EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62018CJ0655

Απόφαση του Δικαστηρίου (όγδοο τμήμα) της 4ης Μαρτίου 2020.
Teritorialna direktsia Severna morska, venant aux droits de Mitnitsa Varna κατά "Schenker" EOOD.
Αίτηση του Administrativen sad - Varna για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Τελωνειακή ένωση – Κανονισμός (ΕΕ) 952/2013 – Απομάκρυνση από την τελωνειακή επιτήρηση – Κλοπή εμπορευμάτων τα οποία έχουν τεθεί υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως – Άρθρο 242 – Υπεύθυνος για την απομάκρυνση – Κάτοχος της άδειας τελωνειακής αποταμιεύσεως – Κύρωση λόγω μη συμμόρφωσης με την τελωνειακή νομοθεσία – Άρθρο 42 – Υποχρέωση καταβολής του ισόποσου της αξίας των ελλειπόντων εμπορευμάτων – Σώρευση με χρηματική κύρωση – Αναλογικότητα.
Υπόθεση C-655/18.

Court Reports – Court of Justice

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2020:157

 ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)

της 4ης Μαρτίου 2020 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Τελωνειακή ένωση – Κανονισμός (ΕΕ) 952/2013 – Απομάκρυνση από την τελωνειακή επιτήρηση – Κλοπή εμπορευμάτων τα οποία έχουν τεθεί υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως – Άρθρο 242 – Υπεύθυνος για την απομάκρυνση – Κάτοχος της άδειας τελωνειακής αποταμιεύσεως – Κύρωση λόγω μη συμμόρφωσης με την τελωνειακή νομοθεσία – Άρθρο 42 – Υποχρέωση καταβολής του ισόποσου της αξίας των ελλειπόντων εμπορευμάτων – Σώρευση με χρηματική κύρωση – Αναλογικότητα»

Στην υπόθεση C-655/18,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Administrativen sad Varna (διοικητικό δικαστήριο Βάρνας, Βουλγαρία) με απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2018, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Οκτωβρίου 2018, στο πλαίσιο της δίκης

Teritorialna direktsia «Severna morska» kam Agentsia Mitnitsi, διάδοχος της Mitnitsa Varna

κατά

«Schenker» EOOD,

παρισταμένης της:

Okrazhna prokuratura – Varna,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),

συγκείμενο από τους L. S. Rossi, πρόεδρο τμήματος, J. Malenovský και F. Biltgen (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez-Bordona

γραμματέας: R. Schiano, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 14ης Νοεμβρίου 2019,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Teritorialna direktsia «Severna morska» kam Agentsia Mitnitsi, διάδοχος της Mitnitsa Varna, εκπροσωπούμενη από τις S. K. Kirilova και Μ. F. Bosilkova‑Kolipatkova καθώς και από τον B. Borisov,

η «Schenker» EOOD, εκπροσωπούμενη από τον G. Goranov, advokat,

η Βουλγαρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις L. Zaharieva και E. Petranova,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους I. Zaloguin και V. Bottka καθώς και από την M. Kocjan,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 2013, L 269, σ. 1).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Teritorialna direktsia «Severna morska» kam Agentsia Mitnitsi (περιφερειακής διευθύνσεως «Βόρειας ακτής» της τελωνειακής υπηρεσίας, Βουλγαρία, στο εξής: τελωνείο Βάρνας) και της «Schenker» EOOD, με αντικείμενο την επιβολή κυρώσεων σε βάρος της ως άνω εταιρίας ως κατόχου άδειας τελωνειακής αποταμιεύσεως, μετά την κλοπή εμπορευμάτων για τη φύλαξη των οποίων ήταν υπεύθυνη η εταιρία αυτή.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3

Η αιτιολογική σκέψη 45 του κανονισμού 952/2013 έχει ως εξής:

«Είναι σκόπιμο να θεσπισθούν, σε ενωσιακό επίπεδο, οι κανόνες που διέπουν την καταστροφή ή την κατ’ άλλο τρόπο διάθεση των εμπορευμάτων από τις τελωνειακές αρχές, εφόσον τούτα αποτελούν ζητήματα για τα οποία απαιτούταν προηγουμένως εθνική νομοθεσία.»

