EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62018CC0236

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα E. Tanchev της 22ας Μαΐου 2019.
GRDF SA κατά Eni Gas & Power France SA κ.λπ.
Αίτηση του Cour de cassation για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Κοινοί κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου – Οδηγία 2009/73/ΕΚ – Άρθρο 41, παράγραφος 11 – Επίλυση διαφορών που αφορούν υποχρεώσεις που επιβάλλονται στον διαχειριστή του δικτύου – Διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεων της αρχής επίλυσης διαφορών – Ασφάλεια δικαίου – Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.
Υπόθεση C-236/18.

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2019:441

 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

EVGENI TANCHEV

της 22ας Μαΐου 2019 ( 1 )

Υπόθεση C‑236/18

GRDF SA

κατά

ENI Gas & Power France SA,

Direct énergie,

Commission de régulation de l’énergie,

Procureur général près la cour d’appel de Paris

[αίτηση του Cour de cassation
(Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Γαλλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Οδηγία 2009/73/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου – Υποχρεώσεις των διαχειριστών συστημάτων διανομής – Άρθρο 41 της οδηγίας 2009/73 – Διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεων των αρχών επίλυσης διαφορών – Αρχές της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας – Ασφάλεια δικαίου και δικαιολογημένη εμπιστοσύνη»

1.

Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως του Cour de Cassation (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Γαλλία) (στο εξής: αιτούν δικαστήριο) αφορά τις εξουσίες που έχουν ανατεθεί στις αρχές επίλυσης διαφορών δυνάμει του άρθρου 41 της οδηγίας 2009/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 2003/55/ΕΚ ( 2 ). Το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν από ποιο χρονικό σημείο μπορούν να παράγουν αποτελέσματα τα μέτρα που προτείνει μια αρχή επίλυσης διαφορών για να επιλύσει διαφορά που ανακύπτει στο πλαίσιο της οδηγίας 2009/73. Μπορεί η απόφαση που λαμβάνει μια αρχή επίλυσης διαφορών να εφαρμοστεί στο σύνολο της συμβατικής περιόδου την οποία αφορά η εν λόγω διαφορά, ή πρέπει η εν λόγω περίοδος να περιοριστεί;

2.

Το προδικαστικό ερώτημα αυτό ανακύπτει σε πλαίσιο στο οποίο μια σύμβαση συναφθείσα μεταξύ ενός διαχειριστή συστήματος διανομής, ήτοι της GRDF, και ενός προμηθευτή, της Direct énergie, δεν ήταν συμβατή με την οδηγία 2009/73 επί μακρό χρονικό διάστημα. Τούτο οφειλόταν στο γεγονός ότι η σύμβαση επέτρεπε την επιβάρυνση του προμηθευτή, της Direct énergie, με το κόστος του μη καταβληθέντος χρέους των τελικών πελατών, ενώ αυτό θα έπρεπε να επιβαρύνει τον διαχειριστή του συστήματος διανομής, ήτοι την GRDF. Συνεπώς, η απάντηση που θα δοθεί στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα είναι αναγκαία για να προσδιοριστεί το εύρος των οικονομικών συνεπειών για την GRDF, στο πλαίσιο της συμβατικής σχέσης της με την Direct énergie, που απορρέουν από την εν λόγω έλλειψη νομιμότητας. Η υπόθεση εντάσσεται στο ειδικό πλαίσιο των αποκαλούμενων «ενιαίων συμβάσεων» οι οποίες αφορούν τόσο την προμήθεια όσο και τη διανομή φυσικού αερίου και συνάπτονται στη Γαλλία με καταναλωτές και επαγγελματίες πελάτες που ασκούν μικρής κλίμακας δραστηριότητες.

I. Το νομικό πλαίσιο

Α.   Το δίκαιο της Ένωσης

3.

Οι αιτιολογικές σκέψεις 3, 6, 25, 30, 33 και 48 της οδηγίας 2009/73 έχουν ως εξής:

«(3)

Οι ελευθερίες που εγγυάται η συνθήκη στους πολίτες της Ένωσης –μεταξύ άλλων η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, η ελευθερία παροχής υπηρεσιών και η ελευθερία εγκατάστασης– είναι δυνατές μόνο στο πλαίσιο της εντελώς ανοικτής αγοράς, η οποία παρέχει σε όλους τους καταναλωτές τη δυνατότητα να επιλέγουν ελεύθερα τους προμηθευτές τους και δίνει σε όλους τους προμηθευτές την ελευθερία να προμηθεύουν τους πελάτες τους.

[…]

(6)

Χωρίς τον αποτελεσματικό διαχωρισμό των δικτύων από τις δραστηριότητες παραγωγής και προμήθειας (“αποτελεσματικός διαχωρισμός”), υπάρχει κίνδυνος διακρίσεων στην εκμετάλλευση των δικτύων, αλλά και στην παροχή κινήτρων στις κάθετα ολοκληρωμένες επιχειρήσεις για να κάνουν τις αναγκαίες επενδύσεις στα δίκτυά τους.

[…]

(25)

Η πρόσβαση χωρίς διακρίσεις στο δίκτυο διανομής είναι καθοριστικής σημασίας για την πρόσβαση στους πελάτες λιανικής, στα επόμενα στάδια της αγοράς. […]

[…]

(30)

Οι ρυθμιστικοί φορείς θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν αποφάσεις σε κάθε συναφές ρυθμιστικό θέμα προκειμένου να λειτουργεί ορθώς η εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και να είναι πλήρως ανεξάρτητοι από οποιοδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό συμφέρον. Αυτό δεν εμποδίζει ούτε τον δικαστικό έλεγχο ούτε την κοινοβουλευτική εποπτεία σύμφωνα με το συνταγματικό δίκαιο των κρατών μελών. […]

[…]

(33)

Οι εθνικοί ρυθμιστικοί φορείς θα πρέπει να έχουν εξουσία να εκδίδουν δεσμευτικές αποφάσεις για τις επιχειρήσεις φυσικού αερίου και να επιβάλλουν ή να προτείνουν στο αρμόδιο δικαστήριο να επιβάλει αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις σε επιχειρήσεις φυσικού αερίου που δεν συμμορφώνονται προς τις υποχρεώσεις τους. Οι ρυθμιστικές αρχές ενέργειας θα πρέπει επίσης να έχουν την εξουσία να αποφασίζουν, ανεξάρτητα από την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, ως προς τη λήψη κατάλληλων μέτρων ώστε να εξασφαλίζονται οφέλη για τους καταναλωτές μέσα από την προώθηση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού που είναι αναγκαίος για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς φυσικού αερίου. Τα προγράμματα απελευθέρωσης φυσικού αερίου είναι ένα από τα πιθανά μέτρα για την προώθηση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού και την εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς. Οι ρυθμιστικοί φορείς ενέργειας […] θα πρέπει επίσης να διαθέτουν τις εξουσίες να συμβάλλουν στην εξασφάλιση υψηλών προτύπων δημόσιας υπηρεσίας σε συμμόρφωση με το άνοιγμα της αγοράς, την προστασία των ευάλωτων καταναλωτών και την πλήρη αποτελεσματικότητα των μέτρων προστασίας των καταναλωτών. Οι διατάξεις αυτές θα πρέπει να ισχύουν χωρίς να θίγονται ούτε οι εξουσίες της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης των συγχωνεύσεων που έχουν κοινοτική διάσταση, αλλά ούτε και οι κανόνες για την εσωτερική αγορά, όπως, λόγου χάρη, για την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων. Ο ανεξάρτητος φορέας ενώπιον του οποίου δικαιούται να προσφύγει μέρος θιγόμενο από απόφαση του ρυθμιστικού φορέα θα μπορούσε να είναι δικαστική αρχή αρμόδια για τη διενέργεια δικαστικού ελέγχου.

[…]

(48)

Τα συμφέροντα των καταναλωτών θα πρέπει να βρίσκονται στο επίκεντρο της παρούσας οδηγίας και η ποιότητα εξυπηρέτησης να αποτελεί κεντρική ευθύνη των επιχειρήσεων φυσικού αερίου. Τα υφιστάμενα δικαιώματα των καταναλωτών θα πρέπει να ενισχυθούν και να διασφαλισθούν, και να περιλαμβάνουν μεγαλύτερη διαφάνεια. Η προστασία των καταναλωτών θα πρέπει να διασφαλίζει ότι όλοι οι καταναλωτές στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο απολαμβάνουν τα οφέλη μιας ανταγωνιστικής αγοράς. Τα δικαιώματα των καταναλωτών θα πρέπει να επιβάλλονται από τα κράτη μέλη ή, όταν το κράτος μέλος διαθέτει σχετική πρόβλεψη, από τις ρυθμιστικές αρχές.»

4.

Το άρθρο 32 της οδηγίας 2009/73 φέρει τον τίτλο «Πρόσβαση τρίτων». Η παράγραφος 1 ορίζει:

«Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την εφαρμογή ενός συστήματος πρόσβασης τρίτων στο σύστημα μεταφοράς και διανομής και στις εγκαταστάσεις ΥΦΑ, με βάση δημοσιευμένα τιμολόγια, το οποίο ισχύει για όλους τους επιλέξιμους πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων προμήθειας, και εφαρμόζεται αντικειμενικά και αμερόληπτα μεταξύ των χρηστών του συστήματος. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα εν λόγω τιμολόγια, ή οι μέθοδοι που διέπουν τον υπολογισμό τους, να εγκρίνονται πριν τεθούν σε ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 41 από τη ρυθμιστική αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 39 παράγραφος 1, τα δε τιμολόγια αυτά και οι μέθοδοι –στην περίπτωση που μόνο μέθοδοι εγκρίνονται– να δημοσιεύονται πριν από την έναρξη ισχύος τους.»

5.

Το άρθρο 40 της οδηγίας 2009/73 φέρει τον τίτλο «Γενικοί στόχοι της ρυθμιστικής αρχής» και προβλέπει τα εξής:

«Κατά την εκτέλεση των ρυθμιστικών καθηκόντων που προσδιορίζονται στην παρούσα οδηγία, η ρυθμιστική αρχή λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα προς επίτευξη των κατωτέρω στόχων εντός του πλαισίου των καθηκόντων και εξουσιών της που καθορίζονται στο άρθρο 41, διαβουλευόμενη στενά με άλλες σχετικές εθνικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των αρχών ανταγωνισμού, κατά περίπτωση, και με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων τους:

α)

προώθηση, σε στενή συνεργασία με τον Οργανισμό, τις ρυθμιστικές αρχές των λοιπών κρατών μελών και την Επιτροπή, ανταγωνιστικής, ασφαλούς και περιβαλλοντικά βιώσιμης εσωτερικής αγοράς φυσικού αερίου εντός της Κοινότητας και αποτελεσματικό άνοιγμα της αγοράς για όλους τους πελάτες και τους προμηθευτές στην Κοινότητα, και διασφάλιση κατάλληλων συνθηκών για την αποτελεσματική και αξιόπιστη λειτουργία των δικτύων αερίου, λαμβάνοντας υπόψη μακροπρόθεσμους στόχους·

[…]

ε)

διευκόλυνση της πρόσβασης νέου παραγωγικού δυναμικού στο δίκτυο, ιδίως μέσω της άρσης των εμποδίων που θα μπορούσαν να αποτρέψουν την πρόσβαση νέων φορέων στην αγορά και φυσικού αερίου από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας·

[…]».

