EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62020CJ0724

Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 13ης Ιανουαρίου 2022.
Paget Approbois SAS κατά Depeyre entreprises SARL και Alpha Insurance A/S.
Αίτηση του Cour de cassation για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Δραστηριότητες ασφάλισης και αντασφάλισης – Οδηγία 2009/138/ΕΚ – Εκκαθάριση ασφαλιστικών επιχειρήσεων – Άρθρο 292 – Αποτελέσματα των διαδικασιών εκκαθάρισης στις εκκρεμείς δίκες – Εξαίρεση από την εφαρμογή του lex concursus – Lex processus.
Υπόθεση C-724/20.

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2022:9

  The document is unavailable in your User interface language.

 ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 13ης Ιανουαρίου 2022 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Δραστηριότητες ασφάλισης και αντασφάλισης – Οδηγία 2009/138/ΕΚ – Εκκαθάριση ασφαλιστικών επιχειρήσεων – Άρθρο 292 – Αποτελέσματα των διαδικασιών εκκαθάρισης στις εκκρεμείς δίκες – Εξαίρεση από την εφαρμογή του lex concursus – Lex processus»

Στην υπόθεση C‑724/20,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Γαλλία) με απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 28 Δεκεμβρίου 2020, στο πλαίσιο της δίκης

Paget Approbois SAS,

κατά

Depeyre entreprises SARL,

Alpha Insurance A/S,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Prechal, πρόεδρο του δευτέρου τμήματος, προεδρεύουσα του τρίτου τμήματος, J. Passer, F. Biltgen, L. S. Rossi (εισηγήτρια) και N. Wahl, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Alpha Insurance A/S, εκπροσωπούμενη από τον F. Rocheteau, avocat,

η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E. Leclerc και την A.‑L. Desjonquères,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον Δ. Τριανταφύλλου και την Ε. Τσερέπα‑Lacombe,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 292 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (ΕΕ 2009, L 335, σ. 1).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Paget Approbois (στο εξής: Paget) και, αφετέρου, των Depeyre entreprises SARL (στο εξής: Depeyre) και Alpha Insurance A/S με αντικείμενο την καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης για ζημίες τις οποίες υπέστη η Paget κατόπιν της πραγματοποίησης ασφαλιστικού κινδύνου.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

Η οδηγία 2009/138

3

Οι αιτιολογικές σκέψεις 3, 117, 123 έως 125 και 130 της οδηγίας 2009/138 έχουν ως εξής:

«(3)

Χάριν της ομαλής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, θα πρέπει να θεσπισθούν συντονισμένοι κανόνες σχετικά με την εποπτεία των ασφαλιστικών ομίλων ενώ, για την προστασία των πιστωτών, θα πρέπει να θεσπισθούν κανόνες σχετικά με τις διαδικασίες εξυγίανσης και εκκαθάρισης των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

[…]

(117)

Εφόσον η εθνική νομοθεσία που αφορά τα μέτρα εξυγίανσης και τις διαδικασίες εκκαθάρισης δεν έχει εναρμονισθεί, είναι σκόπιμο να εξασφαλισθεί, στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς, η αμοιβαία αναγνώριση των μέτρων εξυγίανσης των κρατών μελών καθώς και της νομοθεσίας που αφορά την εκκαθάριση ασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς επίσης και η αναγκαία συνεργασία, λαμβανομένων υπόψη των αρχών της ενότητας, της καθολικότητας, του συντονισμού, της δημοσιότητας των εν λόγω μέτρων και της ισότιμης μεταχείρισης και προστασίας των ασφαλιστικών πιστωτών.

[…]

(123)

Μόνον οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής θα πρέπει να εξουσιοδοτούνται να λαμβάνουν αποφάσεις για τις διαδικασίες εκκαθάρισης που αφορούν ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Οι αποφάσεις θα πρέπει να παράγουν αποτελέσματα σε όλη την Κοινότητα και να αναγνωρίζονται από όλα τα κράτη μέλη. Οι αποφάσεις θα πρέπει να δημοσιεύονται σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στο κράτος μέλος καταγωγής διαδικασίες, καθώς και στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι πληροφορίες θα πρέπει επίσης να τίθενται στη διάθεση των γνωστών πιστωτών οι οποίοι διαμένουν στην Κοινότητα, οι οποίοι θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να αναγγέλλουν απαιτήσεις ή να υποβάλλουν παρατηρήσεις.

(124)

Κατά τη διαδικασία εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του ενεργητικού και του παθητικού της.

(125)

Όλες οι προϋποθέσεις της έναρξης, διεξαγωγής και περάτωσης της εκκαθαριστικής διαδικασίας θα πρέπει να διέπονται από το δίκαιο του κράτους μέλους καταγωγής.

[…]

(130)

Προκειμένου να προστατεύεται η εύλογη εμπιστοσύνη και η ασφάλεια ορισμένων συναλλαγών σε κράτη μέλη διαφορετικά από το κράτος μέλος καταγωγής, είναι απαραίτητο να καθορισθεί το δίκαιο που διέπει τα αποτελέσματα των μέτρων εξυγίανσης και των διαδικασιών εκκαθάρισης όσον αφορά την εκκρεμοδικία και τις επιμέρους πράξεις εκτέλεσης που προκύπτουν από την εκκρεμοδικία.»

4

Ο τίτλος IV της οδηγίας 2009/138, ο οποίος επιγράφεται «Εξυγίανση και εκκαθάριση ασφαλιστικών επιχειρήσεων», περιλαμβάνει τα άρθρα 267 έως 296.

5

Το άρθρο 268 της οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί», προβλέπει τα εξής:

«1.   Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, νοούνται ως:

α)

“αρμόδιες αρχές”: οι διοικητικές ή δικαστικές αρχές των κρατών μελών, οι οποίες είναι αρμόδιες για τους σκοπούς των μέτρων εξυγίανσης ή των διαδικασιών εκκαθάρισης·

[…]

γ)

“μέτρα εξυγίανσης”: όσα μέτρα συνεπάγονται οιαδήποτε παρέμβαση των αρμοδίων αρχών και σκοπό έχουν να διαφυλάξουν ή να αποκαταστήσουν τη χρηματοοικονομική κατάσταση ασφαλιστικής επιχείρησης και τα οποία είναι δυνατόν να θίξουν προϋπάρχοντα δικαιώματα άλλων συμβαλλομένων μερών και όχι αυτής καθ’ αυτήν της ασφαλιστικής επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των μέτρων που συνεπάγονται τη δυνατότητα αναστολής πληρωμών, αναστολής εκτελεστικών μέτρων ή μείωσης των αποζημιώσεων·

δ)

“διαδικασίες εκκαθάρισης”: οι συλλογικές διαδικασίες που συνεπάγονται τη ρευστοποίηση του ενεργητικού μιας ασφαλιστικής επιχείρησης και τη διανομή των εσόδων μεταξύ των πιστωτών, των μετόχων ή των μελών, όπως ενδείκνυται, και οι οποίες οπωσδήποτε συνεπάγονται παρέμβαση των αρμοδίων αρχών, ακόμη και όταν οι συλλογικές διαδικασίες περατώνονται με συμβιβασμό ή άλλο ανάλογο μέτρο, είτε βασίζονται σε αφερεγγυότητα, είτε όχι, και είτε είναι εκούσιες, είτε υποχρεωτικές·

[…]».

