This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62023TJ1081_EXT
Judgment of the General Court (Fourth Chamber) of 23 July 2025 (Extracts).#BT Global Services Belgium v European Commission.#Public supply contracts – Tendering procedure – Trans-European Services for Telematics between Administrations – New Generation Extension (TESTA-ng II Ext) – Directive 2014/24/EU – Regulation (EU, Euratom) 2018/1046 – Decision to modify the existing contract without publishing a new call for tenders – Unforeseeable circumstances – Action for annulment – Locus standi – Individual concern – Admissibility.#Case T-1081/23.
Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 23ης Ιουλίου 2025 (Αποσπάσματα).
BT Global Services Belgium κατά Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών – Διαδικασία διαγωνισμού – Διευρωπαϊκές υπηρεσίες για τηλεματική μεταξύ διοικήσεων – Επέκταση νέας γενιάς (TESTA‑ng II Ext) – Οδηγία 2014/24/ΕΕ – Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 – Απόφαση τροποποίησης της τρέχουσας σύμβασης χωρίς δημοσίευση νέας προκήρυξης διαγωνισμού – Απρόβλεπτες περιστάσεις – Προσφυγή ακυρώσεως – Ενεργητική νομιμοποίηση – Ατομικός επηρεασμός – Παραδεκτό.
Υπόθεση T-1081/23.
Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 23ης Ιουλίου 2025 (Αποσπάσματα).
BT Global Services Belgium κατά Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών – Διαδικασία διαγωνισμού – Διευρωπαϊκές υπηρεσίες για τηλεματική μεταξύ διοικήσεων – Επέκταση νέας γενιάς (TESTA‑ng II Ext) – Οδηγία 2014/24/ΕΕ – Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 – Απόφαση τροποποίησης της τρέχουσας σύμβασης χωρίς δημοσίευση νέας προκήρυξης διαγωνισμού – Απρόβλεπτες περιστάσεις – Προσφυγή ακυρώσεως – Ενεργητική νομιμοποίηση – Ατομικός επηρεασμός – Παραδεκτό.
Υπόθεση T-1081/23.
Court reports – general – 'Information on unpublished decisions' section
ECLI identifier: ECLI:EU:T:2025:748
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 23ης Ιουλίου 2025 ( *1 )
«Δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών – Διαδικασία διαγωνισμού – Διευρωπαϊκές υπηρεσίες για τηλεματική μεταξύ διοικήσεων – Επέκταση νέας γενιάς (TESTA‑ng II Ext) – Οδηγία 2014/24/ΕΕ – Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 – Απόφαση τροποποίησης της τρέχουσας σύμβασης χωρίς δημοσίευση νέας προκήρυξης διαγωνισμού – Απρόβλεπτες περιστάσεις – Προσφυγή ακυρώσεως – Ενεργητική νομιμοποίηση – Ατομικός επηρεασμός – Παραδεκτό»
Στην υπόθεση T‑1081/23,
BT Global Services Belgium, με έδρα το Machelen (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τις V. Dor, A. Lepièce και M. Vilain XIIII, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τη L. André, τη M. Ilkova και τον S. Romoli,
καθής,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. da Silva Passos, πρόεδρο, T. Pynnä (εισηγήτρια) και H. Cassagnabère, δικαστές,
γραμματέας: P. Cullen, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 27ης Φεβρουαρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση ( 1 )
[παραλειπόμενα]
Σκεπτικό
Επί του παραδεκτού
|
22 |
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης της προσφεύγουσας και, ειδικότερα, ελλείψει ατομικού επηρεασμού της κατά το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. [παραλειπόμενα] |
|
31 |
Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί ανακοίνωση τροποποίησης σύμβασης, η οποία δημοσιεύθηκε στο Συμπλήρωμα της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. |
|
32 |
Δεδομένης της διαπίστωσης ότι η προσφεύγουσα δεν είναι αποδέκτης της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι μια τέτοια απόφαση δεν συνιστά κανονιστική πράξη γενικής ισχύος, πρέπει να εξακριβωθεί αν η απόφαση αφορά την προσφεύγουσα άμεσα και ατομικά. |
