας εκμετάλλευσης έχει, δυνάμει τωνου άρθρωνου 12 Ö 70 ή 71 Õ, υποχρεώσεις όσον αφορά την πρόσβαση σε δίκτυο υποδομής χονδρικής, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εξασφαλίζουν τη δημοσίευση προσφοράς αναφοράς που περιέχει τουλάχιστον τα στοιχεία που εκτίθενται στο παράρτημα ΙΙ ð λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC σχετικά με τα ελάχιστα κριτήρια για προσφορά αναφοράς ï.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 7 στοιχείο γ)
5. Η Επιτροπή μπορεί να θεσπίσει τις απαραίτητες τροποποιήσεις στο παράρτημα II για την προσαρμογή του στις εξελίξεις της τεχνολογίας και της αγοράς. Τα μέτρα αυτά, που αποσκοπούν σε τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 14 παράγραφος 3. Στην εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου, η Επιτροπή μπορεί να επικουρείται από τον BEREC.
ê 2002/19/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 1068
Υποχρέωση αμεροληψίας
1. Η εθνική κανονιστική αρχή δύναται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 668, να επιβάλλει υποχρεώσεις αμεροληψίας όσον αφορά τη διασύνδεση και/ή την πρόσβαση.
2. Οι υποχρεώσεις αμεροληψίας διασφαλίζουν, ιδίως, ότι ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει ισοδύναμους όρους, σε ισοδύναμες περιστάσεις, σε άλλες επιχειρήσεις που παρέχουν ισοδύναμες υπηρεσίες, και παρέχει υπηρεσίες και πληροφορίες σε τρίτους υπό τους ίδιους όρους και της ίδιας ποιότητας με τις παρεχόμενες για τις δικές τους υπηρεσίες ή τις υπηρεσίες των θυγατρικών τους ή των εταίρων τους. ðΕιδικότερα, σε περιπτώσεις όπου ο φορέας εκμετάλλευσης αναπτύσσει νέα συστήματα, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να επιβάλλουν στον εν λόγω φορέα εκμετάλλευσης υποχρεώσεις για προμήθεια προϊόντων και υπηρεσιών πρόσβασης σε όλες τις επιχειρήσεις, καθώς και στον ίδιο, με τα ίδια χρονοδιαγράμματα, του ίδιους όρους και προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τα επίπεδα τιμών και υπηρεσιών, και μέσω των ίδιων συστημάτων και διαδικασιών, προκειμένου να διασφαλίζεται η ισοδυναμία πρόσβασης. ï
Άρθρο 1169
Υποχρέωση λογιστικού διαχωρισμού
1. Η εθνική κανονιστική αρχή μπορεί να επιβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 668, υποχρεώσεις λογιστικού διαχωρισμού όσον αφορά καθορισμένες δραστηριότητες που αφορούν τη διασύνδεση ή/και/ή την πρόσβαση.
Η εθνική κανονιστική αρχή μπορεί ιδίως να απαιτεί από μια καθετοποιημένη επιχείρηση να καθιστά διαφανείς τις τιμές χονδρικής πώλησης και τις εσωτερικές τιμολογήσεις προκειμένου, μεταξύ άλλων, να διασφαλίζεται η συμμόρφωση, όπου υπάρχει απαίτηση αμεροληψίας, σύμφωνα με το άρθρο 6810 ή, όπου είναι απαραίτητο, να αποτρέπεται ενδεχόμενη άδικη διεπιδότηση. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές δύνανται να καθορίζουν τη μορφή και τη λογιστική μέθοδο που πρέπει να χρησιμοποιούνται.
2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 205 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία πλαίσιο) και προκειμένου να διευκολύνεται ο έλεγχος της συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις διαφάνειας και αμεροληψίας, οι εθνικές κανονιστικές αρχές έχουν αρμοδιότητα να ζητούν την υποβολή λογιστικών βιβλίων, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων για έσοδα από τρίτους, κατόπιν αιτήματος. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να δημοσιεύουν τις πληροφορίες που συμβάλλουν σε μια ανοικτή και ανταγωνιστική αγορά, τηρουμένων των εθνικών και κοινοτικών Ö ενωσιακών Õ κανόνων όσον αφορά το εμπορικό απόρρητο.
ò νέο
Άρθρο 70
Πρόσβαση σε τεχνικά έργα
1. Μια εθνική ρυθμιστική αρχή δύναται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 66, να επιβάλλει υποχρεώσεις σε φορείς εκμετάλλευσης για την κάλυψη εύλογων αιτημάτων για πρόσβαση σε τεχνικά έργα και για χρήση τους, μεταξύ άλλων, ενδεικτικά, σε κτήρια ή εισόδους σε κτήρια, καλωδιώσεις κτιρίων, συμπεριλαμβανομένων συρμάτων, κεραίες, πύργους και άλλες φέρουσες κατασκευές, στύλους, ιστούς, αγωγούς, σωληνώσεις, θαλάμους επιθεώρησης, φρεάτια και κυτία σύνδεσης, σε καταστάσεις όπου από την ανάλυση της αγοράς προκύπτει ότι η άρνηση πρόσβασης ή η πρόσβαση που παρέχεται με παράλογους όρους και προϋποθέσεις με ανάλογο αποτέλεσμα θα δυσχέραινε τη δημιουργία βιώσιμης ανταγωνιστικής αγοράς σε επίπεδο λιανικού εμπορίου και δεν θα ήταν προς το συμφέρον του τελικού χρήστη.
2. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να επιβάλλουν υποχρεώσεις σε φορέα εκμετάλλευσης για παροχή πρόσβασης σύμφωνα με το παρόν άρθρο, ανεξάρτητα από το αν τα πάγια στοιχεία που επηρεάζονται από την υποχρέωση αποτελούν μέρος της σχετικής αγοράς σύμφωνα με την ανάλυση της αγοράς, με την προϋπόθεση ότι η υποχρέωση είναι αναγκαία και αναλογική για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 3.
ê 2002/19/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 1271
Υποχρεώσεις πρόσβασης και χρήσης ειδικών ευκολιών δικτύου
1. Ö Μόνον όταν Õ Ηη εθνική κανονιστική αρχή ð συμπεραίνει ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 70 δεν θα είχαν ως αποτέλεσμα από μόνες τους την επίτευξη των στόχων που καθορίζονται στο άρθρο 3 ï δύναται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 668, να επιβάλλει, σε φορείς εκμετάλλευσης, υποχρεώσεις να ικανοποιούν εύλογες αιτήσεις για πρόσβαση ή χρήση ειδικών στοιχείων του δικτύου και συναφών ευκολιών, μεταξύ άλλων σε περιπτώσεις όπου, η εθνική κανονιστική αρχή κρίνει ότι, η άρνηση πρόσβασης ή οι παράλογοι όροι και προϋποθέσεις με ανάλογο αποτέλεσμα, θα δυσχέραιναν τη δημιουργία βιώσιμης ανταγωνιστικής αγοράς, σε επίπεδο λιανικού εμπορίου Ö και Õ ή ότι δεν θα ήταν προς το συμφέρον των τελικών χρηστών.
Από τους φορείς εκμετάλλευσης δύναται, μεταξύ άλλων, να απαιτούνται:
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 8 στοιχείο α) όπως τροποποιήθηκε με διορθωτικό, ΕΕ L 241 της 10.9.2013, σ. 8 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
α) η παροχή σε τρίτους πρόσβασης σε καθορισμένα στοιχεία ή/και/ή ευκολίες δικτύου, ð κατά περίπτωση, ï συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε μη ενεργά στοιχεία του δικτύου Ö είτε Õ μη ενεργά ð είτε υλικά ï ή/και/ή της ð ενεργής ή εικονικής ï αδεσμοποίητης πρόσβασης στον τοπικό βρόχο, ώστε συν τοις άλλοις να διευκολυνθεί η επιλογή ή η προεπιλογή των φορέων εκμετάλλευσης ή/και η δυνατότητα μεταπώλησης της συνδρομητικής γραμμής·
ê 2002/19/ΕΚ
β) η καλόπιστη διαπραγμάτευση με επιχειρήσεις που ζητούν πρόσβαση·
γ) η μη ανάκληση ήδη χορηγηθείσας πρόσβασης σε ευκολίες·
δ) η παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών χονδρικώς για μεταπώληση από τρίτους·
δε) η χορήγηση ελεύθερης πρόσβασης σε τεχνικές διεπαφές, πρωτόκολλα ή άλλες βασικές τεχνολογίες που είναι απαραίτητες για τη διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών ή των υπηρεσιών εικονικού δικτύου·
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 8 στοιχείο β)
εστ) η παροχή συντοπισμού ή άλλων μορφών από κοινού χρήσης συναφών ευκολιών·
ê 2002/19/ΕΚ
ð νέο
στζ) η παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών που είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας διατερματικών υπηρεσιών που παρέχονται σε χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των ευκολιών για ð δίκτυα εξομοιωμένα μέσω λογισμικού ï υπηρεσίες ευφυών δικτύων ή περιαγωγής σε κινητά δίκτυα·
ζη) η παροχή πρόσβασης σε συστήματα επιχειρησιακής υποστήριξης ή παρόμοια συστήματα λογισμικού, απαραίτητα για την εξασφάλιση ισότιμου ανταγωνισμού στην παροχή των υπηρεσιών·
ηθ) η διασύνδεση δικτύων ή ευκολιών δικτύου.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 8 στοιχείο γ)
θι) η παροχή πρόσβασης σε συναφείς υπηρεσίες, όπως υπηρεσία ταυτοποίησης, εντοπισμού θέσης και παρουσίας.
ê 2002/19/ΕΚ
Οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να συνοδεύουν τις υποχρεώσεις αυτές, με όρους ισότιμου, εύλογου και έγκαιρου χαρακτήρα.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 8 στοιχείο δ) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
2. Όταν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εξετάζουν ð την καταλληλότητα της επιβολής οποιωνδήποτε από ï τις ð ενδεχόμενες ειδικές ï το ενδεχόμενο επιβολής υποχρεώσειςων βάσει της παραγράφου 1, και ιδίως όταν αξιολογούν Ö , σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, Õ Ö το κατά πόσον και Õ τον τρόπο με τον οποίο τέτοιου είδους υποχρεώσεις θα Ö πρέπει να Õ επιβάλλονταιν έτσι ώστε να είναι ανάλογες με τους στόχους του άρθρου 8 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο), ð αναλύουν κατά πόσον άλλες μορφές πρόσβασης σε εισροές χονδρικής, είτε στην ίδια είτε σε συναφή αγορά χονδρικής, θα ήταν ήδη επαρκείς για την αντιμετώπιση του διαπιστωμένου προβλήματος στο επίπεδο λιανικής. Η αξιολόγηση περιλαμβάνει υφιστάμενες ή σχεδιαζόμενες προσφορές εμπορικής πρόσβασης, που ρυθμίζονται δυνάμει του άρθρου 59, ή υφιστάμενη ή εξεταζόμενη ρυθμιζόμενη πρόσβαση σε άλλες εισροές χονδρικής δυνάμει του παρόντος άρθρου. ï Λλαμβάνουν υπόψη ιδίως τα ακόλουθα:
α) την τεχνική και οικονομική βιωσιμότητα της χρήσης ή της εγκατάστασης ανταγωνιστικών ευκολιών, ανάλογα με τον ρυθμό ανάπτυξης της αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τον τύπο της διασύνδεσης ή/και/ή της πρόσβασης περί των οποίων πρόκειται, συμπεριλαμβανομένης της βιωσιμότητας άλλων προϊόντων ανάντη πρόσβασης όπως η πρόσβαση σε αγωγούς·
ò νέο
β) την αναμενόμενη τεχνολογική εξέλιξη που επηρεάζει τον σχεδιασμό και τη διαχείριση του δικτύου·
ê 2002/19/ΕΚ
γβ) τη σκοπιμότητα παροχής της προτεινόμενης πρόσβασης σε συνάρτηση με τις διαθέσιμες δυνατότητες·
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 8 στοιχείο ε)
ð νέο
δγ) την αρχική επένδυση του κατόχου της ευκολίας, λαμβάνοντας υπόψη οιεσδήποτε πραγματοποιηθείσες δημόσιες επενδύσεις και τους συναφείς με την υλοποίηση της επένδυσης κινδύνους ð και λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τις επενδύσεις σε δίκτυα πολύ υψηλής χωρητικότητας και τα συναφή επίπεδα επικινδυνότητας ï·
εδ) την ανάγκη μακροπρόθεσμης διασφάλισης του ανταγωνισμού, με ιδιαίτερη έμφαση στον ανταγωνισμό που στηρίζεται σε οικονομικά αποδοτικές υποδομές ð και στον βιώσιμο ανταγωνισμό με βάση τη συνεπένδυση σε δίκτυα ï·
ê 2002/19/ΕΚ
στε) κατά περίπτωση, τα συναφή δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας·
ζστ) την παροχή πανευρωπαϊκών υπηρεσιών.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 8(f)
3. Στο πλαίσιο της επιβολής υποχρεώσεων σε φορέα εκμετάλλευσης για παροχή πρόσβασης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να καθορίζουν τεχνικές ή λειτουργικές προϋποθέσεις που οφείλουν να πληρούν ο πάροχος ή/και οι δικαιούχοι αυτής της πρόσβασης εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για την εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του δικτύου. Οι υποχρεώσεις για την τήρηση συγκεκριμένων τεχνικών προτύπων ή προδιαγραφών είναι σύμφωνες προς τα πρότυπα και τις προδιαγραφές που ορίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3917 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).
ê 2002/19/ΕΚ
Άρθρο 1372
Υποχρεώσεις ελέγχου τιμών και κοστολόγησης
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 9 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
1. Η εθνική ρυθμιστική αρχή δύναται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 668, να επιβάλλει υποχρεώσεις σχετικά με την ανάκτηση κόστους και ελέγχους τιμών, που περιλαμβάνουν υποχρέωση καθορισμού των τιμών με γνώμονα το κόστος και υποχρέωση όσον αφορά τα συστήματα κοστολόγησης, για την παροχή ειδικών τύπων διασύνδεσης ή/και πρόσβασης, σε περιπτώσεις όπου η ανάλυση της αγοράς καταδεικνύει ότι η έλλειψη πραγματικού ανταγωνισμού σημαίνει ότι ο ενδιαφερόμενος φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να διατηρεί τις τιμές σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα ή να συμπιέζει τις τιμές, εις βάρος των τελικών χρηστών.
ð Κατά τον καθορισμό του κατά πόσον οι υποχρεώσεις ελέγχου τιμών θα ήταν κατάλληλες, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν υπόψη τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των τελικών χρηστών σχετικά με την ανάπτυξη και χρήση δικτύων επόμενης γενιάς, και ιδίως δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας. Ειδικότερα, ï γΓια να ενθαρρύνουν τις επενδύσεις από τον φορέα εκμετάλλευσης μεταξύ άλλων στα δίκτυα νεώτερης γενεάς, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν υπόψη την επένδυση του φορέα εκμετάλλευσης,. ð Όταν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θεωρούν ότι ενδείκνυνται οι έλεγχοι τιμών, ï και του επιτρέπουν Ö στον φορέα εκμετάλλευσης Õ έναν εύλογο συντελεστή απόδοσης επί του επαρκούς επενδυμένου κεφαλαίου, συνυπολογίζοντας οιουσδήποτε κινδύνους ενέχει ενδεχομένως ένα συγκεκριμένο επενδυτικό σχέδιο δικτύου.
ò νέο
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δεν επιβάλλουν ούτε διατηρούν υποχρεώσεις δυνάμει του παρόντος άρθρου, εφόσον διαπιστώνουν ότι υφίσταται αποδεδειγμένη πίεση στις τιμές λιανικής και ότι τυχόν υποχρεώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 67 έως 71, συμπεριλαμβανομένης ιδίως τυχόν δοκιμής οικονομικής αναπαραγωγιμότητας που επιβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 68, εξασφαλίζουν την αποτελεσματική πρόσβαση χωρίς διακριτική μεταχείριση.
Όταν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές κρίνουν σκόπιμη την επιβολή ελέγχων τιμών για την πρόσβαση σε υφιστάμενα στοιχεία δικτύου, λαμβάνουν επίσης υπόψη τα οφέλη των προβλέψιμων και σταθερών τιμών χονδρικής για τη διασφάλιση αποτελεσματικής εισόδου και επαρκών κινήτρων για όλους τους φορείς εκμετάλλευσης ώστε να αναπτύσσουν νέα και ενισχυμένα δίκτυα.
ê 2002/19/ΕΚ
ð νέο
2. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές εξασφαλίζουν ότι κάθε επιβαλλόμενος μηχανισμός ανάκτησης κόστους ή μέθοδος τιμολόγησης, προάγει ð την ανάπτυξη νέων και ενισχυμένων δικτύων ï , την οικονομική απόδοση και τον βιώσιμο ανταγωνισμό, και μεγιστοποιεί το ð διατηρήσιμο ï όφελος για τους καταναλωτές. Εν προκειμένω, οι εθνικές κανονιστικές αρχές δύνανται επίσης να λαμβάνουν υπόψη τις διαθέσιμες τιμές σε συγκρίσιμες ανταγωνιστικές αγορές.
3. Όταν ένας φορέας εκμετάλλευσης έχει υποχρέωση καθορισμού των τιμών με γνώμονα το κόστος, ο ενδιαφερόμενος φορέας εκμετάλλευσης φέρει το βάρος της απόδειξης ότι τα τέλη υπολογίζονται βάσει του κόστους, λαμβανομένου υπόψη ενός εύλογου συντελεστή απόδοσης της επένδυσης. Για τον υπολογισμό του κόστους αποτελεσματικής παροχής υπηρεσιών, οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να χρησιμοποιούν λογιστικές μεθόδους ανεξάρτητες από εκείνες που χρησιμοποιεί η επιχείρηση. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές δύνανται να απαιτούν από τον φορέα εκμετάλλευσης να αιτιολογεί πλήρως τις τιμές που επιβάλλει και, κατά περίπτωση, δύνανται να απαιτούν προσαρμογή των τιμών.
4. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές εξασφαλίζουν ότι, όταν η εφαρμογή συστήματος κοστολόγησης επιβάλλεται για λόγους υποστήριξης του ελέγχου των τιμών, πρέπει να τίθεται στη διάθεση του κοινού περιγραφή του συστήματος κοστολόγησης, στην οποία να εμφαίνονται τουλάχιστον οι βασικές κατηγορίες κόστους και οι κανόνες για την κατανομή του. Η συμμόρφωση με το σύστημα κοστολόγησης ελέγχεται από αρμόδιο ανεξάρτητο φορέα. Δημοσιεύεται ετησίως δήλωση σχετικά με τη συμμόρφωση.
ò νέο
Άρθρο 73
Τέλη τερματισμού
1. Όταν μια εθνική ρυθμιστική αρχή επιβάλλει υποχρεώσεις σχετικά με την ανάκτηση κόστους και ελέγχους τιμών σε φορείς εκμετάλλευσης που έχουν οριστεί ως διαθέτοντες σημαντική ισχύ σε αγορά τερματισμού φωνητικών κλήσεων χονδρικής, καθορίζει μέγιστα συμμετρικά τέλη τερματισμού βάσει των δαπανών που πραγματοποιεί ένας αποδοτικός φορέας εκμετάλλευσης. Η αποτίμηση του αποδοτικού κόστους βασίζεται σε τρέχουσες τιμές κόστους. Η μεθοδολογία κοστολόγησης για τον υπολογισμό του αποδοτικού κόστους βασίζεται σε μια προσέγγιση ανάπτυξης υποδειγμάτων από τη βάση προς την κορυφή με χρήση μακροπρόθεσμου, οριακού και σχετικού με την κίνηση κόστους παροχής της υπηρεσίας τερματισμού φωνητικών κλήσεων χονδρικής σε τρίτους.
Οι λεπτομέρειες της μεθόδου κοστολόγησης ορίζονται με απόφαση της Επιτροπής, που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 38.
2. Έως τις [ημερομηνία], η Επιτροπή, κατόπιν διαβούλευσης με τον BEREC, εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 109, σχετικά με το ενιαίο μέγιστο τέλος τερματισμού που πρέπει να επιβάλλεται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σε επιχειρήσεις που έχουν οριστεί ως διαθέτουσες σημαντική ισχύ στην αγορά σε αγορές τερματισμού σταθερών και κινητών φωνητικών κλήσεων, αντιστοίχως, στην Ένωση.
Κατά την έκδοση των εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, η Επιτροπή ακολουθεί τις αρχές που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 και τηρεί τα κριτήρια και τις παραμέτρους που ορίζονται στο παράρτημα III.
4. Κατά την εφαρμογή της παραγράφου 2, η Επιτροπή μεριμνά ώστε το ενιαίο τέλος τερματισμού φωνητικών κλήσεων σε κινητά δίκτυα να μην υπερβαίνει τα 0,0123 EUR ανά λεπτό και το ενιαίο τέλος τερματισμού φωνητικών κλήσεων σε σταθερά δίκτυα να μην υπερβαίνει τα 0,0014 EUR ανά λεπτό. Κατά τον καθορισμό του ενιαίου μέγιστου τέλους τερματισμού για πρώτη φορά, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τον σταθμισμένο μέσο όρο των μέγιστων τελών τερματισμού κλήσεων σε σταθερά και κινητά δίκτυα που καθορίζονται σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο αρχές και εφαρμόζονται σε ολόκληρη την Ένωση.
5. Κατά την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με την παράγραφο 2, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τον συνολικό αριθμό τελικών χρηστών σε κάθε κράτος μέλος, προκειμένου να διασφαλίζεται κατάλληλη στάθμιση των μέγιστων τελών τερματισμού, καθώς και τις εθνικές περιστάσεις που οδηγούν σε σημαντικές διαφορές μεταξύ κρατών μελών κατά τον καθορισμό των μέγιστων τελών τερματισμού στην Ένωση.
6. Η Επιτροπή δύναται να ζητά από τον BEREC να αναπτύσσει οικονομικό υπόδειγμα για να επικουρεί την Επιτροπή κατά τον καθορισμό των μέγιστων τελών τερματισμού στην Ένωση.
Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις πληροφορίες σχετικά με την αγορά που παρέχονται από τον BEREC, τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές ή απευθείας από επιχειρήσεις που παρέχουν δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
7. Η Επιτροπή επανεξετάζει τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου ανά πενταετία.
Άρθρο 74
Ρυθμιστική αντιμετώπιση νέων στοιχείων δικτύου
1. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δεν επιβάλλουν υποχρεώσεις όσον αφορά νέα στοιχεία δικτύου που αποτελούν μέρος της σχετικής αγοράς στην οποία προτίθεται να επιβάλλει ή να διατηρήσει υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 66 και τα άρθρα 67 έως 72 και τα οποία έχει αναπτύξει ή σχεδιάζει να αναπτύξει ο φορέας εκμετάλλευσης που έχει οριστεί ως διαθέτων σημαντική ισχύ στην εν λόγω σχετική αγορά, εφόσον πληρούνται οι κάτωθι σωρευτικές προϋποθέσεις:
α) η ανάπτυξη των νέων στοιχείων δικτύου είναι ανοικτή σε προσφορές συνεπένδυσης σύμφωνα με διαφανή διαδικασία και με όρους που ευνοούν τον βιώσιμο ανταγωνισμό μακροπρόθεσμα, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, δίκαιων και εύλογων όρων που δεν εισάγουν διακρίσεις, οι οποίοι προσφέρονται σε δυνητικούς συνεπενδυτές, ευελιξίας όσον αφορά την αξία και το χρονοδιάγραμμα της δέσμευσης που αναλαμβάνεται από κάθε συνεπενδυτή, δυνατότητας αύξησης της εν λόγω δέσμευσης στο μέλλον, αμοιβαίων δικαιωμάτων που χορηγούν οι συνεπενδυτές μετά την ανάπτυξη της υποδομής που αποτελεί αντικείμενο της επένδυσης·
β) η ανάπτυξη των νέων στοιχείων δικτύου συμβάλλει σημαντικά στην ανάπτυξη δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας·
γ) οι αιτούντες πρόσβαση που δεν συμμετέχουν στη συνεπένδυση μπορούν να ωφελούνται από την ίδια ποιότητα, ταχύτητα, τους ίδιους όρους και την ίδια εμβέλεια τελικών χρηστών με εκείνη που ήταν διαθέσιμη πριν από την ανάπτυξη, είτε μέσω εμπορικών συμφωνιών με βάση δίκαιους και εύλογους όρους είτε μέσω ρυθμιζόμενης πρόσβασης που διατηρείται ή προσαρμόζεται από την εθνική ρυθμιστική αρχή·
Κατά την αξιολόγηση των προσφορών και διαδικασιών συνεπένδυσης που αναφέρονται στο στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εξασφαλίζουν ότι οι προσφορές και διαδικασίες αυτές συμμορφώνονται με τα κριτήρια που ορίζονται στο παράρτημα IV.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 10
è1 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 10 όπως τροποποιήθηκε με διορθωτικό, ΕΕ L 241 της 10.9.2013, σ.8
Άρθρο 13α75
Λειτουργικός διαχωρισμός
1. Όταν η εθνική ρυθμιστική αρχή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι προσήκουσες υποχρεώσεις δυνάμει των άρθρων 679 έως 7213 απέτυχαν να εξασφαλίσουν αποτελεσματικό ανταγωνισμό και ότι σημαντικά προβλήματα ανταγωνισμού ή αδυναμίες της αγοράς παραμένουν όσον αφορά τη χονδρική παροχή ορισμένων αγορών προϊόντων πρόσβασης, μπορεί ως εξαιρετικό μέτρο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 668 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, να επιβάλει υποχρέωση σε καθετοποιημένες επιχειρήσεις να μεταθέσουν δραστηριότητες που σχετίζονται με τη χονδρική παροχή συναφών προϊόντων πρόσβασης σε επιχειρησιακή μονάδα που λειτουργεί ανεξάρτητα.
Η εν λόγω επιχειρησιακή μονάδα προμηθεύει προϊόντα και υπηρεσίες πρόσβασης σε όλες τις επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων άλλων επιχειρησιακών μονάδων της μητρικής εταιρείας, με τα ίδια χρονικά περιθώρια, όρους και προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων όσον αφορούν επίπεδα τιμών και στάθμη υπηρεσιών, καθώς και μέσω των ίδιων συστημάτων και διαδικασιών.
2. Εφόσον η εθνική ρυθμιστική αρχή προτίθεται να επιβάλει υποχρέωση λειτουργικού διαχωρισμού, υποβάλει αίτηση στην Επιτροπή, η οποία περιλαμβάνει:
α) τεκμηρίωση η οποία να αιτιολογεί το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η εθνική ρυθμιστική αρχή βάσει της παραγράφου 1·
β) αιτιολογημένη τεκμηρίωση από την οποία να προκύπτει ότι οι προοπτικές αποτελεσματικού και βιώσιμου ανταγωνισμού με βάση την υποδομή μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα είναι ελάχιστες ή μηδαμινές·
γ) ανάλυση του αναμενόμενου αντίκτυπου στη ρυθμιστική αρχή, στην επιχείρηση, ιδίως στο εργατικό δυναμικό της διαχωρισμένης επιχείρησης και στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών εν γένει, καθώς και στα επενδυτικά κίνητρα στον τομέα συνολικά, ιδίως όσον αφορά την ανάγκη να εξασφαλισθεί η κοινωνική και εδαφική συνοχή, è1 και σε άλλους ενδιαφερομένους, ιδίως δε του αναμενόμενου αντίκτυπου στον ανταγωνισμό και ενδεχόμενων σημαντικών επιπτώσεων για τους καταναλωτές ç ·
δ) ανάλυση των λόγων για τους οποίους η υποχρέωση αυτή θα αποτελούσε το αποτελεσματικότερο μέσο επιβολής επανορθωτικών μέτρων για την αντιμετώπιση των προσδιοριζόμενων προβλημάτων του ανταγωνισμού ή περιπτώσεων δυσλειτουργίας της αγοράς.
3. Το σχέδιο μέτρου περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:
α) τον ακριβή χαρακτήρα και το επίπεδο του διαχωρισμού, προσδιορίζοντας ιδίως το νομικό καθεστώς της χωριστής επιχειρηματικής οντότητας·
β) προσδιορισμό των στοιχείων ενεργητικού της χωριστής επιχειρηματικής οντότητας καθώς και των προϊόντων ή υπηρεσιών που θα προμηθεύει η εν λόγω οντότητα·
γ) τις οργανωτικές ρυθμίσεις για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας του προσωπικού που απασχολείται από τη χωριστή επιχειρηματική οντότητα και την αντίστοιχη διάρθρωση κινήτρων·
δ) κανόνες για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις·
ε) κανόνες για την εξασφάλιση της διαφάνειας επιχειρησιακών διαδικασιών, ιδίως έναντι άλλων ενδιαφερομένων·
στ) πρόγραμμα παρακολούθησης για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης, που περιλαμβάνει τη δημοσίευση ετήσιας έκθεσης.
4. Έπειτα από την απόφαση της Επιτροπής για το σχέδιο μέτρου που λαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 668 παράγραφος 3, η εθνική ρυθμιστική αρχή διεξάγει συντονισμένη ανάλυση των διάφορων αγορών που σχετίζονται με το δίκτυο πρόσβασης σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 6516 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο). Με βάση την αξιολόγησή της, η εθνική ρυθμιστική αρχή επιβάλλει, διατηρεί, τροποποιεί ή καταργεί υποχρεώσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 236 και 327 της παρούσας οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).
5. Επιχείρηση στην οποία έχει επιβληθεί λειτουργικός διαχωρισμός μπορεί να υπάγεται σε οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 679 έως 7213 σε οποιαδήποτε επιμέρους αγορά όπου έχει καθορισθεί ως διαθέτουσα σημαντική ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 6516 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο) ή σε κάθε άλλη υποχρέωση που έχει εγκριθεί από την Επιτροπή κατ’ εφαρμογή του άρθρου 668 παράγραφος 3.
ê 2002/19/ΕΚ
Άρθρο 13β76
Εθελούσιος διαχωρισμός από καθετοποιημένη επιχείρηση
1. Επιχειρήσεις που έχουν ορισθεί ως διαθέτουσες σημαντική ισχύ σε μία ή περισσότερες σχετικές αγορές σύμφωνα με το άρθρο 6516 της παρούσας οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο) ενημερώνουν την εθνική ρυθμιστική αρχή εκ των προτέρων και εγκαίρως προκειμένου να της επιτρέψουν να αξιολογήσει τον αντίκτυπο της σκοπούμενης μεταβίβασης, εφόσον προτίθενται να μεταβιβάσουν στοιχεία του τοπικού δικτύου πρόσβασής τους ή σημαντικό μέρος τους σε χωριστή νομική οντότητα υπό διαφορετική ιδιοκτησία ή να καθιερώσουν χωριστή επιχειρηματική οντότητα για την παροχή πλήρως ισότιμων προϊόντων πρόσβασης σε όλους τους παρόχους λιανικής, συμπεριλαμβανομένων και των δικών της τμημάτων λιανικής.
Οι επιχειρήσεις ενημερώνουν επίσης την εθνική ρυθμιστική αρχή για τυχόν αλλαγή του επιδιωκόμενου σκοπού, καθώς και για την τελική έκβαση της διαδικασίας διαχωρισμού.
ò νέο
Οι επιχειρήσεις μπορούν επίσης να προσφέρουν δεσμεύσεις όσον αφορά τους όρους πρόσβασης που θα εφαρμόζονται στο δίκτυό τους κατά τη διάρκεια της περιόδου υλοποίησης και μετά την υλοποίηση της προτεινόμενης μορφής διαχωρισμού, με σκοπό να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική πρόσβαση χωρίς διακριτική μεταχείριση από τρίτους. Η προσφορά δεσμεύσεων περιλαμβάνει επαρκείς λεπτομέρειες, μεταξύ άλλων όσον αφορά το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης και τη διάρκεια, ούτως ώστε να είναι σε θέση η εθνική ρυθμιστική αρχή να εκτελεί τα καθήκοντά της σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Οι υποχρεώσεις αυτές μπορεί να εκτείνονται πέραν της μέγιστης περιόδου για ανασκόπηση της αγοράς που καθορίζεται στο άρθρο 65 παράγραφος 6.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 10 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
2. Η εθνική ρυθμιστική αρχή αξιολογεί το αποτέλεσμα της σκοπούμενης μεταβίβασης ð μαζί με τις προτεινόμενες δεσμεύσεις, κατά περίπτωση, ï υφιστάμενων κανονιστικών υποχρεώσεων βάσει της Ö παρούσας Õ οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).
Για το σκοπό αυτό, η εθνική ρυθμιστική αρχή διεξάγει συντονισμένη ανάλυση των διάφορων αγορών που σχετίζονται με το δίκτυο πρόσβασης σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 6516 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).
ò νέο
Η εθνική ρυθμιστική αρχή λαμβάνει υπόψη τυχόν δεσμεύσεις που προσφέρει η επιχείρηση, ιδίως όσον αφορά τους στόχους του άρθρου 3. Προς τον σκοπό αυτό, η εθνική ρυθμιστική αρχή διαβουλεύεται με τρίτους σύμφωνα με το άρθρο 23, και απευθύνεται ιδίως, ενδεικτικά, στους τρίτους που επηρεάζονται άμεσα από τη σκοπούμενη συναλλαγή.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 10
ð νέο
Με βάση την αξιολόγησή της, η εθνική ρυθμιστική αρχή επιβάλλει, διατηρεί, τροποποιεί ή καταργεί υποχρεώσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 236 και 327 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο)., ð εφαρμόζοντας, κατά περίπτωση τις διατάξεις του άρθρου 77. Με την απόφασή της, η εθνική ρυθμιστική αρχή δύναται να καθιστά τις δεσμεύσεις υποχρεωτικές, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 65 παράγραφος 6, η εθνική ρυθμιστική αρχή δύναται να καθιστά ορισμένες ή όλες τις δεσμεύσεις υποχρεωτικές για το σύνολο της περιόδου για την οποία προσφέρονται. ï
3. ð Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 77, ï ηΗ νομικά ή/και/ή λειτουργικά χωριστή επιχειρησιακή οντότητα μπορεί να υπάγεται ð κατά περίπτωση, ï σε οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις των άρθρων 679 έως 7213 σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη αγορά όπου έχει ορισθεί ως διαθέτουσα σημαντική ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 6516 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο) ή οποιασδήποτε άλλη υποχρέωση που έχει εγκριθεί από την Επιτροπή κατ’ εφαρμογή του άρθρου 668 παράγραφος 3 ð και εφόσον τυχόν προσφερόμενες δεσμεύσεις δεν επαρκούν για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 3ï .
ò νέο
4. Η εθνική ρυθμιστική αρχή παρακολουθεί την υλοποίηση των δεσμεύσεων που προσφέρθηκαν από τις επιχειρήσεις και τις οποίες κατέστησε υποχρεωτικές σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και εξετάζει την παράτασή τους όταν λήξει η χρονική περίοδος για την οποία είχαν αρχικά προσφερθεί.
Άρθρο 77
Κάθετα διακριτές επιχειρήσεις
1. Μια εθνική ρυθμιστική αρχή που ορίζει μια επιχείρηση η οποία απουσιάζει από οποιεσδήποτε αγορές λιανικής για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών ως διαθέτουσα σημαντική ισχύ στην αγορά σε μία ή περισσότερες αγορές χονδρικής σύμφωνα με το άρθρο 65, εξετάζει κατά πόσον η εν λόγω επιχείρηση διαθέτει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
α) όλες οι εταιρείες και επιχειρηματικές μονάδες εντός της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων όλων των εταιρειών που ελέγχονται από τον/-ους ίδιο/-ους τελικό/-ούς δικαιούχο/-ους, αλλά δεν ανήκουν κατ’ ανάγκη εξ ολοκλήρου σε αυτόν/-ούς, ασκούν δραστηριότητες, τρέχουσες και προγραμματισμένες για το μέλλον, μόνο σε αγορές χονδρικής για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και, ως εκ τούτου, δεν ασκούν δραστηριότητες σε καμία αγορά λιανικής για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που παρέχονται σε τελικούς χρήστες στην Ένωση·
β) η επιχείρηση δεν διαθέτει αποκλειστική συμφωνία, ή συμφωνία που εκ των πραγμάτων ισοδυναμεί με αποκλειστική συμφωνία, με ενιαία και διακριτή επιχείρηση που λειτουργεί κατάντη και δραστηριοποιείται σε οποιαδήποτε αγορά λιανικής για υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που παρέχονται σε ιδιώτες ή εμπορικούς τελικούς χρήστες.
2. Αν η εθνική ρυθμιστική αρχή συμπεραίνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στα στοιχεία α) και β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, μπορεί να επιβάλλει στην εν λόγω επιχείρηση μόνο υποχρεώσεις σύμφωνα με τα άρθρα 70 ή 71.
3. Η εθνική ρυθμιστική αρχή επανεξετάζει τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στην επιχείρηση σύμφωνα με το παρόν άρθρο ανά πάσα στιγμή, αν συμπεραίνει ότι δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, και εφαρμόζει τα άρθρα 65 έως 72, κατά περίπτωση.
4. Η εθνική ρυθμιστική αρχή επανεξετάζει επίσης τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στην επιχείρηση σύμφωνα με το παρόν άρθρο αν, με βάση αποδεικτικά στοιχεία των όρων και των προϋποθέσεων που προσφέρονται από την επιχείρηση στους κατάντη πελάτες της, η αρχή συμπεραίνει ότι έχουν ανακύψει προβλήματα ανταγωνισμού σε βάρος των τελικών χρηστών για τα οποία απαιτείται η επιβολή μίας ή περισσότερων από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 67, 68, 69 ή 72, ή η τροποποίηση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 2.
5. Η επιβολή υποχρεώσεων και η επανεξέτασή τους σύμφωνα με το παρόν άρθρο εφαρμόζονται σύμφωνα με τις διαδικασίες που αναφέρονται στα άρθρα 23, 32 και 33.
Άρθρο 78
Μετάβαση από τις παραδοσιακές υποδομές
1. Επιχειρήσεις που έχουν οριστεί ως διαθέτουσες σημαντική ισχύ στην αγορά σε μία ή περισσότερες σχετικές αγορές σύμφωνα με το άρθρο 65 ενημερώνουν την εθνική ρυθμιστική αρχή εκ των προτέρων και εγκαίρως για τη χρονική στιγμή κατά την οποία σχεδιάζουν να παροπλίσουν τμήματα του δικτύου, συμπεριλαμβανομένων αναγκαίων για τη λειτουργία δικτύου χαλκού παραδοσιακών υποδομών, που υπόκεινται σε υποχρεώσεις σύμφωνα με τα άρθρα 66 έως 77.
2. Η εθνική ρυθμιστική αρχή εξασφαλίζει ότι η διαδικασία παροπλισμού περιλαμβάνει διαφανές χρονοδιάγραμμα και προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένης, μεταξύ άλλων, και κατάλληλης χρονικής περιόδου προειδοποίησης και περιόδου για τη μετάβαση, και καθορίζει τη διαθεσιμότητα εναλλακτικών συγκρίσιμων προϊόντων που παρέχουν πρόσβαση σε στοιχεία δικτύου που υποκαθιστούν την παροπλισμένη υποδομή, εφόσον είναι αναγκαίο, για να διασφαλίσει τον ανταγωνισμό και τα δικαιώματα των τελικών χρηστών.
Όσον αφορά τα πάγια στοιχεία που προτείνονται για παροπλισμό, η εθνική ρυθμιστική αρχή δύναται να αποσύρει τις υποχρεώσεις αφού βεβαιωθεί ότι:
α) ο πάροχος πρόσβασης έχει αποδεδειγμένα καθορίσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις για τη μετάβαση, συμπεριλαμβανομένης της διάθεσης συγκρίσιμου εναλλακτικού προϊόντος πρόσβασης που καθιστά δυνατή την πρόσβαση στους ίδιους τελικούς χρήστες που ήταν διαθέσιμοι με τη χρήση των παραδοσιακών υποδομών· και
β) ο πάροχος πρόσβασης έχει συμμορφωθεί με τους όρους και τη διαδικασία που παρέχονται στην εθνική ρυθμιστική αρχή σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
Η απόσυρση αυτή εφαρμόζεται σύμφωνα με τις διαδικασίες που αναφέρονται στα άρθρα 23, 32 και 33.
Μερος III. ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ
Τίτλος I: Υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας
Άρθρο 79
Οικονομικά προσιτή καθολική υπηρεσίαe
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όλοι οι τελικοί χρήστες στην επικράτειά τους έχουν πρόσβαση σε προσιτή τιμή, λαμβανομένων υπόψη ειδικών εθνικών συνθηκών, σε διαθέσιμες υπηρεσίες λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών στην ποιότητα που καθορίζεται στην επικράτειά τους, συμπεριλαμβανομένης της υποκείμενης σύνδεσης, τουλάχιστον σε σταθερή θέση.
2. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τις λειτουργικές υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο που αναφέρονται στην παράγραφο 1 με σκοπό να αντανακλώνται επαρκώς οι υπηρεσίες που χρησιμοποιεί η πλειονότητα των τελικών χρηστών στην επικράτειά τους. Προς τον σκοπό αυτό, η λειτουργική υπηρεσία πρόσβασης στο διαδίκτυο πρέπει να είναι σε θέση να υποστηρίζει το ελάχιστο σύνολο υπηρεσιών που ορίζεται στο παράρτημα V.
3. Όταν τελικός χρήστης υποβάλει σχετικό αίτημα, η σύνδεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 είναι δυνατό να περιορίζεται στην υποστήριξη μόνο φωνητικών επικοινωνιών.
Άρθρο 80
Παροχή οικονομικά προσιτής καθολικής υπηρεσίας
1. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές παρακολουθούν την εξέλιξη και το επίπεδο των λιανικών τιμολογίων των διαθέσιμων στην αγορά υπηρεσιών που προσδιορίζονται στο άρθρο 79 παράγραφος 1, ιδίως σε σχέση με τις εθνικές τιμές και το εθνικό εισόδημα τελικού χρήστη.
2. Όταν τα κράτη μέλη διαπιστώνουν ότι, λαμβανομένων υπόψη των εθνικών συνθηκών, οι τιμές λιανικής για τις υπηρεσίες που προσδιορίζονται στο άρθρο 79 παράγραφος 1 δεν είναι οικονομικά προσιτές, επειδή οι τελικοί χρήστες με χαμηλό εισόδημα ή ειδικές κοινωνικές ανάγκες αποκλείονται από την πρόσβαση στις εν λόγω υπηρεσίες, δύνανται να απαιτούν από επιχειρήσεις που παρέχουν τις εν λόγω υπηρεσίες να προσφέρουν σε αυτούς τους τελικούς χρήστες τιμολογιακές επιλογές ή δέσμες διαφορετικές από τις προσφερόμενες υπό τις συνήθεις εμπορικές συνθήκες. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν από τις εν λόγω επιχειρήσεις να εφαρμόζουν κοινά τιμολόγια, συμπεριλαμβανομένης της γεωγραφικής στάθμισης των τιμών, σε όλη την επικράτεια. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι τελικοί χρήστες που δικαιούνται αυτές τις τιμολογιακές επιλογές ή δέσμες έχουν δικαίωμα σύναψης σύμβασης με επιχείρηση που παρέχει τις υπηρεσίες που προσδιορίζονται στο άρθρο 79 παράγραφος 1 και ότι η εν λόγω επιχείρηση τούς παρέχει επαρκές χρονικό διάστημα διαθεσιμότητας αριθμού και αποφεύγεται η αδικαιολόγητη αποσύνδεση της υπηρεσίας.
3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις που παρέχουν τιμολογιακές επιλογές ή δέσμες σε τελικούς χρήστες με χαμηλό εισόδημα ή ειδικές κοινωνικές ανάγκες, σύμφωνα με την παράγραφο 2, τηρούν ενήμερες τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σχετικά με τις λεπτομέρειες των εν λόγω προσφορών. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εξασφαλίζουν ότι οι όροι υπό τους οποίους οι επιχειρήσεις παρέχουν τιμολογιακές επιλογές ή δέσμες, σύμφωνα με την παράγραφο 2, είναι πλήρως διαφανείς και ότι δημοσιεύονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με την αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να απαιτούν την τροποποίηση ή την ανάκληση συγκεκριμένων καθεστώτων.
