EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62015TJ0356

Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 12ης Ιουλίου 2018.
Δημοκρατία της Αυστρίας κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Κρατικές ενισχύσεις – Ενίσχυση που προτίθεται να χορηγήσει το Ηνωμένο Βασίλειο υπέρ της μονάδας C του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής Hinkley Point – Σύμβαση επί διαφοράς, συμφωνία με τον Υπουργό (Secretary of State Agreement) και εγγύηση πιστώσεων – Απόφαση που κηρύσσει την ενίσχυση συμβατή με την εσωτερική αγορά – Άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ – Σκοπός γενικού συμφέροντος – Προώθηση της πυρηνικής ενέργειας – Ανάγκη κρατικής παρεμβάσεως – Ανακοίνωση για τις εγγυήσεις – Καθορισμός του στοιχείου ενισχύσεως – Αναλογικότητα – Επενδυτική ενίσχυση – Λειτουργική ενίσχυση – Δικαίωμα υποβολής παρατηρήσεων – Διαδικασία συνάψεως δημοσίων συμβάσεων – Υποχρέωση αιτιολογήσεως.
Υπόθεση T-356/15.

ECLI identifier: ECLI:EU:T:2018:439

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 12ης Ιουλίου 2018 ( *1 )

«Κρατικές ενισχύσεις – Ενίσχυση που προτίθεται να χορηγήσει το Ηνωμένο Βασίλειο υπέρ της μονάδας C του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής Hinkley Point – Σύμβαση επί διαφοράς, συμφωνία με τον Υπουργό (Secretary of State Agreement) και εγγύηση πιστώσεων – Απόφαση που κηρύσσει την ενίσχυση συμβατή με την εσωτερική αγορά – Άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ – Σκοπός γενικού συμφέροντος – Προώθηση της πυρηνικής ενέργειας – Ανάγκη κρατικής παρεμβάσεως – Ανακοίνωση για τις εγγυήσεις – Καθορισμός του στοιχείου ενισχύσεως – Αναλογικότητα – Επενδυτική ενίσχυση – Λειτουργική ενίσχυση – Δικαίωμα υποβολής παρατηρήσεων – Διαδικασία συνάψεως δημοσίων συμβάσεων – Υποχρέωση αιτιολογήσεως»

Στην υπόθεση T‑356/15,

Δημοκρατία της Αυστρίας, εκπροσωπούμενη, αρχικώς, από τους C. Pesendorfer και M. Klamert, στη συνέχεια, από τους G. Hesse και M. Fruhmann, επικουρούμενους από τον H. Kristoferitsch, δικηγόρο,

προσφεύγουσα,

υποστηριζόμενη από

το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, εκπροσωπούμενο από τον D. Holderer, επικουρούμενο από τον P. Kinsch, δικηγόρο,

παρεμβαίνον,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους É. Gippini Fournier, R. Sauer, T. Maxian Rusche και την P. Němečková,

καθής,

υποστηριζόμενης από

την Τσεχική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους M. Smolek, T. Müller και J. Vláčil,

από

τη Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη, αρχικώς, από τους G. de Bergues, D. Colas και την J. Bousin, στη συνέχεια, από τον M. Colas και την J. Bousin,

από

την Ουγγαρία, εκπροσωπούμενη, αρχικώς, από τους M. Fehér και M. Bóra, στη συνέχεια, από τον B. Sonkodi, στη συνέχεια, από τον A. Steiner, επικουρούμενους από τον P. Nagy, δικηγόρο, και, τέλος, από τον A. Steiner,

από

τη Δημοκρατία της Πολωνίας, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,

από

τη Ρουμανία, εκπροσωπούμενη, αρχικώς, από τον R. Radu και την M. Bejenar, στη συνέχεια, από την M. Bejenar και τον C.‑R. Canţăr,

από

τη Σλοβακική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από την B. Ricziová,

και από

το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο, αρχικώς, από την C. Brodie και τον S. Brandon, στη συνέχεια, από τις C. Brodie, S. Simmons και τον M. Holt, στη συνέχεια, από τις C. Brodie, S. Simmons και τον D. Robertson, στη συνέχεια, από την C. Brodie και τον D. Robertson, και, τέλος, από τις C. Brodie και Z. Lavery, επικουρούμενους από τους T. Johnston, barrister, και A. Robertson, QC,

παρεμβαίνοντες,

με αντικείμενο προσφυγή βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως (ΕΕ) 2015/658 της Επιτροπής, της 8ης Οκτωβρίου 2014, σχετικά με το μέτρο ενίσχυσης SA.34947 (2013/C) (πρώην 2013/N) που προτίθεται να εφαρμόσει το Ηνωμένο Βασίλειο με σκοπό τη στήριξη του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής Hinkley Point C (ΕΕ 2015, L 109, σ. 44), με την οποία η Επιτροπή διαπίστωσε ότι αυτό το μέτρο ενίσχυσης είναι σύμφωνο με την εσωτερική αγορά κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ και επέτρεψε την εφαρμογή του,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους Δ. Γρατσία, πρόεδρο, A. Dittrich (εισηγητή) και P. G. Xuereb, δικαστές,

γραμματέας: N. Schall, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 5ης Οκτωβρίου 2017,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

I. Ιστορικό της διαφοράς

1

Στις 22 Οκτωβρίου 2013, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας κοινοποίησε μέτρα στηρίξεως της μονάδας C του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής Hinkley Point (στο εξής: Hinkley Point C). Ο δικαιούχος των κοινοποιηθέντων μέτρων είναι η εταιρεία NNB Generation Company Limited (στο εξής: NNBG), θυγατρική της EDF Energy plc (στο εξής: EDF).

2

Στις 18 Δεκεμβρίου 2013, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει επίσημη διαδικασία έρευνας σχετικά με τα κοινοποιηθέντα μέτρα. Η εν λόγω απόφαση δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 7 Μαρτίου 2014 (ΕΕ 2014, C 69, σ. 60).

3

Στις 8 Οκτωβρίου 2014, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση (ΕΕ) 2015/658 σχετικά με το μέτρο ενίσχυσης SA.34947 (2013/C) (πρώην 2013/N) που προτίθεται να εφαρμόσει το Ηνωμένο Βασίλειο με σκοπό τη στήριξη του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής Hinkley Point C (ΕΕ 2015, L 109, σ. 44, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

4

Τα μέτρα που κοινοποίησε το Ηνωμένο Βασίλειο περιγράφονται στο σημείο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

5

Το πρώτο κοινοποιηθέν μέτρο, που περιγράφεται στο σημείο 2.1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι σύμβαση επί διαφοράς. Πρόκειται για μέσον που αποσκοπεί στη διασφάλιση σταθερότητας τιμών για τις πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας της NNBG κατά τη φάση λειτουργίας του Hinkley Point C. Προβλέπεται ότι η NNBG θα πωλήσει την παραγόμενη στην εν λόγω μονάδα ηλεκτρική ενέργεια στην αγορά. Ωστόσο, το επίπεδο των εσόδων της NNBG θα σταθεροποιηθεί με τη σύμβαση επί διαφοράς. Προς τον σκοπό αυτό, η τιμή ασκήσεως, η οποία υπολογίσθηκε βάσει των εκτιμήσεων του κόστους κατασκευής και λειτουργίας της NNBG και η οποία περιλαμβάνει εύλογο κέρδος, θα συγκριθεί με την τιμή αναφοράς, η οποία θα αντιστοιχεί στον σταθμισμένο μέσο όρο των τιμών χονδρικής που το Ηνωμένο Βασίλειο ορίζει για όλους τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας που έχουν συνάψει σύμβαση επί διαφοράς και θα αντικατοπτρίζει τις τιμές της αγοράς. Στην περίπτωση της NNBG, η σχετική τιμή αναφοράς είναι αυτή της αγοράς φορτίου βάσης, η οποία ισχύει για όλες τις επιχειρήσεις παραγωγής φορτίου βάσης. Όταν η τιμή αναφοράς θα είναι κατώτερη της τιμής ασκήσεως, η NNBG θα λαμβάνει ένα αντισταθμιστικό ποσό που αντιστοιχεί στη διαφορά ανάμεσα στις δύο αυτές τιμές. Αυτό το δικαίωμα σε αντισταθμιστική πληρωμή θα περιορίζεται από ένα ανώτατο όριο παραγωγής. Αντιθέτως, όταν η τιμή αναφοράς θα είναι ανώτερη της τιμής ασκήσεως, η NNBG θα υποχρεούται να καταβάλει τη διαφορά ανάμεσα στις δύο αυτές τιμές στον αντισυμβαλλόμενο φορέα στη σύμβαση επί της διαφοράς (στο εξής: αντισυμβαλλόμενος φορέας της NNBG στη σύμβαση διαφοράς). Ο αντισυμβαλλόμενος φορέας της NNBG στη σύμβαση διαφοράς θα είναι η Low Carbon Contracts Company Ltd, μια οντότητα που θα χρηματοδοτείται βάσει συμφωνίας που θα δεσμεύει όλους τους αδειοδοτηθέντες προμηθευτές συλλογικά. Θα υπάρχουν δύο μηχανισμοί κατανομής κερδών, από τους οποίους ο πρώτος αφορά το κόστος παραγωγής και ο δεύτερος τον συντελεστή αποδόσεως των ιδίων κεφαλαίων. Θα προβλέπονται δύο ημερομηνίες αναθεωρήσεως των λειτουργικών εξόδων, εκ των οποίων η πρώτη θα είναι 15 έτη και η δεύτερη 25 έτη μετά την ημερομηνία της ενάρξεως της λειτουργίας του πρώτου αντιδραστήρα.

6

Η σύμβαση επί διαφοράς προβλέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αποζημίωση της NNBG για ορισμένες νομοθετικές τροποποιήσεις. Εξάλλου, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η NNBG θα λάβει αποζημίωση σε περίπτωση πρόωρης παύσεως λειτουργίας του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής Hinkley Point για πολιτικούς λόγους και σε περίπτωση προβλημάτων που συνδέονται με την ασφάλιση πυρηνικής αστικής ευθύνης. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τόσον οι επενδυτές της NNBG όσο και το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούν να ζητήσουν τη μεταβίβαση της NNBG στην Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και θα οφείλεται αποζημίωση στους εν λόγω επενδυτές.

7

Το δεύτερο κοινοποιηθέν μέτρο, που περιγράφεται στο σημείο 2.3 της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι μια συμφωνία μεταξύ του Υπουργού Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής του Ηνωμένου Βασιλείου και των επενδυτών της NNBG (στο εξής: συμφωνία του Υπουργού). Η συμφωνία αυτή συμπληρώνει τη σύμβαση επί διαφοράς. Προβλέπει ότι, εάν, κατόπιν πρόωρης παύσεως της λειτουργίας του πυρηνικού σταθμού Hinkley Point για πολιτικούς λόγους, ο αντισυμβαλλόμενος φορέας της NNBG στη σύμβαση διαφοράς παραβεί την υποχρέωση καταβολής των αντισταθμιστικών πληρωμών στους επενδυτές της NNBG, ο εν λόγω Υπουργός θα καταβάλει τη συμφωνηθείσα αποζημίωση στους επενδυτές. Προβλέπει επίσης μηχανισμούς κατανομής κερδών.

8

Το τρίτο κοινοποιηθέν μέτρο, το οποίο περιγράφεται στο σημείο 2.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, αποτελεί εγγύηση πιστώσεων του Ηνωμένου Βασιλείου για τα ομόλογα που εκδίδει η NNBG, που εγγυάται την έγκαιρη καταβολή του κεφαλαίου και των τόκων των εγκεκριμένων χρεωστικών τίτλων που θα μπορούσε να ανέλθει σε 17 δισεκατομμύρια στερλίνες (GBP). Ο συντελεστής της προμήθειας εγγυήσεως που επέτρεψε η Επιτροπή με την εν λόγω απόφαση ανέρχεται σε 295 μονάδες βάσης.

9

Στο σημείο 7 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέθεσε ότι τα τρία ως άνω κοινοποιηθέντα μέτρα (στο εξής: επίμαχα μέτρα) συνιστούσαν κρατική ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

10

Στα σημεία 9 και 10 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέτασε αν τα επίμαχα μέτρα μπορούσαν να κηρυχθούν συμβατά με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, στο σημείο 9.1 της αποφάσεως αυτής, εξέθεσε ότι τα μέτρα αυτά συνάδουν με το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο της αγοράς. Στο σημείο 9.2 της εν λόγω αποφάσεως, διαπίστωσε ότι ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος που επιδίωκε το Ηνωμένο Βασίλειο με τα μέτρα αυτά ήταν η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας και, ειδικότερα, η δημιουργία νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής που αναπτύσσονται στο σημείο 9.3 της ίδιας αποφάσεως, η παρέμβαση του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν αναγκαία για να εκπληρωθεί ο σκοπός αυτός εγκαίρως. Στο σημείο 9.4 της επίμαχης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέτασε αν τα επίμαχα μέτρα συνιστούσαν κατάλληλα μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού και αν είχαν τον χαρακτήρα κινήτρου. Στα σημεία 9.5 και 9.6 της αποφάσεως αυτής, εξέτασε τη συμφωνία των επίμαχων μέτρων με την αρχή της αναλογικότητας και διαπίστωσε ότι, υπό την επιφύλαξη προσαρμογής του συντελεστή της προμήθειας εγγυήσεως των πιστώσεων σε 295 μονάδες βάσης και τροποποιήσεως των μηχανισμών στον τομέα της κατανομής των κερδών, τα επίμαχα μέτρα θα πρέπει να θεωρηθούν αναγκαία και ότι, συνολικά, ο κίνδυνος στρεβλώσεως του ανταγωνισμού ήταν περιορισμένος, οι δε αρνητικές συνέπειες των επίμαχων μέτρων αντισταθμίστηκαν από τις θετικές τους συνέπειες. Στηριζόμενη στις σκέψεις αυτές, στο σημείο 10 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή κατέληξε ότι τα επίμαχα μέτρα ήταν συμβατά με την εσωτερική αγορά, δυνάμει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ ΣΛΕΕ.

11

Το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, της προσβαλλομένης αποφάσεως έχει ως εξής:

«Η ενίσχυση υπέρ του Hinkley Point C υπό μορφή σύμβασης επί διαφοράς, της συμφωνίας του Υπουργού και εγγύησης πιστώσεων καθώς και υπό οιαδήποτε άλλη μορφή, την οποία το Ηνωμένο Βασίλειο προτίθεται να χορηγήσει, συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, [ΣΛΕΕ].»

II. Διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και αιτήματα των διαδίκων

12

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 6 Ιουλίου 2015 η Δημοκρατία της Αυστρίας άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

13

Στις 18 Σεπτεμβρίου 2015, η Επιτροπή κατέθεσε το υπόμνημα αντικρούσεως.

14

Στις 5 Νοεμβρίου 2015, η Δημοκρατία της Αυστρίας κατέθεσε το υπόμνημα απαντήσεως.

15

Στις 15 Ιανουαρίου 2016, η Επιτροπή κατέθεσε το υπόμνημα ανταπαντήσεως.

16

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 9 Νοεμβρίου 2015, η Σλοβακική Δημοκρατία ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής. Με απόφαση του προέδρου του τμήματος της 9ης Δεκεμβρίου 2015 επετράπη στο εν λόγω κράτος μέλος να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής. Στις 14 Μαρτίου 2016, το εν λόγω κράτος μέλος κατέθεσε υπόμνημα παρεμβάσεως.

17

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 20 Νοεμβρίου 2015, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία προς στήριξη των αιτημάτων της Δημοκρατίας της Αυστρίας. Με απόφαση του προέδρου του τμήματος της 18ης Δεκεμβρίου 2015 επετράπη στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου να παρέμβει προς υποστήριξη των αιτημάτων της Δημοκρατίας της Αυστρίας. Στις 24 Μαρτίου 2016, το εν λόγω κράτος μέλος κατέθεσε υπόμνημα παρεμβάσεως.

18

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 25 Νοεμβρίου 2015, η Ουγγαρία ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία προς υποστήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής. Με απόφαση του προέδρου του τμήματος της 6ης Ιανουαρίου 2016 επετράπη στο εν λόγω κράτος μέλος να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής. Στις 24 Μαρτίου 2016, το εν λόγω κράτος μέλος κατέθεσε υπόμνημα παρεμβάσεως.

19

Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 26 Νοεμβρίου 2015, το Ηνωμένο Βασίλειο ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής. Με απόφαση του προέδρου του τμήματος της 6ης Ιανουαρίου 2016 επετράπη στο εν λόγω κράτος μέλος να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής. Στις 23 Μαρτίου 2016, το εν λόγω κράτος μέλος κατέθεσε υπόμνημα παρεμβάσεως.

20

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 30 Νοεμβρίου 2015, η Γαλλική Δημοκρατία ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής. Με απόφαση του προέδρου του τμήματος της 11ης Ιανουαρίου 2016 επετράπη στο εν λόγω κράτος μέλος να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής. Στις 18 Μαρτίου 2016, το εν λόγω κράτος μέλος κατέθεσε υπόμνημα παρεμβάσεως.

21

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 2 Δεκεμβρίου 2015, η Τσεχική Δημοκρατία ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής. Με απόφαση του προέδρου του τμήματος της 11ης Ιανουαρίου 2016, επετράπη στο εν λόγω κράτος μέλος να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής. Στις 24 Μαρτίου 2016, το εν λόγω κράτος μέλος κατέθεσε υπόμνημα παρεμβάσεως.

22

Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 3 Δεκεμβρίου 2015, η Δημοκρατία της Πολωνίας ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής. Με απόφαση του προέδρου του τμήματος της 11ης Ιανουαρίου 2016 επετράπη στο εν λόγω κράτος μέλος να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής. Στις 24 Μαρτίου 2016, το εν λόγω κράτος μέλος κατέθεσε υπόμνημα παρεμβάσεως.

23

Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 3 Δεκεμβρίου 2015, η Ρουμανία ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής. Με απόφαση του προέδρου του τμήματος της 11ης Ιανουαρίου 2016 επετράπη στο εν λόγω κράτος μέλος να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής. Στις 24 Μαρτίου 2016, το εν λόγω κράτος μέλος κατέθεσε υπόμνημα παρεμβάσεως.

24

Στις 21 Ιουλίου 2016, η Δημοκρατία της Αυστρίας υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί των υπομνημάτων παρεμβάσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Ρουμανίας, της Σλοβακικής Δημοκρατίας και του Ηνωμένου Βασιλείου.

25

Στις 19 Ιουλίου 2016, η Επιτροπή υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί του υπομνήματος παρεμβάσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου.

26

Κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία και, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 89 του Κανονισμού του Διαδικασίας, κάλεσε τη Δημοκρατία της Αυστρίας, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Επιτροπή να απαντήσουν γραπτώς σε διάφορες ερωτήσεις Οι διάδικοι αυτοί απάντησαν στις εν λόγω ερωτήσεις εμπροθέσμως.

27

Στις 14 Σεπτεμβρίου 2017, η Επιτροπή προσκόμισε αποδεικτικό στοιχείο στο οποίο είχε επισυναφθεί ένα έγγραφο. Το εν λόγω αποδεικτικό στοιχείο και το έγγραφο αυτό κατατέθηκαν στη δικογραφία και οι λοιποί διάδικοι είχαν την ευκαιρία να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επ’ αυτών.

28

Με έγγραφα της 18ης και της 28ης Σεπτεμβρίου 2017, η Σλοβακική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο κατέθεσαν παρατηρήσεις επί της εκθέσεως ακροατηρίου.

29

Η Επιτροπή, η Τσεχική Δημοκρατία, η Γαλλική Δημοκρατία, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, η Ουγγαρία, η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Ηνωμένο Βασίλειο αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 5ης Οκτωβρίου 2017.

30

Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και η Δημοκρατία της Αυστρίας ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

31

Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·

να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Αυστρίας στα δικαστικά έξοδα.

32

Η Τσεχική Δημοκρατία και η Σλοβακική Δημοκρατία ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·

να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Αυστρίας στα δικαστικά έξοδα.

33

Η Ουγγαρία ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·

να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Αυστρίας στο σύνολο των εξόδων της παρούσας διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένων του διοικητικού κόστους και των δικηγορικών εξόδων.

34

Η Γαλλική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Ρουμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:

να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη.

III. Σκεπτικό

35

Η προσφυγή στηρίζεται σε δέκα λόγους ακυρώσεως.

36

Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι κακώς η Επιτροπή, αφενός, δέχθηκε την ύπαρξη χωριστής αγοράς της πυρηνικής ενέργειας και, αφετέρου, στηρίχθηκε σε αδυναμία της αγοράς αυτής.

37

Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αντλείται από τη φερόμενη ως εσφαλμένη διαπίστωση της Επιτροπής ότι η τεχνολογία που χρησιμοποιείται στο Hinkley Point C είναι νέα.

38

Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από το ότι κακώς η Επιτροπή δέχθηκε ότι τα επίμαχα μέτρα συνιστούσαν επενδυτική ενίσχυση. Κατά τη Δημοκρατία της Αυστρίας, τα μέτρα αυτά συνιστούν λειτουργικές ενισχύσεις που είναι ασύμβατες προς την εσωτερική αγορά.

39

Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει ότι, αντίθετα προς ό,τι δέχεται η Επιτροπή, η κατασκευή του Hinkley Point C δεν αποσκοπεί στην εκπλήρωση σκοπού «κοινού» συμφέροντος.

40

Στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν προσδιόρισε επαρκώς τα στοιχεία ενισχύσεως που περιλαμβάνονται στα επίμαχα μέτρα.

41

Ο έκτος λόγος ακυρώσεως αποσκοπεί στο να καταδείξει ότι το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι τα επίμαχα μέτρα ήταν συμβατά προς την αρχή της αναλογικότητας είναι εσφαλμένο.

42

Στο πλαίσιο του έβδομου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο όφειλε να κινήσει διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως σχετικά με το Hinkley Point C.

43

Με τον όγδοο λόγο ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν τήρησε την ανακοίνωσή της για την εφαρμογή των άρθρων [107] και [108 ΣΛΕΕ] στις κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή εγγυήσεων (ΕΕ 2008, C 155, σ. 10, στο εξής: ανακοίνωση για τις εγγυήσεις).

44

Ο ένατος λόγος αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.

45

Ο δέκατος λόγος αφορά προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως.

46

Στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, η Δημοκρατία της Αυστρίας αμφισβητεί την ορθότητα του συμπεράσματος της Επιτροπής ότι τα επίμαχα μέτρα μπορούσαν να κριθούν συμβατά προς την εσωτερική αγορά υπό την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ.

47

Κατά το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, οι ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον, δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά.

48

Όπως προκύπτει από τη νομολογία, για να κηρυχθεί συμβατή προς την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, μια ενίσχυση πρέπει να κατατείνει στην ανάπτυξη δραστηριότητας που συνιστά σκοπό δημοσίου συμφέροντος και να είναι κατάλληλη, αναγκαία και όχι δυσανάλογη (πρβλ. απόφαση της 15ης Ιουνίου 2010, Mediaset κατά Επιτροπής, T‑177/07, EU:T:2010:233, σκέψη 125).

49

Υπό το πρίσμα του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, πρέπει να εξεταστεί, κατ’ αρχάς, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως, ο οποίος αφορά τον σκοπό δημοσίου συμφέροντος που καθορίζει το Ηνωμένο Βασίλειο, δηλαδή την προώθηση της παραγωγής ηλεκτρισμού από την πυρηνική ενέργεια και, ειδικότερα, την κατασκευή νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, πριν αναλυθούν, στη συνέχεια, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως που αντλείται, μεταξύ άλλων, από τη φερόμενη ως εσφαλμένη διαπίστωση της Επιτροπής ότι η τεχνολογία που χρησιμοποιείται στο Hinkley Point C ήταν νέα, ακολούθως, ο πρώτος λόγος που αντλείται από το γεγονός ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε σφάλματα όσον αφορά τον ορισμό της επίμαχης αγοράς και κακώς δέχθηκε την ύπαρξη αδυναμίας της αγοράς, καθώς και ο πέμπτος και ο όγδοος λόγος, που αντλούνται από ανεπαρκή καθορισμό των επίμαχων μέτρων και από μη τήρηση της ανακοινώσεως σχετικά με τις εγγυήσεις και, τέλος, ο έκτος λόγος που αφορά την αρχή της αναλογικότητας.

50

Λαμβανομένου υπόψη του αποτελέσματος της εξετάσεως των λόγων αυτών, θα αναλυθεί ο τρίτος λόγος ακυρώσεως, κατά τον οποίο τα επίμαχα μέτρα συνιστούν ασύμβατες προς την εσωτερική αγορά λειτουργικές ενισχύσεις.

51

Στη συνέχεια, θα εξεταστούν ο έβδομος λόγος, ο οποίος αντλείται από το γεγονός ότι το Ηνωμένο Βασίλειο όφειλε να κινήσει διαδικασία συνάψεως συμβάσεως όσον αφορά το Hinkley Point C, και ο δέκατος λόγος, ο οποίος αντλείται από προσβολή του δικαιώματος προηγούμενης ακροάσεως.

52

Ο ένατος λόγος ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, διαρθρώνεται σε έξι σκέλη, που αφορούν τις εκτιμήσεις της Επιτροπής των οποίων το βάσιμο αμφισβητείται στο πλαίσιο του πρώτου έως και του έκτου λόγου ακυρώσεως. Τα σκέλη αυτά θα εξεταστούν από κοινού με τους συναφείς λόγους.

53

Πριν εξεταστούν οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλει η Δημοκρατία της Αυστρίας, πρέπει, πάντως, το Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί επί των επιχειρημάτων που αντλούνται από το απαράδεκτο του υπομνήματος παρεμβάσεως που κατέθεσε η Ουγγαρία.

Α. Επί των επιχειρημάτων που αντλούνται από το απαράδεκτο του υπομνήματος παρεμβάσεως που κατέθεσε η Ουγγαρία

54

Η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι το υπόμνημα παρεμβάσεως της Ουγγαρίας πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο. Υποστηρίζει ότι το υπόμνημα παρεμβάσεως δεν μπορεί να έχει άλλο αντικείμενο από την υποστήριξη των αιτημάτων του ενός εκ των κυρίων διαδίκων. Αφενός, υπογραμμίζει ότι επετράπη στην Ουγγαρία να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής, η οποία ζητεί την απόρριψη του αιτήματος ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και, αφετέρου, υποστηρίζει ότι η απόφαση αυτή στηρίζεται στο άρθρο 107 ΣΛΕE. Στο εν λόγω υπόμνημα παρεμβάσεως, όμως, η Ουγγαρία διατείνεται ότι το άρθρο 107 ΣΛΕΕ δεν τυγχάνει εφαρμογής στον τομέα της ατομικής ενέργειας. Κατά τη Δημοκρατία της Αυστρίας, εάν τα επιχειρήματα αυτά ευδοκιμούσαν, θα επέφεραν την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά συνέπεια, η Ουγγαρία δεν υποστηρίζει τα αιτήματα της Επιτροπής.

55

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 40, τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 142 του Κανονισμού Διαδικασίας, η παρέμβαση έχει ως αντικείμενο αποκλειστικά την υποστήριξη, εν όλω ή εν μέρει, των αιτημάτων του ενός εκ των κυρίων διαδίκων. Πάντως, καίτοι οι διατάξεις αυτές δεν εμποδίζουν τη δυνατότητα του παρεμβαίνοντος να προβάλει επιχειρήματα διαφορετικά από εκείνα του διαδίκου τον οποίο υποστηρίζει, εντούτοις τούτο ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι αυτά δεν τροποποιούν το πλαίσιο της διαφοράς και ότι η παρέμβαση έχει ως αντικείμενο μόνον την υποστήριξη των αιτημάτων του διαδίκου αυτού (πρβλ. απόφαση της 8ης Ιουνίου 1995, Siemens κατά Επιτροπής, T‑459/93, EU:T:1995:100, σκέψη 21).

56

Όσον αφορά το υπόμνημα παρεμβάσεως που κατέθεσε η Ουγγαρία, πρώτον, πρέπει να τονιστεί ότι τα αιτήματα του εν λόγω κράτους μέλους ευθυγραμμίζονται με αυτά της Επιτροπής, εφόσον ζητεί την απόρριψη του αιτήματος ακυρώσεως που υπέβαλε η Δημοκρατία της Αυστρίας.

57

Δεύτερον, διαπιστώνεται ότι από το υπόμνημα παρεμβάσεως προκύπτει ότι το εν λόγω κράτος μέλος δεν αμφισβητεί ότι, υπό τις συνθήκες της υπό κρίση υποθέσεως, η Επιτροπή μπορούσε να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση βάσει του άρθρου 107 ΣΛΕΕ.

58

Υπό τις συνθήκες αυτές, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ορισμένα από τα επιχειρήματα που προβάλλει η Ουγγαρία όσον αφορά την αρμοδιότητα της Επιτροπής να εκδίδει αποφάσεις βάσει των άρθρων 107 και 108 ΣΛΕΕ στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας ενδέχεται να τροποποιούν το πλαίσιο της διαφοράς, αυτό δεν θα δικαιολογούσε, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Δημοκρατία της Αυστρίας, την απόρριψη του υπομνήματος παρεμβάσεως της Ουγγαρίας ως απαραδέκτου στο σύνολό του.

Β. Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από το γεγονός ότι η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας δεν συνιστά σκοπό «κοινού» συμφέροντος και επί του πέμπτου σκέλους του ένατου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως

59

Ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως και το πέμπτο σκέλος του ένατου λόγου ακυρώσεως αφορούν το συμπέρασμα της Επιτροπής που περιλαμβάνεται στις αιτιολογικές σκέψεις 366 έως 374 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο σκοπός που επιδιώκει το Ηνωμένο Βασίλειο με τα επίμαχα μέτρα, δηλαδή ο σκοπός της προωθήσεως της πυρηνικής ενέργειας, συνιστά στόχο «κοινού» συμφέροντος.

60

Σε ένα πρώτο στάδιο, θα εξεταστούν τα επιχειρήματα που προβάλλει η Δημοκρατία της Αυστρίας στο πλαίσιο του πέμπτου σκέλους του ένατου λόγου ακυρώσεως, προκειμένου να καταδείξει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι αρκούντως αιτιολογημένη όσον αφορά το συμπέρασμα ότι ο σκοπός που επιδίωκε το Ηνωμένο Βασίλειο με τα επίμαχα μέτρα συνιστά σκοπό «κοινού» συμφέροντος. Σε δεύτερο στάδιο, θα αναλυθούν τα επιχειρήματα που προβάλλουν το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και η Δημοκρατία της Αυστρίας προς στήριξη του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, με τα οποία αμφισβητείται το βάσιμο των εκτιμήσεων της Επιτροπής που περιλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 366 έως 374 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

1.   Επί του πέμπτου σκέλους του ένατου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως

61

Στο πλαίσιο του πέμπτου σκέλους του ένατου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη όσον αφορά το συμπέρασμα ότι ο σκοπός που επιδίωκε το Ηνωμένο Βασίλειο με τα επίμαχα μέτρα συνιστά σκοπό «κοινού» συμφέροντος, στο μέτρο που, στην εν λόγω απόφαση, η Επιτροπή δεν εξέθεσε επαρκώς τη σχέση μεταξύ των διατάξεων της Συνθήκης Ευρατόμ και των κανόνων της Συνθήκης ΛΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις. Οι σκέψεις που διατυπώνει συναφώς το εν λόγω θεσμικό όργανο είναι σε μεγάλο βαθμό ακατανόητες και ανεπαρκείς.

62

Η Επιτροπή αμφισβητεί την ορθότητα του επιχειρήματος αυτού.

63

Συναφώς, υπενθυμίζεται εκ προοιμίου ότι η αιτιολόγηση την οποία επιτάσσει το άρθρο 296 ΣΛΕΕ πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξεως και ότι από αυτήν πρέπει να προκύπτει με σαφήνεια και χωρίς αμφισημία η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εκδίδει την πράξη, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους ελήφθη το μέτρο, στο δε αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκήσει τον έλεγχό του (απόφαση της 22ας Ιουνίου 2006, Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής, C‑182/03 και C‑217/03, EU:C:2006:416, σκέψη 137). H υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ιδίως δε το περιεχόμενο της πράξεως, τη φύση των παρατιθέμενων επιμέρους στοιχείων της αιτιολογίας και το συμφέρον που έχουν ενδεχομένως για παροχή διευκρινίσεων οι αποδέκτες ή άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να παραθέτει εξαντλητικά όλα τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία πράξεως πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 296 ΣΛΕΕ πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται καθώς και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν τον συγκεκριμένο τομέα (απόφαση της 11ης Ιουλίου 2014, DTS Distribuidora de Televisión Digital κατά Επιτροπής, T‑533/10, EU:T:2014:629, σκέψη 199).

64

Υπό το πρίσμα της νομολογίας αυτής πρέπει να εξεταστεί αν είναι επαρκής η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά το συμπέρασμα ότι ο σκοπός που επιδίωκε το Ηνωμένο Βασίλειο με τα επίμαχα μέτρα συνιστά σκοπό «κοινού» συμφέροντος.

65

Συναφώς, διαπιστώνεται, πρώτον, ότι, βεβαίως, στις αιτιολογικές σκέψεις 366 έως 374 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν αποφάνθηκε ρητώς ως προς τη σχέση μεταξύ των διατάξεων της Συνθήκης Ευρατόμ και του άρθρου 107 ΣΛΕΕ. Πάντως, πρέπει να τονιστεί ότι ιδίως από το σημείο 7 της εν λόγω αποφάσεως, με τον τίτλο «Ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης», συνάγεται ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι το άρθρο 107 ΣΛΕΕ ετύγχανε εφαρμογής στα επίμαχα μέτρα. Επισημαίνεται επίσης ότι, στο σημείο 9.2 της αποφάσεως αυτής, με τον τίτλο «Στόχοι κοινού συμφέροντος», η Επιτροπή στήριξε το συμπέρασμά της ότι η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας συνιστούσε στόχο «κοινού» συμφέροντος, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 2, στοιχείο γʹ, και στο άρθρο 40 της Συνθήκης Ευρατόμ. Επομένως, από το ως άνω σημείο συνάγεται ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι διατάξεις της Συνθήκης Ευρατόμ.

66

Δεύτερον, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται η προσβαλλόμενη απόφαση και στο οποίο ανήκει η προηγούμενη πρακτική της Επιτροπής την οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να γνωρίζουν. Η προσέγγιση όμως που ακολούθησε η Επιτροπή στην εν λόγω απόφαση είναι σύμφωνη προς την προηγούμενη πρακτική της, κατά την οποία τα μέτρα κράτους μέλους που αφορούσαν τον τομέα που ρύθμιζε η Συνθήκη Ευρατόμ έπρεπε να εξεταστούν και υπό το πρίσμα του άρθρου 107 ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι δεν ήταν αναγκαία για την υλοποίηση των σκοπών της Συνθήκης Ευρατόμ, ξεπερνούσαν τους στόχους της ή νόθευαν ή απειλούσαν με νόθευση τον ανταγωνισμό στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς (πρβλ. απόφαση 2005/407/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Σεπτεμβρίου 2004, για την κρατική ενίσχυση την οποία σκοπεύει να χορηγήσει το Ηνωμένο Βασίλειο στην British Energy plc, ΕΕ 2005, L 142, σ. 26, αιτιολογική σκέψη 239) και κατά την οποία ένας σκοπός που καλύπτεται από τη Συνθήκη Ευρατόμ μπορούσε να συνιστά σκοπό δημοσίου συμφέροντος υπό την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση 2006/643/ΕΚ της Επιτροπής, της 4ης Απριλίου 2006, σχετικά με την κρατική ενίσχυση που το Ηνωμένο Βασίλειο προτίθεται να χορηγήσει για τη σύσταση της Αρχής για τον παροπλισμό των πυρηνικών σταθμών, ΕΕ 2006, L 268, σ. 37, αιτιολογική σκέψη 162).

67

Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, συνάγεται το συμπέρασμα ότι από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει με επαρκή σαφήνεια ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι, ακόμη και αν τα επίμαχα μέτρα αφορούσαν την πυρηνική ενέργεια, καθόσον συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις, η συμβατότητά τους προς την εσωτερική αγορά έπρεπε να εκτιμηθεί κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Προκύπτει επίσης με επαρκή σαφήνεια από την εν λόγω αιτιολογία ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι, στο πλαίσιο της εφαρμογής της διατάξεως αυτής, ιδίως όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της προωθήσεως της πυρηνικής ενέργειας ως σκοπού δημοσίου συμφέροντος υπό την έννοια της διατάξεως αυτής, έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι διατάξεις της Συνθήκης Ευρατόμ. Επομένως, αυτές οι αιτιολογικές σκέψεις παρείχαν στη Δημοκρατία της Αυστρίας τη δυνατότητα να γνωρίζει τους λόγους που δικαιολογούσαν την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως και στο Γενικό Δικαστήριο τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχό του.

68

Επομένως, το πέμπτο σκέλος του ένατου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, πρέπει να απορριφθεί.

2.   Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, που αφορά το βάσιμο των εκτιμήσεων της Επιτροπής

69

Η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου προβάλλουν επιχειρήματα προκειμένου να αμφισβητήσουν το βάσιμο των εκτιμήσεων της Επιτροπής που περιλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 366 έως 374 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατ’ ουσίαν, τα εν λόγω κράτη μέλη υποστηρίζουν ότι, αντίθετα προς τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας ουδόλως εξυπηρετεί το κοινό συμφέρον.

