EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62021CJ0024

Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 7ης Ιουλίου 2022.
PH κατά Regione Autonoma Friuli Venezia Giulia και Direzione centrale risorse agroalimentari, forestali e ittiche - Servizio foreste e corpo forestale della Regione Autonoma Friuli Venezia Giulia.
Αίτηση του Tribunale ordinario di Pordenone για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Γεωργία – Γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και ζωοτροφές – Κανονισμός (ΕΚ) 1829/2003 – Σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον – Οδηγία 2001/18/ΕΚ – Άρθρο 26α – Δυνατότητα των κρατών μελών να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη της ακούσιας παρουσίας γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών σε άλλα προϊόντα – Προϋποθέσεις εφαρμογής – Αρχή της αναλογικότητας – Κατευθυντήριες γραμμές για την ανάπτυξη εθνικών μέτρων συνύπαρξης για την αποφυγή της ακούσιας παρουσίας γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών σε συμβατικές και βιολογικές καλλιέργειες – Μέτρο περιφερειακής ή τοπικής οντότητας με το οποίο απαγορεύεται στο έδαφός της η καλλιέργεια γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου.
Υπόθεση C-24/21.

Court reports – general

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2022:526

  The document is unavailable in your User interface language.

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 7ης Ιουλίου 2022 (*)

«Προδικαστική παραπομπή – Γεωργία – Γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και ζωοτροφές – Κανονισμός (ΕΚ) 1829/2003 – Σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον – Οδηγία 2001/18/ΕΚ – Άρθρο 26α – Δυνατότητα των κρατών μελών να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη της ακούσιας παρουσίας γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών σε άλλα προϊόντα – Προϋποθέσεις εφαρμογής – Αρχή της αναλογικότητας – Κατευθυντήριες γραμμές για την ανάπτυξη εθνικών μέτρων συνύπαρξης για την αποφυγή της ακούσιας παρουσίας γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών σε συμβατικές και βιολογικές καλλιέργειες – Μέτρο περιφερειακής ή τοπικής οντότητας με το οποίο απαγορεύεται στο έδαφός της η καλλιέργεια γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου»

Στην υπόθεση C‑24/21,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunale ordinario di Pordenone (πρωτοδικείο Pordenone, Ιταλία) με απόφαση της 4ης Ιανουαρίου 2021, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Ιανουαρίου 2021, στο πλαίσιο της δίκης

PH

κατά

Regione Autonoma Friuli Venezia Giulia,

Direzione centrale risorse agroalimentari, forestali e ittiche – Servizio foreste e corpo forestale della Regione Autonoma Friuli Venezia Giulia,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Prechal (εισηγήτρια), πρόεδρο του τμήματος, J. Passer, F. Biltgen, N. Wahl και M. L. Arastey Sahún, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar

γραμματέας: Α. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        ο PH, εκπροσωπούμενος από τον G. Martorana, avvocato,

–        η Regione Autonoma Friuli Venezia Giulia, εκπροσωπούμενη από τους B. Croppo, D. Iuri και E. Massari, avvocati,

–        η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τον P. Gentili, avvocato dello Stato,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις F. Castilla Contreras, I. Galindo Martín και F. Moro,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία, αφενός, της οδηγίας 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον και την κατάργηση της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2001, L 106, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003 (ΕΕ 2003, L 268, σ. 1) (στο εξής: οδηγία 2001/18), ερμηνευόμενης υπό το πρίσμα του κανονισμού 1829/2003 και της σύστασης της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 2010, σχετικά με κατευθυντήριες γραμμές για την ανάπτυξη εθνικών μέτρων συνύπαρξης για την αποφυγή της ακούσιας παρουσίας ΓΤΟ σε συμβατικές και βιολογικές καλλιέργειες (ΕΕ 2010, C 200, σ. 1) (στο εξής: σύσταση της 13ης Ιουλίου 2010), και, αφετέρου, των άρθρων 34, 35 και 36 ΣΛΕΕ.

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, του PH και, αφετέρου, της Regione Autonoma Friuli Venezia Giulia (αυτόνομης περιφέρειας Friuli Venezia Giulia, Ιταλία, στο εξής: περιφέρεια FVG) και της Direzione centrale risorse agroalimentari, forestali e ittiche – Servizio foreste e corpo forestale della Regione Autonoma Friuli Venezia Giulia (κεντρικής διεύθυνσης αγροδιατροφικών, δασικών και αλιευτικών πόρων – δασική υπηρεσία και αρχή προστασίας δασών της αυτόνομης περιφέρειας Friuli Venezia Giulia, Ιταλία) με αντικείμενο διάταξη περί επιβολής προστίμου στον PH λόγω παράβασης της απαγόρευσης καλλιέργειας γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η οδηγία 2001/18

3        Το άρθρο 1 της οδηγίας 2001/18, το οποίο φέρει τον τίτλο «Στόχος», ορίζει τα εξής:

«Σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης, στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών και η προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος κατά:

–        τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών [(ΓΤΟ)] στο περιβάλλον για σκοπούς διαφορετικούς από τη διάθεση στην αγορά εντός της [Ευρωπαϊκής Ένωσης],

–        τη διάθεση [ΓΤΟ] στην αγορά ως προϊόντων ή εντός προϊόντων εντός της [Ένωσης].»

4        Το άρθρο 4 της οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Γενικές υποχρεώσεις», προβλέπει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη, σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης, μεριμνούν ώστε να λαμβάνονται όλα τα δέοντα μέτρα προκειμένου να αποφεύγονται οι αρνητικές επιπτώσεις για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, οι οποίες μπορεί να οφείλονται στη σκόπιμη ελευθέρωση ή τη διάθεση ΓΤΟ στην αγορά. Η σκόπιμη ελευθέρωση ή η διάθεση ΓΤΟ στην αγορά επιτρέπεται μόνον σύμφωνα με το μέρος Β ή το μέρος Γ, αντίστοιχα [κατά τα οποία η ελευθέρωση και η διάθεση στην αγορά υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση].

[…]»

5        Το άρθρο 22 της οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ελεύθερη κυκλοφορία», προβλέπει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη του άρθρου 23, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαγορεύουν, να περιορίζουν ή να παρεμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά ΓΤΟ ως προϊόντων ή εντός προϊόντων οι οποίοι ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.»

6        Το άρθρο 23 της οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ρήτρα διασφάλισης», προβλέπει, στην παράγραφο 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, τα εξής:

«Όταν κράτος μέλος, βάσει νέων ή πρόσθετων πληροφοριών, οι οποίες κατέστησαν διαθέσιμες μετά την ημερομηνία συγκατάθεσης και οι οποίες επηρεάζουν την αξιολόγηση περιβαλλοντικού κινδύνου, ή βάσει επαναξιολόγησης υφιστάμενων πληροφοριών συνεπεία νέων ή πρόσθετων επιστημονικών στοιχείων, έχει τεκμηριωμένους λόγους να θεωρεί ότι ένας ΓΤΟ ως προϊόν ή εντός προϊόντος, ο οποίος έχει κοινοποιηθεί καταλλήλως και έχει λάβει γραπτή συγκατάθεση δυνάμει της παρούσας οδηγίας, συνιστά κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον, το κράτος μέλος αυτό μπορεί να περιορίζει ή να απαγορεύει προσωρινά τη χρήση ή/και την πώληση του συγκεκριμένου ΓΤΟ ως προϊόντος ή εντός προϊόντος στην επικράτειά του.

Το κράτος μέλος διασφαλίζει ότι, σε περίπτωση σοβαρού κινδύνου, εφαρμόζονται έκτακτα μέτρα όπως η αναστολή ή η παύση διάθεσης στην αγορά, συμπεριλαμβανομένης της πληροφόρησης του κοινού.»

