EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62020CC0405

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Α. Ράντου της 27ης Ιανουαρίου 2022.
EB κ.λπ. κατά Versicherungsanstalt öffentlich Bediensteter, Eisenbahnen und Bergbau (BVAEB).
Αίτηση του Verwaltungsgerichtshof για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Άρθρο 157 ΣΛΕΕ – Πρωτόκολλο (αριθ. 33) – Ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης – Οδηγία 2006/54/ΕΚ – Άρθρο 5, στοιχείο γʹ, και άρθρο 12 – Απαγόρευση των έμμεσων διακρίσεων λόγω φύλου – Επαγγελματικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης που εφαρμόζεται μετά από την ημερομηνία που ορίζουν οι διατάξεις του πρωτοκόλλου και του άρθρου 12 – Συντάξεις δημοσίων υπαλλήλων – Εθνική ρύθμιση περί ετήσιας αναπροσαρμογής των συντάξεων – Αναπροσαρμογή με αντιστρόφως προοδευτική αύξηση από την οποία εξαιρούνται εξ ολοκλήρου οι συντάξεις που υπερβαίνουν ορισμένο ανώτατο όριο – Δικαιολογητικοί λόγοι.
Υπόθεση C-405/20.

Digital reports (Court Reports - general)

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2022:61

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΡΑΝΤΟΥ

της 27ης Ιανουαρίου 2022 (1)

Υπόθεση C405/20

EB,

JS,

DP

κατά

Versicherungsanstalt öffentlich Bediensteter, Eisenbahnen und Bergbau (BVAEB)

[αίτηση του Verwaltungsgerichtshof (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Αυστρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Άρθρο 157 ΣΛΕΕ – Πρωτόκολλο (αριθ. 33) σχετικά με το άρθρο 157 ΣΛΕΕ – Ισότητα της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών – Περιορισμός της αναδρομικής ισχύος – Οδηγία 2006/54/ΕΚ – Ίσες ευκαιρίες και ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης – Άρθρα 5 και 12 – Απαγόρευση των έμμεσων διακρίσεων λόγω φύλου – Επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως – Συντάξεις δημοσίων υπαλλήλων – Αναλογία ανδρών στην κατηγορία των δικαιούχων των υψηλότερων συντάξεων – Ρύθμιση περί ετήσιας αναπροσαρμογής των συντάξεων – Αναπροσαρμογή με αντιστρόφως προοδευτική αύξηση από την οποία εξαιρούνται εξ ολοκλήρου οι συντάξεις που υπερβαίνουν ορισμένο ανώτατο όριο – Δικαιολογητικοί λόγοι»






I.      Εισαγωγή

1.        Όπως προκύπτει από την απόφαση Defrenne III (2), η εξάλειψη των δυσμενών διακρίσεων λόγω φύλου αποτελεί μέρος των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου ως γενικών αρχών του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των οποίων την τήρηση έχει ως αποστολή να διασφαλίζει το Δικαστήριο.

2.        Σε αυτό το πλαίσιο, ήδη με την απόφαση Defrenne II (3), το Δικαστήριο αναγνώρισε άμεσο αποτέλεσμα στο άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ (μετέπειτα, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 141 ΕΚ και νυν άρθρο 157 ΣΛΕΕ), το οποίο προβλέπει την εφαρμογή της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία. Δυνάμει της αποφάσεως της 17ης Μαΐου 1990, Barber (C‑262/88, στο εξής: απόφαση Barber, EU:C:1990:209), το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ εφαρμόζεται στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως (4), αλλά το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου αυτού δεν μπορεί να προβληθεί για να στηρίξει το αίτημα θεμελιώσεως δικαιώματος συντάξεως, αναδρομικώς, σε χρόνο προγενέστερο της εκδόσεως της ως άνω αποφάσεως (5). Η νομολογία αυτή έχει πλέον κωδικοποιηθεί με το πρωτόκολλο (αριθ. 33) σχετικά με το άρθρο 157 ΣΛΕΕ και με την οδηγία 2006/54/ΕΚ (6).

3.        Εν προκειμένω, ο EB, ο JS και ο DP (στο εξής: αναιρεσείοντες της κύριας δίκης) είναι συνταξιούχοι Αυστριακοί ομοσπονδιακοί δημόσιοι υπάλληλοι. Η ισχύουσα ως προς αυτούς εθνική ρύθμιση περί αναπροσαρμογής των συντάξεων γήρατος για το έτος 2018 προέβλεψε αύξηση με αντιστρόφως προοδευτικό συντελεστή εξαιρώντας εξ ολοκλήρου τις συντάξεις των οποίων το ύψος υπερέβαινε ορισμένο ανώτατο όριο, με αποτέλεσμα τη μηδενική ή αμελητέα αύξηση των συντάξεών τους, σε αντίθεση με εκείνες των δικαιούχων χαμηλότερων συντάξεων.

4.        Στο πλαίσιο της διαφοράς τους με τον Versicherungsanstalt öffentlich Bediensteter, Eisenbahnen und Bergbau (BVAEB) (ασφαλιστικό φορέα των δημοσίων υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού του Δημοσίου, των σιδηροδρόμων και του μεταλλευτικού τομέα, Αυστρία, στο εξής: BVAEB), οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης υποστήριξαν ενώπιον του Verwaltungsgerichtshof (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Αυστρία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, ότι η ανωτέρω ρύθμιση εισάγει έμμεση δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, διότι οι ομοσπονδιακοί δημόσιοι υπάλληλοι που λαμβάνουν τις υψηλότερες συντάξεις είναι, στη μεγάλη τους πλειονότητα, άνδρες.

5.        Το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 157 ΣΛΕΕ, του πρωτοκόλλου (αριθ. 33) σχετικά με το άρθρο 157 ΣΛΕΕ και της οδηγίας 2006/54, προκειμένου να διευκρινισθεί αν η εν λόγω ρύθμιση συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης.

6.        Με τις παρούσες προτάσεις θα προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα ότι, εν προκειμένω, η αρχή της ισότητας των αμοιβών εφαρμόζεται χωρίς περιορισμό της αναδρομικής ισχύος της και ότι, με την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να προβεί, το δίκαιο της Ένωσης δεν απαγορεύει ρύθμιση όπως αυτή της κύριας δίκης, εφόσον αυτή δικαιολογείται από αντικειμενικούς παράγοντες άσχετους προς οποιαδήποτε δυσμενή διάκριση λόγω φύλου.

II.    Το νομικό πλαίσιο

Α.      Το δίκαιο της Ένωσης

7.        Το άρθρο 1 της οδηγίας 2006/54, το οποίο φέρει τον τίτλο «Σκοπός», ορίζει τα εξής:

«Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να εξασφαλισθεί η εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης.

Για το σκοπό αυτό, η παρούσα οδηγία περιέχει διατάξεις για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ως προς:

[...]

γ)      τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης.

[...]»

8.        Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

[...]

β)      “έμμεση διάκριση”: όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική θέτει σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση πρόσωπα ενός φύλου σε σύγκριση με πρόσωπα του άλλου φύλου, εκτός αν αυτή η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικώς από νόμιμο στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του εν λόγω στόχου είναι πρόσφορα και αναγκαία·

[...]

στ)      “επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης”: συστήματα που δεν διέπονται από την οδηγία 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως [(7)], και που έχουν ως αντικείμενο τη χορήγηση στους εργαζόμενους, μισθωτούς ή αυτοαπασχολούμενους, στα πλαίσια επιχείρησης ή ομάδας επιχειρήσεων, οικονομικού κλάδου ή επαγγελματικού ή διεπαγγελματικού τομέα, παροχών που προορίζονται να συμπληρώσουν ή να υποκαταστήσουν τις παροχές των εκ του νόμου συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως του αν η υπαγωγή στα συστήματα αυτά είναι υποχρεωτική.»

9.        Το άρθρο 5 της οδηγίας 2006/54, το οποίο περιλαμβάνεται στο επιγραφόμενο «Ίση μεταχείριση στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης» κεφάλαιο 2 του τίτλου II της οδηγίας, ορίζει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη του άρθρου 4, εξαλείφεται κάθε άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φύλου στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, ιδίως όσον αφορά:

[...]

γ)      τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευόμενου προσώπου, και τις προϋποθέσεις διάρκειας και διατήρησης του δικαιώματος παροχών.»

10.      Το άρθρο 7 της ως άνω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής», προβλέπει στην παράγραφο 1, στοιχείο αʹ, σημείο iii, ότι οι διατάξεις του εν λόγω κεφαλαίου 2 εφαρμόζονται στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που εξασφαλίζουν προστασία κατά του κινδύνου του «γήρατος», συμπεριλαμβανομένης της περιπτώσεως πρόωρης συνταξιοδοτήσεως.

11.      Το άρθρο 12 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αναδρομική ισχύς», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Τα μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου, όσον αφορά τους εργαζομένους, καλύπτουν όλες τις παροχές στο πλαίσιο των επαγγελματικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης που οφείλονται σε περιόδους απασχόλησης μεταγενέστερες της 17ης Μαΐου 1990 και ισχύουν αναδρομικά από την ημερομηνία αυτή, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των εργαζομένων ή των εξ αυτών ελκόντων δικαιώματα, οι οποίοι, πριν από την ημερομηνία αυτή, είχαν ασκήσει ένδικη προσφυγή ή είχαν προβάλει ισοδύναμη, κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, αξίωση. Στην περίπτωση αυτή, τα μέτρα εφαρμογής ισχύουν αναδρομικά από την 8η Απριλίου 1976 και καλύπτουν όλες τις παροχές που οφείλονται σε περιόδους απασχόλησης μεταγενέστερες της ημερομηνίας αυτής. Για τα κράτη μέλη που προσχώρησαν στην Κοινότητα μετά την 8η Απριλίου 1976 και πριν από την 17η Μαΐου 1990, η ημερομηνία αυτή αντικαθίσταται από την ημερομηνία κατά την οποία το άρθρο 141 της συνθήκης [νυν άρθρο 157 ΣΛΕΕ] κατέστη εφαρμοστέο στο έδαφός τους.»

