EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62016TJ0377

Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (όγδοο πενταμελές τμήμα) της 28ης Νοεμβρίου 2019.
Hypo Vorarlberg Bank AG, πρώην Vorarlberger Landes- und Hypothekenbank AG κατά Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης.
Οικονομική και Νομισματική Ένωση – Τραπεζική ένωση – Ενιαίος μηχανισμός εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων (ΕΜΕ) – Ενιαίο ταμείο εξυγίανσης (ΕΤΕ) – Απόφαση του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης (ΕΣΕ) σχετικά με τις εκ των προτέρων εισφορές για το 2016 – Προσφυγή ακυρώσεως – Άμεσος και ατομικός επηρεασμός – Παραδεκτό – Ουσιώδεις τύποι – Κύρωση της αποφάσεως – Διαδικασία εκδόσεως της αποφάσεως – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Περιορισμός των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως.
Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-377/16 και T-645/16.

Digital reports (Court Reports - general - 'Information on unpublished decisions' section)

ECLI identifier: ECLI:EU:T:2019:823

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
(όγδοο πενταμελές τμήμα)

της 28ης Νοεμβρίου 2019 ( *1 )

«Οικονομική και Νομισματική Ένωση – Τραπεζική ένωση – Ενιαίος μηχανισμός εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων (ΕΜΕ) – Ενιαίο ταμείο εξυγίανσης (ΕΤΕ) – Απόφαση του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης (ΕΣΕ) σχετικά με τις εκ των προτέρων εισφορές για το 2016 – Προσφυγή ακυρώσεως – Άμεσος και ατομικός επηρεασμός – Παραδεκτό – Ουσιώδεις τύποι – Κύρωση της αποφάσεως – Διαδικασία εκδόσεως της αποφάσεως – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Περιορισμός των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως»

Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις T‑377/16, T‑645/16 και T‑809/16,

Hypo Vorarlberg Bank AG, πρώην Vorarlberger Landes- und Hypothekenbank AG, με έδρα το Bregenz (Αυστρία), εκπροσωπούμενη από τους G. Eisenberger και A. Brenneis, δικηγόρους,

προσφεύγουσα,

υποστηριζόμενη από

την Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri,

παρεμβαίνουσα στην υπόθεση T‑645/16,

κατά

Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης (ΕΣΕ), εκπροσωπούμενου από τους B. Meyring, S. Schelo, T. Klupsch και S. Ianc, δικηγόρους,

καθού,

με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, με αίτημα την ακύρωση, πρώτον, της απόφασης της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ της 15ης Απριλίου 2016, σχετικά με τις εκ των προτέρων εισφορές προς το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης για το έτος 2016 (SRB/ES/SRF/2016/06) και, δεύτερον, της απόφασης της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ της 20ής Μαΐου 2016, σχετικά με την προσαρμογή των εκ των προτέρων εισφορών προς το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης για το έτος 2016, η οποία συμπληρώνει την απόφαση της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ της 15ης Απριλίου 2016 (SRB/ES/SRF/2016/13), καθόσον αφορούν την προσφεύγουσα,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους A. M. Collins, πρόεδρο, M. Kancheva, R. Barents, J. Passer (εισηγητή) και G. De Baere, δικαστές,

γραμματέας: N. Schall, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 13ης Φεβρουαρίου 2019,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Νομικό πλαίσιο

1

Οι υπό κρίση υποθέσεις εντάσσονται στο πλαίσιο του δεύτερου πυλώνα της τραπεζικής ένωσης, σχετικά με τον ενιαίο μηχανισμό εξυγίανσης (ΕΜΕ), ο οποίος θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ 2014, L 225, σ. 1). Σκοπός της θέσπισης του ΕΜΕ είναι η περαιτέρω ενοποίηση του πλαισίου εξυγίανσης στα κράτη μέλη της ευρωζώνης και στα κράτη μέλη που δεν είναι μέλη της ευρωζώνης και επιλέγουν να συμμετέχουν στον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό (ΕΕΜ) (στο εξής: συμμετέχοντα κράτη μέλη).

2

Ειδικότερα, οι υποθέσεις αυτές αφορούν το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης (ΕΤΕ), το οποίο θεσπίστηκε με το άρθρο 67, παράγραφος 1, του κανονισμού 806/2014. Το ΕΤΕ χρηματοδοτείται από τις εισφορές των ιδρυμάτων οι οποίες εισπράττονται σε εθνικό επίπεδο με τη μορφή, ιδίως, εκ των προτέρων εισφορών, κατ’ εκτέλεση του άρθρου 67, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 13, του εν λόγω κανονισμού, η έννοια του ιδρύματος αφορά πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων καλυπτόμενη από την ενοποιημένη εποπτεία σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, του ίδιου κανονισμού. Οι εισφορές μεταβιβάζονται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με τη διακυβερνητική συμφωνία για τη μεταφορά και την αμοιβαιοποίηση των εισφορών στο ΕΤΕ, που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 21 Μαΐου 2014 (στο εξής: διακυβερνητική συμφωνία).

3

Το άρθρο 70, του κανονισμού 806/2014, με τίτλο «Εισφορές εκ των προτέρων», ορίζει τα ακόλουθα:

«1.   Η ατομική εισφορά κάθε ιδρύματος εισπράττεται τουλάχιστον ετησίως και υπολογίζεται κατ’ αναλογία προς το ύψος των υποχρεώσεών του (εξαιρουμένων των ιδίων κεφαλαίων) μείον τις καλυπτόμενες καταθέσεις, σε σχέση με το σύνολο των υποχρεώσεων (εξαιρουμένων των ιδίων κεφαλαίων) μείον τις καλυπτόμενες καταθέσεις, όλων των ιδρυμάτων με άδεια λειτουργίας στο έδαφος όλων των συμμετεχόντων κρατών μελών.

2.   Το Συμβούλιο Εξυγίανσης υπολογίζει ετησίως, κατόπιν διαβούλευσης με την ΕΚΤ ή την εθνική αρμόδια αρχή και σε στενή συνεργασία με τις εθνικές αρχές εξυγίανσης, τις επιμέρους εισφορές, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι οι εισφορές που οφείλονται από το σύνολο των ιδρυμάτων με άδεια λειτουργίας στο έδαφος των συμμετεχόντων κρατών μελών δεν υπερβαίνουν το 12,5 % του επιπέδου-στόχου.

Κάθε έτος, ο υπολογισμός των εισφορών για τα επιμέρους ιδρύματα βασίζεται σε:

α)

μια κατ’ αποκοπή εισφορά, που βασίζεται κατ’ αναλογία στο ύψος των υποχρεώσεων ενός ιδρύματος, εξαιρουμένων των ιδίων κεφαλαίων και των καλυπτόμενων καταθέσεων, σε σχέση με το σύνολο των υποχρεώσεων, εξαιρουμένων των ιδίων κεφαλαίων και των καλυπτόμενων καταθέσεων, όλων των ιδρυμάτων με άδεια λειτουργίας στο έδαφος των συμμετεχόντων κρατών μελών και

β)

μια προσαρμοσμένη βάσει κινδύνου εισφορά, που βασίζεται στα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 103 παράγραφος 7 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας, χωρίς να προκαλούνται στρεβλώσεις ανάμεσα στις δομές του τραπεζικού τομέα των κρατών μελών.

Η σχέση μεταξύ της κατ’ αποκοπή εισφοράς και των προσαρμοσμένων βάσει κινδύνου εισφορών λαμβάνει υπόψη την ισόρροπη κατανομή των εισφορών ανάμεσα σε διάφορους τύπους τραπεζών.

Το συνολικό ποσό των επιμέρους εισφορών όλων των ιδρυμάτων με άδεια λειτουργίας στο έδαφος των συμμετεχόντων κρατών μελών, οι οποίες υπολογίζονται σύμφωνα με τα στοιχεία α) και β), δεν υπερβαίνει σε καμία περίπτωση το 12,5 % του επιπέδου-στόχου ετησίως.

[…]

6.   Εφαρμόζονται οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103 παράγραφος 7 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, στις οποίες προσδιορίζεται η έννοια της προσαρμογής των εισφορών ανάλογα με το προφίλ κινδύνου των ιδρυμάτων.

7.   Το Συμβούλιο, ενεργώντας κατόπιν πρότασης της Επιτροπής, εκδίδει εκτελεστικές πράξεις, στο πλαίσιο των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 6, προκειμένου να καθορίσει τις προϋποθέσεις εφαρμογής των παραγράφων 1, 2 και 3, ιδίως όσον αφορά:

α)

την εφαρμογή της μεθοδολογίας για τον υπολογισμό των επιμέρους εισφορών·

β)

τις πρακτικές λεπτομέρειες της κατανομής στα ιδρύματα των παραγόντων κινδύνου που προσδιορίζονται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη.»

4

Ο κανονισμός 806/2014 συμπληρώθηκε, όσον αφορά τις εν λόγω εκ των προτέρων εισφορές, με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2015/81 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 2014, περί ενιαίων όρων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις εκ των προτέρων εισφορές στο Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης (ΕΕ 2015, L 15, σ. 1).

5

Εξάλλου, ο κανονισμός 806/2014 και ο εκτελεστικός κανονισμός 2015/81 παραπέμπουν σε ορισμένες διατάξεις που περιέχονται σε δύο άλλες πράξεις:

αφενός, στην οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ 2014, L 173, σ. 190),

αφετέρου, στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2015/63 της Επιτροπής, της 21ης Οκτωβρίου 2014, για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις εκ των προτέρων συνεισφορές σε χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης (ΕΕ 2015, L 11, σ. 44).

6

Το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης (ΕΣΕ) συστάθηκε ως οργανισμός της Ένωσης (άρθρο 42 του κανονισμού 806/2014). Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, σύνοδο ολομέλειας και εκτελεστική σύνοδο (άρθρο 43, παράγραφος 5, του κανονισμού 806/2014). Το ΕΣΕ, στην εκτελεστική του σύνοδο, λαμβάνει όλες τις αποφάσεις για την εφαρμογή του κανονισμού 806/2014, εκτός εάν προβλέπεται άλλως στον εν λόγω κανονισμό (άρθρο 54 παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 806/2014).

7

Με απόφαση της 29ης Απριλίου 2015 (SRB/PS/2015/8), το ΕΣΕ, σε σύνοδο ολομέλειας, θέσπισε τους διαδικαστικούς κανόνες του ΕΣΕ όταν συνεδριάζει σε εκτελεστική σύνοδο (στο εξής: διαδικαστικοί κανόνες της εκτελεστικής συνόδου).

8

Το άρθρο 9, παράγραφοι 1 έως 3, των διαδικαστικών κανόνων της εκτελεστικής συνόδου ορίζει τα ακόλουθα:

«1.   Οι αποφάσεις μπορούν επίσης να λαμβάνονται με έγγραφη διαδικασία, εκτός εάν δύο τουλάχιστον μέλη της εκτελεστικής συνόδου τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, και συμμετείχαν στην έγγραφη διαδικασία, εκφράζουν την αντίθεσή τους προς τούτου εντός 48 ωρών από την έναρξη της ως άνω έγγραφης διαδικασίας. Στην περίπτωση αυτή, το θέμα θα εγγραφεί στην ημερήσια διάταξη της επόμενης εκτελεστικής συνόδου.

2.   Η έγγραφη διαδικασία απαιτεί, υπό κανονικές συνθήκες τουλάχιστον πέντε εργάσιμες ημέρες προκειμένου κάθε μέλος της εκτελεστικής συνόδου να μπορεί να εξετάσει τα ζητήματα που τίθενται. Εάν απαιτείται επείγουσα δράση, ο Πρόεδρος μπορεί να ορίσει βραχύτερη περίοδο για την έκδοση απόφασης με συναίνεση. Η συντόμευση της περιόδου για την έκδοση απόφασης πρέπει να αιτιολογείται.

3.   Εάν δεν μπορεί να επιτευχθεί συναίνεση μέσω έγγραφης διαδικασίας, ο Πρόεδρος μπορεί να κινήσει την τακτική διαδικασία ψηφοφορίας σύμφωνα με το άρθρο 8.»

Ιστορικό της διαφοράς

9

Η προσφεύγουσα, Hypo Vorarlberg Bank AG, πρώην Vorarlberger Landes-und Hypothekenbank AG, είναι πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε συμμετέχον κράτος μέλος.

10

Με απόφαση της 15ης Απριλίου 2016 για τις εκ των προτέρων εισφορές στο ΕΤΕ για το 2016 (SRB/ES/SRF/2016/06) (στο εξής: πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση), η εκτελεστική σύνοδος του ΕΣΕ έλαβε απόφαση, δυνάμει του άρθρου 54, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και του άρθρου 70, παράγραφος 2, του κανονισμού 806/2014, για το ποσό της εκ των προτέρων εισφοράς κάθε ιδρύματος το έτος 2016, συμπεριλαμβανομένης της προσφεύγουσας. Το παράρτημα της απόφασης αυτής περιλαμβάνει, σε πίνακα, τα ποσά των εκ των προτέρων εισφορών για το 2016 όλων των ιδρυμάτων, καθώς και ορισμένα άλλα στοιχεία, τα οποία τιτλοφορούνται, μεταξύ άλλων «Method (EA)» [μέθοδος (ευρωζώνη)] και «Risk adjustment factor in the EA environment» (συντελεστής προσαρμογής ανάλογα με το προφίλ κινδύνου στο πλαίσιο της ευρωζώνης).

11

Την ίδια ημέρα, το ΕΣΕ διαβίβασε στις εθνικές αρχές εξυγίανσης (στο εξής: ΕΑΕ) αντίγραφο του αρχείου δεδομένων σχετικά με τα ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στις αντίστοιχες περιοχές ευθύνης τους και εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους.

12

Με πράξη επιβολής εισφοράς της 26ης Απριλίου 2016, η Finanzmarktaufsichtsbehörde (αρχή εποπτείας των χρηματοπιστωτικών αγορών, Αυστρία), υπό την ιδιότητά της αυστριακής εθνικής αρχής εξυγίανσης (στο εξής: αυστριακή ΕΑΕ), κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, σημείο 3, του κανονισμού 806/2014, διέταξε την προσφεύγουσα να καταβάλει, σε έναν από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της και μέχρι τις 20 Μαΐου 2016, συγκεκριμένο ποσό ως εκ των προτέρων εισφορά.

13

Στις 11 Μαΐου 2016, η προσφεύγουσα ζήτησε από την αυστριακή ΕΑΕ να της γνωστοποιήσει το σύνολο των υπολογισμών, των αποφάσεων και των λοιπών εγγράφων του ΕΣΕ που την αφορούσαν.

14

Με έμβασμα στον λογαριασμό της αυστριακής ΕΑΕ της 19ης Μαΐου 2016, η προσφεύγουσα κατέβαλε την εκ των προτέρων εισφορά της για το έτος 2016.

15

Με απόφαση της 20ής Μαΐου 2016, σχετικά με την προσαρμογή των εκ των προτέρων εισφορών στο ΕΤΕ για το 2016, η οποία συμπλήρωσε την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση (SRB/ES/SRF/2016/13) (στο εξής: δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση), το ΕΣΕ μείωσε την εισφορά της προσφεύγουσας.

16

Το παράρτημα της απόφασης αυτής αναφέρει, για κάθε ίδρυμα, τα αρχικά ποσά των εκ των προτέρων εισφορών για το 2016, τα ποσά των εκ των προτέρων εισφορών για το 2016 «after IPS impact» [κατόπιν συνυπολογισμού του δείκτη σχετικά με την υπαγωγή σε θεσμικό σύστημα προστασίας] και τη διαφορά μεταξύ των ποσών αυτών καθώς και, μεταξύ άλλων, τη μέθοδο (ευρωζώνη) και τον συντελεστή προσαρμογής ανάλογα με το προφίλ κινδύνου στο πλαίσιο της ευρωζώνης.

17

Στις 22 Μαΐου 2016, το ΕΣΕ διαβίβασε στις ΕΑΕ αντίγραφο του αρχείου δεδομένων σχετικά με τα ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στις αντίστοιχες περιοχές ευθύνης τους και εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους. Επιπλέον, η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση κοινοποιήθηκε ως παράρτημα σε επιστολή για την προσαρμογή των εκ των προτέρων εισφορών για το 2016, η οποία υπεγράφη από τον αντιπρόεδρο του ΕΣΕ και απεστάλη σε όλες τις ΕΑΕ, καθώς και ως υπόδειγμα επιστολής σχετικά με την προσαρμογή των εκ των προτέρων εισφορών για το 2016, προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεπής γνωστοποίησή της σε όλα τα ιδρύματα, παρέχοντας παράλληλα στις ΕΑΕ την ευχέρεια να επιλέξουν εάν θα γνωστοποιήσουν την εν λόγω επιστολή ή όχι.

18

Στις 23 Μαΐου 2016, η αυστριακή ΕΑΕ απέστειλε στην προσφεύγουσα δεύτερη πράξη επιβολής εισφοράς, η οποία επιγραφόταν «Information zum Beitrag zum Abwicklungsfonds 2016» (πληροφορίες σχετικά με την εισφορά στο ΕΤΕ για το 2016), με την οποία της κοινοποίησε την προσαρμογή των εκ των προτέρων εισφορών της για το 2016 και η οποία συνοδευόταν από επιστολή του ΕΣΕ της 23ης Μαΐου 2016. Κατά την πράξη αυτή, η εισφορά για το 2016 είχε υπολογιστεί εσφαλμένως και η προσφεύγουσα είχε καταβάλει υπερβολικά υψηλή εισφορά. Επιπλέον, διευκρινιζόταν ότι το ποσό αυτό θα επιστρεφόταν μόλις το 2017. Η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση δεν επισυνάφθηκε στην πράξη αυτή.

19

Συναφώς, στον αρχικό υπολογισμό των εκ των προτέρων εισφορών για το 2016 (όπως εγκρίθηκε από το ΕΣΕ στην πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση), ένας δείκτης σχετικά με την υπαγωγή σε ΘΣΠ, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/63, υπολογίστηκε εσφαλμένως όσον αφορά την προσαρμογή του προφίλ κινδύνου που προβλέπεται στο άρθρο 6 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/63. Αυτός ο εσφαλμένος υπολογισμός διορθώθηκε από το ΕΣΕ με τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση. Μολονότι η προσφεύγουσα δεν είναι μέλος ΘΣΠ, η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό των εκ των προτέρων εισφορών κατέστησε επίσης αναγκαίο τον νέο υπολογισμό για όλα τα άλλα ιδρύματα που καταβάλλουν εισφορές βασιζόμενες σε προφίλ κινδύνου (όπως η προσφεύγουσα). Ο αναπροσαρμοσμένος υπολογισμός είχε ως αποτέλεσμα να επιβληθεί στην προσφεύγουσα ελαφρώς χαμηλότερη εκ των προτέρων εισφορά για το 2016. Στο μέτρο που η προσφεύγουσα είχε ήδη καταβάλει την εκ των προτέρων εισφορά της για το 2016 βάσει του αρχικού υπολογισμού, είχε δικαίωμα επιστροφής.

20

Όσον αφορά τις εκ των προτέρων εισφορές για το 2016, τα μετέχοντα κράτη μέλη έπρεπε να τις μεταβιβάσουν στο ΕΤΕ το αργότερο μέχρι τις 30 Ιουνίου 2016 (βλ. άρθρο 3, παράγραφος 2, της διακυβερνητικής συμφωνίας).