7        Το άρθρο 26α της οδηγίας 2001/18, το οποίο φέρει τον τίτλο «Μέτρα για την πρόληψη της ακούσιας παρουσίας ΓΤΟ», ορίζει τα εξής:

«1.      Τα κράτη μέλη δύνανται να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη της ακούσιας παρουσίας ΓΤΟ σε άλλα προϊόντα.

2.      Η Επιτροπή συγκεντρώνει και συντονίζει τις πληροφορίες που βασίζονται σε μελέτες σε [ενωσιακό] και εθνικό επίπεδο, παρακολουθεί τις εξελίξεις σχετικά με τη συνύπαρξη των γενετικώς τροποποιημένων καλλιεργειών με τις συμβατικές και οργανικές καλλιέργειες στα κράτη μέλη και, βάσει των πληροφοριών και των παρατηρήσεων, καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για τη συνύπαρξη.»

 Ο κανονισμός 1829/2003

8        Η αιτιολογική σκέψη 9 του κανονισμού 1829/2003 έχει ως εξής:

«Οι νέες διαδικασίες έγκρισης για τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και τις γενετικώς τροποποιημένες ζωοτροφές θα πρέπει να περιλαμβάνουν τις νέες αρχές που έχουν ορισθεί στην οδηγία 2001/18/ΕΚ. Οι διαδικασίες θα πρέπει να αξιοποιούν περαιτέρω το νέο πλαίσιο για την αξιολόγηση κινδύνων σε θέματα ασφάλειας των τροφίμων που έχει διαμορφωθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό των διαδικασιών σε θέματα ασφάλειας των τροφίμων [(ΕΕ 2002, L 31, σ. 1)]. Συνεπώς, η διάθεση στην […] αγορά γενετικώς τροποποιημένων τροφίμων και ζωοτροφών θα πρέπει να εγκρίνεται μόνον ύστερα από επιστημονική αξιολόγηση του υψηλότερου δυνατού επιπέδου, η οποία θα διεξάγεται υπό την ευθύνη της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (εφεξής “Αρχή”), των κινδύνων που παρουσιάζουν για την υγεία του ανθρώπου και των ζώων και, κατά περίπτωση, για το περιβάλλον. Ύστερα από αυτή την αξιολόγηση θα πρέπει να ακολουθεί μια απόφαση διαχείρισης κινδύνων που λαμβάνεται από την [Ένωση], δυνάμει μιας κανονιστικής διαδικασίας που θα εξασφαλίζει τη στενή συνεργασία της Επιτροπής και των κρατών μελών.»

9        Το άρθρο 1 του κανονισμού 1829/2003, το οποίο φέρει τον τίτλο «Σκοπός», ορίζει τα εξής:

«Σκοπός του παρόντος κανονισμού, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002, είναι:

α)      να αποτελέσει τη βάση για την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της ζωής και της υγείας του ανθρώπου, της υγείας και της καλής διαβίωσης των ζώων, του περιβάλλοντος και των συμφερόντων των καταναλωτών σε σχέση με τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και τις γενετικώς τροποποιημένες ζωοτροφές, εξασφαλίζοντας παράλληλα την αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς·

β)      να θεσπίσει [ενωσιακές] διαδικασίες για την έγκριση και την εποπτεία των γενετικώς τροποποιημένων τροφίμων και ζωοτροφών·

γ)      να θεσπίσει διατάξεις για την επισήμανση των γενετικώς τροποποιημένων τροφίμων και ζωοτροφών.»

10      Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1829/2003, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», προβλέπει τα εξής:

«1. Το παρόν τμήμα εφαρμόζεται:

α)      στους ΓΤΟ για ανθρώπινη διατροφή·

β)      στα τρόφιμα που περιέχουν ή αποτελούνται από ΓΤΟ·

γ)      στα τρόφιμα που παράγονται από συστατικά παραγόμενα από ΓΤΟ ή περιέχουν τέτοια συστατικά.»

11      Το άρθρο 4 του κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Απαιτήσεις», ορίζει τα εξής:

«1.      Τα τρόφιμα που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 πρέπει:

α)      να μην έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία των ανθρώπων, στην υγεία των ζώων ή στο περιβάλλον·

[…]

2.      Απαγορεύεται η διάθεση στην αγορά ΓΤΟ που προορίζεται για την ανθρώπινη διατροφή ή τροφίμου που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1, εάν δεν καλύπτεται από έγκριση που χορηγείται σύμφωνα με το παρόν τμήμα και εάν δεν πληρούνται οι σχετικοί όροι της έγκρισης.

[…]

5.      Η έγκριση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 χορηγείται, απορρίπτεται, ανανεώνεται, τροποποιείται, αναστέλλεται ή ανακαλείται αποκλειστικά βάσει των όρων και διαδικασιών που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

[…]»

12      Το άρθρο 16 του κανονισμού ορίζει τα εξής:

«[…]

2.      Απαγορεύεται η διάθεση στην αγορά, η χρήση ή η μεταποίηση [ΓΤΟ που προορίζονται για χρήση ως ζωοτροφές, ζωοτροφών που περιέχουν ή αποτελούνται από ΓΤΟ και ζωοτροφών που παράγονται από ΓΤΟ], εάν δεν καλύπτ[ον]ται από έγκριση που χορηγείται σύμφωνα με το παρόν τμήμα και εάν δεν πληρούνται οι σχετικοί όροι της έγκρισης.

[…]

5.      Η έγκριση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 χορηγείται, απορρίπτεται, ανανεώνεται, τροποποιείται, αναστέλλεται ή ανακαλείται αποκλειστικά βάσει των όρων και σύμφωνα με τις διαδικασίες του παρόντος κανονισμού.

[…]»

13      Το άρθρο 19, παράγραφος 5, του ίδιου κανονισμού προβλέπει τα εξής:

«5. Η έγκριση που χορηγείται με τη διαδικασία του παρόντος κανονισμού ισχύει σε όλη την [Ένωση] επί δέκα έτη και είναι ανανεώσιμη σύμφωνα με το άρθρο 23. […]»

14      Το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1829/2003 ορίζει τα ακόλουθα:

«Κατά παρέκκλιση του άρθρου 16 παράγραφος 2, τα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος τμήματος και έχουν διατεθεί νομίμως στην αγορά της [Ένωσης] πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού μπορεί να συνεχίσουν να διατίθενται στην αγορά, να χρησιμοποιούνται και να υφίστανται επεξεργασία, αν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)      στην περίπτωση προϊόντων που έχουν διατεθεί στην αγορά δυνάμει της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ[, του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 1990, για την σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον (ΕΕ 1990, L 117, σ. 15),] ή [της οδηγίας 2001/18], συμπεριλαμβανομένης και της χρησιμοποίησής τους ως ζωοτροφών δυνάμει της οδηγίας 82/471/ΕΟΚ [, του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1982, σχετικά με ορισμένα προϊόντα τα οποία χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων (ΕΕ 1982, L 213, σ. 8),] και τα οποία παράγονται από ΓΤΟ ή, τα οποία περιέχουν, αποτελούνται ή παράγονται από ΓΤΟ, δυνάμει της οδηγίας 70/524/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1970, περί των προσθέτων υλών στη διατροφή των ζώων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 60),] οι υπεύθυνοι για τη διάθεση στην αγορά των εν λόγω προϊόντων κοινοποιούν στην Επιτροπή την ημερομηνία κατά την οποία τα προϊόντα ετέθησαν για πρώτη φορά σε κυκλοφορία στην [Ένωση], εντός έξι μηνών από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού·

[…]».