Β.      Το αυστριακό δίκαιο

12.      Το άρθρο 41 του Bundesgesetz über die Pensionsansprüche der Bundesbeamten, ihrer Hinterbliebenen und Angehörigen (Pensionsgesetz 1965) [ομοσπονδιακού νόμου περί συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των ομοσπονδιακών δημοσίων υπαλλήλων, των επιζώντων και των μελών της οικογένειάς τους (νόμος περί συντάξεων του 1965)], της 18ης Νοεμβρίου 1965 (8), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης (9) (στο εξής: PG 1965), το οποίο φέρει τον τίτλο «Ισχύς των μελλοντικών τροποποιήσεων του παρόντος ομοσπονδιακού νόμου και αναπροσαρμογή των περιοδικώς καταβαλλόμενων παροχών», ορίζει τα εξής:

«[...]

(2)      Οι συντάξεις γήρατος και οι συντάξεις επιζώντων, οι οποίες καταβάλλονται δυνάμει του παρόντος νόμου [...], πρέπει να αναπροσαρμόζονται συγχρόνως και στον ίδιο βαθμό με τις συντάξεις του εκ του νόμου συστήματος συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως,

1.      εφόσον το συνταξιοδοτικό δικαίωμα έχει ήδη θεμελιωθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου του οικείου έτους

[...]

(4)      Η μέθοδος αναπροσαρμογής των συντάξεων που ορίζεται στο άρθρο 711 του [Allgemeines Sozialversicherungsgesetz (γενικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως) (10) (στο εξής: ASVG)] για το ημερολογιακό έτος 2018 εφαρμόζεται αναλόγως [...] Σε περίπτωση αυξήσεως δυνάμει του άρθρου 711, παράγραφος 1, σημείο 2, του ASVG, το συνολικό ποσό της αυξήσεως συνυπολογίζεται στη σύνταξη γήρατος ή επιζώντος.»

13.      Το άρθρο 108f του ASVG, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης (11), προβλέπει τα ακόλουθα:

«(1)      Ο Ομοσπονδιακός Υπουργός Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Γενεών και Προστασίας του Καταναλωτή καθορίζει τον συντελεστή αναπροσαρμογής για κάθε ημερολογιακό έτος λαμβάνοντας υπόψη την τιμή αναφοράς.

(2)      Η τιμή αναφοράς καθορίζεται κατά τρόπο ώστε η αύξηση των συντάξεων που προκύπτει από την αναπροσαρμογή βάσει της τιμής αναφοράς να αντιστοιχεί στην αύξηση των τιμών καταναλωτή, σύμφωνα με την παράγραφο 3. Η τιμή αυτή στρογγυλοποιείται στο τρίτο δεκαδικό ψηφίο.

(3)      Η αύξηση των τιμών καταναλωτή προσδιορίζεται με βάση τη μέση αύξηση κατά τους δώδεκα ημερολογιακούς μήνες έως τον Ιούλιο του έτους που προηγείται του έτους της αναπροσαρμογής, με χρήση του δείκτη τιμών καταναλωτή του 2000 ή οποιουδήποτε άλλου δείκτη τον έχει αντικαταστήσει. Για τον σκοπό αυτό, πρέπει να υπολογίζεται ο αριθμητικός μέσος όρος των ετήσιων ποσοστών πληθωρισμού που δημοσιεύονται από τη Statistik Austria [Αυστριακή Στατιστική Υπηρεσία] για την περίοδο υπολογισμού.»

14.      Το άρθρο 108h του ASVG, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης (12), ορίζει τα εξής:

«(1)      Από την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους,

a)      όλες οι συντάξεις που χορηγούνται από το σύστημα ασφαλίσεως συντάξεων, για τις οποίες η ημερομηνία αναφοράς (άρθρο 223, παράγραφος 2) είναι προγενέστερη της 1ης Ιανουαρίου του έτους αυτού,

[...]

πολλαπλασιάζονται με τον συντελεστή αναπροσαρμογής. [...]

(2)      Η αναπροσαρμογή που προβλέπεται στην παράγραφο 1 διενεργείται με βάση τη σύνταξη για την οποία είχε θεμελιωθεί δικαίωμα δυνάμει των διατάξεων που ήταν σε ισχύ στις 31 Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους [...]».

15.      Το άρθρο 711, παράγραφος 1, του ASVG, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης (13), έχει ως εξής:

«Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 108h, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, και παράγραφος 2, η αύξηση των συντάξεων για το ημερολογιακό έτος 2018 δεν υπολογίζεται βάσει του συντελεστή αναπροσαρμογής, αλλά [υπολογίζονται] ως εξής: το συνολικό εισόδημα από συντάξεις (παράγραφος 2) αυξάνεται

1.      κατά 2,2 %, εάν δεν υπερβαίνει τα 1 500 ευρώ μηνιαίως·

2.      κατά 33 ευρώ, εάν υπερβαίνει τα 1 500 ευρώ, όχι όμως τα 2 000 ευρώ μηνιαίως·

3.      κατά 1,6 %, εάν υπερβαίνει τα 2 000 ευρώ, όχι όμως τα 3 355 ευρώ μηνιαίως·

4.      κατά ποσοστό το οποίο μειώνεται γραμμικά από 1,6 % έως 0 %, εάν υπερβαίνει τα 3 355 ευρώ, όχι όμως τα 4 980 ευρώ μηνιαίως.

Εάν το συνολικό εισόδημα από συντάξεις υπερβαίνει τα 4 980 ευρώ μηνιαίως δεν επέρχεται αύξηση.»

III. Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

16.      Οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης, άνδρες γεννηθέντες το 1940, το 1948 και το 1941 αντιστοίχως, απασχολήθηκαν ως ομοσπονδιακοί δημόσιοι υπάλληλοι στην Αυστρία. Συνταξιοδοτήθηκαν το 2000, το 2013 και το 2006, αντιστοίχως, και λαμβάνουν συντάξεις γήρατος δυνάμει του PG 1965 των οποίων το ακαθάριστο μηνιαίο ποσό ανερχόταν το 2017, για τον πρώτο σε 6 872,43 ευρώ, για τον δεύτερο σε 4 676,48 ευρώ και για τον τρίτο σε 5 713,22 ευρώ.

17.      Οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης ζήτησαν από τον BVAEB την έκδοση πράξεως για τον καθορισμό του ύψους των συντάξεων εκάστου εξ αυτών από την 1η Ιανουαρίου 2018. Ο BVAEB αποφάσισε ότι τα ποσά των συντάξεων του EB και του DP δεν υπέκειντο σε αναπροσαρμογή με την αιτιολογία ότι υπερέβαιναν το ανώτατο όριο των 4 980 ευρώ μηνιαίως που ορίζεται στο άρθρο 711, παράγραφος 1, του ASVG. Όσον αφορά τη σύνταξη του JS, η αναπροσαρμογή καθορίστηκε με την εφαρμογή συντελεστή αυξήσεως 0,2989 %.

18.      Οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης άσκησαν προσφυγή κατά των αποφάσεων αυτών ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακού διοικητικού δικαστηρίου, Αυστρία) υποστηρίζοντας ότι το άρθρο 41, παράγραφος 4, του PG 1965, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 711, παράγραφος 1, σημείο 4 και τελευταία περίοδος, του ASVG (στο εξής: επίμαχη ρύθμιση), σύμφωνα με το οποίο οι ίδιοι αποκλείονται εξ ολοκλήρου ή σχεδόν εξ ολοκλήρου από την αναπροσαρμογή του έτους 2018 λόγω του ύψους των συντάξεών τους, σε αντίθεση με τους δικαιούχους χαμηλότερων συντάξεων, δεν συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης για τον λόγο ότι εισάγει έμμεση δυσμενή διάκριση λόγω φύλου.

19.      Προς στήριξη της προσφυγής τους, προέβαλαν ότι η νομοθεσία περί αποδοχών και συντάξεων που τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωσή τους καθίσταται όλο και δυσμενέστερη από το 1995 και ότι ήδη από τις 31 Δεκεμβρίου 1998 η αναπροσαρμογή του ποσού των συντάξεων δεν ακολουθεί την εξέλιξη των αποδοχών των εν ενεργεία δημοσίων υπαλλήλων, όπως προβλεπόταν από τη μέχρι τότε ισχύουσα νομοθεσία, και ότι βασίζεται έκτοτε σε συντελεστή αναπροσαρμογής ο οποίος αντανακλά κατ’ ουσίαν την εξέλιξη της αγοραστικής δύναμης. Προσθέτουν ότι η αναπροσαρμογή των συντάξεων που είναι αναγκαία για τη «διατήρηση της εσωτερικής νομισματικής αξίας», όπως κατ’ αρχήν προβλέπεται από τη νομοθεσία περί αναπροσαρμογής των συντάξεων, δεν είχε πραγματοποιηθεί ανελλιπώς κατά τα προηγούμενα έτη.

20.      Οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης προσκόμισαν στατιστική ανάλυση προκειμένου να καταδειχθεί η κατανομή ανά φύλο και ανά ποσό των δικαιούχων συντάξεων γήρατος και συντάξεων επιζώντος που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του PG 1965. Από την ανάλυση αυτή προκύπτει ότι στην κατηγορία των δικαιούχων συντάξεων ύψους άνω των 4 980 ευρώ μηνιαίως περιλαμβάνονται συνολικά 8 417 άνδρες και 1 086 γυναίκες. Αν ληφθούν υπόψη μόνον οι συντάξεις γήρατος, στην κατηγορία αυτή συνταξιούχων περιλαμβάνονται 8 417 άνδρες και 1 040 γυναίκες. Απεναντίας, ο συνολικός αριθμός των δικαιούχων συντάξεων της αυστριακής ομοσπονδιακής δημόσιας διοικήσεως ανέρχεται σε 79 491 άνδρες και 22 470 γυναίκες. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακού διοικητικού δικαστηρίου), τα στοιχεία αυτά δεν αμφισβητήθηκαν ούτε από τον BVAEB ούτε από το δικαστήριο αυτό.

21.      Στις αποφάσεις που εκδόθηκαν επί των προσφυγών του ΕΒ και του DP, της 29ης Νοεμβρίου και της 10ης Δεκεμβρίου 2018, αντιστοίχως, το εν λόγω δικαστήριο διαπίστωσε ότι από τη ρύθμιση του άρθρου 711, παράγραφος 1, τελευταία περίοδος, του ASVG θίγονται πολύ περισσότεροι άνδρες από ό,τι γυναίκες, με το σκεπτικό ότι στην κατηγορία εκείνων που λαμβάνουν συντάξεις υπερβαίνουσες το ανώτατο κλιμάκιο περιλαμβάνονται περισσότεροι άνδρες. Αντιθέτως, το ίδιο δικαστήριο δεν προέβη σε τέτοιου είδους διαπίστωση στην απόφαση επί της προσφυγής του JS, η οποία εκδόθηκε, λόγω του μηνιαίου ποσού της συντάξεως που λαμβάνει, βάσει της ρυθμίσεως του άρθρου 711, παράγραφος 1, σημείο 4, του ASVG.