6

Το άρθρο 273 της οδηγίας 2009/138, το οποίο φέρει τον τίτλο «Έναρξη των διαδικασιών εκκαθάρισης – Ενημέρωση των εποπτικών αρχών», προβλέπει στην παράγραφο 2 τα εξής:

«Απόφαση σχετικά με την έναρξη διαδικασίας εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων της σε άλλα κράτη μέλη, λαμβανόμενη σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους καταγωγής, αναγνωρίζεται, χωρίς άλλες διατυπώσεις, σε ολόκληρη την Κοινότητα και παράγει αποτελέσματα μόλις αρχίσει να παράγει αποτελέσματα στο κράτος μέλος έναρξης της διαδικασίας.»

7

Το άρθρο 274 της οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εφαρμοστέο δίκαιο», ορίζει τα εξής:

«1.   Η απόφαση για την έναρξη διαδικασίας εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης, οι διαδικασίες εκκαθάρισης και τα αποτελέσματά τους διέπονται από το εφαρμοστέο δίκαιο στο κράτος μέλος καταγωγής, εκτός αν άλλως ορίζεται στα άρθρα 285 έως 292.

2.   Το δίκαιο του κράτους μέλους καταγωγής καθορίζει τουλάχιστον τα εξής:

α)

τα στοιχεία του ενεργητικού που αποτελούν την περιουσία και τη μεταχείριση των στοιχείων του ενεργητικού που απέκτησε η ασφαλιστική επιχείρηση ή υπήχθησαν σε αυτήν μετά την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης·

β)

τις αντίστοιχες εξουσίες της ασφαλιστικής επιχείρησης και του εκκαθαριστή·

γ)

τους όρους υπό τους οποίους είναι επιτρεπτός ο συμψηφισμός·

δ)

τα αποτελέσματα της διαδικασίας εκκαθάρισης στις ισχύουσες συμβάσεις, στις οποίες η ασφαλιστική επιχείρηση είναι συμβαλλόμενο μέρος·

ε)

τα αποτελέσματα της διαδικασίας εκκαθάρισης στις διαδικασίες που έχουν κινήσει οι επιμέρους πιστωτές, εξαιρουμένων των εκκρεμοδικιών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 292·

στ)

τις απαιτήσεις που πρέπει να αναγγελθούν κατά της περιουσίας της ασφαλιστικής επιχείρησης και τη μεταχείριση των απαιτήσεων που προκύπτουν μετά την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης·

ζ)

τους κανόνες που διέπουν την αναγγελία, την επαλήθευση και την αποδοχή των απαιτήσεων·

η)

τους κανόνες που διέπουν τη διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης του ενεργητικού, τη σειρά κατάταξης των απαιτήσεων και τα δικαιώματα των πιστωτών που ικανοποιήθησαν μερικώς, μετά την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης δυνάμει εμπραγμάτου δικαιώματος ή μέσω συμψηφισμού·

θ)

τους όρους και τα αποτελέσματα της περάτωσης της διαδικασίας εκκαθάρισης, ιδίως μέσω συμβιβασμού·

ι)

τα δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της διαδικασίας εκκαθάρισης·

ια)

το μέρος που φέρει τα έξοδα και τις δαπάνες της διαδικασίας εκκαθάρισης· και

ιβ)

τους κανόνες περί ακυρότητος, ακύρωσης και κήρυξης του ανενεργού των επιβλαβών για τους πιστωτές δικαιοπραξιών.»

8

Το άρθρο 280 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δημοσίευση των αποφάσεων περί εκκαθάρισης», ορίζει στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, τα εξής:

«Η αρμοδία αρχή, ο εκκαθαριστής ή οιοδήποτε άλλο πρόσωπο διορισμένο για τον σκοπό αυτό από την αρμοδία αρχή δημοσιεύει την απόφαση να κινηθεί διαδικασία εκκαθάρισης, σύμφωνα με τις διαδικασίες δημοσίευσης που ισχύουν στο κράτος μέλος καταγωγής και επίσης δημοσιεύει απόσπασμα της απόφασης περί εκκαθάρισης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

9

Το άρθρο 282, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει τα εξής:

«Κάθε πιστωτής, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων αρχών των κρατών μελών, του οποίου η συνήθης διαμονή, κατοικία ή έδρα βρίσκεται σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής δικαιούται να αναγγέλλει τις απαιτήσεις του ή να υποβάλλει εγγράφως παρατηρήσεις σχετικά με αυτές.»

10

Το άρθρο 292 της οδηγίας 2009/138, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εκκρεμοδικία», ορίζει τα εξής:

«Τα αποτελέσματα των μέτρων εξυγίανσης ή της διαδικασίας εκκαθάρισης επί εκκρεμοδικίας που αφορά στοιχείο του ενεργητικού ή δικαίωμα, [του οποίου τη διαχείριση και τη διάθεση έχει στερηθεί] η ασφαλιστική επιχείρηση, διέπονται μόνον από το δίκαιο του κράτους μέλους, στο οποίο υφίσταται η εκκρεμοδικία.»

Ο κανονισμός (ΕΚ) 1346/2000

11

Ο κανονισμός (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ 2000, L 160, σ. 1), ο οποίος καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ 2015, L 141, σ. 19), όριζε στο άρθρο 4, το οποίο έφερε τον τίτλο «Εφαρμοστέο δίκαιο», τα εξής:

«1.   Εάν ο παρών κανονισμός δεν ορίζει άλλως, δίκαιο εφαρμοστέο στη διαδικασία αφερεγγυότητας και στα αποτελέσματά της είναι το δίκαιο του κράτους μέλους έναρξης της διαδικασίας, κατωτέρω καλουμένου “κράτος έναρξης”.