21

Στις 14 Ιουνίου 2016, η προσφεύγουσα ζήτησε εκ νέου από την αυστριακή ΕΑΕ να της κοινοποιήσει ορισμένα έγγραφα, μεταξύ των οποίων την πρώτη και τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση (στο εξής, από κοινού: προσβαλλόμενες αποφάσεις) που μνημονεύονται στις πράξεις επιβολής εισφοράς της 26ης Απριλίου και της 23ης Μαΐου 2016. Επιπλέον, ζήτησε την άμεση επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού.

22

Με επιστολή της 28ης Ιουνίου 2016, η αυστριακή ΕΑΕ κοινοποίησε στην προσφεύγουσα τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς το παράρτημά της.

23

Στις 7 Ιουλίου 2016, η προσφεύγουσα ζήτησε εκ νέου από την αυστριακή ΕΑΕ να της κοινοποιήσει τα ζητηθέντα έγγραφα και απηύθυνε επίσης το αίτημα αυτό στο ΕΣΕ.

24

Στις 2 Αυγούστου 2016, η προσφεύγουσα έλαβε επιστολή του ΕΣΕ με την οποία το ΕΣΕ επιβεβαίωνε την παραλαβή της αίτησης διαβίβασης εγγράφων και της ζητούσε συγγνώμη για την καθυστερημένη απάντηση, επικαλούμενο την αναγκαία διαβούλευση μεταξύ των υπηρεσιών.

25

Στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, το ΕΣΕ διαβίβασε στην προσφεύγουσα την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς το παράρτημά της.

Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

26

Με δικόγραφα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 14 Ιουλίου, στις 7 Σεπτεμβρίου και στις 18 Νοεμβρίου 2016, αντιστοίχως, η προσφεύγουσα άσκησε τις προσφυγές που πρωτοκολλήθηκαν με τους αριθμούς T-377/16, T-645/16 και T-809/16.

27

Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 16 Σεπτεμβρίου 2016, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με αντικείμενο, αφενός, την αναστολή εκτέλεσης της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης και, αφετέρου, την προσωρινή επιστροφή της εισφοράς της από το ΕΣΕ μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής ακυρώσεως.

28

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 22 Δεκεμβρίου 2016, η Ιταλική Δημοκρατία ζήτησε να παρέμβει υπέρ της προσφεύγουσας στην υπόθεση T-645/16.

29

Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων απορρίφθηκε με διάταξη της 6ης Φεβρουαρίου 2017, Vorarlberger Landes- und Hypothekenbank κατά CRU (T-645/16 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:62), λόγω έλλειψης επείγοντος. Ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.

30

Με απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2017, ο πρόεδρος του όγδοου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου έκανε δεκτή την αίτηση παρέμβασης της Ιταλικής Δημοκρατίας στην υπόθεση T-645/16.

31

Αφού οι μετέχοντες στη διαδικασία διατύπωσαν στα διαδικαστικά έγγραφα την άποψή τους επί ενδεχόμενης συνεκδίκασης, ο πρόεδρος του ογδόου τμήματος αποφάσισε, στις 8 Νοεμβρίου 2018, να συνεκδικάσει τις τρεις προαναφερθείσες υποθέσεις προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής απόφασης που περατώνει τη δίκη, δυνάμει του άρθρου 68 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.

32

Με ένα πρώτο μέτρο οργάνωσης της διαδικασίας που έλαβε στις 9 Οκτωβρίου 2017 δυνάμει του άρθρου 89 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε το ΕΣΕ να προσκομίσει το πλήρες αντίγραφο του πρωτοτύπου των προσβαλλόμενων αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων τους.

33

Με δικόγραφο της 26ης Οκτωβρίου 2017, το ΕΣΕ ανέφερε ότι δεν μπορούσε να συμμορφωθεί με το μέτρο οργάνωσης της διαδικασίας της 9ης Οκτωβρίου 2017, επικαλούμενο, μεταξύ άλλων, τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των στοιχείων που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα των προσβαλλόμενων αποφάσεων.

34

Με διάταξη περί διεξαγωγής αποδείξεων της 14ης Δεκεμβρίου 2017 (στο εξής: πρώτη διάταξη), το Γενικό Δικαστήριο διέταξε το ΕΣΕ, βάσει, αφενός, του άρθρου 24, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, αφετέρου, του άρθρου 91, στοιχείο βʹ, του άρθρου 92, παράγραφος 3, καθώς και του άρθρου 103 του Κανονισμού Διαδικασίας, να προσκομίσει, υπό μη εμπιστευτική και εμπιστευτική μορφή, πλήρη αντίγραφα του πρωτοτύπου των προσβαλλόμενων αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων παραρτημάτων τους.

35

Με δικόγραφο της 15ης Ιανουαρίου 2018, το ΕΣΕ, συμμορφούμενο προς την πρώτη διάταξη, προσκόμισε, υπό μη εμπιστευτική και εμπιστευτική μορφή, τέσσερα έγγραφα, ήτοι δύο έγγραφα για την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση και δύο έγγραφα για τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία αντιστοιχούσαν, για κάθε μία από τις αποφάσεις αυτές, πρώτον, όσον αφορά το κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, σε σαρωμένο υπογεγραμμένο έγγραφο δύο σελίδων σε μορφότυπο PDF και, δεύτερον, όσον αφορά το παράρτημα της επίμαχης απόφασης, σε ψηφιακό έγγραφο με ψηφιακά δεδομένα σε μορφότυπο PDF.

36

Κατόπιν της συμμορφώσεως του ΕΣΕ με την πρώτη διάταξη, το Γενικό Δικαστήριο προέβη, στις 12 Μαρτίου 2018, στη λήψη δεύτερου μέτρου οργάνωσης της διαδικασίας, καλώντας το ΕΣΕ, πρώτον, να διευκρινίσει ποιος ήταν ο μορφότυπος των παραρτημάτων κατά τον χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων, δεύτερον, σε περίπτωση που τα παραρτήματα αυτά είχαν προσκομιστεί σε ψηφιακή μορφή, να παράσχει διευκρινίσεις και όλα τα τεχνικά στοιχεία γνησιότητας που απαιτούνταν για να εξακριβωθεί ότι το έγγραφο PDF με τα ψηφιακά δεδομένα που προσκομίστηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου αντιστοιχεί σε εκείνο που όντως υποβλήθηκε προς υπογραφή και εγκρίθηκε από την εκτελεστική σύνοδο του ΕΣΕ κατά τις συνεδριάσεις της 15ης Απριλίου και της 20ής Μαΐου 2016, και, τρίτον, να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επί του ζητήματος της νομικής υπόστασης των προσβαλλόμενων αποφάσεων και του ζητήματος της τήρησης των ουσιωδών.

37

Με δικόγραφο της 27ης Μαρτίου 2018, το ΕΣΕ συμμορφώθηκε με το δεύτερο μέτρο οργάνωσης της διαδικασίας. Όσον αφορά το δεύτερο αίτημα που μνημονεύθηκε στη σκέψη 36 ανωτέρω, το ΕΣΕ ανέφερε ότι, λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα ορισμένων εγγράφων τα οποία όφειλε να προσκομίσει, δεν μπορούσε να συμμορφωθεί και ζήτησε τη διεξαγωγή αποδείξεων.

38

Στις 2 Μαΐου 2018, το Γενικό Δικαστήριο εξέδωσε νέα διάταξη περί διεξαγωγής αποδείξεων, διατάσσοντας το ΕΣΕ να συμμορφωθεί με το δεύτερο αίτημα που περιλαμβανόταν στο μέτρο οργάνωσης της διαδικασίας της 12ης Μαρτίου 2018 (στο εξής: δεύτερη διάταξη).

39

Με έγγραφο της 9ης Μαΐου 2018, το οποίο κατατέθηκε στη δικογραφία με απόφαση της 22ας Μαΐου 2018, η προσφεύγουσα προσκόμισε νέα αποδεικτικά στοιχεία, ήτοι δεκαέξι ενδιάμεσες αποφάσεις του ΕΣΕ που καθόριζαν τους παράγοντες για τη μέθοδο υπολογισμού των εισφορών για το 2016.

40

Με δικόγραφο της 18ης Μαΐου 2018, το οποίο τακτοποιήθηκε στις 29 Ιουνίου 2018, το ΕΣΕ συμμορφώθηκε με τη δεύτερη διάταξη και προσκόμισε, υπό εμπιστευτική και μη εμπιστευτική μορφή, έγγραφο με τον τίτλο «Τεχνικές πληροφορίες ταυτοποίησης», το κείμενο τεσσάρων ηλεκτρονικών μηνυμάτων του ΕΣΕ, της 13ης Απριλίου 2016 και ώρα 17:41, της 15ης Απριλίου 2016 και ώρα 19:04 και της 20:06, και της 19ης Μαΐου 2016 και ώρα 21:25, καθώς και κλειδί USB που περιλάμβανε δύο αρχεία σε μορφότυπο XLSX και δύο αρχεία σε μορφότυπο TXT.

41

Με απόφαση της 12ης Ιουλίου 2018, κατόπιν της εξέτασης που προβλέπει το άρθρο 103, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο αφαίρεσε από τη δικογραφία τις εμπιστευτικές μορφές των εγγράφων που προσκόμισε το ΕΣΕ συμμορφούμενο με την πρώτη και τη δεύτερη διάταξη, εξαιρουμένων των αρχείων σε μορφότυπο TXT που περιέχονταν στα κλειδιά USB που προσκόμισε το ΕΣΕ στις 18 Μαΐου 2018 και δεν περιείχαν καμία εμπιστευτική πληροφορία, αρχεία τα οποία περιλήφθηκαν σε έντυπη μορφή στη δικογραφία.

42

Στις 12 Ιουλίου 2018, με τρίτο μέτρο οργάνωσης της διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 89 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε την προσφεύγουσα και την παρεμβαίνουσα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί των απαντήσεων του ΕΣΕ στα μέτρα οργάνωσης της διαδικασίας και διεξαγωγής των αποδείξεων που αναφέρθηκαν στις σκέψεις 32, 34, 36 και 38 ανωτέρω.

43

Η προσφεύγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της με δικόγραφο της 30ής Ιουλίου 2018. Η παρεμβαίνουσα δεν υπέβαλε παρατηρήσεις.

44

Κατόπιν πρότασης του ογδόου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 28 του Κανονισμού Διαδικασίας του, να παραπέμψει τις υποθέσεις ενώπιον πενταμελούς τμήματος.

45

Με την προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό T-377/16, η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να ακυρώσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις·

επικουρικώς, να ακυρώσει τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση, στο μέτρο που διατάσσει την επιστροφή του ποσού που καταβλήθηκε αχρεωστήτως στο πλαίσιο του καθορισμού της εισφοράς στο ΕΤΕ για το 2017·

να καταδικάσει το ΕΣΕ στα δικαστικά έξοδα.

46

Με την προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό T-645/16, η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να ακυρώσει, τουλάχιστον κατά το μέτρο που την αφορά, την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση·

να καταδικάσει το ΕΣΕ στα δικαστικά έξοδα.

47

Με την προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό T-809/16, η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να ακυρώσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, τουλάχιστον καθόσον την αφορούν·

να καταδικάσει το ΕΣΕ στα δικαστικά έξοδα.

48

Το ΕΣΕ ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

όσον αφορά τις τρεις προσφυγές που πρωτοκολλήθηκαν με τους αριθμούς T-377/16, T-645/16 και T-809/16, να τις κηρύξει απαράδεκτες ή, εναλλακτικώς, να τις απορρίψει ως αβάσιμες ·

εναλλακτικώς, όσον αφορά τις τρεις προσφυγές που πρωτοκολλήθηκαν με τους αριθμούς T-377/16, T-645/16 και T-809/16, εάν το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι ένας ή περισσότεροι λόγοι ακυρώσεως της προσφεύγουσας πρέπει να γίνουν δεκτοί, να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της κηρύξεως του ανίσχυρου, προκειμένου οι αποφάσεις αυτές να εφαρμοστούν έξι μήνες αφότου η δικαστική απόφαση καταστεί αμετάκλητη εν προκειμένω·

εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά τις τρεις προσφυγές που πρωτοκολλήθηκαν με τους αριθμούς T-377/16, T-645/16 και T-809/16, να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα και στα νομικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το ΕΣΕ·

όσον αφορά τις υποθέσεις T-645/16 και T-809/16, στην περίπτωση που το Γενικό Δικαστήριο κηρύξει παραδεκτές, εν όλω ή εν μέρει, τις προσφυγές ακυρώσεως που ασκήθηκαν από την προσφεύγουσα στις υποθέσεις T‑377/16, T-645/16 και T-809/16, να συνεκδικάσει τις υποθέσεις αυτές σύμφωνα με το άρθρο 68 του Κανονισμού Διαδικασίας.

49

Στην υπόθεση T-645/16, η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να κρίνει παραδεκτή την προσφυγή·

να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως, χωρίς να εξεταστούν οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως.

Σκεπτικό

Επί του παραδεκτού

50

Πρώτον, το ΕΣΕ υπενθυμίζει ότι προσφυγή ακυρώσεως είναι παραδεκτή μόνον κατά πράξης που προορίζεται να παραγάγει έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει ούτε με την πρώτη ούτε με τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, η έγκριση των ποσών των εκ των προτέρων εισφορών για το 2016 και η μεταγενέστερη διαβίβαση των αποτελεσμάτων της έγκρισης αυτής από την εκτελεστική σύνοδο του ΕΣΕ στις ΕΑΕ δεν γεννά καμία υποχρέωση για τα ιδρύματα. Τέτοια υποχρέωση θα δημιουργούνταν μόνον εάν και όταν η αρμόδια ΕΑΕ εξέδιδε νομική πράξη δυνάμει του εθνικού δικαίου.

51

Δεύτερον, το ΕΣΕ ισχυρίζεται ότι οι αποφάσεις του δεν απευθύνονται στην προσφεύγουσα (άρθρο 70, παράγραφος 2, του κανονισμού 806/2014) και ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν την αφορούν άμεσα. Το ΕΣΕ υπολογίζει τις εκ των προτέρων εισφορές που οφείλει κάθε ίδρυμα, σύμφωνα με τη μέθοδο που περιγράφεται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό 2015/63 και στον εκτελεστικό κανονισμό 2015/81, σε στενή συνεργασία με τις ΕΑΕ (άρθρο 4 του εκτελεστικού κανονισμού 2015/81 και άρθρο 70, παράγραφος 2, του κανονισμού 806/2014). Ο υπολογισμός αυτός του ΕΣΕ δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα έναντι του ιδρύματος, υπό την έννοια ότι δεν επηρεάζει αυτός καθαυτόν το νομικό καθεστώς των ιδρυμάτων. Παρότι το ΕΣΕ, όπως και οι ΕΑΕ, διαδραματίζουν κάποιον ρόλο στη διαδικασία προετοιμασίας του υπολογισμού του ύψους των εισφορών, τα ιδρύματα θίγονται άμεσα μόνον όταν οι ΕΑΕ εισπράττουν τις εισφορές. Μόνον οι ΕΑΕ, και όχι το ΕΣΕ έχουν την εξουσία να διασφαλίζουν –και, ενδεχομένως, να επιβάλλουν– την ορθή καταβολή των εισφορών από τα ιδρύματα σύμφωνα με το εθνικό εφαρμοστέο δικονομικό και ουσιαστικό δίκαιο.

52

Αναθέτοντας στις ΕΑΕ την ευθύνη της είσπραξης των εκ των προτέρων εισφορών, ο νομοθέτης της Ένωσης αποφάσισε ότι οι εισφορές αυτές, υπολογιζόμενες κατά τα παραπάνω από το ΕΣΕ, εισπράττονται από τις εθνικές αρχές δυνάμει των εξουσιών που τους απονέμει το εθνικό δικονομικό και ουσιαστικό δίκαιο. Τούτο είναι εξάλλου σύμφωνο με την αιτιολογία στην οποία στηρίζεται η διακυβερνητική συμφωνία. Ως εκ τούτου, οι πράξεις που εκδίδουν οι ΕΑΕ, δυνάμει του εθνικού τους δικαίου, πρέπει να δύναται να προσβληθούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και, εάν εγείρονται ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ζητήματα σχετικά με το κύρος ή την ερμηνεία πράξεων θεσμικών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης, το δικαστήριο αυτό μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Το γεγονός ότι το Bundesverwaltungsgericht (ομοσπονδιακό διοικητικό δικαστήριο, Αυστρία), με την απόφασή του της 24ης Αυγούστου 2016, έκρινε ότι το Δικαστήριο ήταν το μόνο αρμόδιο να επιληφθεί προσφυγής ακυρώσεως σχετικά με τον υπολογισμό και την είσπραξη των εκ των προτέρων εισφορών δεν ασκεί επιρροή, διότι ένα τέτοιο συμπέρασμα εθνικού δικαστηρίου δεν έχει καμία σημασία εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, μόνον το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να καθορίζει τη δικαιοδοσία του.

53

Τρίτον, το ΕΣΕ υποστηρίζει ότι εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να ελέγξει αυτεπαγγέλτως εάν τηρήθηκε η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 263, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ και, εφόσον η προθεσμία δεν έχει τηρηθεί, να απορρίψει την προσφυγή. Το ΕΣΕ σημειώνει ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν δημοσιεύθηκαν, αλλά κοινοποιήθηκαν στις ΕΑΕ, οι οποίες ήταν οι αποδέκτες αυτών, και ότι η προσφεύγουσα δεν περιλαμβάνεται στους εν λόγω αποδέκτες. Ωστόσο, έλαβε γνώση των προσβαλλόμενων αποφάσεων με άλλα μέσα. Επομένως, η προσφυγή της έπρεπε να ασκηθεί εντός δύο μηνών από την ημέρα που έλαβε γνώση των ως άνω αποφάσεων, ήτοι από τη στιγμή που έλαβε γνώση της ουσίας του περιεχομένου τους.

54

Κατά το ΕΣΕ, η πράξη επιβολής εισφοράς την οποία απέστειλε η αυστριακή ΕΑΕ στις 26 Απριλίου 2016 περιείχε αρκούντως ακριβή στοιχεία ώστε να μπορεί η προσφεύγουσα να λάβει την απαιτούμενη γνώση της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης και, επομένως, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής άρχισε στις 27 Απριλίου 2016, ημερομηνία παραλαβής της εν λόγω πράξης, και έληξε στις 7 Ιουλίου 2016. Επομένως, οι τρεις προσφυγές ασκήθηκαν μετά την εκπνοή της προβλεπόμενης προθεσμίας και ήταν εκπρόθεσμες όσον αφορά την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση. Τούτο επηρεάζει επίσης το παραδεκτό των προσφυγών όσον αφορά τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση. Συγκεκριμένα, στο μέτρο που η εν λόγω απόφαση έχει αποκλειστικά ως αντικείμενο τη μείωση του ύψους της εκ των προτέρων εισφοράς για το 2016, η προσφεύγουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να την προσβάλει χωριστά. Εξάλλου, στο πλαίσιο της προσφυγής που πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό T-809/16, το ΕΣΕ διευκρινίζει ότι η πράξη επιβολής εισφοράς της αυστριακής ΕΑΕ περιήλθε στην προσφεύγουσα στις 27 Μαΐου 2016 και, συνεπώς, η προσφυγή αυτή, ειδικότερα, είναι επίσης απαράδεκτη λόγω υπέρβασης της προθεσμίας.

55

Τέταρτον, όσον αφορά τις προσφυγές που πρωτοκολλήθηκαν με τους αριθμούς T‑645/16 και T-809/16, το ΕΣΕ υποστηρίζει ότι είναι απαράδεκτες στο μέτρο που έχουν το ίδιο αντικείμενο και αφορούν τους ίδιους διαδίκους με την προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό T-377/16.

