EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62016CC0652

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi της 28ης Ιουνίου 2018.
Nigyar Rauf Kaza Ahmedbekova και Rauf Emin Ogla Ahmedbekov κατά Zamestnik-predsedatel na Darzhavna agentsia za bezhantsite.
Αίτηση του Administrativen sad Sofia-grad για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Κοινή πολιτική στους τομείς του ασύλου και της επικουρικής προστασίας – Κανόνες σχετικοί με τις προϋποθέσεις αναγνώρισης των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας – Οδηγία 2011/95/ΕΕ – Άρθρα 3, 4, 10 και 23 – Υποβολή χωριστών αιτήσεων διεθνούς προστασίας από μέλη της ίδιας οικογένειας – Εξατομικευμένη αξιολόγηση – Συνεκτίμηση των απειλών κατά μέλους της οικογένειας στο πλαίσιο της εξατομικευμένης αξιολόγησης της αίτησης άλλου μέλους της οικογένειας – Δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ ευνοϊκότερους κανόνες με σκοπό την επέκταση του ασύλου ή της επικουρικής προστασίας στα μέλη της οικογένειας του δικαιούχου διεθνούς προστασίας – Αξιολόγηση των λόγων της δίωξης – Συμμετοχή υπηκόου Αζερμπαϊτζάν στην άσκηση προσφυγής κατά της χώρας του ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – Κοινοί διαδικαστικοί κανόνες – Οδηγία 2013/32/ΕΕ – Άρθρο 46 – Δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής – Πλήρης και ex nunc εξέταση – Λόγοι δίωξης ή πραγματικά στοιχεία που αποσιωπήθηκαν ενώπιον της αποφαινόμενης αρχής, αλλά προβλήθηκαν στο πλαίσιο προσφυγής κατά της απόφασης της εν λόγω αρχής.
Υπόθεση C-652/16.

Digital reports (Court Reports - general)

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2018:514

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

PAOLO MENGOZZI

της 28ης Ιουνίου 2018 ( 1 )

Υπόθεση C‑652/16

Nigyar Rauf Kaza Ahmedbekova,

Rauf Emin Ogla Ahmedbekov

κατά

Zamestnik-predsedatel na Darzhavna agentsia za bezhantsite

[αίτηση του Administrativen sad Sofia‑grad
(διοικητικού δικαστηρίου Σόφιας, Βουλγαρία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Σύνορα, άσυλο και μετανάστευση – Κανόνες χορηγήσεως του καθεστώτος πρόσφυγα – Οδηγίες 2005/85 και 2011/95 – Αιτήσεις διεθνούς προστασίας που υποβλήθηκαν από μέλη της οικογένειας προσώπου που έχει ζητήσει τη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα – Εθνική διάταξη που αναγνωρίζει το καθεστώς πρόσφυγα στα μέλη της οικογένειας αναγνωρισθέντος πρόσφυγα – Οδηγία 2013/32 – Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής»

1.

Με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που αποτελεί το αντικείμενο των παρουσών προτάσεων, το Administrativen sad Sofia‑grad (διοικητικό δικαστήριο Σόφιας, Βουλγαρία) έθεσε στο Δικαστήριο εννέα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία διαφόρων διατάξεων των οδηγιών 2011/95 ( 2 ) και 2013/32 ( 3 ). Μεγάλο μέρος των ερωτημάτων αυτών αφορά ζητήματα, είτε δικονομικά είτε ουσιαστικά, σχετικά με την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας που υποβάλλουν μέλη του ίδιου οικογενειακού πυρήνα ( 4 ). Το δεύτερο, το τρίτο, το όγδοο και το ένατο ερώτημα αφορούν, αντιθέτως, ζητήματα σχετικά με την εξέταση του παραδεκτού των αιτήσεων διεθνούς προστασίας και το περιεχόμενο του ελέγχου από πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάσεων αρνήσεως παροχής διεθνούς προστασίας, ζητήματα τα οποία έχουν ήδη εξεταστεί –μολονότι υπό εν μέρει διαφορετικές οπτικές– από το Administrativen sad Sofia‑grad (διοικητικό δικαστήριο Σόφιας) στην υπόθεση Alheto, στην οποία ανέπτυξα τις προτάσεις μου στις 17 Μαΐου του τρέχοντος έτους (C‑585/16, EU:C:2018:327).

Α. Το νομικό πλαίσιο

2.

Για λόγους μεγαλύτερης σαφήνειας των παρουσών προτάσεων, οι σχετικές διατάξεις του δικαίου της Ένωσης και του εθνικού δικαίου θα παρατεθούν στην ανάλυση εκάστου προδικαστικού ερωτήματος. Εδώ, θα περιοριστώ στην υπόμνηση ότι στο πλαίσιο του βουλγαρικού δικαίου η εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας διέπεται από τον Zakon za ubezhishteto i bezhantsite (νόμο περί ασύλου και προσφύγων, στο εξής: ZUB) ο οποίος προβλέπει δύο μορφές διεθνούς προστασίας, όπου η πρώτη συνδέεται με την αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα (άρθρο 8 του ZUB) και η δεύτερη απορρέει από τη χορήγηση του καθεστώτος ανθρωπιστικής προστασίας (άρθρο 9 του ZUB), το οποίο αντιστοιχεί στην προβλεπόμενη στην οδηγία 2011/95 επικουρική προστασία. Η εν λόγω οδηγία και η οδηγία 2013/32 μεταφέρθηκαν στο βουλγαρικό δίκαιο μέσω τροποποιήσεων του ZUB με δύο νόμους, οι οποίοι τέθηκαν, αντίστοιχα, σε ισχύ στις 16 Οκτωβρίου και 28 Δεκεμβρίου 2015 ( 5 ).

II.   Η κύρια δίκη, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

3.

Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης συνοψίζονται ως ακολούθως στη διάταξη περί παραπομπής. Στις 16 Δεκεμβρίου 2012, η Nigyar Ahmedbekova και η οικογένειά της εγκατέλειψαν νομίμως το Αζερμπαϊτζάν και εισήλθαν στην Ουκρανία έχοντας διέλθει από την Τουρκία. Κατά τη διαμονή τους στην Ουκρανία, διάρκειας ενός έτους και δύο μηνών, η N. Ahmedbekova και η οικογένειά της υπέβαλαν αίτηση διεθνούς προστασίας και καταγράφηκαν από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (στο εξής: UNHCR). Χωρίς να αναμείνουν την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως, στις 19 Ιανουαρίου 2014 εγκατέλειψαν νομίμως την Ουκρανία για να μεταβούν στην Τουρκία, και, από εκεί, εισήλθαν παρανόμως στη Βουλγαρία. Την ίδια ημέρα, συνελήφθησαν ενώ επιχειρούσαν να εγκαταλείψουν τη Βουλγαρία με ελληνικά διαβατήρια ( 6 ).

4.

Στις 20 Ιανουαρίου 2014, η N. Ahmedbekova και ο σύζυγός της Emin Ahmedbekov υπέβαλαν, χωριστά, αίτηση ασύλου προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας. Η αίτηση της Ν. Amhedbekova υποβλήθηκε επίσης εξ ονόματος του ανήλικου γιου του ζεύγους, ο οποίος γεννήθηκε στις 5 Οκτωβρίου 2007. Αμφότερες οι αιτήσεις απορρίφθηκαν στις 4 Νοεμβρίου 2014.

5.

Στις 19 Νοεμβρίου 2014, ο E. Ahmedbekov υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στην Darzhavna agentsia za bezhantsite (εθνική υπηρεσία για τους πρόσφυγες, στο εξής: DAB), η οποία απερρίφθη με απόφαση της 12ης Μαΐου 2015. Η προσφυγή που άσκησε ο Ε. Ahmedbekov κατά της εν λόγω αποφάσεως απορρίφθηκε πρωτοδίκως στις 2 Νοεμβρίου 2015. Κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, εκκρεμούσε ακόμη η αίτηση αναιρέσεως της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του Varhoven administrativen sad (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Βουλγαρία).

6.

Στις 25 Νοεμβρίου 2014, η Ν. Ahmedbekova υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στην DAB, για την ίδια και για τον γιο της. Επίσης οι αιτήσεις αυτές απορρίφθηκαν με απόφαση της 12ης Μαΐου 2015. Η Ν. Ahmedbekova άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου προσφυγή για την ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως. Στο δικόγραφο της προσφυγής της, η Ν. Ahmedbekova αναφέρει ότι η αίτησή της διεθνούς προστασίας υποβλήθηκε τόσο σε ατομικό επίπεδο, λόγω του βάσιμου φόβου διώξεώς της εξαιτίας των πολιτικών της πεποιθήσεων, όσο και υπό την ιδιότητά της ως μέλους οικογένειας ενός προσώπου, και συγκεκριμένα του συζύγου της, που έχει υποστεί διώξεις στη χώρα καταγωγής του.

7.

Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, τόσο για τη Ν. Ahmedbekova όσο και για τον γιο της, εκδόθηκε απόφαση επιστροφής κατά την έννοια της οδηγίας 2008/115 ( 7 ).

8.

Με απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2016, το Administrativen sad Sofia‑grad (διοικητικό δικαστήριο Σόφιας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Συνάγεται από το άρθρο 78, παράγραφοι 1 και 2, στοιχεία αʹ, δʹ και στʹ, [ΣΛΕΕ], καθώς και από την αιτιολογική σκέψη 12 και το άρθρο 1 της οδηγίας [2013/32], ότι ο διαλαμβανόμενος στο άρθρο 33, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, της ως άνω οδηγίας λόγος απαραδέκτου των αιτήσεων διεθνούς προστασίας συνιστά ρύθμιση έχουσα άμεσο αποτέλεσμα, την οποία τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται να μην εφαρμόζουν, εφαρμόζοντας, λόγου χάρη, ευνοϊκότερες διατάξεις του εθνικού δικαίου, βάσει των οποίων η πρώτη αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να ερευνάται, όπως απαιτείται από το άρθρο 10, παράγραφος 2, της ως άνω οδηγίας, εξεταζομένου κατ’ αρχάς κατά πόσον ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις προκειμένου να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας και εν συνεχεία κατά πόσον δικαιούται επικουρική προστασία;

2)

Συνάγεται από το άρθρο 33, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2013/32, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 3, και το άρθρο 2, στοιχεία αʹ, γʹ και ζʹ, καθώς και την αιτιολογική σκέψη 60 της ίδιας οδηγίας, ότι, υπό τις συνθήκες της διαφοράς της κύριας δίκης, αίτηση διεθνούς προστασίας υποβαλλόμενη από γονέα εξ ονόματος συνοδευόμενου ανηλίκου είναι απαράδεκτη, όταν η αίτηση βασίζεται στο ότι το τέκνο είναι μέλος της οικογένειας του προσώπου που ζήτησε διεθνή προστασία επικαλούμενο ότι είναι πρόσφυγας κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Συμβάσεως της Γενεύης για το καθεστώς των προσφύγων [η οποία υπεγράφη στη Γενεύη την 28η Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ την 22η Απριλίου 1954 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης) ( 8 )];

3)

Συνάγεται από το άρθρο 33, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2013/32, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 1, και το άρθρο 2, στοιχεία αʹ, γʹ και ζʹ, καθώς και την αιτιολογική σκέψη 60 της ίδιας οδηγίας, ότι, υπό τις συνθήκες της διαφοράς της κύριας δίκης, αίτηση διεθνούς προστασίας υποβαλλόμενη εξ ονόματος ενηλίκου είναι απαράδεκτη, όταν, στο πλαίσιο των διαδικασιών ενώπιον της αρμόδιας διοικητικής αρχής, ως μόνος λόγος παροχής προστασίας προβάλλεται με αυτή ότι ο αιτών είναι μέλος της οικογένειας του προσώπου που ζήτησε διεθνή προστασία επικαλούμενο ότι είναι πρόσφυγας κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Συμβάσεως της Γενεύης, και ο αιτών δεν έχει δικαίωμα, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως, να ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα;

4)

Είναι, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας [2011/95], σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 36 της εν λόγω οδηγίας, απαραίτητο να κρίνεται η ύπαρξη βάσιμου φόβου διώξεως ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης αποκλειστικώς βάσει γεγονότων και περιστάσεων που αφορούν τον αιτούντα;

5)

Συνάδει προς το άρθρο 4 της οδηγίας 2011/95, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 36 αυτής και με το άρθρο 31, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32, εθνική νομολογία κράτους μέλους, η οποία:

α)

υποχρεώνει την αρμόδια αρχή να εξετάζει στο πλαίσιο κοινής διαδικασίας τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας που έχουν υποβληθεί από τα μέλη μίας και της αυτής οικογένειας, όταν οι λόγω αιτήσεις στηρίζονται στα ίδια γεγονότα, και συγκεκριμένα στον ισχυρισμό ότι μόνο ένα εκ των μελών της οικογένειας είναι πρόσφυγας·

β)

υποχρεώνει την αρμόδια αρχή να αναστέλλει τη διαδικασία επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας που υποβλήθηκαν από τα μέλη της οικογένειας που δεν πληρούν ατομικώς τις προϋποθέσεις παροχής τέτοιου είδους προστασίας, έως ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία εξετάσεως της αιτήσεως του μέλους της οικογένειας, η οποία υπεβλήθη με την αιτιολογία ότι ο ενδιαφερόμενος είναι πρόσφυγας κατά την έννοια του άρθρου 1A της Συμβάσεως της Γενεύης·

συνάδει η νομολογία αυτή και προς εκτιμήσεις οι οποίες συνδέονται με το μείζον συμφέρον του παιδιού, τη διατήρηση της οικογενειακής ενότητας και τον σεβασμό του δικαιώματος στην ιδιωτική και στην οικογενειακή ζωή, καθώς και το δικαίωμα παραμονής στο κράτος μέλος έως ότου εξεταστεί η αίτηση, και συγκεκριμένα στηρίζονται στα άρθρα 7, 18 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις αιτιολογικές σκέψεις 12 και 60 και στο άρθρο 9 της οδηγίας 2013/32, στις αιτιολογικές σκέψεις 16, 18 και 36 καθώς και στο άρθρο 23 της οδηγίας 2011/95, και στις αιτιολογικές σκέψεις 9, 11 και 35 καθώς και στα άρθρα 6 και 12 της οδηγίας 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία [ ( 9 )];