2.   Το δίκαιο του κράτους έναρξης ρυθμίζει τις προϋποθέσεις έναρξης, τη διεξαγωγή και την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Βάσει του δικαίου αυτού, ορίζονται συγκεκριμένα:

[…]

στ)

τα αποτελέσματα της διαδικασίας αφερεγγυότητας επί των ατομικών διώξεων εκ μέρους πιστωτών, εκτός αν υφίσταται εκκρεμοδικία·

[…]».

12

Το άρθρο 15 του κανονισμού 1346/2000 όριζε τα εξής:

«Τα αποτελέσματα της διαδικασίας αφερεγγυότητας επί εκκρεμούς δίκης με αντικείμενο πράγμα ή δικαίωμα της πτωχευτικής περιουσίας, διέπονται αποκλειστικά από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υφίσταται η εκκρεμοδικία.»

Η οδηγία 2001/24/ΕΚ

13

Το άρθρο 32 της οδηγίας 2001/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 2001, για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ 2001, L 125, σ. 15), το οποίο φέρει τον τίτλο «Εκκρεμοδικία», ορίζει τα εξής:

«Τα αποτελέσματα των μέτρων εξυγίανσης ή της διαδικασίας εκκαθάρισης επί εκκρεμούς δίκης με αντικείμενο πράγμα ή δικαίωμα των οποίων [τη διαχείριση και τη διάθεση στερήθηκε] το πιστωτικό ίδρυμα, διέπονται αποκλειστικά από το δίκαιο του κράτους μέλους, στο οποίο υφίσταται η εκκρεμοδικία.»

Το γαλλικό δίκαιο

Ο γαλλικός ασφαλιστικός κώδικας

14

Το άρθρο L. 326‑20, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του code des assurances (γαλλικού ασφαλιστικού κώδικα) προβλέπει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων L. 326‑21 έως L. 326‑29, τα μέτρα εξυγίανσης του άρθρου L. 323‑8 και οι αποφάσεις σχετικά με την έναρξη διαδικασίας εκκαθάρισης που λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης πλην της Γαλλίας όσον αφορά ασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει την έδρα της στο έδαφος του εν λόγω κράτους παράγουν πλήρως τα αποτελέσματά τους στο έδαφος της Γαλλικής Δημοκρατίας χωρίς άλλες διατυπώσεις, ακόμη και έναντι τρίτων, μόλις αρχίσουν να παράγουν τα αποτελέσματά τους στο κράτος αυτό. Οι εν λόγω διατάξεις έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση κατά την οποία τα μέτρα εξυγίανσης ή οι αποφάσεις σχετικά με την έναρξη διαδικασίας εκκαθάρισης αφορούν υποκατάστημα ασφαλιστικής επιχείρησης της οποίας η έδρα βρίσκεται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το ίδιο ισχύει και για τις αποφάσεις που εκδίδονται σε κράτος μέλος πλην της Γαλλίας στο πλαίσιο εκούσιας εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης που προϋποθέτει την επέμβαση διοικητικής ή δικαστικής αρχής.»

15

Το άρθρο L.326‑28 του εν λόγω κώδικα ορίζει τα εξής:

«Τα αποτελέσματα των μέτρων εξυγίανσης ή της έναρξης διαδικασίας εκκαθάρισης επί εκκρεμούς στη Γαλλία δίκης με αντικείμενο πράγμα ή δικαίωμα των οποίων [τη διαχείριση και τη διάθεση έχει στερηθεί] η ασφαλιστική επιχείρηση διέπονται αποκλειστικώς από τις διατάξεις του code de procédure civile [κώδικα πολιτικής δικονομίας].»

Ο γαλλικός κώδικας πολιτικής δικονομίας

16

Το άρθρο 369 του code de procédure civile (κώδικα πολιτικής δικονομίας) ορίζει τα εξής:

«Η δίκη διακόπτεται:

[…]

συνεπεία της εκδόσεως δικαστικής απόφασης η οποία διατάσσει τη διάσωση, τη δικαστική εξυγίανση ή τη δικαστική εκκαθάριση σε υποθέσεις στις οποίες τούτο συνεπάγεται παροχή συνδρομής ή απαλλοτρίωση της περιουσίας του οφειλέτη·

[…]».

17

Το άρθρο 371 του ως άνω κώδικα έχει ως εξής:

«Δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο διακοπής της δίκης γεγονός το οποίο επέρχεται ή γνωστοποιείται μετά την έναρξη της επ’ ακροατηρίου συζήτησης.»

18

Το άρθρο 372 του εν λόγω κώδικα προβλέπει τα εξής:

«Οι διαδικαστικές πράξεις που διενεργήθηκαν και οι δικαστικές αποφάσεις –ακόμη και οι περιβληθείσες την ισχύ δεδικασμένου– που εκδόθηκαν μετά τη διακοπή της δίκης θεωρούνται ως ανύπαρκτες, εκτός εάν επιβεβαιωθούν ρητώς ή σιωπηρώς από τον διάδικο υπέρ του οποίου προβλέπεται η διακοπή της δίκης.»

Ο γαλλικός εμπορικός κώδικας

19

Κατά το άρθρο L. 622‑22, πρώτο εδάφιο, του code de commerce (εμπορικού κώδικα):

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου L. 625‑3, οι εκκρεμείς δίκες διακόπτονται μέχρις ότου ο επισπεύδων δανειστής αναγγείλει την απαίτησή του. Κατόπιν τούτου, οι δίκες επαναλαμβάνονται αυτοδικαίως, εφόσον έχουν προσεπικληθεί προσηκόντως ο δικαστικός εντολοδόχος και, κατά περίπτωση, ο διαχειριστής […], αλλά έχουν ως αποκλειστικό αντικείμενο την αναγνώριση των απαιτήσεων και τον καθορισμό του ύψους τους.»

20

Το άρθρο L. 641‑3, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κώδικα ορίζει τα εξής:

«Η απόφαση περί ενάρξεως της διαδικασίας δικαστικής εκκαθάρισης έχει τα ίδια αποτελέσματα με τα προβλεπόμενα σε περίπτωση διάσωσης στην παράγραφο I, πρώτο και τρίτο εδάφιο, και στην παράγραφο III του άρθρου L. 622‑7, στα άρθρα L. 622‑21 και L. 622‑22, στην πρώτη περίοδο του άρθρου L. 622‑28 και στο άρθρο L. 622‑30.»

21

Το άρθρο R. 622‑20, πρώτο εδάφιο, του εμπορικού κώδικα προβλέπει τα εξής:

«Η διακοπείσα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου L. 622‑22 δίκη επαναλαμβάνεται με πρωτοβουλία του αιτούντος δανειστή, εφόσον ο τελευταίος έχει προσκομίσει στο δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαφορά αντίγραφο της αναγγελίας της απαίτησής του ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο το οποίο αποδεικνύει την εγγραφή της απαίτησής του στον κατάλογο του άρθρου L. 624‑1 και έχει προσεπικληθεί ο δικαστικός εντολοδόχος και, κατά περίπτωση, ο διαχειριστής εφόσον αυτός έχει ως καθήκον να συνδράμει τον οφειλέτη ή τον επιβλέποντα δικαστή στην εκτέλεση του σχεδίου.»

