EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62020CJ0118

Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 18ης Ιανουαρίου 2022.
JY κατά Wiener Landesregierung.
Προδικαστική παραπομπή – Ιθαγένεια της Ένωσης – Άρθρα 20 και 21 ΣΛΕΕ – Πεδίο εφαρμογής – Αποποίηση της ιθαγένειας κράτους μέλους προκειμένου να αποκτηθεί η ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με τη διαβεβαίωση του τελευταίου ότι θα πολιτογραφήσει τον ενδιαφερόμενο – Ανάκληση της εν λόγω διαβεβαίωσης για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας – Αρχή της αναλογικότητας – Κατάσταση ανιθαγένειας.
Υπόθεση C-118/20.

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2022:34

 ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 18ης Ιανουαρίου 2022 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Ιθαγένεια της Ένωσης – Άρθρα 20 και 21 ΣΛΕΕ – Πεδίο εφαρμογής – Αποποίηση της ιθαγένειας κράτους μέλους προκειμένου να αποκτηθεί η ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με τη διαβεβαίωση του τελευταίου ότι θα πολιτογραφήσει τον ενδιαφερόμενο – Ανάκληση της εν λόγω διαβεβαίωσης για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας – Αρχή της αναλογικότητας – Κατάσταση ανιθαγένειας»

Στην υπόθεση C‑118/20,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Verwaltungsgerichtshof (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Αυστρία) με απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2020, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Μαρτίου 2020, στο πλαίσιο της δίκης

JY

κατά

Wiener Landesregierung,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, A. Arabadjiev, A. Prechal, K. Jürimäe, Κ. Λυκούργο (εισηγητή), S. Rodin και I. Jarukaitis, προέδρους τμήματος, F. Biltgen, P. G. Xuereb, N. Piçarra και L. S. Rossi, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar

γραμματέας: D. Dittert, προϊστάμενος μονάδας,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 1ης Μαρτίου 2021,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η JY, εκπροσωπούμενη από τους G. Klammer και E. Daigneault, Rechtsanwälte,

η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Posch και τον D. Hudsky καθώς και από τις J. Schmoll και E. Samoilova,

η Εσθονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη N. Grünberg,

η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις A.-L. Desjonquères και N. Vincent καθώς και από τον D. Dubois,

η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. M. Hoogveld,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις S. Grünheid και E. Montaguti,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 1ης Ιουλίου 2021,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά, κατ’ ουσίαν, την ερμηνεία του άρθρου 20 ΣΛΕΕ.

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της JY και της Wiener Landesregierung (Κυβερνήσεως του ομόσπονδου κράτους της Βιέννης, Αυστρία) σχετικά με απόφαση της τελευταίας περί ανακλήσεως της διαβεβαιώσεως σχετικά με τη χορήγηση της αυστριακής ιθαγένειας στην JY και περί απορρίψεως της αιτήσεώς της για την απόκτηση της εν λόγω ιθαγένειας.

Το νομικό πλαίσιο

Το διεθνές δίκαιο

Η Σύμβαση για την εξάλειψη της ανιθαγένειας

3

Το άρθρο 7, παράγραφος 2, της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για την εξάλειψη της ανιθαγένειας, η οποία συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 30 Αυγούστου 1961 και τέθηκε σε ισχύ στις 13 Δεκεμβρίου 1975 (στο εξής: Σύμβαση για την εξάλειψη της ανιθαγένειας), προβλέπει τα ακόλουθα:

«Κάθε πρόσωπο που έχει ήδη την υπηκοότητα ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και ζητά την πολιτογράφησή του σε αλλοδαπή χώρα δεν χάνει την υπηκοότητά του παρά μόνον αν αποκτήσει ή αν λάβει εγγυήσεις ότι θα αποκτήσει την υπηκοότητα της χώρας αυτής.»

Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την ιθαγένεια

4

Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την ιθαγένεια, η οποία εγκρίθηκε στις 6 Νοεμβρίου 1997 στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαρτίου 2000 και ισχύει στη Δημοκρατία της Αυστρίας από την ημερομηνία αυτή.

5

Το άρθρο 4 της Σύμβασης, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αρχές», ορίζει τα εξής:

«Οι περί ιθαγένειας κανόνες κάθε Συμβαλλόμενου Κράτους πρέπει να διέπονται από τις ακόλουθες αρχές:

α καθένας έχει δικαίωμα σε μια ιθαγένεια·

β πρέπει να αποτρέπεται η ανιθαγένεια·

[…]».

6

Το άρθρο 7 της Σύμβασης, το οποίο φέρει τον τίτλο «Απώλεια της ιθαγένειας επερχόμενη αυτοδικαίως ή κατόπιν πρωτοβουλίας του Συμβαλλόμενου Κράτους», προβλέπει τα εξής:

«1   Τα Συμβαλλόμενα Κράτη δεν μπορούν να προβλέπουν στην εσωτερική τους νομοθεσία την αυτοδίκαιη ή κατόπιν δικής τους πρωτοβουλίας απώλεια της ιθαγένειας, εκτός από τις περιπτώσεις:

α.

οικειοθελούς κτήσεως άλλης ιθαγένειας·

β.

κτήσεως της ιθαγένειας του Συμβαλλόμενου Κράτους με απατηλή ενέργεια, βάσει ψευδών πληροφοριών ή με απόκρυψη κρίσιμων στοιχείων εκ μέρους του αιτούντος·

[…]

δ.

συμπεριφοράς που προκαλεί σοβαρή βλάβη στα ζωτικά συμφέροντα του Συμβαλλόμενου Κράτους·

[…]

3   Τα Συμβαλλόμενα Κράτη δεν μπορούν να προβλέπουν στο εσωτερικό τους δίκαιο την απώλεια της ιθαγένειας κατ’ εφαρμογήν των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου, εάν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο καθίσταται ανιθαγενές, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, εδάφιο βʹ, του παρόντος άρθρου.»

7

Το άρθρο 8 της ίδιας Συμβάσεως, το οποίο φέρει τον τίτλο «Απώλεια της ιθαγένειας με πρωτοβουλία του ενδιαφερομένου», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος πρέπει να παρέχει στους πολίτες του τη δυνατότητα αποποίησης της ιθαγένειάς του, υπό τον όρο ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν καθίστανται ανιθαγενείς.»

8

Το άρθρο 15 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την ιθαγένεια προβλέπει τα εξής:

«Οι διατάξεις της παρούσας Συμβάσεως δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Συμβαλλόμενου Κράτους να καθορίζει στο εσωτερικό του δίκαιο κατά πόσον:

α.

οι υπήκοοί του οι οποίοι αποκτούν ή έχουν την ιθαγένεια άλλου Κράτους διατηρούν ή χάνουν την ιθαγένεια του εν λόγω Συμβαλλόμενου Κράτους,

β.

η κτήση ή η διατήρηση της ιθαγένειας του εν λόγω Κράτους προϋποθέτει την αποποίηση ή την απώλεια άλλης ιθαγένειας.»

9

Κατά το άρθρο 16 της εν λόγω Σύμβασης:

«Τα Συμβαλλόμενα Κράτη δεν πρέπει να θέτουν ως προϋπόθεση για την κτήση ή τη διατήρηση της ιθαγένειάς τους την αποποίηση ή την απώλεια άλλης ιθαγένειας, εφόσον η αποποίηση ή η απώλεια αυτή δεν είναι εφικτή ή δεν μπορεί ευλόγως να απαιτηθεί.»