4

Το άρθρο 42, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού αυτού προβλέπει τα εξής:

«1.   Κάθε κράτος μέλος προβλέπει κυρώσεις για μη συμμόρφωση με την τελωνειακή νομοθεσία. Οι κυρώσεις αυτές είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

2.   Εφόσον επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις, μπορούν να λαμβάνουν, μεταξύ άλλων, μία ή και τις δύο από τις ακόλουθες μορφές:

α)

χρηματική επιβάρυνση εκ μέρους των τελωνειακών αρχών, συμπεριλαμβανομένου, όπου απαιτείται, διακανονισμού που επέχει θέση ποινικής κύρωσης·

β)

ανάκληση, αναστολή ή τροποποίηση άδειας που κατέχει ο ενδιαφερόμενος.»

5

Το άρθρο 79 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο επιγράφεται «Τελωνειακή οφειλή που γεννάται λόγω μη τήρησης υποχρεώσεων και όρων», ορίζει στις παραγράφους 1 και 3 τα εξής:

«1.   Για τα εμπορεύματα που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, γεννάται τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή λόγω της μη τήρησης οποιουδήποτε από τα εξής:

α)

μιας από τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία όσον αφορά την είσοδο μη ενωσιακών εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, την απομάκρυνσή τους από την τελωνειακή επιτήρηση ή τη διακίνηση, μεταποίηση, αποθήκευση, προσωρινή εναπόθεση, προσωρινή εισαγωγή ή διάθεση των εμπορευμάτων αυτών εντός του εν λόγω εδάφους,

β)

μιας από τις υποχρεώσεις που ορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία σχετικά με τον ειδικό προορισμό εμπορευμάτων εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης,

[…]

3.   Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β), οφειλέτης είναι οποιοδήποτε από τα ακόλουθα πρόσωπα:

α)

πρόσωπο που όφειλε να τηρήσει τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις·

β)

πρόσωπο που γνώριζε ή όφειλε ευλόγως να γνωρίζει ότι δεν τηρήθηκε μια υποχρέωση που προβλέπεται από την τελωνειακή νομοθεσία και που ενήργησε για λογαριασμό του προσώπου που ήταν υποχρεωμένο να τηρήσει την υποχρέωση ή που έλαβε μέρος στην πράξη που οδήγησε στη μη τήρηση της υποχρέωσης·

[…]».

6

Το άρθρο 198 του ίδιου κανονισμού έχει ως εξής:

«1.   Οι τελωνειακές αρχές λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα, συμπεριλαμβανομένων της δήμευσης, της πώλησης ή της καταστροφής των εμπορευμάτων, για τη διάθεση των εμπορευμάτων, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν μία από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην τελωνειακή νομοθεσία σχετικά με την εισαγωγή μη ενωσιακών εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης δεν έχει εκπληρωθεί ή όταν τα εμπορεύματα έχουν διαφύγει της τελωνειακής επιτήρησης,

[…]

3.   Το κόστος των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 βαρύνει:

α)

στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α), το πρόσωπο που όφειλε να τηρήσει τις σχετικές υποχρεώσεις ή απέκρυψε τα εμπορεύματα από την τελωνειακή επιτήρηση,

[…]».

7

Κατά το άρθρο 242, παράγραφος 1, του κανονισμού 952/2013:

«Ο κάτοχος της άδειας και ο δικαιούχος του καθεστώτος είναι υπεύθυνοι για τα ακόλουθα:

α)

να εξασφαλίζουν ότι τα εμπορεύματα υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης δεν διαφεύγουν της τελωνειακής επιτήρησης, και

β)

να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την αποθήκευση των εμπορευμάτων που βρίσκονται υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης.»