|
33 |
Κατά πρώτον, όσον αφορά το ζήτημα αν η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά άμεσα την προσφεύγουσα, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, κατά το οποίο το μέτρο που προσβάλλεται με προσφυγή πρέπει να αφορά άμεσα ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, επιτάσσει τη συνδρομή δύο σωρευτικών προϋποθέσεων, ήτοι το προσβαλλόμενο μέτρο πρέπει, αφενός, να συνεπάγεται άμεσα αποτελέσματα επί της έννομης κατάστασης του προσώπου αυτού και, αφετέρου, να μην καταλείπει εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες του που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του, λόγω του γεγονότος ότι η εφαρμογή αυτή έχει αμιγώς αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικά από τη ρύθμιση της Ένωσης, χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλόμενων κανόνων (βλ. απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2024, Inivos και Inivos κατά Επιτροπής, T‑38/21, EU:T:2024:100, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
34 |
Πρέπει να εξεταστεί διαδοχικώς αν η προσφεύγουσα πληροί καθεμία από τις δύο αυτές προϋποθέσεις. |
|
35 |
Πρώτον, πρέπει να εξεταστεί αν η προσβαλλόμενη απόφαση παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής κατάστασης της προσφεύγουσας. |
|
36 |
Συναφώς, η προσβαλλόμενη απόφαση είχε ως αποτέλεσμα να στερήσει οριστικά από την προσφεύγουσα τη δυνατότητα συμμετοχής σε διαγωνισμό. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής κατάστασης της προσφεύγουσας. Επιπλέον, η προσφεύγουσα δραστηριοποιείται στη σχετική αγορά. |
|
37 |
Δεύτερον, η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποίησε οριστικά, με άμεση και δεσμευτική ισχύ, τη σύμβαση DIGIT/A3/PN/2019/026. Δεδομένου ότι η εν λόγω απόφαση αναπτύσσει συναφώς τα έννομα αποτελέσματά της χωρίς να απαιτείται κανένα συμπληρωματικό μέτρο, πληρούται η δεύτερη απαίτηση που μνημονεύεται στη σκέψη 33 ανωτέρω. |
|
38 |
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση επηρέασε άμεσα την προσφεύγουσα. Τούτο δεν αμφισβητείται άλλωστε από την Επιτροπή. |
|
39 |
Κατά δεύτερον, όσον αφορά το αν η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά ατομικά την προσφεύγουσα, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι τα υποκείμενα δικαίου, πέραν των αποδεκτών μιας απόφασης, μπορούν να ισχυριστούν ότι η απόφαση τα αφορά ατομικά εφόσον τα θίγει λόγω ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους ή μιας πραγματικής κατάστασης που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και, ως εκ τούτου, τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο με εκείνο του αποδέκτη (βλ. απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2024, Inivos και Inivos κατά Επιτροπής, T‑38/21, EU:T:2024:100, σκέψη 68 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
40 |
Πρέπει, συνεπώς, να εξακριβωθεί αν η προσβαλλόμενη απόφαση θίγει την προσφεύγουσα είτε λόγω ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της είτε λόγω μιας πραγματικής κατάστασης που τη χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο, κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 39 ανωτέρω. |
|
41 |
Από πάγια νομολογία προκύπτει, συναφώς, ότι, όταν η απόφαση θίγει ομάδα προσώπων που ήταν προσδιορισμένα ή μπορούσαν να προσδιοριστούν κατά τον χρόνο έκδοσης της συγκεκριμένης πράξης βάσει κριτηρίων που προσιδιάζουν στα μέλη της ομάδας αυτής, η εν λόγω πράξη δύναται να τα αφορά ατομικά, καθόσον αποτελούν μέρος ενός περιορισμένου κύκλου επιχειρηματιών (βλ. απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2024, Inivos και Inivos κατά Επιτροπής, T‑38/21, EU:T:2024:100, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