Το δίκαιο της Ένωσης

10

Το άρθρο 20 ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής:

«1.   Θεσπίζεται ιθαγένεια της Ένωσης. Πολίτης της Ένωσης είναι κάθε πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους. Η ιθαγένεια της Ένωσης προστίθεται και δεν αντικαθιστά την εθνική ιθαγένεια.

2.   Οι πολίτες της Ένωσης έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις Συνθήκες. Έχουν μεταξύ άλλων:

α)

το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών,

[…]».

Το αυστριακό δίκαιο

11

Το άρθρο 10 του Staatsbürgerschaftsgesetz 1985 (νόμου περί ιθαγένειας του 1985) (BGBl. 311/1985), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος περί ιθαγένειας), ορίζει τα εξής:

«(1)   Με την επιφύλαξη αντίθετων διατάξεων του παρόντος ομοσπονδιακού νόμου, επιτρέπεται η χορήγηση της ιθαγένειας σε αλλοδαπό μόνον εφόσον

[…]

6.

αυτός παρέχει τα εχέγγυα, βάσει της προηγούμενης συμπεριφοράς του, ότι τηρεί θετική στάση έναντι της Δημοκρατίας [της Αυστρίας] και δεν αποτελεί απειλή για τη δημόσια ειρήνη, τάξη και ασφάλεια ούτε θέτει σε κίνδυνο άλλα δημόσια συμφέροντα τα οποία απαριθμούνται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της [Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950]·

[…]

(2)   Δεν επιτρέπεται η χορήγηση της ιθαγένειας σε αλλοδαπό

[…]

2.

εάν έχει καταδικαστεί με εκτελεστή απόφαση περισσότερες από μία φορές για σοβαρή διοικητική παράβαση ιδιαίτερης βαρύτητας […]

[…]

(3)   H ιθαγένεια δεν επιτρέπεται να χορηγηθεί σε αλλοδαπό ο οποίος έχει αλλοδαπή ιθαγένεια, εάν αυτός:

1.

παραλείπει να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για τη λύση του προηγούμενου δεσμού ιθαγένειας με άλλο κράτος, παρότι τέτοιες ενέργειες είναι εφικτές και μπορούν ευλόγως να απαιτηθούν από αυτόν […]

[…]»

12

Το άρθρο 20, παράγραφοι 1 έως 3, του νόμου περί ιθαγένειας προβλέπει τα εξής:

«(1)   Αλλοδαπός δύναται να λάβει κατ’ αρχάς διαβεβαίωση ότι θα του χορηγηθεί η ιθαγένεια σε περίπτωση που αποδείξει, εντός προθεσμίας δύο ετών, ότι έχει λυθεί ο δεσμός ιθαγένειας με το προηγούμενο κράτος καταγωγής του, εφόσον:

1.

δεν είναι ανιθαγενής·

2.

[…] και

3.

με τη διαβεβαίωση αυτή καθίσταται δυνατή ή μπορεί να διευκολυνθεί η λύση του δεσμού ιθαγένειας με το προηγούμενο κράτος καταγωγής του.

(2)   Η διαβεβαίωση περί χορηγήσεως της ιθαγένειας ανακαλείται εφόσον ο αλλοδαπός, με την εξαίρεση του άρθρου 10, παράγραφος 1, σημείο 7, παύσει να πληροί έστω και μία εκ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη χορήγηση της ιθαγένειας.

(3)   Η ιθαγένεια, για την οποία έχει δοθεί διαβεβαίωση χορηγήσεως, χορηγείται μόλις

1.

λυθεί ο δεσμός ιθαγένειας του αλλοδαπού με το προηγούμενο κράτος καταγωγής του ή

2.

ο αλλοδαπός αποδείξει ότι οι ενέργειες που απαιτούνται ώστε να λυθεί ο προηγούμενος δεσμός ιθαγένειας με άλλο κράτος δεν ήταν εφικτό να γίνουν ή δεν μπορούσαν ευλόγως να απαιτηθούν από αυτόν.»

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

13

Με έγγραφο της 15ης Δεκεμβρίου 2008, η JY, τότε Εσθονή υπήκοος, αιτήθηκε τη χορήγηση της αυστριακής ιθαγένειας.

14

Με απόφαση της 11ης Μαρτίου 2014, η Niederösterreichische Landesregierung (Κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Αυστρίας, Αυστρία) διαβεβαίωσε την JY, σύμφωνα, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 20 του νόμου περί ιθαγένειας, ότι η αυστριακή ιθαγένεια θα της χορηγείτο σε περίπτωση που αποδείκνυε, εντός προθεσμίας δύο ετών, τη λύση του δεσμού ιθαγένειας με τη Δημοκρατία της Εσθονίας.

15

Η JY, η οποία στο μεταξύ είχε μεταφέρει την κύρια κατοικία της στη Βιέννη (Αυστρία), προσκόμισε, εντός της προθεσμίας των δύο ετών, βεβαίωση της Δημοκρατίας της Εσθονίας κατά την οποία ο δεσμός ιθαγένειας με το εν λόγω κράτος μέλος είχε λυθεί δυνάμει της αποφάσεως της Κυβερνήσεώς του της 27ης Αυγούστου 2015. Μετά τη λύση του δεσμού αυτού, η JY είναι ανιθαγενής.

16

Με απόφαση της 6ης Ιουλίου 2017, η Wiener Landesregierung (Κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους της Βιέννης, Αυστρία), η οποία κατέστη αρμόδια για την εξέταση της αιτήσεως της JY, ανακάλεσε την απόφαση της Niederösterreichische Landesregierung (Κυβερνήσεως του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Αυστρίας) της 11ης Μαρτίου 2014, σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 2, του νόμου περί ιθαγένειας, και απέρριψε την αίτηση της JY για τη χορήγηση της αυστριακής ιθαγένειας, βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 1, σημείο 6, του εν λόγω νόμου.

17

Η Wiener Landesregierung (Κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους της Βιέννης) αιτιολόγησε την απόφασή της επισημαίνοντας ότι η JY, αφότου έλαβε τη διαβεβαίωση ότι επρόκειτο να της χορηγηθεί η αυστριακή ιθαγένεια, τέλεσε δύο σοβαρές διοικητικές παραβάσεις, συνιστάμενες στη μη επικόλληση του σήματος τεχνικού ελέγχου στο όχημά της και στην οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνεύματος, πέραν δε αυτών, ήταν υπαίτια για οκτώ διοικητικές παραβάσεις οι οποίες είχαν τελεστεί μεταξύ των ετών 2007 και 2013, ήτοι πριν της δοθεί η εν λόγω διαβεβαίωση. Επομένως, κατά την ως άνω διοικητική αρχή, η JY δεν πληρούσε πλέον τις προβλεπόμενες στο άρθρο 10, παράγραφος 1, σημείο 6, του νόμου περί ιθαγένειας προϋποθέσεις για τη χορήγηση ιθαγένειας.

