EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62016CJ0370

Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 30ής Μαΐου 2018.
Bruno Dell'Acqua κατά Eurocom Srl και Regione Lombardia.
Αίτηση του Tribunale di Novara για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Προνόμια και ασυλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Πρωτόκολλο αριθ. 7 – Άρθρο 1 – Ανάγκη ή μη προηγούμενης αδείας του Δικαστηρίου – Διαρθρωτικά ταμεία – Χρηματοδοτική συνδρομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διαδικασία κατασχέσεως έναντι εθνικής αρχής αναφορικά με ποσά προερχόμενα από αυτή τη συνδρομή.
Υπόθεση C-370/16.

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2018:344

ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 30ής Μαΐου 2018 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Προνόμια και ασυλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Πρωτόκολλο αριθ. 7 – Άρθρο 1 – Ανάγκη ή μη προηγούμενης αδείας του Δικαστηρίου – Διαρθρωτικά ταμεία – Χρηματοδοτική συνδρομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διαδικασία κατασχέσεως έναντι εθνικής αρχής αναφορικά με ποσά προερχόμενα από αυτή τη συνδρομή»

Στην υπόθεση C‑370/16,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Tribunale di Novara (πρωτοδικείο Novara, Ιταλία) με απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2016, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 4 Ιουλίου 2016, στο πλαίσιο της δίκης

Bruno Dell’Acqua

κατά

Eurocom Srl,

Regione Lombardia,

παρισταμένων των:

Renato Quattrocchi,

Antonella Pozzoli,

Loris Lucini,

Diego Chierici,

Nicoletta Malaraggia,

Elio Zonca,

Sonia Fusi,

Danilo Cattaneo,

Alberto Terraneo,

Luigi Luzzi,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους L. Bay Larsen (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, J. Malenovský, M. Safjan, D. Šváby και Μ. Βηλαρά, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τον F. Di Matteo, avvocato dello Stato,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους P. Arenas και D. Nardi,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 26ης Ιουλίου 2017,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 1, τελευταία περίοδος, του Πρωτοκόλλου (αριθ. 7) περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2010, C 83, σ. 266, στο εξής: Πρωτόκολλο).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως κινηθείσας από τον Bruno Dell’Acqua κατά της Eurocom Srl υπό τη μορφή κατασχέσεως εις χείρας τρίτου, ήτοι της Regione Lombardia (Περιφέρειας της Λομβαρδίας, Ιταλία).

Το νομικό πλαίσιο

Το Πρωτόκολλο

3

Το άρθρο 1, τελευταία περίοδος, του Πρωτοκόλλου ορίζει ότι «[τ]α περιουσιακά στοιχεία και τα στοιχεία ενεργητικού της Ένωσης δεν δύναται να αποτελέσουν αντικείμενο οποιουδήποτε αναγκαστικού μέτρου διοικητικής ή δικαστικής αρχής, άνευ αδείας του Δικαστηρίου».

Ο κανονισμός (ΕΚ) 1083/2006

4

Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 1083/2006 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2006, περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 (ΕΕ 2006, L 210, σ. 25), ορίζει ότι ο κανονισμός αυτός καθορίζει τους γενικούς κανόνες που διέπουν, μεταξύ άλλων, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) και το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ), καλούμενα Διαρθρωτικά Ταμεία.

5

Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού, ο στόχος «Σύγκλιση», που αποβλέπει στην επιτάχυνση της σύγκλισης των κρατών μελών και των λιγότερο ανεπτυγμένων περιφερειών, αποτελεί την προτεραιότητα των Διαρθρωτικών Ταμείων και του Ταμείου Συνοχής (στο εξής: Ταμεία).

6

Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα ακόλουθα:

«Τα Ταμεία παρέχουν συνδρομή η οποία συμπληρώνει τις εθνικές δράσεις, συμπεριλαμβανομένων των δράσεων σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, ενσωματώνοντας τις προτεραιότητες της Κοινότητας στις εν λόγω δράσεις.»