Το βουλγαρικό δίκαιο

8

Το άρθρο 233, παράγραφος 6, του Zakon za mitnitsite (τελωνειακού νόμου, DV αριθ. 15 της 6ης Φεβρουαρίου 1998), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης (στο εξής: τελωνειακός νόμος), όριζε τα εξής:

«Τα εμπορεύματα που αποτελούν αντικείμενο λαθρεμπορίου δημεύονται ανεξαρτήτως του προσώπου στο οποίο ανήκουν· εάν λείπουν ή έχουν εκποιηθεί, διατάσσεται η καταβολή του ισόποσου της δασμολογητέας αξίας τους στην περίπτωση εισαγωγής ή της αξίας τους στην περίπτωση εξαγωγής.»

9

Κατά το άρθρο 234a, παράγραφοι 1 και 3, του τελωνειακού νόμου:

«1.   Όποιος απομακρύνει προσωρινώς αποθηκευμένα εμπορεύματα ή εμπορεύματα τα οποία έχουν δηλωθεί με σκοπό την υπαγωγή τους σε ορισμένο τελωνειακό καθεστώς ή την επανεξαγωγή τους, δίχως να πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος ή η τελωνειακή αρχή, τιμωρείται με χρηματικό πρόστιμο, στην περίπτωση φυσικών προσώπων, ή με χρηματική κύρωση, στην περίπτωση νομικών προσώπων και ατομικών εμπορικών επιχειρήσεων, το ύψος των οποίων ανέρχεται στο 100 έως 200 % της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων στην περίπτωση εισαγωγής ή, στην περίπτωση εξαγωγής, της αξίας των εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο της παραβάσεως.

[…]

3.   Στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν οι διατάξεις του άρθρου 233, παράγραφοι 6, 7 και 8.»

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

10

Στις 16 Μαρτίου 2017, η Teld Consulting OOD υπέβαλε τελωνειακή διασάφηση για να τεθούν υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως 13 εμπορευματοκιβώτια τα οποία περιείχαν αντικολλητή ξυλεία (κόντρα πλακέ). Η διασάφηση αυτή υποβλήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό της Balkantrade Properties EOOD.

11

Μετά την ολοκλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων για την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο εν λόγω καθεστώς, τα εμπορευματοκιβώτια αυτά έπρεπε να μεταφερθούν σε αποθήκη τελωνειακής αποταμιεύσεως την οποία εκμεταλλεύεται και διαχειρίζεται η Schenker, σύμφωνα με την άδεια τελωνειακής αποταμιεύσεως που κατέχει.

12

Η Schenker ανέθεσε στη Fortis Trade OOD τη διενέργεια της εν λόγω μεταφοράς. Ωστόσο, ένα από τα εμπορευματοκιβώτια αυτά εκλάπη καθ’ οδόν μαζί με το όχημα της Fortis Trade που το μετέφερε. Ως εκ τούτου, τα εμπορεύματα που είχαν τοποθετηθεί στο συγκεκριμένο εμπορευματοκιβώτιο δεν παραδόθηκαν στην αποθήκη της Schenker.

13

Κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε στην αποθήκη αυτή από την επιθεώρηση τελωνείων της Βάρνας (Βουλγαρία), διαπιστώθηκε ότι δεν βρίσκονταν στην εν λόγω αποθήκη όλα τα εμπορεύματα που υπάγονταν στο καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως. Κατόπιν τούτου, εκδόθηκε σε βάρος της Schenker πράξη διαπιστωτική της διοικητικής παραβάσεως του άρθρου 234a, παράγραφος 1, του τελωνειακού νόμου, για τον λόγο ότι η εταιρία αυτή είχε απομακρύνει από την τελωνειακή επιτήρηση μέρος των εμπορευμάτων που είχαν δηλωθεί υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως. Βάσει της διαπιστώσεως αυτής, ο διευθυντής του τελωνείου Βάρνας εξέδωσε απόφαση με την οποία, βάσει του άρθρου 233, παράγραφος 6, και του άρθρου 234a, παράγραφοι 1 και 3, του τελωνειακού νόμου, επέβαλε στη Schenker χρηματική κύρωση ύψους 23826,06 βουλγαρικών λέβα (BGN) (περίπου 12225 ευρώ) και υποχρέωσε την εταιρία αυτή να καταβάλει ποσό ίδιου ύψους, που αντιστοιχούσε στην αξία των ελλειπόντων εμπορευμάτων.

