Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62023CJ0654

Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 13ης Νοεμβρίου 2025.
Inteligo Media SA κατά Autoritatea Naţională de Supraveghere a Prelucrării Datelor cu Caracter Personal (ANSPDCP).
Αίτηση του Curtea de Apel Bucureşti για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών – Οδηγία 2002/58/ΕΚ – Άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2 – Μη ζητηθείσα επικοινωνία – Έννοια της επικοινωνίας που πραγματοποιείται “για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης” – Απόκτηση στοιχείων ηλεκτρονικής επικοινωνίας “στο πλαίσιο της πώλησης ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας” – Εγγραφή σε επιγραμμική πλατφόρμα για πρόσβαση σε πρόσθετο περιεχόμενο – Αποστολή ημερήσιου ενημερωτικού δελτίου μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου – Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 – Άρθρο 6 – Νομιμότητα της επεξεργασίας – Άρθρο 95 – Σχέση με την οδηγία 2002/58/ΕΚ.
Υπόθεση C-654/23.

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2025:871

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 13ης Νοεμβρίου 2025 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών – Οδηγία 2002/58/ΕΚ – Άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2 – Μη ζητηθείσα επικοινωνία – Έννοια της επικοινωνίας που πραγματοποιείται “για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης” – Απόκτηση στοιχείων ηλεκτρονικής επικοινωνίας “στο πλαίσιο της πώλησης ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας” – Εγγραφή σε επιγραμμική πλατφόρμα για πρόσβαση σε πρόσθετο περιεχόμενο – Αποστολή ημερήσιου ενημερωτικού δελτίου μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου – Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 – Άρθρο 6 – Νομιμότητα της επεξεργασίας – Άρθρο 95 – Σχέση με την οδηγία 2002/58 »

Στην υπόθεση C‑654/23,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Curtea de Apel Bucureşti (εφετείο Βουκουρεστίου, Ρουμανία) με απόφαση της 20ής Μαρτίου 2023, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Νοεμβρίου 2023, στο πλαίσιο της δίκης

Inteligo Media SA

κατά

Autoritatea Naţională de Supraveghere a Prelucrării Datelor cu Caracter Personal (ANSPDCP),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους F. Biltgen, πρόεδρο τμήματος, T. von Danwitz, Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του πρώτου τμήματος, I. Ziemele (εισηγήτρια), A. Kumin και S. Gervasoni, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar

γραμματέας: R. Şereş, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 27ης Νοεμβρίου 2024,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Inteligo Media SA, εκπροσωπούμενη από την S. A. Opriş και την A.‑M. Radu, avocate,

–        η Autoritatea Naţională de Supraveghere a Prelucrării Datelor cu Caracter Personal (ANSPDCP), εκπροσωπούμενη από την A. G. Opre,

–        η Ρουμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την R. Antonie, την E. Gane και την L. Ghiţă,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον A. Bouchagiar, τον P.‑J. Loewenthal και την L. Nicolae,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Μαρτίου 2025,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία [της] ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες) (ΕΕ 2002, L 201, σ. 37), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/136/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 337, σ. 11) (στο εξής: οδηγία 2002/58), καθώς και του άρθρου 6, παράγραφος 1, του άρθρου 83, παράγραφος 2, και του άρθρου 95 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ 2016, L 119, σ. 1) (στο εξής: ΓΚΠΔ), σε συνδυασμό με το άρθρο 15, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58.

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Inteligo Media SA και της Autoritatea Națională de Supraveghere a Prelucrării Datelor cu Caracter Personal (ANSPDCP) [εθνικής αρχής ελέγχου της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (ANSPDCP), Ρουμανία], σχετικά με διοικητική κύρωση που επιβλήθηκε στην εν λόγω εταιρία λόγω της επεξεργασίας από την ίδια των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των πελατών της χωρίς να έχει λάβει τη συγκατάθεσή τους.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η οδηγία 2002/58

3        Οι αιτιολογικές σκέψεις 2, 10, 40 και 41 της οδηγίας 2002/58 έχουν ως εξής:

«(2)      Επιδίωξη της παρούσας οδηγίας είναι να σεβαστεί τα θεμελιώδη δικαιώματα, τηρεί δε τις βασικές αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγκεκριμένα, η παρούσα οδηγία επιδιώκει να διασφαλισθεί η πλήρης τήρηση των δικαιωμάτων που προβλέπονται στα άρθρα 7 και 8 του χάρτη αυτού.

[…]

(10)      Στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η οδηγία 95/46/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ 1995, L 281, σ. 31),] εφαρμόζεται ιδίως σε όλα τα ζητήματα που αφορούν την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών που δεν καλύπτονται ρητά από τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων του υπεύθυνου επεξεργασίας και των ατομικών δικαιωμάτων. […]

[…]

(40)      Θα πρέπει να παρέχονται στους συνδρομητές εγγυήσεις κατά της διείσδυσης στην ιδιωτική τους ζωή από αυτόκλητες κλήσεις με σκοπό την άμεση εμπορική προώθηση, και δη μέσω αυτοματοποιημένων συστημάτων κλήσης, τηλεομοιοτυπίας (φαξ) και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, καθώς και μέσω συντόμων μηνυμάτων (SMS). Η αποστολή αυτού του είδους αυτόκλητων εμπορικών κλήσεων ενδέχεται αφενός να είναι σχετικά εύκολη και φθηνή, αφετέρου δε να επιβάλλει στον αποδέκτη κάποια επιβάρυνση ή/και δαπάνη. Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις ο όγκος τους είναι πιθανόν να προξενεί δυσχέρειες στα δίκτυα και στον τερματικό εξοπλισμό ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Λόγω αυτού του είδους αυτόκλητων κλήσεων για άμεση εμπορική προώθηση, είναι δικαιολογημένη η απαίτηση να επιτυγχάνεται η εκ των προτέρων και ρητή συγκατάθεση των αποδεκτών προτού τους σταλούν τέτοιες κλήσεις. Η ενιαία αγορά απαιτεί εναρμονισμένη προσέγγιση ώστε να εξασφαλίζονται απλοί κανόνες για επιχειρηματίες και χρήστες σε όλη την Κοινότητα.

(41)      Στα πλαίσια μιας ήδη υπάρχουσας πελατειακής σχέσης, είναι λογικό να επιτρέπεται η χρησιμοποίηση ηλεκτρονικών στοιχείων επαφής για την προσφορά παρόμοιων προϊόντων ή υπηρεσιών αλλά μόνο από την εταιρεία που απέκτησε τα στοιχεία επαφής σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ. Όταν αποκτώνται στοιχεία επαφής, ο πελάτης θα πρέπει να ενημερώνεται σχετικά με την περαιτέρω χρησιμοποίησή τους για άμεση εμπορική προώθηση με σαφή και ευκρινή τρόπο και να του δίνεται η ευκαιρία να αρνείται τη χρησιμοποίηση αυτή. Αυτή η ευκαιρία θα πρέπει να παρέχεται και με κάθε μεταγενέστερο μήνυμα άμεσης συναλλαγής και δωρεάν, εξαιρουμένης της δαπάνης για τη διαβίβαση της άρνησής του.»

4        Το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής και στόχος», ορίζει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:

«1.      Η παρούσα οδηγία προβλέπει την εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων οι οποίες απαιτούνται προκειμένου να διασφαλίζεται ισοδύναμο επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, και ιδίως του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και την εμπιστευτικότητα, όσον αφορά την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και να διασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και των εξοπλισμών και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην Κοινότητα.

2.      Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας εξειδικεύουν και συμπληρώνουν την οδηγία 95/46/ΕΚ για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Επιπλέον, οι εν λόγω διατάξεις παρέχουν προστασία των εννόμων συμφερόντων των συνδρομητών που είναι νομικά πρόσωπα.»

5        Το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί», προβλέπει στο δεύτερο εδάφιό του τα ακόλουθα:

«Επίσης, ισχύουν και οι ακόλουθοι ορισμοί, βάσει των οποίων νοούνται ως:

[…]

δ)      “επικοινωνία”, κάθε πληροφορία που ανταλλάσσεται ή διαβιβάζεται μεταξύ ενός πεπερασμένου αριθμού μερών, μέσω μιας διαθέσιμης στο κοινό υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Δεν περιλαμβάνονται πληροφορίες που διαβιβάζονται ως τμήμα ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών στο κοινό μέσω δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι πληροφορίες μπορούν να αφορούν αναγνωρίσιμο συνδρομητή ή χρήστη που τις λαμβάνει·

[…]

η)      “ηλεκτρονικό ταχυδρομείο”, κάθε μήνυμα με κείμενο, φωνή, ήχο ή εικόνα που αποστέλλεται μέσω δημοσίου δικτύου επικοινωνιών, το οποίο μπορεί να αποθηκεύεται στο δίκτυο ή στον τερματικό εξοπλισμό του παραλήπτη έως ότου ληφθεί από τον παραλήπτη·

[…]».