7

Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006, «[η] επίτευξη των στόχων των Ταμείων επιδιώκεται στο πλαίσιο της στενής συνεργασίας (εφεξής “εταιρική σχέση”) μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους».

8

Δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, ο προϋπολογισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορά τα Ταμεία εκτελείται στο πλαίσιο επιμερισμένης διαχείρισης μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής.

9

Το άρθρο 32, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006 προβλέπει ότι κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα καλύπτει περίοδο μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2007 και της 31ης Δεκεμβρίου 2013. Κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα εκπονείται από το κράτος μέλος, κατά το άρθρο 32, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, και στη συνέχεια εγκρίνεται από την Επιτροπή, σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5 του εν λόγω άρθρου.

10

Κατά το άρθρο 37, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, περίπτωση iii, του εν λόγω κανονισμού, τα επιχειρησιακά προγράμματα για τους στόχους σύγκλιση καθώς και περιφερειακή ανταγωνιστικότητα και απασχόληση περιλαμβάνουν πληροφορίες για τον φορέα που είναι αρμόδιος για την είσπραξη των πληρωμών που πραγματοποιούνται από την Επιτροπή καθώς και τον ή τους φορείς που είναι υπεύθυνοι για τη διενέργεια πληρωμών στους δικαιούχους.

11

Κατά το άρθρο 61, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1083/2006, η αρχή πιστοποίησης ενός επιχειρησιακού προγράμματος είναι υπεύθυνη ιδίως για την κατάρτιση και την υποβολή πιστοποιημένων δηλώσεων δαπανών και αιτήσεων πληρωμών στην Επιτροπή.

12

Το άρθρο 70, παράγραφοι 1 και 2, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη είναι αρμόδια για τη διαχείριση και τον έλεγχο των επιχειρησιακών προγραμμάτων, ιδίως λαμβάνοντας τα ακόλουθα μέτρα:

[…]

β)

προλαμβάνουν, εντοπίζουν και διορθώνουν παρατυπίες και ανακτούν αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά μαζί με τους τόκους υπερημερίας, ανάλογα με την περίπτωση. Ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή και την τηρούν ενήμερη σχετικά με την πρόοδο των διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών.

2.   Στην περίπτωση που είναι αδύνατη η ανάκτηση ποσών καταβληθέντων αχρεωστήτως σε δικαιούχο, το κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την επιστροφή των απολεσθέντων ποσών στο γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εάν αποδεικνύεται ότι η απώλεια προκλήθηκε λόγω παρατυπίας ή αμέλειάς του.»

13

Το άρθρο 76, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1083/2006 έχει ως εξής:

«1.   Οι πληρωμές, εκ μέρους της Επιτροπής, της συνεισφοράς των Ταμείων πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις πιστώσεις του προϋπολογισμού. Κάθε πληρωμή καταλογίζεται στις παλαιότερες ανοικτές πιστώσεις του προϋπολογισμού του σχετικού Ταμείου.

2.   Οι πληρωμές λαμβάνουν τη μορφή προχρηματοδότησης, ενδιάμεσων πληρωμών και πληρωμής του τελικού υπολοίπου. Πραγματοποιούνται προς το φορέα που έχει οριστεί από το κράτος μέλος.»

14

Το άρθρο 80 του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι υπεύθυνοι για τη διενέργεια των πληρωμών φορείς να διασφαλίζουν ότι οι δικαιούχοι εισπράττουν το συντομότερο δυνατόν και πλήρως το συνολικό ποσό της δημόσιας συνεισφοράς. Κανένα ποσό δεν αφαιρείται ούτε παρακρατείται, ούτε εισπράττεται οποιαδήποτε ειδική επιβάρυνση ή άλλο τέλος ισοδύναμου αποτελέσματος, το οποίο θα είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των ποσών αυτών για τους δικαιούχους.»