15      Το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει τα εξής:

«Οι εγκρίσεις που χορηγούνται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό επιδέχονται δεκαετούς ανανεώσεως, μετά από αίτηση που υποβάλλει στην Επιτροπή ο κάτοχος της έγκρισης, το αργότερο ένα έτος πριν από τη λήξη της έγκρισης.»

16      Το άρθρο 43 του κανονισμού 1829/2003 τροποποίησε την οδηγία 2001/18 με ισχύ από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του, προσθέτοντας στην οδηγία το άρθρο 26α.

 Η σύσταση της 13ης Ιουλίου 2010

17      Οι αιτιολογικές σκέψεις 1 και 3 της σύστασης της 13ης Ιουλίου 2010 έχουν ως εξής:

«(1)      Το άρθρο 26α της οδηγίας 2001/18/ΕΚ προβλέπει ότι τα κράτη μέλη δύνανται να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη της ακούσιας παρουσίας [ΓΤΟ] σε άλλα προϊόντα. Αυτή η διάταξη εφαρμόζεται κυρίως για την πρόληψη της παρουσίας ΓΤΟ σε άλλες καλλιέργειες, όπως οι συμβατικές ή βιολογικές καλλιέργειες.

[…]

(3)      Μπορεί να είναι αναγκαίο για τις δημόσιες αρχές των κρατών μελών να καθορίσουν, στις περιοχές στις οποίες καλλιεργούνται ΓΤΟ, κατάλληλα μέτρα ώστε να μπορούν οι καταναλωτές και οι παραγωγοί να επιλέγουν ανάμεσα στη συμβατική, τη βιολογική παραγωγή και την παραγωγή ΓΤΟ (εφεξής “μέτρα συνύπαρξης”).»

18      Το σημείο 1 της σύστασης προβλέπει τα εξής:

«Κατά την ανάπτυξη εθνικών μέτρων για την αποφυγή της ακούσιας παρουσίας ΓΤΟ σε συμβατικές και βιολογικές καλλιέργειες, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ακολουθήσουν τις κατευθυντήριες γραμμές που περιλαμβάνονται στο παράρτημα της παρούσας σύστασης.»

19      Οι κατευθυντήριες γραμμές που περιλαμβάνονται στο παράρτημα της εν λόγω σύστασης ορίζουν, στο σημείο 1.2, τελευταίο εδάφιο, τα εξής:

«Επειδή μόνο εγκεκριμένοι ΓΤΟ μπορούν να καλλιεργηθούν στην [Ένωση] και οι πτυχές που αφορούν το περιβάλλον και την υγεία καλύπτονται ήδη από την εκτίμηση των περιβαλλοντικών κινδύνων στο πλαίσιο της διαδικασίας της έγκρισης της [Ένωσης], τα εκκρεμή ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο της συνύπαρξης αφορούν τις οικονομικές πτυχές που σχετίζονται με τη σύμμειξη γενετικά τροποποιημένων και γενετικά μη τροποποιημένων καλλιεργειών.»

20      Το σημείο 1.4 των κατευθυντήριων γραμμών, το οποίο φέρει τον τίτλο «Στόχος και εμβέλεια των κατευθυντήριων γραμμών», ορίζει τα εξής:

«Οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές έχουν τη μορφή μη δεσμευτικών συστάσεων που απευθύνονται στα κράτη μέλη. Σκοπός τους είναι η παροχή γενικών αρχών για την ανάπτυξη εθνικών μέτρων με σκοπό την αποφυγή της ακούσιας παρουσίας ΓΤΟ σε συμβατικές και βιολογικές καλλιέργειες. Αναγνωρίζεται ότι πολλοί από τους σημαντικούς παράγοντες σε αυτό το πλαίσιο σχετίζονται άμεσα με τις εθνικές, περιφερειακές και τοπικές συνθήκες.»

21      Το σημείο 2 των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών, το οποίο φέρει τον τίτλο «Γενικές αρχές για την ανάπτυξη εθνικών μέτρων συνύπαρξης για την αποφυγή της ακούσιας παρουσίας ΓΤΟ σε συμβατικές και βιολογικές καλλιέργειες», περιλαμβάνει το ακόλουθο χωρίο:

«2.2.            Αναλογικότητα

Τα μέτρα για την αποφυγή της ακούσιας παρουσίας ΓΤΟ σε άλλες καλλιέργειες θα πρέπει να είναι αναλογικά προς τον επιδιωκόμενο στόχο (προστασία των ιδιαίτερων αναγκών των συμβατικών ή των βιολογικών καλλιεργητών). Τα μέτρα συνύπαρξης θα πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε περιττή επιβάρυνση των αγροτών, των σποροπαραγωγών, των συνεταιρισμών και άλλων επιχειρήσεων που συνδέονται με οποιοδήποτε τύπο παραγωγής. Για την επιλογή των μέτρων θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι περιφερειακοί και τοπικοί περιορισμοί και χαρακτηριστικά, όπως το σχήμα και το μέγεθος των αγρών σε μια περιοχή, ο κατακερματισμός και η γεωγραφική διασπορά αγρών που ανήκουν σε μεμονωμένες εκμεταλλεύσεις και οι τοπικές πρακτικές γεωργικής διαχείρισης.

2.3.      Επίπεδα σύμμειξης που θα επιτευχθούν μέσω των εθνικών μέτρων συνύπαρξης για την αποφυγή της ακούσιας παρουσίας ΓΤΟ σε συμβατικές και βιολογικές καλλιέργειες

Στα εθνικά μέτρα για την αποφυγή της ακούσιας παρουσίας ΓΤΟ σε συμβατικές και βιολογικές καλλιέργειες θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι υφιστάμενες γνώσεις σχετικά με την πιθανότητα και τις πηγές σύμμειξης γενετικά τροποποιημένων και γενετικά μη τροποποιημένων καλλιεργειών. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να είναι αναλογικά προς το επίπεδο σύμμειξης που πρέπει να επιδιώκεται, το οποίο θα εξαρτηθεί από τις περιφερειακές και εθνικές ιδιαιτερότητες και τις ειδικές τοπικές ανάγκες των συμβατικών, βιολογικών και άλλων τύπων καλλιεργειών και παραγωγής.

2.3.1.            Σε ορισμένες περιπτώσεις η παρουσία ιχνών ΓΤΟ στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές έχει οικονομική επίπτωση μόνο όταν αυτά τα ίχνη υπερβαίνουν το όριο επισήμανσης που έχει καθοριστεί στο 0,9 %. Σε αυτή την περίπτωση τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν αν τα μέτρα για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης με το όριο επισήμανσης του 0,9 % είναι επαρκή.

2.3.2.            Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν υπόψη ότι μπορεί να μην είναι αναγκαίο να επιδιωχθούν συγκεκριμένα επίπεδα σύμμειξης σε περίπτωση που η επισήμανση μιας καλλιέργειας ως ΓΤ δεν έχει οικονομικές επιπτώσεις.

2.3.3.            Σε πολλές άλλες περιπτώσεις η πιθανή απώλεια εισοδήματος για τους βιοκαλλιεργητές και κάποιους συμβατικούς καλλιεργητές (π.χ. ορισμένους παραγωγούς τροφίμων) μπορεί να οφείλεται στην παρουσία ιχνών ΓΤΟ σε επίπεδα χαμηλότερα από 0,9 %. Σε αυτές τις περιπτώσεις, και για την προστασία ιδιαίτερων τύπων παραγωγής, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν μέτρα που αποσκοπούν στην επίτευξη επιπέδων παρουσίας ΓΤΟ χαμηλότερης από 0,9 % σε άλλες καλλιέργειες.

