EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62018TJ0108

Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δέκατο πενταμελές τμήμα) της 24ης Φεβρουαρίου 2021.
Universität Koblenz-Landau κατά Εκτελεστικού Οργανισμού Εκπαίδευσης, Οπτικοακουστικών Θεμάτων και Πολιτισμού.
Ρήτρα διαιτησίας – Προγράμματα Tempus IV – Συμφωνίες επιχορηγήσεως – Συμβατική φύση της διαφοράς – Αναχαρακτηρισμός της προσφυγής – Επιλέξιμες δαπάνες – Συστημικές και επαναλαμβανόμενες παρατυπίες – Πλήρης επιστροφή των καταβληθέντων ποσών – Αναλογικότητα – Δικαίωμα ακροάσεως – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.
Υπόθεση T-108/18.

Digital reports (Court Reports - general - 'Information on unpublished decisions' section)

ECLI identifier: ECLI:EU:T:2021:104

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο πενταμελές τμήμα)

της 24ης Φεβρουαρίου 2021 (*)

«Ρήτρα διαιτησίας – Προγράμματα Tempus IV – Συμφωνίες επιχορηγήσεως – Συμβατική φύση της διαφοράς – Αναχαρακτηρισμός της προσφυγής – Επιλέξιμες δαπάνες – Συστημικές και επαναλαμβανόμενες παρατυπίες –Πλήρης επιστροφή των καταβληθέντων ποσών – Αναλογικότητα – Δικαίωμα ακροάσεως – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων»

Στην υπόθεση T‑108/18,

Universität Koblenz-Landau, με έδρα το Mainz (Γερμανία), εκπροσωπούμενο από τον C. von der Lühe και την I. Felder, δικηγόρους,

προσφεύγον-ενάγον,

κατά

Εκτελεστικού Οργανισμού Εκπαίδευσης, Οπτικοακουστικών Θεμάτων και Πολιτισμού (EACEA), εκπροσωπούμενου από τον H. Monet, επικουρούμενο από τους R. van der Hout και C. Wagner, δικηγόρους,

καθού-εναγομένου,

με αντικείμενο προσφυγή-αγωγή, με κύριο αίτημα, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, την ακύρωση των εγγράφων της 21ης Δεκεμβρίου 2017 και της 7ης Φεβρουαρίου 2018 του EACEA σχετικά με τα ποσά που καταβλήθηκαν στο προσφεύγον στο πλαίσιο των συμφωνιών επιχορηγήσεως που συνήφθησαν για την υλοποίηση τριών έργων στον τομέα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και με επικουρικό αίτημα, βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, την αναγνώριση ως μη υφισταμένου του επικληθέντος δικαιώματος ανακτήσεως,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους Σ. Παπασάββα, πρόεδρο, A. Kornezov (εισηγητή), E. Buttigieg, K. Kowalik-Bańczyk και G. Hesse, δικαστές,

γραμματέας: L. Ramette, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 16ης Σεπτεμβρίου 2020,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση (1)

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Το προσφεύγον-ενάγον, Universität Koblenz-Landau [στο εξής: προσφεύγον], είναι γερμανικό ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δημοσίου δικαίου.

2        Το 2008 και το 2010, στο πλαίσιο των προγραμμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί συνεργασίας με τρίτες χώρες για τον εκσυγχρονισμό των συστημάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης των χωρών αυτών, των επονομαζόμενων Tempus IV, το προσφεύγον υπέγραψε τις ακόλουθες τρεις συμφωνίες επιχορηγήσεως:

–        την υπ’ αριθ. 2008-4744 συμφωνία επιχορηγήσεως της 5ης Δεκεμβρίου 2008, για την υλοποίηση του έργου «Educational Centers Network on Modern Technologies of Local Governing» (δίκτυο εκπαιδευτικών κέντρων για τις σύγχρονες τεχνικές τοπικής διακυβέρνησης) (στο εξής: συμφωνία Ecesis), η οποία υπεγράφη μεταξύ του προσφεύγοντος, ως μοναδικού δικαιούχου, και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής·

–        την υπ’ αριθ. 2010-2844 συμφωνία επιχορηγήσεως της 18ης Οκτωβρίου 2010, για την υλοποίηση του έργου «Development and Integration of University Self-assessment Systems» (ανάπτυξη και ολοκλήρωση των πανεπιστημιακών συστημάτων αυτοαξιολογήσεως) (στο εξής: συμφωνία Diusas), η οποία υπεγράφη, μεταξύ άλλων, μεταξύ του προσφεύγοντος, ως συντονιστή και συνδικαιούχου, και του Εκτελεστικού Οργανισμού Εκπαίδευσης, Οπτικοακουστικών Θεμάτων και Πολιτισμού (EACEA)·

–        την υπ’ αριθ. 2010-2862 συμφωνία επιχορηγήσεως της 30ής Σεπτεμβρίου 2010, σχετικά με την υλοποίηση του έργου «Development of Quality Assurance System in Turkmenistan on the base of Bologna Standards» (ανάπτυξη συστήματος διασφάλισης ποιότητας στο Τουρκμενιστάν βάσει των κριτηρίων της διαδικασίας της Μπολόνια) (στο εξής: συμφωνία Deque), η οποία υπεγράφη, μεταξύ άλλων, μεταξύ του προσφεύγοντος, ως συντονιστή και συνδικαιούχου, και του EACEA.

[παραλειπόμενα]

19      Με έγγραφο της 21ης Δεκεμβρίου 2017 (στο εξής: έγγραφο της 21ης Δεκεμβρίου 2017), ο EACEA ενημέρωσε το προσφεύγον ότι είχε αποφασίσει να προβεί σε ανάκτηση ποσού 756 381,89 ευρώ στο πλαίσιο της συμφωνίας Ecesis. Όσον αφορά τις συμφωνίες Diusas και Deque, ο EACEA ενημέρωσε το προσφεύγον για την πρόθεσή του να ζητήσει την επιστροφή των ποσών που είχε λάβει το προσφεύγον στο πλαίσιο των συμφωνιών αυτών ως τελικός δικαιούχος και μόνον, αποκλειομένων επομένως των ποσών που είχαν μεταφερθεί από το προσφεύγον σε συνδικαιούχους, το ύψος των οποίων έμενε ακόμη να του κοινοποιηθεί από το προσφεύγον. Ο EACEA διευκρίνισε ότι, αν δεν λάμβανε πληροφορίες σχετικά με τα ποσά που είχαν καταβληθεί στους συνδικαιούχους στο πλαίσιο των δύο αυτών συμφωνιών, θα ζητούσε την πλήρη επιστροφή των εν λόγω ποσών ή την επιστροφή «υψηλότερου» ποσού.