15

Το άρθρο 93, παράγραφοι 1 και 3, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα εξής:

«1.   Η Επιτροπή αποδεσμεύει αυτομάτως κάθε τμήμα των αναλήψεων υποχρεώσεων του προϋπολογισμού σε ένα επιχειρησιακό πρόγραμμα το οποίο δεν χρησιμοποιήθηκε για την καταβολή των πληρωμών προχρηματοδότησης ή των ενδιάμεσων πληρωμών, ή για το οποίο δεν υποβλήθηκε αίτηση πληρωμής, σύμφωνα με το άρθρο 86, έως τις 31 Δεκεμβρίου του δεύτερου έτους μετά το έτος της ανάληψης υποχρεώσεων του προϋπολογισμού δυνάμει του προγράμματος, με την εξαίρεση της παραγράφου 2.

[…]

3.   Το τμήμα των αναλήψεων υποχρεώσεων που παραμένει ανοικτό στις 31 Δεκεμβρίου 2015 αποδεσμεύεται αυτομάτως εάν η Επιτροπή δεν λάβει σχετική αποδεκτή αίτηση πληρωμής έως τις 31 Μαρτίου 2017.»

16

Το άρθρο 93, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 539/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 2010 (ΕΕ 2010, L 158, σ. 1), ορίζει τα εξής:

«Η Επιτροπή αποδεσμεύει αυτομάτως κάθε τμήμα του ποσού που υπολογίζεται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο σε ένα επιχειρησιακό πρόγραμμα το οποίο δεν χρησιμοποιήθηκε για την καταβολή των πληρωμών προχρηματοδότησης ή των ενδιάμεσων πληρωμών, ή για το οποίο δεν υποβλήθηκε αίτηση πληρωμής, σύμφωνα με το άρθρο 86, έως τις 31 Δεκεμβρίου του δεύτερου έτους μετά το έτος της ανάληψης δεσμεύσεων του προϋπολογισμού δυνάμει του προγράμματος, με την εξαίρεση της παραγράφου 2.

Για τις ανάγκες της αυτόματης αποδέσμευσης η Επιτροπή υπολογίζει το ποσό προσθέτοντας ένα έκτο της αναλήψεως δεσμεύσεων από τον ετήσιο προϋπολογισμό η οποία σχετίζεται με τη συνολική ετήσια συνεισφορά 2007 σε εκάστη των αναλήψεων δεσμεύσεων των προϋπολογισμών 2008 έως 2013.»

Ο κανονισμός (ΕΕ) 1303/2013

17

Ο κανονισμός (ΕΕ) 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού 1083/2006 (ΕΕ 2013, L 347, σ. 320), ορίζει στο άρθρο 26, παράγραφος 1, τα εξής:

«[Το ΕΤΠΑ, το ΕΚΤ, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας, τα οποία λειτουργούν βάσει ενός κοινού πλαισίου] υλοποιούνται μέσω προγραμμάτων, σύμφωνα με το σύμφωνο εταιρικής σχέσης. Κάθε πρόγραμμα καλύπτει την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 31η Δεκεμβρίου 2020.»

18

Το άρθρο 132, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προβλέπει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη της διαθέσιμης χρηματοδότησης από την αρχική και την ετήσια προχρηματοδότηση και τις ενδιάμεσες πληρωμές, η διαχειριστική αρχή εξασφαλίζει ότι ο δικαιούχος λαμβάνει πλήρως το συνολικό ποσό της οφειλόμενης επιλέξιμης δημόσιας δαπάνης, το αργότερο 90 ημέρες μετά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης πληρωμής από τον δικαιούχο.

Κανένα ποσό δεν αφαιρείται ούτε παρακρατείται και δεν εισπράττεται καμία ειδική επιβάρυνση ή άλλο τέλος ισοδύναμου αποτελέσματος που θα επέφερε μείωση των ποσών επιλέξιμης χρηματοδότησης για τους δικαιούχους.»

