EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62021CJ0655

Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 19ης Οκτωβρίου 2023.
Ποινική δίκη κατά G. ST. T.
Αίτηση του Rayonen sad - Nesebar για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας – Οδηγία 2004/48/ΕΚ – Άρθρο 13 – Ποινική διαδικασία – Πεδίο εφαρμογής – Ζημία του δικαιούχου σήματος ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος – Συμφωνία για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου (TRIPs) – Άρθρο 61 – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 51, παράγραφος 1 – Εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης – Αρμοδιότητα – Άρθρο 49, παράγραφοι 1 και 3 – Νομιμότητα και αναλογικότητα των ποινών.
Υπόθεση C-655/21.

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2023:791

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 19ης Οκτωβρίου 2023 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας – Οδηγία 2004/48/ΕΚ – Άρθρο 13 – Ποινική διαδικασία – Πεδίο εφαρμογής – Ζημία του δικαιούχου σήματος ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος – Συμφωνία για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου (TRIPs) – Άρθρο 61 – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 51, παράγραφος 1 – Εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης – Αρμοδιότητα – Άρθρο 49, παράγραφοι 1 και 3 – Νομιμότητα και αναλογικότητα των ποινών»

Στην υπόθεση C‑655/21,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Rayonen sad – Nesebar (περιφερειακό δικαστήριο Nesebar, Βουλγαρία) με απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2021, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Οκτωβρίου 2021, στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά της

G. ST. T.,

παρισταμένης της:

Rayonna prokuratura Burgas, TO Nesebar,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους Κ. Λυκούργο, πρόεδρο τμήματος, O. Spineanu-Matei (εισηγήτρια), J.‑C. Bonichot, S. Rodin και L. S. Rossi, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Pitruzzella

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Posch, την J. Schmoll και την A. Kögl,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους S. L. Kalėda και I. Zaloguin,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Απριλίου 2023,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 13 της οδηγίας 2004/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας (ΕΕ 2004, L 157, σ. 45 και διορθωτικό ΕΕ 2004, L 195, σ. 16), και του άρθρου 49 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).

2        Η εν λόγω αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας που κινήθηκε κατά της G. ST. T. λόγω προσβολής σημάτων.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το διεθνές δίκαιο

3        Η συμφωνία για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου (στο εξής: συμφωνία TRIPs), η οποία αποτελεί το παράρτημα 1Γ της συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) που υπεγράφη στις 15 Απριλίου 1994 στο Μαρακές και εγκρίθηκε με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986‑1994) (ΕΕ 1994, L 336, σ. 1), περιλαμβάνει μέρος III, το οποίο επιγράφεται «Επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας».

4        Στο επιγραφόμενο «Ποινικές διαδικασίες» τμήμα 5 του μέρους III, το άρθρο 61 της συμφωνίας TRIPs ορίζει τα εξής:

«Τα μέλη καθιερώνουν ποινικές διαδικασίες και ποινές, οι οποίες είναι δυνατό να εφαρμοσθούν τουλάχιστον σε περιπτώσεις εκ προθέσεως απομίμησης/παραποίησης εμπορικών σημάτων ή παράνομης εκμετάλλευσης δικαιώματος δημιουργού σε εμπορική κλίμακα. Οι επαπειλούμενες ποινές περιλαμβάνουν τη φυλάκιση ή/και χρηματικά πρόστιμα, τα οποία πρέπει να είναι αρκετά υψηλά, ώστε να αποθαρρύνονται οι παραβιάσεις· γενικά οι επαπειλούμενες ποινές πρέπει να αντιστοιχούν ως προς την αυστηρότητά τους στις ποινές που επισύρονται για ποινικά αδικήματα ανάλογης σοβαρότητας. Στις κατάλληλες περιπτώσεις, οι προβλεπόμενες ποινές είναι δυνατό να περιλαμβάνουν την κατάσχεση, τη δήμευση ή την καταστροφή των παράνομων εμπορευμάτων, καθώς και οποιωνδήποτε υλικών ή εργαλείων που έχουν χρησιμοποιηθεί κατά κύριο λόγο για τη διάπραξη του αδικήματος. Τα μέλη δύνανται να καθιερώνουν ποινικές διαδικασίες και ποινές οι οποίες είναι δυνατό να εφαρμόζονται και σε άλλες περιπτώσεις παραβιάσεων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, ιδίως σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι παραβιάσεις διαπράττονται εκ προθέσεως και σε εμπορική κλίμακα.»

 Το δίκαιο της Ένωσης

5        Κατά την αιτιολογική σκέψη 28 της οδηγίας 2004/48:

«Εκτός από τα μέτρα, τις διαδικασίες και τα μέτρα αποκατάστασης αστικής και διοικητικής φύσεως που προβλέπει η παρούσα οδηγία, οι ποινικές κυρώσεις αποτελούν επίσης, εφόσον ενδείκνυται, μέσο που διασφαλίζει την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας.»

6        Η οδηγία, όπως ορίζει το άρθρο της 1 που επιγράφεται «Αντικείμενο», «αφορά τα μέτρα, τις διαδικασίες και τα μέτρα αποκατάστασης που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της επιβολής των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας».

7        Το άρθρο 2 της οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Πεδίο εφαρμογής», ορίζει τα εξής:

«1.      Με την επιφύλαξη των μέσων που προβλέπονται ή ενδέχεται να προβλεφθούν με την κοινοτική ή την εθνική νομοθεσία, καθόσον τα εν λόγω μέσα μπορεί να είναι ευνοϊκότερα για τους δικαιούχους, τα μέτρα, οι διαδικασίες και τα μέτρα αποκατάστασης που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3, σε οποιαδήποτε προσβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας όπως προβλέπεται από την κοινοτική νομοθεσία ή/και την εθνική νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους.

2.      Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις ειδικές διατάξεις για την επιβολή των δικαιωμάτων και τις εξαιρέσεις που προβλέπει η κοινοτική νομοθεσία για το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενικά προς αυτό δικαιώματα, ιδίως δε την οδηγία 91/250/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 1991, για τη νομική προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών (ΕΕ 1991, L 122, σ. 42)], και ιδίως το άρθρο της 7 ή την οδηγία 2001/29/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (ΕΕ 2001, L 167, σ. 10)], και ιδίως τα άρθρα της 2 έως 6 και 8.

3.      Η παρούσα οδηγία δεν θίγει:

[…]

β)      τις υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη μέλη από διεθνείς συμβάσεις, και ιδίως από τη συμφωνία TRIPS, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων που αφορούν ποινικές διαδικασίες και ποινές·

γ)      οποιεσδήποτε εθνικές διατάξεις ισχύουν στα κράτη μέλη και αφορούν ποινικές διαδικασίες ή κυρώσεις λόγω προσβολής δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας.»

8        Το άρθρο 13 της οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Αποζημίωση», προβλέπει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες δικαστικές αρχές, κατόπιν αιτήσεως του ζημιωθέντος, να καταδικάζουν τον παραβάτη ο οποίος προέβη σε προσβολή του δικαιώματος από δόλο ή βαριά αμέλεια, να καταβάλει στον δικαιούχο του δικαιώματος αποζημίωση αντίστοιχη προς την πραγματική ζημία που υπέστη ο δικαιούχος εξαιτίας της προσβολής του δικαιώματός του διανοητικής ιδιοκτησίας.

Όταν οι δικαστικές αρχές καθορίζουν την αποζημίωση:

α)      λαμβάνουν υπόψη όλα τα συναφή ζητήματα, όπως τις αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένης της απώλειας κερδών, τις οποίες υφίσταται ο ζημιωθείς διάδικος, και τα τυχόν αδικαιολόγητα κέρδη που αποκόμισε ο παραβάτης και, εφόσον ενδείκνυται, άλλα στοιχεία, πέραν των οικονομικών, όπως η ηθική βλάβη που προκάλεσε στον κάτοχο του δικαιώματος η προσβολή

ή

β)      εναλλακτικώς προς το στοιχείο α), δύνανται, εφόσον ενδείκνυται, να καθορίζουν την αποζημίωση ως κατ’ αποκοπή ποσό βάσει στοιχείων όπως τουλάχιστον το ύψος των δικαιωμάτων ή λοιπών αμοιβών που θα οφείλονταν αν ο παραβάτης είχε ζητήσει την άδεια να χρησιμοποιεί το επίμαχο δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας.