42 |
Στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι από τις διατάξεις της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (ΕΕ 1989, L 395, σ. 33), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2014/23/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με την ανάθεση συμβάσεων παραχώρησης (ΕΕ 2014, L 94, σ. 1), προκύπτει ότι η αποτελεσματική δικαστική προστασία απαιτεί να έχουν οι απορριφθέντες προσφέροντες πραγματική δυνατότητα άσκησης προσφυγής [πρβλ. διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 22ας Νοεμβρίου 2022, Telefónica de España κατά Επιτροπής,C‑478/22 P (R), EU:C:2022:914, σκέψη 47]. |
|
43 |
Επιπλέον, κατά την αιτιολογική σκέψη 17 της οδηγίας 2007/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2007, για την τροποποίηση των οδηγιών 89/665 και 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημοσίων συμβάσεων (ΕΕ 2007, L 335, σ. 31), «[θα] πρέπει να παρέχεται διαδικασία προσφυγής τουλάχιστον σε κάθε πρόσωπο που έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση και το οποίο υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από εικαζόμενη παράβαση». |
|
44 |
Υπό τις ειδικές περιστάσεις της εφαρμογής, από την αναθέτουσα αρχή, της διαδικασίας με διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, επιχειρηματίας ο οποίος δεν εκλήθη να μετάσχει στη διαδικασία, μολονότι ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στα κριτήρια που εφάρμοσε η αναθέτουσα αρχή για την επιλογή των επιχειρήσεων στις οποίες απηύθυνε πρόσκληση υποβολής προσφορών, πρέπει να θεωρηθεί ότι ανήκει σε έναν περιορισμένο κύκλο ανταγωνιστών οι οποίοι θα ήταν σε θέση να υποβάλουν προσφορά εάν είχαν κληθεί να μετάσχουν στη διαδικασία (βλ. απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2024, Inivos και Inivos κατά Επιτροπής, T‑38/21, EU:T:2024:100, σκέψη 71). |
|
45 |
Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί γνωστοποίηση τροποποίησης σύμβασης. Επομένως, η προσφεύγουσα δεν έχει τη δυνατότητα να αποδείξει, όπως ενδεχομένως θα μπορούσε στην περίπτωση διαδικασίας με διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού, ότι ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στα κριτήρια που εφάρμοσε η αναθέτουσα αρχή για την επιλογή των επιχειρήσεων στις οποίες απηύθυνε πρόσκληση υποβολής προσφορών και ότι ανήκε, ως εκ τούτου, σε έναν περιορισμένο κύκλο ανταγωνιστών οι οποίοι θα ήταν σε θέση να υποβάλουν προσφορά εάν είχαν κληθεί να μετάσχουν στη διαδικασία. |
|
46 |
Ωστόσο, πρώτον, η προσφεύγουσα μετέσχε στον κλειστό διαγωνισμό DIGIT/R2/PR/2011/039, με τίτλο «Ασφαλείς διευρωπαϊκές υπηρεσίες τηλεματικής μεταξύ διοικήσεων – Nouvelle génération (TESTA-ng)», ο οποίος ξεκίνησε το 2011. Επιπλέον, μετέσχε στον κλειστό διαγωνισμό DIGIT/A3/PR/2019/RP/010, με τίτλο «Ασφαλείς διευρωπαϊκές υπηρεσίες τηλεματικής μεταξύ διοικήσεων», ο οποίος ξεκίνησε το 2011 (βλ. σημεία 3 και 5 ανωτέρω). Ανεξαρτήτως του ότι, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, δεν είναι ασφαλώς βέβαιον ότι η προσφεύγουσα θα κέρδιζε μια μεταγενέστερη σύμβαση, γεγονός παραμένει ότι η προσφεύγουσα, όπως προέβαλε η ίδια, είναι η μόνη που κέρδισε την τελευταία διαδικασία ανοιχτού διαγωνισμού για τη σύναψη σύμβασης με αντικείμενο τις υπηρεσίες του δικτύου TESTA. |
|
47 |
Δεύτερον, υφίσταται στενή συνάφεια μεταξύ του διαγωνισμού DIGIT/A3/PR/2019/RP/010, ο οποίος κατακυρώθηκε στην προσφεύγουσα, και της σύμβασης DIGIT/A3/PN/2019/026, η οποία τροποποιήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Συγκεκριμένα, σκοπός της σύμβασης DIGIT/A3/PN/2019/026 ήταν η διασφάλιση της συνέχειας της υπηρεσίας του δικτύου TESTA μέχρι τη μετάβαση σε νέο ανάδοχο, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας DIGIT/A3/PR/2019/RP/010 (βλ. σημείο 6 ανωτέρω). |