22

Το άρθρο R. 641‑23 του ίδιου κώδικα ορίζει ότι:

«Τα άρθρα R. 622‑19 και R. 622‑20 έχουν εφαρμογή στη διαδικασία δικαστικής εκκαθάρισης.»

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

23

Την 1η Ιουλίου 2011 και με ισχύ από την ίδια ημερομηνία η Paget υπέγραψε με τη διαμεσολάβηση της Depeyre, μεσίτριας ασφαλίσεων, σύμβαση ασφάλισης «βιομηχανικών κινδύνων», στην οποία αναγραφόταν «Εταιρία: Alpha Insurance».

24

Στις 20 Μαΐου 2012 δύο εγκαταστάσεις τις οποίες εκμεταλλευόταν η Paget επλήγησαν από χαλαζοφόρο καταιγίδα. Την επόμενη ημέρα, η Paget δήλωσε τη ζημία στην Depeyre.

25

Προκειμένου να εκτιμηθούν οι υλικές ζημίες που προκλήθηκαν από την πραγματοποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου, διενεργήθηκε από κοινού πραγματογνωμοσύνη.

26

Με έγγραφο της 7ης Ιανουαρίου 2013, η Depeyre ενημέρωσε την Paget ότι η διαχείριση του ασφαλιστηρίου της είχε γίνει μέσω της Albic, εταιρίας βελγικού δικαίου, και ασφαλιστές της ήταν από την 1η Ιανουαρίου 2012 η United, εταιρία βρετανικού δικαίου, και η Euroins, εταιρία ρουμανικού δικαίου, πλην όμως από την 1η Ιανουαρίου 2013 οι εν λόγω εταιρίες είχαν ανακαλέσει τη σχετική άδεια που είχαν χορηγήσει στην Albic.

27

Η Paget άσκησε αγωγή κατά της Depeyre με αίτημα την αναγνώριση της ευθύνης της και την καταβολή αποζημίωσης, η δε Depeyre, με τη σειρά της, προσεπικάλεσε ως εγγυήτρια την Alpha Insurance, εταιρία δανικού δικαίου, την οποία η μεσίτρια ασφαλίσεων χαρακτήρισε ως πραγματικό ασφαλιστή κατά τον χρόνο επέλευσης της ζημίας. Ενώπιον του cour d’appel de Besançon (εφετείο Besançon, Γαλλία), η Paget ζήτησε να υποχρεωθούν οι Depeyre και Alpha Insurance να της καταβάλουν, προς αποκατάσταση της υλικής ζημίας που υπέστη, το ποσό των 335080,79 ευρώ αλληλεγγύως και εις ολόκληρον.

28

Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 16ης Οκτωβρίου 2018, ο εκπρόσωπος της Alpha Insurance ενημέρωσε το εν λόγω εφετείο ότι το Sø‑ og Handelsretten i København (δικαστήριο ναυτικών και εμπορικών διαφορών Κοπεγχάγης, Δανία) είχε κηρύξει την πτώχευση της εν λόγω επιχείρησης με ισχύ από τις 8 Μαΐου 2018, προσκόμισε δε, κατά το στάδιο της διάσκεψης, τη σχετική δικαστική απόφαση. Ζήτησε, μεταξύ άλλων, να διαπιστωθεί ότι η έναρξη της συλλογικής διαδικασίας αφερεγγυότητας στη Δανία προκάλεσε αυτοδικαίως τη διακοπή της δίκης.

29

Με απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2018, το cour d’appel de Besançon (εφετείο Besançon) υποχρέωσε μεταξύ άλλων την Alpha Insurance να καταβάλει ορισμένο ποσό στην Paget για τις υλικές ζημίες τις οποίες υπέστη από το ζημιογόνο γεγονός της 20ής Μαΐου 2012, προς εκτέλεση της σύμβασης ασφάλισης.

30

Συναφώς, το cour d’appel de Besançon (εφετείο Besançon) έκρινε ότι η Alpha Insurance δεν είχε αποδείξει ότι η διαδικασία πτώχευσης στη Δανία είχε τα ίδια αποτελέσματα με αυτά της διαδικασίας πτώχευσης κατά το γαλλικό δίκαιο όσον αφορά τη συνέχιση της δίκης και το παραδεκτό των αιτημάτων που υποβλήθηκαν κατ’ αυτής και, επομένως, η διαδικασία πτώχευσης στη Δανία δεν πρέπει να ασκεί επιρροή στην εκδίκαση της υπόθεσης.

31

Η Paget και η Alpha Insurance άσκησαν αίτηση αναιρέσεως κατά της απόφασης του cour d’appel de Besançon (εφετείου Besançon).

32

Το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Γαλλία) θεωρεί ότι, προκειμένου να εξετασθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να καθορισθεί το δίκαιο το οποίο διέπει τα αποτελέσματα της κηρυχθείσας στη Δανία πτώχευσης της Alpha Insurance επί της δίκης η οποία εκκρεμεί ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων, αλλά υπογραμμίζει ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι προφανής.

33

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Έχει το άρθρο 292 της οδηγίας [2009/138] την έννοια ότι η εκκρεμής ενώπιον του δικαστηρίου κράτους μέλους δίκη την οποία κίνησε το πρόσωπο στο οποίο οφείλεται ασφαλιστική αποζημίωση, προκειμένου να του καταβληθεί η αποζημίωση αυτή από ασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει υπαχθεί σε διαδικασία εκκαθάρισης κινηθείσα σε άλλο κράτος μέλος, αφορά στοιχείο του ενεργητικού ή δικαίωμα του οποίου τη διαχείριση και τη διάθεση έχει στερηθεί η επιχείρηση αυτή, κατά τον εν λόγω κανονισμό;

2)

Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, ρυθμίζει το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο εκκρεμεί η εν λόγω δίκη το σύνολο των αποτελεσμάτων της διαδικασίας εκκαθάρισης επί της δίκης αυτής;

Ειδικότερα, πρέπει το άρθρο αυτό να εφαρμοστεί καθόσον:

προβλέπει ότι η έναρξη τέτοιας διαδικασίας συνεπάγεται τη διακοπή της εκκρεμούς δίκης,

