EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62018CC0650

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Bobek της 3ης Δεκεμβρίου 2020.
Ουγγαρία κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Προσφυγή ακυρώσεως – Άρθρο 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ – Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με πρόταση να κληθεί το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διαπιστώσει την ύπαρξη σαφούς κινδύνου σοβαρής παραβίασης των αξιών στις οποίες θεμελιώνεται η Ένωση – Άρθρα 263 και 269 ΣΛΕΕ – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Παραδεκτό της προσφυγής – Πράξη δεκτική προσφυγής – Άρθρο 354 ΣΛΕΕ – Κανόνες καταμέτρησης των ψήφων στο Κοινοβούλιο – Κανονισμός του Κοινοβουλίου – Άρθρο 178, παράγραφος 3 – Έννοια των “ψηφισάντων” – Αποχές – Αρχές της ασφάλειας δικαίου και της ίσης μεταχείρισης, δημοκρατική αρχή και αρχή της καλόπιστης συνεργασίας.
Υπόθεση C-650/18.

Digital reports (Court Reports - general)

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2020:985

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MICHAL BOBEK

της 3ης Δεκεμβρίου 2020(1)

Υπόθεση C650/18

Ουγγαρία

κατά

Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

«Προσφυγή ακυρώσεως – Άρθρο 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ – Αιτιολογημένη πρόταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Άρθρο 263 ΣΛΕΕ – Άρθρο 269 ΣΛΕΕ – Ψήφισμα επί προτάσεως να κληθεί το Συμβούλιο να διαπιστώσει την ύπαρξη σαφούς κινδύνου σοβαρής παραβίασης από την Ουγγαρία των κοινών αξιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Κανόνες καταμέτρησης ψήφων δυνάμει του άρθρου 354 ΣΛΕΕ και του άρθρου 178 του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – Έννοια του όρου “ψηφίσαντες” – Μη προσμέτρηση των απεχόντων»






I.      Εισαγωγή

1.        Στις 12 Σεπτεμβρίου 2018, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέδωσε ψήφισμα σχετικά με πρόταση να κληθεί το Συμβούλιο να διαπιστώσει, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, την ύπαρξη σαφούς κινδύνου σοβαρής παραβίασης από την Ουγγαρία των αξιών στις οποίες θεμελιώνεται η Ένωση (στο εξής: προσβαλλόμενο ψήφισμα) (2). Με την υπό κρίση προσφυγή, η Ουγγαρία ζητεί την ακύρωση του εν λόγω ψηφίσματος σύμφωνα με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ.

2.        Με την προσφυγή τίθενται δύο κεντρικά νομικά ζητήματα. Πρώτον, υπόκεινται οι αιτιολογημένες προτάσεις οι οποίες υιοθετούνται δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ σε δικαστικό έλεγχο σύμφωνα με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του άρθρου 269 ΣΛΕΕ; Δεύτερον, εάν πράγματι ισχύει κάτι τέτοιο, πώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αποχή στο Κοινοβούλιο προκειμένου να διαπιστωθεί εάν επιτεύχθηκε η πλειοψηφία των δύο τρίτων των ψηφισάντων, όπως απαιτείται από το άρθρο 354 ΣΛΕΕ;

II.    Το νομικό πλαίσιο

1.      Οι Συνθήκες της Ένωσης

3.        Το άρθρο 7 ΣΕΕ ορίζει τα εξής:

«1.      Το Συμβούλιο δύναται, βάσει αιτιολογημένης προτάσεως του ενός τρίτου των κρατών μελών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αποφασίζοντας με την πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων των μελών του και κατόπιν της έγκρισης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, να διαπιστώσει την ύπαρξη σαφούς κινδύνου σοβαρής παραβίασης από κράτος μέλος των αξιών του άρθρου 2. Το Συμβούλιο, προτού προβεί στη διαπίστωση αυτή, ακούει το εν λόγω κράτος μέλος και δύναται, αποφασίζοντας με την ίδια διαδικασία, να του απευθύνει συστάσεις.

Το Συμβούλιο επαληθεύει τακτικά ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι λόγοι που οδήγησαν στη διαπίστωση αυτή.

2.      Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα μετά από πρόταση του ενός τρίτου των κρατών μελών ή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αφού λάβει την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δύναται να διαπιστώσει την ύπαρξη σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος μέλος των αξιών του άρθρου 2, αφού καλέσει το εν λόγω κράτος μέλος να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.

3.      Εφόσον γίνει η αναφερόμενη στην παράγραφο 2 διαπίστωση, το Συμβούλιο δύναται να αποφασίζει, με ειδική πλειοψηφία, την αναστολή ορισμένων δικαιωμάτων τα οποία απορρέουν από την εφαρμογή των Συνθηκών ως προς το εν λόγω κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων ψήφου του αντιπροσώπου της κυβέρνησης αυτού του κράτους μέλους στο Συμβούλιο. Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Συμβούλιο λαμβάνει υπόψη τις πιθανές συνέπειες μιας τέτοιας αναστολής στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις φυσικών και νομικών προσώπων.

Οι υποχρεώσεις του εν λόγω κράτους μέλους, δυνάμει των Συνθηκών, εξακολουθούν, εντούτοις, να δεσμεύουν αυτό το κράτος μέλος.

4.      Το Συμβούλιο δύναται να αποφασίσει, εν συνεχεία, με ειδική πλειοψηφία, να μεταβάλει ή να ανακαλέσει μέτρα που έχουν ληφθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3, ανάλογα με τις μεταβολές της καταστάσεως, η οποία οδήγησε στην επιβολή τους.

5.      Ο τρόπος ψηφοφορίας που, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, εφαρμόζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στο Συμβούλιο καθορίζεται στο άρθρο 354 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»

4.        Σύμφωνα με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που παράγουν νομικά αποτελέσματα έναντι τρίτων.

5.        Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 269 ΣΛΕΕ:

«Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται για τη νομιμότητα πράξης που εκδίδεται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ή το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση μόνο μετά από αίτημα του κράτους μέλους που αποτέλεσε αντικείμενο διαπίστωσης εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή του Συμβουλίου και μόνο όσον αφορά την τήρηση των διαδικαστικών επιταγών του άρθρου αυτού.

Το αίτημα αυτό πρέπει να υποβάλλεται εντός προθεσμίας ενός μηνός από την εν λόγω διαπίστωση. Το Δικαστήριο αποφαίνεται εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος.»

6.        Ο γενικός κανόνας για την ψηφοφορία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπως θεσπίζεται με το άρθρο 231 ΣΛΕΕ, ορίζει ότι, εκτός αντίθετων διατάξεων των Συνθηκών, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφασίζει με την πλειοψηφία των ψηφισάντων. Ο κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ορίζει την απαρτία.

7.        Κατά το άρθρο 354 ΣΛΕΕ:

«Για τους σκοπούς του άρθρου 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά την αναστολή ορισμένων δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιδιότητα μέλους της Ένωσης, το μέλος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή του Συμβουλίου που αντιπροσωπεύει το εν λόγω κράτος μέλος δεν συμμετέχει στη ψηφοφορία και το εν λόγω κράτος μέλος δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό του ενός τρίτου ή των τεσσάρων πέμπτων των κρατών μελών που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 του εν λόγω άρθρου. Τυχόν αποχή παρόντων ή αντιπροσωπευόμενων μελών δεν εμποδίζει την έκδοση των αποφάσεων της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου.

Για την έκδοση των αποφάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφοι 3 και 4, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η ειδική πλειοψηφία ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 238, παράγραφος 3, σημείο β) της παρούσας Συνθήκης.

Όταν, ύστερα από απόφαση αναστολής των δικαιωμάτων ψήφου που έχει εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία βασιζόμενο σε διάταξη των Συνθηκών, αυτή η ειδική πλειοψηφία ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 238, παράγραφος 3, στοιχείο β) της παρούσας Συνθήκης, ή, εάν το Συμβούλιο ενεργεί μετά από πρόταση της Επιτροπής ή του ύπατου εκπροσώπου της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, σύμφωνα με το άρθρο 238, παράγραφος 3, σημείο α).

Για τους σκοπούς του άρθρου 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφασίζει με την πλειοψηφία των δύο τρίτων των ψηφισάντων, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν.»

8.        Κατά το «Άρθρο μόνο» του Πρωτοκόλλου (αριθ. 24) για το άσυλο των υπηκόων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

«Δεδομένου του επιπέδου προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα κράτη μέλη θεωρούνται ότι συνιστούν έναντι αλλήλων ασφαλείς χώρες καταγωγής, για όλα τα νομικά και πρακτικά ζητήματα σχετικά με τις υποθέσεις ασύλου. Συνεπώς, οποιαδήποτε αίτηση ασύλου υποβαλλόμενη από υπήκοο κράτους μέλους μπορεί να ληφθεί υπόψη ή να κηρυχθεί παραδεκτή σε διαδικασία άλλου κράτους μέλους μόνον στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)      εάν το κράτος μέλος του οποίου ο αιτών είναι υπήκοος, βασιζόμενο στις διατάξεις του άρθρου 15 της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, προβαίνει, μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης του Άμστερνταμ, σε λήψη μέτρων στο έδαφός του τα οποία αποκλίνουν από τις υποχρεώσεις του βάσει της Σύμβασης αυτής,

β)      εάν κινήθηκε η διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και μέχρις ότου το Συμβούλιο ή, ενδεχομένως, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, λάβει σχετική απόφαση, όσον αφορά το κράτος μέλος του οποίου ο αιτών είναι υπήκοος,

γ)      εάν το Συμβούλιο εξέδωσε απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά το κράτος μέλος του οποίου ο αιτών είναι υπήκοος, ή εάν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εξέδωσε απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2 της εν λόγω Συνθήκης όσον αφορά το κράτος μέλος του οποίου ο αιτών είναι υπήκοος,

[….]».

2.      Ο Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

9.        Κατά το άρθρο 83 του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (στο εξής: Κανονισμός) (3), το οποίο φέρει τον τίτλο «Παραβίαση των θεμελιωδών αρχών και αξιών από κράτος μέλος»:

«1.      Το Κοινοβούλιο μπορεί, βάσει ειδικής έκθεσης της αρμόδιας επιτροπής που καταρτίστηκε σύμφωνα με τα άρθρα 45 και 52:

(α)      να ψηφίσει επί αιτιολογημένης προτάσεως που καλεί το Συμβούλιο να λάβει μέτρα, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση,

(β)      να ψηφίσει επί προτάσεως που καλεί την Επιτροπή ή τα κράτη μέλη να υποβάλουν πρόταση, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση,

(γ)      να ψηφίσει επί προτάσεως που καλεί το Συμβούλιο να λάβει μέτρα, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3 ή, εν συνεχεία, το άρθρο 7 παράγραφος 4 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

2.      Κάθε αίτηση που έχει ληφθεί από το Συμβούλιο για την έγκριση πρότασης με βάση το άρθρο 7 παράγραφοι 1 και 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανακοινώνεται στο Κοινοβούλιο, μαζί με τις παρατηρήσεις που έχει υποβάλει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και διαβιβάζεται στην αρμόδια επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 99 του Κανονισμού. Το Κοινοβούλιο αποφασίζει μετά από πρόταση της αρμόδιας επιτροπής, εκτός από επείγουσες και αιτιολογημένες περιπτώσεις.

3.      Βάσει του άρθρου 354 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι αποφάσεις σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 απαιτούν πλειοψηφία των δύο τρίτων των ψηφισάντων, που αποτελούν ταυτόχρονα την πλειοψηφία των βουλευτών που απαρτίζουν το Κοινοβούλιο.

[...]»

10.      Κατά το άρθρο 178 του Κανονισμού, το οποίο αφορά την «Ψηφοφορία»:

«1.      Το Κοινοβούλιο ψηφίζει γενικά με ανάταση του χεριού.

Ωστόσο, ο Πρόεδρος μπορεί ανά πάσα στιγμή να αποφασίσει τη χρησιμοποίηση του ηλεκτρονικού συστήματος για τις ψηφοφορίες.

[…]

3.      Για την έγκριση ή την απόρριψη κειμένου υπολογίζονται μόνο οι ψήφοι “υπέρ” και “κατά”, εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες προβλέπεται ειδική πλειοψηφία από τις Συνθήκες.

[...]»

11.      Το άρθρο 226, παράγραφος 1, σχετικά με την εφαρμογή του Κανονισμού, προέβλεπε ότι:

«Εάν προκύψουν αμφιβολίες σχετικά με την εφαρμογή ή ερμηνεία του παρόντος Κανονισμού, ο Πρόεδρος μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα προς εξέταση στην αρμόδια επιτροπή.

Οι πρόεδροι των επιτροπών δύνανται να πράξουν ομοίως εφόσον οι αμφιβολίες προκύψουν κατά τις εργασίες της επιτροπής και σχετίζονται προς αυτές.»

III. Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

12.      Στις 17 Μαΐου 2017, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (στο εξής: καθού) εξέδωσε ψήφισμα με το οποίο ανατέθηκε στην Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (στο εξής: επιτροπή LIBE) η σύνταξη ειδικής έκθεσης με στόχο τη διεξαγωγή ψηφοφορίας στην ολομέλεια επί αιτιολογημένης πρότασης η οποία θα καλεί το Συμβούλιο να ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, έναντι της Ουγγαρίας (στο εξής: προσφεύγουσα) (4).

13.      Στις 4 Ιουλίου 2018, η επιτροπή LIBE εξέδωσε την έκθεση (5), γνωστή επίσης και ως έκθεση Sargentini, από το όνομα της εισηγήτριάς της.

14.      Στις 7 Σεπτεμβρίου 2018, η νομική υπηρεσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υπέβαλε στον πρόεδρο του Κοινοβουλίου, κατόπιν αιτήματός του, νομική γνωμοδότηση προς αποσαφήνιση των κανόνων ψηφοφορίας που τυγχάνουν εφαρμογής στη διαδικασία του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, και ιδίως ως προς το εάν η αποχή πρέπει να προσμετράται στους ψηφίσαντες, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν επιτεύχθηκε η απαιτούμενη πλειοψηφία των δύο τρίτων των ψηφισάντων.

15.      Με έγγραφο της 10ης Σεπτεμβρίου 2018, ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Ουγγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση γνωστοποίησε στον γενικό γραμματέα του Κοινοβουλίου ότι, κατά την άποψη της Ουγγρικής Κυβέρνησης, η αποχή έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά την ψηφοφορία επί του προσβαλλόμενου ψηφίσματος του Κοινοβουλίου.

16.      Την ίδια ημέρα, ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας του Κοινοβουλίου ενημέρωσε με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (στο εξής: ευρωβουλευτές) ότι θα λαμβάνονταν υπόψη μόνον οι ψήφοι υπέρ και κατά του προσβαλλόμενου ψηφίσματος.

17.      Στις 12 Σεπτεμβρίου 2018, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέδωσε το προσβαλλόμενο ψήφισμα. Το ψήφισμα εγκρίθηκε με 448 ψήφους υπέρ και 197 ψήφους κατά. Σαράντα οκτώ ευρωβουλευτές απείχαν της ψηφοφορίας.

18.      Με την υπό κρίση προσφυγή, η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει το προσβαλλόμενο ψήφισμα και να καταδικάσει το καθού στα δικαστικά έξοδα.

19.      Το καθού ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή ως προδήλως απαράδεκτη ή, επικουρικώς, ως αβάσιμη και να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

20.      Με διάταξη της 14ης Μαΐου 2019, κατόπιν αιτήματος του Κοινοβουλίου, το Δικαστήριο αποφάσισε να αφαιρεθεί από τη δικογραφία η γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας του Κοινοβουλίου, η οποία περιλαμβανόταν στο παράρτημα 5 του δικογράφου της προσφυγής. Απέρριψε επίσης το αίτημα της Ουγγαρίας για γνωστοποίηση του εγγράφου αυτού (6).

21.      Με διάταξη του Δικαστηρίου της 22ας Μαΐου 2019, επετράπη στην Πολωνία (στο εξής: παρεμβαίνουσα) να παρέμβει υπέρ της προσφεύγουσας.

22.      Η προσφεύγουσα, το καθού και η παρεμβαίνουσα παρέστησαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 29ης Ιουνίου 2020.

IV.    Ανάλυση

23.      Οι παρούσες προτάσεις έχουν την ακόλουθη διάρθρωση. Θα εξετάσω κατ’ αρχάς το παραδεκτό της υπό κρίση προσφυγής. Συνοπτικά, το ζήτημα αυτό απαιτεί να διαπιστωθεί εάν οι αιτιολογημένες προτάσεις, οι οποίες θέτουν σε κίνηση τη διαδικασία του άρθρου 7 ΣΕΕ, υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο βάσει των συνήθων διατάξεων του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, καθώς και εάν το άρθρο 269 ΣΛΕΕ δύναται να επηρεάσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη γενική αυτή διάταξη (A). Εν συνεχεία, θα προχωρήσω στην ουσία της υπόθεσης, εστιάζοντας ιδιαίτερα στον πρώτο και τον τρίτο λόγο της προσφυγής: πώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αποχή ευρωβουλευτών προκειμένου να διαπιστωθεί εάν το προσβαλλόμενο ψήφισμα συγκέντρωσε την πλειοψηφία των δύο τρίτων των ψηφισάντων η οποία επιβάλλεται από το άρθρο 354 ΣΛΕΕ; (B) Δεδομένου ότι δεν διαπιστώνω σφάλμα στην ερμηνεία των εφαρμοστέων κανόνων και στη σχετική πρακτική του Κοινοβουλίου στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, προτείνω την απόρριψη της προσφυγής ως αβάσιμης.