6)

Έχουν οι αιτιολογικές σκέψεις 16, 18 και 36 καθώς και το άρθρο 3 της οδηγίας 2011/95, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 24 και το άρθρο 2, στοιχεία δʹ και ιʹ, το άρθρο 13 και το άρθρο 23, παράγραφοι 1 και 2, της εν λόγω οδηγίας, την έννοια ότι επιτρέπουν εθνική διάταξη, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη διάταξη του άρθρου 8, παράγραφος 9, του [ZUB], βάσει της οποίας τα μέλη της οικογένειας αλλοδαπού στον οποίο έχει αναγνωρισθεί η ιδιότητα του πρόσφυγα νοούνται επίσης ως πρόσφυγες, εφόσον τούτο συμβιβάζεται με το προσωπικό καθεστώς τους και δεν συντρέχουν λόγοι απορρέοντες από το εθνικό δίκαιο, οι οποίοι να αποκλείουν την αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα;

7)

Συνάγεται από τη σχετική με τους λόγους διώξεως διάταξη του άρθρου 10 της οδηγίας 2011/95 ότι η άσκηση προσφυγής ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά του κράτους καταγωγής του προσφεύγοντος στοιχειοθετεί τη συμμετοχή του σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της εν λόγω οδηγίας ή ότι η άσκηση προσφυγής πρέπει να θεωρείται ως πολιτική πεποίθηση κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας;

8)

Συνάγεται από το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 ότι το δικαστήριο υποχρεούται να εξετάσει επί της ουσίας νέους λόγους για την παροχή διεθνούς προστασίας, οι οποίοι προβάλλονται κατά τη διάρκεια της δίκης, πλην όμως δεν μνημονεύτηκαν στην προσφυγή κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της αιτήσεως διεθνούς προστασίας;

9)

Συνάγεται από το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 ότι στο πλαίσιο δίκης για την ακύρωση της αποφάσεως περί απορρίψεως της αιτήσεως διεθνούς προστασίας το δικαστήριο υποχρεούται να κρίνει το παραδεκτό της αιτήσεως διεθνούς προστασίας με γνώμονα το άρθρο 33, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, της οδηγίας, εφόσον, κατά την κρίση της αιτήσεως με την προσβαλλόμενη απόφαση, είχε, ως απαιτείται από το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας, κατ’ αρχάς εξεταστεί κατά πόσον ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας και εν συνεχεία κατά πόσον δικαιούται επικουρική προστασία;»

9.

Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν στο Δικαστήριο η Ελληνική Δημοκρατία, η Τσεχική Δημοκρατία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ουγγαρία και η Επιτροπή.

III.   Ανάλυση

Α. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

10.

Πρέπει να υπομνησθεί, κατ’ αρχάς, ότι για τους ίδιους λόγους που εκτίθενται στα σημεία 58 έως 61 των προτάσεών μου της 17ης Μαΐου 2018 στην υπόθεση Alheto (C‑585/16, EU:C:2018:327), στις οποίες παραπέμπω, η οδηγία 2013/32 δεν έχει εφαρμογή ratione temporis στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης. Πράγματι, δεδομένου ότι η N. Amhedbekova υπέβαλε την αίτησή της διεθνούς προστασίας και αυτήν για λογαριασμό του γιου της στις 25 Νοεμβρίου 2014, οι εν λόγω αιτήσεις, οι οποίες είναι προγενέστερες τόσο της ημερομηνίας θέσεως σε ισχύ του νόμου περί μεταφοράς της οδηγίας 2013/32 στο βουλγαρικό δίκαιο (στις 28 Δεκεμβρίου 2015) όσο και της προβλεπόμενης ημερομηνίας του άρθρου 52, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίοδος, της εν λόγω οδηγίας (20 Ιουλίου 2015), πρέπει, βάσει τόσο του εθνικού δικαίου (άρθρο 37 του νόμου περί μεταφοράς της οδηγίας 2013/32) ( 10 ) όσο και του δικαίου της Ένωσης (άρθρο 52, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2013/32), να εξεταστούν με βάση τις διατάξεις που μετέφεραν στο βουλγαρικό δίκαιο την οδηγία 2005/85, η οποία είναι ο προκάτοχος της οδηγίας 2013/32 ( 11 ). Υπό τις περιστάσεις αυτές, όπου είναι δυνατόν, θα αναδιατυπώσω τα προδικαστικά ερωτήματα του Administrativen sad Sofia‑grad (διοικητικού δικαστηρίου Σόφιας) θεωρώντας ότι αφορούν την οδηγία 2005/85.

11.

Όσον αφορά την οδηγία 2011/95, με βάση τα στοιχεία που το Administrativen sad Sofia‑grad (διοικητικό δικαστήριο Σόφιας) παρέσχε με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση Alheto, η εν λόγω οδηγία μεταφέρθηκε στο βουλγαρικό δίκαιο με νόμο που τέθηκε σε ισχύ στις 16 Οκτωβρίου 2015 και δεν έχει αναδρομικά αποτελέσματα. Κατά συνέπεια, ο εν λόγω νόμος δεν έχει εφαρμογή επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας που η N. Ahmedbekova υπέβαλε για την ίδια και επί της αιτήσεως που υπέβαλε για λογαριασμό του γιου της –οι οποίες υποβλήθηκαν στις 25 Νοεμβρίου 2014 και απορρίφθηκαν με απόφαση της 12ης Μαΐου 2015– όπως δεν είχε εφαρμογή επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας που είχε υποβάλει η S. Alheto ( 12 ). Σε αντίθεση όμως με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση Alheto, στην παρούσα διάταξη περί παραπομπής το Administrativen sad Sofia‑grad (διοικητικό δικαστήριο Σόφιας) δεν αποφαίνεται ρητώς επί αυτής της μη δυνατότητας εφαρμογής ούτε παρέχει στοιχεία σχετικά με ενδεχόμενες διαφορές στις μορφές των σχετικών διατάξεων του ZUB μετά τη μεταφορά της οδηγίας 2004/83 ( 13 ), η οποία προηγήθηκε της οδηγίας 2011/95, και της τελευταίας οδηγίας. Από την άλλη πλευρά, η οδηγία 2011/95 έχει αναμφίβολα εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, και, σε κάθε περίπτωση, η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν την ερμηνεία των διατάξεών της δεν θα είναι διαφορετική ακόμη και αν ληφθούν υπόψη οι αντίστοιχες διατάξεις της οδηγίας 2004/83. Επομένως, θεωρώ ότι παρέλκει η αναδιατύπωση των εν λόγω ερωτημάτων.

Β. Επί του πρώτου, του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

12.

Τα τρία πρώτα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2013/32 και πρέπει να εξεταστούν από κοινού.

13.

Κατά το άρθρο 33, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32, «[…] τα κράτη μέλη δεν οφείλουν να εξετάζουν αν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις για διεθνή προστασία σύμφωνα με την οδηγία [2011/95] όταν μια αίτηση θεωρείται ως απαράδεκτη δυνάμει του παρόντος άρθρου». Η παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, του εν λόγω άρθρου διευκρινίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη μπορούν να θεωρήσουν αίτηση για διεθνή προστασία ως απαράδεκτη μόνο εάν: […] ε) πρόσωπο εξαρτώμενο από τον αιτούντα υποβάλει αίτηση, αφού το πρόσωπο αυτό έχει συναινέσει, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, να αποτελέσει η περίπτωσή του τμήμα αίτησης υποβαλλόμενης για λογαριασμό του και δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με την κατάσταση του προσώπου αυτού τα οποία να δικαιολογούν την υποβολή χωριστής αίτησης».

14.

Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, στον ZUB δεν υφίσταται διάταξη με περιεχόμενο αντίστοιχο εκείνου του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2013/32. Ως εκ τούτου, η DAB προέβη στην επί της ουσίας εξέταση των επίμαχων αιτήσεων διεθνούς προστασίας στην υπόθεση της κύριας δίκης χωρίς να αξιολογήσει πρώτα το παραδεκτό τους με βάση τον λόγο που προβλέπεται στην ως άνω διάταξη.

15.

Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν το Δικαστήριο αν η εξέταση του παραδεκτού αιτήσεως διεθνούς προστασίας βάσει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2013/32 είναι υποχρεωτική και αν η εν λόγω διάταξη έχει άμεσο αποτέλεσμα. Με το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν το Δικαστήριο αν, σε περιστάσεις όπως εκείνες της κύριας δίκης, αίτηση διεθνούς προστασίας δύναται να θεωρηθεί απαράδεκτη κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως όταν η αίτηση βασίζεται στο γεγονός ότι το πρόσωπο που την υπέβαλε είναι μέλος οικογένειας αιτούντος άσυλο κατά την έννοια του άρθρου 1, Α, της Συμβάσεως της Γενεύης. Το εν λόγω ερώτημα υποβάλλεται όσον αφορά, αφενός, την περίπτωση στην οποία η αίτηση υποβάλλεται από τον/τη σύζυγο του αιτούντος άσυλο εξ ονόματος του ανήλικου γιου του ζεύγους (δεύτερο προδικαστικό ερώτημα) και, αφετέρου, την περίπτωση στην οποία η αίτηση υποβάλλεται από τον/τη σύζυγο ιδίω ονόματι (τρίτο προδικαστικό ερώτημα).

16.

Εφόσον, όπως εκτέθηκε στο σημείο 10 των παρουσών προτάσεων, η οδηγία 2013/32 δεν έχει εφαρμογή ratione temporis στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, τα ως άνω προδικαστικά ερωτήματα πρέπει όλα να αναδιατυπωθούν, υπό την έννοια ότι αφορούν το άρθρο 25, παράγραφος 2, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2005/85, το γράμμα του οποίου είναι σχεδόν πανομοιότυπο με το άρθρο 33, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2013/32, η οποία αναμόρφωσε την οδηγία 2005/85.

17.

Όπως ήδη έχω εκθέσει στα σημεία 78 έως 80 των προτάσεών μου της 17ης Μαΐου 2018 στην υπόθεση Alheto (C‑585/16, EU:C:2018:327), από το γράμμα του άρθρου 25, παράγραφος 1, της οδηγίας 2005/85 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη είχαν τη δυνατότητα, όχι την υποχρέωση, να προβλέπουν, στις αντίστοιχες εθνικές ρυθμίσεις εξετάσεως των αιτήσεων ασύλου, τους λόγους απαραδέκτου που μνημονεύονται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, ενώ από την αιτιολογική σκέψη 22 της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι το άρθρο 25 της τελευταίας συνιστούσε εξαίρεση από τον κανόνα ότι όλες οι αιτήσεις ασύλου πρέπει να εξετάζονται επί της ουσίας από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ( 14 ).

18.

Με άλλα λόγια, το άρθρο 25, παράγραφος 1, της οδηγίας 2005/85 περιοριζόταν να επιτρέπει στα κράτη μέλη να απόσχουν από την επί της ουσίας εξέταση αιτήσεως ασύλου όταν συνέτρεχε ένας εκ των λόγων απαραδέκτου της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, αλλά δεν τους επέβαλλε ούτε να εισαγάγουν στην εσωτερική έννομη τάξη την υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να εξετάζουν το παραδεκτό των αιτήσεων ασύλου ούτε να προβαίνουν, σε περίπτωση συνδρομής ενός εκ των ως άνω λόγων, στην αυτόματη απόρριψη της αιτήσεως χωρίς εξέταση επί της ουσίας.

19.

Επομένως, κατά τη μεταφορά της οδηγίας 2005/85 στην εθνική έννομη τάξη, ο Βούλγαρος νομοθέτης θεμιτά μπορούσε να αποφασίσει, όπως έπραξε, να μη μεταφέρει όλους ή ορισμένους από τους λόγους απαραδέκτου της αιτήσεως ασύλου που προβλέπονται στο άρθρο 25, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/85, και ιδίως εκείνον που προκύπτει από το στοιχείο ζʹ της εν λόγω διατάξεως.

20.

Ως εκ τούτου, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, όπως αναδιατυπώθηκε, κατά το μέρος που το Δικαστήριο ερωτάται σχετικά με τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της εξετάσεως του παραδεκτού των αιτήσεων διεθνούς προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 25, παράγραφος 2, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2005/85, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 25 της εν λόγω οδηγίας, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής της σκέψεως 22, έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να εξετάζουν το παραδεκτό αιτήσεως ασύλου με βάση τους λόγους που αναφέρει η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού ούτε να την απορρίπτουν στην περίπτωση που συντρέχει ένας από τους λόγους αυτούς.

21.

Υπό το πρίσμα της εν λόγω απαντήσεως, παρέλκει η απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, όπως αυτό αναδιατυπώθηκε, κατά το μέρος που με αυτό ζητείται να διευκρινίσει το Δικαστήριο αν το άρθρο 25, παράγραφος 2, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2005/85 έχει άμεσο αποτέλεσμα.

22.

Όσον αφορά το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, όπως αναδιατυπώθηκαν, εφόσον από την απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα προκύπτει ότι, με βάση το βουλγαρικό δίκαιο που έχει εφαρμογή για την εξέταση των αιτήσεων παροχής διεθνούς προστασίας στην Ν. Ahmedbekova και στον γιο της, οι εν λόγω αιτήσεις σε καμία περίπτωση δεν μπορούσαν να κηρυχθούν απαράδεκτες για τον λόγο που προβλέπεται στο άρθρο 25, παράγραφος 2, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2005/85, τα εν λόγω ερωτήματα έχουν προδήλως υποθετικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτα ( 15 ). Επομένως, μόνον επικουρικώς θα προβώ σε σύντομη εξέτασή τους.

