EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62020TJ0609

Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δέκατο τμήμα) της 29ης Ιουνίου 2022 (Αποσπάσματα).
LA International Cooperation Srl κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Μηχανισμός προενταξιακής βοήθειας – Έρευνα της OLAF – Απόφαση της Επιτροπής με την οποία επιβάλλεται διοικητική κύρωση – Αποκλεισμός για διάστημα τεσσάρων ετών από τις διαδικασίες ανάθεσης συμβάσεων και χορήγησης επιδοτήσεων που χρηματοδοτούνται από τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης – Καταχώριση στη βάση δεδομένων του συστήματος έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού – Δημοσιονομικός κανονισμός – Πλήρης δικαιοδοσία – Αναλογικότητα της κύρωσης.
Υπόθεση T-609/20.

Digital reports (Court Reports - general - 'Information on unpublished decisions' section)

ECLI identifier: ECLI:EU:T:2022:407

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο τμήμα)

της 29ης Ιουνίου 2022 (*)

«Μηχανισμός προενταξιακής βοήθειας – Έρευνα της OLAF – Απόφαση της Επιτροπής με την οποία επιβάλλεται διοικητική κύρωση – Αποκλεισμός για διάστημα τεσσάρων ετών από τις διαδικασίες ανάθεσης συμβάσεων και χορήγησης επιδοτήσεων που χρηματοδοτούνται από τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης – Καταχώριση στη βάση δεδομένων του συστήματος έγκαιρου εντοπισμού και αποκλεισμού – Δημοσιονομικός κανονισμός – Πλήρης δικαιοδοσία – Αναλογικότητα της κύρωσης»

Στην υπόθεση T‑609/20,

LA International Cooperation Srl, με έδρα το Μιλάνο (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους B. O’Connor και M. Hommé, δικηγόρους,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον R. Pethke,

καθής,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Kornezov, πρόεδρο, E. Buttigieg και G. Hesse (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: E. Coulon

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

έχοντας υπόψη ότι οι διάδικοι δεν υπέβαλαν αίτημα για τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως εντός τριών εβδομάδων από την επίδοση του εγγράφου με το οποίο γνωστοποιήθηκε η περάτωση της έγγραφης διαδικασίας και αποφασίζοντας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 106, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, να κρίνει επί της προσφυγής χωρίς να διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση (1)

[παραλειπόμενα]

 Σκεπτικό

[παραλειπόμενα]

 Επί της καταλληλότητας της κύρωσης

151    Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, κατά τον προσδιορισμό της επιβλητέας εν προκειμένω κύρωσης, η επιτροπή του άρθρου 143 [του κανονισμού 2018/1046] θα έπρεπε να έχει λάβει υπόψη την καλή συνεργασία της κατά την έρευνα της OLAF. Προσθέτει ότι, σύμφωνα με το ιταλικό δίκαιο, υιοθέτησε τον Απρίλιο του 2016 οργανωτικό, διαχειριστικό και ελεγκτικό πρότυπο το οποίο συνοδευόταν από κώδικα δεοντολογίας και τη θέσπιση πειθαρχικής διαδικασίας. Επιπλέον, το 2019 οι Α και Β απαλλάχθηκαν από τα καθήκοντά τους.

152    Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα, τόσο βάσει των συμβατικών της δεσμεύσεων όσο και δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚ) 2185/96 του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1996, σχετικά με τους ελέγχους και εξακριβώσεις που διεξάγει επιτοπίως η Επιτροπή με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από απάτες και λοιπές παρατυπίες (ΕΕ 1996, L 292, σ. 2), είχε την υποχρέωση να συνεργαστεί και να επιτρέψει την πρόσβαση στις εγκαταστάσεις της προκειμένου να διευκολύνει την έρευνα που διεξήγαγε η OLAF για λογαριασμό της. Κατά την Επιτροπή, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η καλή συνεργασία της θα έπρεπε να έχει ασκήσει επιρροή στον εκ μέρους της επιτροπής του άρθρου 143 προσδιορισμό της κατάλληλης κύρωσης. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η επιτροπή του άρθρου 143 είχε πρόσβαση στις εκθέσεις των επιτόπιων ελέγχων στις οποίες γινόταν μνεία της συνεργασίας της προσφεύγουσας και των εκπροσώπων της με την OLAF.

153    Υπενθυμίζεται ευθύς εξαρχής ότι, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά πριν από την 1η Ιανουαρίου 2016, η Επιτροπή επισήμανε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το άρθρο 133α, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 1605/2002 (ΕΕ 2002, L 357, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε, και το άρθρο 145, παράγραφος 1, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 1268/2012, της 29ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού 966/2012 (ΕΕ 2012, L 362, σ. 1), πριν την τροποποίησή του με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2015/2462, της 30ής Οκτωβρίου 2015 (ΕΕ 2015, L 342, σ. 7), προέβλεπαν ότι το μέγιστο διάστημα αποκλεισμού μιας οντότητας ήταν πέντε έτη.