1.      Επί του παραδεκτού

1.      Τα επιχειρήματα των διαδίκων

1)      Η προσφεύγουσα

24.      Κατά την προσφεύγουσα, το προσβαλλόμενο ψήφισμα υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι παράγει σημαντικά νομικά και πολιτικά αποτελέσματα από τρεις απόψεις. Κατ’ αρχάς, το προσβαλλόμενο ψήφισμα δεν αποτελεί μόνον στίγμα για το κράτος μέλος το οποίο αφορά, αλλά παρέχει επιπλέον τη δυνατότητα στο Συμβούλιο να προβεί σε διαπίστωση σχετικά με το συγκεκριμένο κράτος μέλος, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ. Κατά δεύτερον, το ψήφισμα αυτό συνεπάγεται την αυτόματη απώλεια του χαρακτηρισμού ως ασφαλούς χώρας προέλευσης στις υποθέσεις ασύλου. Τρίτον, το ψήφισμα αυτό επηρεάζει την εκτέλεση μέσων συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, όπως τα ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης.

25.      Περαιτέρω, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι το προσβαλλόμενο ψήφισμα καθορίζει την οριστική θέση του Κοινοβουλίου. Η μεταγενέστερη εμπλοκή του Κοινοβουλίου στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 7 ΣΕΕ, μέσω της έγκρισης της διαπίστωσης του Συμβουλίου, διαφέρει από την αρχική του πρόταση. Πρόκειται για διαφορετική πράξη, εκδιδόμενη από άλλο θεσμικό όργανο, με διαφορετικό περιεχόμενο και αντικείμενο. Η διαδικασία του άρθρου 7 ΣΕΕ δεν μπορεί να συγκριθεί με νομοθετική διαδικασία. Επομένως, το προσβαλλόμενο ψήφισμα δεν είναι ανάλογο προς τις νομοθετικές προτάσεις της Επιτροπής. Η διαδικασία του άρθρου 7 ΣΕΕ αποτελεί ιδιαίτερη διαδικασία επιβολής κυρώσεων, όλα τα στάδια της οποίας παράγουν έννομα αποτελέσματα, ακόμη και εάν δεν εκκινήσει το επόμενο στάδιο. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η διαπιστωθείσα με το προσβαλλόμενο ψήφισμα παρανομία μπορεί να θεραπευθεί σε μεταγενέστερο στάδιο, καθώς δεν διασφαλίζεται ότι το Συμβούλιο θα εκδώσει εντέλει απόφαση.

26.      Κατά την προσφεύγουσα, το άρθρο 269 ΣΛΕΕ δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο της προσφυγής ακυρώσεως κατά του προσβαλλόμενου ψηφίσματος. Η εν λόγω διάταξη έχει εφαρμογή αποκλειστικά επί των νομικών πράξεων που μνημονεύονται σε αυτή. Ως εκ τούτου, δεν έχει εφαρμογή επί του προσβαλλόμενου ψηφίσματος. Το άρθρο 269 ΣΛΕΕ εισάγει εξαίρεση από τους γενικούς δικονομικούς κανόνες και, ως εκ τούτου, πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των συνταγματικών τροποποιήσεων που εισήγαγε η Συνθήκη της Λισσαβώνας, η οποία επέκτεινε την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου σε όλους τους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης. Κάθε στάδιο της διαδικασίας του άρθρου 7 ΣΕΕ πρέπει να τηρεί όλες τις σχετικές διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. Ως εκ τούτου, το άρθρο 269 ΣΛΕΕ δεν έχει την έννοια ότι εξαιρεί το προσβαλλόμενο ψήφισμα από τον δικαστικό έλεγχο, ιδίως στο πλαίσιο διαδικασίας που αποσκοπεί στην προστασία του κράτους δικαίου, τουλάχιστον όσον αφορά την αρμοδιότητα και τους δικονομικούς κανόνες.

2)      Το καθού

27.      Κατά το καθού, η προσφυγή ακυρώσεως του προσβαλλόμενου ψηφίσματος είναι απαράδεκτη. Το ίδιο υποστηρίζει ότι εφαρμόζεται εν προκειμένω το άρθρο 269 ΣΛΕΕ, το οποίο αποτελεί lex specialis σε σχέση με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ, ήτοι τον lex generalis. Το άρθρο 269 ΣΛΕΕ εντάσσεται σε μια σειρά διατάξεων οι οποίες περιορίζουν την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου σε ειδικούς τομείς. Το άρθρο αυτό αποκλείει τον δικαστικό έλεγχο του προσβαλλόμενου ψηφίσματος εκ μέρους του Δικαστηρίου. Οι συντάκτες των Συνθηκών δεν αποσκοπούσαν σε ευρύ δικαστικό έλεγχο όσον αφορά τις πράξεις που εμπίπτουν στη διαδικασία του άρθρου 7 ΣΕΕ.

28.      Η διαδικασία του άρθρου 7 ΣΕΕ συνιστά έκτακτη πολιτική δικλίδα ασφαλείας, η οποία είναι εν πολλοίς αποκομμένη από την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Εκ των περισσότερων πράξεων που δύνανται να εκδοθούν δυνάμει του άρθρου 7 ΣΕΕ, μόνον η διαπίστωση εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή του Συμβουλίου υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο βάσει του άρθρου 269 ΣΛΕΕ. Ειδικότερα, θα ήταν άτοπο να υπάρχει πλήρης δικαστικός έλεγχος των προπαρασκευαστικών πράξεων του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, τη στιγμή που η διαπίστωση υπόκειται σε περιορισμένο έλεγχο βάσει του άρθρου 269 ΣΛΕΕ. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι ο πολιτικός διάλογος που πρέπει να διεξάγεται στο πλαίσιο του Συμβουλίου θα διεξήγετο στη δικαστική αίθουσα. Το Δικαστήριο δύναται μεν να εξετάσει τις διαδικαστικές παρατυπίες που φέρονται να σημειώθηκαν κατά την έκδοση πράξης όπως το προσβαλλόμενο ψήφισμα, πλην όμως σε μεταγενέστερο στάδιο, κατά τον δικαστικό έλεγχο της διαπίστωσης εκ μέρους του Συμβουλίου ή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

29.      Εάν το Δικαστήριο υιοθετήσει διαφορετική προσέγγιση, το καθού εξακολουθεί να έχει την άποψη ότι το προσβαλλόμενο ψήφισμα δεν μπορεί να προσβληθεί, καθόσον δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Πρώτον, το ψήφισμα δεν συνεπάγεται οποιαδήποτε μεταβολή της νομικής κατάστασης της προσφεύγουσας. Είναι στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου να υιοθετήσει ή να μην υιοθετήσει την πρόταση του Κοινοβουλίου. Δεύτερον, ακόμη και εάν το προσβαλλόμενο ψήφισμα επηρέαζε τη δυνατότητα των Ούγγρων υπηκόων να υποβάλουν αίτηση για χορήγηση ασύλου σε άλλο κράτος μέλος, τούτο δεν προδικάζει το περιεχόμενο της οριστικής αποφάσεως την οποία θα λάμβανε σχετικά με την αίτηση αυτή το εν λόγω κράτος μέλος. Εν πάση περιπτώσει, το προσβαλλόμενο ψήφισμα αποτελεί ενδιάμεσο μέτρο μη υποκείμενο σε δικαστική προσφυγή. Δεν αποτελεί την οριστική θέση του Κοινοβουλίου, δεδομένου ότι αυτό καλείται μεταγενέστερα να εγκρίνει τη διαπίστωση του Συμβουλίου βάσει του άρθρου 7 ΣΕΕ. Το ψήφισμα μπορεί να συγκριθεί με τις προτάσεις της Επιτροπής στο πλαίσιο της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας.

3)      Η παρεμβαίνουσα

30.      Η παρεμβαίνουσα ισχυρίζεται ότι το αίτημα δικαστικού ελέγχου του προσβαλλόμενου ψηφίσματος είναι παραδεκτό δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ. Η πράξη αυτή δεν αποτελεί προπαρασκευαστική πράξη για τη διαπίστωση του Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ. Συνεπώς, οι διαδικαστικές παρατυπίες από τις οποίες φέρεται να πάσχει η έκδοση του προσβαλλόμενου ψηφίσματος δεν μπορούν να προβληθούν μεταγενέστερα για να στηρίξουν ισχυρισμούς σύμφωνα με τους οποίους το Συμβούλιο παρέβη τις διαδικαστικές προϋποθέσεις κατά τη διαπίστωση δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ. Η αιτιολογημένη πρόταση του Κοινοβουλίου βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με τις προτάσεις της Επιτροπής στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας. Στο πλαίσιο της τελευταίας αυτής διαδικασίας, η πρόταση της Επιτροπής περιορίζει την εξουσία εκτιμήσεως του Συμβουλίου. Τούτο δεν ισχύει για τις αιτιολογημένες προτάσεις του Κοινοβουλίου δυνάμει του άρθρου 7 ΣΕΕ. Ο αυτοτελής χαρακτήρας των αιτιολογημένων προτάσεων επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο μετέχει επίσης σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας.

31.      Η δυνατότητα υποβολής του προσβαλλόμενου ψηφίσματος σε δικαστικό έλεγχο βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ δεν αντιβαίνει ούτε στην ιστορική ούτε στην τελολογική ερμηνεία του άρθρου 269 ΣΛΕΕ. Σε αντίθεση με το παλαιό άρθρο 46 ΣΕΕ, το άρθρο 269 ΣΛΕΕ δεν εξαντλεί την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου σε περιοριστικά απαριθμούμενες πράξεις. Το άρθρο 269 ΣΛΕΕ αποσκοπεί στον περιορισμό του δικαστικού ελέγχου μόνον όσον αφορά τις πολιτικά βαρύνουσες πράξεις οι οποίες εκδίδονται κατά διακριτική ευχέρεια, όπως είναι η διαπίστωση του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ. Επομένως, οι λοιπές πράξεις που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 7 ΣΕΕ μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικού ελέγχου βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.

32.      Όσον αφορά τις αιτιολογημένες προτάσεις, αυτές δεν μπορούν να εκφεύγουν του δικαστικού ελέγχου, τουλάχιστον ως προς την τήρηση των διαδικαστικών κανόνων, λαμβανομένου υπόψη ότι παράγουν σημαντικά πολιτικά και νομικά αποτελέσματα. Η έλλειψη χρονικού περιορισμού των επιπτώσεων των αιτιολογημένων προτάσεων δικαιολογεί επίσης τον δικαστικό έλεγχο. Αν οι αιτιολογημένες προτάσεις εξαιρούνταν από τον δικαστικό έλεγχο δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, θα εξέφευγαν του ελέγχου αυτού και άλλες πράξεις, όπως οι αποφάσεις που εκδίδονται από το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 3, ΣΕΕ, οι οποίες αναστέλλουν τα δικαιώματα κράτους μέλους. Ο σκοπός της διαδικασίας του άρθρου 7 ΣΕΕ, ο οποίος συνίσταται στην προαγωγή του σεβασμού των αξιών της Ένωσης από τα κράτη μέλη, θα διακυβευόταν σοβαρά εάν τα μέτρα για την επίτευξη του σκοπού αυτού ήταν τα ίδια ικανά να απειλήσουν ατομικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απορρέουν από την ιθαγένεια της Ένωσης.

2.      Ανάλυση

1)      Η αφετηρία: ένα πλήρες σύστημα ενδίκων βοηθημάτων

33.      Κατά πάγια νομολογία, η Ευρωπαϊκή Ένωση συνιστά ένωση δικαίου, στην οποία κάθε πράξη των θεσμικών οργάνων υπόκειται σε έλεγχο συμφωνίας, μεταξύ άλλων, με τις Συνθήκες, με τις γενικές αρχές του δικαίου και με τα θεμελιώδη δικαιώματα (7). Προς τον σκοπό αυτόν, η ΣΛΕΕ καθιέρωσε ολοκληρωμένο σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και διαδικασιών για τη διασφάλιση του ελέγχου της νομιμότητας των πράξεων της Ένωσης και ανέθεσε τον έλεγχο αυτόν στα Δικαστήρια της Ένωσης (8).

34.      Φυσικά, αυτό το ολοκληρωμένο σύστημα ενδίκων βοηθημάτων είναι στη διάθεση κάθε διαδίκου, είτε πρόκειται για ιδιώτη, είτε για θεσμικό όργανο, είτε για κράτος μέλος. Ως εκ τούτου, και τα ίδια τα κράτη μέλη δύνανται να επικαλεστούν προς όφελός τους την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (9). Περαιτέρω, βάσει του άρθρου 263, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, το κράτος μέλος, ως προνομιούχος προσφεύγων, δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ορισμένη πράξη το αφορά άμεσα και ατομικά. Το μόνο που απαιτείται να αποδείξει το κράτος μέλος για το παραδεκτό της προσφυγής του δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ είναι, κατ’ αρχήν, ότι μια πράξη –εν προκειμένω του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου– αποσκοπούσε στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων έναντι τρίτων. Συνεπώς, τα κράτη μέλη μπορούν να προσφύγουν κατά πράξης της Ένωσης ακόμη και εάν η πράξη αυτή δεν παράγει έννομα αποτελέσματα ειδικώς έναντι των ιδίων (10).

35.      Η ύπαρξη ολοκληρωμένου συστήματος ενδίκων βοηθημάτων έχει μία σημαντική συνέπεια. Από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, το Δικαστήριο είναι εξ ορισμού αρμόδιο να κρίνει όλες τις πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, τουλάχιστον εκείνες που αποσκοπούν στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα μόνον όπου οι Συνθήκες προβλέπουν ρητές εξαιρέσεις. Για παράδειγμα, τέτοιες εξαιρέσεις θεσπίζονται με το άρθρο 275, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και με το άρθρο 276 ΣΛΕΕ, όσον αφορά, αντίστοιχα, την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας, καθώς και τις επιχειρήσεις τήρησης της δημόσιας τάξης που λαμβάνουν χώρα στα κράτη μέλη.

36.      Εντούτοις, ακόμη και στις περιπτώσεις αυτές, το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει το γεγονός ότι το άρθρο 19 ΣΕΕ απονέμει γενική αρμοδιότητα στο Δικαστήριο προκειμένου να εξασφαλίσει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των Συνθηκών. Ως εκ τούτου, κάθε παρέκκλιση από τον κανόνα της γενικής αρμοδιότητας πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά (11).

37.      Εν ολίγοις, δυνάμει της Συνθήκης της Λισσαβώνας, ο γενικός κανόνας είναι αταλάντευτα απλός: εάν η Συνθήκη δεν το αποκλείει σαφώς και ρητώς, το δικαστήριο έχει αρμοδιότητα επί όλων των πράξεων της Ένωσης. Επιπλέον, κάθε τέτοια ρητή εξαίρεση πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά.

2)      Το άρθρο 7 ΣΕΕ και οι εκδιδόμενες δυνάμει αυτού πράξεις

38.      Το άρθρο 7 ΣΕΕ, πρώην άρθρο ΣΤ, παράγραφος 1, ΣΕΕ, τέθηκε σε ισχύ ως αποτέλεσμα της Συνθήκης του Άμστερνταμ το 1997. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ αποτελεί το αρχικό στάδιο της διαδικασίας σε περίπτωση σαφούς κινδύνου σοβαρής παραβίασης από κράτος μέλος των κοινών αξιών που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ. Το άρθρο 7, παράγραφος 2, ΣΕΕ διέπει το επόμενο στάδιο, κατά το οποίο μπορεί να διαπιστωθεί η ύπαρξη σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος μέλος των αξιών του άρθρου 2 ΣΕΕ. Τέλος, το άρθρο 7, παράγραφος 3, ΣΕΕ, προβλέπει την επιβολή κυρώσεων σε βάρος του παραβιάσαντος κράτους μέλους.

39.      Για κάθε ένα από τα στάδια αυτά, το άρθρο 7 ΣΕΕ προβλέπει την έκδοση ορισμένων νομικών πράξεων από το οικείο θεσμικό όργανο ή όργανα. Κατ’ αρχάς, η διαδικασία του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ κινείται με αιτιολογημένη πρόταση του ενός τρίτου των κρατών μελών ή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή της Επιτροπής, με την οποία καλείται το Συμβούλιο να αναλάβει δράση. Εν συνεχεία, το Συμβούλιο δύναται να απευθύνει συστάσεις προς το οικείο κράτος μέλος. Εν τέλει, το Συμβούλιο δύναται να διαπιστώσει την ύπαρξη σαφούς κινδύνου σοβαρής παραβίασης από το εν λόγω κράτος μέλος των αξιών του άρθρου 2 ΣΕΕ, υπό τον όρο έγκρισης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

40.      Το άρθρο 7, παράγραφος 2, ΣΕΕ ακολουθεί εν πολλοίς το ίδιο μοτίβο (με ορισμένες ήσσονος σημασίας διαφοροποιήσεις), ωστόσο οδηγεί στη διαπίστωση ότι υφίσταται ήδη παραβίαση. Κατ’ αρχάς, κατόπιν πρότασης του ενός τρίτου των κρατών μελών ή της Επιτροπής, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δύναται να διαπιστώσει την ύπαρξη σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος μέλος των αξιών του άρθρου 2 ΣΕΕ. Το Κοινοβούλιο καλείται να δώσει την έγκρισή του και το εν λόγω κράτος μέλος καλείται να υποβάλει παρατηρήσεις.

