EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62020CC0238

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Α. Ράντου της 9ης Σεπτεμβρίου 2021.
«Sātiņi-S» SIA.
Αίτηση του Augstākā tiesa (Senāts) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 17 – Δικαίωμα ιδιοκτησίας – Οδηγία 2009/147/ΕΟΚ – Αποκατάσταση των ζημιών που προκαλούνται στην υδατοκαλλιέργεια σε περιοχή του δικτύου Natura 2000 από προστατευόμενα άγρια πτηνά – Αποζημίωση κατώτερη από τις πράγματι προκληθείσες ζημίες – Άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ – Κρατικές ενισχύσεις – Έννοια του “πλεονεκτήματος” – Προϋποθέσεις – Κανονισμός (ΕΕ) 717/2014 – Κανόνας περί ενισχύσεων ήσσονος σημασίας.
Υπόθεση C-238/20.

Court reports – general ; Court reports – general – 'Information on unpublished decisions' section

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2021:735

 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΡΑΝΤΟΥ

της 9ης Σεπτεμβρίου 2021 ( 1 )

Υπόθεση C‑238/20

SIA «Sātiņi-S»

κατά

Dabas aizsardzības pārvalde

[αίτηση του Augstākā tiesa
(Ανωτάτου Δικαστηρίου, Λεττονία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Κρατικές ενισχύσεις – Έννοια του “πλεονεκτήματος” – Καταβολή αποζημιώσεως όσον αφορά ζημίες που προκαλούνται στην υδατοκαλλιέργεια σε περιοχή του δικτύου Natura 2000 από προστατευόμενα άγρια πτηνά – Κανονισμός (ΕΕ) 717/2014 – Κανόνας περί ενισχύσεων ήσσονος σημασίας – Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 17 – Δικαίωμα ιδιοκτησίας»

I. Εισαγωγή

1.

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της λεττονικής επιχείρησης SIA Sātiņi-S (στο εξής: Sātiņi-S) και της Dabas aizsardzības pārvalde (Αρχής Προστασίας του Περιβάλλοντος, Λεττονία).

2.

Η αίτηση αυτή αφορά την ερμηνεία του άρθρου 17, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), των άρθρων 107 και 108 ΣΛΕΕ, καθώς και του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΕ) 717/2014 ( 2 ), και το ζήτημα αν οι ενισχύσεις που χορηγούνται για ζημίες προκαλούμενες στην υδατοκαλλιέργεια σε περιοχή Natura 2000 από άγρια πτηνά προστατευόμενα βάσει της οδηγίας 2009/147/ΕΚ ( 3 ) μπορούν, αφενός, να είναι κατώτερες των απωλειών που υπέστη ο ζημιωθείς και, αφετέρου, αν συνιστούν κρατικές ενισχύσεις και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, αν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στην αλιεία.

II. Το νομικό πλαίσιο

Α.   Το δίκαιο της Ένωσης

1. Ο Χάρτης

3.

Το άρθρο 17 του Χάρτη, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα ιδιοκτησίας», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:

«Κάθε πρόσωπο δικαιούται να είναι κύριος των νομίμως κτηθέντων αγαθών του, να τα χρησιμοποιεί, να τα διαθέτει και να τα κληροδοτεί. Κανείς δεν μπορεί να στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνον για λόγους δημόσιας ωφέλειας, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο νόμο και έναντι δίκαιης και έγκαιρης αποζημίωσης για την απώλειά της. Η χρήση των αγαθών μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς από τον νόμο, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο προς το γενικό συμφέρον.»

4.

Το άρθρο 51 του Χάρτη, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», έχει ως εξής:

«1.   Οι διατάξεις του παρόντος Χάρτη απευθύνονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας, καθώς και στα κράτη μέλη, μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Κατά συνέπεια, οι ανωτέρω σέβονται τα δικαιώματα, τηρούν τις αρχές και προάγουν την εφαρμογή τους, σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους και εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, όπως της απονέμονται από τις Συνθήκες.

2.   Ο παρών Χάρτης δεν διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης πέραν των αρμοδιοτήτων της Ένωσης και δεν θεσπίζει νέες αρμοδιότητες και καθήκοντα για την Ένωση, ούτε τροποποιεί τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα όπως ορίζονται στις Συνθήκες.»

2. Η οδηγία για τους οικοτόπους

5.

Το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ ( 4 ) ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε στις ειδικές ζώνες διατήρησης να αποφεύγεται η υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων ειδών, καθώς και οι ενοχλήσεις που έχουν επιπτώσεις στα είδη για τα οποία οι ζώνες έχουν ορισθεί, εφόσον οι ενοχλήσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις σημαντικές όσον αφορά τους στόχους της παρούσας οδηγίας.»

3. Η οδηγία για τα πτηνά

6.

Το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας για τα πτηνά ορίζει τα ακόλουθα:

«Τα κράτη μέλη υιοθετούν κατάλληλα μέτρα για να αποφεύγουν, στις ζώνες προστασίας που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2, τη ρύπανση ή την υποβάθμιση των οικοτόπων, καθώς και τις επιζήμιες για τα πτηνά διαταράξεις, όταν αυτές έχουν σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους αντικειμενικούς στόχους του παρόντος άρθρου. Τα κράτη μέλη θα προσπαθήσουν, επίσης, να αποφύγουν τη ρύπανση ή τη φθορά των οικοτόπων και έξω από τις ζώνες προστασίας.»

7.

Το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής προβλέπει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη των άρθρων 7 και 9, τα κράτη μέλη υιοθετούν τα αναγκαία μέτρα για να εγκαθιδρύσουν ένα γενικό καθεστώς προστασίας όλων των ειδών πτηνών που αναφέρονται στο άρθρο 1 και περιλαμβάνουν ειδικότερα την απαγόρευση:

α)

τ[ης] εκ προθέσεως [θανατώσεως] ή συλλήψεως πτηνών με οιονδήποτε τρόπο·

β)

της εκ προθέσεως καταστροφής ή βλάβης των φωλιών και των αυγών και της αφαιρέσεως των φωλιών·

γ)

της συλλογής των αυγών στη φύση και της κατοχής τους, έστω και κενών·

δ)

της σκόπιμης ενόχλησης των πτηνών, ιδιαίτερα κατά την περίοδο αναπαραγωγής και εξαρτήσεως, όταν αυτή έχει σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους αντικειμενικούς σκοπούς της παρούσας οδηγίας·

ε)

της κατοχής των ειδών πτηνών, των οποίων απαγορεύεται η θήρα και η σύλληψη.»

8.

Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας έχει ως ακολούθως:

«Εφόσον δεν υπάρχουν άλλες ικανοποιητικές λύσεις, τα κράτη μέλη μπορούν να μην εφαρμόσουν τις διατάξεις των άρθρων 5 έως 8 για τους εξής λόγους:

α)

για λόγους υγείας και δημόσιας ασφάλειας,

για λόγους αεροπορικής ασφάλειας,

για να προληφθούν σοβαρές ζημιές στις καλλιέργειες, στα οικιακά ζώα, στα δάση, στην αλιεία και στα ύδατα,

για την προστασία της χλωρίδας και πανίδας·

β)

για ερευνητικούς και διδακτικούς σκοπούς, για σκοπούς εμπλουτισμού πληθυσμών και επανεισαγωγής, καθώς και για εκτροφή σχετική με αυτές τις ενέργειες·

γ)

για να επιτραπεί με αυστηρά ελεγχόμενους όρους και τρόπο επιλεκτικό η σύλληψη, η κράτηση και η ορθολογική εκμετάλλευση ορισμένων πτηνών σε μικρές ποσότητες.»

4. Ο κανονισμός για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στην αλιεία

9.

Κατά την αιτιολογική σκέψη 15 του κανονισμού για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στην αλιεία:

«Για λόγους διαφάνειας, ίσης μεταχείρισης και αποτελεσματικής παρακολούθησης, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να ισχύει μόνο για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας για τις οποίες είναι δυνατόν να υπολογιστεί εκ των προτέρων με ακρίβεια το ακαθάριστο ισοδύναμο επιχορήγησης χωρίς να είναι αναγκαία εκτίμηση κινδύνου (“διαφανείς ενισχύσεις”). Ένας τέτοιος ακριβής υπολογισμός είναι δυνατός, παραδείγματος χάρη, για επιχορηγήσεις, επιδοτήσεις επιτοκίου και φοροαπαλλαγές που υπόκεινται σε ανώτατο όριο ή άλλα μέσα που προβλέπουν ανώτατο όριο και διασφαλίζουν ότι δεν γίνεται υπέρβασή του. Η πρόβλεψη ανωτάτου ορίου σημαίνει ότι εφόσον το ακριβές ποσό της ενίσχυσης δεν είναι (ακόμη) γνωστό, το κράτος μέλος πρέπει να υποθέσει ότι το ποσό ισούται με το ανώτατο όριο, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι διάφορα μέτρα ενίσχυσης λαμβανόμενα από κοινού δεν υπερβαίνουν το ανώτατο όριο που καθορίζεται στον παρόντα κανονισμό και να εφαρμόσει τους κανόνες σώρευσης.»