6        Κατά το άρθρο 13 της ίδιας οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αυτόκλητες κλήσεις»:

«1.      Η χρησιμοποίηση αυτόματων συστημάτων κλήσης και επικοινωνίας χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση (συσκευές αυτόματων κλήσεων), τηλεομοιοτυπικών συσκευών (φαξ) ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης μπορεί να επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση συνδρομητών ή χρηστών οι οποίοι έχουν δώσει εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή τους.

2.      Παρά την παράγραφο 1, αν ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο αποκτά από τους πελάτες του στοιχεία επαφής του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τους στο πλαίσιο της πώλησης ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ, μπορεί να χρησιμοποιεί τα εν λόγω στοιχεία για την απευθείας εμπορική προώθηση των δικών του παρόμοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, υπό την προϋπόθεση ότι οι πελάτες του έχουν σαφώς και ευδιάκριτα την ευκαιρία να αντιτάσσονται, δωρεάν και εύκολα, σε αυτή τη συλλογή και χρησιμοποίηση ηλεκτρονικών στοιχείων επαφής κατά τη στιγμή της συλλογής τους, και τούτο με κάθε μήνυμα, σε περίπτωση που ο χρήστης αρχικά δεν είχε διαφωνήσει με αυτή τη χρήση.

[…]

4.      Εν πάση περιπτώσει, απαγορεύεται η πρακτική της αποστολής μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με σκοπό την άμεση εμπορική προώθηση, τα οποία συγκαλύπτουν ή αποκρύπτουν την ταυτότητα του αποστολέα ή του προσώπου προς όφελος του οποίου αποστέλλεται το μήνυμα, ή κατά παράβαση του άρθρου 6 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά (“οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο”) (ΕΕ 2000, L 178, σ. 1)], ή δίχως έγκυρη διεύθυνση στην οποία ο αποδέκτης να μπορεί να ζητεί τον τερματισμό της επικοινωνίας αυτής, ή με τα οποία ενθαρρύνονται οι αποδέκτες να επισκεφθούν ιστοσελίδες που παραβιάζουν το εν λόγω άρθρο.

[…]»

 Ο ΓΚΠΔ

7        Η αιτιολογική σκέψη 173 του ΓΚΠΔ διαλαμβάνει τα εξής:

«Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται σε όλα τα θέματα που αφορούν την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τα οποία δεν υπάγονται στις ειδικές υποχρεώσεις που έχουν τον ίδιο στόχο, όπως περιγράφονται στην οδηγία [2002/58], περιλαμβανομένων των υποχρεώσεων του υπευθύνου επεξεργασίας και των δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων. Για την αποσαφήνιση της σχέσης μεταξύ του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας [2002/58], η εν λόγω οδηγία θα πρέπει να τροποποιηθεί ανάλογα. Μόλις εκδοθεί ο παρών κανονισμός, θα πρέπει να επανεξεταστεί η οδηγία [2002/58], ιδίως για να διασφαλιστεί η συνοχή της με τον παρόντα κανονισμό.»

8        Το άρθρο 5 του κανονισμού αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αρχές που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», ορίζει στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:

«Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα:

α)      υποβάλλονται σε σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή τρόπο σε σχέση με το υποκείμενο των δεδομένων (“νομιμότητα, αντικειμενικότητα και διαφάνεια”),

β)      συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία κατά τρόπο ασύμβατο προς τους σκοπούς αυτούς· η περαιτέρω επεξεργασία για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον ή σκοπούς επιστημονικής ή ιστορικής έρευνας ή στατιστικούς σκοπούς δεν θεωρείται ασύμβατη με τους αρχικούς σκοπούς σύμφωνα με το άρθρο 89 παράγραφος 1 (“περιορισμός του σκοπού”),

[…]».

9        Το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Νομιμότητα της επεξεργασίας», προβλέπει στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, τα εξής:

«Η επεξεργασία είναι σύννομη μόνο εάν και εφόσον ισχύει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)      το υποκείμενο των δεδομένων έχει παράσχει συγκατάθεση για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του για έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους σκοπού,

β)      η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκτέλεση σύμβασης της οποίας το υποκείμενο των δεδομένων είναι συμβαλλόμενο μέρος ή για να ληφθούν μέτρα κατ’ αίτηση του υποκειμένου των δεδομένων πριν από τη σύναψη σύμβασης,

[…]

στ)      η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τους σκοπούς των έννομων συμφερόντων που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τρίτος, εκτός εάν έναντι των συμφερόντων αυτών υπερισχύει το συμφέρον ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων που επιβάλλουν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως εάν το υποκείμενο των δεδομένων είναι παιδί.»

10      Το άρθρο 7 του ίδιου κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Προϋποθέσεις για συγκατάθεση», έχει ως εξής:

«1.      Όταν η επεξεργασία βασίζεται σε συγκατάθεση, ο υπεύθυνος επεξεργασίας είναι σε θέση να αποδείξει ότι το υποκείμενο των δεδομένων συγκατατέθηκε για την επεξεργασία των δεδομένων του προσωπικού χαρακτήρα.

2.      Εάν η συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων παρέχεται στο πλαίσιο γραπτής δήλωσης η οποία αφορά και άλλα θέματα, το αίτημα για συγκατάθεση υποβάλλεται κατά τρόπο ώστε να είναι σαφώς διακριτό από τα άλλα θέματα, σε κατανοητή και εύκολα προσβάσιμη μορφή, χρησιμοποιώντας σαφή και απλή διατύπωση. Κάθε τμήμα της δήλωσης αυτής το οποίο συνιστά παράβαση του παρόντος κανονισμού δεν είναι δεσμευτικό.

[…]

4.      Κατά την εκτίμηση κατά πόσο η συγκατάθεση δίνεται ελεύθερα, λαμβάνεται ιδιαιτέρως υπόψη κατά πόσο, μεταξύ άλλων, για την εκτέλεση σύμβασης, συμπεριλαμβανομένης της παροχής μιας υπηρεσίας, τίθεται ως προϋπόθεση η συγκατάθεση στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που δεν είναι αναγκαία για την εκτέλεση της εν λόγω σύμβασης.»

11      Κατά το άρθρο 83 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Γενικοί όροι επιβολής διοικητικών προστίμων»:

«1.      Κάθε εποπτική αρχή μεριμνά ώστε η επιβολή διοικητικών προστίμων σύμφωνα με το παρόν άρθρο έναντι παραβάσεων του παρόντος κανονισμού που αναφέρονται στις παραγράφους 4, 5 και 6 να είναι για κάθε μεμονωμένη περίπτωση αποτελεσματική, αναλογική και αποτρεπτική.

2.      Τα διοικητικά πρόστιμα, ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε μεμονωμένης περίπτωσης, επιβάλλονται επιπρόσθετα ή αντί των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 58 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως η) και στο άρθρο 58 παράγραφος 2 στοιχείο ι). Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με την επιβολή διοικητικού προστίμου, καθώς και σχετικά με το ύψος του διοικητικού προστίμου για κάθε μεμονωμένη περίπτωση, λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα ακόλουθα:

α)      η φύση, η βαρύτητα και η διάρκεια της παράβασης, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την έκταση ή το σκοπό της σχετικής επεξεργασίας, καθώς και τον αριθμό των υποκειμένων των δεδομένων που έθιξε η παράβαση και το βαθμό ζημίας που υπέστησαν,

β)      ο δόλος ή η αμέλεια που προκάλεσε την παράβαση,

γ)      οποιεσδήποτε ενέργειες στις οποίες προέβη ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο εκτελών την επεξεργασία για να μετριάσει τη ζημία που υπέστησαν τα υποκείμενα των δεδομένων,

δ)      ο βαθμός ευθύνης του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία, λαμβάνοντας υπόψη τα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα που εφαρμόζουν δυνάμει των άρθρων 25 και 32,

ε)      τυχόν σχετικές προηγούμενες παραβάσεις του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία,

στ)      ο βαθμός συνεργασίας με την αρχή ελέγχου για την επανόρθωση της παράβασης και τον περιορισμό των πιθανών δυσμενών επιπτώσεών της,

ζ)      οι κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που επηρεάζει η παράβαση,

η)      ο τρόπος με τον οποίο η εποπτική αρχή πληροφορήθηκε την παράβαση, ειδικότερα εάν και κατά πόσο ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο εκτελών την επεξεργασία κοινοποίησε την παράβαση,

θ)      σε περίπτωση που διατάχθηκε προηγουμένως η λήψη των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 58 παράγραφος 2 κατά του εμπλεκόμενου υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία σχετικά με το ίδιο αντικείμενο, η συμμόρφωση με τα εν λόγω μέτρα,

ι)      η τήρηση εγκεκριμένων κωδίκων δεοντολογίας σύμφωνα με το άρθρο 40 ή εγκεκριμένων μηχανισμών πιστοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 42 και

ια)      κάθε άλλο επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό στοιχείο που προκύπτει από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, όπως τα οικονομικά οφέλη που αποκομίστηκαν ή ζημιών που αποφεύχθηκαν, άμεσα ή έμμεσα, από την παράβαση.