18

Με απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2018, το Verwaltungsgericht Wien (διοικητικό πρωτοδικείο Βιέννης, Αυστρία) απέρριψε την προσφυγή που άσκησε η JY κατά της ως άνω αποφάσεως. Το εν λόγω δικαστήριο, αφού επισήμανε ότι η διαβεβαίωση σχετικά με τη χορήγηση της αυστριακής ιθαγένειας μπορεί να ανακληθεί, σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 2, του νόμου περί ιθαγένειας, και σε περίπτωση κατά την οποία, όπως εν προκειμένω, ο λόγος άρνησης χορηγήσεώς της ανακύπτει μετά την προσκόμιση της αποδείξεως περί λύσεως του προηγούμενου δεσμού ιθαγένειας, υπογράμμισε ότι οι δύο τελεσθείσες από την JY σοβαρές διοικητικές παραβάσεις είναι ικανές, η μεν πρώτη να θέσει σε κίνδυνο την προστασία της δημόσιας οδικής ασφάλειας, η δε δεύτερη να θέσει σε ιδιαίτερο κίνδυνο την ασφάλεια των λοιπών χρηστών του οδικού δικτύου. Ως εκ τούτου, κατά το εν λόγω δικαστήριο, οι δύο σοβαρές διοικητικές παραβάσεις, σε συνδυασμό με τις οκτώ διοικητικές παραβάσεις, οι οποίες είχαν τελεστεί κατά το διάστημα μεταξύ 2007 και 2013, δεν καθιστούσαν πλέον δυνατή, όσον αφορά την JY, θετική πρόβλεψη για το μέλλον, κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, σημείο 6, του νόμου αυτού. Η μακρά διαμονή της JY στην Αυστρία και η επαγγελματική και προσωπική ένταξή της στο εν λόγω κράτος μέλος δεν μπορούν, κατά το εν λόγω δικαστήριο, να κλονίσουν το συμπέρασμα αυτό.

19

Πέραν τούτου, το Verwaltungsgericht Wien (διοικητικό πρωτοδικείο Βιέννης) έκρινε ότι, λαμβανομένης υπόψη της τέλεσης των εν λόγω αδικημάτων, η επίμαχη στην κύρια δίκη απόφαση ήταν σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας υπό το πρίσμα της Σύμβασης για την εξάλειψη της ανιθαγένειας. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η υπόθεση της κύριας δίκης δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.

20

Η JY άσκησε αναίρεση κατά της ως άνω αποφάσεως ενώπιον του Verwaltungsgerichtshof (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Αυστρία).

21

Το δικαστήριο αυτό εξηγεί ότι το αυστριακό δίκαιο ιθαγένειας στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην αντίληψη ότι πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να αποτρέπεται η πολλαπλή ιθαγένεια. Εξάλλου, διάφορες αλλοδαπές έννομες τάξεις δεν επιτρέπουν την προηγούμενη λύση του δεσμού ιθαγένειας, προκειμένου να αποφεύγονται περιπτώσεις ανιθαγένειας. Εντούτοις, δεν απαιτούν να έχει αποκτηθεί προηγουμένως η έτερη ιθαγένεια (εν προκειμένω, η αυστριακή), αλλά αρκούνται στη διαβεβαίωση ότι η έτερη ιθαγένεια πρόκειται να χορηγηθεί.

22

Το εν λόγω δικαστήριο επισημαίνει ότι η διαβεβαίωση περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 20, παράγραφος 1, του νόμου περί ιθαγένειας θεμελιώνει δικαίωμα για τη χορήγηση της ιθαγένειας με μόνη προϋπόθεση την απόδειξη της λύσης του αλλοδαπού δεσμού ιθαγένειας. Εντούτοις, κατά το άρθρο 20, παράγραφος 2, του νόμου, η διαβεβαίωση πρέπει να ανακαλείται όταν ο αλλοδαπός δεν πληροί πλέον κάποια από τις προϋποθέσεις χορήγησης της ιθαγένειας.

23

Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των διοικητικών παραβάσεων που τέλεσε η JY πριν λάβει και αφότου έλαβε τη διαβεβαίωση σχετικά με τη χορήγηση της αυστριακής ιθαγένειας, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με το αυστριακό δίκαιο, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ανακλήσεως της διαβεβαίωσης, κατά την έννοια του άρθρου 20, παράγραφος 2, του νόμου περί ιθαγένειας, δεδομένου ότι η ενδιαφερομένη δεν πληρούσε πλέον μία από τις απαιτήσεις για τη χορήγηση της αυστριακής ιθαγένειας, και συγκεκριμένα την απαίτηση του άρθρου 10, παράγραφος 1, σημείο 6, του νόμου αυτού.

24

Εντούτοις, τίθεται το ζήτημα αν η κατάσταση της JY, ως εκ της φύσεως και των συνεπειών της, εμπίπτει στο δίκαιο της Ένωσης και αν, για την έκδοση της επίμαχης στην κύρια δίκη αποφάσεως, η αρμόδια διοικητική αρχή έπρεπε να τηρήσει το δίκαιο αυτό, ειδικότερα δε την αρχή της αναλογικότητας την οποία κατοχυρώνει το εν λόγω δίκαιο.

25

Συναφώς, όπως έκρινε και το Verwaltungsgericht Wien (διοικητικό πρωτοδικείο Βιέννης), το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η περίπτωση αυτή δεν εμπίπτει στο δίκαιο της Ένωσης.

26

Συγκεκριμένα, κατά την ημερομηνία εκδόσεως της επίμαχης στην κύρια δίκη αποφάσεως ανακλήσεως, ημερομηνία η οποία είναι καθοριστική για την εξέταση της ορθότητας της αποφάσεως του Verwaltungsgericht Wien (διοικητικού πρωτοδικείου Βιέννης), η JY δεν είχε πλέον την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης. Ως εκ τούτου, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις τις οποίες αφορούσαν οι αποφάσεις της 2ας Μαρτίου 2010, Rottmann (C‑135/08, EU:C:2010:104), και της 12ης Μαρτίου 2019, Tjebbes κ.λπ. (C‑221/17, EU:C:2019:189), η απώλεια της ιθαγένειας της Ένωσης δεν ήταν απόρροια της απόφασης αυτής. Αντιθέτως, εξαιτίας της ανακλήσεως της διαβεβαιώσεως περί χορηγήσεως της αυστριακής ιθαγένειας, σε συνδυασμό με την απόρριψη της αιτήσεώς της για τη χορήγηση της ιθαγένειας αυτής, η JY απώλεσε το υπό αίρεση δικαίωμα να αποκτήσει εκ νέου την ιθαγένεια της Ένωσης, την οποία η ίδια είχε προηγουμένως αποποιηθεί.

27

Εντούτοις, εάν μια περίπτωση όπως αυτή της JY εμπίπτει στο δίκαιο της Ένωσης, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται κατά πόσον οι αρμόδιες εθνικές αρχές και τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια οφείλουν να εξακριβώσουν, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, αν η ανάκληση της διαβεβαιώσεως σχετικά με τη χορήγηση της οικείας ιθαγένειας, η οποία εμποδίζει την εκ νέου απόκτηση της ιθαγένειας της Ένωσης, συνάδει, από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης, με την αρχή της αναλογικότητας, λαμβανομένων υπόψη των συνεπειών μιας τέτοιας αποφάσεως ως προς την κατάσταση του ενδιαφερόμενου προσώπου. Το εν λόγω δικαστήριο εκτιμά ότι θα ήταν λογικό, στην περίπτωση αυτή, να απαιτηθεί ένας τέτοιος έλεγχος αναλογικότητας και διερωτάται, εν προκειμένω, αν είναι συναφώς καθοριστικό το γεγονός και μόνον ότι η JY αποποιήθηκε την ιθαγένεια της Ένωσης διακόπτοντας η ίδια, αφενός, την ιδιαίτερη σχέση αλληλεγγύης και πίστεως που τη συνέδεε με την Εσθονία και, αφετέρου, την αμοιβαιότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων με το εν λόγω κράτος μέλος, που αποτελούσαν το θεμέλιο του δεσμού της ιθαγένειας (πρβλ. απόφαση της 12ης Μαρτίου 2019, Tjebbes κ.λπ., C‑221/17, EU:C:2019:189, σκέψη 33).