22.      Με τις αποφάσεις αυτές, το Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακό διοικητικό δικαστήριο) απέρριψε τις προσφυγές των αναιρεσειόντων της κύριας δίκης. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι η νομολογία του Δικαστηρίου που απορρέει από την απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2011, Brachner (C‑123/10, EU:C:2011:675), δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, δεδομένου ότι οι υποθέσεις της κύριας δίκης δεν αφορούν δυσμενή διάκριση σχετική με τις κατώτατες συντάξεις, αλλά δυσμενή μεταχείριση λόγω φύλου για τους δικαιούχους υψηλότερων συντάξεων, η οποία πρέπει να εκτιμηθεί βάσει διαφορετικού κριτηρίου. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε επίσης ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι υφίσταται δυσμενής διάκριση όταν η υπαγωγή στην κατηγορία των δικαιούχων υψηλότερων συντάξεων συνδέεται με δυσμενέστερη μεταχείριση ως προς την αύξηση της επίμαχης παροχής.

23.      Οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης άσκησαν αναίρεση κατά των αποφάσεων αυτών ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το οποίο συνένωσε τις υποθέσεις.

24.      Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης λαμβάνουν τις συντάξεις τους κατ’ εφαρμογήν όχι του ASVG, αλλά του PG 1965, οι διατάξεις του οποίου, κατά το μέτρο που είναι κρίσιμες εν προκειμένω, έχουν εφαρμογή στις συντάξεις δημοσίων υπαλλήλων οι οποίοι γεννήθηκαν πριν από το 1955, είχαν προσληφθεί με σχέση δημοσίου δικαίου το αργότερο έως το 2005 και στη συνέχεια συνταξιοδοτήθηκαν.

25.      Κατά το αιτούν δικαστήριο, υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου, οι συντάξεις που λαμβάνουν οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης εμπίπτουν στην έννοια της «αμοιβής» κατά το άρθρο 157 ΣΛΕΕ και πρέπει να θεωρηθούν ως παροχές χορηγούμενες δυνάμει «επαγγελματικού συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων», κατά την έννοια του πρωτοκόλλου (αριθ. 33) σχετικά με το άρθρο 157 ΣΛΕΕ, καθώς και του κεφαλαίου 2 του τίτλου II της οδηγίας 2006/54.

26.      Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι το ως άνω πρωτόκολλο και το άρθρο 12 της οδηγίας 2006/54 προβλέπουν περιορισμό της αναδρομικής ισχύος της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά τις «παροχές στο πλαίσιο των επαγγελματικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης», ο οποίος ανάγεται στην απόφαση Barber. Για τα κράτη μέλη τα οποία, όπως η Δημοκρατία της Αυστρίας, προσχώρησαν στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (14) την 1η Ιανουαρίου 1994, η αρχή της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών δεν μπορεί να προβληθεί για συνταξιοδοτικές παροχές που αφορούν περιόδους απασχολήσεως προγενέστερες της 1ης Ιανουαρίου 1994.

27.      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν, και σε ποιον βαθμό, ο περιορισμός αυτός επηρεάζει τη δυνατότητα των αναιρεσειόντων της κύριας δίκης να επικαλεστούν την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών σε σχέση με την επίμαχη ρύθμιση η οποία αφορά την αναπροσαρμογή των συντάξεων για το έτος 2018. Κατά το αιτούν δικαστήριο, τρεις είναι οι πιθανές ερμηνευτικές προσεγγίσεις.

28.      Σύμφωνα με την πρώτη ερμηνευτική προσέγγιση που προτείνεται από το αιτούν δικαστήριο, η αναπροσαρμογή των συντάξεων συνιστά στοιχείο της συνταξιοδοτικής παροχής, το οποίο ενδέχεται να αντιστοιχεί σε περιόδους απασχολήσεως προγενέστερες της 1ης Ιανουαρίου 1994, ήτοι της ημερομηνίας αναφοράς, οπότε αποκλείεται παντελώς η δυνατότητα των αναιρεσειόντων της κύριας δίκης να επικαλεστούν την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όπως αυτή θεσπίζεται στο άρθρο 157 ΣΛΕΕ και στην οδηγία 2006/54. Ωστόσο, η πρώτη αυτή ερμηνεία προσκρούει στη νομολογία του Δικαστηρίου, και ιδίως στην απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1993, Ten Oever (C‑109/91, EU:C:1993:833), καθώς και στο γράμμα του πρωτοκόλλου (αριθ. 33) σχετικά με το άρθρο 157 ΣΛΕΕ.

29.      Βάσει της δεύτερης ερμηνευτικής προσεγγίσεως, εφόσον οι συμπληρωθείσες περίοδοι απασχολήσεως είναι προγενέστερες της ημερομηνίας αναφοράς, δεν χωρεί επίκληση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Σε αυτήν την περίπτωση, θα έπρεπε για κάθε αναιρεσείοντα της κύριας δίκης να υπολογιστεί η αναλογία των περιόδων απασχολήσεώς του μετά την 1η Ιανουαρίου 1994 επί του συνόλου των περιόδων απασχολήσεώς του και να του χορηγηθεί αναπροσαρμογή της συντάξεως, κατά τρόπο μη ενέχοντα δυσμενή διάκριση, μόνο κατά την αναλογία αυτή.

30.      Κατά την τρίτη ερμηνευτική προσέγγιση, ο περιορισμός της αναδρομικής ισχύος της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως δεν έχει εφαρμογή σε στοιχεία παροχών όπως η ετήσια αναπροσαρμογή των συντάξεων. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η νομολογία του Δικαστηρίου τείνει προς την ερμηνεία αυτή.

31.      Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 108h του ASVG, το ποσό των συντάξεων πρέπει να αναπροσαρμόζεται ετησίως σε συνάρτηση με το ποσοστό του πληθωρισμού. Πλην όμως, ως αποτέλεσμα της επίμαχης ρυθμίσεως, οι δημόσιοι υπάλληλοι που λαμβάνουν μηνιαία σύνταξη υπερβαίνουσα ορισμένο ποσό βρίσκονται σε μειονεκτικότερη θέση σε σχέση με εκείνους που λαμβάνουν χαμηλότερη σύνταξη, διότι, σε αντίθεση με τους τελευταίους, αποκλείονται εξ ολοκλήρου ή σχεδόν εξ ολοκλήρου από την αύξηση για το έτος 2018. Ως εκ τούτου, το ζήτημα αν η έμμεση δυσμενής διάκριση λόγω φύλου που προκύπτει από την ως άνω ρύθμιση μπορεί, ενδεχομένως, να θεωρηθεί ως δικαιολογημένη υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης αποκτά καθοριστική σημασία για την έκβαση των υποθέσεων της κύριας δίκης.

32.      Συναφώς, ο BVAEB υποστήριξε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ότι η εν λόγω ρύθμιση επιδιώκει, πέραν του κύριου σκοπού της διατηρήσεως της αγοραστικής δύναμης των συνταξιούχων, έναν σκοπό με «κοινωνική συνιστώσα». Ειδικότερα, αν οι συντάξεις αναπροσαρμόζονταν σε ετήσια βάση με ενιαίο συντελεστή ανεξαρτήτως του ύψους τους, η αναπροσαρμογή αυτή πολύ σύντομα θα κατέληγε στη δημιουργία ενός «αδικαιολόγητου χάσματος». Επομένως, καθίσταται σαφές, υπό το πρίσμα τόσο της διατηρήσεως της αγοραστικής δύναμης όσο και της κοινωνικής αυτής συνιστώσας, ότι ο εθνικός νομοθέτης παρεμβαίνει ρυθμιστικά ενισχύοντας τις χαμηλές συντάξεις και ότι, για τις συντάξεις το ύψος των οποίων υπερβαίνει κατά πολύ τον μέσο όρο, δεν απαιτείται αύξηση της αγοραστικής δύναμης. Η αντιστρόφως προοδευτική αύξηση, αναλόγως του ύψους της συντάξεως, που επέλεξε ο νομοθέτης για την αναπροσαρμογή των συντάξεων για το έτος 2018, δικαιολογείται από το γεγονός ότι από την υπερβαίνουσα τον μέσο όρο αύξηση του κόστους των προϊόντων διατροφής και των εξόδων διαβίωσης (σίτιση, στέγαση) επλήγησαν οι χαμηλές και μεσαίες συντάξεις.

33.      Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς την αναγκαιότητα, την καταλληλότητα και, ιδίως, τη συνοχή της επίμαχης ρυθμίσεως. Ειδικότερα, η ρύθμιση αυτή περιορίζεται στους δικαιούχους συντάξεων, ενώ υπάρχουν κατάλληλοι μηχανισμοί κοινωνικής πολιτικής, των οποίων το πεδίο εφαρμογής ορίζεται με αντικειμενικό τρόπο, όπως οι προοδευτικοί συντελεστές του φόρου εισοδήματος, οι κοινωνικές μεταβιβάσεις και οι λοιπές ενισχύσεις που χρηματοδοτούνται από τους φόρους. Επιπλέον, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, όσοι εμπίπτουν στο άρθρο 41 του PG 1965, ήτοι οι συνταξιούχοι δημόσιοι υπάλληλοι, τελούν σε ειδικό καθεστώς το οποίο τους διαφοροποιεί ουσιωδώς από τους δικαιούχους συντάξεων χορηγούμενων από τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, δεδομένου ότι η σύνταξη του δημοσίου υπαλλήλου αποτελεί αμοιβή δημοσίου δικαίου, η οποία πρέπει να θεωρηθεί ως αντιστάθμιση για παρασχεθείσες υπηρεσίες. Σύμφωνα με τη νομολογία του Verfassungsgerichtshof (Συνταγματικού Δικαστηρίου, Αυστρία), το κύριο χαρακτηριστικό των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων έγκειται, μεταξύ άλλων, στο ότι η υπηρεσιακή σχέση του δημοσίου υπαλλήλου αποτελεί ισόβια έννομη σχέση, στο πλαίσιο της οποίας η σύνταξη συνιστά επίσης παροχή που καταβάλλεται αποκλειστικά από τον εργοδότη. Επομένως, ενώ οι συντάξεις που καταβάλλονται δυνάμει των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως βασίζονται στην αρχή της χρηματοδοτήσεως μέσω εισφορών και καταβάλλονται από ασφαλιστικό φορέα, οι εισφορές που καταβάλλουν οι εν ενεργεία δημόσιοι υπάλληλοι δεν περιέρχονται σε σύστημα συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως αλλά στον κρατικό προϋπολογισμό.