20      Με έγγραφο της 7ης Φεβρουαρίου 2018 (στο εξής: έγγραφο της 7ης Φεβρουαρίου 2018), αφενός, ο EACEA διαπίστωσε ότι το προσφεύγον δεν είχε παράσχει τις πληροφορίες που ήταν αναγκαίες για τον προσδιορισμό του ύψους των ποσών που είχαν καταβληθεί σε αυτό στο πλαίσιο των συμφωνιών Diusas και Deque και που μεταφέρθηκαν εν συνεχεία σε άλλες συνδικαιούχους οντότητες. Αφετέρου, ο EACEA ανέφερε ότι επικοινώνησε ο ίδιος με τις εν λόγω οντότητες και ότι έλαβε, από ορισμένες εξ αυτών, τις ζητηθείσες πληροφορίες. Βάσει των πληροφοριών που συνελέγησαν κατά τον τρόπο αυτόν, ο EACEA καθόρισε το προς επιστροφή ποσό σε 695 919,31 ευρώ για τη συμφωνία Diusas και σε 343 525,10 ευρώ για τη συμφωνία Deque. Ο EACEA κάλεσε το προσφεύγον να του υποβάλει τυχόν παρατηρήσεις του εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερολογιακών ημερών, διευκρινίζοντας ότι, αν δεν υποβάλλονταν παρατηρήσεις, θα προέβαινε στην ανάκτηση των προαναφερθέντων ποσών.

21      Στις 13 Φεβρουαρίου 2018 ο EACEA απηύθυνε στο προσφεύγον χρεωστικό σημείωμα για ποσό ύψους 756 381,89 ευρώ σε σχέση με τη συμφωνία Ecesis (στο εξής: χρεωστικό σημείωμα).

22      Συνεπώς, το ποσό που απαιτήθηκε συνολικά σε σχέση με τις τρεις συμφωνίες ανήλθε σε 1 795 826,30 ευρώ.

 Διαδικασία

23      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 22 Φεβρουαρίου 2018, το προσφεύγον άσκησε την υπό κρίση προσφυγή-αγωγή (στο εξής: προσφυγή). Η προσφυγή στρεφόταν κατά της «Επιτροπής […], εκπροσωπούμενης από [τον] EACEA».

24      Σύμφωνα με την απόφαση του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου της 28ης Μαρτίου 2018, η υπό κρίση προσφυγή θεωρήθηκε ότι στρέφεται κατά του EACEA και κατά της Επιτροπής.

25      Με χωριστό δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 4 Μαΐου 2018, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής, βάσει του άρθρου 130 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, καθόσον αυτή στρεφόταν κατά της ίδιας. Το προσφεύγον υπέβαλε τις παρατηρήσεις του επί της ενστάσεως αυτής στις 18 Ιουνίου 2018.

26      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 15 Ιουνίου 2018, ο EACEA υπέβαλε το υπόμνημα αντικρούσεως.

27      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 7 Αυγούστου 2018, το προσφεύγον υπέβαλε το υπόμνημα απαντήσεως.

28      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 25 Σεπτεμβρίου 2018, ο EACEA υπέβαλε το υπόμνημα ανταπαντήσεως.

29      Με έγγραφο της 8ης Οκτωβρίου 2018, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε την Επιτροπή, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 89 παράγραφος 3, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, να προσκομίσει ορισμένα έγγραφα. Η Επιτροπή συμμορφώθηκε προς το αίτημα αυτό εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

30      Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 2 Νοεμβρίου 2018, το προσφεύγον υπέβαλε τις παρατηρήσεις του επί των προσκομισθέντων από την Επιτροπή εγγράφων.

31      Κατόπιν αιτημάτων του προσφεύγοντος, η διαδικασία ανεστάλη δύο φορές, με αποφάσεις της 28ης Φεβρουαρίου και της 11ης Ιουνίου 2019, για τον λόγο ότι το προσφεύγον και ο EACEA είχαν ξεκινήσει συζητήσεις για ενδεχόμενη επίτευξη φιλικού διακανονισμού.

32      Με απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, απορρίφθηκε τρίτο αίτημα για αναστολή της διαδικασίας.

33      Με τη διάταξη της 23ης Οκτωβρίου 2019, Universität Koblenz-Landau κατά Επιτροπής και EACEA (T‑108/18, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2019:768), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη καθόσον στρεφόταν κατά της Επιτροπής και καταδίκασε το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας εκείνης.

34      Κατόπιν μεταβολής της σύνθεσης των τμημάτων του Γενικού Δικαστηρίου, με απόφαση του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου της 24ης Οκτωβρίου 2019, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 27, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, η υπό κρίση υπόθεση ανατέθηκε εκ νέου στο δέκατο τμήμα.

35      Συμφώνως προς το άρθρο 106, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο EACEA δήλωσε, στις 6 Νοεμβρίου 2019, ότι επιθυμεί να διατυπώσει προφορικές παρατηρήσεις στο πλαίσιο διεξαγωγής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

36      Με απόφαση της 11ης Μαρτίου 2020, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 28 του Κανονισμού Διαδικασίας, να παραπέμψει την υπόθεση στο δέκατο πενταμελές τμήμα.

37      Στο πλαίσιο μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας της 12ης Μαρτίου και της 27ης Μαΐου 2020, ληφθέντων δυνάμει του άρθρου 89, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ και δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο έθεσε ερωτήσεις στους διαδίκους, οι οποίοι απάντησαν σε αυτές εντός των ταχθεισών προθεσμιών.

38      Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.

39      Στις 16 Σεπτεμβρίου 2020 οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις τις οποίες έθεσε το Γενικό Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, με την ολοκλήρωση της οποίας περατώθηκε η προφορική διαδικασία.

40      Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 3 Φεβρουαρίου 2021, το προσφεύγον υπέβαλε αίτημα επανάληψης της προφορικής διαδικασίας, δυνάμει του άρθρου 113, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, στηριζόμενο σε διάταξη της εισαγγελίας του Koblenz της 28ης Δεκεμβρίου 2020, που τoυ είχε επιδοθεί στις 28 Ιανουαρίου 2021. Με απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2021, ο πρόεδρος του δέκατου πενταμελούς τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου απέρριψε το εν λόγω αίτημα, γεγονός για το οποίο οι διάδικοι ενημερώθηκαν με επιστολές της Γραμματείας της 5ης Φεβρουαρίου 2021.

 Αιτήματα

41      Με το δικόγραφο της προσφυγής, το προσφεύγον ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει το έγγραφο της 21ης Δεκεμβρίου 2017·

–        να ακυρώσει το έγγραφο της 7ης Φεβρουαρίου 2018·

–        να αναστείλει την αναγκαστική εκτέλεση των διαλαμβανόμενων στο έγγραφο της 21ης Δεκεμβρίου 2017 και στο έγγραφο της 7ης Φεβρουαρίου 2018, καθώς και του [χρεωστικού σημειώματος], έως ότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της υπό κρίση προσφυγής ακυρώσεως·

–        να καταδικάσει τον καθού στα δικαστικά έξοδα.

42      Με το υπόμνημα απαντήσεώς του, το προσφεύγον ζητεί, επικουρικώς, από το Γενικό Δικαστήριο να αναχαρακτηρίσει την υπό κρίση προσφυγή ως στηριζόμενη στο άρθρο 272 ΣΛΕΕ και να αναγνωρίσει ότι η απαίτηση των 756 381,89 ευρώ που αφορά τη συμφωνία Ecesis και η απαίτηση των 1 039 444,41 ευρώ που αφορά τις συμφωνίες επιχορηγήσεως Diusas και Deque δεν υφίστανται.