6.

Το άρθρο 41 φέρει τον τίτλο «Καθήκοντα και αρμοδιότητες της ρυθμιστικής αρχής» και προβλέπει τα εξής:

«1.   Στη ρυθμιστική αρχή ανατίθενται τα εξής καθήκοντα:

α)

να καθορίζει ή να εγκρίνει, σύμφωνα με διαφανή κριτήρια, ρυθμισμένα τιμολόγια μεταφοράς ή διανομής ή τις μεθόδους υπολογισμού τους·

β)

να εξασφαλίζει τη συμμόρφωση των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς και διανομής και, όπου συντρέχει περίπτωση, των ιδιοκτητών των συστημάτων, καθώς και όλων των επιχειρήσεων φυσικού αερίου, προς τις υποχρεώσεις που υπέχουν από την παρούσα οδηγία και από κάθε άλλη συναφή κοινοτική νομοθεσία, μεταξύ άλλων όσον αφορά διασυνοριακά θέματα·

[…]

στ)

να εξασφαλίζει ότι δεν υπάρχουν διασταυρούμενες επιδοτήσεις μεταξύ των δραστηριοτήτων μεταφοράς, διανομής, αποθήκευσης, ΥΦΑ και προμήθειας·

[…]

4.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ανατίθενται στις ρυθμιστικές αρχές οι αρμοδιότητες που τους παρέχουν τη δυνατότητα να εκτελούν ταχέως και αποτελεσματικά τα καθήκοντα που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 3 και 6. Για το σκοπό αυτό, οι ρυθμιστικές αρχές διαθέτουν τουλάχιστον τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

α)

να εκδίδουν δεσμευτικές αποφάσεις για τις επιχειρήσεις φυσικού αερίου·

[…]

δ)

να επιβάλλουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις σε επιχειρήσεις φυσικού αερίου οι οποίες δεν συμμορφώνονται προς τις υποχρεώσεις που υπέχουν από την παρούσα οδηγία ή προς τυχόν σχετικές, νομικά δεσμευτικές αποφάσεις της ρυθμιστικής αρχής ή του Οργανισμού ή να προτείνουν σε αρμόδιο δικαστήριο να επιβάλλει τις εν λόγω κυρώσεις. Στις αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνεται η επιβολή ή η πρόταση επιβολής κυρώσεων ύψους έως 10 % του ετήσιου κύκλου εργασιών του διαχειριστή συστήματος μεταφοράς στον διαχειριστή συστήματος μεταφοράς ή έως 10 % του ετήσιου κύκλου εργασιών της κάθετα ολοκληρωμένης επιχείρησης στην κάθετα ολοκληρωμένη επιχείρηση, ανάλογα με την περίπτωση, για μη συμμόρφωση προς τις αντίστοιχες υποχρεώσεις που υπέχουν από την παρούσα οδηγία […]

[…]

10.   Οι ρυθμιστικές αρχές έχουν το δικαίωμα να απαιτούν από τους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς, αποθήκευσης, ΥΦΑ και διανομής να τροποποιούν, αν χρειάζεται, τους όρους και προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των τιμολογίων και των μεθοδολογιών που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, προκειμένου να εξασφαλίζεται η αναλογικότητα και η αμερόληπτη εφαρμογή τους. […]

11.   Οποιοδήποτε μέρος έχει να υποβάλει καταγγελία κατά διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς, αποθήκευσης, ΥΦΑ ή διανομής σε συνάρτηση με τις υποχρεώσεις των συγκεκριμένων διαχειριστών βάσει της οδηγίας, μπορεί να υποβάλλει την καταγγελία στις ρυθμιστικές αρχές, οι οποίες, ενεργώντας ως αρχή επίλυσης των διαφορών, εκδίδουν απόφαση εντός δύο μηνών από την παραλαβή της καταγγελίας. Η περίοδος αυτή είναι δυνατόν να παραταθεί κατά δύο μήνες όταν οι ρυθμιστικές αρχές ζητούν συμπληρωματικές πληροφορίες. Η παραταθείσα περίοδος μπορεί να παραταθεί περαιτέρω, με τη σύμφωνη γνώμη του καταγγέλλοντος. Η απόφαση της ρυθμιστικής αρχής έχει δεσμευτική ισχύ, εκτός εάν και έως ότου ακυρωθεί κατόπιν προσφυγής.

[…]»

7.

Ο κανονισμός (ΕΚ) 715/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους όρους πρόσβασης στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1775/2005 ( 3 ), ορίζει, στο άρθρο 13, παράγραφος 1, τα εξής:

«Τα τιμολόγια ή οι μέθοδοι υπολογισμού των τιμολογίων που εφαρμόζονται από τους διαχειριστές των δικτύων μεταφοράς και έχουν εγκριθεί από τις ρυθμιστικές αρχές δυνάμει του άρθρου 41, παράγραφος 6 της οδηγίας 2009/73/ΕΚ, καθώς και τα τιμολόγια που έχουν δημοσιευθεί δυνάμει του άρθρου 32 παράγραφος 1 της ίδιας οδηγίας είναι διαφανή, λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη για ακεραιότητα και βελτίωση του δικτύου και αντιπροσωπεύουν το πραγματικά καταβληθέν κόστος, εφόσον αντιστοιχεί στο κόστος αποτελεσματικού και διαρθρωτικά συγκρίσιμου διαχειριστή δικτύου και είναι διαφανές, συμπεριλαμβανομένης της κατάλληλης απόδοσης των επενδύσεων, και, όπου ενδείκνυται, λαμβάνουν υπόψη τη συγκριτική αξιολόγηση των τιμολογίων από τις ρυθμιστικές αρχές. Τα τιμολόγια ή οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό τους, εφαρμόζονται κατά τρόπο που δεν συνεπάγεται διακρίσεις.

Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι τα τιμολόγια μπορούν επίσης να καθορίζονται μέσω ρυθμίσεων με βάση την αγορά, όπως οι πλειστηριασμοί, υπό την προϋπόθεση ότι οι ρυθμίσεις αυτές και τα έσοδα που αποφέρουν έχουν εγκριθεί από τη ρυθμιστική αρχή.

Τα τιμολόγια ή οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό τους, διευκολύνουν το αποδοτικό εμπόριο αερίου και τον ανταγωνισμό με ταυτόχρονη αποφυγή των διασταυρούμενων επιδοτήσεων μεταξύ των χρηστών των δικτύων και παρέχουν κίνητρα για την πραγματοποίηση επενδύσεων και τη διατήρηση ή τη δημιουργία της διαλειτουργικότητας των δικτύων μεταφοράς.

Τα τιμολόγια πρόσβασης για τους χρήστες δικτύου δεν εισάγουν διακρίσεις και ορίζονται χωριστά για κάθε σημείο εισόδου ή εξόδου του συστήματος μεταφοράς. Οι μηχανισμοί επιμερισμού του κόστους και η μεθοδολογία καθορισμού των τιμών όσον αφορά τα σημεία εισόδου και εξόδου εγκρίνονται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Έως τις 3 Σεπτεμβρίου 2011 τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι έπειτα από μεταβατική περίοδο τα τέλη δικτύου δεν υπολογίζονται με βάση την προβλεπόμενη στη σύμβαση διαδρομή.»

Β.   Το γαλλικό δίκαιο

8.

Κατά το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο L. 134‑20 του code de l’énergie (ενεργειακού κώδικα), όπως ίσχυε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ορίζει:

«Η απόφαση της επιτροπής, με την οποία μπορεί να επιβάλλονται και χρηματικές ποινές, είναι αιτιολογημένη και ορίζει ποιες τεχνικές και οικονομικές προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται προς επίλυση της διαφοράς, ώστε η πρόσβαση στα δίκτυα, συστήματα και εγκαταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο L. 134-19 ή η χρήση τους να είναι, κατά περίπτωση, διασφαλισμένη. Εφόσον είναι αναγκαίο για την επίλυση της διαφοράς, η επιτροπή μπορεί να καθορίζει, κατά τρόπο αντικειμενικό, διαφανή, αμερόληπτο και αναλογικό, τους όρους προσβάσεως στα εν λόγω δίκτυα, συστήματα και εγκαταστάσεις ή τους όρους χρήσεως αυτών ( 4 ).»

II. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

9.

Οι προκάτοχοι της Direct énergie, της δεύτερης εναγομένης της κύριας δίκης, συνήψαν στις 21 Ιουνίου 2005 και στις 21 Νοεμβρίου 2008, αντιστοίχως, δύο συμβάσεις μεταφοράς φυσικού αερίου μέσω του γαλλικού συστήματος διανομής φυσικού αερίου. Οι συμβάσεις αυτές συνήφθησαν με τον διαχειριστή του συστήματος διανομής, ήτοι την GRDF, η οποία είναι η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης.

10.

Στις 22 Ιουλίου 2013 η Direct énergie ζήτησε την έκδοση αποφάσεως της comité de règlement des différends et des sanctions (στο εξής: Cordis), ήτοι της αρχής επίλυσης διαφορών και κυρώσεων του άρθρου 41, παράγραφος 11, της οδηγίας 2009/73, που υπάγεται στην Commission de régulation de l’énergie (Ρυθμιστική Επιτροπή Ενέργειας, στο εξής: CRE), η οποία με τη σειρά της αποτελεί την αρχή επιβολής του νόμου στη Γαλλία κατά την έννοια των άρθρων 40 και 41 της οδηγίας 2009/73. Η αιτούμενη από την Direct énergie απόφαση αφορούσε τα οικονομικά βάρη στα οποία υποβλήθηκε από την έναρξη ισχύος αμφότερων των προαναφερθεισών συμβάσεων, τα οποία θα έπρεπε να είχαν αναληφθεί από την GRDF (βλ. σημεία 1 και 2 των παρουσών προτάσεων). Η Eni Gas & Power France, η πρώτη εναγομένη, συμμετείχε επίσης σε αυτή τη διαδικασία.

11.

Η Cordis εξέδωσε απόφαση στις 19 Σεπτεμβρίου 2014. Στη διάταξη περί παραπομπής επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, η GRDF υποχρεούνταν να προσφέρει στην Direct énergie μια νέα σύμβαση για τη μεταφορά αερίου μέσω του συστήματος διανομής φυσικού αερίου, εντός έξι μηνών από την κοινοποίηση της αποφάσεως, η οποία σύμβαση έπρεπε να συνάδει με την αρχή ότι η προμηθεύτρια Direct énergie δεν μπορεί να ευθύνεται για τη μη καταβολή στην GRDF οφειλόμενων ποσών από τον τελικό πελάτη. Η εν λόγω σύμβαση έπρεπε να καλύπτει το σύνολο της συμβατικής περιόδου.