εξαρτά την επανάληψη της δίκης από την εκ μέρους του πιστωτή αναγγελία, στο παθητικό της ασφαλιστικής επιχείρησης, της απαίτησής του για καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης και από την προσεπίκληση των οργάνων που είναι επιφορτισμένα με την εφαρμογή της διαδικασίας εκκαθάρισης,

και απαγορεύει την καταψήφιση της αποζημίωσης, δεδομένου ότι ως προς αυτήν χωρεί μόνον αναγνώριση της ύπαρξής της και καθορισμός του ύψους της;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

34

Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν, κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 292 της οδηγίας 2009/138, η διαλαμβανόμενη στο άρθρο αυτό έννοια της «εκκρεμοδικίας που αφορά στοιχείο του ενεργητικού ή δικαίωμα[του οποίου τη διαχείριση και τη διάθεση έχει στερηθεί] η ασφαλιστική επιχείρηση» καταλαμβάνει εκκρεμή δίκη με αντικείμενο αγωγή για την καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης την οποία άσκησε, λόγω ζημιών τις οποίες υπέστη σε ορισμένο κράτος μέλος, ο αντισυμβαλλόμενος ασφαλιστικής επιχείρησης κατά της επιχείρησης αυτής, η οποία υπόκειται σε διαδικασία εκκαθάρισης σε άλλο κράτος μέλος.

35

Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις 117 και 123 της οδηγίας 2009/138 προκύπτει ότι η εν λόγω οδηγία στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στις αρχές της ενότητας και της καθολικότητας, θέτει δε ως κανόνα την αμοιβαία αναγνώριση των μέτρων εξυγίανσης και των διαδικασιών εκκαθάρισης των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και των αποτελεσμάτων των εν λόγω μέτρων και διαδικασιών.

36

Συνεπώς, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 273, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, απόφαση σχετικά με την έναρξη διαδικασίας εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης, λαμβανόμενη σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους καταγωγής, αναγνωρίζεται, χωρίς άλλες διατυπώσεις, σε ολόκληρη την Ένωση και παράγει αποτελέσματα μόλις αρχίσει να παράγει αποτελέσματα στο κράτος μέλος έναρξης της διαδικασίας.

37

Το άρθρο 274 της οδηγίας 2009/138 ορίζει στην παράγραφο 1 ότι η απόφαση για την έναρξη διαδικασίας εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης, οι διαδικασίες εκκαθάρισης και τα αποτελέσματά τους διέπονται, κατ’ αρχήν, από το εφαρμοστέο δίκαιο στο κράτος μέλος καταγωγής, διευκρινίζει δε στην παράγραφο 2, στοιχείο εʹ, ότι το εν λόγω δίκαιο καθορίζει, μεταξύ άλλων, τα αποτελέσματα της διαδικασίας εκκαθάρισης επί των διαδικασιών που έχουν κινήσει οι επιμέρους πιστωτές, τα οποία τυγχάνουν επίσης αμοιβαίας αναγνώρισης (πρβλ. απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2020, Bulstrad Vienna Insurance Group, C‑427/19, EU:C:2020:914, σκέψη 39).

38

Εκ των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, κατ’ αρχήν, o lex concursus διέπει τα μέτρα εξυγίανσης και τις διαδικασίες εκκαθάρισης των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και τα αποτελέσματα των εν λόγω μέτρων και διαδικασιών.

39

Ωστόσο, το άρθρο 274, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/138 απαριθμεί σειρά διατάξεων οι οποίες εισάγουν εξαιρέσεις από την εφαρμογή του lex concursus, μεταξύ των οποίων και η εξαίρεση της παραγράφου 2, στοιχείο εʹ, του εν λόγω άρθρου, η οποία παραπέμπει στο άρθρο 292 της ίδιας οδηγίας, κατά το οποίο «[τ]α αποτελέσματα των μέτρων εξυγίανσης ή της διαδικασίας εκκαθάρισης επί εκκρεμοδικίας που αφορά στοιχείο του ενεργητικού ή δικαίωμα, [του οποίου τη διαχείριση και τη διάθεση έχει στερηθεί η ασφαλιστική επιχείρηση], διέπονται μόνον από το δίκαιο του κράτους μέλους, στο οποίο υφίσταται η εκκρεμοδικία».

40

Από το γράμμα του ως άνω άρθρου 292 προκύπτει ότι, προκειμένου να μπορεί να ισχύσει η προβλεπόμενη εξαίρεση από την εφαρμογή του lex concursus, πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς τρεις προϋποθέσεις.

41

Πρώτον, πρέπει να πρόκειται για μέτρα εξυγίανσης ή για διαδικασίες εκκαθάρισης κατά την έννοια του άρθρου 268, παράγραφος 1, στοιχεία γʹ και δʹ, αντιστοίχως, της οδηγίας 2009/138.

42

Συναφώς, η έννοια των «διαδικασιών εκκαθάρισης», όπως ορίζεται στο άρθρο 268, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, καταλαμβάνει τις συλλογικές διαδικασίες οι οποίες συνεπάγονται τη ρευστοποίηση του ενεργητικού μιας ασφαλιστικής επιχειρήσεως και τη διανομή των εσόδων μεταξύ των πιστωτών, των μετόχων ή των εταίρων, αναλόγως της περιπτώσεως, και οι οποίες προϋποθέτουν κατ’ ανάγκην την επέμβαση των αρμοδίων αρχών, συγκεκριμένα δε, σύμφωνα με το άρθρο 268, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της εν λόγω οδηγίας, των διοικητικών ή δικαστικών αρχών των κρατών μελών που είναι αρμόδιες, μεταξύ άλλων, για τις διαδικασίες εκκαθαρίσεως (πρβλ. απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2020, Bulstrad Vienna Insurance Group, C‑427/19, EU:C:2020:914, σκέψη 29).

43

Εν προκειμένω, η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 292 της οδηγίας 2009/138 φαίνεται ότι πληρούται στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεδομένου ότι από τα στοιχεία που περιέχονται στη απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι κινήθηκε διαδικασία εκκαθάρισης κατά της Alpha Insurance στο Βασίλειο της Δανίας και ότι η τελευταία κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 8 Μαΐου 2018. Εξάλλου, το γεγονός αυτό συνάγεται και από τη σχετική δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2018, C 196, σ. 28), συμφώνως προς το άρθρο 280 της ως άνω οδηγίας.

44

Δεύτερον, προκειμένου να έχει εφαρμογή το άρθρο 292 της οδηγίας 2009/138 πρέπει να υφίσταται «εκκρεμοδικία».