19

Το άρθρο 152, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:

«1.   Ο παρών κανονισμός δεν επηρεάζει ούτε τη συνέχιση ούτε την τροποποίηση, συμπεριλαμβανομένης της συνολικής ή μερικής ακύρωσης, συνδρομής που έχει εγκριθεί από την Επιτροπή με βάση τον εν λόγω κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1083/2006. O εν λόγω κανονισμός […] εξακολουθεί να διέπει τη συνδρομή αυτή ή τις πράξεις αυτές μέχρι το κλείσιμό τους. […]»

20

Το άρθρο 153 του ίδιου κανονισμού προβλέπει ότι ο κανονισμός 1083/2006 καταργείται από την 1η Ιανουαρίου 2014, «με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 152».

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

21

Ο B. Dell’Acqua είναι δικαιούχος απαιτήσεως κατά της εταιρίας Eurocom. Προκειμένου να ασκήσει τα δικαιώματά του, κίνησε ενώπιον του Tribunale di Novara (πρωτοδικείο Novara, Ιταλία) διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως, με τη μορφή κατασχέσεως εις χείρας τρίτου, συγκεκριμένα της Περιφέρειας της Λομβαρδίας, υποστηρίζοντας ότι αυτή ήταν οφειλέτρια της Eurocom.

22

Η Περιφέρεια της Λομβαρδίας αναγνώρισε ότι ήταν οφειλέτρια της Eurocom, αλλά ισχυρίστηκε ότι η οφειλή αυτή αφορούσε ποσά που ανήκουν στο διαρθρωτικό ταμείο του ΕΚΤ, τα οποία προορίζονταν ειδικά για την επίτευξη δημόσιων στόχων ανάπτυξης και στήριξης της απασχόλησης και τα οποία η Περιφέρεια της Λομβαρδίας μπορούσε να διαθέσει μόνον υπέρ του τελικού δικαιούχου, ήτοι της Eurocom. Σύμφωνα με την ερμηνεία της Περιφέρειας της Λομβαρδίας, τα ποσά αυτά είναι ακατάσχετα βάσει του άρθρου 80 του κανονισμού 1083/2006.

23

Όσον αφορά τη φύση των σχετικών ποσών, ουδείς από τους διαδίκους της κύριας δίκης αμφισβήτησε, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ότι τα ποσά αυτά ανήκαν στο εν λόγω διαρθρωτικό ταμείο. Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο, εκτιμώντας ότι τα επίδικα ποσά αποτελούν μέρος των «περιουσιακών στοιχείων της Κοινότητας ή, εν πάση περιπτώσει, στοιχείων συνδεδεμένων με την Κοινότητα», διερωτάται, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 132 του κανονισμού 1303/2013, το οποίο επαναλαμβάνει, κατ’ ουσίαν, το άρθρο 80 του κανονισμού 1083/2006, ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 1, τελευταία περίοδος, του Πρωτοκόλλου στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως.

24

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunale di Novara (πρωτοδικείο Νοβάρα) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Είναι αναγκαία η κατ’ άρθρο 1, τελευταία περίοδος, του Πρωτοκόλλου σχετικά με τα προνόμια και τις ασυλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου στην περίπτωση κατά την οποία, στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως με τη μορφή κατασχέσεως εις χείρας τρίτων, τα προς κατάσχεση ποσά δεν βρίσκονται πλέον στην κατοχή της οικείας αρχής της Ένωσης, αλλά έχουν ήδη μεταφερθεί στους εθνικούς οργανισμούς πληρωμών;»