[…]

5.      Παραβάσεις των ακόλουθων διατάξεων επισύρουν, σύμφωνα με την παράγραφο 2, διοικητικά πρόστιμα έως 20 000 000 [ευρώ] ή, σε περίπτωση επιχειρήσεων, έως το 4 % του συνολικού παγκόσμιου ετήσιου κύκλου εργασιών του προηγούμενου οικονομικού έτους, ανάλογα με το ποιο είναι υψηλότερο:

α)      οι βασικές αρχές για την επεξεργασία, περιλαμβανομένων των όρων που ισχύουν για τη συγκατάθεση, σύμφωνα με τα άρθρα 5, 6, 7 και 9,

[…]».

12      Το άρθρο 95 του κανονισμού αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Σχέση με την οδηγία [2002/58]», προβλέπει τα ακόλουθα:

«Ο παρών κανονισμός δεν επιβάλλει πρόσθετες υποχρεώσεις σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα σε σχέση με την επεξεργασία όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμων στο κοινό σε δημόσια δίκτυα επικοινωνίας στην [Ευρωπαϊκή] Ένωση σε σχέση με θέματα τα οποία υπόκεινται στις ειδικές υποχρεώσεις με τον ίδιο στόχο που ορίζεται στην οδηγία [2002/58]».

 Η οδηγία 2000/31

13      Το άρθρο 2 της οδηγίας 2000/31, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί», προβλέπει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

[…]

στ)      “εμπορικές επικοινωνίες”: όλες οι μορφές επικοινωνίας που αποσκοπούν να προωθήσουν, άμεσα ή έμμεσα, αγαθά, υπηρεσίες ή την εικόνα μιας επιχείρησης, ενός οργανισμού ή ενός προσώπου που ασκεί εμπορική, βιομηχανική ή βιοτεχνική δραστηριότητα ή νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα. Δεν συνιστούν καθ’ εαυτό εμπορική επικοινωνία:

–        τα στοιχεία που επιτρέπουν την άμεση πρόσβαση στη δραστηριότητα της εν λόγω επιχείρησης, του οργανισμού ή του προσώπου, ιδίως το όνομα του τομέα ή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου,

–        οι επικοινωνίες που αφορούν αγαθά, υπηρεσίες ή την εικόνα της εν λόγω επιχείρησης, του οργανισμού ή του προσώπου οι οποίες πραγματοποιούνται κατά τρόπο ανεξάρτητο από τη θέλησή τους, ιδίως χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα·

[…]».

14      Το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Παρεχόμενες πληροφορίες», ορίζει τα ακόλουθα:

«Εκτός από άλλες προϋποθέσεις πληροφόρησης που προβλέπονται από το κοινοτικό δίκαιο, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εμπορικές επικοινωνίες που συνιστούν υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας ή αποτελούν μέρος της πληρούν τουλάχιστον τους ακόλουθους όρους:

α)      η εμπορική επικοινωνία πρέπει να είναι σαφώς αναγνωρίσιμη·

β)      το φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου γίνεται η εμπορική επικοινωνία πρέπει να είναι σαφώς αναγνωρίσιμο·

γ)      οι προσφορές όπως είναι οι εκπτώσεις, τα πριμ και τα δώρα, εφόσον επιτρέπονται από το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο φορέας παροχής υπηρεσιών, πρέπει να είναι σαφώς αναγνωρίσιμες, η πρόσβαση στους όρους υπό τους οποίους μπορεί κανείς να επωφεληθεί από τις προσφορές πρέπει να είναι εύκολη, οι δε όροι να παρουσιάζονται σαφώς και επακριβώς·

δ)      οι διαφημιστικοί διαγωνισμοί ή παιχνίδια, εφόσον επιτρέπονται από το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο φορέας παροχής υπηρεσιών, οφείλουν να είναι σαφώς αναγνωρίσιμα, η πρόσβαση στους όρους συμμετοχής πρέπει να είναι εύκολη, οι δε όροι να παρουσιάζονται σαφώς και επακριβώς.»

 Το ρουμανικό δίκαιο

 Ο νόμος 506/2004

15      Το άρθρο 1, παράγραφοι 2 και 3, του Legea nr. 506/2004 privind prelucrarea datelor cu caracter personal și protecția vieții private în sectorul comunicațiilor electronice (νόμου 506/2004 σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών), της 17ης Νοεμβρίου 2004 (Monitorul Oficial al României, μέρος I, αριθ. 1101 της 25ης Νοεμβρίου 2004), έχει ως εξής:

«2.      Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της παροχής διαθέσιμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, περιλαμβανομένων των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών που υποστηρίζουν συσκευές συλλογής δεδομένων και ταυτοποίησης.

3.      Οι διατάξεις του παρόντος νόμου συμπληρώνονται από τις διατάξεις του Legea nr. 677/2001 pentru protecția persoanelor cu privire la prelucrarea datelor cu caracter personal și libera circulație a acestor date [(νόμου 677/2001 σχετικά με την προστασία των προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών), της 21ης Νοεμβρίου 2001 (Monitorul Oficial al României, μέρος I, αριθ. 790 της 12ης Δεκεμβρίου 2001)]».

16      Το άρθρο 2 του νόμου 506/2004 προβλέπει στις παραγράφους 1 και 2 τα ακόλουθα:

«1.      Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, νοούνται ως:

[…]

d)      επικοινωνία – κάθε πληροφορία που ανταλλάσσεται ή διαβιβάζεται μεταξύ ενός καθορισμένου αριθμού συμμετεχόντων μέσω μιας διαθέσιμης στο κοινό υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών· δεν περιλαμβάνονται οι πληροφορίες που διαβιβάζονται στο κοινό μέσω δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο πλαίσιο υπηρεσίας οπτικοακουστικού προγράμματος, εφόσον οι πληροφορίες δεν απευθύνονται σε αναγνωρίσιμο συνδρομητή ή χρήστη ως αποδέκτη·

[…]

2.      Οι ορισμοί που περιλαμβάνονται […] στο άρθρο 1, σημεία 1 και 8, του Legea nr. 365/2002 privind comerțul electronic [(νόμου 365/2002 σχετικά με το ηλεκτρονικό εμπόριο), της 7ης Ιουνίου 2002 (αναδημοσιευθέντος στη Monitorul Oficial al României, μέρος I, αριθ. 959 της 29ης Νοεμβρίου 2006),] […] τυγχάνουν επίσης εφαρμογής στο πλαίσιο του παρόντος νόμου.»

17      Κατά το άρθρο 12, παράγραφοι 1 και 2, του νόμου 506/2004:

«1.      Απαγορεύεται η πραγματοποίηση εμπορικών επικοινωνιών μέσω αυτοματοποιημένων συστημάτων κλήσης ή επικοινωνίας που δεν απαιτούν ανθρώπινη παρέμβαση, τηλεομοιοτυπίας (φαξ) και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή οποιασδήποτε άλλης μεθόδου που χρησιμοποιεί διαθέσιμη στο κοινό υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εκτός εάν ο ενδιαφερόμενος συνδρομητής ή χρήστης έχει προηγουμένως δώσει τη ρητή συγκατάθεσή του για τη λήψη τέτοιων επικοινωνιών.

2.      Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1, όταν ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο αποκτά απευθείας τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ενός πελάτη κατά την πώληση προϊόντος ή την παροχή υπηρεσίας προς τον πελάτη αυτόν, σύμφωνα με τον νόμο 677/2001, το εν λόγω πρόσωπο δύναται να χρησιμοποιεί τη διεύθυνση αυτή για σκοπούς εμπορικής επικοινωνίας σχετικά με παρόμοια προϊόντα τα οποία εμπορεύεται ή σχετικά με παρόμοιες υπηρεσίες τις οποίες παρέχει, υπό την προϋπόθεση ότι καθιστά σαφές και ευκρινές στους πελάτες ότι μπορούν να αντιταχθούν, με απλό και δωρεάν τρόπο, σε μια τέτοια χρήση, τόσο κατά τον χρόνο απόκτησης της διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου όσο και στο πλαίσιο κάθε μηνύματος εφόσον ο πελάτης δεν είχε αρχικώς αντιταχθεί σε αυτήν.»