34.      Επιπλέον, ενώ ο εθνικός νομοθέτης προέβη σε σημαντική παρέμβαση όσον αφορά την αναπροσαρμογή των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων για το 2018, παρέλειψε να λάβει ένα τέτοιο μέτρο «κοινωνικής αντισταθμίσεως» για τους εν ενεργεία δημοσίους υπαλλήλους ως προς τους οποίους δεν εφαρμόστηκε αντιστρόφως προοδευτικός συντελεστής αύξησης κατά την αναπροσαρμογή των αποδοχών τους για το 2018. Για τους εν ενεργεία δημοσίους υπαλλήλους ίσχυσε γενική αύξηση της τάξεως του 2,33 %, η οποία δεν περιορίστηκε σε απλή τιμαριθμική αναπροσαρμογή, αλλά συμπεριέλαβε πρόσθετη αύξηση με την αιτιολογία ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι πρέπει να συμμετέχουν στα οφέλη της οικονομικής ανάπτυξης. Επίσης, ο εθνικός νομοθέτης παρενέβη μόνο στο πλαίσιο του επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που ισχύει για τους δημοσίους υπαλλήλους, αποφεύγοντας συγχρόνως αντίστοιχες παρεμβάσεις στα άλλα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, για παράδειγμα στα ιδιωτικά συστήματα, όπερ αποτελεί ένδειξη ελλείψεως συνοχής.

35.      Κατά το αιτούν δικαστήριο, τίθεται επίσης το ζήτημα αν, κατά τον έλεγχο αναλογικότητας και συνοχής της επίμαχης ρυθμίσεως, επιτρέπεται η εξέταση να εστιασθεί αποκλειστικά σε ένα μεμονωμένο έτος ή, αντιθέτως, αν πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το μέτρο αυτό δεν ήταν μοναδικό στο είδος του, δεδομένου ότι ο εθνικός νομοθέτης είχε ήδη προβλέψει επανειλημμένως, επί σειρά ετών, παρεκκλίσεις από τον γενικό κανόνα αναπροσαρμογής που θεσπίστηκε το 2004. Ειδικότερα, υποστηρίχθηκε από αναιρεσείοντα της κύριας δίκης, χωρίς να αμφισβητηθεί από το Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακό διοικητικό δικαστήριο), ότι από τον χρόνο της συνταξιοδοτήσεώς του έως το 2017 η αναπροσαρμογή της συντάξεώς του είχε ως αποτέλεσμα συνολική μείωση της τάξεως του 22 % σε σχέση με την προσήκουσα τιμαριθμική αναπροσαρμογή και, μετά την έναρξη ισχύος της επίμαχης ρυθμίσεως, της τάξεως του 25 %.

36.      Τέλος, πρέπει να διευκρινιστεί αν η ύπαρξη μιας κατηγορίας προσώπων που χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι λαμβάνει υψηλότερες συντάξεις και η οποία περιλαμβάνει σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ανδρών, διότι –συνεπεία της δυσμενούς μεταχειρίσεως που επιφυλασσόταν στις γυναίκες κατά το παρελθόν όσον αφορά τον επαγγελματικό βίο– οι άνδρες είχαν συχνότερα πρόσβαση σε θέσεις που οδηγούσαν στη λήψη υψηλότερων συντάξεων, αποτελεί αυτοτελή δικαιολογητικό λόγο ή, άλλως, αποκλείει τη δυνατότητα διαπιστώσεως, στο πλαίσιο αυτό, δυσμενούς διακρίσεως σε βάρος των ανδρών.

37.      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Verwaltungsgerichtshof (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει ο περιορισμός της διαχρονικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όπως απορρέει από την απόφαση Barber (C‑262/88, EU:C:1990:209), καθώς και από το πρωτόκολλο (αριθ. 33) σχετικά με το άρθρο 157 ΣΛΕΕ και από το άρθρο 12 της οδηγίας [2006/54], την έννοια ότι ένας (Αυστριακός) συνταξιούχος δεν δύναται ή δύναται μόνο για το μέρος των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του που αντιστοιχούν σε περιόδους απασχολήσεως μεταγενέστερες της 1ης Ιανουαρίου 1994 (και σε αναλογία προς τις περιόδους αυτές) να επικαλεστεί νομίμως την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, προκειμένου να προβάλει ότι οι ρυθμίσεις περί αναπροσαρμογής των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων για το έτος 2018, όπως η ρύθμιση που εφαρμόστηκε στις υποθέσεις της κύριας δίκης, εισήγαγαν δυσμενή διάκριση σε βάρος του;

2)      Έχει η επιταγή περί ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών (δυνάμει του άρθρου 157 ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της οδηγίας 2006/54) την έννοια ότι θεωρείται δικαιολογημένη η έμμεση δυσμενής διάκριση, όπως εκείνη η οποία, κατά περίπτωση, απορρέει από τις εφαρμοστέες στην υπόθεση της κύριας δίκης ρυθμίσεις περί αναπροσαρμογής των συντάξεων για το έτος 2018, λαμβανομένων επίσης υπόψη παρόμοιων μέτρων που είχαν προγενεστέρως εφαρμοσθεί και της προκληθείσας από τη σωρευτική ενέργεια των μέτρων αυτών σημαντικής μειώσεως της πραγματικής αξίας των συντάξεων (αναλόγως της περιπτώσεως, της τάξεως του 25 %) σε σχέση με την αναπροσαρμογή που θα προέκυπτε από εφαρμογή του δείκτη πληθωρισμού, ιδίως:

–        προκειμένου να αποτραπεί ένα “χάσμα” (που θα δημιουργούνταν σε περίπτωση τακτικής αναπροσαρμογής βάσει ενιαίου συντελεστή) μεταξύ υψηλότερων και χαμηλότερων συντάξεων, μολονότι το “χάσμα” αυτό θα αφορούσε απλώς ονομαστικές τιμές και δεν θα μετέβαλλε την αναλογία της αξίας των συντάξεων·

–        προκειμένου να επιτευχθεί μια γενική “κοινωνική συνιστώσα” με σκοπό την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των δικαιούχων χαμηλότερων συντάξεων, μολονότι α) ο εν λόγω σκοπός θα μπορούσε να επιτευχθεί και χωρίς περιορισμό της αναπροσαρμογής των υψηλότερων συντάξεων και β) ο νομοθέτης δεν έχει προβλέψει, στο πλαίσιο της αναπροσαρμογής των αποδοχών με βάση τον πληθωρισμό, επίσης παρόμοιο μέτρο προς ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των εν ενεργεία δημοσίων υπαλλήλων που λαμβάνουν χαμηλότερες αποδοχές (σε βάρος των εν ενεργεία δημοσίων υπαλλήλων που λαμβάνουν υψηλότερες αποδοχές) ούτε έχει θεσπίσει ρύθμιση για ανάλογη παρέμβαση στην αναπροσαρμογή της αξίας των συντάξεων που καταβάλλονται από άλλα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης (χωρίς κρατική συμμετοχή), ώστε να ενισχυθεί (σε βάρος της αναπροσαρμογής των υψηλότερων συντάξεων) η αγοραστική δύναμη των δικαιούχων χαμηλότερων συντάξεων·

–        προκειμένου να διατηρηθεί και να χρηματοδοτηθεί το “σύστημα”, μολονότι οι συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων δεν καταβάλλονται από ασφαλιστικό οργανισμό στο πλαίσιο συστήματος οργανωμένου κατά τους κανόνες περί ασφαλίσεως και χρηματοδοτούμενου από εισφορές, αλλά από το ομοσπονδιακό κράτος με την ιδιότητα του εργοδότη των συνταξιούχων δημοσίων υπαλλήλων, ως αμοιβή για την παρασχεθείσα εργασία, με αποτέλεσμα καθοριστικής σημασίας να είναι, εν τέλει, όχι η διατήρηση ή η χρηματοδότηση του συστήματος, αλλ’ απλώς και μόνο εκτιμήσεις δημοσιονομικής φύσεως·

–        διότι το σαφώς μεγαλύτερο, από στατιστικής απόψεως, ποσοστό ανδρών στην κατηγορία των δικαιούχων υψηλότερων συντάξεων πρέπει να θεωρηθεί ως απόρροια της ελλείψεως ίσων ευκαιριών για τις γυναίκες στην εργασία και στην απασχόληση –ελλείψεως που αποτελούσε τον κανόνα ιδίως κατά το παρελθόν–, στοιχείο το οποίο συνιστά αυτοτελή δικαιολογητικό λόγο ή ακόμη (σε επίπεδο που προηγείται της εξετάσεως ενός τέτοιου λόγου) αποκλείει εκ προοιμίου τη δυνατότητα διαπιστώσεως έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου, κατά την έννοια της οδηγίας [2006/54], σε βάρος των ανδρών, ή

–        διότι η ρύθμιση αυτή επιτρέπεται ως θετικό μέτρο κατά την έννοια του άρθρου 157, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ;»

38.      Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης, η Αυστριακή Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ο DP κατέθεσε επίσης συμπληρωματικές γραπτές παρατηρήσεις.

IV.    Ανάλυση

Α.      Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

39.      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το πρωτόκολλο (αριθ. 33) σχετικά με το άρθρο 157 ΣΛΕΕ και το άρθρο 12 της οδηγίας 2006/54 έχουν την έννοια ότι ο προβλεπόμενος στις διατάξεις αυτές περιορισμός της αναδρομικής ισχύος της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών εφαρμόζεται σε εθνική ρύθμιση περί παροχών χορηγούμενων στο πλαίσιο επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, η οποία προβλέπει ετήσια αναπροσαρμογή των συντάξεων που χορηγούνται μετά την 1η Ιανουαρίου 1994, στην περίπτωση που οι περίοδοι απασχολήσεως του ενδιαφερομένου ήταν εν μέρει προγενέστερες της ημερομηνίας αυτής.

40.      Κατ’ αρχάς πρέπει να εξετασθεί αν συντάξεις όπως αυτές των αναιρεσειόντων της κύριας δίκης εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 157 ΣΛΕΕ και της οδηγίας 2006/54.