14

Το Varnenski rayonen sad (περιφερειακό δικαστήριο Βάρνας, Βουλγαρία) ακύρωσε την απόφαση αυτή, κατόπιν προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιόν του από τη Schenker κατά της εν λόγω αποφάσεως. Έκρινε δε, μεταξύ άλλων, ότι η κλοπή συνιστούσε περίπτωση ανωτέρας βίας και ότι δεν αποδεικνυόταν καμία αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παράνομης πράξεως ή παραλείψεως της εταιρίας αυτής και του αποτελέσματος της κλοπής, δηλαδή της αδυναμίας των τελωνειακών αρχών να έχουν πρόσβαση στα τεθέντα υπό τελωνειακή επιτήρηση εμπορεύματα και να ασκήσουν τον έλεγχό τους.

15

Το τελωνείο Βάρνας άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, του Administrativen sad – Varna (διοικητικού δικαστηρίου Βάρνας, Βουλγαρία). Το τελωνείο Βάρνας υποστηρίζει ότι η εφαρμογή του καθεστώτος τελωνειακής αποταμιεύσεως γεννά την υποχρέωση να μη διαφεύγουν τα εμπορεύματα από την τελωνειακή επιτήρηση και ότι η εν λόγω κλοπή δεν συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας ικανή να απαλλάξει τον αποθηκευτή από την ευθύνη του.

16

Το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι στη Schenker επιβλήθηκαν δύο διοικητικές κυρώσεις. Κατά την άποψή του, η κύρωση που συνίσταται στην καταβολή της αξίας των κλαπέντων εμπορευμάτων δεν εμπίπτει σε καμία από τις κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 42, παράγραφος 2, του κανονισμού 952/2013 ούτε συνιστά δήμευση όπως η προβλεπόμενη από το εθνικό δίκαιο. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, επομένως, εάν η εν λόγω υποχρέωση καταβολής του ισόποσου της αξίας των εμπορευμάτων συνάδει με την ως άνω διάταξη και με τις αρχές της αποτελεσματικότητας και της αναλογικότητας, δεδομένου ότι συνδυάζεται με την επιβολή χρηματικής κυρώσεως.

17

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Administrativen sad Varna (διοικητικό δικαστήριο Βάρνας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Έχει το άρθρο 242, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 952/2013 την έννοια ότι η κλοπή εμπορευμάτων τα οποία τέθηκαν υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως, υπό τις περιστάσεις που συντρέχουν εν προκειμένω, συνιστά απομάκρυνση των εμπορευμάτων από το καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως η οποία δικαιολογεί την επιβολή, σε βάρος του δικαιούχου του καθεστώτος αυτού, χρηματικής κυρώσεως η οποία προβλέπεται για την περίπτωση τελωνειακής παραβάσεως;

2)

Συνιστά η επιβολή της υποχρεώσεως καταβολής του ισόποσου της αξίας των εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο της τελωνειακής παραβάσεως (εν προκειμένω της απομακρύνσεως από το καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως) διοικητική κύρωση κατά την έννοια του άρθρου 42, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 952/2013; Είναι επιτρεπτή εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει μια τέτοια υποχρέωση παράλληλα με την επιβολή χρηματικών κυρώσεων; Πληροί η ρύθμιση αυτή τα προβλεπόμενα στο άρθρο 42, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 952/2013 κριτήρια της αποτελεσματικότητας, αναλογικότητας και αποτρεπτικότητας των κυρώσεων για παραβάσεις της ενωσιακής τελωνειακής νομοθεσίας;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του πρώτου ερωτήματος

Επί του παραδεκτού

18

Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Schenker υποστηρίζει ότι το πρώτο προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο καθόσον αφορά αποκλειστικά και μόνον την εφαρμογή διατάξεων του εθνικού δικαίου και, ιδίως, το ζήτημα αν συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη συνιστά παράβαση κατά την έννοια του εθνικού δικαίου.