Ανεξάρτητα από το επίπεδο σύμμειξης που πρέπει να επιδιώκεται μέσω των μέτρων συνύπαρξης, το όριο που καθορίζεται στη νομοθεσία της [Ένωσης] θα εξακολουθήσει να εφαρμόζεται για την επισήμανση της παρουσίας των ΓΤΟ στα τρόφιμα, τις ζωοτροφές και τα προϊόντα που προορίζονται για άμεση μεταποίηση.

2.4.      Μέτρα για να εξαιρεθούν μεγάλες περιοχές από την καλλιέργεια ΓΤΟ (“περιοχές χωρίς ΓΤ”)

Οι διαφορές σε τοπικές παραμέτρους όπως οι κλιματικές συνθήκες (που επηρεάζουν την ενεργητικότητα των επικονιαστών και τη μεταφορά αεροφερόμενης γύρης), η τοπογραφική διαμόρφωση, τα πρότυπα καλλιέργειας και τα συστήματα αμειψισποράς ή οι γεωργικές δομές (μεταξύ άλλων τα περιβάλλοντα στοιχεία, όπως φράκτες, δάση, ακαλλιέργητες εκτάσεις και η χωρική διάταξη αγρών) μπορούν να επηρεάσουν τον βαθμό σύμμειξης των γενετικά τροποποιημένων, συμβατικών και βιολογικών καλλιεργειών και τα αναγκαία μέτρα για την αποφυγή της ακούσιας παρουσίας ΓΤΟ σε άλλες καλλιέργειες.

Υπό ορισμένες οικονομικές και φυσικές συνθήκες, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν τη δυνατότητα να απαγορευθεί η καλλιέργεια ΓΤΟ σε μεγάλες περιοχές της επικράτειάς τους για την αποφυγή της ακούσιας παρουσίας ΓΤΟ σε συμβατικές και βιολογικές καλλιέργειες. Η απαγόρευση αυτή θα πρέπει να προϋποθέτει την απόδειξη, από τα κράτη μέλη, ότι για τις περιοχές αυτές δεν επαρκούν άλλα μέτρα για την επίτευξη επαρκούς επιπέδου καθαρότητας. Επιπλέον, τα περιοριστικά μέτρα θα πρέπει να είναι αναλογικά προς το στόχο (δηλαδή προστασία των ιδιαίτερων αναγκών των συμβατικών ή/και βιολογικών καλλιεργειών).»

 Το ιταλικό δίκαιο

22      Το άρθρο 2.1 του legge regionale Friuli Venezia Giulia n. 5/2011 recante disposizioni relative all’impiego di organismi geneticamente modificati (ΓΤΟ) in agricoltura [περιφερειακού νόμου FVG 5/2011 για τη θέσπιση διατάξεων σχετικά με τη χρήση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών (ΓΤΟ) στη γεωργία], της 8ης Απριλίου 2011, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης (στο εξής: περιφερειακός νόμος 5/2011), προβλέπει τα εξής:

«Προκειμένου να αποφευχθεί η ακούσια παρουσία ΓΤΟ σε συμβατικές και βιολογικές καλλιέργειες αραβοσίτου στο έδαφος της Friuli Venezia Giulia, το οποίο χαρακτηρίζεται από πρότυπα καλλιέργειας και γεωργικές εκμεταλλεύσεις που επηρεάζουν τον βαθμό σύμμειξης γενετικώς τροποποιημένων και γενετικώς μη τροποποιημένων καλλιεργειών, απαγορεύεται η καλλιέργεια γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου κατ’ εφαρμογήν της σύστασης [της 13ης Ιουλίου 2010]. Η καλλιέργεια γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου τιμωρείται με διοικητική χρηματική ποινή ύψους από 5 000 έως 50 000 ευρώ, η οποία επιβάλλεται από την αρμόδια υπηρεσία της περιφερειακής αρχής προστασίας δασών.»

 Η υπόθεση της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

23      Ο PH, ιδιοκτήτης γεωργικής εκμετάλλευσης στο έδαφος της περιφέρειας FVG, καλλιέργησε, στις 9 Μαΐου 2015, μια ποικιλία γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου MON 810.

24      Στις 11 Αυγούστου 2015 οι αρμόδιες περιβαλλοντικές υπηρεσίες της περιφέρειας FVG επέβαλαν στον PH πρόστιμο ύψους 10 000 ευρώ διότι καλλιέργησε τον εν λόγω αραβόσιτο κατά παράβαση του άρθρου 2.1 του περιφερειακού νόμου 5/2011.

25      Κατόπιν αμφισβητήσεως της κύρωσης αυτής από τον ΡΗ, ο αναπληρωτής διευθυντής της δασικής υπηρεσίας και αρχής προστασίας δασών της περιφέρειας FVJ επιβεβαίωσε μεν, με διάταξη της 8ης Οκτωβρίου 2019, την παράβαση αυτή, πλην όμως μείωσε το ποσό του προστίμου σε 5 000 ευρώ.

26      Ο PH άσκησε ανακοπή κατά της διάταξης αυτής ενώπιον του Tribunale ordinario di Pordenone (πρωτοδικείου Pordenone, Ιταλία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου.

27      Το αιτούν δικαστήριο, αφού υπενθύμισε το περιεχόμενο του άρθρου 2.1 του περιφερειακού νόμου 5/2011, του σημείου 2.4 των κατευθυντηρίων γραμμών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα της σύστασης της 13ης Ιουλίου 2010, του άρθρου 26α της οδηγίας 2001/18, καθώς και των άρθρων 16 και 17 της οδηγίας 2002/53/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, περί του κοινού καταλόγου ποικιλιών καλλιεργούμενων φυτικών ειδών (ΕΕ 2002, L 193, σ. 1), επισημαίνει ότι η διαφορά της κύριας δίκης δεν αφορά τη δυνατότητα ελεύθερης διάθεσης του αραβοσίτου MON 810 στην αγορά της Ένωσης, αλλά τη δυνάμει του περιφερειακού νόμου 5/2011 απαγόρευση της καλλιέργειας του αραβοσίτου αυτού στο έδαφος της περιφέρειας FVJ. Το εν λόγω δικαστήριο υπενθυμίζει συναφώς ότι, αφενός, με τη διάταξη της 8ης Μαΐου 2013, Fidenato (C‑542/12, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:298), το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 26α της οδηγίας 2001/18 έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει σε κράτος μέλος να εναντιωθεί στην καλλιέργεια στο έδαφός του ΓΤΟ, όπως οι ποικιλίες αραβοσίτου ΜΟΝ 810, με το αιτιολογικό ότι η λήψη εθνικής έγκρισης συνιστά μέτρο συνύπαρξης που αποσκοπεί στην αποφυγή της ακούσιας παρουσίας ΓΤΟ σε άλλες καλλιέργειες και, αφετέρου, με την εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2016/321 της Επιτροπής, της 3ης Μαρτίου 2016, για την αναπροσαρμογή του γεωγραφικού πεδίου της έγκρισης για την καλλιέργεια γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου (Zea mays L.) MON 810 (MON-ØØ81Ø–6) (ΕΕ 2016, L 60, σ. 90), απαγορεύτηκε η καλλιέργεια γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου MON 810 στο σύνολο της ιταλικής επικράτειας.

28      Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, καθώς και των αιτημάτων και των ισχυρισμών των διαδίκων της κύριας δίκης, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, αφενός, αν η κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2.1 του περιφερειακού νόμου 5/2011 απαγόρευση της καλλιέργειας γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου στο έδαφος της περιφέρειας FVJ συνάδει προς την οδηγία 2001/18, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα του κανονισμού 1829/2003 και της σύστασης της 13ης Ιουλίου 2010 και, αφετέρου, αν η απαγόρευση αυτή μπορεί να συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος αντίθετο προς τα άρθρα 34 έως 36 ΣΛΕΕ.