70

Η Επιτροπή, η Τσεχική Δημοκρατία, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Ρουμανία, η Σλοβακική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβητούν το βάσιμο των επιχειρημάτων αυτών.

71

Πριν από την εξέταση των επιχειρημάτων που προβάλλουν η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου για να αμφισβητήσουν την ορθότητα του συμπεράσματος της Επιτροπής ότι η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας συνιστά σκοπό «κοινού» συμφέροντος, πρέπει, προκαταρκτικώς, να εξεταστεί κατά πόσον το άρθρο 107 ΣΛΕΕ εφαρμόζεται σε μέτρα που αφορούν τον τομέα της πυρηνικής ενέργειας και κατά πόσον πρέπει να ληφθούν υπόψη οι σκοποί της Συνθήκης Ευρατόμ στο πλαίσιο της εφαρμογής του.

α)   Επί της εφαρμογής του άρθρου 107 ΣΛΕΕ σε μέτρα που αφορούν τον τομέα της πυρηνικής ενέργειας και επί της συνεκτιμήσεως των σκοπών της Συνθήκης Ευρατόμ στο πλαίσιο της εφαρμογής της διατάξεως αυτής

72

Όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 107 ΣΛΕΕ σε μέτρα που αφορούν τον τομέα της πυρηνικής ενέργειας, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 106α, παράγραφος 3, της Συνθήκης Ευρατόμ, οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΕ και της Συνθήκης ΛΕΕ δεν παρεκκλίνουν από τις διατάξεις της Συνθήκης Ευρατόμ. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις της Συνθήκης Ευρατόμ συνιστούν ειδικούς κανόνες σε σχέση με τις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ και, επομένως, εισάγουν εξαίρεση από αυτές σε περίπτωση συγκρούσεως.

73

Πάντως, το γεγονός ότι οι διατάξεις της Συνθήκης Ευρατόμ συνιστούν ειδικούς κανόνες σε σχέση με τις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ δεν εμποδίζει την εφαρμογή του άρθρου 107 ΣΛΕΕ σε μέτρα με τα οποία επιδιώκεται σκοπός που εμπίπτει στη Συνθήκη Ευρατόμ. Πράγματι, στο μέτρο που η Συνθήκη Ευρατόμ δεν προβλέπει ειδικούς κανόνες συναφώς, οι διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ που αφορούν πολιτική της Ένωσης μπορούν να εφαρμοστούν σε τέτοια μέτρα [πρβλ. αποφάσεις της 29ης Μαρτίου 1990, Ελλάδα κατά Συμβουλίου, C‑62/88, EU:C:1990:153, σκέψη 17· της 12ης Απριλίου 2005, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, C‑61/03, EU:C:2005:210, σκέψη 44, και της 4ης Ιουνίου 2015, Kernkraftwerke Lippe-Ems, C‑5/14, EU:C:2015:354, σκέψεις 69 έως 82· βλ., επίσης, κατ’ αναλογίαν, γνωμοδότηση 1/94 (Συμφωνίες προσαρτημένες στη συμφωνία ΠΟΕ), της 15ης Νοεμβρίου 1994, EU:C:1994:384, σκέψη 24].

74

Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Συνθήκη Ευρατόμ δεν περιέχει εξαντλητικούς κανόνες στον τομέα του ανταγωνισμού που θα μπορούσαν να εμποδίσουν την εφαρμογή των κανόνων που προβλέπονται στον τίτλο VII, κεφάλαιο 1, της Συνθήκης ΛΕΕ. Ιδίως, η Συνθήκη Ευρατόμ δεν ρυθμίζει εξαντλητικά τις κρατικές ενισχύσεις.

75

Βεβαίως, ορισμένες διατάξεις της Συνθήκης Ευρατόμ, όπως το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, και οι διατάξεις του τίτλου II, κεφάλαιο 4, αφορούν τις επενδύσεις στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας. Εντούτοις, οι διατάξεις αυτές δεν θεσπίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες, παρά τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που προκαλούν, οι κρατικές ενισχύσεις που αφορούν επενδύσεις στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας μπορούν να θεωρηθούν συμβατές με την εσωτερική αγορά.

76

Κατά συνέπεια, το άρθρο 107 ΣΛΕΕ μπορεί να εφαρμοστεί στα επίμαχα μέτρα, ακόμη και αν επιδιώκουν σκοπό που εμπίπτει στη Συνθήκη Ευρατόμ.

77

Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το άρθρο 106α, παράγραφος 1, της Συνθήκης Ευρατόμ, το οποίο απαριθμεί ορισμένες διατάξεις της Συνθήκης ΕΕ και της Συνθήκης ΛΕΕ που εφαρμόζονται στη Συνθήκη Ευρατόμ. Όπως προκύπτει από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του πρωτοκόλλου 2 για την τροποποίηση της Συνθήκης Ευρατόμ που προσαρτήθηκε στη Συνθήκη της Λισσαβώνας (ΕΕ 2007, C 306, σ. 199), η διάταξη αυτή προσαρμόζει απλώς την εν λόγω Συνθήκη στους νέους κανόνες που θεσπίζει η Συνθήκη ΕΕ και η Συνθήκη ΛΕΕ, ιδίως στον θεσμικό και τον δημοσιονομικό τομέα. Αντιθέτως, από τη διάταξη αυτή δεν μπορεί να συναχθεί ότι το σύνολο των διατάξεων της Συνθήκης ΕΕ και της Συνθήκης ΛΕΕ των οποίων δεν γίνεται μνεία δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε μέτρα που επιδιώκουν σκοπούς οι οποίοι εμπίπτουν στον τομέα της Συνθήκης Ευρατόμ. Πράγματι, μια τέτοια ερμηνεία του άρθρου 106α, παράγραφος 1, της Συνθήκης Ευρατόμ δεν συνάδει προς την παράγραφο 3 του άρθρου αυτού, από το οποίο μπορεί να συναχθεί ότι, κατ’ αρχήν, οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΕ και της Συνθήκης ΛΕΕ μπορούν να εφαρμοστούν στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας και ότι μόνο στο μέτρο που η Συνθήκη Ευρατόμ προβλέπει ειδικούς κανόνες οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΕ και της Συνθήκης ΛΕΕ δεν εφαρμόζονται.

78

Επομένως, το άρθρο 107 ΣΛΕΕ εφαρμόζεται στα επίμαχα μέτρα. Ωστόσο, στο πλαίσιο της εφαρμογής της διατάξεως αυτής σε μέτρα που αφορούν τον τομέα της πυρηνικής ενέργειας, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι διατάξεις και οι σκοποί της Συνθήκης Ευρατόμ.

β)   Επί των επιχειρημάτων που προβάλλονται προς αμφισβήτηση του συμπεράσματος της Επιτροπής, ότι η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας συνιστά σκοπό «κοινού» συμφέροντος

79

Τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου προς αμφισβήτηση του συμπεράσματος της Επιτροπής, που περιλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 374 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο σκοπός της προωθήσεως της πυρηνικής ενέργειας που επιδίωκε το Ηνωμένο Βασίλειο με τα επίμαχα μέτρα, δηλαδή η δημιουργία νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, συνιστά σκοπό «κοινού» συμφέροντος, πρέπει να εξεταστεί λαμβανομένων υπόψη των διαπιστώσεων που εκτίθενται στις σκέψεις 72 έως 78 ανωτέρω.

80

Πρώτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου διατείνονται ότι, εάν ένας σκοπός δεν λαμβάνει υπόψη τα δικαιολογημένα συμφέροντα έστω και ενός μόνο κράτους μέλους, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως σκοπός κοινού συμφέροντος και υπογραμμίζουν επίσης ότι ορισμένα κράτη μέλη αρνούνταν παγίως να αναγνωρίσουν ότι η κατασκευή νέων πυρηνικών αντιδραστήρων συνιστούσε σκοπό κοινού ευρωπαϊκού συμφέροντος.

81

Η Επιτροπή, η Τσεχική Δημοκρατία, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Ρουμανία, η Σλοβακική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβητούν την ορθότητα των επιχειρημάτων αυτών.

82

Κατά πρώτον, υπενθυμίζεται συναφώς ότι, δυνάμει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, οι ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον.

83

Κατά δεύτερον, επιβάλλεται να τονιστεί ότι, βεβαίως, με τη σκέψη 125 της αποφάσεως της 15ης Ιουνίου 2010, Mediaset κατά Επιτροπής (Τ-177/07, EU:T:2010:233), το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, για να είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, η ενίσχυση πρέπει να κατατείνει στην επίτευξη σκοπού «γενικού» συμφέροντος και να είναι πρόσφορη, απαραίτητη και σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας σε σχέση με τον σκοπό αυτόν.

84

Εντούτοις, η αναφορά, στην απόφαση της 15ης Ιουνίου 2010, Mediaset κατά Επιτροπής (Τ-177/07, EU:T:2010:233), στην επιδίωξη σκοπού «γενικού» συμφέροντος, δεν σημαίνει ότι μόνον οι σκοποί που εξυπηρετούν το συμφέρον όλων ή της πλειονότητας των κρατών μελών θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ.

85

Πράγματι, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, επιβάλλεται να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, του σκοπού που επιδιώκεται από κράτος μέλος, ο οποίος μπορεί να συνίσταται, ιδίως, στην ανάπτυξη μιας δραστηριότητας και, αφετέρου, της προϋποθέσεως σύμφωνα με την οποία η κρατική ενίσχυση δεν πρέπει να αλλοιώνει τους όρους των συναλλαγών σε βαθμό αντίθετο με το κοινό συμφέρον.

86

Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ περιορίζει τους σκοπούς που μπορούν να επιδιώκουν τα κράτη μέλη σε αυτούς που εξυπηρετούν το συμφέρον του συνόλου ή της πλειονότητας των κρατών μελών της Ένωσης. Συναφώς, παραπέμποντας σε «γενικό» συμφέρον, στη σκέψη 125 της αποφάσεως της 15ης Ιουνίου 2010, Mediaset κατά Επιτροπής (T‑177/07, EU:T:2010:233), το Γενικό Δικαστήριο ανέφερε απλώς ότι πρέπει να πρόκειται για δημόσιο συμφέρον και όχι μόνο για ιδιωτικό συμφέρον του δικαιούχου του μέτρου ενισχύσεως.

87

Όσον αφορά την έννοια του κοινού συμφέροντος, που μνημονεύεται στο τέλος του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, υπενθυμίζεται ότι η έννοια αυτή αφορά τη στάθμιση μεταξύ των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων που απορρέουν από μέτρο ενισχύσεως και αποκλείει την έγκριση μέτρων που αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον. Επομένως, εντάσσεται σε μεταγενέστερο στάδιο της εξετάσεως που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως. Κατά συνέπεια, από την έννοια αυτή δεν μπορεί να συναχθεί ότι οι σκοποί δημοσίου συμφέροντος που μπορούν να επιδιώκουν τα κράτη μέλη περιορίζονται σε αυτούς που είναι κοινοί στο σύνολο ή στην πλειονότητα των κρατών μελών.

88

Η διαπίστωση της Επιτροπής, στην αιτιολογική σκέψη 374 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα επίμαχα μέτρα εξυπηρετούν στόχο «κοινού» συμφέροντος, πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των εκτιμήσεων αυτών. Η εν λόγω αιτιολογική σκέψη περιλαμβάνεται στο σημείο 9.2 της εν λόγω αποφάσεως, με το οποίο η Επιτροπή αποφάνθηκε επί του ζητήματος αν η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας συνιστά θεμιτώς επιδιωκόμενο σκοπό δυνάμει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Επομένως, με την εν λόγω αιτιολογική σκέψη, η Επιτροπή απλώς διαπιστώνει ότι, υπό το πρίσμα των διατάξεων της Συνθήκης Ευρατόμ, δικαιολογημένα το Ηνωμένο Βασίλειο έκρινε ότι η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας συνιστά σκοπό δημοσίου συμφέροντος υπό την έννοια της εν λόγω διατάξεως. Αντιθέτως, στην ως άνω αιτιολογική σκέψη, η Επιτροπή δεν διαπίστωσε ότι ο σκοπός αυτός ήταν κοινός στο σύνολο ή στην πλειονότητα των κρατών μελών. Ούτε αποφάνθηκε ως προς το ζήτημα αν τα επίμαχα μέτρα αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο στο κοινό συμφέρον. Πράγματι, από την οικονομία της αποφάσεως αυτής προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή εξέτασε το ζήτημα αυτό σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή στα σημεία 9.3 έως 9.6 της ίδιας αποφάσεως.

89

Λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων σκέψεων, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα που αντλεί η Δημοκρατία της Αυστρίας από το γεγονός ότι, με την αιτιολογική σκέψη 374 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη το γεγονός ότι ορισμένα κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων η Δημοκρατία της Αυστρίας, είχαν ανέκαθεν απορρίψει την ιδέα της κατασκευής νέων πυρηνικών αντιδραστήρων.

90

Δεύτερον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι, στις αιτιολογικές σκέψεις 366 έως 374 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη ότι ο αναγκαίος χαρακτήρας ενισχύσεως και οι επιπτώσεις της στις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών έπρεπε να εκτιμηθούν από τη σκοπιά της Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, προβάλλει ότι οι έννοιες του κοινού συμφέροντος των οποίων γίνεται μνεία στο πλαίσιο του άρθρου 34 ΣΕΕ και του άρθρου 142 ΣΛΕΕ αφορούν και το συμφέρον του συνόλου των κρατών μελών.

91

Τα ανωτέρω επιχειρήματα πρέπει να απορριφθούν.

92

Συναφώς, αρκεί να τονιστεί ότι, με τις αιτιολογικές σκέψεις 366 έως 374 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι, στο μέτρο που το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ προβλέπει ότι οι κρατικές ενισχύσεις δεν πρέπει να αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο στο κοινό συμφέρον, πρέπει να ληφθεί υπόψη το συμφέρον της Ένωσης και του συνόλου των κρατών μελών. Πράγματι, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 88 ανωτέρω, με τις εν λόγω αιτιολογικές σκέψεις, η Επιτροπή δεν αποφάνθηκε επί της ως άνω σταθμίσεως συμφερόντων, αλλά μόνο επί του ζητήματος αν το Ηνωμένο Βασίλειο μπορούσε να ορίσει την προώθηση της πυρηνικής ενέργειας ως σκοπό δημοσίου συμφέροντος.

93

Τρίτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει επιχειρήματα για να κλονίσει το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να επιδιώκει την προώθηση της πυρηνικής ενέργειας και, ειδικότερα, τη δημιουργία νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, ως σκοπό δημοσίου συμφέροντος κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Κατά πρώτον, το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της Συνθήκης Ευρατόμ δεν απευθύνεται στα κράτη μέλη. Κατά δεύτερον, η διάταξη αυτή αφορά μόνο τις βασικές εγκαταστάσεις που είναι αναγκαίες για την ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας. Το Hinkley Point C δεν φαίνεται όμως να είναι τόσο αναγκαία εγκατάσταση. Κατά τρίτον, ο σκοπός της προωθήσεως της πυρηνικής ενέργειας είχε ήδη επιτευχθεί, διότι πολλοί πυρηνικοί σταθμοί είχαν ήδη κατασκευαστεί σε όλη την Ευρώπη. Κατά τέταρτον, η Επιτροπή αγνόησε το ιστορικό πλαίσιο της Συνθήκης Ευρατόμ και τους περιορισμούς που απορρέουν από αυτό.

94

Η Επιτροπή, η Τσεχική Δημοκρατία, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Ρουμανία, η Σλοβακική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβητούν την ορθότητα των επιχειρημάτων αυτών.

95

Συναφώς, όπως διαπιστώθηκε με τις σκέψεις 80 έως 89 ανωτέρω, δυνάμει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος που επιδιώκεται με το επίμαχο μέτρο δεν πρέπει κατ’ ανάγκη να συνιστά σκοπό τον οποίο συμμερίζεται το σύνολο ή η πλειονότητα των κρατών μελών.

96

Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, όπως εκτέθηκε με τις σκέψεις 72 έως 78 ανωτέρω, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 107 ΣΛΕΕ σε μέτρα που επιδιώκουν σκοπό εμπίπτοντα στη Συνθήκη Ευρατόμ, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι διατάξεις και οι σκοποί της Συνθήκης Ευρατόμ. Όμως, σύμφωνα με το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης Ευρατόμ, η Κοινότητα έχει ως αποστολή να συμβάλει διά της δημιουργίας των αναγκαίων προϋποθέσεων στην ταχεία ίδρυση και ανάπτυξη των πυρηνικών βιομηχανιών, στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου εντός των κρατών μελών και στην ανάπτυξη των συναλλαγών με τις άλλες χώρες. Σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της Συνθήκης Ευρατόμ, για την εκπλήρωση της αποστολής της, η Κοινότητα Ευρατόμ οφείλει, κατά τους όρους της εν λόγω Συνθήκης, να διευκολύνει τις επενδύσεις και να εξασφαλίζει, ιδίως διά της ενθαρρύνσεως της πρωτοβουλίας των επιχειρήσεων, τη δημιουργία των βασικών εγκαταστάσεων που είναι αναγκαίες για την ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας εντός της Κοινότητας.

97

Λαμβανομένων υπόψη του άρθρων 1, δεύτερο εδάφιο, και του άρθρου 2, στοιχείο γʹ, της Συνθήκης Ευρατόμ, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε σφάλμα, καθόσον εκτίμησε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο μπορούσε να ορίσει την προώθηση της πυρηνικής ενέργειας και ειδικότερα την ενθάρρυνση για τη δημιουργία νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, ως σκοπό δημοσίου συμφέροντος, υπό την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Πράγματι, αφενός, ο σκοπός αυτός συνδέεται με αυτόν της Κοινότητας Ευρατόμ που συνίσταται στη διευκόλυνση των επενδύσεων στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας και από το άρθρο 192, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης Ευρατόμ προκύπτει ότι τα κράτη μέλη διευκολύνουν την Κοινότητα Ευρατόμ να εκπληρώσει την αποστολή της. Αφετέρου, από το άρθρο 194, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι κάθε κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να επιλέξει μεταξύ διαφόρων ενεργειακών πηγών αυτές τις οποίες προτιμά.

98

Κανένα από τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας δεν μπορεί να αναιρέσει το συμπέρασμα αυτό.

99

Πρώτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται, εν ολίγοις, ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το ιστορικό πλαίσιο της Συνθήκης Ευρατόμ και τους περιορισμούς που απορρέουν από αυτό. Η ευφορία για την πυρηνική ενέργεια κατά τον χρόνο συνάψεως της Συνθήκης Ευρατόμ έδωσε, σήμερα, σε πολλά κράτη μέλη, τη θέση της σε ένα σαφή σκεπτικισμό τον οποίο συμμερίζεται μεγάλη μερίδα του πληθυσμού και ο οποίος φτάνει μέχρι την πλήρη απόρριψη και την ολοκληρωτική εγκατάλειψη αυτής της μορφής παραγωγής ενέργειας. Αντίθετα προς τις άλλες διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου, οι διατάξεις της Συνθήκης Ευρατόμ δεν αναθεωρήθηκαν και συνιστούν, επομένως, κανόνες προγενέστερους της Συνθήκης ΛΕΕ.

100

Τα ανωτέρω επιχειρήματα πρέπει να απορριφθούν.

101

Πράγματι, αντίθετα προς ό,τι αφήνει να εννοηθεί η Δημοκρατία της Αυστρίας, οι διατάξεις της Συνθήκης Ευρατόμ είναι πλήρως σε ισχύ και η Συνθήκη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νόμος προγενέστερος της Συνθήκης ΛΕΕ. Πράγματι, αφενός, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 208 της Συνθήκης Ευρατόμ, αυτή ισχύει επί απεριόριστο χρόνο και ότι από την πρώτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του πρωτοκόλλου 2 για την τροποποίηση της Συνθήκης Ευρατόμ που προσαρτήθηκε στη Συνθήκη της Λισσαβώνας προκύπτει ότι οι διατάξεις της Συνθήκης Ευρατόμ εξακολουθούν να παράγουν πλήρως τα έννομα αποτελέσματά τους. Αφετέρου, από το πρωτόκολλο αυτό προκύπτει ότι η Συνθήκη της Λισσαβώνας τροποποίησε και επιβεβαίωσε όχι μόνο τη Συνθήκη ΛΕΕ και τη Συνθήκη ΕΕ, αλλά και τη Συνθήκη Ευρατόμ.

102

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει επίσης να απορριφθεί το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι από τη δήλωση αριθ. 54, η οποία περιλαμβάνεται στις δηλώσεις που προσαρτήθηκαν στην τελική πράξη της διακυβερνητικής διασκέψεως που υιοθέτησε τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, προκύπτει ότι η Συνθήκη Ευρατόμ είναι απαρχαιωμένη. Πράγματι, το γεγονός και μόνον ότι πέντε κράτη μέλη σημείωσαν ότι οι διατάξεις της Συνθήκης Ευρατόμ δεν έχουν τροποποιηθεί ουσιαστικά από την έναρξη ισχύος της και ότι πρέπει να εκσυγχρονιστούν, δεν μπορεί να κλονίσει το συμπέρασμα ότι οι διατάξεις της Συνθήκης Ευρατόμ είναι σε πλήρη ισχύ.

103

Εξάλλου, στο μέτρο που η Δημοκρατία της Αυστρίας επικαλείται την κοινή δήλωση των πληρεξουσίων για την εφαρμογή της Συνθήκης Ευρατόμ στο πλαίσιο των πράξεων περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Νορβηγίας, της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ένωση (ΕΕ 1994, C 241, σ. 382), αρκεί να τονιστεί ότι από τη δήλωση αυτή προκύπτει ότι τα κράτη μέλη αποφασίζουν, ανάλογα με τον πολιτικό τους προσανατολισμό, να παραγάγουν ή να μη παραγάγουν πυρηνική ενέργεια. Από τη δήλωση αυτή δεν συνάγεται ότι η εκ μέρους κράτους μέλους προώθηση της πυρηνικής ενέργειας δεν μπορεί να συνιστά σκοπό δημοσίου συμφέροντος, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, τον οποίο αποφασίζει ενδεχομένως να επιδιώξει ένα κράτος μέλος.

104

Δεύτερον, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της Συνθήκης Ευρατόμ αφορά αποκλειστικά τις βασικές εγκαταστάσεις που είναι αναγκαίες για την ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας και ότι ο σκοπός της προωθήσεως της πυρηνικής ενέργειας έχει ήδη επιτευχθεί.

105

Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται στο άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ και ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στην ανάπτυξη μιας δραστηριότητας. Επιβάλλεται, όμως, η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε σφάλμα καθόσον έκρινε ότι η κατασκευή του Hinkley Point C αποσκοπούσε στην ανάπτυξη δραστηριότητας κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως. Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 194, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει το δικαίωμα να επιλέξει μεταξύ διαφόρων πηγών ενέργειας. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει, ιδίως, από την αιτιολογική σκέψη 510 της προσβαλλομένης αποφάσεως και από τις αιτιολογικές σκέψεις 6 και 7 της αποφάσεως κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας, σκοπός της κατασκευής του Hinkley Point C ήταν να αντικατασταθούν οι γηράσκουσες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, των οποίων είχε προγραμματιστεί το κλείσιμο. Εξάλλου, είναι σαφές ότι η τεχνολογία που πρέπει να χρησιμοποιηθεί στην εν λόγω μονάδα είναι πιο ανεπτυγμένη από αυτή που χρησιμοποιείται στους υφιστάμενους πυρηνικούς σταθμούς.

106

Λαμβανομένων υπόψη των σκέψεων αυτών, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα που αντλεί η Δημοκρατία της Αυστρίας από το γεγονός ότι το Hinkley Point C δεν ήταν βασική εγκατάσταση αναγκαία για την ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας και από το ότι ο σκοπός της προωθήσεως της πυρηνικής ενέργειας είχε ήδη επιτευχθεί.

107

Τρίτον, το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της Συνθήκης Ευρατόμ δεν απευθύνεται στα κράτη μέλη πρέπει επίσης να απορριφθεί. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, ακόμη και αν η διάταξη αυτή δεν αφορά άμεσα τα κράτη μέλη, αλλά την Κοινότητα Ευρατόμ, το Ηνωμένο Βασίλειο μπορούσε να τη λάβει υπόψη, βάσει του άρθρου 192, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω Συνθήκης, κατά το οποίο τα κράτη μέλη διευκολύνουν την Κοινότητα Ευρατόμ στην εκτέλεση της αποστολής της.

108

Τέταρτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας ισχυρίζεται ότι, αν η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας θεωρούνταν ως σκοπός δημοσίου συμφέροντος κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, θα ήταν δυνατόν να δικαιολογηθεί κάθε μέτρο που επιδιώκει τον σκοπό αυτόν. Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί ότι, με την αιτιολογική σκέψη 374 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή περιορίσθηκε στη διαπίστωση ότι η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας συνιστούσε σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Αντιθέτως, με την εν λόγω αιτιολογική σκέψη, δεν εξέτασε αν, υπό το πρίσμα του σκοπού αυτού, τα επίμαχα μέτρα ήταν πρόσφορα, αναγκαία και σύμφωνα προς την αρχή της αναλογικότητας. Συγκεκριμένα, το ζήτημα αυτό το εξέτασε στα σημεία 9.3 έως 9.6 της εν λόγω αποφάσεως.

109

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το σύνολο των επιχειρημάτων με τα οποία επιδιώκεται να αποδειχθεί ότι οι διατάξεις της Συνθήκης Ευρατόμ δεν επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας και, ειδικότερα, η δημιουργία νέων μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας συνιστούν σκοπό δημοσίου συμφέροντος κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ.

110

Τέταρτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου διατείνονται ότι υπάρχει σύγκρουση μεταξύ της προωθήσεως της πυρηνικής ενέργειας, αφενός, και των αρχών της προστασίας του περιβάλλοντος, της προφυλάξεως, της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει» και της αειφορίας, καθώς και ορισμένων από τους σκοπούς του άρθρου 194, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, όπως η προώθηση της ενεργειακής αποδοτικότητας, η ανάπτυξη νέων πηγών ενέργειας και η προώθηση των ενεργειακών δικτύων, αφετέρου. Κατά τα κράτη μέλη αυτά, η Επιτροπή δεν έπρεπε να δώσει απόλυτο προβάδισμα στον σκοπό της προωθήσεως της πυρηνικής ενέργειας, αλλά όφειλε να λάβει υπόψη τη σύγκρουση μεταξύ των προαναφερθεισών αρχών. Στο πλαίσιο αυτό, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου μνημονεύει και τον κίνδυνο τρομοκρατικών χτυπημάτων.

111

Η Επιτροπή, η Τσεχική Δημοκρατία, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Ρουμανία, η Σλοβακική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβητούν την ορθότητα των επιχειρημάτων αυτών.

112

Πρέπει να τονιστεί συναφώς ότι, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών που επιδιώκονται με τη Συνθήκη Ευρατόμ, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι αρχές που επικαλούνται η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου απαγορεύουν στα κράτη μέλη να ορίσουν την προώθηση της πυρηνικής ενέργειας ως σκοπό δημοσίου συμφέροντος κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Εφόσον πρόκειται για τις αρχές τις οποίες τα εν λόγω κράτη μέλη αντλούν από τη Συνθήκη ΛΕΕ, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 106α, παράγραφος 3, της Συνθήκης Ευρατόμ, οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΕ και της Συνθήκης ΛΕΕ δεν παρεκκλίνουν από τις διατάξεις της Συνθήκης Ευρατόμ.

113

Εξάλλου, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου που αντλείται από το γεγονός ότι η Επιτροπή έδωσε απόλυτο προβάδισμα στον σκοπό της προωθήσεως της πυρηνικής ενέργειας. Αρκεί να υπομνησθεί, συναφώς, ότι στο σημείο 9.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε απλώς ότι η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας συνιστούσε σκοπό δημοσίου συμφέροντος υπό την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Αντιθέτως, στο στάδιο αυτό της αναλύσεώς της, δεν εξέτασε αν τα επίμαχα μέτρα συνάδουν προς την αρχή της αναλογικότητας.

114

Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, καθόσον κατατείνουν να αποδείξουν ότι η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας δεν μπορεί να συνιστά σκοπό δημοσίου συμφέροντος κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, πρέπει να απορριφθούν. Πάντως, στο μέτρο που τα επιχειρήματα αυτά κατατείνουν στην αμφισβήτηση των συμπερασμάτων της Επιτροπής ως προς τον αναλογικό χαρακτήρα των επίμαχων μέτρων, θα ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της εξετάσεως του έκτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.

115

Πέμπτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι από τα πυρηνικά προγράμματα ενδεικτικού χαρακτήρα που δημοσιεύει περιοδικά η Επιτροπή προκύπτει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 40 της Συνθήκης Ευρατόμ, οι επενδύσεις στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως σκοποί κοινού συμφέροντος.

116

Η Επιτροπή, η Τσεχική Δημοκρατία, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Ρουμανία, η Σλοβακική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβητούν την ορθότητα των επιχειρημάτων αυτών.

117

Επισημαίνεται συναφώς ότι, κατά πρώτον, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των πυρηνικών προγραμμάτων ενδεικτικού χαρακτήρα (βλ. άρθρο 40 της Συνθήκης Ευρατόμ), οι διαπιστώσεις της Επιτροπής, οι οποίες περιλαμβάνονται στα προγράμματα αυτά, δεν μπορούν να κλονίσουν τις εκτιμήσεις που παρατίθενται στις σκέψεις 79 έως 115 ανωτέρω, οι οποίες στηρίζονται στις διατάξεις της Συνθήκης Ευρατόμ και της Συνθήκης ΛΕΕ.

118

Κατά δεύτερον, διαπιστώνεται ότι, εν πάση περιπτώσει, ουδόλως προκύπτει από τα πυρηνικά προγράμματα ενδεικτικού χαρακτήρα που μνημονεύει η Δημοκρατία της Αυστρίας ότι η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας δεν συνιστά δραστηριότητα της οποίας η ανάπτυξη θα μπορούσε να διευκολυνθεί δυνάμει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ.

119

Πράγματι, αφενός, στο μέτρο που η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι από το σημείο 7 του πυρηνικού προγράμματος ενδεικτικού χαρακτήρα της 4ης Οκτωβρίου 2007, COM(2007) 565 τελικό, συνάγεται ότι απόκειται στα κράτη μέλη να επιλέξουν ή όχι την πυρηνική ενέργεια, επιβεβαιώνεται το δικαίωμα του Ηνωμένου Βασιλείου να προωθήσει την ενέργεια αυτή (βλ. σκέψη 97 ανωτέρω).

120

Αφετέρου, στο μέτρο που η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι από τη σελίδα 18 του πυρηνικού προγράμματος ενδεικτικού χαρακτήρα της 25ης Σεπτεμβρίου 1996, COM(1996) 339 τελικό, από το σημείο 3.3 του προγράμματος της 13ης Νοεμβρίου 2008, COM(2008) 776 τελικό, και από την παράγραφο 4.2 του προγράμματος της 4ης Οκτωβρίου 2007, COM(2007) 565 τελικό, προκύπτει ότι, λαμβανομένης υπόψη της ανταγωνιστικότητας της πυρηνικής ενέργειας, καμία κρατική ενίσχυση δεν θα έπρεπε να χορηγείται στον τομέα αυτόν, αρκεί να τονιστεί ότι το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να κλονίσει το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας μπορεί να συνιστά σκοπό δημοσίου συμφέροντος κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Θα μπορούσε μόνο να κλονίσει το συμπέρασμα της Επιτροπής ως προς τον αναγκαίο χαρακτήρα των επίμαχων μέτρων. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα αυτό είναι αλυσιτελές εν προκειμένω, αλλά θα ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αφορά τα συμπεράσματα της Επιτροπής ως προς την ανάγκη παρεμβάσεως του κράτους.

121

Επομένως, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα που στηρίζονται στα πυρηνικά προγράμματα ενδεικτικού χαρακτήρα που δημοσιεύει η Επιτροπή.

122

Έκτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν ανέλυσε σε βάθος τις σκέψεις της όσον αφορά τους σκοπούς της διαφοροποιήσεως και της ασφάλειας του εφοδιασμού. Από την πλευρά του, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου υποστηρίζει ότι η ασφάλεια του εφοδιασμού δεν διασφαλίζεται, διότι το ουράνιο θα έπρεπε να εισάγεται από χώρες που βρίσκονται εκτός Ένωσης.

123

Αρκεί να τονιστεί συναφώς ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις 366 έως 374 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή θεώρησε την προώθηση της πυρηνικής ενέργειας ως σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος μπορεί, αφ’ εαυτού, να δικαιολογήσει τα επίμαχα μέτρα. Αντιθέτως, επισημαίνοντας, στην αιτιολογική σκέψη 374 της εν λόγω αποφάσεως, ότι η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας μπορούσε επίσης να συμβάλει στην επίτευξη των σκοπών της διαφοροποιήσεως και της ασφάλειας του εφοδιασμού, δεν διαπίστωσε ότι οι εν λόγω δύο άλλοι σκοποί μπορούσαν, αφ’ εαυτών και αυτοτελώς, να δικαιολογήσουν τα επίμαχα μέτρα. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν ανέλυσε σε βάθος τις σκέψεις της σε σχέση με τους σκοπούς της διαφοροποιήσεως και της ασφάλειας του εφοδιασμού στο πλαίσιο του σημείου 9.2 της αποφάσεως αυτής.

124

Κατά συνέπεια, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.

125

Έβδομον, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει επίσης επιχειρήματα που αντλούνται, πρώτον, από εσφαλμένο ορισμό της αγοράς, δεύτερον, από απουσία αδυναμίας της αγοράς στον τομέα της κατασκευής και της εκμεταλλεύσεως πυρηνικών σταθμών, τρίτον, από τον χαρακτηρισμό των επίμαχων μέτρων ως επενδυτικής ενισχύσεως, και, τέταρτον, από τον επηρεασμό των συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών.

126

Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι τα επίμαχα επιχειρήματα αφορούν στάδια του ελέγχου που πρέπει να διενεργηθεί κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, τα οποία είναι μεταγενέστερα του καθορισμού του επιδιωκόμενου σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να καταδείξουν πρόδηλο σφάλμα της Επιτροπής όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της προωθήσεως της πυρηνικής ενέργειας ως σκοπού δημοσίου συμφέροντος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.

127

Τα επιχειρήματα αυτά είναι, επομένως, αλυσιτελή, καθόσον προβλήθηκαν προς στήριξη του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως. Ωστόσο, το πρώτο επιχείρημα, που αντλείται από εσφαλμένο ορισμό της αγοράς, και το δεύτερο επιχείρημα, που αντλείται από απουσία αδυναμίας της αγοράς, θα ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από το γεγονός ότι η Επιτροπή δέχθηκε την ύπαρξη χωριστής αγοράς πυρηνικής ενέργειας και από το γεγονός ότι η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας δεν παρουσίαζε αδυναμίες. Το τρίτο επιχείρημα, σχετικά με τον χαρακτηρισμό των επίμαχων μέτρων ως επενδυτικών ενισχύσεων, θα εξεταστεί στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από το γεγονός ότι τα επίμαχα μέτρα θα έπρεπε να χαρακτηρισθούν ως λειτουργικές ενισχύσεις. Το τέταρτο επιχείρημα, που αντλείται από τον επηρεασμό των όρων των συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών, θα εξεταστεί στο πλαίσιο του έκτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο επιχειρείται να καταδειχθεί ότι δήθεν εσφαλμένα η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα επίμαχα μέτρα ήταν σύμφωνα προς την αρχή της αναλογικότητας.

128

Λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων σκέψεων, πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως, υπό την επιφύλαξη των επιχειρημάτων των οποίων γίνεται μνεία στις σκέψεις 114, 120 και 125 ανωτέρω.

Γ. Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι εσφαλμένως η Επιτροπή διαπίστωσε ότι στο Hinkley Point C χρησιμοποιείται νέα τεχνολογία

129

Ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως αφορά τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, οι οποίες περιλαμβάνονται στην αιτιολογική σκέψη 392 της προσβαλλομένης αποφάσεως και σύμφωνα με τις οποίες οι επενδύσεις σε νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας αποσκοπούσαν στην επίτευξη του σκοπού δημοσίου συμφέροντος που έγκειται στην προώθηση της πυρηνικής ενέργειας, αφενός, και δεν θα πραγματοποιούνταν χωρίς την επέμβαση του Ηνωμένου Βασιλείου, αφετέρου.

130

Η Δημοκρατία της Αυστρίας εκτιμά ότι οι επίμαχες διαπιστώσεις είναι εσφαλμένες.

131

Πρώτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η Επιτροπή κακώς θεώρησε ότι η τεχνολογία που χρησιμοποιούνταν στο Hinkley Point C ήταν νέα τεχνολογία. Δεν πρόκειται για νέα τεχνολογία, αλλά για δοκιμασμένη τεχνολογία, δηλαδή για παραλλαγή του επί δεκαετίες χρησιμοποιούμενου αντιδραστήρα ύδατος υψηλής πιέσεως, ο οποίος παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες με πολλούς αντιδραστήρες που βρίσκονται σήμερα σε λειτουργία.

132

Η Επιτροπή, η Τσεχική Δημοκρατία, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Δημοκρατία της Πολωνίας και το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβητούν την ορθότητα του επιχειρήματος αυτού.

133

Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το εν λόγω επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας στηρίζεται στην υπόθεση ότι, με την αιτιολογική σκέψη 392 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η τεχνολογία που χρησιμοποιείται στο Hinkley Point C συνιστούσε νέα τεχνολογία.