41.      Τέλος, το άρθρο 7, παράγραφος 3, ΣΕΕ, μπορεί να θεωρηθεί η κορύφωση των δύο προηγούμενων σταδίων, καθώς επιτρέπει την έκδοση αποφάσεως για την αναστολή ορισμένων δικαιωμάτων του εν λόγω κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων ψήφου. Με το άρθρο 7, παράγραφος 4, ΣΕΕ συμπληρώνονται τα ανωτέρω και προβλέπεται, σε μία μάλλον διακηρυκτικού χαρακτήρα παρότρυνση προς συμμόρφωση, η έκδοση αποφάσεως για τη μεταγενέστερη μεταβολή ή ανάκληση των μέτρων αναστολής, ανάλογα με τις μεταβολές της κατάστασης.

42.      Επομένως, πέραν των αιτιολογημένων προτάσεων του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, δυνάμει της διαδικασίας του άρθρου 7 ΣΕΕ μπορεί να εκδοθεί ένα ευρύ φάσμα νομικών πράξεων, πριν κορυφωθεί, ενδεχομένως, με την επιβολή κυρώσεων από το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 3, ΣΕΕ. Είναι προφανές, κατά συνέπεια, ότι η διαδικασία του άρθρου 7 πιθανότατα δεν θα είναι γρήγορο, ούτε απλό εγχείρημα· ενυπάρχει, ωστόσο, κάποια λογική στη δομή της διάταξης αυτής. Ειδικότερα, η αλλεπάλληλη έκδοση επιμέρους αποφάσεων ακολουθεί ένα συγκεκριμένο σχήμα, το οποίο αποτυπώνεται και στην επιλεγείσα ορολογία.

3)      Το άρθρο 269 ΣΛΕΕ: ρήτρα αποκλεισμού της αρμοδιότητας;

43.      Τι θέση έχει το άρθρο 269 ΣΛΕΕ, το οποίο, σε συνδυασμό με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ, αποτελεί το επίκεντρο της υπό κρίση προσφυγής ακυρώσεως, εντός του ολοκληρωμένου συστήματος ενδίκων βοηθημάτων της Ένωσης, ως προς τη συγκεκριμένη προπεριγραφείσα διαδικασία του άρθρου 7 ΣΕΕ; Αποτελεί, όπως ισχυρίζεται το καθού, lex specialis, που εφαρμόζεται επί του συνόλου της διαδικασίας του άρθρου 7 ΣΕΕ και αποκλείει τον δικαστικό έλεγχο κάθε πράξης που εκδίδεται στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, εξαιρουμένων των πράξεων που απαριθμούνται ρητώς στο άρθρο 269 ΣΛΕΕ; Ή, αντιθέτως, αποτελεί, όπως διατείνονται η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα, εξαίρεση από τους συνήθεις δικαστικούς κανόνες, η οποία απλώς προσδιορίζει συγκεκριμένο τύπο δικαστικού ελέγχου για την τελευταία αυτή κατηγορία πράξεων, χωρίς να αποκλείει τον έλεγχο των λοιπών πράξεων που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 7 ΣΕΕ;

44.      Η γραμματική διατύπωση (1), το ιστορικό πλαίσιο (2) και, κυρίως, η συστηματική και λογική διάρθρωση (3) του άρθρου 269 ΣΛΕΕ με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η διάταξη αυτή στην πραγματικότητα δεν συνιστά ρήτρα αποκλεισμού της αρμοδιότητας. Στο πλαίσιο και υπό τη λογική της υπαγωγής στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ, λαμβανομένης ιδιαίτερα υπόψη της εξαίρεσης των προπαρασκευαστικών πράξεων από τον δικαστικό έλεγχο, το άρθρο 269 έχει μάλλον το αντίθετο αποτέλεσμα: επιβεβαιώνει ρητώς και συνεπώς απονέμει αρμοδιότητα (καίτοι όντως περιορισμένη) στο Δικαστήριο ως προς συγκεκριμένες κατηγορίες πράξεων (διαπιστώσεις εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή του Συμβουλίου), οι οποίες ενδεχομένως να εξέφευγαν του ελέγχου, εάν εφαρμόζονταν οι συνήθεις κανόνες. Επομένως, το άρθρο 269 ΣΛΕΕ δεν διέπει –και, ως εκ τούτου, δεν αποκλείει– την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατά άλλων πράξεων του άρθρου 7 ΣΕΕ, ήτοι εκείνων που δεν απαριθμούνται στο άρθρο 269 ΣΛΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της αιτιολογημένης πρότασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ. Στις πράξεις αυτές εφαρμόζονται οι συνήθεις κανόνες του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.

1)      Η γραμματική διατύπωση

45.      Η διατύπωση του άρθρου 269 ΣΛΕΕ αναφέρεται στον δικαστικό έλεγχο «πράξης που εκδίδεται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ή το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 7 [ΣΕΕ]». Πέραν αυτού του θεσμικού περιορισμού ως προς το πεδίο εφαρμογής, ο δικαστικός έλεγχος περιορίζεται περαιτέρω με δύο επιπλέον τρόπους: πρώτον, ως προς τον δυνάμει αιτούντα (αιτήσεις δικαστικού ελέγχου μπορούν να υποβληθούν μόνον από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος) και, δεύτερον, ως προς το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω ελέγχου (το οποίο περιορίζεται σε διαδικαστικά ζητήματα, καθόσον το Δικαστήριο εξετάζει μόνον την τήρηση των διαδικαστικών επιταγών του άρθρου 7 ΣΕΕ).

46.      Όσον αφορά το ακριβές πεδίο εφαρμογής του άρθρου 269 ΣΛΕΕ, οριζόμενο θετικά, οι κατηγορίες πράξεων που εμπίπτουν στη διάταξη αυτή είναι, σε πρώτη ανάγνωση, αρκετά ευρείες –«πράξη που εκδίδεται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ή το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 7 ΣΕΕ». Κατά συνέπεια, επί τη βάσει της πρώτης περιόδου του, το άρθρο 269 ΣΛΕΕ θα μπορούσε να περιλαμβάνει οποιαδήποτε πράξη των δύο αυτών θεσμικών οργάνων που εκδίδεται δυνάμει της διαδικασίας του άρθρου 7 ΣΕΕ: όχι μόνο διαπιστώσεις (βάσει του άρθρου 7, παράγραφοι 1 και 2, ΣΕΕ) ή συστάσεις (βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ), αλλά ακόμη και πράξεις που δεν μνημονεύονται ρητώς στο άρθρο 7 ΣΕΕ, οι οποίες δύνανται να εκδοθούν είτε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είτε από το Συμβούλιο.

47.      Εντούτοις, από τον συνδυασμό της πρώτης και της δεύτερης περιόδου του άρθρου 269 ΣΛΕΕ, καθίσταται σαφές ότι το άρθρο 269 ΣΛΕΕ έχει εφαρμογή μόνον στις διαπιστώσεις εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή του Συμβουλίου. Πράγματι, η διάταξη αυτή επιβάλλει επιπλέον την υποβολή αιτήματος δικαστικού ελέγχου από «το κράτος μέλος που αποτέλεσε αντικείμενο διαπίστωσης […] εντός προθεσμίας ενός μηνός από την εν λόγω διαπίστωση».

48.      Αντιθέτως, όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 269 ΣΛΕΕ, οριζόμενο αρνητικά, αυτό, βάσει της γραμματικής του διατύπωσης ασφαλώς, δεν καλύπτει άλλες πράξεις οι οποίες εκδίδονται ενδεχομένως βάσει του άρθρου 7 ΣΕΕ, πλην των διαπιστώσεων, από άλλα θεσμικά όργανα, πέραν του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή του Συμβουλίου. Το άρθρο 269 ΣΛΕΕ, επομένως, δεν μνημονεύει οποιαδήποτε πράξη του Κοινοβουλίου ή της Επιτροπής που δύναται να εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 7 ΣΕΕ.

2)      Το ιστορικό πλαίσιο

49.      Η διατύπωση του ισχύοντος άρθρου 269 ΣΛΕΕ απηχεί σε μεγάλο βαθμό το αρχικό άρθρο III‑371 της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης. Ωστόσο, δεν φαίνεται να υπήρξε ειδική συζήτηση επί της συγκεκριμένης διάταξης στις προπαρασκευαστικές εργασίες της Συνθήκης (12).

50.      Ένας άλλος ιστορικός παραλληλισμός αποτέλεσε αντικείμενο επιχειρηματολογίας των διαδίκων και προβλήθηκε ιδιαίτερα από το καθού, προς υποστήριξη του ισχυρισμού ότι το ισχύον άρθρο 269 ΣΛΕΕ σκοπεί την εξαίρεση ολόκληρου του άρθρου 7 ΣΕΕ από τον δικαστικό έλεγχο. Ο παραλληλισμός αυτός αφορά το προϊσχύσαν του άρθρου 269 ΣΛΕΕ, πρώην άρθρο 46, στοιχείο εʹ, ΣΕΕ.

51.      Κατά τη Συνθήκη της Νίκαιας, το πρώην άρθρο 46, στοιχείο εʹ, ΣΕΕ, όριζε τα εξής: «οι διατάξεις [των Συνθηκών] σχετικά με την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και την άσκηση αυτής της αρμοδιότητας, εφαρμόζονται μόνον […] στις διαδικαστικές επιταγές του άρθρου 7 [ΣΕΕ], όταν το Δικαστήριο αποφασίζει κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου κράτους μέλους και εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία κατά την οποία το Συμβούλιο προβαίνει στην προβλεπόμενη από το εν λόγω άρθρο διαπίστωση».

52.      Η διατύπωση του πρώην άρθρου 46, στοιχείο εʹ, ΣΕΕ, παρουσιάζει, ομολογουμένως, κάποια ομοιότητα με τη διατύπωση του άρθρου 269 ΣΛΕΕ. Αμφότερες οι διατάξεις περιορίζουν τον δικαστικό έλεγχο στις διαδικαστικές επιταγές του άρθρου 7 ΣΕΕ. Αμφότερες επιβάλλουν τον δικαστικό έλεγχο κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία της διαπίστωσης. Εντούτοις, εδώ παύουν οι ομοιότητες.

53.      Πρώτον, από γραμματική άποψη, το μόνο προφανές στοιχείο που απορρέει από το περιεχόμενο του πρώην άρθρου 46, στοιχείο εʹ, ΣΕΕ είναι το γεγονός ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 7 ΣΕΕ, το Δικαστήριο μπορούσε να ασκήσει τις αρμοδιότητές του (και ιδίως τις αρμοδιότητες του δικαστικού ελέγχου και της ακυρώσεως δυνάμει της προϊσχύσασας του άρθρου 263 ΣΛΕΕ διάταξης) μόνον ως προς τις αμιγώς διαδικαστικές επιταγές του άρθρου 7 ΣΕΕ. Συνεπώς, το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του πρώην άρθρου 46, στοιχείο εʹ, ΣΕΕ δεν ήταν απολύτως σαφές, δεδομένου ότι δεν διευκρίνιζε επί ποιων ακριβώς πράξεων θα εφαρμοζόταν και κατά πόσο θα ενέπιπταν στη διάταξη αυτή (και θα υπόκειντο στον δικαστικό έλεγχο που αυτή προέβλεπε) άλλες πράξεις πέραν της διαπίστωσης. Αντιθέτως, όπως προαναφέρθηκε (13), το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 269 ΣΛΕΕ είναι όχι μόνον στενότερο, αλλά και σαφέστερο από εκείνο του πρώην άρθρου 46, στοιχείο εʹ, ΣΕΕ. Σε αντίθεση με το τελευταίο, το άρθρο 269 ΣΛΕΕ δεν αναφέρεται στον ενδεχόμενο έλεγχο (ή μη έλεγχο) άλλων κατηγοριών πράξεων εκδιδόμενων στο πλαίσιο του άρθρου 7 ΣΕΕ, με βάση άλλη διάταξη που παρέχει σχετική αρμοδιότητα, όπως το άρθρο 263 ΣΛΕΕ.

54.      Δεύτερον, το σκεπτικό που διέπει συνολικά το πρώην άρθρο 46 ΣΕΕ, το οποίο εισήχθη αρχικά στη Συνθήκη του Μάαστριχτ με τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (14), απουσιάζει από τη Συνθήκη της Λισσαβώνας. Το εν λόγω άρθρο 46 ΣΕΕ συνδεόταν στενά με τη «δομή των πυλώνων»: καθόριζε την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου και την περιόριζε ως προς τα διακυβερνητικά ζητήματα που ρυθμίζονταν στο παρελθόν από τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, προβλέποντας έτσι σειρά εξαιρέσεων από την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου (15). Εκείνη την εποχή, ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε αντίστιξη με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, απαιτούσε περιορισμένη αρμοδιότητα του Δικαστηρίου σε θέματα όπως η διαδικασία του άρθρου 7, που δεν ενέπιπταν στον κοινοτικό πυλώνα.

55.      Η θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβώνας επέφερε μεταστροφή, καθιστώντας περιττή οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με τις πιθανές ομοιότητες στη διατύπωση του σημερινού άρθρου 269 ΣΛΕΕ και του παλαιότερου άρθρου 46, στοιχείο εʹ, ΣΕΕ. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το άρθρο 269 ΣΛΕΕ διαδέχθηκε απλώς το πρώην άρθρο 46, στοιχείο εʹ, ΣΕΕ, αναλαμβάνοντας ενδεχομένως το πεδίο εφαρμογής, τον σκοπό και το πνεύμα του, διότι τα θεμέλια στα οποία στηριζόταν το πρώην άρθρο 46 ΣΕΕ έχουν εκλείψει. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται πλέον γενική διάταξη που να απαριθμεί τα διάφορα κεφάλαια επί των οποίων το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα, βάσει της δομής των πυλώνων. Αντιθέτως, η Συνθήκη της Λισσαβώνας εισήγαγε κανόνα γενικής αρμοδιότητας, από τον οποίον ισχύουν μόνο συγκεκριμένες και περιοριστικά απαριθμούμενες εξαιρέσεις (16).

56.      Εν ολίγοις, το επιχείρημα που αφορά το παλαιό άρθρο 46 ΣΕΕ και τον παράλληλο αποκλεισμό που ίσχυε στο παρελθόν ουδόλως προβάλλεται αλυσιτελώς, τόσο γενικώς όσο και, το σημαντικότερο, σε σχέση με τη συγκεκριμένη διάταξη του πρώην άρθρου 46 ΣΕΕ. Για την ακρίβεια, θα μπορούσε, ενδεχομένως, να αποτελεί επιχείρημα εξ αντιδιαστολής, αλλά ασφαλώς όχι κατ’ αναλογίαν.

3)      Η συστηματική διάρθρωση

57.      Ο λόγος για τον οποίον η διάταξη του άρθρου 269 ΣΛΕΕ δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εξαιρεί οτιδήποτε από την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου εξηγείται με βάση επιχειρήματα που αφορούν τη συστηματική διάρθρωση. Η διάταξη αυτή, μάλιστα, απονέμει θετικά αρμοδιότητα με μια ρητή αναφορά.

58.      Πρώτον, το άρθρο 269 ΣΛΕΕ δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των εξαιρέσεων από την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, οι οποίες περιλαμβάνονται στο μέρος έκτο, τίτλος Ι, κεφάλαιο 1, τμήμα 5, ΣΛΕΕ, μαζί με τα άρθρα 274, 275 και 276 ΣΛΕΕ. Το άρθρο 269 ΣΛΕΕ ανήκει στις διατάξεις που απονέμουν αρμοδιότητα στο Δικαστήριο: ακολουθεί το άρθρο 268 ΣΛΕΕ (το οποίο απονέμει αρμοδιότητα στο Δικαστήριο σε υποθέσεις εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης) και προηγείται του άρθρου 270 ΣΛΕΕ (το οποίο απονέμει αρμοδιότητα στο Δικαστήριο για διαφορές μεταξύ της Ένωσης και των υπαλλήλων της).

59.      Δεύτερον, αυτή η συστηματική κατάταξη επιβεβαιώνεται και από τη χρησιμοποιούμενη γλώσσα. Σε αντίθεση με τη διατύπωση που χρησιμοποιείται στις πραγματικές εξαιρέσεις από την αρμοδιότητα («το Δικαστήριο […] δεν έχει αρμοδιότητα», στο άρθρο 275 ΣΛΕΕ, ή «το Δικαστήριο […] δεν είναι αρμόδιο», στο άρθρο 276 ΣΛΕΕ), το άρθρο 269 αποτελεί διάταξη που απονέμει θετικά αρμοδιότητα («το Δικαστήριο […] είναι αρμόδιο») (17).