10.

Το άρθρο 1 του ανωτέρω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», ορίζει τα εξής:

«1.   Ο παρών κανονισμός ισχύει για τις ενισχύσεις που χορηγούνται στις επιχειρήσεις των τομέων της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας με εξαίρεση:

α)

τις ενισχύσεις το ύψος των οποίων καθορίζεται βάσει της τιμής ή της ποσότητας των προϊόντων που αγοράζονται ή διατίθενται στην αγορά·

β)

τις ενισχύσεις για δραστηριότητες που σχετίζονται με εξαγωγές προς τρίτες χώρες ή προς κράτη μέλη, συγκεκριμένα ενισχύσεις που συνδέονται άμεσα με τις εξαγόμενες ποσότητες, τη δημιουργία και λειτουργία δικτύου διανομής ή άλλες τρέχουσες δαπάνες συνδεόμενες με εξαγωγικές δραστηριότητες·

γ)

τις ενισχύσεις για τις οποίες τίθεται ως όρος η χρήση εγχώριων προϊόντων αντί των εισαγόμενων·

δ)

τις ενισχύσεις για την αγορά αλιευτικών σκαφών·

ε)

τις ενισχύσεις για τον εκσυγχρονισμό ή την αντικατάσταση των κύριων ή βοηθητικών κινητήρων αλιευτικών σκαφών·

στ)

τις ενισχύσεις για δράσεις που αυξάνουν την αλιευτική ικανότητα ενός σκάφους ή αφορούν εξοπλισμό για την αύξηση της ικανότητας ενός σκάφους να εντοπίζει αλιεύματα·

ζ)

τις ενισχύσεις για ναυπήγηση νέων αλιευτικών σκαφών ή εισαγωγή αλιευτικών σκαφών·

η)

τις ενισχύσεις για την προσωρινή ή οριστική παύση των αλιευτικών δραστηριοτήτων, εκτός κι εάν προβλέπεται διαφορετικά στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 508/2014 [ ( 5 )]·

θ)

τις ενισχύσεις για την πειραματική αλιεία·

ι)

τις ενισχύσεις για τη μεταβίβαση της κυριότητας μιας επιχείρησης·

ιβ)

τις ενισχύσεις για άμεσο εμπλουτισμό των αποθεμάτων, εκτός εάν προβλέπεται ρητά ως μέτρο διατήρησης από νομοθετική πράξη της Ένωσης ή πρόκειται για την περίπτωση του πειραματικού εμπλουτισμού αποθεμάτων.

2.   Στις περιπτώσεις στις οποίες μία επιχείρηση δραστηριοποιείται στον τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας, καθώς και σε έναν ή περισσότερους τομείς ή δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1407/2013 της Επιτροπής [ ( 6 )], ο εν λόγω κανονισμός ισχύει για τις ενισχύσεις που χορηγούνται για τους εν λόγω τομείς ή δραστηριότητες, υπό την προϋπόθεση ότι το οικείο κράτος μέλος διασφαλίζει με κατάλληλα μέσα, όπως ο διαχωρισμός των δραστηριοτήτων ή η διάκριση των στοιχείων κόστους, ότι οι δραστηριότητες στον τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας δεν λαμβάνουν ενισχύσεις ήσσονος σημασίας δυνάμει του εν λόγω κανονισμού.

3.   Στην περίπτωση που μια επιχείρηση που δραστηριοποιείται στον τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας δραστηριοποιείται επίσης και στον τομέα της πρωτογενούς παραγωγής γεωργικών προϊόντων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του [κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1408/2013 ( 7 )], ο παρών κανονισμός ισχύει για τις ενισχύσεις που χορηγούνται στον τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας υπό την προϋπόθεση ότι τα κράτη μέλη διασφαλίζουν, με κατάλληλα μέσα, όπως ο διαχωρισμός των δραστηριοτήτων ή η διάκριση του κόστους, ότι η πρωτογενής παραγωγή γεωργικών προϊόντων δεν τυγχάνει ενίσχυσης ήσσονος σημασίας που χορηγείται δυνάμει του παρόντος κανονισμού.»

11.

Το άρθρο 3 του κανονισμού για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στην αλιεία, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ενισχύσεις ήσσονος σημασίας», ορίζει στις παραγράφους του 1 έως 3 τα εξής:

«1.   Τα μέτρα ενίσχυσης που πληρούν το σύνολο των κριτηρίων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό θεωρείται ότι δεν ανταποκρίνονται στο σύνολο των κριτηρίων του άρθρου 107 παράγραφος 1 [ΣΛΕΕ] και, συνεπώς, δεν υπόκεινται στην υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 108 παράγραφος 3 [ΣΛΕΕ].

2.   Το συνολικό ποσό των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας που χορηγούνται από κράτος μέλος σε μία ενιαία επιχείρηση του τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 30000 ευρώ σε οιαδήποτε περίοδο τριών οικονομικών ετών.

3.   Το σωρευτικό ποσό των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας που χορηγούνται ανά κράτος μέλος στις επιχειρήσεις του τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας για περίοδο τριών οικονομικών ετών δεν υπερβαίνει το εθνικό ανώτατο όριο που καθορίζεται στο παράρτημα.»

12.

Το άρθρο 4 του ως άνω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Υπολογισμός ακαθάριστου ισοδύναμου επιχορήγησης», προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στις ενισχύσεις ως προς τις οποίες είναι δυνατόν να υπολογισθεί εκ των προτέρων με ακρίβεια το ακαθάριστο ισοδύναμο επιχορήγησης της ενίσχυσης χωρίς να είναι αναγκαία εκτίμηση κινδύνου (“διαφανείς ενισχύσεις”).

2.   Οι ενισχύσεις που συνίστανται σε επιχορηγήσεις και σε επιδοτήσεις επιτοκίου πρέπει να θεωρούνται διαφανείς ενισχύσεις ήσσονος σημασίας.

[…]

7.   Ενισχύσεις που περιλαμβάνονται σε άλλες πράξεις θεωρούνται διαφανείς ενισχύσεις ήσσονος σημασίας εάν η πράξη προβλέπει ανώτατο όριο με το οποίο διασφαλίζεται η μη υπέρβαση του ισχύοντος ανώτατου ορίου.»

Β.   Το λεττονικό δίκαιο

13.

Το άρθρο 4 του sugu un biotopu aizsardzības likums (νόμου για τη διατήρηση των ειδών και των βιοτόπων), της 16ης Μαρτίου 2000 ( 8 ), το οποίο φέρει τον τίτλο «Αρμοδιότητες του Υπουργικού Συμβουλίου», ορίζει στο σημείο 6 τα εξής:

«Το Υπουργικό Συμβούλιο καθορίζει:

[…]

6)

τις διαδικασίες για τον προσδιορισμό του ύψους των απωλειών που υπέστησαν οι χρήστες της γης λόγω σοβαρών ζημιών που προκλήθηκαν από αποδημητικά είδη ζώων και είδη ζώων που δεν συνιστούν θηράματα τα οποία τυγχάνουν ειδικής προστασίας, καθώς και τις ελάχιστες απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν τα μέτρα προστασίας για την πρόληψη ζημιών».

14.

Το άρθρο 10 του εν λόγω νόμου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα αποζημίωσης των κυρίων και χρηστών γης», προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.   Οι κύριοι ή οι χρήστες της γης δικαιούνται αποζημίωση από τα κονδύλια του κρατικού προϋπολογισμού που προβλέπονται για τον σκοπό αυτό λόγω σοβαρών ζημιών που προκαλούν αποδημητικά είδη ζώων και είδη ζώων τα οποία δεν συνιστούν θηράματα που τυγχάνουν ειδικής προστασίας, υπό την προϋπόθεση ότι έλαβαν τα αναγκαία μέτρα προστασίας και εφάρμοσαν, σύμφωνα με τις γνώσεις, τις δυνατότητες και τις πρακτικές ικανότητές τους, μεθόδους που σέβονται το περιβάλλον για την πρόληψη ή τον περιορισμό των ζημιών. Οι κύριοι ή οι χρήστες γης δεν δικαιούνται αποζημίωση εάν συνέβαλαν υπαιτίως στην πρόκληση της ζημίας ή στην επιδείνωσή της με σκοπό να λάβουν αποζημίωση.