18      Το άρθρο 13, παράγραφοι 1, 2 και 5, του νόμου 506/2004 ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Συνιστούν διοικητικές παραβάσεις οι ακόλουθες πράξεις:

[…]

q)      μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 12 σχετικά με τη μη ζητηθείσα επικοινωνία.

2.      Οι διοικητικές παραβάσεις της παραγράφου 1, στοιχεία a έως l, n, o και q, τιμωρούνται με πρόστιμο από 5 000 [ρουμανικά λέι (RON) (περίπου 984 ευρώ)] έως 100 000 [RON (περίπου 19 697 ευρώ)] και, για τις εμπορικές εταιρίες με κύκλο εργασιών άνω των 5 000 000 [RON (περίπου 984 892 ευρώ)], […] με πρόστιμο που μπορεί να φθάνει έως το 2 % του κύκλου εργασιών.

[…]

5.      Η διαπίστωση των διοικητικών παραβάσεων της παραγράφου 1, στοιχεία a έως j και l έως q, καθώς και η επιβολή των σχετικών κυρώσεων διενεργούνται από το αρμόδιο προς τούτο εξουσιοδοτημένο προσωπικό της ANSPDCP.»

 Ο νόμος 365/2002

19      Το άρθρο 1, παράγραφος 8, του νόμου 365/2002 προβλέπει τα εξής:

«Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, νοούνται ως:

[…]

8.      εμπορική επικοινωνία – κάθε μορφή επικοινωνίας που αποσκοπεί στην άμεση ή έμμεση προώθηση προϊόντων και υπηρεσιών ή της εικόνας, επωνυμίας, ονομασίας, υπογραφής ή λογοτύπου ενός επαγγελματία ή μέλους νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος· δεν συνιστούν αφ’ εαυτών εμπορικές επικοινωνίες οι πληροφορίες που επιτρέπουν την άμεση πρόσβαση στη δραστηριότητα φυσικού ή νομικού προσώπου, όπως ιδίως το όνομα τομέα ή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, καθώς και οι επικοινωνίες σχετικά με προϊόντα, υπηρεσίες, εικόνες, επωνυμίες ή εμπορικά σήματα φυσικού ή νομικού προσώπου που πραγματοποιούνται από τρίτο ανεξάρτητο από το εν λόγω πρόσωπο, ιδίως στις περιπτώσεις δωρεάν πραγματοποίησής τους.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

20      Η Inteligo Media εκδίδει το διαδικτυακό μέσο avocatnet.ro, το οποίο ενημερώνει το ευρύ κοινό που δεν διαθέτει νομική κατάρτιση σχετικά με τις νομοθετικές μεταβολές που επέρχονται καθημερινά στη Ρουμανία.

21      Στις 27 Ιουλίου 2018, η εν λόγω εταιρία εισήγαγε, υπό την εμπορική ονομασία «Service Premium», σύστημα συνδρομής επί πληρωμή για μέρος του περιεχομένου που παρείχε στους αναγνώστες της. Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, η εν λόγω εταιρία επέτρεπε σε κάθε χρήστη τη δωρεάν ανάγνωση έως έξι άρθρων ανά μήνα. Προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση σε επιπλέον άρθρα, ο χρήστης έπρεπε αρχικώς να δημιουργήσει δωρεάν λογαριασμό στη συγκεκριμένη διαδικτυακή πλατφόρμα, ενέργεια που προϋπέθετε την αποδοχή εκ μέρους του των συμβατικών όρων παροχής της υπηρεσίας «Service Premium». Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπηρεσίας, ο χρήστης δικαιούνταν δωρεάν πρόσβαση σε δύο επιπλέον άρθρα μηνιαίως, δωρεάν λήψη μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του ημερήσιου ενημερωτικού δελτίου με τίτλο «Personal Update», το οποίο περιλάμβανε επισκόπηση των νομοθετικών εξελίξεων της προηγούμενης ημέρας με υπερσυνδέσμους προς τα σχετικά άρθρα που ήταν διαθέσιμα στην πλατφόρμα, καθώς και προαιρετική πρόσβαση έναντι αντιτίμου σε όλα τα άρθρα του μέσου ενημέρωσης και λήψη μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του πλήρους κειμένου του εν λόγω δελτίου με τίτλο «Ενημερωτική ανακεφαλαίωση».

22      Κατά τη δημιουργία του λογαριασμού τους, οι χρήστες μπορούσαν να επιλέξουν να μη λαμβάνουν το ενημερωτικό δελτίο «Personal Update» κάνοντας κλικ στο τετραγωνίδιο «Δεν επιθυμώ να λαμβάνω “Personal Update”» της διαδικτυακής φόρμας την οποία έπρεπε να συμπληρώσουν. Ομοίως, κάθε φορά που λάμβαναν το δελτίο, οι χρήστες που δεν επιθυμούσαν να το λαμβάνουν εφεξής μπορούσαν να πατήσουν το κουμπί «Διακοπή λήψης του δελτίου».

23      Στις 26 Σεπτεμβρίου 2019, η ANSPDCP εξέδωσε πράξη διαπίστωσης παράβασης, με την οποία επέβαλε στην Inteligo Media πρόστιμο ύψους 42 714 RON (περίπου 9 000 ευρώ) λόγω μη τήρησης του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 7 του ΓΚΠΔ. Η ANSPDCP έκρινε ότι η εν λόγω εταιρία δεν ήταν σε θέση να αποδείξει τη ρητή συγκατάθεση 4 357 χρηστών σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τους αφορούσαν (ήτοι της διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, του κωδικού πρόσβασης και του ονόματος χρήστη) καθώς και ότι είχε υποβάλει τα δεδομένα αυτά σε επεξεργασία ασύμβατη προς τον σκοπό για τον οποίο είχαν συλλεγεί αρχικώς. Συγκεκριμένα, τα εν λόγω δεδομένα, τα οποία είχαν συλλεγεί αρχικώς προς εκτέλεση των οικείων συμβάσεων, είχαν αποτελέσει αντικείμενο επεξεργασίας προς τον σκοπό της διαβίβασης του ενημερωτικού δελτίου «Personal Update».

24      Η Inteligo Media άσκησε ενώπιον του Tribunalul București (πρωτοδικείου Βουκουρεστίου, Ρουμανία) προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της ως άνω πράξης διαπίστωσης παράβασης.

25      Προς στήριξη του αιτήματός της, η Inteligo Media ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι, λόγω του πρωτίστως συντακτικού περιεχομένου του, το ενημερωτικό δελτίο «Personal Update» δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος προκειμένου να χαρακτηριστεί ως «εμπορική επικοινωνία». Ωστόσο, ως μέτρο προνοίας, η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τον σκοπό της διαβίβασης του ενημερωτικού δελτίου βασίστηκε στο άρθρο 12, παράγραφος 2, του νόμου 506/2004, το οποίο συνιστά μεταφορά του άρθρου 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58 στο ρουμανικό δίκαιο, καθώς και στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του ΓΚΠΔ. Συνακόλουθα, η εταιρία παρέσχε στους χρήστες το δικαίωμα να αντιτάσσονται στη λήψη του εν λόγω ενημερωτικού δελτίου καθώς και να διακόπτουν τη λήψη του για το μέλλον.

26      Με απόφαση της 5ης Ιουνίου 2020, το Tribunalul București (πρωτοδικείο Βουκουρεστίου) απέρριψε το ως άνω αίτημα, κάνοντας δεκτά τα επιχειρήματα που προέβαλε η ANSPDCP.

27      Με απόφαση της 15ης Απριλίου 2021, το Curtea de Apel București (εφετείο Βουκουρεστίου, Ρουμανία), αποφαινόμενο επί της εφέσεως που άσκησε η Inteligo Media κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Tribunalul București (πρωτοδικείου Βουκουρεστίου) προς έκδοση νέας αποφάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας πρωτοδίκως.

28      Κατόπιν επανεξέτασης της υπόθεσης, το Tribunalul București (πρωτοδικείο Βουκουρεστίου), με απόφαση που εξέδωσε στις 15 Δεκεμβρίου 2021, έκανε εν μέρει δεκτό το αίτημα της Inteligo Media και μείωσε το ποσό του προστίμου που είχε επιβάλει η ANSPDCP. Ωστόσο, επικύρωσε τη διαπιστωθείσα διοικητική παράβαση της πράξης διαπίστωσης παράβασης της 26ης Σεπτεμβρίου 2019.

29      Επιληφθέν των εφέσεων που ασκήθηκαν κατά της αποφάσεως αυτής από την Inteligo Media και την ANSPDCP, το Curtea de Apel București (εφετείο Βουκουρεστίου), το οποίο είναι το αιτούν δικαστήριο, εκτιμά ότι η επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης εξαρτάται από τον προσδιορισμό της νομικής βάσης για την επίδικη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται προκειμένου μια τέτοια επεξεργασία να μπορεί να θεωρηθεί ως σύννομη, υπό το πρίσμα της οδηγίας 2002/58 και του ΓΚΠΔ.

