EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62019CJ0490

Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 17ης Δεκεμβρίου 2020.
Syndicat interprofessionnel de défense du fromage Morbier κατά Société Fromagère du Livradois SAS.
Αίτηση του Cour de cassation για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Γεωργία – Προστασία γεωγραφικών ενδείξεων και ονομασιών προέλευσης γεωργικών προϊόντων και τροφίμων – Κανονισμός (ΕΚ) 510/2006 – Κανονισμός (ΕΕ) 1151/2012 – Άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ – Πρακτική ικανή να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως προς την πραγματική καταγωγή του προϊόντος – Αναπαραγωγή του σχήματος ή της εμφάνισης που χαρακτηρίζει ένα προϊόν το οποίο καλύπτεται από καταχωρισμένη ονομασία – Προστατευόμενη ονομασία προέλευσης (ΠΟΠ) “Morbier”.
Υπόθεση C-490/19.

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2020:1043

 ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 17ης Δεκεμβρίου 2020 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Γεωργία – Προστασία γεωγραφικών ενδείξεων και ονομασιών προέλευσης γεωργικών προϊόντων και τροφίμων – Κανονισμός (ΕΚ) 510/2006 – Κανονισμός (ΕΕ) 1151/2012 – Άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ – Πρακτική ικανή να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως προς την πραγματική καταγωγή του προϊόντος – Αναπαραγωγή του σχήματος ή της εμφάνισης που χαρακτηρίζει ένα προϊόν το οποίο καλύπτεται από καταχωρισμένη ονομασία – Προστατευόμενη ονομασία προέλευσης (ΠΟΠ) “Morbier”»

Στην υπόθεση C‑490/19,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Γαλλία) με απόφαση της 19ης Ιουνίου 2019, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Ιουνίου 2019, στο πλαίσιο της δίκης

Syndicat interprofessionnel de défense du fromage Morbier

κατά

Société Fromagère du Livradois SAS,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους E. Regan, πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts, Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του πέμπτου τμήματος, M. Ilešič, Κ. Λυκούργο και I. Jarukaitis (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Pitruzzella

γραμματέας: M. Krausenböck, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 18ης Ιουνίου 2020,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Syndicat interprofessionnel de défense du fromage Morbier, εκπροσωπούμενη από τον J.-J. Gatineau, avocat,

η Société Fromagère du Livradois SAS, εκπροσωπούμενη από τον E. Piwnica, avocat,

η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις C. Mosser και A.‑L. Desjonquères,

η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Γ. Κανελλόπουλο και τις Ε. Λευθεριώτου και Ε.-Ε. Κρόμπα,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους D. Bianchi και I. Naglis,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2020,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 510/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2006, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (ΕΕ 2006, L 93, σ. 12), και του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 1151/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 2012, για τα συστήματα ποιότητας των γεωργικών προϊόντων και τροφίμων (ΕΕ 2012, L 343, σ. 1).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Syndicat interprofessionnel de défense du fromage Morbier (Διεπαγγελματικής ένωσης προάσπισης του τυριού Morbier, στο εξής: ένωση) και της Société Fromagère du Livradois SAS, με αντικείμενο την προσβολή της προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης (ΠΟΠ) «Morbier» και πράξεις αθέμιτου και παρασιτικού ανταγωνισμού που προσάπτονται στην τελευταία.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3

Οι αιτιολογικές σκέψεις 4 και 6 του κανονισμού 510/2006, ο οποίος καταργήθηκε από τον κανονισμό 1151/2012, είχαν ως εξής:

«(4)

Λόγω της ποικιλομορφίας των προϊόντων που διατίθενται στην αγορά και της πληθώρας των πληροφοριών που τα αφορούν, ο καταναλωτής θα πρέπει, προκειμένου να κάνει καλύτερες επιλογές, να διαθέτει σαφείς και συνοπτικές πληροφορίες για την καταγωγή του προϊόντος.

[…]

(6)

Θα πρέπει να προβλεφθεί μια κοινοτική προσέγγιση σχετικά με τις ονομασίες προέλευσης και τις γεωγραφικές ενδείξεις. Πράγματι, ένα πλαίσιο κοινοτικών κανόνων που θα περιλαμβάνει ένα καθεστώς προστασίας θα επιτρέψει στις γεωγραφικές ενδείξεις και στις ονομασίες προέλευσης να αναπτυχθούν, δεδομένου ότι το εν λόγω πλαίσιο θα παρέχει, μέσω μιας πιο ομοιόμορφης προσέγγισης, δίκαιο ανταγωνισμό μεταξύ των παραγωγών προϊόντων που δικαιούνται τις εν λόγω ενδείξεις και θα ενισχύει την αξιοπιστία αυτών των προϊόντων στα μάτια των καταναλωτών.»

4

Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού έχει ως εξής:

«Οι καταχωρισμένες ονομασίες προστατεύονται από:

α)

οιαδήποτε άμεση ή έμμεση εμπορική χρήση καταχωρισμένης ονομασίας για προϊόντα που δεν καλύπτονται από την καταχώριση, εφόσον τα εν λόγω προϊόντα είναι συγκρίσιμα με τα προϊόντα που έχουν καταχωρισθεί με την εν λόγω ονομασία ή εφόσον η εν λόγω χρήση αποτελεί εκμετάλλευση της φήμης της προστατευόμενης ονομασίας·

β)

οιαδήποτε αντιποίηση, απομίμηση ή υπαινιγμό, ακόμη και αν αναφέρεται η πραγματική καταγωγή του προϊόντος ή εάν η προστατευόμενη ονομασία χρησιμοποιείται σε μετάφραση ή συνοδεύεται από εκφράσεις όπως “είδος”, “τύπος”, “μέθοδος”, “τρόπος”, “απομίμηση” ή παρόμοιες·

γ)

οιαδήποτε άλλη ψευδή ή παραπλανητική ένδειξη, τόσο όσον αφορά την προέλευση, την καταγωγή, τη φύση ή τις ουσιαστικές ιδιότητες του προϊόντος, αναγραφόμενη στη συσκευασία ή στο περιτύλιγμα, στο διαφημιστικό υλικό ή σε έγγραφα που αφορούν το συγκεκριμένο προϊόν, καθώς και τη χρησιμοποίηση για τη συσκευασία του προϊόντος δοχείου που μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένη εντύπωση ως προς την καταγωγή του·

δ)

οιαδήποτε άλλη πρακτική ικανή να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως προς την πραγματική καταγωγή του προϊόντος.