[…]

3.   Η αποζημίωση λόγω σοβαρών ζημιών τις οποίες προκαλούν αποδημητικά είδη ζώων και είδη ζώων που δεν συνιστούν θηράματα τα οποία τυγχάνουν ειδικής προστασίας δεν καταβάλλεται εάν στον κύριο ή τον χρήστη της γης καταβλήθηκαν άλλα ποσά από το κράτος, από δημοτική αρχή ή από την Ευρωπαϊκή Ένωση, των οποίων η καταβολή προβλέπεται άμεσα ή έμμεσα για τους ίδιους περιορισμούς της οικονομικής δραστηριότητας ή για τις ίδιες ζημίες τις οποίες προκαλούν αποδημητικά είδη ζώων και είδη ζώων που δεν συνιστούν θηράματα τα οποία τυγχάνουν ειδικής προστασίας, σε σχέση με τις οποίες προβλέπεται αποζημίωση από τις νομοθετικές διατάξεις, ή εάν ο αιτών λαμβάνει ενίσχυση δυνάμει του [κανονισμού 508/2014].»

15.

Το άρθρο 5 του lauksaimniecības un lauku attīstības likums (νόμου για τη γεωργία και την αγροτική ανάπτυξη), της 7ης Απριλίου 2004 ( 9 ), το οποίο φέρει τον τίτλο «Στήριξη παρεχόμενη από το κράτος και την Ευρωπαϊκή Ένωση», ορίζει στην παράγραφο 7 τα εξής:

«Με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ορίζονται οι λεπτομερείς ρυθμίσεις διαχείρισης και ελέγχου των ενισχύσεων που χορηγούνται από το κράτος και την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη γεωργία καθώς και οι λεπτομερείς ρυθμίσεις διαχείρισης και ελέγχου των ενισχύσεων που χορηγούνται από το κράτος και την Ευρωπαϊκή Ένωση για την αγροτική ανάπτυξη και την αλιεία.»

16.

Το Ministru kabineta noteikumi Nr. 558 «De minimis atbalsta uzskaites un piešķiršanas kārtība zvejniecības un akvakultūras nozarē» (διάταγμα αριθ. 558 του Υπουργικού Συμβουλίου σχετικά με λεπτομερείς ρυθμίσεις για τον υπολογισμό και τη χορήγηση των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας στους τομείς της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας), της 29ης Σεπτεμβρίου 2015 ( 10 ), έχει ως ακολούθως:

«1. Στο παρόν διάταγμα καθορίζονται οι λεπτομερείς ρυθμίσεις για τον υπολογισμό και τη χορήγηση των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας στον τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας βάσει του κανονισμού [για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στην αλιεία].

2. Για τη λήψη ήσσονος σημασίας ενίσχυσης σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στα άρθρα 3, 4 και 5 του κανονισμού [για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στην αλιεία], ο αιτών την ενίσχυση πρέπει να υποβάλει στον φορέα χορήγησης της ενίσχυσης αίτηση ενίσχυσης ήσσονος σημασίας (παράρτημα 1) (στο εξής: αίτηση). Στην αίτηση μνημονεύονται η ήσσονος σημασίας ενίσχυση την οποία έχει λάβει ο αιτών κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους και των δύο προηγούμενων οικονομικών ετών, καθώς και η προβλεπόμενη ήσσονος σημασίας ενίσχυση, ανεξαρτήτως του τρόπου και του φορέα χορήγησης της ενίσχυσης. Σε περίπτωση σώρευσης ήσσονος σημασίας ενισχύσεων, ο αιτών την ενίσχυση παρέχει επίσης πληροφορίες σχετικά με τις λοιπές ενισχύσεις που έχει λάβει για το συγκεκριμένο έργο και για τις ίδιες επιλέξιμες προς επιχορήγηση δαπάνες. Κατά την παροχή πληροφοριών σχετικά με τις ήσσονος σημασίας ενισχύσεις και άλλες προβλεπόμενες κρατικές ενισχύσεις, ο αιτών την ενίσχυση υποδεικνύει τις ενισχύσεις τις οποίες έχει ζητήσει και επί των οποίων ο φορέας χορήγησης της ενίσχυσης δεν έχει εκδώσει ακόμη απόφαση. Εάν δεν έχει λάβει στο παρελθόν ήσσονος σημασίας ενίσχυση, ο αιτών ενίσχυση του είδους αυτού μνημονεύει τη σχετική πληροφορία στην αίτησή του.

[…]»

17.

Το Ministru kabineta noteikumi Nr. 353 «Kārtība, kādā zemes īpašniekiem vai lietotājiem nosakāmi to zaudējumu apmēri, kas saistīti ar īpaši aizsargājamo nemedījamo sugu un migrējošo sugu dzīvnieku nodarītajiem būtiskiem postījumiem, un minimālās aizsardzības pasākumu prasības postījumu novēršanai» (διάταγμα αριθ. 353 του Υπουργικού Συμβουλίου σχετικά με τη διαδικασία καθορισμού του ύψους των απωλειών που υφίστανται οι κύριοι ή οι χρήστες γης λόγω σοβαρών ζημιών τις οποίες προκαλούν αποδημητικά είδη ζώων και είδη ζώων που δεν συνιστούν θηράματα τα οποία τυγχάνουν ειδικής προστασίας, και τις ελάχιστες απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν τα μέτρα προστασίας για την πρόληψη ζημιών), της 7ης Ιουνίου 2016 ( 11 ), προβλέπει τα ακόλουθα:

«1. Το παρόν διάταγμα ορίζει:

1.1.

τη διαδικασία για τον καθορισμό του ύψους των απωλειών που υφίστανται οι κύριοι ή οι χρήστες της γης λόγω σοβαρών ζημιών τις οποίες προκαλούν αποδημητικά είδη ζώων και είδη ζώων που δεν συνιστούν θηράματα τα οποία τυγχάνουν ειδικής προστασίας (στο εξής: απώλειες)·

[…].

39. Κατά την έκδοση της απόφασης σχετικά με τη χορήγηση της αποζημίωσης, η Διοίκηση πρέπει να πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

39.1.

να χορηγεί την αποζημίωση τηρώντας τους περιορισμούς τομέα και δραστηριότητας που προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του [κανονισμού 1408/2013] ή στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού [για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στην αλιεία] […]·

39.2.

να εξακριβώνει ότι το ποσό της αποζημίωσης δεν αυξάνει το συνολικό ποσό των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας που ελήφθησαν κατά το οικείο οικονομικό έτος και κατά τα δύο προηγούμενα οικονομικά έτη σε επίπεδο που υπερβαίνει το ανώτατο όριο των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας που καθορίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/2013 (επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στην πρωτογενή παραγωγή γεωργικών προϊόντων) ή στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού [για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στην αλιεία] [επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 1379/2013 ( 12 )]. Κατά τον προσδιορισμό του ποσού της αποζημίωσης, η ληφθείσα ήσσονος σημασίας ενίσχυση αξιολογείται σε σχέση με ενιαία επιχείρηση. Ως “ενιαία επιχείρηση” νοείται κάθε επιχείρηση η οποία πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/2013 και στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού [για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στην αλιεία].

40. Εντός προθεσμίας δύο μηνών από τον καθορισμό του ύψους των απωλειών, ο [αρμόδιος] υπάλληλος εκδίδει είτε απόφαση περί χορήγησης της αποζημίωσης, στην οποία καθορίζεται το ποσό αυτής, είτε απορριπτική απόφαση.»

III. Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

18.

Το 2002 η Sātiņi-S αγόρασε 600,70 εκτάρια λιμνώδους εκτάσεως σε βιότοπο Natura 2000 (στο εξής: περιοχή Natura 2000) στη Λεττονία.

19.