23.

Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι δεν υφίσταται πάγια νομολογία του Varhoven administrativen sad (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστήριο) όσον αφορά το ζήτημα αν αίτηση διεθνούς προστασίας που στηρίζεται στον φόβο διώξεως ενός ατόμου που ανήκει στον ίδιο οικογενειακό πυρήνα του αιτούντος άσυλο μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο διαδικασίας χωριστής από εκείνη που έχει ως αντικείμενο την αίτηση ασύλου που υποβλήθηκε από το πρόσωπο αυτό. Συγκεκριμένα, το άρθρο 32 του administrativnoprotsesualen Kodeks (βουλγαρικού κώδικα διοικητικής διαδικασίας), το οποίο, δυνάμει του άρθρου του 2, παράγραφος 1, έχει εφαρμογή, με την επιφύλαξη αντίθετης διατάξεως, στις διοικητικές διαδικασίες ενώπιον όλων των βουλγαρικών αρχών, ορίζει ότι, όταν, στο πλαίσιο διάφορων διαδικασιών, «τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών απορρέουν από την ίδια πραγματική κατάσταση και αρμόδια είναι μόνο μία διοικητική αρχή, είναι δυνατή η διεξαγωγή μιας μόνο διαδικασίας έναντι περισσοτέρων μερών». Όσον αφορά τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, το Administrativen sad Sofia‑grad (διοικητικό δικαστήριο Σόφιας) παρατηρεί ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας που η N. Ahmedbekova υπέβαλε εξ ονόματος του ανήλικου γιου της πρέπει να θεωρηθεί μέρος της αιτήσεως που υπέβαλε ο E. Ahmedbekov, δεδομένου ότι στηρίζεται στους λόγους που αφορούν τον τελευταίο, και διερωτάται αν η εν λόγω αίτηση πρέπει ως εκ τούτου να θεωρηθεί απαράδεκτη δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2013/32 (άρθρου 25, παράγραφος 2, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2005/85 στην αναδιατυπωμένη μορφή των προδικαστικών ερωτημάτων) ( 16 ). Όσον αφορά την αίτηση που η N. Ahmedbekova υπέβαλε ιδίω ονόματι, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί χωριστά από την αίτηση του Ε. Ahmedbekov αφής στιγμής η Ν. Ahmedbekova επικαλείται προς στήριξη της αιτήσεώς της το γεγονός ότι είναι μέλος της οικογένειας του τελευταίου.

24.

Το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/85 ορίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη μεριμνούν ώστε κάθε ενήλικας που διαθέτει νομική ικανότητα [ ( 17 )] να έχει το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση ασύλου αυτοπροσώπως». Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, τα κράτη μέλη, όταν προβλέπουν ότι ο αιτών δύναται να υποβάλει αίτηση ασύλου εξ ονόματος των εξαρτώμενων από αυτόν προσώπων, μεριμνούν «ώστε οι εξαρτώμενοι ενήλικες να συναινούν στην κατάθεση της αίτησης εξ ονόματός τους ή, εάν αυτό δεν ισχύει, να μπορούν να υποβάλουν την αίτησή τους αυτοπροσώπως» ( 18 ).

25.

Από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει ότι ένα πρόσωπο που έχει ενηλικιωθεί και διαθέτει ικανότητα δικαστικής παραστάσεως έχει το δικαίωμα να υποβάλει ιδίω ονόματι αίτηση διεθνούς προστασίας, ανεξαρτήτως του αν ο μοναδικός λόγος που επικαλείται προς στήριξη της αιτήσεως είναι το γεγονός ότι είναι μέλος της οικογένειας ατόμου που έχει ζητήσει τη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα. Εξάλλου, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αίτηση διεθνούς προστασίας δύναται να υποβληθεί από αιτούντα για λογαριασμό ενηλίκου διαθέτοντος ικανότητα δικαστικής παραστάσεως μόνο στην περίπτωση που ο τελευταίος είναι εξαρτώμενο από αυτόν πρόσωπο ( 19 ) και έχει ρητώς συναινέσει για την εν λόγω ενέργεια, παραιτηθείς από το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση ιδίω ονόματι.

26.

Πάντως, από τη διάταξη περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι η Ν. Ahmedbekova πρέπει να θεωρηθεί ως «εξαρτώμενο πρόσωπο» σε σχέση με τον σύζυγο ( 20 ) ούτε ότι έχει συναινέσει να υποβάλει ο τελευταίος αίτηση διεθνούς προστασίας εξ ονόματός της. Εξάλλου, δεν αμφισβητείται ότι ο Ε. Ahmedbekov δεν έχει υποβάλει τέτοια αίτηση εξ ονόματός της συζύγου του. Αντιθέτως, οι δύο σύζυγοι πάντοτε ενεργοποιούσαν χωριστές διαδικασίες, τόσο όταν απευθύνθηκαν στον Πρόεδρο της Βουλγαρικής Δημοκρατίας όσο και όταν υπέβαλαν την αίτησή τους στην DAB.

27.

Υπό τις συνθήκες αυτές, όπου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 25, παράγραφος 2, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2005/85, και ειδικά εκείνη που αφορά τη συναίνεση της ενδιαφερόμενης, η αίτηση της Ν. Ahmedbekova δεν μπορούσε παρά ταύτα να κηρυχθεί απαράδεκτη με βάση τον λόγο που προβλέπεται στην εν λόγω διάταξη, έστω και αν η τελευταία έχει μεταφερθεί στο βουλγαρικό δίκαιο, ούτε μπορούσε να θεωρηθεί μέρος της αιτήσεως του Ε. Ahmedbekov, αλλά έπρεπε να εξεταστεί επί της ουσίας χωριστά, όπως έγινε από την DAB.

28.

Όσον αφορά την αίτηση που η N. Ahmedbekova υπέβαλε για λογαριασμό του ανήλικου γιου της, σημειώνω ότι, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 2005/85 δεν εξαρτά τη δυνατότητα του αιτούντος να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, εξ ονόματος εξαρτώμενου από αυτόν ανηλίκου, από το είδος των λόγων που προβάλλονται προς στήριξη της αιτήσεως αυτής. Επομένως, αν ο γιος της N. Ahmedbekova μπορεί να θεωρηθεί ως εξαρτώμενο από εκείνην άτομο, τότε η αίτηση που η ίδια υπέβαλε για λογαριασμό του πρώτου δεν μπορούσε να κηρυχθεί απαράδεκτη με βάση τον λόγο που προβλέπεται στο άρθρο 25, παράγραφος 2, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2005/85 –έστω και αν υποτεθεί ότι η διάταξη αυτή έχει μεταφερθεί στο βουλγαρικό δίκαιο– απλώς και μόνο λόγω του ότι οι λόγοι προς στήριξη της αιτήσεως αυτής αφορούν την υπαγωγή του Ε. Ahmedbekov στο καθεστώς πρόσφυγα ( 21 ).

Γ. Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος

29.

Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν το Δικαστήριο αν το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι η εκτίμηση της υπάρξεως βάσιμου φόβου διώξεως (με σκοπό τη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα) ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης (με σκοπό την αναγνώριση του καθεστώτος επικουρικής προστασίας) πρέπει να πραγματοποιείται αποκλειστικά με γνώμονα τα γεγονότα και τις περιστάσεις που αφορούν ατομικά τον αιτούντα.

30.

Από τις εκτιμήσεις του αιτούντος δικαστηρίου και από τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης προκύπτει ότι με το εν λόγω ερώτημα ζητείται να διευκρινιστεί αν είναι συμβατή με το σύστημα της οδηγίας 2011/95 η χορήγηση, εκ μέρους κράτους μέλους, του καθεστώτος πρόσφυγα σε αιτούντα διεθνή προστασία απλώς και μόνο για τον λόγο ότι ο τελευταίος είναι μέλος της οικογένειας αναγνωρισμένου πρόσφυγα.

31.

Κατά το άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, ως «πρόσφυγας» νοείται «ο υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος, συνεπεία βάσιμου φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, ευρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας […]». Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας, «[η] αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας θα πρέπει να γίνεται σε εξατομικευμένη βάση» και να περιλαμβάνει την αξιολόγηση των παραγόντων που προβλέπονται στα στοιχεία αʹ έως εʹ της εν λόγω διατάξεως, στα οποία συμπεριλαμβάνονται, στο στοιχείο γʹ: «[η] ατομική κατάσταση και [οι] προσωπικές περιστάσεις του αιτούντος […] ούτως ώστε να εκτιμηθεί εάν, βάσει των προσωπικών περιστάσεων του αιτούντος, οι πράξεις στις οποίες έχει ήδη ή θα μπορούσε να εκτεθεί ισοδυναμούν με δίωξη ή σοβαρή βλάβη». Με βάση το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 2011/95, που είναι o μοναδικός λόγος τον οποίο αναφέρει το προδικαστικό ερώτημα «[τ]ο γεγονός ότι ο αιτών έχει ήδη υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη ή άμεσες απειλές τέτοιας δίωξης ή βλάβης αποτελεί σοβαρή ένδειξη ότι είναι βάσιμος ο φόβος του αιτούντος ότι θα υποστεί δίωξη ή ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, εκτός εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να πιστεύει κανείς ότι η εν λόγω δίωξη ή σοβαρή βλάβη δεν θα επαναληφθεί». Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/95 ορίζει τα κριτήρια για τον χαρακτηρισμό μιας πράξεως ως «πράξεως διώξεως» κατά την έννοια του άρθρου 1, Α, της Συμβάσεως της Γενεύης, ενώ η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου παραθέτει ορισμένα παραδείγματα των μορφών που μπορεί να λάβει η εν λόγω πράξη διώξεως. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/95 εκθέτει στα στοιχεία αʹ έως εʹ τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα κράτη μέλη κατά την αξιολόγηση των λόγων διώξεως που προβλέπονται στο άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της εν λόγω οδηγίας. Τέλος, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας, πρέπει να υπάρχει συσχετισμός μεταξύ των πράξεων διώξεως κατά την έννοια της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου και των λόγων που προβλέπονται στο άρθρο 10 της οδηγίας αυτής.

32.

Οι προαναφερθείσες διατάξεις απαιτούν όπως η συνδρομή των προϋποθέσεων για τη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα αξιολογείται ατομικά όσον αφορά τον αιτούντα άσυλο. Εντούτοις, δεν αποκλείουν ότι οι εν λόγω προϋποθέσεις μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούνται λαμβανομένου υπόψη του υφιστάμενου οικογενειακού δεσμού μεταξύ του αιτούντος και ενός προσώπου που υπέστη διώξεις κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/95, το οποίο φοβάται ότι θα διωχθεί για τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της ως άνω οδηγίας. Μολονότι δεν αρκεί από μόνο του το γεγονός ότι ο αιτών άσυλο επικαλείται προς στήριξη της αιτήσεώς του τη δίωξη μέλους της οικογένειας, εντούτοις το καθεστώς πρόσφυγα πρέπει να χορηγείται στο μέλος της οικογένειας πρόσφυγα το οποίο έχει υποβάλει σχετική αίτηση όταν, κατόπιν εξετάσεως της ατομικής καταστάσεως και των προσωπικών περιστάσεων που το αφορούν, και υπό το πρίσμα όλων των σχετικών στοιχείων, και ιδίως της υφιστάμενης καταστάσεως στη χώρα καταγωγής και του modus operandi των υπευθύνων για τη δίωξη ( 22 ), συνάγεται ότι, λόγω του κατά τα ανωτέρω οικογενειακού δεσμού, στοιχειοθετείται, σε προσωπικό επίπεδο, βάσιμος φόβος διώξεως και δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του λόγοι αποκλεισμού από το καθεστώς πρόσφυγα ( 23 ). Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο συσχετισμός μεταξύ των πράξεων και των λόγων διώξεως που προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/95 διασφαλίζεται έμμεσα με βάση τους λόγους που αφορούν τη δίωξη μέλους της οικογένειας του αιτούντος.

33.

Όπως εκθέτει το αιτούν δικαστήριο, η εν λόγω κατάσταση προβλέπεται ρητώς στην αιτιολογική σκέψη 36 της οδηγίας 2011/95, κατά την οποία «τα μέλη της οικογένειας, λόγω της σχέσης τους με τον πρόσφυγα και μόνο, εκτίθενται συνήθως σε διώξεις κατά τρόπον που να μπορεί να αποτελέσει βάση για τη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα» ( 24 ). Εξάλλου, ο κίνδυνος να επέλθει μια τέτοια κατάσταση εκθέσεως σε διώξεις θεωρείται σημαντικός από τον ίδιο τον νομοθέτη της Ένωσης.

34.

Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι η οδηγία 2011/95, και ιδίως τα άρθρα της 2, στοιχείο δʹ, και 4, παράγραφος 3, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα της αιτιολογικής της σκέψεως 36, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα σε αιτούντα διεθνή προστασία λόγω του οικογενειακού του δεσμού με άτομο που έχει υποστεί διώξεις κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ή που φοβάται δίωξη για τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, όταν διαπιστώνεται, κατόπιν εξετάσεως της ατομικής καταστάσεως και των προσωπικών περιστάσεων του αιτούντος, καθώς και υπό το πρίσμα του συνόλου των σχετικών στοιχείων, ότι, λόγω του προαναφερθέντος οικογενειακού δεσμού, ο ίδιος έχει βάσιμο φόβο να υποστεί διώξεις σε προσωπικό επίπεδο.

Δ. Επί του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος

35.