[…]»

5

Στις αιτιολογικές σκέψεις 18 και 29 του κανονισμού 1151/2012 αναφέρονται τα εξής:

«(18)

Οι ειδικοί στόχοι της προστασίας των ονομασιών προέλευσης και των γεωγραφικών ενδείξεων εξασφαλίζουν δίκαιη απόδοση για τους γεωργούς και τους παραγωγούς, όσον αφορά τα στοιχεία ποιότητας και τα χαρακτηριστικά δεδομένου προϊόντος ή του τρόπου παραγωγής του, και την παροχή σαφούς πληροφόρησης για προϊόντα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά συνδεόμενα με τη γεωγραφική προέλευση, ώστε οι καταναλωτές να είναι καλύτερα ενημερωμένοι όταν επιλέγουν τα προϊόντα που αγοράζουν.

[…]

(29)

Θα πρέπει να παρέχεται προστασία στις ονομασίες που περιλαμβάνονται στο μητρώο, ώστε να εξασφαλισθεί η θεμιτή χρήση τους και να αποτραπούν πρακτικές που μπορούν να παραπλανήσουν τους καταναλωτές. […]»

6

Κατά το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού, το οποίο επιγράφεται «Στόχος»:

«Θεσπίζεται σύστημα προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων ώστε να βοηθηθούν οι παραγωγοί προϊόντων συνδεόμενων με μια γεωγραφική περιοχή με τους εξής τρόπους:

α)

με την εξασφάλιση δίκαιων αποδόσεων ανάλογων με την ποιότητα των προϊόντων τους·

β)

με την εξασφάλιση ενιαίας προστασίας των ονομασιών ως δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας στην επικράτεια της Ένωσης·

γ)

με την παροχή σαφούς ενημέρωσης στους καταναλωτές για τα στοιχεία του προϊόντος τα οποία του προσδίδουν αξία.»

7

Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του εν λόγω κανονισμού, το οποίο επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν το περιεχόμενο του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 510/2006, ορίζει τα εξής:

«Για τον σκοπό του παρόντος κανονισμού, ως “ονομασία προέλευσης” νοείται η ονομασία που ταυτοποιεί ένα προϊόν:

α)

το οποίο κατάγεται από συγκεκριμένο τόπο, περιοχή ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, χώρα·

β)

του οποίου η ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά οφείλονται κυρίως ή αποκλειστικά στο ιδιαίτερο γεωγραφικό περιβάλλον που συμπεριλαμβάνει τους εγγενείς φυσικούς και ανθρώπινους παράγοντες· […]».

8

Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν το περιεχόμενο του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 510/2006. Στο τέλος των στοιχείων αʹ και βʹ προστέθηκε μόνον η φράση «συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες τα προϊόντα αυτά χρησιμοποιούνται ως συστατικό».

9

Κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΚ) 2400/96 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1996, για την εγγραφή ορισμένων ονομασιών στο «μητρώο προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων» που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2081/92 του Συμβουλίου για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (ΕΕ 1996, L 327, σ. 11), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1241/2002 της Επιτροπής, της 10ης Ιουλίου 2002 (ΕΕ 2002, L 181, σ. 4), η ονομασία «Morbier» καταχωρίστηκε ως ΠΟΠ στο μητρώο προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα του εν λόγω κανονισμού.

10

Η περιγραφή του προϊόντος που περιέχεται στον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 1128/2013 της Επιτροπής, της 7ης Νοεμβρίου 2013, για την έγκριση ήσσονος σημασίας τροποποίησης των προδιαγραφών ονομασίας καταχωρισμένης στο μητρώο προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων [Morbier (ΠΟΠ)] (ΕΕ 2013, L 302, σ. 7), έχει ως εξής:

«Το τυρί “Morbier” είναι ένα τυρί από ανεπεξέργαστο νωπό αγελαδινό γάλα, με συμπιεσμένη άψητη μάζα, πεπλατυσμένο κυλινδρικό σχήμα διαμέτρου 30 έως 40 cm, ύψος 5 έως 8 cm, βάρος 5 έως 8 kg, επίπεδες πλευρές και ελαφρώς κυρτή ράχη.

Το τυρί αυτό χαρακτηρίζεται από μια οριζόντια κεντρική μαύρη γραμμή, η οποία είναι προσκολλημένη και συνεχής σε όλη την επιφάνεια της τομής.