19

Συναφώς πρέπει, ασφαλώς, να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, η οποία στηρίζεται σε σαφή διάκριση των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο και ότι μόνον ο εθνικός δικαστής μπορεί να διαπιστώσει και να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και να καθορίσει το ακριβές περιεχόμενο των εθνικών νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων (απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2019, Fonds du Logement de la Région de Bruxelles-Capitale, C‑632/18, EU:C:2019:833, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

20

Εν προκειμένω, από το ίδιο το γράμμα του πρώτου ερωτήματος προκύπτει, εντούτοις, ότι το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 242, παράγραφος 1, του κανονισμού 952/2013 και ειδικότερα της έννοιας της «απομακρύνσεως από την τελωνειακή επιτήρηση» σε σχέση με τη διάταξη αυτή, καθώς και σχετικά με το ζήτημα αν το δίκαιο της Ένωσης επιτρέπει την επιβολή χρηματικής κυρώσεως σε μια τέτοια περίπτωση απομακρύνσεως.

21

Η Schenker υποστηρίζει, επίσης, ότι η έκβαση της κύριας δίκης δεν εξαρτάται από την ερμηνεία διατάξεων του δικαίου της Ένωσης αλλά από πραγματικά ζητήματα και συγκεκριμένα από τον προσδιορισμό του αυτουργού της επίμαχης παραβάσεως, της ιδιότητάς του κατά τον χρόνο τελέσεώς της καθώς και των πράξεων ή παραλείψεων που συνιστούν παράβαση καταλογιστέα στον εν λόγω αυτουργό.

22

Συναφώς υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε υποθέσεως, κατά πόσον η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι αναγκαία προκειμένου αυτό να μπορέσει να εκδώσει τη δική του απόφαση καθώς και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβαλλόμενα από τα εθνικά δικαστήρια ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται καταρχήν να απαντήσει (απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, Allianz Hungária Biztosító κ.λπ., C‑32/11, EU:C:2013:160, σκέψη 19 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Τέτοια περίπτωση συντρέχει προδήλως εν προκειμένω.

23

Υπό τις συνθήκες αυτές, το πρώτο προδικαστικό ερώτημα είναι παραδεκτό.

Επί της ουσίας

24

Καταρχάς πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 242, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 952/2013, το οποίο μνημονεύεται στο πρώτο ερώτημα, αφορά την ευθύνη του κατόχου αδείας και του δικαιούχου του καθεστώτος τελωνειακής αποταμιεύσεως σε περίπτωση απομακρύνσεως των εμπορευμάτων από την τελωνειακή επιτήρηση, ενώ το ερώτημα αυτό θέτει, επίσης, το ζήτημα αν στον υπεύθυνο μιας τέτοιας απομακρύνσεως μπορεί να επιβληθεί χρηματική κύρωση προβλεπόμενη από το εθνικό δίκαιο, ζήτημα το οποίο αφορά άλλες διατάξεις του κανονισμού αυτού.

25

Μολονότι τυπικά το αιτούν δικαστήριο οριοθέτησε το ερώτημά του στο ζήτημα της ερμηνείας ορισμένης διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, τούτο δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να του παράσχει όλα τα στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης που μπορεί να αποδειχθούν χρήσιμα για την εκδίκαση της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί, ανεξαρτήτως αν το αιτούν δικαστήριο τα μνημονεύει ρητώς στα ερωτήματά του ή όχι. Συναφώς, στο Δικαστήριο εναπόκειται να συναγάγει, από το σύνολο των στοιχείων που του έχει παράσχει το αιτούν δικαστήριο και ιδίως από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, τα στοιχεία εκείνα του εν λόγω δικαίου που χρήζουν ερμηνείας, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς της κύριας δίκης (απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2019, VIPA, C-222/18, EU:C:2019:751, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

26

Επομένως πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν ο κανονισμός 952/2013 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας, σε περίπτωση κλοπής εμπορευμάτων τα οποία έχουν τεθεί υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως, επιβάλλεται στον κάτοχο της άδειας τελωνειακής αποταμιεύσεως χρηματική κύρωση λόγω παραβάσεως της τελωνειακής νομοθεσίας.