60.      Τρίτον και κυριότερο, τίθεται εξ αυτού του λόγου το ερώτημα: γιατί, λοιπόν, ήταν απαραίτητη η θετική απονομή, ή μάλλον η επιβεβαίωση, της αρμοδιότητας όσον αφορά τις διαπιστώσεις του Συμβουλίου ή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου οι οποίες εκδίδονται βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, και του άρθρου 7, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, ενώ συγχρόνως η αρμοδιότητα αυτή περιορίζεται ως προς το πεδίο εφαρμογής της;

61.      Κατά την άποψή μου, η ρητή αυτή επιβεβαίωση ήταν επιβεβλημένη ακριβώς λόγω της κλασικής νομολογίας σχετικά με την ενεργητική νομιμοποίηση και την πρόσβαση στον δικαστικό έλεγχο δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ. Κατά τη νομολογία αυτή (18), η διαπίστωση δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, και του άρθρου 7, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ θα μπορούσε να θεωρηθεί προπαρασκευαστικό μέτρο για την τελική απόφαση αναστολής του άρθρου 7, παράγραφος 3, ΣΕΕ. Επί της βάσεως αυτής, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εξαιρείται του δικαστικού ελέγχου. Συνεπώς, προκειμένου να αρθεί οποιαδήποτε αβεβαιότητα, κατά μείζονα λόγο στον ευαίσθητο πολιτικό τομέα όπου εξ ορισμού το Δικαστήριο πιθανόν να επιδείκνυε κάποια αυτοσυγκράτηση κατά την άσκηση του ελέγχου του (19), θα ήταν λογικό να προβλεφθεί σαφώς ο περιορισμένος έλεγχος των πράξεων που επελέγησαν για να υπαχθούν σε κάθε περίπτωση σε δικαστικό έλεγχο.

62.      Ως εκ τούτου, από συστηματικής απόψεως, το άρθρο 269 ΣΛΕΕ αποτελεί πράγματι ένα είδος lex specialis, αν και σαφώς διαφορετικό απ’ ό,τι ισχυρίζεται το καθού. Δεν αποτελεί και δεν μπορεί λογικά να αποτελέσει απερίφραστη και καθολική εξαίρεση από τον δικαστικό έλεγχο κάθε πράξης που δεν μνημονεύεται ρητώς σε αυτό, πλην όμως εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 7 ΣΕΕ. Το άρθρο 269 ΣΛΕΕ συνιστά ειδική επιβεβαίωση ή απονομή αρμοδιότητας για συγκεκριμένες κατηγορίες πράξεων, οι οποίες μνημονεύονται σε αυτό και υπήρχε κίνδυνος να εξαιρεθούν του ελέγχου. Ωστόσο, τούτο σημαίνει ότι οι μη μνημονευόμενες ρητώς στη διάταξη αυτή πράξεις δεν διέπονται από την εν λόγω διάταξη και εμπίπτουν στους γενικούς κανόνες του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.

4)      Η συνολική λογική

63.      Υπάρχει και ένα πρόσθετο επιχείρημα συστηματικής φύσεως που είναι άξιο αναφοράς. Αφορά τις (μη) λογικές συνέπειες στις οποίες θα μπορούσε να οδηγήσει η προτεινόμενη από το καθού ερμηνεία.

64.      Υποτεθείσθω ότι το καθού ορθώς ισχυρίζεται ότι το περιεχόμενο του άρθρου 269 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί κατ’ ουσίαν, παρά τη γραμματική του διατύπωση, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και τη συστηματική λογική του, υπό την έννοια ότι «το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα δικαστικού ελέγχου επί πράξεων που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 7 ΣΕΕ, πλην των διαπιστώσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή του Συμβουλίου». Το εύλογο ερώτημα που τίθεται στη συνέχεια είναι τι θα ισχύει για τον δικαστικό έλεγχο ενδεχόμενων αποφάσεων του Συμβουλίου περί αναστολής δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 3, ΣΕΕ;

65.      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το καθού επιβεβαίωσε ότι, κατά την άποψή του, εξαιρείται του δικαστικού ελέγχου κάθε πράξη, πλην των διαπιστώσεων, η οποία εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 7 ΣΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων του Συμβουλίου του άρθρου 7, παράγραφος 3, ΣΕΕ περί επιβολής κυρώσεων. Το καθού υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, ότι, εάν επιτρεπόταν στο οικείο κράτος μέλος, δυνάμει του άρθρου 269 ΣΛΕΕ, να προσβάλλει τις διαπιστώσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, ΣΕΕ, οποιαδήποτε ενδεχόμενη παρανομία θα έπρεπε να στοιχειοθετηθεί στο στάδιο αυτό. Σε περίπτωση ακύρωσης διαπίστωσης του άρθρου 7, παράγραφος 2, ΣΕΕ, από το Δικαστήριο, δεν είναι δυνατή η έκδοση αποφάσεως περί αναστολής δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 3, ΣΕΕ. Εάν η διαπίστωση δεν ακυρωθεί, θα αποτελέσει ισχυρή νομική βάση για απόφαση περί αναστολής δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 3, ΣΕΕ, καθώς η τελευταία κατ’ ουσίαν αποτελεί αμιγώς πολιτική απόφαση, μη επιδεχόμενη προσφυγής.

66.      Φρονώ ότι μια τέτοια ερμηνεία δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

67.      Πρώτον, υπενθυμίζεται για άλλη μία φορά ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση συνιστά ένωση «δικαίου, υπό την έννοια ότι ούτε τα κράτη μέλη της ούτε τα θεσμικά της όργανα διαφεύγουν τον έλεγχο της συμφωνίας των πράξεων τους προς το βασικό καταστατικό χάρτη που αποτελεί η Συνθήκη» (20). Το άρθρο 7 ΣΕΕ θεσπίζει μια διαδικασία που αφορά ειδικά τον σεβασμό του κράτους δικαίου από τα κράτη μέλη. Η δικαστική προστασία έχει εξέχουσα θέση μεταξύ των αρχών του κράτους δικαίου. Όπως υπενθύμισε πρόσφατα το Δικαστήριο με αφορμή το άρθρο 2 ΣΕΕ, η ίδια η ύπαρξη αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου προς διασφάλιση της τηρήσεως των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την ύπαρξη κράτους δικαίου (21). Το δομικό αυτό επιχείρημα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στο πλαίσιο του άρθρου 7, παράγραφος 3, ΣΕΕ.

68.      Δεύτερον, θα ήταν άτοπο να υποβάλλονται, βάσει της ερμηνείας του άρθρου 269 ΣΛΕΕ που προτείνει το καθού, σε περιορισμένο δικαστικό έλεγχο οι διαπιστώσεις, οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν προπαρασκευαστικές της αναστολής δικαιωμάτων πράξεις, αλλά να εξαιρείται κάθε ελέγχου η τελική πράξη (για παράδειγμα η ίδια η απόφαση περί αναστολής). Επιπλέον, σε αντίθεση με τα προηγούμενα στάδια της διαδικασίας του άρθρου 7 ΣΕΕ, η (πολιτική) διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου στην πραγματικότητα περιορίζεται ρητώς σε αυτό το συγκεκριμένο στάδιο από τη Συνθήκη: κατά την έκδοση της απόφασης περί αναστολής (και την επιλογή των προς αναστολή δικαιωμάτων που απορρέουν από την εφαρμογή των Συνθηκών, πέραν των δικαιωμάτων ψήφου στο Συμβούλιο), «το Συμβούλιο λαμβάνει υπόψη τις πιθανές συνέπειες μιας τέτοιας αναστολής στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις φυσικών και νομικών προσώπων».

69.      Επομένως, στα στάδια κατά τα οποία το Συμβούλιο διαθέτει εκ πρώτης όψεως απεριόριστη πολιτική διακριτική ευχέρεια, οι αποφάσεις του θα υπέκειντο σε δικαστικό έλεγχο. Εν συνεχεία, όμως, όταν η διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου οριοθετείται και αποκτά πραγματικό αντίκτυπο, δεν θα υφίστατο έλεγχος. Κάτι τέτοιο θα ανέτρεπε ολόκληρη την (ισχύουσα υπό κανονικές συνθήκες) λογική του δικαστικού ελέγχου: οι (ουσιαστικά πολιτικού χαρακτήρα) προπαρασκευαστικές πράξεις (υπό τη μορφή διαπίστωσης) θα υπέκειντο στον δικαστικό έλεγχο, αλλά η τελική (νομική στην ουσία της) απόφαση (ή αποφάσεις), η οποία είναι και αυτή που σαφώς θα «έθιγε» τρίτους και πρέπει να πληροί ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια, πέραν των πολιτικών εκτιμήσεων, δεν θα ήταν επιδεκτική δικαστικού ελέγχου.

70.      Τρίτον, είναι σαφές ότι οι αποφάσεις του άρθρου 7, παράγραφος 3, ΣΕΕ, αποτελούν οριστικές νομικές πράξεις, ικανές να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα όχι μόνον έναντι του οικείου κράτους μέλους, αλλά και έναντι τρίτων, ιδιωτών, που μνημονεύονται ρητώς στη διάταξη αυτή. Το άρθρο 7, παράγραφος 3, ΣΕΕ παρέχει στο Συμβούλιο ευρεία διακριτική ευχέρεια για να αποφασίζει ποια δικαιώματα των κρατών μελών θα ανασταλούν, με ποιον τρόπο και σε ποιον βαθμό. Και πάλι, χωρίς να προκαταλαμβάνεται ο τρόπος ή ο βαθμός ενός τέτοιου εξατομικευμένου ελέγχου, θα ήταν πράγματι παράδοξο να υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο δυνάμει του άρθρου 275, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, επί παραδείγματι, η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων και άλλα περιοριστικά μέτρα σε βάρος ιδιώτη, αλλά να μην υπόκεινται σε έλεγχο οι αποφάσεις του άρθρου 7, παράγραφος 3, ΣΕΕ, οι οποίες ενδέχεται να παραγάγουν εξίσου ή και περισσότερο δυσμενή έννομα αποτελέσματα εις βάρος ιδιωτών.

71.      Συμμερίζομαι, ασφαλώς, την άποψη που υποστήριξε το καθού στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σύμφωνα με την οποία η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά το παραδεκτό του δικαστικού ελέγχου επί αποφάσεως περί αναστολής του άρθρου 7, παράγραφος 3, ΣΕΕ. Εντούτοις, το επιχείρημα αυτό αναδεικνύει το αβάσιμο της συνολικής θέσης του καθού ως προς την προτεινόμενη ερμηνεία του άρθρου 269 ΣΛΕΕ. Συναφώς, η τύχη τόσο των πράξεων του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, οι οποίες εκδόθηκαν πριν τη διαπίστωση δυνάμει της ίδιας διάταξης, όσο και κάθε περαιτέρω πράξης που εκδόθηκε μετά τη διαπίστωση του άρθρου 7, παράγραφος 2, ΣΕΕ, καθώς και η συνολική λογική του άρθρου 7 ΣΕΕ, πρέπει να διατηρεί μια ελάχιστη συνοχή.

72.      Για τον λόγο αυτόν, η ίδια λογική ισχύει και στη σχέση μεταξύ του άρθρου 269 ΣΛΕΕ και του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, το οποίο πρέπει να ισχύει ως προς το άρθρο 7 ΣΕΕ, εξεταζόμενο ως ενιαίο σύνολο. Για την εξαγωγή αυτού του συμπεράσματος, δεν είναι απαραίτητη η τολμηρή εισαγωγή νέων ενδίκων βοηθημάτων, όπως μαρτυρά και η κατ’ επανάληψην μνημονευθείσα απόφαση Les Verts κατά Κοινοβουλίου (22), την οποία επικαλούνται η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα. Αρκεί απλώς, εν προκειμένω, να μην ακολουθηθεί η λογική του κατακερματισμού της πρόσβασης στον δικαστικό έλεγχο, την οποία υποστηρίζει το καθού, και η οποία θα ισοδυναμούσε με κατάτμηση του άρθρου 7 ΣΕΕ, όσον αφορά την πρόσβαση στον δικαστικό έλεγχο, σε ασύνδετα τμήματα που θα διέπονται από πλειάδα κανόνων, ή μάλλον δεν θα διέπονται από οποιονδήποτε κανόνα.

5)      Προκαταρκτικό συμπέρασμα: το άρθρο 269 ΣΛΕΕ ως διάταξη απονέμουσα (συγκεκριμένο είδος) αρμοδιότητας

73.      Κατόπιν γραμματικής, ιστορικής, συστηματικής και λογικής ερμηνείας, καταλήγω ότι το άρθρο 269 ΣΛΕΕ αποσαφηνίζει και διέπει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου μόνον όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο των διαπιστώσεων. Κάθε άλλη πράξη η οποία εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 7 ΣΕΕ και δεν μνημονεύεται ρητώς στο άρθρο 269 ΣΛΕΕ εμπίπτει στο καθεστώς του τακτικού δικαστικού ελέγχου, ήτοι στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ, και πρέπει να εξετάζεται επ’ αυτής της βάσεως.

74.      Πριν προχωρήσω στην εξέταση αυτή στο συγκεκριμένο πλαίσιο της υπό κρίση αιτιολογημένης πρότασης του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, θα ήθελα να ολοκληρώσω με ορισμένες εκτιμήσεις γενικού χαρακτήρα ως προς τους λόγους για τους οποίους το συμπέρασμα αυτό δεν είναι πιθανόν να οδηγήσει στο να κατακλυστεί ξαφνικά το Δικαστήριο από ουσιαστικά πολιτικές υποθέσεις, πράγμα που θα οδηγούσε οποιαδήποτε διαδικασία του άρθρου 7 ΣΕΕ σε εν τοις πράγμασι αναστολή.

75.      Πρώτον, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, αρκετές «άλλες πράξεις», οι οποίες δεν μνημονεύονται στο άρθρο 269 ΣΛΕΕ, ενδέχεται να θεωρούνται προπαρασκευαστικές πράξεις υπό την έννοια της πάγιας νομολογίας επί του άρθρου 263 ΣΛΕΕ. Συνεπώς, οι πράξεις αυτές θα εξαιρούνται συλλήβδην από τον δικαστικό έλεγχο.

76.      Δεύτερον, προκειμένου να δύνανται να προσβάλουν τις πράξεις αυτές, υπό την προϋπόθεση ότι δεν πρόκειται απλώς για προπαρασκευαστικές πράξεις, οι μη προνομιούχοι προσφεύγοντες βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ θα πρέπει να αποδεικνύουν ότι θίγονται ατομικά και άμεσα από τις εν λόγω πράξεις. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ιδιώτες προσφεύγοντες που να πληρούν τα κριτήρια αυτά, και ιδίως το κριτήριο του άμεσου επηρεασμού, για πράξεις πλην της ενδεχόμενης τελικής απόφασης περί αναστολής βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 3, ΣΕΕ.

77.      Τρίτον, ο δικαστικός έλεγχος δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην έλεγχο σε βάθος. Τούτο δεν ισχύει μόνο σε σχέση με τους τέσσερις λόγους προσφυγής που απαριθμούνται στο άρθρο 263, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, οι οποίοι σκιαγραφούν τη δυνητική εμβέλεια μιας προσφυγής, αλλά και σε σχέση με τον ειδικό, πολιτικό χαρακτήρα του άρθρου 7 ΣΕΕ. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, πρέπει να αναγνωρίζεται στα θεσμικά όργανα της Ένωσης ευρεία διακριτική ευχέρεια όταν λαμβάνουν μέτρα σε τομείς όπου καλούνται να προβούν σε επιλογές ιδίως πολιτικής φύσεως και να προβούν σε σύνθετες εκτιμήσεις (23).

78.      Εν περιλήψει, οι προεκτεθείσες σκέψεις με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είναι εξαιρετικά απίθανο να επέλθει ως αποτέλεσμα της προτεινόμενης εν προκειμένω ερμηνείας της σχέσης μεταξύ των άρθρων 263 και 269 ΣΛΕΕ ο προβαλλόμενος κίνδυνος μετατόπισης ενός κατ’ ουσίαν πολιτικού διαλόγου από τις αίθουσες του Συμβουλίου στη δικαστική αίθουσα, με αποτέλεσμα τη διατάραξη της ομαλής λειτουργίας και της αποτελεσματικότητας ολόκληρης της διαδικασίας του άρθρου 7 ΣΕΕ.

4)      Ο δικαστικός έλεγχος των αιτιολογημένων προτάσεων του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ 

79.      Το προσβαλλόμενο ψήφισμα αποτελεί αιτιολογημένη πρόταση κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, η οποία εκδόθηκε από το καθού στις 12 Σεπτεμβρίου 2018. Με την πρόταση αυτή, τέθηκε σε κίνηση το αρχικό στάδιο του άρθρου 7 ΣΕΕ, επιτρέποντας έτσι στο Συμβούλιο να προβεί σε διαπίστωση δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, η οποία θα αναγνώριζε την ύπαρξη σαφούς κινδύνου σοβαρής παραβίασης των αξιών της Ένωσης. Ωστόσο, μέχρι την ημερομηνία άσκησης της υπό κρίση προσφυγής ακυρώσεως, καθώς και, εξ όσων γνωρίζω, μέχρι την ημερομηνία υποβολής των παρουσών προτάσεων, το Συμβούλιο δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια επί της εν λόγω αιτιολογημένης πρότασης.