41.      Κατά το άρθρο 157, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, ως «αμοιβή» νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας. Βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, ο όρος «αμοιβή», κατά την ως άνω διάταξη, πρέπει να ερμηνεύεται υπό ευρεία έννοια, περιλαμβάνει δε, μεταξύ άλλων, όλα τα οφέλη σε χρήμα ή σε είδος, παρόντα ή μέλλοντα, τα οποία ο εργοδότης υποχρεούται, έστω και εμμέσως, να καταβάλλει στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας του είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας είτε δυνάμει νομοθετικών διατάξεων είτε οικειοθελώς (15).

42.      Όσον αφορά, ειδικότερα, τις συντάξεις που χορηγούνται στους ομοσπονδιακούς δημοσίους υπαλλήλους δυνάμει του PG 1965, το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι το ποσό της συντάξεως εξαρτάται από τις περιόδους υπηρεσίας και τις εξομοιούμενες περιόδους καθώς και από τις αποδοχές που ελάμβανε ο δημόσιος υπάλληλος. Η σύνταξη συνιστά μελλοντική εις χρήμα παροχή, καταβαλλόμενη από τον εργοδότη στους υπαλλήλους του, ως άμεση συνέπεια της σχέσεως εργασίας τους. Συγκεκριμένα, η σύνταξη αυτή θεωρείται, στο εθνικό δίκαιο, ως αμοιβή η οποία εξακολουθεί να καταβάλλεται στο πλαίσιο της υπηρεσιακής σχέσεως η οποία συνεχίζει να υφίσταται και μετά την έναρξη της καταβολής της συντάξεως στον υπάλληλο. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω σύνταξη συνιστά «αμοιβή» κατά το άρθρο 157, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (16).

43.      Επιπλέον, το άρθρο 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2006/54 προβλέπει ότι η οδηγία περιέχει διατάξεις για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ως προς τα «επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης». Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της ως άνω οδηγίας ορίζει ότι ως τέτοια νοούνται τα «συστήματα που δεν διέπονται από την οδηγία [79/7], και που έχουν ως αντικείμενο τη χορήγηση στους εργαζόμενους, μισθωτούς ή αυτοαπασχολούμενους, στα πλαίσια επιχείρησης ή ομάδας επιχειρήσεων, οικονομικού κλάδου ή επαγγελματικού ή διεπαγγελματικού τομέα, παροχών που προορίζονται να συμπληρώσουν ή να υποκαταστήσουν τις παροχές των εκ του νόμου συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως του αν η υπαγωγή στα συστήματα αυτά είναι υποχρεωτική».

44.      Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το προβλεπόμενο στο πλαίσιο του PG 1965 συνταξιοδοτικό σύστημα των ομοσπονδιακών δημοσίων υπαλλήλων είναι σύστημα το οποίο χορηγεί στους εργαζόμενους ενός συγκεκριμένου επαγγελματικού τομέα παροχές που προορίζονται να υποκαταστήσουν τις παροχές του εκ του νόμου γενικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2006/54. Πράγματι, οι ομοσπονδιακοί δημόσιοι υπάλληλοι εξαιρούνται από το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως που έχει θεσπιστεί με τον ASVG λόγω της απασχολήσεώς τους στην υπηρεσία του Ομοσπονδιακού Δημοσίου διότι η εργασιακή τους σχέση τους παρέχει δικαίωμα σε συνταξιοδοτικές παροχές ισοδύναμες προς αυτές που προβλέπει το εκ του νόμου σύστημα ασφαλίσεως γήρατος (17).

45.      Ως εκ τούτου, όπως επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, συντάξεις όπως αυτές που λαμβάνουν οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης πρέπει να θεωρηθούν ως «αμοιβή» κατά την έννοια του άρθρου 157, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και ως παροχές καταβαλλόμενες στο πλαίσιο «επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης» του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2006/54 και, επομένως, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής.

46.      Όσον αφορά τις ως άνω παροχές, το δίκαιο της Ένωσης προβλέπει περιορισμό της αναδρομικής εφαρμογής της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών. Στην απόφαση Barber, το Δικαστήριο έκρινε ότι επιτακτικές ανάγκες ασφαλείας του δικαίου επιβάλλουν να μην επανεξετάζονται νομικές καταστάσεις που εξάντλησαν στο παρελθόν τα αποτελέσματά τους, διότι, σε μια τέτοια περίπτωση, θα κινδύνευε να διαταραχθεί αναδρομικά η οικονομική ισορροπία πολλών συμβατικώς αποκλεισθέντων συνταξιοδοτικών συστημάτων, αλλ’ ότι πρέπει να προβλεφθεί εξαίρεση υπέρ των προσώπων που εγκαίρως ανέλαβαν πρωτοβουλίες προς διασφάλιση των δικαιωμάτων τους. Κατά την εν λόγω απόφαση, κανένας περιορισμός των αποτελεσμάτων της ερμηνείας αυτής δεν μπορεί να γίνει δεκτός όσον αφορά τη γένεση συνταξιοδοτικού δικαιώματος μετά την έκδοση της εν λόγω απόφασης, με συνέπεια το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 157 ΣΛΕΕ) να μην μπορεί να προβληθεί για να στηρίξει το αίτημα θεμελιώσεως δικαιώματος συντάξεως, αναδρομικώς, σε χρόνο προγενέστερο της εκδόσεως της ίδιας απόφασης, με εξαίρεση την περίπτωση που οι εργαζόμενοι ή οι εξ αυτών έλκοντες δικαιώματα, πριν από την ημερομηνία αυτή, άσκησαν ένδικη προσφυγή ή υπέβαλαν ισοδύναμη κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο ένσταση (18).

47.      Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την απόφαση Barber, δεν μπορεί να γίνει επίκληση του άμεσου αποτελέσματος του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 157 ΣΛΕΕ), προκειμένου να ζητηθεί η εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως στον τομέα των επαγγελματικών συντάξεων παρά μόνον ως προς τις παροχές που οφείλονται βάσει περιόδων απασχολήσεως οι οποίες έχουν διανυθεί μετά τις 17 Μαΐου 1990, ημερομηνία εκδόσεως της ως άνω αποφάσεως, υπό την επιφύλαξη της εξαιρέσεως που προβλέπεται (19). Ο περιορισμός αυτός επαναλαμβάνεται στο πρωτόκολλο (αριθ. 33) σχετικά με το άρθρο 157 ΣΛΕΕ, η διατύπωση του οποίου είναι πανομοιότυπη με το πρωτόκολλο (αριθ. 2) σχετικά με το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο εμφανίζει σαφή σύνδεσμο με την απόφαση Barber, δεδομένου ότι αναφέρεται ειδικότερα στην ίδια ημερομηνία της 17ης Μαΐου 1990 (20). Αντίστοιχος περιορισμός προβλέπεται επίσης στο άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/54.

48.      Εν προκειμένω, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης αφορούν περιόδους εργασίας που εκτείνονται τόσο πριν όσο και μετά την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και στην Ένωση, δεν μπορεί να γίνεται επίκληση της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για συνταξιοδοτικές παροχές σχετικές με περιόδους εργασίας προ της 1ης Ιανουαρίου 1994 (21).

49.      Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η επίμαχη ρύθμιση περί αναπροσαρμογής των συντάξεων για το 2018 στο πλαίσιο του PG 1965 προέβλεπε αντιστρόφως προοδευτική αύξηση με πλήρη εξαίρεση των συντάξεων το ύψος των οποίων υπερέβαινε ορισμένο ανώτατο όριο. Κατά συνέπεια, οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης δεν έλαβαν καμία (στην περίπτωση των EB και DP) ή σχεδόν καμία (στην περίπτωση του JS) αύξηση των συντάξεών τους, καθόσον το ύψος τους υπερέβαινε ή προσέγγιζε τα 4 980 ευρώ μηνιαίως, σε αντίθεση με τους δικαιούχους χαμηλότερων συντάξεων. Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου υποστήριξαν ότι η κατηγορία των δικαιούχων συντάξεων ύψους άνω των 4 980 ευρώ μηνιαίως αποτελείται στη μεγάλη πλειονότητά της από άνδρες οι οποίοι, ως εκ τούτου, υφίστανται δυσμενή διάκριση λόγω φύλου.

50.      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται σε ποιον βαθμό οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης μπορούν να επικαλεστούν την αρχή της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών προκειμένου να υποστηρίξουν ότι η επίμαχη ρύθμιση ενέχει δυσμενή διάκριση λόγω φύλου απαγορευόμενη από το δίκαιο της Ένωσης. Το εν λόγω δικαστήριο εκθέτει τρεις πιθανές ερμηνευτικές προσεγγίσεις (22), εκτιμώντας ότι πλείονα επιχειρήματα συνηγορούν υπέρ της τρίτης ερμηνευτικής προσεγγίσεως, σύμφωνα με την οποία ο περιορισμός της αναδρομικής ισχύος της αρχής της ισότητας της αμοιβής που προβλέπεται στο πρωτόκολλο (αριθ. 33) σχετικά με το άρθρο 157 ΣΛΕΕ και στο άρθρο 12 της οδηγίας 2006/54 δεν εφαρμόζεται σε ετήσια αναπροσαρμογή συντάξεων όπως αυτή της κύριας δίκης.

51.      Συμφωνώ με την ανάλυση του αιτούντος δικαστηρίου. Ειδικότερα, το ως άνω πρωτόκολλο ορίζει ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 157 ΣΛΕΕ, οι δυνάμει επαγγελματικού συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων παροχές δεν θεωρούνται ως αποδοχές εφόσον αντιστοιχούν σε περιόδους απασχόλησης πριν από τις 17 Μαΐου 1990 (23). Πάντως, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου (24), το εν λόγω πρωτόκολλο πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με την απόφαση Barber. Η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση αφορούσε το γεγονός ότι μια γυναίκα εργαζομένη δικαιούται σύνταξη γήρατος ευθύς μετά την απόλυσή της για οικονομικούς λόγους, ενώ, σε παρόμοια περίπτωση, ένας άνδρας εργαζόμενος της ίδιας ηλικίας δικαιούται μόνο ετεροχρονισμένη σύνταξη (25). Το Δικαστήριο έκρινε ότι το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 157 ΣΛΕΕ) δεν μπορεί να προβληθεί για να στηρίξει το αίτημα θεμελιώσεως δικαιώματος συντάξεως, αναδρομικώς, σε χρόνο προγενέστερο της εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως (26).