134

Ωστόσο, η εν λόγω υπόθεση είναι εσφαλμένη.

135

Βεβαίως, στην απόδοση της αιτιολογικής σκέψεως 392 της προσβαλλομένης αποφάσεως στη γερμανική γλώσσα, περιλαμβάνεται η φράση «Investitionen in neue Nukleartechnologien» που παραπέμπει σε επενδύσεις σε νέες πυρηνικές τεχνολογίες.

136

Εντούτοις, όπως προκύπτει από την πρώτη σελίδα της προσβαλλομένης αποφάσεως, το κείμενο στην αγγλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό. Ωστόσο, στην αιτιολογική σκέψη 392 της αποφάσεως αυτής, στο αγγλικό κείμενο, περιλαμβάνεται η φράση «new nuclear investment» που παραπέμπει σε επενδύσεις σε νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας και αναφέρεται ότι οι επενδύσεις αυτές αποσκοπούν στην επίτευξη του σκοπού δημοσίου συμφέροντος ο οποίος εξαγγέλλεται στην ενότητα 9.2 της εν λόγω αποφάσεως και ότι τα επίμαχα μέτρα ήταν αναγκαία ενόψει, ιδίως, αυτού του ειδικού τύπου επενδύσεων. Επομένως, η εν λόγω αιτιολογική σκέψη δεν αναφέρεται σε νέες πυρηνικές τεχνολογίες, αλλά σε επενδύσεις σε τέτοιου είδους νέες μονάδες.

137

Αυτή η ερμηνεία της αιτιολογικής σκέψεως 392 της προσβαλλομένης αποφάσεως επιβεβαιώνεται, άλλωστε, από τις αιτιολογικές σκέψεις 375 έως 391 της εν λόγω αποφάσεως, οι οποίες προηγούνται του συμπεράσματος που περιλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 392 της αποφάσεως αυτής και στις οποίες η Επιτροπή ουδόλως αναφέρθηκε στη χρήση νέας πυρηνικής τεχνολογίας.

138

Επομένως, το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας στηρίζεται σε παρανόηση της αιτιολογικής σκέψεως 392 της προσβαλλομένης αποφάσεως και πρέπει να απορριφθεί.

139

Δεύτερον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα που η Δημοκρατία της Αυστρίας αντλεί από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν διευκρίνισε ποια οικονομική δραστηριότητα κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ υποτίθεται ότι προωθήθηκε από τα επίμαχα μέτρα. Συναφώς, αρκεί να τονιστεί ότι προκύπτει με επαρκή σαφήνεια από την αιτιολογική σκέψη 392 της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι πρόκειται για την προώθηση της πυρηνικής ενέργειας.

140

Τρίτον, πρέπει να εξεταστεί το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας που αντλείται από το γεγονός ότι το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ και το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της Συνθήκης Ευρατόμ απαιτούν την ύπαρξη αναπτύξεως και ότι ένα απλό μέτρο αντικαταστάσεως δεν πληροί την προϋπόθεση αυτή. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το επιχείρημα που αντλεί η Δημοκρατία της Αυστρίας από το γεγονός ότι το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) 651/2014 της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2014, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 107 και 108 ΣΛΕΕ (ΕΕ 2014, L 187, σ. 1), οι κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στους τομείς του περιβάλλοντος και της ενέργειας για την χρονική περίοδο 2014-2020 (ΕΕ 2014, C 200, σ. 1) και η ανακοίνωση της Επιτροπής για το πλαίσιο σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για την έρευνα και ανάπτυξη και την καινοτομία (ΕΕ 2014, C 198, σ. 1) αποκλείουν να θεωρηθούν συμβατά προς την εσωτερική αγορά μέτρα τα οποία κατατείνουν αποκλειστικά στο να παράσχουν σε επιχείρηση τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί τις τελευταίες τεχνολογικές εξελίξεις ή να συμμορφώνεται στα πρότυπα ασφαλείας ή στα περιβαλλοντικά πρότυπα που ισχύουν.

141

Συναφώς, κατά πρώτον, όσον αφορά τον κανονισμό 651/2014, αρκεί να τονιστεί ότι ο κανονισμός αυτός προβλέπει απλώς μια τυποποιημένη προσέγγιση απαλλαγής κατά κατηγορία, αλλά ότι δεν δεσμεύει την Επιτροπή στο πλαίσιο ατομικής εξετάσεως που διενεργείται απευθείας βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ.

142

Κατά δεύτερον, όσον αφορά τις κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στους τομείς του περιβάλλοντος και της ενέργειας για τη χρονική περίοδο 2014-2020 και την ανακοίνωση της Επιτροπής για το πλαίσιο σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για την έρευνα και ανάπτυξη και την καινοτομία, επισημαίνεται ότι τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ανάγονται, αφενός, στον σκοπό της υπερβάσεως των προτύπων της Ένωσης στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος και στον σκοπό βελτιώσεως του επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος, ελλείψει προτύπων της Ένωσης, των οποίων γίνεται μνεία στην παράγραφο 18, στοιχείο αʹ, των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, και, αφετέρου, σε σκοπούς σχετικά με την έρευνα, την ανάπτυξη και την καινοτομία. Ωστόσο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν αξιολόγησε τη συμβατότητα των επίμαχων μέτρων ενόψει των σκοπών αυτών. Επομένως, τα ως άνω επιχειρήματα πρέπει να απορριφθούν.

143

Κατά τρίτον, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ επιτάσσει, απλώς, τα μέτρα ενισχύσεως να κατατείνουν στην προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων. Από την άλλη πλευρά, το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της Συνθήκης Ευρατόμ αποσκοπεί στη διευκόλυνση των επενδύσεων και στην εξασφάλιση της δημιουργίας των βασικών εγκαταστάσεων που είναι αναγκαίες για την ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας εντός της Κοινότητας. Επομένως, καμία από τις δύο αυτές διατάξεις δεν απαιτεί την ύπαρξη τεχνολογικής καινοτομίας.

144

Κατά τέταρτον, διαπιστώνεται ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, ο σκοπός της προωθήσεως της πυρηνικής ενέργειας και, ειδικότερα, ο σκοπός της παρακινήσεως των επιχειρήσεων να επενδύσουν σε νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας ικανοποιεί τις επιταγές του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ και του άρθρου 2, στοιχείο γʹ, της Συνθήκης Ευρατόμ. Αντιθέτως προς το επιχείρημα που προβάλλει η Δημοκρατία της Αυστρίας, από το γεγονός ότι οι νέες αυτές μονάδες προορίζονταν να αντικαταστήσουν γηράσκουσες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας δεν μπορεί να συναχθεί ότι δεν συνέτρεχε ανάπτυξη υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων. Πράγματι, αφού οι γηράσκοντες πυρηνικοί σταθμοί πρέπει να κλείσουν (βλ. αιτιολογική σκέψη 510 της προσβαλλομένης αποφάσεως και αιτιολογικές σκέψεις 6 και 7 της αποφάσεως για την κίνηση επίσημης διαδικασίας έρευνας), η πυρηνική ενέργεια στο Ηνωμένο Βασίλειο θα αναπτυσσόταν λιγότερο ελλείψει επενδύσεων σε νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Εν πάση περιπτώσει, είναι σαφές ότι η τεχνολογία που θα πρέπει να χρησιμοποιείται στο Hinkley Point C είναι πιο προωθημένη από αυτή που χρησιμοποιείται στους πυρηνικούς σταθμούς τους οποίους προορίζεται να αντικαταστήσει. Πράγματι, ακόμη και αν η Δημοκρατία της Αυστρίας αμφισβητεί ότι πρόκειται για ουσιωδώς νέα τεχνολογία, παραδέχεται ότι πρόκειται για πιο ανεπτυγμένη τεχνολογία.

145

Επομένως, πρέπει να απορριφθούν και τα επιχειρήματα αυτά και, συνακολούθως, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του.

Δ. Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως και επί του πρώτου και του δεύτερου σκέλους του ένατου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με τον ορισμό της αγοράς, καθώς και τις εκτιμήσεις της Επιτροπής που στηρίζονται στην ανεπάρκεια της αγοράς

146

Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως και το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του ένατου λόγου ακυρώσεως, καθώς και τα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, τα οποία αντλούνται από τα πυρηνικά προγράμματα ενδεικτικού χαρακτήρα, από σφάλματα σχετικά με τον ορισμό της αγοράς και την απουσία ανεπάρκειας της αγοράς (σκέψεις 120 και 125 ανωτέρω), αφορούν τις σκέψεις που ανέπτυξε η Επιτροπή στο πλαίσιο του σημείου 9.3 της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπου διαπίστωσε ότι, χωρίς την κρατική παρέμβαση, δεν θα μπορούσαν να δημιουργηθούν εγκαίρως νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας.

147

Η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου εκτιμούν ότι οι σκέψεις αυτές είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένες και εσφαλμένες. Κατ’ ουσίαν, τα εν λόγω κράτη μέλη προβάλλουν τρεις ομάδες επιχειρημάτων. Πρώτον, υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η παρέμβαση του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν αναγκαία. Μόνο στην περίπτωση κατά την οποία είχε διαπιστώσει ότι η απελευθερωμένη αγορά παραγωγής και προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας ήταν ανεπαρκής θα μπορούσε να κηρύξει τα επίμαχα μέτρα συμβατά προς την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Ωστόσο, οι εκτιμήσεις της Επιτροπής συναφώς ήταν ανεπαρκώς αιτιολογημένες και, εν πάση περιπτώσει, προδήλως εσφαλμένες. Δεύτερον, τα εν λόγω κράτη μέλη προβάλλουν ότι η Επιτροπή κακώς στηρίχθηκε στην ύπαρξη αγοράς για την κατασκευή και την εκμετάλλευση πυρηνικών σταθμών και ότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το σημείο αυτό. Τρίτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η προσέγγιση που υιοθέτησε η Επιτροπή δημιούργησε προκατάληψη υπέρ της πυρηνικής ενέργειας.

1.   Επί των επιχειρημάτων που κατατείνουν στην ανατροπή του συμπεράσματος της Επιτροπής περί του αναγκαίου χαρακτήρα της παρεμβάσεως του Ηνωμένου Βασιλείου

148

Η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου διατείνονται ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ήταν αναγκαία η παρέμβαση του Ηνωμένου Βασιλείου. Κατά τα εν λόγω κράτη μέλη, τα επίμαχα μέτρα θα μπορούσαν να κηρυχθούν συμβατά με την εσωτερική αγορά, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή είχε διαπιστώσει ότι η απελευθερωμένη αγορά της παραγωγής και της προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας ήταν ανεπαρκής. Η παραγωγή, όμως, και η προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας θα μπορούσαν να διασφαλιστούν μέσω τεχνολογιών διαφορετικών από την πυρηνική τεχνολογία. Επομένως, η Επιτροπή δεν μπορούσε να διαπιστώσει ανεπάρκεια της αγοράς.

149

Η Επιτροπή, η Τσεχική Δημοκρατία, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Σλοβακική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο εκτιμούν ότι τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν.

150

Υπενθυμίζεται, εκ προοιμίου, ότι το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ δεν περιέχει ρητώς προϋπόθεση σχετικά με την ύπαρξη ανεπάρκειας της αγοράς. Πράγματι, η εν λόγω διάταξη απαιτεί μόνο η ενίσχυση να αφορά σκοπό δημοσίου συμφέροντος και να είναι πρόσφορη, αναγκαία και όχι δυσανάλογη (βλ. σκέψη 48 ανωτέρω). Επομένως, στο πλαίσιο της εφαρμογής της διατάξεως αυτής, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος που επιδιώκει το κράτος μέλος θα υλοποιούνταν χωρίς παρέμβαση του κράτους αυτού (πρβλ. απόφαση της 9ης Ιουνίου 2016, Magic Mountain Kletterhallen κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑162/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:341, σκέψη 77).

151

Πράγματι, μολονότι η ανεπάρκεια της αγοράς μπορεί να συνιστά κρίσιμο στοιχείο για να διαπιστωθεί η συμβατότητα κρατικής ενισχύσεως προς την εσωτερική αγορά, η απουσία ανεπάρκειας της αγοράς δεν έχει κατ’ ανάγκη ως συνέπεια ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ (αποφάσεις της 9ης Ιουνίου 2016, Magic Mountain Kletterhallen κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑162/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:341, σκέψεις 78 και 79, και της 18ης Ιανουαρίου 2017, Andersen κατά Επιτροπής, T‑92/11 RENV, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:14, σκέψη 69). Για παράδειγμα, κρατική παρέμβαση μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία κατά την έννοια της διατάξεως αυτής όταν οι δυνάμεις της αγοράς δεν μπορούν να υλοποιήσουν αφ’ εαυτών εγκαίρως τον σκοπό δημοσίου συμφέροντος που επιδιώκει το κράτος μέλος, ακόμη και αν, αυτή καθεαυτήν, η εν λόγω αγορά δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεπαρκής.

152

Οι αιτιάσεις της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου που κατατείνουν στην ανατροπή του συμπεράσματος της Επιτροπής ότι η παρέμβαση του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν αναγκαία για την υλοποίηση του σκοπού δημοσίου συμφέροντος που επιδίωκε, δηλαδή τη δημιουργία νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, πρέπει να εξεταστούν λαμβανομένων υπόψη των σκέψεων αυτών. Οι αιτιάσεις αυτές αντλούνται από το γεγονός ότι, πρώτον, η Επιτροπή δεν εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους έπρεπε να θεωρηθεί ότι οι επενδύσεις στο Hinkley Point C ήταν ειδικής φύσεως και καθιστούσαν αναγκαία την κρατική παρέμβαση, δεύτερον, οι περιλαμβανόμενες στο σημείο 9.3 της προσβαλλομένης αποφάσεως εκτιμήσεις της Επιτροπής πάσχουν λόγω ουσιαστικών και τυπικών σφαλμάτων, τρίτον, η Επιτροπή δεν εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους οι σκοποί ασφάλειας του εφοδιασμού και απαλλαγής από ανθρακούχες εκπομπές δεν μπορούσαν να επιτευχθούν χωρίς κρατικές ενισχύσεις και, τέταρτον, η Επιτροπή θα έπρεπε να διευκρινίσει περαιτέρω σε ποιο βαθμό το Hinkley Point C χρησιμοποιούσε νέες τεχνολογίες.

α)   Επί της αιτιάσεως που αντλείται από ανεπαρκή αιτιολογία όσον αφορά την ειδική φύση των επενδύσεων στο Hinkley Point C

153

Η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι, στην αιτιολογική σκέψη 392 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή αναφέρθηκε στον ειδικό χαρακτήρα των επενδύσεων στο Hinkley Point C, χωρίς, εντούτοις, να εκθέτει τους λόγους για τους οποίους πρέπει να θεωρείται ότι οι επενδύσεις αυτές είναι ειδικής φύσεως.

154

Η Επιτροπή αμφισβητεί την ορθότητα των επιχειρημάτων αυτών.

155

Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, με την αιτιολογική σκέψη 392 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή συνήγαγε το συμπέρασμα των εκτιμήσεων που εξέθεσε στις αιτιολογικές σκέψεις 381 έως 391 της εν λόγω αποφάσεως. Στις αιτιολογικές σκέψεις 382 και 383 της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή επισήμανε όμως, μεταξύ άλλων, ότι οι επενδύσεις στην πυρηνική ενέργεια ενέχουν σοβαρούς κινδύνους δεδομένου του συνδυασμού των υψηλών αρχικών κεφαλαιουχικών δαπανών, της μακρόχρονης κατασκευής και της μακράς περιόδου εκμεταλλεύσεως για την απόσβεση του κόστους της επενδύσεως. Κατά την Επιτροπή, δεν υφίστανται χρηματοδοτικά μέσα βασιζόμενα στην αγορά, ή άλλα είδη συμβάσεων για την προστασία έναντι αυτού του ουσιαστικού κινδύνου, φαινόμενο που αφορά ειδικά ορισμένες τεχνολογίες μεταξύ των οποίων και την πυρηνική ενέργεια. Πράγματι, τα μέσα που είναι διαθέσιμα στην αγορά δεν παρέχουν χρονικό ορίζοντα άνω των 10 ή 15 ετών, είτε με τη μορφή μακροπρόθεσμων συμβάσεων είτε ως μέσα αντισταθμίσεως κινδύνων. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή αναφέρθηκε επίσης, μεταξύ άλλων, στην εξαιρετικά μακρά και πολύπλοκη διάρκεια ζωής των πυρηνικών σταθμών, σε αντιδιαστολή με τις περισσότερες άλλες ενεργειακές υποδομές, μάλιστα δε με τις περισσότερες από τις άλλες επενδύσεις σε υποδομές γενικά. Ειδικότερα, επισήμανε, κατ’ αρχάς, ότι η κατασκευή ενός πυρηνικού σταθμού διαρκεί συνήθως από 8 έως 10 έτη, ενώ οι δαπάνες θα πρέπει να πραγματοποιηθούν πριν από τη δημιουργία εσόδων και οι κίνδυνοι βαρύνουν μόνο τον επενδυτή. Στη συνέχεια, η διάρκεια εκμεταλλεύσεως των 60 ετών χαρακτηρίζεται από τη δημιουργία εσόδων, αλλά αυτά βασίζονται σε αβέβαιη εξέλιξη των τιμών χονδρικής. Άλλωστε, η συνακόλουθη περίοδος παροπλισμού μπορεί να διαρκέσει 40 έτη, ενώ πρέπει να αποταμιευθούν χρήματα για την παύση λειτουργίας της εγκαταστάσεως. Επιπλέον, η αποθήκευση και επεξεργασία των άκρως ραδιενεργών πυρηνικών αποβλήτων πραγματοποιούνται κατά κανόνα επιτόπου πριν από τη μεταφορά των αποβλήτων σε εγκατάσταση εναποθέσεως, όπου αναμένεται να αποθηκευθούν επί πολλές χιλιετίες. Τέλος, υπάρχει κίνδυνος ομηρίας που δημιουργεί αβεβαιότητα για τους ιδιώτες επενδυτές, λόγω του ότι οι διαδοχικές κυβερνήσεις μπορούν να έχουν διαφορετικές απόψεις σχετικά με τη σκοπιμότητα της πυρηνικής τεχνολογίας, λαμβανομένου υπόψη του αμφιλεγόμενου χαρακτήρα της.

156

Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από τις εκτιμήσεις της Επιτροπής που περιλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 382 και 383 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτουν με επαρκή σαφήνεια οι λόγοι για τους οποίους θεωρεί ότι, χωρίς παρέμβαση του Ηνωμένου Βασιλείου, λαμβανομένης υπόψη, μεταξύ άλλων, της ελλείψεως χρηματοδοτικών μέσων που βασίζονται στην αγορά και άλλων ειδών συμβάσεων για την κάλυψη αυτών των ουσιαστικών κινδύνων, οι επενδύσεις σε νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας δεν θα πραγματοποιούνταν εγκαίρως.

157

Επομένως, η αντλούμενη από ανεπάρκεια της αιτιολογίας αιτίαση η οποία περιλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 392 της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί.

β)   Επί της αιτιάσεως που αποσκοπεί στο να καταδείξει την ύπαρξη ουσιαστικών και τυπικών σφαλμάτων λόγω των οποίων πάσχουν οι αιτιολογικές σκέψεις της Επιτροπής που εκτίθενται στο σημείο 9.3 της προσβαλλομένης αποφάσεως

158

Η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου προβάλλουν επιχειρήματα που αποσκοπούν στο να καταδείξουν ότι είναι εσφαλμένες οι εκτιθέμενες στο σημείο 9.3 της προσβαλλομένης αποφάσεως εκτιμήσεις της Επιτροπής, ότι, λαμβανομένης υπόψη της ελλείψεως χρηματοδοτικών μέσων που βασίζονται στην αγορά και άλλων ειδών συμβάσεων για την προστασία έναντι των ουσιαστικών κινδύνων που αντιμετωπίζουν οι επενδύσεις στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας, ήταν αναγκαία κρατική παρέμβαση για την επίτευξη του σκοπού προωθήσεως της πυρηνικής ενέργειας και, ειδικότερα, τον σκοπό της δημιουργίας νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Κατά τα εν λόγω κράτη μέλη, η Επιτροπή υπέπεσε συναφώς σε ουσιαστικά και τυπικά σφάλματα.

159

Η Επιτροπή, η Τσεχική Δημοκρατία, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Σλοβακική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο βάλλουν κατά των επιχειρημάτων αυτών. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ορισμένα από τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας προβάλλονται απαραδέκτως ως εκπρόθεσμα.

160

Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, η Επιτροπή απολαύει ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως της οποίας η άσκηση συνεπάγεται περίπλοκες αξιολογήσεις οικονομικής και κοινωνικής φύσεως. Ο σχετικός με την άσκηση της ευχέρειας αυτής δικαστικός έλεγχος περιορίζεται στην εξέταση του αν τηρήθηκαν οι σχετικοί με τη διαδικασία και την αιτιολογία κανόνες καθώς και στον έλεγχο της ακρίβειας των πραγματικών περιστατικών και της ελλείψεως πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως ή καταχρήσεως εξουσίας (αποφάσεις της 26ης Σεπτεμβρίου 2002, Ισπανία κατά Επιτροπής, C‑351/98, EU:C:2002:530, σκέψη 74, και της 29ης Απριλίου 2004, Ιταλία κατά Επιτροπής, C‑372/97, EU:C:2004:234, σκέψη 83).

161

Ωστόσο, το γεγονός ότι η Επιτροπή διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως σε οικονομικά ζητήματα δεν σημαίνει ότι ο δικαστής της Ένωσης δεν πρέπει να ελέγχει την εκ μέρους της ερμηνεία στοιχείων οικονομικής φύσεως. Συγκεκριμένα, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει, ειδικότερα, όχι μόνο να εξετάζει την ακρίβεια των αποδεικτικών στοιχείων των οποίων γίνεται επίκληση, την αξιοπιστία και τη συνοχή τους, αλλά και να ελέγχει αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των κρίσιμων δεδομένων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για να αξιολογηθεί μια περίπλοκη κατάσταση και αν τεκμηριώνουν τα συμπεράσματα που συνάγονται από αυτά. Πάντως, στο πλαίσιο του ανωτέρω ελέγχου, δεν εναπόκειται στον δικαστή της Ένωσης να υποκαταστήσει την οικονομική εκτίμηση της Επιτροπής με τη δική του. Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι, όταν πρόκειται για τις περιπτώσεις εκείνες όπου τα όργανα της Ένωσης διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, ο έλεγχος της τηρήσεως ορισμένων διαδικαστικών εγγυήσεων ενέχει θεμελιώδη σημασία. Κατά τη νομολογία, στις εγγυήσεις αυτές συγκαταλέγεται ιδίως η υποχρέωση του αρμοδίου οργάνου να εξετάζει επιμελώς και αμερολήπτως όλα τα κρίσιμα στοιχεία της συγκεκριμένης περιπτώσεως και να αιτιολογεί επαρκώς την απόφασή του (βλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2007, Ισπανία κατά Lenzing, C‑525/04 P, EU:C:2007:698, σκέψεις 56 έως 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

162

Τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου πρέπει να εξεταστούν λαμβανομένων υπόψη των αρχών αυτών.

163

Πρώτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι το γεγονός και μόνον ότι συγκεκριμένη επιχείρηση δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί στην αγορά δεν αρκεί για να διαπιστωθεί ότι ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος που επιδιώκει το κράτος μέλος δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς παρέμβασή του.

164

Το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.

165

Επισημαίνεται, συναφώς, ότι, με τις αιτιολογικές σκέψεις 381 έως 391 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν περιορίζεται στην εξέταση της ατομικής καταστάσεως της NNBG ή των επενδυτών της εταιρίας αυτής, αλλά αποφαίνεται γενικότερα επί του ζητήματος αν, χωρίς την παρέμβαση του Ηνωμένου Βασιλείου, θα κατασκευάζονταν νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας στο εν λόγω κράτος μέλος, λαμβανομένης υπόψη της ελλείψεως χρηματοδοτικών μέσων που βασίζονται στην αγορά και άλλων ειδών συμβάσεων για την προστασία έναντι των ουσιαστικών κινδύνων που απειλούν τις επενδύσεις στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας.

166

Δεύτερον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι το συμπέρασμα της Επιτροπής, που περιλαμβάνεται στις αιτιολογικές σκέψεις 382 και 383 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι δηλαδή δεν υπήρχαν πρόσφορα χρηματοδοτικά μέσα για επενδύσεις σε νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, δεν στηρίζεται σε αρκούντως τεκμηριωμένη και διεξοδική εξέταση και δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένο.

167

Κατά πρώτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη άλλες μορφές επενδύσεως, όπως η χρηματοδότηση από διεθνή κοινοπραξία ή οι ατομικές ενισχύσεις που χορηγούνται από χρηματοδότες οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να παράσχουν επαρκή μέσα συναφώς.

168

Πρέπει, συναφώς, να υπομνησθεί ότι, στις αιτιολογικές σκέψεις 381 έως 392 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέθεσε διεξοδικά τους λόγους για τους οποίους οι επενδύσεις στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας υπόκεινται σε σημαντικούς κινδύνους και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν χρηματοδοτικά μέσα που βασίζονται στην αγορά ή άλλα είδη συμβάσεων για την προστασία έναντι των κινδύνων αυτών. Αφού προέβη στη διαμόρφωση μοντέλων, διαπίστωσε, άλλωστε, ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, υφίστατο υψηλός βαθμός αβεβαιότητας ως προς την πραγματοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων σε νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας σε ρεαλιστικό χρονικό ορίζοντα.

169

Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, η απλή μνεία, από τη Δημοκρατία της Αυστρίας, της δυνατότητας χρηματοδοτήσεως από διεθνή κοινοπραξία ή ατομικές ενισχύσεις, οι οποίες θα χορηγούνταν ενδεχομένως από χρηματοδότες έχοντες τη δυνατότητα να παράσχουν επαρκή μέσα συναφώς, δεν μπορεί να καταδείξει ότι οι εν λόγω διαπιστώσεις της Επιτροπής είναι αποτέλεσμα πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως.

170

Πράγματι, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι η Επιτροπή, κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη δυνάμενη να δικαιολογήσει την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει τα προσκομισθέντα από τον προσφεύγοντα αποδεικτικά στοιχεία να αρκούν για να ανατρέψουν την αξιοπιστία των εκτιμήσεων όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά που έλαβε υπόψη στην απόφασή της (αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1996, AIUFFASS και AKT κατά Επιτροπής, T‑380/94, EU:T:1996:195, σκέψη 59, και της 6ης Οκτωβρίου 2009, FAB κατά Επιτροπής, T‑8/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2009:386, σκέψη 78).

171

Όμως, η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους οι σημαντικοί κίνδυνοι στους οποίους είναι εκτεθειμένες οι επενδύσεις στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας, λόγω, ιδίως, του συνδυασμού των υψηλών αρχικών κεφαλαιουχικών δαπανών, της μακρόχρονης κατασκευής και της μακράς περιόδου εκμεταλλεύσεως για την απόσβεση του επενδυτικού κόστους, καθώς και η εξαιρετικά μακρά και πολύπλοκη διάρκεια ζωής, η αβέβαιη εξέλιξη των τιμών χονδρικής, οι δαπάνες που συνδέονται με τον παροπλισμό καθώς και ο κίνδυνος ομηρίας δεν θα απέκλειαν χρηματοδότηση από διεθνή κοινοπραξία ή ατομικές χρηματοδοτήσεις.

172

Κατά συνέπεια, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.

173

Κατά δεύτερον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι το πρόβλημα της ελλείψεως μακροπροθέσμων ενδείξεων τιμών αφορά και άλλες τεχνολογίες και πρέπει, κατά συνέπεια, να θεωρηθεί ως κλασικό στοιχείο της αγοράς που πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση του κινδύνου του προγράμματος. Αντίθετα προς τα υποστηριζόμενα από την Επιτροπή, δεν υπάρχουν σταθερές ενδείξεις τιμών για τα επόμενα δέκα έως δεκαπέντε έτη στην αγορά της ηλεκτρικής ενέργειας. Στα πλέον ρευστά ευρωπαϊκά χρηματιστήρια ηλεκτρικής ενέργειας, τα προτεινόμενα προϊόντα έχουν επί του παρόντος διάρκεια ζωής που φτάνει μέχρι τα επτά έτη. Ακόμη και για τους σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιούν τεχνολογίες με μικρότερη διάρκεια εκμεταλλεύσεως από τους σταθμούς πυρηνικής ενέργειας, σημαντικό μέρος της διάρκειας ζωής τους δεν καλύπτεται από τις διαθέσιμες ενδείξεις τιμών.

174

Αρκεί να επισημανθεί συναφώς ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το εν λόγω επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας είναι βάσιμο, δεν θα μπορούσε να κλονίσει το συμπέρασμα της Επιτροπής ως προς την έλλειψη πρόσφορων χρηματοδοτικών μέσων για τις επενδύσεις σε νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Αντιθέτως, το επιχείρημα που αντλείται από το γεγονός ότι, ακόμη και για χρονικές περιόδους μικρότερης διάρκειας από την περίοδο των δέκα έως δεκαπέντε ετών που έλαβε υπόψη η Επιτροπή, δεν υπήρχαν ενδείξεις σταθερών τιμών, μπορεί να ενισχύσει τις εκτιμήσεις της Επιτροπής ως προς την ύπαρξη παραγόντων που αποκλείουν επενδύσεις στις νέες αυτές μονάδες παραγωγής.

175

Κατά τρίτον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα που αντλεί η Δημοκρατία της Αυστρίας από το γεγονός ότι, στο πλαίσιο της αναλύσεώς της, η Επιτροπή δεν έπρεπε να περιοριστεί στις χρηματοπιστωτικές αγορές στο Ηνωμένο Βασίλειο. Πρέπει να τονιστεί συναφώς ότι, με την αιτιολογική σκέψη 382 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε την έλλειψη χρηματοδοτικών μέσων που βασίζονται στην αγορά και άλλων ειδών συμβάσεων για την προστασία έναντι των ουσιαστικών κινδύνων σχετικά με τις επενδύσεις σε μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Ωστόσο, ουδόλως προκύπτει από την ως άνω αιτιολογική σκέψη ότι, στο πλαίσιο της εξετάσεώς της, η Επιτροπή περιορίστηκε στα χρηματοδοτικά μέσα που είναι διαθέσιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο.

176

Κατά τέταρτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται συναφώς ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι επαρκής.

177

Αφενός, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει ότι η Επιτροπή δεν ανέφερε τον λόγο για τον οποίο έπρεπε να στηριχθεί αποκλειστικά στις χρηματοπιστωτικές αγορές που είναι διαθέσιμες στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί. Πράγματι, όπως ήδη εκτέθηκε στη σκέψη 175 ανωτέρω, στηρίζεται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι η Επιτροπή περιορίστηκε στις εν λόγω χρηματοπιστωτικές αγορές.

178

Αφετέρου, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι, εν πάση περιπτώσει, στις αιτιολογικές σκέψεις 381 έως 392 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν μνημόνευσε ρητώς τις χρηματοπιστωτικές αγορές που έλαβε υπόψη. Διαπιστώνεται, συναφώς, ότι η αιτιολογία που εκτίθεται στις ως άνω αιτιολογικές σκέψεις είναι επαρκής για να παράσχει τη δυνατότητα στο εν λόγω κράτος μέλος να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους ελήφθη το μέτρο και στο Γενικό Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του. Πράγματι, εάν το κράτος μέλος αυτό εκτιμούσε ότι υπήρχαν χρηματοδοτικά μέσα που δεν επηρεάστηκαν από τους παράγοντες που επισήμανε η Επιτροπή, θα μπορούσε να προβάλει επιχειρήματα συναφώς κατά την ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία, πράγμα που θα είχε παράσχει σε αυτό τη δυνατότητα να ελέγξει το βάσιμο της εν λόγω εκτιμήσεως της Επιτροπής.

179

Λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων σκέψεων, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα που αποσκοπούν στο να κλονίσουν το συμπέρασμα της Επιτροπής όσον αφορά την έλλειψη πρόσφορων χρηματοδοτικών μέσων.

180

Τρίτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει επιχειρήματα προκειμένου να κλονίσει τις εκτιμήσεις της Επιτροπής οι οποίες στηρίζονται στον κίνδυνο πολιτικής ομηρίας.

181

Επισημαίνεται, εκ προοιμίου, ότι, με την αιτιολογική σκέψη 384 της προσβαλλομένης αποφάσεως, μολονότι εξέφρασε επιφύλαξη ως προς το αν η κατάσταση ομηρίας που είχε εντοπίσει μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ανεπάρκεια της αγοράς, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι ο κίνδυνος αυτός μπορούσε να«δυσχερ[ά]νει την πραγματοποίηση επενδύσεων σε νέες πυρηνικές μονάδες, και ιδίως λόγω των μεγάλων διαστημάτων που απαιτούνται για την κατασκευή, τη λειτουργία και τον παροπλισμό πυρηνικών σταθμών». Το εν λόγω θεσμικό όργανο διαπίστωσε, επομένως, ότι, από τη σκοπιά των δυνάμει επενδυτών, ο κίνδυνος πολιτικής ομηρίας ήταν παράγων που εμπόδιζε επενδύσεις σε νέες μονάδες παραγωγής αυτού του είδους.

182

Κατά πρώτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι κατάσταση ομηρίας υφίσταται μόνον στην περίπτωση που το ένα από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη σε σύμβαση μακράς διαρκείας, η οποία δεν εξειδικεύεται πλήρως κατά τον χρόνο της συνάψεώς της, απολαύει σημαντικού περιθωρίου ευελιξίας που του παρέχει τη δυνατότητα να υιοθετήσει καιροσκοπική συμπεριφορά, ενώ το άλλο μέρος δεσμεύθηκε εξ αρχής πραγματοποιώντας, για παράδειγμα, πολύ σημαντικές επενδύσεις που δεν μεταβιβάζονται. Αντίθετα προς τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

183

Πρέπει να τονιστεί, συναφώς, ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις 384 και 385 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, ακόμη και αν όλες οι τεχνολογίες μπορούν, κατ’ αρχήν, να πληγούν από μια πολιτική ομηρίας, τα πυρηνικά έργα είναι, γενικώς, περισσότερο εκτεθειμένα στον κίνδυνο αυτόν. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή τόνισε, μεταξύ άλλων, αφενός, ότι οι διαδοχικές κυβερνήσεις ενδέχεται να υιοθετήσουν διαφορετικές απόψεις σχετικά με τη σκοπιμότητα της πυρηνικής τεχνολογίας, οι οποίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν αβεβαιότητα για τους ιδιώτες επενδυτές και, αφετέρου, ότι η αβεβαιότητα αυτή είναι πιο έντονη για την πυρηνική τεχνολογία, λόγω του αμφιλεγόμενου χαρακτήρα της τεχνολογίας αυτής, του μακροπρόθεσμου χρονικού ορίζοντα και των σημαντικών επενδύσεων.

184

Όσον αφορά τα επιχειρήματα που προβάλλει η Δημοκρατία της Αυστρίας, διαπιστώνεται ότι αυτή περιορίζεται, αφενός, στο να εξηγήσει πώς εννοεί την κατάσταση ομηρίας και, αφετέρου, στο να υποστηρίξει ότι μια επιχείρηση που επενδύει σε μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας δεν βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση.

185

Επιβάλλεται, όμως, η διαπίστωση ότι η επιχειρηματολογία που αναπτύσσει η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν μπορεί να καταδείξει ότι οι εκτιμήσεις της Επιτροπής, που περιλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 384 και 385 της προσβαλλομένης αποφάσεως, πάσχουν λόγω πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως (βλ. σκέψεις 160, 161 και 170 ανωτέρω). Μεταξύ άλλων, η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προβάλλει επιχειρήματα ικανά να ανατρέψουν την εκτίμηση της Επιτροπής ότι ο κίνδυνος που περιγράφεται στη σκέψη 183 ανωτέρω συνιστά παράγοντα που αποκλείει τις επενδύσεις στην κατασκευή και τη λειτουργία νέων πυρηνικών σταθμών.

186

Κατά συνέπεια, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.

187

Κατά δεύτερον, η Δημοκρατία της Αυστρίας ισχυρίζεται ότι ο κίνδυνος μεταβολής του πολιτικού πλαισίου δεν αφορά ειδικά τους σταθμούς πυρηνικής ενέργειας, αλλά είναι γενικός κίνδυνος που αφορά όλα τα αμφιλεγόμενα κατά την κοινή γνώμη προγράμματα, ειδικώς δε αυτά που απαιτούν σημαντικούς πόρους. Επομένως, ο κίνδυνος αυτός δεν μπορεί να συνιστά παράγοντα που θα πρέπει να διορθωθεί μέσω κρατικής ενισχύσεως.

188

Συναφώς, επισημαίνεται, αφενός, ότι, με τις αιτιολογικές σκέψεις 384 και 385 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή ουδόλως απέκλεισε το ενδεχόμενο να υπάρχει κίνδυνος μεταβολής του πολιτικού πλαισίου και για άλλα προγράμματα και ο κίνδυνος αυτός να αποκλείει επενδύσεις σε τέτοια προγράμματα.