Με το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν το Δικαστήριο αν το άρθρο 4 της οδηγίας 2011/95 και το άρθρο 31, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32, καθώς και, ειδικότερα, οι συνεκτιμήσεις του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου, της διατηρήσεως της οικογενειακής ενότητας και του σεβασμού του δικαιώματος στην ιδιωτική και στην οικογενειακή ζωή, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομολογία που επιβάλλει στην αρμόδια αρχή να εξετάζει στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας που έχουν υποβληθεί από τα μέλη μιας και της αυτής οικογένειας, όταν οι λόγω αιτήσεις στηρίζονται στον ισχυρισμό ότι μόνο ένα εκ των μελών της οικογένειας πληροί τις προϋποθέσεις χορηγήσεως του καθεστώτος πρόσφυγα, ή επιβάλλει στην αρμόδια αρχή να αναστείλει τη διαδικασία επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας που υποβλήθηκαν από τα λοιπά μέλη της οικογένειας έως ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία εξετάσεως της αιτήσεως που υποβλήθηκε κατά το άρθρο 1, A, της Συμβάσεως της Γενεύης.

36.

Για τους λόγους που προαναφέρθηκαν στο σημείο 10 των παρουσών προτάσεων, το εν λόγω προδικαστικό ερώτημα πρέπει να εξεταστεί όχι υπό το πρίσμα των διατάξεων της οδηγίας 2013/32, αλλά υπό το πρίσμα αυτών της προγενέστερης οδηγίας 2005/85.

37.

Από την εξέταση των τριών πρώτων προδικαστικών ερωτημάτων, και ιδίως από το σημείο 27 των παρουσών προτάσεων, προκύπτει ότι, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, η αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας στην N. Ahmedbekova, ελλείψει συναινέσεως της τελευταίας κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 2005/85, πρέπει να εξεταστεί χωριστά από εκείνη του συζύγου της, και τούτο ανεξαρτήτως των λόγων που επικαλέστηκε προς στήριξη της αιτήσεώς της.

38.

Συναφώς, το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2005/85 αναφέρει σαφώς ότι μόνο για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, ήτοι μόνο στην περίπτωση που αίτηση υποβάλλεται για λογαριασμό ενός ή περισσότερων εξαρτώμενων προσώπων, «τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν μία μόνο απόφαση, που να καλύπτει όλους τους εξαρτώμενους» όταν «η αίτηση βασίζεται στην ίδια αιτιολογία» ( 25 ).

39.

Επομένως, όταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 2005/85 δεν πληρούνται –όπως στην περίπτωση της N. Ahmedbekova–, η αρμόδια αρχή πρέπει να εξετάζει στο πλαίσιο χωριστών διαδικασιών τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν ιδίω ονόματι από τα διάφορα μέλη της ίδιας οικογένειας.

40.

Υπογραμμίζεται ότι τα ως άνω ισχύουν τόσο στην περίπτωση που, όπως αφήνουν να νοηθεί ορισμένα χωρία της διατάξεως περί παραπομπής, η αίτηση της N. Ahmedbekova προς την DAB στηρίζεται απλώς και μόνο στην ιδιότητα της συζύγου ενός ατόμου που έχει ζητήσει τη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα όσο και στην περίπτωση που, όπως φαίνεται να προκύπτει από άλλα χωρία της ίδιας διατάξεως, η εν λόγω αίτηση βασίζεται στον προσωπικό φόβο διώξεως λόγω της καταστάσεως του συζύγου.

41.

Αντιθέτως, η αίτηση του ανήλικου γιου του ζεύγους Ahmedbekov, την οποία υπέβαλε για λογαριασμό του η N. Ahmedbekova, και η οποία στηρίζεται στους ίδιους λόγους που αυτή επικαλέστηκε για την ίδια, πρέπει να εξεταστεί από κοινού με εκείνη της μητέρας του, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, και το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2005/85.

42.

Στο μέτρο που το αιτούν δικαστήριο φαίνεται να θεωρεί ότι η χωριστή εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας που έχουν υποβληθεί από μέλη του ίδιου οικογενειακού πυρήνα μπορεί να θίξει τη διατήρηση της οικογενειακής ενότητας ή να βλάψει το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου, για παράδειγμα στην περίπτωση που οι αιτήσεις απορριφθούν σε διαφορετικά χρονικά σημεία, παρατηρώ ότι οι εκτιμήσεις αυτές δεν μπορούν να περιορίσουν το δικαίωμα του αιτούντος, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 2005/85, να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας χωριστά από τα άλλη μέλη της οικογένειάς του. Στο συγκεκριμένο κράτος μέλος εναπόκειται η διασφάλιση του σεβασμού των προαναφερθεισών αρχών στο πλαίσιο τυχόν διαδικασιών επιστροφής κατόπιν της αμετάκλητης απορρίψεως των αιτήσεων διεθνούς προστασίας οποιουδήποτε μέλους της οικογένειας ( 26 ). Κατά τα λοιπά, υπενθυμίζεται, όπως εξάλλου έπραξε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι έως ότου αποτελούν «αιτούντες» κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2005/85, ήτοι έως ότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση σχετικά με την αίτησή τους ασύλου, η N. Ahmedbekova και ο γιος της απολαμβάνουν τα ευεργετήματα που συνδέονται με το καθεστώς αυτό και ιδίως εκείνα που προβλέπονται στις οδηγίες 2003/09 ( 27 ) και 2013/33.

43.

Από τις ανωτέρω εκτιμήσεις προκύπτει ότι η οδηγία 2005/85 δεν επιτρέπει όπως η αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβλήθηκε για δικό του λογαριασμό από μέλος της οικογένειας αιτούντος άσυλο, ανεξαρτήτως των λόγων που στηρίζουν την αίτηση αυτή, θεωρείται αναπόσπαστο μέρος της αιτήσεως του εν λόγω αιτούντος και εξετάζεται από κοινού με την αίτηση αυτή.

44.

Εντούτοις, ούτε η οδηγία 2005/85 ούτε η οδηγία 2011/95 φαίνεται να απαγορεύουν όπως οι διαδικασίες σχετικά με τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας που υποβλήθηκαν χωριστά από μέλη του ίδιου οικογενειακού πυρήνα και στηρίζονται στον φόβο διώξεως λόγω της καταστάσεως ενός εκ των μελών του εν λόγω οικογενειακού πυρήνα, ανασταλούν έως ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία που έχει ως αντικείμενο την αίτηση του μέλους το οποίο βρίσκεται στην κατάσταση που δημιουργεί τον φόβο διώξεως της οικογένειας (στο εξής: βασικός αιτών).

45.

Κατά την γνώμη μου, η εν λόγω αναστολή είναι επιτρεπτή μόνον αν πληρούνται τρεις προϋποθέσεις. Πρώτον, όπως επιβεβαίωσε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η αναστολή πρέπει να συμβάλλει στην προσήκουσα και πλήρη εξέταση των αιτήσεων αυτών ή να υπαγορεύεται από εκτιμήσεις που σχετίζονται με τη διατήρηση της οικογενειακής ενότητας ή το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου και να μην προσβάλει το δικαίωμα για σεβασμό της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των ενδιαφερόμενων. Δεύτερον, η αναστολή δεν πρέπει να θίγει τον αυτοτελή χαρακτήρα των αιτήσεων που υποβλήθηκαν χωριστά από τα μέλη της οικογένειας του βασικού αιτούντος. Τρίτον, δεν πρέπει να έχει ως συνέπεια να αποκλείει την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων σε ατομική βάση και με αντικειμενικό και αμερόληπτο τρόπο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2005/85, και τούτο ανεξαρτήτως της εκβάσεως της αιτήσεως του βασικού αιτούντος, ήτοι τόσο σε περίπτωση αμετάκλητης απορρίψεώς της όσο και σε περίπτωση που γίνει δεκτή.

46.

Βάσει όλων των προεκτεθέντων, φρονώ ότι στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 2005/85, και συγκεκριμένα τα άρθρα της 6, παράγραφοι 2 και 3, και 9, παράγραφος 3, έχει την έννοια ότι απαγορεύει όπως οι αιτήσεις διεθνούς προστασίας που υποβάλλουν για δικό τους λογαριασμό τα μέλη της οικογένειας αιτούντος τη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα θεωρούνται αναπόσπαστο μέρος της αιτήσεως που υποβλήθηκε από το άτομο αυτό και εξετάζονται στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας, ακόμη και αν βασίζονται αποκλειστικά στους ίδιους λόγους που δικαιολογούν την ως άνω αίτηση χορηγήσεως του καθεστώτος πρόσφυγα και που ανάγονται στον αιτούντα. Η οδηγία 2005/85 και η οδηγία 2011/95 έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν όπως οι διαδικασίες σχετικά με τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται χωριστά από τα μέλη του ίδιου οικογενειακού πυρήνα και βασίζονται στον φόβο διώξεως λόγω της καταστάσεως ενός εκ των μελών του εν λόγω οικογενειακού πυρήνα, ανασταλούν έως ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία που έχει ως αντικείμενο την αίτηση ασύλου του μέλους που βρίσκεται στην κατάσταση που δημιουργεί τον φόβο διώξεως της οικογένειας. Ωστόσο, η εν λόγω αναστολή δεν πρέπει να θίγει τον αυτοτελή χαρακτήρα των αιτήσεων που υπέβαλαν για δικό τους λογαριασμό τα μέλη της οικογένειας του αιτούντος ο οποίος βρίσκεται στην κατάσταση που δημιουργεί τον φόβο τους διώξεως ούτε να εμποδίζει την επί της ουσίας εξέταση της αιτήσεώς τους μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξετάσεως της αιτήσεως του εν λόγω αιτούντος, ανεξαρτήτως της εκβάσεως της διαδικασίας αυτής.

Ε. Επί του έκτου προδικαστικού ερωτήματος

47.

Με το έκτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η οδηγία 2011/95 αντιτίθεται σε εθνική νομοθετική ρύθμιση που προβλέπει τη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα στα μέλη της οικογένειας πρόσφυγα απλώς και μόνο λόγω του οικογενειακού δεσμού που τα ενώνει με αυτόν.

48.

Με βάση το άρθρο 8, παράγραφος 9, του ZUB, «ως πρόσφυγες νοούνται επίσης τα μέλη της οικογένειας [ ( 28 )] αλλοδαπού στον οποίο έχει χορηγηθεί το καθεστώς πρόσφυγα» ( 29 ). Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, δυνάμει του εν λόγω άρθρου, το καθεστώς πρόσφυγα στα μέλη της οικογένειας αναγνωρισμένου πρόσφυγα χορηγείται αυτομάτως και δεν συνεπάγεται την εξακρίβωση υπάρξεως βάσιμου λόγου διώξεως όσον αφορά ατομικά έκαστο εκ των εν λόγω μελών. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η εν λόγω διάταξη θα μπορούσε να θεωρηθεί ασύμβατη με την οδηγία 2011/95, η οποία δεν προβλέπει τέτοιον αυτοματισμό.

49.

Υπογραμμίζω κατ’ αρχάς –όπως άλλωστε έπραξε το αιτούν δικαστήριο στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως– ότι το άρθρο 8, παράγραφος 9, του ZUB θα έχει εφαρμογή επί της N. Ahmedbekova (και επί του γιου της) μόνο στην περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση ασύλου του Ε. Ahmedbekov. Πάντως, σε απάντηση αιτήσεως παροχής διευκρινίσεων που απευθύνθηκε από το Δικαστήριο κατά το άρθρο 101 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ότι με απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2017 το Varhoven administrativen sad (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως που ο Ε. Ahmedbekov είχε καταθέσει κατά της αποφάσεως που είχε επικυρώσει την απόρριψη της αιτήσεώς του ασύλου, η οποία κατέστη αμετάκλητη. Επομένως, ο προβλεπόμενος αυτοματισμός του άρθρου 8, παράγραφος 9, του ZUB δεν μπορεί πια να εφαρμοστεί υπέρ της N. Ahmedbekova και του γιου της, αν ληφθεί υπόψη, για τους σκοπούς εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως, η κατάσταση του Ε. Ahmedbekov. Ωστόσο, δεν θεωρώ ότι τα προεκτεθέντα συνεπάγονται ότι το έκτο προδικαστικό ερώτημα κατέστη απαράδεκτο. Πράγματι, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η N. Ahmedbekova επικαλέστηκε κατά τη διάρκεια της δίκης συμπληρωματικούς λόγους προς στήριξη της αιτήσεώς της διεθνούς προστασίας οι οποίοι αφορούν την ατομική της κατάσταση. Πάντως, αν η εξέταση των λόγων αυτών (εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου) οδηγήσει στη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα στην N. Ahmedbekova, το άρθρο 8, παράγραφος 9, του ZUB θα μπορέσει να εφαρμοστεί υπέρ του γιου της τελευταίας, ενώ η απορριπτική απόφαση της DAB αμφισβητείται στην υπόθεση της κύριας δίκης. Επομένως, το έκτο προδικαστικό ερώτημα δεν έχει αμιγώς υποθετικό χαρακτήρα και διατηρεί επαρκή σύνδεσμο με την εκκρεμή διαφορά ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.

50.

Επί της ουσίας, το εν λόγω ερώτημα αφορά το ζήτημα αν είναι συμβατή με την οδηγία 2011/95 εθνική νομοθετική ρύθμιση που επιτρέπει την αυτόματη χορήγηση παράγωγου καθεστώτος πρόσφυγα στα μέλη της οικογένειας ενός ατόμου που πληροί τα κριτήρια αναγνωρίσεώς του ως πρόσφυγα.

51.