Η κρούστα είναι φυσική, τριμμένη, με κανονική όψη, με επίχρισμα, με εμφανή ίχνη του σχεδίου της τυροκομικής μήτρας. Είναι χρώματος μπεζ προς πορτοκαλί, με καστανοπορτοκαλωπές, κοκκινοπορτοκαλωπές και ροδοπορτοκαλωπές αποχρώσεις. Η μάζα είναι ομοιογενής, χρώματος υπόλευκου έως ανοιχτοκίτρινου, φέρει συχνά μερικές διάσπαρτες οπές μεγέθους φραγκοστάφυλου ή μικρές πεπλατυσμένες φυσαλίδες. Είναι ελαστική στην αφή, παχύρρευστη και λιώνει στο στόμα χωρίς να κολλάει, ενώ η υφή της είναι λεία και λεπτή. Η γεύση είναι καθαρή, με αποχρώσεις γάλακτος, καραμέλας, βανίλιας και φρούτων. Με την πρόοδο της ωρίμασης, το αρωματικό φάσμα εμπλουτίζεται με αποχρώσεις καβουρντισμένου, καρυκευμένου και φυτικού. Οι γευστικές ιδιότητες είναι ισορροπημένες. Το τυρί περιέχει τουλάχιστον 45 gr λιπαρής ουσίας ανά 100 gr τυριού μετά από πλήρη ξήρανση. Η υγρασία του άπαχου τυριού (HFD) πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 58 % και 67 %. Η τελειοποίηση του τυριού εκτελείται επί ελάχιστο χρονικό διάστημα 45 ημερών από την ημερομηνία παρασκευής του, χωρίς διακοπή του κύκλου.»

Το γαλλικό δίκαιο

11

Το άρθρο L. 722‑1 του code de la propriété intellectuelle (κώδικα διανοητικής ιδιοκτησίας, Γαλλία), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, όριζε τα εξής:

«Κάθε προσβολή γεωγραφικής ένδειξης στοιχειοθετεί αστική ευθύνη του προσβάλλοντος.

Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, ως “γεωγραφική ένδειξη” νοούνται:

[…]

b)

οι προστατευόμενες ονομασίες προέλευσης και οι προστατευόμενες γεωγραφικές ενδείξεις που προβλέπονται από την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων·

[…]».

12

Το «Morbier» είναι τυρί που προστατεύεται με ελεγχόμενη ονομασία προέλευσης (ΕΟΠ) κατόπιν εκδόσεως του décret du 22 décembre 2000 relatif à l’appellation d’origine contrôlée (διατάγματος της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για την ελεγχόμενη ονομασία προέλευσης «Morbier») (JORF αριθ. 302, της 30ής Δεκεμβρίου 2000, σ. 20944), το οποίο έχει καταργηθεί και το οποίο όρισε γεωγραφική ζώνη αναφοράς και τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τη χρησιμοποίηση αυτής της ονομασίας προέλευσης, ενώ, στο άρθρο του 8, προέβλεψε μεταβατική περίοδο για τις εγκατεστημένες εκτός της εν λόγω γεωγραφικής ζώνης επιχειρήσεις που παρήγαν και εμπορεύονταν κατά τρόπο συνεχή τυριά υπό την ονομασία «Morbier», προκειμένου να τους δοθεί η δυνατότητα να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν την ονομασία αυτή χωρίς την ένδειξη «ΕΟΠ», έως τη λήξη πενταετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της καταχώρισης της ονομασίας προέλευσης «Morbier» ως ΠΟΠ.

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

13

Βάσει του διατάγματος της 22ας Δεκεμβρίου 2000, επετράπη στην εταιρία Société Fromagère du Livradois, η οποία παρασκεύαζε τυρί morbier από το 1979, να χρησιμοποιεί την ονομασία «Morbier» χωρίς τη μνεία ΕΟΠ έως τις 11 Ιουλίου 2007, ημερομηνία κατά την οποία αντικατέστησε την ονομασία «Morbier» με την ονομασία «Montboissié du Haut Livradois». Επιπλέον, στις 5 Οκτωβρίου 2001, η Société Fromagère du Livradois κατέθεσε στις Ηνωμένες Πολιτείες το αμερικανικό σήμα «Morbier du Haut Livradois», το οποίο ανανέωσε το 2008 για δέκα έτη, ενώ, στις 5 Νοεμβρίου 2004, κατέθεσε το γαλλικό σήμα «Montboissier».

14

Προσάπτοντας στη Société Fromagère du Livradois ότι προσβάλλει την προστατευόμενη ονομασία και προβαίνει σε πράξεις αθέμιτου και παρασιτικού ανταγωνισμού, καθόσον παρασκευάζει και εμπορεύεται τυρί το οποίο έχει την εξωτερική εμφάνιση του προϊόντος που καλύπτεται από την ΠΟΠ «Morbier», με σκοπό να δημιουργήσει σύγχυση και να εκμεταλλευθεί τη φήμη της εικόνας του προϊόντος χωρίς να υποχρεούται να συμμορφωθεί προς τις προδιαγραφές της ονομασίας προέλευσης, η ένωση άσκησε στις 22 Αυγούστου 2013 ενώπιον του tribunal de grande instance de Paris (πολυμελούς πρωτοδικείου Παρισιού, Γαλλία) αγωγή κατά της Société Fromagère du Livradois, ζητώντας να παύσει η εναγόμενη εταιρία κάθε άμεση ή έμμεση εμπορική χρήση της ΠΟΠ «Morbier» για προϊόντα που δεν καλύπτονται από αυτήν, κάθε αντιποίηση, απομίμηση ή υπαινιγμό της εν λόγω ΠΟΠ, κάθε άλλη ψευδή ή παραπλανητική ένδειξη όσον αφορά την προέλευση, την καταγωγή, τη φύση ή τις ουσιαστικές ιδιότητες του προϊόντος, με οποιαδήποτε μέσα, που ενδέχεται να δημιουργήσει εσφαλμένη εντύπωση ως προς την καταγωγή του προϊόντος, κάθε άλλη πρακτική ικανή να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως προς την πραγματική καταγωγή του προϊόντος και, ιδίως, οποιαδήποτε χρήση οριζόντιας μαύρης γραμμής που χωρίζει το τυρί σε δύο τμήματα, καθώς και να αποκαταστήσει τη ζημία της ενάγουσας.