189

Αφετέρου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα ικανό να ανατρέψει την εκτίμηση της Επιτροπής ότι ο κίνδυνος μεταβολής του πολιτικού πλαισίου επιβαρύνει σε μεγάλο βαθμό την πυρηνική τεχνολογία, λόγω, ιδίως, του αμφιλεγόμενου χαρακτήρα της τεχνολογίας αυτής, της πιθανότητας του κινδύνου αυτού, της εμβέλειας της εν λόγω μεταβολής, η οποία θα μπορούσε να φτάσει μέχρι την πλήρη εγκατάλειψη της πυρηνικής βιομηχανίας, των μακρών χρονικών περιόδων αποσβέσεως και των λίαν υψηλών ποσών των επενδύσεων.

190

Κατά συνέπεια, ούτε αυτό το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας είναι ικανό να καταδείξει πρόδηλη πλάνη της συλλογιστικής της Επιτροπής.

191

Κατά τρίτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι, σε περίπτωση απαλλοτριώσεως, λαμβανομένης υπόψη της προστασίας των επενδύσεων και των περιουσιακών δικαιωμάτων, είναι εγγυημένη η καταβολή χρηματικής αποζημιώσεως.

192

Αφενός, το επιχείρημα αυτό, στο μέτρο που αποσκοπεί στο να καταδείξει ότι η Επιτροπή δεν έλαβε αρκούντως υπόψη το γεγονός ότι καταβάλλεται χρηματική αποζημίωση, πρέπει να απορριφθεί. Πράγματι, στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να τονιστεί ότι η Επιτροπή εξέτασε το ζήτημα κατά πόσον θα καταβαλλόταν αποζημίωση σε περίπτωση πρόωρου κλεισίματος του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής του Hinkley Point. Συγκεκριμένα, στην αιτιολογική σκέψη 192 της αποφάσεως περί κινήσεως επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Επιτροπή εξέθεσε ότι η καταβολή, από εθνικές αρχές, αποζημιώσεως νομιμοτόκως ως αντιστάθμισμα της ζημίας που προκάλεσαν οι δημόσιες αρχές δεν συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Άλλωστε, με την αιτιολογική σκέψη 322 της προσβαλλομένης αποφάσεως, διαπίστωσε ότι οι γενικές αρχές που διέπουν το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ένωσης θεμελιώνουν δικαίωμα αποζημιώσεως σε περίπτωση στερήσεως του δικαιώματος ιδιοκτησίας.

193

Αφετέρου, στην περίπτωση που το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας αποσκοπεί στο να καταδείξει ότι, δεδομένου ότι η χρηματική αποζημίωση ήταν εξασφαλισμένη, ήταν προδήλως εσφαλμένο να θεωρηθεί ότι ο κίνδυνος πολιτικής ομηρίας συνιστούσε παράγοντα που δυσχέραινε τις επενδύσεις σε νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, το εν λόγω επιχείρημα θα πρέπει επίσης να απορριφθεί. Πράγματι, το γεγονός και μόνον ότι μπορεί να ζητηθεί αποζημίωση βάσει των γενικών αρχών που διέπουν το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ένωσης δεν αποκλείει να έχει ο κίνδυνος πολιτικής ομηρίας αποτρεπτικό αποτέλεσμα για δυνάμει επενδυτές. Λαμβανομένων υπόψη των ποσών των επίμαχων εν προκειμένω επενδύσεων, η απλή προοπτική τυχόν λήψεως, μετά από ενδεχόμενη ένδικη διαφορά, χρηματικής αποζημιώσεως αβέβαιου ύψους σε περίπτωση απαλλοτριώσεως δεν είναι ικανή να εξαλείψει πλήρως το εμπόδιο που απορρέει για τις επενδύσεις από τον κίνδυνο πολιτικής ομηρίας. Επομένως, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθόσον έκρινε ότι, παρά το γεγονός ότι μπορεί να ζητηθεί αποζημίωση, ο κίνδυνος πολιτικής ομηρίας συνιστούσε παράγοντα που δυσχέραινε τις επενδύσεις σε νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας.

194

Κατά τέταρτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι εσφαλμένως «θωρακίστηκαν» οι φορείς εκμεταλλεύσεως του Hinkley Point C έναντι μελλοντικών πολιτικών αποφάσεων που λαμβάνονται δημοκρατικά. Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου υποστηρίζει ότι τέτοιες πολιτικές αποφάσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αδυναμίες της αγοράς.

195

Στο μέτρο που, με τα επιχειρήματά τους, η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου επιθυμούν να καταδείξουν ότι μελλοντικές πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται δημοκρατικά δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της εξετάσεως του ζητήματος αν υπήρχαν παράγοντες που δυσχεραίνουν τις επενδύσεις σε νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν. Πράγματι, στο πλαίσιο της εξετάσεως αυτής, η Επιτροπή μπορούσε να λάβει υπόψη όλα τα στοιχεία που ήταν ικανά να εμποδίσουν, σε περίπτωση ελλείψεως κρατικής παρεμβάσεως, την έγκαιρη δημιουργία τέτοιων νέων μονάδων παραγωγής από τις δυνάμεις της αγοράς. Επομένως, δεν ήταν πρόδηλο σφάλμα να ληφθεί υπόψη, στο πλαίσιο αυτό, η αβεβαιότητα που μπορεί να προκύψει από τον κίνδυνο πολιτικής ομηρίας και η οποία, για τους λόγους των οποίων έγινε μνεία στη σκέψη 189 ανωτέρω, επιβαρύνει ιδιαιτέρως τον τομέα της πυρηνικής ενέργειας.

196

Στο μέτρο που, με το επιχείρημα αυτό, η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν θέτει απλώς εν αμφιβόλω την ανάγκη παρεμβάσεως του Ηνωμένου Βασιλείου αυτή καθεαυτήν, αλλά αποσκοπεί επίσης στο να καταδείξει την ύπαρξη υπεραντισταθμίσεως, λόγω του ότι τα συγκεκριμένα μέτρα, δηλαδή η σύμβαση επί διαφοράς, η συμφωνία του Υπουργού και η εγγύηση πιστώσεων, βαίνουν πέρα του αναγκαίου μέτρου για την υπέρβαση των διαπιστωθέντων εμποδίων, πρόκειται για επιχείρημα το οποίο αφορά τις εκτιμήσεις της Επιτροπής σχετικά με τον αναγκαίο χαρακτήρα των επίμαχων μέτρων και αλληλεπικαλύπτεται με τα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο του έκτου λόγου ακυρώσεως. Επομένως, το επιχείρημα αυτό προβάλλεται αλυσιτελώς στο παρόν πλαίσιο αλλά θα ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της εξετάσεως του έκτου λόγου ακυρώσεως.

197

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το σύνολο των επιχειρημάτων που προβάλλονται για να θέσουν εν αμφιβόλω τις εκτιμήσεις της Επιτροπής οι οποίες στηρίζονται στο ενδεχόμενο πολιτικής ομηρίας, με την επιφύλαξη του επιχειρήματος που αφορά την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας και θα εξεταστεί στο πλαίσιο του έκτου λόγου ακυρώσεως.

198

Τέταρτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η κατασκευή άλλων πυρηνικών σταθμών χρηματοδοτήθηκε χωρίς τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρεται, ιδίως, στην κατασκευή των πυρηνικών σταθμών της Flamanville (Γαλλία) και του Olkiluoto (Φινλανδία).

199

Υπενθυμίζεται εκ προοιμίου ότι, με τις αιτιολογικές σκέψεις 381 έως 392 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή υποστήριξε ότι, λόγω του ότι οι επενδύσεις στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας ενέχουν σοβαρούς κινδύνους και δεν υπήρχαν χρηματοδοτικά μέσα που βασίζονται στην αγορά ή άλλα είδη συμβάσεων για την προστασία έναντι αυτών των κινδύνων, υπήρχε υψηλός βαθμός αβεβαιότητας για το κατά πόσον η αγορά θα πραγματοποιήσει επενδύσεις σε νέες πυρηνικές μονάδες εντός ρεαλιστικού χρονικού πλαισίου. Επιβάλλεται επίσης να υπομνησθεί ότι η Επιτροπή στήριξε το συμπέρασμα αυτό όχι μόνο στον εντοπισμό των παραγόντων αυτών αλλά και σε εργασίες διαμορφώσεως μοντέλων.

200

Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν το επιχείρημα που αντλεί η Δημοκρατία της Αυστρίας από το γεγονός ότι πυρηνικοί σταθμοί που διαθέτουν τον ίδιο τύπο αντιδραστήρα με αυτόν που πρέπει να χρησιμοποιείται στο Hinkley Point C κατασκευάσθηκαν στη Flamanville και στο Olkiluoto, χωρίς τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων, είναι ικανό να ανατρέψει τις εν λόγω εκτιμήσεις της Επιτροπής.

201

Συναφώς, επισημαίνεται, κατά πρώτον, ότι από το σημείο 25 της αποφάσεως περί κινήσεως επίσημης διαδικασίας έρευνας προκύπτει ότι, πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ήταν ήδη γνωστό ότι τα σχέδια κατασκευής των πυρηνικών σταθμών της Flamanville και του Olkiluoto είχαν προκαλέσει σημαντικές πρόσθετες δαπάνες.

202

Κατά δεύτερον, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με όσα αναφέρουν η Επιτροπή και η Γαλλική Δημοκρατία και δεν αμφισβήτησαν η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, οι αποφάσεις περί πραγματοποιήσεως επενδύσεων στα προγράμματα κατασκευής τα οποία μνημονεύει η Δημοκρατία της Αυστρίας είχαν ληφθεί πριν από το ατύχημα του πυρηνικού αντιδραστήρα της Φουκουσίμα (Ιαπωνία).

203

Κατά τρίτον, υπενθυμίζεται ότι τα προγράμματα αυτά είχαν σχεδιαστεί στο πλαίσιο διαφορετικών συνθηκών. Όπως προέβαλε η Επιτροπή, χωρίς ο ισχυρισμός αυτός να αμφισβητηθεί τεκμηριωμένα από τη Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, η απόφαση περί πραγματοποιήσεως επενδύσεων στην κατασκευή του πυρηνικού σταθμού της Flamanville ελήφθη το 2005, επομένως πριν από την παγκόσμια δημοσιονομική κρίση του 2007 και του 2008, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε μετά την έναρξη αυτής. Όσον αφορά τον πυρηνικό σταθμό του Olkiluoto, τονίζεται ότι από το πυρηνικό πρόγραμμα ενδεικτικού χαρακτήρα της 4ης Οκτωβρίου 2007, COM(2007) 565 τελικό, προκύπτει ότι η επένδυση στον εν λόγω πυρηνικό σταθμό υλοποιήθηκε χάρη στη σύναψη συμφωνίας μεταξύ των μετόχων, που διασφάλιζε σταθερή τιμή της ενέργειας για τους ιδιοκτήτες-επενδυτές. Εξάλλου, σύμφωνα με όσα ανέφερε η Επιτροπή και δεν αμφισβήτησαν τεκμηριωμένα η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, οι μέτοχοι του εν λόγω σταθμού είναι κατ’ ουσίαν παραγωγοί χαρτιού και η ενέργεια που παράγεται διανέμεται μεταξύ των μετόχων στο πραγματικό κόστος παραγωγής.

204

Κατά τέταρτον, η Επιτροπή προβάλλει ότι η τιμή χονδρικής της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ένωση μειώθηκε ουσιωδώς από τον χρόνο της επενδύσεως στην κατασκευή των πυρηνικών σταθμών της Flamanville και του Olkiluoto (από 35 % σε 45 % μεταξύ 2008 και 2012), πράγμα που δεν αμφισβήτησαν η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου.

205

Υπό το πρίσμα των περιστάσεων αυτών, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το επιχείρημα που αντλείται από το γεγονός ότι πυρηνικοί σταθμοί διαθέτοντες τον ίδιο τύπο αντιδραστήρα με αυτόν που πρέπει να χρησιμοποιείται στο Hinkley Point C κατασκευάσθηκαν στη Flamanville και στο Olkiluoto, χωρίς τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων, δεν είναι, αυτό καθεαυτό, ικανό να ανατρέψει τις εκτιμήσεις που διατύπωσε η Επιτροπή με τις αιτιολογικές σκέψεις 381 έως 392 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

206

Κατά συνέπεια, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.

207

Πέμπτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι υπάρχουν προγράμματα υποδομών απολύτως συγκρίσιμα (υδροηλεκτρικοί σταθμοί, σήραγγες, μεγάλοι φαρμακευτικοί οργανισμοί έρευνας, γενετική μηχανική και διαστημικά προγράμματα) που υποχρεώνουν τον φορέα εκμεταλλεύσεως να αντιμετωπίζει υψηλές επενδυτικές δαπάνες, μακρόχρονη κατασκευή και μεγάλη διάρκεια εκμεταλλεύσεως.

208

Συναφώς επισημαίνεται, κατ’ αρχάς, ότι, με τις αιτιολογικές σκέψεις 381 έως 385 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή ουδόλως απέκλεισε το ενδεχόμενο να υφίστανται, για άλλα προγράμματα υποδομών, παράγοντες που δυσχεραίνουν τις επενδύσεις.

209

Επιπλέον, μόνη η μνεία του γεγονότος ότι άλλα προγράμματα υποδομών που δεν εξειδικεύονται πρέπει επίσης να αντιμετωπίσουν υψηλές επενδυτικές δαπάνες, μακρόχρονη κατασκευή και μακρά περίοδο λειτουργίας δεν είναι ικανή να ανατρέψει τις εκτιμήσεις της Επιτροπής που περιλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 381 έως 392 της προσβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, τους εγγενείς στην παραγωγή πυρηνικής ενέργειας κινδύνους και την έλλειψη χρηματοδοτικών μέσων που βασίζονται στην αγορά ή άλλων ειδών συμβάσεων για την προστασία έναντι αυτών των κινδύνων. Εξ άλλου, υπενθυμίζεται ότι ο κίνδυνος πολιτικής ομηρίας και πλήρους εγκαταλείψεως της πυρηνικής τεχνολογίας, λόγω του αμφιλεγόμενου χαρακτήρα της, αποτελεί χαρακτηριστικό των επενδύσεων σε νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας.

210

Ως εκ τούτου, το επιχείρημα αυτό πρέπει επίσης να απορριφθεί.

211

Έκτον, πρέπει να εξεταστούν τα επιχειρήματα που η Δημοκρατία της Αυστρίας αντλεί από τα πυρηνικά προγράμματα ενδεικτικού χαρακτήρα και προβάλλει στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου ακυρώσεως (βλ. σκέψη 120 ανωτέρω). Η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι από ορισμένα από τα προγράμματα αυτά προκύπτει ότι η πυρηνική ενέργεια είναι ανταγωνιστική και ότι έργα που πραγματοποιούνται στον τομέα αυτόν δεν πρέπει να λαμβάνουν κρατική ενίσχυση. Κατ’ ουσίαν, με τα επιχειρήματα αυτά επιχειρείται να καταδειχθεί ότι, αντίθετα προς τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας θα μπορούσαν να κατασκευαστούν εγκαίρως χωρίς την παρέμβαση του Ηνωμένου Βασιλείου.

212

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να εξεταστεί το περιεχόμενο των πυρηνικών προγραμμάτων ενδεικτικού χαρακτήρα στα οποία αναφέρεται η Δημοκρατία της Αυστρίας.

213

Όσον αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα ενδεικτικού χαρακτήρα της 4ης Οκτωβρίου 2007 COM(2007) 565 τελικό, διαπιστώνεται ότι, βεβαίως, στο σημείο 4.2 του επίμαχου εγγράφου, η Επιτροπή εντόπισε μια τάση κατά την οποία, σε ορισμένα κράτη μέλη, νέοι πυρηνικοί σταθμοί είχαν κατασκευαστεί γενικώς χωρίς επιδοτήσεις, πράγμα που υποδηλώνει ότι η πυρηνική τεχνολογία γίνεται περισσότερο αντιληπτή ως ανταγωνιστική. Πάντως, πρέπει επίσης να τονιστεί ότι, στο σημείο 4.3 του εγγράφου αυτού, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι υπήρχε αβεβαιότητα όσον αφορά τις μελλοντικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, τη δομή και τους όρους της αγοράς καθώς και τις πολιτικές σχετικά με την ενέργεια και την κλιματική αλλαγή, που αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις στον ενεργειακό κλάδο και επηρεάζει, μεταξύ άλλων, την πυρηνική τεχνολογία, λόγω των υψηλών κεφαλαιουχικών επενδύσεων που απαιτεί η κατασκευή νέου πυρηνικού σταθμού και του σχετικά μεγάλου χρονικού διαστήματος που απαιτείται πριν η επένδυση αυτή αρχίσει να αποφέρει κέρδη. Αναφέρεται επίσης ότι οι επενδυτές προτιμούν τις επενδύσεις με μικρότερη διάρκεια κατασκευής και γρηγορότερη απόδοση. Εξάλλου, στα σημεία 4.2 και 4.3 του εν λόγω εγγράφου, η Επιτροπή τόνισε ότι δεν διέθετε επαληθευμένα στοιχεία για την κατασκευή νέων πυρηνικών σταθμών, επειδή κανένας νέος πυρηνικός σταθμός δεν είχε κατασκευαστεί τα τελευταία δέκα έτη, πράγμα που καθιστούσε δυσχερή την ακριβή εκτίμηση του κόστους της τελευταίας γενιάς αντιδραστήρων.

214

Όσον αφορά το ενδεικτικό πυρηνικό πρόγραμμα της 13ης Νοεμβρίου 2008, COM(2008) 776 τελικό, επισημαίνεται ότι, βεβαίως, στο σημείο 3.3 του εν λόγω προγράμματος, η Επιτροπή έκρινε ότι είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι, στην Ένωση, τα έργα στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας δεν λαμβάνουν καμία κρατική ενίσχυση. Πάντως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στα σημεία 3.3, 3.3.1 και 3.3.2 του προγράμματος αυτού, η Επιτροπή επισήμανε ότι πυρηνική εγκατάσταση ηλεκτροπαραγωγής έχει σημαντικά υψηλότερο κόστος από αντίστοιχο σταθμό παραγωγής ενέργειας με καύση άνθρακα ή θερμοηλεκτρικό σταθμό, ότι το μέγεθος της αρχικής επενδύσεως και ο απαιτούμενος χρόνος αποσβέσεως συνεπάγονται υψηλό κίνδυνο για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και ότι η πρόσφατη μεταβλητότητα στις παγκόσμιες πιστωτικές αγορές ενδεχομένως να ασκήσει πίεση σε επενδυτικά έργα μεγάλης κλίμακας. Κατέληξε ότι, αν και η χρηματοδότηση της κατασκευής νέων πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής ανήκει στους ιδιωτικούς φορείς εκμεταλλεύσεως και στις κεφαλαιαγορές, η λήψη ορισμένων μέτρων ενδέχεται να δικαιολογείται για τη διευκόλυνση της χρηματοδοτήσεως, λαμβανομένου υπόψη, μεταξύ άλλων, ότι το γενικό επενδυτικό κλίμα για δανειολήπτες μεγάλης κλίμακας έχει γίνει δυσκολότερο.

215

Επομένως, αντίθετα προς όσα υπονοεί η Δημοκρατία της Αυστρίας, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ, αφενός, των εκτιμήσεων της Επιτροπής που περιλαμβάνονται στα ενδεικτικά πυρηνικά προγράμματα των οποίων έγινε μνεία στις σκέψεις 213 και 214 ανωτέρω, και, αφετέρου, των εκτιμήσεων του ιδίου θεσμικού οργάνου που αναπτύσσονται στο σημείο 9.3 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

216

Εν πάση περιπτώσει, υπενθυμίζεται ότι τα επίμαχα ενδεικτικά πυρηνικά προγράμματα αντικατοπτρίζουν την κατάσταση που ίσχυε κατά τον χρόνο της εκπονήσεώς τους. Επομένως, δεν λαμβάνουν υπόψη τις περιστάσεις που επήλθαν μετά τη σύνταξή τους, όπως, για παράδειγμα, τις συνέπειες του ατυχήματος του πυρηνικού αντιδραστήρα της Φουκουσίμα.

217

Κατά συνέπεια, αντίθετα προς τα υποστηριζόμενα από τη Δημοκρατία της Αυστρίας, το περιεχόμενο των επίμαχων ενδεικτικών πυρηνικών προγραμμάτων δεν είναι ικανό να καταδείξει την ύπαρξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως εκ μέρους της Επιτροπής.

218

Έβδομον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε σφάλμα, καθόσον έλαβε υπόψη τη διάσταση του έργου ως παράγοντα που δυσχεραίνει τις επενδύσεις σε νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Το κριτήριο αυτό θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ, κατ’ εφαρμογήν της ανακοινώσεως της Επιτροπής σχετικά με τα κριτήρια για την ανάλυση της συμβατότητας με την εσωτερική αγορά των κρατικών ενισχύσεων για την προώθηση της υλοποίησης σημαντικών έργων κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος (ΕΕ 2014, C 188, σ. 4).

219

Το επιχείρημα αυτό πρέπει επίσης να απορριφθεί.

220

Πράγματι, αντίθετα προς τα προβαλλόμενα από τη Δημοκρατία της Αυστρίας, τίποτε δεν εμποδίζει την Επιτροπή, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, και, ειδικότερα, στο πλαίσιο της εξετάσεως του ζητήματος αν είναι αναγκαία η κρατική παρέμβαση, να λάβει υπόψη τη διάσταση του κοινοποιηθέντος έργου.

221

Επομένως, με την επιφύλαξη του επιχειρήματος που αφορά ενδεχόμενη υπεραντιστάθμιση (βλ. σκέψη 196 ανωτέρω), το οποίο θα ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της εξετάσεως του έκτου λόγου ακυρώσεως, πρέπει να απορριφθεί το σύνολο των επιχειρημάτων της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου που κατατείνουν στην ανατροπή του συμπεράσματος της Επιτροπής ότι, χωρίς την παρέμβαση του Ηνωμένου Βασιλείου, ο σκοπός που επιδιώκει το εν λόγω κράτος μέλος, δηλαδή η δημιουργία νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, δεν θα επιτυγχανόταν εγκαίρως, χωρίς να χρειάζεται να εξετασθεί το επιχείρημα της Επιτροπής ότι ορισμένα από τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας προβάλλονται απαραδέκτως ως εκπρόθεσμα.

γ)   Επί της αιτιάσεως που αντλείται από το γεγονός ότι οι σκοποί της ασφάλειας του εφοδιασμού και της απαλλαγής από τις ανθρακούχες εκπομπές μπορούσαν να επιτευχθούν χωρίς κρατικές ενισχύσεις

222

Η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου προβάλλουν ότι, αντίθετα προς τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, οι σκοποί της ασφάλειας του εφοδιασμού και της απαλλαγής από τις ανθρακούχες εκπομπές μπορούσαν να επιτευχθούν χωρίς τα επίμαχα μέτρα.

223

Η Επιτροπή, η Τσεχική Δημοκρατία, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Σλοβακική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβητούν την ορθότητα των επιχειρημάτων αυτών. Η Επιτροπή εκτιμά επίσης ότι ορισμένα από τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας προβάλλονται απαραδέκτως ως εκπρόθεσμα.

224

Συναφώς, επισημαίνεται, πρώτον, ότι η παρούσα αιτίαση στηρίζεται σε εσφαλμένη παραδοχή. Πράγματι, το συμπέρασμα της Επιτροπής όσον αφορά τον αναγκαίο χαρακτήρα της παρεμβάσεως του Ηνωμένου Βασιλείου δεν στηρίζεται στην εκτίμηση ότι οι σκοποί της ασφάλειας του εφοδιασμού και της απαλλαγής από ανθρακούχες εκπομπές δεν μπορούσαν να επιτευχθούν χωρίς κρατική ενίσχυση. Αντιθέτως, όπως συνάγεται από τις αιτιολογικές σκέψεις 378 έως 380 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή θεώρησε ότι η υλοποίηση των σκοπών αυτών δεν φαινόταν να δικαιολογεί τις επενδύσεις ειδικά στην παραγωγή πυρηνικής ενέργειας, αλλά, γενικότερα, επενδύσεις στην παραγωγή ενέργειας με χαμηλές ανθρακούχες εκπομπές και σε διορθωτικά μέτρα για τον εσωεπιχειρησιακό καταλογισμό του κόστους που συνεπάγεται η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

225

Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι οι εκτιμήσεις της Επιτροπής ως προς τον αναγκαίο χαρακτήρα της παρεμβάσεως του Ηνωμένου Βασιλείου που αναπτύχθηκαν στο σημείο 9.3 της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζονται στον σκοπό της προωθήσεως της πυρηνικής ενέργειας, και, ειδικότερα, στον σκοπό της δημιουργίας νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Όπως εκτέθηκε στις σκέψεις 153 έως 221 ανωτέρω, τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου δεν είναι ικανά να καταδείξουν ότι οι εκτιμήσεις αυτές δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένες ή ότι στηρίχθηκαν σε αναληθή στοιχεία.

226

Επομένως, η αιτίαση που αντλείται από το ότι οι σκοποί της ασφάλειας εφοδιασμού και της απαλλαγής από ανθρακούχες εκπομπές μπορούσαν να επιτευχθούν χωρίς κρατικές ενισχύσεις πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να χρειάζεται να εξετασθεί το επιχείρημα που αντλεί η Επιτροπή από τον εκπρόθεσμο χαρακτήρα ορισμένων από τα επιχειρήματα που προέβαλε η Δημοκρατία της Αυστρίας.

δ)   Επί της αιτιάσεως ότι η Επιτροπή δεν εξέθεσε επαρκώς κατά πόσον το Hinkley Point C προσέφευγε σε νέες τεχνολογίες

227

Όσον αφορά το επιχείρημα ότι η Επιτροπή όφειλε να εκθέσει διεξοδικότερα κατά πόσον το Hinkley Point C χρησιμοποιούσε νέες τεχνολογίες, αρκεί να υπομνησθεί ότι το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σε παρανόηση της αιτιολογικής σκέψεως 392 της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. σκέψεις 131 έως 138 ανωτέρω). Ως εκ τούτου, το επιχείρημα αυτό πρέπει επίσης να απορριφθεί.

228

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το σύνολο των επιχειρημάτων που κατατείνουν στην ανατροπή του επιχειρήματος της Επιτροπής ότι η παρέμβαση του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν αναγκαία για την υλοποίηση του σκοπού δημοσίου συμφέροντος που επιδίωκε.

2.   Επί των επιχειρημάτων που αφορούν τον εκ μέρους της Επιτροπής ορισμό της αγοράς

229

H Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε σφάλματα όσον αφορά τον ορισμό της αγοράς. Αντίθετα προς την προσέγγιση που ακολούθησε στην απόφαση κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας, το εν λόγω θεσμικό όργανο, στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν θεμελίωσε την προσέγγισή του στην απελευθερωμένη αγορά παραγωγής και προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά στην αγορά που αφορά την κατασκευή και την εκμετάλλευση πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής. Επομένως, το ως άνω θεσμικό όργανο δεν εφάρμοσε τους κανόνες που διέπουν τον ορισμό της αγοράς και απομακρύνθηκε από την πρακτική του όσον αφορά τον ορισμό της αγοράς.

230

Η Επιτροπή, η Τσεχική Δημοκρατία, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Σλοβακική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο φρονούν ότι τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν.

231

Συναφώς, επισημαίνεται, πρώτον, ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή προσδιόρισε την απελευθερωμένη αγορά παραγωγής και προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας ως την αγορά που πλήττεται από τα επίμαχα μέτρα. Πράγματι, στην αιτιολογική σκέψη 340 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι τα εν λόγω μέτρα προκαλούσαν νόθευση του ανταγωνισμού και αλλοίωση των συναλλαγών, αναφερόμενη στα αποτελέσματά τους στην απελευθερωμένη αγορά παραγωγής και προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας. Από το σημείο 9.6 της αποφάσεως αυτής προκύπτει επίσης ότι, στο πλαίσιο της σταθμίσεως των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων που απορρέουν από τα μέτρα αυτά, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τη νόθευση του ανταγωνισμού και των συναλλαγών στην εν λόγω αγορά.

232

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα που η Δημοκρατία της Αυστρίας αντλεί από το ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή στηρίχθηκε στην αγορά της κατασκευής και της λειτουργίας πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής.

233

Δεύτερον, στο μέτρο που με τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας υποστηρίζεται ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε κατά πόσον η κατασκευή και η εκμετάλλευση πυρηνικών σταθμών ηλεκτρικής ενέργειας μπορούσαν να θεωρηθούν ως σχετική αγορά, αρκεί να επισημανθεί ότι, στο πλαίσιο της εξετάσεως του ζητήματος αν η παρέμβαση του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού που επιδίωκε το εν λόγω κράτος μέλος, δηλαδή τη δημιουργία νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να αποφανθεί επ’ αυτού. Συνεπώς, τα επιχειρήματα αυτά πρέπει επίσης να απορριφθούν.

234

Τρίτον, όσον αφορά τα λοιπά επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας σχετικά με τον ορισμό της αγοράς από την Επιτροπή, αρκεί η επισήμανση ότι στηρίζονται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, το εν λόγω θεσμικό όργανο στηρίχθηκε στην αγορά της κατασκευής και της εκμεταλλεύσεως πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής ή ότι δεν θα μπορούσε να κηρύξει τα επίμαχα μέτρα συμβατά με την εσωτερική αγορά δυνάμει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ παρά μόνο στην περίπτωση που θα διαπίστωνε αδυναμία της αγοράς αυτής. Επομένως, και τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν και, κατά συνέπεια, το σύνολο των επιχειρημάτων που αφορούν τον ορισμό της αγοράς.

3.   Επί του επιχειρήματος περί μεροληψίας υπέρ της πυρηνικής ενέργειας

235

Η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει περαιτέρω ότι η προσέγγιση που ακολουθεί η Επιτροπή δημιούργησε μεροληψία υπέρ της πυρηνικής ενέργειας.

236

Η Επιτροπή, η Τσεχική Δημοκρατία, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Σλοβακική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο φρονούν ότι τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν.

237

Συναφώς, υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ παρέχει τη δυνατότητα να κηρυχθεί ενίσχυση συμβατή προς την εσωτερική αγορά, εάν αυτή αφορά την ανάπτυξη δραστηριότητας η οποία συνιστά σκοπό δημοσίου συμφέροντος, είναι πρόσφορη, αναγκαία και όχι δυσανάλογη και ότι, δυνάμει του άρθρου 2, στοιχείο γʹ, της Συνθήκης Ευρατόμ και του άρθρου 194, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ένα κράτος μέλος μπορεί να θεωρήσει ότι η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας συνιστά τέτοιο σκοπό (βλ. σκέψη 97 ανωτέρω).

238

Δεύτερον, στο μέτρο που, με το επιχείρημά της, η Δημοκρατία της Αυστρίας αποσκοπεί στο να αποδείξει ότι, λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων τους επί των επενδύσεων σε πηγές ενέργειας εκτός της πυρηνικής ενέργειας, τα επίμαχα μέτρα δεν μπορούσαν να θεωρηθούν σύμφωνα προς την αρχή της αναλογικότητας, αρκεί να επισημανθεί ότι το επιχείρημα αυτό κατατείνει στην αμφισβήτηση της αναλογικότητας των επίμαχων μέτρων. Ωστόσο, στο πλαίσιο του σημείου 9.3 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέτασε απλώς κατά πόσον η παρέμβαση του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν αναγκαία. Εντούτοις, εν προκειμένω, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές. Πάντως, θα ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της εξετάσεως του έκτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο η Δημοκρατία της Αυστρίας αποσκοπεί στο να ανατρέψει, μεταξύ άλλων, τις εκτιμήσεις της Επιτροπής ως προς τον μη δυσανάλογο χαρακτήρα των εν λόγω μέτρων.

239

Επομένως, τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας πρέπει να απορριφθούν, καθόσον κατατείνουν στην ανατροπή του συμπεράσματος της Επιτροπής ότι η παρέμβαση του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν αναγκαία.

240

Τέλος, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου ότι η Επιτροπή δεν είχε το δικαίωμα να διαπιστώσει την ύπαρξη αδυναμίας της αγοράς. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ δεν προβλέπει ρητή προϋπόθεση σχετικά με την αδυναμία της αγοράς και ότι οι εκτιμήσεις της Επιτροπής, που αναπτύσσονται στο πλαίσιο του σημείου 9.3 της προσβαλλομένης αποφάσεως και δεν ανατρέπονται με τα επιχειρήματα που προβάλλουν τα εν λόγω κράτη μέλη, παρέχουν τη δυνατότητα να διαπιστωθεί ότι, χωρίς την παρέμβαση του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν θα είχαν πραγματοποιηθεί σε εύλογο χρόνο επενδύσεις σε νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Υπό τις συνθήκες αυτές, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η Επιτροπή δεν είχε το δικαίωμα να διαπιστώσει την ύπαρξη αδυναμίας της αγοράς, αυτό δεν θα μπορούσε να αποδυναμώσει το συμπέρασμά της ότι η παρέμβαση του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού δημοσίου συμφέροντος που επιδίωκε το εν λόγω κράτος μέλος.

241

Επομένως, με την επιφύλαξη της εξετάσεως των επιχειρημάτων που αντλούνται από την υποτιθέμενη εκ των προτέρων προστασία έναντι του κινδύνου πολιτικής ομηρίας και από τον προβαλλόμενο δυσανάλογο χαρακτήρα των επίμαχων μέτρων λόγω των συνεπειών τους στις επενδύσεις σε πηγές ενέργειας εκτός της πυρηνικής ενέργειας (βλ. σκέψεις 196 και 238 ανωτέρω), τα οποία θα ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της εξετάσεως του έκτου λόγου ακυρώσεως, πρέπει να απορριφθούν ο πρώτος λόγος ακυρώσεως, το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του ένατου λόγου ακυρώσεως που στηρίζονται στην ύπαρξη αδυναμίας της αγοράς, καθώς και τα επιχειρήματα που προβάλλονται στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, τα οποία αντλούνται από τα ενδεικτικά πυρηνικά προγράμματα και αφορούν τις εκτιμήσεις της Επιτροπής σχετικά με τον ορισμό της αγοράς καθώς και τις εκτιμήσεις της σχετικά με την ύπαρξη αδυναμίας της αγοράς.

Ε. Επί του πέμπτου και του όγδοου λόγου ακυρώσεως, που αντλούνται από τον ανεπαρκή προσδιορισμό των στοιχείων της ενισχύσεως και από την παράβαση της ανακοινώσεως για τις εγγυήσεις, και επί του τέταρτου σκέλους του ένατου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από την παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

242

Στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν προσδιόρισε επαρκώς τα στοιχεία ενισχύσεως που περιέχονται στα επίμαχα μέτρα. Εφόσον δεν τα προσδιόρισε επαρκώς, το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν ήταν σε θέση να αποφανθεί επί του ζητήματος αν τα μέτρα αυτά μπορούσαν να εγκριθούν δυνάμει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ.

243

Προς στήριξη του όγδοου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου διατείνονται ότι η Επιτροπή δεν τήρησε την ανακοίνωση για τις εγγυήσεις. Κατ’ ουσίαν, υποστηρίζουν ότι, αντίθετα προς ό,τι επιτάσσει η εν λόγω ανακοίνωση, η Επιτροπή δεν προσδιόρισε επαρκώς, στην προσβαλλόμενη απόφαση, το στοιχείο ενισχύσεως που περιέχει η εγγύηση πιστώσεων και ότι δεν έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία που ασκούν επιρροή στο πλαίσιο αυτό.

244

Στο πλαίσιο του τέταρτου σκέλους του ένατου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη ως προς τα ανωτέρω σημεία.

245

Η Επιτροπή, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Δημοκρατία της Πολωνίας και η Ρουμανία υποστηρίζουν ότι τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν.

246

Πρώτον, πρέπει να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν και σε ποιον βαθμό, πριν από την εκτίμηση της συμβατότητας με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να καθορίσει το ακριβές ποσό που αντιστοιχεί στο ισοδύναμο επιχορηγήσεως ενός μέτρου ενισχύσεως. Δεύτερον, θα αναλυθούν τα επιχειρήματα που κατατείνουν να αποδείξουν ότι η Επιτροπή δεν προσδιόρισε επαρκώς τα στοιχεία ενισχύσεως που περιέχονται στα επίμαχα μέτρα. Τρίτον, θα εξεταστούν τα επιχειρήματα περί παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.

1.   Επί του ζητήματος αν και σε ποιον βαθμό η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να προσδιορίσει ποσοτικά το ισοδύναμο επιχορηγήσεως ενός μέτρου ενισχύσεως

247

Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή μπορούσε να αποφανθεί επί της συμβατότητας των επίμαχων μέτρων με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ μόνον κατόπιν προσδιορισμού του ακριβούς ποσού του ισοδυνάμου επιχορηγήσεως των επίμαχων μέτρων.

248

Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, για να είναι δυνατόν να κηρυχθεί ένα μέτρο ενισχύσεως συμβατό με την εσωτερική αγορά δυνάμει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, η Επιτροπή πρέπει να αποδείξει ότι το μέτρο αυτό επιδιώκει σκοπό δημοσίου συμφέροντος που καθόρισε το κράτος μέλος, ότι, λόγω του σκοπού αυτού, είναι πρόσφορο και αναγκαίο και ότι δεν αλλοιώνει τους όρους των συναλλαγών και του ανταγωνισμού σε βαθμό δυσανάλογο σε σχέση με τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από αυτό (βλ. σκέψη 48 ανωτέρω).