154    Όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά μετά την 1η Ιανουαρίου 2016, η Επιτροπή επισήμανε ότι το άρθρο 106, παράγραφος 14, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 966/2012, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2015/1929, προέβλεπε ότι η διάρκεια του αποκλεισμού δεν μπορούσε να υπερβαίνει τα τρία έτη στις περιπτώσεις σοβαρού επαγγελματικού παραπτώματος κατά το άρθρο 106, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, και τα πέντε έτη στις περιπτώσεις δωροδοκίας κατά την έννοια του άρθρου 106, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του ίδιου κανονισμού.

155    Στο ως άνω πλαίσιο, η Επιτροπή απέκλεισε την προσφεύγουσα επί τη βάσει του προκαταρκτικού νομικού χαρακτηρισμού της συμπεριφοράς της, λαμβάνοντας υπόψη τα διαπιστωμένα πραγματικά περιστατικά και άλλα πορίσματα που περιλαμβάνονταν στη σύσταση της επιτροπής του άρθρου 143, σύμφωνα με το άρθρο 106, παράγραφος 2, του κανονισμού 966/2012, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2015/1929. Κατά την εκτίμηση του θεσμικού αυτού οργάνου, η σοβαρότητα της επιλήψιμης συμπεριφοράς, το γεγονός ότι αυτή ήταν σκόπιμη, η διάρκειά της και το ύψος των ποσών που διακυβεύονταν δικαιολογούσαν τετραετή αποκλεισμό.

156    Ως προς το ζήτημα αυτό, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι το άρθρο 133α, παράγραφος 1, του κανονισμού 2342/2002, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, Eυρατόμ) 478/2007 της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 2007 (ΕΕ 2007, L 111, σ. 13), και το άρθρο 106, παράγραφος 3, του κανονισμού 966/2012, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2015/1929, επιβάλλουν στην αναθέτουσα αρχή που αποκλείει οικονομικό φορέα να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα, το άρθρο 106, παράγραφος 3, προβλέπει ότι στην απόφασή της η αναθέτουσα αρχή λαμβάνει ιδίως υπόψη τη σοβαρότητα της περίπτωσης, συμπεριλαμβανομένου του αντίκτυπου στα οικονομικά συμφέροντα και την εικόνα της Ένωσης, τον χρόνο που έχει παρέλθει από την προσαπτόμενη συμπεριφορά, τη διάρκεια και την επανάληψή της, την πρόθεση ή τον βαθμό αμέλειας, ή τυχόν άλλες ελαφρυντικές περιστάσεις, όπως ο βαθμός συνεργασίας του οικονομικού φορέα με την οικεία αρμόδια αρχή και η συμβολή του στην έρευνα όπως αναγνωρίστηκε από την αναθέτουσα αρχή.

157    Κατά το άρθρο 108, παράγραφος 11, του κανονισμού 966/2012, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2015/1929, το Γενικό Δικαστήριο «διαθέτει απεριόριστη δικαιοδοσία για την επανεξέταση απόφασης με την οποία η αναθέτουσα αρχή αποκλείει έναν οικονομικό φορέα ή/και του επιβάλλει χρηματική ποινή, μεταξύ άλλων μειώνοντας ή αυξάνοντας τη διάρκεια του αποκλεισμού ή/και ακυρώνοντας, μειώνοντας ή αυξάνοντας την επιβληθείσα χρηματική ποινή». Πέραν του απλού ελέγχου νομιμότητας, ο οποίος επιτρέπει μόνο να απορριφθεί η προσφυγή ακυρώσεως ή να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη, η πλήρης δικαιοδοσία παρέχει στο Γενικό Δικαστήριο την εξουσία να μεταρρυθμίσει την προσβαλλόμενη πράξη, ακόμη και χωρίς να την ακυρώσει, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πραγματικές περιστάσεις, προκειμένου να τροποποιήσει, για παράδειγμα, τη διάρκεια του αποκλεισμού. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί, εφόσον είναι αναγκαίο, να προβεί σε διαφορετικές εκτιμήσεις από εκείνες τις οποίες διέλαβε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τη διάρκεια του αποκλεισμού.

158    Εν προκειμένω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα, με την επιχειρηματολογία της ότι η καλή συνεργασία που επέδειξε κατά την έρευνα και τα μέτρα αναδιοργάνωσης που έλαβε θα έπρεπε να έχουν επιρροή στον προσδιορισμό της κατάλληλης επιβλητέας κύρωσης, καλεί το Γενικό Δικαστήριο να προσδιορίσει, ασκώντας την πλήρη δικαιοδοσία του, τη διάρκεια του αποκλεισμού λαμβάνοντας υπόψη τις προβαλλόμενες ελαφρυντικές περιστάσεις.