80.      Η αιτιολογημένη πρόταση του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ αφορά το αρχικό στάδιο του άρθρου 7 ΣΕΕ. Το στάδιο αυτό απέχει αρκετά βήματα από την έκδοση αποφάσεως περί αναστολής δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 3, ΣΕΕ, ή ακόμη και από τη διαπίστωση δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ. Πρέπει, επομένως, να μη θεωρηθεί η αιτιολογημένη πρόταση του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ ως απλή προπαρασκευαστική πράξη, μη υποκείμενη στον δικαστικό έλεγχο βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ;

81.      Φρονώ ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Η αιτιολογημένη πρόταση του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ ούτε αποτελεί απλή προπαρασκευαστική πράξη ούτε στερείται (ίδιων και αυτοτελών) εννόμων αποτελεσμάτων. Όχι μόνον καθορίζει οριστικώς τη θέση του Κοινοβουλίου (i), αλλά, επιπλέον, οι ενδεχόμενες πλημμέλειες της διαδικασίας αυτής δεν μπορούν να διορθωθούν σε μεταγενέστερα στάδια (ii). Κυρίως, όμως, η αιτιολογημένη πρόταση όχι μόνον σκοπεί, αλλά παράγει πραγματικά και σαφώς (αυτοτελή) έννομα αποτελέσματα (έναντι τρίτων), σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 263 ΣΛΕΕ (iii).

1)      Οριστικός καθορισμός της θέσης του Κοινοβουλίου

82.      Κατά πάγια νομολογία, όταν πρόκειται για πράξεις των οποίων η κατάρτιση συντελείται σε διάφορα στάδια, η πράξη δύναται να προσβληθεί μόνον εφόσον καθορίζει οριστικώς τη θέση του θεσμικού οργάνου που την εξέδωσε (24). Ενώ η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα θεωρούν ότι τούτο συμβαίνει εν προκειμένω, το καθού έχει αντίθετη άποψη. Κατά την άποψή του, το προσβαλλόμενο ψήφισμα μπορεί να εξομοιωθεί με νομοθετική πρόταση της Επιτροπής.

83.      Δεν συμμερίζομαι την άποψη του καθού.

84.      Κατ’ αρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι η προαναφερθείσα νομολογία αφορά πρωτίστως περιπτώσεις σύνθετων διοικητικών διαδικασιών, ιδίως οικονομικών, οι οποίες προϋποθέτουν εκτιμήσεις τεχνικής φύσεως, ιδίως εκ μέρους της Επιτροπής. Επομένως, δεν προκύπτει εκ προοιμίου ότι οι ίδιοι κανόνες εφαρμόζονται σε νομοθετικές –και κατά μείζονα λόγο σε συνταγματικές– διαδικασίες. Δεδομένου, ωστόσο, ότι έγινε επίκληση και περαιτέρω συζήτηση επ’ ακροατηρίου της νομολογίας αυτής, θα μπορούσε ενδεχομένως να αποτελέσει αφετηρία και γενικό κανόνα, εφαρμοστέο σε κάθε είδος διαδικασίας, το γεγονός ότι μια πράξη αποτελεί αντικείμενο δικαστικού ελέγχου μόνον όταν καθορίζει την τελική θέση του οργάνου που την εξέδωσε (25).

85.      Σε τυπικό επίπεδο, το προσβαλλόμενο ψήφισμα προσομοιάζει με τις νομοθετικές προτάσεις της Επιτροπής, οι οποίες δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο, τουλάχιστον σύμφωνα με το Γενικό Δικαστήριο (26). Πράγματι, το παράρτημα του προσβαλλόμενου ψηφίσματος περιέχει σχέδιο «Πρόταση[ς] για απόφαση του Συμβουλίου με την οποία διαπιστώνεται, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η ύπαρξη σαφούς κινδύνου σοβαρής παραβίασης από την Ουγγαρία των αξιών στις οποίες θεμελιώνεται η Ένωση».

86.      Ωστόσο, εδώ σταματά η αναλογία με τις νομοθετικές προτάσεις της Επιτροπής. Κατ’ αρχάς, οι αιτιολογημένες προτάσεις δεν λαμβάνουν υποχρεωτικά τη μορφή του προσβαλλόμενου ψηφίσματος, με πλήρες σχέδιο διαπίστωσης του Συμβουλίου ως παράρτημα. Η επίμαχη θα μπορούσε απλούστερα να έχει τη μορφή ψηφίσματος χωρίς να συνοδεύεται από τέτοιο σχέδιο, αλλά από απλή επεξηγηματική δήλωση (27), καθώς το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ απαιτεί αιτιολογημένη πρόταση, όχι όμως απαραιτήτως και σχέδιο διαπίστωσης.

87.      Έπειτα, και όσον αφορά τη δομή του, το προσβαλλόμενο ψήφισμα απλώς δεν είναι συγκρίσιμο με σχέδιο νομοθετικής πρότασης της Επιτροπής. Πράγματι, το άρθρο 7 ΣΕΕ θεσπίζει διαδικασία επιβολής κυρώσεων συνταγματικού χαρακτήρα κατά συγκεκριμένου κράτους μέλους. Τούτο διαφέρει πολύ από τη γενική νομοθετική διαδικασία, η οποία αποσκοπεί στη διαμόρφωση πολιτικών (28). Επιπλέον, και τούτο είναι ακόμη σημαντικότερο, είναι σαφές ότι οι νομοθετικές προτάσεις της Επιτροπής δεν καθορίζουν οριστικώς τη θέση της Επιτροπής. Τουναντίον, οι προτάσεις αυτές αποτελούν την αφετηρία για ολόκληρη τη νομοθετική συζήτηση μεταξύ διαφόρων θεσμικών οργάνων, συμπεριλαμβανομένης της Επιτροπής.

88.      Η αιτιολογημένη πρόταση βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ είναι εντελώς διαφορετική υπόθεση. Δεν πρόκειται για πρόσκληση προς διαπραγμάτευση, προς από κοινού διαβούλευση επί του κειμένου και των επιμέρους διατάξεών του, η οποία συνθέτει την κλασική διαδικασία ανταλλαγών σε μια νομοθετική διαδικασία. Η αιτιολογημένη πρόταση του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, αντικατοπτρίζει την τελική θέση του συντάκτη της: η μεταφορική σκυτάλη της διαδικασίας πολλών σταδίων του άρθρου 7 ΣΕΕ περνάει από το ένα θεσμικό όργανο στο άλλο. Αποτελεί την τελική (και υπό την έννοια αυτή αμετάκλητη) θέση ενός από τους συμμετέχοντες στην σκυταλοδρομία. Η διαδικασία έχει κινηθεί (και όχι απλώς προσωρινά).

89.      Εντούτοις, σε αντίθεση με τη, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, αιτιολογημένη πρόταση, στην οποία δεν αναμιγνύεται, ρητώς τουλάχιστον, η Επιτροπή, στα επόμενα στάδια της διαδικασίας ζητείται το Κοινοβούλιο να εγκρίνει αμφότερες τις ενδεχόμενες διαπιστώσεις, τόσο βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, όσο και βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, ΣΕΕ.

90.      Κατά τη γνώμη μου, η έγκριση αυτή ουδόλως μεταβάλλει τον οριστικό χαρακτήρα της αιτιολογημένης πρότασης του Κοινοβουλίου. Πρωτίστως, σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις, το Κοινοβούλιο δεν καλείται να επανεξετάσει την αιτιολογημένη πρότασή του, εάν πράγματι είχε εκδώσει τέτοια. Το αντικείμενο των δύο αυτών πράξεων διαφέρει: ενώ η αιτιολογημένη πρόταση αφορά την ενεργοποίηση του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, η απαιτούμενη έγκριση αφορά το σκοπούμενο περιεχόμενο της διαπίστωσης του Συμβουλίου και της αναγνώρισης από αυτό είτε του σαφούς κινδύνου σοβαρής παραβίασης των αξιών της Ένωσης από κράτος μέλος είτε της ύπαρξης τέτοιας παραβίασης.

91.      Επιπλέον, το Κοινοβούλιο είναι μόνον ένας εκ των τριών φορέων δυνητικής ενεργοποίησης του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, οι οποίοι μπορούν, με την έκδοση αιτιολογημένης πρότασης, να κινήσουν τη διαδικασία του άρθρου 7 ΣΕΕ. Εύλογα θεωρείται ότι η αιτιολογημένη πρόταση του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ έχει την ίδια αξία, ανεξαρτήτως του οργάνου που την εξέδωσε. Συνεπώς, το γεγονός ότι ένα από τα τρία σώματα που μπορούν να κινήσουν τη διαδικασία αυτή παίζει και άλλον ρόλο μεταγενέστερα, παρέχοντας την έγκρισή του, δεν ασκεί καμία επιρροή. Θα ήταν οξύμωρο το μάλλον συγκυριακό γεγονός ότι, εν προκειμένω, η διαδικασία κινήθηκε από το Κοινοβούλιο και όχι από την Επιτροπή ή από το ένα τρίτο των κρατών μελών, να σχετιστεί με τη διαφαινόμενη πρόθεση του νομοθέτη των Συνθηκών να αναγνωρίσει ιδιαίτερη θέση εφ’ όλης της διαδικασίας στο Κοινοβούλιο, για να καταλήξουμε τελικά στο ακριβώς αντίθετο από το σκοπούμενο: αντί της αναβάθμισης του ρόλου του Κοινοβουλίου στη διαδικασία, στην ουσιαστική υποβάθμισή του. Και όμως, αυτό θα ήταν το αποτέλεσμα, εάν γινόταν δεκτό ότι η αιτιολογημένη πρόταση του Κοινοβουλίου είναι «μικρότερης αξίας» ή «λιγότερο οριστική» από αυτήν της Επιτροπής ή του ενός τρίτου των κρατών μελών και ότι μπορεί εμμέσως να επανεξεταστεί ή να ακυρωθεί μέσω της έγκρισης που το ίδιο όργανο καλείται να παράσχει επί διαφορετικής πρότασης σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας αυτής.

92.      Εξάλλου, το τελευταίο δεν ισχύει: έστω, σε καθαρά υποθετική βάση, ότι το Κοινοβούλιο εκδίδει αιτιολογημένη πρόταση βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, ζητώντας από το Συμβούλιο να διαπιστώσει ότι υπάρχει σαφής κίνδυνος σοβαρής παραβίασης από κράτος μέλος. Εντούτοις, όταν μεταγενέστερα ζητείται η έγκρισή του βάσει της ίδιας διάταξης, το Κοινοβούλιο αρνείται να την παράσχει για οποιουσδήποτε λόγους: ενδεχομένως να μη συμφωνεί με το κείμενο της προτεινόμενης διαπίστωσης· ίσως να μην είναι πλέον πεπεισμένο ότι υφίσταται πράγματι κίνδυνος, αφού έλαβε περισσότερες πληροφορίες ή ίσως και μετά την ακρόαση του συγκεκριμένου κράτους μέλους από το Συμβούλιο· ή η πλειοψηφία του Κοινοβουλίου θεωρεί ενδεχομένως ότι ορισμένες συστάσεις του Συμβουλίου αρκούν για τη βελτίωση της κατάστασης επί του παρόντος. Σε καθεμιά από τις περιπτώσεις αυτές, και ίσως και σε άλλες, θα ασκούσε η άρνηση έγκρισης επιρροή στον οριστικό χαρακτήρα της αιτιολογημένης έκθεσης που εκδόθηκε προγενέστερα; Θα καθιστούσε την προηγούμενη θέση του Κοινοβουλίου «λιγότερο οριστική»; Δεν το νομίζω.

93.      Επομένως, με την έκδοση αιτιολογημένης πρότασης κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, το Κοινοβούλιο καθορίζει την οριστική του θέση ως προς την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 7 ΣΕΕ.

2)      Μπορεί να διορθωθεί σε μεταγενέστερο στάδιο;

94.      Κατά πάγια επίσης νομολογία, ένα ενδιάμεσο μέτρο δεν είναι δεκτικό προσφυγής, αν προκύπτει ότι ο παράνομος χαρακτήρας του θα μπορούσε να προβληθεί στο πλαίσιο προσφυγής η οποία βάλλει κατά της τελικής απόφασης της οποίας αυτό αποτελεί προπαρασκευαστική πράξη. Υπό τις συνθήκες αυτές, προσφυγή ασκούμενη κατά της απόφασης με την οποία περατώνεται η διαδικασία διασφαλίζει επαρκή δικαστική προστασία. Εντούτοις, αν η τελευταία προϋπόθεση δεν πληρούται, θα θεωρηθεί ότι η ενδιάμεση πράξη –ανεξάρτητα από το αν εκφράζει προσωρινή άποψη του οικείου θεσμικού οργάνου– παράγει αυτοτελή έννομα αποτελέσματα και, επομένως, πρέπει να είναι δεκτική προσφυγής ακυρώσεως (29).

95.      Η νομολογιακή αυτή γραμμή, η οποία εφαρμόζεται και σε (οικονομικής φύσεως) διοικητικές διαδικασίες, συνιστά εσωτερική εξαίρεση στην κατάσταση που περιγράφηκε σε προηγούμενη ενότητα των παρουσών προτάσεων. Ανοίγει τον δρόμο για τον δικαστικό έλεγχο πράξεων οι οποίες δεν καθορίζουν κάποια οριστική θέση, πλην όμως παράγουν αυτοτελή έννομα αποτελέσματα. Δεδομένου ότι στο προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων κατέληξα στο συμπέρασμα ότι το προσβαλλόμενο ψήφισμα καθορίζει την οριστική θέση του Κοινοβουλίου, και συνεπώς δεν συνιστά απλώς προπαρασκευαστική πράξη, εξετάζω το θέμα αυτό μόνο για λόγους πληρότητας, καθώς προβλήθηκε και αποτέλεσε αντικείμενο αντιδικίας από τους διαδίκους.

96.      Στο πλαίσιο μιας διαδικασίας με πολλά στάδια, όπως αυτή του άρθρου 7 ΣΕΕ, μπορεί πράγματι να φαίνεται εύλογο, ιδίως γενικά και αφηρημένα, να αναμένεται η έκδοση αποφάσεως που περατώνει την εν λόγω διαδικασία προκειμένου να προσβληθεί κάθε προγενέστερη παρατυπία που σημειώθηκε στην πορεία της διαδικασίας αυτής.

97.      Εντούτοις, από διεξοδικότερο έλεγχο προκύπτει ότι η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή εν προκειμένω.

98.      Κατά πρώτον, δύσκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό πώς θα ήταν δυνατόν να καταλογισθούν παρανομίες μεταξύ συνταγματικών παραγόντων, εν προκειμένω με τη διατύπωση καταγγελιών προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ή το Συμβούλιο για διαδικαστική παρατυπία που φέρεται να διαπράχθηκε από το Κοινοβούλιο κατά την έκδοση της αιτιολογημένης του πρότασης βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, και εν συνεχεία να ζητηθεί η ακύρωση, για παράδειγμα, αποφάσεως του Συμβουλίου περί αναστολής του άρθρου 7, παράγραφος 3, ΣΕΕ, εξαιτίας αυτής της προγενέστερης παρατυπίας του Κοινοβουλίου. Τούτο αποδεικνύει απλώς ότι η «συνολική προσέγγιση» του δικαστικού ελέγχου θα μπορούσε ενδεχομένως να λειτουργήσει ικανοποιητικά επί σύνθετων διαδικασιών εντός του ίδιου θεσμικού οργάνου ή εντός της ίδιας κατηγορίας οργάνων, όπως επί διαφόρων επιμέρους αποφάσεων της δημόσιας διοίκησης, οι οποίες συνθέτουν και ενσωματώνονται σε μία οριστική απόφαση. Η λογική αυτή, ωστόσο, απλούστατα δεν μπορεί να εφαρμοστεί επί διακριτών, αυτοτελών και ως εκ της φύσεώς τους διαφορετικών αποφάσεων, οι οποίες έχουν εκδοθεί από διαφορετικούς συνταγματικούς παράγοντες.

99.      Κατά δεύτερον, στο πλαίσιο του άρθρου 7 ΣΕΕ δεν είναι εκ προοιμίου σαφές ποια πραγματικά είναι η «απόφαση που περατώνει τη διαδικασία». Αφενός, εξετάζοντας το άρθρο 7 ΣΕΕ στο σύνολό του, η απόφαση που περατώνει τη διαδικασία που κινήθηκε με αιτιολογημένη πρόταση ενδέχεται να είναι η διαπίστωση είτε δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ είτε δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, ΣΕΕ, όπως προβάλλει το καθού (στενός κύκλος). Αφετέρου, ενδέχεται να είναι, ίσως και πιο εύλογα, η τελική απόφαση επιβολής κυρώσεων βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 3, ΣΕΕ (διευρυμένος κύκλος) (30). Επιπλέον, ανάλογα με το ποια από τις ανωτέρω θα χαρακτηριστεί ως η απόφαση που περατώνει τη διαδικασία, η ένταση του δικαστικού ελέγχου είναι πιθανόν να ποικίλει. Πράγματι, αν η κρίσιμη «απόφαση» είναι η διαπίστωση βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, ή του άρθρου 7, παράγραφος 2, ΣΕΕ, θα έχει εφαρμογή το άρθρο 269 ΣΛΕΕ και θα ενεργοποιείται ο έλεγχος τον οποίον προβλέπει η διάταξη αυτή. Αντιθέτως, αν είναι μια απόφαση εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 3, ΣΕΕ, θα διενεργηθεί ο συνήθης δικαστικός έλεγχος βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.