43      Επιπλέον, το προσφεύγον επισήμανε ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί του τρίτου αιτήματος που είχε υποβληθεί με το δικόγραφο της προσφυγής, δεδομένου ότι ο EACEA είχε αποφασίσει να αναστείλει τη διαδικασία ανακτήσεως των ποσών που ζητούνταν με τα έγγραφα της 21ης Δεκεμβρίου 2017 και της 7ης Φεβρουαρίου 2018, γεγονός ως προς το οποίο το προσφεύγον ενημερώθηκε με έγγραφο της 9ης Απριλίου 2018, που περιλαμβάνεται στο παράρτημα C.5 του υπομνήματος αντικρούσεως. Το προσφεύγον επιβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, ότι είχε αποσύρει το τρίτο αίτημά του, όπερ σημειώθηκε στα πρακτικά της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

44      Ο EACEA ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή ως προδήλως απαράδεκτη και, επικουρικώς, ως αβάσιμη·

–        να καταδικάσει το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα.

45      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο EACEA δήλωσε ότι παραιτείται από την αμφισβήτηση της παθητικής του νομιμοποιήσεως και, ως εκ τούτου, από την αμφισβήτηση του παραδεκτού της προσφυγής καθόσον στρεφόταν κατ’ αυτού, όπερ σημειώθηκε στα πρακτικά της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

 Σκεπτικό

 Επί της αρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου και επί των ενστάσεων απαραδέκτου της προσφυγής που προέβαλε ο EACEA

[παραλειπόμενα]

 Επί του αναχαρακτηρισμού της προσφυγής ως στηριζόμενης στο άρθρο 272 ΣΛΕΕ

[παραλειπόμενα]

65      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, αφενός, ότι η υπό κρίση προσφυγή που ασκήθηκε αρχικώς βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ πρέπει να αναχαρακτηριστεί ως ασκηθείσα βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ και, αφετέρου, ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της εν λόγω προσφυγής, σύμφωνα με το άρθρο 272 ΣΛΕΕ και τις ρήτρες διαιτησίας που περιέχονται στο άρθρο I.8 της συμφωνίας Ecesis και στο άρθρο I.9 των συμφωνιών Diusas και Deque.

 Επί της ουσίας

66      Προς στήριξη της προσφυγής του, το προσφεύγον προβάλλει τέσσερις λόγους, εκ των οποίων ο πρώτος αφορά προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως, ο δεύτερος «εσφαλμένη εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου», ο τρίτος έλλειψη αιτιολογίας και ο τέταρτος παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.

67      Θα εξεταστούν κατ’ αρχάς ο πρώτος και ο τρίτος λόγος, εν συνεχεία θα εξεταστεί ο δεύτερος λόγος και τελευταίος θα εξεταστεί ο τέταρτος λόγος.

 Επί του πρώτου και του τρίτου λόγου, με τους οποίους προβάλλεται, αντιστοίχως, προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως και έλλειψη αιτιολογίας

–       Επί της δυνατότητας επικλήσεως του δικαιώματος ακροάσεως και της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως στο πλαίσιο διαφοράς συμβατικής φύσεως

68      Ο EACEA υποστηρίζει ότι το δικαίωμα ακροάσεως και η υποχρέωση αιτιολογήσεως δεν μπορούν να προβληθούν λυσιτελώς στο πλαίσιο διαφοράς συμβατικής φύσεως. Επομένως ο EACEA δεν είχε, κατά την άποψή του, ούτε την υποχρέωση να προβεί σε ακρόαση του προσφεύγοντος πριν του απευθύνει τα έγγραφα της 21ης Δεκεμβρίου 2017 και της 8ης Φεβρουαρίου 2018 και το χρεωστικό σημείωμα ούτε την υποχρέωση να τα αιτιολογήσει.

69      Η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί.

70      Συναφώς, τονίζεται ότι το δικαίωμα ακροάσεως και η υποχρέωση αιτιολογήσεως, τα οποία επικαλείται το προσφεύγον στο πλαίσιο του πρώτου και του τρίτου λόγου, κατοχυρώνονται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και γʹ, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), κατά το οποίο τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης υποχρεούνται, αφενός, να σέβονται το δικαίωμα κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση πριν ληφθεί ατομικό μέτρο εις βάρος του και, αφετέρου, να αιτιολογούν τις αποφάσεις τους.

71      Συνακόλουθα, το Γενικό Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να κρίνει ότι ο Χάρτης, ο οποίος αποτελεί μέρος του πρωτογενούς δικαίου, προβλέπει, στο άρθρο 51, παράγραφος 1, χωρίς εξαιρέσεις, ότι οι διατάξεις του «απευθύνονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης τηρουμένης της αρχής της επικουρικότητας» και ότι, ως εκ τούτου, τα θεμελιώδη δικαιώματα διέπουν την άσκηση των αρμοδιοτήτων που απονέμονται στα θεσμικά όργανα της Ένωσης, και στο πλαίσιο συμβατικής σχέσεως (αποφάσεις της 3ης Μαΐου 2018, Sigma Orionis κατά Επιτροπής, T‑48/16, EU:T:2018:245, σκέψεις 101 και 102, και της 3ης Μαΐου 2018, Sigma Orionis κατά REA, T‑47/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:247, σκέψεις 79 και 80· βλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 13ης Μαΐου 2020, Talanton κατά Επιτροπής, T‑195/18, μη δημοσιευθείσα, κατά της οποίας έχει ασκηθεί αναίρεση, EU:T:2020:194, σκέψη 73).

72      Ομοίως, κατά το Δικαστήριο, όταν τα θεσμικά ή λοιπά όργανα ή οι οργανισμοί της Ένωσης εκτελούν σύμβαση, εξακολουθούν να υπόκεινται στις υποχρεώσεις που υπέχουν από τον Χάρτη και από τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, ADR Center κατά Επιτροπής, C‑584/17 P, EU:C:2020:576, σκέψη 86).

73      Το Δικαστήριο έχει επίσης τονίσει ότι, αν οι διάδικοι αποφασίσουν, μέσω ρήτρας διαιτησίας στη μεταξύ τους σύμβαση, να αναγνωρίσουν στον δικαστή της Ένωσης αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί διαφορών σχετικών με την ως άνω σύμβαση, ο εν λόγω δικαστής θα είναι αρμόδιος να εξετάσει ενδεχόμενες παραβάσεις του Χάρτη και παραβιάσεις των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, ανεξάρτητα από το εφαρμοστέο δίκαιο που προβλέπει η σύμβαση (απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Inclusion Alliance for Europe κατά Επιτροπής, C‑378/16 P, EU:C:2020:575, σκέψη 81).