28

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Verwaltungsgerichtshof (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Πρέπει να θεωρηθεί ότι η κατάσταση φυσικού προσώπου, όπως η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης, το οποίο αποποιήθηκε την ιθαγένεια ενός μόνον κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης την οποία διέθετε, και, ως εκ τούτου, την ιθαγένεια της Ένωσης, προκειμένου να αποκτήσει την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους βάσει της διαβεβαιώσεως ότι θα του χορηγηθεί η ζητούμενη ιθαγένεια του άλλου κράτους μέλους, και το οποίο στερείται στη συνέχεια τη δυνατότητα επανακτήσεως της ιθαγένειας της Ένωσης εξαιτίας της ανακλήσεως της διαβεβαιώσεως αυτής, εμπίπτει, λόγω της φύσεως και των συνεπειών της, στο δίκαιο της Ένωσης και ότι, κατά συνέπεια, πρέπει να ληφθεί υπόψη το δίκαιο της Ένωσης κατά την ανάκληση της εν λόγω διαβεβαιώσεως;

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο [πρώτο] ερώτημα:

2)

Πρέπει οι αρμόδιες εθνικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων, ενδεχομένως, των εθνικών δικαστηρίων, να εξακριβώνουν, στο πλαίσιο της αποφάσεως με την οποία ανακαλείται η διαβεβαίωση περί χορηγήσεως της ιθαγένειας κράτους μέλους, αν η ανάκληση της διαβεβαιώσεως η οποία αποκλείει τη δυνατότητα επανακτήσεως της ιθαγένειας της Ένωσης συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης, λαμβανομένων υπόψη των συνεπειών της για την κατάσταση του ενδιαφερομένου;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

29

Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η κατάσταση προσώπου το οποίο, ενώ έχει την ιθαγένεια ενός μόνον κράτους μέλους, αποποιείται την ιθαγένεια αυτή και, ως εκ τούτου, χάνει την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης προκειμένου να αποκτήσει την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους, κατόπιν διαβεβαιώσεως των αρχών του δεύτερου αυτού κράτους μέλους ότι θα του χορηγηθεί η ιθαγένειά του, εμπίπτει στο δίκαιο της Ένωσης, ως εκ της φύσεως και των συνεπειών της, όταν ανακαλείται η εν λόγω διαβεβαίωση με αποτέλεσμα να μη δύναται το πρόσωπο αυτό να ανακτήσει την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης.

30

Προκαταρκτικώς, υπογραμμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 1, του νόμου περί ιθαγένειας, αλλοδαπός ο οποίος πληροί τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις λαμβάνει διαβεβαίωση ότι θα του χορηγηθεί η αυστριακή ιθαγένεια εφόσον αποδείξει, εντός προθεσμίας δύο ετών, ότι ο δεσμός του με το κράτος καταγωγής του έχει λυθεί. Επομένως, στο πλαίσιο της διαδικασίας πολιτογράφησης, για τη χορήγηση της αυστριακής ιθαγένειας στον αλλοδαπό, κατόπιν μιας τέτοιας διαβεβαιώσεως, απαιτείται ως προϋπόθεση η απώλεια της προηγούμενης ιθαγένειάς του.

31

Κατά συνέπεια, σε πρώτο στάδιο, η –προσωρινή τουλάχιστον– απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης για ένα πρόσωπο, όπως η JY, το οποίο έχει μόνον την ιθαγένεια του κράτους μέλους καταγωγής του και το οποίο κινεί διαδικασία πολιτογραφήσεως προκειμένου να αποκτήσει την αυστριακή ιθαγένεια, απορρέει ευθέως από το γεγονός ότι, κατόπιν αιτήσεως του εν λόγω προσώπου, η κυβέρνηση του κράτους μέλους καταγωγής έλυσε τον δεσμό ιθαγένειας με το συγκεκριμένο πρόσωπο.

32

Μόνον σε δεύτερο στάδιο η απόφαση των αρμόδιων αυστριακών αρχών να ανακαλέσουν τη διαβεβαίωση σχετικά με τη χορήγηση της αυστριακής ιθαγένειας επιφέρει την οριστική απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης για το εν λόγω πρόσωπο.

33

Επομένως, κατά την ημερομηνία η οποία, κατά το αιτούν δικαστήριο, είναι κρίσιμη για την εξέταση του βασίμου του ενδίκου μέσου του οποίου έχει επιληφθεί, ήτοι κατά την ημερομηνία της αποφάσεως για την ανάκληση της διαβεβαιώσεως σχετικά με τη χορήγηση της αυστριακής ιθαγένειας, η JY είχε ήδη καταστεί ανιθαγενής και, ως εκ τούτου, είχε απολέσει την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης.

34

Το εν λόγω δικαστήριο και η Αυστριακή Κυβέρνηση καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη κατάσταση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και διευκρινίζουν συναφώς ότι η κατάσταση αυτή διαφέρει από εκείνες σχετικά με τις οποίες εκδόθηκαν οι αποφάσεις της 2ας Μαρτίου 2010, Rottmann (C‑135/08, EU:C:2010:104), και της 12ης Μαρτίου 2019, Tjebbes κ.λπ. (C‑221/17, EU:C:2019:189).

35

Εντούτοις, επισημαίνεται πρώτον ότι, σε μια κατάσταση όπως αυτή στην οποία βρίσκεται η JY, μολονότι η απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης απορρέει από το γεγονός ότι το κράτος μέλος καταγωγής του οικείου προσώπου, κατόπιν αιτήσεώς του, έλυσε τον δεσμό ιθαγένειας με το συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, η συγκεκριμένη αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας πολιτογραφήσεως με σκοπό την απόκτηση της αυστριακής ιθαγένειας και αποτελεί συνέπεια του γεγονότος ότι το εν λόγω πρόσωπο, λαμβάνοντας υπόψη τη διαβεβαίωση που του είχε δοθεί ότι θα του χορηγηθεί η αυστριακή ιθαγένεια, συμμορφώθηκε με τις απαιτήσεις τόσο του νόμου περί ιθαγένειας όσο και της απόφασης σχετικά με την εν λόγω διαβεβαίωση.

36

Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ένα πρόσωπο όπως η JY αποποιήθηκε οικειοθελώς την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης. Αντιθέτως, δεδομένου ότι το πρόσωπο αυτό έλαβε, εκ μέρους του κράτους μέλους υποδοχής, τη διαβεβαίωση ότι θα του χορηγηθεί η ιθαγένεια του κράτους αυτού, η αίτηση για τη λύση του δεσμού ιθαγένειας με το κράτος μέλος του οποίου είναι υπήκοος σκοπό έχει να του παράσχει τη δυνατότητα να ανταποκριθεί σε μια προϋπόθεση για την απόκτηση της ιθαγένειας αυτής και, μετά την απόκτησή της, να συνεχίσει να έχει την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης και να απολαύει των δικαιωμάτων που συνδέονται με αυτήν.