4. Τα κράτη μέλη δύνανται, λαμβάνοντας υπόψη τις εθνικές συνθήκες, να εξασφαλίζουν ότι παρέχεται στήριξη σε τελικούς χρήστες με χαμηλό εισόδημα ή ειδικές κοινωνικές ανάγκες με σκοπό την εξασφάλιση της οικονομικής προσιτότητας των υπηρεσιών λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών τουλάχιστον σε σταθερή θέση.
5. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, λαμβάνοντας υπόψη τις εθνικές συνθήκες, ότι παρέχεται κατάλληλη στήριξη σε τελικούς χρήστες με αναπηρίες, ή ότι λαμβάνονται άλλα ειδικά μέτρα, με σκοπό να διασφαλίζεται ότι ο σχετικός τερματικός εξοπλισμός, ο ειδικός εξοπλισμός και οι ειδικές υπηρεσίες που βελτιώνουν την ισοδύναμη πρόσβαση είναι οικονομικά προσιτοί.
6. Κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη επιδιώκουν να ελαχιστοποιούν τις στρεβλώσεις της αγοράς.
ê 2002/22/ΕΚ
Άρθρο 3
Διάθεση της καθολικής υπηρεσίας
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι υπηρεσίες που αναφέρονται στο παρόν κεφάλαιο διατίθενται σε καθορισμένη ποιότητα σε κάθε τελικό χρήστη στην επικράτειά τους, ανεξάρτητα από τη γεωγραφική του θέση, και, υπό το πρίσμα των ειδικών εθνικών προϋποθέσεων, σε προσιτή τιμή.
2. Τα κράτη μέλη καθορίζουν την πιο αποτελεσματική και ενδεδειγμένη προσέγγιση για τη διασφάλιση της υλοποίησης της καθολικής υπηρεσίας, με σεβασμό στις αρχές της αντικειμενικότητας, της διαφάνειας, της αμεροληψίας και της αναλογικότητας. Επιδιώκουν να ελαχιστοποιούν τις στρεβλώσεις στην αγορά, ιδίως όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών με τιμές ή άλλους όρους και προϋποθέσεις που αποκλίνουν από τους συνήθεις εμπορικούς όρους, ενώ παράλληλα διαφυλάσσουν το δημόσιο συμφέρον.
ê 2002/22/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 8
Καθορισμός επιχειρήσεων
1. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν μία ή περισσότερες επιχειρήσεις οι οποίες εγγυώνται την παροχή καθολικής υπηρεσίας, όπως ορίζεται στα άρθρα 4, 5, 6 και 7, και, ανάλογα με την περίπτωση, το άρθρο 9 παράγραφος 2, έτσι ώστε να είναι δυνατόν να καλύπτεται το σύνολο της εθνικής επικράτειας. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν διαφορετικές επιχειρήσεις ή ομάδες επιχειρήσεων για την παροχή των διαφόρων στοιχείων της καθολικής υπηρεσίας και/ή για να καλύπτουν διαφορετικά μέρη της εθνικής επικράτειας.
2. Κατά τον καθορισμό των επιχειρήσεων στις οποίες αναθέτουν υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας, σε μέρος ή στο σύνολο της εθνικής επικράτειας, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν αποτελεσματικό, αντικειμενικό, διαφανή και αμερόληπτο μηχανισμό καθορισμού, μέσω του οποίου καμία επιχείρηση δεν αποκλείεται εκ των προτέρων από τον καθορισμό. Οι εν λόγω μέθοδοι καθορισμού εξασφαλίζουν ότι, η καθολική υπηρεσία παρέχεται με τρόπο οικονομικά αποδοτικό και μπορούν να χρησιμοποιούνται για να προσδιορίζεται το καθαρό κόστος της υποχρέωσης παροχής καθολικής υπηρεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 12.
3. Σε περίπτωση που μία καθορισμένη σύμφωνα με την παράγραφο 1 επιχείρηση προτίθεται να διαθέσει σημαντικό μέρος ή το σύνολο των στοιχείων του δικτύου της τοπικής πρόσβασης σε διακριτή νομική οντότητα υπό διαφορετική ιδιοκτησία, ενημερώνει εκ των προτέρων και εγκαίρως την εθνική κανονιστική αρχή, ούτως ώστε αυτή να μπορέσει να εκτιμήσει τις επιπτώσεις της σχεδιαζόμενης συναλλαγής στην παροχή πρόσβασης σε σταθερές θέσεις και στην παροχή τηλεφωνικών υπηρεσιών, σύμφωνα με το άρθρο 4. Η εθνική κανονιστική αρχή μπορεί να επιβάλλει, να τροποποιεί ή να καταγγέλλει ειδικές υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2 της οδηγίας 2002/20/ΕΚ (οδηγία για την αδειοδότηση).
ò νέο
Άρθρο 81
Διαθεσιμότητα της καθολικής υπηρεσίας
1. Όταν κράτος μέλος έχει αποδείξει δεόντως, λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων της γεωγραφικής έρευνας η οποία διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 1, ότι η διαθεσιμότητα, σε σταθερή θέση, υπηρεσίας λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο, όπως ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 2, και υπηρεσίας φωνητικών επικοινωνιών δεν είναι δυνατό να εξασφαλιστεί υπό τις συνήθεις εμπορικές συνθήκες ή μέσω άλλων δυνητικών εργαλείων δημόσιας πολιτικής, δύναται να επιβάλλει κατάλληλες υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας ώστε να ικανοποιείται κάθε εύλογο αίτημα για πρόσβαση σε αυτές τις υπηρεσίες στην επικράτειά του.
2. Τα κράτη μέλη καθορίζουν την πλέον αποδοτική και ενδεδειγμένη προσέγγιση για τη διασφάλιση της διαθεσιμότητας, σε σταθερή θέση, υπηρεσίας λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο, όπως ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 2, και υπηρεσίας φωνητικών επικοινωνιών, με σεβασμό στις αρχές της αντικειμενικότητας, της διαφάνειας, της μη διακριτικής μεταχείρισης και της αναλογικότητας. Τα κράτη μέλη επιδιώκουν να ελαχιστοποιούν τις στρεβλώσεις της αγοράς, ιδίως όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών με τιμές ή άλλους όρους και προϋποθέσεις που αποκλίνουν από τους συνήθεις εμπορικούς όρους, ενώ παράλληλα διαφυλάσσουν το δημόσιο συμφέρον.
3. Ειδικότερα, όταν τα κράτη μέλη αποφασίζουν να επιβάλλουν υποχρεώσεις για την εξασφάλιση της διαθεσιμότητας, σε σταθερή θέση, υπηρεσίας λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο, όπως ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 2, και υπηρεσία φωνητικών επικοινωνιών, δύνανται να ορίζουν μία ή περισσότερες επιχειρήσεις οι οποίες θα πρέπει να εγγυώνται τη διαθεσιμότητα, σε σταθερή θέση, υπηρεσίας λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο, όπως ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 2, και υπηρεσίας φωνητικών επικοινωνιών προκειμένου να καλύπτεται το σύνολο της εθνικής επικράτειας. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν διαφορετικές επιχειρήσεις ή ομάδες επιχειρήσεων για την παροχή των λειτουργικών υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών σε σταθερή θέση και/ή για να καλύπτουν διαφορετικά μέρη της εθνικής επικράτειας.
4. Όταν τα κράτη μέλη ορίζουν επιχειρήσεις, σε μέρος ή στο σύνολο της εθνικής επικράτειας, στις οποίες αναθέτουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν τη διαθεσιμότητα, σε σταθερή θέση, υπηρεσίας λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο, όπως ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 2, και υπηρεσίας φωνητικών επικοινωνιών, χρησιμοποιούν προς τον σκοπό αυτό αποτελεσματικό, αντικειμενικό και διαφανή μηχανισμό ορισμού χωρίς διακρίσεις, μέσω του οποίου καμία επιχείρηση δεν αποκλείεται εκ των προτέρων από τον ορισμό. Οι εν λόγω μέθοδοι ορισμού εξασφαλίζουν ότι οι λειτουργικές υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο και φωνητικών επικοινωνιών σε σταθερή θέση παρέχονται με τρόπο οικονομικά αποδοτικό και είναι δυνατό να χρησιμοποιούνται για να προσδιορίζεται το καθαρό κόστος της υποχρέωσης παροχής καθολικής υπηρεσίας σύμφωνα με το άρθρο 84.
5. Σε περίπτωση που επιχείρηση που έχει οριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 προτίθεται να διαθέσει σημαντικό μέρος ή το σύνολο των οικείων στοιχείων δικτύου τοπικής πρόσβασης σε διακριτή νομική οντότητα υπό διαφορετική ιδιοκτησία, ενημερώνει εκ των προτέρων και εγκαίρως την εθνική ρυθμιστική αρχή, ώστε αυτή να έχει τη δυνατότητα να εκτιμήσει τις επιπτώσεις της σχεδιαζόμενης συναλλαγής στην παροχή πρόσβασης, σε σταθερή θέση, υπηρεσίας λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο, όπως ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 2, και υπηρεσίας φωνητικών επικοινωνιών. Η εθνική ρυθμιστική αρχή δύναται να επιβάλλει, να τροποποιεί ή να αποσύρει ειδικές υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 2.
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 3
Άρθρο 4
Παροχή πρόσβασης σε σταθερές θέσεις και παροχή τηλεφωνικών υπηρεσιών
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι κάθε εύλογο αίτημα για σύνδεση, σε σταθερές θέσεις, με δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών ικανοποιείται από μια τουλάχιστον επιχείρηση.
2. Η παρεχόμενη σύνδεση πρέπει να επιτρέπει την υποστήριξη φωνητικών επικοινωνιών, τηλεομοιοτυπικών επικοινωνιών και επικοινωνιών δεδομένων, με ρυθμούς δεδομένων που είναι επαρκείς προκειμένου να επιτρέπουν τη λειτουργική πρόσβαση στο Διαδίκτυο, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες τεχνολογίες που χρησιμοποιεί η πλειοψηφία των συνδρομητών και την τεχνολογική σκοπιμότητα.
3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι κάθε εύλογο αίτημα για παροχή διαθέσιμης στο κοινό τηλεφωνικής υπηρεσίας μέσω της σύνδεσης με το δίκτυο που προβλέπεται στην παράγραφο 1, η οποία επιτρέπει τη δημιουργία και τη λήψη εθνικών και διεθνών κλήσεων ικανοποιείται από μία τουλάχιστον επιχείρηση.
ê 2002/22/ΕΚ
Άρθρο 5
Υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου και κατάλογοι
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι:
α) διατίθεται στους τελικούς χρήστες ένας τουλάχιστον πλήρης κατάλογος συνδρομητών, σε εγκεκριμένη από την αρμόδια αρχή μορφή, είτε έντυπη είτε ηλεκτρονική είτε σε αμφότερες τις μορφές, ο οποίος ενημερώνεται τακτικά, τουλάχιστον μια φορά ετησίως·
β) διατίθεται σε όλους τους τελικούς χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών κοινοχρήστων τηλεφώνων, τουλάχιστον μία πλήρη τηλεφωνική υπηρεσία πληροφοριών καταλόγου.
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 4
2. Οι κατάλογοι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 12 της οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές τηλεπικοινωνίες)
, όλους τους συνδρομητές των διαθέσιμων στο κοινό τηλεφωνικών υπηρεσιών.
ê 2002/22/ΕΚ
3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η ή οι επιχειρήσεις που παρέχουν τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, εφαρμόζουν την αρχή της αμεροληψίας κατά την επεξεργασία των πληροφοριών που τους διατίθενται από άλλες επιχειρήσεις.
Άρθρο 6
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 5
Κοινόχρηστα τηλέφωνα και άλλα σημεία πρόσβασης στην κοινόχρηστη φωνητική τηλεφωνία
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να επιβάλλουν υποχρεώσεις στις επιχειρήσεις με στόχο τη διασφάλιση της παροχής κοινόχρηστων τηλεφώνων ή λοιπών σημείων πρόσβασης στην κοινόχρηστη φωνητική τηλεφωνία, για την ικανοποίηση των εύλογων αναγκών των τελικών χρηστών όσον αφορά τη γεωγραφική κάλυψη, τον αριθμό των τηλεφώνων ή λοιπών σημείων πρόσβασης, την ευκολία πρόσβασης από χρήστες με αναπηρίες, και την ποιότητα των υπηρεσιών.
ê 2002/22/ΕΚ
2. Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι η εθνική του κανονιστική αρχή μπορεί να αποφασίσει να μην επιβάλει υποχρεώσεις δυνάμει της παραγράφου 1, στο σύνολο ή σε μέρος της επικράτειάς του, εάν, βάσει διαβούλευσης των ενδιαφερομένων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 33, κρίνει ότι οι εν λόγω ευκολίες ή συγκρίσιμες υπηρεσίες είναι ευρέως διαθέσιμες.
3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη δυνατότητα πραγματοποίησης κλήσεων έκτακτης ανάγκης από κοινόχρηστα τηλέφωνα, με χρήση του ενιαίου ευρωπαϊκού αριθμού κλήσης έκτακτης ανάγκης 112, καθώς και άλλων εθνικών αριθμών έκτακτης ανάγκης, ατελώς στο σύνολο τους και χωρίς υποχρέωση χρήσης οποιουδήποτε μέσου πληρωμής.
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 6
Άρθρο 7
Μέτρα για τελικούς χρήστες με αναπηρία
1. Εκτός εάν έχουν οριστεί συγκεκριμένες απαιτήσεις δυνάμει του Κεφαλαίου IV που επιτυγχάνουν ισοδύναμο αποτέλεσμα, τα κράτη μέλη λαμβάνουν ειδικά μέτρα για να εξασφαλίζουν, στους τελικούς χρήστες με αναπηρία, πρόσβαση με οικονομικά προσιτό τρόπο στις υπηρεσίες που προσδιορίζονται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, και στο άρθρο 5, σε επίπεδο ισοδύναμο με εκείνο της πρόσβασης που παρέχεται σε άλλους τελικούς χρήστες. Τα κράτη μέλη μπορούν να υποχρεώνουν τις εθνικές κανονιστικές αρχές να αξιολογούν τις γενικές ανάγκες και τις ειδικές απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένων της έκτασης και της συγκεκριμένης μορφής τέτοιων ειδικών μέτρων για τελικούς χρήστες με αναπηρία.
2. Αναλόγως των εθνικών συνθηκών, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν ειδικά μέτρα, για να εξασφαλίζουν ότι οι τελικοί χρήστες με αναπηρία μπορούν να επωφελούνται εξίσου από τις δυνατότητες επιλογής μεταξύ των επιχειρήσεων και των φορέων παροχής υπηρεσιών που διαθέτει η πλειονότητα των τελικών χρηστών.
3. Κατά τη λήψη των μέτρων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τη συμμόρφωση προς τα σχετικά πρότυπα ή προδιαγραφές που δημοσιεύονται σύμφωνα με τα άρθρα 17 και 18 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).
ê 2002/22/ΕΚ
Άρθρο 9
Προσιτότητα τιμολογίων
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 8
1. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές παρακολουθούν την εξέλιξη και το επίπεδο των λιανικών τιμολογίων των υπηρεσιών, οι οποίες, σύμφωνα με τα άρθρα 4 έως 7, υπάγονται στις υποχρεώσεις παροχής καθολικής υπηρεσίας και είτε παρέχονται από καθορισμένες επιχειρήσεις είτε διατίθενται στην αγορά, εάν δεν έχουν καθοριστεί επιχειρήσεις για τις υπηρεσίες αυτές, ιδίως σε σχέση με τις εθνικές τιμές καταναλωτή και το εισόδημα.
2. Αναλόγως των εθνικών συνθηκών, τα κράτη μέλη μπορούν να υποχρεώνουν τις καθορισμένες επιχειρήσεις να παρέχουν στους καταναλωτές τιμολογιακές επιλογές ή δέσμες, οι οποίες είναι διαφορετικές από τους συνήθεις εμπορικούς όρους, προκειμένου ιδίως να εξασφαλίζεται ότι τα πρόσωπα με χαμηλό εισόδημα ή με ειδικές κοινωνικές ανάγκες δεν αποκλείονται από την πρόσβαση στο δίκτυο που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 ή από τη χρήση των υπηρεσιών που προσδιορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 3, και στα άρθρα 5, 6 και 7 εφόσον εμπίπτουν στις υποχρεώσεις παροχής καθολικής υπηρεσίας και παρέχονται από καθορισμένες επιχειρήσεις.
ê 2002/22/ΕΚ
3. Εκτός από τις διατάξεις για την υποχρέωση των καθορισμένων επιχειρήσεων να παρέχουν ειδικές τιμολογιακές επιλογές ή να τηρούν ανώτατα όρια τιμών ή γεωγραφική στάθμιση των τιμών ή άλλα παρόμοια συστήματα, τα κράτη μέλη μπορούν να εξασφαλίζουν ότι παρέχεται στήριξη στους καταναλωτές οι οποίοι έχουν ανιχνευθεί ως έχοντες χαμηλό εισόδημα ή ειδικές κοινωνικές ανάγκες.
4. Τα κράτη μέλη δύνανται να υποχρεώνουν τις επιχειρήσεις που υπέχουν τις προβλεπόμενες στα άρθρα 4, 5, 6 και 7 υποχρεώσεις, να εφαρμόζουν κοινά τιμολόγια, συμπεριλαμβανομένης της γεωγραφικής στάθμισης των τιμών, στο σύνολο της επικράτειας, υπό το πρίσμα των εθνικών συνθηκών, ή να τηρούν ανώτατα όρια τιμών.
5. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές εξασφαλίζουν ότι, αν μια καθορισμένη επιχείρηση υποχρεούται να παρέχει ειδικές τιμολογιακές επιλογές, ενιαία τιμολόγια, συμπεριλαμβανομένης της γεωγραφικής στάθμισης των τιμών, ή να τηρεί ανώτατα όρια τιμών, οι όροι χαρακτηρίζονται από πλήρη διαφάνεια και δημοσιεύονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με την αρχή της αμεροληψίας. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να απαιτούν την τροποποίηση ή την ανάκληση συγκεκριμένων συστημάτων.
Άρθρο 11
Ποιότητα υπηρεσιών των καθορισμένων επιχειρήσεων
1. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές εξασφαλίζουν ότι, όλες οι καθορισμένες επιχειρήσεις που υπέχουν υποχρεώσεις δυνάμει των άρθρων 4, 5, 6 και 7 και του άρθρου 9 παράγραφος 2, δημοσιεύουν επαρκείς και ενημερωμένες πληροφορίες σχετικά με τις επιδόσεις τους στην παροχή καθολικής υπηρεσίας, βάσει των παραμέτρων, των ορισμών και των μεθόδων μέτρησης της ποιότητας της υπηρεσίας που περιλαμβάνονται στο παράρτημα III. Οι δημοσιευόμενες πληροφορίες διαβιβάζονται επίσης στην εθνική κανονιστική αρχή.
2. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να ορίζουν, μεταξύ άλλων, πρόσθετα πρότυπα ποιότητας της υπηρεσίας στις περιπτώσεις όπου έχουν αναπτυχθεί οι σχετικές παράμετροι, για την αξιολόγηση της απόδοσης των επιχειρήσεων όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες και καταναλωτές με ειδικές ανάγκες. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες σχετικά με την απόδοση των επιχειρήσεων ως προς τις συγκεκριμένες παραμέτρους δημοσιεύονται επίσης και διατίθενται στην εθνική κανονιστική αρχή.
3. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές δύνανται να προσδιορίζουν, επιπλέον, το περιεχόμενο και τη μορφή των προς δημοσίευση πληροφοριών και τον τρόπο δημοσίευσής τους, ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι τελικοί χρήστες και οι καταναλωτές έχουν πρόσβαση σε πλήρεις, συγκρίσιμες και εύχρηστες πληροφορίες.
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 9
4. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές είναι σε θέση να ορίζουν στόχους επιδόσεων για τις επιχειρήσεις που υπέχουν υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας. Στην περίπτωση αυτή, οι εθνικές κανονιστικές αρχές λαμβάνουν υπόψη τις απόψεις των ενδιαφερομένων, όπως προβλέπεται ιδίως στο άρθρο 33.
ê 2002/22/ΕΚ
5. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να παρακολουθούν την τήρηση αυτών των στόχων επιδόσεων από τις καθορισμένες επιχειρήσεις.
6. Η κατ' επανάληψη αδυναμία μιας επιχείρησης να τηρήσει τους στόχους επιδόσεων μπορεί να προκαλέσει τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων σύμφωνα με την οδηγία 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την αδειοδότηση)
. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να διατάσσουν ανεξάρτητους ελέγχους ή παρόμοιες εξετάσεις των στοιχείων επιδόσεων, που πληρώνονται από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ακρίβεια και η συγκρισιμότητα των δεδομένων που διαθέτουν οι επιχειρήσεις με υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας.
ò νέο
Άρθρο 82
Καθεστώς των υφιστάμενων καθολικών υπηρεσιώνs
Τα κράτη μέλη δύνανται να συνεχίσουν να εξασφαλίζουν τη διαθεσιμότητα ή την οικονομική προσιτότητα υπηρεσιών εκτός από τις υπηρεσίας λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο, όπως ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 2, και υπηρεσίας φωνητικών επικοινωνιών σε σταθερή θέση, οι οποίες ίσχυαν πριν από την [ημερομηνία], αν η ανάγκη για αυτές τις υπηρεσίες αποδεικνύεται δεόντως λαμβανομένων υπόψη των εθνικών περιστάσεων. Όταν τα κράτη μέλη ορίζουν επιχειρήσεις σε μέρος ή στο σύνολο της εθνικής επικράτειας για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών, εφαρμόζεται το άρθρο 81. Η χρηματοδότηση αυτών των υποχρεώσεων συνάδει με το άρθρο 85.
Τα κράτη μέλη επανεξετάζουν τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, το αργότερο 3 έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας και στη συνέχεια μία φορά ετησίως.