12.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από την Direct énergie και την Eni Gas & Power France ενώπιον του cour d’appel de Paris (εφετείου Παρισίων, Γαλλία). Το δικαστήριο αυτό επικύρωσε την απόφαση στις 2 Ιουνίου 2016 προσθέτοντας, μεταξύ άλλων, ότι:

η GRDF υποχρεούνταν να προτείνει τροποποιήσεις, μέσω προσθηκών, στις συμβάσεις για την πρόσβαση στο σύστημα φυσικού αερίου μεταξύ της GRDF και της Direct énergie. Οι εν λόγω προσθήκες έπρεπε να ορίζουν ότι είναι άκυρες, ως αν δεν είχαν καταρτιστεί ποτέ, οι ρήτρες της σχετικής συμβάσεως οι οποίες προέβλεπαν ότι η πρόσβαση στη σύμβαση εξαρτάται από την αποδοχή της υπηρεσίας διαμεσολάβησης εκ μέρους της προμηθεύτριας Direct énergie και ότι η τελευταία παρέχει υποχρεωτικώς υπηρεσίες που κανονικά βαρύνουν την GRDF, χωρίς μάλιστα να μπορεί να διαπραγματευθεί τις τιμές ή τους όρους εκτελέσεως των υπηρεσιών.

Στην Direct énergie έπρεπε να καταβληθεί αμοιβή δίκαιη και ανάλογη προς το εξοικονομούμενο από την GRDF κόστος για τις υπηρεσίες οι οποίες παρέχονταν στους πελάτες από την Direct énergie για λογαριασμό της GRDF.

13.

Η GRDF άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι κακώς αναγνωρίστηκε στην Cordis η εξουσία να εκδίδει αποφάσεις με αναδρομική ισχύ και αποτέλεσμα την αναδρομική τροποποίηση συμβατικών όρων. Η Direct énergie αντιτάσσει επιχειρήματα που βασίζονται κυρίως στην επιτακτική ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Το αιτούν δικαστήριο σημειώνει ότι η απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Μαρτίου 2008, Vereniging Nationaal Overlegorgaan Sociale Werkvoorziening κ.λπ. ( 5 ), εδραιώνει την αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία, κατά την άποψή του, μπορεί να υπερισχύσει της αποτελεσματικής εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.

14.

Τούτων δοθέντων, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχει η οδηγία [2009/73], και ιδίως το άρθρο 41, παράγραφος 11, αυτής, την έννοια ότι στη ρυθμιστική αρχή πρέπει να αναγνωρίζεται, όταν επιλύει ορισμένη διαφορά, η εξουσία να λαμβάνει απόφαση που να ισχύει για όλο το χρονικό διάστημα το οποίο αφορά η κρινόμενη διαφορά, χωρίς να έχει σημασία το πότε ακριβώς αυτή ανέκυψε μεταξύ των μερών, ιδίως αντλώντας τις προβλεπόμενες έννομες συνέπειες από το γεγονός ότι μια σύμβαση αντιβαίνει στις διατάξεις της οδηγίας, με την έκδοση αποφάσεως της οποίας τα αποτελέσματα να καλύπτουν όλη τη διάρκεια της συμβατικής περιόδου;»

15.

Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στο Δικαστήριο η GRDF, η Direct énergie, η Eni Gas & Power France, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Όλες οι ανωτέρω συμμετείχαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 6 Μαρτίου 2019.

III. Σύνοψη των γραπτών παρατηρήσεων

16.

Κατά την άποψη της GRDF, η σιωπή του νομοθέτη της Ένωσης υποδηλώνει τη βούλησή του να μην επιτρέψει σε όργανα όπως η Cordis να εκδίδουν αποφάσεις με αναδρομική ισχύ ( 6 ). Η GRDF υποστηρίζει επίσης ότι τα διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεων οργανισμών όπως η Cordis αποτελούν ζήτημα που εμπίπτει στη διαδικαστική αυτονομία των κρατών μελών ( 7 ).

17.

Ελλείψει εθνικής ρύθμισης που να έχει εφαρμογή ratione temporis στη διαφορά της κύριας δίκης ( 8 ), η αναγνώριση αναδρομικότητας των αποφάσεων της Cordis πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, της μη αναδρομικότητας, της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Σε καμία από αυτές δεν βρίσκει έρεισμα η αναδρομικότητα των αποφάσεων της Cordis. Η GRDF υποστηρίζει επίσης ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται από την Cordis δεν είναι δικαιοδοτικής φύσεως αλλά διοικητικής.

18.

Η GRDF υποστηρίζει ότι τα διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεων της Cordis, υπέρ των οποίων τάσσεται, συνάδουν με την αρχή της ισοδυναμίας. Η GRDF προσθέτει ότι η αρχή της αποτελεσματικότητας πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του άρθρου 34, παράγραφος 3, της οδηγίας 2009/73, το οποίο δίνει έμφαση στην ταχεία επίλυση των διαφορών. Η έλλειψη αναδρομικής ισχύος των αποφάσεων της Cordis δεν υποβαθμίζει αυτήν την επιταγή ( 9 ).

19.

Υπό το πρίσμα των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η GRDF υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η αρχή της μη αναδρομικότητας των διοικητικών αποφάσεων εφαρμόζεται όταν οι αρχές των κρατών μελών λαμβάνουν διοικητικές αποφάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης ( 10 ). Οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης επιτάσσουν οι κανονιστικές ρυθμίσεις να είναι σαφείς και ακριβείς ( 11 ) και η εφαρμογή τους να είναι προβλέψιμη, τα δε αναδρομικά μέτρα δεν συμβιβάζονται με αυτές τις επιταγές ή με την προστασία του καταναλωτή.

20.

Κατά την GRDF, η αναγνώριση αναδρομικής ισχύος στις αποφάσεις της Cordis θα έθετε υπό αμφισβήτηση τη νομική σταθερότητα του τομέα του φυσικού αερίου και θα επέφερε οικονομικές επιπτώσεις, με αποτέλεσμα η GRDF να πρέπει να αυξήσει το κόστος των υπηρεσιών της, το οποίο θα έπρεπε να ανακτηθεί από την τελική τιμή του φυσικού αερίου που πληρώνει ο καταναλωτής.

21.

Η Eni Gas & Power France υποστηρίζει ότι ο ρόλος της Cordis δεν μπορεί να διαφέρει θεμελιωδώς από εκείνον ενός δικαστηρίου, δεδομένου ότι έγκειται στην παροχή περισσότερο και όχι λιγότερο ταχείας και αποτελεσματικής προστασίας σε σχέση με αυτήν που παρέχουν τα δικαστήρια. Η αρχή της αποτελεσματικότητας αποτελεί βασική αρχή του δικαίου της Ένωσης ( 12 ) και συνεπώς οι εσωτερικές διαδικασίες των κρατών μελών οφείλουν να διασφαλίζουν ότι οι αποφάσεις της Cordis παράγουν πλήρως τα έννομα αποτελέσματά τους. Η Eni Gas & Power France διατείνεται επίσης ότι δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της ισοδυναμίας, η δε αρχή της ασφάλειας δικαίου είναι εγγενώς ελαστική και δεν εγγυάται άνευ όρων ότι μια δεδομένη νομική κατάσταση δεν θα μεταβληθεί. Επομένως, το δίκαιο της Ένωσης επιτάσσει η αρχή επίλυσης διαφορών να έχει την εξουσία να εκδίδει απόφαση της οποίας τα αποτελέσματα θα καλύπτουν το σύνολο του χρονικού διαστήματος το οποίο αφορά η έλλειψη νομιμότητας.

22.

H Direct énergie δέχεται ότι αν οι αποφάσεις της Cordis δεν παρήγαν αποτελέσματα από την ημερομηνία των παράνομων συμβατικών δεσμεύσεων, οι διάδικοι θα προσέφευγαν συστηματικά στα δικαστήρια, εφόσον διέθεταν σχετικό ένδικο βοήθημα, γεγονός που θα οδηγούσε σε αποκλίνουσες καταστάσεις αναλόγως των διαθέσιμων ενδίκων βοηθημάτων και θα ερχόταν σε αντίθεση με τον σκοπό της ταχείας επίλυσης των διαφορών που επιδιώκει η οδηγία 2009/73 ( 13 ). Η οδηγία 2009/73 θα στερούνταν της πρακτικής αποτελεσματικότητάς της (effet utile) και, στο πλαίσιο αυτό, η Direct énergie καλεί το Δικαστήριο να εφαρμόσει κατ’ αναλογίαν τη νομολογία που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο της προστασίας των καταναλωτών έναντι καταχρηστικών συμβατικών ρητρών, καθώς και στο πλαίσιο της νομοθεσίας περί ίσης μεταχειρίσεως ( 14 ).

23.

Η Direct énergie υποστηρίζει επίσης ότι, σύμφωνα με την οδηγία 2009/73, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές πρέπει να διαθέτουν ευρείες εξουσίες, οι οποίες καθορίζονται ειδικότερα στο άρθρο 41, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ.

24.

Η Direct énergie υπενθυμίζει ότι μπορεί να γίνει επίκληση της αρχής της ασφάλειας δικαίου μόνον όταν μια διοικητική πράξη αντίκειται προδήλως στο δίκαιο της Ένωσης, ακόμη και αν έχει καταστεί απρόσβλητη ( 15 ). Προσθέτει ότι η μη αναγνώριση αναδρομικής ισχύος στις αποφάσεις της Cordis θα επικύρωνε πρακτικές αντίθετες στο δίκαιο της Ένωσης και απορρίπτει τα επιχειρήματα της GRDF όσον αφορά την αποσταθεροποίηση της αγοράς ( 16 ). Η υπεροχή του δικαίου της Ένωσης, καθώς και η απαίτηση για αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά μέτρα, επιβάλλει τη θέση εκποδών αντίθετων συμβατικών αρχών.

25.

Τέλος, η Direct énergie υποστηρίζει ότι η επίκληση, από το αιτούν δικαστήριο, της αποφάσεως Vereniging Nationaal Overlegorgaan Sociale Werkvoorziening κ.λπ. είναι άστοχη ( 17 ).

26.