74      Επιπλέον, τονίζεται ότι τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης δεν είναι απολύτως συγκρίσιμα με ιδιώτες συμβαλλομένους όταν ενεργούν στο πλαίσιο συμβατικής σχέσεως. Επομένως, αφενός, οι επιδοτήσεις που χορηγούνται από τα ως άνω όργανα και τους ως άνω οργανισμούς αντλούνται από τα δημόσια κονδύλια της Ένωσης, με αποτέλεσμα, όταν χορηγούνται τέτοιες επιδοτήσεις, οι ενέργειες των θεσμικών και λοιπών οργάνων και των οργανισμών της Ένωσης να εξακολουθούν να διέπονται, μεταξύ άλλων, από τις σχετικές με τον προϋπολογισμό απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 317 ΣΛΕΕ και από τους δημοσιονομικούς κανόνες που προβλέπει συναφώς ο ισχύων δημοσιονομικός κανονισμός. Αφετέρου, όταν έχει συναφθεί σύμβαση η οποία περιλαμβάνει, όπως εν προκειμένω, ρήτρα διαιτησίας απονέμουσα αρμοδιότητα στον δικαστή της Ένωσης, συγκεκριμένα η Επιτροπή διαθέτει προνόμια τα οποία εκφεύγουν του κοινού δικαίου και της παρέχουν τη δυνατότητα να βεβαιώσει επισήμως συμβατική απαίτηση εκδίδοντας μονομερώς, βάσει του άρθρου 72, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, L 248, σ. 1), ή βάσει του άρθρου 79, παράγραφος 2, του κανονισμού 966/2012, απόφαση αποτελούσα εκτελεστό τίτλο δυνάμει του άρθρου 299 ΣΛΕΕ, της οποίας οι έννομες συνέπειες και η δεσμευτική ισχύς απορρέουν από τις εν λόγω διατάξεις (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, ADR Center κατά Επιτροπής, C‑584/17 P, EU:C:2020:576, σκέψεις 68 έως 70 και 73). Επιπλέον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, σύμφωνα με το άρθρο 108, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1605/2002 και με το άρθρο 121, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 966/2012, επιδότηση μπορεί να χορηγηθεί είτε μέσω γραπτής συμβάσεως είτε μέσω αποφάσεως της Επιτροπής η οποία κοινοποιείται στον δικαιούχο. Επομένως, ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε ότι επιδότηση μπορούσε να χορηγείται τόσο συμβατικώς όσο και διά της διοικητικής οδού. Πλην όμως, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης δεν μπορούν να απαλλάσσονται, κατά το δοκούν, από τις υποχρεώσεις που υπέχουν βάσει του πρωτογενούς δικαίου, περιλαμβανομένου του Χάρτη, αναλόγως του αν επιλέγουν να χορηγήσουν επιδοτήσεις βάσει συμβάσεως και όχι βάσει αποφάσεως.

75      Κατά συνέπεια, απορρίπτεται η ένσταση του EACEA η οποία αφορά τη δυνατότητα επικλήσεως του δικαιώματος ακροάσεως και της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως στο πλαίσιο διαφορών συμβατικής φύσεως.

–       Επί του δικαιώματος ακροάσεως

[παραλειπόμενα]

78      Κατά πρώτον, πρέπει να ελεγχθεί αν ο EACEA διασφάλισε στο προσφεύγον τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει, λυσιτελώς και αποτελεσματικώς, την άποψή του πριν του κοινοποιήσει τα έγγραφα της 21ης Δεκεμβρίου 2017 και της 7ης Φεβρουαρίου 2018 και το χρεωστικό σημείωμα της 13ης Φεβρουαρίου 2018.

79      Ειδικότερα, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να κρίνει ότι τα θεσμικά και λοιπά όργανα ή οι οργανισμοί της Ένωσης υποχρεούνται, σύμφωνα, μεταξύ άλλων, με τις απαιτήσεις της αρχής της χρηστής διοικήσεως, να τηρούν την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως στο πλαίσιο διαδικασίας οικονομικού ελέγχου όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο II.19 των επίδικων συμφωνιών. Τα θεσμικά και λοιπά όργανα ή οι οργανισμοί της Ένωσης οφείλουν να συγκεντρώσουν όλες τις σχετικές πληροφορίες, ιδίως δε εκείνες τις οποίες είναι σε θέση να τους παράσχει ο αντισυμβαλλόμενός τους, προτού λάβουν την απόφαση να προβούν σε ανάκτηση χρηματικού ποσού, να εκδώσουν χρεωστικό σημείωμα, να καταγγείλουν σύμβαση ή να αρνηθούν την διενέργεια πρόσθετων πληρωμών στον αντισυμβαλλόμενο (πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουνίου 2015, EMA κατά Επιτροπής, C‑100/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:382, σκέψη 123).

80      Συναφώς, πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το σχέδιο εκθέσεως οικονομικού ελέγχου κοινοποιήθηκε στο προσφεύγον και ότι ο EACEA το κάλεσε να τοποθετηθεί επί των διαπιστώσεων των ελεγκτών, πράγμα το οποίο πράγματι έπραξε κατά τρόπο λεπτομερή με τα από 29 Σεπτεμβρίου και 11 Νοεμβρίου 2016 έγγραφά του (βλ. σκέψεις 10 και 11 της παρούσας αποφάσεως). Συγκεκριμένα, στο σχέδιο εκθέσεως οικονομικού ελέγχου γινόταν λόγος για τον ενδεχομένως συστημικό και επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα των διαπιστωθεισών παρατυπιών. Με τα προαναφερθέντα έγγραφα, το προσφεύγον τοποθετήθηκε επί του συνόλου των διαπιστώσεων που περιέχονταν στο σχέδιο εκθέσεως οικονομικού ελέγχου.

81      Δεύτερον, με έγγραφο της 26ης Ιουλίου 2017, ο EACEA κοινοποίησε στο προσφεύγον την τελική έκθεση οικονομικού ελέγχου και την τελική έκθεση της OLAF. Η πρώτη έκθεση ανέφερε τις παρατηρήσεις και τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε προσκομίσει το προσφεύγον με τα από 29 Σεπτεμβρίου και 11 Νοεμβρίου 2016 έγγραφά του, σε σχέση με καθεμία από τις 35 διαπιστώσεις χρηματοοικονομικού περιεχομένου (Financial Audit Findings) και σε σχέση με τις 7 διαπιστώσεις τις σχετικές με τη διαχείριση (Management Audit Findings), εξηγώντας κάθε φορά τις συναφείς εκτιμήσεις των ελεγκτών.

82      Τρίτον, με το έγγραφο της 26ης Ιουλίου 2017, ο EACEA επισήμανε ότι, λόγω της σοβαρότητας των διαπιστωθεισών παρατυπιών, καθώς και λόγω του συστημικού και επαναλαμβανόμενου χαρακτήρα τους, σκόπευε να προβεί σε ανάκτηση του συνόλου των ποσών που είχαν καταβληθεί στο προσφεύγον στο πλαίσιο των επίμαχων συμφωνιών. Το προσφεύγον κλήθηκε να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επί της σχεδιαζόμενης ανακτήσεως εντός προθεσμίας 60 ημερών.

83      Το προσφεύγον ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση αυτή με έγγραφο της 25ης Σεπτεμβρίου 2017 και κατέθεσε εκ νέου έγγραφα.

84      Υπό τις συνθήκες αυτές, με έγγραφο της 21ης Δεκεμβρίου 2017, ο EACEA δήλωσε, μεταξύ άλλων, όσον αφορά τις συμφωνίες Diusas και Deque, την πρόθεσή του να ζητήσει την επιστροφή ποσού αντίστοιχου προς εκείνο που είχε λάβει το προσφεύγον ως τελικός δικαιούχος και ότι, λόγω του ότι το προσφεύγον δεν είχε παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες οι οποίες θα καθιστούσαν δυνατό τον προσδιορισμό του ύψους στο οποίο ανερχόταν στην πραγματικότητα το εν λόγω ποσό, δεν είχε άλλη επιλογή από το να το προσδιορίσει βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών. Ο EACEA ενημέρωσε επίσης το προσφεύγον περί της αποφάσεώς του να προβεί σε ανάκτηση ολόκληρου του ποσού που είχε καταβάλει βάσει της συμφωνίας Ecesis, στο πλαίσιο της οποίας το προσφεύγον ήταν ο μόνος δικαιούχος.