2.      Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο παραβάτης προέβη στην προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας εν αγνοία του ή ενώ δεν υπήρχαν βάσιμοι λόγοι να το γνωρίζει, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν τη δυνατότητα των δικαστικών αρχών να διατάσσουν την αναζήτηση των κερδών ή την καταβολή αποζημίωσης, η οποία μπορεί να είναι προκαθορισμένη.»

9        Κατά το άρθρο 16 της οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Κυρώσεις από κράτη μέλη»:

«Με την επιφύλαξη των μέτρων, διαδικασιών και μέτρων αποκατάστασης αστικής και διοικητικής φύσεως που προβλέπει η παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη δύνανται να επιβάλλουν [άλλες κατάλληλες] κυρώσεις σε περιπτώσεις κατά τις οποίες προσβάλλονται δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας.»

 Το βουλγαρικό δίκαιο

 Ο ποινικός κώδικας

10      Το άρθρο 172b του Nakazatelen kodeks (ποινικού κώδικα), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης (στο εξής: ποινικός κώδικας), ορίζει τα εξής:

«(1)      Όποιος, χωρίς τη συναίνεση του κατόχου του αποκλειστικού δικαιώματος, χρησιμοποιεί στις εμπορικές συναλλαγές σήμα […] τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή έως πέντε έτη και με χρηματική ποινή έως πέντε χιλιάδες [βουλγαρικά λεβ (BGN)].

(2)      Εάν η πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 τελέστηκε επανειλημμένα ή προκάλεσε σοβαρές επιζήμιες συνέπειες, επιβάλλεται στερητική της ελευθερίας ποινή από πέντε έως οκτώ έτη και χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες BGN έως οκτώ χιλιάδες BGN.

(3)      Το αντικείμενο της αξιόποινης πράξης κατάσχεται και καταστρέφεται, ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο κύριός του.»

 Ο προϊσχύσας ZMGO και ο νέος ZMGO

11      Το άρθρο 13 του Zakon za markite i geografskite oznachenia (νόμου περί σημάτων και γεωγραφικών ενδείξεων, DV αριθ. 81, της 14ης Σεπτεμβρίου 1999), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης (στο εξής: προϊσχύσας ZMGO), προέβλεπε τα εξής:

«(1)      Το δικαίωμα στο σήμα περιλαμβάνει το δικαίωμα του δικαιούχου να χρησιμοποιεί το σήμα, να το διαθέτει και να απαγορεύει στους τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές, χωρίς τη συναίνεσή του, σημείο το οποίο:

1.      είναι πανομοιότυπο με το σήμα, εφόσον πρόκειται για προϊόντα ή υπηρεσίες πανομοιότυπες με εκείνες για τις οποίες έχει καταχωρισθεί το σήμα·

2.      επειδή είναι πανομοιότυπο ή παρόμοιο με το σήμα και χρησιμοποιείται για προϊόντα ή υπηρεσίες που είναι πανομοιότυπα ή παρόμοια με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία έχει καταχωρισθεί το σήμα, συνεπάγεται κίνδυνο σύγχυσης των καταναλωτών, περιλαμβανομένου του κινδύνου συσχέτισης του σημείου με το σήμα.

3.      είναι πανομοιότυπο ή παρόμοιο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν είναι πανομοιότυπα ή παρόμοια με εκείνα για τα οποία έχει καταχωριστεί το σήμα, εφόσον το σήμα χαίρει φήμης εντός της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και η χρησιμοποίηση του σημείου, χωρίς νόμιμη αιτία, θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του σήματος […] ή θα έβλαπτε τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του σήματος.

(2)      Η χρήση στις συναλλαγές κατά την έννοια της παραγράφου 1 συνίσταται στην:

1.      επίθεση του σημείου επί των προϊόντων ή της συσκευασίας των εν λόγω προϊόντων·

2.      προσφορά ή εμπορία προϊόντων με τη χρήση του σημείου ή στην κατοχή τους προς εμπορία ή στην προσφορά ή παροχή υπηρεσιών με τη χρήση του σημείου·

3.      εισαγωγή ή εξαγωγή των προϊόντων με τη χρήση του σημείου·

[…]».

12      Το επιγραφόμενο «Ειδικές περιπτώσεις αποζημίωσης» άρθρο 76b του νόμου αυτού προέβλεπε τα εξής:

«(1)      Όταν η αγωγή είναι βάσιμη αλλά τα στοιχεία για το ποσό της ζημίας είναι ανεπαρκή, ο ενάγων μπορεί να ζητήσει, ως αποκατάσταση της ζημίας:

1.      αποζημίωση ποσού 500 BGN έως 100 000 BGN του οποίου ο ακριβής καθορισμός επαφίεται στην κρίση του δικαστηρίου τηρουμένων των προϋποθέσεων του άρθρου 76a, παράγραφοι 2 και 3, ή

2.      το ισόποσο της λιανικής τιμής νομίμως παραχθέντων προϊόντων τα οποία είναι πανομοιότυπα ή παρόμοια με τα προϊόντα που αποτέλεσαν αντικείμενο του αδικήματος.

(2)      Για τον υπολογισμό της αποζημίωσης της παραγράφου 1 λαμβάνονται επίσης υπόψη τα κέρδη που αποκομίστηκαν λόγω της τέλεσης του αδικήματος.»

13      Το επιγραφόμενο «Διοικητικές παραβάσεις και κυρώσεις» άρθρο 81 του εν λόγω νόμου όριζε τα εξής:

«(1)      Όποιος κάνει χρήση στις συναλλαγές, κατά την έννοια του άρθρου 13, προϊόντων ή υπηρεσιών επί των οποίων έχει τεθεί σημείο πανομοιότυπο ή παρόμοιο με καταχωρισθέν σήμα, χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του σήματος, τιμωρείται με πρόστιμο 500 έως 1 500 BGN, οι δε ατομικές επιχειρήσεις και τα νομικά πρόσωπα με χρηματική κύρωση 1 000 έως 3 000 BGN.

(2)      Σε περίπτωση υποτροπής όσον αφορά την πράξη της παραγράφου 1, επιβάλλεται στον παραβάτη πρόστιμο από 1 500 έως 3 000 BGN, στις δε ατομικές επιχειρήσεις και τα νομικά πρόσωπα χρηματική κύρωση από 3 000 έως 5 000 BGN.

(3)      Υποτροπή υφίσταται όταν η πράξη τελείται εκ νέου εντός ενός έτους από την έναρξη ισχύος της απόφασης με την οποία επιβλήθηκε στον παραβάτη διοικητική κύρωση για την ίδια παράβαση.

[…]

(5)      Τα προϊόντα της παραγράφου 1, ανεξαρτήτως του προσώπου στο οποίο ανήκουν, δημεύονται και καταστρέφονται, ο δε δικαιούχος του σήματος ή πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από αυτόν δύνανται να παραστούν στην καταστροφή.

[…]»

14      Ο προϊσχύσας ZMGO καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον zakon za markite i geografskite oznachenia (νόμο περί σημάτων και γεωγραφικών ενδείξεων, DV αριθ. 98, της 13ης Δεκεμβρίου 2019, στο εξής: νέος ZMGO). Το άρθρο 13 του νέου ZMGO είναι πανομοιότυπο με το καταργηθέν άρθρο 13 του προϊσχύσαντος ZMGO.

15      Το άρθρο 127 του νέου ZMGO, το οποίο επιγράφεται «Διοικητικές παραβάσεις και κυρώσεις», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Όποιος κάνει χρήση στις συναλλαγές, κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφοι 1 και 2, προϊόντων ή υπηρεσιών επί των οποίων έχει τεθεί σημείο πανομοιότυπο ή παρόμοιο με καταχωρισθέν σήμα, χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του σήματος, τιμωρείται με πρόστιμο 2 000 έως 10 000 BGN, οι δε ατομικές επιχειρήσεις και τα νομικά πρόσωπα με χρηματική κύρωση 3 000 έως 20 000 BGN.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

16      Η G. ST. T. είναι ιδιοκτήτρια ατομικής επιχείρησης εμπορίας ενδυμάτων.