Πρέπει να επισημανθεί ότι, μολονότι ένα τέτοιο «παράγωγο καθεστώς» δεν προβλέπεται στη Σύμβαση της Γενεύης ( 30 ), η οποία δεν περιλαμβάνει την αρχή της οικογενειακής ενότητας στον ορισμό του «πρόσφυγα» ( 31 ), εντούτοις στην τελική πράξη της συνδιασκέψεως των πληρεξουσίων των Ηνωμένων Εθνών που συνέταξε το κείμενο της Συμβάσεως αναγνωρίστηκε ρητώς το «ουσιώδες δικαίωμα» του πρόσφυγα για οικογενειακή ενότητα και στα κράτη που υπέγραψαν τη Σύμβαση δόθηκαν συστάσεις να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για τη διατήρησή του και, εν γένει, για την προστασία της οικογένειας του πρόσφυγα. Οι εν λόγω συστάσεις κατά καιρούς ανανεώθηκαν από τα όργανα της UNHCR ( 32 ). Για παράδειγμα, σε έγγραφο της 4ης Ιουνίου 1999, η μόνιμη επιτροπή της UNHCR δήλωσε ότι «από την αρχή της οικογενειακής ενότητας προκύπτει ότι αν ο επικεφαλής της οικογένειας πληροί τα κριτήρια χορηγήσεως του καθεστώτος πρόσφυγα, τότε τα εξαρτώμενα από αυτόν μέλη της οικογένειας πρέπει κατά κανόνα να αναγνωρίζονται και τα ίδια ως πρόσφυγες ( 33 )». Πιο πρόσφατα, η UNHCR εισηγήθηκε τη χορήγηση παράγωγου καθεστώτος πρόσφυγα στα μέλη της οικογένειας τυχόν θυμάτων ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων, ενώ αναγνωρίστηκε η δυνατότητα, ακόμη και για τον συνοδευόμενο ανήλικο, να επικαλεστεί ως βασικός αιτών το δικαίωμα στην οικογενειακή ενότητα ( 34 ). Η αναφορά στο «παράγωγο καθεστώς πρόσφυγα» περιέχεται επίσης στις κατευθυντήριες οδηγίες για τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται από ανηλίκους ( 35 ). Τέλος, το καθεστώς αυτό συνήθως γίνεται δεκτό στο πλαίσιο των διαδικασιών καθορισμού του καθεστώτος πρόσφυγα που εμπίπτουν στην εντολή της UNHCR ( 36 ).

52.

Όπως η Σύμβαση της Γενεύης, ούτε η οδηγία 2011/95 προβλέπει τη χορήγηση παράγωγου καθεστώτος πρόσφυγα στα μέλη της οικογένειας αναγνωρισμένου πρόσφυγα.

53.

Το άρθρο 23 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Διατήρηση της οικογενειακής ενότητας», ορίζει στην παράγραφό του 2 ότι τα μέλη της οικογένειας πρόσφυγα που δεν έχουν ατομικά δικαίωμα να τύχουν διεθνούς προστασίας δύνανται να λάβουν τα συγκεκριμένα ευεργετήματα ( 37 ) που προβλέπονται στα άρθρα 24 έως 35 της εν λόγω οδηγίας, το περιεχόμενο των οποίων στην ουσία ταυτίζεται με εκείνα που αφορούν τους αναγνωρισμένους πρόσφυγες ( 38 ). Ωστόσο, η προστασία που παρέχεται βάσει της διατάξεως αυτής δεν προβλέπει τον πιο συνήθη τρόπο προστασίας που συνεπάγεται το καθεστώς πρόσφυγα, ήτοι την προστασία από την επαναπροώθηση, που προβλέπεται στο άρθρο 21 της οδηγίας 2011/95, και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με τη χορήγηση «παράγωγου καθεστώτος πρόσφυγα». Εντούτοις, η νομική βάση του άρθρου 23, παράγραφος 2, της οδηγίας 2011/95 είναι η ίδια, ήτοι το δικαίωμα του πρόσφυγα στη διατήρηση της οικογενειακής ενότητας, το οποίο καλούνται να σεβαστούν τα κράτη μέλη βάσει του άρθρου 23, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ( 39 ).

54.

Το άρθρο 3 της οδηγίας 2011/95, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με την αιτιολογική της σκέψη 14, παρέχει στα κράτη μέλη την εξουσία να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ συμβατές με την εν λόγω οδηγία ευνοϊκότερες διατάξεις για τους υπηκόους τρίτων χωρών ή τους ανιθαγενείς που ζητούν διεθνή προστασία «οσάκις το εν λόγω αίτημα νοείται ως στηριζόμενο στο γεγονός ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο […] είναι πρόσφυγας κατά την έννοια του άρθρου [1, Α,] της Σύμβασης της Γενεύης […]» ( 40 ). Διάταξη όπως αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 9, του ZUB εμπίπτει, κατά τη γνώμη μου, στο πεδίο εφαρμογής της επιφυλάξεως που διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο.

55.

Πράγματι, η αίτηση με την οποία μέλος της οικογένειας ατόμου πληρούντος τα κριτήρια χορηγήσεως του καθεστώτος πρόσφυγα ζητεί να του αναγνωριστεί με τη σειρά του η ιδιότητα του πρόσφυγα, ανεξαρτήτως της υπάρξεως βάσιμου φόβου διώξεως σε προσωπικό επίπεδο, δεν μπορεί να θεωρηθεί, stricto sensu, ως βασιζόμενη στο άρθρο 1, Α, της Συμβάσεως της Γενεύης, όπως αντιθέτως απαιτεί το άρθρο 3 της οδηγίας 2011/95, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής της σκέψεως 14.

56.

Εντούτοις, υπενθυμίζεται ότι, στις περιπτώσεις στις οποίες απέκλεισε τη χρήση της επιφυλάξεως του άρθρου 3 της οδηγίας 2004/83 περί της δυνατότητας θεσπίσεως ευνοϊκότερων εθνικών διατάξεων όσον αφορά τον καθορισμό των κριτηρίων χορηγήσεως του καθεστώτος πρόσφυγα, το Δικαστήριο δεν βασίστηκε στη διαπίστωση της αδυναμίας στηρίξεως της αιτήσεως ασύλου στο άρθρο 1, Α, της Συμβάσεως της Γενεύης, αλλά υπογράμμισε το ασύμβατο της εν λόγω αιτήσεως με το σύστημα της Συμβάσεως αυτής ή την έλλειψη πραγματικής σχέσεως με το σύστημα αυτό, προκρίνοντας ένα περισσότερο ουσιαστικό και λιγότερο τυπικό κριτήριο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της εν λόγω επιφυλάξεως.

57.

Έτσι, στην απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2010, Β (C‑57/09 και C‑101/09, EU:C:2010:661, σκέψεις 114 και 115), το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 3 της οδηγίας 2004/83 δεν έχει εφαρμογή επί εθνικών διατάξεων που χορηγούν το καθεστώς πρόσφυγα σε άτομο που αποκλείεται από το καθεστώς αυτό βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, θεμελιώνοντας αυτή την έλλειψη δυνατότητας εφαρμογής στην εκτίμηση ότι οι λόγοι αποκλεισμού από το καθεστώς πρόσφυγα σκοπούν στη «διαφύλαξη της αξιοπιστίας του συστήματος διεθνούς προστασίας» που προβλέπει η εν λόγω οδηγία. Ομοίως, στην απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2014, M’Bodj (C‑542/13, EU:C:2014:2452, σκέψεις 42 έως 44), το Δικαστήριο έκρινε ότι «είναι αντίθετη στην όλη οικονομία και τους σκοπούς της οδηγίας 2004/83 η χορήγηση των καθεστώτων που αυτή προβλέπει σε υπηκόους τρίτων χωρών ευρισκόμενους σε καταστάσεις που ουδόλως σχετίζονται με τη λογική της διεθνούς προστασίας» ( 41 ).

58.

Πάντως, όπως προελέχθη, αφενός, η χορήγηση του παράγωγου καθεστώτος πρόσφυγα στα μέλη της οικογένειας αναγνωρισμένου πρόσφυγα δεν είναι ασύμβατη με το σύστημα της Συμβάσεως της Γενεύης, ενώ αποτελεί αντικείμενο συστάσεων της UNHCR και κατά κανόνα γίνεται δεκτή στις διαδικασίες καθορισμού του καθεστώτος πρόσφυγα που εμπίπτουν στην εντολή του οργανισμού αυτού ( 42 ). Αφετέρου, επιδιώκει σκοπούς που ευθυγραμμίζονται με την οδηγία 2011/95, η οποία ρητώς κατοχυρώνει, στο άρθρο της 23, παράγραφος 1, την υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίζουν τη διατήρηση της ενότητας της οικογένειας του πρόσφυγα ( 43 ), αφήνοντας τα τελευταία ελεύθερα να αποφασίζουν σχετικά με τα μέτρα που θα λάβουν προς τούτο, αλλά καθορίζοντας, στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, το ελάχιστο περιεχόμενο του καθεστώτος που έχει εφαρμογή στα μέλη της οικογένειας. Επιπλέον, η μεταχείριση που επιφυλάσσεται στα μέλη της οικογένειας αναγνωρισμένου πρόσφυγα αφορά καταστάσεις που εντάσσονται πλήρως στη «λογική της διεθνούς προστασίας», όπως προκύπτει τόσο από την τελική πράξη της Συμβάσεως της Γενεύης όσο και από την πρακτική της UNHCR και όπως και έχει υπογραμμιστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ), ιδίως δε στην απόφαση Mugenzi κατά Γαλλίας ( 44 ).

59.

Τέλος, θα ήθελα να προσθέσω ότι για να μπορέσει να θεωρηθεί συμβατή με την οδηγία 2011/95, κατ’ εφαρμογήν της επιφυλάξεως που προβλέπεται στο άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας, διάταξη όπως αυτή του άρθρου 8, παράγραφος 9, του ZUB πρέπει να επιτρέπει στο μέλος της οικογένειας του πρόσφυγα να ζητήσει και να επιτύχει στο συγκεκριμένο κράτος μέλος τη χορήγηση αυτοτελούς και όχι παράγωγου καθεστώτος πρόσφυγα, όταν πληροί σε ατομικό επίπεδο τα κριτήρια για τη χορήγηση του εν λόγω καθεστώτος.

60.

Βάσει όλων των προεκτεθέντων, στο έκτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να δοθεί η απάντηση ότι είναι συμβατό με τις διατάξεις της οδηγίας 2011/95, για τους σκοπούς εφαρμογής της επιφυλάξεως του άρθρου 3 της εν λόγω οδηγίας, εθνική διάταξη, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, με βάση την οποία τα μέλη της οικογένειας αναγνωρισμένου πρόσφυγα κατά την έννοια του άρθρου 1, Α, της Συμβάσεως της Γενεύης αναγνωρίζονται ως πρόσφυγες ανεξαρτήτως του αν πληρούν ατομικώς τα κριτήρια που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο, όταν αυτό είναι συμβατό με το προσωπικό νομικό καθεστώς τους και δεν συντρέχουν λόγοι αποκλεισμού κατά την έννοια του άρθρου 12 της οδηγίας αυτής. Μια τέτοια εθνική διάταξη εμπίπτει στην επιφύλαξη του άρθρου 3 της οδηγίας 2011/95 μόνον αν τα μέλη της οικογένειας του πρόσφυγα έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν και να επιτύχουν τη χορήγηση αυτοτελούς καθεστώτος πρόσφυγα όταν πληρούν σε ατομικό επίπεδο τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση του εν λόγω καθεστώτος.

ΣΤ. Επί του εβδόμου προδικαστικού ερωτήματος

61.

Με το έβδομο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η εκ μέρους του αιτούντος άσυλο άσκηση ενώπιον του ΕΔΔΑ προσφυγής κατά του κράτους καταγωγής του στοιχειοθετεί συμμετοχή του εν λόγω αιτούντος σε «κοινωνική ομάδα» κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95 ή συνιστά έκφραση πολιτικής πεποιθήσεως κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της εν λόγω οδηγίας.

62.

Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει, έστω και με όχι εντελώς σαφή τρόπο, ότι η N. Ahmedbekova επικαλέστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Administrativen sad Sofia‑grad (διοικητικού δικαστηρίου Σόφιας) λόγους διώξεως που την αφορούν ατομικά –και όχι ως μέλος της οικογένειας του Ε. Ahmedbekov– λόγω των πολιτικών πεποιθήσεών της και της δραστηριότητας της υπέρ διωκομένων από την Κυβέρνηση του Αζερμπαϊτζάν. Στις περιστάσεις που η N. Ahmedbekova επικαλείται ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου συμπεριλαμβάνεται η ανάμειξή της στην άσκηση προσφυγής ενώπιον του ΕΔΔΑ κατά του Αζερμπαϊτζάν (δεν μπορεί να συναχθεί αν έχει ανάμειξη ως προσφεύγουσα ή απλά ως άτομο που ανήκει στο στενό περιβάλλον των προσφευγόντων). Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται κατ’ ουσίαν αν από μόνη της μια τέτοια περίσταση επιτρέπει την εφαρμογή των εννοιών που ορίζονται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχεία δʹ και εʹ, της οδηγίας 2011/95, όσον αφορά την N. Ahmedbekova.

63.

Συντάσσομαι με την άποψη όλων των κρατών μελών που υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις στο Δικαστήριο και της Επιτροπής, ως προς την παροχή αρνητικής απαντήσεως του Δικαστηρίου στο υπό εξέταση προδικαστικό ερώτημα.

64.

Κατά το άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, ως «πρόσφυγας» νοείται ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής, ο οποίος, υπό τους όρους του εν λόγω άρθρου, διατηρεί βάσιμο φόβο διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής αναφέρει τα στοιχεία που τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν υπόψη κατά την αξιολόγηση των λόγων διώξεως.

65.

