EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62016TO0883(01)

Διάταξη του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου της 21ης Ιουλίου 2017.
Δημοκρατία της Πολωνίας κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Ασφαλιστικά μέτρα – Εσωτερική αγορά φυσικού αερίου – Οδηγία 2009/73/ΕΚ – Αίτηση της Bundesnetzagentur για τροποποίηση των όρων εξαιρέσεως της εκμεταλλεύσεως του αγωγού φυσικού αερίου OPAL από τους κανόνες της Ένωσης – Απόφαση της Επιτροπής περί τροποποιήσεως των όρων εξαιρέσεως από τους κανόνες της Ένωσης – Αίτηση αναστολής εκτελέσεως – Έλλειψη επείγοντος.
Υπόθεση T-883/16 R.

Digital reports (Court Reports - general)

ECLI identifier: ECLI:EU:T:2017:542

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

της 21ης Ιουλίου 2017 ( *1 )

«Ασφαλιστικά μέτρα – Εσωτερική αγορά φυσικού αερίου – Οδηγία 2009/73/ΕΚ – Αίτηση της Bundesnetzagentur για τροποποίηση των όρων εξαιρέσεως της εκμεταλλεύσεως του αγωγού φυσικού αερίου OPAL από τους κανόνες της Ένωσης – Απόφαση της Επιτροπής περί τροποποιήσεως των όρων εξαιρέσεως από τους κανόνες της Ένωσης – Αίτηση αναστολής εκτελέσεως – Έλλειψη επείγοντος»

Στην υπόθεση T-883/16 R,

Δημοκρατία της Πολωνίας, εκπροσωπούμενη από τους B. Majczyna, M. Kawnik και K. Rudzińska,

αιτούσα,

υποστηριζόμενη από τη

Δημοκρατία της Λιθουανίας, εκπροσωπούμενη από τους D. Kriaučiūnas και R. Krasuckaitė,

παρεμβαίνουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τις O. Beynet και K. Herrmann,

καθής,

υποστηριζόμενης από την

Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους T. Henze και R. Kanitz,

παρεμβαίνουσα,

με αντικείμενο αίτηση βάσει των άρθρων 278 και 279 ΣΛΕΕ για την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως C(2016) 6950 τελικό της Επιτροπής, της 28ης Οκτωβρίου 2016, περί τροποποιήσεως των όρων εξαιρέσεως του αγωγού φυσικού αερίου OPAL από τους κανόνες σχετικά με την πρόσβαση των τρίτων και από την τιμολογιακή ρύθμιση που καθορίστηκαν με την οδηγία 2003/55/ΕΚ,

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

Ιστορικό της διαφοράς

1

Με την απόφαση C(2009) 4694 της 12ης Ιουνίου 2009, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζήτησε από την Bundesnetzagentur (BNetzA, Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δικτύων, Γερμανία), δυνάμει του άρθρου 22 της οδηγίας 2003/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 98/30/ΕΚ (ΕΕ 2003, L 176, σ. 57), να τροποποιήσει την από 25 Φεβρουαρίου 2009 απόφασή της, η οποία απέκλειε τη δυναμικότητα μεταφοράς του αγωγού φυσικού αερίου Ostseepipeline-Anbindungsleitung (OPAL), που είναι το χερσαίο τμήμα, στα ανατολικά, του αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 1, του οποίου το σημείο εισόδου βρίσκεται κοντά στην κωμόπολη Lubmin, πλησίον της πόλεως Greifswald, στη Γερμανία και το σημείο εξόδου στον μικρό οικισμό Brandov, στην Τσεχική Δημοκρατία, από την εφαρμογή των προβλεπόμενων από το άρθρο 18 της εν λόγω οδηγίας κανόνων σχετικά με την πρόσβαση των τρίτων και από την τιμολογιακή ρύθμιση που προβλέπεται από το άρθρο 25, παράγραφοι 2 έως 4, της ίδιας οδηγίας.

2

Η απόφαση της Επιτροπής της 12ης Ιουνίου 2009 προέβλεπε τους ακόλουθους όρους:

«α)

Με επιφύλαξη του κανόνα που προβλέπεται στο στοιχείο βʹ, μια επιχείρηση δεσπόζουσα σε μία ή περισσότερες, χρονικώς προηγούμενες ή χρονικώς επόμενες, μεγάλες αγορές φυσικού αερίου που καλύπτουν την Τσεχική Δημοκρατία δεν δύναται να δεσμεύσει, ετησίως, άνω του 50 % της δυναμικότητας μεταφοράς του αγωγού φυσικού αερίου OPAL στα τσεχικά σύνορα. Οι δεσμεύσεις από δεσπόζουσες επιχειρήσεις/από ομίλους επιχειρήσεων που έχουν συνάψει μεγάλες μακροπρόθεσμες συμβάσεις εφοδιασμού με φυσικό αέριο θα εξεταστούν συνολικά […]

β)

Είναι δυνατόν να γίνει υπέρβαση του ορίου του 50 % της δυναμικότητας εάν η οικεία επιχείρηση εκχωρήσει στην αγορά όγκο 3 δισεκατομμυρίων m3 φυσικού αερίου επί του αγωγού OPAL, σύμφωνα με ανοιχτή, διαφανή και αμερόληπτη διαδικασία (“πρόγραμμα εκχωρήσεως φυσικού αερίου”). Η εταιρία-διαχειριστής του αγωγού ή η επιχείρηση που υποχρεούται να υλοποιήσει το πρόγραμμα οφείλει να εγγυάται τη διαθεσιμότητα της αντίστοιχης δυναμικότητας μεταφοράς και την ελεύθερη επιλογή του σημείου εξόδου (“πρόγραμμα εκχωρήσεως δυναμικότητας”). Η μορφή των προγραμμάτων “εκχώρηση φυσικού αερίου” και “εκχώρηση δυναμικότητας” υπόκειται στην έγκριση της BNetzA.»

3

Στις 7 Ιουλίου 2009, η BNetzA τροποποίησε την από 25 Φεβρουαρίου 2009 απόφασή της προσαρμόζοντάς την στους προαναφερθέντες όρους που προβλέπονται από την απόφαση της Επιτροπής της 12ης Ιουνίου 2009. Η BNetzA χορήγησε εξαίρεση από τους κανόνες για περίοδο 22 ετών.

4

Ο αγωγός φυσικού αερίου OPAL τέθηκε σε λειτουργία στις 13 Ιουλίου 2011 και διαθέτει δυναμικότητα της τάξεως των 36,5 δισεκατομμυρίων m3. Δυνάμει των αποφάσεων της Επιτροπής της 12ης Ιουνίου 2009 και της BNetzA της 25ης Φεβρουαρίου 2009, όπως η τελευταία τροποποιήθηκε με την από 7 Ιουλίου 2009 απόφασή της, η δυναμικότητα μεταφοράς του αγωγού OPAL εξαιρέθηκε εξ ολοκλήρου από την εφαρμογή των κανόνων σχετικά με την πρόσβαση των τρίτων και από την τιμολογιακή ρύθμιση βάσει της οδηγίας 2003/55.