17      Το 2016 υπάλληλοι του βουλγαρικού Υπουργείου Εσωτερικών διενήργησαν έλεγχο σε μισθωμένο από την επιχείρηση αυτή εμπορικό κατάστημα στον δήμο Nesebar (Βουλγαρία) και κατέσχεσαν προϊόντα που προσφέρονταν εκεί προς πώληση. Η διαταχθείσα δικαστική πραγματογνωμοσύνη έδειξε ότι τα σημεία που είχαν τεθεί επί των προϊόντων αυτών ήταν παρόμοια με καταχωρισμένα σήματα και εκτίμησε ότι τα προϊόντα είχαν συνολική αξία 1 404 590 BGN (περίπου 718 000 ευρώ) «ως γνήσια» και 80 201 BGN (περίπου 41 000 ευρώ) «ως απομιμήσεις».

18      Η Rayonna prokuratura Burgas, TO Nesebar (εισαγγελία Μπουργκάς, τμήμα Nesebar, Βουλγαρία) έκρινε ότι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, η G. ST. T. είχε κάνει, χωρίς τη συναίνεση των δικαιούχων των αποκλειστικών δικαιωμάτων, χρήση σημάτων καλυπτόμενων από τα αποκλειστικά αυτά δικαιώματα η οποία είχε προκαλέσει «σοβαρές επιζήμιες συνέπειες» και ως εκ τούτου παρέπεμψε την G. ST. T. στο ακροατήριο του Rayonen sad – Nesebar (περιφερειακού δικαστηρίου Nesebar, Βουλγαρία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, με την κατηγορία της διακεκριμένης προσβολής δικαιώματος σε σήμα κατά το άρθρο 172b, παράγραφος 2, του ποινικού κώδικα.

19      Κανένα από τα ζημιωθέντα νομικά πρόσωπα δεν άσκησε αγωγή αποζημίωσης κατά της G. ST. T., ούτε δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής στο πλαίσιο της ανωτέρω διαδικασίας.

20      Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει, εν συνόψει, ότι, στο πλαίσιο της παρεχόμενης στα κράτη μέλη από την αιτιολογική σκέψη 28 της οδηγίας 2004/48 διακριτικής ευχέρειας να προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για την προσβολή δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, η Δημοκρατία της Βουλγαρίας θέσπισε το άρθρο 172b, παράγραφοι 1 και 2, του ποινικού κώδικα. Με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού χαρακτηρίζεται ως ποινικό αδίκημα η χρήση σήματος στις συναλλαγές χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του αποκλειστικού δικαιώματος, ενώ η παράγραφος 2 αφορά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η πράξη έχει τελεστεί επανειλημμένα ή έχει προκαλέσει «σοβαρές επιζήμιες συνέπειες». Το κράτος μέλος αυτό θέσπισε επίσης, με το άρθρο 81, παράγραφος 1, του προϊσχύσαντος ZMGO, το οποίο έχει αντικατασταθεί πλέον από το άρθρο 127, παράγραφος 1, του νέου ZMGO, διοικητική παράβαση για την επιβολή κυρώσεων για τις ίδιες πράξεις.

21      Κατά πρώτον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν εθνική διάταξη, όπως το άρθρο 172b, παράγραφος 2, του ποινικού κώδικα, κατά την οποία η ζημία που υφίσταται ο δικαιούχος αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του προβλεπόμενου από αυτήν ποινικού αδικήματος συνάδει με τους κανόνες σχετικά με τη ζημία που προκαλείται λόγω παράνομης άσκησης δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας οι οποίοι θεσπίστηκαν με την οδηγία 2004/48 και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, αν συνάδει με τους κανόνες αυτούς ο καθιερωθείς από τη βουλγαρική νομολογία μηχανισμός τεκμαρτού υπολογισμού της ζημίας στο ύψος της αξίας των εμπορευμάτων που προσφέρονται προς πώληση με βάση τις τιμές λιανικής πώλησης νομίμως παραχθέντων εμπορευμάτων.

22      Κατά δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η αρχή της νομιμότητας των αξιοποίνων πράξεων και των ποινών, την οποία καθιερώνει το άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη, προϋποθέτει ότι οι ρυθμίσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης οριοθετούν με σαφήνεια τη συμπεριφορά που συνιστά ποινικό αδίκημα και ιδίως προσδιορίζουν τα στοιχεία της ειδικής υπόστασης του συγκεκριμένου αδικήματος. Πλην όμως, στη βουλγαρική νομοθεσία υπάρχουν διατάξεις κατά τις οποίες η ίδια συμπεριφορά, ήτοι η χρήση σήματος στις συναλλαγές χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του αποκλειστικού δικαιώματος, συνιστά τόσο διοικητική παράβαση (άρθρο 81, παράγραφος 1, του προϊσχύσαντος ZMGO και άρθρο 127, παράγραφος 1, του νέου ZMGO) όσο και ποινικό αδίκημα (άρθρο 172b του ποινικού κώδικα). Εντούτοις, η νομοθεσία αυτή δεν περιέχει κριτήριο χαρακτηρισμού βάσει του οποίου να γίνεται διάκριση μεταξύ του ποινικού αδικήματος και της διοικητικής παράβασης. Η ανωτέρω απουσία σαφούς και συγκεκριμένου κριτηρίου έχει ως αποτέλεσμα αντιφατικές πρακτικές και συνεπάγεται άνιση μεταχείριση πολιτών οι οποίοι έχουν τελέσει κατ’ ουσίαν τις ίδιες πράξεις.

23      Κατά τρίτον, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η αρχή της αναλογικότητας την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη αντιτίθεται σε νομοθεσία όπως η βουλγαρική, λαμβανομένης υπόψη της αυστηρότητας των κυρώσεων που προβλέπονται για την τιμωρία της αξιόποινης πράξης του άρθρου 172b, παράγραφος 2, του ποινικού κώδικα, ήτοι υψηλής στερητικής της ελευθερίας ποινής σε συνδυασμό με βαριά χρηματική ποινή. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, στο ως άνω πλαίσιο, οι δυνατότητες μείωσης της ποινής και αναστολής της εκτέλεσής της είναι περιορισμένες και ότι οι ποινές συνοδεύονται από τη δήμευση και καταστροφή των επίμαχων προϊόντων.

24      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Rayonen sad – Nesebar (περιφερειακό δικαστήριο Nesebar) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Είναι η νομοθεσία και η νομολογία κατά τις οποίες η ζημία που υφίσταται ο δικαιούχος αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως των ποινικών αδικημάτων του άρθρου 172b, παράγραφοι 1 και 2, του [ποινικού κώδικα] σύμφωνες με τους κανόνες σχετικά με τη ζημία που προκαλείται λόγω παράνομης ασκήσεως δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, οι οποίοι θεσπίστηκαν με την οδηγία [2004/48];

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, είναι ο καθιερωθείς από τη βουλγαρική νομολογία μηχανισμός τεκμηρίων για τον καθορισμό της ζημίας –στο ύψος της αξίας των εμπορευμάτων που προσφέρονται προς πώληση, η οποία υπολογίζεται με βάση τις τιμές λιανικής πωλήσεως νομίμως παραχθέντων εμπορευμάτων– σύμφωνος με τους κανόνες της οδηγίας [2004/48];

3)      Είναι σύμφωνη με την αρχή της νομιμότητας των ποινικών αδικημάτων, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 49 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, νομοθεσία στην οποία δεν γίνεται οριοθέτηση μεταξύ της διοικητικής παραβάσεως (άρθρο 127, παράγραφος 1, του [νέου ZMGO] και άρθρο 81, παράγραφος 1, του [προϊσχύσαντος ZMGO]), του ποινικού αδικήματος του άρθρου 172b, παράγραφος 1, του [ποινικού κώδικα] και, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, του ποινικού αδικήματος του άρθρου 172b, παράγραφος 2, του [ποινικού κώδικα];

4)      Είναι οι ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 172b, παράγραφος 2, του [ποινικού κώδικα] (στερητική της ελευθερίας ποινή από πέντε έως οκτώ έτη και χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες έως οκτώ χιλιάδες BGN) σύμφωνες με την αρχή που κατοχυρώνεται στο άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (η αυστηρότητα της ποινής δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη προς το αδίκημα);»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου και του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

25      Με το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 13 της οδηγίας 2004/48 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία και νομολογία δυνάμει των οποίων η έκταση της ζημίας περιλαμβάνεται μεταξύ των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του ποινικού αδικήματος της διακεκριμένης προσβολής δικαιώματος σε σήμα. Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, διερωτάται αν ο τεκμαρτός υπολογισμός της ζημίας συνάδει με τους κανόνες που θεσπίζει η εν λόγω οδηγία.