249

Αντιθέτως, το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ δεν απαιτεί ρητώς να προσδιορίσει η Επιτροπή το ακριβές ποσό του ισοδυνάμου επιχορηγήσεως που απορρέει από ένα μέτρο ενισχύσεως. Επομένως, εάν είναι σε θέση να καταλήξει στον πρόσφορο, αναγκαίο και όχι δυσανάλογο χαρακτήρα ενός μέτρου ενισχύσεως χωρίς να εξειδικεύεται το ακριβές ποσό, δεν μπορεί να της προσαφθεί ότι δεν προέβη σε ποσοτικοποίηση του μέτρου.

250

Τα επιχειρήματα που προβάλλει η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν είναι ικανά να θέσουν εν αμφιβόλω την ως άνω ερμηνεία του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Πράγματι, ούτε από τη νομοθεσία ούτε από τη νομολογία που επικαλείται το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη αρχής κατά την οποία η Επιτροπή υποχρεούται να προσδιορίσει το ακριβές ποσό του ισοδυνάμου επιχορηγήσεως που απορρέει από μέτρο ενισχύσεως πριν προβεί στην εξέταση της αναλογικότητας του μέτρου υπό το πρίσμα της ως άνω διατάξεως.

251

Κατά πρώτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας μνημονεύει το άρθρο 7 και το άρθρο 8 του κανονισμού 651/2014, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 107 και 108 ΣΛΕΕ, καθώς και τις αιτιολογικές σκέψεις 23 και 25 του εν λόγω κανονισμού. Επισημαίνεται, συναφώς, ότι το άρθρο 7 του κανονισμού αυτού προβλέπει τις λεπτομερείς μεθόδους για τον υπολογισμό της εντάσεως των ενισχύσεων και των επιλέξιμων δαπανών. Το άρθρο 8 του ίδιου κανονισμού προβλέπει κανόνα σωρεύσεως ο οποίος πρέπει να εφαρμόζεται όταν εξετάζεται κατά πόσον τηρούνται τα όρια κοινοποιήσεως του άρθρου 4 του εν λόγω κανονισμού και οι μέγιστες εντάσεις ενισχύσεως του κεφαλαίου III. Οι αιτιολογικές σκέψεις 23 και 25 του επίμαχου κανονισμού αφορούν τις δύο αυτές διατάξεις. Όμως, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Δημοκρατία της Αυστρίας, ούτε από τα άρθρα αυτά ούτε από τις ως άνω αιτιολογικές σκέψεις μπορεί να συναχθεί ότι μόνο ένα μέτρο ενισχύσεως του οποίου το ισοδύναμο επιχορηγήσεως προσδιορίστηκε κατ’ εφαρμογήν των κανόνων αυτών μπορεί να κηρυχθεί συμβατό με την εσωτερική αγορά δυνάμει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Πράγματι, ο οικείος κανονισμός προβλέπει απλώς τυποποιημένη προσέγγιση εξαιρέσεως κατά κατηγορία, αλλά δεν δεσμεύει την Επιτροπή στο πλαίσιο ατομικής εξετάσεως που πραγματοποιείται ευθέως βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.

252

Κατά δεύτερον, η Δημοκρατία της Αυστρίας επικαλείται την παράγραφο 69 των κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις στους τομείς του περιβάλλοντος και της ενέργειας για τη χρονική περίοδο 2014-2020. Αρκεί, συναφώς, να επισημανθεί ότι η παράγραφος αυτή ορίζει απλώς ότι οι ενισχύσεις στους τομείς του περιβάλλοντος και της ενέργειας θεωρούνται αναλογικές εάν το ποσό της ενισχύσεως ανά δικαιούχο περιορίζεται στο ελάχιστο αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου περιβαλλοντικής προστασίας ή του ενεργειακού στόχου. Δεν μπορεί, επομένως, να συναχθεί από την εν λόγω παράγραφο ότι, στο πλαίσιο της εξετάσεως μέτρου ενισχύσεως υπό το πρίσμα του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, η Επιτροπή υποχρεούται να προσδιορίσει το ακριβές ποσό του ισοδυνάμου επιχορηγήσεως του επίμαχου μέτρου πριν προβεί στην εξέταση της αναλογικότητάς του. Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνεται ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τον σκοπό της προωθήσεως της πυρηνικής ενέργειας, ο οποίος δεν εμπίπτει στους σκοπούς που αφορούν οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές.

253

Κατά τρίτον, όσον αφορά το παράρτημα I, τμήμα I, του κανονισμού (ΕΚ) 794/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ 2004, L 140, σ. 1), επισημαίνεται ότι περιέχει το τυποποιημένο έντυπο για την κοινοποίηση κρατικών ενισχύσεων και ότι, κατά το σημείο 5 του εντύπου αυτού, πρέπει να αναγράφεται εκεί το συνολικό ποσό της ενισχύσεως. Πάντως, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Δημοκρατία της Αυστρίας, δεν μπορεί από τα ανωτέρω να συναχθεί ότι η Επιτροπή δεν δικαιούται να κηρύξει μέτρο ενισχύσεως συμβατό προς το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ εάν δεν προσδιόρισε με ακρίβεια το ισοδύναμο επιχορηγήσεως που απορρέει από το μέτρο αυτό. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.

254

Κατά τέταρτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας επικαλείται το άρθρο 26 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 [ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2015, L 248, σ. 9). Αρκεί να επισημανθεί, συναφώς, ότι η διάταξη αυτή προβλέπει απλώς υποχρέωση των κρατών μελών να υποβάλλουν στην Επιτροπή ετήσιες εκθέσεις με όλα τα υφιστάμενα καθεστώτα ενισχύσεων. Δεν μπορεί, εντούτοις, να συναχθεί από την ως άνω διάταξη ότι η Επιτροπή δεν έχει το δικαίωμα να αποφαίνεται επί της συμβατότητας μέτρου ενισχύσεως με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ εάν δεν έχει προσδιορίσει το ακριβές ποσό του ισοδυνάμου επιχορηγήσεως του μέτρου. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.

255

Κατά πέμπτον, προς στήριξη του επιχειρήματός της ότι η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να προσδιορίσει το ακριβές ποσό του ισοδυνάμου επιχορηγήσεως των επίμαχων μέτρων, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι, όπως προκύπτει από την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την τροποποίηση των ανακοινώσεων της Επιτροπής για τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εφαρμογή των κανόνων στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων όσον αφορά την ταχεία ανάπτυξη των ευρυζωνικών δικτύων, για τις κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα 2014-2020, σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για κινηματογραφικές ταινίες και λοιπά οπτικοακουστικά έργα, για τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για την προώθηση των επενδύσεων χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου και για τις κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις σε αερολιμένες και αεροπορικές εταιρείες (ΕΕ 2014, C 198, σ. 30), για να διασφαλιστεί η διαφάνεια για τις ενισχύσεις που υπερβαίνουν τα 500000 ευρώ, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να δημοσιεύσουν το όνομα του αποδέκτη, το ύψος και τον σκοπό της ενισχύσεως. Αρκεί να επισημανθεί, συναφώς, ότι από την υποχρέωση αυτή των κρατών μελών δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να προσδιορίσει το ακριβές ποσό του ισοδυνάμου επιχορηγήσεως των επίμαχων μέτρων. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.

256

Κατά έκτον, στο μέτρο που η Δημοκρατία της Αυστρίας επικαλείται ότι υποχρέωση της Επιτροπής να προσδιορίσει το πραγματικό ποσό μέτρου ενισχύσεως απορρέει από τη σκέψη 25 της αποφάσεως της 12ης Οκτωβρίου 2000, Ισπανία κατά Επιτροπής (C‑480/98, EU:C:2000:559), αρκεί η διαπίστωση ότι από την ως άνω σκέψη ουδόλως μπορεί να συναχθεί τέτοιο συμπέρασμα. Πράγματι, στην εν λόγω σκέψη, το Δικαστήριο υπενθύμισε απλώς ότι καμία διάταξη του δικαίου της Ένωσης δεν απαιτεί από την Επιτροπή, όταν διατάσσει την ανάκτηση ενισχύσεως κηρυχθείσας ασύμβατης προς την κοινή αγορά, να καθορίζει το ακριβές ύψος της ενισχύσεως που πρέπει να ανακτηθεί και ότι αρκεί η απόφαση της Επιτροπής να περιέχει στοιχεία βάσει των οποίων ο αποδέκτης της να μπορεί να καθορίσει ο ίδιος, χωρίς υπερβολικές δυσχέρειες, το ύψος αυτό. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.

257

Τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι η Επιτροπή δεν καθόρισε επαρκώς τα στοιχεία ενισχύσεως που περιέχουν τα επίμαχα μέτρα πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα όσων αναπτύχθηκαν στις σκέψεις 247 έως 249 ανωτέρω.

2.   Επί των επιχειρημάτων περί μη επαρκούς καθορισμού των στοιχείων ενισχύσεως που περιέχουν τα επίμαχα μέτρα

258

Πρώτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν είχαν καθοριστεί ακόμη όλες οι λεπτομέρειες εφαρμογής των επίμαχων μέτρων. Δεύτερον, όπως ακριβώς το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν προσδιόρισε επαρκώς τα στοιχεία ενισχύσεως που περιέχουν τα διάφορα επίμαχα μέτρα. Τρίτον, επικαλείται ότι η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη το κόστος σχετικά με τη διαχείριση και την αποθήκευση των πυρηνικών αποβλήτων. Τέταρτον, διατείνεται ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη ενδεχόμενες μελλοντικές κρατικές ενισχύσεις.

α)   Επί του επιχειρήματος ότι κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είχαν ακόμη προσδιοριστεί όλες οι λεπτομέρειες εφαρμογής των επίμαχων ενισχύσεων

259

Στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είχαν ακόμη καθοριστεί όλες οι λεπτομέρειες εφαρμογής των επίμαχων μέτρων και ότι αποτέλεσαν, στη συνέχεια, το αντικείμενο διαπραγματεύσεων και συμπληρωματικών προσαρμογών.

260

Η Επιτροπή αντικρούει τους ανωτέρω ισχυρισμούς. Υποστηρίζει, ιδίως, ότι το επιχείρημα αυτό είναι απαράδεκτο, διότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν διευκρίνισε τα στοιχεία που έλλειπαν.

261

Η επιχειρηματολογία της Επιτροπής σχετικά με το απαράδεκτο του επιχειρήματος της Δημοκρατίας της Αυστρίας πρέπει να απορριφθεί.

262

Πράγματι, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας αφορά, μεταξύ άλλων, το ότι, κατά την ημερομηνία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή είχε απλώς λάβει γνώση των κυριότερων όρων χρηματοδοτήσεως του προγράμματος του Hinkley Point C, όπως αυτοί είχαν ήδη συνομολογηθεί από τα μέρη και ότι δεν είχε την ευκαιρία να εξετάσει τις άλλες παραμέτρους του προγράμματος (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 73 και 551 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

263

Όσον αφορά το βάσιμο του επιχειρήματος της Δημοκρατίας της Αυστρίας, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, η Επιτροπή ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν ενισχύσεις. Επομένως, τα μέτρα ενισχύσεως πρέπει να ανακοινώνονται στην Επιτροπή όταν βρίσκονται ακόμη στο στάδιο των σχεδίων, δηλαδή προτού τεθούν σε εφαρμογή και ενώ μπορούν ακόμη να τροποποιηθούν αναλόγως των ενδεχομένων παρατηρήσεων της Επιτροπής.

264

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι, επειδή το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ δεν προβλέπει κανένα τυπικό κριτήριο, εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να καθορίσει σε ποιο στάδιο της νομοθετικής διαδικασίας αποφασίζει να υποβάλει το σχέδιο ενισχύσεως στον έλεγχο της Επιτροπής, υπό την προϋπόθεση εντούτοις να μην εκτελεστεί το σχέδιο αυτό προτού η Επιτροπή κρίνει ότι η ενίσχυση συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1998, Waterleiding Maatschappij κατά Επιτροπής, T‑188/95, EU:T:1998:217, σκέψη 118).

265

Εν προκειμένω, η Επιτροπή εξέτασε το σχέδιο του Hinkley Point C όπως είχε κοινοποιηθεί από το Ηνωμένο Βασίλειο. Στο πλαίσιο αυτό, από τις αιτιολογικές σκέψεις 73 και 551 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο εξέτασε τα επίμαχα μέτρα λαμβάνοντας υπόψη την ένδειξη των αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου ότι οι υπόλοιποι όροι και προϋποθέσεις, καθώς και τα τελικά έγγραφα χρηματοδοτήσεως θα περιλαμβάνουν τυποποιημένες ρήτρες τις οποίες θα ανέμενε κάθε επενδυτής για παρόμοιο έργο. Επομένως, η έγκριση που δόθηκε από την Επιτροπή κάλυπτε μόνο τα στοιχεία ενισχύσεως που προέκυπταν από το εν λόγω σχέδιο όπως της κοινοποιήθηκε.

266

Όσον αφορά τον κίνδυνο που επικαλείται η Δημοκρατία της Αυστρίας ότι το περιεχόμενο των επίμαχων μέτρων μπορεί ακόμη να τροποποιηθεί μεταγενέστερα, αρκεί να υπομνησθεί ότι η έγκριση που χορήγησε η Επιτροπή κάλυπτε μόνο το σχέδιο όπως αυτό της είχε κοινοποιηθεί. Κατά συνέπεια, κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση ικανή να επηρεάσει την εκτίμηση της συμβατότητας του μέτρου ενισχύσεως με την κοινή αγορά θα πρέπει να αποτελεί το αντικείμενο νέας κοινοποιήσεως στην Επιτροπή. Ως εκ τούτου, στις αιτιολογικές σκέψεις 73 και 551 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή μερίμνησε να ζητήσει από τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου να κοινοποιήσουν τα τελικά έγγραφα, στην περίπτωση που αυτά περιείχαν τροποποίηση των μέτρων σε σχέση με αυτά που της είχαν υποβληθεί.

267

Υπό το πρίσμα των σκέψεων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η επιχειρηματολογία που η Δημοκρατία της Αυστρίας αντλεί, κατ’ ουσίαν, από το ότι ήταν ακόμη πιθανή η τροποποίηση των λεπτομερειών εφαρμογής των επίμαχων μέτρων.

β)   Επί των επιχειρημάτων περί ανεπαρκούς προσδιορισμού των στοιχείων ενισχύσεως που περιέχουν τα επίμαχα μέτρα

268

Στο πλαίσιο του πέμπτου και του όγδοου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει επιχειρήματα προκειμένου να καταδείξει ότι η Επιτροπή δεν προσδιόρισε επαρκώς τα στοιχεία ενισχύσεως που περιέχουν τα επίμαχα μέτρα. Ισχυρίζεται, άλλωστε, ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τη σώρευση των μέτρων αυτών.

1) Επί της συμβάσεως επί διαφοράς

269

Στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει επιχειρήματα προκειμένου να καταδείξει ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι λεπτομέρειες της συμβάσεως επί διαφοράς δεν καθορίστηκαν επαρκώς.

270

Συναφώς, υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι μόνο το γεγονός ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν προσδιόρισε το ακριβές ποσό του ισοδυνάμου επιχορηγήσεως που απορρέει από τη σύμβαση επί διαφοράς δεν είναι ικανό να καταδείξει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε σφάλμα (βλ. σκέψεις 247 έως 256 ανωτέρω). Στο πλαίσιο αυτό, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, υπό το πρίσμα της λειτουργίας της συμβάσεως επί διαφοράς (βλ. σκέψεις 5 και 6 ανωτέρω), δεν ήταν, εν πάση περιπτώσει, δυνατός ο ακριβής προσδιορισμός του ποσού του ισοδυνάμου επιχορηγήσεως που απορρέει από αυτή. Πράγματι, το ποσό αυτό εξαρτάται από την εξέλιξη της τιμής αναφοράς, η οποία αντιστοιχεί στην τιμή της αγοράς. Πρόκειται, επομένως, για αβέβαιη τιμή, η οποία δυσχερώς μπορεί να προσδιοριστεί εκ των προτέρων.

271

Δεύτερον, πρέπει να εξακριβωθεί ποια στοιχεία έλαβε υπόψη η Επιτροπή όταν εξέτασε την αναλογικότητα του στοιχείου ενισχύσεως που περιέχει η σύμβαση επί διαφοράς. Στο πλαίσιο αυτό υπενθυμίζεται ότι, στο σημείο 9.3 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε την ύπαρξη παραγόντων στην αγορά της παραγωγής και της προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας που δυσχέραναν την κατασκευή νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας σε εύλογο χρόνο. Στο σημείο 2.1 της εν λόγω αποφάσεως, περιέγραψε τη λειτουργία της συμβάσεως επί διαφοράς, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη σταθεροποίηση των τιμών. Στη συνέχεια, στα σημεία 9.5.2 και 9.5.3.2 της αποφάσεως αυτής, εξέτασε αν η προκαθορισμένη τιμή ασκήσεως ήταν πρόσφορη, λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, τους συντελεστές αποδόσεως που είχαν χρησιμοποιηθεί για τον καθορισμό της τιμής αυτής. Στη συνέχεια της αναλύσεώς της, απαίτησε προσαρμογές του μηχανισμού επιμερισμού των κερδών.

272

Τρίτον, όσον αφορά τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εκτός από το επιχείρημα ότι η Επιτροπή δεν καθόρισε το ακριβές ποσό του ισοδυνάμου επιχορηγήσεως που απορρέει από τη σύμβαση επί διαφοράς, το οποίο εξετάσθηκε στις σκέψεις 247 έως 256 ανωτέρω, το εν λόγω κράτος μέλος δεν προβάλλει κανένα τεκμηριωμένο επιχείρημα ικανό να καταδείξει ότι, βάσει των στοιχείων που εκτέθηκαν στη σκέψη 271 ανωτέρω, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να ελέγξει την αναλογικότητα του στοιχείου ενισχύσεως που περιέχει η σύμβαση επί διαφοράς.

273

Τέταρτον, στο μέτρο που η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η Επιτροπή έπρεπε να εξετάσει το αποτέλεσμα αποκλεισμού της εσωτερικής αγοράς της ηλεκτρικής ενέργειας και τις συνέπειες των επίμαχων μέτρων στις τιμές της αγοράς αυτής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το εν λόγω κράτος μέλος δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα ικανό να καταδείξει ότι, βάσει των στοιχείων που διέθετε η Επιτροπή, δεν ήταν σε θέση να αξιολογήσει τα αποτελέσματα αυτά. Εξάλλου, στο μέτρο που το επιχείρημα αυτό κατατείνει στην ανατροπή του συμπεράσματος της Επιτροπής ως προς τον μη δυσανάλογο χαρακτήρα των επίμαχων μέτρων, θα ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της εξετάσεως του έκτου λόγου ακυρώσεως, που αφορά την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.

274

Υπό το πρίσμα των σκέψεων αυτών, τα επιχειρήματα που κατατείνουν να καταδείξουν ότι δεν καθορίστηκαν επαρκώς οι λεπτομέρειες εφαρμογής της συμβάσεως επί διαφοράς πρέπει επίσης να απορριφθούν.

2) Επί των πλεονεκτημάτων που χορηγήθηκαν σε περίπτωση πρόωρης παύσης της λειτουργίας

275

Στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή παρέλειψε να καθορίσει τα πλεονεκτήματα που πρέπει να χορηγηθούν σε περίπτωση πρόωρης παύσεως της λειτουργίας του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής Hinkley Point.

276

Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 6 ανωτέρω, η σύμβαση επί διαφοράς προβλέπει ότι η NNBG προστατεύεται από ορισμένες νομοθετικές μεταβολές και ότι οφείλεται αποζημίωση σε περίπτωση πρόωρης παύσεως της λειτουργίας του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής Hinkley Point για πολιτικούς λόγους και σε περίπτωση προβλημάτων που συνδέονται με την ασφάλιση κατά της πυρηνικής αστικής ευθύνης. Σε περίπτωση πρόωρης παύσεως της λειτουργίας, τόσο οι επενδυτές της NNBG όσο και το Ηνωμένο Βασίλειο μπορούν να ζητήσουν τη μεταβίβαση της NNBG στην Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και οφείλεται αποζημίωση στους εν λόγω επενδυτές. Όπως προκύπτει από τη σκέψη 7 ανωτέρω, η συμφωνία του Υπουργού προβλέπει ότι, εάν, κατόπιν πρόωρης παύσεως της λειτουργίας για πολιτικούς λόγους, ο αντισυμβαλλόμενος της NNBG δεν εκπληρώσει την υποχρέωση αντισταθμιστικής πληρωμής στους επενδυτές της NNBG, ο εν λόγω Υπουργός τους καταβάλει τη συνομολογηθείσα αποζημίωση.

277

Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 317 έως 322 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η αποζημίωση αυτή συνίσταται σε αποκατάσταση της ζημίας σε περίπτωση στερήσεως του δικαιώματος ιδιοκτησίας, η οποία στηρίζεται στις γενικές αρχές που διέπουν το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ένωσης. Στην εν λόγω απόφαση, η Επιτροπή έκρινε ότι, αυτή καθεαυτήν, η καταβολή αποζημιώσεως που στηρίζεται στη βάση αυτή και αποσκοπεί στο να διασφαλίσει στους επενδυτές της NNBG ότι η κατάστασή τους δεν θα μεταβληθεί σε περίπτωση πρόωρης παύσεως της λειτουργίας του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής Hinkley Point για πολιτικούς λόγους δεν συνιστούσε κρατική ενίσχυση. Επομένως, ως στοιχείο ενισχύσεως, η Επιτροπή εντόπισε μόνο την ύπαρξη ειδικής συμφωνίας, η οποία απαλλάσσει την NNBG ή τους επενδυτές της από όλες τις απαιτούμενες δαπάνες και από την απώλεια χρόνου για να επιτύχουν διά της δικαστικής οδού ή εξωδικαστικώς την άσκηση των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από τις ως άνω γενικές αρχές. Με άλλα λόγια, το πλεονέκτημα που εντόπισε η Επιτροπή περιορίζεται σε ένα ειδικό συμβατικό δικαίωμα που τους διασφαλίζει ταχεία και σίγουρη πληρωμή.

278

Πρώτον, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Δημοκρατία της Αυστρίας, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν προσδιόρισε αριθμητικά το στοιχείο της επιχορηγήσεως που απορρέει από αυτήν την ειδική συμφωνία. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι το στοιχείο της επιχορηγήσεως που απορρέει από μια τέτοια συμφωνία δυσχερώς μπορεί να προσδιοριστεί ποσοτικά. Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, ακόμη και αν η Επιτροπή δεν προσδιόρισε ποσοτικά το πλεονέκτημα που απορρέει από τη συμφωνία του Υπουργού, πάντως το έλαβε υπόψη. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 337 και 479 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το εν λόγω θεσμικό όργανο έλαβε υπόψη τον μηχανισμό αποζημιώσεως λόγω αλλαγών της νομοθεσίας που παρέχουν δικαίωμα αποζημιώσεως όταν καθόρισε τους συντελεστές αποδόσεως και την πρόσφορη τιμή ασκήσεως που προβλέπεται για τη σύμβαση επί διαφοράς.

279

Δεύτερον, είναι αληθές ότι η Επιτροπή δεν γνώριζε τις ακριβείς λεπτομέρειες του μηχανισμού αποζημιώσεως κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πάντως, στο πλαίσιο αυτό υπενθυμίζεται ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή απλώς εγκρίνει το σχέδιο που κοινοποίησε το Ηνωμένο Βασίλειο και ότι, κατά τις ενδείξεις του εν λόγω κράτους μέλους, ο μηχανισμός αυτός αποσκοπούσε στο να διασφαλίσει στους επενδυτές της NNBG ότι η κατάστασή τους δεν θα μεταβληθεί σε περίπτωση πρόωρης παύσεως της λειτουργίας του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής Hinkley Point για πολιτικούς λόγους. Επομένως, στην περίπτωση που, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Ηνωμένο Βασίλειο αποφασίσει να καταβάλει αποζημίωση υπερβαίνουσα το ποσό που είναι αναγκαίο για την αποκατάσταση της βλάβης λόγω της στερήσεως της ιδιοκτησίας, θα πρόκειται για πλεονέκτημα που δεν καλύπτεται από την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά συνέπεια θα πρέπει να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή.

280

Τρίτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν καθόρισε επαρκώς το στοιχείο ενισχύσεως που απορρέει από την αποζημίωση, λόγω του ότι δεν εξέτασε αν οι αποζημιώσεις που προβλέπονται στο πλαίσιο της ενισχύσεως σε περίπτωση πρόωρης παύσεως της λειτουργίας του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής Hinkley Point προορίζονταν να αντισταθμίσουν τις δαπάνες διαλύσεως του σταθμού, παρακολουθήσεως και άλλες παρεμφερείς δαπάνες και δεν προέβη σε εκτίμηση των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από το δικαίωμα μεταβίβασης.

281

Συναφώς, υπενθυμίζεται εκ νέου ότι, κατά το σχέδιο που το Ηνωμένο Βασίλειο κοινοποίησε στην Επιτροπή, η αποζημίωση αποσκοπούσε στο να διασφαλίσει στους επενδυτές της NNBG ότι, σε περίπτωση πρόωρης παύσεως της λειτουργίας του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής Hinkley Point για πολιτικούς λόγους, θα αποζημιώνονταν λόγω στερήσεως της ιδιοκτησίας τους. Επομένως, εάν ο πυρηνικός σταθμός ηλεκτροπαραγωγής Hinkley Point έπαυε να λειτουργεί και η NNBG μεταβιβαζόταν στο Ηνωμένο Βασίλειο και το εν λόγω κράτος μέλος επιβαρυνόταν με τις δαπάνες διαλύσεως του σταθμού, παρακολουθήσεως και άλλες παρεμφερείς δαπάνες, αυτό θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της αποζημιώσεως. Εάν οι δαπάνες αυτές δεν αντικατοπτρίζονταν επαρκώς στον υπολογισμό της αποζημιώσεως, θα επρόκειτο για ενίσχυση την οποία το Ηνωμένο Βασίλειο όφειλε να κοινοποιήσει στην Επιτροπή.

282

Κατά συνέπεια, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.

283

Τέταρτον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα που η Δημοκρατία της Αυστρίας αντλεί από το γεγονός ότι, στο πλαίσιο της εξετάσεως της συμβατότητας της συμφωνίας του Υπουργού με την εσωτερική αγορά, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη ότι από τη συμφωνία αυτή δεν θα επωφεληθεί η NNBG, αλλά οι επενδυτές της και ότι από το δικαίωμα μεταβιβάσεως δεν θα επωφεληθεί η NNBG, αλλά οι ιδιοκτήτες της. στο πλαίσιο αυτό, αρκεί να υπομνησθεί ότι τα επίμαχα μέτρα θεωρούνται ότι έχουν χαρακτήρα κινήτρου για τις επενδύσεις και αφορούσαν, επομένως, πρωτίστως τους επενδυτές της NNBG, ακόμη και αν, από νομικής απόψεως, παραχωρήθηκαν ορισμένα δικαιώματα στην NNBG. Επομένως, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Δημοκρατία της Αυστρίας, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε σφάλμα συναφώς.

284

Υπό το πρίσμα των σκέψεων αυτών, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα που η Δημοκρατία της Αυστρίας αντλεί από το γεγονός ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν καθόρισε επαρκώς τα πλεονεκτήματα που θα πρέπει να χορηγηθούν σε περίπτωση πρόωρης παύσεως της λειτουργίας του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής Hinkley Point.

3) Επί της εγγυήσεως πιστώσεων

285

Στο πλαίσιο του πέμπτου και του όγδοου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι το στοιχείο ενισχύσεως που περιλαμβάνει η εγγύηση πιστώσεων δεν καθορίστηκε επαρκώς από την Επιτροπή. Ελλείψει επαρκούς καθορισμού του μέτρου αυτού, το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν ήταν σε θέση να προβεί σε επαρκή εξέταση της αναλογικότητας της εν λόγω εγγυήσεως.

286

Πρέπει, εκ προοιμίου, να υπομνησθεί η προσέγγιση που ακολούθησε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά την εγγύηση πιστώσεων.

287

Όπως προκύπτει από το σημείο 7.8 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή έκρινε ότι η σύμβαση επί διαφοράς, η συμφωνία του Υπουργού και η εγγύηση πιστώσεων συνδέονταν, διότι όλα τα μέτρα αυτά ήταν αναγκαία για την κατασκευή του Hinkley Point C. Διαπίστωσε επίσης ότι, υπό τη μορφή που η εγγύηση πιστώσεων κοινοποιήθηκε από το Ηνωμένο Βασίλειο, το εν λόγω μέτρο συνιστούσε κρατική εγγύηση.

288

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη οι σκέψεις που η Επιτροπή ανέπτυξε στο σημείο 9.5.1 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Στο σημείο εκείνο, εξέθεσε ότι το κόστος για την εγγύηση πιστώσεων που είχε κοινοποιηθεί αρχικά από το Ηνωμένο Βασίλειο παρέμενε χαμηλότερο από τα επιτόκια αγοράς που η NNBG θα έπρεπε να καταβάλει στην περίπτωση που μια τέτοια εγγύηση είχε προσφερθεί στην αγορά.

289

Στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν ενέκρινε, πάντως, την εγγύηση πιστώσεων όπως της είχε κοινοποιηθεί αρχικά από το Ηνωμένο Βασίλειο. Πράγματι, όπως συνάγεται από το σημείο 9.5.3.1 της εν λόγω αποφάσεως και από την περιγραφή της πιστώσεως εγγυήσεων που η Επιτροπή κήρυξε συμβατή με την εσωτερική αγορά στο σημείο 2.2 της αποφάσεως αυτής, η έγκριση αφορά εγγύηση πιστώσεως με προσαρμοσμένο κόστος. Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 475 και 476 της αποφάσεως αυτής, η προσαρμογή αυτή αποσκοπούσε στο να περιορίσει στο ελάχιστο το στοιχείο ενισχύσεως που περιέχεται στην εγγύηση πιστώσεων.

290

Στο σημείο 9.5.3.1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, αντίθετα προς όσα εξέθεσε το Ηνωμένο Βασίλειο, η κατηγορία κινδύνου BB+ ή Ba1, που το Ηνωμένο Βασίλειο θεώρησε κατάλληλη, δεν αντικατόπτριζε επαρκώς τον κίνδυνο στον οποίο ήταν εκτεθειμένη η εγγύηση πιστώσεων. Κατά την Επιτροπή, έπρεπε να δοθεί ο βαθμός BB ή Ba και, για τον βαθμό αυτόν, ο συντελεστής προμήθειας των 250 μονάδων βάσης για την εν λόγω εγγύηση, που προτάθηκε από το Ηνωμένο Βασίλειο, έπρεπε να αυξηθεί, ώστε να αντιστοιχεί στον βαθμό αυτόν, δηλαδή στο επίπεδο των 295 μονάδων βάσης. Συνέκρινε το εν λόγω προσαρμοσμένο κόστος εγγυήσεως με το επιτόκιο των 291 μονάδων βάσης, το οποίο αντιστοιχούσε στον μέσον όρο των 102 ευρωπαϊκών εταιρικών CDS στην κατηγορία κινδύνου BB. Εξάλλου, συνέκρινε τον συντελεστή προμήθειας των 295 μονάδων βάσης με τη μέση τιμή των 286 μονάδων βάσης για την κατηγορία κινδύνου BB και έκρινε ότι, σε σχέση με τον τελευταίο αυτό συντελεστή, ο συντελεστής προμήθειας για μια τέτοια εγγύηση έπρεπε να αυξηθεί, λόγω της διάρκειας που είχε εντοπίσει.

291

Για να ληφθούν υπόψη οι ανησυχίες της Επιτροπής, το Ηνωμένο Βασίλειο αύξησε το κόστος της εγγυήσεως πιστώσεων από 250 σε 295 μονάδες βάσης, προκειμένου να αντιστοιχεί στον συντελεστή προμήθειας που η NNBG θα έπρεπε να καταβάλει στην ιδιωτική αγορά, στην περίπτωση που μια τέτοια εγγύηση θα είχε παρασχεθεί στην εν λόγω αγορά. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 476 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το εν λόγω θεσμικό όργανο έκρινε ότι η προσαρμογή αυτή παρείχε τη δυνατότητα να περιοριστεί στο ελάχιστο το στοιχείο ενισχύσεως που περιελάμβανε η εν λόγω εγγύηση πιστώσεων.

292

Η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου υποστηρίζουν ότι οι εκτιμήσεις αυτές είναι εσφαλμένες. Κατά πρώτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι κακώς η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το σχέδιο κατασκευής και λειτουργίας του Hinkley Point C ήταν ένα υγιές σχέδιο με σχετικά μικρή πιθανότητα αποτυχίας. Κατά δεύτερον, υποστηρίζει ότι η Επιτροπή όφειλε να καθορίσει την κατηγορία κινδύνου της εγγυήσεως πιστώσεων χωρίς να λάβει υπόψη τα άλλα επίμαχα μέτρα. Κατά τρίτον, όπως ακριβώς και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει επιχειρήματα που αντλεί από το γεγονός ότι, κατά την αξιολόγηση της εγγυήσεως πιστώσεων, η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τα κριτήρια που προβλέπει η ανακοίνωση περί εγγυήσεων.

i) Επί του επιχειρήματος ότι κακώς η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το σχέδιο κατασκευής και εκμεταλλεύσεως του Hinkley Point C ήταν ένα υγιές σχέδιο με σχετικά μικρή πιθανότητα αποτυχίας

293

Η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η Επιτροπή δεν έπρεπε να στηριχθεί στην εκτίμηση ότι το σχέδιο κατασκευής και λειτουργίας του Hinkley Point C ήταν ένα υγιές σχέδιο με σχετικά μικρή πιθανότητα αποτυχίας. Η προσέγγιση αυτή βρισκόταν σε αντίφαση με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής που στηρίζονται στην ύπαρξη αδυναμίας της αγοράς.

294

Η Επιτροπή εκτιμά ότι τα επιχειρήματα αυτά είναι απορριπτέα.

295

Αρκεί, συναφώς, να επισημανθεί ότι ο βαθμός πιστοληπτικής ικανότητας ΒΒ ή Ba, που θεωρήθηκε κατάλληλος από την Επιτροπή (βλ. αιτιολογική σκέψη 465 της προσβαλλομένης αποφάσεως), αντιστοιχεί σε σχέδια με υψηλό συντελεστή κινδύνου, αλλά για τα οποία είναι πάντοτε πιθανό ένα θετικό γενικό αποτέλεσμα.

296

Επομένως, αντίθετα προς ό,τι υπονοεί η Δημοκρατία της Αυστρίας, η Επιτροπή δεν στηρίχθηκε στην εκτίμηση ότι το σχέδιο ενέχει σχετικά μικρή πιθανότητα αποτυχίας.

297

Κατά συνέπεια, αυτό το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας πρέπει να απορριφθεί.

ii) Επί του επιχειρήματος ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να αξιολογήσει την κατηγορία κινδύνου της εγγυήσεως πιστώσεων χωρίς να λάβει υπόψη τα άλλα επίμαχα μέτρα

298

H Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι, κατά την αξιολόγηση της εγγυήσεως πιστώσεων, η Επιτροπή δεν έπρεπε να λάβει υπόψη τα αποτελέσματα των άλλων επίμαχων μέτρων, αλλά όφειλε να στηριχθεί στην εκτιθέμενη στη σκέψη 390 της προσβαλλομένης αποφάσεως διαπίστωσή της ότι, χωρίς κρατική ενίσχυση, δεν θα πραγματοποιούνταν οι αμιγώς εμπορικές επενδύσεις στη νέα πυρηνική τεχνολογία.

299

Η Επιτροπή εκτιμά ότι τα επιχειρήματα αυτά είναι απορριπτέα.

300

Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι τίποτε δεν απαγόρευε στην Επιτροπή, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της πιθανότητας κινδύνου αποτυχίας του σχεδίου στην οποία προέβη προκειμένου να καθορίσει το ποσοστό προμήθειας για την εγγύηση πιστώσεων που αντιστοιχούσε στο επιτόκιο που θα προσφερόταν στην αγορά, να λάβει υπόψη τα αποτελέσματα της συμβάσεως επί διαφοράς και της συμφωνίας του Υπουργού. Πράγματι, τα τρία επίμαχα μέτρα αποτελούν μια ενότητα και η σύμβαση επί διαφοράς και η εν λόγω συμφωνία αποσκοπούν στην υπέρβαση των εμποδίων στις επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, τα οποία διαπίστωσε η Επιτροπή. Τα αποτελέσματα των μέτρων αυτών, ιδίως η ροή εσόδων που διασφαλίζει η σύμβαση επί διαφοράς, ήταν στοιχεία κρίσιμα για την ανάλυση της πιθανότητας του κινδύνου αποτυχίας του σχεδίου. Αντιθέτως, η προσέγγιση της Δημοκρατίας της Αυστρίας, ότι τέτοια στοιχεία δεν λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της ανάλυσης αυτής, θα οδηγούσε σε δυσανάλογη συνεκτίμηση του κινδύνου που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την αξιολόγηση της εγγυήσεως πιστώσεων.