29      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunale οrdinario di Pordenone (πρωτοδικείο Pordenone) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Συνάδει η απαγόρευση του άρθρου 2.1 του περιφερειακού νόμου 5/2011, με το οποίο θεσπίζονται μέτρα συνύπαρξης που συνεπάγονται την απαγόρευση της καλλιέργειας της ποικιλίας του αραβοσίτου τύπου MON 810 στο έδαφος της [περιφέρειας FVG], προς την όλη οικονομία της οδηγίας 2001/18/ΕΚ, υπό το πρίσμα ιδίως του κανονισμού 1829/2003 και των διευκρινίσεων που περιλαμβάνονται στη σύσταση [της 13ης Ιουλίου 2010];

2)      Δύναται η απαγόρευση αυτή να συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος και αντίκειται, ως εκ τούτου, στα άρθρα 34, 35 και 36 ΣΛΕΕ;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

 Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου και επί του παραδεκτού

30      Η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος διότι, αφενός, το αιτούν δικαστήριο δεν εκθέτει τους λόγους για τους οποίους η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση δύναται να αντιβαίνει στην οδηγία 2001/18, στον κανονισμό 1829/2003 και στη σύσταση της 13ης Ιουλίου 2010 και, αφετέρου, το ερώτημα αυτό δεν διευκρινίζει ούτε τα τμήματα της σύστασης της 13ης Ιουλίου 2010 ούτε τις διατάξεις της οδηγίας 2001/18 και του κανονισμού 1829/2003 που έχουν εφαρμογή εν προκειμένω. Εξάλλου, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το πρώτο προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο κατά το μέρος που αφορά τη σύσταση της 13ης Ιουλίου 2010, καθόσον η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου επί προδικαστικών ερωτημάτων περιορίζεται στην ερμηνεία των πράξεων των θεσμικών οργάνων που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα.

31      Πρώτον, καθόσον η Ιταλική Κυβέρνηση, με το τελευταίο αυτό επιχείρημα, επιδιώκει στην πραγματικότητα να αμφισβητήσει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος κατά το μέρος που αυτό αφορά την ερμηνεία της σύστασης της 13ης Ιουλίου 2010, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 267 ΣΛΕΕ απονέμει στο Δικαστήριο την αρμοδιότητα να αποφαίνεται προδικαστικώς επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης χωρίς καμία εξαίρεση (αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 1989, Grimaldi, C‑322/88, EU:C:1989:646, σκέψη 8, καθώς και της 13ης Ιουνίου 2017, Florescu κ.λπ., C‑258/14, EU:C:2017:448, σκέψη 30).

32      Επομένως, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της ερμηνείας της σύστασης της 13ης Ιουλίου 2010 και, ως εκ τούτου, να αποφανθεί επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος στο σύνολό του.

33      Όσον αφορά, δεύτερον, την εκ μέρους της Ιταλικής Κυβέρνησης αμφισβήτηση του παραδεκτού του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος με το σκεπτικό ότι το αιτούν δικαστήριο δεν εκθέτει επαρκώς τους λόγους για τους οποίους υποβάλλει το ερώτημα αυτό, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι σχετικές με το περιεχόμενο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως απαιτήσεις μνημονεύονται ρητώς στο άρθρο 94 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο το αιτούν δικαστήριο οφείλει να γνωρίζει και να τηρεί σχολαστικώς στο πλαίσιο της καθιερούμενης με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ συνεργασίας (απόφαση της 9ης Μαρτίου 2017, Milkova, C‑406/15, EU:C:2017:198, σκέψη 72 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

34      Επομένως, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εκθέτει επακριβώς τους λόγους που το οδήγησαν να διερωτηθεί περί της ερμηνείας ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης και να κρίνει αναγκαία την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο (απόφαση της 9ης Μαρτίου 2017, Milkova, C‑406/15, EU:C:2017:198, σκέψη 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

35      Εν προκειμένω, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει επαρκώς ότι το αιτούν δικαστήριο έχει επιληφθεί διαφοράς η οποία αφορά τη νομιμότητα κύρωσης επιβληθείσας κατ’ εφαρμογήν νομοθετικής διάταξης θεσπισθείσας από περιφέρεια η οποία απαγορεύει, προς τον σκοπό της αποφυγής της ακούσιας παρουσίας ΓΤΟ στις συμβατικές και βιολογικές καλλιέργειες, την καλλιέργεια του γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου MON 810 στο σύνολο του εδάφους της περιφέρειας, ότι, κατά την ημερομηνία επιβολής της κύρωσης, επιτρεπόταν η καλλιέργεια της συγκεκριμένης ποικιλίας και η ελεύθερη διάθεσή της στην αγορά της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 20 του κανονισμού 1829/2003, ότι η επίδικη στην υπόθεση της κύριας δίκης διάταξη εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 26α της οδηγίας 2001/18 και ότι το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, ως προς το κύρος της εν λόγω διάταξης υπό το πρίσμα της οδηγίας αυτής, ερμηνευόμενης υπό το πρίσμα του κανονισμού 1829/2003 και της σύστασης της 13ης Ιουλίου 2010.

36      Εξάλλου, το γεγονός ότι, με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο δεν αναφέρθηκε σε καμία ειδική διάταξη της οδηγίας 2001/18 και του κανονισμού 1829/2003 ούτε σε συγκεκριμένο τμήμα της σύστασης της 13ης Ιουλίου 2010 δεν ασκεί επιρροή επί του παραδεκτού του εν λόγω ερωτήματος.

37      Ειδικότερα, κατά την πάγια νομολογία του, αποστολή του Δικαστηρίου είναι να ερμηνεύει όλες τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που έχουν ανάγκη τα εθνικά δικαστήρια προκειμένου να αποφανθούν επί των διαφορών των οποίων έχουν επιληφθεί, ακόμη και όταν οι διατάξεις αυτές δεν αναφέρονται ρητώς στα ερωτήματα τα οποία του υποβάλλουν τα δικαστήρια αυτά (απόφαση της 28ης Ιουνίου 2018, Crespo Rey, C‑2/17, EU:C:2018:511, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

38      Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι το πρώτο προδικαστικό ερώτημα είναι παραδεκτό.

 Επί της ουσίας

39      Όπως προκύπτει από τη σκέψη 35 της παρούσας απόφασης, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 26α της οδηγίας 2001/18, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του κανονισμού 1829/2003 και της σύστασης της 13ης Ιουλίου 2010, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνικό μέτρο το οποίο, προκειμένου να αποφευχθεί η ακούσια παρουσία ΓΤΟ σε άλλα προϊόντα, απαγορεύει στο έδαφος περιφέρειας του οικείου κράτους μέλους την καλλιέργεια ΓΤΟ που έχουν εγκριθεί δυνάμει του κανονισμού 1829/2003.

40      Υπενθυμίζεται προκαταρκτικώς ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 1 της οδηγίας 2001/18, αυτή αποσκοπεί στην προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών και στην προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος κατά τη σκόπιμη ελευθέρωση ΓΤΟ στο περιβάλλον, είτε με τη διάθεση ΓΤΟ στην εσωτερική αγορά της Ένωσης ως προϊόντων είτε για σκοπούς διαφορετικούς από τη διάθεση στην αγορά. Προς επίτευξη των συγκεκριμένων σκοπών, η οδηγία υποβάλλει αυτούς τους τρόπους σκόπιμης ελευθέρωσης ΓΤΟ στο περιβάλλον σε διαδικασίες έγκρισης που προϋποθέτουν αξιολόγηση και παρακολούθηση των κινδύνων για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον σύμφωνα με εναρμονισμένους όρους και αρχές.