ê 2002/22/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 1083
Έλεγχος δαπανών
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι καθορισμένες επιχειρήσεις, κατά την παροχή ευκολιών και υπηρεσιών πέραν εκείνων που αναφέρονται στα άρθρα 4, 5, 6 και 7 και στο άρθρο 9 παράγραφος 2 Ö στο άρθρο 79 Õ , Ö εκείνες οι επιχειρήσεις που παρέχουν τις υπηρεσίες σύμφωνα με τα άρθρα 79, 81 και 82 Õ καθορίζουν όρους και προϋποθέσεις έτσι ώστε ο συνδρομητής ð τελικός χρήστης ï να μην είναι υποχρεωμένος να πληρώνει για ευκολίες ή υπηρεσίες, που δεν είναι απαραίτητες ούτε υποχρεωτικές για την αιτούμενη υπηρεσία.
2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι Ö εκείνες Õ οι καθορισμένες επιχειρήσεις που υπέχουν υποχρεώσεις δυνάμει των άρθρων 4, 5, 6 και 7 και του άρθρου 9 παράγραφος 2, Ö που παρέχουν τις υπηρεσίες φωνητικών επικοινωνιών που αναφέρονται στο άρθρο 79 και εφαρμόζονται δυνάμει του άρθρου 80 Õ παρέχουν τις ειδικές ευκολίες και υπηρεσίες που περιγράφονται στο παράρτημα VΙ, μέρος Α, προκειμένου οι συνδρομητές ð τελικοί χρήστες ï να μπορούν να παρακολουθούν και να ελέγχουν τις δαπάνες τους και ð θέτουν σε εφαρμογή σύστημα ώστε ï να αποφεύγεταιουν τυχόν αδικαιολόγητη αποσύνδεση της υπηρεσίας ð φωνητικών επικοινωνιών ï ð για τους τελικούς χρήστες που έχουν το σχετικό δικαίωμα, συμπεριλαμβανομένου κατάλληλου μηχανισμού για τον έλεγχο του διαρκούς ενδιαφέροντος για τη χρήση της υπηρεσίας ï.
3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η αρμόδια αρχή μπορεί να μην εφαρμόζει τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, σε ολόκληρη την εθνική τους επικράτεια ή σε τμήμα της, εάν κρίνει ότι η ευκολία είναι ευρέως διαθέσιμη.
Άρθρο 1284
Kόστος των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας
1. Όταν οι εθνικές κανονιστικές αρχές κρίνουν ότι η παροχή καθολικής υπηρεσίας ð υπηρεσίας λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο, όπως ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 2, και υπηρεσίας φωνητικών υπηρεσιών, ï , όπως προβλέπεται στα άρθρα Ö 79, 80 και 81, ή η συνέχιση υφιστάμενων καθολικών υπηρεσιών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 82 Õ 3 έως 10, ενδέχεται να συνιστά αθέμιτη επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις που έχουν καθοριστεί για την παροχή της, ð που παρέχουν αυτές τις υπηρεσίες ζητούν αντισταθμιστικό αντάλλαγμα ï , υπολογίζουν το καθαρό κόστος παροχής της.
Για τον σκοπό αυτό, οι εθνικές κανονιστικές αρχές:
α) υΥπολογίζουν το καθαρό κόστος της υποχρέωσης καθολικής υπηρεσίας, λαμβάνοντας υπόψη το τυχόν αγοραίο όφελος που αποκομίζει μια επιχείρηση ð που παρέχει υπηρεσία λειτουργικής πρόσβασης στο διαδίκτυο, όπως ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 2, και υπηρεσία φωνητικών υπηρεσιών, όπως προβλέπεται στα άρθρα 79, 80 και 81 ή συνεχίζει την παροχή υφιστάμενων καθολικών υπηρεσιών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 82 ï που έχει καθοριστεί για την παροχή καθολικής υπηρεσίας, σύμφωνα με το παράρτημα IVII , μέρος A, ή
β) χρησιμοποιούν το καθαρό κόστος παροχής καθολικής υπηρεσίας, το οποίο υπολογίζεται με μηχανισμό καθορισμού, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 281 παράγραφοι 3, 4 και 5.
2. Οι λογαριασμοί ή/και/ή άλλες πληροφορίες, στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας βάσει της παραγράφου 1 στοιχείο α), ελέγχεται ή εξετάζεται από την εθνική κανονιστική αρχή ή φορέα ανεξάρτητο από τα ενδιαφερόμενα μέρη και εγκεκριμένο από την εθνική κανονιστική αρχή. Τα αποτελέσματα του υπολογισμού κόστους και τα πορίσματα του ελέγχου, δημοσιοποιούνται.
Άρθρο 1385
Χρηματοδότηση των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας
1. Εφόσον, βάσει του υπολογισμού του καθαρού κόστους που αναφέρεται στο άρθρο 8412, οι εθνικές κανονιστικές αρχές αποφαίνονται ότι μια επιχείρηση υφίσταται αθέμιτη επιβάρυνση, τα κράτη μέλη αποφασίζουν, μετά από αίτηση Ö της ενδιαφερόμενης Õμιας καθορισμένης επιχείρησης:
α) να εισάγουν μηχανισμό αποζημίωσης της εν λόγω επιχείρησης για το καθορισμένο καθαρό κόστος, υπό διαφανείς συνθήκες από δημόσια κονδύλια., ή/και ð Μόνο το καθαρό κόστος, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 84, των υποχρεώσεων που καθορίζονται στα άρθρα 79, 81 και 82 είναι δυνατό να χρηματοδοτείται. ï
β) να επιμερίσουν το καθαρό κόστος των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας μεταξύ των φορέων παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών υπηρεσιών.
2. Όταν το καθαρό κόστος επιμερίζεται βάσει της παραγράφου 1 στοιχείο β), τα κράτη μέλη θεσπίζουν μηχανισμό επιμερισμού, τον οποίο διαχειρίζεται η εθνική κανονιστική αρχή ή φορέας ανεξάρτητος από τους δικαιούχους, υπό την εποπτεία της εθνικής κανονιστικής αρχής. Μόνο το καθαρό κόστος, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 12, των υποχρεώσεων που θεσπίζονται με τα άρθρα 3 έως 10, μπορεί να χρηματοδοτείται.
3. Ο μηχανισμός επιμερισμού πρέπει να τηρεί τις αρχές της διαφάνειας, της ελάχιστης δυνατής στρέβλωσης της αγοράς, της αμεροληψίας και της αναλογικότητας, σύμφωνα με τις αρχές του παραρτήματος ΙV, μέρος Β. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέγουν να μην απαιτούν τη συνεισφορά επιχειρήσεων ο εθνικός κύκλος εργασιών των οποίων δεν υπερβαίνει ένα καθορισμένο όριο.
4. Κάθε επιβάρυνση που σχετίζεται με τον επιμερισμό του κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας, διαχωρίζεται και προσδιορίζεται χωριστά για κάθε επιχείρηση. Οι εν λόγω επιβαρύνσεις δεν επιβάλλονται ούτε εισπράττονται από επιχειρήσεις που δεν παρέχουν υπηρεσίες στην επικράτεια του κράτους μέλους που έχει θεσπίσει τον μηχανισμό επιμερισμού.
Άρθρο 1486
Διαφάνεια
1. Όταν θεσπίζεται μηχανισμός επιμερισμού του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας, Ö πρόκειται να υπολογιστεί Õ Ö σύμφωνα με Õ , όπως ορίζει το άρθρο 13 85, οι εθνικές κανονιστικές αρχές εξασφαλίζουν ότι οι αρχές που διέπουν τον επιμερισμό του κόστους Ö υπολογισμό του καθαρού κόστους, καθώς και Õ και οι λεπτομέρειες του χρησιμοποιούμενου μηχανισμού Ö της μεθοδολογίας που πρόκειται Õ, να χρησιμοποιηθεί, δημοσιοποιούνται.
2. Με την επιφύλαξη των κοινοτικών Ö ενωσιακών Õ και εθνικών κανόνων για το επιχειρηματικό απόρρητο, οι εθνικές κανονιστικές αρχές εξασφαλίζουν ότι δημοσιεύεται ετήσια έκθεση με στην οποία εμφαίνονται Ö παρέχονται Õ οι Ö λεπτομέρειες Õ του υπολογιζόμενου κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας και προσδιορίζονται οι συνεισφορές όλων των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων και Ö , καθώς και Õ το τυχόν αγοραίο όφελος, που αποκομίζουν ενδεχομένως η επιχείρηση ή οι επιχειρήσεις που έχουν καθοριστεί Ö δυνάμει υποχρεώσεων Õ καθολικής υπηρεσίας, εφόσον πράγματι υπάρχει Ö που καθορίζονται Õ στα Ö άρθρα 79, 81 και 82 Õ και λειτουργεί Ταμείο.
ê 2002/22/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 32
Πρόσθετες υποχρεωτικές υπηρεσίες
Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν να καθιστούν διαθέσιμες στο κοινό πρόσθετες υπηρεσίες, πέραν των υπηρεσιών στο πλαίσιο των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας, όπως αυτή ορίζεται στο κεφάλαιο ΙΙ, εντός της επικράτειάς τους. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτήν, δεν επιτρέπεται να επιβάλλεται μηχανισμός αποζημίωσης συγκεκριμένων επιχειρήσεων.
ê 2002/21/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
Ö Τιτλοσ II: Αριθμοι Õ
Άρθρο 1087
Πόροι αριθμοδότησης
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 12 στοιχείο α) (προσαρμοσμένο)
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ελέγχουν τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης όλων των εθνικών πόρων αριθμοδότησης και τη διαχείριση του εθνικού σχεδίου αριθμοδότησης. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν Ö και Õ ότι Ö παρέχουν Õ την παροχή επαρκέούς πλήθους αριθμών και σειρών αριθμών, σε όλες τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών υπηρεσιών που είναι διαθέσιμες στο κοινό. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές καθορίζουν αντικειμενικές, διαφανείς και αμερόληπτες διαδικασίες για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης των εθνικών πόρων αριθμοδότησης.
ò νέο
2. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να χορηγούν δικαιώματα χρήσης αριθμών από τα εθνικά σχέδια αριθμοδότησης για την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών σε επιχειρήσεις εκτός από παρόχους δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υπό την προϋπόθεση ότι οι επιχειρήσεις αυτές αποδεικνύουν την ικανότητά τους να διαχειρίζονται τους εν λόγω αριθμούς και ότι διατίθενται επαρκείς και κατάλληλοι πόροι αριθμοδότησης για να ικανοποιείται η τρέχουσα και η προβλέψιμη μελλοντική ζήτηση. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να αναστέλλουν τη χορήγηση πόρων αριθμοδότησης σε αυτές τις επιχειρήσεις αν αποδεικνύεται ότι υπάρχει κίνδυνος εξάντλησης των πόρων αριθμοδότησης. Έως την [ημερομηνία έναρξης ισχύος συν 18 μήνες] και προκειμένου να συμβάλει στη συνεκτική εφαρμογή του παρόντος άρθρου, ο BEREC εκδίδει, μετά από διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη και σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή, κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα κοινά κριτήρια για την αξιολόγηση της ικανότητας διαχείρισης των πόρων αριθμοδότησης και του κινδύνου εξάντλησης των πόρων αριθμοδότησης.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 12 στοιχείο α)
ð νέο
23. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μεριμνούν ώστε τα εθνικά σχέδια και διαδικασίες αριθμοδότησης να εφαρμόζονται κατά τρόπο ο οποίος να εξασφαλίζει ίση μεταχείριση σε όλους τους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών που είναι διαθέσιμες στο κοινό ð και σε άλλες επιχειρήσεις, αν είναι επιλέξιμες σύμφωνα με την παράγραφο 2 ï . Ειδικότερα, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι μια επιχείρηση στην οποία έχει χορηγηθεί το δικαίωμα χρήσης σειράς αριθμών δεν προβαίνει σε διακρίσεις σε βάρος άλλων παρόχων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών όσον αφορά την αλληλουχία αριθμών που χρησιμοποιούνται για πρόσβαση στις υπηρεσίες τους.
4. Κάθε κράτος μέλος καθορίζει τη σειρά των μη γεωγραφικών πόρων αριθμών που διαθέτει και που είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν για την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών εκτός από τις διαπροσωπικές επικοινωνίες, σε όλο το έδαφος της Ένωσης, με την επιφύλαξη του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 531/2012 και των βασιζόμενων σε αυτόν εκτελεστικών πράξεων, καθώς και του άρθρου 91 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας. Σε περίπτωση που έχουν χορηγηθεί δικαιώματα χρήσης αριθμών σύμφωνα με την παράγραφο 2 σε επιχειρήσεις εκτός από παρόχους δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται στις συγκεκριμένες υπηρεσίες που παρέχονται από τις επιχειρήσεις αυτές. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εξασφαλίζουν ότι οι όροι για το δικαίωμα χρήσης αριθμών για την παροχή υπηρεσιών εκτός του κράτους μέλους του κωδικού χώρας, καθώς και η επιβολή τους, δεν είναι λιγότερο αυστηροί από τους όρους και την επιβολή που εφαρμόζεται σε υπηρεσίες που παρέχονται εντός του κράτους μέλους του κωδικού χώρας. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εξασφαλίζουν επίσης ότι οι πάροχοι που χρησιμοποιούν αριθμούς του κωδικού χώρας τους σε άλλα κράτη μέλη συμμορφώνονται με τους κανόνες προστασίας των καταναλωτών και τους λοιπούς εθνικούς κανόνες σχετικά με τη χρήση αριθμών που εφαρμόζονται στα εν λόγω κράτη μέλη όπου χρησιμοποιούνται οι αριθμοί. Η υποχρέωση αυτή ισχύει με την επιφύλαξη των εκτελεστικών εξουσιών των αρμόδιων αρχών των εν λόγω κρατών μελών.
Ο BEREC επικουρεί τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές για τον συντονισμό των δραστηριοτήτων τους ώστε να διασφαλίζεται η αποδοτική διαχείριση των πόρων αριθμοδότησης και εξωεδαφικής χρήσης, σύμφωνα με το ρυθμιστικό πλαίσιο.
Ο BEREC δημιουργεί κεντρικό μητρώο για τους αριθμούς με δικαίωμα εξωεδαφικής χρήσης, στο οποίο οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διαβιβάζουν τις σχετικές πληροφορίες.
5. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο κωδικός «00» είναι ο τυποποιημένος διεθνής κωδικός πρόσβασης. Μπορούν να θεσπίζονται ή να εξακολουθούν να ισχύουν ειδικοί διακανονισμοί για τις κλήσεις μεταξύ παρακείμενων θέσεων εκατέρωθεν των συνόρων μεταξύ κρατών μελών. Οι τελικοί χρήστες στις θέσεις αυτές ενημερώνονται πλήρως για τους εν λόγω διακανονισμούς.
Τα κράτη μέλη δύνανται να συμφωνούν να διαθέτουν κοινό σχέδιο αριθμοδότησης για όλες ή για ειδικές κατηγορίες αριθμών.
6. Τα κράτη μέλη προάγουν τον ασύρματο εφοδιασμό πόρων αριθμοδότησης —εφόσον είναι τεχνικά εφικτός— για να διευκολύνεται η αλλαγή παρόχων δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών από τελικούς χρήστες εκτός των καταναλωτών, ιδίως παρόχους και χρήστες υπηρεσιών μηχανής προς μηχανή.
ê 2002/21/ΕΚ
37. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα εθνικά σχέδια αριθμοδότησης, καθώς και κάθε μεταγενέστερη προσθήκη ή τροποποίησή τους, δημοσιεύονται, με την επιφύλαξη μόνο τυχόν περιορισμών που επιβάλλονται για λόγους εθνικής ασφάλειας.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 12 στοιχείο β) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
48. Τα κράτη μέλη υποστηρίζουν την εναρμόνιση των συγκεκριμένων αριθμών ή πεδίων αριθμοδότησης στην Κοινότητα Ö Ένωση Õ όπου αυτή προάγει τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και ταυτοχρόνως την ανάπτυξη πανευρωπαϊκών υπηρεσιών. Η Επιτροπή ð εξακολουθεί να παρακολουθεί τις εξελίξεις στην αγορά και να συμμετέχει σε διεθνείς οργανισμούς και φόρα όπου λαμβάνονται αποφάσεις αριθμοδότησης. Σε περίπτωση που η Επιτροπή θεωρεί ότι δικαιολογείται και ενδείκνυται ï μπορεί να λαμβάνειλάβει κατάλληλα τεχνικά εκτελεστικά μέτρα ð προς το συμφέρον της ενιαίας αγοράς, για την κάλυψη διασυνοριακής ή πανευρωπαϊκής ζήτησης για αριθμούς, η οποία σε αντίθετη περίπτωση θα συνιστούσε φραγμό στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών ï στο θέμα αυτό.
ð Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 110 παράγραφος 4. ï Τα μέτρα αυτά, που αποσκοπούν σε τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας με συμπλήρωσή της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 22 παράγραφος 3.
ê 2002/21/ΕΚ
5. Όταν είναι σκόπιμο, προκειμένου να εξασφαλίζεται η πλήρης και γενική διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών, τα κράτη μέλη συντονίζουν τις θέσεις τους στους διεθνείς οργανισμούς και φόρουμ, όπου λαμβάνονται αποφάσεις επί ζητημάτων σχετικών με την αριθμοδότηση, την ονοματοδοσία και τη διευθυνσιοδότηση των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 3 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 88
Ö Χορήγηση Õ δικαιωμάτωνΔικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και αριθμών
1. Τα κράτη μέλη διευκολύνουν τη χρήση ραδιοσυχνοτήτων βάσει γενικών αδειών. Όπου κρίνεται σκόπιμο, τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης ώστε:
–αποφεύγονται οι επιβλαβείς παρεμβολές,
–να εξασφαλίζεται η τεχνική ποιότητα των υπηρεσιών,
–να διαφυλάσσεται η αποτελεσματική χρήση του φάσματος, ή
–να πληρούνται άλλοι στόχοι γενικού συμφέροντος όπως ορίζονται σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία.
21. Όταν είναι απαραίτητη η χορήγηση ατομικών δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και αριθμών, ð οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ï τα κράτη μέλη χορηγούν τα δικαιώματα αυτά, κατόπιν αιτήματος, σε κάθε επιχείρηση για την παροχή δικτύων ή υπηρεσιών Ö ηλεκτρονικών επικοινωνιών Õ βάσει της Ö που καλύπτονται από Õ γενικής άδειας κατά το άρθρο 312, με την επιφύλαξη τουων άρθρουων 613 και 7 και του άρθρου 11 21 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της παρούσας οδηγίας και των άλλων κανόνων που διασφαλίζουν την αποδοτική χρήση των εν λόγω πόρων σύμφωνα με την παρούσα οδηγία 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο). ð Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται επίσης να χορηγούν δικαιώματα χρήσης αριθμών σε επιχειρήσεις εκτός από παρόχους δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 2. ï2. Με την επιφύλαξη ειδικών κριτηρίων που ορίζονται εκ των προτέρων από τα κράτη μέλη για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων σε παρόχους υπηρεσιών περιεχομένου ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών προς επίτευξη στόχων γενικού συμφέροντος σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, Ττα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και αριθμών χορηγούνται μέσω ανοικτών, αντικειμενικών, διαφανών, αμερόληπτων και αναλογικών διαδικασιών, και, στην περίπτωση των ραδιοσυχνοτήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο). Μια εξαίρεση από την απαίτηση για ανοικτές διαδικασίες θα μπορούσε να ισχύει στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η χορήγηση μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων σε φορείς παροχής υπηρεσιών περιεχομένου ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών είναι απαραίτητη για την επίτευξη στόχου γενικού συμφέροντος όπως ορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία.
Κατά τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ð αριθμών ï , ð οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ï τα κράτη μέλη προσδιορίζουν κατά πόσον τα εν λόγω δικαιώματα μπορούν να μεταβιβαστούν από τον κάτοχο των δικαιωμάτων καθώς και υπό ποιους όρους. Στην περίπτωση των ραδιοσυχνοτήτων, η εν λόγω διάταξη είναι σύμφωνη με τα άρθρα 9 και 9β της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο)..
Σε περίπτωση που ð εθνικές ρυθμιστικές αρχές ï κράτη μέλη χορηγούν δικαιώματα χρήσης για περιορισμένη χρονική περίοδο, η διάρκεια είναι κατάλληλη για τη σχετική υπηρεσία λόγω του επιδιωκόμενου στόχου, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της αναγκαίας περιόδου για την απόσβεση της επένδυσης.
Όταν χορηγείται μεμονωμένο δικαίωμα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων για δέκα χρόνια ή περισσότερο και το εν λόγω δικαίωμα δεν μπορεί να μεταβιβαστεί ή να χρονομισθωθεί μεταξύ επιχειρήσεων όπως προβλέπει το άρθρο 9β της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο), η αρμόδια εθνική αρχή πρέπει να διασφαλίσει ότι τα κριτήρια για τη χορήγηση μεμονωμένου δικαιώματος χρήσης ισχύουν και τηρούνται καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της άδειας, ιδίως έπειτα από αιτιολογημένη αίτηση του κατόχου του δικαιώματος. Εάν τα κριτήρια αυτά δεν ισχύουν πλέον, το μεμονωμένο δικαίωμα χρήσης μετατρέπεται σε γενική άδεια για χρήση ραδιοσυχνοτήτων, υποκείμενη σε προηγούμενη ειδοποίηση και μετά από εύλογη προθεσμία ή καθίσταται ελεύθερα μεταβιβάσιμο ή χρονομισθώσιμο μεταξύ επιχειρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 9β της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).
3. Οι αποφάσεις για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ð αριθμών ï λαμβάνονται, ανακοινώνονται και δημοσιοποιούνται το συντομότερο δυνατόν μετά την παραλαβή της πλήρους αίτησης από την εθνική ρυθμιστική αρχή, εντός τριών εβδομάδων στην περίπτωση αριθμών που έχουν χορηγηθεί για συγκεκριμένους σκοπούς στο πλαίσιο του εθνικού σχεδίου αριθμοδότησης και εντός έξι εβδομάδων στην περίπτωση ραδιοσυχνοτήτων που έχουν κατανεμηθεί για χρήση από υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, στο πλαίσιο του εθνικού προγράμματος συχνοτήτων. Η εν λόγω τελευταία προθεσμία ισχύει με την επιφύλαξη ισχυουσών διεθνών συμφωνιών που αφορούν τη χρήση των ραδιοσυχνοτήτων ή των τροχιακών θέσεων.