|
48 |
Τρίτον, υφίσταται άμεση συνάφεια μεταξύ της ακύρωσης του διαγωνισμού DIGIT/A3/PR/2019/RP/010, ο οποίος είχε κατακυρωθεί στην προσφεύγουσα, και της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία συνίστατο στην τροποποίηση της σύμβασης DIGIT/A3/PN/2019/026. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή αιτιολόγησε την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης επικαλούμενη απρόβλεπτες περιστάσεις, όπως αυτές που απορρέουν από τις διατάξεις της 1ης Απριλίου 2022, Telefónica de España κατά Επιτροπής (T‑170/22 R, μη δημοσιευθείσα), της 22ας Ιουλίου 2022, Telefónica de España κατά Επιτροπής [C‑478/22 P(R)-R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2022:598], και της 14ης Μαρτίου 2023, Telefónica de España κατά Επιτροπής [C‑141/23 P(R)-R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2023:292], οι οποίες εκδόθηκαν από τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης και είχαν ως αποτέλεσμα την ακύρωση του διαγωνισμού DIGIT/A3/PR/2019/RP/010, με συνέπεια να καταστεί αδύνατη η μετάβαση σε νέο δίκτυο ή η απόκτηση νέου δικτύου πλήρως λειτουργικού κατά τη λήξη της σύμβασης (βλ. σημείο 18 ανωτέρω). |
|
49 |
Η πραγματική αυτή κατάσταση, η οποία χαρακτηρίζει την προσφεύγουσα σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο, καθιστά δυνατή την εξατομίκευσή της, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 39 ανωτέρω. |
|
50 |
Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή επισήμανε ότι η προσφεύγουσα θα μπορούσε να έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει προσφυγή κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αν είχε προηγουμένως προσβάλει την απόφαση περί αναθέσεως της σύμβασης DIGIT/A3/PN/2019/026. Το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, ανεξαρτήτως της επιλογής της προσφεύγουσας να ασκήσει ή όχι προσφυγή κατά της απόφασης αυτής, η προσφεύγουσα εξατομικεύεται λόγω της πραγματικής κατάστασης που εκτίθεται στις σκέψεις 46 έως 48 ανωτέρω. |
|
51 |
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης της προσφεύγουσας και, ειδικότερα, ελλείψει ατομικού επηρεασμού, η δε προσφυγή κρίνεται παραδεκτή. [παραλειπόμενα] |
Επί της ουσίας
[παραλειπόμενα]
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 72, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2014/24 και του άρθρου 172, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1046
[παραλειπόμενα]
– Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως
|
80 |
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προβάλλει παράβαση του άρθρου 72, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο i, της οδηγίας 2014/24, το περιεχόμενο του οποίου αντιστοιχεί στο άρθρο 172, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 2018/1046. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι η τροποποίηση δεν κατέστη αναγκαία λόγω περιστάσεων τις οποίες δεν μπορούσε να προβλέψει μια επιμελής αναθέτουσα αρχή. |
|
81 |
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 72, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο i, της οδηγίας 2014/24 και το άρθρο 172, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 2018/1046, είναι δυνατή η τροποποίηση σύμβασης χωρίς νέα διαδικασία σύναψης σύμβασης, όταν «η ανάγκη τροποποίησης προέκυψε λόγω περιστάσεων που δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν από μια επιμελή αναθέτουσα αρχή» και όταν πληρούνται ορισμένες άλλες προϋποθέσεις, οι οποίες δεν αποτελούν αντικείμενο του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως. |