45

Συναφώς, μολονότι οι εκκρεμείς δίκες κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 292 προκύπτουν από τις διαδικασίες που έχουν κινήσει οι επιμέρους πιστωτές, εντούτοις, δεδομένου ότι το άρθρο 274, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2009/138 διευκρινίζει ότι τα αποτελέσματα της διαδικασίας εκκαθάρισης επί των εν λόγω διαδικασιών καθορίζονται, κατ’ αρχήν, από τον lex concursus, εξαιρουμένων των εκκρεμών δικών, οι εν λόγω εκκρεμείς δίκες, όπως συνάγεται από την αιτιολογική σκέψη 130 της εν λόγω οδηγίας, διακρίνονται από τις επιμέρους πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης που προκύπτουν από εκκρεμείς δίκες.

46

Συνεπώς, η κατά την έννοια του άρθρου 292 της οδηγίας 2009/138 «εκκρεμοδικία» αφορά διαδικασία η οποία περιορίζεται στον καθορισμό των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχείρησης, χωρίς να συνεπάγεται την ρευστοποίηση αυτών, ήτοι δεν περιλαμβάνει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που έχουν κινήσει οι επιμέρους πιστωτές.

47

Η ερμηνεία αυτή συνάδει με την ερμηνεία που έκανε δεκτή το Δικαστήριο όσον αφορά την ίδια ακριβώς έννοια της «εκκρεμούς δίκης» του άρθρου 15 του κανονισμού 1346/2000 και του άρθρου 32 της οδηγίας 2001/24. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι μόνον οι επί της ουσίας διαδικασίες καλύπτονται από τον όρο «εκκρεμής δίκη» και, ως εκ τούτου, εμπίπτουν στην προβλεπόμενη στα δύο ως άνω άρθρα εξαίρεση από την εφαρμογή του lex concursus, η οποία δεν περιλαμβάνει τις ατομικές πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης (πρβλ., αντιστοίχως, αποφάσεις της 6ης Ιουνίου 2018, Tarragó da Silveira, C‑250/17, EU:C:2018:398, σκέψεις 30 έως 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 29ης Απριλίου 2021, Banco de Portugal κ.λπ., C‑504/19, EU:C:2021:335, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

48

Όσον αφορά την υπόθεση της κύριας δίκης, η ως άνω προϋπόθεση φαίνεται επίσης να συντρέχει. Συγκεκριμένα, από τα στοιχεία της δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι η εκκρεμής ενώπιον των γαλλικών πολιτικών δικαστηρίων δίκη αφορά αποκλειστικώς αγωγή αποζημιώσεως ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή του, ο οποίος τέθηκε σε εκκαθάριση από τις δανικές αρχές ενόσω η εν λόγω επί της ουσίας διαδικασία βρισκόταν σε εξέλιξη.

49

Τρίτον, κατά το γράμμα του άρθρου 292 της οδηγίας 2009/138, η εκκρεμοδικία πρέπει να αφορά «στοιχείο του ενεργητικού ή δικαίωμα, [του οποίου τη διαχείριση και τη διάθεση έχει στερηθεί] η ασφαλιστική επιχείρηση».

50

Όσον αφορά το περιεχόμενο της ως άνω φράσης, όπως επισήμαναν η Γαλλική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, διαπιστώνονται εννοιολογικές αποκλίσεις μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων του άρθρου 292 της οδηγίας 2009/138.

51

Συγκεκριμένα, ενώ ορισμένες από τις γλωσσικές αποδόσεις υποδηλώνουν ότι η εκκρεμοδικία πρέπει να αφορά «στοιχείο του ενεργητικού ή δικαίωμα», όπως η απόδοση στη γαλλική γλώσσα, ή «πράγμα», όπως η απόδοση στην ισπανική γλώσσα («a un bien») ή στην ιταλική γλώσσα («a un bene»), η διατύπωση σε άλλες γλωσσικές αποδόσεις είναι πιο ευρεία. Η απόδοση στην πορτογαλική γλώσσα («bens o direitos») δηλώνει πλήθος πραγμάτων ή δικαιωμάτων, η απόδοση στη φινλανδική γλώσσα («omaisuuta») αναφέρεται στην ιδιοκτησία ή την περιουσία της οικείας οντότητας, οι δε αποδόσεις στη δανική γλώσσα («eller en rettighed i massen») και τη γερμανική γλώσσα («einen Vermögensgegenstand oder ein Recht der Masse») παραπέμπουν σε οποιοδήποτε στοιχείο έχει περιουσιακή αξία ή οποιοδήποτε δικαίωμα ανήκει στην υπό εκκαθάριση περιουσία της ασφαλιστικής επιχείρησης.

52

Λόγω της ύπαρξης τέτοιων αποκλίσεων όσον αφορά το γράμμα του άρθρου 292 της οδηγίας 2009/138, η εν λόγω διάταξη θα πρέπει να ερμηνευθεί λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται και του σκοπού της ρυθμίσεως της οποίας αποτελεί στοιχείο (πρβλ. απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2020, TMD Friction και TMD Friction EsCo, C‑674/18 και C‑675/18, EU:C:2020:682, σκέψη 89 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

53

Όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 292 της οδηγίας 2009/138, διαπιστώνεται ότι τα στοιχεία του ενεργητικού ή τα δικαιώματα περί των οποίων πρόκειται είναι εκείνα των οποίων τη διαχείριση και τη διάθεση στερήθηκε η ασφαλιστική επιχείρηση λόγω της έναρξης της διαδικασίας εκκαθάρισης. Κατά το άρθρο 273, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, κάθε απόφαση για την έναρξη τέτοιας διαδικασίας εκκαθάρισης αναγνωρίζεται σε όλα τα υπόλοιπα κράτη μέλη μόλις αρχίσει να παράγει αποτελέσματα στο κράτος μέλος έναρξης της διαδικασίας. Επομένως, οι έννοιες «στοιχείο του ενεργητικού», «πράγμα» ή «δικαίωμα[του οποίου τη διαχείριση και τη διάθεση έχει στερηθεί] η ασφαλιστική επιχείρηση» δεν προσδιορίζουν μόνον ένα συγκεκριμένο στοιχείο του ενεργητικού, πράγμα ή δικαίωμα της εν λόγω επιχείρησης, αλλά τα περιουσιακά στοιχεία της τελευταίας, που εμπίπτουν είτε στο ενεργητικό είτε στο παθητικό της, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της διαδικασίας εκκαθάρισης. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται άλλωστε από την αιτιολογική σκέψη 124 της εν λόγω οδηγίας, στην οποία διαλαμβάνεται ότι, κατά τη διαδικασία εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του ενεργητικού και του παθητικού της.