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

25

Καταρχάς, διαπιστώνεται ότι η απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου δεν διευκρινίζει την περίοδο επιλεξιμότητας στην οποία έπρεπε να καταλογισθεί η απαίτηση της Eurocom κατά της Περιφέρειας της Λομβαρδίας. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο απηύθυνε στην Ιταλική Δημοκρατία και την Επιτροπή ερώτηση συναφώς, προκειμένου να καθοριστεί αν η επίμαχη στην κύρια δίκη περίοδος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1083/2006 ή σε εκείνο του κανονισμού 1303/2013. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το άρθρο 32, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006, ο κανονισμός αυτός έχει εφαρμογή στα επιχειρησιακά προγράμματα που καλύπτουν την περίοδο από το 2007 έως το 2013, ενώ ο κανονισμός 1303/2013 αφορά, σύμφωνα με το άρθρο του 26, παράγραφος 1, την περίοδο από το 2014 έως το 2020.

26

Με την απάντησή τους, τόσο η Ιταλική Δημοκρατία όσο και η Επιτροπή υποστήριξαν ότι η απαίτηση της κύριας δίκης έπρεπε να καταλογισθεί στο περιφερειακό επιχειρησιακό πρόγραμμα για την Περιφέρεια της Λομβαρδίας που αφορούσε την περίοδο από το 2007 έως το 2013.

27

Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι το εν λόγω πρόγραμμα αποτελεί το αντικείμενο της αποφάσεως της Επιτροπής C(2007) 5465, της 6ης Νοεμβρίου 2007, η οποία εκδόθηκε κατόπιν υποβολής εκ μέρους της Ιταλικής Δημοκρατίας προτάσεως σχετικά με το πρόγραμμα αυτό και η οποία είχε ως αποδέκτη το εν λόγω κράτος μέλος. Κατά το άρθρο 1 της εν λόγω αποφάσεως, το περιφερειακό επιχειρησιακό πρόγραμμα για την Περιφέρεια της Λομβαρδίας εντάσσεται στην περίοδο προγραμματισμού από 1ης Ιανουαρίου 2007 έως 31 Δεκεμβρίου 2013.

28

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο κανονισμός 1083/2006 είναι κρίσιμος στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως.

29

Εξάλλου, η Επιτροπή επισήμανε με την απάντησή της, βάσει των πληροφοριών που έλαβε από την Περιφέρεια της Λομβαρδίας, αφενός, ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν υπέβαλε αίτηση για συγχρηματοδότηση στην Ένωση όσον αφορά τις κατασχεθείσες απαιτήσεις της Eurocom και, αφετέρου, ότι, καθόσον η προθεσμία για την αίτηση πληρωμής του τελικού υπολοίπου για την περίοδο προγραμματισμού 2007-2013 ήταν η 31η Μαρτίου 2017 και για τις εν λόγω απαιτήσεις δεν είχε ζητηθεί συγχρηματοδότηση της Ένωσης, αυτές βάρυναν εξ ολοκλήρου τα εθνικά ταμεία.

30

Συναφώς, διαπιστώνεται ότι το αιτούν δικαστήριο εκκινεί ρητώς από την προκείμενη ότι τα ποσά που αποτελούν το αντικείμενο της κατασχέσεως στην κύρια δίκη προέρχονται από το ΕΚΤ.

31

Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 267 ΣΛΕΕ θεσπίζει διαδικασία άμεσης συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, η οποία στηρίζεται σε σαφή διάκριση των λειτουργιών μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου, στο οποίο εναπόκειται να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο αν η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και αν τα ερωτήματα που υποβάλλει στο Δικαστήριο είναι λυσιτελή, ενώ το Δικαστήριο είναι αρμόδιο αποκλειστικώς να αποφαίνεται επί της ερμηνείας ή του κύρους των νομοθετημάτων της Ένωσης, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που του εκθέτει ο εθνικός δικαστής (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2017, Polbud – Wykonawstwo, C‑106/16, EU:C:2017:804, σκέψη 27).

32

Επομένως, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, την ακρίβεια των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί.