30      Κατ’ αρχάς, σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο, πρέπει να διευκρινιστούν, πρώτον, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να θεωρηθεί ότι η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ενός χρήστη έχει αποκτηθεί «στο πλαίσιο της πώλησης ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας» κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58, δεύτερον, το περιεχόμενο της έννοιας της «απευθείας εμπορικής προώθησης» κατά το άρθρο 13 της εν λόγω οδηγίας και, τρίτον, το αν η έννοια αυτή είναι ταυτόσημη με την έννοια της «εμπορικής επικοινωνίας» την οποία χρησιμοποίησε ο εθνικός νομοθέτης κατά τη μεταφορά του άρθρου 13 της ίδιας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο.

31      Εν συνεχεία, σε περίπτωση που, εν προκειμένω, θεωρηθεί ότι οι διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των χρηστών δεν αποκτήθηκαν «στο πλαίσιο της πώλησης ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας» κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58, θα πρέπει να εξακριβωθεί αν η αποστολή του δελτίου «Personal Update» μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής καθώς και σε εκείνο των διατάξεων που προβλέπουν κύρωση για ενδεχόμενη παράβαση του εν λόγω άρθρου.

32      Τέλος, το αιτούν δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να αποσαφηνιστούν οι υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει η ANSPDCP κατά την εφαρμογή του άρθρου 83, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ, καθόσον οι υποχρεώσεις αυτές δεν προκύπτουν με σαφήνεια από το γράμμα του συγκεκριμένου άρθρου.

33      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Curtea de Apel București (εφετείο Βουκουρεστίου) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Σε περίπτωση στην οποία εκδότης διαδικτυακού μέσου ενημέρωσης το οποίο ενημερώνει το ευρύ κοινό που δεν διαθέτει νομική κατάρτιση σχετικά με τις νομοθετικές μεταβολές που επέρχονται καθημερινά στη Ρουμανία αποκτά τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου χρήστη κατά τη δημιουργία, χωρίς χρέωση, από τον χρήστη λογαριασμού που του παρέχει τη δυνατότητα: i) δωρεάν πρόσβασης σε επιπλέον αριθμό άρθρων του εν λόγω μέσου ενημέρωσης· ii) λήψης, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ημερήσιου ενημερωτικού δελτίου το οποίο περιέχει σύνοψη της νέας νομοθεσίας η οποία αναλύεται σε άρθρα του μέσου ενημέρωσης καθώς και υπερσυνδέσμους προς τα οικεία άρθρα και iii) πρόσβασης, επί πληρωμή, σε επιπλέον και/ή αναλυτικότερα άρθρα και αναλύσεις του μέσου ενημέρωσης σε σύγκριση με το δωρεάν ημερήσιο ενημερωτικό δελτίο:

α)      αποκτάται η εν λόγω διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τον εκδότη του διαδικτυακού μέσου ενημέρωσης “στο πλαίσιο της πώλησης ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας”, κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 2, της [οδηγίας 2002/58];

β)      πραγματοποιείται η αποστολή, από τον εν λόγω εκδότη, ενημερωτικού δελτίου όπως το εκτεθέν στο σημείο ii “για την απευθείας εμπορική προώθηση των δικών του παρόμοιων προϊόντων ή υπηρεσιών”, κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 2, της [οδηγίας 2002/58];

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, υπό αʹ και βʹ, ποιες προϋποθέσεις, εκ των προβλεπομένων στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως στʹ, του [ΓΚΠΔ], πρέπει να πληρούνται όταν ο εκδότης χρησιμοποιεί τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του χρήστη για σκοπούς αποστολής ενημερωτικού δελτίου όπως το εκτεθέν στο σημείο ii του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων του άρθρου 13, παράγραφος 2, της [οδηγίας 2002/58];

3)      Έχει το άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, της [οδηγίας 2002/58] την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία χρησιμοποιεί την έννοια των “εμπορικών επικοινωνιών” του άρθρου 2, στοιχείο στʹ, της [οδηγίας 2000/31] αντί της έννοιας της “απευθείας εμπορικής προώθησης” της [οδηγίας 2002/58]; Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο παρόν ερώτημα, συνιστά ένα ενημερωτικό δελτίο όπως το εκτεθέν στο σημείο ii του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος “εμπορική επικοινωνία”, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο στʹ, της [οδηγίας 2000/31];

4)      Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, υπό αʹ και βʹ:

α)      συνιστά η αποστολή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ενημερωτικού δελτίου όπως το εκτεθέν στο σημείο ii του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος “χρησιμοποίηση […] ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης” κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, της [οδηγίας 2002/58];

β)      ειδικότερα, έχει το άρθρο 95 του [ΓΚΠΔ], σε συνδυασμό με το άρθρο 15, παράγραφος 2, της [οδηγίας 2002/58], την έννοια ότι η μη πλήρωση των προϋποθέσεων για την εξασφάλιση της έγκυρης συγκατάθεσης από τον χρήστη, κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, της [οδηγίας 2002/58], τιμωρείται βάσει του άρθρου 83 του [ΓΚΠΔ] ή βάσει των διατάξεων του εθνικού δικαίου που περιέχονται στην πράξη μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της [οδηγίας 2002/58], η οποία προβλέπει την επιβολή ειδικών κυρώσεων;

5)      Έχει το άρθρο 83, παράγραφος 2, του [ΓΚΠΔ] την έννοια ότι η εποπτική αρχή που αποφασίζει σχετικά με την επιβολή διοικητικού προστίμου, καθώς και σχετικά με το ύψος του διοικητικού προστίμου για κάθε μεμονωμένη περίπτωση, οφείλει να αναλύει και να εκθέτει με τη διοικητική πράξη επιβολής του προστίμου τον αντίκτυπο καθενός από τα κριτήρια που προβλέπονται στα στοιχεία αʹ έως ιαʹ στην απόφαση σχετικά με την επιβολή προστίμου και, αντιστοίχως, στην απόφαση σχετικά με το ύψος του επιβαλλόμενου προστίμου;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος και επί του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος, στοιχείο aʹ

34      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα καθώς και με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, στοιχείο αʹ, τα οποία πρέπει να συνεξεταστούν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2002/58 έχει την έννοια ότι η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ενός χρήστη αποκτάται από τον εκδότη ενός διαδικτυακού μέσου ενημέρωσης «στο πλαίσιο της πώλησης ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας», κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 13, παράγραφος 2, όταν ο χρήστης αυτός δημιουργεί δωρεάν λογαριασμό στη διαδικτυακή πλατφόρμα του εκδότη προκειμένου να αποκτήσει το δικαίωμα δωρεάν πρόσβασης σε ορισμένο αριθμό άρθρων του μέσου ενημέρωσης, δωρεάν λήψης μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερήσιου ενημερωτικού δελτίου το οποίο περιλαμβάνει τη σύνοψη της νέας νομοθεσίας που αναλύεται σε άρθρα του μέσου ενημέρωσης, με υπερσυνδέσμους προς τα άρθρα αυτά, καθώς και πρόσβασης, έναντι αντιτίμου, σε πρόσθετα άρθρα και αναλύσεις του ίδιου μέσου, και αν η αποστολή ενός τέτοιου ενημερωτικού δελτίου συνιστά χρήση της διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου «για την απευθείας εμπορική προώθηση […] παρόμοιων προϊόντων ή υπηρεσιών», κατά την έννοια της συγκεκριμένης διάταξης.

35      Για να δοθεί απάντηση στα εν λόγω ερωτήματα, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58, η οδηγία αυτή προβλέπει, μεταξύ άλλων, την εναρμόνιση των απαιτούμενων εθνικών διατάξεων προκειμένου να διασφαλίζεται ισοδύναμο επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, και ιδίως του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και στην εμπιστευτικότητα, όσον αφορά την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

36      Το άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2002/58 παρέχει έναν ευρύ ορισμό της έννοιας της «επικοινωνίας», ο οποίος περιλαμβάνει κάθε πληροφορία που ανταλλάσσεται ή διαβιβάζεται μεταξύ ενός πεπερασμένου αριθμού μερών, μέσω μιας διαθέσιμης στο κοινό υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

37      Το άρθρο 13 της οδηγίας 2002/58, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αυτόκλητες κλήσεις», επιτρέπει, βάσει της παραγράφου 1, τη χρησιμοποίηση διαφόρων ειδών επικοινωνίας, ήτοι, μεταξύ άλλων, του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης, υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται για συνδρομητές ή χρήστες οι οποίοι έχουν δώσει εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή τους.