301

Επομένως, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθόσον έλαβε υπόψη τα αποτελέσματα της συμβάσεως επί διαφοράς κατά την εκτίμηση της πιθανότητας αποτυχίας του σχεδίου που πραγματοποίησε στο πλαίσιο της αξιοποιήσεως της εγγυήσεων πιστώσεων. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι η Επιτροπή δεν έπρεπε να λάβει υπόψη τα αποτελέσματα των άλλων επίμαχων μέτρων κατά την αξιολόγηση του κινδύνου αποτυχίας του σχεδίου ενόψει του καθορισμού κατάλληλου κόστους της εγγυήσεως πιστώσεων.

iii) Επί των επιχειρημάτων ότι η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη κριτήρια που προβλέπει η ανακοίνωση περί εγγυήσεων

302

Η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου προβάλλουν επιχειρήματα που αφορούν, κατ’ ουσίαν, ότι, κατά την αξιολόγηση της εγγυήσεως πιστώσεων, η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη ορισμένα κριτήρια που προβλέπει η ανακοίνωση περί εγγυήσεων. Στο πλαίσιο αυτό διατείνονται ότι η διάρκεια της εγγυήσεως πιστώσεων και το μέγιστο ποσό καλύψεως του δανείου καθορίστηκαν ανεπαρκώς, το κόστος της εγγυήσεως πιστώσεων δεν ήταν αρκούντως υψηλό και η EDF αντιμετώπιζε χρηματοπιστωτικές δυσχέρειες.

303

Η Επιτροπή, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Δημοκρατία της Πολωνίας και η Ρουμανία υποστηρίζουν ότι τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή διατείνεται, μεταξύ άλλων, ότι η ανακοίνωση περί εγγυήσεων δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή.

304

Υπενθυμίζεται, εκ προοιμίου, ότι, στις αιτιολογικές σκέψεις 336 έως 339 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή έκρινε ότι η εγγύηση πιστώσεων συνιστούσε κρατική ενίσχυση. Συναφώς, εξέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι, λαμβανομένου υπόψη του πρωτοφανούς χαρακτήρα του έργου, της χρηματοδοτήσεως και των εγγυήσεων, στοιχεία ως προς τα οποία δεν υπάρχουν ακριβή συγκρίσιμα σημεία αναφοράς, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι το προσαρμοσμένο κόστος της εγγυήσεως πιστώσεων περιορίζει στο ελάχιστο την ενίσχυση, η αμοιβή που κατέβαλε η NNBG για την εν λόγω εγγύηση πιστώσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τιμή της αγοράς, εφόσον η αγορά δεν παρέχει και δεν μπορούσε να παράσχει κανένα παρεμφερή μηχανισμό. Κανένας από τους διαδίκους δεν θέτει εν αμφιβόλω το συμπέρασμα αυτό.

305

Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 463 έως 477 της προσβαλλομένης αποφάσεως, για να ληφθούν υπόψη οι ανησυχίες της Επιτροπής ως προς το ενδεχόμενο υποτιμήσεως του κινδύνου που συνδέεται με την εγγύηση πιστώσεων, το Ηνωμένο Βασίλειο προσάρμοσε το κόστος προμήθειας για την εγγύηση πιστώσεων στις 295 μονάδες βάσης και η Επιτροπή θεώρησε ότι το προσαρμοσμένο κόστος εγγυήσεως παρέχει μια κατά προσέγγιση εκτίμηση του θεωρητικού επιτοκίου της αγοράς για μια διευκόλυνση η οποία δεν προσφέρεται από την αγορά.

306

Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, με τα επιχειρήματα περί μη τηρήσεως των κριτηρίων που προβλέπει η ανακοίνωση περί εγγυήσεων, η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου αποσκοπούν στο να καταδείξουν ότι η εκτίμηση της Επιτροπής ότι το προσαρμοσμένο κόστος της εγγυήσεως των 295 μονάδων βάσης παρέχει μια κατά προσέγγιση εκτίμηση του θεωρητικού επιτοκίου της αγοράς για μια διευκόλυνση η οποία δεν προσφέρεται από την αγορά είναι εσφαλμένη. Στην ουσία, τα κράτη μέλη αυτά διατείνονται ότι, κατά την εξέταση του ζητήματος αν το εν λόγω κόστος εγγυήσεως παρείχε μια κατά προσέγγιση εκτίμηση, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη κριτήρια που ένας επενδυτής που λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς θα είχε λάβει υπόψη, δηλαδή το αόριστο χρονικό διάστημα της εν λόγω εγγυήσεως, το υπερβολικά υψηλό ποσό μέγιστης καλύψεως του δανείου και τις χρηματοπιστωτικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζει η EDF. Άλλωστε, διατείνονται ότι το εν λόγω κόστος εγγυήσεως δεν ήταν αρκούντως υψηλό.

307

Πρέπει επίσης να επισημανθεί, αφενός, ότι το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι το προσαρμοσμένο κόστος εγγυήσεως πιστώσεων στις 295 μονάδες βάσης παρέχει μια κατά προσέγγιση εκτίμηση του θεωρητικού επιτοκίου της αγοράς στηρίζεται στην εκτίμηση ότι ένας υποθετικός επενδυτής που λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της οικονομίας της αγοράς θα είχε απαιτήσει έναν τέτοιο συντελεστή προμήθειας και, αφετέρου, ότι τα επιχειρήματα του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και της Δημοκρατίας της Αυστρίας αποσκοπούν στο να καταδείξουν ότι ο επενδυτής αυτός θα είχε λάβει υπόψη στοιχεία που δεν έλαβε υπόψη η Επιτροπή και ότι θα είχε απαιτήσει υψηλότερο συντελεστή προμήθειας.

308

Υπό τις συνθήκες αυτές, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η ανακοίνωση περί εγγυήσεων δεν εφαρμοζόταν εν προκειμένω, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, τα επιχειρήματα των εν λόγω κρατών μελών, ότι η διάρκεια της εγγυήσεως πιστώσεων και το μέγιστο ποσό καλύψεως του δανείου καθορίστηκαν ανεπαρκώς, το κόστος της εγγυήσεως πιστώσεων δεν ήταν αρκούντως υψηλό και η EDF αντιμετώπιζε χρηματοπιστωτικές δυσχέρειες, δεν μπορούν να θεωρηθούν αλυσιτελή για τον λόγο και μόνον ότι, προς στήριξη των επιχειρημάτων τους, τα εν λόγω κράτη μέλη επικαλούνται κριτήρια που προβλέπονται στην ανακοίνωση περί εγγυήσεων.

309

Πάντως, ανεξαρτήτως του κατά πόσον η Επιτροπή ήταν, εν προκειμένω, υποχρεωμένη να λάβει υπόψη τα κριτήρια που προβλέπονται στην ανακοίνωση περί εγγυήσεων, τα επιχειρήματα που προβάλλουν το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν για τους ακόλουθους λόγους.

– Επί της διάρκειας της εγγυήσεως

310

Η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το ότι η εγγύηση δεν είχε ορισμένη διάρκεια. Στο πλαίσιο αυτό, το εν λόγω κράτος μέλος αναφέρεται στο κριτήριο του σημείου 4.1, τρίτο εδάφιο, στοιχείο βʹ, της ανακοινώσεως περί εγγυήσεων.

311

Η Επιτροπή φρονεί ότι το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.

312

Εκ προοιμίου, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από το σημείο 3.2, στοιχείο βʹ, της ανακοινώσεως περί εγγυήσεων, μια από τις προϋποθέσεις που θέτει το σημείο 3 της εν λόγω ανακοινώσεως, για να διαπιστώσει ένα κράτος ότι δεν παρέχεται πλεονέκτημα κατ’ εφαρμογήν αυτής, είναι ότι η εμβέλεια της εγγυήσεως περιορίζεται χρονικά. Άλλωστε, από το σημείο 4.1, στοιχείο βʹ, της εν λόγω ανακοινώσεως προκύπτει ότι, για να υπολογιστεί το ισοδύναμο επιχορηγήσεως που εμπεριέχει μια εγγύηση κατ’ εφαρμογήν αυτής, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η διάρκεια της εγγυήσεως. Από το σημείο αυτό προκύπτει επίσης ότι, κατ’ αρχήν, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι απεριόριστες εγγυήσεις είναι μη συμβατές με το άρθρο 107 ΣΛΕΕ.

313

Όσον αφορά τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας, πρώτον, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός ότι η εγγύηση πιστώσεων δεν είναι χρονικά περιορισμένη. Συναφώς, αρκεί να τονιστεί ότι από την αιτιολογική σκέψη 49 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η εγγύηση αυτή δεν είναι απεριόριστη, αλλά καλύπτει την έγκαιρη καταβολή του κεφαλαίου και των τόκων των εγκεκριμένων χρεωστικών τίτλων. Πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι από την αιτιολογική σκέψη 432 της εν λόγω αποφάσεως προκύπτει ότι η σταθμισμένη μέση διάρκεια ζωής του εγγυημένου χρέους είναι 27,4 έτη, με υποχρεωτικές διάρκειες ομολόγων από 8 έως 41 έτη.

314

Δεύτερον, στο μέτρο που, με τα επιχειρήματά της, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει ότι, κατά τον καθορισμό του προσαρμοσμένου κόστους της εγγυήσεως πιστώσεων στις 295 μονάδες βάσης, η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τη διάρκεια της εν λόγω εγγυήσεως, κατά πρώτον, πρέπει να επισημανθεί ότι, στην αιτιολογική σκέψη 472 της προσβαλλομένης αποφάσεως το εν λόγω κόστος εγγύησης αντανακλά, μεταξύ άλλων, τις ανησυχίες της Επιτροπής ως προς την εξαιρετικά μεγάλη διάρκεια των ομολόγων που θα εκδοθούν. Κατά δεύτερον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προβάλλει κανένα άλλο τεκμηριωμένο επιχείρημα ικανό να ανατρέψει το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι, λόγω της διάρκειας των ομολόγων, το κόστος αυτό εγγυήσεως καθορίστηκε κατά τρόπον ώστε να αντανακλά την τιμή που θα είχε καταβληθεί σε εγγυητή στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς.

315

Λαμβανομένων υπόψη των σκέψεων αυτών, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας για τη διάρκεια της εγγυήσεως.

– Επί του ποσού της καλύψεως του δανείου

316

Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν καθόρισε το ποσόν της μέγιστης καλύψεως του δανείου. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρεται στο σημείο 4.1, στοιχείο γʹ, της ανακοινώσεως περί εγγυήσεων.

317

Η Επιτροπή αντικρούει τα ανωτέρω επιχειρήματα.

318

Εκ προοιμίου, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά το σημείο 3.2, στοιχείο γʹ, της ανακοινώσεως περί εγγυήσεων, για να μπορεί ένα κράτος μέλος να αποκλείσει την ύπαρξη πλεονεκτήματος κατ’ εφαρμογήν του σημείου 3 της εν λόγω ανακοινώσεως, κατ’ αρχήν, η εγγύηση δεν πρέπει να καλύπτει ποσοστό μεγαλύτερο του 80 % του οφειλόμενου δανείου ή άλλης οικονομικής υποχρεώσεως. Πράγματι, από το σημείο 3.2, στοιχείο γʹ, της εν λόγω ανακοινώσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι, όταν ορισμένη εγγύηση καλύπτει πλήρως μια οικονομική υποχρέωση, ο δανειοδότης έχει λιγότερα κίνητρα για να αξιολογήσει σωστά, να εξασφαλίσει και να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο που προκύπτει από τη δανειοδοτική πράξη και, ιδίως, να αξιολογήσει σωστά την πιστοληπτική ικανότητα του δανειολήπτη και ότι αυτή η αξιολόγηση του κινδύνου μπορεί να μη διενεργείται πάντοτε από τον κρατικό εγγυητή, ελλείψει μέσων. Εξάλλου, το σημείο 4.1, στοιχείο γʹ, της εν λόγω ανακοινώσεως προβλέπει ότι το κριτήριο αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό του στοιχείου ενισχύσεως που περιέχεται σε μία εγγύηση.

319

Πάντως, πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι, κατά το σημείο 3.2, στοιχείο γʹ, της ανακοινώσεως περί εγγυήσεων, το όριο δεν ισχύει στις εγγυήσεις των χρεωστικών τίτλων υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2004, για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/34/ΕΚ (ΕΕ 2004, L 390, σ. 38), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2008/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2008, για την τροποποίηση της οδηγίας 2004/109 (ΕΕ 2008, L 76, σ. 50). Κατά τη διάταξη αυτή, οι χρεωστικοί τίτλοι είναι ομολογίες ή άλλες μορφές μεταβιβάσιμων τιτλοποιημένων χρεών, πλην των κινητών αξιών οι οποίες ισοδυναμούν με μετοχές εταιριών ή οι οποίες, εάν μετατραπούν ή εάν ασκηθούν τα δικαιώματα που αυτές οι κινητές αξίες ενσωματώνουν, δημιουργούν το δικαίωμα αποκτήσεως μετοχών ή κινητών αξιών ισοδυνάμων με μετοχές.

320

Πρώτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η εγγύηση πιστώσεων αφορά τίτλους που εκδίδονται σύμφωνα με τους όρους ευρωπαϊκού προγράμματος μεσοπρόθεσμων τίτλων και, κατά συνέπεια, χρεωστικούς τίτλους υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/109. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι η εγγύηση πιστώσεων δεν συνάδει προς το κριτήριο που αφορά το ποσόν της μέγιστης καλύψεως του δανείου, το οποίο προβλέπεται στα σημεία 3.2, στοιχείο γʹ, και 4.1, στοιχείο γʹ, της ανακοινώσεως περί εγγυήσεων.

321

Δεύτερον εν πάση περιπτώσει, το σημείο 3.2, στοιχείο γʹ, της ανακοινώσεως περί εγγυήσεων δεν εμποδίζει, σε περίπτωση υπερβάσεως του ορίου του 80 %, να αποκλειστεί η ύπαρξη πλεονεκτήματος. Πράγματι, από το σημείο αυτό προκύπτει ότι, όταν το εν λόγω όριο δεν τηρείται, το κράτος μέλος οφείλει να κοινοποιήσει το μέτρο και να θεμελιώσει τον ισχυρισμό του ότι το επίμαχο μέτρο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση. Επομένως, ακόμη και η υπέρβαση του ως άνω ορίου δεν αρκεί για να διαπιστωθεί ότι ήταν προδήλως εσφαλμένο το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι το προσαρμοσμένο κόστος εγγυήσεως των 295 μονάδων βάσης αντιστοιχεί σε κόστος που θα είχε απαιτήσει εγγυητής που ενεργεί στο πλαίσιο των κανόνων της οικονομίας της αγοράς.

322

Υπό το πρίσμα των σκέψεων αυτών, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της υπερβάσεως του ορίου που αναφέρεται στα σημεία 3.2, στοιχείο γʹ, και 4.1, τρίτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της ανακοινώσεως περί εγγυήσεων.

– Επί της υπάρξεως οικονομικών δυσχερειών της EDF

323

Η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου διατείνονται ότι η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η EDF, η μητρική εταιρία της NNBG, αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες. Φρονούν ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν κατά την ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία καθιστούν δυνατή την απόδειξη του γεγονότος αυτού. Κατά τα εν λόγω κράτη μέλη, σε εξαιρετικές περιστάσεις, το στοιχείο ενισχύσεως μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι ίσο με το ποσό που καλύπτεται πραγματικά από την εγγύηση πιστώσεων. Ακόμη και αν τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία δεν προσκομίσθηκαν κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά στα οποία τα έγγραφα αυτά αναφέρονται. Στο πλαίσιο αυτό, τα εν λόγω κράτη μέλη στηρίζονται στα σημεία 3.2, στοιχείο αʹ, και 4.1, στοιχείο αʹ, της ανακοινώσεως περί εγγυήσεων.

324

Η Επιτροπή και η Γαλλική Δημοκρατία φρονούν ότι τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή διατείνεται ότι τα έγγραφα στα οποία στηρίζονται η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου δεν της υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας και ότι, κατά συνέπεια, δεν ήταν υποχρεωμένη να λάβει υπόψη όσα επικαλούνται η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου.

325

Εκ προοιμίου, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά το σημείο 3.2, στοιχείο αʹ, της ανακοινώσεως περί εγγυήσεων, μια από τις προϋποθέσεις που παρέχουν τη δυνατότητα σε κράτος μέλος να αποκλείσει την ύπαρξη πλεονεκτήματος κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω ανακοινώσεως είναι η απουσία οικονομικών δυσχερειών του δανειολήπτη και, κατά το σημείο 4.1, στοιχείο αʹ, της εν λόγω ανακοινώσεως, το στοιχείο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά τον υπολογισμό του στοιχείο ενισχύσεως. Όπως προκύπτει από το σημείο 4.1, στοιχείο αʹ, δεύτερο εδάφιο, η Επιτροπή θεωρεί ότι, για τις επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες, εφόσον υπήρχε ένας εγγυητής της αγοράς, θα χρέωνε, κατά τον χρόνο χορηγήσεως της εγγυήσεως, υψηλή προμήθεια, λαμβάνοντας υπόψη το αναμενόμενο ποσοστό αθετήσεως των υποχρεώσεων της επιχειρήσεως, και, στην περίπτωση που καθίσταται ιδιαίτερα υψηλή η πιθανότητα να μην είναι σε θέση ο δανειολήπτης να εξοφλήσει το δάνειο, ενδέχεται να μην υφίσταται τέτοια προμήθεια στην αγορά και μάλιστα, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το στοιχείο ενισχύσεως της εγγυήσεως μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι ίσο με το ποσό που πράγματι καλύπτεται από την εν λόγω εγγύηση.

326

Πρώτον, πρέπει να εξεταστεί το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου ότι, επειδή η EDF ήταν επιχείρηση που αντιμετώπιζε δυσχέρειες, η Επιτροπή όφειλε να θεωρήσει ότι το στοιχείο ενισχύσεως της εγγυήσεως πιστώσεων ήταν ίσο με το ποσό που καλύπτεται πράγματι από την εν λόγω εγγύηση.

327

Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι, κατά την παράγραφο 9 των κοινοτικών κατευθυντηρίων γραμμών όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων (ΕΕ 2004, C 244, σ. 2, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές για τις προβληματικές επιχειρήσεις), στις οποίες παραπέμπει η ανακοίνωση περί εγγυήσεων, μια επιχείρηση αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες, εφόσον δεν είναι ικανή, με δικούς της οικονομικούς πόρους ή με πόρους που είναι ικανή να εξασφαλίσει από τους ιδιοκτήτες, τους μετόχους ή τους πιστωτές της, να ανακόψει τη ζημιογόνο πορεία της, η οποία, χωρίς εξωτερική παρέμβαση από το κράτος, θα την οδηγήσει προς έναν βέβαιο οικονομικό αφανισμό βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα.

328

Προς στήριξη του ισχυρισμού τους ότι η EDF αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες, η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου υποβάλλουν τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία:

έγγραφα αναφοράς που δημοσιεύθηκαν από άλλη εταιρία, την οποία εξαγόρασε εν μέρει η EDF (στο εξής: επίμαχη εταιρία) κατά τα πρώτα τρίμηνα των ετών 2012, 2013 και 2014·

άρθρο που αναρτήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2011 σε ιστότοπο·

άρθρο που δημοσιεύθηκε την 1η Μαρτίου 2012 σε γαλλική εφημερίδα·

άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 8 Απριλίου 2013 σε εφημερίδα στο Ηνωμένο Βασίλειο·

άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 2014 σε γερμανική οικονομική εφημερίδα·

άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 6 Οκτωβρίου 2014 σε γερμανική οικονομική εφημερίδα·

άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 5 Ιουνίου 2015 σε γαλλική εφημερίδα·

άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2016 σε γαλλική εφημερίδα·

άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2016 σε γαλλική εφημερίδα ·

δύο άρθρα που δημοσιεύθηκαν στις 12 Μαρτίου 2016 σε οικονομική εφημερίδα του Ηνωμένου Βασιλείου·

ειδική έκθεση του Cour des comptes (Ελεγκτικού Συνεδρίου, Γαλλία) για τη διεθνή στρατηγική της EDF, του Νοεμβρίου 2015·

άρθρο ανεξάρτητου οργανισμού που δημοσιεύθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2012.

329

Κατά πρώτον, όσον αφορά το άρθρο που δημοσιεύθηκε σε ιστότοπο στις 27 Φεβρουαρίου 2011, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι αφορά τη χρηματοπιστωτική κατάσταση της EDF και αναφέρεται στο χρέος της εταιρίας αυτής. Πάντως, λαμβανομένου υπόψη ότι αναφέρει ότι η εν λόγω εταιρία είχε λάβει τον βαθμό AA από οργανισμό αξιολογήσεως πιστοληπτικής ικανότητας, δεν μπορεί να συναχθεί από τα ανωτέρω ότι το χρέος της εν λόγω εταιρίας είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο ώστε να είναι προβλέψιμος ο σχεδόν βέβαιος οικονομικός αφανισμός της βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα. Πράγματι, ο βαθμός αυτός αντιστοιχεί σε υψηλή ποιότητα και σε επένδυση που είναι, κατ’ αρχήν, σίγουρη.

330

Κατά δεύτερον, όσον αφορά το άρθρο που δημοσιεύθηκε σε εφημερίδα του Ηνωμένου Βασιλείου στις 8 Απριλίου 2013, μπορεί να συναχθεί μόνον ότι ο αρχικός συνέταιρος της EDF για το σχέδιο του Hinkley Point C είχε εγκαταλείψει την πυρηνική ενέργεια και ότι, λόγω του χρέους της EDF, που ανερχόταν σε 39 δισεκατομμύρια ευρώ, δεν ήταν βέβαιο ότι η επιχείρηση αυτή μπορούσε να πραγματοποιήσει μόνη το σχέδιο αυτό. Αντιθέτως, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η EDF ήταν επιχείρηση που αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες υπό την έννοια της παραγράφου 9 των κατευθυντήριων γραμμών για τις προβληματικές επιχειρήσεις.

331

Κατά τρίτον, όσον αφορά το άρθρο που δημοσιεύθηκε σε γαλλική εφημερίδα την 1η Μαρτίου 2012 και εκείνα που δημοσιεύθηκαν σε γερμανική οικονομική εφημερίδα στις 26 Φεβρουαρίου και στις 6 Οκτωβρίου 2014, πρέπει να επισημανθεί ότι δεν αφορούν την EDF, αλλά την επίμαχη εταιρία. Όμως, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η επίμαχη εταιρία και η EDF ήταν χωριστές επιχειρήσεις και ούτε η Δημοκρατία της Αυστρίας ούτε το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου προσκόμισαν στοιχεία που καθιστούν δυνατό να διαπιστωθεί ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή γνώριζε ή έπρεπε να γνωρίζει ότι, στο μέλλον, η EDF θα εξαγόραζε εν μέρει την εταιρία της οποίας γίνεται μνεία στα εν λόγω άρθρα. Αντιθέτως, στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά τις ενδείξεις της Επιτροπής, οι οποίες δεν αμφισβητούνται από τη Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, το πρωτόκολλο της συμφωνίας με την οποία η EDF ανέλαβε εν μέρει την επίμαχη εταιρία υπογράφηκε μόλις στις 29 Ιουλίου 2015, επομένως σαφώς μετά τις 8 Οκτωβρίου 2014, δηλαδή την ημερομηνία της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, τα άρθρα αυτά δεν είναι ικανά να αποδείξουν την ύπαρξη οικονομικών δυσχερειών της EDF κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Οι εκτιμήσεις αυτές ισχύουν και για τα έγγραφα αναφοράς που δημοσιεύθηκαν από την επίμαχη εταιρία τα πρώτα τρίμηνα των ετών 2012, 2013 και 2014, καθώς και για το άρθρο που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα, στο μέτρο που περιέχει πληροφορίες οι οποίες αφορούν την εταιρία αυτή.

332

Κατά τέταρτον, όσον αφορά τα άρθρα που δημοσιεύθηκαν σε γαλλική εφημερίδα στις 5 Ιουνίου 2015, και στις 17 και 18 Φεβρουαρίου 2016, καθώς και αυτό που δημοσιεύθηκε σε οικονομική εφημερίδα του Ηνωμένου Βασιλείου στις 12 Μαρτίου 2016, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δημοσιεύθηκαν μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

333

Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι η νομιμότητα της αποφάσεως της Επιτροπής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων πρέπει να εκτιμηθεί βάσει των πληροφοριών που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή όταν έλαβε αυτή την απόφαση (απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, Βέλγιο κατά Επιτροπής, 234/84, EU:C:1986:302, σκέψη 16). Όμως, εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν μπορούσε να διαθέτει τα εν λόγω πληροφοριακά στοιχεία, εφόσον τα άρθρα των οποίων γίνεται μνεία στη σκέψη 332 ανωτέρω δημοσιεύθηκαν μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και ουδόλως συνάγεται από τον φάκελο ότι το εν λόγω όργανο μπορούσε να διαθέτει τις πληροφορίες που περιείχαν πριν εκδώσει την απόφαση αυτή.

334

Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και στην περίπτωση που η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου είχαν προσκομίσει τα άρθρα των οποίων γίνεται μνεία στη σκέψη 328 ανωτέρω, για να αποδείξουν περιστάσεις που επήλθαν πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν θα μπορούσαν να καταδείξουν ότι, πριν από την εν λόγω έκδοση, η EDF ήταν προβληματική επιχείρηση υπό την έννοια της παραγράφου 9 των κατευθυντήριων γραμμών για τις προβληματικές επιχειρήσεις. Πράγματι, στο μέτρο που, στα άρθρα αυτά, γίνεται αναφορά στη διάλυση της επίμαχης εταιρίας και στην εν μέρει εξαγορά της από την στην EDF, υπενθυμίζεται ότι τα εν λόγω γεγονότα διαδραματίσθηκαν μετά την έκδοση αυτή (βλ. σκέψη 331 ανωτέρω). Εξάλλου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν μπορεί να συναχθεί από τα άρθρα αυτά ότι, πριν από την επίμαχη έκδοση, το χρέος της EDF είχε αποκτήσει τέτοια διάσταση ώστε να οδηγήσει την εν λόγω επιχείρηση, χωρίς εξωτερική παρέμβαση, προς έναν σχεδόν βέβαιο οικονομικό αφανισμό βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα.

335

Κατά πέμπτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι συνάγεται από τη σελίδα 5 της ειδικής εκθέσεως του Cour des comptes (Ελεγκτικού Συνεδρίου) για τη διεθνή στρατηγική της EDF του Νοεμβρίου 2015 ότι η εταιρία αυτή βρισκόταν, στα τέλη του 2009, σε «situation de fragilité financière» («κατάσταση οικονομικής αστάθειας») και από τη σελίδα 7 της εν λόγω εκθέσεως ότι η «situation financière [de ladite société était] fragile et même au prix d’un surcroît d’endettement» («οικονομική κατάσταση [της εν λόγω εταιρίας ήταν] ασταθής και μάλιστα με τίμημα την περαιτέρω αύξηση του χρέους»).

336

Συναφώς, αρκεί να τονιστεί ότι από την ειδική έκθεση του γαλλικού Cour des comptes (Ελεγκτικού Συνεδρίου) για τη διεθνή στρατηγική της EDF του Νοεμβρίου 2015 δεν μπορεί να συναχθεί ότι, κατά την ημερομηνία της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η EDF ήταν προβληματική επιχείρηση υπό την έννοια της παραγράφου 9 των κατευθυντηρίων γραμμών για τις προβληματικές επιχειρήσεις. Πράγματι, αφενός, στη σελίδα 5 της εν λόγω εκθέσεως, αναφέρεται ότι, «à la fin de 2009, [EDF] s’est trouvé dans une situation de fragilité financière» («στα τέλη του 2009, η [EDF] βρέθηκε σε κατάσταση οικονομικής αστάθειας»), αλλά, στη συνέχεια, αναγράφεται ότι «[u]n nouveau cycle, correspondant à la période [de] contrôle [de la Cour des comptes] s’[était] ouvert, dominé par des cessions d’un montant total de près de 13 [milliards d’euros]» («άνοιξε νέος κύκλος, που αντιστοιχεί στην περίοδο ελέγχου [του Cour des comptes (Ελεγκτικού Συνεδρίου)], ο οποίος χαρακτηρίζεται από μεταβιβάσεις συνολικού ύψους περίπου 13 [δισεκατομμυρίων ευρώ]»). Αφετέρου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η διατύπωση που απαντά στη σελίδα 7 της εν λόγω εκθέσεως, ότι «la préoccupation majeure de l’État actionnaire a[vait] été que le groupe continue à servir un dividende substantiel, malgré une situation financière fragile et même au prix d’un surcroît d’endettement» («η πρωταρχική μέριμνα του κράτους ως μετόχου [ήταν] να εξακολουθήσει ο όμιλος να καταβάλλει ουσιαστικό μέρισμα, παρά την αστάθεια της οικονομικής καταστάσεως και μάλιστα με τίμημα την περαιτέρω αύξηση του χρέους»), δεν καταδεικνύει ότι το χρέος της EDF θα την οδηγούσε σε έναν σχεδόν βέβαιο οικονομικό αφανισμό βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα.

337

Κατά έκτον, από το άρθρο ανεξάρτητου διεθνούς οργανισμού της 13ης Δεκεμβρίου 2012 συνάγεται ότι αυξήθηκαν οι δαπάνες για την κατασκευή των πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής της Flamanville και του Olkiluoto. Πάντως, από την προσβαλλόμενη απόφαση συνάγεται, κατ’ αρχάς, σαφώς ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις περιστάσεις αυτές. Στη συνέχεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από το εν λόγω άρθρο δεν μπορεί να συναχθεί ότι η EDF ή η επίμαχη εταιρία ήταν προβληματικές. Τέλος, όσον αφορά τις πληροφορίες του άρθρου αυτού σχετικά με την επίμαχη εταιρία, αρκεί να αναφερθούν οι αναλύσεις που διατυπώθηκαν στη σκέψη 331 ανωτέρω. Επομένως, ούτε το άρθρο αυτό είναι ικανό να καταδείξει την ύπαρξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως της Επιτροπής.

338

Επομένως, τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλαν η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου δεν είναι ικανά να αποδείξουν ότι η EDF αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες υπό την έννοια της παραγράφου 9 των κατευθυντήριων γραμμών για τις προβληματικές επιχειρήσεις. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα των εν λόγω κρατών μελών ότι, λόγω του ότι η EDF ήταν προβληματική επιχείρηση, η Επιτροπή όφειλε να θεωρήσει ότι το στοιχείο ενισχύσεως της εγγυήσεως πιστώσεων ήταν ίσο με το ποσό που καλύπτεται πράγματι από την εν λόγω εγγύηση.

339

Δεύτερον, στο μέτρο που τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου κατατείνουν να αποδείξουν ότι, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής καταστάσεως της EDF, επενδυτής που λειτουργεί κατά τους κανόνες της οικονομίας της αγοράς δεν θα είχε δεχτεί κόστος εγγυήσεως πιστώσεων σε 295 μονάδες βάσης, αρκεί να τονιστεί ότι τα εν λόγω κράτη μέλη δεν προέβαλαν τεκμηριωμένα επιχειρήματα ικανά να ανατρέψουν τις εκτιμήσεις της Επιτροπής στο σημείο 9.5.3.1 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ειδικότερα, τα εν λόγω κράτη μέλη δεν προβάλλουν κανένα επιχείρημα ικανό να καταδείξει ότι συνιστά πρόδηλο σφάλμα η λήψη υπόψη των βαθμών BB ή Ba ούτε κανένα επιχείρημα ικανό να αποδείξει ότι, πρώτον, η σύγκριση στην οποία προέβη η Επιτροπή ανάμεσα στον μέσον όρο των 102 ευρωπαϊκών εταιρικών CDS στην κατηγορία κινδύνου BB, αφενός, και στη μέση τιμή των 286 μονάδων βάσης για την εν λόγω κατηγορία κινδύνου, αφετέρου, ή, δεύτερον, η προσαρμογή του κόστους της εν λόγω εγγυήσεως στις 295 μονάδες βάσης που πραγματοποιήθηκε για να ληφθούν υπόψη οι ανησυχίες της Επιτροπής (βλ. σκέψη 290 ανωτέρω) ήταν άνευ λόγου.

340

Επομένως, πρέπει να απορριφθούν και τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τα κριτήρια που προβλέπονται στο σημείο 3.2, στοιχείο αʹ, και στο σημείο 4.1, στοιχείο αʹ, της ανακοινώσεως περί εγγυήσεων, χωρίς να είναι αναγκαίο να κριθεί το επιχείρημα της Επιτροπής ότι τα έγγραφα που προσκόμισαν τα εν λόγω κράτη μέλη δεν υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας.

– Επί του επιχειρήματος ότι το κόστος της εγγυήσεως πιστώσεων έπρεπε να ανέρχεται τουλάχιστον σε 400 μονάδες βάσης

341

Στο υπόμνημα απαντήσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι, κατ’ εφαρμογήν του σημείου 3.4, στοιχείο στʹ, έκτο εδάφιο, της ανακοινώσεως περί εγγυήσεων, η ελάχιστη προμήθεια κινδύνου ανέρχεται σε 400 μονάδες βάσης. Η Επιτροπή δεν εξήγησε γιατί η εγγύηση πιστώσεων, για την οποία είχε προβλεφθεί προσαρμοσμένο κόστος στις 295 μονάδες βάσης, ήταν λιγότερο επισφαλής.

342

Η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο αντικρούουν τα επιχειρήματα αυτά.

343

Συναφώς, πρέπει, πρώτον, να επισημανθεί ότι το κριτήριο του οποίου γίνεται μνεία στο σημείο 3.4, στοιχείο στʹ, έκτο εδάφιο, της ανακοινώσεως περί εγγυήσεων και στο οποίο παραπέμπει το σημείο 4.2 της εν λόγω ανακοινώσεως, εφαρμόζεται μόνο στα καθεστώτα εγγυήσεων και όχι στις μεμονωμένες εγγυήσεις. Πάντως, η εγγύηση πιστώσεων δεν συνιστά καθεστώς εγγυήσεως υπό την έννοια του σημείου 1.3, στοιχείο αʹ, της εν λόγω ανακοινώσεως.

344

Δεύτερον, επιβάλλεται, εν πάση περιπτώσει, η διαπίστωση ότι, αντίθετα προς ό,τι αφήνει να υπονοηθεί η Δημοκρατία της Αυστρίας, οι 400 μονάδες βάσης του σημείου 3.4, στοιχείο στʹ, έκτο εδάφιο, της ανακοινώσεως περί εγγυήσεων δεν αφορούν άμεσα τον συντελεστή της προμήθειας εγγυήσεως. Πράγματι, όπως προκύπτει από το σημείο 3.4, στοιχείο στʹ, της εν λόγω ανακοινώσεως, οι προμήθειες πρέπει να καλύπτουν τους συνήθεις κινδύνους που συνδέονται με την παροχή εγγυήσεως, τις διοικητικές δαπάνες του καθεστώτος και μια ετήσια απόδοση ενός επαρκούς κεφαλαίου. Η ετήσια απόδοση του επαρκούς κεφαλαίου αποτελείται από προμήθεια κινδύνου, ενδεχομένως προσαυξημένη κατά το επιτόκιο μηδενικού κινδύνου. Πάντως, το ποσό των 400 μονάδων βάσης του οποίου γίνεται μνεία στο σημείο 3.4, στοιχείο στʹ, έκτο εδάφιο, της εν λόγω ανακοινώσεως αφορά μόνο τη συνήθη προμήθεια κινδύνου για τα ίδια κεφάλαια, η οποία πρέπει να περιλαμβάνεται στην προμήθεια εγγυήσεως που χρεώνεται στους δικαιούχους. Επομένως, αντίθετα προς ό,τι υπονοεί η Δημοκρατία της Αυστρίας, ο συντελεστής προμήθειας δεν μπορεί να συγκριθεί ευθέως με τον συντελεστή των 400 μονάδων βάσης που προβλέπεται στο εν λόγω σημείο.

345

Τρίτον και όλως επικουρικώς, επισημαίνεται ότι το σημείο 3.4, στοιχείο στʹ, έκτο εδάφιο, της ανακοινώσεως περί εγγυήσεων διευκρινίζει απλώς ένα μεθοδολογικό στοιχείο που παρέχει στο κράτος μέλος τη δυνατότητα να διαμορφώσει έναν συντελεστή προμήθειας που αντιστοιχεί στην προμήθεια που θα απαιτούσε εγγυητής που ενεργεί κατά τους κανόνες της οικονομίας της αγοράς. Πάντως, η ρύθμιση του σημείου αυτού ουδόλως εμποδίζει την Επιτροπή, αντί να ακολουθήσει τη μεθοδολογία αυτή, να υιοθετήσει διαφορετική προσέγγιση για να καθορίσει τον συντελεστή αυτόν, λαμβάνοντας ως σημείο αναφοράς τους συντελεστές προμήθειας που απαιτούν οι εγγυητές οι οποίοι ενεργούν κατά τους κανόνες της οικονομίας της αγοράς για παρεμφερή έργα και προσαρμόζοντας τους εν λόγω συντελεστές βάσει των ιδιαιτεροτήτων του επίμαχου έργου. Επομένως, το εν λόγω σημείο 3.4 δεν αποκλείει την προσέγγιση που ακολούθησε εν προκειμένω η Επιτροπή (βλ. σκέψη 290 ανωτέρω).

346

Υπό το πρίσμα των σκέψεων αυτών, πρέπει επίσης να απορριφθεί το επιχείρημα ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τη μέθοδο υπολογισμού της οποίας γίνεται μνεία στο σημείο 3.4, στοιχείο στʹ, έκτο εδάφιο, και στο σημείο 4.2 της ανακοινώσεως περί εγγυήσεων.