4. Όταν αποφασίζεται, έπειτα από διαβούλευση με τους ενδιαφερομένους, σύμφωνα με το άρθρο 236 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο), ότι τα δικαιώματα χρήσης αριθμών εξαιρετικής οικονομικής αξίας πρέπει να χορηγούνται με διαδικασίες ανταγωνιστικής ή συγκριτικής επιλογής, ð οι αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές ï ð τα κράτη μέλη ï μπορούν να παρατείνουν τη μέγιστη χρονική περίοδο των τριών εβδομάδων κατά τρεις εβδομάδες ακόμη το πολύ.
Για τις διαδικασίες ανταγωνιστικής ή συγκριτικής επιλογής για τις ραδιοσυχνότητες, εφαρμόζεται το άρθρο 7.
5. Τα κράτη μέλη ð Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ï δεν περιορίζουν τον αριθμό των προς παροχή δικαιωμάτων χρήσης, εκτός εάν τούτο είναι απαραίτητο για τη διασφάλιση της αποδοτικής χρήσης των ð πόρων αριθμοδότησης ï ραδιοσυχνοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 7.
6. Οι αρμόδιες εθνικές αρχές εξασφαλίζουν αποδοτική και αποτελεσματική χρήση των ραδιοσυχνοτήτων σύμφωνα με τα άρθρα 8 παράγραφος 2 και 9 παράγραφος 2 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο). Εξασφαλίζουν ότι δεν στρεβλώνεται ο ανταγωνισμός από οποιαδήποτε μεταβίβαση ή συσσώρευση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων. Για τους σκοπούς αυτούς, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα όπως την εντολή πώλησης ή την εκμίσθωση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων.
ò νέο
6. Εάν το δικαίωμα χρήσης αριθμών περιλαμβάνει την εξωεδαφική χρήση τους εντός της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 4, η εθνική ρυθμιστική αρχή θέτει ειδικούς όρους στο δικαίωμα χρήσης προκειμένου να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με όλους τους συναφείς εθνικούς κανόνες προστασίας των καταναλωτών και τις εθνικές νομοθεσίες σχετικά με τη χρήση αριθμών που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη όπου χρησιμοποιούνται οι αριθμοί.
Κατόπιν αιτήματος από εθνική ρυθμιστική αρχή άλλου κράτους μέλους με την οποία αποδεικνύεται παράβαση των συναφών κανόνων προστασίας των καταναλωτών ή της σχετικής με αριθμούς εθνικής νομοθεσίας του εν λόγω κράτους μέλους, η εθνική ρυθμιστική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο έχουν χορηγηθεί τα δικαιώματα χρήσης των αριθμών, επιβάλλει τους όρους που τίθενται δυνάμει του πρώτου εδαφίου σύμφωνα με το άρθρο 30, μεταξύ άλλων, σε σοβαρές περιπτώσεις, με την ανάκληση του δικαιώματος εξωεδαφικής χρήσης για τους αριθμούς που χορηγήθηκαν στην εκάστοτε επιχείρηση.
Ο BEREC διευκολύνει και συντονίζει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών των διαφόρων εμπλεκομένων κρατών μελών και διασφαλίζει τον κατάλληλο συντονισμό των εργασιών μεταξύ τους.
ê 2002/20/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 1389
Τέλη για δικαιώματα χρήσης αριθμών
Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στην αρμόδια ð εθνική ρυθμιστική ï αρχή να επιβάλει τέλη για δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ή αριθμών ή δικαιώματα εγκατάστασης διευκολύνσεων υπεράνω ή υποκάτω, δημοσίου ή ιδιωτικού ακινήτου, τα οποία αντανακλούν την ανάγκη διασφάλισης της βέλτιστης χρήσης των πόρων αυτών. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω τέλη είναι αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και λαμβάνουν υπόψη τους στόχους του άρθρου 38 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία πλαίσιο).
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 17
Άρθρο 27
Ευρωπαϊκοί τηλεφωνικοί κωδικοί πρόσβασης
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο κωδικός “00” είναι ο τυποποιημένος διεθνής κωδικός πρόσβασης. Μπορούν να θεσπίζονται ή να εξακολουθούν να ισχύουν ειδικοί διακανονισμοί για τις κλήσεις μεταξύ παρακείμενων περιοχών εκατέρωθεν των συνόρων των κρατών μελών. Οι τελικοί χρήστες των περιοχών αυτών, πρέπει να ενημερώνονται πλήρως για τους εν λόγω διακανονισμούς.
2. Μια νομική οντότητα που έχει συσταθεί στην επικράτεια της Κοινότητας και έχει οριστεί από την Επιτροπή θα φέρει την αποκλειστική ευθύνη για τη διαχείριση, συμπεριλαμβανομένης της αριθμοδότησης, και την προβολή του Ευρωπαϊκού Χώρου Τηλεφωνικής Αριθμοδότησης. Η Επιτροπή θεσπίζει τους απαιτούμενους κανόνες εφαρμογής.
3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όλες οι επιχειρήσεις που παρέχουν διαθέσιμες στο κοινό τηλεφωνικές υπηρεσίες που επιτρέπουν τις διεθνείς κλήσεις διεκπεραιώνουν όλες τις κλήσεις προς και από τον ευρωπαϊκό χώρο τηλεφωνικής αριθμοδότησης (ΕΧΤΑ), με τιμές παρόμοιες με εκείνες που ισχύουν για τις κλήσεις προς και από τα άλλα κράτη μέλη.
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 18
Άρθρο 27α
Εναρμονισμένοι αριθμοί για εναρμονισμένες υπηρεσίες κοινωνικού ενδιαφέροντος, περιλαμβανομένης της ανοικτής τηλεφωνικής γραμμής για αγνοούμενα παιδιά
1. Τα κράτη μέλη προωθούν ειδικούς αριθμούς στο πεδίο αριθμοδότησης που αρχίζει με “116” και προσδιορίζεται στην απόφαση 2007/116/ΕΚ της Επιτροπής, της15ης Φεβρουαρίου 2007, σχετικά με δέσμευση της εθνικής περιοχής αριθμοδότησης που αρχίζει με “116” για εναρμονισμένους αριθμούς που αφορούν εναρμονισμένες υπηρεσίες κοινωνικού ενδιαφέροντος
. Ενθαρρύνουν την παροχή εντός της επικράτειάς τους των υπηρεσιών για τις οποίες προορίζονται αυτοί οι αριθμοί.
2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι τελικοί χρήστες με αναπηρία μπορούν να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες οι οποίες παρέχονται βάσει του πεδίου αριθμοδότησης “116” στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Τα μέτρα που λαμβάνονται προκειμένου να διευκολύνεται η πρόσβαση των τελικών χρηστών με αναπηρία σε αυτές τις υπηρεσίες όταν ταξιδεύουν σε άλλα κράτη μέλη βασίζονται στη συμμόρφωση προς τα σχετικά πρότυπα ή προδιαγραφές που δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 17 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).
3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι πολίτες ενημερώνονται καταλλήλως σχετικά με την ύπαρξη και τη χρήση υπηρεσιών που παρέχονται βάσει του πεδίου αριθμοδότησης “116”, ιδίως μέσω πρωτοβουλιών που στοχεύουν ειδικά τα άτομα που ταξιδεύουν μεταξύ των κρατών μελών.
4. Τα κράτη μέλη εκτός των μέτρων γενικής εφαρμογής σε όλους τους αριθμούς στο πεδίο αριθμοδότησης “116” που λαμβάνονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3, καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε οι πολίτες να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσία που διαχειρίζεται ανοικτή τηλεφωνική γραμμή για την καταγγελία περιπτώσεων που αφορούν αγνοούμενα παιδιά. Η ανοιχτή τηλεφωνική γραμμή διατίθεται στον αριθμό “116000”.
5. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική εφαρμογή του πεδίου αριθμοδότησης “116”, ιδιαίτερα δε της ανοικτής τηλεφωνικής γραμμής “116000” για αγνοούμενα παιδιά στα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης των μειονεκτούντων τελικών χρηστών όταν ταξιδεύουν σε άλλα κράτη μέλη, η Επιτροπή μπορεί, μετά από διαβούλευση με τον BEREC, να θεσπίζει τεχνικά εκτελεστικά μέτρα. Επιπλέον, τα τεχνικά αυτά εκτελεστικά μέτρα πρέπει να λαμβάνονται με την επιφύλαξη της οργάνωσης των συγκεκριμένων υπηρεσιών, που παραμένει αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών.
Τα μέτρα αυτά, που έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας διά της συμπλήρωσής της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 37 παράγραφος 2.
ò νέο
Άρθρο 90
H ανοικτή τηλεφωνική γραμμή για αγνοούμενα παιδιά
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι πολίτες να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσία που διαχειρίζεται ανοικτή τηλεφωνική γραμμή για την καταγγελία περιπτώσεων που αφορούν αγνοούμενα παιδιά. Η ανοιχτή τηλεφωνική γραμμή διατίθεται στον αριθμό «116000».
2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι τελικοί χρήστες με αναπηρία μπορούν να έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες οι οποίες παρέχονται βάσει του πεδίου αριθμοδότησης «116000» στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Τα μέτρα που λαμβάνονται προκειμένου να διευκολύνεται η πρόσβαση των τελικών χρηστών με αναπηρία σε αυτές τις υπηρεσίες όταν ταξιδεύουν σε άλλα κράτη μέλη βασίζονται στη συμμόρφωση προς τα σχετικά πρότυπα ή προδιαγραφές που δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 39.
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 19 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 2891
Πρόσβαση σε αριθμούς και υπηρεσίες
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όπου είναι τεχνικά και οικονομικά εφικτό, και εκτός της περιπτώσεως κατά την οποία καλούμενος συνδρομητής ð τελικός χρήστης ï έχει επιλέξει για εμπορικούς λόγους να περιορίσει την πρόσβαση από καλούντες που βρίσκονται σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές, οι αρμόδιες εθνικές ð ρυθμιστικές ï αρχές λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν, ότι οι τελικοί χρήστες μπορούν:
α) να έχουν πρόσβαση και να χρησιμοποιούν υπηρεσίες χρησιμοποιώντας μη γεωγραφικούς αριθμούς εντός της Κοινότητας Ö Ένωσης Õ και
β) να έχουν πρόσβαση σε όλους τους αριθμούς που παρέχονται στην Κοινότητα Ö Ένωση Õ, ανεξαρτήτως της τεχνολογίας και των συσκευών που χρησιμοποιεί ο πάροχος της υπηρεσίας, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι αριθμοί που υπάρχουν στα εθνικά σχέδια αριθμοδότησης των κρατών μελών, οι αριθμοί του ΕΧΤΑ και οι Παγκόσμιοι Διεθνείς Αριθμοί Ατελών Κλήσεων·.
2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες ð εθνικές ρυθμιστικές ï αρχές μπορούν να ζητούν από τις επιχειρήσεις παροχής δημόσιων δικτύων επικοινωνιών ή/και/ή διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να παρεμποδίζουν κατά περίπτωση την πρόσβαση σε αριθμούς ή υπηρεσίες, όταν αυτό δικαιολογείται για λόγους απάτης ή κατάχρησης και να απαιτούν ότι σε τέτοιες περιπτώσεις πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών παρακρατούν σημαντικά έσοδα διασύνδεσης ή άλλων υπηρεσιών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 10 (προσαρμοσμένο)
ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΟΙ ΕΛΕΓΧΟΙ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΜΕ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΙΣΧΥ ΣΕ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΕΣ ΛΙΑΝΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ
ê 2002/22/ΕΚ
Άρθρο 17
Ρυθμιστικοί έλεγχοι των λιανικών υπηρεσιών
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 12 στοιχείο α) (προσαρμοσμένο)
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές επιβάλλουν κατάλληλες κανονιστικές υποχρεώσεις στις επιχειρήσεις οι οποίες έχουν προσδιοριστεί ως έχουσες σημαντική ισχύ σε μια συγκεκριμένη λιανική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 14 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο) όταν:
α) ως αποτέλεσμα ανάλυσης αγοράς, που διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο 16 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο) μια εθνική κανονιστική αρχή κρίνει ότι μια συγκεκριμένη λιανική αγορά, η οποία προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 15 της εν λόγω οδηγίας, δεν είναι επαρκώς ανταγωνιστική και
β) η εθνική κανονιστική αρχή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται δυνάμει των άρθρων 9 έως 13 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση), δεν έχουν ως αποτέλεσμα την επίτευξη των στόχων του άρθρου 8 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).
ê 2002/22/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
2. Οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται δυνάμει της παραγράφου 1, βασίζονται στη φύση του εντοπιζόμενου προβλήματος και είναι αναλογικές και δικαιολογημένες, λαμβανομένων υπόψη των στόχων του άρθρου 8 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία πλαίσιο). Οι επιβαλλόμενες υποχρεώσεις μπορούν να περιλαμβάνουν την υποχρέωση των προσδιοριζόμενων επιχειρήσεων να μην χρεώνουν υπερβολικές τιμές, να μην παρεμποδίζουν την είσοδο νεοεισερχόμενων στην αγορά, να μην προκαλούν στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό με τον καθορισμό ιδιαίτερα χαμηλών τιμών προς προσέλκυση πελατών, να μην παρέχουν, με αθέμιτο τρόπο, προνόμια σε ειδικούς τελικούς χρήστες ούτε να δεσμοποιούν, χωρίς εύλογη αιτία, τις υπηρεσίες. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις αυτές κατάλληλα μέτρα περιορισμού των τιμών λιανικής, μέτρα για τον έλεγχο των επιμέρους τιμολογίων ή μέτρα για προσανατολισμό των τιμολογίων στο κόστος ή των τιμών σε συγκρίσιμες αγορές, προκειμένου να προστατεύουν τα συμφέροντα των τελικών χρηστών και παράλληλα να προωθούν τον πραγματικό ανταγωνισμό.
4. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές εξασφαλίζουν ότι, όταν επιχείρηση υπόκειται σε ρύθμιση τιμολογίου ή άλλους σχετικούς ελέγχους λιανικής, εφαρμόζονται τα αναγκαία και ενδεδειγμένα συστήματα λογιστικής καταγραφής κόστους. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να ορίζουν τη μορφή και τη λογιστική μεθοδολογία που πρέπει να χρησιμοποιούνται. Η τήρηση του συστήματος λογιστικής καταγραφής του κόστους, ελέγχεται από ανεξάρτητο ειδικευμένο φορέα. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές εξασφαλίζουν την κατ' έτος δημοσίευση δήλωσης συμμόρφωσης.
5. Με την επιφύλαξη του άρθρου 9 παράγραφος 2 και του άρθρου 10, οι εθνικές κανονιστικές αρχές δεν επιβάλλουν τους μηχανισμούς ελέγχου λιανικής που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, σε αγορές περιοχών ή χρηστών, στις οποίες θεωρούν ότι επικρατεί πραγματικός ανταγωνισμός.
ò νέο
Τιτλος III: Δικαιωματα τελικών χρηστών
Άρθρο 92
Μη διακριτική μεταχείριση
Οι πάροχοι δικτύων ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών δεν εφαρμόζουν καμία διακριτική απαίτηση ή όρο παροχής πρόσβασης ή χρήσης σε τελικούς χρήστες βάσει της εθνικότητας ή του τόπου κατοικίας του τελικού χρήστη, εκτός αν οι εν λόγω διαφορές είναι αντικειμενικά αιτιολογημένες.
ê 2015/2120 άρθρο 8 (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 93
Ö Διασφάλιση θεμελιωδών δικαιωμάτων Õ
31. Τα εθνικά μέτρα για την πρόσβαση των τελικών χρηστών σε υπηρεσίες και εφαρμογές ή τη χρήση τέτοιων υπηρεσιών και εφαρμογών από τους τελικούς χρήστες μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες των φυσικών προσώπων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που άπτονται του ιδιωτικού βίου και της πρόσβασης στη δικαιοσύνη, όπως ορίζονται Ö διασφαλίζονται από Õ στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών Ö τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης και τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου Õ .
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 1 στοιχείο β) (προσαρμοσμένο)
ð νέο
3α Τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη όσον αφορά την πρόσβαση των τελικών χρηστών σε υπηρεσίες και εφαρμογές ή την εκ μέρους των τελικών χρηστών χρήση τέτοιων υπηρεσιών και εφαρμογών μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες των πολιτών, όπως κατοχυρώνονται από την ευρωπαϊκή σύμβαση για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
2. Τα μέτρα αυτά, όσον αφορά την πρόσβαση των τελικών χρηστών ή τη χρήση τέτοιων υπηρεσιών και εφαρμογών από τους τελικούς χρήστες μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών τα οποία ενδέχεται να περιορίζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα ή ελευθερίες, είναι δυνατό να επιβάλλονται μόνον εφόσον ð προβλέπονται από τον νόμο και με σεβασμό στην ουσία των εν λόγω δικαιωμάτων ή ελευθεριών, ï είναι κατάλληλα, αναλογικά και απαραίτητα στο πλαίσιο της δημοκρατικής κοινωνίας, και η εφαρμογή τους υπόκειται σε επαρκείς διαδικαστικές διασφαλίσεις ð ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος αναγνωρισμένους από την Ένωση ή στην ανάγκη να προστατευτούν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες άλλων ï σύμφωνα με την ευρωπαϊκή σύμβαση για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών Ö σύμφωνα με το άρθρο 52 παράγραφος 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης Õ και τις γενικές αρχές του κοινοτικού Ö ενωσιακού Õ δικαίου, περιλαμβανομένης της αποτελεσματικής νομικής προστασίας και των διαδικαστικών εγγυήσεων. Συνακολούθως, τα εν λόγω μέτρα μπορούν να ληφθούν μόνον εφόσον τηρείται η αρχή του «τεκμηρίου αθωότητας» και υπάρχει σεβασμός του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή. Εξασφαλίζεται δίκαιη και αμερόληπτη προκαταρκτική διαδικασία, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος ακροάσεως του ενδιαφερομένου ή των ενδιαφερομένων, εφόσον συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις και διαδικασίες σε αποδεδειγμένως επείγουσες περιπτώσεις σύμφωνα με την ευρωπαϊκή σύμβαση για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών Ö τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης Õ. Εξασφαλίζεται το δικαίωμα αποτελεσματικού και έγκαιρου ελέγχου της νομιμότητας.
ò νέο
Άρθρο 94
Επίπεδο εναρμόνισης
Τα κράτη μέλη δεν διατηρούν ούτε θεσπίζουν στο εθνικό τους δίκαιο διατάξεις προστασίας των τελικών χρηστών σχετικά με τα θέματα που καλύπτονται από τον παρόντα τίτλο, οι οποίες αποκλίνουν από τις διατάξεις που ορίζονται στον παρόντα τίτλο, συμπεριλαμβανομένων περισσότερο ή λιγότερο αυστηρών διατάξεων για την εξασφάλιση διαφορετικού επιπέδου προστασίας, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα τίτλο.
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 14
Άρθρο 20
Συμβάσεις
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όταν οι καταναλωτές και άλλοι τελικοί χρήστες είναι συνδρομητές υπηρεσιών παροχής σύνδεσης σε δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών ή/και διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εφόσον το ζητήσουν, έχουν δικαίωμα για σύμβαση με επιχείρηση ή επιχειρήσεις που παρέχουν τη σύνδεση ή/και τις υπηρεσίες αυτές. Στη σύμβαση αναφέρονται με σαφή, συνολική και ευκόλως προσβάσιμη μορφή τουλάχιστον:
α) τα στοιχεία και η διεύθυνση της επιχείρησης.
β) οι παρεχόμενες υπηρεσίες, όπου περιλαμβάνονται ειδικότερα:
–το αν παρέχεται πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και σε πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος και για τυχόν περιορισμούς όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης σύμφωνα με το άρθρο 26,
–πληροφορίες σχετικά με τυχόν άλλους όρους που περιορίζουν την πρόσβαση σε υπηρεσίες και εφαρμογές ή/και τη χρήση τους, όπου, βάσει του εθνικού δικαίου και σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, επιτρέπεται η ύπαρξη τέτοιων όρων,
–τα ελάχιστα προσφερόμενα επίπεδα ποιότητας υπηρεσιών, ιδίως η προθεσμία της αρχικής σύνδεσης και, κατά περίπτωση, άλλες παράμετροι της ποιότητας της υπηρεσίας, όπως ορίζονται από τις εθνικές κανονιστικές αρχές,
–πληροφορίες σχετικά με τυχόν μεθόδους που εφαρμόζει η επιχείρηση για τη μέτρηση και τη διαμόρφωση της κίνησης στο σημείο ζεύξης, προκειμένου να αποφεύγεται η φόρτωση του σημείου ζεύξης μέχρι το όριο χωρητικότητάς του ή η υπερφόρτωσή του, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο που οι μέθοδοι αυτές θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ποιότητα της υπηρεσίας,
–οι μορφές των παρεχόμενων υπηρεσιών συντήρησης και υποστήριξης των πελατών, καθώς και οι δυνατότητες επαφής με τις υπηρεσίες αυτές,
–τυχόν περιορισμοί που επιβάλλονται από τον πάροχο όσον αφορά τη χρήση του παρεχόμενου τερματικού εξοπλισμού.
γ) εφόσον υπάρχει υποχρέωση δυνάμει του άρθρου 25, οι επιλογές του συνδρομητή σχετικά με το εάν τα προσωπικά του δεδομένα θα περιληφθούν σε κατάλογο συνδρομητών και το είδος αυτών των δεδομένων.
–
δ) οι λεπτομέρειες των τιμών και των τιμολογίων, τα μέσα με τα οποία δύναται να αποκτώνται επικαιροποιημένες πληροφορίες για όλα τα ισχύοντα τιμολόγια και τέλη συντήρησης, οι προσφερόμενες μέθοδοι πληρωμής και κάθε διαφορά κόστους που οφείλεται στη μέθοδο πληρωμής.