|
82 |
Η αιτιολογική σκέψη 109 της οδηγίας 2014/24 έχει ως εξής: «Οι αναθέτουσες αρχές μπορεί να χρειαστεί να αντιμετωπίσουν εξαιρετικές περιστάσεις τις οποίες ήταν αδύνατον να προβλέψουν όταν ανέθεταν τη σύμβαση, ιδίως όταν η εκτέλεση της σύμβασης καλύπτει μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε αυτή την περίπτωση, χρειάζεται ένας βαθμός ευελιξίας για την προσαρμογή της σύμβασης στις εν λόγω περιστάσεις, χωρίς νέα διαδικασία προμήθειας. Η έννοια των απρόβλεπτων περιστάσεων αναφέρεται σε περιστάσεις που δεν θα ήταν δυνατόν να προβλεφθούν, παρά την ευλόγως επιμελή προετοιμασία της αρχικής ανάθεσης από την αναθέτουσα αρχή, λαμβανομένων υπόψη των διαθέσιμων μέσων, της φύσης και των χαρακτηριστικών του συγκεκριμένου έργου, των ορθών πρακτικών στον σχετικό τομέα και της ανάγκης διασφάλισης της κατάλληλης σχέσης μεταξύ των πόρων που δαπανώνται για την προετοιμασία της ανάθεσης και της προβλεπόμενης αξίας […]». |
|
83 |
Όπως προκύπτει από το γράμμα της αιτιολογικής σκέψης 109 της οδηγίας 2014/24, ως απρόβλεπτες περιστάσεις νοούνται οι περιστάσεις που εκφεύγουν του ελέγχου της αναθέτουσας αρχής και οι οποίες, παρά την ευλόγως επιμελή προετοιμασία της αρχικής ανάθεσης από αυτή, δεν θα ήταν δυνατόν να προβλεφθούν, λαμβανομένων υπόψη των διαθέσιμων μέσων, της φύσης και των χαρακτηριστικών του συγκεκριμένου έργου, των ορθών πρακτικών στον σχετικό τομέα και της ανάγκης διασφάλισης της κατάλληλης σχέσης μεταξύ των πόρων που δαπανώνται για την προετοιμασία της ανάθεσης και της προβλεπόμενης αξίας της σύμβασης (απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2023, Obshtina Razgrad,C‑441/22 και C‑443/22, EU:C:2023:970, σκέψη 68). |
|
84 |
Εν προκειμένω, η σύμβαση DIGIT/A3/PN/2019/026 προκηρύχθηκε στις 26 Ιουνίου 2019 και ανατέθηκε στις 29 Μαΐου 2020 (βλ. σημείο 6 ανωτέρω). |
|
85 |
Στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται τα εξής: «Η αλληλουχία γεγονότων που εκφεύγουν του ελέγχου της αναθέτουσας αρχής (όπως η πανδημία COVID‑19 και η έκδοση τριών μεταγενέστερων διατάξεων από τα δικαστήρια της [Ένωσης] –την 1η Απριλίου 2022, την 22α Ιουλίου 2022 και την 14η Μαρτίου 2023– με τις οποίες διατάχθηκε η αναστολή της υπογραφής της σύμβασης-πλαισίου), λόγω των οποίων ακυρώθηκε η TESTA RP τον Απρίλιο του 2023, καθιστά αδύνατη τη μετάβαση σε νέο δίκτυο/τη δημιουργία νέου δικτύου πλήρως λειτουργικού κατά τη λήξη της σύμβασης-πλαισίου. Στο πλαίσιο αυτό, είναι προφανές ότι ο κατά τα ανωτέρω τερματισμός της διαδικασίας του διαγωνισμού συνιστά εξαιρετική περίσταση η οποία δεν θα μπορούσε να είχε προβλεφθεί από επιμελή αναθέτουσα αρχή πριν από την υπογραφή της σύμβασης-πλαισίου. Η ανάγκη συνέχισης της λειτουργίας στο υφιστάμενο δίκτυο TESTA-ng έως ότου η εναλλακτική λύση να είναι διαθέσιμη και πλήρως λειτουργική καθιστά αναγκαίες τις αλλαγές που περιγράφονται στο τμήμα VII.2.1.» |
|
86 |
Κατά την προετοιμασία, πάντως, της επίμαχης σύμβασης, η οποία προκηρύχθηκε τον Ιούνιο του 2019, και κατά τον χρόνο ανάθεσης της σύμβασης, τον Μάιο του 2020, η Επιτροπή δεν μπορούσε να προβλέψει καμία από τις εξωτερικές περιστάσεις οι οποίες προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι ούτε τη σοβαρότητα της πανδημίας της COVID‑19, η οποία, κατά τον χρόνο ανάθεσης της σύμβασης, είχε μόλις ξεσπάσει, ούτε τις διαδοχικές δικονομικές εξελίξεις που υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 8 έως 15 ανωτέρω, και οι οποίες συνιστούν μια ιδιαίτερα ασυνήθιστη περίπτωση. |
|
87 |