15

Τα εν λόγω αιτήματα απορρίφθηκαν με απόφαση της 14ης Απριλίου 2016 του tribunal de grande instance de Paris (πολυμελές πρωτοδικείο Παρισιού, Γαλλία), η οποία επικυρώθηκε από το cour d’appel de Paris (εφετείο Παρισιού, Γαλλία) με απόφαση της 16ης Ιουνίου 2017. Το τελευταίο αυτό δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν παράνομη η εμπορία τυριού το οποίο έχει ένα ή περισσότερα χαρακτηριστικά από αυτά που περιλαμβάνονται στις προδιαγραφές του Morbier, με το οποίο, επομένως, εμφανίζει ομοιότητες.

16

Με την απόφαση αυτή, αφού αποφάνθηκε ότι η νομοθεσία περί ΠΟΠ δεν αποσκοπεί στην προστασία της εμφάνισης ενός προϊόντος ή των χαρακτηριστικών του όπως περιγράφονται στις προδιαγραφές του, αλλά στην προστασία της ονομασίας του, με αποτέλεσμα να μην απαγορεύει την παρασκευή ενός προϊόντος σύμφωνα με τις ίδιες τεχνικές που ορίζονται στους κανόνες για τη γεωγραφική ένδειξη, και αφού θεώρησε ότι, ελλείψει απαγορευτικού κανόνα, η αντιγραφή της εξωτερικής εμφάνισης ενός προϊόντος εμπίπτει στη σφαίρα της ελευθερίας του εμπορίου και της βιομηχανίας, το cour d’appel de Paris (εφετείο Παρισιού) έκρινε ότι τα προβαλλόμενα από την ένωση χαρακτηριστικά, και ιδίως η οριζόντια μπλε γραμμή, ανάγονται σε ιστορική παράδοση, σε πατροπαράδοτη τεχνική που συναντάται σε άλλα τυριά πέραν του Morbier, τα οποία παρασκεύαζε η Société Fromagère du Livradois ακόμη και πριν από την απόκτηση της ΠΟΠ «Morbier» και τα οποία δεν βασίζονται σε επενδύσεις που πραγματοποίησαν η ένωση ή τα μέλη της. Έκρινε, δε, ότι, καίτοι το δικαίωμα χρήσης του φυτικού άνθρακα παρέχεται μόνον για το τυρί με την εν λόγω ΠΟΠ, η Société Fromagère du Livradois υποχρεώθηκε, προκειμένου να συμμορφωθεί με την αμερικανική νομοθεσία, να τον αντικαταστήσει με πολυφαινόλη σταφυλής, με αποτέλεσμα τα δύο τυριά να μην μπορούν να εξομοιωθούν με βάση το χαρακτηριστικό αυτό. Αφού επισήμανε ότι η Société Fromagère du Livradois προβάλλει την ύπαρξη άλλων διαφορών μεταξύ του τυριού Montboissier και του τυριού Morbier, ιδίως όσον αφορά τη χρήση παστεριωμένου γάλακτος για το πρώτο και νωπού γάλακτος για το δεύτερο, το cour d’appel de Paris (εφετείο Παρισιού) έκρινε ότι τα δύο τυριά είναι διαφορετικά και ότι η ένωση προσπαθούσε να επεκτείνει την προστασία της ΠΟΠ «Morbier» επιδιώκοντας εμπορικό όφελος παράνομο και αντίθετο προς την αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού.

17

Η ένωση άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αναίρεση κατά της εν λόγω απόφασης του cour d’appel de Paris (εφετείου Παρισιού). Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, υποστηρίζει, κατ’ αρχάς, ότι η ονομασία προέλευσης προστατεύεται από κάθε πρακτική ικανή να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως προς την πραγματική καταγωγή του προϊόντος και ότι, κρίνοντας, εντούτοις, ότι απαγορεύεται μόνον η χρήση της ονομασίας της ΠΟΠ, το cour d’appel de Paris (εφετείο Παρισιού) παρέβη το άρθρο 13 του κανονισμού 510/2006 και του κανονισμού 1151/2012. Στη συνέχεια, η ένωση υποστηρίζει ότι, καθόσον το cour d’appel de Paris (εφετείο Παρισιού) περιορίστηκε στην επισήμανση, αφενός, ότι τα χαρακτηριστικά που επικαλέστηκε η ένωση αποτελούν στοιχεία ιστορικής παράδοσης και δεν βασίζονται σε επενδύσεις που πραγματοποίησαν η ένωση και τα μέλη της και, αφετέρου, ότι το τυρί Montboissié, το οποίο διαθέτει στην αγορά η Société Fromagère du Livradois από το 2007, διαφέρει από το Morbier, χωρίς να ερευνήσει, όπως του ζητήθηκε, κατά πόσον οι πρακτικές της Société Fromagère du Livradois, και ιδίως η αντιγραφή της «σταχτιάς γραμμής» που αποτελεί χαρακτηριστικό του τυριού Morbier, είναι ικανές να παραπλανήσουν τον καταναλωτή ως προς την πραγματική καταγωγή του προϊόντος, το cour d’appel εξέδωσε απόφαση που στερείται νόμιμης βάσης υπό το πρίσμα των ίδιων νομοθετικών πράξεων.