37

Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι, αφενός, ο καθορισμός των προϋποθέσεων κτήσεως και απώλειας της ιθαγένειας εμπίπτει, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, στην αρμοδιότητα κάθε κράτους μέλους και ότι, αφετέρου, σε περιπτώσεις οι οποίες εμπίπτουν στο δίκαιο της Ένωσης, οι σχετικοί κανόνες της εθνικής νομοθεσίας πρέπει να συνάδουν προς το δίκαιο αυτό (απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2021, V.М.А., C‑490/20, EU:C:2021:1008, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

38

Πέραν τούτου, το άρθρο 20, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ αναγνωρίζει σε κάθε πρόσωπο που έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης, η οποία τείνει να αποτελέσει, κατά πάγια νομολογία, τη θεμελιώδη ιδιότητα των υπηκόων των κρατών μελών [απόφαση της 15ης Ιουλίου 2021, A (Δημόσια υγειονομική περίθαλψη), C‑535/19, EU:C:2021:595, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

39

Πλην όμως, όταν, στο πλαίσιο διαδικασίας πολιτογράφησης, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής ανακαλούν τη διαβεβαίωση σχετικά με τη χορήγηση της ιθαγένειας του εν λόγω κράτους, ο ενδιαφερόμενος που ήταν υπήκοος ενός μόνον άλλου κράτους μέλους και αποποιήθηκε την αρχική του ιθαγένεια, προκειμένου να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις που συνδέονται με τη συγκεκριμένη διαδικασία, βρίσκεται σε μια κατάσταση στην οποία του είναι αδύνατον να συνεχίσει να προβάλλει τα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιότητά του ως πολίτη της Ένωσης.

40

Κατά συνέπεια, μια τέτοια διαδικασία, θεωρούμενη στο σύνολό της, ακόμη και αν προϋποθέτει διοικητική απόφαση κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο του οποίου ζητείται η ιθαγένεια, επηρεάζει την ιδιότητα την οποία απονέμει το άρθρο 20 ΣΛΕΕ στους υπηκόους των κρατών μελών, δεδομένου ότι μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να στερήσει από πρόσωπο το οποίο βρίσκεται σε κατάσταση όπως αυτή της JY το σύνολο των δικαιωμάτων τα οποία συνδέονται με την εν λόγω ιδιότητα, ενώ, κατά τον χρόνο ενάρξεως της διαδικασίας πολιτογράφησης, το εν λόγω πρόσωπο είχε την ιθαγένεια κράτους μέλους και, κατά συνέπεια, την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης.

41

Τρίτον, δεν αμφισβητείται ότι η JY, ως Εσθονή υπήκοος, άσκησε το δικαίωμά της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής, δυνάμει του άρθρου 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, με την εγκατάστασή της στην Αυστρία, όπου κατοικεί εδώ και πολλά έτη.

42

Πλην όμως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι τα δικαιώματα που παρέχει το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ στους πολίτες της Ένωσης αποσκοπούν, ιδίως, στο να ενθαρρύνουν την προοδευτική ενσωμάτωση του συγκεκριμένου πολίτη της Ένωσης στην κοινωνία του κράτους μέλους υποδοχής (απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2017, Lounes, C‑165/16, EU:C:2017:862, σκέψη 56).

43

Επομένως, η λογική της προοδευτικής ενσωματώσεως την οποία ενθαρρύνει η διάταξη αυτή της Συνθήκης ΛΕΕ απαιτεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης σχετικά με την ιθαγένεια της Ένωσης η κατάσταση ενός πολίτη της Ένωσης στον οποίο απονεμήθηκαν δικαιώματα δυνάμει της ως άνω διάταξης λόγω του ότι άσκησε το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Ένωσης και ο οποίος εκτίθεται στον κίνδυνο απώλειας όχι μόνον των δικαιωμάτων αυτών, αλλά και της ίδιας της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης, μολονότι επιδίωξε, διά της πολιτογραφήσεώς του στο κράτος μέλος υποδοχής, να ενσωματωθεί ακόμη περισσότερο στην κοινωνία του κράτους αυτού.

44

Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η κατάσταση προσώπου το οποίο, ενώ έχει την ιθαγένεια ενός μόνον κράτους μέλους, αποποιείται την ιθαγένεια αυτή και, ως εκ τούτου, χάνει την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης προκειμένου να αποκτήσει την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους, κατόπιν διαβεβαιώσεως των αρχών του δεύτερου αυτού κράτους ότι θα του χορηγηθεί η ιθαγένειά του, εμπίπτει στο δίκαιο της Ένωσης, ως εκ της φύσεως και των συνεπειών της, όταν ανακαλείται η εν λόγω διαβεβαίωση με αποτέλεσμα να μη δύναται το πρόσωπο αυτό να ανακτήσει την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης.

Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

45

Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 20 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές και, ενδεχομένως, τα εθνικά δικαστήρια του κράτους μέλους υποδοχής οφείλουν να εξακριβώνουν αν η απόφαση περί ανάκλησης της διαβεβαιώσεως σχετικά με τη χορήγηση της ιθαγένειας του εν λόγω κράτους μέλους, η οποία καθιστά οριστική την απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης για τον ενδιαφερόμενο, συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, λαμβανομένων υπόψη των συνεπειών που έχει η απόφαση για την κατάσταση του συγκεκριμένου προσώπου.

46

Όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 38 της παρούσας αποφάσεως, η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης την οποία απονέμει το άρθρο 20, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ σε κάθε πρόσωπο το οποίο έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους τείνει να αποτελέσει τη θεμελιώδη ιδιότητα των υπηκόων των κρατών μελών. Συναφώς, το άρθρο 20, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ προβλέπει ότι οι πολίτες της Ένωσης έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις Συνθήκες και έχουν, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών.

47

Όταν όμως, στο πλαίσιο διαδικασίας πολιτογράφησης η οποία κινείται σε ορισμένο κράτος μέλος, το κράτος αυτό, δυνάμει της αρμοδιότητάς του να καθορίζει τις προϋποθέσεις κτήσης και απώλειας της ιθαγένειας, απαιτεί από πολίτη της Ένωσης να αποποιηθεί την ιθαγένεια του κράτους μέλους καταγωγής του, η άσκηση και η πρακτική αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων τα οποία αντλεί ο πολίτης της Ένωσης από το άρθρο 20 ΣΛΕΕ επιτάσσουν να μην εκτίθεται ο τελευταίος, σε καμία χρονική στιγμή, στον κίνδυνο απώλειας της θεμελιώδους ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης για τον λόγο και μόνον ότι κινήθηκε η διαδικασία αυτή.

48

Πράγματι, τυχόν απώλεια της ιδιότητας αυτής, έστω και προσωρινή, συνεπάγεται για τον ενδιαφερόμενο τη στέρηση, για αόριστο χρονικό διάστημα, της δυνατότητας να απολαύει όλων των δικαιωμάτων που απονέμει η εν λόγω ιδιότητα.

49

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι οι αρχές που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης όσον αφορά την αρμοδιότητα των κρατών μελών στον τομέα της ιθαγένειας και την υποχρέωσή τους να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς τους αυτής ισχύουν τόσο για το κράτος μέλος υποδοχής όσο και για το κράτος μέλος της αρχικής ιθαγένειας (πρβλ. απόφαση της 2ας Μαρτίου 2010, Rottmann, C‑135/08, EU:C:2010:104, σκέψη 62).