56

Πέμπτον, όσον αφορά την προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό T‑809/16, το ΕΣΕ φρονεί ότι είναι εσφαλμένος ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι η πρόσβαση στις αποφάσεις του ΕΣΕ δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43), ισοδυναμεί με επίσημη κοινοποίηση των αποφάσεων αυτών σε αποδέκτη και αποτελεί νέο χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως. Συγκεκριμένα, κατά το ΕΣΕ, οι αποδέκτες των αποφάσεων προσδιορίζονται όταν εκδίδονται οι αποφάσεις αυτές, τούτο δε βάσει του εφαρμοστέου νομικού πλαισίου. Το γεγονός ότι οι αποφάσεις αυτές κοινοποιήθηκαν στη συνέχεια σε τρίτα μέρη δεν σημαίνει ότι τα μέρη αυτά πρέπει να θεωρηθούν αποδέκτες των εν λόγω αποφάσεων. Επομένως, καθόσον η τρίτη προσφυγή είχε ακριβώς το ίδιο αντικείμενο, αφορούσε τους ίδιους διαδίκους, τους ίδιους λόγους ακυρώσεως και τις ίδιες αποφάσεις με τις δύο πρώτες προσφυγές, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.

57

Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά και θεωρεί ότι οι τρεις προσφυγές είναι παραδεκτές.

58

Κατά το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να ασκεί προσφυγή κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης ή που το αφορούν άμεσα και ατομικά, καθώς και κατά των κανονιστικών πράξεων που το αφορούν άμεσα χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα.

59

Επομένως, κατά το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως μόνον κατά τριών κατηγοριών πράξεων ήτοι, πρώτον, κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης, δεύτερον, κατά των πράξεων των οποίων δεν είναι αποδέκτης και οι οποίες το αφορούν άμεσα και ατομικά και, τρίτον, κατά των κανονιστικών πράξεων των οποίων δεν είναι αποδέκτης και οι οποίες το αφορούν άμεσα χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα (βλ. διάταξη της 10ης Δεκεμβρίου 2013, von Storch κ.λπ. κατά ΕΚΤ, T-492/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:702, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

60

Όσον αφορά την προϋπόθεση του άρθρου 263, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, κατά πάγια νομολογία, συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις δεκτικές προσφυγής ακυρώσεως μόνον τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση (βλ. διάταξη της 21ης Απριλίου 2016, Borde και Carbonium κατά Επιτροπής, C-279/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:297, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

61

Εξάλλου, στην περίπτωση πράξεων ή αποφάσεων που τυγχάνουν επεξεργασίας σε περισσότερα στάδια και που αποτελούν ιδίως την κατάληξη μιας εσωτερικής διαδικασίας, πράξεις δεκτικές προσφυγής αποτελούν μόνον τα μέτρα τα οποία καθορίζουν οριστικώς τη θέση του οργάνου κατά το πέρας της διαδικασίας αυτής και όχι τα ενδιάμεσα μέτρα των οποίων ο σκοπός συνίσταται στην προετοιμασία της τελικής απόφασης (βλ. διάταξη της 9ης Μαρτίου 2016, Port autonome du Centre et de l’Ouest κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-438/15, EU:T:2016:142, σκέψη 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

62

Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, όταν η προσφυγή ακυρώσεως ασκείται από μη προνομιούχο διάδικο κατά πράξης της οποίας δεν είναι ο αποδέκτης, η προϋπόθεση κατά την οποία τα δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα του προσβαλλόμενου μέτρου πρέπει να είναι ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του διαδίκου αυτού, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση, συμπίπτει με τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (βλ. διάταξη της 6ης Μαρτίου 2014, Northern Ireland Department of Agriculture and Rural Development κατά Επιτροπής, C-248/12 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:137, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

63

Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, αφενός, ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, πλην του αποδέκτη μιας απόφασης, δύναται να ισχυριστεί ότι η πράξη αυτή το αφορά ατομικώς μόνον εάν η εν λόγω απόφαση το θίγει λόγω ορισμένων ιδιαιτέρων ιδιοτήτων του ή μιας πραγματικής κατάστασης που το χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και, ως εκ τούτου, το εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη (αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1963, Plaumann κατά Επιτροπής, 25/62, EU:C:1963:17, σ. 939, και της 2ας Απριλίου 1998, C-321/95 P, Greenpeace Council κ.λπ. Επιτροπής,EU:C:1998:153, σκέψεις 7 και 28.

64

Αφετέρου, κατά πάγια νομολογία, η προϋπόθεση να αφορά η απόφαση που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής άμεσα ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο απαιτεί το αμφισβητούμενο μέτρο να παράγει άμεσα αποτελέσματα έναντι της νομικής κατάστασης του ιδιώτη και να μην αφήνει καμία εξουσία εκτίμησης στους αποδέκτες του, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του, δεδομένου ότι αυτή έχει καθαρά αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικά από τη ρύθμιση της Ένωσης, χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλόμενων κανόνων (βλ. απόφαση της 22ας Μαρτίου 2007, Regione Siciliana κατά Επιτροπής, C‑15/06 P, EU:C:2007:183, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

65

Πάντως, από τη νομολογία προκύπτει ότι, ακόμη και όταν, για να παραγάγει η προσβαλλόμενη πράξη αποτελέσματα στη νομική κατάσταση των ιδιωτών, απαιτείται κατ’ ανάγκην η λήψη εκτελεστικών μέτρων, η προϋπόθεση περί άμεσου επηρεασμού θεωρείται ότι πληρούται εάν η πράξη αυτή επιβάλλει υποχρεώσεις στον αποδέκτη της για την εκτέλεσή της και εάν ο αποδέκτης αυτός οφείλει, αυτομάτως, να λάβει μέτρα που τροποποιούν τη νομική κατάσταση του προσφεύγοντος (πρβλ. απόφαση της 7ης Ιουλίου 2015, Federcoopesca κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-312/14, EU:T:2015:472, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

66

Πράγματι, όπως υπενθύμισε ο γενικός εισαγγελέας M. Wathelet στις προτάσεις του στην υπόθεση Stichting Woonpunt κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-132/12 P, EU:C:2013:335, σημείο 68 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), η έλλειψη εξουσίας εκτίμησης των κρατών μελών εξουδετερώνει τη φαινομενική απουσία άμεσου συνδέσμου μεταξύ μιας πράξης της Ένωσης και του διοικουμένου. Για να γίνει, δηλαδή, δεκτό ότι μια πράξη δεν αφορά άμεσα τον διοικούμενο, η εξουσία εκτίμησης του οργάνου που εκδίδει την ενδιάμεση πράξη προς εφαρμογή της πράξης της Ένωσης δεν μπορεί να είναι απλώς τυπική. Πρέπει να αποτελεί το θεμέλιο της νομιμοποίησης του προσφεύγοντος.

67

Εν προκειμένω, κατά πρώτον, από την εφαρμοστέα νομοθεσία και, ειδικότερα, από το άρθρο 54, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και το άρθρο 70, παράγραφος 2, του κανονισμού 806/2014, προκύπτει ότι το ΕΣΕ είναι τόσο ο συγκεκριμένος υπεύθυνος για τον υπολογισμό των ατομικών εισφορών όσο και ο συντάκτης της απόφασης με την οποία εγκρίνονται οι εισφορές αυτές. Το γεγονός ότι υφίσταται συνεργασία μεταξύ του ΕΣΕ και των ΕΑΕ δεν μεταβάλλει τη διαπίστωση αυτή (διάταξη της 19ης Νοεμβρίου 2018, Iccrea Banca κατά Επιτροπής και CRU, T‑494/17, EU:T:2018:804, σκέψη 27).

68

Πράγματι, μόνον το ΕΣΕ έχει την αρμοδιότητα να υπολογίζει, «κατόπιν διαβούλευσης με την ΕΚΤ ή την εθνική αρμόδια αρχή και σε στενή συνεργασία με τις [ΕΑΕ]», τις εκ των προτέρων εισφορές των ιδρυμάτων (άρθρο 70, παράγραφος 2, του κανονισμού 806/2014). Εξάλλου, οι ΕΑΕ υπέχουν υποχρέωση απορρέουσα από το δίκαιο της Ένωσης να εισπράττουν τις εν λόγω εισφορές τις οποίες προβλέπει η απόφαση του ΕΣΕ (άρθρο 67, παράγραφος 4, του κανονισμού 806/2014).

69

Επομένως, οι αποφάσεις του ΕΣΕ που προσδιορίζουν, δυνάμει του άρθρου 70, παράγραφος 2, του κανονισμού 806/2014, τις εκ των προτέρων εισφορές έχουν οριστικό χαρακτήρα.

70

Κατά συνέπεια, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως μέτρα αμιγώς προπαρασκευαστικής φύσης ή ως ενδιάμεσα μέτρα, καθόσον καθορίζουν οριστικώς τη θέση του ΕΣΕ, κατά το πέρας της διαδικασίας, επί των εισφορών.

71

Κατά δεύτερον, επισημαίνεται ότι, ανεξάρτητα από τις ορολογικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των γλωσσικών αποδόσεων του άρθρου 5 του εκτελεστικού κανονισμού 2015/81, τα όργανα στα οποία το ΕΣΕ, ως συντάκτης της απόφασης περί καθορισμού των εκ των προτέρων εισφορών, απευθύνει την εν λόγω απόφαση είναι οι ΕΑΕ και όχι τα ιδρύματα. Οι ΕΑΕ είναι, εκ των πραγμάτων και κατ’ εφαρμογήν της ισχύουσας νομοθεσίας, τα μόνα όργανα στα οποία ο συντάκτης της επίμαχης απόφασης οφείλει να την αποστείλει και είναι, επομένως, σε τελική ανάλυση, οι αποδέκτες της απόφασης αυτής κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (διάταξη της 19ης Νοεμβρίου 2018, Iccrea Banca κατά Επιτροπής και CRU, T-494/17, EU:T:2018:804, σκέψη 28).

72

Η διαπίστωση ότι οι ΕΑΕ είναι αποδέκτες της απόφασης του ΕΣΕ κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ επιβεβαιώνεται, εξάλλου, από το γεγονός ότι, στο σύστημα που θεσπίζεται με τον κανονισμό 806/2014 και βάσει του άρθρου 67, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού, οι ΕΑΕ είναι επιφορτισμένες με την είσπραξη των ατομικών εισφορών από τις τράπεζες (διάταξη της 19ης Νοεμβρίου 2018, Iccrea Banca κατά Επιτροπής και CRU, T‑494/17, EU:T:2018:804, σκέψη 29).

73

Μολονότι, επομένως, τα ιδρύματα δεν είναι αποδέκτες των προσβαλλόμενων αποφάσεων, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η παρεμβαίνουσα, οι αποφάσεις αυτές τα αφορούν άμεσα και ατομικά, στο μέτρο που τα επηρεάζουν λόγω ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους ή μιας πραγματικής κατάστασης που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και, ως εκ τούτου, τα εξατομικεύει κατά τρόπον ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη και στο μέτρο που παράγουν άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής τους κατάστασης και δεν αφήνουν καμία εξουσία εκτίμησης στους αποδέκτες του μέτρου αυτού, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του.

74

Συναφώς, αφενός, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις κατονομάζουν κάθε ένα από τα ιδρύματα και καθορίζουν ή, στην περίπτωση της δεύτερης προσβαλλόμενης απόφασης, προσαρμόζουν την ατομική τους εισφορά. Επομένως, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις αφορούν ατομικά τα ιδρύματα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η προσφεύγουσα.

75

Αφετέρου, όσον αφορά το ζήτημα του άμεσου επηρεασμού, επισημαίνεται ότι οι ΕΑΕ που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή των προσβαλλόμενων αποφάσεων δεν διαθέτουν καμία εξουσία εκτίμησης όσον αφορά τα καθορισθέντα με τις αποφάσεις αυτές ποσά των ατομικών εισφορών. Ειδικότερα, οι ΕΑΕ δεν μπορούν να τροποποιήσουν τα ποσά αυτά και υποχρεούνται να τα εισπράττουν από τα οικεία ιδρύματα.

76

Εξάλλου, όσον αφορά την αναφορά του ΕΣΕ στη διακυβερνητική συμφωνία, προς αμφισβήτηση του άμεσου επηρεασμού της προσφεύγουσας, επισημαίνεται ότι η συμφωνία αυτή δεν αφορά την εκ μέρους των ΕΑΕ είσπραξη των εκ των προτέρων εισφορών για το 2016 από τα ιδρύματα, αλλά μόνον τη μεταφορά των εισφορών αυτών στο ΕΤΕ.

77

Πράγματι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του κανονισμού 806/2014 (βλ. αιτιολογική σκέψη 20 και άρθρο 67, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού) και της διακυβερνητικής συμφωνίας (βλ. αιτιολογική σκέψη 7, άρθρο 1, στοιχείο αʹ, και άρθρο 3 της διακυβερνητικής συμφωνίας), η είσπραξη των εισφορών πραγματοποιείται δυνάμει του δικαίου της Ένωσης (ήτοι της οδηγίας 2014/59 και του κανονισμού 806/2014), ενώ η μεταφορά τους στο ΕΤΕ δυνάμει της διακυβερνητικής συμφωνίας.

78

Ως εκ τούτου, ακόμη και αν η επιβολή νομικής υποχρέωσης στα ιδρύματα να εμβάσουν, στους λογαριασμούς που υποδεικνύονται από τις ΕΑΕ, τα ποσά που οφείλουν ως εκ των προτέρων εισφορές προϋποθέτει την έκδοση εθνικών πράξεων εκ μέρους των ΕΑΕ, γεγονός παραμένει ότι οι αποφάσεις του ΕΣΕ με τις οποίες καθορίζεται το ύψος των ατομικών εισφορών αφορούν άμεσα τα ιδρύματα αυτά.

79

Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις αφορούν την προσφεύγουσα άμεσα και ατομικά.

80

Όσον αφορά την προθεσμία άσκησης προσφυγής, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, οι προσφυγές ακυρώσεως πρέπει να ασκούνται εντός δύο μηνών, υπολογιζομένων, κατά περίπτωση, από τη δημοσίευση της πράξης, την κοινοποίησή της στον προσφεύγοντα ή, ελλείψει αυτών, από την ημέρα κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της πράξης.

81

Εν προκειμένω, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν δημοσιεύθηκαν και δεν κοινοποιήθηκαν στην προσφεύγουσα, η οποία δεν είναι αποδέκτης των αποφάσεων αυτών.

82

Κατά πάγια νομολογία, ελλείψει δημοσίευσης ή κοινοποίησης, η προθεσμία άσκησης της προσφυγής ξεκινά από το χρονικό σημείο που ο ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση του ακριβούς περιεχομένου και της αιτιολογίας της επίμαχης πράξης, υπό την προϋπόθεση ότι ζήτησε το πλήρες κείμενο εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Υπό την επιφύλαξη αυτή, η προθεσμία άσκησης προσφυγής δεν αρχίζει παρά από τη στιγμή που ο τρίτος ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση του ακριβούς περιεχομένου και της αιτιολογίας της συγκεκριμένης πράξεως ώστε να μπορεί να κάνει χρήση του δικαιώματός του προς άσκηση προσφυγής (βλ. διάταξη της 19ης Νοεμβρίου 2018, Iccrea Banca κατά Επιτροπής και CRU, T-494/17, EU:T:2018:804, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

83

Επομένως, η προβλεπόμενη στο άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δίμηνη προθεσμία, η οποία ξεκινά, ελλείψει δημοσίευσης ή κοινοποίησης της πράξης που μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως, από την ημερομηνία κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση αυτής, διαφέρει από το εύλογο χρονικό διάστημα το οποίο διαθέτει ο προσφεύγων για να ζητήσει να του κοινοποιηθεί το πλήρες κείμενο της πράξης αυτής προκειμένου να λάβει ακριβή γνώση (βλ. διάταξη της 19ης Νοεμβρίου 2018, Iccrea Banca κατά Επιτροπής και CRU, T‑494/17, EU:T:2018:804, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

84

Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι η προσφεύγουσα έλαβε, όπως όλα τα ιδρύματα τα οποία όφειλαν να καταβάλουν εκ των προτέρων εισφορά για το 2016 στο ΕΤΕ, τα αναγκαία έγγραφα και ερωτηματολόγια για την παροχή των στοιχείων για τον υπολογισμό από το ΕΣΕ των ατομικών εισφορών. Τα εν λόγω έγγραφα και ερωτηματολόγια ενημέρωναν την προσφεύγουσα ότι η εισφορά στο ΕΤΕ υπολογίζεται από το ΕΣΕ.

85

Στη συνέχεια, η προσφεύγουσα έλαβε γνώση της ύπαρξης της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης με την από 26ης Απριλίου 2016 πράξη επιβολής εισφοράς της αυστριακής ΕΑΕ, η οποία κοινοποιήθηκε στις 27 Απριλίου 2016, και της δεύτερης προσβαλλόμενης απόφασης με την από 23ης Μαΐου 2016 πράξη επιβολής εισφοράς της εν λόγω ΕΑΕ, η οποία παρελήφθη στις 27 Μαΐου 2016.

86

Η προσφεύγουσα άσκησε την πρώτη προσφυγή, η οποία πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό T-377/16, στις 14 Ιουλίου 2016, ήτοι περισσότερο από δύο μήνες και δέκα ημέρες μετά την κοινοποίηση, στις 27 Απριλίου 2016, της από 26ης Απριλίου 2016 πράξης επιβολής εισφοράς της αυστριακής ΕΑΕ. Αντιθέτως, όσον αφορά τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση, δεν τίθεται ζήτημα ενδεχόμενης υπέρβασης της προθεσμίας άσκησης προσφυγής.

87

Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι η προσφεύγουσα είχε καταθέσει την προσφυγή αυτή προληπτικώς, εν αναμονή της κοινοποίησης των προσβαλλόμενων αποφάσεων, η οποία θα της έδινε τη δυνατότητα να λάβει ακριβή γνώση του περιεχομένου τους.

88

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όπως εκτέθηκε στις σκέψεις 13, 21 και 23 ανωτέρω, η προσφεύγουσα είχε υποβάλει πολλές αιτήσεις, αρχικώς στην αυστριακή ΕΑΕ και στη συνέχεια στο ΕΣΕ, για να λάβει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί εάν οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν εντός της εύλογης προθεσμίας που μνημονεύεται στις σκέψεις 82 και 83 ανωτέρω, από το χρονικό σημείο που έλαβε γνώση των προσβαλλόμενων αποφάσεων.

89

Το «εύλογο χρονικό διάστημα» για την υποβολή αίτησης κοινοποίησης απόφασης, αφού ο ενδιαφερόμενος λάβει γνώση της ύπαρξής της, δεν είναι μια προκαθορισμένη προθεσμία η οποία συνάγεται αυτομάτως από τη διάρκεια της προθεσμίας άσκησης προσφυγής ακυρώσεως, αλλά χρονικό διάστημα το οποίο εξαρτάται από τις περιστάσεις κάθε περίπτωσης (βλ. διάταξη της 19ης Νοεμβρίου 2018, Iccrea Banca κατά Επιτροπής και CRU, T-494/17, EU:T:2018:804, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

90

Εξάλλου, σημειώνεται, αφενός, ότι, σε ορισμένες υποθέσεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι το διάστημα των δύο μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση της ύπαρξης απόφασης ώστε να ζητηθεί η κοινοποίησή της υπερέβαινε το εύλογο χρονικό διάστημα (πρβλ. διατάξεις της 5ης Μαρτίου 1993, Ferriere Acciaierie Sarde κατά Επιτροπής, C-102/92, EU:C:1993:86, σκέψη 19, και της 10ης Νοεμβρίου 2011, Αγαπίου-Ιωσηφίδη κατά Επιτροπής και EACEA, C-626/10 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:726, σκέψεις 131 και 132).