100. Κατά τρίτον και ίσως σημαντικότερο, ενδέχεται να μην υπάρξει ποτέ «απόφαση που περατώνει τη διαδικασία», βάσει οποιασδήποτε διάταξης. Τα άρθρα 7, παράγραφος 1, και 7, παράγραφος 2, ΣΕΕ, όπως τουλάχιστον προκύπτει από το γράμμα τους, δεν επιβάλλουν στο Συμβούλιο την ανάληψη δράσης κατόπιν της αιτιολογημένης πρότασης. Ούτε προβλέπουν ότι τα αποτελέσματα της αιτιολογημένης προτάσεως παύουν να ισχύουν εντός εύλογης προθεσμίας, εάν δεν υπάρξει συνέχεια. Εντούτοις, από τη νομολογία του Δικαστηρίου σαφώς προκύπτει ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιτάσσει τα θεσμικά όργανα της Ένωσης να προβαίνουν στην άσκηση των εξουσιών τους εντός εύλογης προθεσμίας (31). Ασφαλώς και δεν θα εισέλθω στο ναρκοπέδιο της συζήτησης κατά πόσον θα μπορούσε να υφίσταται υποχρέωση του Συμβουλίου να προβεί σε διαπίστωση εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος (ή να αρνηθεί ρητώς να το πράξει) και κατά πόσον μια τέτοια υποχρέωση θα απέρρεε ενδεχομένως από την αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας (32).

101. Για τις ανάγκες των παρουσών προτάσεων αρκεί να επισημανθεί απλώς ότι θα ήταν απολύτως καφκικό να εξαρτάται η πρόσβαση στον δικαστικό έλεγχο από την προϋπόθεση να εκδοθεί, κάποτε, οριστική απόφαση άγνωστης φύσεως και, εντωμεταξύ, η αιτιολογημένη πρόταση να διατηρεί την ισχύ της επ’ αόριστον. Μια τέτοια περίπτωση ουδόλως θα ανταποκρινόταν στην περιγραφή μιας Ένωσης δικαίου, στην οποία «η ύπαρξη αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου προς διασφάλιση της τηρήσεως των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την ύπαρξη κράτους δικαίου» (33).

102. Κατά συνέπεια, είμαι υποχρεωμένος να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι η αποτελεσματική δικαστική προστασία απαιτεί οι αιτιολογημένες προτάσεις να υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, υπό την προϋπόθεση ότι παράγουν (αυτοτελή) έννομα αποτελέσματα, ζήτημα το οποίο θα εξετάσω στη συνέχεια.

3)      (Αυτοτελή) έννομα αποτελέσματα

103.  Φρονώ ότι η επίμαχη στην υπό κρίση υπόθεση αιτιολογημένη πρόταση κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 7 ΣΕΕ και, υπό το πρίσμα αυτής της ανάλυσης, παράγει ήδη ορισμένα έννομα αποτελέσματα ή ασφαλώς προοριζόταν να τα παραγάγει. Ωστόσο, υπό την έννοια της προϋπόθεσης του άρθρου 263, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, το προσβαλλόμενο ψήφισμα πράγματι παράγει τουλάχιστον δύο επιπλέον κατηγορίες εννόμων αποτελεσμάτων, λόγω του χαρακτήρα του ως αιτιολογημένης πρότασης υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ.

104. Κατ’ αρχάς, σύμφωνα με το άρθρο μόνον, στοιχείο βʹ, του πρωτοκόλλου αριθ. 24 για το άσυλο των υπηκόων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο εισήχθη με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, εάν κινήθηκε η διαδικασία του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ και μέχρις ότου το Συμβούλιο λάβει σχετική απόφαση, όσον αφορά το κράτος μέλος του οποίου ο αιτών είναι υπήκοος, το εν λόγω κράτος μέλος δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ότι συνιστά έναντι των λοιπών κρατών μελών ασφαλή χώρα καταγωγής, για όλα τα νομικά και πρακτικά ζητήματα σχετικά με τις υποθέσεις ασύλου. Συνεπώς, αίτηση ασύλου υποβαλλόμενη από υπήκοο του συγκεκριμένου κράτους μέλους μπορεί να εξεταστεί στην ουσία της από άλλο κράτος μέλος.

105. Αναμφίβολα, η συνέπεια αυτή αποτελεί (δεσμευτικό) έννομο αποτέλεσμα των αιτιολογημένων προτάσεων, όχι μόνο για το οικείο κράτος μέλος, αλλά και για τα λοιπά κράτη μέλη, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και τους υπηκόους του κράτους αυτού. Εάν ενεργοποιηθεί το πρωτόκολλο αριθ. 24, το κράτος μέλος χάνει πράγματι το καθεστώς της ασφαλούς χώρας έναντι των λοιπών κρατών μελών (και δυνητικά και έναντι τρίτων χωρών). Το αποτέλεσμα αυτό είναι εντελώς ανεξάρτητο από τη δυνατότητα του ίδιου του Συμβουλίου να λάβει θέση ως προς την αιτιολογημένη πρόταση.

106. Βεβαίως, θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί αν είναι σκόπιμο μια αιτιολογημένη πρόταση που θέτει σε κίνηση το άρθρο 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, να αναπτύσσει ήδη τόσο σημαντικό αποτέλεσμα. Θα μπορούσε μάλιστα να υποβαθμίσει κάποιος τη σημασία του λεγόμενου πρωτοκόλλου Aznar, επισημαίνοντας ότι θεσπίστηκε σε διαφορετική εποχή και για διαφορετικούς σκοπούς.

107. Κατά την άποψή μου, ένα δικαστήριο δεν είναι αρμόζον να προβεί σε τέτοια υποβάθμιση, δεδομένης της εξαιρετικά σαφούς γραμματικής διατύπωσης του νόμου. Οι συντάκτες του πρωτοκόλλου, το οποίο έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες (34), έχουν ήδη εκφράσει σαφώς τη βούλησή τους. Η εν λόγω διάταξη και η εφαρμογή της έχει πλέον ενεργοποιηθεί εγκύρως με την έκδοση της αιτιολογημένης πρότασης του Κοινοβουλίου.

108. Ομοίως, θεωρώ αλυσιτελή την επιχειρηματολογία του καθού, που ισχυρίζεται κατ’ ουσίαν ότι η ενεργοποίηση του πρωτοκόλλου αριθ. 24 δεν μπορεί να παράσχει κανένα άμεσο δικαίωμα σε ιδιώτες, ή ότι οι δημόσιες αρχές των άλλων κρατών μελών διαθέτουν ούτως ή άλλως διακριτική ευχέρεια ως προς την παροχή διεθνούς προστασίας στους αιτούντες που προέρχονται από την Ουγγαρία.

109. Κατά την άποψή μου, το επιχείρημα αυτό συγχέει την ενεργητική νομιμοποίηση των ιδιωτών (και ιδίως την προϋπόθεση του άμεσου επηρεασμού) με τα συμφέροντα κράτους μέλους. Πρώτον, τα κράτη μέλη είναι προνομιούχοι προσφεύγοντες. Δεν είναι υποχρεωμένα να αποδείξουν ότι επηρεάζονται άμεσα. Δεύτερον, ακόμη και εάν υποχρεούντο σε αυτό, πράγμα που δεν ισχύει, θα επρόκειτο για άμεσο επηρεασμό του συγκεκριμένου κράτους, όχι των πολιτών του ή των διοικητικών αρχών άλλων κρατών. Εν προκειμένω, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η απώλεια του καθεστώτος ασφαλούς χώρας αφορά την Ουγγαρία, γεγονός που συνεπάγεται ήδη σαφώς ότι οι αιτήσεις παροχής διεθνούς προστασίας, οι οποίες υποβάλλονται από τους πολίτες της σε άλλα κράτη μέλη, μπορούν να εξεταστούν στην ουσία τους. Το εάν μια αίτηση θα γίνει εντέλει δεκτή αποτελεί εντελώς διαφορετικό ζήτημα. Για να χρησιμοποιήσω μια αναλογία από το πεδίο των κρατικών ομολόγων, είναι σαν να μεταβάλλεται η αξιολόγηση του αξιοχρέου μιας χώρας από ΑΑΑ σε Β εν μία νυκτί και εν συνεχεία να υποστηρίζεται ότι ο υποβιβασμός αυτός δεν αφορά τη χώρα αυτή, διότι ορισμένοι πολίτες της διαθέτουν ακόμη κάποια χρήματα. Ο ισχυρισμός αυτός θα μπορούσε να είναι (τεχνικώς) αληθής, αλλά, με δεδομένο το αντικείμενο της αιτίασης, εκτός θέματος.

110. Κατά δεύτερον, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει και άλλο είδος έννομου αποτελέσματος των αιτιολογημένων προτάσεων του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ. Μια αιτιολογημένη πρόταση μπορεί βεβαίως να έχει αντίκτυπο στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και αναγνώριση εντός του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, ιδίως στο πλαίσιο της εκτέλεσης των ευρωπαϊκών ενταλμάτων συλλήψεως, αλλά ασφαλώς δεν περιορίζεται σε αυτόν τον τομέα του δικαίου.

111. Με την απόφασή του στην υπόθεση LM (35), το Δικαστήριο απεφάνθη ότι, σε περιπτώσεις όπου υπάρχει πραγματικός κίνδυνος προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, λόγω συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών όσον αφορά την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας του κράτους μέλους που εξέδωσε το ένταλμα, η δικαστική αρχή εκτελέσεως μπορεί, κατόπιν αξιολόγησης ανά υπόθεση, να αρνηθεί την παράδοση προσώπου, εφόσον συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι το οικείο πρόσωπο θα διατρέξει τέτοιον κίνδυνο σε περίπτωση παραδόσεώς του στο επίμαχο κράτος μέλος. Για να καταλήξει σε τέτοιο συμπέρασμα, η εν λόγω αρχή εκτελέσεως πρέπει να «έχει στη διάθεσή της στοιχεία, όπως αυτά που περιλαμβάνονται σε αιτιολογημένη πρόταση της Επιτροπής η οποία διατυπώθηκε κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, τα οποία συντείνουν στην ύπαρξη πραγματικού κινδύνου προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος σε δίκαιη δίκη» (36).

112. Ασφαλώς, η ενδεχόμενη απόφαση άρνησης εκτέλεσης ενός ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως δεν θα είναι αυτόματη. Η αιτιολογημένη πρόταση αποτελεί μόνον ένα από τα έγγραφα που το εθνικό δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη κατά την εκτίμησή του (37). Ωστόσο, στη σκέψη 61 της απόφασης LM, τονίζεται ότι η αιτιολογημένη πρόταση βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ αποτελεί έγγραφο ιδιαιτέρως κρίσιμο (38). Είναι αληθές, βέβαια, ότι η απόφαση LM αφορούσε αιτιολογημένη πρόταση εκ μέρους της Επιτροπής. Εντούτοις, η διαπίστωση αυτή, διατυπώθηκε, κατά την άποψή μου, στο πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών της εν λόγω υπόθεσης. Δεν την ερμηνεύω, ασφαλώς, ως ένδειξη της πρόθεσης να αναγνωριστεί στην αιτιολογημένη πρόταση της Επιτροπής μεγαλύτερο βάρος σε σχέση με τις αιτιολογημένες προτάσεις που μπορούν να εκδοθούν από τα άλλα δύο θεσμικά όργανα που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ (39).

113. Ως εκ τούτου, δεν υφίστανται πράγματι αυτόματες συνέπειες εξαιτίας της ύπαρξης αιτιολογημένης πρότασης στον τομέα αυτόν. Βεβαίως, το πρωτόκολλο αριθ. 24 δεν ενεργοποιείται αυτομάτως και αναπόφευκτα. Εντούτοις, δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί ότι δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, κάτι το οποίο, κατά αυθεντική κρίση του Δικαστηρίου, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την άρνηση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και την αναστολή της αμοιβαίας αναγνώρισης. Στερείται εννόμων αποτελεσμάτων ένα αναμφίβολα νομικό έγγραφο, και όχι απλό γεγονός, δυνάμενο να χρησιμοποιηθεί νομίμως για την απαλλαγή των κρατών μελών από διάφορες ουσιώδεις υποχρεώσεις τους βάσει του πρωτογενούς και του παράγωγου δικαίου της Ένωσης;

114. Φρονώ ότι ένα τέτοιο συμπέρασμα δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, από ρεαλιστική άποψη, δεν μπορεί να υποτιμηθεί η σημασία τέτοιων δημόσιων δηλώσεων προερχόμενων από την Ένωση. Είναι μάλλον απίθανο τα ποινικά δικαστήρια κράτους μέλους, και συνήθως τα πρωτοβάθμια ποινικά δικαστήρια, τα οποία είναι αρμόδια να αποφαίνονται επί των αιτήσεων παράδοσης, να διαθέτουν την ικανότητα ή να θεωρήσουν εαυτά αρμόδια να διενεργήσουν πλήρη έλεγχο ως προς την ποιότητα του κράτους δικαίου σε άλλο κράτος μέλος. Συνεπώς, αν οι παράγοντες αυτοί καλούνται ρητώς να βασιστούν σε δηλώσεις των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, τότε, όταν φθάνει η στιγμή για την υπεράσπιση των δηλώσεων αυτών και την αποδοχή των αναπόφευκτων συνεπειών τους, και πάλι σε επίπεδο Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της εύλογης πρόσβασης στη δικαιοσύνη (40), η εξουσία που ασκήθηκε και άρχισε να παράγει έννομα αποτελέσματα δεν μπορεί ξαφνικά να εξαφανιστεί σε μια ομιχλώδη «άρνηση οποιασδήποτε γνώσης» που θυμίζει μότο από το «X-Files».

115. Επομένως, η Ουγγαρία έχει σαφές έννομο συμφέρον προς άσκηση προσφυγής κατά του προσβαλλόμενου ψηφίσματος. Το ψήφισμα αυτό δεν ενεργοποιεί μόνον το άρθρο 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, παρέχοντας έτσι στο Συμβούλιο τη δυνατότητα να διαπιστώσει σαφή κίνδυνο σοβαρής παραβίασης των αξιών της Ένωσης από κράτος μέλος. Έχει επίσης αφ’ εαυτού έννομες συνέπειες για το εν λόγω κράτος μέλος.

116. Ως εκ τούτου, η προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η προσφεύγουσα κατά του προσβαλλόμενου ψηφίσματος δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ είναι παραδεκτή.

2.      Επί της ουσίας

117. Η προσφεύγουσα προβάλλει τέσσερις λόγους για την ακύρωση του προσβαλλόμενου ψηφίσματος επί της ουσίας. Θα εξετάσω κατ’ αρχάς (από κοινού) τους δύο λόγους ακυρώσεως με τους οποίους υποστηρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι το καθού όφειλε να έχει λάβει υπόψη την αποχή κατά την καταμέτρηση των ψηφισάντων, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν επιτεύχθηκε η απαιτούμενη πλειοψηφία. Εν συνεχεία, θα εξετάσω εν συντομία τους δύο άλλους λόγους ακυρώσεως.

1.      Επί του πρώτου και του τρίτου λόγου ακυρώσεως

1)      Τα επιχειρήματα των διαδίκων

118. Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι το προσβαλλόμενο ψήφισμα δεν θα είχε υιοθετηθεί, εάν είχε ληφθεί προσηκόντως υπόψη η αποχή. Το άρθρο 178, παράγραφος 3, του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ορίζει ότι υπολογίζονται μόνον οι ψήφοι «υπέρ» και «κατά» ως σύνολο ψηφισάντων, με την επιφύλαξη, που εισήχθη το 2016, «εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες προβλέπεται ειδική πλειοψηφία από τις Συνθήκες». Το άρθρο 354 ΣΛΕΕ, το οποίο εφαρμόζεται στις πράξεις που εκδίδονται από το Κοινοβούλιο δυνάμει του άρθρου 7 ΣΕΕ, θεσπίζει μια τέτοια ειδική πλειοψηφία, υπό τη μορφή των δύο τρίτων των ψηφισάντων και της πλειοψηφίας των μελών που το απαρτίζουν. Η σύμφωνη με το άρθρο 354 ΣΛΕΕ ερμηνεία του άρθρου 178, παράγραφος 3, [του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου] επιβάλλει την προσμέτρηση των απεχόντων κατά την καταμέτρηση.