Η Γαλλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η διαφορά της κύριας δίκης αφορά μόνον τις καλούμενες «ενιαίες συμβάσεις», στις οποίες οι οικιακοί καταναλωτές έχουν συνάψει μία σύμβαση τόσο για την προμήθεια όσο και για τη διανομή του φυσικού αερίου. Προμηθεύτριες όπως η Direct énergie και η Eni Gas & Power France έχουν συνάψει συμβάσεις μεταφοράς με την GRDF, με σκοπό να συνάψουν στη συνέχεια ενιαίες συμβάσεις με τους καταναλωτές. Τα ποσά που εισπράττονται βάσει των εν λόγω συμβάσεων για τη διανομή πρέπει να μεταβιβάζονται στην GRDF. Ως εκ τούτου, οι συμβάσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα το κόστος των ανεξόφλητων λογαριασμών του καταναλωτή να βαρύνει τις προμηθεύτριες Direct énergie και Eni Gas & Power France, αντί για τον διαχειριστή του συστήματος διανομής, ήτοι την GRDF. Στο πλαίσιο αυτό ανέκυψε η υπό κρίση διαφορά.

27.

Η Γαλλική Κυβέρνηση καλεί το Δικαστήριο να αναδιατυπώσει το προδικαστικό ερώτημα, αμφισβητώντας ιδίως το κατά πόσον, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, στην Cordis «πρέπει να αναγνωρίζεται […] η εξουσία να λαμβάνει απόφαση που να ισχύει για όλο το χρονικό διάστημα το οποίο αφορά η κρινόμενη διαφορά». Εάν η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα αυτό είναι αρνητική, δεν είναι δεδομένο ότι θα παρασχεθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, διότι δεν θα έχει εξετασθεί το ζήτημα κατά πόσον ένα τέτοιο χρονικό πεδίο εφαρμογής επιτρέπεται βάσει του δικαίου της Ένωσης, χωρίς να επιβάλλεται από αυτό ( 18 ). Ως εκ τούτου, η Γαλλική Κυβέρνηση προτείνει να αναδιατυπωθεί το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, ώστε να ερωτάται αν το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται στο να αφορούν οι εν λόγω αποφάσεις χρονική περίοδο που καλύπτει το σύνολο της επίμαχης συμβατικής περιόδου.

28.

Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τόσο η πρακτική αποτελεσματικότητα (effet utile) της οδηγίας 2009/73 όσο και η αρχή της αποτελεσματικότητας συνηγορούν υπέρ της αρνητικής απαντήσεως στο προδικαστικό ερώτημα αυτό, όπως αναδιατυπώθηκε. Η απάντηση εξαρτάται, ωστόσο, από την τήρηση των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της αναλογικότητας και του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων όπως κατοχυρώνονται από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έργο που απόκειται στο αιτούν δικαστήριο.

29.

Σύμφωνα με τη Γαλλική Κυβέρνηση, εάν δεν αναδιατυπωθεί το προδικαστικό ερώτημα, η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική. Ελλείψει εναρμονίσεως, τα διαχρονικά αποτελέσματα εμπίπτουν στο περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη κατά τη μεταφορά οδηγιών στην εσωτερική έννομη τάξη δυνάμει του άρθρου 288 ΣΛΕΕ, καθώς και στο πεδίο της εθνικής διαδικαστικής αυτονομίας τους, υπό την επιφύλαξη των αρχών της ισοδυναμίας, της αποτελεσματικότητας και άλλων γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης. Η Γαλλική Κυβέρνηση παραπέμπει, μεταξύ άλλων, σε μια απόφαση του Δικαστηρίου στον τομέα του δικαίου του ΦΠΑ ( 19 ) και σε μια απόφαση στον τομέα της επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντων παροχών ( 20 ), για να καταδείξει πώς η αρχή της ασφάλειας δικαίου μπορεί να εισαγάγει περιορισμούς στα διαχρονικά αποτελέσματα. Ωστόσο, εναπόκειται στα κράτη μέλη να βρουν τον τρόπο με τον οποίο θα συμβιβάσουν τις αρχές αυτές ( 21 ). Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να αξιολογήσει τη συμμόρφωση με τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας ( 22 ).

30.

Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι φορείς όπως η Cordis είναι ανεξάρτητες διοικητικές αρχές που διαθέτουν εξουσίες και αρμοδιότητες παρόμοιες με αυτές των αρχών ανταγωνισμού. Όταν αρχές όπως η Cordis λαμβάνουν αποφάσεις βάσει του άρθρου 41, παράγραφος 11, της οδηγίας 2009/73, η αποτελεσματικότητα των αποφάσεών τους πρέπει να είναι συγκρίσιμη με εκείνη των αποφάσεων ενός δικαστηρίου, ιδίως όσον αφορά την εφαρμογή τους ratione temporis. Κατ’ αρχήν, οι αποφάσεις αυτές παράγουν αποτελέσματα ex tunc, αλλά ο νομοθέτης ή ο δικαστής μπορούν να πράξουν διαφορετικά, εφόσον η εξισορρόπηση των επιταγών της αποτελεσματικότητας και της υπεροχής του δικαίου, αφενός, με την ασφάλεια δικαίου και τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, αφετέρου, επιβάλλουν έναν περιορισμό χρονικής φύσεως.

31.

Συνεπώς, δυνάμει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας καθώς και της αποτελεσματικότητας και της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης, όλες οι παράνομες συνέπειες πρέπει να εξαλειφθούν από μια σύμβαση της οποίας οι όροι δεν είναι σύμφωνοι με τις απαιτήσεις της οδηγίας 2009/73. Ωστόσο, το ίδιο το Δικαστήριο περιορίζει τα διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεών του σύμφωνα με την επιταγή της ασφάλειας δικαίου. Αυτό όμως αποτελεί εξαίρεση ( 23 ) και πρέπει να περιορίζεται αυστηρά και να δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους ασφάλειας δικαίου, λαμβανομένων υπόψη όλων των συμφερόντων, τόσο των δημόσιων όσο και των ιδιωτικών ( 24 ). Οι παράμετροι που αφορούν τη διασφάλιση των δικαιωμάτων είναι επίσης σημαντικοί ( 25 ).

32.

Τέλος, η Επιτροπή παραπέμπει σε μια απόφαση που αφορά την τιμολόγηση της ενέργειας και συμβατικές σχέσεις που δημιουργήθηκαν πριν από την αντιδικία. Στην εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο αρνήθηκε να προσαρμόσει τα διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεών του ( 26 ). Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν συντρέχει κανένας κίνδυνος στη διαφορά της κύριας δίκης που να δικαιολογεί έναν χρονικό περιορισμό. Συνεπώς, μια ρυθμιστική αρχή όπως η Cordis πρέπει να έχει την εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις που ισχύουν για το σύνολο της περιόδου την οποία αφορά η αντιδικία, ανεξάρτητα από τον χρόνο γένεσης της διαφοράς μεταξύ των μερών. Αυτό είναι σύμφωνο προς το πνεύμα και τους σκοπούς της οδηγίας 2009/73. Αν τα αποτελέσματα των αποφάσεων των ρυθμιστικών αρχών όπως η Cordis ήταν χρονικά περιορισμένα, θα μειωνόταν σημαντικά η αποτελεσματικότητά τους και η ικανότητά τους να διασφαλίζουν την καλή λειτουργία της αγοράς και την ανάπτυξη μιας ανταγωνιστικής αγοράς φυσικού αερίου.

IV. Ανάλυση

Α.   Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

1. Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου

33.

Επισημαίνω ευθύς εξ αρχής ότι η διάταξη περί παραπομπής δεν προσδιορίζει λεπτομερώς για ποιον λόγο ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 2009/73, πέραν της διάταξης που προβλέπει μέσο έννομης προστασίας, είναι κρίσιμες για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Εν συντομία, επιβάλλεται, αφενός, να προσδιοριστεί αν αυτός που πρέπει να επιβαρύνεται με τους ανεξόφλητους λογαριασμούς των τελικών πελατών στο πλαίσιο των αποκαλούμενων ενιαίων συμβάσεων διανομής και προμήθειας φυσικού αερίου είναι ο διαχειριστής του συστήματος διανομής ή ο προμηθευτής φυσικού αερίου, και, αφετέρου, να προσδιοριστούν οι επακόλουθες συνέπειες αν αποδειχθεί ότι την επιβάρυνση αυτή οφείλει να φέρει ο διαχειριστής του συστήματος διανομής και όχι ο προμηθευτής. Η διαφορά αφορά ευρύτερα τις υπηρεσίες διαχείρισης πελατών και την καταβλητέα στους προμηθευτές αμοιβή ως αντάλλαγμα για την παροχή των υπηρεσιών αυτών για λογαριασμό του διαχειριστή συστήματος διανομής.

34.

Πρόβλημα ανακύπτει διότι, κατά το άρθρο 41, παράγραφος 11, της οδηγίας 2009/73, οποιοδήποτε «μέρος έχει να υποβάλει καταγγελία κατά διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς, αποθήκευσης, ΥΦΑ ή διανομής σε συνάρτηση με τις υποχρεώσεις των συγκεκριμένων διαχειριστών βάσει της οδηγίας, μπορεί να υποβάλλει την καταγγελία στις ρυθμιστικές αρχές» (η υπογράμμιση δική μου). Μια διάταξη που προβλέπει μέσα έννομης προστασίας θα υπαχθεί στην ερμηνευτική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, εφόσον διαπιστωθεί ότι είναι κρίσιμη όσον αφορά προβαλλόμενη ουσιαστική παράβαση της σχετικής οδηγίας ( 27 ), δεδομένου ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει γενική αρμοδιότητα ως προς μέσα έννομης προστασίας που δεν εμπίπτουν στους τομείς επί των οποίων διαθέτει ουσιαστική αρμοδιότητα. Γενικότερα, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξηγήσει τη σχέση μεταξύ, αφενός, των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης στις οποίες παραπέμπει, και, αφετέρου, της επίμαχης διαφοράς και του αντικειμένου της ( 28 ).

35.

Οι προφορικές παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν επ’ αυτού μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως.

36.

Η GRDF υποστήριξε ότι η επίμαχη στην παρούσα διαφορά υπηρεσία είναι η υπηρεσία διαχείρισης πελατών που αφορά τους τελικούς πελάτες, η οποία παρέχεται από τον προμηθευτή για λογαριασμό του διαχειριστή του συστήματος διανομής, η συγκεκριμένη δε υπηρεσία ουδόλως προβλέπεται στην οδηγία 2009/73. Αντιθέτως, διέπεται από το γαλλικό δίκαιο, με αποτέλεσμα η υπόθεση της κύριας δίκης να μην εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/73.

37.

Η ENI Gas & Power France επισήμανε ότι η οδηγία 2009/73 προβλέπει κοινούς κανόνες σχετικά με τη διανομή και την προμήθεια του αερίου στους τελικούς καταναλωτές. Αναφέρθηκε στο άρθρο 1 της οδηγίας 2009/73, το οποίο ορίζει το αντικείμενο και το πεδίο εφαρμογής της, και επισήμανε ότι το αντικείμενο της κύριας δίκης αφορούσε την τιμολόγηση για την πρόσβαση στο δίκτυο διανομής και τη διαχείριση των υπηρεσιών πελατών από τον προμηθευτή για λογαριασμό του διαχειριστή συστήματος διανομής. Η αμοιβή που οφείλεται για την εν λόγω υπηρεσία βρίσκεται στο επίκεντρο της διαφοράς. Λαμβάνοντας τούτο υπόψη, διατείνεται ότι η διαφορά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/73 διότι το επίμαχο ζήτημα είναι η πρόσβαση στο δίκτυο και οι σχέσεις μεταξύ διανομής και προμήθειας.