52.      Ωστόσο, εν προκειμένω, οι υποθέσεις της κύριας δίκης δεν αφορούν τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης συνταξιοδοτήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 1994 και λαμβάνουν σύνταξη χωρίς να αμφισβητούν την ημερομηνία θεμελιώσεως του συνταξιοδοτικού δικαιώματος ούτε τον υπολογισμό του αρχικού ποσού της συντάξεως. Περαιτέρω, δεν αμφισβητούν το ποσό της συντάξεώς τους σε σχέση με τις πληρωμές που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στο παρελθόν ή σε σχέση με περιόδους απασχολήσεως προγενέστερες της 1ης Ιανουαρίου 1994.

53.      Οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης επικαλούνται την αρχή της ισότητας της αμοιβής μόνον όσον αφορά τη ρύθμιση περί αναπροσαρμογής των συντάξεων για το έτος 2018. Η αναπροσαρμογή αυτή ισχύει αποκλειστικά για το εν λόγω έτος και δεν έχει αναδρομική ισχύ. Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι η εφαρμογή της αρχής της ισότητας της αμοιβής δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο για το μέρος των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων που αντιστοιχούν σε περιόδους απασχολήσεως μεταγενέστερες της 1ης Ιανουαρίου 1994. Αντιθέτως, οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης μπορούν να επικαλεστούν πλήρως την αρχή της ισότητας της αμοιβής χωρίς περιορισμό της αναδρομικής ισχύος της αρχής αυτής.

54.      Ως εκ τούτου, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα προτείνω να δοθεί η απάντηση ότι το πρωτόκολλο (αριθ. 33) σχετικά με το άρθρο 157 ΣΛΕΕ και το άρθρο 12 της οδηγίας 2006/54 έχουν την έννοια ότι ο προβλεπόμενος στις διατάξεις αυτές περιορισμός της αναδρομικής ισχύος της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών δεν έχει εφαρμογή σε εθνική ρύθμιση περί παροχών χορηγούμενων στο πλαίσιο επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, η οποία προβλέπει ετήσια αναπροσαρμογή των συντάξεων που χορηγούνται μετά την 1η Ιανουαρίου 1994, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία οι περίοδοι απασχολήσεως του ενδιαφερομένου ήταν εν μέρει προγενέστερες της ημερομηνίας αυτής.

Β.      Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος

55.      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 157 ΣΛΕΕ και το άρθρο 5 της οδηγίας 2006/54 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση που προβλέπει ετήσια αναπροσαρμογή των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων υπό τη μορφή αντιστρόφως προοδευτικής αυξήσεως από την οποία εξαιρούνται εξ ολοκλήρου οι συντάξεις το ύψος των οποίων υπερβαίνει ορισμένο ανώτατο όριο, στην περίπτωση κατά την οποία η ρύθμιση αυτή θίγει σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό ανδρών από ό,τι γυναικών.

56.      Σύμφωνα με το άρθρο 5, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2006/54, απαγορεύεται κάθε άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φύλου κατά τον υπολογισμό των παροχών στο πλαίσιο των επαγγελματικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως τα οποία, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο iii, της οδηγίας αυτής, εξασφαλίζουν προστασία, μεταξύ άλλων, κατά του κινδύνου του «γήρατος» (27).

57.      Διαπιστώνεται, κατ’ αρχάς, ότι εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν εισάγει άμεση δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, δεδομένου ότι εφαρμόζεται αδιακρίτως στους άνδρες εργαζομένους και στις γυναίκες εργαζόμενες.

58.      Όσον αφορά το ζήτημα αν μια τέτοια ρύθμιση εισάγει έμμεση δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, για τους σκοπούς της οδηγίας 2006/54 και σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, έμμεση διάκριση υφίσταται όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική θέτει σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση πρόσωπα ενός φύλου σε σύγκριση με πρόσωπα του άλλου φύλου, εκτός αν αυτή η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικώς από νόμιμο σκοπό και τα μέσα για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού είναι πρόσφορα και αναγκαία.

59.      Όπως επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, δυνάμει της επίμαχης ρυθμίσεως, οι ομοσπονδιακοί δημόσιοι υπάλληλοι που λαμβάνουν μηνιαία σύνταξη που υπερβαίνει ορισμένο ύψος βρίσκονται σε μειονεκτικότερη θέση έναντι των δικαιούχων χαμηλότερων συντάξεων, καθόσον οι συντάξεις τους δεν αυξήθηκαν.

60.      Όσον αφορά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2006/54, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η ύπαρξη ιδιαίτερα μειονεκτικής μεταχείρισης μπορεί να διαπιστωθεί, ιδίως, αν αποδεικνύεται ότι ορισμένη κανονιστική ρύθμιση επηρεάζει δυσμενώς σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό ατόμων ενός φύλου σε σύγκριση με άτομα του άλλου φύλου (28). Αρμόδια για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από τα οποία μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη έμμεσης διάκρισης είναι τα εθνικά δικαστήρια, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή την εθνική πρακτική, που μπορούν να προβλέπουν, ειδικότερα, ότι η έμμεση διάκριση μπορεί να αποδεικνύεται με κάθε αποδεικτικό μέσο, συμπεριλαμβανομένων των στατιστικών στοιχείων (29). Ως εκ τούτου, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει σε ποιον βαθμό τα στατιστικά στοιχεία που προσκομίστηκαν ενώπιόν του είναι αξιόπιστα και αν αυτά μπορούν να ληφθούν υπόψη, δηλαδή, ιδίως, αν δεν εκφράζουν καθαρά τυχαία ή συγκυριακά φαινόμενα και αν είναι αρκούντως σημαντικά (30).

61.      Ως προς το ζήτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, βάσει των διαπιστώσεων του Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακού διοικητικού δικαστηρίου) στις υποθέσεις των EB και DP, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να πληρούνται οι στατιστικές προϋποθέσεις έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου. Αν το αιτούν δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη ρύθμιση έχει αρνητικές συνέπειες για σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό ανδρών από ό,τι γυναικών, οφείλει να εξετάσει σε ποιον βαθμό μια τέτοια διαφορετική μεταχείριση μπορεί παρά ταύτα να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς παράγοντες, ξένους προς κάθε δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2006/54.

62.      Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, αυτό συμβαίνει ειδικότερα όταν τα επιλεγέντα μέσα εξυπηρετούν θεμιτό σκοπό κοινωνικής πολιτικής, είναι κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με τη νομοθεσία αυτή σκοπού και είναι αναγκαία προς τούτο, εξυπακουομένου ότι τα εν λόγω μέσα δεν μπορούν να θεωρούνται κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού παρά μόνον αν εξυπηρετούν πράγματι την επίτευξή του και η εφαρμογή τους γίνεται με συνέπεια και σύστημα (31). Στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εναπόκειται πάντως, αφού αυτό έχει θεσπίσει τον κανόνα για τον οποίο προβάλλεται ότι εισάγει διακρίσεις, να αποδείξει ότι ο εν λόγω κανόνας εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό της κοινωνικής πολιτικής του, ότι ο εν λόγω σκοπός είναι ξένος προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου και ότι ήταν εύλογη η εκτίμησή του ότι τα μέσα που επέλεξε είναι πρόσφορα για την υλοποίηση του σκοπού αυτού (32). Το Δικαστήριο έχει κρίνει επίσης ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά την επιλογή των μέτρων που είναι πρόσφορα για την υλοποίηση των σκοπών της κοινωνικής πολιτικής τους και της πολιτικής τους για την απασχόληση (33).

63.      Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επιπλέον ότι, μολονότι τελικά στο εθνικό δικαστήριο, που είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά και να ερμηνεύσει την εθνική νομοθεσία, εναπόκειται να κρίνει αν και σε ποιον βαθμό η επίμαχη νομοθετική διάταξη είναι δικαιολογημένη λόγω τέτοιων αντικειμενικών παραγόντων, το Δικαστήριο, καλούμενο στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμες απαντήσεις, είναι αρμόδιο να παράσχει, με βάση τη δικογραφία της υποθέσεως της κύριας δίκης, τα στοιχεία που θα δώσουν στο εθνικό δικαστήριο τη δυνατότητα να εκδώσει την απόφασή του (34).

64.      Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής και τις γραπτές παρατηρήσεις της Αυστριακής Κυβέρνησης προκύπτει ότι η επίμαχη ρύθμιση, πέραν του σκοπού της διατηρήσεως της αγοραστικής δύναμης των συνταξιούχων, επιδιώκει σκοπό με «κοινωνική συνιστώσα», υπό την έννοια ότι, όσον αφορά το έτος 2018, από την υπερβαίνουσα τον μέσο όρο αύξηση του κόστους των αγαθών τρέχουσας καταναλώσεως (προϊόντα τροφίμων) και της στέγασης επλήγησαν περισσότερο οι συνταξιούχοι δημόσιοι υπάλληλοι που λαμβάνουν χαμηλές συντάξεις. Η ειδική αναπροσαρμογή των συντάξεων που θεσπίστηκε με τη ρύθμιση αυτή αποσκοπούσε στην αντιστάθμιση της συγκεκριμένης απώλειας αγοραστικής δύναμης των χαμηλότερων και μεσαίων εισοδημάτων μέσω μιας ευρύτερης αναπροσαρμογής σε σχέση με την γενικώς ισχύουσα αναπροσαρμογή που προβλέπεται στο άρθρο 108h του ASVG. Επιπλέον, κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση, χάρη στην αντιστρόφως προοδευτική αύξηση των συντάξεων με πλήρη εξαίρεση από την αύξηση των συντάξεων των οποίων το ύψος υπερβαίνει ορισμένο ανώτατο όριο, το συνταξιοδοτικό σύστημα των δημοσίων υπαλλήλων, το οποίο δεν χρηματοδοτείται από τις ασφαλιστικές εισφορές αλλά από κρατικούς πόρους, εξοικονόμησε χρήματα (35). Η επίμαχη ρύθμιση θα μπορούσε, συνεπώς, να ενταχθεί στο πλαίσιο της βιώσιμης χρηματοδοτήσεως των παροχών και της δικαιοσύνης μεταξύ των γενεών.

65.      Ως προς το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, μολονότι δημοσιονομικές εκτιμήσεις δεν μπορούν να δικαιολογήσουν δυσμενή διάκριση εις βάρος ενός από τα δύο φύλα, οι σκοποί οι οποίοι συνίστανται στην εξασφάλιση της βιώσιμης χρηματοδοτήσεως των συντάξεων και στη μείωση της διαφοράς μεταξύ των επιπέδων των συντάξεων που χρηματοδοτούνται από το κράτος μπορούν, λαμβανομένου υπόψη του ευρέος περιθωρίου εκτιμήσεως των κρατών μελών, να θεωρηθούν ως θεμιτοί σκοποί κοινωνικής πολιτικής οι οποίοι είναι ξένοι προς κάθε δυσμενή διάκριση λόγω φύλου (36).