5

Το μη δεσμευμένο τμήμα του 50 % της δυναμικότητας του αγωγού αυτού ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε, καθόσον η Gazprom δεν έθεσε σε εφαρμογή το πρόγραμμα εκχωρήσεως φυσικού αερίου που μνημονεύεται στην απόφαση της Επιτροπής της 12ης Ιουνίου 2009. Η δυναμικότητα εισόδου του αγωγού κοντά στην πόλη Greifswald δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον παρά μόνον για τους τρίτους που είναι σε θέση να διοχετεύσουν φυσικό αέριο σε αυτό το σημείο του αγωγού. Με την ισχύουσα σήμερα τεχνική διαμόρφωση, η προμήθεια του φυσικού αερίου σε αυτό το σημείο εισόδου δεν μπορεί να γίνει παρά μόνον μέσω του αγωγού Nord Stream 1, τον οποίο χρησιμοποιεί ο όμιλος Gazprom για να μεταφέρει φυσικό αέριο από τα ρωσικά κοιτάσματα, και επομένως φαίνεται a priori να γίνεται χρήση μόνον του 50 % της δυναμικότητας μεταφοράς του αγωγού OPAL.

6

Στις 13 Μαΐου 2016, η BNetzA γνωστοποίησε στην Επιτροπή, βάσει του άρθρου 36 της οδηγίας 2009/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 2003/55 (ΕΕ 2009, L 211, σ. 94), την πρόθεσή της να τροποποιήσει ορισμένες διατάξεις της χορηγηθείσας το 2009 εξαιρέσεως όσον αφορά το υπαγόμενο στη διαχείριση της Opal Gastransport GmbH & Co. KG (στο εξής: OGΤ) τμήμα του αγωγού OPAL.

7

Στις 28 Οκτωβρίου 2016, η Επιτροπή εξέδωσε, βάσει του άρθρου 36, παράγραφος 9, της οδηγίας 2009/73, την απόφαση C(2016) 6950 τελικό, περί τροποποιήσεως των όρων εξαιρέσεως του αγωγού OPAL από τους κανόνες σχετικά με την πρόσβαση των τρίτων και από την τιμολογιακή ρύθμιση που καθορίστηκαν με την οδηγία 2003/55 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), με αποδέκτη την BNetzA.

8

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή διατήρησε την εξαίρεση από τους κανόνες προσβάσεως των τρίτων που είχε χορηγηθεί στον αγωγό OPAL για το τμήμα μεταξύ του σημείου εισόδου κοντά στην πόλη Greifswald και του σημείου εξόδου στο Brandov για το μέγιστο όριο του 50 % της δυναμικότητας, που είχε ήδη εγκρίνει με την από 12 Ιουνίου 2009 απόφασή της. Αντίθετα, το εναπομείναν 50 % της δυναμικότητας του εν λόγω τμήματος –το οποίο έως τότε παρέμενε αχρησιμοποίητο λόγω της μη θέσεως σε εφαρμογή του προγράμματος εκχωρήσεως φυσικού αερίου από την Gazprom– αποδεσμεύθηκε, δηλαδή υπήχθη στους κανόνες προσβάσεως των τρίτων. Η αποδέσμευση αυτή πρέπει να γίνει υπό τη μορφή κατανομής της δυναμικότητας μεταφοράς, στην οποία ο διαχειριστής του αγωγού υποχρεούται να προβεί στο πλαίσιο μιας διαφανούς και χωρίς διακρίσεις δημοπρασίας.

9

Λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή η χωρίς διακρίσεις και διαφανής διάθεση της δυναμικότητας μεταφοράς που αποδεσμεύθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορούσε επίσης να οδηγήσει, de facto, στη χρήση της από την Gazprom eksport, η Επιτροπή, προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι τρίτοι θα μπορούν να έχουν πράγματι πρόσβαση στην «αποδεσμευθείσα» δυναμικότητα, ήρε το προτεινόμενο από την BNetzA όριο όσον αφορά τη δυναμικότητα διασυνδέσεως τύπου FZK (feste frei zuordenbare Kapazitäten/σταθερή και ελεύθερα διαθέσιμη δυναμικότητα) στο σημείο εξόδου του αγωγού. Συγκεκριμένα, ο διαχειριστής του αγωγού OPAL θα υποχρεούται να θέσει στη διάθεση άλλων χρηστών, πέραν της δεσπόζουσας στην τσεχική αγορά του φυσικού αερίου επιχειρήσεως, στο πλαίσιο δημοπρατήσεως, δυναμικότητα διασυνδέσεως FZK συνολικού όγκου 3,2 εκατομμυρίων kWh. Εάν εντούτοις φανεί, κατά την ετήσια δημοπρασία, ότι η ζήτηση δυναμικότητας τύπου FZK στο σημείο εξόδου στο Brandov υπερβαίνει το 90 % της προσφερόμενης δυναμικότητας, η BNetzA υποχρεούται να αυξήσει κατά 1,6 εκατομμύριο kWh την ποσότητα της διαθέσιμης δυναμικότητας FZK κατά την επόμενη ετήσια δημοπρασία. Η διαθέσιμη δυναμικότητα FZK μπορεί να αυξηθεί με την πάροδο του χρόνου έως τον όγκο των 6,4 εκατομμυρίων kWh, ήτοι το 20 % της συνολικής δυναμικότητας του αγωγού OPAL.

10

Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη του χαρακτήρα της δημοπρασίας ως δημοπρασίας αυξανόμενου τιμήματος και προκειμένου να αποφευχθεί οιαδήποτε υπερπλειοδοσία από τη δεσπόζουσα στην τσεχική αγορά οντότητα, η Επιτροπή εισήγαγε έναν πρόσθετο όρο σύμφωνα με τον οποίο μια τέτοια οντότητα δεν μπορεί να υποβάλει την προσφορά της, στο πλαίσιο δημοπρατήσεως της δυναμικότητας FZK, παρά μόνον στη βασική τιμή της δυναμικότητας, γεγονός που συνεπάγεται ότι η προταθείσα τιμή δεν θα μπορεί να υπερβεί τη μέση βασική ρυθμιζόμενη τιμή του συστήματος μεταφοράς από την εμπορική ζώνη της Gaspool στη Γερμανία προς την Τσεχική Δημοκρατία για συγκρίσιμα προϊόντα κατά το ίδιο έτος.

11

Στις 28 Νοεμβρίου 2016, η BNetzA τροποποίησε την εξαίρεση που χορηγήθηκε με την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009 στον διαχειριστή του αγωγού OPAL σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

12

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 16 Δεκεμβρίου 2016, η Δημοκρατία της Πολωνίας άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

13

Με χωριστό έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την ίδια ημέρα, η Δημοκρατία της Πολωνίας υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητεί, κατ’ ουσίαν, από τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου:

να αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, έως την έκδοση αποφάσεως που περατώνει την κύρια δίκη·

να διατάξει την Επιτροπή να απαιτήσει από την BNetzA να αναστείλει την υλοποίηση της διατυπωθείσας από την Επιτροπή θέσεως, η οποία εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, έως την έκδοση αποφάσεως που περατώνει την κύρια δίκη·

να διατάξει την Επιτροπή να απαιτήσει από την BNetzA να λάβει όλα τα δυνατά νομικά μέτρα για να ανασταλεί, έως την έκδοση της αποφάσεως που περατώνει την κύρια δίκη, η εκτέλεση αποφάσεως, συναλλαγής, συμβάσεως δημοσίου δικαίου ή κάθε άλλου μέτρου εφαρμογής που τροποποιεί, συμπληρώνει, καταργεί ή επηρεάζει με άλλο τρόπο την απόφαση της BNetzA της 25ης Φεβρουαρίου 2009, όπως αναδιατυπώθηκε στις 7 Ιουλίου 2009·

να διατάξει την Επιτροπή να απαιτήσει από την OGT να απόσχει, έως την έκδοση αποφάσεως που περατώνει την κύρια δίκη, από την παροχή προσβάσεως στη δυναμικότητα μεταφοράς του αγωγού φυσικού αερίου OPAL υπό προϋποθέσεις άλλες από αυτές που έχουν καθοριστεί με την απόφαση της BNetzA της 25ης Φεβρουαρίου 2009, όπως αναδιατυπώθηκε στις 7 Ιουλίου 2009·

να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση πριν από τις 23 Δεκεμβρίου 2016, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 157, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.