91

Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, σε άλλες υποθέσεις, ότι αίτηση κοινοποίησης του πλήρους κειμένου απόφασης η οποία υποβάλλεται περισσότερους από τέσσερις μήνες αφότου ο προσφεύγων έλαβε γνώση της ύπαρξης της πράξης θα πρέπει να θεωρείται ότι υποβάλλεται καθ’ υπέρβαση κάθε εύλογου χρονικού διαστήματος (πρβλ. διατάξεις της 15ης Ιουλίου 1998, LPN και GEOTA κατά Επιτροπής, T-155/95, EU:T:1998:167, σκέψη 44, και της 18ης Μαΐου 2010, Abertis Infraestructuras κατά Επιτροπής, T-200/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2010:200, σκέψη 63).

92

Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπό κρίση υπόθεσης, δεν χωρεί εκτίμηση διαφορετική από αυτήν που διατύπωσαν το Δικαστήριο και το Γενικό Δικαστήριο.

93

Εν προκειμένω, οι αιτήσεις κοινοποίησης των προσβαλλόμενων αποφάσεων που υποβλήθηκαν επανειλημμένως ενώπιον της αυστριακής ΕΑΕ και ενώπιον του ΕΣΕ στις 7 Ιουλίου 2016, κατά τα περιγραφόμενα στις σκέψεις 13, 21 και 23 ανωτέρω, υποβλήθηκαν εντός εύλογης προθεσμίας.

94

Βεβαίως, στις 28 Ιουνίου 2016, η αυστριακή ΕΑΕ διαβίβασε στην προσφεύγουσα τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς το παράρτημά της και, στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, το ΕΣΕ κοινοποίησε στην προσφεύγουσα την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς το παράρτημά της. Επομένως, η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες να λάβει γνώση των παραρτημάτων των προσβαλλόμενων αποφάσεων ως προς τα μέρη που την αφορούσαν. Μόνον κατόπιν των δύο διατάξεων που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο και οι οποίες μνημονεύονται στις σκέψεις 34 και 38 ανωτέρω, η προσφεύγουσα απέκτησε πρόσβαση στα παραρτήματα των προσβαλλόμενων αποφάσεων ως προς τα μέρη που την αφορούσαν.

95

Δεδομένου, αφενός, ότι οι αιτήσεις κοινοποίησης των προσβαλλόμενων αποφάσεων υποβλήθηκαν εντός ευλόγου χρόνου και, αφετέρου, ότι οι τρεις προσφυγές που πρωτοκολλήθηκαν με τους αριθμούς T-377/16, T-645/16 και T‑809/16 ασκήθηκαν πριν η προσφεύγουσα αποκτήσει πρόσβαση στις προσβαλλόμενες αποφάσεις, συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων τους ως προς τα μέρη που την αφορούσαν, συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι τρεις προσφυγές δεν υποβλήθηκαν εκπρόθεσμα.

96

Ωστόσο, όσον αφορά το επιχείρημα περί εκκρεμοδικίας που επικαλείται, κατ’ ουσίαν, το ΕΣΕ για να υποστηρίξει ότι οι προσφυγές που πρωτοκολλήθηκαν με τους αριθμούς T-645/16 και T-809/16 πρέπει να κηρυχθούν απαράδεκτες, στον βαθμό που έχουν το ίδιο αντικείμενο και αφορούν τους ίδιους διαδίκους με την προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό T-377/16, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, προσφυγή ασκηθείσα μεταγενεστέρως, η οποία αφορά τους αυτούς διαδίκους, βασίζεται στους ίδιους λόγους και αποσκοπεί στην ακύρωση της αυτής νομικής πράξεως, πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω εκκρεμοδικίας (απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2005, Ιταλία κατά Επιτροπής, C-138/03, C-324/03 και C‑431/03, EU:C:2005:714, σκέψη 64· πρβλ., επίσης, απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, Γαλλία κατά Κοινοβουλίου, 358/85 και 51/86, EU:C:1988:431, σκέψη 12).

97

Οι δύο προσφυγές που πρωτοκολλήθηκαν με τους αριθμούς T-377/16 και T-645/16 ασκήθηκαν προληπτικώς, πριν από την κοινοποίηση των προσβαλλόμενων αποφάσεων, για την περίπτωση που η προθεσμία του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως είχε ήδη αρχίσει να τρέχει από την παραλαβή της πράξης επιβολής εισφοράς σε σχέση με την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση.

98

Όσον αφορά την τρίτη προσφυγή, που πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό T-809/16, στο μέτρο που, κατά την προσφεύγουσα, το ΕΣΕ της έχει παράσχει πρόσβαση στις προσβαλλόμενες αποφάσεις στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι τούτο αποτελεί σημείο αφετηρίας για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως και ότι, ως εκ τούτου, η προσφυγή αυτή δεν είναι εκπρόθεσμη. Λαμβανομένης υπόψη της ερμηνείας αυτής, η προσφεύγουσα παραδέχεται ότι οι ασκηθείσες προληπτικώς προσφυγές ακυρώσεως ασκήθηκαν ενδεχομένως πρόωρα. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι έλαβε γνώση του περιεχομένου των προσβαλλόμενων αποφάσεων μόλις στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, αποδείχθηκε έκτοτε ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είχαν πιθανώς μεταξύ τους άρρηκτη σχέση, η οποία, κατά την κρίση της προσφεύγουσας, δεν μπορούσε να είναι γνωστή κατά τον χρόνο κατάθεσης των δύο πρώτων προσφυγών ακυρώσεως. Κατά συνέπεια, για να κατοχυρώσει τη δυνατότητα ένδικης προστασίας της, η προσφεύγουσα άσκησε τρίτη προσφυγή κατά των προσβαλλόμενων αποφάσεων.

99

Κατ’ αυτήν, η προσφυγή στην υπόθεση T-809/16 δεν είναι πανομοιότυπη με τις προσφυγές στις υποθέσεις T-377/16 και T-645/16, τόσο λόγω του αυτοτελούς αντικειμένου της, όσο και λόγω της μεταβολής των συνθηκών, εξαιτίας της κοινοποίησης των δύο προσβαλλόμενων αποφάσεων χωρίς τα παραρτήματά τους στις 20 Σεπτεμβρίου 2016.

100

Εν προκειμένω, οι τρεις προσφυγές αφορούν τους ίδιους διαδίκους, με εξαίρεση την υπόθεση T-645/16, στην οποία συμμετέχει και παρεμβαίνουσα. Ωστόσο, η προϋπόθεση του απαραδέκτου λόγω εκκρεμοδικίας που αφορά την ταυτότητα των διαδίκων αφορά τους κύριους διαδίκους και όχι τους παρεμβαίνοντες και, επομένως, η προϋπόθεση αυτή πληρούται.

101

Επιπλέον, με τις τρεις προσφυγές ζητείται η ακύρωση των ίδιων νομικών πράξεων, με εξαίρεση την υπόθεση T-645/16, η οποία αφορά την ακύρωση μόνον της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης. Δεδομένου ότι το αντικείμενο της υπόθεσης T-645/16 περιλαμβάνεται στο αντικείμενο των δύο άλλων υποθέσεων, T-377/16 και T-809/16, που αφορούν την ακύρωση των δύο προσβαλλόμενων αποφάσεων, η προϋπόθεση του απαραδέκτου λόγω εκκρεμοδικίας που αφορά την ταυτότητα των επίμαχων πράξεων πληρούται εν προκειμένω.

102

Τέλος, όσον αφορά την προϋπόθεση του απαραδέκτου λόγω εκκρεμοδικίας που σχετίζεται με την ταυτότητα των λόγων ακυρώσεως, διαπιστώνεται ότι οι προσφυγές στις υποθέσεις T-645/16 και T-809/16 στηρίζονται σε δύο λόγους ακυρώσεως τους οποίους η προσφεύγουσα είχε ήδη προβάλει στο πλαίσιο της πρώτης προσφυγής της, στην υπόθεση T-377/16, που περιέχει τέσσερις λόγους ακυρώσεως. Οι λόγοι ακυρώσεως που προβλήθηκαν στις δύο πιο πρόσφατες υποθέσεις, T-645/16 και T-809/16, εντάσσονται, επομένως, στο πλαίσιο της πρώτης προσφυγής στην υπόθεση T-377/16.

103

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, η προσφυγή στην υπόθεση T-377/16 κρίνεται παραδεκτή και οι δύο προσφυγές στις υποθέσεις T-645/16 και T-809/16 κρίνονται απαράδεκτες λόγω εκκρεμοδικίας.

Επί της ουσίας

104

Προς στήριξη της προσφυγής της κατά των προσβαλλόμενων αποφάσεων η προσφεύγουσα προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως. Κατά την προσφεύγουσα, το ΕΣΕ, εκδίδοντας τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, υπέπεσε σε παράβαση ουσιώδους τύπου, αφενός, λόγω παράβασης της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που υπείχε (πρώτος λόγος ακυρώσεως) και, αφετέρου, λόγω πλημμελούς κοινοποίησης των προσβαλλόμενων αποφάσεων (δεύτερος λόγος ακυρώσεως). Επιπλέον, η προσφεύγουσα προβάλλει δύο λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι αντλούνται, αφενός, από το ότι η συνεισφορά της για το έτος 2016 διορθώθηκε σε ελάχιστο βαθμό (τρίτος λόγος ακυρώσεως) και, αφετέρου, από το παράνομο της μη επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού για το 2017 (τέταρτος λόγος ακυρώσεως).

105

Προκαταρκτικώς, σημειώνεται ότι η προσφεύγουσα προβάλλει αιτιάσεις κατά της διαδικασίας σχετικά με την έκδοση των προσβαλλόμενων αποφάσεων μόνο με τις δύο επιστολές της 9ης Μαΐου και της 30ής Ιουλίου 2018, οι οποίες απεστάλησαν στο Γενικό Δικαστήριο κατόπιν της παραλαβής των απαντήσεων του ΕΣΕ στην πρώτη και τη δεύτερη διάταξη. Συναφώς, η προσφεύγουσα προβάλλει επιχειρήματα κυρίως προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της που αποσκοπεί στην απόδειξη των παραβάσεων ουσιώδους τύπου τις οποίες παραθέτει στο πλαίσιο των λόγων που αντλούνται από την παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και τη μη πλήρη κοινοποίηση των προσβαλλόμενων αποφάσεων.

106

Πρέπει να εξεταστούν, καταρχάς, οι αιτιάσεις σχετικά με την παράβαση διαδικαστικών κανόνων και ο λόγος που αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.

Επί της τήρησης των τύπων που αφορούν την έκδοση των προσβαλλόμενων αποφάσεων

107

Αφενός, με τις από 9 Μαΐου και 30 Ιουλίου 2018 επιστολές της, η προσφεύγουσα διαπίστωσε ότι οι υπογραφές που περιλαμβάνονταν στις προσβαλλόμενες αποφάσεις ήταν απολύτως πανομοιότυπες και ότι το ΕΣΕ δεν είχε εξηγήσει με ποιον τρόπο διασφαλιζόταν η γνησιότητα τυχόν εντολής που έχει δοθεί από τον πρόεδρο του ΕΣΕ για τη χρήση της ηλεκτρονικής υπογραφής. Εξάλλου, η προσφεύγουσα επισήμανε ότι τα παραρτήματα των αποφάσεων είχαν αποσταλεί σε ψηφιακή μορφή, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στα μέλη και τους παρατηρητές της εκτελεστικής συνόδου, ενώ, με την από 13 Σεπτεμβρίου 2016 επιστολή του, το ΕΣΕ αρνήθηκε ρητώς, για λόγους ασφάλειας, να της αποστείλει ηλεκτρονικά ή ταχυδρομικά τα ίδια αυτά έγγραφα. Με την ίδια επιστολή της 9ης Μαΐου 2018, η προσφεύγουσα ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να λάβει μέτρα οργάνωσης της διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με το άρθρο 89 παράγραφος 3, στοιχεία αʹ και βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να θέσει ερωτήσεις στο ΕΣΕ όσον αφορά ζητήματα διαδικαστικής φύσης.

108

Αφετέρου, με την από 30ής Ιουλίου 2018 επιστολή της, η προσφεύγουσα διαπίστωσε σειρά διαδικαστικών πλημμελειών που αφορούσαν την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση. Κατ’ αρχάς, επισήμανε ότι δεν είχαν προσκομιστεί στο Γενικό Δικαστήριο τα ηλεκτρονικά μηνύματα με τα οποία απάντησαν τα μέλη της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ και από τα οποία θα έπρεπε να προκύπτει η συμφωνία τους για την έκδοση απόφασης με έγγραφη διαδικασία. Στη συνέχεια, επισήμανε ότι, αφού διαπιστώθηκε ανακρίβεια στους υπολογισμούς, η απόφαση που ελήφθη με έγγραφη διαδικασία τροποποιήθηκε το βράδυ της 15ης Απριλίου 2016, κατόπιν ερμηνείας της σιωπής των μελών ως συγκατάθεσης, χωρίς να έχει προβλεφθεί, κατά την επικοινωνία του ΕΣΕ με τα μέλη της εκτελεστικής συνόδου, προθεσμία για την υποβολή αντιρρήσεων. Η προσφεύγουσα παρατήρησε ότι τα μηνύματα αυτά δεν είχαν αποσταλεί συγκεκριμένα σε ένα μέλος της εκτελεστικής συνόδου, χωρίς να υποβληθεί στο Γενικό Δικαστήριο καμία εξήγηση ούτε απόδειξη κοινοποίησης με άλλο τρόπο προς το μέλος αυτό. Η διαδικασία αυτή έκδοσης της απόφασης είναι αντίθετη τόσο προς την αρχή της χρηστής διοίκησης, η οποία έχει διατυπωθεί από τη νομολογία και περιέχεται στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο και προς τους διαδικαστικούς κανόνες της εκτελεστικής συνόδου, ειδικότερα δε προς το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, και το άρθρο 11 των εν λόγω κανόνων. Τέλος, η προσφεύγουσα διατυπώνει επικρίσεις όσον αφορά τον μορφότυπο των σχεδίων απόφασης που απεστάλησαν στις 15 Απριλίου και στις 19 Μαΐου 2016, και συγκεκριμένα τη διανομή εγγράφων, κυρίως υπό τη μορφή αρχείων XLSX, με ηλεκτρονικά μέσα. Ο υπολογισμός δεν πρέπει να πραγματοποιείται σε έγγραφο τύπου XLSX, στο οποίο όλες οι οριακές ή οι ενδιάμεσες τιμές μπορούν να τροποποιηθούν ανά πάσα στιγμή, είτε εκ παραδρομής είτε εκ προθέσεως. Εξάλλου, ελλείψει επαληθεύσιμης ηλεκτρονικής υπογραφής που να μπορεί να διασφαλίσει την απουσία πλαστογραφίας ή τροποποίησης των καθορισθέντων ποσών των εισφορών, δεν μπορεί να γνωρίζει κανείς ποιο έγγραφο DOCX, XLSX ή PDF αποτελεί το «υπογεγραμμένο πρωτότυπο» των ποσών που καθορίστηκαν για κάθε ένα από τα ιδρύματα.

109

Με την από 27 Μαρτίου 2018 επιστολή του, το ΕΣΕ ισχυρίστηκε ότι η διαδικασία έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων δεν ενείχε παράβαση ουσιώδους τύπου. Με την από 6 Ιουνίου 2018 επιστολή του, το ΕΣΕ διευκρίνισε ότι η ασφάλεια της διακίνησης ηλεκτρονικών μηνυμάτων ήταν πάντοτε εγγυημένη και δεν είχε επίπτωση στο περιεχόμενο και στη νομιμότητα του υπολογισμού των εκ των προτέρων συνεισφορών. Επομένως, η πτυχή αυτή δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της προσφυγής.

110

Επιπλέον, όσον αφορά το αίτημα της προσφεύγουσας περί λήψης μέτρων οργάνωσης της διαδικασίας, το ΕΣΕ ζήτησε, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο, με επιστολή της 11ης Σεπτεμβρίου 2018, να το απορρίψει λόγω παράβασης του άρθρου 88, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, καθόσον η προσφεύγουσα δεν εξήγησε γιατί τα μέτρα αυτά θα ήταν χρήσιμα για τις ανάγκες της δίκης και λυσιτελή για την έκβαση της προσφυγής.

111

Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, δεδομένου ότι το διανοητικό και το τυπικό στοιχείο αποτελούν ένα αδιαχώριστο σύνολο, η έγγραφη διατύπωση της πράξης αποτελεί την αναγκαία έκφραση της βούλησης της εκδίδουσας αρχής (αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 1994, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ., C-137/92 P, EU:C:1994:247, σκέψη 70, και της 6ης Απριλίου 2000, Επιτροπή κατά ICI, C‑286/95 P, EU:C:2000:188, σκέψη 38).

112

Η κύρωση της πράξης αποσκοπεί στην προστασία της ασφάλειας δικαίου, παγιώνοντας το εγκριθέν από τον εκδότη της πράξης κείμενο, και αποτελεί ουσιώδη τύπο (αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 1994, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ., C‑137/92 P, EU:C:1994:247, σκέψεις 75 και 76, και της 6ης Απριλίου 2000, Επιτροπή κατά ICI, C‑286/95 P, EU:C:2000:188, σκέψεις 40 και 41).

113

Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι η έλλειψη και μόνον κύρωσης της πράξης συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου, χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί, επιπλέον, ότι η πράξη έχει και άλλο ελάττωμα ή ότι η έλλειψη κύρωσης προκάλεσε ζημία σε εκείνον που την επικαλείται (απόφαση της 6ης Απριλίου 2000, Επιτροπή κατά ICI, C-286/95 P, EU:C:2000:188, σκέψη 42).

114

Ο έλεγχος της τήρησης του τύπου της κύρωσης και, συνεπώς, του βέβαιου χαρακτήρα της πράξης προηγείται κάθε άλλου ελέγχου, όπως είναι ο έλεγχος της αρμοδιότητας του εκδότη της πράξης, ο έλεγχος της τήρησης της αρχής της συλλογικότητας ή ακόμη ο έλεγχος της τήρησης της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως των πράξεων (απόφαση της 6ης Απριλίου 2000, Επιτροπή κατά ICI, C-286/95 P, EU:C:2000:188, σκέψη 46).

115

Εναπόκειται στον δικαστή της Ένωσης, αν διαπιστώσει κατόπιν εξέτασης της προσκομισθείσας ενώπιόν του πράξης ότι αυτή δεν έχει κυρωθεί συννόμως, να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη τον λόγο ακυρώσεως που αφορά την παράβαση ουσιώδους τύπου, η οποία συνίσταται σε έλλειψη σύννομης κύρωσης, και να ακυρώσει κατά συνέπεια την πράξη που παρουσιάζει το ελάττωμα αυτό (απόφαση της 6ης Απριλίου 2000, Επιτροπή κατά ICI, C-286/95 P, EU:C:2000:188, σκέψη 51).