33

Υπό το πρίσμα των προκαταρκτικών αυτών παρατηρήσεων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 1, τελευταία περίοδος, του Πρωτοκόλλου έχει την έννοια ότι η προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου είναι αναγκαία σε περίπτωση που τρίτος κινεί διαδικασία κατασχέσεως κατά οργανισμού κράτους μέλους ο οποίος έχει αντίστοιχη οφειλή προς τον οφειλέτη του τρίτου, ο τελευταίος δε αυτός οφειλέτης είναι δικαιούχος χρηματοδότησης που χορηγείται για την υλοποίηση έργων συγχρηματοδοτούμενων από το ΕΚΤ.

34

Συναφώς, αποτελεί πάγια νομολογία ότι το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου, ορίζοντας ότι τα περιουσιακά στοιχεία και τα στοιχεία ενεργητικού της Ένωσης δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο οποιουδήποτε αναγκαστικού μέτρου διοικητικής ή δικαστικής αρχής άνευ αδείας του Δικαστηρίου, έχει σκοπό να αποτρέψει την παρακώλυση της λειτουργίας και τον περιορισμό της ανεξαρτησίας της Ένωσης. Από το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι η εν λόγω ασυλία είναι αυτοδίκαιη και μπορεί να αντιτάσσεται, ελλείψει αδείας του Δικαστηρίου, στη λήψη κάθε αναγκαστικού μέτρου κατά της Ένωσης, χωρίς να απαιτείται η ρητή εκ μέρους του ενδιαφερόμενου θεσμικού οργάνου επίκληση των διατάξεων του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου (βλ. διάταξη της 29ης Σεπτεμβρίου 2015, ΑΝΚΟ κατά Επιτροπής, C‑2/15 SA, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:670, σκέψη 12 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

35

Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει, εν προκειμένω, ότι, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι τα ποσά που προέρχονται από το ΕΚΤ πρέπει να διατίθενται για συγκεκριμένες δαπάνες καθώς και της φύσεως των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί, στον τομέα αυτό, στην περιφέρεια της Λομβαρδίας, κατ’ εφαρμογήν του δικαίου της Ένωσης, η προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου είναι αναγκαία. Στο πλαίσιο αυτό, εκθέτει ότι μεταξύ των πόρων των Ταμείων και των συγκεκριμένων δαπανών πρέπει να υφίσταται οπωσδήποτε σχέση, υπό την έννοια ότι οι πόροι αυτοί πρέπει να διατίθενται για την εφαρμογή των πολιτικών της Ένωσης και δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται για άλλο σκοπό. Πάντως, η σχέση αυτή δεν διακόπτεται λόγω της μεταφοράς των εν λόγω πόρων στις εθνικές οντότητες οι οποίες, επομένως, θεωρούνται απλές διαχειριστικές αρχές. Συγκεκριμένα, η Ιταλική Δημοκρατία θεωρεί ότι η σχέση μεταξύ των πόρων και των δαπανών παύει μόνον κατόπιν της πλήρους επιτεύξεως του επιδιωκόμενου από την Ένωση σκοπού και, επομένως, μόνον όταν τα ποσά ενσωματώνονται στην περιουσία του δικαιούχου. Επιπλέον, οι εθνικές αρχές συνεργάζονται για την εκπλήρωση μιας λειτουργίας που εμπίπτει στην αρμοδιότητα των οργάνων της Ένωσης, σύμφωνα με το οργανωτικό μοντέλο της έμμεσης εκτέλεσης. Συνεπώς, ασκώντας τη δραστηριότητα αυτή, οι εθνικές αρχές δεν ασκούν δική τους λειτουργία, αλλά εκπληρώνουν, χάρη στις δικές τους νομοθετικές και διοικητικές αρμοδιότητες, λειτουργία της Ένωσης.