ε) η διάρκεια της σύμβασης και οι όροι για την ανανέωση και την καταγγελία των υπηρεσιών και της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων:
–κάθε ελάχιστου ορίου χρήσης που απαιτείται για να επωφεληθεί κανείς από όρους προσφορών,
–κάθε επιβάρυνσης για τη φορητότητα αριθμών και άλλων αναγνωριστικών,
κάθε επιβάρυνσης λόγω λήξης της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένου του κόστους για την ανάκτηση του τερματικού εξοπλισμού·στ) κάθε ρύθμιση για αποζημίωση και επιστροφή σε περίπτωση αθέτησης της σύμβασης όσον αφορά το επίπεδο ποιότητας της υπηρεσίας.
ζ) ο τρόπος κίνησης των διαδικασιών επίλυσης των διαφορών σύμφωνα με το άρθρο 34.
η) η μορφή των μέτρων που ενδέχεται να λάβει η επιχείρηση ως απάντηση σε περιστατικά που αφορούν την ασφάλεια ή την ακεραιότητα, ή σε απειλές και τρωτά σημεία.
Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να απαιτούν να περιλαμβάνει η σύμβαση κάθε είδους πληροφορία παρεχόμενη από τις σχετικές δημόσιες αρχές όσον αφορά τη χρήση των δικτύων και των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών με σκοπό την ενασχόληση με παράνομες δραστηριότητες ή τη διάδοση υλικού επιβλαβούς περιεχομένου, καθώς και τα μέσα προστασίας έναντι των κινδύνων για την προσωπική ασφάλεια, την ιδιωτική ζωή και τα προσωπικά δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 21, παράγραφος 4, και αφορούν την παρεχόμενη υπηρεσία.
2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι συνδρομητές έχουν το δικαίωμα να καταγγέλλουν τις συμβάσεις τους χωρίς κυρώσεις, όταν τους κοινοποιούνται τροποποιήσεις των συμβατικών όρων που προτείνουν οι επιχειρήσεις παροχής δικτύων ή/και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Οι συνδρομητές ειδοποιούνται εγκαίρως, τουλάχιστον ένα μήνα πριν, σχετικά με τις τροποποιήσεις αυτές, και ενημερώνονται, ταυτόχρονα, για το δικαίωμά τους να καταγγέλλουν τις συμβάσεις αυτές, χωρίς κυρώσεις, εφόσον δεν δέχονται τους νέους όρους. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές είναι σε θέση να καθορίζουν τη μορφή αυτών των κοινοποιήσεων.
ò νέο
Άρθρο 95
Απαιτήσεις πληροφοριών για συμβάσεις
1. Προτού ο καταναλωτής δεσμευτεί με σύμβαση ή με οποιαδήποτε αντίστοιχη προσφορά, οι πάροχοι διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών εκτός από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιακών ανεξαρτήτως αριθμών, παρέχουν τις απαιτούμενες πληροφορίες σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6 της οδηγίας 2011/83/ΕΕ, ανεξάρτητα από το ποσό τυχόν πληρωμής που πρέπει να πραγματοποιηθεί, καθώς και τις ακόλουθες πληροφορίες με σαφή και κατανοητό τρόπο:
α) ως μέρος των κύριων χαρακτηριστικών κάθε παρεχόμενης υπηρεσίας:
i) τα τυχόν ελάχιστα επίπεδα ποιότητας υπηρεσιών, στον βαθμό που αυτά προσφέρονται, και σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC που πρόκειται να εκδοθούν μετά από διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη και σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή, όσον αφορά:
–για τις υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο: τουλάχιστον τον χρόνο αναμονής, τις διακυμάνσεις χρόνου επιστροφής πακέτων, την απώλεια πακέτων,
–για τις διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών: τουλάχιστον τον χρόνο για την αρχική σύνδεση, την πιθανότητα αποτυχίας, τις καθυστερήσεις στη σηματοδότηση της κλήσης και
–για τις υπηρεσίες εκτός από υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο, κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 5 του κανονισμού 2015/2120: τις εξασφαλισμένες ειδικές παραμέτρους ποιότητας,
ii) με την επιφύλαξη του δικαιώματος των τελικών χρηστών να χρησιμοποιούν τερματικό εξοπλισμό της επιλογής τους, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού 2015/2120, τυχόν περιορισμούς που επιβάλλονται από τον πάροχο στη χρήση του παρεχόμενου τερματικού εξοπλισμού·
β) κάθε ρύθμιση για αποζημίωση και επιστροφή σε περίπτωση αθέτησης της σύμβασης όσον αφορά το επίπεδο ποιότητας υπηρεσιών·
γ) ως μέρος των πληροφοριών σχετικά με τις τιμές:
i) τις λεπτομέρειες των τιμολογιακών προγραμμάτων βάσει της σύμβασης και, κατά περίπτωση, τους όγκους επικοινωνιών (MB, λεπτά, SMS) που περιλαμβάνονται ανά περίοδο τιμολόγησης, και την τιμή για συμπληρωματικές μονάδες επικοινωνίας,
ii) τις τιμολογιακές πληροφορίες σχετικά με οποιουσδήποτε αριθμούς ή υπηρεσίες που υπόκεινται σε ιδιαίτερους όρους τιμολόγησης· όσον αφορά τις επιμέρους κατηγορίες υπηρεσιών, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να απαιτούν την παροχή αυτών των πληροφοριών αμέσως πριν από τη σύνδεση της κλήσης,
iii) για δέσμες υπηρεσιών και δέσμες που περιλαμβάνουν τόσο υπηρεσίες όσο και εξοπλισμό, την τιμή των επιμέρους στοιχείων της δέσμης στον βαθμό που διατίθενται επίσης στην αγορά χωριστά,
iv) τις λεπτομέρειες για τις υπηρεσίες μετά την πώληση και τα τέλη συντήρησης, και
v) τους τρόπους με τους οποίους είναι δυνατό να λαμβάνονται επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με όλα τα εφαρμοζόμενα τιμολόγια και τέλη συντήρησης·
δ) ως μέρος των πληροφοριών για τη διάρκεια της σύμβασης και τους όρους για ανανέωση και λήξη της σύμβασης:
i) την τυχόν ελάχιστη απαιτούμενη χρήση ή διάρκεια για να επωφεληθεί κανείς από όρους προσφορών,
ii) τις τυχόν επιβαρύνσεις σχετικά με την αλλαγή παρόχου και τη φορητότητα αριθμών και άλλων αναγνωριστικών, και ρυθμίσεις για αποζημίωση και επιστροφή λόγω καθυστέρησης ή κατάχρησης της αλλαγής παρόχου,
iii) τις τυχόν επιβαρύνσεις λόγω πρόωρης λήξης της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένης τυχόν ανάκτησης κόστους όσον αφορά τερματικό εξοπλισμό και άλλα πλεονεκτήματα προώθησης,
iv) για δέσμες υπηρεσιών, τους όρους λήξης της δέσμης ή των στοιχείων της,
ε) τις λεπτομέρειες για προϊόντα και υπηρεσίες σχεδιασμένες για τελικούς χρήστες με αναπηρία, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο είναι δυνατό να λαμβάνονται επικαιροποιήσεις των εν λόγω πληροφοριών·
στ) τα μέσα κίνησης των διαδικασιών επίλυσης των διαφορών σύμφωνα με το άρθρο 25·
ζ) το είδος των ενεργειών στις οποίες ενδέχεται να προβεί η επιχείρηση ως αντίδραση σε περιστατικά που αφορούν την ασφάλεια ή την ακεραιότητα, ή σε απειλές και τρωτά σημεία.
2. Επιπλέον των απαιτήσεων της παραγράφου 1, οι πάροχοι διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών παρέχουν τις ακόλουθες πληροφορίες με σαφή και κατανοητό τρόπο:
–τους τυχόν περιορισμούς όσον αφορά την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και/ή τις πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος λόγω έλλειψης δυνατότητας τεχνικής εφαρμογής·
–το δικαίωμα των τελικών χρηστών να αποφασίζουν εάν επιθυμούν ή όχι να περιληφθούν τα στοιχεία προσωπικού χαρακτήρα που τους αφορούν σε δημόσιο κατάλογο συνδρομητών, καθώς και τα είδη των στοιχείων αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 12 της οδηγίας 2002/58/ΕΚ.
3. Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται επίσης στις πολύ μικρές ή μικρές επιχειρήσεις ως τελικούς χρήστες, εκτός εάν έχουν συμφωνήσει ρητώς να παραιτηθούν από το σύνολο ή από μέρη των διατάξεων αυτών.
4. Οι πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο παρέχουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, καθώς και τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2120.
5. Έως την [ημερομηνία έναρξης ισχύος συν 12 μήνες], ο BEREC εκδίδει απόφαση σχετικά με υπόδειγμα συνοπτικής σύμβασης, με την οποία προσδιορίζονται τα κύρια στοιχεία των απαιτήσεων πληροφοριών σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2. Αυτά τα κύρια στοιχεία περιλαμβάνουν τουλάχιστον ολοκληρωμένες πληροφορίες για:
α)το όνομα και τη διεύθυνση του παρόχου,
β)τα κύρια χαρακτηριστικά κάθε παρεχόμενης υπηρεσίας,
γ)τις αντίστοιχες τιμές,
δ)τη διάρκεια της σύμβασης και τους όρους για την ανανέωση και τη λήξη,
ε)τον βαθμό στον οποίο τα προϊόντα και οι υπηρεσίες είναι σχεδιασμένα για τελικούς χρήστες με αναπηρία,
στ)όσον αφορά τις υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο, τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2120.
Οι πάροχοι που υπόκεινται στις υποχρεώσεις βάσει των παραγράφων 1 έως 4 συμπληρώνουν δεόντως το εν λόγω υπόδειγμα συνοπτικής σύμβασης με τις απαιτούμενες πληροφορίες και το παρέχουν στους καταναλωτές, καθώς και στις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις, πριν από τη σύναψη της σύμβασης. Η συνοπτική σύμβαση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης.
6. Οι πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο και οι πάροχοι διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών προσφέρουν στους τελικούς χρήστες τη δυνατότητα να παρακολουθούν και να ελέγχουν τη χρήση καθεμίας από τις εν λόγω υπηρεσίες που χρεώνεται βάσει κατανάλωσης είτε χρόνου ή όγκου. Η διευκόλυνση αυτή περιλαμβάνει την πρόσβαση σε έγκαιρη πληροφόρηση σχετικά με το επίπεδο κατανάλωσης των υπηρεσιών που περιλαμβάνονται σε τιμολογιακό πρόγραμμα.
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 14
Άρθρο 21
Διαφάνεια και δημοσίευση πληροφοριών
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές είναι σε θέση να απαιτούν από τις επιχειρήσεις δημόσιας παροχής δικτύου ή/και δημόσια διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να δημοσιεύουν διαφανείς, συγκρίσιμες, κατάλληλες και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τις ισχύουσες τιμές και τιμολόγια, τυχόν τέλη λόγω τερματισμού μιας σύμβασης, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τους τυποποιημένους όρους και προϋποθέσεις όσον αφορά την πρόσβαση στις υπηρεσίες που παρέχονται στους τελικούς χρήστες και καταναλωτές και τη χρήση των υπηρεσιών αυτών σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ. Οι εν λόγω πληροφορίες δημοσιεύονται σε σαφή, κατανοητή και ευκόλως προσβάσιμη μορφή. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να προσδιορίζουν επιπρόσθετες απαιτήσεις σε σχέση με τη μορφή υπό την οποία δημοσιεύονται αυτές οι πληροφορίες.
2. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές ενθαρρύνουν την παροχή συγκρίσιμων πληροφοριών ώστε οι τελικοί χρήστες και οι καταναλωτές να είναι σε θέση να προβαίνουν σε ανεξάρτητη αξιολόγηση του κόστους των εναλλακτικών τρόπων χρήσης, παραδείγματος χάριν μέσω διαδραστικής καθοδήγησης ή παρόμοιων τεχνικών. Αν δεν είναι διαθέσιμες στην αγορά τέτοιες ευκολίες δωρεάν ή σε λογική τιμή, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές είναι σε θέση να καθιστούν διαθέσιμες, είτε οι ίδιες είτε μέσω τρίτων φορέων, την εν λόγω καθοδήγηση ή τις τεχνικές. Τρίτα μέρη έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν ατελώς τις πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν από τις επιχειρήσεις παροχής δικτύων ή/και δημόσια διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, με σκοπό την πώληση ή τη διάθεση της αλληλεπιδραστικής καθοδήγησης ή παρόμοιων τεχνικών.
3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να υποχρεώνουν τις επιχειρήσεις παροχής δημόσιου δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή/και δημόσια διαθέσιμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών μεταξύ άλλων:
α) να παρέχουν στους συνδρομητές πληροφορίες για τα ισχύοντα τιμολόγια σχετικά με οιονδήποτε αριθμό ή οιαδήποτε υπηρεσία που υπόκειται σε ιδιαίτερους όρους τιμολόγησης· όσον αφορά τις επιμέρους κατηγορίες υπηρεσιών, οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να απαιτούν οι πληροφορίες αυτές να παρέχονται πριν από τη σύνδεση με τον καλούμενο αριθμό·
β) να ενημερώνουν τους συνδρομητές σχετικά με οιαδήποτε αλλαγή όσον αφορά την πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης ή τις πληροφορίες εντοπισμού του καλούντος στην υπηρεσία για την οποία έχουν συνδρομή·
γ) να ενημερώνουν τους συνδρομητές για οποιαδήποτε αλλαγή στους όρους που περιορίζουν την πρόσβαση σε υπηρεσίες και εφαρμογές ή/και τη χρήση τους, όπου, βάσει του εθνικού δικαίου, και σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, επιτρέπεται η ύπαρξη τέτοιων όρων·
δ) να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τυχόν μεθόδους που εφαρμόζει ο πάροχος για τη μέτρηση και τη διαμόρφωση της κίνησης, προκειμένου να αποφεύγεται η φόρτωση του σημείου ζεύξης μέχρι το όριο χωρητικότητάς του ή η υπερφόρτωσή του, καθώς και σχετικά με τον τρόπο που οι μέθοδοι αυτές θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ποιότητα της υπηρεσίας·
ε) να ενημερώνουν τους συνδρομητές σχετικά με το δικαίωμά τους να αποφασίζουν εάν επιθυμούν ή όχι να περιληφθούν τα στοιχεία προσωπικού χαρακτήρα που τους αφορούν σε δημόσιο κατάλογο συνδρομητών, καθώς και τη μορφή των στοιχείων αυτών σύμφωνα με το άρθρο 12 της οδηγίας 2002/58/ΕΚ (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες) και
στ) να ενημερώνουν σε τακτά διαστήματα τους συνδρομητές με αναπηρία σχετικά με τις λεπτομέρειες των υφισταμένων προϊόντων και υπηρεσιών που έχουν σχεδιαστεί ειδικά για αυτούς.
Εάν κριθεί ενδεδειγμένο, οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να προωθήσουν μέτρα απορρύθμισης και συρρύθμισης πριν από την επιβολή οιασδήποτε υποχρέωσης.
4. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 να διανέμουν πληροφορίες δημοσίου ενδιαφέροντος σε υφιστάμενους και νέους συνδρομητές όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο, με τα ίδια μέσα που χρησιμοποιούν συνήθως οι επιχειρήσεις για τις επικοινωνίες τους με συνδρομητές. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτές οι πληροφορίες παρέχονται από τις αρμόδιες δημόσιες αρχές σε τυποποιημένη μορφή και καλύπτουν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα θέματα:
α) τις πιο κοινές χρήσεις των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών με σκοπό την ενασχόληση με παράνομες ενέργειες ή τη διάδοση υλικού επιβλαβούς περιεχομένου, ιδίως σε τομείς που θα μπορούσαν να βλάψουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων και των ελευθεριών άλλων προσώπων, περιλαμβανομένων των παραβιάσεων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων και των νομικών τους επιπτώσεων και
β) τα μέσα προστασίας του συνδρομητή κατά κινδύνων που απειλούν την προσωπική ασφάλεια, την ιδιωτική ζωή και τα προσωπικά δεδομένα κατά τη χρήση των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
ò νέο
Άρθρο 96
Διαφάνεια, σύγκριση προσφορών και δημοσίευση πληροφοριών
1. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που αναφέρονται στο παράρτημα VIII δημοσιεύονται σε μορφή που είναι σαφής, κατανοητή και εύκολα προσβάσιμη από τις επιχειρήσεις που παρέχουν διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εκτός από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, ή από την ίδια την εθνική ρυθμιστική αρχή. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δύνανται να προσδιορίζουν πρόσθετες απαιτήσεις σε σχέση με τη μορφή υπό την οποία πρέπει να δημοσιεύονται αυτές οι πληροφορίες.
2. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διασφαλίζουν ότι οι τελικοί χρήστες έχουν πρόσβαση ατελώς σε τουλάχιστον ένα ανεξάρτητο εργαλείο σύγκρισης που τους επιτρέπει να συγκρίνουν και να αξιολογούν τις τιμές και τα τιμολόγια, καθώς και την ποιότητα των επιδόσεων των διαφόρων διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εκτός από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών.
Το εργαλείο σύγκρισης:
α)λειτουργεί ανεξάρτητα, διασφαλίζοντας ότι οι πάροχοι υπηρεσιών έχουν ίση μεταχείριση στα αποτελέσματα της αναζήτησης·
β)δημοσιοποιεί με σαφήνεια τους οικείους ιδιοκτήτες και φορείς εκμετάλλευσης·
γ)ορίζει σαφή, αντικειμενικά κριτήρια στα οποία θα βασίζεται η σύγκριση·
δ)χρησιμοποιεί απλή και σαφή γλώσσα·
ε)παρέχει ακριβή και επικαιροποιημένη πληροφόρηση και αναφέρει τον χρόνο της τελευταίας επικαιροποίησης·
στ)περιλαμβάνει ευρύ φάσμα προσφορών που καλύπτουν σημαντικό μέρος της αγοράς και, αν οι προβαλλόμενες πληροφορίες δεν αποτελούν πλήρη επισκόπηση της αγοράς, σαφή σχετική δήλωση, πριν από την απεικόνιση των αποτελεσμάτων·
ζ)παρέχει αποτελεσματική διαδικασία για την αναφορά εσφαλμένης πληροφόρησης.
Τα εργαλεία σύγκρισης που πληρούν τις απαιτήσεις των στοιχείων α) έως ζ) πιστοποιούνται, κατόπιν αίτησης, από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Οι τρίτοι έχουν δικαίωμα να χρησιμοποιούν ατελώς τις πληροφορίες που δημοσιεύονται από επιχειρήσεις που παρέχουν διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εκτός από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, με σκοπό τη διάθεση τέτοιου είδους ανεξάρτητων εργαλείων σύγκρισης.
3. Τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν από τις επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο ή διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών να διανέμουν ατελώς πληροφορίες δημοσίου ενδιαφέροντος σε υφιστάμενους και νέους τελικούς χρήστες, κατά περίπτωση, με τα ίδια μέσα που χρησιμοποιούν συνήθως για τις επικοινωνίες τους με τους τελικούς χρήστες. Σε αυτή την περίπτωση, οι εν λόγω πληροφορίες δημοσίου ενδιαφέροντος παρέχονται από τις αρμόδιες δημόσιες αρχές σε τυποποιημένη μορφή και καλύπτουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα θέματα:
α)τις πλέον κοινές χρήσεις των υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο και των διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών με σκοπό την ενασχόληση με παράνομες ενέργειες ή τη διάδοση υλικού επιβλαβούς περιεχομένου, ιδίως όταν είναι δυνατό να θίξουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων και των ελευθεριών άλλων, περιλαμβανομένων των παραβιάσεων των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων, και τις νομικές τους επιπτώσεις·
β)και τα μέσα προστασίας έναντι κινδύνων που απειλούν την προσωπική ασφάλεια, την ιδιωτική ζωή και τα προσωπικά δεδομένα κατά τη χρήση υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο και διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών.
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 14 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 9722
Ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι Oοι εθνικές κανονιστικές αρχές, αφού λάβουν υπόψη τη γνώμη των ενδιαφερόμενων μερών, μπορούν Ö δύνανται Õ να απαιτούν από τις επιχειρήσεις παροχής Ö παρόχους Õ ð υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο και ï διαθέσιμων στο κοινό δικτύων ή/και υπηρεσιών ð διαπροσωπικών ï ηλεκτρονικών επικοινωνιών ð βάσει αριθμών ï , να δημοσιεύουν ð κατανοητές, ï συγκρίσιμες, κατάλληλες ð αξιόπιστες, φιλικές προς τον χρήστη ï και επικαιροποιημένες πληροφορίες για τους τελικούς χρήστες, σχετικά με την ποιότητα των υπηρεσιών τους, και σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται ώστε να εξασφαλίζεται ισοδύναμη σε τελικούς χρήστες με αναπηρία. Οι πληροφορίες διαβιβάζονται επίσης, κατόπιν αιτήματος, στην εθνική κανονιστική αρχή, πριν δημοσιευθούν.
2. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να καθορίζουν, ð λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές του BEREC ï μεταξύ άλλων, τις προς μέτρηση παραμέτρους ποιότητας της υπηρεσίας ð και τις εφαρμοστέες μεθόδους μέτρησης, ï και το περιεχόμενο, τη μορφή και τον τρόπο δημοσίευσης των πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων πιθανών μηχανισμών πιστοποίησης της ποιότητας, προκειμένου να εξασφαλίζεται η πρόσβαση των τελικών χρηστών, συμπεριλαμβανομένων τελικών χρηστών με αναπηρία, σε πλήρεις, συγκρίσιμες, αξιόπιστες και εύχρηστες πληροφορίες. Ανάλογα με την περίπτωση, μπορούν να χρησιμοποιούνται οι παράμετροι, οι ορισμοί και οι μέθοδοι μέτρησης που περιέχονται στο παράρτημα III IX.