116

Δεν έχει συναφώς σημασία το ότι η έλλειψη κύρωσης δεν προκάλεσε καμία ζημία σε κάποιον από τους διαδίκους της διαφοράς. Πράγματι, η κύρωση των πράξεων αποτελεί σημαντικό για την ασφάλεια δικαίου ουσιώδη τύπο υπό την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, του οποίου η παράβαση συνεπάγεται την ακύρωση της ελαττωματικής πράξης, χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί η ύπαρξη μιας τέτοιας ζημίας (απόφαση της 6ης Απριλίου 2000, Επιτροπή κατά ICI, C-286/95 P, EU:C:2000:188, σκέψη 52· πρβλ., επίσης, απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2016, Goldfish κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-54/14, EU:T:2016:455, σκέψη 47).

117

Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα δεν ανήγαγε την έλλειψη κύρωσης σε τυπικό λόγο προς στήριξη της προσφυγής της ακυρώσεως, πλην όμως διατυπώνει αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα της υπογραφής της προέδρου του ΕΣΕ στις προσβαλλόμενες αποφάσεις.

118

Εν πάση περιπτώσει, από τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 115 ανωτέρω προκύπτει ότι στον δικαστή της Ένωσης εναπόκειται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το ζήτημα αυτό.

119

Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, συμμορφούμενο με την πρώτη διάταξη, με την οποία υποχρεώθηκε να προσκομίσει το πλήρες αντίγραφο του πρωτοτύπου των προσβαλλόμενων αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένων των ενιαίων παραρτημάτων τους, το ΕΣΕ προσκόμισε, στις 15 Ιανουαρίου 2018, για κάθε απόφαση, όσον αφορά το κείμενό τους, σαρωμένο υπογεγραμμένο έγγραφο δύο σελίδων σε μορφότυπο PDF, πράγμα που επέτρεπε να υποτεθεί ότι οι σελίδες αυτές ήταν πράγματι αντίγραφα του πρωτοτύπου, δηλαδή τα αντίγραφα του εγγράφου το οποίο είχε παρουσιαστεί επισήμως προς υπογραφή και είχε εγκριθεί από την εκτελεστική σύνοδο του ΕΣΕ. Το ΕΣΕ δεν προσκόμισε κανένα αντίγραφο του πρωτοτύπου όσον αφορά τα παραρτήματα των προσβαλλόμενων αποφάσεων, αλλά μόνον, για κάθε απόφαση, ψηφιακό έγγραφο με ψηφιακά δεδομένα σε μορφότυπο PDF, το οποίο δεν περιείχε στοιχεία ικανά να διασφαλίσουν τη γνησιότητά του.

120

Με δεύτερο μέτρο οργάνωσης της διαδικασίας και, στη συνέχεια, με τη δεύτερη διάταξη, το Γενικό Δικαστήριο ζήτησε από το ΕΣΕ να διευκρινίσει ποιος ήταν ο μορφότυπος των παραρτημάτων κατά τον χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων και, σε περίπτωση που τα παραρτήματα αυτά είχαν προσκομιστεί σε ψηφιακή μορφή, να παράσχει εξηγήσεις και όλα τα τεχνικά στοιχεία γνησιότητας που απαιτούνταν για να αποδειχθεί ότι τα έγγραφα, υπό μορφότυπο PDF, που προσκομίστηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, αντιστοιχούσαν στα έγγραφα που είχαν όντως υποβληθεί προς υπογραφή και είχαν εγκριθεί από την εκτελεστική σύνοδο του ΕΣΕ κατά τις συνεδριάσεις της 15ης Απριλίου 2016 και της 20ής Μαΐου 2016. Το Γενικό Δικαστήριο ζήτησε επίσης από το ΕΣΕ να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επί του ζητήματος της νομικής υπόστασης των προσβαλλόμενων αποφάσεων καθώς και του ζητήματος της τήρησης του ουσιώδους τύπου.

121

Με τα δικόγραφα της 27ης Μαρτίου και της 18ης Μαΐου 2018, με τα οποία συμμορφώθηκε με το δεύτερο μέτρο οργάνωσης της διαδικασίας και τη δεύτερη διάταξη, το ΕΣΕ υποστήριξε, για πρώτη φορά, ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είχαν εκδοθεί όχι κατά τις συνεδριάσεις των μελών της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ, αλλά μέσω έγγραφης διαδικασίας, σε ηλεκτρονική μορφή, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 5, των διαδικαστικών κανόνων της εκτελεστικής συνόδου –κατά το οποίο όλες οι επικοινωνίες, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών εγγράφων, που αφορούν την εκτελεστική σύνοδο πρέπει, καταρχήν, να λαμβάνουν χώρα ηλεκτρονικά, τηρουμένων των κανόνων εμπιστευτικότητας, σύμφωνα με το άρθρο 15 των διαδικαστικών κανόνων της εκτελεστικής συνόδου– και με το άρθρο 9 των κανόνων αυτών.

122

Ειδικότερα, όσον αφορά τη διαδικασία έκδοσης της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, με ηλεκτρονικό μήνυμα της 13ης Απριλίου 2016, το οποίο απεστάλη στις 17:41 από το ΕΣΕ στα μέλη της εκτελεστικής συνόδου και περιείχε τρία συνημμένα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και ένα έγγραφο σε μορφότυπο PDF με τίτλο «Memorandum2_Final results.pdf», ζητήθηκε από την εκτελεστική σύνοδο του ΕΣΕ η επίσημη έγκριση των εκ των προτέρων εισφορών για το 2016, μέχρι τις 15 Απριλίου 2016 και ώρα 12:00.

123

Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 15ης Απριλίου 2016, το οποίο εστάλη στις 19:04, το ΕΣΕ επισήμανε ότι είχε διαπραχθεί σφάλμα κατά τον υπολογισμό των εισφορών, ανακοίνωσε την επικείμενη αποστολή τροποποιηθέντος κειμένου εγγράφου με τίτλο «Memorandum 2» και ανέφερε ότι, εφόσον οι αποδέκτες δεν προβάλλουν αντιρρήσεις, η ήδη παρασχεθείσα έγκριση θα θεωρούνταν ότι καλύπτει και τα διορθωμένα ποσά.

124

Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 15ης Απριλίου 2016 που απεστάλη στις 20:06, το έγγραφο του οποίου η αποστολή είχε ανακοινωθεί απεστάλη σε μορφότυπο XLSX, με τον τίτλο «Final results15042016.xlsx».

125

Όσον αφορά τη διαδικασία έκδοσης της δεύτερης προσβαλλόμενης απόφασης, το ΕΣΕ διευκρίνισε ότι, στις 19 Μαΐου 2016 και ώρα 21:25, απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στα μέλη της εκτελεστικής συνόδου για την έναρξη έγγραφης διαδικασίας, ζητώντας την έγκριση της προσαρμογής των αποτελεσμάτων του υπολογισμού των εκ των προτέρων εισφορών για το 2016, και περιλαμβάνοντας, σε παράρτημα, αρχείο σε μορφότυπο XLSX τιτλοφορούμενο «Delta», το οποίο αντιστοιχούσε στα αποτελέσματα των προσαρμοσθέντων υπολογισμών. Ζητήθηκε έγκριση –«λόγω του επείγοντος της υπόθεσης»– μέχρι τις 20 Μαΐου 2016 και ώρα 17:00.

126

Τέλος, το ΕΣΕ υποστήριξε, στην από 6 Ιουνίου 2018 επιστολή του, ότι το έγγραφο των προσβαλλόμενων αποφάσεων είχε υπογραφεί ηλεκτρονικώς από την πρόεδρο του ΕΣΕ.

127

Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το ΕΣΕ, όχι μόνο δεν προσκομίζει –ή προτείνει να προσκομίσει– αποδείξεις περί του ισχυρισμού αυτού, που να συνίστανται, κατ’ αρχήν, στην προσκόμιση των ψηφιακών εγγράφων και των πιστοποιητικών ηλεκτρονικής υπογραφής που να διασφαλίζουν τη γνησιότητά τους, αλλά, αντιθέτως, προσκομίζει στοιχεία τα οποία, στην πραγματικότητα, αντικρούουν τον ισχυρισμό αυτόν.

128

Πράγματι, όσον αφορά το κείμενο των προσβαλλόμενων αποφάσεων, το ΕΣΕ προσκομίζει έγγραφα PDF που περιέχουν στην τελευταία σελίδα την ένδειξη ιδιόχειρης υπογραφής η οποία φαίνεται να έχει τεθεί με «αντιγραφή-επικόλληση» αρχείου εικόνας, χωρίς τα έγγραφα αυτά να διαθέτουν πιστοποιητικά ηλεκτρονικής υπογραφής.

129

Όσον αφορά τα παραρτήματα των προσβαλλόμενων αποφάσεων, τα οποία περιλαμβάνουν τα ποσά, αντιστοίχως, των εισφορών και των προσαρμογών τους και τα οποία συνιστούν, επομένως, ουσιώδες στοιχείο των αποφάσεων, ούτε αυτά περιλαμβάνουν ηλεκτρονική υπογραφή, παρά το ότι ουδόλως συνδέονται άρρηκτα με το κείμενο των προσβαλλόμενων αποφάσεων.

130

Για να αποδείξει τη γνησιότητα των παραρτημάτων των προσβαλλόμενων αποφάσεων, το ΕΣΕ προσκόμισε, συμμορφούμενο με τη δεύτερη διάταξη, έγγραφα σε μορφότυπο TXT, προκειμένου να διαπιστωθεί η σύμπτωση των τιμών κατακερματισμού (hash value) των παραρτημάτων αυτών με τις τιμές κατακερματισμού που επισημάνθηκαν για τα έγγραφα μορφότυπου XLSX που επισυνάφθηκαν, αντιστοίχως, στο ηλεκτρονικό μήνυμα της 15ης Απριλίου 2016, το οποίο εστάλη στις 20:06, και στο ηλεκτρονικό μήνυμα της 19ης Μαΐου 2016, το οποίο εστάλη στις 21:25.

131

Σημειώνεται, εντούτοις, ότι, προκειμένου να αποδειχθεί ότι στα παραρτήματα των προσβαλλόμενων αποφάσεων είχε τεθεί ηλεκτρονική υπογραφή, όπως υποστηρίζει το ΕΣΕ (βλ. σκέψη 98 ανωτέρω), το ΕΣΕ όφειλε να προσκομίσει πιστοποιητικά ηλεκτρονικής υπογραφής συνδεόμενα με τα παραρτήματα αυτά και όχι τα έγγραφα ΤΧΤ που περιείχαν τιμές κατακερματισμού. Η προσκόμιση τέτοιων εγγράφων TXT αφήνει να υποτεθεί ότι το ΕΣΕ δεν είχε στη διάθεσή του πιστοποιητικά ηλεκτρονικής υπογραφής και ότι, επομένως, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς του, στα παραρτήματα των προσβαλλόμενων αποφάσεων δεν είχε τεθεί ηλεκτρονική υπογραφή.

132

Επιπλέον, τα έγγραφα σε μορφότυπο TXT που προσκομίστηκαν από το ΕΣΕ ουδόλως συνδέονται, αντικειμενικά και άρρηκτα, με τα επίμαχα παραρτήματα.

133

Τέλος, επισημαίνεται, ως εκ περισσού, ότι η απαιτούμενη κύρωση ουδόλως αφορά τα σχέδια που διαβιβάστηκαν προς έγκριση με ηλεκτρονικό μήνυμα της 15ης Απριλίου 2016, που εστάλη στις 20:06, και με ηλεκτρονικό μήνυμα της 19ης Μαΐου 2016, που εστάλη στις 21:25, αλλά τα έγγραφα που υποτίθεται ότι εκδόθηκαν κατόπιν της έγκρισης αυτής. Πράγματι, μόνον κατόπιν της έγκρισης του εγγράφου, θεωρείται ότι το έγγραφο έχει εκδοθεί και κυρωθεί με τη θέση υπογραφής επ’ αυτού.

134

Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι δεν πληρούται η απαίτηση κύρωσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων.

135

Πέραν των διαπιστώσεων αυτών που αφορούν την έλλειψη κύρωσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων, η οποία, κατά τη νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 113 έως 116 ανωτέρω, επιτάσσει αφεαυτής την ακύρωση των προσβαλλόμενων αποφάσεων, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να διατυπώσει ορισμένες σκέψεις σχετικά με τη διαδικασία έκδοσης της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης, ειδικότερα.

136

Εν προκειμένω, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 122 ανωτέρω, η έγγραφη διαδικασία για την έκδοση της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης κινήθηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα της 13ης Απριλίου 2016, το οποίο απεστάλη στις 17:41 και έτασσε στα μέλη της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ προθεσμία για την έγκριση του σχεδίου απόφασης μέχρι τις 15 Απριλίου 2016, στις 12:00, δηλαδή προθεσμία μικρότερη των δύο εργάσιμων ημερών, ενώ η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 2, των διαδικαστικών κανόνων της εκτελεστικής συνόδου «υπό κανονικές συνθήκες […] δεν είναι μικρότερη από πέντε εργάσιμες ημέρες». Αντιθέτως προς τις απαιτήσεις των διαδικαστικών κανόνων της εκτελεστικής συνόδου, το ηλεκτρονικό μήνυμα της 13ης Απριλίου 2016 δεν αναφέρει κανένα λόγο που να δικαιολογεί τη σύντμηση της προθεσμίας. Δεν αναφέρεται επίσης ούτε στο άρθρο 9, παράγραφος 2, των διαδικαστικών κανόνων της εκτελεστικής συνόδου.

137

Κατά τα λοιπά και ως εκ περισσού, επισημαίνεται ότι το ΕΣΕ δεν αποδεικνύει ότι ήταν επείγον να λάβει απόφαση στις 15 Απριλίου 2016 αντί στις 20 Απριλίου 2016, οπότε θα διασφαλιζόταν η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων. Συναφώς, σημειώνεται ότι η 15η Απριλίου 2016 δεν είναι ημερομηνία που επιβλήθηκε από το ρυθμιστικό πλαίσιο. Αυτή η σύντμηση της προθεσμίας έκδοσης της απόφασης συνιστά μια πρώτη διαδικαστική παρατυπία.

138

Επιπλέον, το άρθρο 9, παράγραφος 1, των διαδικαστικών κανόνων της εκτελεστικής συνόδου ορίζει ότι οι αποφάσεις μπορούν να εκδίδονται με έγγραφη διαδικασία, εκτός αν δύο τουλάχιστον μέλη της εκτελεστικής συνόδου διατυπώσουν αντιρρήσεις εντός 48 ωρών από την έναρξη της έγγραφης αυτής διαδικασίας.

139

Συναφώς, προκύπτει ότι το ΕΣΕ αγνόησε επίσης τους διαδικαστικούς κανόνες εκτελεστικής συνόδου, καθόσον η διάρκεια που είχε οριστεί για την έγγραφη διαδικασία ήταν κατά έξι ώρες βραχύτερη από τις 48 ώρες που προβλέπονται για τη διατύπωση αντιρρήσεων κατά της εφαρμογής της έγγραφης διαδικασίας. Πλην όμως, αν υποτεθεί ότι απαιτούνταν η έκδοση της απόφασης στις 15 Απριλίου 2016, δεν υπήρχε κάποιο εμπόδιο στο να καθοριστεί ως προθεσμία απάντησης η ώρα 18:00 της ημέρας εκείνης. Τούτο συνιστά δεύτερη διαδικαστική παρατυπία.

140

Κακώς το ΕΣΕ επιχειρεί να δικαιολογήσει τις παραβάσεις αυτές των διαδικαστικών κανόνων της εκτελεστικής συνόδου επικαλούμενο την απουσία αντιρρήσεων εκ μέρους των μελών της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ. Αρκεί η παρατήρηση, αφενός, ότι το ΕΣΕ έχει την υποχρέωση να εφαρμόζει τη νομοθεσία που διέπει τη διαδικασία λήψης των αποφάσεών του, η οποία προβλέπει ακριβώς τη σύντμηση των προθεσμιών εφόσον τηρούνται ορισμένοι κανόνες και, αφετέρου, ότι η προβαλλόμενη απουσία αντιρρήσεων ουδόλως αναιρεί την παράβαση που είχε εξαρχής διαπράξει το ΕΣΕ τάσσοντας προθεσμία κατά παράβαση των επιταγών των διαδικαστικών κανόνων της εκτελεστικής συνόδου.

141

Περαιτέρω, ενώ το ηλεκτρονικό μήνυμα της 13ης Απριλίου 2016 καλούσε τα μέλη της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ να διαβιβάσουν την επίσημη έγκρισή τους με ηλεκτρονικό μήνυμα προς την υπηρεσιακή ηλεκτρονική θυρίδα του ΕΣΕ, το ΕΣΕ δεν προσκόμισε κανένα ηλεκτρονικό μήνυμα περί έγκρισης. Το μόνο στοιχείο που υποδηλώνει έγκριση είναι ο ισχυρισμός του ΕΣΕ, στο ηλεκτρονικό μήνυμα της Παρασκευής 15 Απριλίου 2016 που απεστάλη στις 19:04, ότι δόθηκε η έγκριση αυτή.

142

Επιπλέον, στο ηλεκτρονικό αυτό μήνυμα της Παρασκευής 15 Απριλίου 2016, που απεστάλη στις 19:04 και δεν απευθυνόταν σε όλα τα μέλη της εκτελεστικής συνόδου, τουλάχιστον σε πρώτο στάδιο (ο Α, μέλος της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ, δεν ήταν αποδέκτης του ηλεκτρονικού μηνύματος αυτού, το οποίο του εστάλη 21 λεπτά αργότερα), το ΕΣΕ ανέφερε σφάλμα κατά τον υπολογισμό των εκ των προτέρων εισφορών και ανήγγειλε την αποστολή τροποποιηθείσας εκδοχής του «mémorandum 2» με χωριστό ηλεκτρονικό μήνυμα. Το ηλεκτρονικό μήνυμα των 19:04 προσέθετε, χωρίς να τάσσει προθεσμία για ενδεχόμενη αντίδραση, ότι, ελλείψει αντιρρήσεων των μελών της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ, θα θεωρούνταν ότι η ήδη δοθείσα έγκρισή τους ίσχυε και για τα τροποποιηθέντα ποσά των εισφορών. Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, το ΕΣΕ κίνησε διαδικασία έκδοσης ελλείψει αντιρρήσεων, διαδικασία η οποία προβλέπεται βεβαίως στις διατάξεις των διαδικαστικών κανόνων της εκτελεστικής συνόδου, αλλά διεξήχθη εν προκειμένω παρατύπως, λαμβανομένης υπόψη, ειδικότερα, της μη ένδειξης προθεσμίας για την έκδοση της απόφασης. Τούτο συνιστά, πέραν των δύο παρατυπιών που επισημάνθηκαν ήδη στις σκέψεις 136 έως 139 ανωτέρω, τρίτη διαδικαστική παρατυπία.

143

Υπογραμμίζεται ότι το ΕΣΕ κατέθεσε, ως παράρτημα στην από 11 Σεπτεμβρίου 2018 επιστολή του, την απόδειξη ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα των 19:04 εστάλη στον Α στις 19:25, ήτοι 21 λεπτά αργότερα. Ο Α. ανέφερε, με ηλεκτρονικό μήνυμα της ίδιας ημέρας, το οποίο εστάλη στις 19:34, ότι δεν είχε αντίρρηση ως προς τις ήσσονος σημασίας τροποποιήσεις για τις οποίες τον ενημέρωσε το ΕΣΕ με το ηλεκτρονικό μήνυμα των 19:25 με το οποίο διαβιβάστηκε το ηλεκτρονικό μήνυμα των 19:04. Μολονότι το ηλεκτρονικό μήνυμα αυτό παρουσίαζε πράγματι τα τροποποιημένα ποσά των υπολογισμών για τρία συγκεκριμένα ιδρύματα, εντούτοις δεν περιλάμβανε τα τροποποιημένα ποσά για τα λοιπά ιδρύματα των οποίων οι εισφορές μειώνονταν ελαφρώς.