38      Κατ’ εξαίρεση από την απαίτηση τέτοιας συγκατάθεσης, το άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58 ορίζει ότι όταν, σύμφωνα με την οδηγία 95/46 ή τον ΓΚΠΔ, ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο αποκτά από τους πελάτες του στοιχεία επαφής του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τους στο πλαίσιο της πώλησης ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, το εν λόγω φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να χρησιμοποιεί τα στοιχεία αυτά για απευθείας εμπορική προώθηση, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της συγκεκριμένης διάταξης.

39      Από το γράμμα των διατάξεων που μνημονεύονται στις σκέψεις 37 και 38 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή στις επικοινωνίες που πραγματοποιούνται «για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης» και μόνον. Επομένως, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα καθώς και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, στοιχείο αʹ, πρέπει να προσδιοριστεί, σε πρώτο στάδιο, αν η αποστολή ενημερωτικού δελτίου όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη έχει ως σκοπό την απευθείας εμπορική προώθηση και, εφόσον έχει τέτοιο σκοπό, σε δεύτερο στάδιο, αν τα στοιχεία ηλεκτρονικής επικοινωνίας των οικείων χρηστών έχουν αποκτηθεί από τον αποστολέα της επικοινωνίας αυτής «στο πλαίσιο της πώλησης […] υπηρεσίας», κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58.

40      Κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (βλ. αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, Merck, 292/82, EU:C:1983:335, σκέψη 12, καθώς και της 1ης Αυγούστου 2025, Alace και Canpelli, C‑758/24 και C‑759/24, EU:C:2025:591, σκέψη 91).

41      Όσον αφορά, κατά πρώτον, το γράμμα του άρθρου 13, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2002/58, διαπιστώνεται ότι οι διατάξεις αυτές δεν παρέχουν κανένα στοιχείο σχετικά με την έννοια της επικοινωνίας που αποστέλλεται «για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης». Εντούτοις, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η εν λόγω έννοια καλύπτει τις επικοινωνίες που επιδιώκουν εμπορικό σκοπό και απευθύνονται άμεσα και ατομικά σε έναν καταναλωτή (πρβλ. απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2021, StWL Städtische Werke Lauf a.d. Pegnitz, C‑102/20, EU:C:2021:954, σκέψη 47).

42      Υπό το πρίσμα των κριτηρίων αυτών, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι τα διαφημιστικά μηνύματα που στοχεύουν στην προώθηση υπηρεσιών και κοινοποιούνται υπό τη μορφή μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται απευθείας στη θυρίδα εισερχομένων του ιδιωτικού λογαριασμού ηλεκτρονικής αλληλογραφίας του οικείου χρήστη, συνιστούν τέτοιες επικοινωνίες (πρβλ. απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2021, StWL Städtische Werke Lauf a.d. Pegnitz, C‑102/20, EU:C:2021:954, σκέψη 48).

43      Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, η επίμαχη στην κύρια δίκη επικοινωνία συνίσταται σε ημερήσιο ενημερωτικό δελτίο που αποστέλλεται ως μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και περιλαμβάνει σύνοψη της νέας νομοθεσίας, η οποία αναλύεται σε άρθρα διαδικτυακού μέσου ενημέρωσης, καθώς και υπερσυνδέσμους προς τα άρθρα αυτά. Μόνον ακολουθώντας τους εν λόγω υπερσυνδέσμους μπορούν οι ενδιαφερόμενοι χρήστες να συμβουλευθούν, χωρίς οικονομική επιβάρυνση, το πλήρες περιεχόμενο έως οκτώ άρθρων ανά μήνα και, έναντι αντιτίμου, το σύνολο των άρθρων που παρέχονται στη διαδικτυακή πλατφόρμα την οποία εκμεταλλεύεται η Inteligo Media.

44      Η περίσταση την οποία αναφέρει το αιτούν δικαστήριο ότι η συγκεκριμένη επικοινωνία, καθόσον περιλαμβάνει σύνοψη των θεμάτων που αναλύονται στα άρθρα του μέσου ενημέρωσης, έχει επιπλέον ενημερωτικό περιεχόμενο δεν σημαίνει ότι η επικοινωνία αυτή δεν καλύπτεται από την έννοια της επικοινωνίας που πραγματοποιείται «για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης», κατά το άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2002/58, και, ως εκ τούτου, πρέπει να εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής της διάταξης.

45      Αντιθέτως, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 32 έως 34 των προτάσεών του, μια τέτοια επικοινωνία αποσκοπεί στο να ωθήσει τους ενδιαφερόμενους χρήστες να αποκτήσουν πρόσβαση στο περιεχόμενο που διατίθεται από τον εκδότη επί πληρωμή, ενθαρρύνοντας την εξάντληση του αριθμού των άρθρων που διατίθενται δωρεάν στη διαδικτυακή πλατφόρμα και την απόκτηση πλήρους συνδρομής. Επομένως, αποσκοπεί στην προώθηση της πώλησης του εν λόγω περιεχομένου και επιδιώκει, κατά συνέπεια, εμπορικό σκοπό, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύεται στη σκέψη 41 της παρούσας αποφάσεως. Επιπλέον, κατά το μέτρο που η επικοινωνία αυτή, η οποία λαμβάνει τη μορφή μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, εμφανίζεται απευθείας στην ηλεκτρονική θυρίδα εισερχομένων του ιδιωτικού λογαριασμού ηλεκτρονικής αλληλογραφίας των αποδεκτών της, πρέπει να γίνει δεκτό ότι πραγματοποιείται «για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης», κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2002/58, ανεξαρτήτως του αν ο συγκεκριμένος σκοπός συνάγεται αποκλειστικά από το περιεχόμενο της εν λόγω επικοινωνίας ή επίσης από τη δομή της προσφοράς του αποστολέα της επικοινωνίας.

46      Η ως άνω ερμηνεία της έννοιας της επικοινωνίας που πραγματοποιείται «για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης» επιρρωννύεται, κατά δεύτερον, από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η εν λόγω έννοια καθώς και από τους σκοπούς που επιδιώκονται με την οδηγία 2002/58.

47      Συναφώς, επιβάλλεται να επισημανθεί ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58 θεσπίζει τον κανόνα σύμφωνα με τον οποίο η αποστολή μη ζητηθείσας επικοινωνίας που εμπίπτει στο συγκεκριμένο πεδίο εφαρμογής εξαρτάται από τη λήψη προηγούμενης συγκατάθεσης του αποδέκτη.

48      Ελλείψει τέτοιας συγκατάθεσης, η επικοινωνία αυτή είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58. Η εν λόγω διάταξη απαιτεί, κατ’ αρχάς, ο αποστολέας της οικείας επικοινωνίας να έχει λάβει, σύμφωνα με την οδηγία 95/46 ή, κατά περίπτωση, τον ΓΚΠΔ, από τους παραλήπτες τα στοιχεία ηλεκτρονικής επικοινωνίας τους για αποστολή μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο πλαίσιο της πώλησης ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας. Εν συνεχεία, τα στοιχεία ηλεκτρονικής επικοινωνίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης, υπό τον όρο ότι η εν λόγω εμπορική προώθηση αφορά παρόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες του ίδιου του αποστολέα. Τέλος, η συγκεκριμένη χρησιμοποίηση προϋποθέτει ότι οι παραλήπτες έχουν τη ρητή και σαφή ευχέρεια να αντιταχθούν, με απλό και δωρεάν τρόπο, στην εν λόγω χρησιμοποίηση των στοιχείων ηλεκτρονικής επικοινωνίας τους τόσο κατά τον χρόνο της συλλογής των στοιχείων αυτών όσο και στο πλαίσιο κάθε μηνύματος, εφόσον δεν έχουν αρνηθεί εξαρχής αρνηθεί την εν λόγω χρησιμοποίηση.

49      Περαιτέρω, το άρθρο 13, παράγραφος 4, της οδηγίας 2002/58 απαγορεύει, σε κάθε περίπτωση, την πρακτική της αποστολής μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με σκοπό την άμεση εμπορική προώθηση τα οποία συγκαλύπτουν ή αποκρύπτουν την ταυτότητα του αποστολέα ή του προσώπου προς όφελος του οποίου αποστέλλεται το μήνυμα ή κατά παράβαση του άρθρου 6 της οδηγίας 2000/31 ή δίχως έγκυρη διεύθυνση στην οποία ο αποδέκτης να μπορεί να ζητεί τον τερματισμό της επικοινωνίας αυτής ή με τα οποία ενθαρρύνονται οι αποδέκτες να επισκεφθούν ιστοσελίδες που παραβιάζουν το εν λόγω άρθρο 6.