85      Με έγγραφο της 7ης Φεβρουαρίου 2018, ο EACEA καθόρισε τα ποσά που έπρεπε να ανακτηθούν στο πλαίσιο των συμφωνιών Diusas και Deque βάσει των πληροφοριών που μπόρεσε να συλλέξει ο ίδιος από ορισμένους συνδικαιούχους.

86      Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι το προσφεύγον είχε πολλάκις τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει, λυσιτελώς και αποτελεσματικώς, την άποψή του πριν του κοινοποιηθούν τα έγγραφα της 21ης Δεκεμβρίου 2017 και της 7ης Φεβρουαρίου 2018, καθώς και το χρεωστικό σημείωμα, τόσο ως προς τη φύση και την έκταση των διαπιστωθεισών παρατυπιών όσο και ως προς τα προς ανάκτηση ποσά.

87      Κατά δεύτερον, το προσφεύγον υποστηρίζει εντούτοις ότι αδυνατούσε να προσκομίσει πρωτότυπα ορισμένων τιμολογίων, όπως του είχε ζητηθεί από τον EACEA με το από 26 Ιουλίου 2017 έγγραφό του, για τον λόγο ότι, κατά το χρονικό σημείο εκείνο, δεν είχε πλέον στην κατοχή του τα εν λόγω τιμολόγια διότι είχαν κατασχεθεί στο πλαίσιο εν εξελίξει διαδικασίας ποινικής έρευνας διενεργούμενης από την εισαγγελία του Koblenz.

88      Συναφώς, επισημαίνεται ότι, κατ’ αρχήν, η αντικειμενική και αποδεδειγμένη αδυναμία ενός προσώπου να προσκομίσει ορισμένα έγγραφα κατόπιν αιτήματος του EACEA, για λόγους μη δυνάμενους να καταλογισθούν σε αυτό, μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να στερήσει από το πρόσωπο αυτό κάθε δυνατότητα να γνωστοποιήσει, κατά τρόπο λυσιτελή και αποτελεσματικό, την άποψή του σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αφορούν τα εν λόγω έγγραφα, όταν η μη προσκόμισή τους επέδρασε στον προσδιορισμό των ποσών τα οποία ζητήθηκε να επιστραφούν.

89      Ωστόσο, αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Ειδικότερα, μολονότι δεν αμφισβητείται ότι το προσφεύγον τελούσε σε αντικειμενική και αποδεδειγμένη αδυναμία να προσκομίσει τα πρωτότυπα των τιμολογίων που ζήτησε ο EACEA με το από 26 Ιουλίου 2017 έγγραφό του, για λόγους μη δυνάμενους να καταλογισθούν σε αυτό, γεγονός παραμένει εντούτοις ότι η εν λόγω μη προσκόμιση των πρωτοτύπων των τιμολογίων ουδόλως επέδρασε στον προσδιορισμό των ποσών των οποίων ζητήθηκε η επιστροφή με τα έγγραφα της 21ης Δεκεμβρίου 2017 και της 7ης Φεβρουαρίου 2018 και με το χρεωστικό σημείωμα της 13ης Φεβρουαρίου 2018.

90      Ειδικότερα, αφενός, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η κατάσχεση των εγγράφων από την εισαγγελία του Koblenz πραγματοποιήθηκε στις 22 Ιουνίου 2017, ενώ τόσο ο οικονομικός έλεγχος όσο και η έρευνα της OLAF είχαν πραγματοποιηθεί κατά το χρονικό διάστημα από το 2014 έως το 2016, δηλαδή πριν από την επίμαχη κατάσχεση, οπότε τόσο οι ελεγκτές όσο και η OLAF είχαν τη δυνατότητα να λάβουν γνώση του περιεχομένου των επίμαχων τιμολογίων και να συναγάγουν από αυτά κατάλληλα συμπεράσματα, όπως παραδέχεται εξάλλου το προσφεύγον στο πλαίσιο των παρατηρήσεων τις οποίες υπέβαλε σε απάντηση στο μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας που έλαβε το Γενικό Δικαστήριο στις 27 Μαΐου 2020. Ομοίως, η κατάσχεση αυτή πραγματοποιήθηκε μετά την κοινοποίηση στο προσφεύγον του σχεδίου εκθέσεως οικονομικού ελέγχου στις 22 Απριλίου 2016, το οποίο περιείχε ήδη τις πιο ουσιώδεις από τις διαπιστώσεις σχετικά με τη διαχείριση των επίμαχων συμφωνιών. Από την εν λόγω έκθεση προκύπτει, ειδικότερα, ότι τα πορίσματα των ελεγκτών στηρίζονται σε εξέταση του συνόλου σχεδόν των δαπανών που ζητήθηκαν στο πλαίσιο των επίμαχων συμφωνιών (βλ. σκέψη 7 της παρούσας αποφάσεως). Επιπλέον, με έγγραφα της 29ης Σεπτεμβρίου και της 11 Νοεμβρίου 2016, ήτοι πάντοτε πολύ πριν από την επίμαχη κατάσχεση, το προσφεύγον υπέβαλε τις παρατηρήσεις του επί των διαπιστώσεων που περιλαμβάνονταν στο σχέδιο εκθέσεως οικονομικού ελέγχου, οπότε είχε τη δυνατότητα, κατά το χρονικό σημείο εκείνο, να ανατρέξει στο σύνολο των σχετικών εγγράφων που είχε στην κατοχή του, περιλαμβανομένων των τιμολογίων που κατασχέθηκαν αργότερα, και να τοποθετηθεί επομένως έχοντας πλήρη γνώση της κατάστασης.

91      Αφετέρου, βέβαια, ο EACEA είχε ζητήσει την προσκόμιση ορισμένων πρωτοτύπων τιμολογίων με το από 26 Ιουλίου 2017 έγγραφό του. Εντούτοις, στο έγγραφο της 21ης Δεκεμβρίου 2017, ο EACEA έλαβε υπόψη το γεγονός ότι το προσφεύγον δεν είχε στην κατοχή του τα ζητηθέντα πρωτότυπα τιμολογίων και ότι, ως εκ τούτου, του ήταν αδύνατο να τα προσκομίσει. Ωστόσο, δεν συνήγαγε εξ αυτού καμία συνέπεια. Ειδικότερα, από κανένα στοιχείο του εγγράφου αυτού ή του εγγράφου της 7ης Φεβρουαρίου 2018 δεν προκύπτει ότι η μη προσκόμιση των εν λόγω τιμολογίων επέδρασε καθ’ οιονδήποτε τρόπο στον προσδιορισμό των ποσών των οποίων ζητήθηκε η επιστροφή με τα έγγραφα της 21ης Δεκεμβρίου 2017 και της 7ης Φεβρουαρίου 2018 και με το χρεωστικό σημείωμα της 13ης Φεβρουαρίου 2018. Όπως εξηγεί ο EACEA στην απάντησή του σε ερώτηση που τέθηκε στο πλαίσιο του μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας της 12ης Μαρτίου 2020 και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, χωρίς να αντικρουστεί ως προς το ζήτημα αυτό από το προσφεύγον, μεταξύ των πολυάριθμων παρατυπιών που διαπιστώθηκαν με τις τελικές εκθέσεις του οικονομικού ελέγχου και της OLAF, ορισμένες αφορούσαν, μεταξύ άλλων, τις ανακολουθίες ως προς το περιεχόμενο των τιμολογίων (βλ. σκέψη 15 της παρούσας αποφάσεως) και όχι το ότι δεν επρόκειτο περί πρωτοτύπων.