144

Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι ο A. έδωσε τη συγκατάθεσή του πριν ακόμη αποκτήσει πρόσβαση στο τροποποιημένο κείμενο των εισφορών όλων των ιδρυμάτων, το οποίο απεστάλη μεταγενέστερα, αλλά όχι σε αυτόν, όπως εκτίθεται στη σκέψη 145 κατωτέρω. Όμως, το έγγραφο αυτό αποτυπώνει τα ποσά όπως αυτά καθορίστηκαν τελικώς με την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση.

145

Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα, στις 20:06, απεστάλη ηλεκτρονικό μήνυμα του ΕΣΕ, με συνημμένο έγγραφο XLSX τιτλοφορούμενο «Final results15042016.xlsx» Το ηλεκτρονικό αυτό μήνυμα επίσης δεν απεστάλη στον A. Το στοιχείο αυτό συνιστά τέταρτη διαδικαστική παρατυπία.

146

Επιπλέον, από την ημερομηνία της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης (15 Απριλίου 2016) προκύπτει ότι, ενώ στο ηλεκτρονικό μήνυμα της 15ης Απριλίου 2016 που απεστάλη στις 19:04 δεν είχε ταχθεί καμία προθεσμία, θεωρείται ότι δόθηκε συναίνεση την ίδια ημέρα, ήτοι, λογικά, τα μεσάνυχτα. Βεβαίως, το ΕΣΕ είχε αναφέρει, με το από 13 Απριλίου 2016 ηλεκτρονικό μήνυμά του (συνημμένο στο ηλεκτρονικό μήνυμα της 15ης Απριλίου 2016 που απεστάλη στις 19:04), ότι σκόπευε να εκδώσει απόφαση στις 15 Απριλίου. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η πληροφορία αυτή αρκούσε ως επισήμανση για το ότι οποιαδήποτε αντίρρηση έπρεπε να διατυπωθεί πριν από τα μεσάνυχτα της 15ης Απριλίου 2016, γεγονός παραμένει ότι, εν προκειμένω, η διαδικασία έγκρισης διά συναίνεσης τέθηκε σε εφαρμογή την Παρασκευή, στις 19:04, προκειμένου να ολοκληρωθεί αυθημερόν τα μεσάνυχτα. Οι περιστάσεις αυτές καθιστούν έτι σοβαρότερες τις επιπτώσεις της τρίτης διαδικαστικής παρατυπίας που διαπιστώθηκε στη σκέψη 142 ανωτέρω.

147

Η διαδικασία αυτή συναίνεσης δεν είναι σύννομη για τον επιπρόσθετο λόγο ότι, πέραν της μη αποστολής ηλεκτρονικού μηνύματος στον Α στις 20:06 (βλ. σκέψη 145 ανωτέρω), η οποία, από μόνη της, καθιστά πλημμελή τη διαδικασία, το ΕΣΕ δεν αποδεικνύει ότι τα λοιπά μέλη της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ έλαβαν γνώση της αποστολής του ως άνω ηλεκτρονικού μηνύματος των 20:06 (ούτε εξάλλου της αποστολής του ηλεκτρονικού μηνύματος των 19:04) και του περιεχομένου του. Το ΕΣΕ προσκόμισε ορισμένα στοιχεία ελέγχου προκειμένου να αποδείξει ότι τα αποσταλέντα μηνύματα των 19:04 και των 20:06 περιήλθαν στις ηλεκτρονικές θυρίδες των παραληπτών. Εντούτοις, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο έλεγχος αυτός, ο οποίος έγινε δειγματοληπτικά, δεν αφορά όλα τα μέλη της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ, ουδόλως αποδεικνύει ότι τα μέλη της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ είχαν όντως γνώση έστω και της αποστολής αυτής των ηλεκτρονικών μηνυμάτων αυθημερόν, πριν από τα μεσάνυχτα.

148

Λαμβανομένης όμως υπόψη της ίδιας της φύσης της διαδικασίας συναίνεσης, η οποία συνίσταται στο να συνάγεται η έγκριση από τη μη προβολή αντιρρήσεων, μια τέτοια διαδικασία κατ’ ανάγκην προϋποθέτει, τουλάχιστον, ότι αποδεικνύεται, πριν από την έκδοση της απόφασης, ότι τα πρόσωπα που συμμετέχουν στη διαδικασία έγκρισης κατόπιν συναίνεσης έλαβαν γνώση της διαδικασίας αυτής και μπόρεσαν να εξετάσουν το υποβληθέν προς έγκριση σχέδιο. Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη τόσο των στοιχείων που περιλαμβάνονται στο κείμενο της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης όσο και του ότι τα αρχεία δεδομένων σχετικά με την απόφαση αυτή στάλθηκαν την ίδια ημέρα στην ΕΑΕ (βλ. σκέψη 11 ανωτέρω), η πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε το αργότερο τα μεσάνυχτα της 15ης Απριλίου 2016. Πλην όμως, το ΕΣΕ δεν απέδειξε ότι τα μέλη της εκτελεστικής συνόδου μπόρεσαν να λάβουν γνώση του τροποποιηθέντος σχεδίου απόφασης ή, τουλάχιστον, της ύπαρξης ηλεκτρονικών μηνυμάτων που εστάλησαν στις 19:04 και στις 20:06.

149

Παρεμπιπτόντως, επισημαίνεται, εξάλλου, ότι, ενώ το παράρτημα της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης που υποβλήθηκε προς έγκριση στις 13 Απριλίου 2016 ήταν ψηφιακό έγγραφο μορφότυπου PDF (βλ. σκέψεις 122 και 136 ανωτέρω), το παράρτημα που υποβλήθηκε προς έγκριση το βράδυ της 15ης Απριλίου 2016 ήταν ψηφιακό έγγραφο μορφότυπου XLSX (βλ. σκέψεις 124 και 145 ανωτέρω).

150

Ως εκ τούτου, σημειώνεται ότι, εάν δεν είχε λάβει χώρα το σφάλμα που αναφέρεται στα ηλεκτρονικά μηνύματα που εστάλησαν το βράδυ της 15ης Απριλίου 2016 (βλ. σκέψη 123 ανωτέρω), το παράρτημα της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης θα ήταν ένα ψηφιακό έγγραφο μορφοτύπου PDF και όχι ένα αρχείο XLSX.

151

Το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να διαπιστώσει, όσον αφορά τη διαφορά αυτή, ότι το ΕΣΕ, μολονότι πρέπει να μεριμνά για τον ενιαίο χαρακτήρα και την τυπική συνοχή των εγγράφων που υποβάλλονται προς έγκριση και στη συνέχεια εκδίδονται, χρησιμοποίησε διαφορετικούς ηλεκτρονικούς μορφότυπους. Οι συνέπειες της εν λόγω έλλειψης ακρίβειας παύουν να έχουν αμιγώς διαδικαστικό χαρακτήρα, στον βαθμό που τα στοιχεία που διαβιβάζονται με αρχείο PDF δεν παρέχουν καμία λεπτομέρεια σχετικά με τα κελιά υπολογισμού ενός αρχείου XLSX και το αρχείο PDF περιλαμβάνει, τουλάχιστον εν προκειμένω, στρογγυλοποιημένες αξίες, σε αντίθεση με το αρχείο XLSX. Ως εκ τούτου, όσον αφορά τον μόνο συντελεστή προσαρμογής με βάση το προφίλ κινδύνου που περιλαμβάνεται στην πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι τον συντελεστή σχετικά με το ευρωπαϊκό πλαίσιο, από τα στοιχεία που περιέχονται στις απαντήσεις του ΕΣΕ προκύπτει ότι η αξία που παρασχέθηκε με την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αυτή προσκομίστηκε στο πλαίσιο της συμμόρφωσης με την πρώτη διάταξη, ήτοι σε αρχείο PDF, δεν είναι η ακριβής αξία που περιλαμβάνεται στο αρχείο XLSX –η οποία περιλαμβάνει δεκατέσσερα δεκαδικά ψηφία– αλλά ένα ποσό στρογγυλοποιημένο σε δύο δεκαδικά ψηφία για τον έλεγχο του υπολογισμού της εισφοράς.

152

Από τις προηγηθείσες σκέψεις προκύπτει ότι, πέραν της απουσίας κυρώσεως που διαπιστώθηκε στη σκέψη 134 ανωτέρω, η οποία συνεπάγεται την ακύρωση των προσβαλλόμενων αποφάσεων, η διαδικασία έκδοσης της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης διεξήχθη κατά πρόδηλη παράβαση διαδικαστικών απαιτήσεων σχετικά με την έγκριση της απόφασης αυτής από τα μέλη της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ και τη λήψη της έγκρισης αυτής.

153

Συναφώς, σημειώνεται ότι το γεγονός ότι τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα δεν μπορούν να επικαλούνται παράβαση κανόνων που δεν αποσκοπούν στην προστασία των ιδιωτών αλλά στην οργάνωση της εσωτερικής λειτουργίας των υπηρεσιών, προς εξασφάλιση της χρηστής διοίκησης (πρβλ. απόφαση της 7ης Μαΐου 1991, Nakajima κατά Συμβουλίου, C-69/89, EU:C:1991:186, σκέψεις 49 και 50), δεν σημαίνει, πάντως, ότι ένας ιδιώτης ουδέποτε μπορεί να επικαλεστεί λυσιτελώς την παράβαση ρύθμισης η οποία διέπει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων που καταλήγει στην έκδοση πράξης της Ένωσης. Πράγματι, μεταξύ των διατάξεων οι οποίες διέπουν τις εσωτερικές διαδικασίες ενός θεσμικού οργάνου, οι διατάξεις η παράβαση των οποίων δεν μπορεί να προβληθεί από τα φυσικά και νομικά πρόσωπα, επειδή αφορούν μόνον τους κανόνες εσωτερικής λειτουργίας του θεσμικού οργάνου οι οποίοι δεν είναι ικανοί να επηρεάσουν τη νομική τους κατάσταση, πρέπει να διακρίνονται από τις διατάξεις εκείνες των οποίων η παράβαση μπορεί αντιθέτως να προβληθεί, εφόσον οι τελευταίες δημιουργούν δικαιώματα και αποτελούν παράγοντα ασφάλειας δικαίου για τα πρόσωπα αυτά (απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2011, Zhejiang Xinshiji Foods και Hubei Xinshiji Foods κατά Συμβουλίου, T-122/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:46, σκέψη 103).

154

Εν προκειμένω, η ανάλυση της εξέλιξης της διαδικασίας έκδοσης της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης καταδεικνύει σημαντικό αριθμό παραβάσεων κανόνων σχετικών με την οργάνωση της έγγραφης ηλεκτρονικής διαδικασίας έκδοσης των αποφάσεων. Μολονότι δεν προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 9 των διαδικαστικών κανόνων της εκτελεστικής συνόδου, είναι αυτονόητο ότι κάθε έγγραφη διαδικασία προϋποθέτει κατ’ ανάγκην την αποστολή του σχεδίου απόφασης σε όλα τα μέλη του οργάνου λήψης αποφάσεων το οποίο αφορά η διαδικασία αυτή. Όσον αφορά, ειδικότερα, διαδικασία έκδοσης αποφάσεων με συναίνεση, όπως εν προκειμένω (βλ. σκέψεις 142 έως 148 ανωτέρω), η απόφαση δεν μπορεί να εκδοθεί χωρίς να έχει τουλάχιστον αποδειχθεί ότι όλα τα μέλη μπόρεσαν να λάβουν εκ των προτέρων γνώση του σχεδίου απόφασης. Τέλος, η διαδικασία αυτή απαιτεί την αναγραφή προθεσμίας που να παρέχει στα μέλη του εν λόγω οργάνου τη δυνατότητα να λάβουν θέση επί του σχεδίου.

155

Πλην όμως, οι διαδικαστικοί αυτοί κανόνες που αποσκοπούν στη διασφάλιση της τήρησης των ουσιωδών τύπων οι οποίοι είναι εγγενείς σε κάθε έγγραφη ηλεκτρονική διαδικασία και σε κάθε διαδικασία έκδοσης απόφασης με συναίνεση παραβιάστηκαν εν προκειμένω. Οι παραβάσεις αυτές έχουν άμεσο αντίκτυπο στην ασφάλεια δικαίου, καθόσον έχουν ως αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης για την οποία δεν αποδείχθηκε ούτε η έγκρισή της από το αρμόδιο όργανο, ούτε η εκ των προτέρων γνωστοποίησή της στο σύνολο των μελών του.

156

Η μη τήρηση τέτοιων διαδικαστικών κανόνων, αναγκαίων για την εκδήλωση της συγκατάθεσης, συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου την οποία ο δικαστής της Ένωσης μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως (αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 2015, Ισπανία κατά Επιτροπής, C-263/13 P, EU:C:2015:415, σκέψη 56, και της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, Tilly-Sabco κατά Επιτροπής, C-183/16 P, EU:C:2017:704, σκέψη 116).

157

Όσον αφορά, τέλος, τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση, επισημαίνεται ότι δεν αντικαθιστά την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία καθόρισε τα ποσά των εισφορών, αλλά προβαίνει μόνο σε προσαρμογή των ποσών αυτών επί ενός περιορισμένου τεχνικού σημείου. Η ακύρωση της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης συνεπάγεται κατ’ ανάγκην και την ακύρωση της δεύτερης.

158

Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις πρέπει να ακυρωθούν, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί της φερομένης παράβασης του άρθρου 11 των διαδικαστικών κανόνων της εκτελεστικής συνόδου και επί του αιτήματος λήψης μέτρων οργάνωσης της διαδικασίας, το οποίο διατύπωσε η προσφεύγουσα στην προαναφερθείσα στη σκέψη 107 επιστολή της 9ης Μαΐου 2018.

159

Πέραν του συμπεράσματος αυτού, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο, προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, να αποφανθεί επίσης επί της τήρησης εν προκειμένω της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.

Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

160

Η προσφεύγουσα φρονεί ότι, στις προσβαλλόμενες αποφάσεις, το ΕΣΕ παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης που προβλέπεται στο άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Το γεγονός ότι οι αποφάσεις αυτές δεν απευθύνονται σε αυτήν δεν εμποδίζει την εκ μέρους της επίκληση του λόγου αυτού, στον βαθμό που, για την εκτίμηση της έκτασης της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το συμφέρον που μπορεί να έχουν τα πρόσωπα τα οποία αφορά άμεσα και ατομικά μια πράξη να λάβουν διευκρινίσεις.

161

Η προσφεύγουσα υπενθυμίζει ότι, κατά τη νομολογία, η αιτιολογία πρέπει να περιλαμβάνεται στην ίδια την επίμαχη νομική πράξη και πρέπει, επιπλέον, να είναι κατανοητή από τους πολίτες. Από την αιτιολογία πρέπει να προκύπτουν τα κύρια πραγματικά και νομικά στοιχεία στα οποία στηρίζεται η απόφαση και τα οποία είναι αναγκαία για την κατανόηση της συλλογιστικής που οδήγησε στην έκδοσή της.

162

Εξάλλου, η συμμετοχή στη διαδικασία συλλογής πληροφοριών δεν παρέχει στην προσφεύγουσα τη δυνατότητα να λάβει επαρκή πληροφοριακά στοιχεία, διότι η συμβολή της δεν υπολογίζεται μόνον βάσει των στοιχείων που η ίδια διαβίβασε, αλλά και βάσει της σχέσης που υφίσταται μεταξύ των δεδομένων όλων των οικείων ιδρυμάτων.

163

Όσον αφορά την προβαλλόμενη από το ΕΣΕ αδυναμία αιτιολόγησης της απόφασης χωρίς να αποκαλυφθεί επιχειρηματικό απόρρητο άλλων ιδρυμάτων, η προσφεύγουσα επικαλείται τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η υποχρέωση διασφάλισης του επιχειρηματικού απορρήτου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο τόσο διασταλτικής ερμηνείας ώστε να καθιστά κενή περιεχομένου την υποχρέωση αιτιολόγησης, εις βάρος του δικαιώματος ακροάσεως των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών. Εν προκειμένω, υπήρξε εξαρχής συστηματική άρνηση κοινοποίησης των ζητηθέντων από την προσφεύγουσα πληροφοριών.

164

Τέλος, η προσφεύγουσα αμφισβητεί την επιχειρηματολογία του ΕΣΕ κατά την οποία, ακόμη και αν το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ανεπαρκή την αιτιολογία, θα εξακολουθούσε να ισχύει ο υπολογισμός του ΕΣΕ. Κατά την προσφεύγουσα, δεν μπορεί να τεκμαίρεται αυτομάτως η έκδοση πανομοιότυπης απόφασης σε περίπτωση ακυρώσεως.

165

Το ΕΣΕ υποστηρίζει ότι δεν όφειλε να παράσχει ευθέως στην προσφεύγουσα λεπτομερή έκθεση της αιτιολογίας, δεδομένου ότι οι αποφάσεις του δεν απευθύνονταν στην προσφεύγουσα, αλλά στην αυστριακή ΕΑΕ. Επιπλέον, επικαλείται τη νομολογία κατά την οποία η υποχρέωση αιτιολόγησης πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, ιδίως δε του συμφέροντος που έχει ενδεχομένως ο αποδέκτης της επίμαχης πράξης να λάβει διευκρινίσεις.

166

Εξάλλου, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις αφορούν άμεσα την προσφεύγουσα, το ΕΣΕ θεωρεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 296, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Συγκεκριμένα, στο μέτρο που ο αποδέκτης των αποφάσεων του ΕΣΕ είναι η αυστριακή ΕΑΕ και όχι η προσφεύγουσα, η αιτιολογική έκθεση θα έπρεπε να αρκεί ώστε η εν λόγω ΕΑΕ να κατανοήσει τα πραγματικά περιστατικά και τις νομικές εκτιμήσεις επί των οποίων στηρίζεται ο υπολογισμός, όπως συμβαίνει εν προκειμένω. Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας του, το ΕΣΕ παραθέτει τη νομολογία κατά την οποία η συμμετοχή των ενδιαφερομένων στη διαδικασία κατάρτισης της πράξης μπορεί να περιορίσει τις απαιτήσεις αιτιολόγησης, καθόσον συμβάλλει στην ενημέρωσή τους, το δε ζήτημα κατά πόσον η αιτιολογία μιας απόφασης είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις του νυν άρθρου 296 ΣΛΕΕ πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει του κειμένου της, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα.

167

Συγκεκριμένα, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις εκδόθηκαν εντός πλαισίου το οποίο γνώριζε καλώς η προσφεύγουσα. Το νομικό πλαίσιο, μολονότι δεν καθιστά δυνατό τον υπολογισμό συγκεκριμένου ποσού, παρέχει εντούτοις σαφείς ενδείξεις ως προς τα σημαντικότερα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό.

168

Το ΕΣΕ υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 70, παράγραφος 2, του κανονισμού 806/2014, η διαδικασία υπολογισμού βασίζεται σε στενή συνεργασία μεταξύ αυτού και των ΕΑΕ. Για τον λόγο αυτόν, η αυστριακή ΕΑΕ γνωρίζει τη μέθοδο υπολογισμού των εκ των προτέρων εισφορών για το 2016. Επιπροσθέτως, οι εκ των προτέρων εισφορές για το 2015 υπολογίστηκαν και εισπράχθηκαν από τις ίδιες τις ΕΑΕ, σύμφωνα με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό 2015/63. Ως εκ τούτου, το ΕΣΕ θεωρεί ότι η αιτιολογική έκθεση των προσβαλλόμενων αποφάσεων ήταν επαρκής για την αυστριακή ΕΑΕ η οποία, όπως και όλες οι λοιπές ΕΑΕ, είχε συμμετάσχει ενεργά στον υπολογισμό των εκ των προτέρων εισφορών για το 2016.