119. Κατά το καθού, το γεγονός ότι δεν ελήφθη υπόψη η αποχή δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 354 ΣΛΕΕ, ούτε του άρθρου 178, παράγραφος 3, του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Σε ολόκληρο τον κόσμο, τα κοινοβούλια εφαρμόζουν ποικίλους κανόνες ως προς την αντιμετώπιση της αποχής. Σύμφωνα με το άρθρο 232 ΣΛΕΕ, το Κοινοβούλιο αποφασίζει το ίδιο για την οργάνωση και τη λειτουργία του. Δεδομένου ότι το άρθρο 354 ΣΛΕΕ δεν διευκρινίζει τον τρόπο αντιμετώπισης της αποχής, εναπόκειται στο Κοινοβούλιο να αποφασίσει επ’ αυτού. Συναφώς, το Κοινοβούλιο ακολουθούσε πάντοτε μια πάγια πρακτική, η οποία συνίστατο στη μη προσμέτρηση των απεχόντων στους ψηφίσαντες. Η αναθεώρηση του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του 2016 δεν αποσκοπούσε στην εισαγωγή εξαίρεσης από τον γενικό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίον δεν λαμβάνεται υπόψη η αποχή.

120. Κατά την παρεμβαίνουσα, το άρθρο 354, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αποχή, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 354, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Δεδομένου ότι η διάταξη αυτή προβλέπει ρητώς ότι η αποχή στο πλαίσιο του Συμβουλίου ή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου δεν εμποδίζει την έκδοση αποφάσεως, η έλλειψη αντίστοιχης επιφύλαξης στο άρθρο 354, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ υποδηλώνει ότι η αποχή πρέπει να προσμετράται.

121. Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, με τη μη προσμέτρηση της αποχής, δεν δόθηκε στους ευρωβουλευτές η δυνατότητα να ασκήσουν τα καθήκοντά τους ως εκπρόσωποι του λαού, με αποτέλεσμα την παραβίαση των αρχών της δημοκρατίας και της ισότητας μεταξύ των ευρωβουλευτών. Οι ευρωβουλευτές θα πρέπει να μπορούν να εκφράζουν τις πολιτικές τους απόψεις με διάφορους τρόπους. Επιπλέον, οι ευρωβουλευτές δεν ενημερώθηκαν προσηκόντως για τις διατυπώσεις της ψηφοφορίας, δεδομένου ότι η ενημέρωση αυτή παρασχέθηκε, με απλό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μόλις μιάμιση ημέρα πριν την ψηφοφορία.

122. Κατά το καθού, ο τρίτος αυτός λόγος ακυρώσεως πρέπει να κριθεί προδήλως αβάσιμος. Η μη προσμέτρηση των απεχόντων δεν συνιστά άνιση μεταχείριση ορισμένων ευρωβουλευτών. Όλοι οι ευρωβουλευτές έχουν τα ίδια δικαιώματα ψήφου και είναι ελεύθεροι να ψηφίζουν σύμφωνα με τις πολιτικές τους απόψεις και εν πλήρει συνειδήσει των συνεπειών που θα έχει η ψήφος τους επί του τελικού αποτελέσματος. Εξάλλου, εν προκειμένω, οι ευρωβουλευτές ήταν σε θέση να επιλέξουν συνειδητά, διότι γνώριζαν εκ των προτέρων τον ακριβή τρόπο καταμέτρησης των ψήφων.

2)      Ανάλυση

123. Ενώ με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το προσβαλλόμενο ψήφισμα παρέβη το άρθρο 354 ΣΛΕΕ και το άρθρο 178, παράγραφος 3, του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως αφορά την παραβίαση των αρχών της δημοκρατίας και της ισότητας, βάσει, αντιστοίχως, του άρθρου 2 ΣΕΕ και του άρθρου 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης). Εντούτοις, αμφότεροι οι λόγοι ανάγονται ουσιαστικά στο ίδιο ζήτημα: κατά πόσον η μη προσμέτρηση των απεχόντων κατά την καταμέτρηση των ψήφων συνάδει με διάφορες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. Ως εκ τούτου, είναι προτιμότερο να εξεταστούν από κοινού.

124. Κατά το άρθρο 231 ΣΛΕΕ, «εκτός αντιθέτων διατάξεων των Συνθηκών, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφασίζει με την πλειοψηφία των ψηφισάντων». Το άρθρο 7 ΣΕΕ θεσπίζει μια τέτοια εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 5, ΣΕΕ, «ο τρόπος ψηφοφορίας που, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, εφαρμόζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο […] καθορίζεται στο άρθρο 354 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

125. Δυνάμει του άρθρου 354, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, «για τους σκοπούς του άρθρου 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφασίζει με την πλειοψηφία των δύο τρίτων των ψηφισάντων, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν». Συνεπώς, κατά το άρθρο 354 ΣΛΕΕ απαιτούνται δύο τύποι πλειοψηφίας για την έκδοση αιτιολογημένων προτάσεων που καλούν το Συμβούλιο να ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ: πλειοψηφία των δύο τρίτων των ψηφισάντων και πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν (41).

126. Εν προκειμένω, αμφισβητείται μόνον το πρώτο είδος πλειοψηφίας. Η διαφορά μεταξύ των διαδίκων έγκειται στον ορισμό της έννοιας των «ψηφισάντων». Ενώ η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα θεωρούν ότι ο όρος «ψηφίσαντες» περιλαμβάνει τους απέχοντες, το καθού προβάλλει ότι η έννοια αυτή αφορά αποκλειστικά τις ψήφους υπέρ ή κατά της πρότασης.

127. Φρονώ ότι η άποψη του καθού είναι ορθή.

128. Πρώτον, από απλή γλωσσική άποψη, η λέξη «abstention» (αποχή) προέρχεται από τη λατινική λέξη abstinere, που σημαίνει μένω μακριά, μένω πίσω ή σε απόσταση, ή συγκρατούμαι/απέχω από κάτι. Σε παρόμοιο πνεύμα, το αγγλικό λεξικό της Οξφόρδης ορίζει την αποχή ως την «επίσημη άρνηση ψήφου, είτε υπέρ είτε κατά πρότασης ή πράξης». Επομένως, ένα πρόσωπο που απέχει δεν επιθυμεί να θεωρηθεί ότι είναι υπέρ ή κατά μιας πρότασης. Απλώς επιθυμεί (ή συμπεριφέρεται σαν να επιθυμεί) να μην είναι παρόν. Το πρόσωπο αυτό αρνείται να ψηφίσει και ζητεί να αντιμετωπιστεί ως εάν δεν συμμετείχε καθόλου στην ψηφοφορία.

129. Εξάλλου, το φυσικό νόημα της έννοιας του «ψηφίσαντος» είναι ότι το πρόσωπο εξέφρασε ενεργά την άποψή του μέσω της ψήφου, επιλέγοντας μεταξύ διαφόρων εναλλακτικών. Η επιλογή λοιπόν μπορεί να έχει τη μορφή της ψήφου υπέρ ή κατά προσώπου ή πράγματος, είτε πρόκειται για ψήφισμα, είτε για νόμο, είτε για έκθεση.

130. Από τον συνδυασμό των εννοιών «αποχή» και «ψηφίσαντες» προκύπτει ότι συνήθως η μία αποκλείει την άλλη. Το λογικό αυτό συμπέρασμα δεν αναιρείται από άλλους ειδικούς κανόνες, σχεδιασμένους για διαφορετικούς σκοπούς, στο πλαίσιο των οποίων τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να κληθούν να εκδηλώσουν ενεργά την αποχή τους (42). Είναι προφανές ότι οι ειδικοί αυτοί κανόνες αφορούν εντελώς διαφορετικά ζητήματα. Αποκλείεται οποιαδήποτε σκέψη για «κατ’ αναλογίαν» εφαρμογή του στην ερμηνεία γενικών κανόνων ψηφοφορίας.

131. Δεύτερον, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης του προσβαλλόμενου ψηφίσματος, το άρθρο 178, παράγραφος 3, του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο αποτελεί γενική διάταξη περί ψηφοφορίας, όριζε ότι «[γ]ια την έγκριση ή την απόρριψη κειμένου υπολογίζονται μόνο οι ψήφοι “υπέρ” και “κατά”, εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες προβλέπεται ειδική πλειοψηφία από τις Συνθήκες». Η διάταξη αυτή αποκλείει σαφώς και επί της αρχής την αποχή. Κατά τον τρόπο αυτόν, το Κοινοβούλιο άσκησε την εξουσία του να καθορίσει το ίδιο την οργάνωση και λειτουργία του, σύμφωνα με τη δυνατότητα που του παρέχει το άρθρο 232 ΣΛΕΕ.

132. Το γεγονός ότι η επιφύλαξη «εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες προβλέπεται ειδική πλειοψηφία από τις Συνθήκες» προστέθηκε στο άρθρο 178, παράγραφος 3, του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με την αναθεώρηση του 2016 δεν ασκεί συναφώς καμιά επιρροή. Η διατύπωση της διάταξης αυτής είναι ανοιχτή, καθώς περιλαμβάνει απλώς μια νομοθετική δυνατότητα και παραπέμπει σε άλλες διατάξεις.

133. Εντούτοις, καμία από τις διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου που επικαλείται η προσφεύγουσα δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 178, παράγραφος 3, του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έχει την έννοια, υπό το πρίσμα των εν λόγω διατάξεων του πρωτογενούς δικαίου, ότι επιβάλλει στο Κοινοβούλιο να προσμετρά τους απέχοντες στο σύνολο των ψηφισάντων κατά τον υπολογισμό της πλειοψηφίας των ψήφων των δύο τρίτων που απαιτείται για την έγκριση αιτιολογημένης πρότασης του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, όπως το προσβαλλόμενο ψήφισμα.

134. Ερωτηθείσα επ’ αυτού κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα αναφέρθηκε μόνον εμμέσως στο άρθρο 354 ΣΛΕΕ. Πράγματι, στη διάταξη αυτή προβλέπεται ειδική πλειοψηφία (πλειοψηφία των δύο τρίτων των ψηφισάντων, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία των μελών που απαρτίζουν το Κοινοβούλιο), όχι όμως και ειδικοί κανόνες που εισάγουν παρέκκλιση στον τρόπο καταμέτρησης των «ψηφισάντων». Στο στάδιο αυτό, ο συλλογισμός της προσφεύγουσας καθίσταται μάλλον κυκλικός και εγκλωβίζεται σε διασταυρούμενες παραπομπές μεταξύ των ίδιων διατάξεων, καμία εκ των οποίων δεν αναφέρει εξάλλου το αντίθετο. Εν ολίγοις, το άρθρο 178, παράγραφος 3, του Κανονισμού έδωσε απλώς τη δυνατότητα για κάτι που ουδέποτε υλοποιήθηκε.

135. Τρίτον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, δύσκολα γίνεται αντιληπτό το πώς, ενώ επιλέγουν οι ίδιοι ελεύθερα και κυριαρχικά να απέχουν, οι ευρωβουλευτές αποκλείονται από την άσκηση των καθηκόντων τους ως εκπρόσωποι του λαού. Η απόφαση να απέχουν, άλλωστε, ήταν δική τους (πολιτική) επιλογή. Επιπλέον, η αποχή των ευρωβουλευτών συνιστά αυτή καθεαυτήν τρόπο έκφρασης πολιτικής άποψης. Παρότι οι απέχοντες δεν προσμετρώνται στους ψηφίσαντες, συνήθως ασκούν άμεση επιρροή στον υπολογισμό του αριθμού των ψήφων που απαιτούνται για την επίτευξη της αντίστοιχης πλειοψηφίας (43). Η αποχή έχει επίσης σημασία σε επίπεδο πολιτικής νομιμότητας. Συνήθως, όσο υψηλότερο είναι το ποσοστό της, τόσο μικρότερη νομιμοποίηση διαθέτει η πολιτική απόφαση, ακόμη και εάν ληφθεί εντέλει.

136. Τέταρτον και τελευταίο, όσον αφορά ειδικά τον τρίτο λόγο ακυρώσεως της προσφεύγουσας, η δημοκρατική αρχή ασφαλώς απαιτεί, από νομικής απόψεως, την προβλεψιμότητα των κανόνων που εφαρμόζονται στην ψηφοφορία. Οι ευρωβουλευτές πρέπει να μπορούν να ψηφίζουν έχοντας γνώση των κανόνων που διέπουν τη διαδικασία ψηφοφορίας. Για παράδειγμα, πρέπει ασφαλώς να γνωρίζουν πριν την ψηφοφορία τις διατυπώσεις αυτής.

137. Εν προκειμένω, ωστόσο, δεν αντιλαμβάνομαι για ποιον λόγο προβάλλεται ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις αυτές. Δεν αμφισβητείται ότι οι ευρωβουλευτές ενημερώθηκαν για το γεγονός ότι οι απέχοντες δεν θα προσμετρηθούν στους ψηφίσαντες μιάμιση ημέρα πριν από την ψηφοφορία. Χωρίς να θέλω να υπεισέλθω στη συζήτηση για το τι συνιστά επαρκές χρονικό διάστημα στην πολιτική, ασφαλώς παρασχέθηκε έγκαιρη ενημέρωση ως προς τον τρόπο οργάνωσης της πραγματικής ψηφοφορίας. Ομοίως, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί να μη θεωρείται απολύτως πρόσφορη η επιλογή της γνωστοποίησης αυτής της πληροφορίας μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου απευθυνόμενου στους ευρωβουλευτές, λαμβανομένου υπόψη του χαρακτήρα και της λειτουργίας της εν λόγω πληροφορίας στον 21ο αιώνα.

138. Επομένως, φρονώ ότι ο πρώτος και τρίτος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμοι.

2.      Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως

139. Η προσφεύγουσα διατείνεται ότι η παράλειψη του προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να ζητήσει τη γνώμη της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (στο εξής: επιτροπή AFCO) επί της ερμηνείας του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θίγει την ασφάλεια δικαίου, δεδομένου ότι, τόσο πριν, όσο και μετά την ψηφοφορία, η ερμηνεία των σχετικών κανόνων ήταν αβέβαιη. Παραλείποντας να ζητήσει γνωμοδότηση της επιτροπής AFCO για τον τρόπο ψηφοφορίας, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν τήρησε την υποχρέωση να άρει τις αμφιβολίες. Ως εκ τούτου, εθίγη σοβαρά η δυνατότητα των ευρωβουλευτών να ασκήσουν τα δικαιώματά τους ως εκπρόσωποι του λαού σε σχέση με την ψηφοφορία.

140. Κατά το καθού, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να κριθεί προδήλως αβάσιμος. Η προσφεύγουσα δεν επικαλείται παραβίαση της ασφάλειας δικαίου. Δεν είναι σαφές κατά πόσον ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως θέτει ζήτημα ακυρότητας του άρθρου 178, παράγραφος 3, του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υπό το πρίσμα της ασφάλειας δικαίου ή της απόφασης του προέδρου να ζητήσει τη γνώμη της νομικής υπηρεσίας, όχι όμως της επιτροπής AFCO ή ζήτημα παράβασης ουσιώδους τύπου κατά την έκδοση του ψηφίσματος. Εν πάση περιπτώσει, ο πρόεδρος δεν υποχρεούται να ζητήσει τη γνώμη της επιτροπής AFCO σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 178, παράγραφος 3, του Κανονισμού.

141. Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως είναι προδήλως αβάσιμος.

142. Ο Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν περιλαμβάνει την υποχρέωση διαβούλευσης με την επιτροπή AFCO για την ερμηνεία των κανόνων ψηφοφορίας σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση υπόθεση. Το άρθρο 226, παράγραφος 1, του Κανονισμού προβλέπει πράγματι ότι «εάν προκύψουν αμφιβολίες σχετικά με την εφαρμογή ή ερμηνεία του παρόντος Κανονισμού, ο πρόεδρος μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα προς εξέταση στην αρμόδια επιτροπή» (44). Κατά συνέπεια, η ψηφοφορία επί του προσβαλλόμενου ψηφίσματος μπορούσε να διεξαχθεί χωρίς πρότερη ερμηνευτική ανάμιξη της επιτροπής AFCO.

143. Ως εκ τούτου, απλούστατα δεν υφίσταται υποχρέωση του προέδρου του Κοινοβουλίου να ενεργήσει κατά τον τρόπο που υποδεικνύει η προσφεύγουσα. Η αναφορά, στο πλαίσιο αυτό, στην αρχή της ασφάλειας δικαίου ουδόλως αναιρεί το συμπέρασμα αυτό. Επιπλέον, όσον αφορά την εγγύηση της ασφάλειας δικαίου, όχι μόνον ο πρόεδρος ζήτησε τη γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας του Κοινοβουλίου (45), μολονότι δεν ήταν υποχρεωμένος να το πράξει, αλλά και όλοι οι ευρωβουλευτές ενημερώθηκαν πριν την ψηφοφορία για τον τρόπο καταμέτρησης των ψήφων (46).

3.      Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως

144. Κατά την προσφεύγουσα, με το προσβαλλόμενο ψήφισμα παραβιάστηκαν οι αρχές της ειλικρινούς συνεργασίας, της καλής πίστης, της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Για τη σύνταξη του προταθέντος ψηφίσματος, το καθού δεν έπρεπε να βασιστεί σε διαδικασία επί παραβάσει κατά της προσφεύγουσας, η οποία ήταν ακόμη εκκρεμής ή περατωθείσα από την Επιτροπή. Δεδομένου ότι η Επιτροπή, ως θεματοφύλακας των Συνθηκών, δεν έκρινε δικαιολογημένη την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 7 ΣΕΕ, έτερο θεσμικό όργανο της Ένωσης δεν μπορούσε να επικαλεστεί περατωθείσα διαδικασία λόγω παραβάσεως για να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 7 ΣΕΕ.