27

Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η περιεχόμενη στον κανονισμό 952/2013 έννοια της απομακρύνσεως από την τελωνειακή επιτήρηση πρέπει να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει κάθε πράξη ή παράλειψη που έχει ως αποτέλεσμα να παρεμποδίσει, έστω και προσωρινώς, την πρόσβαση της αρμόδιας τελωνειακής αρχής στο ευρισκόμενο υπό τελωνειακή επιτήρηση εμπόρευμα και την εκ μέρους της διενέργεια των ελέγχων που προβλέπει η τελωνειακή νομοθεσία (πρβλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2017, Aebtri, C-224/16, EU:C:2017:880, σκέψη 93 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

28

Όπως είχε την ευκαιρία να κρίνει το Δικαστήριο, «απομάκρυνση από την τελωνειακή επιτήρηση», κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού, συντρέχει ιδίως στην περίπτωση κλοπής, όπως εν προκειμένω, εμπορευμάτων τα οποία έχουν τεθεί υπό προσωρινό καθεστώς (πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2013, Harry Winston, C-273/12, EU:C:2013:466, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

29

Όσον αφορά το πρόσωπο που ευθύνεται για μια τέτοια απομάκρυνση από την τελωνειακή επιτήρηση, το άρθρο 242, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 952/2013 προβλέπει ότι ο κάτοχος άδειας είναι υπεύθυνος να εξασφαλίζει ότι τα εμπορεύματα υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως δεν διαφεύγουν της τελωνειακής επιτηρήσεως.

30

Συναφώς, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η απομάκρυνση εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση προϋποθέτει αποκλειστικώς τη συνδρομή αντικειμενικών όρων, όπως την απουσία του εμπορεύματος από τον εγκεκριμένο χώρο εναποθέσεως κατά τον χρόνο που η τελωνειακή αρχή προτίθεται να προβεί σε εξέταση του εν λόγω εμπορεύματος (απόφαση της 12ης Ιουνίου 2014, SEK Zollagentur, C-75/13, EU:C:2014:1759, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

31

Επομένως, η ευθύνη του κατόχου άδειας τελωνειακής αποταμιεύσεως, σε περίπτωση απομακρύνσεως από την τελωνειακή επιτήρηση εμπορευμάτων τα οποία έχουν τεθεί υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως, έχει αντικειμενικό χαρακτήρα και είναι, συνεπώς, ανεξάρτητη από τη συμπεριφορά του κατόχου της άδειας και από τη συμπεριφορά τρίτων.

32

Όσον αφορά τις συνέπειες μιας τέτοιας απομακρύνσεως από την τελωνειακή επιτήρηση για τον εν λόγω κάτοχο, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι συνιστά τελωνειακή παράβαση η μη τήρηση μιας από τις υποχρεώσεις που ορίζονται στην τελωνειακή νομοθεσία η οποία εφαρμόζεται στην απομάκρυνση εμπορευμάτων από την τελωνειακή επιτήρηση, η δε μη τήρηση μιας τέτοιας υποχρεώσεως γεννά, σύμφωνα με το άρθρο 79, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 952/2013, τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή. Ελλείψει εναρμονίσεως της νομοθεσίας της Ένωσης στον τομέα των εν λόγω τελωνειακών παραβάσεων, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να επιβάλλουν τις κατάλληλες κυρώσεις προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση της τελωνειακής νομοθεσίας της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2003, Hannl-Hofstetter, C‑91/02, EU:C:2003:556, σκέψεις 18 έως 20).

33

Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο κανονισμός 952/2013 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας, σε περίπτωση κλοπής εμπορευμάτων τα οποία έχουν τεθεί υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως, επιβάλλεται στον κάτοχο της άδειας τελωνειακής αποταμιεύσεως κατάλληλη χρηματική κύρωση λόγω παραβάσεως της τελωνειακής νομοθεσίας.