169

Εξάλλου, κατά το ΕΣΕ, η θέση της προσφεύγουσας ότι πρέπει να είναι σε θέση να υπολογίσει τις εκ των προτέρων εισφορές της βάσει της αιτιολογικής έκθεσης του ΕΣΕ βαίνει πέραν των προϋποθέσεων του άρθρου 296, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Μέρος των πληροφοριών που είναι απαραίτητες για τον υπολογισμό των εκ των προτέρων εισφορών της προσφεύγουσας για το 2016 αποτελούνται από εμπιστευτικές πληροφορίες προερχόμενες από άλλα ιδρύματα. Δυνάμει του άρθρου 339 ΣΛΕΕ, το ΕΣΕ είναι υποχρεωμένο να διαφυλάξει όλα τα εμπιστευτικά στοιχεία των εγκαταστάσεων. Η υποχρέωση αυτή προβλέπεται επίσης στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, στο άρθρο 14, παράγραφος 7, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/63, στο άρθρο 88 του κανονισμού 806/2014 και στο άρθρο 84 της οδηγίας 2014/59.

170

Κατά το ΕΣΕ, η προσφεύγουσα παραλείπει να μνημονεύσει ότι, με την από 26 Απριλίου 2016 πράξη επιβολής εισφοράς της αυστριακής ΕΑΕ, της παρασχέθηκαν εξαιρετικά λεπτομερείς διευκρινίσεις όσον αφορά τον υπολογισμό και ότι ενημερώθηκε λεπτομερώς για τη συλλογιστική που ακολουθήθηκε.

171

Τέλος, το ΕΣΕ υποστηρίζει ότι η παράβαση του άρθρου 296, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ δεν συνεπάγεται ακυρότητα των υπολογισμών. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν το Γενικό Δικαστήριο ακυρώσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις για τον λόγο αυτόν, ο υπολογισμός αυτός παραμένει έγκυρος και το ΕΣΕ μπορεί να εκδώσει εκ νέου χωρίς καθυστέρηση πανομοιότυπες αποφάσεις. Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 6ης Ιουλίου 1983, Geist κατά Επιτροπής (117/81, EU:C:1983:191, σκέψη 7), ο προσφεύγων δεν έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση απόφασης λόγω τυπικής πλημμέλειας, σε περίπτωση που η διοίκηση δεν διαθέτει κανένα περιθώριο εκτίμησης και υποχρεούται να ενεργήσει όπως ενήργησε.

172

Κατά πάγια νομολογία, η αιτιολόγηση την οποία επιτάσσει το άρθρο 296 ΣΛΕΕ πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξης και από αυτήν πρέπει να διαφαίνεται κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εκδίδει την πράξη, ούτως ώστε οι μεν ενδιαφερόμενοι να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου, το δε αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να μπορεί να ασκήσει τον έλεγχό του (βλ. απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Comunidad Autónoma de Galicia και Retegal κατά Επιτροπής, C-70/16 P, EU:C:2017:1002, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

173

H υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, και ιδίως με το περιεχόμενο της πράξεως, τη φύση της παρατιθέμενης αιτιολογίας και το συμφέρον που ενδέχεται να έχουν οι αποδέκτες της πράξεως, ή άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά, να λάβουν εξηγήσεις. Δεν απαιτείται να εξειδικεύονται στην αιτιολογία όλα τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα εάν η αιτιολογία μιας πράξης ανταποκρίνεται στις επιταγές του άρθρου 296 ΣΛΕΕ πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα όχι μόνον τη διατύπωσή της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, καθώς και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό ζήτημα (βλ. απόφαση της 7ης Μαρτίου 2013, Acino κατά Επιτροπής, T-539/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:110, σκέψη 124 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

174

Επιπλέον, η αιτιολογία μιας πράξης πρέπει να είναι λογική και, ιδίως, να μην εμφανίζει εσωτερικές αντιφάσεις που να εμποδίζουν την ορθή κατανόηση των λόγων έκδοσης της πράξης (απόφαση της 15ης Ιουλίου 2015, Pilkington Group κατά Επιτροπής, T‑462/12, EU:T:2015:508, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

175

Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, μολονότι, στο πλαίσιο του συστήματος που καθιερώνει ο κανονισμός 806/2014 και ο εκτελεστικός κανονισμός 2015/81, οι αποφάσεις που καθορίζουν τις εκ των προτέρων εισφορές κοινοποιούνται στις ΕΑΕ, οι εν λόγω αποφάσεις, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς του ΕΣΕ, αφορούν άμεσα και ατομικά τα ιδρύματα που οφείλουν τις ως άνω εισφορές (βλ. σκέψεις 73 έως 79 ανωτέρω).

176

Επομένως, για να εκτιμηθεί η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως των επίμαχων αποφάσεων, πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη το συμφέρον που μπορούν να έχουν τα ιδρύματα αυτά ως προς την παροχή διευκρινίσεων. Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι μια από τις λειτουργίες της αιτιολόγησης είναι να παρέχει στον δικαστή της Ένωσης τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχό του.

177

Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι το ΕΣΕ παρέβη πολλαπλώς την υποχρέωση αιτιολόγησης.

178

Αφενός, το κείμενο της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης περιλαμβάνει μόνο μνεία του κανονισμού 806/2014, ειδικότερα δε του άρθρου 70, παράγραφος 2, αυτού, αναφορά στις διαβουλεύσεις και τις συνεργασίες με τους οργανισμούς [Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και εθνικές αρχές] και την επισήμανση ότι ο υπολογισμός πραγματοποιείται κατά τρόπον ώστε το σύνολο των ατομικών εισφορών να μην υπερβαίνει ορισμένο επίπεδο (ήτοι το 12,5 % του επιπέδου-στόχου στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 69, παράγραφος 1, του κανονισμού 806/2014). Δεν περιέχει καμία πληροφορία σχετικά με τα διαδοχικά στάδια του υπολογισμού της εισφοράς της προσφεύγουσας ούτε τα σχετικά με τα διάφορα αυτά στάδια αριθμητικά στοιχεία.

179

Βεβαίως, το άρθρο 70 του κανονισμού 806/2014, το οποίο μνημονεύεται στην πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση, ειδικότερα στην παράγραφο 6 αυτού, μπορεί να γίνει αντιληπτό ότι οι εκ των προτέρων εισφορές υπολογίζονται από το ΕΣΕ κατ’ εφαρμογήν, μεταξύ άλλων, «[των] κατ’ εξουσιοδότηση πράξ[εων] που εκδίδονται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 103, παράγραφος 7, της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, στις οποίες προσδιορίζεται η έννοια της προσαρμογής των εισφορών ανάλογα με το προφίλ κινδύνου των ιδρυμάτων», ήτοι, εν προκειμένω, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/63.

180

Επιπλέον, ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός 2015/63 περιλαμβάνει λεπτομερείς κανόνες που πρέπει να εφαρμόζει το ΕΣΕ όταν υπολογίζει τις εισφορές.

181

Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά δεν αρκούν για να γίνει αντιληπτό πώς το ΕΣΕ εφάρμοσε τους κανόνες αυτούς στην περίπτωση της προσφεύγουσας, προκειμένου να καταλήξει στο ποσό της εισφοράς που την αφορά και παρατίθεται στο παράρτημα της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης.

182

Πρέπει να προστεθεί ότι η πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση δεν μνημονεύει τις ενδιάμεσες αποφάσεις του ΕΣΕ για την εφαρμογή της ρύθμισης σχετικά με τον υπολογισμό των εισφορών (στο εξής: ενδιάμεσες αποφάσεις), ήτοι, τουλάχιστον, τις ενδιάμεσες αποφάσεις που μνημονεύονται ακολούθως:

απόφαση της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ της 14ης Σεπτεμβρίου 2015, σχετικά με τον ορισμό του πυλώνα «πρόσθετοι δείκτες κινδύνου που πρέπει να καθοριστούν από την αρχή εξυγίανσης» (SRB/ES/SRF/2015/00)·

απόφαση της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ της 30ής Νοεμβρίου 2015 σχετικά με τους κοινούς κανόνες για τον υπολογισμό των εκ των προτέρων εισφορών για το 2016 στο Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης όσον αφορά τις καλυπτόμενες καταθέσεις (SRB/ES/SRF/2015/01)·

απόφαση της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ της 30ής Νοεμβρίου 2015 σχετικά με τους κοινούς κανόνες για τον υπολογισμό των εκ των προτέρων εισφορών για το 2016 στο ΕΤΕ όσον αφορά τα νεοεποπτευόμενα ιδρύματα (SRB/ES/SRF/2015/02)·

απόφαση της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ της 30ής Νοεμβρίου 2015 σχετικά με τους κοινούς κανόνες για τον υπολογισμό των εκ των προτέρων εισφορών για το 2016 στο ΕΤΕ όσον αφορά τον διακριτό χαρακτήρα των δεικτών στο στάδιο 2 (SRB/ES/SRF/2015/03)·

απόφαση της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ της 30ής Νοεμβρίου 2015 σχετικά με τις πρόσθετες εγγυήσεις επί των παρασχεθέντων στοιχείων για τον υπολογισμό των εκ των προτέρων εισφορών για το 2016 στο ΕΤΕ (SRB/ES/SRF/2015/04)·

απόφαση της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ της 30ής Νοεμβρίου 2015 σχετικά με τους κοινούς κανόνες για τον υπολογισμό των εκ των προτέρων εισφορών για το 2016 στο ΕΤΕ όσον αφορά την ημερομηνία αναφοράς των κρατικών ενισχύσεων (SRB/ES/SRF/2015/05)·

απόφαση της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ της 24ης Φεβρουαρίου 2016 σχετικά με την επεξεργασία των στοιχείων που λείπουν μετά την παράδοση του συνόλου των τελικών στοιχείων (SRB/ES/SRF/2016/00/A)·

απόφαση της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ της 10ης Μαρτίου 2016 σχετικά με τα αρνητικά υπόλοιπα για την περίοδο εισφοράς του 2016, κατόπιν της αναπροσαρμογής των εκ των προτέρων εισφορών για το 2016, σε περίπτωση επαναδιατύπωσης ή αναθεώρησης των πληροφοριών που υποβλήθηκαν όσον αφορά τις εκ των προτέρων εισφορές για το 2015 (SRB/ES/SRF/2016/02)·

απόφαση της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ της 10ης Μαρτίου 2016 σχετικά με την έκπτωση των εκ των προτέρων εισφορών για το 2015 από τις εκ των προτέρων εισφορές για το 2016 (SRB/ES/SRF/2016/03)·

απόφαση της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ της 10ης Μαρτίου 2016 σχετικά με την απλοποιημένη μέθοδο για τις εταιρίες επενδύσεων (SRB/ES/SRF/2016/03A)·

απόφαση της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ της 6ης Απριλίου 2016 σχετικά με την έκπτωση των εκ των προτέρων εισφορών για το 2015 σε περίπτωση απώλειας της άδειας λειτουργίας τραπεζικού ιδρύματος (SRB/ES/SRF/2016/05)·

απόφαση της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ της 6ης Απριλίου 2016 σχετικά με την τροποποίηση της επεξεργασίας των στοιχείων που λείπουν μετά την παράδοση του συνόλου των τελικών στοιχείων (SRB/ES/SRF/2016/05/A)·

απόφαση της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ της 6ης Απριλίου 2016 σχετικά με τα δεδομένα καλυπτόμενων καταθέσεων του 2015 (SRB/ES/SRF/2016/05/B)·

απόφαση της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ της 13ης Απριλίου 2016 σχετικά με την εξαίρεση των στοιχείων του παθητικού που αφορούν προνομιακά δάνεια (SRB/ES/SRF/2016/05/C)·

απόφαση της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ της 15ης Απριλίου 2016 σχετικά με τη βάση υπολογισμού των αμετάκλητων αναλήψεων πληρωμών για την περίοδο εκ των προτέρων εισφορών του έτους 2016 (SRB/ES/SRF/2016/10)·

απόφαση της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ της 15ης Απριλίου 2016 σχετικά με τη συμφωνία επί των αμετάκλητων αναλήψεων πληρωμών και των εγγυητικών μηχανισμών (SRB/ES/SRF/2016/11).

183

Όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 39 ανωτέρω, η προσφεύγουσα κοινοποίησε τις δεκαέξι ενδιάμεσες αποφάσεις στο Γενικό Δικαστήριο με επιστολή της 9ης Μαΐου 2018, αφού τις έλαβε, κατόπιν αιτήσεώς της, από το ΕΣΕ. Στην από 15 Ιανουαρίου 2018 επιστολή του, το ΕΣΕ ανέφερε ότι, πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων αποφάσεων, είχε ήδη διακριτώς καθορίσει διαφορετικούς παράγοντες της μεθόδου υπολογισμού και της διαδικασίας υπολογισμού. Κατόπιν της επιστολής αυτής, η προσφεύγουσα ζήτησε την κοινοποίηση των εγγράφων αυτών και στις 20 Απριλίου 2018 έλαβε από το ΕΣΕ, ταχυδρομικώς, δεκαέξι ενδιάμεσες αποφάσεις που χρησιμοποιήθηκαν ως βάση για τον υπολογισμό της εισφοράς της το 2016 και τις οποίες το ΕΣΕ χαρακτηρίζει ως ενδιάμεσα στάδια που ελήφθησαν υπόψη κατά τη διαδικασία υπολογισμού.

184

Δεδομένου ότι οι δεκαέξι αυτές ενδιάμεσες αποφάσεις ούτε δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε κοινοποιήθηκαν στην προσφεύγουσα, η τελευταία θεωρεί ότι πρέπει να κηρυχθούν ανυπόστατες από νομικής απόψεως και ότι δεν μπορούν να αποτελέσουν κανονιστική βάση για την επιβολή των επίμαχων εισφορών. Εξάλλου, εάν οι ενδιάμεσες αυτές αποφάσεις θεωρούνταν από το ΕΣΕ ως αμιγώς προπαρασκευαστικά μέτρα και όχι ολοκληρωμένες πράξεις, το περιεχόμενό τους θα έπρεπε να είχε ενσωματωθεί στις αιτιολογικές σκέψεις της απόφασης περί καθορισμού της εκ των προτέρων εισφοράς για το 2016.

185

Με επιστολή της 6ης Ιουνίου 2018, το ΕΣΕ αντέτεινε ότι η υποβολή των νέων αυτών αποδεικτικών στοιχείων είναι απαράδεκτη δυνάμει του άρθρου 85 του Κανονισμού Διαδικασίας, στο μέτρο που η προσφεύγουσα δεν δικαιολόγησε την καθυστερημένη προσκόμισή τους και, εν πάση περιπτώσει, γνώριζε την ύπαρξη εσωτερικών εγγράφων που αντανακλούσαν «διακριτές αποφάσεις» σχετικά με τη διαδικασία είσπραξης και τη μέθοδο υπολογισμού των εισφορών. Συγκεκριμένα, το ΕΣΕ παρέσχε στην προσφεύγουσα πρόσβαση σε πολλά παρεμφερή έγγραφα με επιστολή της 13ης Σεπτεμβρίου 2016, ήτοι δύο σχεδόν έτη πριν από την κατάθεση των νέων αποδεικτικών στοιχείων.

186

Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με το ΕΣΕ, τα σχετικά με τη μέθοδο υπολογισμού έγγραφα δεν προορίζονταν να παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων. Η προσφεύγουσα δεν ήταν αποδέκτης των εγγράφων που αφορούσαν τη μέθοδο υπολογισμού και, συνεπώς, το ΕΣΕ δεν ήταν υποχρεωμένο να της κοινοποιήσει τα μέτρα αυτά. Το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών είχε κοινοποιηθεί στις ΕΑΕ ή είχε αποτελέσει εγκαίρως αντικείμενο αναλυτικών συζητήσεων με τις ΕΑΕ στο πλαίσιο της επιτροπής εισφορών πριν από τη διενέργεια των υπολογισμών των εκ των προτέρων εισφορών. Επιπλέον, αυτά τα σχετικά με τη μέθοδο υπολογισμού έγγραφα δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε κρίσιμα για την έκβαση της υπόθεσης. Κατά την άποψη του ΕΣΕ, τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται η προσφεύγουσα.

187

Όσον αφορά το παραδεκτό των νέων αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η προσφεύγουσα με επιστολή της 9ης Μαΐου 2018, διαπιστώνεται ότι πρόκειται για νέα στοιχεία τα οποία η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να γνωρίζει πριν το ΕΣΕ αναφέρει, στην από 15 Ιανουαρίου 2018 επιστολή του, ότι είχε ήδη διακριτώς καθορίσει διαφορετικούς παράγοντες σχετικά με τη μέθοδο υπολογισμού και τη διαδικασία υπολογισμού πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων αποφάσεων.

188

Όσον αφορά το επιχείρημα του ΕΣΕ ότι, εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα γνώριζε την ύπαρξη εσωτερικών εγγράφων που αποτύπωναν «διακριτές αποφάσεις» του ΕΣΕ σχετικά με τη διαδικασία είσπραξης και τη μέθοδο υπολογισμού των εισφορών ήδη από την αποστολή της από 13 Σεπτεμβρίου 2016 επιστολής του ΕΣΕ, πρέπει να εξεταστεί το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής.

189

Με την επιστολή αυτή, το ΕΣΕ απάντησε σε αίτηση που υπέβαλε στις 7 Ιουλίου 2016 η προσφεύγουσα προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση στο σύνολο των αποφάσεων που την αφορούσαν. Με την επιστολή αυτή, το ΕΣΕ παρέσχε στην προσφεύγουσα τη δυνατότητα να συμβουλευθεί στις εγκαταστάσεις του, εκτός από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις και τα αρχεία υπολογισμού, πέντε ενδιάμεσες αποφάσεις υπό τους ακόλουθους τίτλους:

απόφαση της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ της 10ης Μαρτίου 2016 σχετικά με το επιδιωκόμενο επίπεδο του ΕΤΕ για το 2016 (SRB/ES/SRF/2016/01)·

απόφαση της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ της 14ης Δεκεμβρίου 2015 σχετικά με την πολιτική επί των αμετάκλητων αναλήψεων πληρωμών για το 2016 (SRB/ES/SRF/2015/06)·

απόφαση της συνόδου ολομέλειας του ΕΣΕ της 30ής Σεπτεμβρίου 2015 σχετικά με το έντυπο δήλωσης για εισφορές του 2016 (SRB/PS/SRF/2015/01)·

απόφαση της συνόδου ολομέλειας του ΕΣΕ της 23ης Οκτωβρίου 2015 σχετικά με την τροποποίηση του εντύπου δήλωσης για τις εισφορές του 2016 (SRB/PS/SRF/2015/02)·

απόφαση της εκτελεστικής συνόδου του ΕΣΕ της 6ης Απριλίου 2016 σχετικά με την τροποποίηση του εντύπου δήλωσης για τις εισφορές του 2016 (SRB/ES/SRF/2016/04)·

190

Σύμφωνα με το περιεχόμενο της απάντησης αυτής, η προσφεύγουσα ευλόγως μπορούσε να θεωρήσει ότι δεν υπήρχε καμία άλλη ενδιάμεση απόφαση του ΕΣΕ που να την αφορούσε. Πλην όμως, καμία όμως από τις δεκαέξι ενδιάμεσες αποφάσεις που απεστάλησαν δύο έτη αργότερα στην προσφεύγουσα δεν συγκαταλεγόταν μεταξύ των αποφάσεων αυτών που διαβιβάστηκαν στις 13 Σεπτεμβρίου 2016.