Επομένως, από το άρθρο 72, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο i, της οδηγίας 2014/24 και από το άρθρο 172, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 2018/1046, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 109 της οδηγίας 2014/24, προκύπτει ότι, όπως υποστήριξε η Επιτροπή, η πανδημία COVID‑19 και οι αποφάσεις που εξέδωσαν το Γενικό Δικαστήριο και το Δικαστήριο μεταξύ Απριλίου του 2022 και Μαρτίου του 2023, με τις οποίες διατάχθηκε η αναστολή της υπογραφής της προηγούμενης σύμβασης-πλαισίου, μπορούν να θεωρηθούν περιστάσεις τις οποίες δεν μπορούσε να προβλέψει μια επιμελής αναθέτουσα αρχή, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών. |
|
88 |
Επιπλέον, η δέουσα επιμέλεια την οποία πρέπει να επιδεικνύει η αναθέτουσα αρχή κατά την προετοιμασία της αρχικής σύμβασης, προκειμένου να μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 72, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο i, της οδηγίας 2014/24 ή το άρθρο 172, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 2018/1046, δεν επιτάσσει να έχει λάβει υπόψη η Επιτροπή, κατά την προετοιμασία της οικείας δημόσιας σύμβασης, την οφειλόμενη στις απρόβλεπτες αυτές περιστάσεις αδυναμία μετάβασης σε νέο δίκτυο ή την αδυναμία δημιουργίας νέου πλήρως λειτουργικού δικτύου κατά τη λήξη της σύμβασης-πλαισίου. |
|
89 |
Κατόπιν των ανωτέρω, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί. |
– Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως
|
90 |
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προβάλλει παράβαση του άρθρου 72, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2014/24, υποστηρίζοντας ότι οι διαδοχικές τροποποιήσεις της αρχικής σύμβασης αποσκοπούσαν στην καταστρατήγηση της οδηγίας. |
|
91 |
Συναφώς, επισημαίνεται ότι το άρθρο 72, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2014/24, το οποίο αφορά την προϋπόθεση η ενδεχόμενη αύξηση της τιμής να μην υπερβαίνει το 50 % της αξίας της αρχικής σύμβασης, ορίζει ότι, «[όταν] επέρχονται διαδοχικές τροποποιήσεις, ο περιορισμός αυτός ισχύει για την αξία κάθε τροποποίησης» και ότι «[οι] επακόλουθες τροποποιήσεις δεν πρέπει να αποσκοπούν στην αποφυγή της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας». Αντιθέτως, η αντίστοιχη διάταξη του κανονισμού 2018/1046, ήτοι το άρθρο 172, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, σημείο ii, του κανονισμού αυτού, δεν περιέχει τέτοια διευκρίνιση. |
|
92 |
Δεδομένου ότι η οδηγία 2014/24 δεν έχει εφαρμογή ως προς την Επιτροπή, δεν μπορεί εν προκειμένω να διαπιστωθεί παράβαση του άρθρου 72, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο iii, της οδηγίας. |
|
93 |
Εν πάση περιπτώσει, όπως ορθώς υποστήριξε η Επιτροπή, ο λόγος ύπαρξης του περιορισμού που προβλέπεται στην τελευταία περίοδο του άρθρου 72, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο iii, της οδηγίας 2014/24 είναι να αποτραπεί κάθε κατάχρηση της διάταξης αυτής και, ειδικότερα, να αποφευχθεί το ενδεχόμενο η αναθέτουσα αρχή να σχεδιάζει πλείονες διαδοχικές τροποποιήσεις της ίδιας σύμβασης με σκοπό την καταστρατήγηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία 2014/24. Ο περιορισμός αυτός ισχύει, επομένως, για τις επακόλουθες τροποποιήσεις συγκεκριμένης σύμβασης. Δεν ισχύει και για τις παρελθούσες διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων. |
|
94 |
Εν προκειμένω, πάντως, η Επιτροπή τροποποίησε τη σύμβαση μόνο μία φορά. Κατά συνέπεια, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί. [παραλειπόμενα] |
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 172, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2018/1046
|
97 |
Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την τροποποίηση της σύμβασης σύμφωνα με το άρθρο 172, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2018/1046. Η Επιτροπή δεν διευκρινίζει με την προσβαλλόμενη απόφαση με ποιον τρόπο πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις που προβλέπει η διάταξη αυτή. [παραλειπόμενα] |
|
105 |
Επισημαίνεται, προκαταρκτικώς, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύει μεταξύ των νομικών της βάσεων τόσο το άρθρο 172, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, όσο και το άρθρο 172, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1046. Επιπλέον, φαίνεται να παραπέμπει επικουρικώς στο άρθρο 172, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2018/1046 (βλ. σημεία 74 και 75 ανωτέρω). |
|
106 |
Συγκεκριμένα, το τμήμα VII.2.2 της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο επιγράφεται «Λόγοι τροποποίησης», αναφέρει ότι πρόκειται για «[τροποποίηση] που κατέστη αναγκαία λόγω περιστάσεων τις οποίες η επιμελής αναθέτουσα αρχή/αναθέτων φορέας δεν μπορούσε να προβλέψει», όπως ορίζει το άρθρο 72, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2014/24 και, με σχεδόν πανομοιότυπη διατύπωση, το άρθρο 172, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1046. |
|
107 |
Επομένως, η περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 172, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1046 παρουσιάζεται ως ο κύριος λόγος της τροποποίησης. Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ως πρόσθετη νομική βάση το άρθρο 172, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2018/1046, επισημαίνοντας ότι «ορισμένες από τις αναγκαίες τροποποιήσεις βασίζονται επίσης στο άρθρο 172, παράγραφος 3, [στοιχείο αʹ,] του κανονισμού [2018/1046]». |
|
108 |
Με άλλα λόγια, στο μέτρο που οι τροποποιήσεις της σύμβασης μπορούν να στηριχθούν μόνον στις περιστάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 172, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1046, δεδομένου ότι η Επιτροπή απέδειξε, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ότι συνέτρεχαν εν προκειμένω οι περιστάσεις αυτές, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 172, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2018/1046, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής. |
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης
|
109 |
Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, αυξάνοντας το ανώτατο όριο της αγοράς της σύμβασης για τη συμφωνία-πλαίσιο από 121,9 εκατομμύρια ευρώ σε 160,9 εκατομμύρια ευρώ χωρίς να προκηρύξει νέο διαγωνισμό, παραβίασε τις θεμελιώδεις αρχές της ισότητας, του ανταγωνισμού και της διαφάνειας που κατοχυρώνονται στο άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/24 και στη νομολογία του Δικαστηρίου. [παραλειπόμενα] |
|
113 |
Η αιτιολογική σκέψη 107 της οδηγίας 2014/24 έχει ως εξής: «Είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες, για τυχόν τροποποιήσεις μιας σύμβασης κατά τη διάρκεια της εκτέλεσής της, απαιτείται νέα διαδικασία προμήθειας, λαμβανομένης υπόψη της σχετικής νομολογίας του [Δικαστηρίου]. Νέα διαδικασία προμήθειας απαιτείται σε περίπτωση ουσιωδών αλλαγών της αρχικής σύμβασης, και ιδίως του εύρους και του περιεχομένου των αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, συμπεριλαμβανομένης της κατανομής των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Οι εν λόγω αλλαγές αποτελούν ένδειξη της πρόθεσης των συμβαλλομένων να επαναδιαπραγματευθούν ουσιώδεις όρους ή προϋποθέσεις της σύμβασης. Αυτό ισχύει, ιδίως, σε περίπτωση που οι τροποποιημένες προϋποθέσεις θα επηρέαζαν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, εάν αποτελούσαν μέρος της αρχικής διαδικασίας. Τροποποιήσεις της σύμβασης που οδηγούν σε ελάσσονος σημασίας μεταβολή της