18

Από την πλευρά της, η Société Fromagère du Livradois υποστηρίζει ότι η ΠΟΠ προστατεύει τα προερχόμενα από οριοθετημένη περιοχή προϊόντα, τα οποία είναι τα μόνα που δύνανται να τύχουν της προστατευόμενης ονομασίας, αλλά δεν απαγορεύει σε άλλους παραγωγούς να παράγουν και να εμπορεύονται ομοειδή προϊόντα, αρκεί να μη δημιουργούν την εντύπωση ότι έχουν την εν λόγω ονομασία. Κατά την ίδια, από το εθνικό δίκαιο προκύπτει ότι απαγορεύεται κάθε χρήση του σημείου ΠΟΠ για την περιγραφή των ομοειδών προϊόντων που δεν έχουν δικαίωμα σε αυτήν, είτε επειδή δεν προέρχονται από την οριοθετημένη περιοχή είτε επειδή προέρχονται από αυτήν χωρίς να έχουν τις αναγκαίες ιδιότητες, αλλά δεν απαγορεύεται η εμπορία των ομοειδών προϊόντων, αρκεί να μη συνοδεύεται από πρακτική ικανή να προκαλέσει σύγχυση, μεταξύ άλλων λόγω αντιποίησης ή υπαινιγμού της προστατευόμενης ονομασίας. Επίσης, υποστηρίζει ότι «πρακτική ικανή να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως προς την πραγματική καταγωγή του προϊόντος», όπως ορίζεται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, των κανονισμών 510/2006 και 1151/2012, πρέπει οπωσδήποτε να αφορά την «καταγωγή» του προϊόντος και πρέπει, επομένως, να αποτελεί πρακτική που ωθεί τον καταναλωτή στη σκέψη ότι έχει ενώπιόν του προϊόν με την επίμαχη ΠΟΠ. Θεωρεί, δε, ότι η εν λόγω «πρακτική» δεν μπορεί να απορρέει μόνον από την εμφάνιση του προϊόντος αυτή καθεαυτή, όταν στη συσκευασία του δεν υπάρχει μνεία που παραπέμπει στην προστατευόμενη προέλευση.

19

Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι η αίτηση αναιρέσεως της οποίας έχει επιληφθεί θέτει για πρώτη φορά ενώπιόν του το ζήτημα εάν το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 510/2006 και του κανονισμού 1151/2012 έχει την έννοια ότι απαγορεύει μόνον τη χρήση από τρίτον της καταχωρισμένης ονομασίας ή αν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει και κάθε παρουσίαση του προϊόντος ικανή να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως προς την πραγματική του καταγωγή, ακόμη και αν δεν έχει χρησιμοποιηθεί από τον τρίτο η καταχωρισμένη ονομασία. Επισημαίνει ιδίως ότι το Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού και θεωρεί αμφίβολη την ερμηνεία της έκφρασης «άλλη πρακτική» που περιέχεται στα άρθρα αυτά, η οποία συνιστά ειδικό τρόπο προσβολής μιας προστατευόμενης ονομασίας, αν μπορεί να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως προς την πραγματική καταγωγή του προϊόντος.

20

Κατά το αιτούν δικαστήριο, επομένως, τίθεται το ζήτημα εάν η αντιγραφή χαρακτηριστικών της εμφάνισης ενός προϊόντος που προστατεύεται με ΠΟΠ δύναται να αποτελέσει πρακτική ικανή να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως προς την πραγματική καταγωγή του προϊόντος, η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 13, παράγραφος 1, των ως άνω κανονισμών. Με το ερώτημα αυτό ζητείται να διευκρινιστεί εάν η παρουσίαση προϊόντος που προστατεύεται με ονομασία προέλευσης, και ιδίως η αναπαραγωγή του σχήματος ή της εμφάνισης που το χαρακτηρίζει, μπορεί να συνιστά προσβολή της ΠΟΠ, παρά τη μη χρήση της ονομασίας.

21

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Γαλλία) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχουν τα άρθρα 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 510/2006 […] και, αντιστοίχως, του κανονισμού 1151/2012 […] την έννοια ότι απαγορεύουν αποκλειστικώς τη χρήση από τρίτον της καταχωρισμένης ονομασίας ή έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν την παρουσίαση προϊόντος προστατευόμενου με ονομασία προέλευσης, ιδίως την αναπαραγωγή του σχήματος ή της εμφάνισης που το χαρακτηρίζει, η οποία είναι ικανή να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως προς την πραγματική καταγωγή του προϊόντος, ακόμη και αν δεν χρησιμοποιείται η καταχωρισμένη ονομασία;»

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

Επί του πρώτου σκέλους του προδικαστικού ερωτήματος

22

Με το πρώτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν τα άρθρα 13, παράγραφος 1 του κανονισμού 510/2006 και του κανονισμού 1151/2012, αντιστοίχως, έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν μόνον τη χρήση από τρίτον της καταχωρισμένης ονομασίας.

23

Από το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι οι καταχωρισμένες ονομασίες προστατεύονται έναντι διαφόρων ενεργειών, όπως, πρώτον, της άμεσης ή έμμεσης εμπορικής χρήσης καταχωρισμένης ονομασίας, δεύτερον, της αντιποίησης, απομίμησης ή υπαινιγμού, τρίτον, της ψευδούς ή παραπλανητικής ένδειξης όσον αφορά την προέλευση, την καταγωγή, τη φύση ή τις ουσιαστικές ιδιότητες του προϊόντος, η οποία αναγράφεται στη συσκευασία ή στο περιτύλιγμα, στο διαφημιστικό υλικό ή σε έγγραφα που αφορούν το συγκεκριμένο προϊόν, καθώς και της χρησιμοποίησης για τη συσκευασία του προϊόντος δοχείου που μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένη εντύπωση ως προς την καταγωγή του και, τέταρτον, οποιασδήποτε άλλης πρακτικής ικανής να παραπλανήσει τους καταναλωτές όσον αφορά την πραγματική καταγωγή του προϊόντος.