66.      Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η επίμαχη ρύθμιση δικαιολογείται αντικειμενικώς από νόμιμους σκοπούς, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2006/54.

67.      Εν προκειμένω, και με την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να προβεί, η επίμαχη ρύθμιση φαίνεται, ως εκ της φύσεώς της, ότι επιδιώκει τέτοιους σκοπούς. Πράγματι, αφενός, η εξοικονόμηση χρημάτων λόγω της μη αναπροσαρμογής των υψηλότερων συντάξεων κατέστησε δυνατή την αύξηση των χαμηλότερων συντάξεων, επιτυγχάνοντας συγχρόνως εξοικονόμηση πόρων του κρατικού προϋπολογισμού, με σκοπό να εξασφαλισθεί η μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων (37).

68.      Αφετέρου, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, η αναπροσαρμογή των συντάξεων βάσει του πληθωρισμού δεν μεταβάλλει, αυτή καθ’ εαυτήν, τις διαφορές μεταξύ των επιπέδων των διαφόρων συντάξεων και η μεταξύ τους διαφορά παραμένει αμετάβλητη από μαθηματικής απόψεως. Ωστόσο, η βούληση του εθνικού νομοθέτη να παράσχει μεγαλύτερη προστασία από τις επιπτώσεις του πληθωρισμού στις χαμηλότερες συντάξεις αποτελεί θεμιτό σκοπό κοινωνικής πολιτικής στον βαθμό που η άνοδος των τιμών έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο στο βιοτικό επίπεδο εκείνων που λαμβάνουν χαμηλότερες συντάξεις. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η επίμαχη ρύθμιση θίγει μόνον τις παροχές που υπερβαίνουν ορισμένο όριο, έχει ως αποτέλεσμα την προσέγγιση του ύψους των παροχών αυτών προς εκείνο των χαμηλότερων συντάξεων (38).

69.      Η ρύθμιση αυτή, όπως φαίνεται, δεν συνεπάγεται μέτρα που υπερβαίνουν το αναγκαίο προς επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών, ιδίως κατά το μέτρο που οι περιορισμοί στην αύξηση των συντάξεων τους οποίους προβλέπει το άρθρο 711 του ASVG κλιμακώνονται σε συνάρτηση με το ύψος των χορηγούμενων παροχών (39).

70.      Βάσει του σκεπτικού που εξέθεσε το αιτούν δικαστήριο, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον ρύθμιση όπως αυτή της κύριας δίκης εφαρμόζεται κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό.

71.      Πρώτον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η επίμαχη ρύθμιση περιορίζεται στους δικαιούχους συντάξεων, ενώ υπάρχουν κατάλληλοι μηχανισμοί κοινωνικής πολιτικής, όπως οι προοδευτικοί συντελεστές φορολογίας εισοδήματος ή οι παροχές πρόνοιας που χρηματοδοτούνται από τους φόρους. Πλην όμως, κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι υπάρχουν άλλοι μηχανισμοί κοινωνικής πολιτικής δεν μπορεί να στερήσει από ένα κράτος μέλος τη δυνατότητα να αναπροσαρμόζει το ύψος των συντάξεων. Στο πλαίσιο του ευρέος περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτει, το εν λόγω κράτος μέλος πρέπει να διαθέτει την ευχέρεια να χρησιμοποιεί τα διαφορετικά αυτά μέσα, από κοινού ή χωριστά, για να επιδιώξει έναν θεμιτό σκοπό κοινωνικής πολιτικής.

72.      Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, ενώ οι συντάξεις που καταβάλλονται στο πλαίσιο των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως βασίζονται στην αρχή της χρηματοδοτήσεως μέσω εισφορών και καταβάλλονται από ασφαλιστικό φορέα, οι εισφορές των εν ενεργεία δημοσίων υπαλλήλων δεν περιέρχονται σε σύστημα συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως αλλά στον κρατικό προϋπολογισμό. Είμαι της γνώμης ότι αυτή η διαφορά στο νομικό καθεστώς μεταξύ των δημοσίων υπαλλήλων και εκείνων που καταβάλλουν εισφορές σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως δεν σημαίνει ότι οι συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων πρέπει οπωσδήποτε να αναπροσαρμόζονται ομοιόμορφα βάσει του πληθωρισμού. Πράγματι, η βιώσιμη χρηματοδότηση των συντάξεων και η μείωση της διαφοράς μεταξύ των επιπέδων των συντάξεων, θεμιτοί σκοποί κοινωνικής πολιτικής άσχετοι προς οποιαδήποτε δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, μπορούν να εφαρμοστούν τόσο σε συνταξιοδοτικό σύστημα χρηματοδοτούμενο από το κράτος όσο και σε σύστημα το οποίο στηρίζεται σε εισφορές που καταβάλλονται σε ασφαλιστικό φορέα.

73.      Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, μολονότι ο εθνικός νομοθέτης προέβη σε σημαντική παρέμβαση όσον αφορά την αναπροσαρμογή των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων για το έτος 2018, εντούτοις, παρέλειψε να λάβει ένα τέτοιο μέτρο «κοινωνικής αντισταθμίσεως» υπέρ των εν ενεργεία δημοσίων υπαλλήλων στους οποίους δεν εφαρμόστηκε αντιστρόφως προοδευτικός συντελεστής αυξήσεως κατά την αναπροσαρμογή των αποδοχών τους για το 2018. Ωστόσο, φρονώ ότι η εξακρίβωση του κατά πόσον τα μέσα που επιλέγονται για την επίτευξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εφαρμόζονται με συνέπεια και σύστημα πρέπει να γίνει με αναφορά στην οικεία κατηγορία, ήτοι εκείνη των συνταξιούχων δημοσίων υπαλλήλων. Ως προς το ζήτημα αυτό, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει αν, όπως υποστηρίζει η Αυστριακή Κυβέρνηση, η επίμαχη ρύθμιση εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους δικαιούχους κρατικής συντάξεως. Εάν αυτό δεν ισχύει, η ως άνω ρύθμιση στερείται συνοχής υπ’ αυτό το πρίσμα. Εάν αυτό ισχύει, η διαφορά μεταξύ των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων και των μισθών των εν ενεργεία δημοσίων υπαλλήλων δεν εμπίπτει, κατά τη γνώμη μου, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 της οδηγίας 2006/54, που αποσκοπεί μόνο στην απαγόρευση κάθε άμεσης ή έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως.

74.      Τέταρτον, το αιτούν δικαστήριο υποστηρίζει ότι ο εθνικός νομοθέτης παρενέβη μόνο στο πλαίσιο του επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζεται στους δημοσίους υπαλλήλους, αποφεύγοντας παράλληλα ανάλογες παρεμβάσεις στα άλλα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, για παράδειγμα στα ιδιωτικά συστήματα. Όσον αφορά το επιχείρημα αυτό, φρονώ ότι ούτε η περίπτωση αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 της οδηγίας 2006/54. Πράγματι, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον, όσον αφορά το επίμαχο επαγγελματικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, τηρείται η αρχή της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών. Η εφαρμογή της αρχής αυτής δεν προϋποθέτει ότι η εθνική ρύθμιση εφαρμόζεται κατά τον ίδιο τρόπο σε όλα τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 2006/54.

75.      Πέμπτον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, για έναν από τους αναιρεσείοντες της κύριας δίκης, το ποσό της συντάξεώς του, μετά την έναρξη ισχύος της επίμαχης ρυθμίσεως, μειώθηκε κατά 25 % σε σύγκριση με το ποσό που θα προέκυπτε σε περίπτωση προσήκουσας τιμαριθμικής αναπροσαρμογής από τον χρόνο της συνταξιοδοτήσεώς του. Με τις γραπτές παρατηρήσεις τους, οι αναιρεσείοντες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι, ως δημόσιοι υπάλληλοι που συνδέονται με τον εργοδότη τους με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου, το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι έχουν παράσχει εργασία που αντιστοιχεί σε αποδοχές οι οποίες μειώνονται σήμερα εκ των υστέρων. Ωστόσο, είμαι της γνώμης ότι η κατάσταση αυτή αφορά το εθνικό δίκαιο και την κοινωνική πολιτική που επιθυμούν να ασκήσουν τα κράτη μέλη. Πράγματι, η νομοθεσία της Ένωσης δεν απαιτεί το ύψος της σύνταξης να ακολουθεί τον δείκτη του πληθωρισμού και να διατηρείται στο ίδιο επίπεδο, σε σταθερές τιμές. Όσον αφορά ειδικότερα το άρθρο 157 ΣΛΕΕ και την οδηγία 2006/54, των οποίων ζητείται η ερμηνεία, οι διατάξεις αυτές προβλέπουν μόνον την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, στο πλαίσιο της οποίας, αφενός, όπως προαναφέρθηκε, η μείωση της διαφοράς μεταξύ των επιπέδων των συντάξεων που χρηματοδοτούνται από το κράτος συνιστά θεμιτό σκοπό κοινωνικής πολιτικής και, αφετέρου, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως.

76.      Σε γενικές γραμμές, φρονώ ότι τα πέντε πρώτα επιχειρήματα που προέβαλε το αιτούν δικαστήριο άπτονται των ορίων που μπορούν να τεθούν στην ελευθερία δράσεως των κρατών μελών στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής. Δεν αφορούν, αυτά καθ’ εαυτά, την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, κατά την έννοια του άρθρου 5 της οδηγίας 2006/54, το οποίο επιτάσσει, στο πλαίσιο ενός τέτοιου συστήματος, τη διασφάλιση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών.

77.      Τέλος, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η παροχή πλεονεκτήματος στις γυναίκες κατά την αναπροσαρμογή των συντάξεων, με την αιτιολογία ότι κατά το παρελθόν βρίσκονταν σε μειονεκτικότερη θέση στην επαγγελματική ζωή, συνιστά θεμιτό σκοπό σύμφωνα με το άρθρο 157, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε εθνική ρύθμιση η οποία περιορίζεται στη χορήγηση στις γυναίκες υψηλότερης συντάξεως χωρίς να αποκαθιστά τα προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίζουν κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας και ότι η αύξηση αυτή δεν μπορεί, στηρίζοντας τη σταδιοδρομία των γυναικών, να αντισταθμίσει τα μειονεκτήματα που αυτές αντιμετωπίζουν και να εξασφαλίσει, επομένως, εμπράκτως πλήρη ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών στην επαγγελματική ζωή (40).