14

Με τις παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, τις οποίες κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 23 Δεκεμβρίου 2016, η Επιτροπή ζητεί, κατ’ ουσίαν, από τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου:

να απορρίψει την υπό κρίση αίτηση·

να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Πολωνίας στα δικαστικά έξοδα.

15

Με διάταξη της 23ης Δεκεμβρίου 2016, Πολωνία κατά Επιτροπής (T-883/16 R), ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 157, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, χορήγησε την αναστολή εκτελέσεως, η οποία ζητήθηκε, έως την έκδοση της διατάξεως που θα περατώνει την παρούσα διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων. Επιπλέον, έθεσε μια σειρά ερωτήσεων στους διαδίκους, οι οποίοι απάντησαν σ’ αυτές, η μεν Δημοκρατία της Πολωνίας στις 13 Ιανουαρίου 2017, η δε Επιτροπή στις 16 Ιανουαρίου 2017. Με την ευκαιρία αυτή, η Δημοκρατία της Πολωνίας υπέβαλε επίσης αίτημα λήψεως μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, επί του οποίου η Επιτροπή κατέθεσε παρατηρήσεις στις 20 Ιανουαρίου 2017 ζητώντας την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος.

16

Στις 2 Φεβρουαρίου 2017, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου έκανε δεκτή την αίτηση παρεμβάσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, που κατατέθηκε στις 19 Ιανουαρίου 2017, έναντι της οποίας τόσο η Επιτροπή όσο και η Πολωνία δεν εξέφρασαν αντίρρηση με τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν, αντιστοίχως, στις 30 και στις 31 Ιανουαρίου 2017. Το υπόμνημα παρεμβάσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προς υποστήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε από τη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 9 Φεβρουαρίου 2017. Στις 3 Μαρτίου 2017, οι κύριοι διάδικοι κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί του εν λόγω υπομνήματος.

17

Την 1η Μαρτίου 2017, η Δημοκρατία της Πολωνίας κατέθεσε συμπληρωματικό υπόμνημα καθώς και δύο έγγραφα με ημερομηνία, αντιστοίχως, 30 Αυγούστου 2016 και 9 Δεκεμβρίου 2016, τα οποία είχε απευθύνει ο Υπουργός Ενέργειας της Ρωσικής Ομοσπονδίας στον Υπουργό Ενέργειας της Δημοκρατίας της Πολωνίας.

18

Στις 5 Μαΐου 2017, επετράπη στη Δημοκρατία της Λιθουανίας να παρέμβει προς υποστήριξη των αιτημάτων της Δημοκρατίας της Πολωνίας στην κύρια υπόθεση. Το υπόμνημα παρεμβάσεως της Δημοκρατίας της Λιθουανίας στην υπό κρίση υπόθεση κατατέθηκε στις 22 Μαΐου 2017. Στις 9 Ιουνίου 2017, η Δημοκρατία της Πολωνίας και η Επιτροπή κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί του εν λόγω υπομνήματος.

19

Με επιστολή της 22ας Ιουνίου 2017, οι διάδικοι κλήθηκαν να παραστούν στην ακρόαση που ορίστηκε στις 5 Ιουλίου 2017, για να εκθέσουν τα επιχειρήματά τους σχετικά με τις προϋποθέσεις του επείγοντος και τη στάθμιση των συμφερόντων. Με την ευκαιρία αυτή, ζητήθηκε από την Επιτροπή και από τις παρεμβαίνουσες να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους επί του συμπληρωματικού υπομνήματος που κατέθεσε η Δημοκρατία της Πολωνίας την 1η Μαρτίου 2017, στο οποίο είχαν επισυναφθεί, ως παράρτημα, συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη της αιτήσεώς της.

20

Με επιστολή της 23ης Ιουνίου 2017, η Δημοκρατία της Λιθουανίας ενημέρωσε το Γενικό Δικαστήριο ότι δεν επρόκειτο να μετάσχει στην ακρόαση.

21

Κατά την ακρόαση της 5ης Ιουλίου 2017, η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Επιτροπή και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προέβαλαν τα επιχειρήματά τους και απάντησαν στις ερωτήσεις που έθεσε ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου.

Σκεπτικό

Γενικές παρατηρήσεις

22

Από τον συνδυασμό των άρθρων 278 και 279 ΣΛΕΕ, αφενός, και του άρθρου 256, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, αφετέρου, προκύπτει ότι ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δύναται, εφόσον κρίνει ότι τούτο επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως πράξεως προσβαλλόμενης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ή να επιβάλει τα απαραίτητα προσωρινά μέτρα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 156 του Κανονισμού Διαδικασίας. Εντούτοις, το άρθρο 278 ΣΛΕΕ καθιερώνει την αρχή του μη ανασταλτικού αποτελέσματος των ενδίκων βοηθημάτων, καθόσον οι πράξεις που εκδίδουν τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης απολαύουν του τεκμηρίου νομιμότητας. Επομένως, μόνον κατ’ εξαίρεση μπορεί ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως πράξεως προσβαλλόμενης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ή να επιβάλει προσωρινά μέτρα (διάταξη της 19ης Ιουλίου 2016, Βέλγιο κατά Επιτροπής, T-131/16 R, EU:T:2016:427, σκέψη 12).

23

Επιπλέον, το άρθρο 156, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν «το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται».

24

Επομένως, η αναστολή εκτελέσεως και τα άλλα προσωρινά μέτρα μπορούν να διατάσσονται από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων εφόσον αποδεικνύεται ότι η χορήγησή τους δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως από τα πραγματικά και νομικά στοιχεία (fumus boni juris) και ότι είναι επείγοντα, υπό την έννοια ότι είναι αναγκαίο, προκειμένου να αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης των συμφερόντων του αιτούντος, να διαταχθούν και να παραγάγουν τα αποτελέσματά τους πριν από την έκδοση της αποφάσεως στην κύρια υπόθεση. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές, οπότε οι αιτήσεις προσωρινών μέτρων πρέπει να απορρίπτονται όταν δεν πληρούται έστω και μία από αυτές. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων προβαίνει επίσης, εφόσον παρίσταται ανάγκη, στη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων (βλ. διάταξη της 2ας Μαρτίου 2016, Evonik Degussa κατά Επιτροπής, C‑162/15 P-R, EU:C:2016:142, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

25

Στο πλαίσιο αυτού του συνολικού ελέγχου, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και παραμένει ελεύθερος να καθορίσει, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της συγκεκριμένης υποθέσεως, τον τρόπο με τον οποίο θα διακριβωθεί αν πληρούνται οι διάφορες προϋποθέσεις αυτές, καθώς και τη σειρά της εξετάσεως αυτής, δεδομένου ότι κανένας κανόνας δικαίου δεν του επιβάλλει να ακολουθήσει προκαθορισμένη ανάλυση προκειμένου να εκτιμήσει την ανάγκη προσωρινής ρυθμίσεως [βλ. διάταξη της 19ης Ιουλίου 2012, Akhras κατά Συμβουλίου, C‑110/12 P(R), μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:507, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

26

Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, πρέπει καταρχάς να εξεταστεί εάν πληρούται η σχετική με το επείγον προϋπόθεση.