50

Επομένως, όταν υπήκοος κράτους μέλους υποβάλλει αίτηση για να αποποιηθεί την ιθαγένειά του προκειμένου να έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους και να συνεχίσει κατ’ αυτόν τον τρόπο να απολαύει της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης, το κράτος μέλος καταγωγής δεν θα έπρεπε να εκδίδει οριστική απόφαση περί απώλειας της ιθαγένειας στηριζόμενο στη διαβεβαίωση του άλλου κράτους μέλους ότι θα χορηγήσει την ιθαγένειά του στον ενδιαφερόμενο, παρά μόνον εφόσον διασφαλίσει ότι η απόφαση αυτή θα τεθεί σε ισχύ μόνον εφόσον πράγματι αποκτήθηκε η νέα ιθαγένεια.

51

Τούτου δοθέντος, σε περίπτωση κατά την οποία η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης έχει ήδη απολεσθεί προσωρινώς λόγω του ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας πολιτογραφήσεως, το κράτος μέλος καταγωγής αφαίρεσε την ιθαγένεια του ενδιαφερόμενου προσώπου πριν αυτό αποκτήσει πράγματι την ιθαγένεια του κράτους μέλους υποδοχής, η υποχρέωση διασφαλίσεως της πρακτικής αποτελεσματικότητας του άρθρου 20 ΣΛΕΕ βαρύνει πρωτίστως το τελευταίο αυτό κράτος μέλος. Η εν λόγω υποχρέωση επιβάλλεται, ειδικότερα, όταν το κράτος μέλος υποδοχής αποφασίζει να ανακαλέσει την προηγουμένως δοθείσα στο πρόσωπο αυτό διαβεβαίωση σχετικά με τη χορήγηση ιθαγένειας, καθόσον συνεπεία της αποφάσεως αυτής μπορεί να καταστεί οριστική η απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης. Επομένως, μια τέτοια απόφαση μπορεί να ληφθεί μόνο για θεμιτούς λόγους και τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας.

52

Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι είναι θεμιτό να επιθυμεί ένα κράτος μέλος να προστατεύσει, αφενός, την ιδιαίτερη σχέση αλληλεγγύης και πίστεως που υπάρχει μεταξύ αυτού του ίδιου και των υπηκόων του και, αφετέρου, την αμοιβαιότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που αποτελούν το θεμέλιο του δεσμού της ιθαγένειας (αποφάσεις της 2ας Μαρτίου 2010, Rottmann, C‑135/08, EU:C:2010:104, σκέψη 51, και της 12ης Μαρτίου 2019, Tjebbes κ.λπ., C‑221/17, EU:C:2019:189, σκέψη 33).

53

Εν προκειμένω, όπως επισήμανε η Αυστριακή Κυβέρνηση και όπως προκύπτει από το άρθρο 10, παράγραφος 3, του νόμου περί ιθαγένειας, ο νόμος αυτός σκοπεί, μεταξύ άλλων, στην αποτροπή του φαινομένου ένα και το αυτό πρόσωπο να διαθέτει πολλαπλή ιθαγένεια. Το άρθρο 20, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου περιλαμβάνεται στις διατάξεις οι οποίες επιδιώκουν την επίτευξη αυτού ακριβώς του σκοπού.

54

Συναφώς, επισημαίνεται αφενός ότι, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς του να καθορίζει τις προϋποθέσεις κτήσεως και απώλειας της ιθαγένειάς του, ένα κράτος μέλος, όπως η Δημοκρατία της Αυστρίας, είναι θεμιτό να θεωρεί ότι πρέπει να αποφεύγει τις ανεπιθύμητες συνέπειες των περιπτώσεων πολλαπλής ιθαγένειας.

55

Το κατ’ αρχήν θεμιτό του σκοπού αυτού ενισχύεται από το άρθρο 15, στοιχείο βʹ, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την ιθαγένεια, κατά το οποίο οι διατάξεις της εν λόγω Σύμβασης δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε συμβαλλόμενου κράτους να καθορίζει στο εσωτερικό του δίκαιο κατά πόσον η κτήση ή η διατήρηση της ιθαγένειάς του προϋποθέτει την αποποίηση ή την απώλεια άλλης ιθαγένειας. Όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 92 των προτάσεών του, το θεμιτό του ως άνω σκοπού ενισχύεται περαιτέρω από το άρθρο 7, παράγραφος 2, της Συμβάσεως για την εξάλειψη της ανιθαγένειας, κατά το οποίο πρόσωπο που έχει την ιθαγένεια συμβαλλόμενου κράτους και ζητεί την πολιτογράφησή του σε ξένη χώρα χάνει την ιθαγένειά του μόνον αν αποκτήσει ή έλαβε τη διαβεβαίωση ότι θα αποκτήσει την ιθαγένεια της χώρας αυτής.

56

Αφετέρου, το άρθρο 20, παράγραφος 2, του νόμου περί ιθαγένειας προβλέπει την ανάκληση της διαβεβαίωσης σχετικά με τη χορήγηση της αυστριακής ιθαγένειας σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος παύει να πληροί έστω και μία εκ των προϋποθέσεων χορήγησής της. Στις προϋποθέσεις αυτές συγκαταλέγεται και η προβλεπόμενη στο άρθρο 10, παράγραφος 1, σημείο 6, του νόμου αυτού, κατά το οποίο ο ενδιαφερόμενος πρέπει να παρέχει εχέγγυα, λαμβανομένης υπόψη της προηγούμενης συμπεριφοράς του, ότι τηρεί θετική στάση έναντι της Δημοκρατίας της Αυστρίας και ότι δεν αποτελεί απειλή για τη δημόσια ειρήνη, τάξη και ασφάλεια ούτε θέτει σε κίνδυνο άλλα δημόσια συμφέροντα εκ των διαλαμβανόμενων στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών.

57

Η απόφαση για την ανάκληση της διαβεβαιώσεως σχετικά με τη χορήγηση της ιθαγένειας με την αιτιολογία ότι ο ενδιαφερόμενος δεν τηρεί θετική στάση έναντι του κράτους μέλους του οποίου επιθυμεί να αποκτήσει την ιθαγένεια και η συμπεριφορά του δύναται να αποτελεί απειλή για τη δημόσια τάξη και τη δημόσια ασφάλεια του κράτους μέλους αυτού στηρίζεται σε λόγο γενικού συμφέροντος (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 2ας Μαρτίου 2010, Rottmann, C‑135/08, EU:C:2010:104, σκέψη 51).

58

Τούτου δοθέντος, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας που προσδίδει το πρωτογενές δίκαιο στην ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης, η οποία, όπως υπομνήσθηκε στις σκέψεις 38 και 46 της παρούσας αποφάσεως, συνιστά τη θεμελιώδη ιδιότητα των υπηκόων των κρατών μελών, εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές και στα εθνικά δικαστήρια να εξακριβώσουν αν η απόφαση ανακλήσεως της διαβεβαιώσεως σχετικά με τη χορήγηση της ιθαγένειας, όταν συνεπάγεται την απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης και των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν, συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας όσον αφορά τις συνέπειές της στην κατάσταση του ενδιαφερομένου και, ενδεχομένως, στην κατάσταση των μελών της οικογένειάς του από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης (βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 2ας Μαρτίου 2010, Rottmann, C‑135/08, EU:C:2010:104, σκέψεις 55 και 56, και της 12ης Μαρτίου 2019, Tjebbes κ.λπ., C‑221/17, EU:C:2019:189, σκέψη 40).