26      Ως προς το ζήτημα αυτό, επισημαίνεται ότι, κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 2 της οδηγίας 2004/48 το οποίο αφορά το πεδίο εφαρμογής της, τα μέτρα, οι διαδικασίες και τα μέτρα αποκατάστασης που προβλέπονται από την οδηγία εφαρμόζονται σε οποιαδήποτε προσβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας όπως προβλέπεται από τη νομοθεσία της Ένωσης ή την εθνική νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους, ενώ η οδηγία δεν θίγει τις ειδικές διατάξεις για την επιβολή των δικαιωμάτων και τις εξαιρέσεις που προβλέπει η νομοθεσία της Ένωσης για το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας και τα συγγενικά προς αυτό δικαιώματα.

27      Εντούτοις, στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχεία βʹ και γʹ, προστίθεται ότι η οδηγία 2004/48 δεν θίγει τις υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη μέλη από διεθνείς συμβάσεις, και ιδίως από τη συμφωνία TRIPs, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων που αφορούν ποινικές διαδικασίες και ποινές, ούτε οποιεσδήποτε εθνικές διατάξεις ισχύουν στα κράτη μέλη και αφορούν ποινικές διαδικασίες ή κυρώσεις λόγω προσβολής δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας.

28      Επιπλέον, το άρθρο 16 της οδηγίας ορίζει ειδικότερα ότι, με την επιφύλαξη των μέτρων, διαδικασιών και μέτρων αποκατάστασης αστικής και διοικητικής φύσεως που αυτή προβλέπει, τα κράτη μέλη δύνανται να επιβάλλουν άλλες κατάλληλες κυρώσεις σε περιπτώσεις κατά τις οποίες προσβάλλονται δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας.

29      Τέλος, κατά την αιτιολογική σκέψη 28 της οδηγίας, οι ποινικές κυρώσεις αποτελούν επίσης, εφόσον ενδείκνυται, μέσο που διασφαλίζει την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, εκτός από τα μέτρα, τις διαδικασίες και τα μέτρα αποκατάστασης αστικής και διοικητικής φύσεως που προβλέπει η οδηγία.

30      Από τις ως άνω διατάξεις και την αιτιολογική αυτή σκέψη προκύπτει ότι η οδηγία 2004/48 δεν διέπει τις ποινικές διαδικασίες και τις ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση προσβολής δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και ότι, ταυτόχρονα, αναγνωρίζει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να νομοθετούν βάσει του εθνικού ή του διεθνούς δικαίου για να προβλέπουν τις κυρώσεις, μεταξύ άλλων και ποινικής φύσης, τις οποίες κρίνουν κατάλληλες σε περίπτωση προσβολής των δικαιωμάτων αυτών.

31      Κατά πάγια νομολογία, εναπόκειται στο ίδιο το Δικαστήριο να εξετάσει τις συνθήκες υπό τις οποίες του έχουν υποβληθεί τα ερωτήματα από το εθνικό δικαστήριο, προκειμένου να εξακριβώσει αν έχει αρμοδιότητα ή αν είναι παραδεκτή η αίτηση που του έχει υποβληθεί. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως τονίσει ότι η διαδικασία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ αποτελεί μέσο συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, με την οποία το Δικαστήριο παρέχει στα εθνικά δικαστήρια τα στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που τους είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς επί της οποίας καλούνται να αποφανθούν, και ότι ο δικαιολογητικός λόγος της προδικαστικής παραπομπής δεν έγκειται στη διατύπωση συμβουλευτικής γνώμης επί γενικών ή υποθετικών ζητημάτων, αλλά στην αυτονόητη ανάγκη αποτελεσματικής επίλυσης μιας ένδικης διαφοράς. Όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, η ζητούμενη προδικαστική απόφαση πρέπει να είναι «αναγκαία» για να καταστεί δυνατή η εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου «έκδοση της δικής του απόφασης» επί της υπόθεσης της οποίας έχει επιληφθεί [απόφαση της 22ας Μαρτίου 2022, Prokurator Generalny κ.λπ. (Πειθαρχικό τμήμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου – Διορισμός), C‑508/19, EU:C:2022:201, σκέψεις 59 έως 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

32      Δεδομένου ότι η οδηγία 2004/48 δεν εφαρμόζεται στους εθνικούς κανόνες που αφορούν τις ποινικές διαδικασίες και τις ποινικές κυρώσεις σε περιπτώσεις προσβολής δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, η ζητούμενη από το αιτούν δικαστήριο με το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα ερμηνεία δεν είναι αναγκαία για την επίλυση της υπόθεσης της κύριας δίκης, η οποία αποτελεί αμιγώς ποινική διαδικασία.

33      Επομένως, το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτα.

 Επί του τρίτου και του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος

 Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου

34      Με το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να ερμηνευθεί το άρθρο 49 του Χάρτη προκειμένου να εξακριβώσει αν συνάδει με αυτό το άρθρο 172b, παράγραφος 2, του ποινικού κώδικα.

35      Υπενθυμίζεται ευθύς εξαρχής ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που του υποβάλλονται όταν η έννομη κατάσταση από την οποία προέκυψε η υπόθεση της κύριας δίκης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Ως προς το ζήτημα αυτό, κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις του Χάρτη των οποίων ενδεχομένως γίνεται επίκληση δεν μπορούν να θεμελιώσουν, αυτές και μόνες, την ως άνω αρμοδιότητα (απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2022, Viva Telecom Bulgaria, C‑257/20, EU:C:2022:125, σκέψη 128 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

36      Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στο τρίτο και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα. Ειδικότερα, κατά την άποψή της, οι επίμαχες στην κύρια δίκη ποινικές διατάξεις δεν συνιστούν εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να εκτιμηθούν υπό το πρίσμα του άρθρου 49 του Χάρτη.

37      Κατά το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, οι διατάξεις του απευθύνονται στα κράτη μέλη μόνον όταν αυτά εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Επομένως, κατά πάγια νομολογία, τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην έννομη τάξη της Ένωσης εφαρμόζονται σε όλες τις καταστάσεις που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, αλλά όχι πέραν των καταστάσεων αυτών (αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 2013, Åkerberg Fransson, C‑617/10, EU:C:2013:105, σκέψεις 17 και 19 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 5ης Μαΐου 2022, BPC Lux 2 κ.λπ., C‑83/20, EU:C:2022:346, σκέψεις 25 και 26).

38      Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι όταν τα κράτη μέλη εκτελούν υποχρεώσεις που απορρέουν από συναφθείσες από την Ένωση διεθνείς συμφωνίες οι οποίες συνιστούν, από την έναρξη της ισχύος τους, αναπόσπαστο μέρος του δικαίου της Ένωσης, εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη [πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Τριτοβάθμια εκπαίδευση), C‑66/18, EU:C:2020:792, σκέψεις 69 και 213].

39      Η συμφωνία για την ίδρυση του ΠΟΕ, η οποία περιλαμβάνει τη συμφωνία TRIPs, συνήφθη από την Ένωση και συνιστά συνεπώς αναπόσπαστο μέρος του δικαίου της Ένωσης από την έναρξη της ισχύος της, ήτοι από την 1η Ιανουαρίου 1995 [πρβλ. αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 2012, SCF, C‑135/10, EU:C:2012:140, σκέψεις 39 και 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 6ης Οκτωβρίου 2020, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Τριτοβάθμια εκπαίδευση), C‑66/18, EU:C:2020:792, σκέψεις 69 έως 71].