24

Επομένως, οι εν λόγω διατάξεις περιέχουν μια διαβάθμιση στην απαρίθμηση των απαγορευμένων ενεργειών (πρβλ. απόφαση της 2ας Μαΐου 2019, Fundación Consejo Regulador de la Denominación de Origen Protegida Queso Manchego, C‑614/17, EU:C:2019:344, σκέψη 27). Ενώ το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, των κανονισμών 510/2006 και 1151/2012 απαγορεύει την άμεση ή έμμεση χρήση καταχωρισμένης ονομασίας για προϊόντα που δεν καλύπτονται από την καταχώριση, σε μορφή είτε πανομοιότυπη με την εν λόγω ονομασία είτε παρόμοια από φωνητικής ή οπτικής απόψεως (βλ. κατ’ αναλογίαν απόφαση της 7ης Ιουνίου 2018, Scotch Whisky Association, C‑44/17, EU:C:2018:415, σκέψεις 29, 31 και 39), το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ έως δʹ, των κανονισμών αυτών απαγορεύει άλλα είδη ενεργειών έναντι των οποίων προστατεύονται οι καταχωρισμένες ονομασίες και στις οποίες δεν χρησιμοποιούνται ούτε άμεσα ούτε έμμεσα οι ίδιες οι ονομασίες.

25

Ως εκ τούτου, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, των κανονισμών 510/2006 και 1151/2012 πρέπει κατ’ ανάγκην να διακρίνεται από το πεδίο εφαρμογής των λοιπών κανόνων προστασίας των καταχωρισμένων ονομασιών που περιέχονται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ έως δʹ, των κανονισμών αυτών. Ειδικότερα, το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, των κανονισμών 510/2006 και 1151/2012 απαγορεύει ενέργειες οι οποίες, σε αντίθεση με εκείνες του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, των κανονισμών αυτών, δεν χρησιμοποιούν ούτε άμεσα ούτε έμμεσα την ίδια την προστατευόμενη ονομασία, αλλά την υπαινίσσονται κατά τρόπον ώστε ο καταναλωτής να σχηματίζει την εντύπωση ότι υφίσταται αρκούντως στενή σχέση του προϊόντος με την ονομασία αυτή [βλ. κατ’ αναλογίαν, όσον αφορά το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΚ) 110/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2008, σχετικά με τον ορισμό, την περιγραφή, την παρουσίαση, την επισήμανση και την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων των αλκοολούχων ποτών και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1576/89 του Συμβουλίου (ΕΕ 2008, L 39, p. 16), απόφαση της 7ης Ιουνίου 2018, Scotch Whisky Association, C‑44/17, EU:C:2018:415, σκέψη 33].

26

Όσον αφορά ειδικότερα την έννοια του «υπαινιγμού», το καθοριστικό κριτήριο είναι αν ο καταναλωτής, όταν βλέπει την επίμαχη ονομασία, ανακαλεί απευθείας στη μνήμη του, ως εικόνα αναφοράς, το εμπόρευμα το οποίο νομίμως φέρει την ΠΟΠ, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη, ενδεχομένως, την ενσωμάτωση, στη βαλλόμενη ονομασία, μέρους μιας προστατευόμενης ΠΟΠ, τη φωνητική ή οπτική ομοιότητα της εν λόγω ονομασίας με την εν λόγω ΠΟΠ ή ακόμη την εννοιολογική συνάφεια μεταξύ της ονομασίας αυτής και της εν λόγω ΠΟΠ (βλ. κατ’ αναλογίαν απόφαση της 7ης Ιουνίου 2018, Scotch Whisky Association, C‑44/17, EU:C:2018:415, σκέψη 51).

27

Επιπλέον, με την απόφαση της 2ας Μαΐου 2019, Fundación Consejo Regulador de la Denominación de Origen Protegida Queso Manchego (C‑614/17, EU:C:2019:344), το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 510/2006 έχει την έννοια ότι ο υπαινιγμός μιας καταχωρισμένης ονομασίας μπορεί να δημιουργηθεί με τη χρήση εικονιστικών σημείων. Το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση αυτή αφού έκρινε, μεταξύ άλλων, στη σκέψη 18 της απόφασης εκείνης, ότι η διατύπωση αυτή μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καλύπτει όχι μόνον τις λέξεις με τις οποίες είναι δυνατός ο υπαινιγμός μιας καταχωρισμένης ονομασίας, αλλά και κάθε εικονιστικό σημείο που ενδέχεται να θυμίζει στον καταναλωτή τα προϊόντα που φέρουν την ονομασία αυτή. Στη δε σκέψη 22 της εν λόγω απόφασης επισήμανε ότι δεν μπορεί κατ’ αρχήν να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να μπορούν κάποια εικονιστικά σημεία να θυμίσουν απευθείας στον καταναλωτή, ως εικόνα αναφοράς, τα προϊόντα που καλύπτονται από καταχωρισμένη ονομασία, λόγω της εννοιολογικής τους συνάφειας με την ονομασία αυτή.

28

Όσον αφορά τις ενέργειες του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, των κανονισμών 510/2006 και 1151/2012, επισημαίνεται ότι η διάταξη αυτή διευρύνει το πεδίο προστασίας σε σχέση με τα στοιχεία αʹ και βʹ του ίδιου άρθρου, περιλαμβάνοντας σε αυτό, μεταξύ άλλων, «οιαδήποτε άλλη […] ένδειξη», δηλαδή τις πληροφορίες που παρέχονται στους καταναλωτές, οι οποίες αναγράφονται στη συσκευασία ή στο περιτύλιγμα, στο διαφημιστικό υλικό ή σε έγγραφα που αφορούν το συγκεκριμένο προϊόν, οι οποίες, μολονότι δεν υπαινίσσονται την προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη, χαρακτηρίζονται ως ψευδείς ή παραπλανητικές όσον αφορά τη σχέση του προϊόντος με την ένδειξη αυτή. Η έκφραση «οιαδήποτε άλλη […] ένδειξη» περιλαμβάνει πληροφορίες που μπορούν να αναγράφονται με οποιαδήποτε μορφή στη συσκευασία ή στο περιτύλιγμα του προϊόντος, στο διαφημιστικό υλικό ή σε έγγραφα που το αφορούν, ιδίως με τη μορφή κειμένου, εικόνας ή συσκευασίας που μπορεί να δηλώνει την προέλευση, την καταγωγή, τη φύση ή τις ουσιώδεις ιδιότητες του προϊόντος αυτού (βλ. κατ’ αναλογίαν απόφαση της 7ης Ιουνίου 2018, Scotch Whisky Association, C‑44/17, EU:C:2018:415, σκέψεις 65 και 66).