Επί του επείγοντος

27

Προκειμένου να ελεγχθεί αν είναι επείγοντα τα προσωρινά μέτρα των οποίων ζητείται η λήψη, πρέπει να υπομνησθεί ότι σκοπός της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων είναι η διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της μελλοντικής οριστικής αποφάσεως, προκειμένου να αποφεύγονται τα κενά στην έννομη προστασία που παρέχει ο δικαστής της Ένωσης. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, το επείγον πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την αναγκαιότητα που υπάρχει για την έκδοση προσωρινής αποφάσεως προκειμένου να αποφευχθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία των συμφερόντων του αιτούντος την προσωρινή προστασία. Στον διάδικο αυτό εναπόκειται να αποδείξει ότι δεν είναι δυνατόν να αναμείνει την έκβαση της δίκης επί της ουσίας χωρίς να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία (βλ. διάταξη της 14ης Ιανουαρίου 2016, AGC Glass Europe κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑517/15 P-R, EU:C:2016:21, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

28

Στην υπό κρίση υπόθεση, η Δημοκρατία της Πολωνίας εκφράζει φόβους ως προς το ότι θα υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία σε περίπτωση απορρίψεως της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων κατά το μέτρο που η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, που θα είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της δυναμικότητας μεταφοράς μέσω του αγωγού φυσικού αερίου OPAL, θα καταλήξει κατ’ ανάγκην στη μείωση των μεταφορών φυσικού αερίου μέσω των αγωγών φυσικού αερίου Yamal-Europe και Αδελφοσύνη, και, ως εκ τούτου, θα απειλήσει την ασφάλεια του εφοδιασμού με φυσικό αέριο στην Πολωνία.

29

Προκαταρκτικώς, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητείται ότι τα αποτελέσματα της προσβαλλομένης αποφάσεως θα οδηγήσουν σε αυξημένη χρήση της δυναμικότητας του αγωγού φυσικού αερίου OPAL.

30

Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της επεκτάσεως της δυναμικότητας μεταφοράς φυσικού αερίου μέσω του αγωγού φυσικού αερίου OPAL, της μειώσεως της μεταφοράς φυσικού αερίου μέσω των αγωγών φυσικού αερίου Yamal-Europe και Αδελφοσύνη και της απειλής που ενυπάρχει για την ασφάλεια του εφοδιασμού με φυσικό αέριο στην Πολωνία, η Δημοκρατία της Πολωνίας φρονεί, κατ’ ουσίαν, ότι η εν λόγω σχέση απορρέει από τον συνδυασμό δύο παράλληλων σειρών περιστατικών.

31

Αφενός, η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως θα δίνει τη δυνατότητα στην Gazprom να δεσμεύσει το 90 % της δυναμικότητας μεταφοράς του αγωγού OPAL. Η προσβαλλόμενη απόφαση οργανώνει τη δημοπράτηση του 50 % της συνολικής δυναμικότητας μεταφοράς του αγωγού OPAL. Εντούτοις, κατά τη Δημοκρατία της Πολωνίας, οι όροι της βάσει της ρυθμίσεως χορηγούμενης εξαιρέσεως που προβλέπονται από την προσβαλλόμενη απόφαση θα έχουν ως συνέπεια να επιτρέπουν στην Gazprom να αποκτήσει το 80 % τουλάχιστον της μερικώς ρυθμιζόμενης δυναμικότητας μεταφοράς του αγωγού OPAL που θα δημοπρατηθεί. Στο μέτρο που το υπόλοιπο 50 % της δυναμικότητας μεταφοράς του αγωγού OPAL αποκλείεται από το δίκαιο της Ένωσης καθώς και από τους κανόνες τους σχετικούς με την πρόσβαση των τρίτων, και χορηγείται εξ ολοκλήρου στην Gazprom, η τελευταία στην πραγματικότητα θα μπορεί να έχει εγγυημένη πρόσβαση σε τουλάχιστον 90 % της συνολικής δυναμικότητας μεταφοράς του αγωγού OPAL.

32

Αφετέρου, η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι αυτή η δυνατότητα της Gazprom να αυξάνει την εκ μέρους της χρήση της προσφερόμενης δυναμικότητας μεταφοράς μέσω του αγωγού φυσικού αερίου OPAL θα της επιτρέπει να μεταβάλλει την εμπορική στρατηγική της και θα καταλήξει σε ουσιώδη μείωση ή σε πλήρη διακοπή της προμήθειας φυσικού αερίου εκ μέρους της επιχειρήσεως αυτής στη γερμανική αγορά μέσω του αγωγού φυσικού αερίου Yamal-Europe και σε ουσιώδη επηρεασμό των όρων της προμήθειας φυσικού αερίου στην πολωνική αγορά μέσω των αγωγών φυσικού αερίου Yamal-Europe και Αδελφοσύνη. Κατ’ αρχάς, η εν λόγω μείωση ή η εν λόγω αποχή από την εκμετάλλευση εκ μέρους της Gazprom θα είχε ως συνέπεια, ιδίως, πρώτον, να πρέπει να κατανέμονται οι δαπάνες λειτουργίας του αγωγού φυσικού αερίου Yamal-Europe με βάση έναν μικρότερο όγκο φυσικού αερίου, προκαλώντας ουσιώδη αύξηση των τιμών μεταφοράς που θα μετουσιωνόταν στην αδυναμία των ενδιαφερόμενων επιχειρηματικών φορέων να αποκτήσουν πρόσβαση στην εν λόγω υποδομή στο επίπεδο της μεγαλύτερης συνοριακής σύνδεσης με προέλευση από τα δυτικά [σημείο διασύνδεσης του Mallnow (Γερμανία)]· δεύτερον, θα είχε ως συνέπεια τη συρρίκνωση της δυνατότητας των δραστηριοποιούμενων στην αγορά φορέων να απολαύουν των υπηρεσιών μιας εικονικής αναστροφής στον αγωγό φυσικού αερίου Yamal-Europe, πράγμα που θα περιόριζε ως εκ τούτου την πρόσβαση στην πολωνική αγορά φυσικού αερίου για τους εναλλακτικούς προμηθευτές οι οποίοι επιθυμούν να πωλήσουν φυσικό αέριο που έχει αγοραστεί στη Γερμανία εν σχέσει προς την Gazprom και, τρίτον, θα είχε ως συνέπεια την αύξηση των δαπανών προμήθειας φυσικού αερίου σε άλλα σημεία σύνδεσης μεταξύ της Πολωνίας και της Ένωσης λόγω αυξήσεως της ζητήσεως για άλλης τάξεως διασυνοριακή δυναμικότητα. Εν συνεχεία, λόγω της διακοπής της προμήθειας φυσικού αερίου με προέλευση από τα δυτικά, η Gazprom θα μπορούσε να επωφελείται της δεσπόζουσας θέσεώς της στην πολωνική αγορά και να αποφασίζει ελεύθερα για τις τιμές προμήθειας φυσικού αερίου προς την Πολωνία, πράγμα που θα προκαλούσε αύξηση των τιμών για τους τελικούς πελάτες. Τέλος, κατά τη Δημοκρατία της Πολωνίας, η πρόσβαση σε επιπρόσθετη δυναμικότητα στον αγωγό OPAL θα επιτρέπει στην Gazprom να συνεχίζει τον αναπροσανατολισμό της διαμετακομίσεως φυσικού αερίου από το έδαφος της Ουκρανίας προς τον αγωγό Nord Stream 1, καθιστώντας ως εκ τούτου αδύνατη τη διατήρηση του εφοδιασμού στο έδαφος της Πολωνίας μέσω της διακλάδωσης του αγωγού φυσικού αερίου Αδελφοσύνη στο σημείο Drozdowicze, στα πολωνοουκρανικά σύνορα, πράγμα που θα έχει ως αποτέλεσμα να απειλείται η ενεργειακή ασφάλεια της Πολωνίας, κατά το μέτρο που θα είναι αδύνατο να διασφαλιστεί η συνέχεια του εφοδιασμού των πελατών που βρίσκονται στα νοτιοανατολικά της Πολωνίας, εφόσον οι τελευταίοι εφοδιάζονται απευθείας από την Ουκρανία με φυσικό αέριο.