191

Εξάλλου, το ΕΣΕ, στην από 13 Σεπτεμβρίου 2016 επιστολή του, σημειώνει ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις μνημονεύουν τις τρεις τελευταίες ενδιάμεσες αποφάσεις που αναφέρθηκαν στη σκέψη 189 ανωτέρω. Ωστόσο, στις προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν γίνεται καμία αναφορά στις εν λόγω ενδιάμεσες αποφάσεις.

192

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα νέα αυτά αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να κριθούν παραδεκτά.

193

Επισημαίνεται ότι οι ενδιάμεσες αποφάσεις που μνημονεύονται τόσο στη σκέψη 182 όσο και στη σκέψη 189 ανωτέρω αποτελούν έγγραφα των οποίων η προσφεύγουσα δεν ήταν αποδέκτης και, επομένως, το ΕΣΕ δεν ήταν υποχρεωμένο να της κοινοποιήσει τα εν λόγω έγγραφα.

194

Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση, αφενός, ότι οι ενδιάμεσες αυτές αποφάσεις καθορίζουν στοιχεία της διαδικασίας υπολογισμού, καθώς και τον ίδιο τον υπολογισμό των εισφορών. Αφετέρου, οι ενδιάμεσες αυτές αποφάσεις δεν θέτουν μόνο σε εφαρμογή, αλλά επίσης συμπληρώνουν, ορισμένες από αυτές, την εφαρμοστέα ρύθμιση. Δεδομένου ότι οι εν λόγω ενδιάμεσες αποφάσεις δεν δημοσιεύονται ούτε γνωστοποιούνται στα ιδρύματα με άλλον τρόπο, το επιχείρημα του ΕΣΕ ότι η αιτιολογία της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης ήταν επαρκής, επειδή ο κανονισμός 806/2014, ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός 2015/63, ο εκτελεστικός κανονισμός 2015/81 καθώς και η οδηγία 2014/59 ανέφεραν λεπτομερώς τη μέθοδο που πρέπει να εφαρμοστεί για τον υπολογισμό των εκ των προτέρων εισφορών (βλ. σκέψη 167 ανωτέρω) δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.

195

Αρκεί να παρατεθούν δύο παραδείγματα, ήτοι, πρώτον, η ενδιάμεση απόφαση SRB/ES/SRF/2016/01 (παρατίθεται στη σκέψη 189, 1η περίπτωση, ανωτέρω), της οποίας το άρθρο 1 καθορίζει το επίπεδο-στόχο για το 2016, που αποτελεί στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της εκ των προτέρων εισφοράς της προσφεύγουσας (βλ. άρθρο 4 του εκτελεστικού κανονισμού 2015/81 και παράρτημα I, στάδιο 6, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/63), και, δεύτερον, η ενδιάμεση απόφαση SRB/ES/SRF/2015/00 (παρατίθεται στη σκέψη 182, πρώτη περίπτωση, ανωτέρω) που έθεσε σε εφαρμογή το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/63, σχετικά με τον καθορισμό από το ΕΣΕ των πρόσθετων δεικτών κινδύνου που συνθέτουν τον πυλώνα κινδύνου IV.

196

Πάντως, το ΕΣΕ κοινοποίησε μεν τις αποφάσεις αυτές που αναφέρθηκαν στις σκέψεις 182 και 189 στην προσφεύγουσα, πλην όμως τούτο συνέβη μόλις στις 30 Απριλίου 2018 και στις 13 Σεπτεμβρίου 2016, επομένως μετά την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής.

197

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως εκτιμάται ανάλογα με τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του ο προσφεύγων κατά τον χρόνο άσκησης της προσφυγής (πρβλ. απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2008, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, T‑406/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2008:484, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

198

Όσον αφορά το επιχείρημα που παραθέτει το ΕΣΕ, επικαλούμενο τη νομολογία σχετικά με τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται σε συμπράξεις, κατά την οποία η Επιτροπή δεν υποχρεούται να παραθέσει λεπτομερέστερες διευκρινίσεις ή αριθμητικά στοιχεία σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού, εφόσον αναφέρει τα στοιχεία βάσει των οποίων εκτίμησε τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης, διαπιστώνεται, αφενός, ότι, εν προκειμένω, οι ενδιάμεσες αποφάσεις δεν δημοσιεύτηκαν, σε αντίθεση με τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων, ούτε περιήλθαν σε γνώση της προσφεύγουσας πριν από την άσκηση της προσφυγής. Αφετέρου, το ζήτημα εν προκειμένω, που αφορά τον εκ μέρους του ΕΣΕ καθορισμό των εκ των προτέρων εισφορών που καταβάλλουν τα ιδρύματα για τη χρηματοδότηση του ΕΤΕ, διαφέρει εγγενώς από τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται σε συμπράξεις, ιδίως λόγω του αποτρεπτικού χαρακτήρα των προστίμων (πρβλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2014, Pilkington Group κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑72/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:1094, σκέψεις 247 και 248). Επομένως, το επιχείρημα αυτό δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω.

199

Εν κατακλείδι, στο μέτρο που οι ενδιάμεσες αποφάσεις δεν γνωστοποιήθηκαν στην προσφεύγουσα από το ΕΣΕ πριν από την άσκηση της προσφυγής, το ΕΣΕ παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης.

200

Αφετέρου, όσον αφορά το παράρτημα της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης, επισημαίνεται ότι, ενώ το παράρτημα αυτό περιέχει ένα ποσό για τον συντελεστή προσαρμογής σε συνάρτηση με το προφίλ κινδύνου εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου, δεν περιέχει καμία παρόμοια ένδειξη όσον αφορά τον παράγοντα προσαρμογής σε συνάρτηση με το προφίλ κινδύνου για το μέρος του υπολογισμού που πραγματοποιείται εντός του εθνικού πλαισίου. Ομοίως, ενώ διευκρινίζει τον τύπο της μεθόδου υπολογισμού που χρησιμοποιείται εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου, δεν παρέχει καμία ένδειξη όσον αφορά τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιεί το ΕΣΕ σε σχέση με το εθνικό πλαίσιο.

201

Εντούτοις, όπως προκύπτει από το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του εκτελεστικού κανονισμού 2015/81, το μέρος του υπολογισμού των εισφορών που πραγματοποίησε το ΕΣΕ με βάση το εθνικό πλαίσιο, για το 2016, αφορά το 60 % της εισφοράς των ιδρυμάτων και το μέρος του υπολογισμού των εισφορών με βάση το ευρωπαϊκό πλαίσιο αφορά μόλις το 40 %. Επομένως, η αιτιολογία που περιλαμβάνεται στην πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση είναι, συναφώς, ανεπαρκής.

202

Επισημαίνεται, ακόμη, ότι η ανεπαρκής αιτιολογία της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης δεν μπορεί να αντισταθμιστεί από το περιεχόμενο της από 26 Απριλίου 2016 επιστολής της αυστριακής ΕΑΕ.

203

Πράγματι, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η επιστολή αυτή δεν περιέχει ουσιώδη στοιχεία ικανά να θεραπεύσουν την ανεπάρκεια της αιτιολογίας της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εν πάση περιπτώσει, εναπόκειται στο ΕΣΕ, ως συντάκτη της απόφασης περί των εκ των προτέρων εισφορών, να αιτιολογήσει την απόφαση αυτή.

204

Συναφώς, στο πλαίσιο του συστήματος που καθιερώνει η εφαρμοστέα ρύθμιση, το ΕΣΕ υπολογίζει και καθορίζει τις εκ των προτέρων εισφορές. Οι αποφάσεις του ΕΣΕ επί του υπολογισμού των εν λόγω εισφορών απευθύνονται μόνο στις ΕΑΕ (άρθρο 5, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού 2015/81) και σε αυτές εναπόκειται να τις γνωστοποιούν στα ιδρύματα (άρθρο 5, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού 2015/81) και να εισπράττουν τις εισφορές από τα ιδρύματα βάσει των εν λόγω αποφάσεων (άρθρο 67, παράγραφος 4, του κανονισμού 806/2014).

205

Επομένως, όταν το ΕΣΕ ενεργεί δυνάμει του άρθρου 70, παράγραφος 2, του κανονισμού 806/2014, εκδίδει αποφάσεις που έχουν απρόσβλητο χαρακτήρα και αφορούν, ατομικά και άμεσα, τα ιδρύματα.

206

Κατά συνέπεια, εναπόκειται στο ΕΣΕ, ως συντάκτη των αποφάσεων αυτών, να τις αιτιολογήσει. Η υποχρέωση αυτή δεν μπορεί να μεταβιβασθεί στις ΕΑΕ και η παράβασή της δεν μπορεί να θεραπευθεί, διότι άλλως θα παραγνωρίζονταν η ιδιότητα του ΕΣΕ ως συντάκτη των εν λόγω αποφάσεων και η εξ αυτού ευθύνη του και θα προκαλούνταν, λαμβανομένης υπόψη της ποικιλομορφίας των ΕΑΕ, κίνδυνος άνισης μεταχείρισης των ιδρυμάτων όσον αφορά την αιτιολογία των αποφάσεων του ΕΣΕ.

207

Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνεται ότι τα στοιχεία που περιλαμβάνονται σε παράρτημα της πράξης επιβολής εισφοράς της 26ης Απριλίου 2016 της αυστριακής ΕΑΕ δεν προσδιορίζονται ως στοιχεία που προέρχονται από το ΕΣΕ. Αντιθέτως, παρουσιάζονται ως αναπόσπαστο τμήμα της πράξης επιβολής εισφοράς, η οποία αποτελεί πράξη του αυστριακού δικαίου, και, επομένως, δεν είναι δυνατό να διακριθούν τα στοιχεία των οποίων συντάκτης είναι η αυστριακή ΕΑΕ από εκείνα που προέρχονται, ενδεχομένως, από το ΕΣΕ.

208

Εξάλλου, τονίζεται ότι, ενώ ο συντελεστής προσαρμογής σε συνάρτηση με το προφίλ κινδύνου πρέπει οπωσδήποτε να περιλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα δεκαδικά ψηφία, διότι άλλως ο υπολογισμός θα είναι κατά προσέγγιση, ο συντελεστής προσαρμογής που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της πράξης επιβολής εισφοράς της 26ης Απριλίου 2016 (με δύο δεκαδικά ψηφία) δεν αντιστοιχεί στον συντελεστή (με δεκατέσσερα δεκαδικά ψηφία) του παραρτήματος της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτή γνωστοποιήθηκε στο Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο της συμμόρφωσης με τη δεύτερη διάταξη.

209

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, εκδίδοντας την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση, το ΕΣΕ παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης.

210

Όσον αφορά τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση, επισημαίνεται ότι και αυτή παραβιάζει την υποχρέωση αιτιολόγησης, για τους ίδιους λόγους με αυτούς που επισημάνθηκαν σε σχέση με την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν παρέχει κανένα λόγο σχετικό με τη διενεργηθείσα προσαρμογή.

211

Ασφαλώς, οι λόγοι της προσαρμογής αυτής εκτίθενται στην επιστολή της 23ης Μαΐου 2016 επιστολή την οποία απηύθυνε η αυστριακή ΕΑΕ στην προσφεύγουσα και στην οποία είχε επισυναφθεί επιστολή του ΕΣΕ προς την προσφεύγουσα επίσης της 23ης Μαΐου 2016.

212

Εντούτοις, η από 23 Μαΐου 2016 επιστολή του ΕΣΕ περιέχει απλώς γενικές διευκρινίσεις για τους λόγους της προσαρμογής που διενεργήθηκε με τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση.

213

Όσον αφορά τους λόγους που περιλαμβάνονται στην επιστολή της αυστριακής ΕΑΕ, γίνεται παραπομπή στις εκτιμήσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 202 έως 206 ανωτέρω.

214

Τέλος, η αναφερθείσα στη σκέψη 171 ανωτέρω επιχειρηματολογία του ΕΣΕ πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα, μολονότι από τη νομολογία προκύπτει ότι ο προσφεύγων δεν έχει κανένα έννομο συμφέρον για την ακύρωση απόφασης λόγω τυπικής πλημμέλειας και ελλιπούς ή ανεπαρκούς αιτιολογίας, σε περίπτωση κατά την οποία αν η απόφαση αυτή ακυρωθεί μπορεί να αντικατασταθεί μόνον με νέα, η οποία θα είναι επί της ουσίας όμοια με την ακυρωθείσα [πρβλ. απόφαση της 4ης Μαΐου 2017, Schräder κατά ΚΓΦΠ – Hansson (SEIMORA), T‑425/15, T-426/15 και T-428/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:305, σκέψη 109 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία], επιβάλλεται εν προκειμένω η διαπίστωση ότι δεν είναι δυνατόν να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η ακύρωση των προσβαλλόμενων αποφάσεων να οδηγήσει στην έκδοση διαφορετικών αποφάσεων. Πράγματι, ελλείψει πλήρους ενημέρωσης σχετικά με τους ενδιάμεσους προσδιορισμούς και υπολογισμούς του ΕΣΕ και ελλείψει όλων των στοιχείων που αφορούν τα λοιπά ιδρύματα παρά την αλληλεξάρτηση της εισφοράς της προσφεύγουσας με την εισφορά των λοιπών ιδρυμάτων, ούτε η προσφεύγουσα ούτε το Γενικό Δικαστήριο είναι σε θέση να εξακριβώσουν, εν προκειμένω, εάν η ακύρωση των αποφάσεων αυτών θα οδηγούσε κατ’ ανάγκην στην έκδοση νέας πανομοιότυπης απόφασης επί της ουσίας.

215

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτός.

216

Ως εκ τούτου, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις πρέπει να ακυρωθούν, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί ο δεύτερος, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως που προέβαλε η προσφεύγουσα.

Επί του περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της απόφασης που θα εκδοθεί

217

Το ΕΣΕ ισχυρίζεται ότι, εάν το Γενικό Δικαστήριο ακυρώσει την πρώτη ή τη δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορούν την προσφεύγουσα, θα πρέπει να περιοριστούν τα διαχρονικά αποτελέσματα της ακύρωσης αυτής, η οποία πρέπει να εφαρμοστεί μόνον έξι μήνες αφού καταστεί αμετάκλητη η εν λόγω απόφαση.

218

Το ΕΣΕ αναφέρει ότι ο λόγος του αιτήματος αυτού έγκειται στο ότι θα πρέπει να εγκρίνει εκ νέου τον υπολογισμό των εκ των προτέρων εισφορών της προσφεύγουσας για το 2016. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι είναι υποχρεωμένη να συνεισφέρει στο ΕΤΕ, η επιστροφή των εισφορών εν αναμονή της έκδοσης νέας απόφασης θα ήταν κατά το ΕΣΕ απρόσφορη.

219

Η προσφεύγουσα δεν εξέφρασε τη θέση της επ’ αυτού.

220

Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί η νομολογία κατά την οποία, όταν επιτακτικοί λόγοι ασφάλειας δικαίου το δικαιολογούν, το Δικαστήριο διαθέτει, δυνάμει του άρθρου 264, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, εξουσία εκτίμησης προκειμένου να προσδιορίζει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, τα αποτελέσματα της οικείας πράξης που θεωρείται ότι διατηρούν την ισχύ τους (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2008, Régie Networks, C-333/07, EU:C:2008:764, σκέψη 121).

221

Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, το Δικαστήριο έκανε χρήση της δυνατότητας να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της διαπίστωσης του ανίσχυρου ρύθμισης της Ένωσης όταν επιτακτικές ανάγκες ασφάλειας δικαίου αναγόμενες στο σύνολο των συμφερόντων, τόσο ιδιωτικών όσο και δημοσίων, που διακυβεύονταν στις σχετικές υποθέσεις εμπόδιζαν να τεθεί υπό αμφισβήτηση η νομιμότητα της είσπραξης ή της καταβολής χρηματικών ποσών που είχε γίνει βάσει της ρύθμισης αυτής πριν από την ημερομηνία της απόφασής του (απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2008, Régie Networks, C-333/07, EU:C:2008:764, σκέψη 122).

222

Εν προκειμένω, το ΕΣΕ δεν απέδειξε με ποιον τρόπο, μετά την έκδοση της παρούσας απόφασης, η επιστροφή των ποσών που εισπράχθηκαν από την προσφεύγουσα ως εκ των προτέρων εισφορά για το 2016 θα έθετε σε κίνδυνο επιτακτικές ανάγκες ασφάλειας δικαίου αναγόμενες στο σύνολο των συμφερόντων, είτε δημοσίων είτε ιδιωτικών, που διακυβεύονται στην υπό κρίση υπόθεση. Πράγματι, απλώς και μόνον το γεγονός ότι τυχόν επιστροφή της εισφοράς, εν αναμονή της έκδοσης νέας απόφασης, είναι απρόσφορη δεν συνιστά λόγο συνδεόμενο με επιτακτικές ανάγκες ασφάλειας δικαίου.

223

Συνεπώς, δεν συντρέχει λόγος να περιοριστούν τα διαχρονικά αποτελέσματα της παρούσας απόφασης.

Επί των δικαστικών εξόδων

224

Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Εφόσον το ΕΣΕ ηττήθηκε στην προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό T-377/16, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδά του καθώς και στα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας, στην υπόθεση αυτή. Δεδομένου ότι οι δύο άλλες προσφυγές οι οποίες πρωτοκολλήθηκαν με τους αριθμούς T-645/16 και T-809/16 κηρύχθηκαν απαράδεκτες και η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό T-645/16 R απορρίφθηκε, η προσφεύγουσα πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδά της καθώς και στα έξοδα του ΕΣΕ, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου, στις υποθέσεις αυτές.

225

Σύμφωνα με το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, η Ιταλική Δημοκρατία φέρει τα δικαστικά της έξοδα στην υπόθεση T-645/16.

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο πενταμελές τμήμα)

αποφασίζει:

 

1)

Στις υποθέσεις T-645/16 και T-809/16, απορρίπτει τις προσφυγές ως απαράδεκτες.

 

2)

Στην υπόθεση T-377/16, ακυρώνει την απόφαση του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης (ΕΣΕ) στην εκτελεστική του σύνοδο της 15ης Απριλίου 2016, σχετικά με τις εκ των προτέρων εισφορές προς το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης για το έτος 2016 (SRB/ES/SRF/2016/06), και την απόφαση του ΕΣΕ στην εκτελεστική σύνοδό του, της 20ής Μαΐου 2016, σχετικά με την προσαρμογή των εκ των προτέρων εισφορών προς το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης για το έτος 2016, η οποία συμπληρώνει την απόφαση του ΕΣΕ, στην εκτελεστική του σύνοδο της 15ης Απριλίου 2016, σχετικά με τις εκ των προτέρων εισφορές προς το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης για το έτος 2016 (SRB/ES/SRF/2016/13), καθόσον αφορούν τη Hypo Vorarlberg Bank AG.

 

3)

Το ΕΣΕ φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, και τα δικαστικά έξοδα της Hypo Vorarlberg Bank στην υπόθεση T‑377/16.

 

4)

Η Hypo Vorarlberg Bank φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων της, και τα δικαστικά έξοδα του ΕΣΕ στην υπόθεση T-645/16 και T-809/16, καθώς και στην υπόθεση T-645/16 R.

 

5)

Η Ιταλική Δημοκρατία φέρει τα δικαστικά της έξοδα.

 

Collins

Kancheva

Barents

Passer

De Baere

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Νοεμβρίου 2019.

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.

Top