36

Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

37

Συναφώς, το άρθρο 76, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1083/2006 προβλέπει ότι οι πληρωμές εκ μέρους της Επιτροπής της συνεισφοράς των Ταμείων που λαμβάνουν τη μορφή προχρηματοδότησης, ενδιάμεσων πληρωμών και πληρωμής του τελικού υπολοίπου, πραγματοποιούνται προς τον φορέα που έχει οριστεί από το κράτος μέλος. Όπως προκύπτει από το άρθρο 37, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, περίπτωση iii, του κανονισμού αυτού, τα επιχειρησιακά προγράμματα για τους στόχους σύγκλιση καθώς και ανταγωνιστικότητα και απασχόληση πρέπει να περιλαμβάνουν διατάξεις εφαρμογής σχετικά με τον φορέα που είναι αρμόδιος για την είσπραξη των πληρωμών που πραγματοποιούνται από την Επιτροπή καθώς και τον ή τους φορείς που είναι υπεύθυνοι για τη διενέργεια πληρωμών στους δικαιούχους.

38

Κατά το άρθρο 70, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα για τη διαχείριση και τον έλεγχο των επιχειρησιακών προγραμμάτων, ιδίως, προλαμβάνοντας, εντοπίζοντας και διορθώνοντας τις παρατυπίες καθώς και προβαίνοντας σε ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών. Στην περίπτωση που είναι αδύνατη η ανάκτηση ποσών καταβληθέντων αχρεωστήτως σε δικαιούχο, το άρθρο 70, παράγραφος 2, προβλέπει ότι το κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την επιστροφή των απολεσθέντων ποσών στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, εάν αποδεικνύεται ότι η απώλεια προκλήθηκε λόγω παρατυπίας ή αμέλειάς του.

39

Επομένως, οι πληρωμές που πραγματοποιούνται από την Επιτροπή προς τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο των Ταμείων, συνεπάγονται τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του προϋπολογισμού της Ένωσης προς τους προϋπολογισμούς των κρατών μελών.

40

Στον βαθμό όμως που τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία εξέρχονται του προϋπολογισμού της Ένωσης και τίθενται στη διάθεση των κρατών μελών, δεν μπορούν να θεωρηθούν, αφότου χορηγηθούν, ως περιουσιακά στοιχεία της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 1, τελευταία περίοδος, του Πρωτοκόλλου. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία, οσάκις η Επιτροπή έχει χορηγήσει σε κράτος μέλος χρηματοδοτική συνδρομή από ένα Ταμείο, το κράτος αυτό πρέπει να θεωρείται δικαιούχος της επίμαχης χρηματοδοτικής συνδρομής (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ente per le Ville vesuviane και Ente per le Ville vesuviane κατά Επιτροπής, C‑445/07 P και C‑455/07 P, EU:C:2009:529, σκέψη 51).

41

Το γεγονός ότι τέτοια περιουσιακά στοιχεία διατίθενται για την υλοποίηση των πολιτικών της Ένωσης δεν ασκεί συναφώς επιρροή.

42

Συγκεκριμένα, όπως υποστήριξε η Επιτροπή, στο πλαίσιο των τριών τρόπων πληρωμής προς το κράτος μέλος που προβλέπει ο κανονισμός 1083/2006 και οι οποίοι υπομνήσθηκαν στη σκέψη 37 της παρούσας αποφάσεως, η συγχρηματοδότηση από τον προϋπολογισμό της Ένωσης προορίζεται, προς τον σκοπό της υλοποιήσεως του επιχειρησιακού προγράμματος στο σύνολό του, για τον προϋπολογισμό του κράτους μέλους γενικώς και όχι για τους δικαιούχους συγκεκριμένων έργων. Τα ποσά που διατίθενται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης για τη συγχρηματοδότηση εντάσσονται στο πλαίσιο των διαθέσιμων κεφαλαίων του κράτους μέλους, τα οποία έρχονται να προστεθούν στους λοιπούς πόρους που έχει ανάγκη το κράτος μέλος προκειμένου να εξασφαλίσει τη συγχρηματοδότηση και τους οποίους οφείλει να αντλήσει από τον εθνικό προϋπολογισμό του. Άλλωστε, όπως συνάγεται από τον κανονισμό 1083/2006 και ιδίως το άρθρο 93, παράγραφοι 1 και 3, το κράτος μέλος μπορεί, κατά την κρίση του, να μην υποβάλει αίτηση καταβολής χρηματοδοτικής συνδρομής, ιδίως, από το ΕΚΤ.