3. Προκειμένου να αποτραπούν η υποβάθμιση της υπηρεσίας και η παρακώλυση ή η επιβράδυνση της κίνησης στα δίκτυα, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να θεσπίζουν ελάχιστες απαιτήσεις ποιότητας της υπηρεσίας για την επιχείρηση ή τις επιχειρήσεις παροχής δημόσιων δικτύων επικοινωνιών.
Οι εθνικές κανονιστικές αρχές παρέχουν στην Επιτροπή, έγκαιρα πριν από τον καθορισμό τέτοιων απαιτήσεων, περίληψη των λόγων που επιβάλλουν την ανάληψη δράσης, των σχεδιαζόμενων απαιτήσεων και του προτεινόμενου τρόπου δράσης. Οι πληροφορίες αυτές διατίθενται επίσης στον φορέα ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες (BEREC). Η Επιτροπή μπορεί, αφού εξετάσει τις πληροφορίες αυτές, να υποβάλει σχετικές παρατηρήσεις ή συστάσεις προκειμένου, ιδιαίτερα, να διασφαλίσει ότι οι απαιτήσεις δεν θα έχουν αρνητικό αντίκτυπο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές, όταν λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με την επιβολή απαιτήσεων, λαμβάνουν υπόψη τις παρατηρήσεις ή τις συστάσεις της Επιτροπής στο μέγιστο δυνατό βαθμό.
Έως την [ημερομηνία έναρξης ισχύος συν 18 μήνες], και για να συμβάλει στη συνεκτική εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, ο BEREC, κατόπιν διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη και σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις σχετικές παραμέτρους ποιότητας υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των παραμέτρων που αφορούν τους τελικούς χρήστες με αναπηρία, των εφαρμοζόμενων μεθόδων μέτρησης, του περιεχομένου και της μορφής δημοσίευσης των πληροφοριών, και των μηχανισμών πιστοποίησης της ποιότητας.
ò νέο
Άρθρο 98
Διάρκεια και καταγγελία της σύμβασης
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι όροι και οι διαδικασίες καταγγελίας της σύμβασης δεν αποτελούν αντικίνητρο για την αλλαγή παρόχου υπηρεσιών και ότι οι συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων που παρέχουν διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εκτός από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, δεν επιβάλλουν αρχική περίοδο δέσμευσης άνω των 24 μηνών. Τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν ή να διατηρούν συντομότερες μέγιστες διάρκειες για την αρχική περίοδο δέσμευσης.
Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται όσον αφορά τη διάρκεια σύμβασης που προβλέπει την πληρωμή σε δόσεις, αν ο καταναλωτής έχει συμφωνήσει σε ξεχωριστή σύμβαση να καταβάλλει πληρωμές σε δόσεις για την εγκατάσταση φυσικής σύνδεσης.
2. Όταν προβλέπεται αυτόματη παράταση σύμβασης ορισμένης διάρκειας από τη σύμβαση ή την εθνική νομοθεσία, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, μετά τη λήξη της αρχικής περιόδου και εκτός αν ο καταναλωτής έχει συμφωνήσει ρητά για την παράταση της σύμβασης, οι καταναλωτές έχουν το δικαίωμα να καταγγέλλουν τη σύμβαση ανά πάσα στιγμή με προθεσμία προειδοποίησης ενός μήνα και χωρίς καμία οικονομική επιβάρυνση εκτός αυτής για την παροχή των υπηρεσιών κατά την περίοδο προειδοποίησης.
3. Οι τελικοί χρήστες έχουν το δικαίωμα να καταγγέλλουν τη σύμβασή τους χωρίς καμία ε οικονομική επιβάρυνση κατόπιν κοινοποίησης αλλαγών στους συμβατικούς όρους που προτείνονται από τον πάροχο διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, πλην υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, εκτός αν οι προτεινόμενες αλλαγές είναι αποκλειστικά προς όφελος του τελικού χρήστη ή είναι αυστηρώς αναγκαίες για την εφαρμογή νομοθετικών ή ρυθμιστικών αλλαγών. Οι πάροχοι κοινοποιούν κάθε τέτοια αλλαγή στους τελικούς χρήστες, τουλάχιστον ένα μήνα πριν, και ταυτόχρονα τους ενημερώνουν για το δικαίωμά τους να καταγγείλουν τη σύμβασή τους χωρίς καμία οικονομική επιβάρυνση αν δεν αποδέχονται τους νέους όρους. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η κοινοποίηση γίνεται με σαφή και κατανοητό τρόπο, σε σταθερό μέσο και σε μορφή που επιλέγεται από τον τελικό χρήστη κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης.
4. Σε περίπτωση που είναι δυνατή η πρόωρη καταγγελία σύμβασης για διαθέσιμη στο κοινό υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών από τον τελικό χρήστη σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και με άλλες διατάξεις του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου, δεν οφείλεται καμία αποζημίωση από τον τελικό χρήστη, εκτός από την αποζημίωση για την κατά χρονική αναλογία αξία του επιδοτούμενου εξοπλισμού που παρέχεται ως δέσμη με τη σύμβαση κατά τη στιγμή σύναψής της, και αποζημίωση κατά χρονική αναλογία για κάθε άλλο πλεονέκτημα που απορρέει από προωθητικές ενέργειες, το οποίο επισημαίνεται ως τέτοιο κατά τη στιγμή σύναψης της σύμβασης. Κάθε περιορισμός στη χρήση τερματικού εξοπλισμού σε άλλα δίκτυα αίρεται ατελώς από τον πάροχο το αργότερο έως την καταβολή της εν λόγω αποζημίωσης.
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 21 (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 3099
Διευκόλυνση της Ααλλαγής παρόχου Ö και φορητότητα αριθμού Õ
ò νέο
1. Σε περίπτωση αλλαγής μεταξύ παρόχων υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο, οι εκάστοτε πάροχοι παρέχουν στον τελικό χρήστη επαρκείς πληροφορίες πριν και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αλλαγής και διασφαλίζουν τη συνέχιση της υπηρεσίας. Ο πάροχος στον οποίο μεταφέρεται ο αριθμός εξασφαλίζει ότι η ενεργοποίηση της υπηρεσίας επέρχεται κατά την ημερομηνία που συμφωνείται με τον τελικό χρήστη. Ο μεταφέρων πάροχος εξακολουθεί να παρέχει τις υπηρεσίες του με τους ίδιους όρους μέχρι την ενεργοποίηση των υπηρεσιών του υποδεχόμενου παρόχου. Η απώλεια υπηρεσίας κατά τη διαδικασία αλλαγής δεν υπερβαίνει τη μία εργάσιμη ημέρα.
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές εξασφαλίζουν την αποδοτικότητα της διαδικασίας αλλαγής παρόχου για τον τελικό χρήστη.
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 21
ð νέο
12. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όλοι οι συνδρομητές ð τελικοί χρήστες ï κάτοχοι αριθμών που υπάρχουν στο εθνικό σχέδιο τηλεφωνικής αριθμοδότησης μπορούν, μετά από σχετική αίτηση, να διατηρούν τον (τους) αριθμό(-ούς) τους, ανεξαρτήτως της επιχείρησης που παρέχει την υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος VI, μέρος Γ.
23. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές εξασφαλίζουν ότι η τιμολόγηση μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης ή/και/ή παρόχων υπηρεσιών όσον αφορά την παροχή φορητότητας του αριθμού, αντανακλά το κόστος και ότι ð δεν εφαρμόζονται ï οι τυχόν άμεσες χρεώσεις ð σε τελικούς χρήστες ï των συνδρομητών δεν λειτουργούν αποτρεπτικά για την αλλαγή του παρόχου υπηρεσιών από τους συνδρομητές.
34. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές δεν επιβάλλουν τιμολόγια λιανικής για τη μεταφορά αριθμού κατά τρόπο που να στρεβλώνει τον ανταγωνισμό, όπως θεσπίζοντας ειδικά ή κοινά τιμολόγια λιανικής.
45. Η μεταφορά αριθμών και η επακόλουθη ενεργοποίησή τους πραγματοποιείται εντός της συντομότερης δυνατής προθεσμίας. Εν πάση περιπτώσει, η ενεργοποίηση του αριθμού των συνδρομητών ð τελικών χρηστών ï που έχουν συνάψει συμφωνία για τη μεταφορά ενός αριθμού σε νέα επιχείρηση γίνεται μέσα σε μια εργάσιμη ημέρα ð από τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας ï.
ð Ο υποδεχόμενος πάροχος διεξάγει τη διαδικασία αλλαγής και μεταφοράς. ï Με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου, οι αρμόδιες Οι εθνικές ð ρυθμιστικές ï αρχές μπορούν να καθορίζουν τη συνολική διαδικασία ð αλλαγής και ï μεταφοράς αριθμών έχοντας κατά νου τις εθνικές διατάξεις περί συμβάσεων και τεχνικής σκοπιμότητας, καθώς και την ανάγκη για διατήρηση της συνέχειας της υπηρεσίας προς τον συνδρομητή ð τελικό χρήστη ï. Σε κάθε περίπτωση, η απώλεια υπηρεσίας κατά τη διαδικασία δεν μπορεί να υπερβαίνει τη μία εργάσιμη ημέρα. ð Σε περίπτωση αποτυχίας της διαδικασίας μεταφοράς, ο μεταφέρων πάροχος επανενεργοποιεί τον αριθμό του τελικού χρήστη μέχρι την επιτυχή ολοκλήρωση της μεταφοράς. ï Οι αρμόδιες εθνικές ð ρυθμιστικές ï αρχές λαμβάνουν επίσης υπόψη, αν χρειαστεί, ð κατάλληλα ï μέτρα με τα οποία να εξασφαλίζεται ότι οι συνδρομητές ð τελικοί χρήστες ï ð ενημερώνονται επαρκώς και ï προστατεύονται καθ’ όλη τη διαδικασία αλλαγής φορέα και δεν μεταφέρονται σε άλλο φορέα παρά τη θέλησή τους.
6. Τα κράτη μέληΟι εθνικές κανονιστικές αρχές μεριμνούν για την πρόβλεψημπορούν να επιβάλουν κατάλληλωνες κυρώσεωνις στιους επιχειρήσειςπαρόχους υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης να αποζημιώνουν τους συνδρομητές ð τελικούς χρήστες ï σε περίπτωση καθυστέρησης μεταφοράς ή καταχρηστικής μεταφοράς από τους ίδιους ή για λογαριασμό τους.
5. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι συμβάσεις οι οποίες συνάπτονται μεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων που παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών δεν επιβάλλουν αρχική περίοδο δέσμευσης η οποία υπερβαίνει τους 24 μήνες. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν επίσης ότι οι επιχειρήσεις προσφέρουν στους χρήστες τη δυνατότητα να συνάπτουν σύμβαση συνδρομής με μέγιστη διάρκεια 12 μήνες.
6. Με την επιφύλαξη τυχόν ελάχιστης συμβατικής περιόδου, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι όροι και οι διαδικασίες καταγγελίας της σύμβασης δε λειτουργούν αποτρεπτικά για την αλλαγή των παρόχων υπηρεσιών.
ò νέο
Άρθρο 100
Δεσμοποιημένες προσφορές
1. Αν δέσμη υπηρεσιών ή δέσμη αγαθών και υπηρεσιών που προσφέρεται σε τελικό χρήστη περιλαμβάνει τουλάχιστον μία διαθέσιμη στο κοινό υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών εκτός από υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτων αριθμών, εφαρμόζεται το άρθρο 95, το άρθρο 96 παράγραφος 1, το άρθρο 98 και το άρθρο 99 παράγραφος 1, τηρουμένων των αναλογιών, σε όλα τα στοιχεία της δέσμης, εκτός από τις περιπτώσεις όπου οι διατάξεις που εφαρμόζονται σε ένα άλλο στοιχείο της δέσμης είναι ευνοϊκότερες για τον τελικό χρήστη.
2. Κάθε συνδρομή σε πρόσθετες υπηρεσίες ή αγαθά που παρέχονται ή διανέμονται από τον ίδιο πάροχο διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, πλην υπηρεσιών διαπροσωπικών επικοινωνιών ανεξαρτήτως αριθμών, δεν επανεκκινεί τη διάρκεια ισχύος της αρχικής σύμβασης, εκτός αν οι πρόσθετες υπηρεσίες ή τα αγαθά προσφέρονται σε ειδική τιμή προσφοράς που διατίθεται μόνον υπό τον όρο επανεκκίνησης της υφιστάμενης διάρκειας ισχύος της σύμβασης.
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 14
Άρθρο 23101
Διαθεσιμότητα των υπηρεσιών
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα απαιτούμενα μέτρα ώστε να εξασφαλίζουν τη μέγιστη δυνατή διαθεσιμότητα διαθέσιμων στο κοινό τηλεφωνικών υπηρεσιών που παρέχονται μέσω των δημόσιων δικτύων επικοινωνιών σε περίπτωση καταστροφικής βλάβης του δικτύου ή σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις που παρέχουν διαθέσιμες στο κοινό τηλεφωνικές υπηρεσίες λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίζουν αδιάλειπτη πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης.
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 17 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 26102
Υπηρεσίες Ö Επικοινωνίες Õ έκτακτης ανάγκης και ενιαίος ευρωπαϊκός αριθμός κλήσης έκτακτης ανάγκης
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όλοι οι τελικοί χρήστες των υπηρεσιών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, συμπεριλαμβανομένων των χρηστών των κοινόχρηστων τηλεφώνων, έχουν τη δυνατότητα να καλούν ð πρόσβασης ï στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης ð μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης ï ατελώς και χωρίς χρήση οιουδήποτε μέσου πληρωμής, χρησιμοποιώντας τον ενιαίο ευρωπαϊκό αριθμό κλήσης έκτακτης ανάγκης «112» καθώς και κάθε εθνικό αριθμό κλήσης έκτακτης ανάγκης που ορίζεται από τα κράτη μέλη.
2. Τα κράτη μέλη, σε διαβούλευσης με τις εθνικές κανονιστικές αρχές Ö και Õ , τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και τους παρόχους ð υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ï , εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσίας ηλεκτρονικών ð διαπροσωπικών ï επικοινωνιών ð βάσει αριθμών ï για εξερχόμενες εθνικές κλήσεις προς αριθμό ή αριθμούς που υπάρχουν σε εθνικό σχέδιο τηλεφωνικής αριθμοδότησης παρέχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης ð μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης με το πλέον κατάλληλο PSAP. Σε περίπτωση σημαντικής απειλής για την αποτελεσματική πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, είναι δυνατή η επέκταση της υποχρέωσης για τις επιχειρήσεις σε όλες τις υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών, σύμφωνα με του όρους και τη διαδικασία που καθορίζονται στο άρθρο 59 παράγραφος 1 στοιχείο γ). ï
3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ð όλες οι επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης ï οι κλήσεις προς τον ενιαίο ευρωπαϊκό αριθμό κλήσης έκτακτης ανάγκης «112» απαντώνται δεόντως και διεκπεραιώνονται με τον τρόπο που αρμόζει καλύτερα στην εθνική οργάνωση των συστημάτων έκτακτης ανάγκης. Οι εν λόγω κλήσεις ð επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης ï απαντώνται και διεκπεραιώνονται τουλάχιστον τόσο γρήγορα και αποτελεσματικά όσο και οι κλήσεις ð επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης ï προς εθνικό αριθμό ή εθνικούς αριθμούς έκτακτης ανάγκης, εφόσον αυτοί εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται.
4. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η πρόσβαση τελικών χρηστών με αναπηρία σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης είναι ð διαθέσιμη μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης και ï ισότιμη με την πρόσβαση των άλλων τελικών χρηστών. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι τελικοί χρήστες με αναπηρία μπορούν να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης ð μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης ï όταν ταξιδεύουν σε άλλα κράτη μέλη, τα μέτρα που λαμβάνονται για το σκοπό αυτό βασίζονται κατά το μέγιστο δυνατό βαθμό στα ευρωπαϊκά πρότυπα ή προδιαγραφές που δημοσιεύονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3917 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο). Τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν πρόσθετες απαιτήσεις προς επίτευξη των στόχων που ορίζονται στο παρόν άρθρο.
5. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις διαθέτουν ατελώς πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος ð είναι διαθέσιμες στο PSAP ï ð χωρίς καθυστέρηση μετά την αποκατάσταση της επικοινωνίας. ï στην αρχή που διαχειρίζεται τις κλήσεις και υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης ευθύς ως η κλήση έκτακτης ανάγκης ληφθεί από την εν λόγω αρχή. ð Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η αποκατάσταση και η μετάδοση των πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος είναι ατελείς για τον τελικό χρήστη και την αρχή που χειρίζεται την επικοινωνία έκτακτης ανάγκης ï Τούτο ισχύει για Ö όσον αφορά Õ όλες τις κλήσεις ð επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης ï στον ενιαίο ευρωπαϊκό αριθμό κλήσης έκτακτης ανάγκης «112». Τα κράτη μέλη μπορούν να επεκτείνουν την Ö εν λόγω Õ υποχρέωση αυτή ώστε να καλύπτονται επίσης οι κλήσεις ð επικοινωνίες έκτακτης ανάγκης ï σε εθνικούς αριθμούς έκτακτης ανάγκης. Οι αρμόδιες κανονιστικές αρχές καθορίζουν κριτήρια για την ακρίβεια και την αξιοπιστία των παρεχόμενων πληροφοριών θέσης.
6. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι πολίτες ενημερώνονται επαρκώς για την ύπαρξη και τη χρήση του ενιαίου ευρωπαϊκού αριθμού κλήσης έκτακτης ανάγκης «112», ιδίως μέσω πρωτοβουλιών που εστιάζονται ειδικότερα σε πρόσωπα που ταξιδεύουν μεταξύ των κρατών μελών.
7. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική πρόσβασηεφαρμογή ð σε υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης μέσω επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης προς ï τιςων υπηρεσίεςιών «112» στα κράτη μέλη, η Επιτροπή, αφού ζητήσει τη γνώμη του BEREC, μπορεί Ö εξουσιοδοτείται Õ να θεσπίζει ð κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 109, σχετικά με τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμβατότητας, διαλειτουργικότητας, ποιότητας, αξιοπιστίας και συνέχισης των επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης στην Ένωση όσον αφορά λύσεις για τον εντοπισμό του καλούντος, την πρόσβαση για τελικούς χρήστες με αναπηρία και τη δρομολόγηση προς το πλέον κατάλληλο PSAP ï τεχνικά εκτελεστικά μέτρα.
Ωστόσο, τα τεχνικά αυτά εκτελεστικά Ö Τα εν λόγω Õ μέτρα πρέπει να λαμβάνονται με την επιφύλαξη της οργάνωσης των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης και χωρίς επιπτώσεις σε αυτή, η οποίαπου παραμένει αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών.
Τα μέτρα αυτά, που έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας διά της συμπλήρωσής της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 37 παράγραφος 2.
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 15 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 23a103
Εξασφάλιση ισοτιμίας στην Ö Ισότιμη Õ πρόσβαση και τις επιλογές για τελικούς χρήστες με αναπηρία
1. Τα κράτη μέλη παρέχουν στις Ö διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες Õ εθνικές κανονιστικές αρχές τη δυνατότητα να καθορίζουν, κατά περίπτωση, τις απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν οι επιχειρήσεις παροχής διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι τελικοί χρήστες με αναπηρία:
α) μπορούν να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών ισοδύναμες με τις παρεχόμενες στην πλειονότητα των τελικών χρηστών και
β) έχουν τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ των επιχειρήσεων και των υπηρεσιών που διαθέτει η πλειονότητα των τελικών χρηστών.
2. Προκειμένου να είναι σε θέση να θεσπίζουν να εφαρμόζουν ειδικές ρυθμίσεις για τους τελικούς χρήστες με αναπηρία, τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τη διαθεσιμότητα τερματικού εξοπλισμού που προσφέρει τις αναγκαίες υπηρεσίες και λειτουργίες.
ò νέο
2. Κατά τη λήψη των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τη συμμόρφωση προς τα σχετικά πρότυπα ή προδιαγραφές που δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 39.
ê 2002/22/ΕΚ
άρθρο 25
è1 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 16 στοιχείο α)
Άρθρο 25104
è1 Υπηρεσίες πληροφοριών τηλεφωνικού καταλόγου ç
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 16 στοιχείο β)
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν το δικαίωμα των συνδρομητών των διαθέσιμων στο κοινό τηλεφωνικών υπηρεσιών, να καταχωρίζονται τα στοιχεία τους στο διαθέσιμο στο κοινό κατάλογο, που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο α) και τα στοιχεία αυτά να διατίθενται σε παρόχους υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγου ή/και σε καταλόγους σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2.
ê 2002/22/ΕΚ
ð νέο
21. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, όλες οι επιχειρήσεις που χορηγούν αριθμούς τηλεφώνου σε συνδρομητές ð τελικούς χρήστες ï, ικανοποιούν κάθε εύλογο αίτημα για τη διάθεση, στο πλαίσιο της παροχής διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγου και καταλόγων, των σχετικών πληροφοριών σε συμφωνημένη μορφή και κατά τρόπο δίκαιο, αντικειμενικό, κοστοστρεφή και αμερόληπτο.
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 16 στοιχείο γ) (προσαρμοσμένο)
32. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όλοι οι τελικοί χρήστες στους οποίους παρέχεται διαθέσιμη στο κοινό τηλεφωνική υπηρεσία έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να επιβάλλουν υποχρεώσεις και όρους στις επιχειρήσεις που ελέγχουν την πρόσβαση στους τελικούς χρήστες για την παροχή υπηρεσιών πληροφοριών καταλόγου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 595 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση). Αυτοί οι όροι και οι υποχρεώσεις είναι αντικειμενικοί, ισότιμοι, διαφανείς και αντικειμενικοί.
43. Τα κράτη μέλη δεν εφαρμόζουν κανονιστικούς περιορισμούς που εμποδίζουν την άμεση πρόσβαση των τελικών χρηστών ενός κράτους μέλους, στην υπηρεσία πληροφοριών καταλόγου άλλου κράτους μέλους μέσω τηλεφωνικής κλήσης ή με αποστολή SMS, και λαμβάνουν μέτρα για την εξασφάλιση της πρόσβασης αυτής σύμφωνα με το άρθρο 9128.