Επί του δευτέρου ερωτήματος

34

Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 952/2013 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας, σε περίπτωση απομακρύνσεως από την τελωνειακή επιτήρηση εμπορευμάτων τα οποία έχουν τεθεί υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως, ο κάτοχος της άδειας τελωνειακής αποταμιεύσεως υποχρεούται να καταβάλει, πέραν της χρηματικής κυρώσεως, το ισόποσο της αξίας των εμπορευμάτων αυτών.

35

Συναφώς, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, ενώ το άρθρο 234a, παράγραφος 1, του τελωνειακού νόμου προβλέπει, σε περίπτωση απομακρύνσεως από την τελωνειακή επιτήρηση, χρηματική κύρωση ανερχόμενη στο 100 % έως 200 % της αξίας των εμπορευμάτων που απομακρύνθηκαν, το άρθρο 234a, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 233, παράγραφος 6, του νόμου αυτού, προβλέπει ότι ο υπεύθυνος για την απομάκρυνση αυτή οφείλει να καταβάλει το ισόποσο της αξίας των εν λόγω εμπορευμάτων.

36

Με τις γραπτές παρατηρήσεις τους και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, το τελωνείο της Βάρνας και η Βουλγαρική Κυβέρνηση υποστήριξαν ότι η τελευταία αυτή υποχρέωση δεν συνιστά κύρωση, κατά την έννοια του άρθρου 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 952/2013, αλλά μέτρο που εμπίπτει στο άρθρο 198, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού, δυνάμει του οποίου οι τελωνειακές αρχές οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της δημεύσεως και της πωλήσεως ή καταστροφής, για «τη διάθεση των εμπορευμάτων» που έχουν απομακρυνθεί από την τελωνειακή επιτήρηση. Οι ως άνω ενδιαφερόμενοι είναι της άποψης ότι, δεδομένου ότι η απαρίθμηση των μέτρων που προβλέπονται στη διάταξη αυτή δεν είναι εξαντλητική, η καταβολή της αξίας των οικείων εμπορευμάτων, όταν η παρουσία τους δεν μπορεί να διαπιστωθεί από τις αρμόδιες αρχές, συνιστά «μέσο διαθέσεώς [τους]», κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, ανάλογο προς τη δήμευση των εμπορευμάτων αυτών.

37

Εντούτοις, μια τέτοια ερμηνεία δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

38

Συγκεκριμένα, το άρθρο 198 του κανονισμού 952/2013 περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 4, το οποίο επιγράφεται «Διάθεση των εμπορευμάτων», του τίτλου V του κανονισμού αυτού. Εξ αυτού συνάγεται ότι οι διατάξεις του κεφαλαίου αυτού αφορούν μόνον τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται «για τη διάθεση» των εμπορευμάτων των οποίων η φυσική παρουσία διαπιστώθηκε από τις αρμόδιες αρχές. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από την αιτιολογική σκέψη 45 του κανονισμού αυτού, κατά την οποία σκοπός του είναι, μεταξύ άλλων, να θεσπισθούν, σε ενωσιακό επίπεδο, οι κανόνες που διέπουν την καταστροφή ή την κατ’ άλλο τρόπο διάθεση των εμπορευμάτων από τις τελωνειακές αρχές.

39

Πλην όμως η καταβολή της αξίας των οικείων εμπορευμάτων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μέσο διαθέσεώς τους, με το οποίο επιδιώκεται να επιτευχθεί ο συγκεκριμένος σκοπός.

40

Κατά συνέπεια, ορθώς το αιτούν δικαστήριο χαρακτηρίζει ως κύρωση την υποχρέωση του υπευθύνου της παραβάσεως να καταβάλει, πέραν της χρηματικής κυρώσεως, το ισόποσο της αξίας των εμπορευμάτων που διέφυγαν της τελωνειακής επιτηρήσεως.