33

Χωρίς να απαιτείται να εκτιμηθεί, αφενός, ο ενδεχομένως υποθετικός χαρακτήρας καθεμίας από τις δύο αυτές σειρές περιστατικών, για τα οποία η Δημοκρατία της Πολωνίας προσκομίζει ορισμένο αριθμό πληροφοριών και εγγράφων προκειμένου να αποδειχθεί ο επαρκής βαθμός βεβαιότητας, ο οποίος εντούτοις αμφισβητείται από την Επιτροπή και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, και, αφετέρου, το υποστατό του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των δύο αυτών σειρών των περιστατικών και της προσβαλλομένης αποφάσεως, αρκεί να επισημανθεί ότι στην παρούσα υπόθεση ελλείπει ο επικείμενος χαρακτήρας της προβαλλόμενης ζημίας.

34

Όπως έχει υπομνησθεί ανωτέρω στη σκέψη 27, κατά πάγια νομολογία, το επείγον μιας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να κρίνεται σε σχέση με την ανάγκη που υπάρχει να εκδοθεί προσωρινή απόφαση προκειμένου να αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας του αιτούντος τα προσωρινά μέτρα διαδίκου πριν την έκδοση αποφάσεως επί του προβληθέντος με την κύρια προσφυγή αιτήματος ακυρώσεως και ότι εναπόκειται στον εν λόγω διάδικο να προσκομίσει επαρκή απόδειξη για το ότι δεν μπορεί να αναμείνει την έκβαση της δίκης επί της κύριας προσφυγής χωρίς να υποστεί προσωπικά ζημία τέτοιας φύσεως.

35

Ωστόσο, στην υπό κρίση υπόθεση, από τα στοιχεία του φακέλου, που δεν αμφισβητήθηκαν από τη Δημοκρατία της Πολωνίας, προκύπτει ότι αυτή τη στιγμή είναι σε ισχύ μια σύμβαση διαμετακομίσεως που έχει συναφθεί με την Gazprom για τη μεταφορά φυσικού αερίου (έως 32,3 δισεκατομμυρίων m3 φυσικού αερίου) μέσω του πολωνικού τμήματος του αγωγού Yamal-Europe για τον εφοδιασμό των αγορών της Δυτικής Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της Πολωνίας, έως το 2020 καθώς και μια σύμβαση συναφθείσα το 1996 μεταξύ της PGNiG S.A. και της Gazprom για παραδόσεις φυσικού αερίου (έως 10,2 δισεκατομμυρίων m3 φυσικού αερίου), η οποία λήγει στο τέλος του 2022.

36

Οι πληροφορίες αυτές, οι οποίες έλλειπαν από την αρχική αίτηση της Δημοκρατίας της Πολωνίας και οι οποίες γνωστοποιήθηκαν για πρώτη φορά από την Επιτροπή με τις από 23 Δεκεμβρίου 2016 παρατηρήσεις της, έχουν καίρια σημασία για την εκτίμηση, εκ μέρους του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων, της σχετικής με το επείγον προϋποθέσεως. Πράγματι, από τις εν λόγω συμβάσεις απορρέει ότι η εκμετάλλευση της δυναμικότητας μεταφοράς του πολωνικού τμήματος του αγωγού Yamal-Europe έχει, εκ πρώτης όψεως, διασφαλιστεί έως τα τέλη του 2019 τουλάχιστον και ότι οι παραδόσεις της Gazprom στην πολωνική αγορά είναι διασφαλισμένες έως το 2022. Συναφώς, η μη τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων συνεπάγεται τη δυνατότητα ασκήσεως ειδικών ενδίκων βοηθημάτων, τα οποία εναπόκειται στη Δημοκρατία της Πολωνίας να ασκήσει εάν παραστεί ανάγκη. Στο πλαίσιο αυτό, θα ήταν, εξάλλου, δυνατό για τη Δημοκρατία της Πολωνίας να προσφύγει στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 160 του Κανονισμού Διαδικασίας.

37

Συνεπώς και εκ πρώτης όψεως, ακόμη και στην περίπτωση που αποδειχθεί ο βέβαιος χαρακτήρας της προβαλλόμενης από τη Δημοκρατία της Πολωνίας ζημίας, το νωρίτερο που μπορεί να επέλθει η εν λόγω ζημία είναι με τη λήξη των εν λόγω συμβάσεων, εφόσον βέβαια οι εν λόγω συμβάσεις δεν ανανεωθούν. Με τις από 3 Μαρτίου 2017 παρατηρήσεις της επί του υπομνήματος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η Δημοκρατία της Πολωνίας εκτιμά ότι η απόφαση επί της ουσίας στην παρούσα υπόθεση θα εκδοθεί κατά πάσα πιθανότητα εντός χρονικού διαστήματος δύο ετών, ήτοι εντός του 2019. Ως εκ τούτου, πρέπει να επισημανθεί ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν προσκομίζει επαρκή απόδειξη ως προς το ότι δεν μπορεί να αναμείνει την έκβαση της δίκης επί της κύριας προσφυγής χωρίς να υποστεί η ίδια σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.