Η διάταξη αυτή ορίζει, στο στοιχείο της δʹ, την έννοια «ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα». Κατά τον ορισμό αυτόν, μια ομάδα θεωρείται «ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» όταν πληρούνται ειδικά δύο σωρευτικές προϋποθέσεις Αφενός, τα μέλη της ομάδας πρέπει να έχουν «κοινά εγγενή χαρακτηριστικά» ή «κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί», ή ακόμη να έχουν από κοινού «χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τα αποκηρύξει». Αφετέρου, η ομάδα αυτή πρέπει να έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην περί ης πρόκειται τρίτη χώρα επειδή από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα ( 45 ). Πάντως, θεωρώ προφανές ότι η εν λόγω έννοια δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε ομάδα ατόμων τα οποία απλώς έχουν ασκήσει, ατομικώς ή συλλογικώς, προσφυγή ενώπιον διεθνούς δικαστηρίου κατά της χώρας καταγωγής τους. Πράγματι, από μόνη της η εν λόγω περίσταση δεν μπορεί να οδηγήσει στη διαπίστωση ότι τα εν λόγω άτομα, έστω και αν τους ενώνουν συγκεκριμένες πολιτικές πεποιθήσεις, έχουν «κοινά εγγενή χαρακτηριστικά» ή «αμετάβλητο παρελθόν» ή «πεποιθήσεις θεμελιώδους σημασίας» κατά την έννοια της προαναφερθείσας διατάξεως, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι τα εν λόγω άτομα συνιστούν, στη χώρα καταγωγής τους, μέλη ομάδας που έχει ιδιαίτερη ταυτότητα η οποία γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα.

66.

Όσον αφορά την έννοια «πολιτική πεποίθηση», το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2011/95 ορίζει ότι αυτή περιλαμβάνει «την υποστήριξη άποψης, ιδέας ή πεποιθήσεως επί ζητήματος που σχετίζεται με τους ενδεχόμενους φορείς δίωξης […] και με τις πολιτικές ή τις μεθόδους τους, ανεξαρτήτως του εάν ο αιτών έχει εκδηλώσει εμπράκτως την εν λόγω άποψη, ιδέα ή πεποίθηση». Μολονότι δεν είναι δυνατόν να αποκλειστεί εκ των προτέρων ότι η άσκηση προσφυγής ενώπιον του ΕΔΔΑ συνιστά ή μπορεί να εκληφθεί ως έμπρακτη εκδήλωση «πεποιθήσεως επί ζητήματος που σχετίζεται με τους ενδεχόμενους φορείς δίωξης και με τις πολιτικές ή τις μεθόδους τους» (σε περίπτωση που η δίωξη είναι καταλογιστέα στο κράτος κατά του οποίου στρέφεται η προσφυγή), εντούτοις φρονώ ότι από μόνη της η περίσταση αυτή δεν μπορεί αυτομάτως να οδηγήσει τις αρμόδιες αρχές του συγκεκριμένου κράτους μέλους να κρίνουν ότι υφίσταται λόγος διώξεως που συνδέεται με τις πολιτικές πεποιθήσεις του αιτούντος.

67.

Υπενθυμίζω συναφώς ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/95, η αξιολόγηση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας πρέπει να πραγματοποιείται λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών στοιχείων και των ατομικών περιστάσεων του αιτούντος άσυλο, και, επομένως, υπό το πρίσμα όλων των εν λόγω στοιχείων και περιστάσεων πρέπει να αξιολογείται αν ο αιτών έχει πολιτικές πεποιθήσεις μη ανεκτές από τις αρχές της χώρας καταγωγής του και αν, λόγω των πεποιθήσεων αυτών, έχει βάσιμο φόβο διώξεως αν επιστρέψει στη χώρα του ( 46 ).

68.

Βάσει των προεκτεθέντων, στο έβδομο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η εκ μέρους αιτούντος άσυλο άσκηση προσφυγής ενώπιον του ΕΔΔΑ κατά του κράτους καταγωγής του δεν στοιχειοθετεί αυτομάτως τη συμμετοχή του σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95 ούτε πρέπει να εκλαμβάνεται ως πολιτική πεποίθηση κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της εν λόγω οδηγίας.

Ζ. Επί του ογδόου προδικαστικού ερωτήματος

69.

Με το όγδοο προδικαστικό ερώτημα, το Administrativen sad Sofia‑grad (διοικητικό δικαστήριο Σόφιας) ερωτά κατ’ ουσίαν το Δικαστήριο αν το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 έχει την έννοια ότι πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στο πλαίσιο διαδικασίας προσφυγής κατά αποφάσεως αρνήσεως παροχής διεθνούς προστασίας, οφείλει να εξετάσει τους λόγους παροχής διεθνούς προστασίας που ο αιτών προέβαλε για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της δίκης και δεν περιλααμβάνονται ούτε στην αίτηση διεθνούς προστασίας που απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ούτε στο εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης επί της προσφυγής ( 47 ).

70.

Για τους λόγους που εκτέθηκαν στο σημείο 10 των παρουσών προτάσεων, φρονώ ότι το εν λόγω προδικαστικό ερώτημα πρέπει να κριθεί απαράδεκτο, επειδή, για τους λόγους που εξέθεσα στο σημείο 65 των προτάσεών μου της 17ης Μαΐου 2018 στην υπόθεση Alheto (C‑585/16, EU:C:2018:327), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά το άρθρο 39 της οδηγίας 2005/85. Οι εκτιμήσεις που ακολουθούν εκτίθενται μόνο επικουρικώς.

71.

Κατά το άρθρο 46, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, της οδηγίας 2013/32, «τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αιτούντες να έχουν δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου […] κατά αποφάσεως επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, περιλαμβανομένων των αποφάσεων […] με τις οποίες κρίνουν αίτηση ως αβάσιμη όσον αφορά το καθεστώς του πρόσφυγα και/ή το καθεστώς επικουρικής προστασίας». Η παράγραφος 3 του εν λόγω άρθρου ορίζει ότι, «[π]ροκειμένου να τηρούν τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η πραγματική προσφυγή να εξασφαλίζει πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία 2011/95/ΕΕ, τουλάχιστον κατά τις διαδικασίες άσκησης ένδικου μέσου ενώπιον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου».

72.

Κατά την έκθεση των λόγων που οδήγησαν στην υποβολή του ογδόου προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο, το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι η N. Ahmedbekova είχε επικαλεστεί κατά τη διάρκεια της δίκης βάσιμο φόβο διώξεως λόγω των πολιτικών της πεποιθήσεων, και, προς στήριξη του ισχυρισμού της, τη σχέση που διατηρεί με τους προσφεύγοντες κατά του Αζερμπαϊτζάν ενώπιον του ΕΔΔΑ ( 48 ) καθώς και τη δραστηριοποίησή της για την υπεράσπιση διωκομένων από τις αρχές του Αζερμπαϊτζάν ( 49 ).

73.

Μολονότι από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει σαφώς ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί προβλήθηκαν για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της δίκης, εντούτοις δεν μπορεί να συναχθεί με την ίδια σαφήνεια, όπως ήδη σημείωσα στο σημείο 40 των παρουσών προτάσεων, ότι από την αίτηση διεθνούς προστασίας της Ν. Ahmedbekova που απέρριψε η DAB ήδη αποδεικνυόταν ο κίνδυνος διώξεως που αντιμετώπιζε σε προσωπικό επίπεδο, υπό την ιδιότητά της ως συζύγου θύματος πολιτικών διώξεων λόγω των εκπεφρασμένων πεποιθήσεών της, ιδίως δε κατά την κράτηση του συζύγου της ( 50 ).

74.

Αν ένας τέτοιος κίνδυνος διώξεως σε προσωπικό επίπεδο (μολονότι συνδέεται με την κατάσταση του συζύγου) είχε ήδη προβληθεί ενώπιον της DAB, πράγμα που στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να διαπιστώσει, τα πραγματικά περιστατικά και περιστάσεις που έτυχαν επικλήσεως και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν για πρώτη φορά από την N. Ahmebekova πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να κριθούν ως νέα στοιχεία που σκοπούν να αποδείξουν την ύπαρξη του εν λόγω κινδύνου και όχι ως νέοι «λόγοι ασύλου» ( 51 ). Πράγματι, ανεξαρτήτως τυχόν άλλης εκτιμήσεως, όλα τα στοιχεία που επικαλέστηκε η Ν. Ahmedbekova, τόσο ενώπιον της DAB όσο και ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, μπορούν να στοιχειοθετήσουν έναν μοναδικό λόγο διώξεως (άμεσης ή έμμεσης) ( 52 ), ο οποίος αφορά τις εκπεφρασμένες πεποιθήσεις της N. Ahmedbekova (και/ή του συζύγου της) κατά της Κυβερνήσεως του Αζερμπαϊτζάν και την ακτιβιστική της δραστηριότητα προς υπεράσπιση των ατόμων που θεωρούνται από εκείνη ως διωκόμενα από την εν λόγω κυβέρνηση ( 53 ).

75.

Πάντως, όπως ήδη εξέθεσα στο σημείο 69 των προτάσεών μου της 17ης Μαΐου 2018 στην υπόθεση Alheto (C‑585/16, EU:C:2018:327), το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, το οποίο ορίζει ότι η εξέταση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων της προσφυγής κατά αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να πραγματοποιείται «ex nunc», έχει την έννοια ότι η εξέταση πρέπει να πραγματοποιείται όχι βάσει των περιστάσεων τις οποίες η αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει κατά την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως, αλλά εκείνων που υφίστανται κατά την έκδοση της αποφάσεως του δικαστηρίου ( 54 ). Αυτό προϋποθέτει, αφενός, τη δυνατότητα του αιτούντος να επικαλεστεί νέα στοιχεία τα οποία δεν προβλήθηκαν ενώπιον της αρχής που εξέτασε την αίτηση διεθνούς προστασίας ( 55 ) και, αφετέρου, την εξουσία του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της προσφυγής να προβεί αυτεπαγγέλτως σε συγκέντρωση των στοιχείων που είναι κρίσιμα για την αξιολόγηση της καταστάσεως του αιτούντος ( 56 ).

76.

Επομένως, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, όταν τα γεγονότα και οι περιστάσεις που προβλήθηκαν καθώς και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν για πρώτη φορά στη δίκη της N. Ahmedbekova μπορούν να κριθούν ότι θεμελιώνουν φόβο διώξεως σε προσωπικό επίπεδο ο οποίος έχει ήδη μνημονευθεί στην αίτηση διεθνούς προστασίας η οποία απορρίφθηκε με την απόφαση που προσβάλλεται ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, τότε το εν λόγω δικαστήριο μπορεί και οφείλει να εξετάσει το ίδιο, σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, εφόσον τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του καθιστούν κάτι τέτοιο εφικτό, τις ανάγκες διεθνούς προστασίας του αιτούντος, χωρίς να υποχρεούται να αναπέμψει την υπόθεση στη διοικητική αρχή ( 57 ).

77.

Αντιθέτως, αν η αίτηση της N. Ahmedbekova ενώπιον της DAB δεν περιέχει επίκληση φόβου διώξεως σε προσωπικό επίπεδο –έστω και υπό την ιδιότητά της ως μέλους της οικογένειας ατόμου που υπέστη ή διατρέχει κίνδυνο να υποστεί διώξεις–, αλλά αντιθέτως περιορίζεται να ζητήσει, με βάση τις εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις, τη χορήγηση παραγώγου καθεστώτος πρόσφυγα όπως αυτό που εξετάστηκε πιο πάνω, τότε τα πραγματικά περιστατικά και τα έγγραφα που η N. Ahmedbekova προέβαλε στο πλαίσιο της δίκης θα μπορούσαν πράγματι, όπως φαίνεται να εικάζει το αιτούν δικαστήριο, να κριθούν ότι εισάγουν για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου αίτηση διεθνούς προστασίας δυνάμει του άρθρου 1, Α, της Συμβάσεως της Γενεύης ( 58 ).

78.

Στην περίπτωση αυτή, εφόσον, με βάση τις σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου, το εν λόγω δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να εξετάσει την εν λόγω αίτηση, φρονώ ότι η αρμοδιότητα αυτή δεν μπορεί να συναχθεί από το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, το οποίο οριοθετεί το περιεχόμενο του δικαστικού ελέγχου που υποχρεούνται να διασφαλίζουν τα κράτη μέλη ως προς απορριπτικές αποφάσεις επί αιτήσεως διεθνούς προστασίας κατά την έννοια της οδηγίας 2011/95 και, ως εκ τούτου, αφορά μόνο καταστάσεις στις οποίες η εν λόγω απόφαση έχει ήδη εκδοθεί και προσβληθεί.

Η. Επί του ενάτου προδικαστικού ερωτήματος

79.

Με το ένατο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν το Δικαστήριο αν το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 έχει την έννοια ότι υποχρεώνει το δικαστήριο, στο πλαίσιο δίκης για την ακύρωση αποφάσεως περί απορρίψεως αιτήσεως διεθνούς προστασίας, να κρίνει το παραδεκτό της αιτήσεως με γνώμονα το άρθρο 33, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, της οδηγίας, έστω και αν η εν λόγω αίτηση έχει ήδη εξεταστεί επί της ουσίας από την αρμόδια αρχή.

80.

Για τους λόγους που εκτίθενται στα σημεία 10 και 70 των παρουσών προτάσεων, το εν λόγω προδικαστικό ερώτημα πρέπει ομοίως, κατά τη γνώμη μου, να κριθεί απαράδεκτο. Επί της ουσίας, πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση για τους λόγους που εκτέθηκαν στα σημεία 17 έως 19 των παρουσών προτάσεων.

IV.   Πρόταση

81.

Βάσει όλων των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει ως απαράδεκτα το δεύτερο, το τρίτο, το όγδοο και το ένατο προδικαστικό ερώτημα και να απαντήσει ως ακολούθως στα λοιπά προδικαστικά ερωτήματα κατόπιν της αναδιατυπώσεώς τους:

«Το άρθρο 25 της οδηγίας 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής της σκέψεως 22, έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να εξετάζουν το παραδεκτό αιτήσεως ασύλου με βάση τους λόγους που αναφέρει η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού ούτε να την απορρίπτουν στην περίπτωση που συντρέχει ένας από τους λόγους αυτούς.