Το 2017 η Sātiņi-S υπέβαλε αίτηση στην Dabas aizsardzības pārvalde (Αρχή Προστασίας του Περιβάλλοντος), προκειμένου να της χορηγηθεί αποζημίωση για ζημίες που προκλήθηκαν στην υδατοκαλλιέργεια από πτηνά και άλλα προστατευόμενα ζώα. Η ως άνω αρχή απέρριψε την αίτηση αυτή με την αιτιολογία ότι η Sātiņi-S είχε ήδη λάβει ενίσχυση ήσσονος σημασίας ύψους 30000 ευρώ σε περίοδο τριών οικονομικών ετών.

20.

Η Sātiņi-S άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι, λόγω του αντισταθμιστικού χαρακτήρα της, η αποζημίωση για τις ζημίες που προκαλούνται στην υδατοκαλλιέργεια από προστατευόμενα ζώα δεν συνιστά κρατική ενίσχυση. Κατόπιν απορρίψεως της προσφυγής της σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, η Sātiņi-S άσκησε αναίρεση ενώπιον του Augstākā tiesa (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Λεττονία), το οποίο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Κατ’ ορθή ερμηνεία του δικαιώματος σε δίκαιη αποζημίωση λόγω περιορισμού του δικαιώματος ιδιοκτησίας, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 17 του [Χάρτη], επιτρέπεται να είναι η αποζημίωση την οποία χορηγεί ένα κράτος για τις απώλειες που προκαλούνται στην υδατοκαλλιέργεια σε περιοχή του δικτύου Natura 2000 από πτηνά προστατευόμενα βάσει της [οδηγίας για τα πτηνά] σημαντικά κατώτερη των απωλειών τις οποίες όντως υπέστη ο ζημιωθείς;

2)

Συνιστά η αποζημίωση που χορηγεί ένα κράτος για τις απώλειες που προκαλούνται στην υδατοκαλλιέργεια σε περιοχή του δικτύου Natura 2000 από πτηνά προστατευόμενα βάσει της [οδηγίας για τα πτηνά], κρατική ενίσχυση κατά την έννοια των άρθρων 107 και 108 [ΣΛΕΕ];

3)

Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο δεύτερο ερώτημα, έχει εφαρμογή σε αποζημίωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη το όριο των 30000 ευρώ της ήσσονος σημασίας ενίσχυσης που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του [κανονισμού για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στην αλιεία];»

21.

Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η Sātiņi-S, η Λεττονική και η Ιρλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

22.

Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 3ης Ιουνίου 2021, προφορικές παρατηρήσεις ανέπτυξαν η Λεττονική, η Ιρλανδική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή.

IV. Ανάλυση

Α.   Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

23.

Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 17 του Χάρτη έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπεται η αποζημίωση η οποία χορηγείται από κράτος μέλος για τις απώλειες που προκαλούνται στην υδατοκαλλιέργεια σε περιοχή Natura 2000 από πτηνά προστατευόμενα βάσει της οδηγίας για τα πτηνά (στο εξής: επίμαχη αποζημίωση) να είναι κατώτερη των απωλειών που πράγματι υπέστη η οικεία επιχείρηση.

24.

Το ως άνω δικαστήριο επισημαίνει ότι η αποζημίωση λόγω περιορισμού του δικαιώματος ιδιοκτησίας, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, του Χάρτη, πρέπει να είναι πραγματική και ουσιαστική, ενώ, εν προκειμένω, το ποσό της επίμαχης αποζημίωσης υπολογίζεται κυρίως βάσει της επιφάνειας των λεκανών ιχθυοκαλλιέργειας και δεν λαμβάνει υπόψη τον αριθμό των ιχθύων που καταβροχθίστηκαν από τα προστατευόμενα πτηνά, με αποτέλεσμα να μην καλύπτει τις πραγματικές απώλειες στο σύνολό τους. Προσθέτει ότι η οδηγία για τα πτηνά παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να παρεκκλίνουν από την οδηγία αυτή για να προληφθούν σοβαρές ζημίες στην αλιεία.

25.

Η Sātiņi-S υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με την εθνική ρύθμιση, αναγκάζεται να επωμισθεί το 88 % των απωλειών της, γεγονός που μειώνει την ανταγωνιστικότητά της, ενώ οι μικρές επιχειρήσεις υδατοκαλλιέργειας που βρίσκονται εκτός των περιοχών Natura 2000 καλύπτονται κατά 100 % για τις απώλειες που υφίστανται, με συνέπεια την πρόκληση αθέμιτου ανταγωνισμού.

26.

Η Λεττονική και η Ιρλανδική Κυβέρνηση προβάλλουν ότι ουδεμία υποχρέωση υπέχουν τα κράτη μέλη να αντισταθμίζουν το σύνολο των ζημιών που προκαλούνται στην υδατοκαλλιέργεια εντός περιοχής του δικτύου Natura 2000 από προστατευόμενα πτηνά. Οι υποχρεώσεις εκ των οδηγιών για τα πτηνά και για τους οικοτόπους δεν συνιστούν στέρηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας, αλλά έλεγχο της χρήσης του. Εν προκειμένω, ο περιορισμός του δικαιώματος ιδιοκτησίας απορρέει από την οδηγία για τα πτηνά, επιδιώκεται δε με αυτόν η επίτευξη σκοπού γενικού συμφέροντος, ήτοι του συμφέροντος προστασίας του περιβάλλοντος. Από την ως άνω οδηγία, εξάλλου, δεν προβλέπεται χορήγηση αποζημίωσης. Η Λεττονική Κυβέρνηση διευκρινίζει, επιπλέον, ότι το ποσό των προς αποζημίωση απωλειών υπολογίζεται βάσει μαθηματικού τύπου ο οποίος δεν καλύπτει κατ’ ανάγκην το σύνολο των απωλειών που έχουν επέλθει, παρατηρεί δε ότι η διαδικασία υπολογισμού της επίμαχης αποζημίωσης θα αναθεωρηθεί προς την κατεύθυνση αυτή από τον Λεττονό νομοθέτη και ότι τα νέα αντισταθμιστικά μέτρα θα κοινοποιηθούν στην Επιτροπή ως «κρατική ενίσχυση».

27.

Η Επιτροπή προτείνει να μη δοθεί απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, ελλείψει αρμοδιότητας του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη. Ειδικότερα, η καταβολή της επίμαχης αποζημίωσης δεν συνιστά εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δεδομένου ότι ούτε η οδηγία για τα πτηνά ούτε η οδηγία για τους οικοτόπους προβλέπουν αποζημίωση για τις ζημίες που προκαλούνται κατά την εφαρμογή τους σε ιδιοκτησίες ιδιωτών, μεταξύ άλλων, σε λεκάνες υδατοκαλλιέργειας. Το δίκαιο της Ένωσης προβλέπει μόνον τη δυνατότητα χορήγησης κρατικών ενισχύσεων, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) ( 13 ), του Ευρωπαϊκού Ταμείου Θάλασσας και Αλιείας (ΕΤΘΑ) ( 14 ) ή των κατευθυντήριων γραμμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις στον γεωργικό και τον δασονομικό τομέα και στις αγροτικές περιοχές για την περίοδο 2014-2020 ( 15 ) και των κατευθυντήριων γραμμών για την εξέταση κρατικών ενισχύσεων στον τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας ( 16 ).

28.

Επισημαίνω εκ προοιμίου ότι, κατά το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, το οποίο καθορίζει το πεδίο εφαρμογής του, οι διατάξεις του απευθύνονται στα κράτη μέλη μόνον οσάκις αυτά εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Η διάταξη αυτή επιβεβαιώνει την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην έννομη τάξη της Ένωσης τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις καταστάσεις που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, δεν μπορούν όμως να έχουν εφαρμογή πέραν των καταστάσεων αυτών. Όταν μια έννομη κατάσταση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να αποφανθεί επ’ αυτής, οι δε διατάξεις του Χάρτη των οποίων ενδεχομένως γίνεται επίκληση δεν μπορούν να θεμελιώσουν από μόνες τους την αρμοδιότητα αυτή ( 17 ).

29.