38

Συναφώς, πρέπει, εντούτοις, να τονισθεί ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας επισύναψε ως παράρτημα στο από 1ης Μαρτίου 2017 συμπληρωματικό υπόμνημά της δύο έγγραφα με ημερομηνία, αντιστοίχως, 30 Αυγούστου 2016 και 9 Δεκεμβρίου 2016, τα οποία είχε απευθύνει ο Υπουργός Ενέργειας της Ρωσικής Ομοσπονδίας στον Υπουργό Ενέργειας της Δημοκρατίας της Πολωνίας. Το πρώτο έγγραφο αφορά την απόφαση της Urząd Regulacji Energetyki (ρυθμιστικής αρχής ενέργειας, Πολωνία) της 19ης Μαΐου 2015 για τη χορήγηση στην Gaz-System ενός πιστοποιητικού ανεξαρτησίας όσον αφορά την άσκηση των καθηκόντων του διαχειριστή του πολωνικού τμήματος του αγωγού Yamal-Europe, ως προς την οποία ο Ρώσος Υπουργός υποστηρίζει ότι η εν λόγω απόφαση ενέχει παράβαση της συμφωνίας της 25ης Οκτωβρίου 2010 σχετικά με τις υποχρεώσεις του επιχειρηματικού φορέα που είναι επιφορτισμένος με το πολωνικό τμήμα του εν λόγω αγωγού, συμφωνίας που στηρίζεται, αυτή καθαυτή, στη ρωσοπολωνική συμφωνία της 25ης Αυγούστου 1993 σχετικά με την κατασκευή αγωγών για τη διαμετακόμιση ρωσικού φυσικού αερίου μέσω της πολωνικής επικράτειας. Το δεύτερο έγγραφο αποσκοπεί στο να ενημερώσει τον Πολωνό Υπουργό σχετικά με τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζει στην Ουκρανία η Gazprom, στην οποία επιβλήθηκε ένα πρόστιμο από την ουκρανική διοικητική αρχή. Ο Ρώσος Υπουργός ενημερώνει, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τον ομόλογό του ότι οι δυσχέρειες αυτές ήσαν τέτοιας φύσεως ώστε, εάν δεν επιλύονταν, θα προκαλούσαν μείωση της παραδόσεως φυσικού αερίου από την Gazprom. Ως εκ τούτου, η Δημοκρατία της Πολωνίας διατείνεται, κατ’ ουσίαν, ότι τα έγγραφα αυτά καταδεικνύουν το υποστατό του κινδύνου ενός περιορισμού ή μιας διακοπής της παραδόσεως φυσικού αερίου, μέσω του αγωγού Yamal-Europe, στην πολωνική επικράτεια, περιορισμού που καθίσταται εφεξής πιθανός λόγω των νέων όρων εκμεταλλεύσεως του αγωγού OPAL που απορρέουν από την προσβαλλόμενη απόφαση.

39

Ευθύς εξαρχής, πρέπει να σημειωθεί ότι, παρά τον θεμελιώδη χαρακτήρα που η Δημοκρατία της Πολωνίας φαίνεται να τους αποδίδει, τα συμπληρωματικά αυτά αποδεικτικά στοιχεία δεν περιλαμβάνονταν στην αίτησή της ασφαλιστικών μέτρων που κατατέθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 2016. Εν συνεχεία, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να διατυπωθεί κρίση στο παρόν στάδιο ως προς την ύπαρξη σχέσεως μεταξύ του περιεχομένου των εγγράφων αυτών και της προσβαλλομένης αποφάσεως, αρκεί να επισημανθεί ότι οι προβαλλόμενες απειλές εξαρτώνται, εκ πρώτης όψεως, από το κατά πόσον θα υπάρξει εφαρμογή της αποφάσεως της πολωνικής ρυθμιστικής αρχής ενέργειας της 19ης Μαΐου 2015, εφαρμογή η οποία αναμενόταν να λάβει χώρα το αργότερο τον Μάιο του 2017. Κατά την ακρόαση, η Δημοκρατία της Πολωνίας ενημέρωσε τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου ότι η ως άνω εφαρμογή δεν είχε ακόμη συντελεστεί. Επομένως, εάν πραγματοποιηθούν τέτοιες κατασταλτικές ενέργειες μετά την ως άνω εφαρμογή, θα συνιστούν, κατά πάσα πιθανότητα, νέα στοιχεία που επιτρέπουν στη Δημοκρατία της Πολωνίας να προσφύγει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 160 του Κανονισμού Διαδικασίας, στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων, ο οποίος στην περίπτωση αυτή δύναται να λάβει νέο μέτρο αναστολής ακόμη και χωρίς να ακουστεί προηγουμένως ο αντίδικος (inaudita altera parte), δυνάμει του άρθρου 157, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, προκειμένου να αποκατασταθεί προσωρινά η ρύθμιση που ίσχυε πριν τεθεί σε ισχύ το προβλεπόμενο από την προσβαλλόμενη απόφαση καθεστώς, και έως ότου αποφανθεί για το βάσιμο της νέας αιτήσεως με βάση τα νέα περιστατικά.

40

Συνεπώς, πρέπει να συναχθεί ότι, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ο επικείμενος χαρακτήρας της προβαλλόμενης ζημίας, η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν εκπλήρωσε την προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία αυτή δεν θα ήταν σε θέση, χωρίς να έχει επέλθει προηγουμένως η προβαλλόμενη ζημία, να αναμείνει την έκδοση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου στην κύρια υπόθεση.

41

Τα πράγματα θα είχαν άλλως μόνον εάν ελάμβαναν χώρα από τώρα και εφεξής τέτοια περιστατικά που να καθιστούν ήδη ανεπανόρθωτη την προβαλλόμενη επιζήμια κατάσταση. Η Δημοκρατία της Πολωνίας φαίνεται να υποστηρίζει ότι τα πραγματικά στοιχεία στην παρούσα υπόθεση οδηγούν σε μια τέτοια διαπίστωση, λόγω της δυνατότητας της Gazprom να πραγματοποιεί, κατά τις επόμενες ετήσιες δημοπρασίες του 50 % της δυναμικότητας μεταφοράς που αποδεσμεύεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις που θα έχει ως συνέπεια την παγίωση της καταστάσεως κατά τρόπο ώστε η έκταση των έννομων συνεπειών της προσβαλλομένης αποφάσεως να υπερβαίνει κατά πολύ τη διάρκεια της νομικής της υπάρξεως.

42

Πρώτον, η Δημοκρατία της Πολωνίας υπογραμμίζει ότι η δέσμευση της δυναμικότητας μεταφοράς που θα δημοπρατηθεί σύμφωνα με τους νέους όρους χρήσεως του αγωγού OPAL θα μπορεί να γίνεται για χρονικό διάστημα δεκαπέντε ετών. Κατά την άποψή της όμως, πρέπει να αναμένεται ότι η Gazprom θα δεσμεύσει το μεγαλύτερο μέρος της δυναμικότητας μεταφοράς για το χρονικό αυτό διάστημα, παγώνοντας έτσι την κατάσταση, όπως αυτή περιγράφεται στη σκέψη 32, για τα επόμενα δεκαπέντε έτη.

43

Δεύτερον, η Δημοκρατία της Πολωνίας διευκρινίζει ότι οι δεσμεύσεις, οι οποίες θα έχουν τη μορφή συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, θα καταστούν στη συνέχεια πηγές δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που θα πρέπει να τύχουν προστασίας, ανεξαρτήτως της εκβάσεως της κύριας δίκης. Κατά την άποψή της, ακόμη και η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν θα μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση των συμβάσεων μεταφοράς ή προμήθειας φυσικού αερίου μέσω του αγωγού OPAL. Η Δημοκρατία της Πολωνίας υπογραμμίζει επίσης ότι οι εν λόγω συμβάσεις μεταφοράς θα έχουν ως παράλληλη συνέπεια τη σύναψη εμπορικών συμβάσεων εμπορίας φυσικού αερίου, προκαλώντας έτσι ένα πρόσθετο εμπόδιο όσον αφορά τη λύση των συμβάσεων μεταφοράς.