41      Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο του 1, ο κανονισμός 1829/2003 θέτει τη βάση για την διασφάλιση, σε σχέση με τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και τις γενετικώς τροποποιημένες ζωοτροφές, υψηλού επιπέδου προστασίας της ζωής και της υγείας του ανθρώπου, της υγείας και της καλής διαβίωσης των ζώων, του περιβάλλοντος και των συμφερόντων των καταναλωτών, εξασφαλίζοντας παράλληλα την αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Προς τον σκοπό αυτόν θεσπίζει ενιαίες διαδικασίες για την έγκριση και την εποπτεία των εν λόγω τροφίμων και ζωοτροφών, οι οποίες, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 9, περιλαμβάνουν τις αρχές που έχει ορίσει η οδηγία 2001/18. Κατά το άρθρο 19, παράγραφος 5, του κανονισμού 1829/2003, η έγκριση που χορηγείται σύμφωνα με τις διαδικασίες του κανονισμού ισχύει σε όλο το έδαφος της Ένωσης.

42      Όσον αφορά την ειδική περίπτωση του γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου, η διάθεση του αραβοσίτου MON 810 στην αγορά εγκρίθηκε με την απόφαση 98/293/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Απριλίου 1998, για τη διάθεση στην αγορά γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου (Zea mays L. Τ 25) σύμφωνα με την οδηγία 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 1998, L 131, σ. 32). Μολονότι είναι αληθές ότι η οδηγία 90/220 καταργήθηκε με την οδηγία 2001/18, η έγκριση της διάθεσης στην αγορά του αραβοσίτου MON 810 διατήρησε την ισχύ της κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 20 και 23 του κανονισμού 1829/2003 και εξακολουθούσε να ισχύει κατά την ημερομηνία επιβολής της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης κύρωσης στον PH.

43      Εντούτοις, γεγονός παραμένει ότι το άρθρο 26α, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/18 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη δύνανται να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη της ακούσιας παρουσίας ΓΤΟ σε άλλα προϊόντα.

44      Βάσει της διάταξης αυτής, η περιφέρεια FVJ εξέδωσε τον περιφερειακό νόμο 5/2011, του οποίου το άρθρο 2.1 απαγορεύει την καλλιέργεια γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου στο σύνολο του εδάφους της και του οποίου το κύρος αμφισβητείται από τον PH στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης.

45      Επομένως, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, όπως αναδιατυπώθηκε στη σκέψη 39 της παρούσας απόφασης, πρέπει να εξεταστούν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 26α, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/18.

46      Συναφώς, κατ’ αρχάς, η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή μόνον στις ποικιλίες ΓΤΟ που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας αυτής, αλλά και σε εκείνες των οποίων οι εγκρίσεις έχουν κοινοποιηθεί ή ανανεωθεί σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 23 του κανονισμού 1829/2003, όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης ποικιλίες γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου (πρβλ. απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2012, Pioneer Hi Bred Italia, C‑36/11, EU:C:2012:534, σκέψεις 60, 67 και 68, και διάταξη της 8ης Μαΐου 2013, Fidenato, C‑542/12, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:298, σκέψη 23).

47      Ακολούθως, τα προληπτικά μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 26α, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/18 πρέπει να αποσκοπούν στην πρόληψη της ακούσιας παρουσίας ΓΤΟ σε άλλα προϊόντα, τούτο δε προκειμένου οι παραγωγοί και οι καταναλωτές να έχουν τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ της βιολογικής παραγωγής, της συμβατικής παραγωγής και της παραγωγής που χρησιμοποιεί ΓΤΟ. Σκοπός των μέτρων αυτών δεν μπορεί να είναι η προστασία της ανθρώπινης υγείας ή του περιβάλλοντος. Πράγματι, η προστασία των τελευταίων αυτών σκοπών διασφαλίζεται με τις προβλεπόμενες στην οδηγία 2001/18 και στον κανονισμό 1829/2003 εναρμονισμένες διαδικασίες έγκρισης για τη σκόπιμη ελευθέρωση ΓΤΟ, οι οποίες εξαρτούν τη χορήγηση των εγκρίσεων από την αξιολόγηση των κινδύνων που ενέχει η ελευθέρωση αυτή για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον. Αντιθέτως, τα εν λόγω μέτρα αποβλέπουν στη διατήρηση της πολλαπλότητας των καλλιεργειών και, ιδίως, στο μέτρο του δυνατού, της συνύπαρξης μεταξύ καλλιεργειών ΓΤΟ, αφενός, και βιολογικών και συμβατικών καλλιεργειών, αφετέρου. Ως εκ τούτου, προϋποθέτουν τη συνεκτίμηση του οικονομικού διακυβεύματος που συνεπάγεται για τους παραγωγούς βιολογικών και συμβατικών καλλιεργειών η τυχαία παρουσία ΓΤΟ στις καλλιέργειές τους.

48      Κατά συνέπεια, ένα κράτος μέλος δεν δικαιούται να εξαρτά την καλλιέργεια ΓΤΟ που έχουν εγκριθεί δυνάμει του κανονισμού 1829/2003 από εθνική έγκριση στηριζόμενη σε εκτιμήσεις προστασίας της υγείας ή του περιβάλλοντος. Επιπλέον, η επιβολή περιορισμών και, κατά μείζονα λόγο, γεωγραφικά οριοθετημένων απαγορεύσεων μπορεί να στηριχτεί στο άρθρο 26α της οδηγίας 2001/18 μόνον αν είναι αποτέλεσμα μέτρων συνύπαρξης που να έχουν θεσπιστεί πράγματι σύμφωνα με τους σκοπούς της οδηγίας αυτής (πρβλ. απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2012, Pioneer Hi Bred Italia, C‑36/11, EU:C:2012:534, σκέψεις 69 και 75). Τέλος, το άρθρο αυτό απαγορεύει μια διαδικασία εθνικής έγκρισης για την καλλιέργεια ΓΤΟ να συνιστά μέτρο συνύπαρξης (πρβλ. διάταξη της 8ης Μαΐου 2013, Fidenato, C‑542/12, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:298, σκέψη 33).

49      Εξάλλου, όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 26α, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/18, τα μέτρα που λαμβάνονται για την πρόληψη της ακούσιας παρουσίας ΓΤΟ σε άλλα προϊόντα απαιτείται να είναι «κατάλληλα». Η απαίτηση αυτή, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να χρησιμοποιούν μέτρα τα οποία καθιστούν δυνατή την αποτελεσματική επίτευξη του σκοπού της πρόληψης της ακούσιας παρουσίας ΓΤΟ σε άλλα προϊόντα προκειμένου να διαφυλαχθεί η δυνατότητα επιλογής των καταναλωτών και των παραγωγών, χωρίς ωστόσο να βαίνουν πέραν του αναγκαίου μέτρου, θίγοντας στον μικρότερο δυνατό βαθμό τους σκοπούς και τις αρχές που θέτει η οδηγία. Πράγματι, κατ’ εφαρμογήν της σχετικής με την αρχή αυτή νομολογίας του Δικαστηρίου, όταν υφίσταται επιλογή μεταξύ περισσοτέρων πρόσφορων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές, τα δε προκαλούμενα μειονεκτήματα δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς (πρβλ. απόφαση της 29ης Ιουνίου 2017, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, C‑126/15, EU:C:2017:504, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

50      Τέλος, προκειμένου να εκτιμήσει αν ένα μέτρο συνύπαρξης πληροί τις ως άνω προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 26α, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/18, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές που περιλαμβάνονται στο παράρτημα της σύστασης της 13ης Ιουλίου 2010, τις οποίες εξέδωσε η Επιτροπή βάσει του άρθρου 26α, παράγραφος 2, της οδηγίας.