Η οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, και ιδίως τα άρθρα της 2, στοιχείο δʹ, και 4, παράγραφος 3, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα της αιτιολογικής της σκέψεως 36, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα σε αιτούντα διεθνή προστασία λόγω του οικογενειακού του δεσμού με άτομο που έχει υποστεί διώξεις κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ή που φοβάται δίωξη για τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, όταν διαπιστώνεται, κατόπιν εξετάσεως της ατομικής καταστάσεως και των προσωπικών περιστάσεων του αιτούντος, καθώς και υπό το πρίσμα του συνόλου των σχετικών στοιχείων, ότι, λόγω του προαναφερθέντος οικογενειακού δεσμού, ο ίδιος έχει βάσιμο φόβο να υποστεί διώξεις σε προσωπικό επίπεδο.

Η οδηγία 2005/85, και συγκεκριμένα τα άρθρα της 6, παράγραφοι 2 και 3, και 9, παράγραφος 3, έχει την έννοια ότι απαγορεύει όπως οι αιτήσεις διεθνούς προστασίας που υποβάλλουν για δικό τους λογαριασμό τα μέλη της οικογένειας αιτούντος τη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα θεωρούνται αναπόσπαστο μέρος της αιτήσεως που υποβλήθηκε από το άτομο αυτό και εξετάζονται στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας, ακόμη και αν βασίζονται αποκλειστικά στους ίδιους λόγους που δικαιολογούν την ως άνω αίτηση χορηγήσεως του καθεστώτος πρόσφυγα και που ανάγονται στον αιτούντα. Η οδηγία 2005/85 και η οδηγία 2011/95 έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν όπως οι διαδικασίες σχετικά με τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται χωριστά από τα μέλη του ίδιου οικογενειακού πυρήνα και βασίζονται στον φόβο διώξεως λόγω της καταστάσεως ενός εκ των μελών του εν λόγω οικογενειακού πυρήνα, ανασταλούν έως ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία που έχει ως αντικείμενο την αίτηση ασύλου του μέλους που βρίσκεται στην κατάσταση που δημιουργεί τον φόβο διώξεως της οικογένειας. Ωστόσο, η εν λόγω αναστολή δεν πρέπει να θίγει τον αυτοτελή χαρακτήρα των αιτήσεων που υπέβαλαν για δικό τους λογαριασμό τα μέλη της οικογένειας του αιτούντος ο οποίος βρίσκεται στην κατάσταση που δημιουργεί τον φόβο τους διώξεως ούτε να εμποδίζει την επί της ουσίας εξέταση της αιτήσεώς τους μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξετάσεως της αιτήσεως του εν λόγω αιτούντος, ανεξαρτήτως της εκβάσεως της διαδικασίας αυτής.

Είναι συμβατό με τις διατάξεις της οδηγίας 2011/95, για τους σκοπούς εφαρμογής της επιφυλάξεως του άρθρου 3 της εν λόγω οδηγίας, εθνική διάταξη, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, με βάση την οποία τα μέλη της οικογένειας αναγνωρισμένου πρόσφυγα κατά την έννοια του άρθρου 1, Α, της Συμβάσεως της Γενεύης αναγνωρίζονται ως πρόσφυγες ανεξαρτήτως του αν πληρούν ατομικώς τα κριτήρια που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο, όταν αυτό είναι συμβατό με το προσωπικό νομικό καθεστώς τους και δεν συντρέχουν λόγοι αποκλεισμού κατά την έννοια του άρθρου 12 της οδηγίας αυτής. Μια τέτοια εθνική διάταξη εμπίπτει στην επιφύλαξη του άρθρου 3 της οδηγίας 2011/95 μόνον αν τα μέλη της οικογένειας του πρόσφυγα έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν και να επιτύχουν τη χορήγηση αυτοτελούς καθεστώτος πρόσφυγα όταν πληρούν σε ατομικό επίπεδο τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση του εν λόγω καθεστώτος.

Η εκ μέρους αιτούντος άσυλο άσκηση προσφυγής ενώπιον του ΕΔΔΑ κατά του κράτους καταγωγής του δεν στοιχειοθετεί αυτομάτως τη συμμετοχή του σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95 ούτε πρέπει να εκλαμβάνεται ως πολιτική πεποίθηση κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, της εν λόγω οδηγίας.»


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.

( 2 ) Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση) (ΕΕ 2011, L 337, σ. 9).

( 3 ) Οδηγία 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ 2013, L 180, σ. 60).

( 4 ) Θεωρούνται «μέλη της οικογένειας» κατά την έννοια της οδηγίας 2011/95 τα άτομα που προβλέπονται στο άρθρο 2, στοιχείο ιʹ, ήτοι τα μέλη της οικογένειας που ήδη υπήρχε στη χώρα καταγωγής του δικαιούχου διεθνούς προστασίας τα οποία βρίσκονται στο ίδιο κράτος μέλος, σε σχέση με την αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας. Στα εν λόγω άτομα περιλαμβάνονται, όσον μας αφορά εν προκειμένω, ο σύζυγος του δικαιούχου διεθνούς προστασίας και τα ανήλικα τέκνα του ζεύγους.

( 5 ) Πρόκειται, αντίστοιχα, για τις συμπληρωματικές διατάξεις περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του ZUB, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στην DV αριθ. 80 του 2015, και για τις συμπληρωματικές διατάξεις περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του ZUB, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στην DV αριθ. 101 του 2015.

( 6 ) Κατά την προσωπική ακρόαση της 25ης Νοεμβρίου 2014, η N. Ahmedbekova δήλωσε ότι είχε συμφωνήσει με παράνομο διακινητή για τη μεταφορά της ίδιας με την οικογένειά της στη Γερμανία. Εντούτοις, ο τελευταίος τούς εγκατέλειψε στη Βουλγαρία χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση.

( 7 ) Οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ 2008, L 348, σ. 98). Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2014, ήτοι την ημέρα συλλήψεως της N. Ahmedbekova, του συζύγου και του γιου της από τις βουλγαρικές αρχές.

( 8 ) Τη Σύμβαση της Γενεύης συμπληρώνει το πρωτόκολλο για τη νομική κατάσταση των προσφύγων, το οποίο εγκρίθηκε στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967.

( 9 ) ΕΕ 2013, L 180, σ. 96.

( 10 ) Όπως έχει ήδη επισημανθεί στο σημείο 61 των προτάσεών μου της 17ης Μαΐου 2018 στην υπόθεση Alheto (C‑585/16, EU:C:2018:327), το άρθρο 37 του νόμου περί μεταφοράς στην εθνική έννομη τάξη της οδηγίας 2013/32, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 28 Δεκεμβρίου 2015, προβλέπει ότι οι διαδικασίες που κινήθηκαν πριν από την ημερομηνία αυτή ολοκληρώνονται βάσει των διατάξεων που ίσχυαν προηγουμένως.

( 11 ) Οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα (ΕΕ 2005, L 326, σ. 13).

( 12 ) Βλ. σημείο 50 και υποσημείωση 39 των προτάσεών μου της 17ης Μαΐου 2018 στην υπόθεση Alheto (C‑585/16, EU:C:2018:327).

( 13 ) Οδηγία 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους (ΕΕ 2004, L 304, σ. 12).

( 14 ) Τώρα, το ίδιο ισχύει όσον αφορά το άρθρο 33, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 (βλ. αιτιολογική σκέψη 43 της οδηγίας αυτής, η οποία έχει το ίδιο περιεχόμενο με την αιτιολογική σκέψη 22 της οδηγίας 2005/85). Αντιθέτως, επισημαίνεται ότι η πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας διεθνούς προστασίας στην Ένωση και την κατάργηση της οδηγίας 2013/32/ΕΕ (COM/2016/0467 τελικό) καθιστά υποχρεωτική την εξέταση του παραδεκτού των αιτήσεων διεθνούς προστασίας (βλ. σημείο 1 της εκθέσεως που συνοδεύει την εν λόγω πρόταση, σχετικά με τους σκοπούς της τελευταίας, και κυρίως εκείνον που αφορά «απλούστερες, σαφέστερες και βραχύτερες διαδικασίες», σ. 4). Κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, το άρθρο 36, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της εν λόγω προτάσεως κανονισμού έχει ως εξής: «[η] αποφαινόμενη αρχή αξιολογεί το παραδεκτό μιας αίτησης, σύμφωνα με τις βασικές αρχές και εγγυήσεις που προβλέπονται στο κεφάλαιο ΙΙ, και απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη, εάν συντρέχει κάποιος από τους ακόλουθους λόγους: […] δ) ένας σύζυγος, σύντροφος ή συνοδευόμενος ανήλικος υποβάλλει αίτηση αφού έχει δεχθεί να υποβληθεί αίτηση για λογαριασμό του, και δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με την κατάσταση του εν λόγω συζύγου, συντρόφου ή ανηλίκου που δικαιολογούν την υποβολή χωριστής αίτησης».

( 15 ) Βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 22ας Ιουνίου 2017, Fondul Proprietatea (C‑556/15 και C‑22/16, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:494, σκέψεις 20 και 21).

( 16 ) Το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες επίσης ως προς την έννοια του «εξαρτώμενου προσώπου» που εμφανίζεται στο άρθρο 33, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, της οδηγίας 2013/32, λαμβανομένου υπόψη ότι ούτε η N. Ahmedbekova ούτε ο Ε. Ahmedbekov φαίνονται να μπορούν να καλύψουν με αυτονομία τόσο τις δικές τους ανάγκες όσο και τις ανάγκες του τέκνου τους.

( 17 ) Βλ., υπό την ίδια έννοια, άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32, η οποία έχει ορθώς αντικαταστήσει, στην ιταλική έκδοση, την έννοια της «νομικής ικανότητας» με εκείνη της «ικανότητας δικαστικής παραστάσεως».

( 18 ) Υπό την ίδια έννοια, βλ. άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32.

( 19 ) Διαπιστώνεται ότι η προϋπόθεση αναφορικά με την ιδιότητα του «εξαρτώμενου από τον αιτούντα προσώπου» επίσης προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 7 της οδηγίας 2013/32, ενώ ο όρος αυτός δεν περιέχεται στην πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας διεθνούς προστασίας στην Ένωση και την κατάργηση της οδηγίας 2013/32, η οποία προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 14 των παρουσών προτάσεων, στο άρθρο 31, παράγραφοι 1 και 2, της οποίας προβλέπεται ότι o αιτών δύναται να υποβάλει αίτηση για λογαριασμό συζύγου, συντρόφου σε σταθερή και διαρκή σχέση (υπό τον όρο ότι τα εν λόγω άτομα έχουν συναινέσει προς τούτο), ανηλίκων και εξαρτώμενων ενηλίκων χωρίς ικανότητα δικαστικής παραστάσεως.

( 20 ) Το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι ούτε η Ν. Ahmedbekova ούτε ο Ε. Ahmedbekov φαίνονται να μπορούν να καλύψουν με αυτονομία τις δικές τους ανάγκες και εκείνες του τέκνου τους.

( 21 ) Το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ένας ανήλικος να έχει το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας είτε αυτοπροσώπως, εάν είναι νομικά ικανός να συμμετέχει στις διαδικασίες σύμφωνα με το δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους, είτε μέσω των γονέων του ή άλλου ενήλικου μέλους της οικογένειάς του […]», συνδέοντας επομένως το δικαίωμα του γονέα να υποβάλει αίτηση για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου με το ζήτημα αν το τελευταίο είναι εξαρτώμενο από αυτόν πρόσωπο και επίσης, για τους σκοπούς αυτούς, επιφυλάσσεται ίση μεταχείριση ως προς τους δύο γονείς. Υπό την ίδια έννοια, το άρθρο 31, παράγραφος 6, της προτάσεως κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας διεθνούς προστασίας στην Ένωση και την κατάργηση της οδηγίας 2013/32, η οποία προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 14 των παρουσών προτάσεων, προβλέπει ότι «[ο] ανήλικος έχει το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση στο δικό του όνομα, εφόσον το πρόσωπο αυτό έχει τη νομική ικανότητα να ενεργεί στο πλαίσιο των διαδικασιών σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους, ή μέσω ενηλίκου που είναι υπεύθυνος για αυτόν, είτε βάσει νόμου είτε βάσει πρακτικής του οικείου κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένων των γονέων του ή άλλου νόμιμου ή συνήθ[ους] κηδεμόνα του ή ενήλικων μελών της οικογενείας […]».

( 22 ) Σχετικά με την έννοια του «υπεύθυνου διώξεως», βλ. άρθρο 6 της οδηγίας 2011/95.

( 23 ) Οι λόγοι αποκλεισμού από το καθεστώς πρόσφυγα παρατίθενται στο άρθρο 12 της οδηγίας 2011/95. Πέραν της μη συνδρομής των λόγων αποκλεισμού, πρέπει επίσης το νομικό καθεστώς του μέλους της οικογένειας να μην αντίκειται στη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα (για παράδειγμα, επειδή είναι υπήκοος τρίτης χώρας στην οποία μπορεί να ζητήσει την παροχή προστασίας).

( 24 ) Η υπογράμμιση δική μου.

( 25 ) Η ίδια διάταξη περιέχεται τώρα στο άρθρο 11, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, όσον αφορά τις περιπτώσεις των αιτήσεων που υποβάλλονται για λογαριασμό εξαρτώμενων προσώπων υπό τους όρους του άρθρου 7, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας. Ωστόσο, θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα λήψεως μιας μόνο αποφάσεως στην περίπτωση «κοινολογήσεως της ιδιαίτερης κατάστασης αιτούντος που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντά του, ιδίως σε περιπτώσεις διώξεων με βάση το φύλο, τον γενετήσιο προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου και/ή την ηλικία». Στις περιπτώσεις αυτές, οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να εκδίδουν χωριστή απόφαση για το συγκεκριμένο πρόσωπο.

( 26 ) Βλ. άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115 και αιτιολογική σκέψη 22, κατά την οποία τα «βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού» και ο σεβασμός της οικογενειακής ζωής πρέπει να λαμβάνονται πρωτίστως υπόψη από τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή της σχετικής οδηγίας.