145. Από την πλευρά του, το καθού διατείνεται ότι αυτός ο λόγος ακυρώσεως πρέπει να κριθεί προδήλως αβάσιμος. Από καμία νομική βάση δεν συνάγεται ότι η εκκρεμής ή περατωθείσα διαδικασία λόγω παραβάσεως εμποδίζει την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 7 ΣΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, το Κοινοβούλιο διαθέτει διακριτική ευχέρεια να προσδιορίσει σε ποια πραγματικά περιστατικά θα βασίσει τη θέση του.

146. Ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως είναι επίσης προδήλως αβάσιμος.

147. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ δεν περιορίζει τους λόγους για τους οποίους μπορεί να υιοθετηθεί αιτιολογημένη πρόταση. Δεν μπορεί επίσης να υποστηριχθεί σοβαρά ότι υφίσταται άλλη διάταξη του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του καθήκοντος ειλικρινούς συνεργασίας, η οποία περιορίζει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα στοιχεία στα οποία επιτρέπεται να εδράζεται η αιτιολογημένη πρόταση του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ. Δεδομένου ότι η πρόταση αυτή πρέπει να είναι αιτιολογημένη, το Κοινοβούλιο οφείλει να βασιστεί σε αντικειμενικά στοιχεία που υποδηλώνουν την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου. Προγενέστερες διαπιστώσεις παράβασης (ή παραβάσεων) μπορούν αναμφίβολα να συνιστούν τέτοια αντικειμενικά στοιχεία, συμβάλλοντας έτσι στην υποστήριξη της κατηγορίας σε βάρος του μνημονευόμενου στο άρθρο 7 ΣΕΕ κράτους μέλους, στο μέτρο που οι παραβάσεις αυτές αποτελούν παραβίαση των αξιών της Ένωσης. Συνεπώς, το γεγονός ότι το προσβαλλόμενο ψήφισμα στηρίχθηκε σε διαδικασία επί παραβάσει, είτε αυτή είναι περατωθείσα είτε εκκρεμής, δεν συνιστά παραβίαση καμιάς από τις αρχές στις οποίες στηρίζεται η προσφεύγουσα στο πλαίσιο του τετάρτου λόγου ακυρώσεως.

V.      Δικαστικά έξοδα

148. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του καθού. Σύμφωνα με το άρθρο 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η παρεμβαίνουσα φέρει τα δικαστικά της έξοδα.

VI.    Πρόταση

149. Προτείνω στο Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την υπό κρίση προσφυγή,

–        να καταδικάσει την Ουγγαρία στα δικαστικά έξοδα και

–        να διατάξει την Πολωνία να φέρει τα δικαστικά της έξοδα.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      Ψήφισμα P8_TA-PROV (2018) 0340 [2017/2131(INL)].


3      Όπως ίσχυε για τη σύνοδο 2014-2019 και όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2016, σχετικά με την γενική αναθεώρηση του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.


4      P8_TA(2017)0216.


5      Έκθεση A8-0250/2018 σχετικά με πρόταση να κληθεί το Συμβούλιο να διαπιστώσει, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, την ύπαρξη σαφούς κινδύνου σοβαρής παραβίασης από την Ουγγαρία των αξιών στις οποίες θεμελιώνεται η Ένωση  [2017/2131(INL)].


6      Διάταξη της 14ης Μαΐου 2019, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου (C‑650/18, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2019:438).


7      Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 2012, Πολωνία κατά Επιτροπής (C‑336/09 P, EU:C:2012:386, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), της 6ης Οκτωβρίου 2015, Schrems (C‑362/14, EU:C:2015:650, σκέψη 60), και της 29ης Μαΐου 2018, Liga van Moskeeën en Islamitische Organisaties Provincie Antwerpen κ.λπ. (C‑426/16, EU:C:2018:335, σκέψη 38).


8      Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψεις 91 έως 92), της 13ης Μαρτίου 2018, Industrias Químicas del Vallés κατά Επιτροπής (C‑244/16 P, EU:C:2018:177, σκέψη 102), και της 5ης Νοεμβρίου 2019, ECB κ.λπ. κατά Trasta Komercbanka κ.λπ. (C‑663/17 P, C‑665/17 P και C‑669/17 P, EU:C:2019:923, σκέψη 54).


9      Πρβλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 5ης Δεκεμβρίου 2017, Γερμανία κατά Συμβουλίου  (C‑600/14, EU:C:2017:935, σκέψη 108), και της 9ης Ιουλίου 2020, Τσεχική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (C‑575/18 P, EU:C:2020:530, σκέψη 52).


10      Βλ. για παράδειγμα, διάταξη της 2ας Νοεμβρίου 2001, Πορτογαλία κατά Επιτροπής (C‑208/99, EU:C:2001:638, σκέψη 23).


11      Βλ. για παράδειγμα, όσον αφορά το άρθρο 275, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, απόφαση της 24ης Ιουνίου 2014, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C‑658/11, EU:C:2014:2025, σκέψη 70), της 19ης Ιουλίου, H κατά Συμβουλίου κ.λπ. (C‑455/14 P, EU:C:2016:569, σκέψη 40), και της 25ης Ιουνίου 2020, CSUE κατά KF (C‑14/19 P, EU:C:2020:492, σκέψη 66). Για μια αναλυτική επισκόπηση της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου στον τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση CSUE κατά KF (C‑14/19 P, EU:C:2020:220, σημεία 51 έως 89).


12      Ειδικότερα, στον κύκλο συζητήσεων σχετικά με το Δικαστήριο εξετάστηκε μόνον ο αποκλεισμός του δικαστικού ελέγχου σχετικά με την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας (CONV 689/1/03 REV 1).


13      Σημεία 45 έως 48 των παρουσών προτάσεων.


14      Το τότε άρθρο Λ ΣΕΕ.


15      Όχι μόνον ως προς τη διαδικασία του άρθρου 7 ΣΕΕ, αλλά κυρίως ως προς τον εξωκοινοτικό δεύτερο και τρίτο πυλώνα (την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας και τη συνεργασία στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων).


16      Πρβλ. σημείο 37 των παρουσών προτάσεων.


17      Το άρθρο 269 ΣΛΕΕ είναι διατυπωμένο ως εξουσιοδοτική διάταξη στις περισσότερες γλωσσικές αποδόσεις, για παράδειγμα στα τσεχικά, τα γερμανικά, τα ισπανικά, τα αγγλικά ή τα ιταλικά. Μολονότι διατυπώνεται ως άρνηση («la Cour de justice n’est compétente […] que […]»), η γαλλική απόδοση σε καμία περίπτωση δεν υποδηλώνει ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα για άλλες πράξεις πλην αυτών που εκδίδονται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ή το Συμβούλιο. Από τη διατύπωσή του καθίσταται απλώς σαφές ότι ο δικαστικός έλεγχος των τελευταίων αυτών πράξεων διεξάγεται με τον συγκεκριμένο και περιορισμένο τρόπο του άρθρου 269 ΣΛΕΕ.


18      Την οποία πραγματεύομαι, ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο, στα σημεία 82 έως 102 των παρουσών προτάσεων.


19      Σχετικά με την έκταση του δικαστικού ελέγχου βάσει του εκάστοτε αντικειμένου, βλ. απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Puppinck κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑418/18 P, EU:C:2019:111, σκέψεις 87 έως 97). Πρβλ., για παράδειγμα, αναφορικά με άλλη κατηγορία πολιτικής πράξης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2014, Schönberger κατά Κοινοβουλίου (C‑261/13 P, EU:C:2014:2423, σκέψη 24), όπου το Δικαστήριο απεφάνθη ότι το Κοινοβούλιο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια πολιτικής φύσεως ως προς τη συνέχεια που μπορεί να δώσει σε τέτοια αναφορά. Το Δικαστήριο έκρινε συναφώς ότι η σχετική απόφαση δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.


20      Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 23ης Απριλίου 1986, Les Verts κατά Κοινοβουλίου (294/83, EU:C:1986:166, σκέψη 23), και της 23ης Σεπτεμβρίου 2008, Kadi and Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑402/05 P και C‑415/05 P, EU:C:2008:461, σκέψη 281). Η υπογράμμιση δική μου.


21      Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 19ης Ιουλίου 2016, H κατά Συμβουλίου κ.λπ. (C‑455/14 P, EU:C:2016:569, σκέψη 41), και της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft (C‑72/15, EU:C:2017:236, σκέψεις 72 έως 73), οι οποίες δέχθηκαν την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου παρά το άρθρο 275, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.


22      Απόφαση της 23ης Απριλίου 1986, Les Verts κατά Κοινοβουλίου (294/83, EU:C:1986:166).


23      Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, Σλοβακία και Ουγγαρία κατά Συμβουλίου (C‑643/15 και C‑647/15, EU:C:2017:631, σκέψεις 123 έως 124 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Puppinck κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑418/18 P, EU:C:2019:1113, σκέψη 95).


24      Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 2000, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής  (C‑147/96, EU:C:2000:335, σκέψη 26), και της 17ης Ιουλίου 2008, Αθηναϊκή Τεχνική κατά Επιτροπής (C‑521/06 P, EU:C:2008:422, σκέψη 42).


25      Πρβλ. για παράδειγμα, αναφορικά με τη διαδικασία επί του προϋπολογισμού, απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988,  Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (302/87, EU:C:1988:461, σκέψεις 23 και 24).


26      Βλ., αναφορικά με την υποβολή προτάσεως κανονισμού από την Επιτροπή προς το Συμβούλιο, διάταξη της 15ης Μαΐου 1997, Berthu κατά Επιτροπής (T‑175/96, EU:T:1997:72, σκέψη 21).


27      Για παράδειγμα, η αιτιολογημένη πρόταση της Επιτροπής σχετικά με το κράτος δικαίου στην Πολωνία περιέχει ιδιαίτερα μακροσκελή αιτιολογική έκθεση, η οποία ακολουθείται από πολύ σύντομο σχέδιο πρότασης [COM(2017) 835 τελικό].


28      Διαφέρει, δε, κατά μείζονα λόγο από τη διοικητική διαδικασία. Κατά συνέπεια, δεν θεωρώ, επί παραδείγματι, τη νομολογία για τις κρατικές ενισχύσεις [για παράδειγμα απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2001, Ιταλία κατά Επιτροπής (C‑400/99, EU:C:2001:528, σκέψεις 62 και 63)] ιδιαίτερα σχετική από αυτή την άποψη.


29      Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2011, Deutsche Post και Γερμανία κατά Επιτροπής (C‑463/10 P και C‑475/10 P, EU:C:2011:656, σκέψεις 53 έως 54).


30      Βλ. πώς ονομάζεται η διαδικασία αυτή στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 354 ΣΛΕΕ: «άρθρο 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά την αναστολή ορισμένων δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιδιότητα μέλους της Ένωσης». Η διατύπωση αυτή υποδηλώνει ξεκάθαρα ότι οι κυρώσεις συνιστούν την κορύφωση του άρθρου 7 ΣΕΕ.


31      Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 2014, Nencini κατά Κοινοβουλίου (C‑447/13 P, EU:C:2014:2372, σκέψη 48), και της 14ης Ιουνίου 2016, Marchiani κατά κοινοβουλίου (C‑566/14 P, EU:C:2016:437, σκέψη 96).


32      Βλ., για παράδειγμα, κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 12ης Φεβρουαρίου 2015, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C‑48/14, EU:C:2015:91, σκέψεις 57 και 58), και της 21ης Ιουνίου 2018, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου  (C‑5/16, EU:C:2018:483, σκέψη 90). Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (C‑523/04, EU:C:2006:717, σημεία 52 έως 126) αναφορικά με την αιτίαση των Κάτω Χωρών όσον αφορά την ειλικρινή συνεργασία, σχετικά με την καθυστέρηση της αποφάσεως της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά του εν λόγω κράτους μέλους.


33      Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 19ης Ιουλίου 2016, H κατά Συμβουλίου κ.λπ. (C‑455/14 P, EU:C:2016:569, σκέψη 41), και της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft (C‑72/15, EU:C:2017:236, σκέψεις 72 και 73).


34      Βλ., για παράδειγμα, γνωμοδότηση 2/13 (Προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ) της 18ης Δεκεμβρίου 2014 (EU:C:2014:2454, σημείο 161), και απόφαση της 10ης Μαΐου 2017, de Lobkowicz (C‑690/15, EU:C:2017:355, σκέψη 40).


35      Απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος) (C‑216/18 PPU, EU:C:2018:586).


36      Όπ.π. (σκέψη 79). Η υπογράμμιση δική μου.


37      Ωστόσο, το σενάριο που ανοίχθηκε από το Δικαστήριο δεν κινείται πλέον στη σφαίρα του υποθετικού. Βλ., για παράδειγμα, απόφαση του Oberlandesgericht Karlsruhe (Εφετείου Καρλσρούης, Γερμανία), της 17ης Φεβρουαρίου 2020 (301 AR 156/19), καθώς και την προκαταρκτική διάταξη παραπομπής του Rechtbank Amsterdam (πρωτοδικείου Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες), της 3ης Σεπτεμβρίου 2020, εκκρεμούσα ενώπιον του Δικαστηρίου ως υπόθεση C‑412/20 PPU.


38      «Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην αιτιολογημένη πρόταση που προσφάτως απηύθυνε η Επιτροπή στο Συμβούλιο βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ συνιστούν ιδιαιτέρως κρίσιμα στοιχεία για την αξιολόγηση αυτή» (σκέψη 61 της εν λόγω αποφάσεως). Η υπογράμμιση δική μου.


39      Βλ., σε παρόμοιο πνεύμα με ανωτέρω, σημείο 91 των παρουσών προτάσεων. Υπό τη λογική του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, η αιτιολογημένη πρόταση παραμένει τέτοια, ανεξαρτήτως των τριών φορέων που την εκδίδουν.


40      Σε παρόμοιο πνεύμα, αναφορικά με την απαραίτητη σύνδεση μεταξύ της δράσης της Ένωσης, αφενός, και της αναγκαίας πρόσβασης στη δικαιοσύνη, αφετέρου, βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Région de Bruxelles-Capitale κατά Επιτροπής (C‑352/19 P, EU:C:2020:588, σημεία 80 και 126 έως 136).


41      Πρβλ. άρθρο 83, παράγραφος 3 του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο παρατίθεται στο σημείο 9 των παρουσών προτάσεων.


42      Όπως το άρθρο 180, παράγραφος 3, [του Κανονισμού], το οποίο ρυθμίζει την ψηφοφορία με ονομαστική κλήση, σε περίπτωση αδυναμίας χρήσης του ηλεκτρονικού συστήματος ψηφοφορίας, το οποίο εύλογα προβλέπει την έκφραση τριών επιλογών ψήφου («ναι», «όχι» ή «αποχή»)· ή ενδεχόμενους ειδικούς κανόνες όσον αφορά την αποζημίωση των ευρωβουλευτών, από τους οποίους, ομοίως εύλογα, απαιτείται να αποδεικνύουν τη φυσική τους παρουσία στο Κοινοβούλιο, η οποία πληρούται ακόμη και εάν οι ψήφοι τους δεν καταγράφονται ως «ναι» ή «όχι» στις επιμέρους ψηφοφορίες.


43      Υπό κανονικές συνθήκες, η αποχή μειώνει τον αριθμό των απαιτούμενων θετικών ψήφων σε περιπτώσεις ψηφοφορίας βάσει απλής πλειοψηφίας των παρόντων. Για τον λόγο αυτόν, για ιδιαίτερα είδη ψηφοφορίας προβλέπονται και ειδικές πλειοψηφίες, οι οποίες απαιτούν όχι μόνο συγκεκριμένο αριθμό παρόντων και ψηφισάντων, αλλά και την επίτευξη συγκεκριμένου ποσοστού επί όλων των μελών που απαρτίζουν μια νομοθετική συνέλευση.


44      Η υπογράμμιση δική μου. Γενικότερα, το άρθρο 83, παράγραφος 1, του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο θεσπίζει τη διαδικασία που ακολουθεί το Κοινοβούλιο για την έγκριση αιτιολογημένης πρότασης δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ, επιβάλλει μόνον τη σύνταξη ειδικής έκθεσης από την αρμόδια επιτροπή (ήτοι την επιτροπή LIBE, όχι την επιτροπή AFCO) πριν από την ψηφοφορία. Η επίσημη ανάμιξη της επιτροπής προβλέπεται μεταγενέστερα, στο στάδιο της έγκρισης της διαπίστωσης του Συμβουλίου από το Κοινοβούλιο και στο πλαίσιο των μέτρων που δίνουν συνέχεια σε αυτή τη σύμφωνη γνώμη (βλ. άρθρο 83, παράγραφοι 2, 4 και 5, του Κανονισμού).


45      Βλ. σημείο 14 των παρουσών προτάσεων.


46      Βλ. σημεία 16 και 137 των παρουσών προτάσεων.

Top