40      Η συμφωνία TRIPs έχει ιδίως ως σκοπό να μειώσει τις στρεβλώσεις του διεθνούς εμπορίου, κατοχυρώνοντας, στο έδαφος καθενός από τα μέλη του ΠΟΕ, αποτελεσματική και επαρκή προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Το μέρος II της συμφωνίας αυτής συμβάλλει στην επίτευξη του ως άνω σκοπού προβλέποντας, για καθεμιά από τις κύριες κατηγορίες δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, πρότυπα που πρέπει να εφαρμόζονται από κάθε μέλος του ΠΟΕ (απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, Daiichi Sankyo και Sanofi-Aventis Deutschland, C‑414/11, EU:C:2013:520, σκέψη 58). Το δε μέρος III της εν λόγω συμφωνίας, που επιδιώκει επίσης τον ίδιο σκοπό, αφορά την «επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας» και προβλέπει, ειδικότερα, τις διαδικασίες και τα μέτρα που υποχρεούνται να θεσπίσουν τα μέλη του ΠΟΕ με τη νομοθεσία τους προκειμένου να εξυπηρετήσουν τον σκοπό αυτόν.

41      Συγκεκριμένα, στο τιτλοφορούμενο «Ποινικές διαδικασίες» τμήμα 5 του μέρους III, το άρθρο 61 της συμφωνίας TRIPs προβλέπει ότι «τα μέλη [του ΠΟΕ] καθιερώνουν ποινικές διαδικασίες και ποινές, οι οποίες είναι δυνατό να εφαρμοσθούν τουλάχιστον σε περιπτώσεις εκ προθέσεως απομίμησης/παραποίησης εμπορικών σημάτων ή παράνομης εκμετάλλευσης δικαιώματος δημιουργού σε εμπορική κλίμακα», ότι «[ο]ι επαπειλούμενες ποινές περιλαμβάνουν τη φυλάκιση ή/και χρηματικά πρόστιμα, τα οποία πρέπει να είναι αρκετά υψηλά, ώστε να αποθαρρύνονται οι παραβιάσεις, [ενώ] γενικά οι επαπειλούμενες ποινές πρέπει να αντιστοιχούν ως προς την αυστηρότητά τους στις ποινές που επισύρονται για ποινικά αδικήματα ανάλογης σοβαρότητας», και ότι, «[σ]τις κατάλληλες περιπτώσεις, οι προβλεπόμενες ποινές είναι δυνατό να περιλαμβάνουν την κατάσχεση, τη δήμευση ή την καταστροφή των παράνομων εμπορευμάτων, καθώς και οποιωνδήποτε υλικών ή εργαλείων που έχουν χρησιμοποιηθεί κατά κύριο λόγο για τη διάπραξη του αδικήματος».

42      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 30 των προτάσεών του, όταν τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμφωνία TRIPs, περιλαμβανομένων εκείνων που απορρέουν από το άρθρο 61 αυτής, εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη.

43      Πράγματι, η υποχρέωση από το άρθρο 61 της συμφωνίας TRIPs σχετικά με την πρόβλεψη ποινικών διαδικασιών, οι οποίες, τουλάχιστον όσον αφορά τις περιπτώσεις εκ προθέσεως απομίμησης/παραποίησης εμπορικών σημάτων ή παράνομης εκμετάλλευσης δικαιώματος δημιουργού σε εμπορική κλίμακα, θα οδηγούν στην επιβολή αποτελεσματικών, αποτρεπτικών και αναλογικών κυρώσεων, δεσμεύει όλα τα μέλη του ΠΟΕ, συμπεριλαμβανομένων της Ένωσης και των κρατών μελών της, και συνιστά, όπως προκύπτει από τη νομολογία που υπενθυμίζεται στη σκέψη 39 της παρούσας απόφασης, αναπόσπαστο τμήμα του δικαίου της Ένωσης, ανεξαρτήτως πράξεων εσωτερικής εναρμόνισης. Η νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία τα κράτη μέλη εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, όταν εκπληρώνουν προβλεπόμενη από διάταξη του δικαίου της Ένωσης υποχρέωση να προβλέπουν κυρώσεις με αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα κατά των προσώπων που ευθύνονται για τις παραβάσεις που αφορά η διάταξη αυτή (πρβλ. απόφαση της 20ής Μαρτίου 2018, Garlsson Real Estate κ.λπ., C‑537/16, EU:C:2018:193, σκέψεις 22 και 23), εφαρμόζεται στην ως άνω περίπτωση. Το γεγονός ότι η υποχρέωση προβλέπεται από διεθνή συμφωνία που έχει συνάψει η Ένωση και όχι από εσωτερική νομοθετική πράξη της Ένωσης δεν έχει σημασία συναφώς, όπως προκύπτει από τη νομολογία που εκτίθεται στη σκέψη 38 της παρούσας απόφασης.

44      Κατά συνέπεια, ένα κράτος μέλος, εφόσον εκπληρώνει την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 61 της συμφωνίας TRIPs, εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης και, επομένως, ο Χάρτης έχει εφαρμογή.

45      Εν προκειμένω, υπό την επιφύλαξη του ελέγχου που θα διενεργήσει το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 172b, παράγραφοι 1 και 2, του ποινικού κώδικα συνιστά, κατά τα φαινόμενα, εφαρμογή από το βουλγαρικό δίκαιο των δεσμεύσεων που απορρέουν από το άρθρο 61 της συμφωνίας TRIPs.

46      Επομένως, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να απαντήσει στο τρίτο και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα.

 Επί της ουσίας

–       Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

47      Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη έχει την έννοια ότι η αρχή της νομιμότητας των αξιοποίνων πράξεων και των ποινών αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει, σε περίπτωση χρήσης σήματος στις συναλλαγές χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του αποκλειστικού δικαιώματος, ότι η ίδια συμπεριφορά μπορεί να στοιχειοθετεί τόσο διοικητική παράβαση όσο και ποινικό αδίκημα, χωρίς η νομοθεσία αυτή να περιλαμβάνει κριτήρια οριοθέτησης της διοικητικής παράβασης σε σχέση με το ποινικό αδίκημα, ή ακόμη και σε σχέση με τη διακεκριμένη περίπτωση του ποινικού αδικήματος.

48      Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι, κατά τη βουλγαρική νομοθεσία, ορισμένες συμπεριφορές μπορεί να συνιστούν τόσο διοικητική παράβαση όσο και ποινικό αδίκημα. Τέτοια είναι η περίπτωση της χρήσης σήματος στις συναλλαγές χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του αποκλειστικού δικαιώματος, ήτοι της πράξης που στοιχειοθετεί όχι μόνο τη διοικητική παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, του προϊσχύσαντος ZMGO, το οποίο έχει εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, αλλά και το ποινικό αδίκημα του άρθρου 172b, παράγραφος 1, του ποινικού κώδικα. Επιπλέον, το ποινικό αδίκημα του άρθρου 172b, παράγραφος 2, του ποινικού κώδικα ταυτίζεται εν μέρει, όσον αφορά τα στοιχεία της ειδικής υπόστασης, με το άρθρο 172b, παράγραφος 1, του ποινικού κώδικα, κατά το μέτρο που αποσκοπεί επίσης στην περιστολή της εν λόγω απαγορευμένης χρήσης.

49      Ως προς το ζήτημα αυτό, δυνάμει της αρχής της νομιμότητας των αξιοποίνων πράξεων και των ποινών, οι ποινικές διατάξεις πρέπει να πληρούν ορισμένες απαιτήσεις προσβασιμότητας και προβλεψιμότητας όσον αφορά τόσο τον ορισμό της αξιόποινης πράξης όσο και τον καθορισμό της ποινής (απόφαση της 11ης Ιουνίου 2020, Prokuratura Rejonowa w Słupsku, C‑634/18, EU:C:2020:455, σκέψη 48).