50      Το σύνολο των εγγυήσεων που υπενθυμίζονται στις σκέψεις 47 έως 49 της παρούσας αποφάσεως αποσκοπεί στην επίτευξη των σκοπών τους οποίους επιδιώκει η οδηγία 2002/58, όπως εκτίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 40 της οδηγίας αυτής, και οι οποίοι συνίστανται, μεταξύ άλλων, στη διασφάλιση του πλήρους σεβασμού των δικαιωμάτων που προβλέπονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και, συναφώς, στην προστασία των συνδρομητών από κάθε παραβίαση της ιδιωτικής τους ζωής από μη ζητηθείσες επικοινωνίες που πραγματοποιούνται με στόχο την απευθείας εμπορική προώθηση, ιδίως μέσω αυτοματοποιημένων συστημάτων κλήσης, τηλεομοιοτυπίας (φαξ) και ηλεκτρονικών μηνυμάτων, περιλαμβανομένων των SMS.

51      Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα ενείχε τον κίνδυνο να μειωθεί η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 13 της οδηγίας 2002/58 και, ως εκ τούτου, να κλονιστεί το επίπεδο προστασίας της ιδιωτικής ζωής που επιδιώκεται από τη συγκεκριμένη οδηγία. Ειδικότερα, αν γινόταν δεκτή αντίθετη ερμηνεία, η αποστολή επικοινωνίας όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης θα εξέφευγε του πεδίου εφαρμογής των εγγυήσεων που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο 13, παρά τη συνδρομή κινδύνου παραβίασης της ιδιωτικής ζωής των χρηστών υπηρεσιών ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

52      Λαμβανομένου υπόψη ότι μια επικοινωνία όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης πρέπει να θεωρηθεί ότι πραγματοποιείται «για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης», κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2002/58, πρέπει να εξεταστεί, σε δεύτερο στάδιο, αν πληρούται η μνημονευόμενη στη σκέψη 39 της παρούσας αποφάσεως προϋπόθεση του άρθρου 13, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας ότι τα στοιχεία ηλεκτρονικής επικοινωνίας των πελατών πρέπει να έχουν αποκτηθεί από τον αποστολέα της επικοινωνίας «στο πλαίσιο της πώλησης […] μιας υπηρεσίας».

53      Κατά πρώτον, αφενός, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 40 των προτάσεών του, σύμφωνα με έναν κοινώς αποδεκτό ορισμό, ως «πώληση» νοείται η σύμβαση που περιλαμβάνει απαραιτήτως καταβολή τιμήματος σε αντάλλαγμα για ένα αγαθό ή μια υπηρεσία. Επομένως, στην έννοια αυτή εμπίπτουν μόνον οι πράξεις που συνεπάγονται την καταβολή τιμήματος.

54      Αφετέρου, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58 αφορά, γενικώς, τις «υπηρεσί[ε]ς», χωρίς να διακρίνει αναλόγως του είδους της οικείας παροχής. Όσον αφορά τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/31, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η αμοιβή για υπηρεσία που παρέχεται από πάροχο υπηρεσιών στο πλαίσιο της οικονομικής δραστηριότητάς του δεν καταβάλλεται κατ’ ανάγκην από εκείνους που επωφελούνται από αυτήν. Τούτο ισχύει, μεταξύ άλλων, όταν η δωρεάν παροχή από τον πάροχο πραγματοποιείται προκειμένου να διαφημιστούν προϊόντα που πωλεί ο ίδιος ή υπηρεσίες που παρέχει, οπότε το κόστος της δραστηριότητας αυτής ενσωματώνεται στην τιμή πώλησης των προϊόντων ή στην τιμή παροχής των υπηρεσιών (απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, Mc Fadden, C‑484/14, EU:C:2016:689, σκέψεις 41 και 42 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Οι συγκεκριμένες εκτιμήσεις μπορούν να τύχουν εφαρμογής στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 13, παράγραφος 2 της οδηγίας 2002/58.

55      Αυτό ακριβώς ισχύει εν προκειμένω. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος και από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, τα στοιχεία ηλεκτρονικής επικοινωνίας των χρηστών αποκτήθηκαν από την Inteligo Media κατά τη δημιουργία από εκείνους δωρεάν λογαριασμού στη διαδικτυακή πλατφόρμα την οποία εκμεταλλεύεται η εν λόγω εταιρία, ενέργεια που προϋποθέτει την αποδοχή εκ μέρους τους των συμβατικών όρων παροχής της υπηρεσίας «Service Premium». Με την εγγραφή τους στην υπηρεσία αυτή, οι χρήστες αποκτούσαν το δικαίωμα δωρεάν πρόσβασης σε ορισμένο αριθμό άρθρων του μέσου ενημέρωσης καθώς και λήψης του ενημερωτικού δελτίου «Personal Update». Όπως προκύπτει από τη σκέψη 45 της παρούσας αποφάσεως, η παροχή μιας τέτοιας υπηρεσίας έχει κυρίως διαφημιστικό σκοπό ο οποίος συνίσταται στην προώθηση του επί πληρωμή περιεχομένου που καθίσταται διαθέσιμο από την Inteligo Media, το δε κόστος της υπηρεσίας αυτής ενσωματώνεται στην τιμή του εν λόγω περιεχομένου.

56      Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 43 των προτάσεών του, ότι μια έμμεση αμοιβή που ενσωματώνεται στην τιμή της πλήρους συνδρομής την οποία προσφέρει ο οικείος πάροχος, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, πληροί την απαίτηση της καταβολής τιμήματος που υπομνήσθηκε στη σκέψη 53 της παρούσας αποφάσεως.

57      Συνεπώς, πράξη όπως αυτή στο πλαίσιο της οποίας η Inteligo Media απέκτησε τα στοιχεία ηλεκτρονικής επικοινωνίας των χρηστών της εμπίπτει στην έννοια της «πώλησης […] μιας υπηρεσίας», κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58.

58      Κατά δεύτερον, η εν λόγω ερμηνεία είναι σύμφωνη με το πλαίσιο εντός του οποίου χρησιμοποιείται η συγκεκριμένη έννοια καθώς και με τους σκοπούς που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας η έννοια αυτή αποτελεί μέρος.

59      Συναφώς, είναι βεβαίως αληθές ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58 προβλέπει εξαίρεση που συνιστά παρέκκλιση από τον βασικό κανόνα του άρθρου 13, παράγραφος 1, και πρέπει, ως εκ τούτου, να ερμηνεύεται στενά. Εντούτοις, πρώτον, το γράμμα του εν λόγω άρθρου 13, παράγραφος 2, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο η αμοιβή την οποία συνεπάγεται μια πράξη «πώλησης», κατά την έννοια της συγκεκριμένης διάταξης, να μπορεί να καταβληθεί από πρόσωπο άλλο από τον λήπτη του προϊόντος ή της υπηρεσίας που αποτελεί το αντικείμενο της οικείας πράξης. Απεναντίας, από το ίδιο γράμμα προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης επέβαλε απλώς η απόκτηση των στοιχείων ηλεκτρονικής επικοινωνίας των χρηστών να έχει πραγματοποιηθεί «στο πλαίσιο της πώλησης ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας».

60      Δεύτερον, η ερμηνεία του γράμματος του άρθρου 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58 πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να είναι σύμφωνη προς τον σκοπό που επιδιώκεται από τη συγκεκριμένη διάταξη. Επομένως, ο κανόνας της ως άνω στενής ερμηνείας δεν σημαίνει ότι το εν λόγω γράμμα υπόκειται σε ερμηνεία η οποία θα το καθιστούσε άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 4ης Μαρτίου 2021, Frenetikexito, C‑581/19, EU:C:2021:167, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

61      Πλην όμως, όσον αφορά τον σκοπό τον οποίο επιδιώκει το άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58, από την αιτιολογική σκέψη 41 της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι επιθυμία του νομοθέτη της Ένωσης ήταν η πρόβλεψη παρέκκλισης από τον κανόνα του άρθρου 13, παράγραφος 1, της οδηγίας για την περίπτωση που τα στοιχεία ηλεκτρονικής επικοινωνίας του χρήστη έχουν αποκτηθεί «στα πλαίσια μιας ήδη υπάρχουσας πελατειακής σχέσης», χωρίς να χαρακτηρίζει περαιτέρω τη σχέση αυτή.

62      Κατά συνέπεια, και υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, πληρούται εν προκειμένω τόσο η προϋπόθεση ότι τα στοιχεία ηλεκτρονικής επικοινωνίας του χρήστη πρέπει να έχουν αποκτηθεί «στο πλαίσιο της πώλησης ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας» όσο και η προϋπόθεση, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 55 και 56 της παρούσας αποφάσεως, που αφορά τον παρόμοιο χαρακτήρα της υπηρεσίας που αποτελεί το αντικείμενο της οικείας εμπορικής προώθησης.