Οι οδηγίες για τα πτηνά και για τους οικοτόπους δεν περιέχουν, όμως, καμία διάταξη για τη θέσπιση καθεστώτος αποκατάστασης των ζημιών που προκαλούνται σε ιδιώτες από μέτρα εφαρμογής των οδηγιών αυτών. Εξάλλου, φρονώ ότι το άρθρο 9 της οδηγίας για τα πτηνά, το οποίο μνημονεύεται από το αιτούν δικαστήριο και το οποίο προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν παρεκκλίσεις από τις απαιτήσεις της οδηγίας αυτής, μεταξύ άλλων, για να προληφθούν σοβαρές ζημίες στην αλιεία, δεν μπορεί να θεμελιώσει δικαίωμα αποζημίωσης. Σε αυτό το πνεύμα, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι, καίτοι σε ορισμένους τομείς στους οποίους διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, όπως στον τομέα της γεωργικής πολιτικής, ο νομοθέτης της Ένωσης μπορεί να κρίνει ότι ενδείκνυται η χορήγηση αποζημιώσεων, ωστόσο από τη διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη, στο δίκαιο της Ένωσης, γενικής αρχής η οποία να επιβάλλει τη χορήγηση αποζημίωσης σε κάθε περίπτωση ( 18 ).

30.

Επομένως, δεδομένου ότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί υποχρέωση αποζημίωσης στο δίκαιο της Ένωσης, εθνικό μέτρο το οποίο προβλέπει την εκ μέρους του οικείου κράτους καταβολή αποζημίωσης, έστω και εν μέρει, για τις ζημίες που προκαλούνται στην υδατοκαλλιέργεια εντός περιοχής του δικτύου Natura 2000 από πτηνά προστατευόμενα δυνάμει της οδηγίας για τα πτηνά, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, αλλά αποτελεί αποκλειστικώς και μόνον επιλογή του εθνικού νομοθέτη. Στο πλαίσιο, όμως, της προβλεπόμενης στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας διατάξεων του εθνικού δικαίου ή να κρίνει αν η εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου ερμηνεία είναι ορθή ( 19 ).

31.

Εν κατακλείδι, φρονώ ότι η καταβολή της επίμαχης αποζημίωσης, λόγω περιορισμού του δικαιώματος ιδιοκτησίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 17 του Χάρτη, δεν συνιστά, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη.

32.

Κατά συνέπεια, προτείνω να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο η απάντηση ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα.

Β.   Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος

33.

Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η επίμαχη αποζημίωση συνιστά κρατική ενίσχυση.

34.

Το ως άνω δικαστήριο αμφιβάλλει κατά πόσον οι αποζημιώσεις που χορηγούνται στο πλαίσιο της τήρησης των δημοσίου δικαίου υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία για τα πτηνά συνιστούν κρατικές ενισχύσεις. Εκτιμά ότι οι πληρωμές αυτές αποτελούν αποζημιώσεις για απώλειες τις οποίες υπέστη ο ζημιωθείς, κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 1, του Χάρτη.

35.

Η Λεττονική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η επίμαχη αποζημίωση συνιστά κρατική ενίσχυση. Παρατηρούν, ειδικότερα, ότι οι περιορισμοί που απορρέουν από τη νομοθεσία της Ένωσης, και, μεταξύ άλλων, από την εκ του νόμου υποχρέωση προστασίας των άγριων ζώων και ανοχής των ζημιών που αυτά μπορούν να προκαλέσουν, συνιστούν συνήθη εμπορικό κίνδυνο για τους υδατοκαλλιεργητές και ότι, με την επίμαχη αποζημίωση, το κράτος μέλος ελαφρύνει την επιβάρυνση που επωμίζονται υπό κανονικές συνθήκες ορισμένοι επιχειρηματίες. Επιπλέον, η επίμαχη αποζημίωση δεν αντιστοιχεί σε καμία από τις περιπτώσεις τις οποίες επισήμανε η Επιτροπή και στις οποίες η νομολογία του Δικαστηρίου αποκλείει την ύπαρξη πλεονεκτήματος, αλλά, απεναντίας, αντιστοιχεί στην κατηγορία των ενισχύσεων που χορηγούνται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές στον γεωργικό και τον δασοπονικό τομέα ή τις κατευθυντήριες γραμμές στον τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας.

36.

Η Ιρλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι η επίμαχη αποζημίωση συνιστά αποκατάσταση της επελθούσας ζημίας ή αποζημίωση για υπηρεσία παρασχεθείσα προς το γενικό συμφέρον από τον κύριο προστατευόμενου τόπου, ο οποίος είναι επιφορτισμένος με πρόσθετη περιβαλλοντική ευθύνη, και, ως εκ τούτου, δεν παρέχει πλεονέκτημα δυνάμενο να αποτελεί κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 ΣΛΕΕ. Επιπλέον, η αποζημίωση αυτή δεν είναι επιλεκτική, δεδομένου ότι οι δικαιούχοι δεν βρίσκονται σε κατάσταση παρεμφερή με εκείνη των προσώπων των οποίων οι ιδιοκτησίες δεν έχουν χαρακτηριστεί ως προστατευόμενοι τόποι. Η Ολλανδική Κυβέρνηση, η οποία παρενέβη κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, υποστήριξε επίσης ότι δεν υφίσταται κρατική ενίσχυση στην υπόθεση της κύριας δίκης, διότι το κράτος μέλος, δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφος 1, του Χάρτη, υποχρεούται σε καταβολή αποζημίωσης για την αποκατάσταση των ζημιών οι οποίες οφείλονται στην τήρηση ορισμένων υποχρεώσεων δημοσίου δικαίου, κατ’ εφαρμογήν των οδηγιών για τα πτηνά και για τους οικοτόπους, και οι οποίες θα συνεπάγονταν δυσανάλογη και υπέρμετρη επιβάρυνση του ιδιοκτήτη.

37.

Προκαταρκτικώς, επισημαίνω ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για τον χαρακτηρισμό εθνικού μέτρου ως «κρατικής ενίσχυσης», κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, απαιτείται να πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις. Πρώτον, πρέπει να πρόκειται για κρατική παρέμβαση ή παρέμβαση μέσω κρατικών πόρων. Δεύτερον, η παρέμβαση αυτή πρέπει να μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Τρίτον, πρέπει να παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα στον δικαιούχο. Τέταρτον, πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό ( 20 ). Επιπλέον, η έννοια της «κρατικής ενίσχυσης» είναι αντικειμενική νομική έννοια. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ δεν γίνεται διάκριση ανάλογα με τις αιτίες ή τους στόχους των κρατικών παρεμβάσεων, αυτές δε προσδιορίζονται με γνώμονα τα αποτελέσματά τους ( 21 ).

38.

Το ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο αφορά κυρίως το ζήτημα κατά πόσον η επίμαχη αποζημίωση παρέχει πλεονέκτημα στον δικαιούχο της, λαμβανομένου υπόψη του προβαλλόμενου αντισταθμιστικού χαρακτήρα της.

39.

Ως προς το ζήτημα αυτό, επίσης από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ως κρατικές ενισχύσεις χαρακτηρίζονται οι παρεμβάσεις οι οποίες, υπό οιαδήποτε μορφή, δύνανται να ευνοήσουν, άμεσα ή έμμεσα, επιχειρήσεις ή οι οποίες πρέπει να θεωρηθούν οικονομικό πλεονέκτημα που δεν θα μπορούσε να αποκομίσει η δικαιούχος επιχείρηση υπό κανονικές συνθήκες της αγοράς ( 22 ). Συνεπώς, θεωρούνται κρατικές ενισχύσεις και οι παρεμβάσεις εκείνες οι οποίες ελαφρύνουν τις συνήθεις επιβαρύνσεις του προϋπολογισμού μιας επιχειρήσεως και οι οποίες, ως εκ τούτου, χωρίς να αποτελούν επιδοτήσεις εν στενή εννοία, έχουν ίδια φύση και όμοια αποτελέσματα με αυτές ( 23 ). Στο πλαίσιο αυτό, η έννοια των «δαπανών που βαρύνουν κατά κανόνα τον προϋπολογισμό επιχείρησης» περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις πρόσθετες δαπάνες στις οποίες πρέπει να υποβληθούν οι επιχειρήσεις λόγω υποχρεώσεων εκ του νόμου, από κανονιστική ρύθμιση ή από σύμβαση οι οποίες ισχύουν για οικονομική δραστηριότητα ( 24 ).

40.

Επομένως, η ύπαρξη πλεονεκτήματος δεν αναιρείται από τον φερόμενο ως «αντισταθμιστικό» χαρακτήρα ενός μέτρου που σκοπεί στην επανόρθωση των απωλειών που υπέστη επιχειρηματίας συνεπεία της εφαρμογής υποχρέωσης απορρέουσας από ρύθμιση της Ένωσης ή στην αποκατάσταση των ζημιών που προκαλούνται από την επέλευση φυσικών γεγονότων συνδεόμενων με τις κανονικές συνθήκες άσκησης της εν λόγω οικονομικής δραστηριότητας.