50      Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή αυτή αποτελεί ειδική έκφραση της γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου και συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι ο νόμος πρέπει να καθορίζει σαφώς τις αξιόποινες πράξεις και τις ποινές που τις κολάζουν [πρβλ. απόφαση της 8ης Μαρτίου 2022, Bezirkshauptmannschaft Hartberg-Fürstenfeld (Άμεσο αποτέλεσμα), C‑205/20, EU:C:2022:168, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

51      Η ως άνω απαίτηση πληρούται όταν ο πολίτης έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει, με βάση το γράμμα της οικείας διάταξης και, εν ανάγκη, με τη βοήθεια της ερμηνείας που δίδεται στη διάταξη αυτή από τα δικαστήρια και τη βοήθεια νομικής συμβουλής, ποιες πράξεις και παραλείψεις επάγονται την ποινική ευθύνη του (πρβλ. αποφάσεις της 5ης Δεκεμβρίου 2017, M.A.S. και M.B., C‑42/17, EU:C:2017:936, σκέψη 56, και της 5ης Μαΐου 2022, BV, C‑570/20, EU:C:2022:348, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

52      Εν προκειμένω, το άρθρο 172b του ποινικού κώδικα προβλέπει ότι η χρήση σήματος στις συναλλαγές χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του αποκλειστικού δικαιώματος αποτελεί ποινικό αδίκημα και επισύρει την επιβολή των ποινών που προβλέπει το άρθρο αυτό.

53      Βεβαίως, δυνάμει του βουλγαρικού νόμου περί σημάτων, ήτοι του ZMGO, η ίδια συμπεριφορά στοιχειοθετεί διοικητική παράβαση και μπορεί να επισύρει την επιβολή διοικητικού προστίμου.

54      Συνεπώς, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η ίδια συμπεριφορά η οποία συνίσταται στη χρήση σήματος στις συναλλαγές χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του αποκλειστικού δικαιώματος στοιχειοθετεί ποινικό αδίκημα και διοικητική παράβαση και, κατά συνέπεια, μπορεί να επισύρει τόσο ποινικές όσο και διοικητικές κυρώσεις.

55      Εντούτοις, με την επιφύλαξη της τήρησης των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, μεταξύ των οποίων και της αρχής της αναλογικότητας, την οποία αφορά το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν για την ίδια πράξη έναν συνδυασμό διοικητικών και ποινικών κυρώσεων (πρβλ. αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 2013, Åkerberg Fransson, C‑617/10, EU:C:2013:105, σκέψη 34, και της 24ης Ιουλίου 2023, Lin, C‑107/23 PPU, EU:C:2023:606, σκέψη 84 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

56      Κατά συνέπεια, εφόσον η ποινική διάταξη είναι, αυτή καθεαυτήν, σύμφωνη προς τις απαιτήσεις που απορρέουν από την αρχή της νομιμότητας των αξιοποίνων πράξεων και των ποινών και υπενθυμίζονται στις σκέψεις 50 και 51 της παρούσας απόφασης, η εν λόγω αρχή δεν αντιτίθεται στο να χαρακτηρίζεται από την εθνική νομοθεσία η ίδια συμπεριφορά ως ποινικό αδίκημα και διοικητική παράβαση και, επομένως, να ορίζεται η συμπεριφορά για την οποία επιβάλλονται οι ποινικές και διοικητικές κυρώσεις με παρόμοια ή ακόμη και πανομοιότυπη διατύπωση.

57      Εν προκειμένω, η χρήση σήματος στις συναλλαγές χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του αποκλειστικού δικαιώματος ορίζεται με σαφήνεια στο άρθρο 172b του ποινικού κώδικα ως το ποινικό αδίκημα που επισύρει τις ποινές που προβλέπει το άρθρο αυτό. Υπό τις συνθήκες αυτές, σύμφωνα με τη νομολογία που υπενθυμίζεται στις σκέψεις 50 και 51 της παρούσας απόφασης και με την επιφύλαξη του ελέγχου που πρέπει να διενεργήσει το αιτούν δικαστήριο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τηρείται η αρχή της νομιμότητας των αξιοποίνων πράξεων και των ποινών που προβλέπεται στο άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη.

58      Όσον αφορά την επισήμανση του αιτούντος δικαστηρίου ότι η εθνική νομοθεσία, και ιδίως το άρθρο 81, παράγραφος 1, του προϊσχύσαντος ZMGO και το άρθρο 172b του ποινικού κώδικα, δεν περιλαμβάνει κριτήρια βάσει των οποίων να μπορεί να οριοθετηθεί η διοικητική παράβαση σε σχέση με το ποινικό αδίκημα, πρέπει να επισημανθεί ότι από την ανωτέρω αρχή δεν απορρέει απαίτηση δυνάμει της οποίας η εθνική νομοθεσία πρέπει να περιλαμβάνει τέτοια κριτήρια.

59      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη έχει την έννοια ότι η αρχή της νομιμότητας των αξιοποίνων πράξεων και των ποινών δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει, σε περίπτωση χρήσης σήματος στις συναλλαγές χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του αποκλειστικού δικαιώματος, ότι η ίδια συμπεριφορά στοιχειοθετεί τόσο διοικητική παράβαση όσο και ποινικό αδίκημα, χωρίς η νομοθεσία αυτή να περιλαμβάνει κριτήρια οριοθέτησης της διοικητικής παράβασης σε σχέση με το ποινικό αδίκημα, λαμβανομένου υπόψη ότι η διατύπωση που χρησιμοποιείται στον ποινικό νόμο και στον νόμο περί σημάτων για την περιγραφή τους είναι παρόμοια ή ακόμη και πανομοιότυπη.

–       Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος

60      Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθετική διάταξη η οποία, σε περίπτωση χρήσης σήματος στις συναλλαγές χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του αποκλειστικού δικαιώματος, προβλέπει την επιβολή τόσο στερητικών της ελευθερίας όσο και χρηματικών ποινών, όταν, για χρήση που ήταν επανειλημμένη ή προκάλεσε σοβαρές επιζήμιες συνέπειες, η διάρκεια της επαπειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής είναι πέντε έως οκτώ έτη.

61      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει συναφώς ότι το κατώτατο όριο της στερητικής της ελευθερίας ποινής είναι εξαιρετικά υψηλό και ότι αυτή συνοδεύεται επιπλέον από χρηματική ποινή της οποίας το ποσό είναι επίσης υψηλό. Εξάλλου, οι δυνατότητες του δικαστηρίου για μείωση της ποινής ή για αναστολή της εκτέλεσής της είναι πολύ περιορισμένες. Τέλος, κατά το αιτούν δικαστήριο, το συμπληρωματικό μέτρο της δήμευσης και καταστροφής των εμπορευμάτων που αποτέλεσαν αντικείμενο του αδικήματος επιτείνει τη συνολική αυστηρότητα των επιβαλλόμενων κυρώσεων.

62      Κατά το άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη, το οποίο έχει εφαρμογή, όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 44 και 45 της παρούσας απόφασης, καθόσον με την επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική διάταξη εφαρμόζεται το άρθρο 61 της συμφωνίας TRIPs, η αυστηρότητα της ποινής δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη προς το αδίκημα.

63      Ως προς το ζήτημα αυτό, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 61 της συμφωνίας TRIPs, μολονότι αφήνει την επιλογή και τη ρύθμιση των λεπτομερειών των ποινικών διαδικασιών στη διακριτική ευχέρεια των μελών του ΠΟΕ, τα υποχρεώνει να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις τουλάχιστον για ορισμένες προσβολές δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, όπως η εκ προθέσεως απομίμηση/παραποίηση εμπορικών σημάτων σε εμπορική κλίμακα. Επιπλέον, το άρθρο αυτό ορίζει ότι οι ποινικές κυρώσεις «περιλαμβάνουν τη φυλάκιση ή/και χρηματικά πρόστιμα, τα οποία πρέπει να είναι αρκετά υψηλά» και «να αντιστοιχούν ως προς την αυστηρότητά τους στις ποινές που επισύρονται για ποινικά αδικήματα ανάλογης σοβαρότητας». Στις κατάλληλες περιπτώσεις, οι προβλεπόμενες ποινές πρέπει να περιλαμβάνουν «την κατάσχεση, τη δήμευση ή την καταστροφή των παράνομων εμπορευμάτων, καθώς και οποιωνδήποτε υλικών ή εργαλείων που έχουν χρησιμοποιηθεί κατά κύριο λόγο για τη διάπραξη του αδικήματος».