29

Όσον αφορά τις ενέργειες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, των κανονισμών 510/2006 και 1151/2012, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 49 των προτάσεών του, από τη φράση «οιαδήποτε άλλη πρακτική» που χρησιμοποιείται στις εν λόγω διατάξεις προκύπτει ότι αυτές αποσκοπούν στην κάλυψη κάθε ενέργειας που δεν καλύπτεται ήδη από τις λοιπές διατάξεις του ίδιου άρθρου και, ως εκ τούτου, στην ολοκλήρωση του συστήματος προστασίας των καταχωρισμένων ονομασιών.

30

Επομένως, από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, των κανονισμών 510/2006 και 1151/2012 δεν απαγορεύει μόνον τη χρήση της ίδιας της καταχωρισμένης ονομασίας, αλλά καλύπτει ένα ευρύτερο πεδίο εφαρμογής.

31

Κατά συνέπεια, στο πρώτο σκέλος του υποβληθέντος προδικαστικού ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, των κανονισμών 510/2006 και 1151/2012 έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει μόνον τη χρήση της καταχωρισμένης ονομασίας από τρίτον.

Επί του δεύτερου σκέλους του προδικαστικού ερωτήματος

32

Με το δεύτερο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, εάν το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, των κανονισμών 510/2006 και 1151/2012 έχει την έννοια ότι απαγορεύει την αναπαραγωγή του σχήματος ή της εμφάνισης που χαρακτηρίζει προϊόν καλυπτόμενο από καταχωρισμένη ονομασία, όταν η αναπαραγωγή αυτή είναι ικανή να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως προς την πραγματική καταγωγή του προϊόντος.

33

Προβλέποντας ότι οι καταχωρισμένες ονομασίες προστατεύονται από «οιαδήποτε άλλη πρακτική ικανή να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως προς την πραγματική καταγωγή του προϊόντος», το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, των κανονισμών 510/2006 και 1151/2012 δεν διευκρινίζει ποιες ενέργειες απαγορεύονται από τις διατάξεις αυτές, αλλά αναφέρεται ευρέως σε όλες τις ενέργειες, πλην εκείνων που απαγορεύονται από το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, των κανονισμών αυτών, οι οποίες μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα την παραπλάνηση του καταναλωτή ως προς την πραγματική καταγωγή του προϊόντος.

34

Το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, των κανονισμών 510/2006 και 1151/2012 ανταποκρίνεται στους σκοπούς που εκτίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 4 και 6 του κανονισμού 510/2006, καθώς και στις αιτιολογικές σκέψεις 18 και 29 και στο άρθρο 4 του κανονισμού 1151/2012, από τις οποίες προκύπτει ότι το σύστημα προστασίας των ΠΟΠ και των προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων (ΠΓΕ) αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην παροχή σαφών πληροφοριών στους καταναλωτές σχετικά με την καταγωγή και τις ιδιότητες του προϊόντος, ώστε να είναι καλύτερα ενημερωμένοι όταν επιλέγουν τα προϊόντα που αγοράζουν, καθώς και στην αποτροπή πρακτικών που μπορούν να παραπλανήσουν τους καταναλωτές.

35

Γενικότερα, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το σύστημα προστασίας των ΠΟΠ και των ΠΓΕ αποσκοπεί κυρίως στην παροχή στους καταναλωτές της εγγυήσεως ότι τα γεωργικά προϊόντα που καλύπτονται από γεωγραφική ένδειξη καταχωρισθείσα βάσει του κανονισμού αυτού εμφανίζουν, λόγω της προελεύσεώς τους από συγκεκριμένη γεωγραφική ζώνη, ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και, επομένως, παρέχουν εγγύηση ποιότητας που οφείλεται στη γεωγραφική προέλευσή τους, με σκοπό να δοθεί στους παραγωγούς γεωργικών προϊόντων που έχουν καταβάλει πραγματικές προσπάθειες ποιοτικής βελτιώσεως των προϊόντων τους η δυνατότητα, ως αντάλλαγμα, να βελτιώσουν το εισόδημά τους και να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να επωφελούνται τρίτοι καταχρηστικά από τη φήμη που δημιουργεί η ποιότητα των προϊόντων αυτών (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 14ης Σεπτεμβρίου 2017, EUIPO κατά Instituto dos Vinhos do Douro e do Porto, C‑56/16 P, EU:C:2017:693, σκέψη 82, της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Comité Interprofessionnel du Vin de Champagne, C‑393/16, EU:C:2017:991, σκέψη 38, και της 7ης Ιουνίου 2018, Scotch Whisky Association, C‑44/17, EU:C:2018:415, σκέψεις 38 και 69).

36

Όσον αφορά το ζήτημα αν η αναπαραγωγή του σχήματος ή της εμφάνισης ενός προϊόντος που καλύπτεται από καταχωρισμένη ονομασία μπορεί να συνιστά πρακτική απαγορευόμενη από το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, των κανονισμών 510/2006 και 1151/2012, παρατηρείται ότι, βεβαίως, όπως υποστήριξαν η Société Fromagère du Livradois και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η προστασία που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές έχει ως αντικείμενο, σύμφωνα με το ίδιο το γράμμα των διατάξεων αυτών, την καταχωρισμένη ονομασία και όχι το προϊόν που καλύπτει η ονομασία αυτή. Ως εκ τούτου, η προστασία αυτή δεν έχει ως σκοπό να απαγορεύσει, μεταξύ άλλων, τη χρήση των τεχνικών παρασκευής ή την αναπαραγωγή ενός ή περισσότερων χαρακτηριστικών που περιλαμβάνονται στις προδιαγραφές ενός προϊόντος καλυπτόμενου από καταχωρισμένη ονομασία, για τον λόγο ότι αυτά περιλαμβάνονται στις εν λόγω προδιαγραφές, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα άλλο προϊόν που δεν καλύπτεται από την καταχώριση.