92      Επιπλέον, το γεγονός ότι το προσφεύγον δεν είχε στην κατοχή του τα ζητηθέντα πρωτότυπα τιμολόγια δεν ήταν ικανό ούτε να εμποδίσει την παροχή των πληροφοριών που απαιτούνταν προκειμένου να γίνει ο διαχωρισμός που ζήτησε ο EACEA, μεταξύ των ποσών που εισέπραξε το προσφεύγον ως τελικός δικαιούχος των συμφωνιών Diusas και Deque και των ποσών που μετέφερε στους συνδικαιούχους των εν λόγω συμφωνιών. Ειδικότερα, σύμφωνα με το έγγραφο του EACEA της 26ης Ιουλίου 2017, ο διαχωρισμός αυτός έπρεπε να γίνει βάσει αποδεικτικών τραπεζικών εμβασμάτων ή αντιγράφων κινήσεως τραπεζικών λογαριασμών και όχι βάσει των εν λόγω τιμολογίων.

93      Επομένως, η μη προσκόμιση των πρωτοτύπων των τιμολογίων που ζήτησε ο EACEA με το από 26 Ιουλίου 2017 έγγραφό του ουδόλως επέδρασε στον καθορισμό των ποσών των οποίων ζητήθηκε η επιστροφή με τα έγγραφα της 21ης Δεκεμβρίου 2017 και της 7ης Φεβρουαρίου 2018 και με το χρεωστικό σημείωμα.

94      Συνεπώς, ο πρώτος λόγος, με τον οποίο προβάλλεται προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

–       Επί της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

[παραλειπόμενα]

97      Η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται ανάλογα με τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ιδίως ανάλογα με το περιεχόμενο της πράξεως, τη φύση των προβαλλόμενων λόγων και το συμφέρον που έχει ενδεχομένως στην παροχή διευκρινίσεων ο αποδέκτης, προκειμένου δε να αξιολογηθεί ο επαρκής χαρακτήρας της αιτιολογίας, πρέπει αυτή να εντάσσεται στο πραγματικό και νομικό πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε η επίμαχη πράξη. Κατά συνέπεια, μια πράξη είναι επαρκώς αιτιολογημένη εφόσον έχει εκδοθεί εντός πλαισίου γνωστού στο πρόσωπο στο οποίο αυτή απευθύνεται, το οποίο του παρέχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί το περιεχόμενο του ληφθέντος εις βάρος του μέτρου (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 15ης Νοεμβρίου 2012, Συμβούλιο κατά Bamba, C‑417/11 P, EU:C:2012:718, σκέψεις 53 και 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, της 24ης Οκτωβρίου 2011, P κατά Κοινοβουλίου, T‑213/10 P, EU:T:2011:617, σκέψη 30, και της 27ης Σεπτεμβρίου 2012, Applied Microengineering κατά Επιτροπής, T‑387/09, EU:T:2012:501, σκέψεις 64 έως 67).

98      Εν προκειμένω, πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι τα έγγραφα της 21ης Δεκεμβρίου 2017 και της 7ης Φεβρουαρίου 2018 προσδιορίζουν με σαφήνεια τη νομική βάση της σχεδιαζόμενης ανακτήσεως, ήτοι το άρθρο ΙΙ.19, παράγραφοι 3 και 5, των επίμαχων συμφωνιών και το άρθρο 135, παράγραφος 4, του κανονισμού 966/2012 (βλ. σκέψεις 16 έως 20 της παρούσας αποφάσεως), καθώς και τα ποσά τα οποία έκρινε ο EACEA ότι έπρεπε να ανακτηθούν.

99      Δεύτερον, η εκτεταμένη έγγραφη επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων που επακολούθησε μετά την κοινοποίηση στο προσφεύγον του σχεδίου εκθέσεως οικονομικού ελέγχου με έγγραφο της 22ας Απριλίου 2016 και υπομνήσθηκε στις σκέψεις 7 έως 20 της παρούσας αποφάσεως περιλαμβάνει επαρκείς και συγκλίνουσες πληροφορίες οι οποίες παρέχουν στο προσφεύγον τη δυνατότητα να αντιληφθεί τους λόγους για τους οποίους ο EACEA αποφάσισε να ζητήσει την επίμαχη επιστροφή των ποσών και τον τρόπο προσδιορισμού τους. Συγκεκριμένα, όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 80 και 81 της παρούσας αποφάσεως, η τελική έκθεση οικονομικού ελέγχου, επί των πορισμάτων της οποίας στηρίζεται ο EACEA για τη σχεδιαζόμενη ανάκτηση, έλαβε υπόψη, εξέτασε και απέρριψε μία προς μία όλες τις παρατηρήσεις του προσφεύγοντος, ομοίως δε και τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε προσκομίσει, εξηγώντας κάθε φορά τους λόγους για τους οποίους οι εν λόγω παρατηρήσεις ή τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία δεν αναιρούσαν τις διαπιστώσεις στις οποίες είχαν καταλήξει οι ελεγκτές.

100    Τρίτον, με το έγγραφο της 21ης Δεκεμβρίου 2017, ο EACEA, αφενός, απάντησε σε όλα τα επιχειρήματα που προέβαλε το προσφεύγον με τα από 9 Αυγούστου και 25 Σεπτεμβρίου 2017 έγγραφά του και, αφετέρου, εξήγησε με σαφήνεια ότι τα προς ανάκτηση ποσά δεν είχαν προσδιοριστεί συναρτήσει των δαπανών που θεωρήθηκαν μη επιλέξιμες, αλλά βάσει της διαπιστώσεως σοβαρών, συστημικών και επαναλαμβανόμενων παρατυπιών που επιδρούσαν στην εφαρμογή των επίμαχων συμφωνιών.

101    Επομένως, τα έγγραφα της 21ης Δεκεμβρίου 2017 και της 7ης Φεβρουαρίου 2018 περιλαμβάνουν επαρκή αιτιολογία ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στο μεν προσφεύγον να αντιληφθεί τους λόγους για τους οποίους ο EACEA είχε αποφασίσει να ζητήσει την επιστροφή των επίμαχων ποσών, στον δε δικαστή της Ένωσης να ασκήσει τον έλεγχό του.

102    Συνεπώς, ο τρίτος λόγος, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του δεύτερου λόγου, με τον οποίο προβάλλεται «εσφαλμένη εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου»

[παραλειπόμενα]

–       Επί της πρώτης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται έλλειψη νομικής βάσεως επιτρέπουσας πλήρη ανάκτηση των καταβληθέντων ποσών

104    Το προσφεύγον φρονεί ότι ούτε το άρθρο II.19, παράγραφοι 3 και 5, των επίμαχων συμφωνιών ούτε το άρθρο 135, παράγραφος 4, του κανονισμού 966/2012 επιτρέπουν την πλήρη ανάκτηση από τον EACEA των ποσών που καταβλήθηκαν σε αυτό στο πλαίσιο των επίμαχων συμφωνιών.