64      Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 46 των προτάσεών του, ελλείψει εσωτερικών νομοθετικών μέτρων της Ένωσης όσον αφορά τις επιβλητέες κυρώσεις, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να καθορίσουν τη φύση και την αυστηρότητα των κυρώσεων, τηρώντας μεταξύ άλλων την αρχή της αναλογικότητας [πρβλ. απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2021, K. M. (Κυρώσεις που επιβάλλονται στον πλοίαρχο σκάφους), C‑77/20, EU:C:2021:112, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

65      Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την ως άνω αρχή τα κατασταλτικά μέτρα που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των σκοπών που θεμιτώς επιδιώκονται με τη σχετική νομοθεσία. Η αυστηρότητα των κυρώσεων πρέπει να ανταποκρίνεται στη σοβαρότητα των παραβάσεων τις οποίες αυτές κολάζουν, ιδίως διασφαλίζοντας ένα όντως αποτρεπτικό αποτέλεσμα, χωρίς να υπερβαίνουν το αναγκαίο για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού μέτρο [πρβλ. αποφάσεις της 11ης Φεβρουαρίου 2021, K. M. (Κυρώσεις που επιβάλλονται στον πλοίαρχο σκάφους), C‑77/20, EU:C:2021:112, σκέψεις 37 και 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 14ης Οκτωβρίου 2021, Landespolizeidirektion Steiermark (Μηχανήματα τυχερών παιγνίων), C‑231/20, EU:C:2021:845, σκέψη 45].

66      Ειδικότερα, στην περίπτωση που η εθνική ρύθμιση προβλέπει συνδυασμό ποινικών κυρώσεων, όπως ο συνδυασμός χρηματικών κυρώσεων και στερητικών της ελευθερίας ποινών, οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να βεβαιωθούν ότι η αυστηρότητα του συνόλου των επιβαλλομένων κυρώσεων δεν θα υπερβεί τη βαρύτητα της διαπιστωθείσας παράβασης, άλλως στοιχειοθετείται παραβίαση της αρχή της αναλογικότητας (πρβλ. απόφαση της 5ης Μαΐου 2022, BV, C‑570/20, EU:C:2022:348, σκέψεις 49 και 50).

67      Το Δικαστήριο έχει κρίνει επίσης ότι η αρχή της αναλογικότητας επιτάσσει να λαμβάνονται υπόψη, κατά τον καθορισμό της κυρώσεως και κατά την επιμέτρηση του προστίμου, οι επιμέρους περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Link Logistik N&N, C‑384/17, EU:C:2018:810, σκέψη 45).

68      Για την εκτίμηση της αναλογικότητας των κυρώσεων πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη τόσο η δυνατότητα του εθνικού δικαστηρίου να μεταβάλει τον αναγραφόμενο στο κατηγορητήριο νομικό χαρακτηρισμό της πράξης, δεδομένου ότι η δυνατότητα αυτή μπορεί να οδηγήσει στην επιβολή ηπιότερης κύρωσης, όσο και η δυνατότητά του να προσαρμόσει την κύρωση στη σοβαρότητα του τελεσθέντος αδικήματος [πρβλ. αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 2015, Chmielewski, C‑255/14, EU:C:2015:475, σκέψη 26, και της 11ης Φεβρουαρίου 2021, K. M. (Κυρώσεις που επιβάλλονται στον πλοίαρχο σκάφους), C‑77/20, EU:C:2021:112, σκέψη 51].

69      Εν προκειμένω, πρώτον, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το άρθρο 172b, παράγραφος 2, του ποινικού κώδικα, βάσει του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά της G. ST. T., αποσκοπεί στην επιβολή κυρώσεων για τη χρήση σήματος στις συναλλαγές χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του αποκλειστικού δικαιώματος, όταν η συγκεκριμένη πράξη εμφανίζει ορισμένο βαθμό σοβαρότητας είτε επειδή έγινε επανειλημμένα είτε επειδή προκάλεσε σοβαρή ζημία.

70      Κατά το μέτρο που προβλέπει για τον κολασμό τέτοιας πράξης στερητική της ελευθερίας ποινή διάρκειας πέντε έως οκτώ ετών και χρηματική ποινή 5 000 έως 8 000 BGN, η εθνική αυτή νομοθεσία παρίσταται πρόσφορη για την επίτευξη των θεμιτών σκοπών που επιδιώκει το άρθρο 61 της συμφωνίας TRIPs, το οποίο επιτάσσει να επιβάλλονται αρκούντως αποτρεπτικές ποινικές κυρώσεις τουλάχιστον για την εκ προθέσεως απομίμηση/παραποίηση εμπορικών σημάτων σε εμπορική κλίμακα.

71      Δεύτερον, όσον αφορά το ζήτημα αν το ως άνω μέτρο βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το κατώτατο όριο της στερητικής της ελευθερίας ποινής για την προβλεπόμενη στο άρθρο 172b, παράγραφος 2, του ποινικού κώδικα διακεκριμένη περίπτωση του αδικήματος της προσβολής δικαιώματος σε σήμα ορίζεται στα πέντε έτη, το οποίο κατά την εκτίμηση του αιτούντος δικαστηρίου είναι «εξαιρετικά υψηλό».

72      Επιπλέον, η ίδια ως άνω διάταξη προβλέπει ότι η στερητική της ελευθερίας ποινή συνοδεύεται από χρηματική ποινή ποσού 5 000 έως 8 000 BGN, την οποία το αιτούν δικαστήριο θεωρεί επίσης υψηλή.

73      Το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται εξάλλου στην υποχρέωση, την οποία προβλέπει το άρθρο 172b, παράγραφος 3, του ποινικού κώδικα, επιβολής συμπληρωματικού μέτρου δήμευσης των εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο του αδικήματος και καταστροφής τους. Τα μέτρα αυτά, κατά το αιτούν δικαστήριο, επιτείνουν την αυστηρότητα της συνολικά επιβαλλόμενης κύρωσης.

74      Ως προς το ζήτημα αυτό, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, όπως υπενθυμίζεται στη σκέψη 63 της παρούσας απόφασης, το άρθρο 61 της συμφωνίας TRIPs προβλέπει ότι οι κυρώσεις που επιβάλλουν τα μέλη του ΠΟΕ «περιλαμβάνουν τη φυλάκιση ή/και χρηματικά πρόστιμα, τα οποία πρέπει να είναι αρκετά υψηλά, ώστε να αποθαρρύνονται οι παραβιάσεις». Με τη χρήση των συνδέσμων «και» και «ή», η διάταξη αυτή επιτρέπει στα μέλη του ΠΟΕ να προβλέπουν στη νομοθεσία τους τον συνδυασμό στερητικής της ελευθερίας ποινής και χρηματικής ποινής για τον κολασμό της επίμαχης συμπεριφοράς.

75      Επιπλέον, το άρθρο 61 της συμφωνίας TRIPs υποχρεώνει τα μέλη του ΠΟΕ να προβλέπουν ότι, στις κατάλληλες περιπτώσεις, οι προβλεπόμενες ποινές θα «περιλαμβάνουν την κατάσχεση, τη δήμευση ή την καταστροφή των παράνομων εμπορευμάτων, καθώς και οποιωνδήποτε υλικών ή εργαλείων που έχουν χρησιμοποιηθεί κατά κύριο λόγο για τη διάπραξη του αδικήματος». Τα μέτρα αυτά, πέραν των οικονομικών συνεπειών που έχουν για τον αυτουργό της πράξης, είναι ικανά να συμβάλουν στην αποτελεσματικότητα της κύρωσης κατά το μέτρο που αποτρέπουν το ενδεχόμενο παραμονής στο εμπόριο και περαιτέρω χρήσης των εμπορευμάτων που προσβάλλουν δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας.