347

Επομένως, τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου περί μη τηρήσεως των κριτηρίων που προβλέπει η ανακοίνωση περί εγγυήσεων δεν είναι ικανά να καταδείξουν την ύπαρξη προδήλου σφάλματος των διαπιστώσεων της Επιτροπής στις αιτιολογικές σκέψεις 475 και 476 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το προσαρμοσμένο κόστος εγγυήσεως το οποίο ανέρχεται σε 295 μονάδες βάσης αντιστοιχεί στο κόστος που θα έπρεπε να καταβάλει η NNBG στην περίπτωση που η εγγύηση αυτή προσφερόταν από την αγορά.

348

Επομένως, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα αυτά, χωρίς να είναι αναγκαίο να κριθεί το ζήτημα αν η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη, στην παρούσα υπόθεση, να λάβει υπόψη τα κριτήρια που προβλέπει η ανακοίνωση περί εγγυήσεων.

349

Επομένως, το σύνολο των επιχειρημάτων που αφορούν την εγγύηση πιστώσεων πρέπει να απορριφθεί.

4) Επί της σωρεύσεως των επίμαχων μέτρων

350

Στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη την αρχή της σωρεύσεως, η οποία επιτάσσει ότι όλα τα επίμαχα μέτρα μπορούν να καθοριστούν ως σύνολο.

351

Πρώτον, το ως άνω επιχείρημα, στο μέτρο που, με αυτό, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται εκ νέου ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να υπολογίσει το ακριβές ποσό του ισοδυνάμου επιχορηγήσεως των επίμαχων μέτρων ή ότι δεν προσδιόρισε επαρκώς το στοιχείο ενισχύσεως των διαφόρων επίμαχων μέτρων, πρέπει να απορριφθεί κατόπιν παραπομπής στις σκέψεις 247 έως 349 ανωτέρω.

352

Δεύτερον, στο μέτρο που, με το ως άνω επιχείρημα, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη το σωρευτικό αποτέλεσμα των τριών επίμαχων μέτρων, πρέπει να επισημανθεί ότι το επιχείρημα αυτό αφορά την ύπαρξη υπεραντισταθμίσεως. Συνεπώς, θα ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της εξετάσεως του έκτου λόγου ακυρώσεως, που αφορά την αναλογικότητα των επίμαχων μέτρων.

353

Επομένως, το επιχείρημα αυτό πρέπει επίσης να απορριφθεί και, συνακολούθως, το σύνολο των επιχειρημάτων που κατατείνουν να αποδείξουν ότι τα στοιχεία ενισχύσεως των επίμαχων μέτρων δεν προσδιορίστηκαν επαρκώς.

γ)   Επί του κόστους σχετικά με τη διαχείριση και την αποθήκευση των πυρηνικών αποβλήτων

354

Στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν προσδιόρισε επαρκώς το κόστος σχετικά με τη διαχείριση και την αποθήκευση των πυρηνικών αποβλήτων.

355

Συναφώς, υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι το μέτρο ενισχύσεως που κηρύχθηκε συμβατό από την Επιτροπή αφορά μόνο τη σύμβαση επί διαφοράς, τη συμφωνία του Υπουργού και την εγγύηση πιστώσεων. Αντιθέτως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά ενδεχόμενη κρατική ενίσχυση που χορηγεί το Ηνωμένο Βασίλειο για την κάλυψη των δαπανών σχετικά με τη διαχείριση και την αποθήκευση πυρηνικών αποβλήτων.

356

Δεύτερον, πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 461 της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως των επίμαχων μέτρων, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις πληροφορίες σχετικά με τις δαπάνες για τη διαχείριση και την αποθήκευση των πυρηνικών αποβλήτων που περιλαμβάνονταν στο χρηματοοικονομικό μοντέλο για το Hinkley Point C. Πράγματι, όπως ορθώς προβάλλει η Επιτροπή, δεδομένου ότι πρόκειται για κόστος που πρέπει να καταβάλει ο φορέας εκμεταλλεύσεως του πυρηνικού σταθμού, έπρεπε να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο του υπολογισμού του αναγκαίου επιπέδου αποδόσεως, προκειμένου να δημιουργηθεί επαρκές κίνητρο.

357

Τρίτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στις αιτιολογικές σκέψεις 460 και 461 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή υπενθύμισε ρητώς ότι κάθε στοιχείο πρόσθετης ενισχύσεως όσον αφορά τις δαπάνες σχετικά με τη διαχείριση και την αποθήκευση των πυρηνικών αποβλήτων που δεν περιλαμβανόταν στα επίμαχα μέτρα έπρεπε να κοινοποιηθεί χωριστά.

358

Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή ενήργησε σύμφωνα με τις αρχές των οποίων γίνεται υπόμνηση στις σκέψεις 263 έως 266 ανωτέρω. Επομένως, το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι η Επιτροπή δεν προσδιόρισε επαρκώς το κόστος σχετικά με τη διαχείριση και την αποθήκευση των αποβλήτων πρέπει να απορριφθεί.

359

Το συμπέρασμα αυτό δεν είναι ικανό να αναιρέσει το γεγονός ότι, στις 20 Ιουλίου 2015, επομένως μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Ηνωμένο Βασίλειο κοινοποίησε τη μέθοδο τιμολογήσεως για τις συμβάσεις μεταφοράς πυρηνικών αποβλήτων και ότι, με απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2015 στην υπόθεση SA.34962, Waste Contract for New Nuclear Power Stations (ΕΕ 2016, C 161, σ. 1), η Επιτροπή χαρακτήρισε τη μέθοδο αυτή κρατική ενίσχυση και την κήρυξε συμβατή με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Πράγματι, τα γεγονότα αυτά είναι μεταγενέστερα της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και, επομένως, δεν μπορούν να θέσουν εν αμφιβόλω τη νομιμότητά της (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 11ης Ιουλίου 2014, DTS Distribuidora de Televisión Digital κατά Επιτροπής, T‑533/10, EU:T:2014:629, σκέψη 75). Άλλωστε, στην περίπτωση που η Δημοκρατία της Αυστρίας εκτιμούσε ότι το μέτρο ενισχύσεως που εγκρίθηκε με την απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2015 δεν έπρεπε να κηρυχθεί συμβατό με την εσωτερική αγορά, όφειλε να προβάλει τα επιχειρήματα αυτά στο πλαίσιο προσφυγής κατά της αποφάσεως αυτής. Αντιθέτως, στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, που έχει ως αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δεν αφορά την εν λόγω μέθοδο τιμολογήσεως, τέτοια επιχειρήματα δεν ασκούν επιρροή.

δ)   Επί της ενδεχόμενης χορηγήσεως μελλοντικών κρατικών ενισχύσεων

360

Στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι, στο μέλλον, πρόσθετες ενισχύσεις υπέρ του Hinkley Point C θα μπορούσαν ενδεχομένως να χορηγηθούν υπό τη μορφή δημόσιας εγγυήσεως.

361

Όσον αφορά το επιχείρημα αυτό, αρκεί να επισημανθεί ότι αναφέρεται σε γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν ενδεχομένως να συμβούν μετά την ημερομηνία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και, κατά συνέπεια, δεν θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη νομιμότητά της (βλ. σκέψη 359 ανωτέρω). Εν πάση περιπτώσει, στο μέτρο που η Δημοκρατία της Αυστρίας φρονεί ότι κάθε πρόσθετη ενίσχυση είναι ασύμβατη με την εσωτερική αγορά, τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, η οποία έχει ως αντικείμενο μόνο αίτημα ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, που αφορά τα επίμαχα μέτρα.

362

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το σύνολο των επιχειρημάτων που κατατείνουν να αποδείξουν ότι δεν προσδιορίστηκαν επαρκώς τα στοιχεία ενισχύσεως των επίμαχων μέτρων.

3.   Επί των επιχειρημάτων περί παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

363

Όσον αφορά τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας περί παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, που προβάλλει στο πλαίσιο του τέταρτου σκέλους του ένατου λόγου ακυρώσεως, αρκεί να επισημανθεί ότι στηρίζονται στην υπόθεση ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να προσδιορίσει περαιτέρω τα επίμαχα μέτρα. Επομένως, τα ως άνω επιχειρήματα πρέπει να απορριφθούν.

364

Το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι η μέθοδος που χρησιμοποιεί η Επιτροπή για να ορίσει το στοιχείο ενισχύσεως της εγγυήσεως πιστώσεων είναι ακατανόητη πρέπει επίσης να απορριφθεί. Πράγματι, όπως ήδη εκτέθηκε στις σκέψεις 285 έως 349 ανωτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση συνάγεται με επαρκή σαφήνεια ότι η Επιτροπή προσάρμοσε τις λεπτομέρειες της εγγυήσεως πιστώσεων που κοινοποίησε το Ηνωμένο Βασίλειο κατά τρόπον ώστε το στοιχείο ενισχύσεως της εγγυήσεως αυτής να μειωθεί στο ελάχιστο.

365

Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα που αντλούνται από την παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει επίσης να απορριφθούν.

366

Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ο πέμπτος και ο όγδοος λόγος ακυρώσεως, καθώς και το τέταρτο σκέλος του ένατου λόγου, με την επιφύλαξη της εξετάσεως του επιχειρήματος που αντλείται από τη συνέπεια του αποκλεισμού της εσωτερικής αγοράς της ηλεκτρικής ενέργειας και από τις συνέπειες των επίμαχων μέτρων στις τιμές στην αγορά αυτή (βλ. σκέψη 273 ανωτέρω) και του επιχειρήματος ότι η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη το σωρευτικό αποτέλεσμα των τριών επίμαχων μέτρων (βλ. σκέψη 352 ανωτέρω), το οποίο θα ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της εξετάσεως του έκτου λόγου ακυρώσεως.

ΣΤ. Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως, της δεύτερης αιτιάσεως του τρίτου σκέλους και του έκτου σκέλους του ένατου λόγου, που αφορούν τον έλεγχο της αναλογικότητας των επίμαχων μέτρων

367

Ο έκτος λόγος ακυρώσεως, η δεύτερη αιτίαση του τρίτου σκέλους και το έκτο σκέλος του ένατου λόγου ακυρώσεως αφορούν τις εκτιμήσεις της Επιτροπής που εκτέθηκαν στα σημεία 9.5 και 9.6 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά τις οποίες τα επίμαχα μέτρα συνάδουν προς την αρχή της αναλογικότητας. Στην αιτιολογική σκέψη 548 της εν λόγω αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, με την επιφύλαξη προσαρμογής της προμήθειας για την εγγύηση πιστώσεων σε 295 μονάδες βάσης και τροποποιήσεως των μηχανισμών στον τομέα της διανομής των κερδών, οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που απορρέουν από τη θέση σε λειτουργία του Hinkley Point C είναι οι ελάχιστες δυνατές και αντισταθμίζονται από τα θετικά αποτελέσματα των μέτρων.

368

Κατ’ αρχάς, πρέπει να εξεταστεί ο έκτος λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προσάπτονται σφάλματα κατά τον έλεγχο της αναλογικότητας των επίμαχων μέτρων. Στη συνέχεια, θα εξεταστούν η δεύτερη αιτίαση του τρίτου σκέλους και το έκτο σκέλος του ένατου λόγου ακυρώσεως που ανάγονται, μεταξύ άλλων, στην ανεπάρκεια της αιτιολογίας.

1.   Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως που αφορά την αναλογικότητα των επίμαχων μέτρων

369

Προς στήριξη του έκτου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου διατείνονται ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής που αναλύονται στα σημεία 9.5 και 9.6 της προσβαλλομένης αποφάσεως φέρουν πρόδηλα σφάλματα.

370

Στο πλαίσιο αυτό, εκ προοιμίου, υπενθυμίζεται ότι για να είναι συμβατό με την εσωτερική αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, ένα μέτρο ενισχύσεως πρέπει να είναι κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Εξάλλου, η αλλοίωση των όρων των συναλλαγών και η στρέβλωση του ανταγωνισμού που προκύπτουν από το μέτρο ενισχύσεως δεν πρέπει να είναι δυσανάλογες σε σχέση με τα θετικά αποτελέσματα που απορρέουν από το μέτρο αυτό (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 25ης Ιουνίου 1998, British Airways κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑371/94 και T‑394/94, EU:T:1998:140, σκέψεις 282 και 283, και της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Γαλλία κατά Επιτροπής, T‑135/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:116, σκέψη 60).

371

Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, όπως ήδη εκτέθηκε στις σκέψεις 79 έως 128 ανωτέρω, όχι μόνο το Ηνωμένο Βασίλειο είχε το δικαίωμα να επιλέξει την πυρηνική τεχνολογία ως μία από τις επιλέξιμες πηγές ενέργειας που εντάσσονται στο ενεργειακό μείγμα του, αλλά, δυνάμει του άρθρου 2, στοιχείο γʹ, και του άρθρου 192, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης Ευρατόμ, είχε, από νομική σκοπιά, και τη δυνατότητα να αναγάγει την κατασκευή νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ.

372

Όσον αφορά την έκταση του ελέγχου που το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει εν προκειμένω, πρέπει να επισημανθεί ότι η Επιτροπή απολαύει ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Επομένως, ο έλεγχος του Γενικού Δικαστηρίου είναι περιορισμένος (βλ. σκέψεις 160 και 161 ανωτέρω).

373

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων πρέπει να εξεταστούν τα επιχειρήματα που η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου προβάλλουν προς στήριξη του έκτου λόγου ακυρώσεως, τα οποία διαρθρώνονται σε τρία σκέλη, εκ των οποίων το πρώτο αφορά την καταλληλότητα των επίμαχων μέτρων, το δεύτερο τον αναγκαίο χαρακτήρα τους και το τρίτο τη στάθμιση των θετικών και αρνητικών αποτελεσμάτων τους.

α)   Επί της καταλληλότητας των επίμαχων μέτρων

374

Η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου διατείνονται ότι, αντίθετα προς όσα δέχθηκε η Επιτροπή, τα επίμαχα μέτρα δεν ήταν κατάλληλα για την επίτευξη του σκοπού της βελτιώσεως της ασφάλειας του εφοδιασμού ούτε του σκοπού της διαφοροποιήσεως των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας ούτε αυτού της απαλλαγής από τις ανθρακούχες εκπομπές.

375

Πρώτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι τα επίμαχα μέτρα δεν είναι κατάλληλα για τη βελτίωση της ασφάλειας του εφοδιασμού και για την επίτευξη διαφοροποιήσεως των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας.

376

Αφενός, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει, όσον αφορά την ασφάλεια του εφοδιασμού, ότι η πυρηνική ενέργεια δεν παρέχει κανένα πλεονέκτημα σε σχέση με άλλες πηγές ενέργειας, πιο οικολογικές και λιγότερο επαχθείς. Κατ’ αρχάς, τα κράτη μέλη εξαρτώνται από εισαγωγές όσον αφορά το μετάλλευμα ουρανίου. Στη συνέχεια, οι πυρηνικοί σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής είναι πολύ ευαίσθητοι στην άνοδο της θερμοκρασίας λόγω των υψηλών αναγκών σε ψυχρό νερό. Εξάλλου, οι μικρότερες αποκεντρωμένες εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας είναι λιγότερο δαπανηρές και μπορούν ταχέως και να τεθούν σε λειτουργία και να παύσουν να λειτουργούν, πράγμα που διασφαλίζει πολύ μεγαλύτερη δυνατότητα αντιδράσεως σε ζήτηση ταχέως εξελισσόμενης ηλεκτρικής ενέργειας. Επιπλέον, μια βλάβη σε μικρό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής είναι πολύ πιο διαχειρίσιμη από μια βλάβη σε πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής. Προσέτι, στα διάφορα σενάρια που εξέτασε, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το σχέδιο διασυνδέσεως, που αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην ενσωμάτωση των μελλοντικών τεχνικών εξελίξεων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Περαιτέρω, κατά τη Δημοκρατία της Αυστρίας, θα υπάρξει στο μέλλον σημαντική αύξηση της ικανότητας παραγωγής ενέργειας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τέλος, η Επιτροπή δεν εξέτασε επαρκώς το ενδεχόμενο αντιμετωπίσεως ελλείψεων εφοδιασμού με την προσφυγή σε διάφορα μέτρα ενεργειακής αποδοτικότητας.

377

Αφετέρου, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι τα επίμαχα μέτρα δεν συμβάλλουν στη διαφοροποίηση των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα. Η επέκταση του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής του Hinkley Point περιορίζει τους δημόσιους πόρους, μειώνει ουσιωδώς το τμήμα του προϋπολογισμού που διατίθεται στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και εμποδίζει τη συνέχιση έργων εκμεταλλεύσεως και αναπτύξεως των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Τα εν λόγω μέτρα συμβάλλουν έτσι στη διαιώνιση της πυρηνικής ενέργειας σε βάρος των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και, επομένως, στη διατήρηση της σημερινής διαρθρώσεως του εφοδιασμού που χαρακτηρίζεται από το σημαντικό μερίδιο της πυρηνικής ενέργειας. Κατά συνέπεια, τα μέτρα αυτά είναι αντίθετα προς τον σκοπό που φέρεται ότι επιδιώκεται, δηλαδή τη διαφοροποίηση των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας.

378

Δεύτερον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι τα επίμαχα μέτρα δεν είναι κατάλληλα για την επίτευξη του σκοπού της απαλλαγής από ανθρακούχες εκπομπές. Η πυρηνική ενέργεια αποδεικνύεται ουσιωδώς ακριβότερη, για παράδειγμα, από την αιολική ενέργεια ή την υδροηλεκτρική ενέργεια. Κατά τη Δημοκρατία της Αυστρίας, εάν τα εν λόγω μέτρα είχαν εφαρμοστεί για τις ως άνω μεθόδους παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα θα μπορούσαν να μειωθούν περισσότερο.

379

Η Επιτροπή, η Τσεχική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Ρουμανία, η Σλοβακική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο αντικρούουν τα επιχειρήματα αυτά.

380

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, στο σημείο 9.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή χαρακτήρισε την προώθηση της πυρηνικής ενέργειας και, ειδικότερα, τη δημιουργία νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, ως τον επιδιωκόμενο με τα επίμαχα μέτρα σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Όπως εκτέθηκε στο πλαίσιο της εξετάσεως του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου δεν προέβαλαν επιχειρήματα ικανά να ανατρέψουν το συμπέρασμα αυτό.

381

Πάντως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα επιχειρήματα που προβάλλει η Δημοκρατία της Αυστρίας θέτουν απλώς εν αμφιβόλω την καταλληλότητα των επίμαχων μέτρων όσον αφορά την επιδίωξη άλλων σκοπών, όπως η βελτίωση της ασφάλειας του εφοδιασμού, η διαφοροποίηση των προμηθευτών και η απαλλαγή από ανθρακούχες εκπομπές. Αντιθέτως, δεν αποσκοπούν στην αμφισβήτηση της καταλληλότητας των μέτρων αυτών όσον αφορά τον στόχο κοινού συμφέροντος που καθόρισε το Ηνωμένο Βασίλειο, δηλαδή τη δημιουργία νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, τον οποίο η Επιτροπή έλαβε υπόψη. Επομένως, τα ως άνω προβαλλόμενα από τη Δημοκρατία της Αυστρίας επιχειρήματα δεν είναι ικανά να ανατρέψουν το βάσιμο των διαπιστώσεων της Επιτροπής όσον αφορά την καταλληλότητα των εν λόγω μέτρων. Επομένως, και τα επιχειρήματα αυτά πρέπει, στο παρόν πλαίσιο, να απορριφθούν ως αλυσιτελή.

382

Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ορισμένα από τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας αφορούν, κατ’ ουσίαν, τη στάθμιση των θετικών και αρνητικών αποτελεσμάτων των επίμαχων μέτρων την οποία πραγματοποίησε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση. Τα επιχειρήματα αυτά θα ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της εξετάσεως του τρίτου σκέλους του έκτου λόγου ακυρώσεως, που αφορά τη στάθμιση αυτή.

β)   Επί του αναγκαίου χαρακτήρα των επίμαχων μέτρων

383

Η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου διατείνονται ότι τα επίμαχα μέτρα βαίνουν πέρα του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των σκοπών της βελτιώσεως της ασφάλειας του εφοδιασμού, της διαφοροποιήσεως των προμηθευτών και της απαλλαγής από τις ανθρακούχες εκπομπές και προκαλούν, επομένως, υπέρμετρη στρέβλωση του ανταγωνισμού. Ο μηχανισμός ενισχύσεως της συμβάσεως επί διαφοράς, ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα επενδύσεως, χάρη στην εγγυημένη τιμή βάσης, στη νέα πυρηνική τεχνολογία, είναι ικανός να επηρεάσει τους όρους ανταγωνισμού στην αγορά της ενέργειας του Ηνωμένου Βασιλείου. Μεταξύ άλλων, το Hinkley Point C θα παρακινείται να παράγει ακόμη και όταν οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας είναι αρνητικές. Αυτό θα έχει αρνητικές συνέπειες στην εν λόγω αγορά, υπό τη μορφή δυσλειτουργιών, και θα θέτει σε δυσμενή θέση τους εναλλακτικούς παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας. Οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές θα εκτοπιστούν από την αγορά, ελλείψει ρητρών παρεμφερών προς αυτές που περιλαμβάνει η σύμβαση επί διαφοράς.

384

Στο πλαίσιο αυτό, πρώτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η αύξηση της προσφοράς σε ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από τους πυρηνικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής κατόπιν της επιχορηγήσεώς τους θα επηρεάσει προς όφελός τους την καμπύλη αξίας, θα προκαλέσει δυσλειτουργίες στην αγορά ενέργειας και θα οδηγήσει ενδεχομένως στον αποκλεισμό των τεχνολογιών που είναι ικανές να σταθεροποιήσουν αποτελεσματικά τα δίκτυα, ιδίως των μονάδων φυσικού αερίου. Κατά τη Δημοκρατία της Αυστρίας, αυτό θα διακυβεύσει την επίτευξη ενός αποτελεσματικού συνδυασμού των δυνατοτήτων παραγωγής που στηρίζεται στις ευέλικτες μονάδες φυσικού αερίου οι οποίες συνδέονται με την ασταθούς αποδόσεως αιολική ενέργεια, καθιστώντας την εκμετάλλευση και τη διατήρηση αυξανόμενου αριθμού μονάδων φυσικού αερίου μη αποδοτικές. Εκτιμά, ειδικότερα, ότι οι μονάδες φυσικού αερίου θα αντιμετωπίσουν τεράστιες δυσκολίες να παραμείνουν στην αγορά το 2030, ενώ οι επιδοτούμενοι πυρηνικοί σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής, όπως το Hinkley Point C, θα δημιουργήσουν υψηλές συνεισφορές χάρη στις ενισχύσεις που τους χορηγήθηκαν και θα έχουν κίνητρο να τροφοδοτούν αλόγιστα το δίκτυο κατά τη διάρκεια περιόδων που αυτό θα έχει ήδη δεχθεί σημαντικές εγχύσεις ηλεκτρικής ενέργειας παραγόμενης από μονάδες που λειτουργούν με βάση ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Με τον τρόπο αυτό διακυβεύεται η ασφάλεια του εφοδιασμού λόγω της προβλέψιμης υποχωρήσεως της ευέλικτης δυναμικότητας παραγωγής.

385

Δεύτερον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι, αντίθετα προς τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, τα επίμαχα μέτρα δεν έχουν χαρακτήρα κινήτρου κατάλληλου για την πραγματοποίηση επενδύσεων. Λαμβανομένων υπόψη των συνεπειών των εν λόγω μέτρων, ο χαρακτήρας κινήτρου που το εν λόγω όργανο απαιτεί υπέρ του δικαιούχου δεν είναι κατάλληλος για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού. Τα μέτρα αυτά δημιουργούν νοθευμένες δομές κινήτρων για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, που, σε ορισμένες συνθήκες αγοράς, είναι ικανές να θέσουν σε κίνδυνο την ασφάλεια του εφοδιασμού αντί να τη θωρακίσουν. Επιπλέον, ενδέχεται να εμφιλοχωρήσουν στρεβλώσεις της αγοράς και δυσλειτουργίες, οι οποίες θα έχουν συνέπειες τόσο στην εγχώρια όσο και στην ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Κατ’ αρχάς, η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας οδηγεί σε δυνάμει πλεονάζουσα ικανότητα ανελαστικής παραγωγής. Λόγω του μηχανισμού επιδοτήσεως, σε κατάσταση αρνητικών τιμών, η NNBG, με την ιδιότητα του φορέα εκμεταλλεύσεως του Hinkley Point C, έχει οικονομικό κίνητρο όχι να περιορίσει την ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται σε περίπτωση υπερπροσφοράς, αλλά να εξακολουθήσει, αντιθέτως, να παράγει για να τροφοδοτεί το δίκτυο χωρίς ουδόλως να λαμβάνει υπόψη την κατάσταση του δικτύου. Αυτό θα είχε ως συνέπεια να υποχρεωθούν οι παραγωγοί ενέργειας από μονάδες που λειτουργούν με βάση ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ιδίως οι εγκαταστάσεις αιολικής ενέργειας που το Ηνωμένο Βασίλειο φιλοδοξεί να αναπτύξει, να περιορίσουν τεχνητά τις εγχύσεις τους, για να μη θέσουν σε κίνδυνο τη σταθερότητα του συστήματος. Κατά τη Δημοκρατία της Αυστρίας, οι παραγωγοί αυτοί θα αποσυρθούν από την αγορά, θα πρέπει να καταβάλουν αρνητικές τιμές για την παραγωγή τους και θα χάσουν τις επιδοτήσεις τους ή τη δυνατότητα να λάβουν ενδεχόμενες επιδοτήσεις. Στη συνέχεια, το Hinkley Point C θα συμβάλει ευθέως στο να καταστεί πιθανότερο το σενάριο των αρνητικών τιμών. Καθόσον ένας πυρηνικός σταθμός ηλεκτροπαραγωγής έχει σε κάθε περίπτωση, με ή χωρίς κρατική ενίσχυση, περιορισμένες μόνο δυνατότητες αντιδράσεως στις τιμές της αγοράς, στην ανώτατη ζήτηση και σε οτιδήποτε θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη σταθερότητα του δικτύου, ένας σταθμός που επιδοτείται μέσω συμβάσεως επί διαφοράς συμβάλλει ως εκ τούτου ειδικότερα στον αρνητικό επηρεασμό των συνθηκών της αγοράς για ανταγωνιστικές τεχνολογίες και θα μπορούσε ενδεχομένως, ενώ συγχρόνως λαμβάνει σημαντικές επιδοτήσεις, να εκτοπίσει από την αγορά τεχνολογίες που έχουν λιγότερο υψηλό οριακό κόστος. Τέλος, η Δημοκρατία της Αυστρίας προσθέτει ότι η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας ανά μεγαβατώρα (MWh), που παράγεται από το Hinkley Point C θα είναι δύο φορές υψηλότερη από την τιμή που προτείνεται επί του παρόντος στην αγορά.

386

Τρίτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι τα επίμαχα μέτρα θέτουν σε υπερβολικά δυσμενή θέση τις άλλες τεχνολογίες. Αντίθετα προς τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, άλλες τεχνολογίες δεν μπορούν να προωθηθούν με παρεμφερή τρόπο από συμβάσεις επί διαφοράς. Οι ενισχύσεις στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές υπόκεινται σε συγκεκριμένα κριτήρια, πολύ αυστηρά και σαφώς καθορισμένα από τον κανονισμό 651/2014 και τις κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στους τομείς του περιβάλλοντος και της ενέργειας για την περίοδο 2014-2020. Πλην όμως, τα εν λόγω μέτρα και ειδικότερα η σύμβαση επί διαφοράς δεν πληρούν καμία από τις προϋποθέσεις αυτές. Αντιθέτως, τα μέτρα αυτά προκαλούν ακόμη και τον αποκλεισμό των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, εφόσον αυτοί δεν μπορούν να λάβουν ενισχύσεις παρεμφερείς προς αυτές που λαμβάνουν οι φορείς εκμεταλλεύσεως των πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής. Επιπλέον, τα μέτρα αυτά παρέχουν στην NNBG τη δυνατότητα να εισπράττει επιδοτήσεις χωρίς να λαμβάνει υπόψη την κατάσταση του δικτύου, ενώ, για παράδειγμα, οι εγκαταστάσεις αιολικής ενέργειας θα πρέπει να προτάσσουν τη σταθερότητα του δικτύου έναντι των εγχύσεων ηλεκτρικής ενέργειας στις οποίες προβαίνουν και, κατά συνέπεια, έναντι της δυνατότητάς τους να λάβουν ενδεχόμενες επιδοτήσεις.

387

Η Επιτροπή, η Τσεχική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Ρουμανία, η Σλοβακική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο αντικρούουν τα επιχειρήματα αυτά.

388

Εκ προοιμίου, πρέπει να επισημανθεί ότι τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας διαρθρώνονται, κατ’ ουσίαν, γύρω από τρεις αιτιάσεις, εκ των οποίων η πρώτη έγκειται στο ότι τα επίμαχα μέτρα δεν ήταν αναγκαία για την επίτευξη των σκοπών της βελτιώσεως της ασφάλειας του εφοδιασμού, της διαφοροποιήσεως των προμηθευτών και της απαλλαγής από ανθρακούχες εκπομπές, η δεύτερη στο ότι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής μικρότερου μεγέθους θα ήταν επαρκείς και η τρίτη στο ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε επαρκώς τον κίνδυνο υπεραντισταθμίσεως.

389

Πρώτον, πρέπει να εξεταστούν τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι τα επίμαχα μέτρα δεν ήταν αναγκαία για την επίτευξη των σκοπών της βελτιώσεως της ασφάλειας του εφοδιασμού, της διαφοροποιήσεως των προμηθευτών και της απαλλαγής από ανθρακούχες εκπομπές.

390

Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τον σκοπό δημοσίου συμφέροντος που αφορά τη δημιουργία νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας (βλ. σκέψη 380 ανωτέρω). Επομένως, τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου ότι τα επίμαχα μέτρα δεν ήταν αναγκαία για την επίτευξη των σκοπών της βελτιώσεως της ασφάλειας του εφοδιασμού, της διαφοροποιήσεως των προμηθευτών και της απαλλαγής από ανθρακούχες εκπομπές δεν είναι ικανά να θέσουν εν αμφιβόλω το βάσιμο των διαπιστώσεων της Επιτροπής. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν.

391

Δεύτερον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι αρκούν μικρότεροι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής, δυνητικά προκατασκευασμένοι, διότι οι σταθμοί αυτοί μπορούν να τεθούν ταχύτερα σε λειτουργία και μια βλάβη σε τέτοιο σταθμό είναι περισσότερο διαχειρίσιμη απ’ ό,τι εάν προκαλούνταν στο Hinkley Point. Πράγματι, στο μέτρο που το επιχείρημα αυτό αφορά άλλους σταθμούς πλην των πυρηνικών, αρκεί να υπομνησθεί ότι οι σταθμοί αυτοί δεν είναι κατάλληλοι για την επίτευξη του σκοπού της προωθήσεως της πυρηνικής ενέργειας, που επιδιώκεται με τα επίμαχα μέτρα. Άλλωστε, αρκεί η διαπίστωση ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν εκθέτει τους λόγους για τους οποίους η κατασκευή πλειόνων μικρότερων πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής που αποσκοπούν στη δημιουργία του ίδιου φορτίου βάσης πυρηνικής ενέργειας με αυτό του Hinkley Point C θα έχει πιο περιορισμένες συνέπειες στους όρους των συναλλαγών και στον ανταγωνισμό από την κατασκευή του εν λόγω πυρηνικού σταθμού.

392

Τρίτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη το γεγονός ότι το Ηνωμένο Βασίλειο προέβλεψε τρία μέτρα των οποίων το μεμονωμένο ποσό είναι ήδη εξαιρετικά υψηλό. Στην προσβαλλόμενη απόφαση, το εν λόγω όργανο απλώς δικαιολόγησε έκαστο των στοιχείων χωριστά, χωρίς πάντως να λάβει υπόψη το σωρευτικό τους αποτέλεσμα. Το ως άνω επιχείρημα και αυτό που προβλήθηκε στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το σωρευτικό αποτέλεσμα των επίμαχων μέτρων (βλ. σκέψη 352 ανωτέρω), επικαλύπτονται. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το επιχείρημα που προβάλλεται στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ότι δεν ήταν αναγκαίο να προστατευθούν εκ των προτέρων οι φορείς εκμεταλλεύσεως του Hinkley Point C (βλ. σκέψη 196 ανωτέρω).

393

Κατά πρώτον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι η Επιτροπή περιορίστηκε να εξετάσει τα επίμαχα μέτρα μεμονωμένα, αλλά δεν έλαβε υπόψη το σωρευτικό τους αποτέλεσμα. Πράγματι, αφενός, από την αιτιολογική σκέψη 337 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι τα μέτρα ήταν αλληλένδετα. Αφετέρου, από τις αιτιολογικές σκέψεις 407 και 479 της εν λόγω αποφάσεως προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της εξετάσεως της αναλογικότητας των εν λόγω μέτρων, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τη σύνδεση αυτή. Πράγματι, στις εν λόγω αιτιολογικές σκέψεις, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι συντελεστές αποδόσεως βάσει των οποίων είχε υπολογιστεί η τιμή ασκήσεως για τη σύμβαση επί διαφοράς ήταν συμβατοί με το σύνολο των μέτρων που την πλαισίωναν. Η συμφωνία του Υπουργού και η εγγύηση πιστώσεων αποτελούν τμήμα των μέτρων αυτών. Επομένως, κατά την εκτίμηση του αναγκαίου χαρακτήρα του στοιχείου εγγυήσεως που εμπεριέχει η σύμβαση επί διαφοράς, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τα στοιχεία ενισχύσεως που εμπεριέχουν τα δύο άλλα επίμαχα μέτρα.

394

Κατά δεύτερον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προβάλλει κανένα τεκμηριωμένο επιχείρημα, ικανό να αποδείξει ότι τα στοιχεία ενισχύσεως των διαφόρων επίμαχων μέτρων είναι υπερβολικά σε σχέση με τον σκοπό να προκληθεί η λήψη αποφάσεως επενδύσεως σε νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας.

395

Κατ’ αρχάς, όσον αφορά την εγγύηση πιστώσεων, υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή απαίτησε να τροποποιηθεί το ποσό της προμήθειας προκειμένου να περιοριστεί στο ελάχιστο το στοιχείο ενισχύσεως της εγγυήσεως. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι η εξέταση του όγδοου λόγου ακυρώσεως δεν αποκάλυψε πρόδηλα σφάλματα της Επιτροπής συναφώς (βλ. σκέψεις 285 έως 349 ανωτέρω).

396

Στη συνέχεια, όσον αφορά τη συμφωνία του Υπουργού, υπενθυμίζεται ότι το στοιχείο ενισχύσεως που εμπεριέχει περιορίζεται σε ένα συμβατικό δικαίωμα το οποίο, σε περίπτωση πρόωρης παύσεως της λειτουργίας του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής του Hinkley Point για πολιτικούς λόγους, απαλλάσσει τους επενδυτές της NNBG από δαπάνες και από την απώλεια χρόνου για να επιτύχουν διά της δικαστικής οδού ή εξωδικαστικώς την άσκηση των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από τις γενικές αρχές οι οποίες διέπουν τις αποζημιώσεις σε περίπτωση στερήσεως του δικαιώματος της ιδιοκτησίας (βλ. σκέψη 277 ανωτέρω).

397

Όσον αφορά το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι δεν ήταν αναγκαίο να προστατευθούν εκ των προτέρων η NNBG και οι επενδυτές της έναντι κάθε νομικού κινδύνου, αφενός, πρέπει να επισημανθεί ότι τα επίμαχα μέτρα δεν προστατεύουν την NNBG από κάθε κίνδυνο, αλλά ότι είναι εκτεθειμένη, μεταξύ άλλων, στον κίνδυνο καθυστερήσεων κατασκευής ή ελλιπούς κατασκευής του Hinkley Point C, στον κίνδυνο μέτριας αποδόσεως καθώς και στον κίνδυνο ισχνού αποτελέσματος. Αφετέρου, ενόψει του επιδιωκόμενου με τα εν λόγω μέτρα σκοπού, ο οποίος συνίσταται στη δημιουργία κινήτρου για επενδύσεις σε νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά πρόδηλο σφάλμα η χρήση ενός μέσου όπως της συμφωνίας του Υπουργού για να περιοριστούν οι κίνδυνοι στους οποίους θα είναι εκτεθειμένες οι επενδύσεις αυτές, προκειμένου να μειωθεί το ύψος της τιμής ασκήσεως την οποία εγγυάται η σύμβαση επί διαφοράς.

398

Τέλος, όσον αφορά τη σύμβαση επί διαφοράς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προβάλλει κανένα τεκμηριωμένο επιχείρημα ικανό να καταδείξει ότι η διαπίστωση της Επιτροπής ότι η τιμή ασκήσεως δεν υπερέβαινε το ποσό που ήταν αναγκαίο για να προκαλέσει τη λήψη αποφάσεως περί επενδύσεως στο Hinkley Point C ήταν προδήλως εσφαλμένη. Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι η τιμή ασκήσεως είχε καθοριστεί λαμβανομένων υπόψη των συντελεστών αποδόσεως και ότι, στα σημεία 9.5.3.2 και 9.5.3.3 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή θεώρησε ότι, με την επιφύλαξη τροποποιήσεως των μηχανισμών στον τομέα της διανομής των κερδών, οι συντελεστές αυτοί αντιστοιχούσαν στους συντελεστές αποδόσεως τους οποίους θα έπρεπε να μπορεί να επιτύχει ένα έργο παρεμφερούς εμβέλειας προς το έργο της κατασκευής του Hinkley Point C και χαρακτηριζόμενο από παρεμφερή βαθμό αβεβαιότητας. Πάντως, η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα ικανό να αποδείξει ότι οι διαπιστώσεις αυτές ενέχουν πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.