51      Πράγματι, μολονότι είναι αληθές ότι κατευθυντήριες γραμμές όπως αυτές που περιλαμβάνονται στο παράρτημα της σύστασης της 13ης Ιουλίου 2010 δεν παράγουν, αυτές καθεαυτές, δεσμευτικά αποτελέσματα, γεγονός παραμένει ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να τις λαμβάνουν υπόψη για την επίλυση των διαφορών που υποβάλλονται στην κρίση τους, ιδίως όταν είναι ικανές να αποσαφηνίσουν την ερμηνεία διατάξεων της Ένωσης τις οποίες θέτουν σε εφαρμογή εθνικές διατάξεις ή όταν σκοπούν στη διευκρίνιση διατάξεων δεσμευτικού χαρακτήρα του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2014, Baltlanta, C‑410/13, EU:C:2014:2134, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

52      Οι κατευθυντήριες γραμμές που περιλαμβάνονται στο παράρτημα της σύστασης της 13ης Ιουλίου 2010 εκθέτουν, στο σημείο 2, τις γενικές αρχές για την ανάπτυξη εκ μέρους των κρατών μελών μέτρων συνύπαρξης, αποσαφηνίζοντας με τον τρόπο αυτό το άρθρο 26α, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/18.

53      Εν προκειμένω, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει αν η απαγόρευση της καλλιέργειας γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου κατά το άρθρο 2.1 του περιφερειακού νόμου 5/2011 στο σύνολο του εδάφους της περιφέρειας FVJ επιδιώκει πράγματι τη διασφάλιση, για τους καταναλωτές και τους παραγωγούς, της δυνατότητας επιλογής μεταξύ της παραγωγής γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου και της παραγωγής βιολογικού ή συμβατικού αραβοσίτου.

54      Το εν λόγω δικαστήριο θα πρέπει επίσης να εκτιμήσει, αφού λάβει υπόψη τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι διάδικοι της κύριας δίκης, αν η απαγόρευση αυτή είναι αναγκαία και σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας όσον αφορά την επίτευξη του προαναφερθέντος σκοπού. Στο πλαίσιο αυτό, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται, μεταξύ άλλων, να λάβει υπόψη τις γενικές αρχές που διατυπώνονται στα σημεία 2.2, 2.3 και 2.4 των κατευθυντηρίων γραμμών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα της σύστασης της 13ης Ιουλίου 2010, οι οποίες εκθέτουν τους κρίσιμους παράγοντες για τον καθορισμό του περιεχομένου του μέτρου που απαιτείται, προκειμένου να διαφυλαχθεί η δυνατότητα επιλογής των παραγωγών και των καταναλωτών μεταξύ των καλλιεργειών ΓΤΟ και των καλλιεργειών χωρίς ΓΤΟ.

55      Μεταξύ των παραγόντων αυτών περιλαμβάνονται τα προς επίτευξη επίπεδα σύμμειξης μέσω των εθνικών μέτρων συνύπαρξης που προβλέπονται στο σημείο 2.3 των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, τα οποία εξαρτώνται από τις περιφερειακές και εθνικές ιδιαιτερότητες και τις ειδικές τοπικές ανάγκες των τύπων καλλιεργειών και της συμβατικής, βιολογικής και άλλης παραγωγής, αλλά και οι διαθέσιμες γνώσεις σχετικά με την πιθανότητα σύμμειξης μεταξύ καλλιεργειών με ΓΤΟ και καλλιεργειών χωρίς ΓΤΟ, καθώς και σχετικά με τις πηγές των εν λόγω τυχαίων συμμείξεων. Συναφώς, σύμφωνα με το σημείο 2.4 των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών, ο βαθμός σύμμειξης μεταξύ των καλλιεργειών αυτών μπορεί να ποικίλλει αναλόγως διαφόρων παραμέτρων, όπως είναι οι κλιματικές συνθήκες, η τοπογραφική διαμόρφωση, τα πρότυπα καλλιέργειας και τα συστήματα αμειψισποράς ή οι γεωργικές δομές, συμπεριλαμβανομένων των περιβαλλόντων στοιχείων.

56      Στο πλαίσιο αυτό, η εξέταση του αναλογικού χαρακτήρα της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης απαγόρευσης καλλιέργειας γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου στο σύνολο του εδάφους της περιφέρειας FVJ, προς διασφάλιση της δυνατότητας επιλογής για τους παραγωγούς και τους καταναλωτές, θα πρέπει να λάβει υπόψη τον προς επίτευξη βαθμό τυχαίας παρουσίας γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου καθώς και την πιθανότητα σύμμειξης μεταξύ αυτού του γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου και του αραβοσίτου που καλλιεργείται με βιολογικό ή παραδοσιακό τρόπο.

57      Η συνεκτίμηση αυτή προϋποθέτει ιδίως τον καθορισμό του βαθμού καθαρότητας που πρέπει να επιτευχθεί, λαμβανομένου υπόψη του οικονομικού αντίκτυπου της τυχαίας παρουσίας γενετικώς τροποποιημένου αραβοσίτου στις συμβατικές ή βιολογικές καλλιέργειες. Συναφώς, θα πρέπει, ειδικότερα, να εκτιμηθούν οι οικονομικές συνέπειες της υπέρβασης του ορίου επισήμανσης κατά τα σημεία 2.3.1 έως 2.3.3 των κατευθυντηρίων γραμμών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα της σύστασης της 13ης Ιουλίου 2010.

58      Επιπλέον, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι πηγές του κινδύνου σύμμειξης καθώς και η αποτελεσματικότητα των μεθόδων διαχωρισμού των καλλιεργειών, η οποία πρέπει να αξιολογηθεί, μεταξύ άλλων, υπό το πρίσμα των γεωγραφικών και κλιματικών περιορισμών και χαρακτηριστικών της περιφέρειας FVJ και των τοπικών μεθόδων καλλιέργειας. Όπως αναφέρεται στο σημείο 2.2 των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών, τα χαρακτηριστικά αυτά είναι, μεταξύ άλλων, το σχήμα και το μέγεθος των αγρών στην εν λόγω περιφέρεια, ο κατακερματισμός και η γεωγραφική διασπορά αγρών που ανήκουν σε μεμονωμένες εκμεταλλεύσεις και οι τοπικές πρακτικές γεωργικής διαχείρισης στην εν λόγω περιφέρεια. Εξάλλου, όπως προβλέπει το σημείο 2.4 των κατευθυντηρίων γραμμών, η απαγόρευση αυτή θα πρέπει να προϋποθέτει την απόδειξη από τις αρχές που θέσπισαν την απαγόρευση ότι, όσον αφορά την περιφέρεια FVJ, δεν επαρκούν άλλα μέτρα για την επίτευξη κατάλληλου επιπέδου καθαρότητας.

59      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 26α της οδηγίας 2001/18, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του κανονισμού 1829/2003 και της σύστασης της 13ης Ιουλίου 2010, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνικό μέτρο το οποίο, προκειμένου να αποφευχθεί η ακούσια παρουσία ΓΤΟ σε άλλα προϊόντα, απαγορεύει στο έδαφος περιφέρειας του οικείου κράτους μέλους την καλλιέργεια ΓΤΟ που έχουν εγκριθεί δυνάμει του κανονισμού 1829/2003, υπό την προϋπόθεση αφενός ότι το μέτρο αυτό καθιστά δυνατή την επίτευξη του σκοπού της διασφάλισης για τους παραγωγούς και τους καταναλωτές της δυνατότητας επιλογής μεταξύ προϊόντων από γενετικώς τροποποιημένες καλλιέργειες και προϊόντων από βιολογικές ή συμβατικές καλλιέργειες, και αφετέρου ότι, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων των εν λόγω καλλιεργειών στο έδαφος της περιφέρειας, το εν λόγω μέτρο είναι αναγκαίο για την επίτευξη του ως άνω σκοπού και τελεί σε αναλογία προς αυτόν.

 Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

60      Δεδομένου του περιεχομένου του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι με αυτό ζητείται να διευκρινιστεί αν, όταν εθνικό μέτρο απαγορεύει στο έδαφος περιφέρειας του οικείου κράτους μέλους την καλλιέργεια ΓΤΟ εγκεκριμένων δυνάμει του κανονισμού 1829/2003, σύμφωνα με το άρθρο 26α της οδηγίας 2001/18, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του κανονισμού 1829/2003 και της σύστασης της 13ης Ιουλίου 2010, είναι περαιτέρω απαραίτητο να επαληθεύεται χωριστά αν το εθνικό μέτρο συνάδει προς τα άρθρα 34 έως 36 ΣΛΕΕ.

61      Κατά πάγια νομολογία, κάθε εθνικό μέτρο σε τομέα που έχει αποτελέσει αντικείμενο πλήρους εναρμόνισης σε επίπεδο Ένωσης πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα των διατάξεων αυτού του μέτρου εναρμόνισης και όχι των διατάξεων του πρωτογενούς δικαίου (απόφαση της 1ης Ιουλίου 2014, Ålands Vindkraft, C‑573/12, EU:C:2014:2037, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

62      Συναφώς, παρατηρείται ότι η οδηγία 2001/18 και ο κανονισμός 1829/2003 εξαρτούν τη διάθεση ΓΤΟ στην αγορά μέσω προϊόντος, τροφίμου ή ζωοτροφής από σύστημα προηγούμενης έγκρισης σε επίπεδο Ένωσης.

63      Συγκεκριμένα, το άρθρο 4, παράγραφοι 2 και 5, και το άρθρο 16, παράγραφοι 2 και 5, του κανονισμού 1829/2003 προβλέπουν, αντιστοίχως, ότι απαγορεύεται η διάθεση στην αγορά, αφενός, ΓΤΟ που προορίζονται για την ανθρώπινη διατροφή ή για τρόφιμα και, αφετέρου, ΓΤΟ που προορίζονται για χρήση ως ζωοτροφές, ζωοτροφών που περιέχουν ΓΤΟ ή αποτελούνται από τέτοιους οργανισμούς ή ζωοτροφών που παράγονται από ΓΤΟ, εάν δεν καλύπτονται από εγκρίσεις οι οποίες χορηγούνται, απορρίπτονται, τροποποιούνται, αναστέλλονται ή ανακαλούνται αποκλειστικά για τους λόγους και σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει ο κανονισμός.

64      Επιπλέον, το άρθρο 4 της οδηγίας 2001/18 ορίζει ότι η σκόπιμη ελευθέρωση ΓΤΟ στο περιβάλλον ή η διάθεσή τους στην αγορά επιτρέπεται μόνο σύμφωνα με τις διαδικασίες έγκρισης που προβλέπει η οδηγία. Το άρθρο 22 της οδηγίας προβλέπει ρητώς ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαγορεύουν, να περιορίζουν ή να παρεμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά ΓΤΟ, ως προϊόντων ή εντός προϊόντων, οι οποίοι ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της οδηγίας.

65      Τέλος, οι εξαιρέσεις από την απαγόρευση αυτή, τις οποίες συνιστούν η ρήτρα διασφάλισης του άρθρου 23 της οδηγίας 2001/18 και η προβλεπόμενη στο άρθρο 26α της οδηγίας δυνατότητα θέσπισης μέτρων συνύπαρξης οριοθετούνται επακριβώς και, ως εκ τούτου, δεν αναιρούν το γεγονός ότι οι όροι διάθεσης ΓΤΟ στην αγορά ουσιαστικά ρυθμίζονται με ομοιόμορφο τρόπο σε επίπεδο Ένωσης.

66      Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η οδηγία 2001/18 και ο κανονισμός 1829/2003 προέβησαν σε εναρμόνιση των όρων διάθεσης ΓΤΟ στην αγορά μέσω προϊόντων, τροφίμων ή ζωοτροφών. Κατά συνέπεια, κάθε εθνικό μέτρο που απαγορεύει την καλλιέργεια και τη διάθεση ΓΤΟ στην αγορά πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα των διατάξεων του συγκεκριμένου κανονιστικού πλαισίου και όχι υπό το πρίσμα των άρθρων 34 έως 36 ΣΛΕΕ.

67      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι όταν ένα εθνικό μέτρο απαγορεύει στο έδαφος περιφέρειας του οικείου κράτους μέλους την καλλιέργεια ΓΤΟ εγκεκριμένων δυνάμει του κανονισμού 1829/2003, σύμφωνα με το άρθρο 26α της οδηγίας 2001/18, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του κανονισμού 1829/2003 και της σύστασης της 13ης Ιουλίου 2010, δεν είναι περαιτέρω απαραίτητο να επαληθεύεται χωριστά αν το εθνικό μέτρο συνάδει προς τα άρθρα 34 έως 36 ΣΛΕΕ.

 Επί των δικαστικών εξόδων

68      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 26α της οδηγίας 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον και την κατάργηση της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του κανονισμού αυτού και της σύστασης της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 2010, σχετικά με κατευθυντήριες γραμμές για την ανάπτυξη εθνικών μέτρων συνύπαρξης για την αποφυγή της ακούσιας παρουσίας ΓΤΟ σε συμβατικές και βιολογικές καλλιέργειες, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνικό μέτρο το οποίο, προκειμένου να αποφευχθεί η ακούσια παρουσία γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών σε άλλα προϊόντα, απαγορεύει στο έδαφος περιφέρειας του οικείου κράτους μέλους την καλλιέργεια γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών που έχουν εγκριθεί δυνάμει του κανονισμού 1829/2003, υπό την προϋπόθεση αφενός ότι το μέτρο αυτό καθιστά δυνατή την επίτευξη του σκοπού της διασφάλισης για τους παραγωγούς και τους καταναλωτές της δυνατότητας επιλογής μεταξύ προϊόντων από γενετικώς τροποποιημένες καλλιέργειες και προϊόντων από βιολογικές ή συμβατικές καλλιέργειες, και αφετέρου ότι, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων των εν λόγω καλλιεργειών στο έδαφος της περιφέρειας, το εν λόγω μέτρο είναι αναγκαίο για την επίτευξη του ως άνω σκοπού και τελεί σε αναλογία προς αυτόν.

2)      Όταν εθνικό μέτρο απαγορεύει στο έδαφος περιφέρειας του οικείου κράτους μέλους την καλλιέργεια γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών εγκεκριμένων δυνάμει του κανονισμού 1829/2003, σύμφωνα με το άρθρο 26α της οδηγίας 2001/18, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 1829/2003, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του κανονισμού αυτού και της σύστασης της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 2010, σχετικά με κατευθυντήριες γραμμές για την ανάπτυξη εθνικών μέτρων συνύπαρξης για την αποφυγή της ακούσιας παρουσίας ΓΤΟ σε συμβατικές και βιολογικές καλλιέργειες, δεν είναι περαιτέρω απαραίτητο να επαληθεύεται χωριστά αν το εθνικό μέτρο συνάδει προς τα άρθρα 34 έως 36 ΣΛΕΕ.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.

Top