54

Όσον αφορά τον σκοπό της οδηγίας 2009/138, από την αιτιολογική σκέψη 130 αυτής προκύπτει ότι η θεσπισθείσα στο άρθρο 292 της εν λόγω οδηγίας εξαίρεση από την εφαρμογή του lex concursus όσον αφορά τα αποτελέσματα της διαδικασίας εκκαθάρισης επιδιώκει την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας ορισμένων συναλλαγών σε κράτη μέλη διαφορετικά από το κράτος μέλος καταγωγής. Οι στόχοι δε αυτοί δεν θα επιτυγχάνονταν πλήρως εάν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 292 δεν ενέπιπταν όλα τα περιουσιακά στοιχεία της ασφαλιστικής επιχείρησης τα οποία αποτελούν αντικείμενο της διαδικασίας εκκαθάρισης και των οποίων τη διαχείριση και τη διάθεση έχει στερηθεί η εν λόγω επιχείρηση.

55

Η ερμηνευτική αυτή λύση, η οποία εξάλλου συνάδει πλήρως με την προκύπτουσα από την απόφαση της 29ης Απριλίου 2021, Banco de Portugal κ.λπ. (C‑504/19, EU:C:2021:335, σκέψη 43), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι ο όρος «πράγμα ή δικαίωμα των οποίων [τη διαχείριση και τη διάθεση στερήθηκε] το πιστωτικό ίδρυμα» κατά το άρθρο 32 της οδηγίας 2001/24 έχει εφαρμογή σε εκκρεμή δίκη με αντικείμενο ένα ή περισσότερα περιουσιακά στοιχεία του οικείου πιστωτικού ιδρύματος, τόσο του ενεργητικού όσο και του παθητικού του, των οποίων τη διαχείριση και τη διάθεση στερήθηκε το εν λόγω ίδρυμα.

56

Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, διαπιστώνεται ότι, όπως υποστηρίζουν και οι ενδιαφερόμενοι που συμμετείχαν στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, η λόγω πραγματοποίησης του ασφαλιστικού κινδύνου αποζημίωση που ζητεί ο αντισυμβαλλόμενος από τον ασφαλιστή του, ο οποίος τέθηκε σε εκκαθάριση ενώ υφίστατο εκκρεμοδικία, εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του άρθρου 292 της οδηγίας 2009/138.

57

Κατά συνέπεια, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 292 της οδηγίας 2009/138, η διαλαμβανόμενη στο άρθρο αυτό έννοια της «εκκρεμοδικίας που αφορά στοιχείο του ενεργητικού ή δικαίωμα[του οποίου τη διαχείριση και τη διάθεση έχει στερηθεί] η ασφαλιστική επιχείρηση» καταλαμβάνει εκκρεμή δίκη με αντικείμενο αγωγή για την καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης την οποία άσκησε, λόγω ζημιών τις οποίες υπέστη σε ορισμένο κράτος μέλος, ο αντισυμβαλλόμενος ασφαλιστικής επιχείρησης κατά της επιχείρησης αυτής, η οποία υπόκειται σε διαδικασία εκκαθάρισης σε άλλο κράτος μέλος.

Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

58

Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 292 της οδηγίας 2009/138 έχει την έννοια ότι το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υφίσταται η κατά το εν λόγω άρθρο εκκρεμοδικία ρυθμίζει το σύνολο των αποτελεσμάτων της διαδικασίας εκκαθάρισης επί της εκκρεμούς δίκης. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του δικαίου του κράτους μέλους στο οποίο εκκρεμεί η δίκη, εφόσον, πρώτον, προβλέπουν ότι η έναρξη τέτοιας διαδικασίας εκκαθάρισης συνεπάγεται τη διακοπή της εκκρεμούς δίκης, δεύτερον, εξαρτούν την επανάληψη της δίκης από την εκ μέρους του πιστωτή αναγγελία, στο παθητικό της ασφαλιστικής επιχείρησης, της απαίτησής του για καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης και από την προσεπίκληση των οργάνων που είναι επιφορτισμένα με την εφαρμογή της διαδικασίας εκκαθάρισης και, τρίτον, απαγορεύουν κάθε καταψήφιση της αποζημίωσης, δεδομένου ότι ως προς αυτήν χωρεί μόνον αναγνώριση της ύπαρξής της και καθορισμός του ύψους της.

59

Από το γράμμα του άρθρου 292 της οδηγίας 2009/138, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής της σκέψης 130, προκύπτει ότι τα αποτελέσματα της διαδικασίας εκκαθάρισης επί εκκρεμούς δίκης διέπονται μόνον από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο διεξάγεται η εν λόγω δίκη.

60

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης δεν ήταν να περιορίσει την εφαρμογή του άρθρου 292 μόνον στις δικονομικές συνέπειες της διαδικασίας εκκαθάρισης.

61

Κατά συνέπεια, τόσο τα δικονομικά όσο και τα ουσιαστικά αποτελέσματα διαδικασίας εκκαθάρισης επί εκκρεμούς δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 292 της οδηγίας 2009/138, είναι αποκλειστικώς και μόνον τα καθοριζόμενα από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο εκκρεμεί η δίκη (πρβλ. απόφαση της 29ης Απριλίου 2021, Banco de Portugal κ.λπ., C‑504/19, EU:C:2021:335, σκέψη 49).

62

Βεβαίως, όπως επισήμαναν η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις τους, η εφαρμογή του δικαίου του κράτους μέλους στο οποίο εκκρεμεί η δίκη αυτή περιορίζεται από την κατ’ αρχήν εφαρμογή του lex concursus, η οποία προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 274, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/138.

63

Ωστόσο, υπό την επιφύλαξη εξακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, εν προκειμένω, τα τρία σύνολα διατάξεων του εθνικού δικαίου του κράτους μέλους στο οποίο υφίσταται η εκκρεμοδικία, όπως μνημονεύονται από το εν λόγω δικαστήριο και συνοψίζονται στη σκέψη 58 της παρούσας απόφασης, δεν φαίνεται να θίγουν την εφαρμογή του lex concursus, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 274, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/138.

64

Συγκεκριμένα, πρώτον, διάταξη εθνικού δικαίου, όπως αυτή του άρθρου 369 του code de procédure civile (κώδικα πολιτικής δικονομίας), η οποία προβλέπει ότι η εκκρεμής δίκη διακόπτεται, μεταξύ άλλων, συνεπεία δικαστικής αποφάσεως που εκδίδεται κατόπιν της έναρξης διαδικασίας εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης σε κράτος μέλος, φαίνεται να αφορά τις διαδικαστικές συνέπειες της έναρξης της εν λόγω διαδικασίας επί της εκκρεμούς δίκης και, ως εκ τούτου, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου που καθορίζεται στο άρθρο 292 της οδηγίας 2009/138.