38.

Η Direct énergie υποστήριξε ότι η υποχρέωση του διαχειριστή συστήματος διανομής βάσει της οδηγίας 2009/73 είναι να διασφαλίζει την πρόσβαση στο δίκτυο συμφώνως προς το άρθρο 32, η οποία πρέπει να είναι χωρίς διακρίσεις, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπει το άρθρο 35. Εάν ένας διαχειριστής συστήματος διανομής υποστήριζε ότι θα αρνούνταν την πρόσβαση σε προμηθευτή σε περίπτωση που ο τελευταίος δεν παρείχε υπηρεσίες για λογαριασμό του, αυτό θα συνιστούσε άρνηση πρόσβασης βάσει της οδηγίας 2009/73. Αναφορά έγινε επίσης στις υποχρεώσεις της ρυθμιστικής αρχής βάσει του άρθρου 40, ιδίως όσον αφορά τη διατήρηση του ανταγωνισμού.

39.

Με τις προφορικές παρατηρήσεις της Γαλλικής Κυβέρνησης αποσαφηνίστηκαν τα ζητήματα. Ο εκπρόσωπος της Γαλλικής Κυβέρνησης επισήμανε ότι οι υπηρεσίες διαχείρισης πελατών που παρέχονται στη Γαλλία από τους προμηθευτές για λογαριασμό των διαχειριστών δικτύων διανομής, όπως η GRDF, συνιστούν έναν τρόπο πρόσβασης στο δίκτυο που έχει προβλεφθεί από τον Γάλλο νομοθέτη κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 32 της οδηγίας 2009/73, σχετικά με την πρόσβαση τρίτων στο σύστημα μεταφοράς και διανομής, μαζί με το σύστημα των ενιαίων συμβάσεων που το εν λόγω δίκτυο περιλαμβάνει, και τούτο υπό την επιφύλαξη της ελεύθερης επιλογής των πελατών όσον αφορά τους προμηθευτές, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας 2009/73.

40.

Η Επιτροπή υποστήριξε ότι στην υπόθεση της κύριας δίκης αντίδικοι ήταν δύο πάροχοι αερίου, επρόκειτο για υπηρεσίες διανομής, η δε GRDF αποτελεί διαχειριστή συστήματος διανομής, οπότε ήταν εφαρμοστέα η οδηγία 2009/73.

41.

Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η υπόθεση της κύριας δίκης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/73, διότι οι προφορικές παρατηρήσεις που συνοψίζονται ανωτέρω θεμελιώνουν τον αναγκαίο ουσιαστικό σύνδεσμο μεταξύ της ουσίας της διαφοράς που ανέκυψε μεταξύ των μερών και της οδηγίας 2009/73 ( 29 ). Στο ανωτέρω συμπέρασμα κατέληξα αφού έλαβα υπόψη τους σκοπούς της οδηγίας 2009/73 (βλ. σημείο 3 των παρουσών προτάσεων), το πεδίο εφαρμογής της ( 30 ), όπως ορίζεται στο άρθρο 1, και το γεγονός ότι η διάταξη περί παραπομπής επισημαίνει επανειλημμένα ότι η έννοια του όρου «διανομή» στο άρθρο 2, παράγραφος 5, της οδηγίας 2009/73 είναι κρίσιμη για την υπόθεση της κύριας δίκης, παρότι κανένα ερώτημα δεν τέθηκε επί του ζητήματος αυτού. Η κρινόμενη διαφορά αφορά κατ’ ουσίαν τις ισχύουσες τιμές για τις υπηρεσίες που παρέχονται από έναν προμηθευτή για λογαριασμό ενός διαχειριστή συστήματος διανομής. Συνεπώς, αφορά τον καθορισμό των τιμών και την πρόσβαση στο δίκτυο, τα οποία εμπίπτουν αμφότερα στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/73, καθώς και τη σχέση τους με άρθρο 41, παράγραφος 11.

2. Μη αναδιατύπωση του υποβληθέντος προδικαστικού ερωτήματος

42.

Παράλληλα, δεν συμφωνώ με τα επιχειρήματα που προέβαλε η Γαλλική Κυβέρνηση, σύμφωνα με τα οποία το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να αναδιατυπωθεί. Το γεγονός ότι η επιτακτική διατύπωση «πρέπει» ή, όπως διατυπώνεται στο πρωτότυπο της διάταξης περί παραπομπής, «ils commandent qu’une autorité de régulation […] ait le pouvoir», χρησιμοποιήθηκε αναφορικά με τις εξουσίες μιας ρυθμιστικής αρχής σχετικά με τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεώς της δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να παράσχει μια λιγότερο κατηγορηματική απάντηση.

3. Η υπόθεση της κύριας δίκης δεν αφορά περίπτωση αναδρομικότητας και δεν συνεπάγεται το μερικώς απαράδεκτο του ερωτήματος.

43.

Τέλος, δεν συμφωνώ με τα επιχειρήματα της GRDF σύμφωνα με τα οποία η υπόθεση της κύριας δίκης αφορά περίπτωση κατά την οποία η Cordis προέβη σε αναδρομική εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης.

44.

Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η ερμηνεία την οποία δίδει το Δικαστήριο σε κανόνα του δικαίου της Ένωσης, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που του αναθέτει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, διαφωτίζει και διευκρινίζει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, τη σημασία και το περιεχόμενο του αντίστοιχου κανόνα όπως πρέπει ή θα έπρεπε να νοείται και να εφαρμόζεται από την ημερομηνία της θέσης του σε ισχύ. Επομένως, ο κανόνας που ερμηνεύθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί και πρέπει να εφαρμοστεί από τον δικαστή ακόμη και σε έννομες σχέσεις που γεννήθηκαν και διαμορφώθηκαν πριν από την απόφαση που έκρινε επί της αιτήσεως ερμηνείας, εφόσον συντρέχουν, κατά τα λοιπά, οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν να αχθεί ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων μια διαφορά σχετικά με την εφαρμογή του εν λόγω κανόνα ( 31 ).

45.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η οδηγία 2009/73 έχει εφαρμογή ratione temporis από τις 3 Μαρτίου 2011, ήτοι την ημερομηνία εκπνοής της προθεσμίας μεταφοράς της στην εσωτερική έννομη τάξη βάσει του άρθρου 54 ( 32 ). Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε ερμηνεία του άρθρου 41, παράγραφος 11, της οδηγίας 2009/73 που θα δώσει το Δικαστήριο πρέπει να ισχύει από εκείνη την ημερομηνία (ήτοι τις 3 Μαρτίου 2011). Οι εξουσίες λήψης αποφάσεων της Cordis, ως αρμόδιας αρχής επίλυσης διαφορών δυνάμει του άρθρου 41, παράγραφος 11, πρέπει αναγκαστικά να ισχύουν αναδρομικά μέχρι την εν λόγω ημερομηνία, υπό την επιφύλαξη της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών μελών, η οποία με τη σειρά της υπόκειται στις αρχές της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας, καθώς και στο γράμμα του άρθρου 41, παράγραφος 11, της εν λόγω οδηγίας το οποίο απαιτεί να εκδίδεται απόφαση το αργότερο εντός τεσσάρων μηνών από την παραλαβή της καταγγελίας.

46.

Χωρεί, ωστόσο, επίκληση του άρθρου 41, παράγραφος 11, της οδηγίας 2009/73 για να θεμελιωθεί εξουσία της Cordis να λαμβάνει μέτρα που θα παράγουν αποτελέσματα για το χρονικό διάστημα πριν από τις 3 Μαρτίου 2011; Το σημείο αυτό είναι σημαντικό, διότι οι κρίσιμες για την υπόθεση της κύριας δίκης συμβάσεις συνήφθησαν στις 21 Ιουνίου 2005 και στις 21 Νοεμβρίου 2008.

47.

Το ζήτημα αυτό πρέπει να κριθεί με βάση την ερμηνεία των κρίσιμων όρων της προϊσχύσασας οδηγίας, ήτοι της οδηγίας 2003/55/ΕΚ, και με βάση το αν η Cordis αναλαμβάνει τον ρόλο αρχής επίλυσης διαφορών σύμφωνα με το γαλλικό δίκαιο κατά την έννοια της οδηγίας 2003/55, ζήτημα του οποίου η εκτίμηση εμπίπτει στην αρμοδιότητα του κράτους μέλους. Ωστόσο, η οδηγία 2009/73, της οποίας την ερμηνεία έχει ζητήσει το αιτούν δικαστήριο, δεν μπορεί να θεμελιώσει εξουσία της Cordis να λαμβάνει μέτρα τα οποία παράγουν αποτελέσματα πριν από τις 3 Μαρτίου 2011.

48.

Ούτε η διάταξη περί παραπομπής ούτε οι γραπτές παρατηρήσεις παρέχουν πληροφορίες για τη σχέση μεταξύ της Cordis και της οδηγίας 2003/55. Είναι μεν αληθές ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει με απόφασή του ότι το άρθρο 41 της οδηγίας 2009/73 επαναλαμβάνει «κατ’ ουσίαν» το περιεχόμενο του άρθρου 25 της οδηγίας 2003/55 ( 33 ), όμως η οδηγία 2003/55 διαφέρει από την οδηγία 2009/73 σε σημαντικές ουσιώδεις πτυχές.

49.

Πρώτον, δεν υπάρχει αιτιολογική σκέψη στην οδηγία 2003/55 που να είναι ανάλογη με την αιτιολογική σκέψη 33 της οδηγίας 2009/73 και την απαίτησή της για αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά μέτρα (βλ. σημεία 54 έως 57 των παρουσών προτάσεων). Δεύτερον, δεν υπάρχει διάταξη στην οδηγία 2003/55 παρεμφερής προς το άρθρο 41, παράγραφος 17, της οδηγίας 2009/73. Το εν λόγω άρθρο ορίζει ότι «τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι υπάρχουν κατάλληλοι μηχανισμοί σε εθνικό επίπεδο δυνάμει των οποίων μέρος θιγόμενο από την απόφαση ρυθμιστικής αρχής έχει δικαίωμα προσφυγής σε φορέα ανεξάρτητο από τα εμπλεκόμενα μέρη και από οιαδήποτε κυβέρνηση». Τρίτον, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας 2009/73 προκύπτει ότι ένας από τους σκοπούς της νέας αυτής οδηγίας είναι η ενδυνάμωση των εξουσιών των ρυθμιστικών αρχών, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας επιβολής αποτρεπτικών κυρώσεων, γεγονός το οποίο συνεπάγεται ότι οι κυρώσεις θα είναι διαφορετικές από εκείνες που απαιτούσε η οδηγία 2003/55 ( 34 ). Συνεπώς, το προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο στο μέτρο που αναφέρεται σε χρονικά διαστήματα προγενέστερα της 3ης Μαρτίου 2011 ( 35 ).