41.

Συγκεκριμένα, αφενός, οι δαπάνες που συνδέονται με την τήρηση των υποχρεωτικών κανόνων για την προστασία του περιβάλλοντος συνιστούν συνήθεις λειτουργικές δαπάνες για μια επιχείρηση στον τομέα της υδατοκαλλιέργειας ( 25 ). Κατά συνέπεια, τα μέτρα αντιστάθμισης των δαπανών αυτών συνιστούν παρεμβάσεις οι οποίες ελαφρύνουν τις επιβαρύνσεις που κανονικώς βαρύνουν τον προϋπολογισμό μιας επιχείρησης και πρέπει να θεωρηθούν οικονομικό πλεονέκτημα το οποίο δεν θα μπορούσε να αποκομίσει η δικαιούχος επιχείρηση υπό κανονικές συνθήκες της αγοράς.

42.

Αφετέρου, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 107, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι οι ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα είναι συμβατές με την εσωτερική αγορά. Επομένως, κατά τη Συνθήκη ΛΕΕ, αυτά τα είδη μέτρων, καίτοι έχουν «αντισταθμιστικό» σκοπό, θεωρούνται κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου. Τούτο ισχύει, κατά μείζονα λόγο, για τις ζημίες που προκαλούνται από εντελώς συνήθη και προβλέψιμα φυσικά γεγονότα, όπως η διέλευση άγριων πτηνών. Επιπλέον, όπως επισήμανε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, τα μέτρα για την αποκατάσταση ζημιών που προκαλούνται από προστατευόμενα ζώα, ιδιαιτέρως συχνά στους τομείς της γεωργίας, της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας, χαρακτηρίζονται κατά κανόνα ως «κρατικές ενισχύσεις» και υπόκεινται σε έλεγχο συμβατότητας κατά την έννοια των κατευθυντήριων γραμμών στον γεωργικό και τον δασοπονικό τομέα ( 26 ) ή των κατευθυντήριων γραμμών στον τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας.

43.

Περαιτέρω, η επίμαχη αποζημίωση δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι κρατικές εισφορές διαφέρουν θεμελιωδώς ως προς τη νομική τους φύση από τις κρατικές ενισχύσεις και, ως εκ τούτου, έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο να συνιστούν πλεονέκτημα δυνάμενο να αποτελεί κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

44.

Συγκεκριμένα, κατ’ αρχάς, το γεγονός, το οποίο επισημάνθηκε από το αιτούν δικαστήριο, ότι η επίμαχη αποζημίωση χορηγήθηκε κατ’ εφαρμογήν των οδηγιών για τα πτηνά και για τους οικοτόπους, ακόμη και αν αυτό θεωρηθεί δεδομένο, δεν αποδεικνύει ότι η αποζημίωση αυτή πληροί τις προϋποθέσεις που διατυπώθηκαν με τη νομολογία «Altmark» ( 27 ), κατά τις οποίες μέτρο υπέρ επιχείρησης επιφορτισμένης με υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας δεν συνιστά πλεονέκτημα δυνάμενο να αποτελεί κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

45.

Στο πλαίσιο αυτό, αφενός, το γεγονός και μόνον ότι οι κρατικές υποχρεώσεις σχετικά με περιοχή Natura 2000 επιβάλλονται κατ’ εφαρμογήν του δικαίου της Ένωσης, ήτοι της οδηγίας για τα πτηνά, δεν αρκεί, αφ’ εαυτού, για να αποδειχθεί ότι η Sātiņi-S ήταν επιφορτισμένη με την εκπλήρωση υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας σαφώς καθορισμένων κατά την έννοια της πρώτης εκ των τεσσάρων σωρευτικών προϋποθέσεων που διατυπώθηκαν με τη νομολογία αυτή ( 28 ). Αντιθέτως, οι λεττονικές αρχές, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, και η Λεττονική Κυβέρνηση, ενώπιον του Δικαστηρίου, όχι μόνο δεν χαρακτήρισαν την επίμαχη αποζημίωση ως «αντιστάθμιση δαπανών παροχής δημόσιας υπηρεσίας», αλλά τη χαρακτήρισαν ως «ενίσχυση» (ήσσονος σημασίας).

46.

Αφετέρου, από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις της νομολογίας αυτής. Αντιθέτως, μολονότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να το διακριβώσει εν προκειμένω, φρονώ ότι εκ πρώτης όψεως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο ( 29 ).

47.

Περαιτέρω, στην υπόθεση Αστερίς κ.λπ. κατά Ελλάδας και ΕΟΚ ( 30 ), το Δικαστήριο έκρινε, βεβαίως, ότι αποζημιώσεις τις οποίες οι εθνικές αρχές υποχρεούνται ενδεχομένως να καταβάλουν σε επιχειρήσεις προς αποκατάσταση ζημίας που τους προξένησαν δεν αποτελούν «κρατικές ενισχύσεις», κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Διευκρίνισε ότι οι κρατικές ενισχύσεις, που αποτελούν μέτρα της δημόσιας αρχής ευνοούντα ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένα προϊόντα, διαφέρουν θεμελιωδώς κατά τη νομική φύση από τις αποζημιώσεις τις οποίες υποχρεώνονται, ενδεχομένως, να καταβάλουν σε ιδιώτες οι εθνικές αρχές προς αποκατάσταση ζημίας που τους προξένησαν και ότι, ως εκ τούτου, οι αποζημιώσεις αυτές δεν αποτελούν ενισχύσεις κατά την έννοια των άρθρων 107 και 108 ΣΛΕΕ.

48.

Ωστόσο, φρονώ ότι η ερμηνεία που προκρίθηκε στην απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, Αστερίς κ.λπ. κατά Ελλάδας και ΕΟΚ (106/87 έως 120/87, EU:C:1988:457), δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά την υπόθεση της κύριας δίκης, δεδομένου ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν πρόκειται για ποσά οφειλόμενα ή καταβληθέντα λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης του οικείου κράτους μέλους, αλλά για αποζημίωση δαπανών –οφειλομένων σε εκ του νόμου υποχρεώσεις ή φυσικά συμβάντα– στις οποίες υποβάλλονται υπό κανονικές συνθήκες οι οικείες επιχειρήσεις στο πλαίσιο της οικονομικής τους δραστηριότητας ( 31 ).

49.

Τέλος, όπως επισήμανε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, είναι προφανές ότι η επίμαχη αποζημίωση δεν εμπίπτει στην περίπτωση απόδοσης αχρεωστήτως καταβληθεισών επιβαρύνσεων ( 32 ) ούτε στην περίπτωση καταβολής αποζημίωσης για απαλλοτρίωση ( 33 ). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές, το κράτος μέλος ήταν υποχρεωμένο να επιστρέψει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά ή να καταβάλει το αντίτιμο του απαλλοτριωθέντος αγαθού στον κύριό του. Σε αντίθεση προς την επίμαχη αποζημίωση, οι πληρωμές αφορούσαν επιβαρύνσεις μη δυνάμενες να χαρακτηριστούν ως «δαπάνες οι οποίες, υπό κανονικές συνθήκες της αγοράς, βαρύνουν τον προϋπολογισμό επιχείρησης» κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύεται στο σημείο 39 των παρουσών προτάσεων.

50.

Ως εκ τούτου, μολονότι δεν μπορεί κατ’ αρχήν να αποκλειστεί ότι, σε άλλες ειδικές περιπτώσεις, η αντιστάθμιση εξαιρετικής επιβάρυνσης σε σχέση με τις κανονικές συνθήκες της αγοράς μπορεί να μην εμπίπτει στην έννοια της κρατικής ενίσχυσης, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ( 34 ), τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

51.

Προτείνω, επομένως, να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι η επίμαχη αποζημίωση συνιστά πλεονέκτημα δυνάμενο να αποτελεί κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προβλεπόμενες προϋποθέσεις, στοιχείο του οποίου η διακρίβωση απόκειται στο αιτούν δικαστήριο ( 35 ).

Γ.   Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

52.

Με το τρίτο και τελευταίο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν, σε περίπτωση κατά την οποία η επίμαχη αποζημίωση συνιστά κρατική ενίσχυση, πρέπει να εφαρμοστεί το ανώτατο όριο ενίσχυσης ήσσονος σημασίας που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στην αλιεία.

53.