63      Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, στοιχείο αʹ, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2002/58 έχει την έννοια ότι η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ενός χρήστη αποκτάται από τον εκδότη ενός διαδικτυακού μέσου ενημέρωσης «στο πλαίσιο της πώλησης ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας», κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 13, παράγραφος 2, όταν ο χρήστης αυτός δημιουργεί δωρεάν λογαριασμό στη διαδικτυακή πλατφόρμα του εκδότη προκειμένου να αποκτήσει το δικαίωμα δωρεάν πρόσβασης σε ορισμένο αριθμό άρθρων του μέσου ενημέρωσης, δωρεάν λήψης μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερήσιου ενημερωτικού δελτίου το οποίο περιλαμβάνει τη σύνοψη της νέας νομοθεσίας που αναλύεται σε άρθρα του μέσου ενημέρωσης, με υπερσυνδέσμους προς τα άρθρα αυτά, καθώς και πρόσβασης, έναντι αντιτίμου, σε πρόσθετα άρθρα και αναλύσεις του ίδιου μέσου. Η αποστολή ενός τέτοιου ενημερωτικού δελτίου συνιστά χρήση της διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου «για την απευθείας εμπορική προώθηση […] παρόμοιων προϊόντων ή υπηρεσιών», κατά την έννοια της συγκεκριμένης διάταξης.

 Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος

64      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58, σε συνδυασμό με το άρθρο 95 του ΓΚΠΔ, έχει την έννοια ότι, όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας χρησιμοποιεί τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ενός χρήστη προκειμένου να του αποστείλει μη ζητηθείσα επικοινωνία, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 13, παράγραφος 2, έχουν εφαρμογή οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού σχετικά με τη νομιμότητα της επεξεργασίας.

65      Όπως έχει επανειλημμένως κρίνει το Δικαστήριο, το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ΓΚΠΔ προβλέπει εξαντλητικό και περιοριστικό κατάλογο των περιπτώσεων στις οποίες η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να θεωρηθεί ως νόμιμη. Συγκεκριμένα, για να μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη, η επεξεργασία πρέπει εμπίπτει σε μία από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στη διάταξη αυτή [αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 2021, Latvijas Republikas Saeima (Βαθμοί ποινής), C‑439/19, EU:C:2021:504, σκέψη 99, και της 9ης Ιανουαρίου 2025, Mousse, C‑394/23, EU:C:2025:2, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

66      Τούτου λεχθέντος, το άρθρο 95 του ΓΚΠΔ ορίζει ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν επιβάλλει πρόσθετες υποχρεώσεις σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα όσον αφορά την επεξεργασία στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμων στο κοινό σε δημόσια δίκτυα επικοινωνίας στην Ένωση σε σχέση με θέματα τα οποία υπόκεινται στις ειδικές υποχρεώσεις με τον ίδιο στόχο που ορίζεται στην οδηγία 2002/58.

67      Περαιτέρω, η αιτιολογική σκέψη 173 του εν λόγω κανονισμού διευκρινίζει αντιστοίχως ότι ο κανονισμός αυτός πρέπει να εφαρμόζεται σε όλα τα θέματα που αφορούν την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και δεν υπάγονται στις ειδικές υποχρεώσεις που έχουν τον ίδιο στόχο, όπως περιγράφονται στην οδηγία 2002/58, περιλαμβανομένων των υποχρεώσεων του υπεύθυνου επεξεργασίας και των δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων.

68      Πλην όμως, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 50 των προτάσεών του, το άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58 ρυθμίζει εξαντλητικώς τις προϋποθέσεις και τους σκοπούς της επεξεργασίας, καθώς και τα δικαιώματα του υποκειμένου των δεδομένων, και επιβάλλει στον υπεύθυνο επεξεργασίας «ειδικές υποχρεώσεις», κατά την έννοια του άρθρου 95 του ΓΚΠΔ. Συνεπώς, η νομιμότητα της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται στο πλαίσιο επικοινωνίας του άρθρου 13, παράγραφος 2, μπορεί να διαπιστωθεί βάσει της διάταξης αυτής, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως στʹ, του ΓΚΠΔ.

69      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58, σε συνδυασμό με το άρθρο 95 του ΓΚΠΔ, έχει την έννοια ότι όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας χρησιμοποιεί τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ενός χρήστη προκειμένου να του αποστείλει μη ζητηθείσα επικοινωνία, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 13, παράγραφος 2, δεν έχουν εφαρμογή οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού σχετικά με τη νομιμότητα της επεξεργασίας.

 Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

70      Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2002/58 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση που χρησιμοποιεί την έννοια της «εμπορικής επικοινωνίας», η οποία προβλέπεται στο άρθρο 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2000/31, αντί της έννοιας της «απευθείας εμπορικής προώθησης», και, σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, αν συνιστά «εμπορική επικοινωνία», κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας αυτής ημερήσιο ενημερωτικό δελτίο το οποίο περιλαμβάνει σύνοψη της νέας νομοθεσίας που αναλύεται σε άρθρα διαδικτυακού μέσου ενημέρωσης, με υπερσυνδέσμους προς τα άρθρα αυτά.

71      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, τα ερωτήματα που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος υποβληθέντος από εθνικό δικαστήριο μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ζητούμενη ερμηνεία κανόνα της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (απόφαση της 15ης Ιουνίου 2021, Facebook Ireland κ.λπ., C‑645/19, EU:C:2021:483, σκέψη 115 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

72      Επιπλέον, κατά πάγια επίσης νομολογία, ο δικαιολογητικός λόγος της προδικαστικής παραπομπής δεν έγκειται στη διατύπωση συμβουλευτικής γνώμης επί γενικών ή υποθετικών ζητημάτων, αλλά στην ανάγκη αποτελεσματικής επίλυσης μιας ένδικης διαφοράς (απόφαση της 15ης Ιουνίου 2021, Facebook Ireland κ.λπ., C‑645/19, EU:C:2021:483, σκέψη 116 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

73      Εν προκειμένω, από την απάντηση που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα καθώς και στο τέταρτο ερώτημα, στοιχείο αʹ, προκύπτει ότι η αποστολή ενημερωτικού δελτίου όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη συνιστά επικοινωνία που πραγματοποιείται «για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης», κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2002/58. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν προκύπτει, βάσει των στοιχείων που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, ανάγκη ερμηνείας της έννοιας της «εμπορικής επικοινωνίας» που προβλέπεται στο άρθρο 2, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2000/31, προκειμένου το δικαστήριο αυτό να αποφανθεί επί της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί.

74      Συνεπώς, το τρίτο προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο.

 Επί του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος, στοιχείο βʹ, και επί του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος

75      Λαμβανομένης υπόψη της απάντησης που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα καθώς και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, στοιχείο αʹ, παρέλκει η απάντηση στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, στοιχείο βʹ, και στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα.

 Επί των δικαστικών εξόδων

76      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία [της] ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/136/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009,

έχει την έννοια ότι:

η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ενός χρήστη αποκτάται από τον εκδότη ενός διαδικτυακού μέσου ενημέρωσης «στο πλαίσιο της πώλησης ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας», κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 13, παράγραφος 2, όταν ο χρήστης αυτός δημιουργεί δωρεάν λογαριασμό στη διαδικτυακή πλατφόρμα του εκδότη προκειμένου να αποκτήσει το δικαίωμα δωρεάν πρόσβασης σε ορισμένο αριθμό άρθρων του μέσου ενημέρωσης, δωρεάν λήψης μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερήσιου ενημερωτικού δελτίου το οποίο περιλαμβάνει τη σύνοψη της νέας νομοθεσίας που αναλύεται σε άρθρα του μέσου ενημέρωσης, με υπερσυνδέσμους προς τα άρθρα αυτά, καθώς και πρόσβασης, έναντι αντιτίμου, σε πρόσθετα άρθρα και αναλύσεις του ίδιου μέσου. Η αποστολή ενός τέτοιου ενημερωτικού δελτίου συνιστά χρήση της διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου «για την απευθείας εμπορική προώθηση […] παρόμοιων προϊόντων ή υπηρεσιών», κατά την έννοια της συγκεκριμένης διάταξης.

2)      Το άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/136, σε συνδυασμό με το άρθρο 95 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων),

έχει την έννοια ότι:

όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας χρησιμοποιεί τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ενός χρήστη προκειμένου να του αποστείλει μη ζητηθείσα επικοινωνία, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 13, παράγραφος 2, δεν έχουν εφαρμογή οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού σχετικά με τη νομιμότητα της επεξεργασίας.

3)      Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Curtea de Apel Bucureşti (εφετείο Βουκουρεστίου, Ρουμανία) είναι απαράδεκτο.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ρουμανική.

Top