50.

Θα απαντήσω λοιπόν στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα στηριζόμενος σε αυτή την παραδοχή και θα αναφερθώ αποκλειστικά στην οδηγία 2009/73, τη μόνη ρύθμιση που αποτελεί αντικείμενο του προδικαστικού ερωτήματος.

Β.   Απάντηση επί του προδικαστικού ερωτήματος

51.

Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, στο πλαίσιο της απάντησης στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, η Επιτροπή ορθώς προέβη στην εκτίμηση των αρμοδιοτήτων της Cordis ως ανεξάρτητης αρχής που υπέχει υποχρεώσεις επιβολής βάσει της νομοθεσίας της Ένωσης. Πράγματι, μια καθιερωμένη αρχή του δικαίου της Ένωσης ορίζει ότι «η υπεροχή του δικαίου της Ένωσης επιβάλλει όχι μόνο στα δικαστήρια αλλά σε όλες τις αρχές του κράτους μέλους να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων της Ένωσης» ( 36 ). Το εύρος αυτής της υποχρέωσης καθορίστηκε προσφάτως από γενικό εισαγγελέα ως ακολούθως:

«Αποτελεί […] πάγια νομολογία ότι το καθήκον άμεσης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης καταλαμβάνει επίσης τα εθνικά δικαστήρια και τις διοικητικές αρχές. Αμφότερα, στο πλαίσιο ασκήσεως της αντίστοιχης δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητάς τους, έχουν καθήκον να εφαρμόζουν πλήρως τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, χωρίς να υποχρεούνται να ζητούν ή να αναμένουν την προηγούμενη κατάργηση της αντίθετης διατάξεως του εθνικού δικαίου με νομοθετικά ή άλλα συνταγματικά μέσα. Τέλος, η πλήρης εφαρμογή των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης σημαίνει την εφαρμογή όλων των αρχών εθνικής εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, όπως η υπεροχή, το άμεσο αποτέλεσμα, ή η σύμφωνη ερμηνεία.» ( 37 )

52.

Με βάση τη μέχρι σήμερα νομολογία, τα όργανα των κρατών μελών καλούνται, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων επιβολής τους, να αφήνουν ανεφάρμοστη εθνική νομοθεσία αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης στο πλαίσιο της υποχρεώσεώς τους να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων του δικαίου Ένωσης ( 38 ). Αυτό συνεπάγεται ότι οι φορείς των κρατών μελών που υπέχουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις παροχής προστασίας, όπως η Cordis, οφείλουν να τηρούν την καθιερωμένη υποχρέωση καλής πίστης στο πλαίσιο της επιβολής του δικαίου της Ένωσης, η οποία αποτυπώνεται πλέον στα άρθρα 4, παράγραφος 3, και 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, τουλάχιστον όσον αφορά διατάξεις όπως το άρθρο 41, παράγραφος 11, της οδηγίας 2009/73 ( 39 ), και τις υποχρεώσεις παροχής έννομης προστασίας που συνεπάγεται (βλ. σημεία 54 έως 57 των παρουσών προτάσεων). Εξάλλου, το Δικαστήριο εξέτασε πρόσφατα μια διαφορά που αφορούσε το πεδίο εφαρμογής της διάταξης περί παροχής έννομης προστασίας της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία ( 40 ), καθώς και τον περιορισμό των εξουσιών, δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους, επιτροπής που θεσπίστηκε για την εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως ( 41 ).

53.

Στην υπόθεση The Minister for Justice and Equality και Commissioner of the Garda Síochána, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, όταν μια επιτροπή είχε συσταθεί ως εναλλακτική λύση αντί των δικαστηρίων για να διασφαλίσει την εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως που προβλέπεται στην οδηγία 2000/78, «θα ήταν αντιφατικό να γίνει δεκτό ότι οι ιδιώτες έχουν δικαίωμα να επικαλούνται τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης σε έναν συγκεκριμένο τομέα ενώπιον οργάνου στο οποίο το εθνικό δίκαιο έχει απονείμει αρμοδιότητα για την εκδίκαση διαφορών στον τομέα αυτόν και το εν λόγω όργανο να μην έχει την υποχρέωση να εφαρμόζει τις ως άνω διατάξεις θέτοντας εκποδών τις διατάξεις του εθνικού δικαίου που δεν είναι σύμφωνες με αυτές» ( 42 ).

54.

Δεν αμφισβητείται ότι η Cordis είναι η αρχή επίλυσης διαφορών που έχει συσταθεί από τη Γαλλική Κυβέρνηση για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 41, παράγραφος 11, της οδηγίας 2009/73. Είναι επίσης βέβαιο ότι υφίσταται μια εναλλακτική μέθοδος προστασίας, όπως στην υπόθεση The Minister for Justice and Equality και Commissioner of the Garda Síochána, ήτοι η δυνατότητα ασκήσεων ενδίκου βοηθήματος ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων (βλ. άρθρο 41, παράγραφοι 15 και 17, της οδηγίας 2009/73). Ως εκ τούτου, όπως ακριβώς οι εξουσίες της επιτροπής στην υπόθεση The Minister for Justice and Equality και Commissioner of the Garda Síochána δεν έπρεπε να περιοριστούν έναντι των εξουσιών των τακτικών δικαστηρίων, θεωρώ ότι, σε ευθυγράμμιση με τα επιχειρήματα της Direct énergie και της Eni Gas & Power France, αν οι αποφάσεις που η Cordis είχε την εξουσία να λαμβάνει είχαν πιο περιορισμένο χρονικό πεδίο εφαρμογής σε σχέση με εκείνες των γαλλικών δικαστηρίων, αυτό θα αποθάρρυνε τους διοικούμενους από το να προσφεύγουν στις διαδικασίες της Cordis και θα ματαίωνε τον σκοπό της οδηγίας 2009/73 ως προς τη διαθεσιμότητα μέσων που παρέχουν τη δυνατότητα ταχείας επίλυσης των διαφορών ( 43 ).

55.

Ως εκ τούτου, τα μέτρα που υποχρεούται να εφαρμόσει η Cordis πρέπει να καλύπτουν όλο το χρονικό διάστημα από τις 3 Μαρτίου 2011. Εκτός αυτού, το ζήτημα ποιες συγκεκριμένες κυρώσεις μπορούν να επιβληθούν εμπίπτει στη διαδικαστική αυτονομία των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των αρχών της αποτελεσματικότητας και της ισοδυναμίας καθώς και των διατάξεων περί παροχής έννομης προστασίας που προβλέπονται στην ίδια την οδηγία 2009/73.

56.

Επιπλέον, παρόλο που η αιτιολογική σκέψη 33 και το άρθρο 41, παράγραφος 4, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2009/73 αναφέρουν ότι μόνον οι ρυθμιστικοί φορείς ενέργειας και τα δικαστήρια έχουν την εξουσία να λαμβάνουν «αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά» μέτρα, το γράμμα του άρθρου 41, παράγραφος 11, υπάγει τις αρχές επίλυσης διαφορών στην έννοια των ρυθμιστικών αρχών. Εναπόκειται στην Cordis και στα γαλλικά δικαστήρια να εφαρμόσουν συναφώς τη γαλλική νομοθεσία, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το γράμμα και τους σκοπούς της οδηγίας 2009/73, καθώς και ποια είναι τα αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά μέτρα για το χρονικό διάστημα από τις 3 Μαρτίου 2011, δεδομένου ότι η οδηγία 2009/73 δεν καθορίζει κανένα σχετικό κριτήριο εκτιμήσεως ( 44 ). Αυτό συνεπάγεται, για παράδειγμα, ότι η τροποποίηση των συμβάσεων με προσθήκες οι οποίες θα παράγουν αποτελέσματα με αναδρομική ισχύ από το 2005 και το 2008 μπορεί να θεωρηθεί από ένα γαλλικό δικαστήριο ή από την Cordis ως δυσανάλογη ( 45 ), λαμβανομένου υπόψη του εύρους των επιδιωκόμενων σκοπών της οδηγίας 2009/73 (βλ. σημείο 3 των παρουσών προτάσεων), οι οποίοι κυμαίνονται από τη διασφάλιση δίκαιων επιλογών για τους καταναλωτές έως την ισότιμη πρόσβαση στο δίκτυο, την υπεράσπιση της ακεραιότητας του δικτύου και της μετακύλισης του πραγματικά καταβληθέντος κόστους (βλ. σημείο 7 των παρουσών προτάσεων σε σχέση με τον κανονισμό 7165/2009), και λαμβανομένων ταυτόχρονα υπόψη των συνεπειών που προβάλλει η GRDF για τη σταθερότητα του τομέα του φυσικού αερίου (βλ. σημείο 20 των παρουσών προτάσεων).

57.

Ωστόσο, δεν είναι αυτό το προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο. Το προδικαστικό ερώτημα αφορά τη χρονική εμβέλεια εφαρμογής των αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών μέτρων που υποχρεούται να λαμβάνει η Cordis δυνάμει της οδηγίας 2009/73 για ορισμένο χρονικό διάστημα.

58.

Ως εκ τούτου, η ανωτέρω ανάλυση αρκεί για να απαντηθεί το προδικαστικό ερώτημα, δεδομένου ότι περιορίζεται στις «εξουσίες» που πρέπει να αναγνωριστούν στην Cordis δυνάμει της οδηγίας 2009/73. Προσθέτω τις παρατηρήσεις που ακολουθούν για λόγους πληρότητας.

59.

Πολλά στοιχεία τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου αναφορικά με την ασφάλεια δικαίου και τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, οι οποίες αδιαμφισβήτητα δεσμεύουν τις αρχές των κρατών μελών κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ( 46 ). Οι εν λόγω δικαιικές αρχές φαίνεται να είναι κρίσιμες για την υπόθεση της κύριας δίκης μόνον κατά τα ακόλουθα.

60.

Όσον αφορά την αρχή της ασφάλειας δικαίου, αυτή δικαιολογεί την εφαρμογή εύλογων χρονικών περιορισμών σε εθνικό επίπεδο για την άσκηση ενδίκου βοηθήματος, οι οποίοι κατ’ ουσίαν «επικρατούν» έναντι της απαίτησης περί πρακτικής αποτελεσματικότητας (effet utile) των οδηγιών για τα χρονικά διαστήματα πριν από την απόφαση του Δικαστηρίου που αφορά την ερμηνεία τους, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω περιορισμοί συνάδουν με τη σειρά τους με τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας και δεν εμπίπτουν σε μια κατηγορία περιορισμένων εξαιρέσεων ( 47 ). Τούτου λεχθέντος, εφόσον τηρούνται οι εθνικοί χρονικοί περιορισμοί για την άσκηση ενδίκου βοηθήματος, μόνον το Δικαστήριο, και όχι τα γαλλικά δικαστήρια ή η Cordis, μπορεί να προσαρμόσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της οδηγίας 2009/73 προκειμένου να εξαιρεθούν τα χρονικά διαστήματα από τις 3 Μαρτίου 2011 μέχρι σήμερα ( 48 ).