αξίας της, μέχρι κάποιου ορίου, θα πρέπει να είναι πάντα δυνατές χωρίς να απαιτείται διεξαγωγή νέας διαδικασίας προμήθειας. Προς τούτο και προκειμένου να εξασφαλιστεί νομική ασφάλεια, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προβλέπει ελάχιστα κατώτατα όρια κάτω των οποίων δεν απαιτείται νέα διαδικασία προμήθειας. Τροποποιήσεις της σύμβασης άνω των εν λόγω κατώτατων ορίων θα πρέπει να είναι δυνατές χωρίς να απαιτείται διεξαγωγή νέας διαδικασίας προμήθειας, εφόσον συμμορφούνται με τις σχετικές προϋποθέσεις της παρούσας οδηγίας.» |
|
114 |
Με άλλα λόγια, η οδηγία 2014/24 προβλέπει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δεν απαιτείται νέα διαδικασία σύναψης σύμβασης για τις τροποποιήσεις μιας σύμβασης κατά την εκτέλεσή της, τηρουμένων των αρχών της ισότητας και της διαφάνειας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 18, παράγραφος 1. Η ίδια συλλογιστική μπορεί να εφαρμοστεί, κατ’ αναλογίαν, όσον αφορά τον κανονισμό 2018/1046. |
|
115 |
Με τις σκέψεις 68 έως 72 της απόφασης της 17ης Ιουνίου 2021, Simonsen Weel (C‑23/20, EU:C:2021:490), την οποία παραθέτει η προσφεύγουσα, το Δικαστήριο διευκρίνισε, κατά πρώτον, ότι η αναθέτουσα αρχή που ήταν εξαρχής συμβαλλόμενη στη συμφωνία-πλαίσιο μπορεί να δεσμεύεται μόνον μέχρι μια μέγιστη ποσότητα ή μέγιστη αξία και ότι, άπαξ και επιτευχθεί το όριο αυτό, η εν λόγω συμφωνία εξαντλεί τα αποτελέσματά της. Τούτο συνέβη εν προκειμένω, δεδομένου ότι το ανώτατο όριο της σύμβασης καθορίστηκε σε 121,9 εκατομμύρια ευρώ (βλ. σημείο 6 ανωτέρω). |
|
116 |
Δεύτερον, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι επιτρέπονται, εντούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 72 της οδηγίας 2014/24, οι τροποποιήσεις της συμφωνίας-πλαισίου που δεν έχουν ουσιώδη χαρακτήρα, δεδομένου ότι η πλήρωση των προϋποθέσεων αυτών είναι ικανή να διασφαλίσει την τήρηση των αρχών της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης που διατυπώνονται στο άρθρο 18, παράγραφος 1, της οδηγίας 2014/24. Επομένως, μολονότι το Δικαστήριο φαίνεται να παραπέμπει στο άρθρο 72, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2014/24, κατά το οποίο «[οι] συμβάσεις και οι συμφωνίες-πλαίσια μπορούν να τροποποιούνται χωρίς νέα διαδικασία σύναψης σύμβασης, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία […] όταν οι τροποποιήσεις, ανεξαρτήτως της χρηματικής αξίας τους, δεν είναι ουσιώδεις», η ίδια συλλογιστική μπορεί να εφαρμοστεί, κατ’ αναλογίαν, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 72, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, της οδηγίας 2014/24 και στο άρθρο 172, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 2018/1046. |
|
117 |
Εν προκειμένω, πάντως, η Επιτροπή απέδειξε, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ότι συνέτρεχαν πράγματι οι εξαιρετικές περιστάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 172, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1046. Επομένως, η τροποποίηση της σύμβασης εμπίπτει σε μία από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 172 του κανονισμού 2018/1046. [παραλειπόμενα] |
|
119 |
Στο πλαίσιο αυτό, δεν στοιχειοθετείται παραβίαση των αρχών της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης. [παραλειπόμενα] |
|
Για τους λόγους αυτούς, ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα) αποφασίζει: |
|
|
|
da Silva Passos Pynnä Cassagnabère Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 23 Ιουλίου 2025. (υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
( 1 ) Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις της παρούσας αποφάσεως των οποίων η δημοσίευση κρίνεται σκόπιμη από το Γενικό Δικαστήριο.