78.      Κατά συνέπεια, είμαι της γνώμης ότι, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να προβεί, ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη εφαρμόζεται κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό.

79.      Εν κατακλείδι, θα ήθελα να τονίσω ότι, όπως αναφέρει το αιτούν δικαστήριο στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, η στατιστική υπερεκπροσώπηση των ανδρών στην κατηγορία των προσώπων που λαμβάνουν υψηλότερες συντάξεις οφείλεται στην έλλειψη ίσων ευκαιριών απασχολήσεως για τις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες. Πράγματι, η διαφορά μεταξύ των ποσών των συντάξεων των ανδρών και των συντάξεων των γυναικών ανάγεται ιστορικά στη διαφορετική τους αντιμετώπιση κατά την επαγγελματική σταδιοδρομία. Φρονώ ότι η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως προβλέπεται στο άρθρο 157 ΣΛΕΕ και στην οδηγία 2006/54, δεν αποσκοπεί στη διαιώνιση αυτής της άνισης μεταχειρίσεως, διατηρώντας τους άνδρες σε σαφώς ευνοϊκότερη θέση. Ως εκ τούτου, οι απαιτήσεις σχετικά με τη δικαιολόγηση τυχόν έμμεσης διακρίσεως λόγω φύλου είναι αναλογικά πιο περιορισμένες (41).

80.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 157 ΣΛΕΕ και το άρθρο 5 της οδηγίας 2006/54 έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν εθνική ρύθμιση που προβλέπει ετήσια αναπροσαρμογή των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων υπό τη μορφή αντιστρόφως προοδευτικής αυξήσεως από την οποία εξαιρούνται εξ ολοκλήρου οι συντάξεις το ύψος των οποίων υπερβαίνει ορισμένο ανώτατο όριο, στην περίπτωση κατά την οποία η ρύθμιση αυτή επηρεάζει αρνητικά σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ανδρών από ό,τι γυναικών, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω ρύθμιση δικαιολογείται από αντικειμενικούς παράγοντες άσχετους προς οποιαδήποτε δυσμενή διάκριση λόγω φύλου.

V.      Πρόταση

81.      Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Verwaltungsgerichtshof (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Αυστρία) ως εξής:

1)      Το πρωτόκολλο (αριθ. 33) σχετικά με το άρθρο 157 ΣΛΕΕ και το άρθρο 12 της οδηγίας 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης, έχουν την έννοια ότι ο προβλεπόμενος στις διατάξεις αυτές περιορισμός της αναδρομικής ισχύος της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών δεν έχει εφαρμογή σε εθνική ρύθμιση περί παροχών χορηγούμενων στο πλαίσιο επαγγελματικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, η οποία προβλέπει ετήσια αναπροσαρμογή των συντάξεων που χορηγούνται μετά την 1η Ιανουαρίου 1994, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία οι περίοδοι απασχολήσεως του ενδιαφερομένου ήταν εν μέρει προγενέστερες της ημερομηνίας αυτής.

2)      Το άρθρο 157 ΣΛΕΕ και το άρθρο 5 της οδηγίας 2006/54 έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν εθνική ρύθμιση που προβλέπει ετήσια αναπροσαρμογή των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων υπό τη μορφή αντιστρόφως προοδευτικής αυξήσεως από την οποία εξαιρούνται εξ ολοκλήρου οι συντάξεις το ύψος των οποίων υπερβαίνει ορισμένο ανώτατο όριο, στην περίπτωση κατά την οποία η ρύθμιση αυτή επηρεάζει αρνητικά σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ανδρών από ό,τι γυναικών, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω ρύθμιση δικαιολογείται από αντικειμενικούς παράγοντες άσχετους προς οποιαδήποτε δυσμενή διάκριση λόγω φύλου.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      Απόφαση της 15ης Ιουνίου 1978, Defrenne, αποκαλούμενη «Defrenne III» (149/77, EU:C:1978:130, σκέψεις 26 και 27).


3      Απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, Defrenne, αποκαλούμενη «Defrenne II» (43/75, EU:C:1976:56, σκέψη 40).


4      Απόφαση Barber (σκέψη 30).


5      Απόφαση Barber (σκέψη 45). Προβλέπεται εξαίρεση για τους εργαζομένους ή τους εξ αυτών έλκοντες δικαιώματα οι οποίοι, πριν από την ημερομηνία της ως άνω αποφάσεως, άσκησαν ένδικη προσφυγή ή υπέβαλαν ισοδύναμη κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο ένσταση.


6      Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (ΕΕ 2006, L 204, σ. 23).


7      ΕΕ 1979, L 6, σ. 24.


8      BGBl., 340/1965.


9      BGBl. I, 151/2017.


10      BGBl., 189/1955.


11      BGBl. Ι, 29/2017.


12      BGBl. Ι, 111/2010.


13      BGBl. Ι, 151/2017.


14      Συμφωνία που υπεγράφη στις 2 Μαΐου 1992 (ΕΕ 1994, L 1, σ. 3) και εγκρίθηκε με την απόφαση 94/1/ΕΚ, ΕΚΑΧ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1993, για τη σύναψη συμφωνίας σχετικά με τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, των κρατών μελών αυτών και της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας, της Δημοκρατίας της Ισλανδίας, του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν, του Βασιλείου της Νορβηγίας, του Βασιλείου της Σουηδίας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας (ΕΕ 1994, L 1, σ. 1).


15      Απόφαση της 8ης Μαΐου 2019, Praxair MRC (C 486/18, EU:C:2019:379, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


16      Απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2015, Felber (C‑529/13, EU:C:2015:20, σκέψη 23).


17      Απόφαση της 16ης Ιουνίου 2016, Lesar (C‑159/15, EU:C:2016:451, σκέψη 28).


18      Σκέψεις 44 και 45 της αποφάσεως Barber. Βλ. επίσης απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2003, Schönheit και Becker (C‑4/02 και C‑5/02, EU:C:2003:583, σκέψη 99).


19      Απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2003, Schönheit και Becker (C‑4/02 και C‑5/02, EU:C:2003:583, σκέψη 100 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


20      Πρβλ. απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2003, Schönheit και Becker (C‑4/02 και C‑5/02, EU:C:2003:583, σκέψη 101 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


21      Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2002, Niemi (C‑351/00, EU:C:2002:480, σκέψεις 54 και 55). Στο ίδιο πνεύμα, το άρθρο 12, παράγραφος 3, της οδηγίας 2006/54 προβλέπει ότι «[γ]ια τα κράτη μέλη που προσχώρησαν στην Κοινότητα μετά τις 17 Μαΐου 1990 και τα οποία, την 1η Ιανουαρίου 1994, ήταν συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, η ημερομηνία 17 Μαΐου 1990 [...] αντικαθίσταται από την 1η Ιανουαρίου 1994».


22      Βλέπε σημεία 28 έως 30 των παρουσών προτάσεων.


23      Το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/54 είναι σχεδόν πανομοιότυπα διατυπωμένο με το πρωτόκολλο (αριθ. 33) σχετικά με το άρθρο 157 ΣΛΕΕ και ορίζει ότι «[τ]α μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου, όσον αφορά τους εργαζομένους, καλύπτουν όλες τις παροχές στο πλαίσιο των επαγγελματικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης που οφείλονται σε περιόδους απασχόλησης μεταγενέστερες της 17ης Μαΐου 1990 και ισχύουν αναδρομικά από την ημερομηνία αυτή». Αμφότερες οι διατάξεις αυτές τελούν υπό την επιφύλαξη εξαιρέσεως η οποία δεν έχει εφαρμογή σε υποθέσεις όπως αυτές της κύριας δίκης.


24      Βλ. σημείο 47 των παρουσών προτάσεων.


25      Απόφαση Barber (σκέψη 38).


26      Με την επιφύλαξη εξαιρέσεως η οποία δεν έχει εφαρμογή σε υποθέσεις όπως αυτές της κύριας δίκης.


27      Απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2020, YS (Επαγγελματικές συντάξεις στελεχών επιχειρήσεων) (C‑223/19, στο εξής: απόφαση YS, EU:C:2020:753, σκέψη 41).


28      Απόφαση ΥS (σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


29      Απόφαση ΥS (σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


30      Απόφαση ΥS (σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Υπογραμμίζω ότι τα στατιστικά αυτά στοιχεία έχουν σχετική μόνο αξία και δεν μπορούν να εκληφθούν ως απόλυτη βάση προκειμένου να διαπιστωθεί ότι πρόσωπα ενός φύλου βρίσκονται σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση σε σύγκριση με πρόσωπα του άλλου φύλου.


31      Απόφαση ΥS (σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


32      Απόφαση της 17ης Ιουλίου 2014, Leone (C‑173/13, EU:C:2014:2090, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


33      Απόφαση ΥS (σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


34      Πρβλ. απόφαση YS (σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


35      Επισημαίνω ότι, στις γραπτές παρατηρήσεις του, ο DP αμφισβητεί ότι οι στόχοι αυτοί αποτελούν τη βάση της επίμαχης ρυθμίσεως.


36      Απόφαση ΥS (σκέψεις 60 και 61). Βλ. επίσης απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2021, INSS (C‑843/19, EU:C:2021:55, σκέψη 38).


37      Βλ., συναφώς, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση NK (Επαγγελματικές συντάξεις στελεχών επιχειρήσεων) (C‑223/19, EU:C:2020:356, σημείο 79), κατά την οποία ο εθνικός νομοθέτης φαίνεται να επιδιώκει τον σκοπό της ελαφρύνσεως του δημόσιου ασφαλιστικού συστήματος κατά τρόπο ολοκληρωμένο και συστηματικό.


38      Πρβλ. απόφαση YS (σκέψη 63).


39      Πρβλ. απόφαση YS (σκέψη 65).


40      Πρβλ. απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2019, Instituto Nacional de la Seguridad Social (Προσαύξηση σύνταξης για τις μητέρες) (C‑450/18, EU:C:2019:1075, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


41      Πρβλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση NK (Επαγγελματικές συντάξεις στελεχών επιχειρήσεων) (C‑223/19, EU:C:2020:356, σημείο 76).

Top