76      Συνεπώς, οι ίδιες οι διατάξεις του άρθρου 61 της συμφωνίας TRIPs επιτάσσουν αρκούντως υψηλό βαθμό αυστηρότητας προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο τέλεσης ή επανάληψης της αξιόποινης πράξης.

77      Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ποινική νομοθεσία που θεσπίζει ένα κράτος μέλος για την πάταξη των πράξεων προσβολής δικαιώματος σε σήμα που εμφανίζουν ορισμένο βαθμό σοβαρότητας δεν είναι αναλογική απλώς και μόνο επειδή προβλέπει, στις κατάλληλες περιπτώσεις, πέραν της επιβολής χρηματικής ποινής και της καταστροφής των επίμαχων εμπορευμάτων, καθώς και των εργαλείων που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη του αδικήματος, την επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής.

78      Εντούτοις, όπως επίσης προκύπτει από το άρθρο 61 της συμφωνίας TRIPs, το οποίο στο σημείο αυτό απηχεί την απαίτηση αναλογικότητας του άρθρου 49, παράγραφος 3, του Χάρτη, οι κυρώσεις που προβλέπει η ποινική νομοθεσία πρέπει να συνάδουν με τη σοβαρότητα του σχετικού αδικήματος.

79      Πλην όμως, με την επιφύλαξη του ελέγχου που θα διενεργήσει το αιτούν δικαστήριο, η παραβατική συμπεριφορά την οποία τιμωρεί το άρθρο 172b του ποινικού κώδικα, ήτοι η «χρήση» σήματος στις συναλλαγές χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του αποκλειστικού δικαιώματος, καλύπτει, κατά τα φαινόμενα, το σύνολο των πράξεων του άρθρου 13, παράγραφοι 1 και 2, τόσο του προϊσχύσαντος όσο και του νέου ZMGO. Οι τελευταίες διατάξεις αντιστοιχούν κατ’ ουσίαν στο άρθρο 10, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2436 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 2015, L 336, σ. 1).

80      Συνεπώς, το άρθρο 172b του ποινικού κώδικα ενδέχεται να αφορά κάθε πράξη χρήσης σήματος στις συναλλαγές χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του αποκλειστικού δικαιώματος. Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 172b, παράγραφος 2, του ποινικού κώδικα, κάθε πράξη που πληροί το πραγματικό αυτό και τελέστηκε επανειλημμένα ή προκάλεσε σοβαρές επιζήμιες συνέπειες τιμωρείται, μεταξύ άλλων, με στερητική της ελευθερίας ποινή διάρκειας τουλάχιστον πέντε ετών.

81      Μολονότι η κύρωση αυτή δεν είναι κατ’ ανάγκην δυσανάλογη για ορισμένες περιπτώσεις προσβολής δικαιώματος σε σήμα, επιβάλλεται εντούτοις η διαπίστωση ότι διάταξη όπως το άρθρο 172b, παράγραφος 2, του ποινικού κώδικα, η οποία συνδέει μια ιδιαιτέρως ευρεία περιγραφή του αδικήματος με στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον πέντε ετών, δεν είναι ικανή να διασφαλίσει ότι οι αρμόδιες αρχές θα έχουν τη δυνατότητα να εξασφαλίζουν ότι σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 49 παράγραφος 3, του Χάρτη και υπενθυμίζεται στη σκέψη 66 της παρούσας απόφασης, η αυστηρότητα των επιβαλλόμενων κυρώσεων δεν θα υπερβαίνει τη βαρύτητα της διαπιστωθείσας παράβασης.

82      Πράγματι, οι αρμόδιες αρχές ενδέχεται να κληθούν να εξετάσουν πράξεις χρήσης σήματος χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου οι οποίες θα έχουν ιδιαίτερα περιορισμένο αντίκτυπο στις συναλλαγές, παρά την εκ προθέσεως και επανειλημμένη τέλεσή τους.

83      Οι αρμόδιες αρχές ενδέχεται επίσης να κληθούν, πέραν των περιπτώσεων που αφορούν προϊόντα απομίμησης/παραποίησης, να εξετάσουν πράξεις χρήσης σήματος χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου οι οποίες, μολονότι θα έχουν τελεστεί εκ προθέσεως και επανειλημμένα και θα έχουν σημαντικό αντίκτυπο στις συναλλαγές, θα διαπιστώνεται ότι είναι παράνομες μόνον κατόπιν περίπλοκης εκτίμησης του περιεχομένου του αποκλειστικού δικαιώματος.

84      Προβλέποντας στερητική της ελευθερίας ποινή διάρκειας τουλάχιστον πέντε ετών για όλες τις περιπτώσεις χρήσης σήματος στις συναλλαγές χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου, μια εθνική νομοθετική διάταξη όπως αυτή την οποία αφορά το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα καθιστά υπερβολικά δυσχερή τον εκ μέρους των αρμόδιων αρχών καθορισμό, λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων στοιχείων, μιας κύρωσης της οποίας η αυστηρότητα δεν θα υπερβαίνει τη βαρύτητα της διαπιστωθείσας παράβασης.

85      Πράγματι, το αιτούν δικαστήριο επισήμανε ότι οι δυνατότητες που παρέχει το βουλγαρικό ποινικό δίκαιο για την επιβολή μικρότερης ποινής σε σχέση με το κατώτατο όριο ποινής του άρθρου 172b, παράγραφος 2, του ποινικού κώδικα περιορίζονται σε περιπτώσεις όπου συντρέχουν εξαιρετικές ή πολυάριθμες ελαφρυντικές περιστάσεις. Το αιτούν δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης στερητικής της ελευθερίας ποινής υπάρχει μόνο όταν η διάρκειά της δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Λαμβανομένης υπόψη της πρόβλεψης στο άρθρο 172b, παράγραφος 2, του ποινικού κώδικα στερητικής της ελευθερίας ποινής διάρκειας τουλάχιστον πέντε ετών για όλες τις περιπτώσεις χρήσης σήματος στις συναλλαγές χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου, οι περιορισμένες αυτές δυνατότητες μείωσης της ποινής ή αναστολής της εκτέλεσής της μπορεί να είναι ανεπαρκείς προκειμένου να διασφαλιστεί ότι σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση η ποινή θα είναι ανάλογη προς τη βαρύτητα της πράξης.

86      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθετική διάταξη η οποία, σε περίπτωση χρήσης σήματος στις συναλλαγές χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του αποκλειστικού δικαιώματος, προβλέπει, όταν η χρήση ήταν επανειλημμένη ή προκάλεσε σοβαρές επιζήμιες συνέπειες, στερητική της ελευθερίας ποινή με κατώτατο όριο τα πέντε έτη.

 Επί των δικαστικών εξόδων

87      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

έχει την έννοια ότι:

η αρχή της νομιμότητας των αξιοποίνων πράξεων και των ποινών δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει, σε περίπτωση χρήσης σήματος στις συναλλαγές χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του αποκλειστικού δικαιώματος, ότι η ίδια συμπεριφορά στοιχειοθετεί τόσο διοικητική παράβαση όσο και ποινικό αδίκημα, χωρίς η νομοθεσία αυτή να περιλαμβάνει κριτήρια οριοθέτησης της διοικητικής παράβασης σε σχέση με το ποινικό αδίκημα, λαμβανομένου υπόψη ότι η διατύπωση που χρησιμοποιείται στον ποινικό νόμο και στον νόμο περί σημάτων για την περιγραφή τους είναι παρόμοια, ή ακόμη και πανομοιότυπη.

2)      Το άρθρο 49, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων

έχει την έννοια ότι:

αντιτίθεται σε εθνική νομοθετική διάταξη η οποία, σε περίπτωση χρήσης σήματος στις συναλλαγές χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του αποκλειστικού δικαιώματος, προβλέπει, όταν η χρήση ήταν επανειλημμένη ή προκάλεσε σοβαρές επιζήμιες συνέπειες, στερητική της ελευθερίας ποινή με κατώτατο όριο τα πέντε έτη.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η βουλγαρική.

Top