54. Οι παράγραφοι 1 έως 34 εφαρμόζονται, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων του κοινοτικού Ö ενωσιακού Õ δικαίου για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής, και ιδίως του άρθρου 12 της οδηγίας 2002/58/ΕΚ (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες).
ê 2002/22/ΕΚ
Άρθρο 24105
Διαλειτουργικότητα του ψηφιακού τηλεοπτικού εξοπλισμού ευρείας κατανάλωσης
Σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος VIX, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη διαλειτουργικότητα του ψηφιακού τηλεοπτικού εξοπλισμού ευρείας κατανάλωσης, που αναφέρεται στο εν λόγω παράρτημα.
ê 2002/22/ΕΚ
άρθρο 31
Άρθρο 31106
Υποχρεώσεις «μεταφοράς σήματος»
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 22 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
1. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν εύλογες υποχρεώσεις «μεταφοράς σήματος» για τη μετάδοση εκπομπών συγκεκριμένων ραδιοτηλεοπτικών καναλιών και ð συναφών ï συμπληρωματικών υπηρεσιών, ιδίως υπηρεσιών προσβασιμότητας για την εξασφάλιση της δέουσας πρόσβασης τελικών χρηστών με αναπηρία ð και υποστηρικτικά δεδομένα για συνδεδεμένες τηλεοπτικές υπηρεσίες και οδηγούς ηλεκτρονικού προγράμματος ï , σε επιχειρήσεις υπό τη δικαιοδοσία τους, οι οποίες παρέχουν δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών που χρησιμοποιούνται για τη διάδοση εκπομπών ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών καναλιών στο κοινό, όταν σημαντικός αριθμός τελικών χρηστών των δικτύων αυτών τα χρησιμοποιεί ως το κύριο μέσο λήψης ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών καναλιών. Οι εν λόγω υποχρεώσεις επιβάλλονται μόνον όταν είναι αναγκαίες για την επίτευξη των στόχων γενικού συμφέροντος όπως ορίστηκαν σαφώς από κάθε κράτος μέλος, και πρέπει είναι αναλογικές και διαφανείς.
Οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο επανεξετάζονται από τα κράτη μέλη το αργότερο εντός ενός έτους από τις 25 Μαΐου 2011 [ Ö ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας Õ , εκτός εάν τα κράτη μέλη έχουν διεξάγει την εν λόγω επανεξέταση εντός των δύο Ö τεσσάρων Õ προηγουμένων ετών.
Τα κράτη μέλη επανεξετάζουν τις υποχρεώσεις «μεταφοράς σήματος» σε τακτική βάση Ö τουλάχιστον ανά πενταετία Õ .
ê 2002/22/ΕΚ
2. Ούτε η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου ούτε η παράγραφος 2 του άρθρου 57 παράγραφος 23 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση) προδικάζουν τη δυνατότητα των κρατών μελών, να καθορίζουν τυχόν κατάλληλη αποζημίωση για τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι, σε παρόμοιες περιστάσεις, δεν γίνεται διάκριση κατά την αντιμετώπιση επιχειρήσεων που παρέχουν δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Εφόσον προβλέπεται αμοιβή, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι αυτή εφαρμόζεται με ανάλογο και διαφανή τρόπο.
ê 2002/22/ΕΚ
Άρθρο 29107
Παροχή πρόσθετων ευκολιών
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 20 στοιχείο α)
ð νέο
1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 8310 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές μπορούν να ζητούν από όλες τις επιχειρήσεις που παρέχουν ð υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο ï διαθέσιμες στο κοινό τηλεφωνικές υπηρεσίες ή/και/ή ð διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών βάσει αριθμών ï πρόσβαση σε δημόσια δίκτυα επικοινωνιών, να διαθέτουν πλήρως ή εν μέρει στους τελικούς χρήστες τις πρόσθετες ευκολίες που αναφέρονται στο Μέρος Β του παραρτήματος VΙ, με την επιφύλαξη της τεχνικής σκοπιμότητας και της οικονομικής βιωσιμότητας, καθώς και πλήρως ή εν μέρει τις ευκολίες που παρατίθενται στο μέρος Α του παραρτήματος VI.
ê 2002/22/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
2. Ένα κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει να Ö δεν Õ μην εφαρμόζει την παράγραφο 1, στο σύνολο ή σε μέρος της επικράτειάς του, εάν κρίνει, αφού λάβει υπόψη του τις απόψεις των ενδιαφερομένων μερών, ότι υπάρχει επαρκής πρόσβαση στις ευκολίες αυτές.
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 25 (προσαρμοσμένο)
ð νέο
Άρθρο 35108
Προσαρμογή των παραρτημάτων
ð Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 109, σχετικά με τις προσαρμογές των ï Τα μέτρα που έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας και που απαιτούνται για την προσαρμογή των παραρτημάτων V, VI, II VIII, III IX, και VI X ð , προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη ï στις τεχνολογικές ð και κοινωνικές ï εξελίξεις ή στις μεταβολές της ζήτησης της αγοράς, θεσπίζονται από την Επιτροπή σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 37 παράγραφος 2).
Μεροσ IV. ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ê 2002/21/ΕΚ
Άρθρο 22
Επιτροπή
1. Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή ("επιτροπή επικοινωνιών").
2. Όταν γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται τα άρθρα 3 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένου του άρθρου 8 της εν λόγω απόφασης.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 25 στοιχείο α)
3. Στις περιπτώσεις παραπομπής στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται το άρθρο 5α παράγραφοι 1 έως 4 και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.
ê 2002/19/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 14
Επιτροπή
1. Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή επικοινωνιών, η οποία έχει συσταθεί βάσει του άρθρου 22 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία πλαίσιο).
2. Όταν γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται τα άρθρα 3 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένου του άρθρου 8 της εν λόγω απόφασης.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 2 σημείο 11 στοιχείο α)
3. Στις περιπτώσεις παραπομπής στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται το άρθρο 5α παράγραφοι 1 έως 4 και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 8 της εν λόγω απόφασης.
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 27
Άρθρο 37
Διαδικασία επιτροπής
1. Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή επικοινωνιών, η οποία έχει συσταθεί βάσει του άρθρου 22 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο).
2. Όταν γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται το άρθρο 5α παράγραφοι 1 έως 4 και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της εν λόγω απόφασης.
ò νέο
Άρθρο 109
Άσκηση της εξουσιοδότησης
1. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.
2. Η εξουσία που αναφέρεται στα άρθρα 40, 60, 73, 102 και 108 ανατίθεται στην Επιτροπή για αόριστο χρονικό διάστημα από ... [ημερομηνία έναρξης ισχύος της βασικής νομοθετικής πράξης ή οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία ορίσουν οι συννομοθέτες].
3. Η εξουσία που αναφέρεται στα άρθρα 40, 60, 73, 102 και 108 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης επιφέρει τη λήξη της εξουσιοδότησης που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που προσδιορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που έχουν ήδη τεθεί σε ισχύ.
4. Πριν από την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες οι οποίοι ορίζονται από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση της νομοθεσίας της 13ης Απριλίου 2016.
5. Μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.
6. Κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του/των άρθρου/-ων 40, 60, 73, 102 και 108 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός [δύο μηνών] από την κοινοποίηση της πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει η προθεσμία αυτή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλλουν αντιρρήσεις. Η εν λόγω προθεσμία παρατείνεται κατά [δύο μήνες] με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.
Άρθρο 110
Επιτροπή
1. Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή («επιτροπή επικοινωνιών») που συγκροτείται βάσει της οδηγίας 2002/21/ΕΚ. Πρόκειται για επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
2. Για τα εκτελεστικά μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 45 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, η επιτροπή είναι η επιτροπή ραδιοφάσματος που συγκροτείται βάσει του άρθρου 3 παράγραφος 1 της απόφασης αριθ. 676/2002/ΕΚ.
3. Όταν γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011. Σε περίπτωση που η γνώμη της επιτροπής πρέπει να ληφθεί με γραπτή διαδικασία, η διαδικασία αυτή ολοκληρώνεται χωρίς αποτέλεσμα, όταν, εντός της προθεσμίας έκδοσης της γνώμης, το αποφασίσει ο πρόεδρος της επιτροπής ή το ζητήσει μέλος της επιτροπής. Στην περίπτωση αυτή, ο πρόεδρος συγκαλεί συνεδρίαση της επιτροπής εντός εύλογου χρόνου.
4. Εφόσον γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 του ίδιου κανονισμού.
5. Σε περίπτωση που η γνώμη της επιτροπής πρέπει να ληφθεί με γραπτή διαδικασία, η διαδικασία αυτή ολοκληρώνεται χωρίς αποτέλεσμα, όταν, εντός της προθεσμίας έκδοσης της γνώμης, το αποφασίσει ο πρόεδρος της επιτροπής ή το ζητήσει μέλος της επιτροπής. Στην περίπτωση αυτή, ο πρόεδρος συγκαλεί συνεδρίαση της επιτροπής εντός εύλογου χρόνου.
ê 2002/21/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 23111
Ανταλλαγή πληροφοριών
1. Η Επιτροπή παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες στην επιτροπή επικοινωνιών σχετικά με το αποτέλεσμα των τακτικών διαβουλεύσεων με τους αντιπροσώπους των φορέων εκμετάλλευσης δικτύων, των φορέων παροχής υπηρεσιών, των χρηστών, των καταναλωτών, των κατασκευαστών, και των συνδικαλιστικών οργανώσεων, καθώς και των τρίτων χωρών και των διεθνών οργανισμών.
2. Η επιτροπή επικοινωνιών, λαμβάνοντας υπόψη την πολιτική της Κοινότητας Ö Ένωσης Õ στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ενθαρρύνει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με την κατάσταση και την εξέλιξη των κανονιστικών ενεργειών στον τομέα των δικτύων και των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
ê 2002/21/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 24112
Δημοσίευση πληροφοριών
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι επικαιροποιημένες πληροφορίες που αφορούν την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών, δημοσιοποιούνται με τρόπο που εγγυάται την εύκολη πρόσβαση όλων των ενδιαφερομένων μερών στις εν λόγω πληροφορίες. Δημοσιεύουν ανακοίνωση στην εθνική επίσημη εφημερίδα τους, όπου αναφέρεται ο τρόπος και ο τόπος δημοσίευσης των πληροφοριών αυτών. Η πρώτη σχετική ανακοίνωση δημοσιεύεται πριν από την ημερομηνία εφαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 11828 παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο και, στη συνέχεια, δημοσιεύεται ανακοίνωση, κάθε φορά που μεταβάλλονται οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε αυτήν.
2. Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή αντίγραφο όλων αυτών των ανακοινώσεων κατά τη δημοσίευσή τους. Η Επιτροπή διαβιβάζει τις πληροφορίες, στην επιτροπή επικοινωνιών, ανάλογα με την περίπτωση.
ê 2009/140/ΕΚ άρθρο 3 σημείο 9
13. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όλες οι συναφείς πληροφορίες για δικαιώματα, όρους, διαδικασίες, επιβαρύνσεις, τέλη και αποφάσεις που αφορούν γενικές άδειες, δικαιώματα χρήσης και δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών δημοσιεύονται και ενημερώνονται με κατάλληλο τρόπο, ώστε οι εν λόγω πληροφορίες να είναι ευχερώς προσιτές σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.
ê 2002/20/ΕΚ
24. Όταν οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 31 τηρούνται από διάφορες βαθμίδες της διοίκησης, ιδίως οι πληροφορίες που αφορούν τις διαδικασίες και τους όρους για δικαιώματα εγκατάστασης ευκολιών, η εθνική κανονιστική αρχή καταβάλλει κάθε εύλογη προσπάθεια, λαμβάνοντας υπόψη το σχετικό κόστος, για την εκπόνηση εύχρηστης σύνοψης όλων αυτών των πληροφοριών, καθώς και πληροφοριών σχετικά με τις εκάστοτε αρμόδιες βαθμίδες της διοίκησης και τις υπεύθυνες αρχές, προκειμένου να διευκολύνεται η υποβολή αιτήσεων δικαιωμάτων εγκατάστασης ευκολιών.
ê 2002/19/ΕΚ
15. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι ειδικές υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις δυνάμει της παρούσας οδηγίας, δημοσιεύονται και ότι προσδιορίζονται οι ειδικές αγορές προϊόντων/υπηρεσιών και οι γεωγραφικές αγορές. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι διατίθενται στο κοινό ενημερωμένες πληροφορίες, υπό την προϋπόθεση ότι οι πληροφορίες δεν είναι εμπιστευτικές και ότι ιδίως δεν αφορούν μυστικά της επιχειρήσεως, κατά τρόπον που εγγυάται την εύκολη πρόσβαση όλων των ενδιαφερομένων στις πληροφορίες αυτές.
26. Τα κράτη μέλη αποστέλλουν στην Επιτροπή αντίγραφο όλων των δημοσιευόμενων πληροφοριών. Η Επιτροπή διαθέτει τις πληροφορίες αυτές σε εύκολα προσβάσιμη μορφή και τις διανέμει, κατά περίπτωση, στην επιτροπή επικοινωνιών.
ê 2002/22/ΕΚ
Άρθρο 36113
Κοινοποίηση και παρακολούθηση
1. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές κοινοποιούν στην Επιτροπή, το αργότερο κατά την ημερομηνία εφαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 11838 παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και αμέσως μετά την ημερομηνία αυτή, εφόσον επέλθει οποιαδήποτε αλλαγή, τις επωνυμίες των καθορισμένων επιχειρήσεων για την εκπλήρωση υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 184 παράγραφος 1 ή του άρθρου 85.
Η Επιτροπή διαθέτει αυτές τις πληροφορίες σε ευανάγνωστη μορφή και τις διανέμει, στην επιτροπή επικοινωνιών, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 11137.
ê 2009/136/ΕΚ άρθρο 1 σημείο 26
2. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές κοινοποιούν στην Επιτροπή τις υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας που επιβάλλουν στις επιχειρήσεις οι οποίες ορίστηκαν ως έχουσες υποχρεώσεις παροχής καθολικής υπηρεσίας. Κάθε μεταβολή που επηρεάζει αυτές τις υποχρεώσεις ή τις επιχειρήσεις που θίγονται δυνάμει των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, κοινοποιείται αμελλητί στην Επιτροπή..
ê 2002/22/ΕΚ
3. Η Επιτροπή επανεξετάζει τακτικά τη λειτουργία της παρούσας οδηγίας και υποβάλλει σχετική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, για πρώτη φορά εντός τριετίας από την ημερομηνία εφαρμογής, που αναφέρεται στο άρθρο 38 παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο. Τα κράτη μέλη και οι εθνικές κανονιστικές αρχές παρέχουν στην Επιτροπή τις απαραίτητες πληροφορίες για το σκοπό αυτό.
ê 2002/19/ΕΚ
άρθρο 16
1. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, το αργότερο έως την ημερομηνία εφαρμογής η οποία αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, τις εθνικές κανονιστικές αρχές που είναι αρμόδιες για τα καθήκοντα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.
24. Οι εθνικές κανονιστικές αρχές κοινοποιούν στην Επιτροπή τα ονόματα των φορέων εκμετάλλευσης οι οποίοι θεωρούνται ότι έχουν σημαντική ισχύ στην αγορά για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, καθώς και τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε αυτούς δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Οποιαδήποτε αλλαγή που επηρεάζει τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις ή στις επιχειρήσεις που θίγονται δυνάμει των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, κοινοποιείται αμελλητί στην Επιτροπή.
ê 2002/21/ΕΚ
ð νέο
Άρθρο 25114
Διαδικασίες επανεξέτασης
1. Η Επιτροπή προβαίνει σε περιοδική επανεξέταση της λειτουργίας της παρούσας οδηγίας και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, την πρώτη φορά το αργότερο τρία ð πέντε ï έτη μετά την ημερομηνία εφαρμογής, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 11528 παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή μπορεί να ζητά πληροφορίες από τα κράτη μέλη, οι οποίες παρέχονται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
ê 2002/19/ΕΚ
2. Η Επιτροπή επανεξετάζει ανά τακτά χρονικά διαστήματα, τη λειτουργία της παρούσας οδηγίας και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, για πρώτη φορά το αργότερο τρία χρόνια μετά την ημερομηνία εφαρμογής, που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο. Για το σκοπό αυτό, η Επιτροπή μπορεί να ζητά πληροφορίες από τα κράτη μέλη, οι οποίες παρέχονται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
ê 2002/20/ΕΚ
3. Η Επιτροπή επανεξετάζει τακτικά τη λειτουργία των εθνικών συστημάτων αδειοδότησης και την ανάπτυξη της παροχής διασυνοριακών υπηρεσιών εντός της Κοινότητας και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, για πρώτη φορά όχι αργότερα από τρία έτη από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο. Για τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή δύναται να ζητά από τα κράτη μέλη πληροφορίες, οι οποίες της παρέχονται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
ê 2002/22/ΕΚ άρθρο 15
ð νέο
12. Η Επιτροπή επανεξετάζει τακτικά το πεδίο εφαρμογής της καθολικής υπηρεσίας, ιδίως προκειμένου να προτείνει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο την αλλαγή ή τον επαναπροσδιορισμό του. Η επανεξέταση πραγματοποιείται, για πρώτη φορά, εντός δύο ετών από την ημερομηνία εφαρμογής, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 38 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο και στη συνέχεια ανά τριετία ð πέντε ï έτη.
23. Η επανεξέταση διενεργείται υπό το πρίσμα των κοινωνικών, οικονομικών και τεχνολογικών εξελίξεων, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τα ποσοστά κινητικότητας και τους ρυθμούς δεδομένων, υπό το φως των επικρατουσών τεχνολογιών που χρησιμοποιεί η πλειοψηφία των καταναλωτών ð τελικών χρηστών ï .Η διαδικασία επανεξέτασης διενεργείται σύμφωνα με το παράρτημα V. Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με τα πορίσματα της επανεξέτασης..
ê 2002/21/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 26
Κατάργηση
Οι ακόλουθες οδηγίες και αποφάσεις καταργούνται από την ημερομηνία εφαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 28 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο:
–Οδηγία 90/387/ΕΟΚ,
–Απόφαση 91/396/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για τη δημιουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού αριθμού κλήσης έκτακτης ανάγκης
,
–Οδηγία 92/44/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου στις μισθωμένες γραμμές
,
–Απόφαση 92/264/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 1992, περί θεσπίσεως κοινού προθέματος πρόσβασης στο διεθνές τηλεφωνικό δίκτυο στην Κοινότητα
,
–Οδηγία 95/47/ΕΚ,
–Οδηγία 97/13/ΕΚ,
–Οδηγία 97/33/ΕΚ,
–Οδηγία 98/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1998, για την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝP) στη φωνητική τηλεφωνία και για την καθολική υπηρεσία για τις τηλεπικοινωνίες σε ανταγωνιστικό περιβάλλον
,
–
ê 2002/21/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 28
Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο
1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο στις 24 Ιουλίου 2003. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από τις 25 Ιουλίου 2003.
2. Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομερείς διατάξεις για την αναφορά αυτή καθορίζονται από τα κράτη μέλη.
3. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία καθώς και οιασδήποτε μεταγενέστερης τροποποίησης των διατάξεων αυτών.
ê 2002/20/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 18
Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο
1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο μέχρι τις 24 Ιουλίου 2003. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από τις 25 Ιουλίου 2003.
Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομερείς διατάξεις για την αναφορά αυτή καθορίζονται από τα κράτη μέλη.
2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία καθώς και οιασδήποτε μεταγενέστερης τροποποίησης των διατάξεων αυτών.
ê 2002/19/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 18
Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο
1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο στις 24 Ιουλίου 2003. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από τις 25 Ιουλίου 2003.
Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομερείς διατάξεις για την αναφορά αυτή καθορίζονται από τα κράτη μέλη.
2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία καθώς και οιασδήποτε μεταγενέστερης τροποποίησης των εν λόγω διατάξεων.
ê 2002/22/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 38
Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο
1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο στις 24 Ιουλίου 2003. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά. Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από τις 25 Ιουλίου 2003.
2. Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομερείς διατάξεις για την αναφορά αυτή καθορίζονται από τα κράτη μέλη
3. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία καθώς και οιασδήποτε μεταγενέστερης τροποποίησης των εν λόγω διατάξεων.
ê 2002/19/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 19
Έναρξη ισχύος
Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Άρθρο 20
Αποδέκτες
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.
ê 2002/20/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 19
Έναρξη ισχύος
Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Άρθρο 20
Αποδέκτες
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.
ê 2002/21/ΕΚ (προσαρμοσμένο)
Άρθρο 29
Έναρξη ισχύος
Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Άρθρο 30
Αποδέκτες
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.
Άρθρο 39
Έναρξη ισχύος
Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Άρθρο 40
Αποδέκτες
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.
ê
Άρθρο 115
Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο
1.
Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, έως την [ημέρα/μήνας/έτος], τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με τα άρθρα [...] και τα παραρτήματα [...]. Κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω μέτρων.
Θέτουν σε εφαρμογή τα μέτρα αυτά από την [ημέρα/μήνας/έτος].
Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Περιλαμβάνουν επίσης δήλωση σύμφωνα με την οποία οι παραπομπές σε ισχύουσες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, που περιλαμβάνονται στις οδηγίες που καταργούνται με την παρούσα οδηγία, νοούνται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία. Ο τρόπος παραπομπής και η διατύπωσή του αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.
2.
Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.
Άρθρο 116
Καταργούμενες διατάξεις
Οι οδηγίες 2002/19/ΕΚ, 2002/20/ΕΚ, 2002/21/ΕΚ και 2002/22/ΕΚ , που απαριθμούνται στο παράρτημα XI μέρος A, καταργούνται με ισχύ από την [...], με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών σχετικά με τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και των ημερομηνιών εφαρμογής των οδηγιών που αναφέρονται στο παράρτημα XI μέρος Β.
Οι αναφορές στις καταργούμενες οδηγίες νοούνται ως αναφορές στην παρούσα οδηγία και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος XII.
Άρθρο 117
Έναρξη ισχύος
Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 118
Αποδέκτες
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.
Βρυξέλλες,
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
Ο Πρόεδρος