44

Εντούτοις, πρέπει να επισημανθεί ότι η εν λόγω ανάλυση βασίζεται σε μια εσφαλμένη αντίληψη της λειτουργίας της ιδιαίτερης έννομης τάξεως που έχει θεσπιστεί με τις Συνθήκες (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 15ης Ιουλίου 1964, Costa, 6/64, EU:C:1964:66, σ. 1158). Σε περίπτωση ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι όροι χρήσεως του αγωγού OPAL, όπως επιτρέπονται από την εν λόγω απόφαση, δεν θα ισχύουν πλέον. Κατά συνέπεια, καμία πράξη ιδιωτικού δικαίου που στηρίζεται στους εν λόγω όρους δεν θα μπορεί να εφαρμοστεί. Τόσο η Επιτροπή όσο και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ορθώς υπογράμμισαν ειδικά αυτήν την πτυχή τόσο στα έγγραφά τους όσο και κατά την ακρόαση της 5ης Ιουλίου 2017.

45

Συναφώς, πέραν των νομικών κωλυμάτων, των οποίων η ύπαρξη δεν μπορεί να γίνει δεκτή όπως υπομνήσθηκε ανωτέρω στη σκέψη 44, η Δημοκρατία της Πολωνίας προβάλλει την ύπαρξη πρακτικών δυσκολιών κατά την εφαρμογή των συνεπειών μιας τέτοιας ακυρώσεως. Εντούτοις, πρέπει να απορριφθεί και αυτό το επιχείρημα. Πράγματι, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή με τις από 16 Ιανουαρίου 2017 απαντήσεις της στις ερωτήσεις που έθεσε στις 23 Δεκεμβρίου 2016 ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου, εάν το Γενικό Δικαστήριο ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, η δέσμευση ετήσιων προϊόντων δυναμικότητας για την περίοδο που έπεται της εκδόσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου θα πρέπει να καταστεί ανίσχυρη, καθότι αφορά χωριστά ετήσια προϊόντα, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δεσμεύσεως για περίοδο εκτεινόμενη μέχρι και δεκαπέντε έτη μόνον εφόσον συνδυαστούν με άλλα, και καθότι πρόκειται, επομένως, για προϊόντα που είναι μεταξύ τους ανεξάρτητα. Επιπλέον, από τους γενικούς όρους της συμβάσεως που εφαρμόζονται στη μεταφορά φυσικού αερίου μέσω του αγωγού OPAL, την οποία προσκόμισε η Επιτροπή, απορρέει ότι η σύμβαση μεταφοράς που έχει συναφθεί μεταξύ των χρηστών του συστήματος και της OGT όσον αφορά την απόκτηση προϊόντων δυναμικότητας μέσω της δημοπρασίας μπορεί να λυθεί αμελλητί για σημαντικούς λόγους, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται αναμφισβήτητα και η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως από το Γενικό Δικαστήριο. Η Επιτροπή ορθώς προσθέτει ότι η εν λόγω ακύρωση θα συνιστούσε τυχαίο γεγονός έχον έννομες συνέπειες επί της συμβάσεως, υπό την έννοια ότι θα δικαιολογούσε την προσαρμογή των όρων της εν λόγω συμβάσεως. Επιπλέον, οι εν λόγω γενικοί όροι επιτρέπουν στην OGT να τροποποιήσει τους όρους της συμβάσεως στο μέλλον εάν τούτο επιβάλλεται από την ανάγκη να ληφθεί υπόψη η μεταβολή της νομικής καταστάσεως, παραδείγματος χάρη, λόγω αποφάσεως εκδοθείσας από διεθνές δικαιοδοτικό όργανο. Κατά τα λοιπά, δεν φαίνεται να αποκλείεται, a priori, το ότι, σε σχέση με τη δίκη που εκκρεμεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ενδέχεται να εισαχθεί μια ρήτρα διασφαλίσεως στο σύνολο των υπογραφεισών συμβάσεων σε σχέση με μελλοντικές δημοπρασίες (παραδείγματος χάρη, συμβάσεις που συνάπτονται σε επόμενο στάδιο από φορείς δραστηριοποιούμενους στη μεταφορά, τη διανομή και την παράδοση του φυσικού αερίου του οποίου προμηθευτής είναι η Gazprom αλλά και εμπορικές συμβάσεις εμπορίας φυσικού αερίου) προκειμένου να προβλεφθούν οι συνέπειες μιας νέας ενδεχόμενης αναστολής της προσβαλλομένης αποφάσεως ή ακυρώσεως αυτής. Εν πάση περιπτώσει, στο μέτρο που έχουν κινηθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασίες κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, υφίσταται αναμφισβήτητα ένας εμπορικός κίνδυνος τον οποίο οι φορείς της αγοράς δεν μπορούν να αγνοούν.

46

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προκύπτει ότι, ακόμη και αν είχε αποδειχθεί ο βέβαιος χαρακτήρας τους, όλες οι συνέπειες που συνδέονται με τον συνδυασμό των δύο σειρών περιστατικών που περιγράφονται ανωτέρω στις σκέψεις 31 και 32, ουδόλως αφορούν περίοδο δεκαπέντε ετών, και στην πραγματικότητα περιορίζονται στην περίοδο προ της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου που πρόκειται να περατώσει την κύρια δίκη. Συναφώς, αφενός, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, καίτοι η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν έκρινε χρήσιμο να υποβάλει αίτηση για εκδίκαση της υποθέσεως με ταχεία διαδικασία στο πλαίσιο της κύριας προσφυγής της, δεν αποκλείεται να αποφασίσει αυτεπαγγέλτως το Γενικό Δικαστήριο να εκδικάσει την υπόθεση αυτή με τέτοια διαδικασία, δυνάμει του άρθρου 151, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. Άλλως, υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα, εάν τούτο επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να αποφασίσει το Γενικό Δικαστήριο την εκδίκαση της υποθέσεως αυτής κατά προτεραιότητα, σύμφωνα με το άρθρο 67, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού. Αφετέρου, με τις παρατηρήσεις της επί του υπομνήματος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η Δημοκρατία της Πολωνίας υπογραμμίζει ότι η ζημία της προκύπτει προπάντων από τις πιθανές μεταβολές των οδών διαμετακομίσεως φυσικού αερίου προς την Ένωση. Όπως επισημάνθηκε, όμως, στις σκέψεις 35 και 36 ανωτέρω, όχι μόνον ορισμένες νομικές πράξεις, οι οποίες είναι σε ισχύ σήμερα, παρεμποδίζουν την επέλευση της υποθετικής αυτής περιπτώσεως μέχρι το 2020 τουλάχιστον, αλλά, επιπλέον, η ύπαρξη ειδικών ενδίκων βοηθημάτων, στα οποία συμπεριλαμβάνεται η δυνατότητα προσφυγής στην κρίση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων με βάση νέα περιστατικά, διασφαλίζουν στη Δημοκρατία της Πολωνίας αποτελεσματική δικαστική προστασία στο πλαίσιο της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ένδικης διαφοράς της, σε περίπτωση παραβάσεως των εν λόγω πράξεων. Ως εκ τούτου, μόνον η περιγραφείσα ανωτέρω στη σκέψη 31 υποθετική περίπτωση, για την οποία κάνει λόγο η Δημοκρατία της Πολωνίας, θα μπορούσε ενδεχομένως να λάβει χώρα κατά την περίοδο προ της εκδόσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου που πρόκειται να περατώσει την κύρια δίκη. Ωστόσο, η υποθετική αυτή περίπτωση, η οποία συνίσταται στη χρήση του 90 % της δυναμικότητας μεταφοράς του αγωγού OPAL από την Gazprom, δεν συνιστά αυτή καθεαυτή τη ζημία που προβάλλει η Δημοκρατία της Πολωνίας, ήτοι την ύπαρξη απειλής σχετικά με την ασφάλεια του εφοδιασμού με φυσικό αέριο στην Πολωνία. Συνεπώς, ακόμη και αν οι συνέπειες της εν λόγω υποθετικής περιπτώσεως ήσαν μη αναστρέψιμες, δεν θα επληρούτο η απαίτηση της αποδείξεως σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας της Δημοκρατίας της Πολωνίας που να δικαιολογεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων τα οποία ζητούνται.