61.

Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε, στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού, ότι, όσον αφορά τις κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν σε επιχειρήσεις από τις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών, η αρχή της ασφάλειας δικαίου υπαγορεύει ότι το καθήκον των εθνικών αρχών να αφήνουν ανεφάρμοστο νόμο κράτους μέλους που είναι αντίθετος προς τους κανόνες του ανταγωνισμού «δεν μπορεί να εκθέτει τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις σε κυρώσεις, ανεξαρτήτως του αν οι κυρώσεις αυτές είναι ποινικής ή διοικητικής φύσεως, για παρελθούσα συμπεριφορά, εφόσον η συμπεριφορά αυτή επιβλήθηκε από τον εν λόγω νόμο» (η υπογράμμιση δική μου) ( 49 ). Εάν οι περιστάσεις αυτές προβάλλονταν ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων ή της Cordis, ο ίδιος κανόνας θα έπρεπε να εφαρμοστεί προς όφελος της GRDF.

62.

Όσον αφορά την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεν μπορώ να αντιληφθώ τη συνάφεια του εν λόγω κανόνα με τα μέτρα που μπορεί να διατάξει στη συγκεκριμένη περίπτωση η Cordis βάσει του δικαίου της Ένωσης, δεδομένου ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί διαφοράς μεταξύ ιδιωτών δεν μπορεί να στηριχθεί στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προκειμένου να εφαρμόσει εθνικό κανόνα δικαίου που είναι αντίθετος προς τις γενικές αρχές που προβλέπονται σε οδηγίες της Ένωσης ( 50 ). Εν προκειμένω, η υποχρέωση της Cordis να επιβάλλει αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά μέτρα απορρέει από οδηγία.

63.

Τέλος, συμφωνώ με τις παρατηρήσεις της Direct énergie ότι η απόφαση στην υπόθεση Vereniging National Overlegorgan Sociale Werkvoorziening κ.λπ. ( 51 ) είναι περιορισμένης χρησιμότητας για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Η υπόθεση αυτή αφορούσε την ακύρωση και την ανάκτηση χρηματοδοτικών ενισχύσεων της Ένωσης, καθώς και τον περιορισμένο ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου σε περίπτωση σύγκρουσης με την επιταγή αποτελεσματικότητας των κανονισμών της Ένωσης που είναι εφαρμοστέοι στον εν λόγω τομέα.

V. Πρόταση

64.

Υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα του Cour de cassation (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Γαλλία):

Η οδηγία 2009/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 2003/55/ΕΚ, και ιδίως το άρθρο 41, παράγραφος 11, αυτής, έχει την έννοια ότι στη ρυθμιστική αρχή πρέπει να αναγνωρίζεται, όταν επιλύει ορισμένη διαφορά, η εξουσία να λαμβάνει απόφαση που να ισχύει για όλο το χρονικό διάστημα που καλύπτει η οδηγία 2009/73, ήτοι έως τις 3 Μαρτίου 2011, ανεξάρτητα από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος των επίμαχων συμβάσεων.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.

( 2 ) ΕΕ 2009, L 211, σ. 94.

( 3 ) ΕΕ 2009, L 211, σ. 36.

( 4 ) Νόμος 2017-55 της 20ής Ιανουαρίου 2017, τέταρτο εδάφιο, που προστέθηκε στο άρθρο L. 134‑20 του ενεργειακού κώδικα. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η Cordis θα μπορούσε, κατόπιν αιτήσεως του διαδίκου που προσέφυγε ενώπιόν της, να αποφασίσει ότι η απόφαση θα παράγει αποτελέσματα από ημερομηνία προγενέστερη της ασκήσεως της προσφυγής, η εν λόγω ημερομηνία ωστόσο δεν μπορεί να είναι προγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία η διαφορά υποβλήθηκε επισήμως προς εξέταση από ένα από τα μέρη για πρώτη φορά και, εν πάση περιπτώσει, η ημερομηνία αυτή δεν μπορεί να είναι προγενέστερη κατά δύο και πλέον έτη από την άσκηση της προσφυγής ενώπιόν της. Ωστόσο, η εν λόγω διάταξη δεν έχει εφαρμογή ratione temporis στην υπόθεση της κύριας δίκης. Μια προδικαστική παραπομπή, προκειμένου να μην αφορά υποθετικό ερώτημα, πρέπει να βασίζεται «στην ανάγκη αποτελεσματικής επίλυσης μιας ένδικης διαφοράς». Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2018, Wightman κ.λπ. (C‑621/18, EU:C:2018:999, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 5 ) C‑383/06 έως C‑385/06, EU:C:2008:165.

( 6 ) Η GRDF παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 2002, Krauer (C‑28/00, EU:C:2002:82), της 18ης Απριλίου 2002, Duchon (C‑290/00, EU:C:2002:234), της 17ης Ιουλίου 2014, Panasonic Italia κ.λπ. (C‑472/12, EU:C:2014:2082), και της 15ης Ιουλίου 2004, Gerekens και Procola (C‑459/02, EU:C:2004:454).

( 7 ) Απόφαση της 13ης Μαρτίου 2007, Unibet (C‑432/05, EU:C:2007:163).

( 8 ) O νόμος 2017-55 της 20ής Ιανουαρίου 2017, τέταρτο εδάφιο, δεν είχε τεθεί σε ισχύ κατά τον κρίσιμο χρόνο. Βλ. σημείο 4 των παρουσών προτάσεων.

( 9 ) Στο πλαίσιο αυτό, η GRDF διακρίνει την απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Gutiérrez Naranjo κ.λπ. (C‑154/15, C‑307/15 και C‑308/15, EU:C:2016:980).

( 10 ) Η GRDF παραπέμπει στις αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 2004, Gerekens και Procola (C‑459/02, EU:C:2004:454, σκέψη 24), και της 13ης Μαρτίου 2008, Vereniging Nationaal Overlegorgaan Sociale Werkvoorziening κ.λπ. (C‑383/06 έως C‑385/06, EU:C:2008:165, σκέψη 60).

( 11 ) Η GRDF παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στην απόφαση της 25ης Ιουνίου 1975, Deuka (5/75, EU:C:1975:88).

( 12 ) H Eni Gas & Power France παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στη γνωμοδότηση 1/91 (Συμφωνία ΕΟΧ – Ι), της 14ης Δεκεμβρίου 1991 (EU:C:1991:490), και στην απόφαση της 13ης Μαρτίου 2007, Unibet (C‑432/05, EU:C:2007:163).

( 13 ) Η Direct énergie παραπέμπει στις αποφάσεις της 14ης Μαρτίου 2013, Aziz (C‑415/11, EU:C:2013:164, σκέψη 60), και της 21ης Ιανουαρίου 2015, Unicaja Banco και Caixabank (C‑482/13, C‑484/13, C‑485/13 και C‑487/13, EU:C:2015:21, σκέψη 31).

( 14 ) Η Direct énergie επικαλείται τις αποφάσεις της 11ης Δεκεμβρίου 1997, Magorrian και Cunningham (C‑246/96, EU:C:1997:605, σκέψη 41), της 16ης Μαΐου 2000, Preston κ.λπ. (C‑78/98, EU:C:2000:247, σκέψεις 40 και 43), της 14ης Μαρτίου 2013, Aziz (C‑415/11, EU:C:2013:164, σκέψη 60), και της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Gutiérrez Naranjo κ.λπ. (C‑154/15, C‑307/15 και C‑308/15, EU:C:2016:980, σκέψη 72).

( 15 ) Η Direct énergie παραπέμπει επίσης στις αποφάσεις της 4ης Οκτωβρίου 2012, Byankov (C‑249/11, EU:C:2012:608, σκέψεις 80 έως 82), και της 19ης Απριλίου 2016, DI (C‑441/14, EU:C:2016:278, σκέψη 38), όσον αφορά τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.

( 16 ) Στο σημείο αυτό επικαλείται την απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑120/06 P και C‑121/06 P, EU:C:2008:476, σκέψη 185).

( 17 ) Απόφαση της 13ης Μαρτίου 2008 (C‑383/06 έως C‑385/06, EU:C:2008:165).

( 18 ) Η Γαλλική Κυβέρνηση παραπέμπει στον νόμο 2017-55, ο οποίος περιορίζει σε δύο έτη τα διαχρονικά αποτελέσματα αποφάσεων οργάνων όπως η Cordis. Αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι ο νόμος αυτός δεν έχει εφαρμογή ratione temporis στη διαφορά της κύριας δίκης. Σημείο 4 των παρουσών προτάσεων.

( 19 ) Απόφαση της 12ης Απριλίου 2018, Biosafe – Indústria de Reciclagens (C‑8/17, EU:C:2018:249, σκέψη 36).

( 20 ) Απόφαση της 13ης Μαρτίου 2008, Vereniging Nationaal Overlegorgaan Sociale Werkvoorziening κ.λπ. (C‑383/06 έως C‑385/06, EU:C:2008:165, σκέψη 52).

( 21 ) Ο Γάλλος νομοθέτης κατέβαλε πράγματι προσπάθεια για να υπάρξει ισορροπία με τη θέσπιση του νόμου 2017-55.

( 22 ) Εν προκειμένω, η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Wahl στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Finanzamt Neuss και Butin (C‑374/16 και C‑375/16, EU:C:2017:515, σημείο 71).

( 23 ) Η Επιτροπή παραπέμπει στην απόφαση της 6ης Μαρτίου 2007, Meilicke κ.λπ. (C‑292/04, EU:C:2007:132, σκέψεις 35 έως 37).

( 24 ) Απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2001, Silos (C‑228/99, EU:C:2001:599, σκέψεις 35 έως 38).

( 25 ) Απόφαση της 26ης Απριλίου 1994, Roquette Frères (C‑228/92, EU:C:1994:168).

( 26 ) Απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2014, Schulz και Egbringhoff (C‑359/11 και C‑400/11, EU:C:2014:2317, σκέψεις 54 επ.).