Κατά το δικαστήριο αυτό, από το άρθρο 1 του ως άνω κανονισμού, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης του 15, προκύπτει ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν έχει, εκ πρώτης όψεως, εφαρμογή στην περίπτωση της εν λόγω αποζημίωσης.

54.

Η Λεττονική Κυβέρνηση και η Επιτροπή θεωρούν ότι η επίμαχη αποζημίωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στον τομέα της αλιείας, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η Λεττονία επέλεξε να εφαρμόσει τον κανονισμό αυτόν.

55.

Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, θεωρώ χρήσιμη τη διάκριση μεταξύ, αφενός, της δυνατότητας εφαρμογής του κανονισμού για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στην αλιεία σε περίπτωση όπως η προκείμενη και, αφετέρου, της συγκεκριμένης εφαρμογής του κανονισμού αυτού από τις λεττονικές αρχές.

56.

Όσον αφορά το πρώτο στοιχείο, εκτιμώ ότι, σε περίπτωση που η επίμαχη αποζημίωση συνιστά «κρατική ενίσχυση», έχει εφαρμογή ο κανονισμός για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στην αλιεία, στον βαθμό που καμία από τις εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής του ως άνω κανονισμού, οι οποίες απαριθμούνται στο άρθρο του 1, δεν συντρέχει εν προκειμένω.

57.

Επιπλέον, η αιτιολογική σκέψη 15 του κανονισμού για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στην αλιεία, την οποία μνημονεύει το αιτούν δικαστήριο, και το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού διευκρινίζουν, μεταξύ άλλων, ότι ο κανονισμός ισχύει μόνο για τις ενισχύσεις για τις οποίες είναι δυνατόν να υπολογιστεί εκ των προτέρων με ακρίβεια το ακαθάριστο ισοδύναμο επιχορήγησης χωρίς να είναι αναγκαία εκτίμηση κινδύνου («διαφανείς ενισχύσεις»), όπως, για παράδειγμα, οι επιχορηγήσεις. Δεδομένου ότι η επίμαχη αποζημίωση συνίσταται σε εκ των υστέρων αποζημίωση, αντιστοιχεί, κατ’ ουσίαν, σε επιχορήγηση, δεδομένου ότι παρέχει τη δυνατότητα να υπολογιστεί εκ των προτέρων με ακρίβεια το ακαθάριστο ισοδύναμο επιχορήγησης. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, συνιστά «διαφανή ενίσχυση» κατά την έννοια του ίδιου κανονισμού.

58.

Όσον αφορά το δεύτερο στοιχείο, υπογραμμίζω ότι, αφ’ ης στιγμής είναι εφαρμοστέος ο κανονισμός για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στην αλιεία, το κράτος μέλος μπορεί είτε να κοινοποιήσει την επίμαχη αποζημίωση στην Επιτροπή, προκειμένου να εγκριθεί ως ενίσχυση συμβατή με την εσωτερική αγορά, είτε να αρκεστεί στον χαρακτηρισμό της ως «ήσσονος σημασίας ενίσχυσης». Ως εκ τούτου, εν προκειμένω, οι λεττονικές αρχές μπορούσαν νομίμως να χαρακτηρίσουν την αποζημίωση αυτή ως ενίσχυση ήσσονος σημασίας.

59.

Συνεπώς, προτείνω να δοθεί στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι κράτος μέλος μπορεί να εφαρμόσει το ανώτατο όριο ενίσχυσης ήσσονος σημασίας, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στην αλιεία, στην περίπτωση ενισχύσεων χορηγούμενων λόγω ζημιών που προκαλούνται στην υδατοκαλλιέργεια σε περιοχή του δικτύου Natura 2000 από άγρια πτηνά προστατευόμενα βάσει της οδηγίας για τα πτηνά.

V. Πρόταση

60.

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Augstākā tiesa (Ανώτατο Δικαστήριο, Λεττονία) ως εξής:

1)

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα.

2)

Η αποζημίωση την οποία χορηγεί κράτος μέλος για τις απώλειες που προκαλούνται στην υδατοκαλλιέργεια σε περιοχή του δικτύου Natura 2000 από πτηνά προστατευόμενα δυνάμει της οδηγίας 2009/147/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, συνιστά πλεονέκτημα δυνάμενο να αποτελεί κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προβλεπόμενες προϋποθέσεις.

3)

Κράτος μέλος μπορεί να εφαρμόσει το ανώτατο όριο ενίσχυσης ήσσονος σημασίας, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΕ) 717/2014 της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 2014, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στους τομείς της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας, στην περίπτωση ενισχύσεων χορηγούμενων λόγω ζημιών που προκαλούνται στην υδατοκαλλιέργεια σε περιοχή του δικτύου Natura 2000 από άγρια πτηνά προστατευόμενα βάσει της οδηγίας 2009/147.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

( 2 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 2014, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στους τομείς της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας (ΕΕ 2014, L 190, σ. 45, στο εξής: κανονισμός για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στην αλιεία).

( 3 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ 2010, L 20, σ. 7, στο εξής: οδηγία για τα πτηνά).

( 4 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ 1992, L 206, σ. 7, στο εξής: οδηγία για τους οικοτόπους).

( 5 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 2328/2003, (ΕΚ) αριθ. 861/2006, (ΕΚ) αριθ. 1198/2006 και (ΕΚ) αριθ. 791/2007 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1255/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2014, L 149, σ. 1).

( 6 ) Κανονισμός, της 18ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 [ΣΛΕΕ] στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (ΕΕ 2013, L 352, σ. 1).

( 7 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 [ΣΛΕΕ] στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας («de minimis») στον γεωργικό τομέα (ΕΕ 2013, L 352, σ. 9).

( 8 ) Latvijas Vēstnesis, 2000, αριθ. 121/122.

( 9 ) Latvijas Vēstnesis, 2004, αριθ. 64.

( 10 ) Latvijas Vēstnesis, 2015, αριθ. 199.

( 11 ) Latvijas Vēstnesis, 2016, αριθ. 111.

( 12 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2013, για την κοινή οργάνωση των αγορών των προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας, την τροποποίηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1184/2006 και (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 104/2000 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 354, σ. 1).

( 13 ) Ήτοι, βάσει του άρθρου 30 του κανονισμού (ΕΕ) 1305/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1698/2005 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347, σ. 487, και διορθωτικό ΕΕ 2016, L 130, σ. 1).

( 14 ) Ήτοι, βάσει του άρθρου 54 του κανονισμού 508/2014.

( 15 ) ΕΕ 2014, C 204, σ. 1 (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές στον γεωργικό και τον δασονομικό τομέα).

( 16 ) ΕΕ 2015, C 217, σ. 1 (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές στον τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας).

( 17 ) Πρβλ. απόφαση της 22ας Απριλίου 2021, Profi Credit Slovakia (C-485/19, EU:C:2021:313, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 18 ) Πρβλ. απόφαση της 22ας Μαΐου 2014, Érsekcsanádi Mezőgazdasági (C-56/13, EU:C:2014:352, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 19 ) Πρβλ. απόφαση της 22ας Μαΐου 2014, Érsekcsanádi Mezőgazdasági (C-56/13, EU:C:2014:352, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 20 ) Βλ. αποφάσεις της 16ης Μαρτίου 2021, Επιτροπή κατά Πολωνίας (C-562/19 P, EU:C:2021:201, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 16ης Μαρτίου 2021, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (C-596/19 P, EU:C:2021:202, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 21 ) Βλ. αποφάσεις της 9ης Ιουνίου 2011, Comitato Venezia vuole vivere κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-71/09 P, C-73/09 P και C-76/09 P, EU:C:2011:368, σκέψη 94), και της 26ης Οκτωβρίου 2016, Orange κατά Επιτροπής (C-211/15 P, EU:C:2016:798, σκέψη 38).

( 22 ) Βλ. απόφαση της 4ης Μαρτίου 2021, Επιτροπή κατά Fútbol Club Barcelona (C-362/19 P, EU:C:2021:169, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 23 ) Βλ. απόφαση της 27ης Ιουνίου 2017, Congregación de Escuelas Pías Provincia Betania (C‑74/16, EU:C:2017:496, σκέψη 66 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Επιτροπή κατά Πολωνίας (C-562/19 P, EU:C:2020:834, σημείο 32) και στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (C-596/19 P, EU:C:2020:835, σημείο 39).