47

Ως εκ τούτου, από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν προσκόμισε απόδειξη ως προς το ότι δεν μπορεί να αναμείνει την έκβαση της δίκης επί της κύριας προσφυγής χωρίς να υποστεί η ίδια σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία εξαιτίας της εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.

48

Κατά συνέπεια, δεν πληρούται η προϋπόθεση του επείγοντος, οπότε η υπό κρίση αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί η προϋπόθεση που αφορά την ύπαρξη fumus boni juris ή να γίνει στάθμιση των συμφερόντων.

Επί του αιτήματος λήψεως μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας

49

Με το αίτημά της λήψεως μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, το οποίο υποβλήθηκε στις 13 Ιανουαρίου 2017, η Δημοκρατία της Πολωνίας ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο να απευθύνει εντολή στην Επιτροπή να προσκομίσει πληροφορίες σχετικώς με:

τις συνέπειες που είχε η εφαρμογή της προσβαλλομένης αποφάσεως, αποδίδοντας ιδιαίτερη προσοχή στον αριθμό και στο είδος των δημοπρασιών που αφορούσαν τη δυναμικότητα μεταφοράς στον αγωγό φυσικού αερίου OPAL και οι οποίες διοργανώθηκαν κατά τη διάρκεια της εφαρμογής της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και σχετικώς με τα αποτελέσματα των εν λόγω δημοπρασιών και το επίπεδο αυξήσεως (σε όγκο και σε ποσοστό) των ροών φυσικού αερίου που διέρχονται από τον αγωγό φυσικού αερίου OPAL σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο·

τις λεπτομέρειες εφαρμογής της διατάξεως της 23ης Δεκεμβρίου 2016, Πολωνία κατά Επιτροπής (T-883/16 R), με την οποία διατάχθηκε η αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, διευκρινίζοντας τους λόγους της διοργανώσεως των δημοπρασιών ως προς τη δυναμικότητα μεταφοράς στον αγωγό φυσικού αερίου OPAL μετά την ημερομηνία εκδόσεως της εν λόγω διατάξεως και παραθέτοντας το επίπεδο της αυξήσεως (σε όγκο και σε ποσοστό) των ροών φυσικού αερίου που διέρχονται από τον αγωγό φυσικού αερίου OPAL η οποία σημειώθηκε έπειτα από την ημερομηνία εκδόσεως της εν λόγω διατάξεως.

50

Συναφώς, πρώτον, αρκεί να επισημανθεί ότι, καίτοι μπορεί να ανακύπτουν εύλογα ερωτήματα όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σχετίζονται με τη χρήση της δυναμικότητας μεταφοράς στον αγωγό φυσικού αερίου OPAL και τα οποία έπονται της εκδόσεως της διατάξεως της 23ης Δεκεμβρίου 2016, Πολωνία κατά Επιτροπής (T-883/16 R), εντούτοις από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι, αφενός, η τωρινή χρήση του εν λόγω αγωγού φυσικού αερίου διέπεται από τους όρους που είχαν εφαρμογή πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και, αφετέρου, οι δημοπρασίες που είχαν προβλεφθεί για τις 6 Μαρτίου 2017, ως προς τις οποίες η Δημοκρατία της Πολωνίας εκτιμούσε ότι ήταν ιδιαιτέρως σημαντική η αποσαφήνιση των σχετικών περιστάσεων, δεν έλαβαν χώρα.

51

Δεύτερον, μολονότι, κατά την ακρόαση της 5ης Ιουλίου 2017, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επιβεβαίωσε ότι ορισμένες συμβάσεις, συνδεόμενες με δημοπρασίες που είχαν διοργανωθεί πριν από την έκδοση της διατάξεως της 23ης Δεκεμβρίου 2016, Πολωνία κατά Επιτροπής (T‑883/16 R), εκτελέσθηκαν κατά παράβαση των αποτελεσμάτων της αναστολής που διέταξε ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων με την εν λόγω διάταξη, εντούτοις υπογράμμισε τη σύγχυση την οποία είχε αντιμετωπίσει στο πλαίσιο της καταστάσεως αυτής. Πράγματι, μετά την έκδοση της εν λόγω διατάξεως, κινήθηκε διαδικασία ενώπιον του Oberlandesgericht Düsseldorf (Ανώτερο Περιφερειακό Δικαστήριο του Ντύσελντορφ, Γερμανία) η οποία οδήγησε στην έκδοση αποφάσεως της 30ής Δεκεμβρίου 2016 με την οποία ανεστάλη η μεταξύ της OGT και της BNetzA συναφθείσα συμφωνία της 28ης Νοεμβρίου 2016. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστήριξε έτσι, εσφαλμένα, όπως αναγνώρισε και η ίδια κατά την ακρόαση, ότι η διάταξη της 23ης Δεκεμβρίου 2016, Πολωνία κατά Επιτροπής (T‑883/16 R), αφορούσε μόνον τη μελλοντική διοργάνωση δημοπρασιών, αποκλείοντας κάθε συνέπεια στην εκτέλεση συμβάσεων που συνδέονταν με παρελθούσες δημοπρασίες. Με γνώμονα την ανταλλαγή απόψεων που εν συνεχεία έλαβε χώρα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας φρονεί ότι δεν θα επαναληφθεί μια τέτοια εσφαλμένη ερμηνεία τόσο στην περίπτωση νέας αναστολής απαγγελθείσας από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων όσο και σε περίπτωση ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως από το Γενικό Δικαστήριο. Συναφώς, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διευκρίνισε ότι η γερμανική νομοθεσία της παρείχε εξουσίες εξαναγκασμού της BNetzA που αρκούν για τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου και του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων.

52

Κατά συνέπεια, δεν κρίνεται αναγκαίο να ληφθούν οι πληροφορίες τις οποίες αφορά το εν λόγω αίτημα, το οποίο πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθεί.

53

Δυνάμει του άρθρου 158, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.

 

Για τους λόγους αυτούς,

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

διατάσσει:

 

1)

Απορρίπτει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.

 

2)

Ανακαλεί τη διάταξη της 23ης Δεκεμβρίου 2016, Πολωνία κατά Επιτροπής (T-883/16 R).

 

3)

Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

 

Λουξεμβούργο, 21 Ιουλίου 2017.

Ο Γραμματέας

E. Coulon

Ο Πρόεδρος

M. Jaeger


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η πολωνική.

Top