159    Στο πλαίσιο της πλήρους δικαιοδοσίας του, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η προσφεύγουσα τέλεσε τις πράξεις δωροδοκίας και υπέπεσε στα σοβαρά επαγγελματικά παραπτώματα που εκτίθενται στις σκέψεις 121 έως 123, 126, 127 και 129 έως 134 ανωτέρω. Οι ενέργειες αυτές είναι πολύ σοβαρές, ως εκ της φύσεώς τους, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα με τη συμπεριφορά της επιδίωκε να εξαγοράσει υπαλλήλους της δημόσιας διοίκησης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας προκειμένου να αποκομίσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των λοιπών προσφερόντων. Διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα σκοπίμως επιδίωξε να δωροδοκήσει υπαλλήλους της δημόσιας διοίκησης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας. Η συμπεριφορά αυτή διήρκεσε λίγο περισσότερο από τέσσερα έτη, κατά την διάρκεια των οποίων στις ενέργειες της προσφεύγουσας ενεπλάκησαν διάφορα πρόσωπα εντός και εκτός της επιχείρησής της.

160    Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η σοβαρότητα του αντίκτυπου των ενεργειών αυτών στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, κατά το μέτρο που αφορούν ποσό άνω του 1,7 εκατομμυρίου ευρώ.

161    Εν συνεχεία, όσον αφορά τα στοιχεία που επικαλείται η προσφεύγουσα, αληθεύει ότι στις εκθέσεις των επιτόπιων ελέγχων γίνεται λόγος για την «πολύ καλή» και «πλήρη» συνεργασία της κατά τη διάρκεια των ελέγχων. Εντούτοις, αληθεύει επίσης ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η προσφεύγουσα υπείχε νόμιμη υποχρέωση να συνεργαστεί με την OLAF. Εν πάση περιπτώσει, διαπιστώνεται ότι, εν προκειμένω και λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας της περίπτωσης, η συμπεριφορά της προσφεύγουσας κατά τη διάρκεια της έρευνας μπορεί να έχει μικρή μόνο επιρροή όσον αφορά την αυστηρότητα της κύρωσης.

162    Όσον αφορά το οργανωτικό πρότυπο που υιοθέτησε η προσφεύγουσα το 2016, το Γενικό Δικαστήριο υιοθετεί τις συναφείς εκτιμήσεις που διέλαβε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση. Πράγματι, αφενός, το πρότυπο αυτό υιοθετήθηκε μεν τον Απρίλιο του 2016, αλλά δεν οδήγησε στην παύση της επιλήψιμης συμπεριφοράς της προσφεύγουσας, η οποία εξακολούθησε έως τον Ιανουάριο του 2017. Αφετέρου, μολονότι το νέο αυτό πρότυπο μπορεί ενδεχομένως να επηρεάσει τη μελλοντική συμπεριφορά της προσφεύγουσας, δεν άσκησε καμία επιρροή κατά την κρίσιμη περίοδο. Ομοίως, η απαλλαγή των A και B από τα καθήκοντά τους το 2019 μπορεί να επηρεάσει μόνο τη μελλοντική συμπεριφορά της προσφεύγουσας. Ως εκ τούτου, κατά την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου, τα ανωτέρω στοιχεία δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη.

163    Τέλος, επισημαίνεται ότι η μέγιστη διάρκεια αποκλεισμού που προέβλεπε ο νομοθέτης ήταν, πριν από την 1η Ιανουαρίου 2016, πέντε έτη για τα σοβαρά επαγγελματικά παραπτώματα και, μετά την 1η Ιανουαρίου 2016, τρία έτη για τα σοβαρά επαγγελματικά παραπτώματα και πέντε έτη για τις περιπτώσεις δωροδοκίας. Πλην όμως, εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε στις σκέψεις 121 έως 123, 126, 127 και 129 έως 134 ανωτέρω ότι, με τη συμπεριφορά της, η προσφεύγουσα υπέπεσε σε σοβαρά επαγγελματικά παραπτώματα και τέλεσε πράξεις δωροδοκίας.

164    Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθεισών διαπιστώσεων και περιστάσεων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο τετραετής αποκλεισμός είναι εν προκειμένω κατάλληλος και συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας.

[παραλειπόμενα]

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Καταδικάζει την LA International Cooperation Srl στα δικαστικά έξοδα.

Kornezov

Buttigieg

Hesse

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο την 29η Ιουνίου 2022.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.


1      Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις της παρούσας αποφάσεως των οποίων η δημοσίευση κρίνεται σκόπιμη από το Γενικό Δικαστήριο.

Top