59

Η εξέταση της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας την οποία καθιερώνει το δίκαιο της Ένωσης απαιτεί εκτίμηση της ατομικής καταστάσεως του ενδιαφερομένου και, ενδεχομένως, της καταστάσεως της οικογένειάς του, προκειμένου να προσδιορισθεί αν η απόφαση περί ανακλήσεως της διαβεβαιώσεως σχετικά με τη χορήγηση της ιθαγένειας, οσάκις επιφέρει απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης, έχει συνέπειες οι οποίες θα επηρεάσουν δυσανάλογα, σε σχέση με τον επιδιωκόμενο από τον εθνικό νομοθέτη σκοπό, τη φυσιολογική εξέλιξη της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής του, από τη σκοπιά του δικαίου της Ένωσης. Οι συνέπειες αυτές δεν είναι δυνατόν να είναι υποθετικές ή ενδεχόμενες (βλ, κατ’ αναλογία, απόφαση της 12ης Μαρτίου 2019, Tjebbes κ.λπ., C‑221/17, EU:C:2019:189, σκέψη 44).

60

Από την άποψη αυτή έχει σημασία να εξακριβώνεται, μεταξύ άλλων, αν η εν λόγω απόφαση είναι δικαιολογημένη σε σχέση με τη βαρύτητα της παράβασης που έχει τελέσει ο ενδιαφερόμενος και με τη δυνατότητά του να ανακτήσει την αρχική του ιθαγένεια (βλ, κατ’ αναλογία, απόφαση της 2ας Μαρτίου 2010, Rottmann, C‑135/08, EU:C:2010:104, σκέψη 56).

61

Στο πλαίσιο της εν λόγω εξετάσεως της αναλογικότητας, εναπόκειται, εξάλλου, στις αρμόδιες εθνικές αρχές και, ενδεχομένως, στα εθνικά δικαστήρια να βεβαιωθούν ότι μια τέτοια απόφαση συνάδει προς τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του οποίου την τήρηση διασφαλίζει το Δικαστήριο, και, ιδιαίτερα, προς το δικαίωμα στον σεβασμό της οικογενειακής ζωής, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του εν λόγω Χάρτη, ερμηνευόμενο, κατά περίπτωση, σε συνδυασμό με την υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού, το οποίο αναγνωρίζεται στο άρθρο 24, παράγραφος 2, του εν λόγω Χάρτη (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 12ης Μαρτίου 2019, Tjebbes κ.λπ., C‑221/17, EU:C:2019:189, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

62

Εν προκειμένω, όσον αφορά, πρώτον, τη δυνατότητα της JY να ανακτήσει την εσθονική ιθαγένεια, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε η Εσθονική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατά το εσθονικό δίκαιο, το πρόσωπο που πέτυχε τη λύση του δεσμού ιθαγένειας με τη Δημοκρατία της Εσθονίας πρέπει, μεταξύ άλλων, να κατοικεί επί οκτώ έτη στο εν λόγω κράτος μέλος προκειμένου να μπορέσει να ανακτήσει την εσθονική ιθαγένεια.

63

Πρέπει, ωστόσο, να υπογραμμιστεί ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να στερείται της δυνατότητας ανάκλησης της διαβεβαίωσης σχετικά με τη χορήγηση της ιθαγένειάς του για τον λόγο και μόνον ότι θα είναι δυσχερής για τον ενδιαφερόμενο, ο οποίος δεν πληροί πλέον τις απαιτούμενες για την απόκτησή της προϋποθέσεις, η ανάκτηση της ιθαγένειας του κράτους μέλους καταγωγής του (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 2ας Μαρτίου 2010, Rottmann, C‑135/08, EU:C:2010:104, σκέψη 57).

64

Όσον αφορά, δεύτερον, τη σοβαρότητα των παραβάσεων που τέλεσε η JY, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι της προσήφθη η τέλεση, μετά την παροχή της διαβεβαίωσης ότι θα της χορηγηθεί η αυστριακή ιθαγένεια, δύο σοβαρών διοικητικών παραβάσεων, εκ των οποίων η πρώτη αφορούσε τη μη επικόλληση του σήματος τεχνικού ελέγχου στο όχημά της και η δεύτερη την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνεύματος, καθώς και το γεγονός ότι ήταν υπαίτια οκτώ διοικητικών παραβάσεων οι οποίες είχαν τελεστεί μεταξύ των ετών 2007 και 2013, πριν της χορηγηθεί η εν λόγω διαβεβαίωση.

65

Αφενός, όσον αφορά τις οκτώ ως άνω διοικητικές παραβάσεις, επισημαίνεται ότι η τέλεσή τους ήταν ήδη γνωστή κατά τον χρόνο παροχής της εν λόγω διαβεβαίωσης και το γεγονός αυτό δεν εμπόδισε τη χορήγησή της. Επομένως, οι εν λόγω παραβάσεις δεν μπορούν πλέον να ληφθούν υπόψη προς στήριξη της αποφάσεως περί ανακλήσεως της συγκεκριμένης διαβεβαιώσεως.

66

Όσον αφορά, αφετέρου, τις δύο διοικητικές παραβάσεις τις οποίες η JY τέλεσε μετά τη λήψη της διαβεβαιώσεως σχετικά με τη χορήγηση της αυστριακής ιθαγένειας, το Verwaltungsgericht Wien (διοικητικό πρωτοδικείο Βιέννης) έκρινε ότι αυτές, αντιστοίχως, θέτουν «σε κίνδυνο την προστασία της δημόσιας οδικής ασφάλειας» και «σε ιδιαίτερο κίνδυνο την ασφάλεια των λοιπών χρηστών του οδικού δικτύου». Κατά το αιτούν δικαστήριο, η τελευταία αυτή παράβαση συνιστά «σοβαρή παράβαση προστατευτικών διατάξεων που αποσκοπούν στη διασφάλιση της τάξεως και της οδικής ασφάλειας» και μπορεί «βάσει αυτής και μόνον να καταδειχθεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης της ιθαγένειας που προβλέπει το άρθρο 10, παράγραφος 1, σημείο 6, του νόμου περί ιθαγένειας […] χωρίς να έχει αποφασιστική σημασία ο βαθμός μέθης».

67

Η Αυστριακή Κυβέρνηση επισήμανε με τις γραπτές παρατηρήσεις της ότι, κατά πάγια νομολογία του Verwaltungsgerichtshof (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου), στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 20, παράγραφος 2, του νόμου περί ιθαγένειας, σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παράγραφος 1, σημείο 6, του ίδιου νόμου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η εν γένει συμπεριφορά του αιτούντος την ιθαγένεια και, ιδίως, οι παραβάσεις που αυτός τέλεσε. Κρίσιμο είναι το ζήτημα αν πρόκειται για παράνομες πράξεις εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι ο αιτών την ιθαγένεια θα παραβεί και στο μέλλον ουσιώδεις διατάξεις οι οποίες έχουν θεσπισθεί για τους σκοπούς προστασίας από κινδύνους για τη ζωή, την υγεία, τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια ειρήνη και τη δημόσια τάξη ή για την προστασία άλλων εννόμων συμφερόντων εκ των διαλαμβανόμενων στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών.