43

Επομένως, από τον κανονισμό 1083/2006 συνάγεται ότι ο μηχανισμός χρηματοοικονομικής στήριξης που θεσπίζει ο κανονισμός αυτός δεν μπορεί να δημιουργήσει βεβαιότητα σε μια διαχειριστική αρχή ή στους πιστωτές της όσον αφορά τη δυνατότητα συγχρηματοδότησης συγκεκριμένου έργου από το ΕΚΤ.

44

Οι διατάξεις του κανονισμού 1083/2006 αφορούν τη σχέση μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους, αλλά δεν δημιουργούν άμεση σχέση μεταξύ, αφενός, των ποσών που καταβάλλονται στο κράτος μέλος από ένα Ταμείο όπως το ΕΚΤ και, αφετέρου, των αρχών που το κράτος μέλος έχει ορίσει για τη διαχείριση των χρηματοδοτούμενων παρεμβάσεων και των τελικών δικαιούχων (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ente per le Ville Vesuviane και Ente per le Ville Vesuviane κατά Επιτροπής, C‑445/07 P και C‑455/07 P, EU:C:2009:529, σκέψη 48).

45

Όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, η γενική εισαγγελέας με το σημείο 44 των προτάσεών της, η συνάρτηση της συγχρηματοδοτήσεως, η οποία διατίθεται από την Ένωση μέσω πόρων του ΕΚΤ, με την εκτέλεση των επί μέρους έργων είναι υπερβολικά έμμεση προκειμένου να θεωρηθεί ότι τα ποσά, τα οποία οφείλουν οι αρχές του κράτους μέλους στους δικαιούχους για την εκτέλεση του εν λόγω έργου, συνιστούν στοιχεία του ενεργητικού της Ένωσης και, επομένως, χρήζουν της προστασίας από την κατάσχεση στοιχείων ενεργητικού της Ένωσης, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1, τελευταία περίοδος, του Πρωτοκόλλου, προκειμένου να εμποδισθεί η παρακώλυση της ικανότητας λειτουργίας και η διακύβευση της ανεξαρτησίας της Ένωσης.

46

Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, τελευταία περίοδος, του Πρωτοκόλλου έχει την έννοια ότι η προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου δεν είναι αναγκαία σε περίπτωση που τρίτος κινεί διαδικασία κατασχέσεως απαιτήσεως κατά οργανισμού κράτους μέλους ο οποίος έχει αντίστοιχη οφειλή προς τον οφειλέτη του τρίτου, ο τελευταίος δε αυτός οφειλέτης είναι δικαιούχος χρηματοδότησης που χορηγείται για την υλοποίηση έργων συγχρηματοδοτούμενων από το ΕΚΤ.

Επί των δικαστικών εξόδων

47

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Το άρθρο 1, τελευταία περίοδος, του Πρωτοκόλλου (αριθ. 7) περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει την έννοια ότι η προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου δεν είναι αναγκαία σε περίπτωση που τρίτος κινεί διαδικασία κατασχέσεως απαιτήσεως κατά οργανισμού κράτους μέλους ο οποίος έχει αντίστοιχη οφειλή προς τον οφειλέτη του τρίτου, ο τελευταίος δε αυτός οφειλέτης είναι δικαιούχος χρηματοδότησης που χορηγείται για την υλοποίηση έργων συγχρηματοδοτούμενων από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.

Top