( 27 ) Οδηγία 2003/9/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη (ΕΕ 2003, L 31, σ. 18).

( 28 ) Με βάση τα στοιχεία που παρέχονται στη διάταξη περί παραπομπής, νοούνται ως «μέλη της οικογένειας» κατά την έννοια του ZUB ο/η σύζυγος του αιτούντος διεθνή προστασία ή το άτομο με το οποίο διατηρεί σταθερή και διαρκή σχέση, τα ανήλικα άγαμα τέκνα του ζεύγους, καθώς και τα άγαμα ενήλικα τέκνα που δεν είναι σε θέση να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες για λόγους υγείας. Το αιτούν δικαστήριο δεν αναφέρει τυχόν άλλες κατηγορίες που μπορεί να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν στο άρθρο 8, παράγραφος 9, του ZUB.

( 29 ) Κατά το μέτρο που τούτο είναι συμβατό με το προσωπικό νομικό καθεστώς τους και δεν συντρέχουν λόγοι αποκλεισμού που προβλέπονται στον ZUB.

( 30 ) Με βάση την εν λόγω Σύμβαση είναι πρόσφυγας μόνον όποιος έχει σε ατομικό επίπεδο βάσιμο φόβο διώξεως κατά την έννοια του άρθρου 1, Α.

( 31 ) Βλ. UNHCR, Εγχειρίδιο για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1951 και το πρωτόκολλο του 1967 για το καθεστώς των προσφύγων (HCR/1P/4/FRE/REV.1), 1992, σημείο 183.

( 32 ) Βλ. για παράδειγμα, τα πορίσματα της εκτελεστικής επιτροπής της UNHCR σχετικά με την παροχή διεθνούς προστασίας που εγκρίθηκαν στην 49η σύνοδο του 1999 (A/AC.96/911, σημείο 21) και το πόρισμα αριθ. 88 (L), στοιχείο b, σημείο iii, που διατίθεται στη διεύθυνση http://www.refworld.org/docid/3ae68c4340.html.

( 33 ) Βλ. το έγγραφο με τίτλο «Ζητήματα σχετικά με την προστασία της οικογένειας» (EC/49/SC/CRP.14), διαθέσιμο στη διεύθυνση http://www.refworld.org/docid/4ae9aca0d.html. Ήδη στο Εγχειρίδιο για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1951 και το πρωτόκολλο του 1967 για το καθεστώς των προσφύγων, η UNHCR δήλωνε ότι η πλειονότητα των κρατών, αδιάφορα από το αν αυτά είναι ή όχι μέρη της Συμβάσεως της Γενεύης, τηρούσαν την προαναφερθείσα σύσταση της τελικής πράξεως της συνδιασκέψεως, βλ. σημεία 183 και 184. Με βάση τα εν λόγω έγγραφα, μεταξύ των μελών της οικογένειας υπέρ των οποίων ισχύει η αρχή της οικογενειακής ενότητας, πρέπει να περιλαμβάνονται, κατ’ ελάχιστον, ο σύζυγος και τα ανήλικα τέκνα.

( 34 ) Βλ. UNHCR, Οδηγίες για το χειρισμό των αιτημάτων ασύλου στις περιπτώσεις ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων, Μάιος 2009, προσπελάσιμο στη διεύθυνση http://www.refworld.org/docid/4d70cff82.html, σημείο 11.

( 35 ) Βλ. UNHCR, Κατευθυντήριες οδηγίες για την εξέταση των αιτημάτων ασύλου των παιδιών, αριθ. 8, 22 Δεκεμβρίου 2009, διαθέσιμο στη διεύθυση http://www.unhcr.org/fr/publications/legal/4fd736c99/principes-directeurs-no-8-demandes-dasile-denfants-cadre-larticle-1a2-larticle.html, σημείο 9.

( 36 ) Βλ. UNHCR, Διαδικαστικά πρότυπα σχετικά με τον καθορισμό του καθεστώτος του πρόσφυγα που εμπίπτει στην εντολή της UNHCR, 20 Νοεμβρίου 2003, σημείο 5.1.1.

( 37 ) Σύμφωνα με τις εθνικές διαδικασίες και εφόσον αυτό είναι συμβατό με το προσωπικό νομικό καθεστώς του μέλους της οικογένειας.

( 38 ) Η μοναδική διαφορά προβλέπεται στο άρθρο 24, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2011/95 όσον αφορά τη διάρκεια της άδειας διαμονής η οποία μπορεί να ισχύει για διάστημα μικρότερο των τριών ετών, με την επιφύλαξη της απαιτήσεως διατηρήσεως της οικογενειακής ενότητας που προβλέπεται στο άρθρο 23, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας.

( 39 ) Κατά την εν λόγω διάταξη, «[τ]α κράτη μέλη μεριμνούν για τη διατήρηση της οικογενειακής ενότητας».

( 40 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 2011/95. Με βάση το άρθρο 3 της οδηγίας 2011/95, «[τ]α κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ ευνοϊκότερες διατάξεις για να καθορίζουν το ποιος δικαιούται να θεωρηθεί πρόσφυγας ή πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία και το περιεχόμενο της διεθνούς προστασίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι διατάξεις αυτές συνάδουν με την παρούσα οδηγία». Βλ., συναφώς, άρθρο 3 και αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας 2004/83.

( 41 ) Η υπογράμμιση δική μου. Στην εν λόγω υπόθεση, επρόκειτο για τη χορήγηση του προβλεπόμενου καθεστώτος επικουρικής προστασίας σε υπήκοο τρίτης χώρας πάσχοντα από σοβαρή ασθένεια λόγω του κινδύνου επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας του συνεπεία της ελλείψεως κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής στη χώρα καταγωγής.

( 42 ) Η σημασία του ρόλου της UNHCR όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων χορηγήσεως του καθεστώτος πρόσφυγα κατά την έννοια της Συμβάσεως της Γενεύης αναγνωρίζεται στην αιτιολογική σκέψη 22 της οδηγίας 2011/95.

( 43 ) Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 16 της οδηγίας 2011/95, κατά την οποία η οδηγία αυτή σκοπεί να διασφαλίσει τον πλήρη σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του δικαιώματος ασύλου των αιτούντων άσυλο και των μελών της οικογένειάς τους που τους συνοδεύουν και να προωθήσει την εφαρμογή, μεταξύ άλλων, του άρθρου 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο κατοχυρώνει επίσης τον σεβασμό της οικογενειακής ζωής.

( 44 ) Απόφαση του ΕΔΔΑ της 10ης Ιουλίου 2014 (CE:ECHR:2014:0710JUD005270109, § 54).

( 45 ) Βλ. απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2013, Χ κ.λπ. (C‑199/12 έως C‑201/12, EU:C:2013:720, σκέψη 45).

( 46 ) Βλ. UNHCR, Handbook and guidelines on procedures and criteria for determining refugee status (Εγχειρίδιο και κατευθυντήριες οδηγίες για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος πρόσφυγα), Δεκέμβριος 2011, διαθέσιμο στη διεύθυνση http://www.refworld.org/docid/4f33c8d92.html, σημεία 80 έως 86.

( 47 ) Διαπιστώνεται ότι το ίδιο ζήτημα εγείρεται με δύο προδικαστικά ερωτήματα που τέθηκαν από το Raad van State, Afdeling Bestuursrechtspraak (Συμβουλίου της Επικρατείας, δικαστικός σχηματισμός, Κάτω Χώρες) στην εκκρεμή δίκη C‑586/17, D. και I. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής αμφισβητείται αν συνάδει με το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 η πάγια νομολογιακή γραμμή του Raad van State (Συμβουλίου της Επικρατείας) η οποία απαγορεύει στο διοικητικό δικαστήριο να προβεί στην εξέταση, στο πλαίσιο προσφυγής κατά αποφάσεως αρνήσεως παροχής προστασίας, λόγων προστασίας που προηγουμένως δεν είχαν τύχει επικλήσεως ενώπιον της διοικητικής αρχής.

( 48 ) Η διάταξη περί παραπομπής αναφέρει μια πρώτη προσφυγή ασκηθείσα από τον Ε. Ahmedbekov το 2008 και μια δεύτερη ασκηθείσα από την N. Ahmedbekova το 2010. Οι εν λόγω προσφυγές ενώθηκαν προς συνεκδίκαση.

( 49 ) Η N. Ahmedbekova επικαλείται συναφώς τη συνεργασία της με το «Azerbyydzhanski chas», τηλεοπτικό δίκτυο της αντιπολιτεύσεως με έδρα στην Τουρκία. Ωστόσο, δεν διευκρινίζεται η ημερομηνία ενάρξεως της εν λόγω συνεργασίας.

( 50 ) Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι ο E Ahmedbekov καταδικάστηκε στις 30 Μαρτίου 2010 σε τρία έτη φυλακίσεως, και ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις της N. Ahmedbekova, αρχής γενομένης από την 1η Ιουνίου 2010, η τελευταία εκφράστηκε δημοσίως σχετικά με το δικαίωμα αλληλογραφίας και το δικαίωμα επισκέψεως, κλήθηκε στο αστυνομικό τμήμα, υποβλήθηκε σε ανάκριση και δέχτηκε απειλές προκειμένου να παύσει τις δημόσιες παρεμβάσεις της. Η Ν. Ahmedbekova δήλωσε επίσης ότι υπέστη σεξουαλική παρενόχληση στον χώρο εργασίας της. Οι εν λόγω ισχυρισμοί προβλήθηκαν, όπως φαίνεται, ενώπιον της DAB.

( 51 ) Δεν φρονώ εντούτοις, σε περίπτωση που η αίτηση της N. Ahmedbekova ερμηνευθεί ως ήδη αποδεικνύουσα τον προσωπικό κίνδυνο διώξεως λόγω των εκπεφρασμένων πεποιθήσεων από την ίδια και τον σύζυγό της κατά της Κυβερνήσεως του Αζερμπαϊτζάν, ότι οι ισχυρισμοί σχετικά με τις σχέσεις που διατηρούσε με τους αντιφρονούντες ή τη δραστηριοποίησή της υπέρ των εν λόγω αντιφρονούντων μπορούν να θεωρηθούν ως «περαιτέρω διαβήματα» κατά την έννοια του άρθρου 40, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32. Εν προκειμένω, οι περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης στην παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως διαφέρουν από εκείνες των υποθέσεων που οδήγησαν στην προδικαστική παραπομπή της εκκρεμούς υποθέσεως C‑586/17, D. και I., στην οποία οι αιτούντες είχαν επικαλεστεί για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της δίκης λόγους παροχής της επικουρικής προστασίας ο οποίοι ουδόλως σχετίζονταν με τους λόγους που είχαν προβληθεί ενώπιον της διοικητικής αρχής.

( 52 ) Υπενθυμίζεται ότι οι λόγοι διώξεως παρατίθενται στο άρθρο 1, Α, της Συμβάσεως της Γενεύης και επαναλαμβάνονται στο άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95. Το άρθρο 10 της εν λόγω οδηγίας αναφέρει τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα κράτη μέλη κατά την αξιολόγηση των λόγων διώξεως.

( 53 ) Επίσης ο ισχυρισμός περί σεξουαλικής παρενοχλήσεως στον χώρο εργασίας τον οποίο προέβαλε η N. Ahmedbekova ενώπιον της DAB παρουσιάστηκε, όπως φαίνεται, από την αιτούσα ως αντίποινα εξαιτίας της δράσεως κατά της Κυβερνήσεως του Αζερμπαϊτζάν που επέδειξε το ζεύγος Ahmedbekov.

( 54 ) Υπό την έννοια αυτή, βλ., όσον αφορά την εφαρμογή των άρθρων 3 και 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), μεταξύ άλλων, αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 23ης Αυγούστου 2016, J.K. κ.λπ. κατά Σουηδίας, (CE:ECHR:2016:0823JUD005916612, § 83), απόφαση της 23ης Μαρτίου 2016 F.G. κατά Σουηδίας, (CE:ECHR:2016:0323JUD004361111, § 115), της 2ας Οκτωβρίου 2012, Singh κ.λπ. κατά Βελγίου (CE:ECHR:2012:1002JUD003321011, § 91), και της 11ης Ιανουαρίου 2007, Sheekh κατά Κάτω Χωρών (CE:ECHR:2007:0111JUD000194804, § 136).

( 55 ) Υπό την έννοια αυτή, βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Ιανουαρίου 2011, M.S.S κατά Βελγίου (CE:ECHR:2011:0121JUD003069609, § 389).

( 56 ) Υπό την έννοια αυτή, βλ., όσον αφορά τις ελεγκτικές εξουσίες του ΕΔΔΑ, μεταξύ άλλων, αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 14ης Φεβρουαρίου 2017. Allanazarova κατά Ρωσίας (CE:ECHR:2017:0214JUD004672115, § 68), και της 11ης Ιανουαρίου 2007, Sheekh κατά Κάτω Χωρών (CE:ECHR:2007:0111JUD000194804, § 136).

( 57 ) Βλ. σημείο 71 των προτάσεών μου της 17ης Μαΐου 2018 στην υπόθεση Alheto (C‑585/16, EU:C:2018:327).

( 58 ) Επισημαίνεται εκ περισσού ότι epéishw στην peréiptvsh aytéh δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 40 της οδηγίας 2013/32, ιδίως δε εκείνες που σχετίζονται με τη λεγόμενη «μεταγενέστερη αίτηση», δεδομένου ότι η αίτηση που η N. Ahmedbekova υπέβαλε στην DAB δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως υποβληθείσα υπό τους όρους της οδηγίας 2011/95 και, σε κάθε περίπτωση, δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της εν λόγω αιτήσεως όπως απαιτείται από το άρθρο 2, στοιχείο ιζʹ, της οδηγίας 2013/32 για τον χαρακτηρισμό μιας αιτήσεως διεθνούς προστασίας ως «μεταγενέστερης».

Top