105    Ο EACEA αμφισβητεί την ορθότητα των επιχειρημάτων του προσφεύγοντος.

106    Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, κατά το άρθρο I.8, πρώτο εδάφιο, της συμφωνίας Ecesis, η παροχή της επιχορηγήσεως την οποία αυτή αφορά διέπεται από τους όρους της εν λόγω συμφωνίας, από τους «εφαρμοστέους κοινοτικούς κανόνες» και, επικουρικώς, από το βελγικό δίκαιο περί παροχής επιχορηγήσεων. Όσον αφορά τις συμφωνίες Diusas και Deque, κατά το άρθρο I.9 καθεμιάς εξ αυτών, αυτές διέπονται από τους συμβατικούς όρους και από τους εφαρμοστέους κανόνες του δικαίου της Ένωσης.

107    Κατά πρώτον, όσον αφορά τους συμβατικούς όρους που ασκούν επιρροή συναφώς, επισημαίνεται ότι, κατά το άρθρο II.19, παράγραφος 3, καθεμιάς εκ των συμφωνιών αυτών, ο EACEA έχει το δικαίωμα να διενεργεί ελέγχους σχετικά με τη χρήση των επιχορηγήσεων. Σύμφωνα με τον ως άνω συμβατικό όρο, μπορούν να ληφθούν αποφάσεις περί ανακτήσεως χρηματικών ποσών βάσει των αποτελεσμάτων των ελέγχων. Ομοίως, το άρθρο II.19, παράγραφος 5, των συμφωνιών διευκρινίζει ότι η OLAF έχει το δικαίωμα να διενεργεί ελέγχους βάσει των οποίων είναι επίσης δυνατό να ληφθούν αποφάσεις περί ανακτήσεως χρηματικών ποσών.

108    Επομένως, οι ρήτρες αυτές, των οποίων παράβαση προβάλλει το προσφεύγον, δεν αποκλείουν τη δυνατότητα του EACEA να προβεί στην πλήρη ανάκτηση των ποσών που καταβλήθηκαν στο πλαίσιο των εν λόγω συμφωνιών. Ειδικότερα, βάσει των ρητρών αυτών, ο EACEA μπορεί να προβεί στην «ανάκτηση» των επιχορηγήσεων, χωρίς οιονδήποτε περιορισμό συναφώς.

109    Κατά δεύτερον, όσον αφορά τους «εφαρμοστέους κανόνες της Ένωσης» κατά την έννοια του άρθρου I.8, πρώτο εδάφιο, της συμφωνίας Ecesis και του άρθρου I.9 των συμφωνιών Diusas και Deque, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι, εν προκειμένω, έχουν εφαρμογή ratione temporis, κατ’ αρχάς, ο κανονισμός 1605/2002, ο οποίος καταργήθηκε με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2013 (άρθρο 212 του κανονισμού 966/2012) και, εν συνεχεία, ο κανονισμός 966/2012, ο οποίος καταργήθηκε και αυτός με τη σειρά του, με ισχύ από τη 2α Αυγούστου 2018, με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού 966/2012 (ΕΕ 2018, L 193, σ. 1). Ειδικότερα, δυνάμει του άρθρου 187, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1605/2002 και του άρθρου 212 του κανονισμού 966/2012, ο κανονισμός 1605/2002 εφαρμοζόταν, κατά κανόνα, από την 1η Ιανουαρίου 2003 έως την 1η Ιανουαρίου 2013, ενώ οι επίμαχες συμφωνίες συνήφθησαν, αντιστοίχως, το 2008 και το 2010 (βλ. σκέψη 2 της παρούσας αποφάσεως). Επιπλέον, η περίοδος εκτελέσεως των συμφωνιών και, κατά συνέπεια, η περίοδος την οποία αφορούσε ο οικονομικός έλεγχος ήταν το χρονικό διάστημα από τις 15 Ιανουαρίου 2009 έως τις 14 Ιανουαρίου 2011 για τη συμφωνία Ecesis, το διάστημα από τις 15 Οκτωβρίου 2010 έως τις 14 Οκτωβρίου 2012 για τη συμφωνία Diusas και το διάστημα από τις 15 Οκτωβρίου 2010 έως τις 14 Οκτωβρίου 2013 για τη συμφωνία Deque. Επομένως, αφενός, ο κανονισμός 1605/2002 είχε εφαρμογή rationae temporis στις συμφωνίες Ecesis και Diusas και, αφετέρου, ο ίδιος αυτός κανονισμός και ο κανονισμός 966/2012 είχαν διαδοχικώς εφαρμογή στη συμφωνία Deque.

110    Κατά το άρθρο 119, παράγραφος 2, του κανονισμού 1605/2002, «[ε]άν ο δικαιούχος αθετήσει τις υποχρεώσεις του, η επιδότηση αναστέλλεται ή μειώνεται ή τερματίζεται στις περιπτώσεις που προβλέπονται στους κανόνες εφαρμογής, αφού δοθεί στο δικαιούχο η δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του». Η χρήση του όρου «τερματίζεται» παραπέμπει επομένως στην περίπτωση ανακτήσεως του συνόλου των εισπραχθέντων ποσών.

111    Όσον αφορά το άρθρο 135, παράγραφος 4, του κανονισμού 966/2012, αυτό προβλέπει τα εξής:

«Αν τα σφάλματα, οι παρατυπίες ή η απάτη που αναφέρονται ανωτέρω διαπράχθηκαν από τον δικαιούχο, ή αν ο δικαιούχος δεν ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τη συμφωνία ή απόφαση επιδότησης, ο αρμόδιος διατάκτης μπορεί επιπλέον να μειώσει την επιδότηση ή να ανακτήσει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά στο πλαίσιο της συμφωνίας ή απόφασης επιδότησης, ανάλογα με τη σοβαρότητα των σφαλμάτων, παρατυπιών ή περιπτώσεων απάτης, ή της αθέτησης των υποχρεώσεων, αφού προηγουμένως δοθεί στον δικαιούχο η δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του.»

112    Το άρθρο 135, παράγραφος 5, του κανονισμού 966/2012 προβλέπει τα ακόλουθα:

«Αν οι λογιστικοί ή άλλοι έλεγχοι καταδείξουν ότι υπάρχουν συστημικά ή επανεμφανιζόμενα σφάλματα, παρατυπίες, απάτη ή αθέτηση υποχρεώσεων που μπορούν να καταλογιστούν στον δικαιούχο και έχουν ουσιώδεις επιπτώσεις σε επιδοτήσεις οι οποίες του χορηγήθηκαν υπό παρεμφερείς όρους, ο αρμόδιος διατάκτης μπορεί να αναστείλει την εκτέλεση όλων των σχετικών επιδοτήσεων ή, όπου είναι σκόπιμο, να τερματίσει τις σχετικές συμφωνίες ή αποφάσεις επιδότησης με τον συγκεκριμένο δικαιούχο, κατ’ αναλογίαν της σοβαρότητας των σφαλμάτων, των παρατυπιών, της απάτης ή της αθέτησης υποχρεώσεων, αφού προηγουμένως δοθεί στον δικαιούχο η δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του.