( 27 ) Για παράδειγμα, απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2013, Asociación de Consumidores Independientes de Castilla y León (C‑413/12, EU:C:2013:800), η οποία αφορούσε τις δυνατότητες έννομης προστασίας στο πλαίσιο οριζόντιας διαφοράς και στην οποία το Δικαστήριο παρατήρησε στη σκέψη 25 ότι: «η επίμαχη αγωγή ασκήθηκε από ένωση προστασίας καταναλωτών και […] είχε ως αντικείμενο την απαγόρευση χρήσεως καταχρηστικών συμβατικών ρητρών από επαγγελματία». Στη σκέψη 26 το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται, καταρχήν, να απαντήσει». Πρβλ. διαπίστωση του γενικού εισαγγελέα Ν. Wahl στην υπόθεση Sánchez Morcillo και Abril García (C‑169/14, EU:C:2014:2110, σημεία 72 έως 74). Στο σημείο 70 ο γενικός εισαγγελέας διερωτήθηκε αν η επίμαχη νομική κατάσταση, η οποία αφορούσε τα μέσα έννομης προστασίας που ήταν διαθέσιμα για την ενίσχυση του δικαίου των καταναλωτών οριζοντίως σε διαφορά μεταξύ ιδιωτών, διεπόταν από το δίκαιο της Ένωσης.

( 28 ) Απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2014, Airport Shuttle Express κ.λπ. (C‑162/12 και C‑163/12, EU:C:2014:74, σκέψη 39). Βλ., προσφάτως, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses (C‑64/16, EU:C:2018:117, σκέψη 20).

( 29 ) Το Δικαστήριο δέχεται ότι η εθνική νομοθεσία μπορεί να ρυθμίζει δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής μιας οδηγίας, ενεργοποιώντας έτσι την αρμοδιότητά του. Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2018, Ministerio Fiscal (C‑207/16, EU:C:2018:788, σκέψη 38).

( 30 ) Για παράδειγμα, απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2010, Petersen (C‑341/08, EU:C:2010:4, σκέψη 32).

( 31 ) Για παράδειγμα, απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1998, IN.CO.GE.’90 κ.λπ. (C‑10/97 έως C‑22/97, EU:C:1998:498, σκέψη 23).

( 32 ) Με την εξαίρεση του άρθρου 11 της οδηγίας 2009/73, το οποίο δεν είναι κρίσιμο για την υπόθεση της κύριας δίκης. Βλ. απόφαση της 19ης Μαρτίου 2015, E.ON Földgáz Trade (C‑510/13, EU:C:2015:189, σκέψη 33). Μεταξύ της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος της οδηγίας 2009/73, και της 3ης Μαρτίου 2011, ημερομηνίας μεταφοράς της στο εθνικό δίκαιο, τα κράτη μέλη υποχρεούνταν να απέχουν από τη λήψη κάθε θετικού μέτρου ικανού να διακυβεύσει την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδίωκε η εν λόγω οδηγία. Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ρ. Cruz Villalón στην υπόθεση E.ON Földgáz Trade (C‑510/13, EU:C:2014:2325, σημεία 22 και 23). Ο γενικός εισαγγελέας παραπέμπει στις αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 1997, Inter-Environnement Wallonie (C‑129/96, EU:C:1997:628, σκέψη 45), της 26ης Μαΐου 2011, Stichting Natuur en Milieu κ.λπ. (C‑165/09 έως C‑167/09, EU:C:2011:348, σκέψη 78), και της 11ης Σεπτεμβρίου 2012, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αιτωλοακαρνανίας κ.λπ. (C‑43/10, EU:C:2012:560, σκέψη 57). Πριν από τις 3 Μαρτίου 2011 εφαρμοστέα οδηγία ήταν η οδηγία 2003/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 98/30/ΕΚ (ΕΕ 2003, L 176, σ. 57). Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ρ. Cruz Villalón στην υπόθεση E.ON Földgáz Trade (C‑510/13, EU:C:2014:2325, σημεία 26 και 27).

( 33 ) Βλ. απόφαση της 19ης Μαρτίου 2015, E.ON Földgáz Trade (C‑510/13, EU:C:2015:189, σκέψη 4).

( 34 ) COM(2007) 529 τελικό, της 19ης Σεπτεμβρίου 2007, σημείο 2.1.

( 35 ) Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ένα ερώτημα είναι απαράδεκτο στον βαθμό που δεν παρέχει επαρκείς διευκρινίσεις σχετικά με το πραγματικό και το κανονιστικό πλαίσιο της διαφοράς, όπως απαιτείται από το άρθρο 94 του Κανονισμού Διαδικασίας. Βλ., για παράδειγμα, πρόσφατη απόφαση της 28ης Μαρτίου 2019, Verlezza κ.λπ. (C‑487/17 έως C‑489/17, EU:C:2019:270, σκέψη 30). Επί του εν μέρει απαραδέκτου, βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2014, Crono Service κ.λπ. (C‑419/12 και C‑420/12, EU:C:2014:81, σκέψεις 31 έως 33).

( 36 ) Απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2018, The Minister for Justice and Equality και Commissioner of the Garda Síochána (C‑378/17, EU:C:2018:979, σκέψη 39).

( 37 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Bobek στην υπόθεση Link Logistik N&N (C‑384/17, EU:C:2018:494, σημείο 106). Ο γενικός εισαγγελέας παραπέμπει τις αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 1978, Simmenthal (106/77, EU:C:1978:49, σκέψη 24), της 22ας Ιουνίου 1989, Costanzo (103/88, EU:C:1989:256, σκέψη 31), της 12ης Ιανουαρίου 2010, Petersen (C‑341/08, EU:C:2010:4, σκέψη 80), της 19ης Ιανουαρίου 2010, Kücükdeveci (C‑555/07, EU:C:2010:21, σκέψη 55), της 5ης Ιουλίου 2016, Ognyanov (C‑614/14, EU:C:2016:514, σκέψη 34), της 10ης Οκτωβρίου 2017, Farrell (C‑413/15, EU:C:2017:745, σκέψη 34), και απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2017, The Trustees of the BT Pension Scheme (C‑628/15, EU:C:2017:687, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Wahl στην υπόθεση The Minister for Justice and Equality και Commissioner of the Garda Síochána (C‑378/17, EU:C:2018:698, σημείο 71): «Κατά την άποψή μου, ένα διοικητικό όργανο ή ένα δικαστήριο μπορεί να υποχρεωθεί να αφήσει ανεφάρμοστη μια διάταξη του εθνικού δικαίου, προκειμένου να διασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, μόνον εφόσον αποδεικνύεται ότι το εν λόγω όργανο έχει καθ’ ύλην αρμοδιότητα να εξετάσει την υπόθεση (ή, όσον αφορά γενικότερα τις αρχές, να αποφανθεί ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα)».

( 38 ) Η υπογράμμιση δική μου. Απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2018, The Minister for Justice and Equality και Commissioner of the Garda Síochána (C‑378/17, EU:C:2018:979, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 39 ) Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «απόκειται σε έκαστο των κρατών μελών, ιδίως δυνάμει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας η οποία αποτυπώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ, να εξασφαλίζει, εντός του εδάφους του, την εφαρμογή και την τήρηση του δικαίου της Ένωσης και ότι, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο ικανό να εξασφαλίζει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Συνθήκες ή προκύπτουν από πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Επιπροσθέτως, το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα που είναι αναγκαία για την εξασφάλιση αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης». Βλ. σκέψη 47 της αποφάσεως της 14ης Σεπτεμβρίου 2017, The Trustees of the BT Pension Scheme (C‑628/15, EU:C:2017:687).

( 40 ) ΕΕ 2000, L 303, σ. 16.

( 41 ) Απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2018, The Minister for Justice and Equality και Commissioner of the Garda Síochána (C‑378/17, EU:C:2018:979).

( 42 ) Όπ. π., σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.

( 43 ) Υπογραμμίζω ότι στην απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2018, The Minister for Justice and Equality and Commissioner of the Garda Síochána (C‑378/17, EU:C:2018:979), το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε ότι οι υποχρεώσεις περί των οποίων έγινε λόγος στην απόφαση αυτή αφορούσαν μόνον όργανα που έχουν την εξουσία να υποβάλλουν αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, αλλά στηρίχτηκε, για την επιβολή των εν λόγω υποχρεώσεων, σε αποφάσεις που αφορούν όργανα αμιγώς διοικητικής φύσεως (για παράδειγμα, απόφαση της 22ας Ιουνίου 1989, Costanzo, 103/88, EU:C:1989:256). Το Δικαστήριο κατέληξε αναφέροντας στη σκέψη 47 ότι «[ε]πιπροσθέτως, στο μέτρο που η επιτροπή για τις σχέσεις στον χώρο εργασίας πρέπει να θεωρηθεί “δικαστήριο”, κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ […], δύναται να υποβάλει, δυνάμει του άρθρου αυτού, στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία των οικείων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης και, καθόσον δεσμεύεται από την προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου, να εφαρμόσει άμεσα την απόφαση αυτή, αφήνοντας, εν ανάγκη, αυτεπαγγέλτως ανεφάρμοστες τις αντίθετες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας». Η υπογράμμιση δική μου.

( 44 ) Απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 2009, Spector Photo Group και Van Raemdonck (C‑45/08, EU:C:2009:806, σκέψη 71).

( 45 ) Το Δικαστήριο έκρινε, για παράδειγμα, ότι, κατά την αξιολόγηση της αναλογικότητας της επιβληθείσας κύρωσης ή του διορθωτικού μέτρου, ο εθνικός δικαστής πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη βαρύτητα της παράβασης. Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2018, Van Gennip κ.λπ. (C‑137/17, EU:C:2018:771, σκέψη 99 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 46 ) Για παράδειγμα, απόφαση της 21ης Μαρτίου 2019, Unareti (C‑702/17, EU:C:2019:233, σκέψη 34).

( 47 ) Για παράδειγμα, απόφαση της 19ης Μαΐου 2011, Iaia κ.λπ. (C‑452/09, EU:C:2011:323, σκέψεις 17 και 18).

( 48 ) Για παράδειγμα, απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2014, Schulz και Egbringhoff (C‑359/11 και C‑400/11, EU:C:2014:2317, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 49 ) Απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, CIF (C‑198/01, EU:C:2003:430, σκέψη 53).

( 50 ) Απόφαση της 19ης Απριλίου 2016, DI (C‑441/14, EU:C:2016:278, σκέψη 38). Ομοίως, βλ. απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2016, Polkomtel (C‑231/15, EU:C:2016:769, σκέψη 25).

( 51 ) Απόφαση της 13ης Μαρτίου 2008 (C‑383/06 έως C‑385/06, EU:C:2008:165). Πολλές από τις αρχές τις οποίες επικαλείται η GRDF εξέδωσαν αποφάσεις σε περιπτώσεις όπου τα μέτρα της Ένωσης μπορούσαν να εφαρμοστούν επί πραγματικών περιστατικών που είχαν επέλθει πριν από την ημερομηνία της ενάρξεως ισχύος των εν λόγω μέτρων. Βλ., για παράδειγμα, υποσημείωση 6 των παρουσών προτάσεων. Τούτο δεν συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης δεδομένης της προσέγγισης την οποία εν προκειμένω προτείνω.

Top