( 24 ) Βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 25ης Μαρτίου 2015, Βέλγιο κατά Επιτροπής (T‑538/11, EU:T:2015:188, σκέψη 76 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), η οποία επικυρώθηκε κατ’ αναίρεση με την απόφαση της 30ής Ιουνίου 2016, Βέλγιο κατά Επιτροπής (C-270/15 P, EU:C:2016:489, σκέψεις 36 και 37).

( 25 ) Επισημαίνω, εξάλλου, ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν, μεταξύ άλλων, από την εφαρμογή της οδηγίας για τα πτηνά αποτελούν απλώς την έμμεση αιτία των ζημιών την αποκατάσταση των οποίων αξιώνει η Sātiņi-S, δεδομένου ότι άμεση αιτία των ζημιών αυτών είναι η διέλευση των προστατευόμενων πτηνών. Πάντως, μολονότι η οδηγία για τα πτηνά απαγορεύει τη θανάτωση των ζώων αυτών, εκτιμώ ότι η συγκεκριμένη λύση συνιστά απλώς ένα από τα πιθανά μέτρα –και πιθανώς όχι το πλέον αποτελεσματικό– για την προστασία των αποθεμάτων εκτρεφόμενων ιχθύων.

( 26 ) Βλ., ειδικότερα, σημεία 390 έως 392 των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών.

( 27 ) Απόφαση της 24ης Ιουλίου 2003, Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (C‑280/00, EU:C:2003:415). Σημειώνω, παρεμπιπτόντως, ότι η αντιστάθμιση των δαπανών από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας, σύμφωνα με τα κριτήρια που διατυπώθηκαν στη νομολογία «Altmark», δεν συνιστά περίπτωση κατά την οποία η διαπίστωση περί χορηγήσεως οικονομικού πλεονεκτήματος δεν συνεπάγεται τον χαρακτηρισμό του επίμαχου μέτρου ως «κρατικής ενισχύσεως» κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (όπως επισημάνθηκε με την απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2016, Orange κατά Επιτροπής, C‑211/15 P, EU:C:2016:798, σκέψη 44), αλλά περίπτωση στην οποία η επιχείρηση που είναι επιφορτισμένη με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας δεν απολαύει, στην πραγματικότητα, οικονομικού πλεονεκτήματος (βλ. απόφαση της 9ης Ιουνίου 2011, Comitato Venezia vuole vivere κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-71/09 P, C-73/09 P και C-76/09 P, EU:C:2011:368, σκέψεις 90 έως 92).

( 28 ) Βλ. απόφαση της 24ης Ιουλίου 2003, Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (C‑280/00, EU:C:2003:415, σκέψη 89).

( 29 ) Βλ. απόφαση της 24ης Ιουλίου 2003, Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (C‑280/00, EU:C:2003:415, σκέψεις 90 έως 93). Ειδικότερα, από κανένα στοιχείο της υπόθεσης της κύριας δίκης δεν προκύπτει, κατ’ αρχάς, ότι οι βασικές παράμετροι βάσει των οποίων υπολογίζεται η αντιστάθμιση έχουν προσδιοριστεί προηγουμένως αντικειμενικά και με διαφάνεια, στη συνέχεια, ότι η αντιστάθμιση δεν υπερβαίνει το μέτρο του αναγκαίου για την κάλυψη του συνόλου ή μέρους των δαπανών που πραγματοποιούνται για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας και, τέλος, ότι η επιχείρηση επελέγη μέσω διαδικασίας σύναψης δημοσίας συμβάσεως παρέχουσας τη δυνατότητα επιλογής του υποψηφίου που είναι σε θέση να παράσχει τις σχετικές υπηρεσίες αυτές με το μικρότερο, για το κοινωνικό σύνολο, κόστος ή ότι το επίπεδο της απαραίτητης αντιστάθμισης καθορίστηκε βάσει ανάλυσης των δαπανών στις οποίες θα προέβαινε μια μέση επιχείρηση, με χρηστή διαχείριση και κατάλληλα εξοπλισμένη προς ικανοποίηση των απαιτήσεων σχετικά με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας προκειμένου να εκπληρώσει τις ως άνω υποχρεώσεις, λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά έσοδα και ένα εύλογο κέρδος από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών. Αντιθέτως, το αιτούν δικαστήριο και η Λεττονική Κυβέρνηση διευκρίνισαν ότι η επίμαχη αποζημίωση δεν συνδέεται στενά με το ύψος των ζημιών –και ότι μπορούσε επίσης να το υπερβαίνει– οι οποίες πράγματι προκλήθηκαν στην υδατοκαλλιέργεια.

( 30 ) Βλ. απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988 (106/87 έως 120/87, EU:C:1988:457, σκέψεις 23 και 24).

( 31 ) Χωρίς να παραβλέπεται το γεγονός ότι, όπως διευκρίνισε το αιτούν δικαστήριο και η Λεττονική Κυβέρνηση, η μέθοδος υπολογισμού της επίμαχης αποζημίωσης ελάμβανε υπόψη, κυρίως, την επιφάνεια των λεκανών ιχθυοκαλλιέργειας και, επομένως, δεν αντιστοιχούσε στις πραγματικές απώλειες που υπέστησαν οι κύριοι, με αποτέλεσμα η αποζημίωση αυτή να μη συνδέεται στενά με το ύψος των ζημιών –μπορούσε δε να το υπερβαίνει– οι οποίες πράγματι προκλήθηκαν στην υδατοκαλλιέργεια.

( 32 ) Βλ. αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1980, Amministrazione delle finanze dello Stato κατά Denkavit italiana (61/79, EU:C:1980:100, σκέψεις 29 έως 32), και της 10ης Ιουλίου 1980, Amministrazione delle finanze dello Stato κατά Ariete (811/79, EU:C:1980:195, σκέψη 15).

( 33 ) Βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 1ης Ιουλίου 2010, Nuova Terni Industrie Chimiche κατά Επιτροπής (T-64/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2010:270, σκέψεις 59 έως 63 και 140 έως 141).

( 34 ) Για παράδειγμα, στην απόφαση της 23ης Μαρτίου 2006, Enirisorse (C-237/04, EU:C:2006:197, σκέψεις 46 έως 48), το Δικαστήριο έκρινε ότι εθνική ρύθμιση η οποία επιδιώκει απλώς να μην επιβαρυνθεί ο προϋπολογισμός επιχείρησης με μια επιπλέον δαπάνη η οποία, υπό κανονικές συνθήκες, δεν θα υφίστατο, δεν παρέχει στην επιχείρηση αυτή πλεονέκτημα δυνάμενο να αποτελεί κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Στην περίπτωση εκείνη επρόκειτο για καθεστώς «διττής παρέκκλισης» το οποίο, λαμβανομένης υπόψη μιας πρώτης παρέκκλισης από το καθεστώς του κοινού δικαίου (την κατ’ εξαίρεση δυνατότητα αποχώρησης ορισμένων μετόχων), προέβλεπε μια δεύτερη με σκοπό την εξουδετέρωση του πλεονεκτήματος που παρείχε η πρώτη (την απαλλαγή από την υποχρέωση αποδόσεως της αξίας των μετοχών που κατείχαν οι εταίροι οι οποίοι έκαναν χρήση της κατ’ εξαίρεση ευχέρειας αποχώρησης).

( 35 ) Χωρίς να θέλω να υπεισέλθω στις αρμοδιότητες του αιτούντος δικαστηρίου, θα περιοριστώ να επισημάνω ότι, βάσει των στοιχείων που αυτό παρέσχε, φρονώ ότι οι προϋποθέσεις αυτές εκ πρώτης όψεως πληρούνται εν προκειμένω. Πρώτον, η επίμαχη αποζημίωση χορηγήθηκε απευθείας από κρατικές αρχές με χρήση δημοσίων πόρων· δεύτερον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ιρλανδική Κυβέρνηση, η αποζημίωση αυτή αφορά μόνον τις επιχειρήσεις οι οποίες, όπως η Sātiņi-S, υπέστησαν ζημίες στην υδατοκαλλιέργεια σε περιοχή του δικτύου Natura 2000, προκληθείσες από προστατευόμενα πτηνά βάσει της οδηγίας για τα πτηνά· και, τρίτον, δεδομένου ότι η αγορά υδατοκαλλιέργειας είναι ανοικτή στον ανταγωνισμό και στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, είναι πολύ πιθανό η εν λόγω αποζημίωση να μπορεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Αν οι διαπιστώσεις αυτές επιβεβαιωθούν από το αιτούν δικαστήριο, θα πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η ίδια αποζημίωση συνιστά «κρατική ενίσχυση», κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

Top