Ο αρμόδιος διατάκτης μπορεί επιπλέον, ύστερα από διαδικασία με εκατέρωθεν ακρόαση, να μειώσει τις επιδοτήσεις ή να ανακτήσει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά στο πλαίσιο όλων των επιδοτήσεων τις οποίες αφορούν τα συστημικά ή επαναλαμβανόμενα σφάλματα, οι παρατυπίες η απάτη ή η αθέτηση υποχρεώσεων, που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, και οι οποίες μπορούν να ελεγχθούν σύμφωνα με τις συμφωνίες ή αποφάσεις επιδότησης.»

113    Επομένως, ούτε το άρθρο 119, παράγραφος 2, του κανονισμού 1605/2002 ούτε το άρθρο 135, παράγραφος 4, του κανονισμού 966/2012 εμποδίζουν την πλήρη ανάκτηση επιδοτήσεως. Ειδικότερα, αρκεί να επισημανθεί, αφενός, ότι η τελευταία αυτή διάταξη απαιτεί ρητώς να λαμβάνεται υπόψη η σοβαρότητα των σφαλμάτων, των παρατυπιών, της απάτης ή των παραβάσεων των υποχρεώσεων που διαπιστώνονται. Επομένως, το γεγονός ότι αυτές είναι συστημικού ή επαναλαμβανόμενου χαρακτήρα αποτελεί, προφανώς, στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση της σοβαρότητας των εν λόγω παρατυπιών. Κατά συνέπεια, όταν η σοβαρότητα των σφαλμάτων, των παρατυπιών, της απάτης ή των παραβάσεων των υποχρεώσεων που διαπιστώνονται είναι τέτοια ώστε να διακυβεύεται το σύνολο του συστήματος ελέγχου και διαχείρισης των επίμαχων συμφωνιών και, ως εκ τούτου, το σύνολο των ζητηθεισών δαπανών, τότε η πλήρης ανάκτηση των καταβληθέντων ποσών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας.

114    Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται, επιπλέον, από το άρθρο 135, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 966/2012, κατά το οποίο, σε περίπτωση συστημικών ή επαναλαμβανόμενων παρατυπιών που μπορούν να καταλογιστούν στον δικαιούχο και έχουν ουσιώδεις επιπτώσεις σε πλείονες επιδοτήσεις, ο διατάκτης μπορεί να «ανακτήσει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά» στο πλαίσιο όλων των συμφωνιών επί των οποίων έχουν επιπτώσεις οι παρατυπίες αυτές. Ως εκ τούτου, η διάταξη αυτή δεν αποκλείει τη δυνατότητα πλήρους ανακτήσεως συγκεκριμένης επιδοτήσεως, αν η σοβαρότητα των διαπιστωθεισών παρατυπιών είναι τέτοια ώστε να πρέπει να θεωρηθούν ως αχρεωστήτως καταβληθέντα όλα τα επίμαχα ποσά.

115    Το συμπέρασμα αυτό είναι επίσης σύμφωνο προς την αρχή της χρηστής και υγιούς δημοσιονομικής διαχειρίσεως των πόρων της Ένωσης την οποία προβλέπει το άρθρο 317 ΣΛΕΕ. Επομένως, σε περίπτωση μη τηρήσεως των όρων μιας συμφωνίας επιχορηγήσεως, τα θεσμικά ή λοιπά όργανα ή οι οργανισμοί της Ένωσης υποχρεούνται να ανακτήσουν την καταβληθείσα επιχορήγηση μέχρι το ύψος των ποσών που θεωρούνται αμφιλεγόμενα ή μη εξακριβώσιμα.

116    Επιπλέον, ο δικαστής της Ένωσης είχε την ευκαιρία να κρίνει ότι, στο πλαίσιο του συστήματος χορηγήσεως των χρηματοδοτικών συνδρομών της Ένωσης, η χρησιμοποίηση των συνδρομών αυτών υπόκειται σε κανόνες δυνάμενους να οδηγήσουν στη μερική ή ολική επιστροφή μιας ήδη χορηγηθείσας συνδρομής (αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 2010, Επιτροπή κατά Hellenic Ventures κ.λπ., T‑44/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2010:284, σκέψη 85, και της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Arci Nuova associazione comitato di Cagliari et Gessa, T‑259/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2010:536, σκέψη 61).

117    Συνεπώς, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, οι συμβατικοί όροι και οι διατάξεις του κανονισμού 1605/2002 και του κανονισμού 966/2012 που ασκούν επιρροή συναφώς, όπως έχουν ερμηνευθεί από τον δικαστή της Ένωσης, δεν εμποδίζουν, κατ’ αρχήν, τον EACEA να προβεί σε ανάκτηση του συνόλου των ποσών που καταβλήθηκαν στο προσφεύγον στο πλαίσιο των επίμαχων συμφωνιών. Το ζήτημα αν η ως άνω ανάκτηση είναι, εν προκειμένω, σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας αποτελεί αντικείμενο του τέταρτου λόγου που προβλήθηκε με την προσφυγή και, ως εκ τούτου, θα εξεταστεί κατωτέρω.

118    Επομένως, η πρώτη αιτίαση του δεύτερου λόγου απορρίπτεται ως αβάσιμη.

–       Επί της δεύτερης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται απουσία συστημικών και επαναλαμβανόμενων παρατυπιών

[παραλειπόμενα]

139    Τέλος, το προσφεύγον δεν μπορεί να αντλήσει κανένα επιχείρημα από το γεγονός ότι το άρθρο 135, παράγραφος 4, του κανονισμού 966/2012 δεν αναφέρεται σε συστημικές και επαναλαμβανόμενες παρατυπίες ή ότι δεν περιλαμβάνεται ορισμός των εννοιών αυτών στον εν λόγω κανονισμό. Ειδικότερα, αρκεί να επισημανθεί, αφενός, ότι η διάταξη αυτή απαιτεί ρητώς να λαμβάνεται υπόψη η σοβαρότητα των διαπιστωθεισών παρατυπιών. Το γεγονός ότι αυτές είναι συστημικού ή επαναλαμβανόμενου χαρακτήρα αποτελεί, προφανώς, στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση της σοβαρότητας των εν λόγω παρατυπιών. Αφετέρου, το γεγονός ότι ο κανονισμός 966/2012 χρησιμοποιεί τις έννοιες αυτές, μεταξύ άλλων στο άρθρο 135, παράγραφος 5, χωρίς να τις ορίζει ρητώς, ουδόλως επιδρά στη σχεδιαζόμενη ανάκτηση, δεδομένου ότι το περιεχόμενο των εννοιών αυτών προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία από το σύνηθες νόημά τους, κατά το οποίο οι συστημικές και επαναλαμβανόμενες παρατυπίες είναι αυτές που χαρακτηρίζονται από την επαναληψιμότητά τους και από το γεγονός ότι επιδρούν στο σύνολο του συστήματος ελέγχου και διαχείρισης, όπως εκείνες που επισημαίνονται στις σκέψεις 124 έως 131 της παρούσας αποφάσεως.

[παραλειπόμενα]

 Επί των δικαστικών εξόδων

165    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το προσφεύγον ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του EACEA.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο πενταμελές τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή.

2)      Καταδικάζει το Universität Koblenz-Landau στα δικαστικά έξοδα.

Παπασάββας

Kornezov

Buttigieg

Kowalik-Bańczyk

 

      Hesse

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 24 Φεβρουαρίου 2021.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.


1      Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις των οποίων η δημοσίευση κρίνεται σκόπιμη από το Γενικό Δικαστήριο.

Top