37

Ωστόσο, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 27 των προτάσεών του, κατά το γράμμα του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 1151/2012, το οποίο επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν το περιεχόμενο του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 510/2006, η ΠΟΠ είναι «η ονομασία που ταυτοποιεί ένα προϊόν το οποίο κατάγεται από συγκεκριμένο τόπο, περιοχή ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, χώρα», «του οποίου η ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά οφείλονται κυρίως ή αποκλειστικά στο ιδιαίτερο γεωγραφικό περιβάλλον που συμπεριλαμβάνει τους εγγενείς φυσικούς και ανθρώπινους παράγοντες». Ως εκ τούτου, οι ΠΟΠ προστατεύονται κατά το μέρος που δηλώνουν προϊόν το οποίο έχει ορισμένες ιδιότητες ή ορισμένα χαρακτηριστικά. Επομένως, η ΠΟΠ και το προϊόν που καλύπτει συνδέονται στενά μεταξύ τους.

38

Κατά συνέπεια, λαμβανομένου υπόψη ότι η έκφραση «οιαδήποτε άλλη […] πρακτική» που περιέχεται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, των κανονισμών 510/2006 και 1151/2012 δεν έχει περιοριστικό χαρακτήρα, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής η αναπαραγωγή του σχήματος ή της εμφάνισης προϊόντος καλυπτόμενου από καταχωρισμένη ονομασία, ακόμη και αν η ονομασία αυτή δεν αναγράφεται ούτε στο επίμαχο προϊόν ούτε στη συσκευασία του. Τούτο θα ισχύει αν η αναπαραγωγή αυτή μπορεί να παραπλανήσει τους καταναλωτές ως προς την πραγματική καταγωγή του προϊόντος.

39

Προκειμένου να εκτιμηθεί αν πρόκειται για μια τέτοια περίπτωση, πρέπει, όπως ανέφερε κατ’ ουσίαν ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 55 και 57 έως 59 των προτάσεών του, αφενός, να λαμβάνεται ως σημείο αναφοράς η αντίληψη του μέσου Ευρωπαίου καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 21ης Ιανουαρίου 2016, Viiniverla, C‑75/15, EU:C:2016:35, σκέψεις 25 και 28, και της 7ης Ιουνίου 2018, Scotch Whisky Association, C‑44/17, EU:C:2018:415, σκέψη 47) και, αφετέρου, να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι παράγοντες που ασκούν επιρροή στην υπόθεση, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου παρουσίασης και διάθεσης στην αγορά των εν λόγω προϊόντων, καθώς και του πραγματικού πλαισίου (πρβλ. απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2019, Consorzio Tutela Aceto Balsamico di Modena, C‑432/18, EU:C:2019:1045, σκέψη 25).

40

Ειδικότερα, όσον αφορά, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, ένα στοιχείο της εμφάνισης του προϊόντος που καλύπτεται από την καταχωρισμένη ονομασία, πρέπει να εκτιμηθεί, μεταξύ άλλων, αν το στοιχείο αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό αναφοράς που διακρίνει ιδιαιτέρως το προϊόν αυτό, κατά τρόπον ώστε η αναπαραγωγή του, σε συνδυασμό με όλους τους κρίσιμους εν προκειμένω παράγοντες, να μπορεί να δημιουργήσει στον καταναλωτή την πεποίθηση ότι το προϊόν που περιέχει την αναπαραγωγή αυτή είναι προϊόν καλυπτόμενο από την εν λόγω καταχωρισμένη ονομασία.

41

Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο σκέλος του υποβληθέντος προδικαστικού ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, των κανονισμών 510/2006 και 1151/2012 έχει την έννοια ότι απαγορεύει την αναπαραγωγή του σχήματος ή της εμφάνισης που χαρακτηρίζει ένα προϊόν το οποίο καλύπτεται από καταχωρισμένη ονομασία, όταν η αναπαραγωγή αυτή είναι ικανή να δημιουργήσει στον καταναλωτή την πεποίθηση ότι το επίμαχο προϊόν καλύπτεται από την εν λόγω καταχωρισμένη ονομασία. Πρέπει να εκτιμηθεί αν η εν λόγω αναπαραγωγή μπορεί να παραπλανήσει τον Ευρωπαίο καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων που ασκούν επιρροή στην υπόθεση.

Επί των δικαστικών εξόδων

42

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 510/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2006, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων, και το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 1151/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 2012, για τα συστήματα ποιότητας των γεωργικών προϊόντων και τροφίμων, έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν μόνον τη χρήση της καταχωρισμένης ονομασίας από τρίτον.

 

Το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, των κανονισμών 510/2006 και 1151/2012 έχει την έννοια ότι απαγορεύει την αναπαραγωγή του σχήματος ή της εμφάνισης που χαρακτηρίζει ένα προϊόν το οποίο καλύπτεται από καταχωρισμένη ονομασία, όταν η αναπαραγωγή αυτή είναι ικανή να δημιουργήσει στον καταναλωτή την πεποίθηση ότι το επίμαχο προϊόν καλύπτεται από την εν λόγω καταχωρισμένη ονομασία. Πρέπει να εκτιμηθεί αν η εν λόγω αναπαραγωγή μπορεί να παραπλανήσει τον Ευρωπαίο καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων που ασκούν επιρροή στην υπόθεση.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.

Top