41

Κατά το άρθρο 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 952/2013, οι κυρώσεις που προβλέπουν τα κράτη μέλη σε περίπτωση μη συμμορφώσεως με την τελωνειακή νομοθεσία πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

42

Συναφώς υπενθυμίζεται ότι, ελλείψει εναρμονίσεως της νομοθεσίας της Ένωσης στον τομέα των κυρώσεων που επιβάλλονται σε περίπτωση μη τηρήσεως των προϋποθέσεων που προβλέπει σύστημα το οποίο έχει θεσπιστεί με τη νομοθεσία αυτή, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να επιλέγουν τις κυρώσεις που θεωρούν κατάλληλες. Οφείλουν πάντως να ασκούν την αρμοδιότητα αυτή τηρώντας το δίκαιο της Ένωσης και τις γενικές αρχές του και, κατά συνέπεια, την αρχή της αναλογικότητας (απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, Chmielewski, C-255/14, EU:C:2015:475, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

43

Ειδικότερα, τα επιτρεπόμενα από την εθνική νομοθεσία διοικητικά ή κατασταλτικά μέτρα δεν πρέπει να βαίνουν πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των σκοπών που θεμιτώς επιδιώκονται με τη νομοθεσία αυτή και δεν πρέπει, επίσης, να είναι υπέρμετρα σε σχέση με τους εν λόγω σκοπούς (πρβλ. απόφαση της 22ας Μαρτίου 2017, Euro-Team και Spirál-Gép, C-497/15 και C‑498/15, EU:C:2017:229, σκέψεις 40 και 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

44

Εν προκειμένω, όμως, η κύρωση που συνίσταται στην υποχρέωση καταβολής του ισόποσου της αξίας των εμπορευμάτων τα οποία διέφυγαν της τελωνειακής επιτηρήσεως δεν φαίνεται να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας και δη ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η κύρωση αυτή επιβάλλεται σωρευτικά με εκείνη του άρθρου 234, παράγραφος 1, του τελωνειακού νόμου. Πράγματι, μια κύρωση που ανέρχεται στο ποσό αυτό υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για να διασφαλιστεί, μεταξύ άλλων, ότι τα εμπορεύματα που έχουν υπαχθεί στο καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως δεν θα διαφύγουν της τελωνειακής επιτηρήσεως.

45

Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι οι κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 42 του κανονισμού 952/2013 δεν αποσκοπούν να κολάσουν ενδεχόμενες δόλιες ή παράνομες δραστηριότητες αλλά κάθε παράβαση της τελωνειακής νομοθεσίας (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, Chmielewski, C-255/14, EU:C:2015:475, σκέψη 31).

46

Εξάλλου, όπως επισήμανε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, μια κύρωση όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο 234a, παράγραφος 3, του τελωνειακού νόμου, σε συνδυασμό με το άρθρο 233, παράγραφος 6, του νόμου αυτού, φαίνεται δυσανάλογη σε σχέση με την τελωνειακή οφειλή που γεννάται λόγω της απομακρύνσεως από την τελωνειακή επιτήρηση εμπορευμάτων τα οποία έχουν τεθεί υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως.

47

Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 952/2013 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας, σε περίπτωση απομακρύνσεως από την τελωνειακή επιτήρηση εμπορευμάτων τα οποία έχουν τεθεί υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως, ο κάτοχος της άδειας τελωνειακής αποταμιεύσεως υποχρεούται να καταβάλει, πέραν της χρηματικής κυρώσεως, το ισόποσο της αξίας των εμπορευμάτων αυτών.

Επί των δικαστικών εξόδων

48

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφαίνεται:

 

1)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας, σε περίπτωση κλοπής εμπορευμάτων τα οποία έχουν τεθεί υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως, επιβάλλεται στον κάτοχο της άδειας τελωνειακής αποταμιεύσεως κατάλληλη χρηματική κύρωση λόγω παραβάσεως της τελωνειακής νομοθεσίας.

 

2)

Το άρθρο 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 952/2013 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας, σε περίπτωση απομακρύνσεως από την τελωνειακή επιτήρηση εμπορευμάτων τα οποία έχουν τεθεί υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως, ο κάτοχος της άδειας τελωνειακής αποταμιεύσεως υποχρεούται να καταβάλει, πέραν της χρηματικής κυρώσεως, το ισόποσο της αξίας των εμπορευμάτων αυτών.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η βουλγαρική.

Top