68

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, ως δικαιολογητικός λόγος αποφάσεως η οποία συνεπάγεται την απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης την οποία απονέμει στους υπηκόους των κρατών μελών το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, οι έννοιες «δημόσια τάξη» και «δημόσια ασφάλεια» πρέπει να ερμηνεύονται στενά, το δε περιεχόμενό τους δεν μπορεί εξάλλου να καθορίζεται μονομερώς από τα κράτη μέλη χωρίς έλεγχο εκ μέρους των θεσμικών οργάνων της Ένωσης (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, Rendón Marín, C‑165/14, EU:C:2016:675, σκέψη 82).

69

Το Δικαστήριο έχει, συνακόλουθα, κρίνει ότι η έννοια της «δημοσίας τάξεως» προϋποθέτει, εν πάση περιπτώσει, πέραν της διασαλεύσεως της κοινωνικής ειρήνης την οποία συνεπάγεται κάθε παράβαση του νόμου, την ύπαρξη πραγματικής, ενεστώσας και αρκούντως σοβαρής απειλής κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας. Όσον αφορά την έννοια «δημόσια ασφάλεια», από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι στο περιεχόμενο αυτής εμπίπτει τόσο η εσωτερική ασφάλεια του κράτους μέλους όσο και η εξωτερική ασφάλειά του και ότι, κατά συνέπεια, η δημόσια ασφάλεια δύναται να απειλείται από την παρακώλυση της λειτουργίας των θεσμών και των βασικών δημοσίων υπηρεσιών, καθώς και από κίνδυνο για την επιβίωση του πληθυσμού ή κίνδυνο σοβαρής διαταράξεως των εξωτερικών σχέσεων ή της ειρηνικής συνυπάρξεως των λαών ή ακόμη από βλάβη των στρατιωτικών συμφερόντων (απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, Rendón Marín, C‑165/14, EU:C:2016:675, σκέψη 83 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

70

Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι, λαμβανομένων υπόψη της φύσεως και της σοβαρότητας των μνημονευόμενων στη σκέψη 66 της παρούσας αποφάσεως δύο διοικητικών παραβάσεων, καθώς και της απαίτησης για στενή ερμηνεία των εννοιών «δημόσια τάξη» και «δημόσια ασφάλεια», δεν προκύπτει ότι η JY συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας ή υπονομεύει τη δημόσια ασφάλεια της Δημοκρατίας της Αυστρίας. Ασφαλώς, οι ως άνω πράξεις συνιστούν παράβαση των διατάξεων του κώδικα οδικής κυκλοφορίας, η οποία πλήττει την οδική ασφάλεια. Εντούτοις, τόσο από τις γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλε η JY όσο και από την απάντηση της Αυστριακής Κυβερνήσεως σε ερώτηση του Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει ότι οι δύο αυτές διοικητικές παραβάσεις, για τις οποίες, κατά τα λοιπά, επιβλήθηκαν σχετικά χαμηλά πρόστιμα ύψους 112 ευρώ και 300 ευρώ, αντιστοίχως, δεν μπορούσαν να επιφέρουν την αφαίρεση της άδειας οδήγησης της JY και, επομένως, την απαγόρευση οδήγησης από αυτή μηχανοκίνητου οχήματος στο δημόσιο οδικό δίκτυο.

71

Παραβάσεις του κώδικα οδικής κυκλοφορίας, οι οποίες επισύρουν απλώς διοικητικά πρόστιμα, δεν μπορούν να θεωρηθούν ικανές να καταδείξουν ότι ο παραβάτης συνιστά απειλή για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια δυνάμενη να δικαιολογήσει την οριστική απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον, εν προκειμένω, οι εν λόγω παραβάσεις επέφεραν την επιβολή χαμηλών διοικητικών προστίμων και η JY δεν στερήθηκε εξαιτίας αυτών του δικαιώματός της να συνεχίσει να οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα στο δημόσιο οδικό δίκτυο.

72

Εξάλλου, πρέπει να προστεθεί ότι, σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο θα διαπίστωνε ότι, σύμφωνα με τη διαβεβαίωση περί χορηγήσεως της αυστριακής ιθαγενείας, η ιθαγένεια αυτή είχε ήδη χορηγηθεί στην ενδιαφερομένη, οι εν λόγω παραβάσεις δεν θα μπορούσαν, αυτές καθεαυτές, να επιφέρουν την ανάκληση της πολιτογράφησης.

73

Επομένως, προκύπτει ότι η απόφαση περί ανακλήσεως της διαβεβαιώσεως σχετικά με τη χορήγηση της αυστριακής ιθαγένειας, η οποία καθιστά οριστική την απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης, δεν είναι ανάλογη προς τη σοβαρότητα των τελεσθεισών από τη JY παραβάσεων, λαμβανομένων υπόψη των σημαντικών συνεπειών τις οποίες η εν λόγω απόφαση επιφέρει στην κατάσταση της JY, όσον αφορά ιδίως τη φυσιολογική εξέλιξη της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής της.

74

Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές και, ενδεχομένως, τα εθνικά δικαστήρια του κράτους μέλους υποδοχής οφείλουν να εξακριβώνουν αν η απόφαση περί ανάκλησης της διαβεβαιώσεως σχετικά με τη χορήγηση της ιθαγένειας του εν λόγω κράτους μέλους, η οποία καθιστά οριστική την απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης για τον ενδιαφερόμενο, συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, λαμβανομένων υπόψη των συνεπειών που έχει η απόφαση για την κατάσταση του συγκεκριμένου προσώπου. Η απαίτηση συμφωνίας προς την αρχή της αναλογικότητας δεν πληρούται σε περίπτωση που η αιτιολογία μιας τέτοιας απόφασης στηρίζεται σε διοικητικές παραβάσεις του κώδικα οδικής κυκλοφορίας, οι οποίες, κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, επισύρουν απλή χρηματική κύρωση.

Επί των δικαστικών εξόδων

75

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:

 

1)

Η κατάσταση προσώπου το οποίο, ενώ έχει την ιθαγένεια ενός μόνον κράτους μέλους, αποποιείται την ιθαγένεια αυτή και, ως εκ τούτου, χάνει την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης προκειμένου να αποκτήσει την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους, κατόπιν διαβεβαιώσεως των αρχών του δεύτερου αυτού κράτους ότι θα του χορηγηθεί η ιθαγένειά του, εμπίπτει στο δίκαιο της Ένωσης, ως εκ της φύσεως και των συνεπειών της, όταν ανακαλείται η εν λόγω διαβεβαίωση με αποτέλεσμα να μη δύναται το πρόσωπο αυτό να ανακτήσει την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης.

 

2)

Το άρθρο 20 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές και, ενδεχομένως, τα εθνικά δικαστήρια του κράτους μέλους υποδοχής οφείλουν να εξακριβώνουν αν η απόφαση περί ανάκλησης της διαβεβαιώσεως σχετικά με τη χορήγηση της ιθαγένειας του εν λόγω κράτους μέλους, η οποία καθιστά οριστική την απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης για τον ενδιαφερόμενο, συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, λαμβανομένων υπόψη των συνεπειών που έχει η απόφαση για την κατάσταση του συγκεκριμένου προσώπου. Η απαίτηση συμφωνίας προς την αρχή της αναλογικότητας δεν πληρούται σε περίπτωση που η αιτιολογία μιας τέτοιας απόφασης στηρίζεται σε διοικητικές παραβάσεις του κώδικα οδικής κυκλοφορίας, οι οποίες, κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, επισύρουν απλή χρηματική κύρωση.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.

Top