65

Δεύτερον, το ίδιο ισχύει, κατ’ αρχήν, και για διάταξη του δικαίου του κράτους μέλους στο οποίο διεξάγεται η εκκρεμής δίκη, όπως αυτή του άρθρου R. 622‑20 του code de commerce (εμπορικού κώδικα), η οποία εφαρμόζεται στη διαδικασία δικαστικής εκκαθάρισης, δυνάμει του άρθρου R. 641‑23 του εν λόγω κώδικα, και η οποία εξαρτά την επανάληψη της δίκης από την εκ μέρους του πιστωτή αναγγελία, στο παθητικό της ασφαλιστικής επιχείρησης, της απαίτησής του για καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης και από την προσεπίκληση των οργάνων που είναι επιφορτισμένα με την εφαρμογή της διαδικασίας εκκαθάρισης. Συγκεκριμένα, υπό την επιφύλαξη εξακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, μια τέτοια διάταξη φαίνεται να ρυθμίζει τις διαδικαστικές συνέπειες που έχουν επί της εκκρεμούς δίκης τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης που εκκρεμεί σε άλλο κράτος μέλος, χωρίς να προδικάζουν, μεταξύ άλλων, τις εξουσίες της ασφαλιστικής επιχείρησης και του εκκαθαριστή, αντιστοίχως, οι οποίες καθορίζονται από το δίκαιο του κράτους μέλους καταγωγής, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 274, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2009/138.

66

Τρίτον, όσον αφορά κανόνα δικαίου της εθνικής νομοθεσίας, όπως η διάταξη του άρθρου L. 622‑22 του code de commerce (εμπορικού κώδικα), η οποία εφαρμόζεται στη διαδικασία δικαστικής εκκαθάρισης, δυνάμει του άρθρου L. 641‑3 του εν λόγω κώδικα, και κατά την οποία το αντικείμενο της διακοπείσας δίκης η οποία επαναλαμβάνεται μπορεί να αφορά μόνον την αναγνώριση των σχετικών απαιτήσεων και τον καθορισμό του ύψους τους, επισημαίνεται ότι η οδηγία 2009/138 δεν φαίνεται να περιέχει διάταξη αντιτιθέμενη σε τέτοιου είδους περιορισμό του αντικειμένου της εκκρεμούς δίκης. Ειδικότερα, προκύπτει ότι τα αποτελέσματα που επιφέρει ένας τέτοιος κανόνας εθνικού δικαίου στην εκκρεμή δίκη επιβεβαιώνουν απλώς ότι εναπόκειται αποκλειστικώς στο δίκαιο του κράτους μέλους καταγωγής, μεταξύ άλλων κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 274, παράγραφος 2, στοιχεία ζʹ και ηʹ, της εν λόγω οδηγίας, να καθορίζει τους κανόνες που διέπουν την αναγγελία, την επαλήθευση και την αποδοχή των απαιτήσεων καθώς και, ιδίως, τους κανόνες που διέπουν τη διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης του ενεργητικού και τη σειρά κατάταξης των απαιτήσεων, όπερ απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει.

67

Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 292 της οδηγίας 2009/138 έχει την έννοια ότι το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υφίσταται η κατά το εν λόγω άρθρο εκκρεμοδικία ρυθμίζει το σύνολο των αποτελεσμάτων της διαδικασίας εκκαθάρισης επί της εκκρεμούς δίκης. Ειδικότερα, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του δικαίου του εν λόγω κράτους μέλους οι οποίες, πρώτον, προβλέπουν ότι η έναρξη τέτοιας διαδικασίας συνεπάγεται τη διακοπή της εκκρεμούς δίκης, δεύτερον, εξαρτούν την επανάληψη της δίκης από την εκ μέρους του πιστωτή αναγγελία, στο παθητικό της ασφαλιστικής επιχείρησης, της απαίτησής του για καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης και από την προσεπίκληση των οργάνων που είναι επιφορτισμένα με την εφαρμογή της διαδικασίας εκκαθάρισης και, τρίτον, απαγορεύουν κάθε καταψήφιση της αποζημίωσης, δεδομένου ότι ως προς αυτήν χωρεί μόνον αναγνώριση της ύπαρξής της και καθορισμός του ύψους της, καθόσον τέτοιες διατάξεις δεν θίγουν, κατ’ αρχήν, την αποκλειστική εφαρμογή του δικαίου του κράτους μέλους καταγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 274, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας.

Επί των δικαστικών εξόδων

68

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

1)

Κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 292 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II), η διαλαμβανόμενη στο άρθρο αυτό έννοια της «εκκρεμοδικίας που αφορά στοιχείο του ενεργητικού ή δικαίωμα[του οποίου τη διαχείριση και τη διάθεση έχει στερηθεί] η ασφαλιστική επιχείρηση» καταλαμβάνει εκκρεμή δίκη με αντικείμενο αγωγή για την καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης την οποία άσκησε, λόγω ζημιών τις οποίες υπέστη σε ορισμένο κράτος μέλος, ο αντισυμβαλλόμενος ασφαλιστικής επιχείρησης κατά της επιχείρησης αυτής, η οποία υπόκειται σε διαδικασία εκκαθάρισης σε άλλο κράτος μέλος.

 

2)

Το άρθρο 292 της οδηγίας 2009/138 έχει την έννοια ότι το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υφίσταται η κατά το εν λόγω άρθρο εκκρεμοδικία ρυθμίζει το σύνολο των αποτελεσμάτων της διαδικασίας εκκαθάρισης επί της εκκρεμούς δίκης. Ειδικότερα, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του δικαίου του εν λόγω κράτους μέλους οι οποίες, πρώτον, προβλέπουν ότι η έναρξη τέτοιας διαδικασίας συνεπάγεται τη διακοπή της εκκρεμούς δίκης, δεύτερον, εξαρτούν την επανάληψη της δίκης από την εκ μέρους του πιστωτή αναγγελία, στο παθητικό της ασφαλιστικής επιχείρησης, της απαίτησής του για καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης και από την προσεπίκληση των οργάνων που είναι επιφορτισμένα με την εφαρμογή της διαδικασίας εκκαθάρισης και, τρίτον, απαγορεύουν κάθε καταψήφιση της αποζημίωσης, δεδομένου ότι ως προς αυτήν χωρεί μόνον αναγνώριση της ύπαρξής της και καθορισμός του ύψους της, καθόσον τέτοιες διατάξεις δεν θίγουν, κατ’ αρχήν, την αποκλειστική εφαρμογή του δικαίου του κράτους μέλους καταγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 274, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.

Top