399

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το σύνολο των επιχειρημάτων που αποσκοπούν στο να θέσουν εν αμφιβόλω τον αναγκαίο χαρακτήρα των επίμαχων μέτρων.

400

Πάντως, στο παρόν πλαίσιο, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει επίσης επιχειρήματα που αφορούν τη στάθμιση των θετικών και αρνητικών αποτελεσμάτων των επίμαχων μέτρων. Τα επιχειρήματα αυτά θα ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους του υπό εξέταση λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά την εν λόγω στάθμιση.

γ)   Επί της σταθμίσεως των θετικών και αρνητικών αποτελεσμάτων των επίμαχων μέτρων

401

Το τρίτο σκέλος αφορά το συμπέρασμα της Επιτροπής που παρατίθεται στις αιτιολογικές σκέψεις 547 και 548 της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι, λαμβανομένων υπόψη της προσαρμογής του κόστους της εγγυήσεως πιστώσεων και των δεσμεύσεων που ανέλαβε η EDF, ο κίνδυνος στρεβλώσεως του ανταγωνισμού από τα επίμαχα μέτρα ήταν περιορισμένος και αντισταθμίστηκε από τα θετικά αποτελέσματά τους.

402

Η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου βάλλουν κατά του συμπεράσματος αυτού. Κατά τα εν λόγω κράτη μέλη, τα μειονεκτήματα που απορρέουν από τα επίμαχα μέτρα είναι υπέρμετρα σε σχέση με τα πλεονεκτήματα που διασφαλίζουν. Η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, τα ενδεχόμενα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τα εν λόγω μέτρα δεν συγκρίνονται με τα μειονεκτήματά τους, όπως, μεταξύ άλλων, η στρέβλωση του ανταγωνισμού σε βάρος άλλων παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας και η πρόκληση σημαντικών δυσλειτουργιών στην αγορά της ηλεκτρικής ενέργειας. Πρώτον, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τα αρνητικά αποτελέσματα των μέτρων αυτών για τους άλλους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας, ειδικότερα δε τα σημαντικά αρνητικά αποτελέσματα για τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Επιπλέον, τέτοια μέτρα έχουν τον χαρακτήρα κινήτρου που προκαλεί δυσλειτουργίες. Δεύτερον, στο πλαίσιο της σταθμίσεως, η Επιτροπή παρέλειψε ορισμένες ουσιώδεις πτυχές που συνηγορούν υπέρ του αποκλεισμού της εγκρίσεως των μέτρων αυτών. Κατά πρώτον, τα αποτελέσματα στην αγορά της ηλεκτρικής ενέργειας δεν αναλύθηκαν επαρκώς. Κατά δεύτερον, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αξία νομολογιακού προηγούμενου για πολλές πυρηνικές εγκαταστάσεις που σχεδιάσθηκαν αλλά δεν έχουν υλοποιηθεί επί του παρόντος διότι θα ήταν αποδοτικές χωρίς κρατική ενίσχυση. Κατά τρίτον, δεν ελήφθησαν επαρκώς υπόψη οι σημαντικές συνέπειες για τους καταναλωτές. Και μόνο το γεγονός ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ουδόλως μελετήθηκαν οι εναλλακτικές λύσεις για την κάλυψη των μελλοντικών αναγκών του Ηνωμένου Βασιλείου σε ηλεκτρική ενέργεια καθιστά δυνατό το συμπέρασμα ότι δεν ελήφθη επαρκώς υπόψη η ευημερία των καταναλωτών. Ένας απελευθερωμένος τομέας όπως αυτός της ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να μπορεί να λειτουργήσει, κατ’ αρχήν, χωρίς ουσιαστική δημόσια στήριξη. Επομένως, θα ήταν ακόμη πιο παράδοξο το κόστος των μέτρων που θα έπρεπε να επιβαρύνει τους υποκείμενους στον φόρο στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά τέταρτον, τα αποτελέσματα στο περιβάλλον, σε σχέση ιδίως με την αποθήκευση των αποβλήτων, τα οποία αφορούν επίσης τον καταναλωτή ή τον υποκείμενο στον φόρο, δεν ελήφθησαν επαρκώς υπόψη.

403

Η Επιτροπή, η Τσεχική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Ρουμανία, η Σλοβακική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο αντικρούουν τα επιχειρήματα αυτά.

404

Τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας μπορούν να χωριστούν σε τέσσερις κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία επιχειρημάτων αποσκοπεί στην αμφισβήτηση των θετικών αποτελεσμάτων των επίμαχων μέτρων τα οποία έλαβε υπόψη η Επιτροπή. Η δεύτερη αφορά το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που προκάλεσαν τα εν λόγω μέτρα είναι περιορισμένες. Η τρίτη αφορά τη στάθμιση των θετικών και αρνητικών αποτελεσμάτων των μέτρων αυτών στην οποία προέβη η Επιτροπή. Η τέταρτη κατηγορία επιχειρημάτων αντλείται από το ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα στοιχεία.

1) Επί των διαπιστωθέντων από την Επιτροπή θετικών αποτελεσμάτων των επίμαχων μέτρων

405

Πρώτον, όσον αφορά τα διαπιστωθέντα από την Επιτροπή θετικά αποτελέσματα των επίμαχων μέτρων, πρέπει να επισημανθεί ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις 2 έως 11 της αποφάσεως για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας προκύπτει ότι τα εν λόγω μέτρα αποτελούν μέρος ενός συνόλου μέτρων ενεργειακής πολιτικής που έλαβε το Ηνωμένο Βασίλειο στο πλαίσιο της μεταρρυθμίσεως της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Η στρατηγική αποσκοπεί στην επίτευξη της ασφάλειας του εφοδιασμού, της διαφοροποιήσεως των πηγών και της απαλλαγής από ανθρακούχες εκπομπές. Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 199, 404 και 508 έως 511 της προσβαλλομένης αποφάσεως, μεταξύ 2021 και 2030, το Ηνωμένο Βασίλειο θα έχει ανάγκη από νέες μονάδες παραγωγής ενέργειας ικανές να παράγουν περίπου 60 gigawatts (GW). Λόγω των προβλέψεων για την παύση της λειτουργίας υφισταμένων πυρηνικών σταθμών και μονάδων παραγωγής με χρήση άνθρακα, η κατασκευή του Hinkley Point C αποσκοπεί στον περιορισμό της μειώσεως της συμβολής της πυρηνικής ενέργειας στις συνολικές ανάγκες σε ηλεκτρική ενέργεια. Κατά τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, δεν είναι δυνατόν να καλυφθούν μόνο με την προσφυγή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας τα μελλοντικά χαμηλά επίπεδα παραγωγικής ικανότητας που θα προκληθούν, αφενός, από την αύξηση της ζητήσεως και, αφετέρου, από το κλείσιμο υφισταμένων πυρηνικών σταθμών και μονάδων άνθρακα. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή έλαβε υπόψη το ότι η πυρηνική ενέργεια αντιπροσωπεύει έναν τρόπο εφοδιασμού σε βασική ηλεκτρική ενέργεια, δηλαδή μια μορφή συνεχούς παραγωγής ενέργειας, που δεν είναι διαλείπουσα, σε αντιδιαστολή με πολλές τεχνολογίες παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Η Επιτροπή εξέθεσε επίσης ότι το ισοδύναμο της ισχύος που θα πρέπει να καλύψει το Hinkley Point C αντιστοιχεί σε ικανότητα παραγωγής χερσαίας αιολικής ενέργειας 14 GW ή υπεράκτιας αιολικής ενέργειας 11 GW και θεώρησε ότι δεν ήταν ρεαλιστικό να αναμένεται ότι μια τέτοια παραγωγική ικανότητα επιτυγχάνεται στο ίδιο χρονικό πλαίσιο.

406

Δεύτερον, πρέπει να επισημανθεί ότι, μολονότι η καταλληλότητα και ο αναγκαίος χαρακτήρας των επίμαχων μέτρων πρέπει να εκτιμηθούν υπό το πρίσμα του σκοπού δημοσίου συμφέροντος που συνίσταται στη δημιουργία νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, στο πλαίσιο της σταθμίσεως των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων των εν λόγω μέτρων, πρέπει να ληφθεί υπόψη το σύνολο των θετικών αποτελεσμάτων που γεννούν οι νέες αυτές μονάδες παραγωγής.

407

Τρίτον, όσον αφορά τα επιχειρήματα που προβάλλουν η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, συμπεριλαμβανομένων αυτών που προβάλλονται προς στήριξη του πρώτου και του δεύτερου σκέλους του έκτου λόγου ακυρώσεως (βλ. σκέψεις 382 και 398, ανωτέρω), επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατ’ ουσίαν, τα κράτη μέλη αυτά προβάλλουν επτά αιτιάσεις που αποσκοπούν στην ανατροπή των διαπιστώσεων της Επιτροπής όσον αφορά τα θετικά αποτελέσματα των επίμαχων μέτρων. Κατά πρώτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει επιχειρήματα για να θέσει εν αμφιβόλω την ύπαρξη, στο μέλλον, ελλείμματος ικανότητας παραγωγής ενέργειας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά δεύτερον, υποστηρίζει ότι η ιδέα του φορτίου βάσης συνιστά αναχρονισμό. Κατά τρίτον, όπως ακριβώς το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, διατείνεται ότι, όσον αφορά την πυρηνική ενέργεια, η ασφάλεια εφοδιασμού σε ουράνιο δεν είναι εγγυημένη. Κατά τέταρτον, υποστηρίζει ότι οι πυρηνικοί σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής είναι ευαίσθητοι στις ανόδους της θερμοκρασίας. Κατά πέμπτον, επικαλείται τις συνέπειες βλάβης στον πυρηνικό σταθμό του Hinkley Point. Κατά έκτον, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου αμφισβητεί τη διαπίστωση της Επιτροπής ότι η πυρηνική ενέργεια είναι ενέργεια με ελάχιστες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Κατά έβδομον, η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ισχυρίζονται ότι η κατασκευή του Hinkley Point C δεν θα ολοκληρωθεί εγκαίρως.

i) Επί των επιχειρημάτων που κατατείνουν στην αμφισβήτηση της υπάρξεως, στο μέλλον, ελλείμματος ικανότητας παραγωγής ενέργειας

408

Η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η διαπίστωση της Επιτροπής όσον αφορά την ύπαρξη, στο μέλλον, ελλείμματος παραγωγικής ικανότητας είναι προδήλως εσφαλμένη. Συναφώς, ισχυρίζεται ότι, στο πλαίσιο των διαφόρων σεναρίων που εξέτασε η Επιτροπή, δεν έλαβε υπόψη τις μεταβολές της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας που απορρέουν από μέτρα όπως οι έξυπνοι μετρητές, τα έξυπνα δίκτυα, τα έξυπνα σπίτια και η ικανότητα αποθηκεύσεως. Κατά τη Δημοκρατία της Αυστρίας, η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη ούτε τη δυνατότητα εισαγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας από άλλα κράτη μέλη και την προοπτική σημαντικής αυξήσεως της ικανότητας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στο Ηνωμένο Βασίλειο.

409

Συναφώς, πρέπει, πρώτον, να υπομνησθεί ότι, όσον αφορά την ύπαρξη, στο μέλλον, ελλείμματος ικανότητας παραγωγής ενέργειας, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις προβλέψεις του Ηνωμένου Βασιλείου. Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 250 έως 258 της αποφάσεως κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας, στο πλαίσιο των προβλέψεων αυτών, το κράτος μέλος αυτό έλαβε υπόψη την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας εκτός από την ικανότητα παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, μέτρα ενεργειακής αποτελεσματικότητας και τη δυνατότητα εισαγωγής ενέργειας από άλλα κράτη μέλη μέσω των διασυνδέσεων. Βεβαίως, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 259 έως 263 της αποφάσεως περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας, κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή είχε αμφιβολίες ως προς την ανάλυση του Ηνωμένου Βασιλείου. Πάντως, από την αιτιολογική σκέψη 510 της προσβαλλομένης αποφάσεως ιδίως προκύπτει ότι, κατόπιν ενδελεχούς εξετάσεως, η Επιτροπή αναγνώρισε την ανάγκη νέας παραγωγικής ικανότητας περίπου 60 GW μεταξύ 2021 και 2030 την οποία εντόπισε το Ηνωμένο Βασίλειο. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τη μελλοντική ανάπτυξη της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

410

Δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι από την έκθεση της Επιτροπής με τίτλο «Investment perspectives in the electricity market» («Προοπτικές επενδύσεων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας»), του Ιουλίου του 2015, προκύπτει ότι η ικανότητα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στο Ηνωμένο Βασίλειο θα αυξηθεί, υπενθυμίζεται ότι η νομιμότητα αποφάσεως της Επιτροπής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων πρέπει να εκτιμηθεί βάσει των πληροφοριακών στοιχείων που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως αυτής (απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, Βέλγιο κατά Επιτροπής, 234/84, EU:C:1986:302, σκέψη 16). Πάντως, εν προκειμένω, η έκθεση στην οποία στηρίζεται η Δημοκρατία της Αυστρίας δημοσιεύθηκε μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν συνάγεται ότι το εν λόγω όργανο μπορούσε να διαθέτει τις πληροφορίες που περιελάμβανε η εν λόγω έκθεση πριν εκδώσει την απόφαση αυτή. Εν πάση περιπτώσει, το μόνο επιχείρημα, ότι δηλαδή η ικανότητα παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και, επομένως, η διαλείπουσα παραγωγική ικανότητα αυξήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν είναι ικανό να ανατρέψει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, ότι, λόγω αυξήσεως της ζητήσεως και παύσεως της λειτουργίας υφισταμένων πυρηνικών σταθμών και μονάδων παραγωγής με βάση τον άνθρακα, το Ηνωμένο Βασίλειο θα αντιμετωπίσει χαμηλά επίπεδα παραγωγικής ικανότητας.

411

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το σύνολο των επιχειρημάτων της Δημοκρατίας της Αυστρίας που κατατείνουν στην ανατροπή της διαπιστώσεως της Επιτροπής για την ύπαρξη, στο μέλλον, ελλείμματος παραγωγικής ικανότητας.

ii) Επί των επιχειρημάτων περί αναχρονισμού της ιδέας περί ευρέος φορτίου βάσης

412

Η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η ιδέα περί ευρέος φορτίου βάσης είναι απαρχαιωμένη. Θα πρέπει να προτιμηθούν οι μικροί ευέλικτοι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής.

413

Συναφώς, πρέπει, πρώτον, να υπομνησθεί ότι, στην αιτιολογική σκέψη 404 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι ο διαλείπων χαρακτήρας πολλών τεχνολογιών ανανεώσιμων πηγών δεν επιτρέπει να αποτελούν κατάλληλη εναλλακτική επιλογή για την τεχνολογία παραγωγής φορτίου βάσης, όπως η πυρηνική ενέργεια, ότι το ισοδύναμο της ισχύος που θα πρέπει να καλύψει το Hinkley Point C αντιστοιχεί σε ικανότητα παραγωγής χερσαίας αιολικής ενέργειας 14 GW ή υπεράκτιας αιολικής ενέργειας 11 GW και ότι δεν ήταν ρεαλιστικό να αναμένεται ότι μια τέτοια παραγωγή αιολικής ενέργειας μπορεί να επιτευχθεί στο ίδιο χρονικό πλαίσιο με το προβλεπόμενο για την κατασκευή του Hinkley Point C.

414

Δεύτερον, πρέπει να εξεταστεί αν τα επιχειρήματα που προβάλλει η Δημοκρατία της Αυστρίας είναι ικανά να ανατρέψουν τις διαπιστώσεις αυτές.

415

Κατά πρώτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας προσκομίζει μια συνέντευξη της 11ης Σεπτεμβρίου 2015 του γενικού διευθυντή και διευθύνοντος συμβούλου της επιχειρήσεως που διαχειρίζεται, μεταξύ άλλων, τα δίκτυα μεταφοράς της ηλεκτρικής ενέργειας του Ηνωμένου Βασιλείου. Διατείνεται ότι από τη συνέντευξη αυτή προκύπτει ότι η ιδέα της προσφυγής σε μεγάλους πυρηνικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής είναι απαρχαιωμένη.

416

Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί, πρώτον, ότι η επίμαχη συνέντευξη μεταδόθηκε μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω τη νομιμότητά της (βλ. σκέψη 410 ανωτέρω). Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο διότι ορισμένες απόψεις του γενικού διευθυντή και διευθύνοντος συμβούλου της επιχειρήσεως λαμβάνουν υπόψη εξελίξεις που επήλθαν κατά τη διάρκεια του 2015 και, επομένως, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

417

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στην επίμαχη συνέντευξη, δεν αμφισβητήθηκε η χρησιμότητα της πυρηνικής ενέργειας ως αξιόπιστης πηγής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Άλλωστε, μολονότι, στη συνέντευξη αυτή, αμφισβητήθηκε η χρησιμότητα του φορτίου βάσης για τους καταναλωτές βάσει προβλέψεως ότι ο καταναλωτής θα παράγει ο ίδιος την ηλεκτρική ενέργεια, επισημαίνεται επίσης ότι δεν είναι γνωστό με ποια ταχύτητα θα πραγματοποιηθεί η εξέλιξη αυτή. Επιπλέον, δεν αμφισβητήθηκε ότι το φορτίο βάσης θα παραμείνει σημαντικό για τους πελάτες που είναι επαγγελματίες. Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι μια άλλη πρόβλεψη που απορρέει από την εν λόγω συνέντευξη έγκειται στο ότι η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας θα αυξηθεί κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2020. Υπό το πρίσμα των εκτιμήσεων αυτών και λαμβανομένων υπόψη του δικαιώματος του Ηνωμένου Βασιλείου να επιλέξει μεταξύ διαφόρων πηγών ενέργειας, της γενικής δομής του ενεργειακού εφοδιασμού του και του ευρέος περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτει συναφώς (βλ. σκέψη 372 ανωτέρω), πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η επίμαχη συνέντευξη δεν είναι ικανή να καταδείξει ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής, των οποίων έγινε μνεία στη σκέψη 413 ανωτέρω, είναι προδήλως εσφαλμένες.

418

Κατά δεύτερον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι, στο μέλλον, η ανάγκη για ευέλικτους πόρους θα αυξηθεί σε σχέση με την ανάγκη για φορτίο βάσης, επικαλούμενη την έκθεση της Επιτροπής με τίτλο «Investment perspectives in the electricity market» («Προοπτικές επενδύσεων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας»). Αρκεί, συναφώς, να υπομνησθεί ότι, για τους λόγους που αναφέρθηκαν στη σκέψη 410 ανωτέρω, η έκθεση αυτή δεν είναι ικανή να θέσει εν αμφιβόλω τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Εν πάση περιπτώσει, το επιχείρημα αυτό δεν είναι ικανό να ανατρέψει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής ότι δεν ήταν ρεαλιστικό να αναμένεται ότι είναι δυνατόν να δημιουργηθούν σε ικανοποιητικό αριθμό, στο ίδιο χρονικό διάστημα με το προβλεπόμενο για την κατασκευή του Hinkley Point C, ευέλικτες μονάδες παραγωγής ενέργειας με μικρή περιεκτικότητα σε άνθρακα.

419

Κατά τρίτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι από ένα άρθρο με τίτλο «Will the U. S. Ever Need to Build Another Coal or Nuclear Power Plant?», που δημοσιεύθηκε στις 22 Απριλίου 2009 σε αμερικανικό περιοδικό, προκύπτει ότι ο Πρόεδρος της αμερικανικής Federal Energy Regulatory Commission θεωρούσε ότι η ιδέα του φορτίου βάσης αποτελούσε αναχρονισμό.

420

Συναφώς, αρκεί να επισημανθεί ότι, ακόμη και αν από το άρθρο αυτό προκύπτει ότι ο Πρόεδρος της αμερικανικής Federal Energy Regulatory Commission εκτίμησε ότι, στο μέλλον, η ιδέα του φορτίου βάσης θα μπορούσε να καταστεί αναχρονιστική, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από το εν λόγω άρθρο συνάγεται επίσης ότι η άποψη αυτή δεν γίνεται ομόφωνα δεκτή και ότι άλλοι ειδικοί εκτιμούσαν ότι η πυρηνική ενέργεια θα συνεχίσει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο μέλλον. Επομένως, λαμβανομένου υπόψη του ευρέος περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτει το Ηνωμένο Βασίλειο όσον αφορά τον καθορισμό του ενεργειακού του μείγματος, ούτε το άρθρο αυτό είναι ικανό να καταδείξει ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής, που συνοψίζονται στη σκέψη 413 ανωτέρω, είναι προδήλως εσφαλμένες.

421

Επομένως, πρέπει επίσης να απορριφθούν τα επιχειρήματα που η Δημοκρατία της Αυστρίας αντλεί από το γεγονός ότι η ιδέα ευρέος φορτίου βάσης είναι απαρχαιωμένη.

iii) Επί των επιχειρημάτων περί εφοδιασμού σε ουράνιο

422

Η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου διατείνονται ότι τα γνωστά αποθέματα ουρανίου δεν είναι απεριόριστα. Εξάλλου, τα πυρηνικά καύσιμα πρέπει να εισάγονται κατά μεγάλο μέρος από χώρες των οποίων η πολιτική κατάσταση δεν είναι σταθερή.

423

Πρώτον, πρέπει να εξεταστεί αν το επιχείρημα για την περιορισμένη φύση των γνωστών αποθεμάτων ουρανίου είναι ικανό να ανατρέψει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής όσον αφορά τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τα επίμαχα μέτρα.

424

Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί, αφενός, ότι από την αιτιολογική σκέψη 383 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η προβλεπόμενη διάρκεια εκμεταλλεύσεως για το Hinkley Point C ανέρχεται σε 60 έτη. Αφετέρου, κατά τη σύνοψη του «κόκκινου βιβλίου» που δημοσιεύθηκε από τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ) και από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) που προσκόμισε η Επιτροπή, τα αποθέματα ουρανίου αρκούν για τα επόμενα 150 έτη. Επομένως, το επιχείρημα που αντλείται από τον περιορισμένο χαρακτήρα των αποθεμάτων δεν είναι ικανό να ανατρέψει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής.

425

Το συμπέρασμα αυτό δεν τίθεται εν αμφιβόλω από το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι από τη σελίδα 10 του ενδεικτικού πυρηνικού προγράμματος της Επιτροπής της 4ης Οκτωβρίου 2007, COM(2007) 565 τελικό, προκύπτει ότι τα γνωστά αποθέματα ουρανίου που είναι ευλόγως ασφαλή και ανακτήσιμα σε ανταγωνιστικές τιμές μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες της πυρηνικής βιομηχανίας τουλάχιστον επί 85 έτη με τα τρέχοντα επίπεδα καταναλώσεως.

426

Πράγματι, κατά πρώτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το ως άνω ενδεικτικό πρόγραμμα παραπέμπει σε πρόγνωση που περιλαμβάνεται σε προγενέστερη έκδοση του «κόκκινου βιβλίου», του οποίου έγινε μνεία στη σκέψη 423 ανωτέρω, ενώ η πρόγνωση διάρκειας 150 ετών προκύπτει από πλέον πρόσφατη έκδοση του βιβλίου αυτού.

427

Κατά δεύτερον, και σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τα γνωστά αποθέματα ουρανίου που είναι ευλόγως ασφαλή και ανακτήσιμα σε ανταγωνιστικές τιμές μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες της πυρηνικής βιομηχανίας επί 85 και μόνον έτη με τα τρέχοντα επίπεδα καταναλώσεως, η εν λόγω διάρκεια υπερβαίνει την προβλεπόμενη διάρκεια εκμεταλλεύσεως του Hinkley Point C και η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προσκόμισε τεκμηριωμένα στοιχεία, ικανά να καταδείξουν ότι η πυρηνική ενέργεια θα αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε τα γνωστά αποθέματα ουρανίου θα έχουν εξαντληθεί πριν από το τέλος της ως άνω χρονικής περιόδου.

428

Κατά τρίτον, στο πλαίσιο αυτό, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η δυνατότητα χρήσεως καυσίμων ήδη χρησιμοποιημένων ή προερχομένων από τη διάλυση των πυρηνικών όπλων. Όσον αφορά τη δυνατότητα αυτή, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται απλώς ότι από τη σελίδα 18 της ετήσιας εκθέσεως του Οργανισμού εφοδιασμού της Ευρατόμ του 2014 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη διασφαλίζουν μόνο το 21 % του δυναμικού ανακυκλώσεως, πράγμα που δεν αρκεί για την κάλυψη των αναγκών της Ένωσης. Όμως, αρκεί να επισημανθεί συναφώς ότι από τις σελίδες 18 και 33 του εγγράφου αυτού προκύπτει ότι, σε παγκόσμια κλίμακα, υφίσταται πλεονάζουσα ικανότητα μετατροπής και ότι οι ανάγκες των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας της Ένωσης σαφώς καλύπτονται βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα.

429

Επομένως, το επιχείρημα που αντλείται από τον περιορισμένο χαρακτήρα των αποθεμάτων ουρανίου δεν είναι ικανό να καταδείξει ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής ενέχουν πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.

430

Δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα ότι η Ένωση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές πυρηνικού καυσίμου που προέρχεται από τρίτα κράτη, κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται η ανωτέρω αναφερθείσα δυνατότητα ανακυκλώσεως των ήδη χρησιμοποιημένων ή προερχομένων από τη διάλυση πυρηνικών όπλων καυσίμων και η ύπαρξη ορυχείων ουρανίου στο έδαφος της Ένωσης, έστω και σε πολύ περιορισμένη έκταση.

431

Περαιτέρω, το γεγονός ότι πολύ μεγάλο μέρος του ουρανίου εισάγεται από τρίτα κράτη δεν είναι ικανό να καταδείξει αφ’ εαυτού ότι το Hinkley Point C δεν θα μπορέσει να επιτύχει την προγραμματισμένη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

432

Η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται, εντούτοις, ότι οι εν λόγω εισαγωγές προέρχονται κατά μεγάλο μέρος από χώρες των οποίων η πολιτική κατάσταση δεν είναι σταθερή.

433

Συναφώς, πρέπει, κατά πρώτον, να επισημανθεί ότι μερίδιο του εφοδιασμού προέρχεται από τον Καναδά και την Αυστραλία και ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προβάλλει επιχειρήματα ικανά να θέσουν εν αμφιβόλω τη σταθερότητα της πολιτικής καταστάσεως στις χώρες αυτές.

434

Κατά δεύτερον, κατά τις ενδείξεις της Επιτροπής, η οποία παραπέμπει στη σελίδα 2 του ενδεικτικού πυρηνικού προγράμματος της 13ης Νοεμβρίου 2008, COM(2008) 776 τελικό, τα αποθέματα ουρανίου βρίσκονται σε γεωπολιτικώς σταθερές περιοχές και είναι ευρέως διανεμημένα, πράγμα που μπορεί να διαλύσει τον κίνδυνο να προκληθεί από ενδεχόμενες διαταραχές σε μία ή περισσότερες από τις περιοχές αυτές ένδεια ουρανίου για τα κράτη μέλη. Η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προβάλλει τεκμηριωμένα επιχειρήματα ικανά να ανατρέψουν τις ενδείξεις αυτές.

435

Τρίτον, στο πλαίσιο αυτό, πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη τα στοιχεία της Επιτροπής, τα οποία επιβεβαιώνονται από τις σελίδες 4 και 11 της ανακοινώσεως της Επιτροπής για το ενδεικτικό πυρηνικό πρόγραμμα της 4ης Οκτωβρίου 2007, ότι κάποιες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις είναι συνιδιοκτήτριες ορυχείων σε τρίτα κράτη και ότι έχουν συναφθεί διεθνείς συμφωνίες που διευκολύνουν το εμπόριο των πυρηνικών υλών και της πυρηνικής τεχνολογίας με την Αυστραλία, τον Καναδά, τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, την Ιαπωνία και τη Δημοκρατία του Καζακστάν.

436

Κατά τέταρτον, υπενθυμίζεται ότι η εξάρτηση από καύσιμα που εισάγονται από τρίτα κράτη δεν αποτελεί ιδιομορφία της πυρηνικής ενέργειας, αλλά υφίσταται και για άλλες τεχνολογίες, όπως είναι οι μονάδες παραγωγής ενέργειας με φυσικό αέριο.

437

Επομένως, ούτε το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι πολύ μεγάλο μέρος του ουρανίου πρέπει να εισαχθεί από τρίτα κράτη είναι ικανό να ανατρέψει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής όσον αφορά τα θετικά αποτελέσματα των επίμαχων μέτρων.

438

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το σύνολο των επιχειρημάτων που αφορούν τα αποθέματα ουρανίου.

439

Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα ότι η Επιτροπή δεν έπρεπε να ευνοήσει την εισαγωγή κοιτασμάτων ουρανίου προελεύσεως τρίτων κρατών σε σχέση με την εισαγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από άλλα κράτη μέλη, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τούτο αφορά τη στάθμιση των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων των επίμαχων μέτρων. Επομένως, θα ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της εξετάσεως της εν λόγω σταθμίσεως.

iv) Επί του επιχειρήματος περί της ευαισθησίας των πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής στις αυξήσεις θερμοκρασίας

440

Η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι οι πυρηνικοί σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής είναι πολύ ευαίσθητοι στις αυξήσεις της θερμοκρασίας λόγω της αυξημένης ανάγκης τους σε ψυχρό νερό. Επομένως, κατά τους καύσωνες, θα πρέπει να διακόπτεται η λειτουργία των πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής.

441

Πρώτον, πρέπει να επισημανθεί ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προβάλλει κανένα στοιχείο ικανό να καταδείξει ότι, υπό κανονικές κλιματικές συνθήκες, οι πυρηνικοί σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητοι στις μετεωρολογικές συνθήκες, σε αντιδιαστολή προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως η αιολική ενέργεια ή η ηλιακή ενέργεια.

442

Δεύτερον, πρέπει να εξεταστεί αν το επιχείρημα που η Δημοκρατία της Αυστρίας αντλεί από το γεγονός ότι οι καύσωνες θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη λειτουργία των πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής είναι ικανό να ανατρέψει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής στη σκέψη 405 ανωτέρω.

443

Η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει ότι η ευαισθησία των πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής στους καύσωνες προκύπτει από έγγραφο που φέρει τον τίτλο «Νuclear Free Local Authorities briefing», της 9ης Δεκεμβρίου 2014.

444

Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά το έγγραφο αυτό, ο κύριος λόγος της ελλείψεως αξιοπιστίας ορισμένων πυρηνικών αντιδραστήρων είναι ότι πρόκειται για απαρχαιωμένους αντιδραστήρες, των οποίων η ημερομηνία λήξης έχει παρέλθει. Όμως, αφενός, η κατασκευή του Hinkley Point C αποσκοπεί ακριβώς στην αντικατάσταση των απαρχαιωμένων πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής. Αφετέρου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα ικανό να καταδείξει ότι το Hinkley Point C, το οποίο βρίσκεται στο Somerset, στην παράκτια ζώνη του Ηνωμένου Βασιλείου, θα μπορούσε να είναι ιδιαιτέρως εκτεθειμένο σε καύσωνες και να αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχράνσεως.

445

Πάντως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ακόμη και στην περίπτωση που, σε εξαιρετικές περιστάσεις, η λειτουργία του Hinkley Point C θα επηρεαζόταν από καύσωνα, αυτό δεν θα μπορούσε να αναιρέσει, αυτή καθεαυτήν, την ικανότητα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας η οποία απορρέει από την κατασκευή της εν λόγω μονάδας και την οποία η Επιτροπή έλαβε υπόψη στο πλαίσιο των διαπιστώσεών της, οι οποίες συνοψίζονται στη σκέψη 405 ανωτέρω. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το επιχείρημα της Επιτροπής ότι τα κύματα καύσωνα έχουν ως συνέπεια την αύξηση της αποδόσεως της ηλιακής ενέργειας και ότι υπάρχει, επομένως, συγκεκριμένο αντισταθμιστικό αποτέλεσμα, το οποίο είναι ικανό να αντισταθμίσει τις ενδεχόμενες συνέπειες πολύ υψηλών θερμοκρασιών στην παραγωγή πυρηνικής ενέργειας.

446

Υπό το πρίσμα των σκέψεων αυτών, συνάγεται το συμπέρασμα ότι το επιχείρημα περί των συνεπειών του καύσωνα δεν είναι ικανό να καταδείξει ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής όσον αφορά τα θετικά αποτελέσματα των επίμαχων μέτρων είναι προδήλως εσφαλμένες.

v) Επί του επιχειρήματος περί των πιθανών συνεπειών των βλαβών

447

Η Δημοκρατία της Αυστρίας επικαλείται τις επιπλοκές που μπορεί να προκαλέσει μια βλάβη σε πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής και, ειδικότερα, η βλάβη σε σταθμό τέτοιου μεγέθους όπως αυτό του μελλοντικού πυρηνικού σταθμού του Hinkley Point.

448

Συναφώς, επισημαίνεται, πρώτον ότι, αφενός, κατά τα στοιχεία που παρέσχε η Επιτροπή, η παραγωγή στον πυρηνικό σταθμό του Hinkley Point θα διασφαλιστεί από πλείονες ομάδες πυρηνικών σταθμών που χρησιμοποιούν διαφορετικές τεχνολογίες, πράγμα που θα παράσχει τη δυνατότητα προγραμματισμού των εργασιών συντηρήσεως, κατά τρόπον ώστε η παραγωγή του φορτίου βάσης να διατηρηθεί και, αφετέρου, η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προέβαλε επιχειρήματα ικανά να θέσουν εν αμφιβόλω την ακρίβεια των στοιχείων αυτών.

449

Δεύτερον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το γεγονός και μόνον ότι η λειτουργία του Hinkley Point C θα μπορούσε να επηρεαστεί από περιστασιακές βλάβες δεν είναι ικανό να αναιρέσει, αυτή καθεαυτήν, την ικανότητα παραγωγής ενέργειας προερχόμενης από την εν λόγω μονάδα και την οποία η Επιτροπή έλαβε υπόψη στο πλαίσιο των διαπιστώσεών της, οι οποίες συνοψίζονται στη σκέψη 405 ανωτέρω.

450

Επομένως, το επιχείρημα που αντλείται από τις πιθανές συνέπειες των βλαβών δεν είναι ικανό να ανατρέψει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής όσον αφορά τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τα επίμαχα μέτρα.

vi) Επί του χαρακτηρισμού της πυρηνικής ενέργειας ως ενέργειας με χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα

451

Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου διατείνεται ότι η διαπίστωση της Επιτροπής ότι η πυρηνική ενέργεια είναι τεχνολογία με χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα είναι προδήλως εσφαλμένη. Η πυρηνική τεχνολογία προκαλεί σημαντικές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, λόγω του άνθρακα που παράγεται κατά την εξόρυξη και την επεξεργασία του ουρανίου και κατά την κατασκευή και τη διάλυση των πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής.

452

Συναφώς, υπενθυμίζεται εκ προοιμίου ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν χαρακτήρισε την απαλλαγή από ανθρακούχες εκπομπές ως σκοπό δημοσίου συμφέροντος ικανό να δικαιολογήσει αυτοτελώς τα επίμαχα μέτρα. Πάντως, όπως ήδη εκτέθηκε στη σκέψη 405 ανωτέρω, στο πλαίσιο της σταθμίσεως των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων των επίμαχων μέτρων, έλαβε υπόψη το γεγονός ότι τα μέτρα αυτά εντάσσονται σε συνολική στρατηγική του Ηνωμένου Βασιλείου για να μεταρρυθμίσει την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, επιδιώκοντας, ιδίως, τον σκοπό της απαλλαγής από ανθρακούχες εκπομπές. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξεταστεί αν τα επιχειρήματα που προβάλλει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου είναι ικανά να καταδείξουν ότι η διαπίστωση ότι τα επίμαχα μέτρα εντάσσονται στην εν λόγω συνολική στρατηγική είναι προδήλως εσφαλμένη.

453

Κατ’ ουσίαν, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στηρίζει τα επιχειρήματά του ότι η πυρηνική τεχνολογία δεν είναι τεχνολογία με χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα σε μελέτη που δημοσιεύθηκε σε περιοδικό το 2008 και φέρει τον τίτλο «Valuing the greenhouse gas emissions from nuclear power».

454

Πρώτον, όσον αφορά το περιεχόμενο της επίμαχης μελέτης, διαπιστώνεται ότι δεν συνάγεται ότι η πυρηνική ενέργεια είναι μορφή ενέργειας με υψηλές εκπομπές άνθρακα. Αντιθέτως, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, από την ως άνω μελέτη συνάγεται ότι ο μέσος όρων των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα από τις μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, εκφρασμένος σε ισοδύναμο διοξειδίου του άνθρακα, ανέρχεται σε 66 g, σε σχέση με τις εκπομπές της ηλιακής ενέργειας και της ενέργειας από βιομάζα, που κυμαίνονται μεταξύ 13 g και 41 g ισοδυνάμου διοξειδίου του άνθρακα, ενώ τα ορυκτά καύσιμα, όπως το φυσικό αέριο, το πετρέλαιο, το ντίζελ και ο άνθρακας κυμαίνονται μεταξύ 443 g και 1050 g ισοδυνάμου διοξειδίου του άνθρακα.

455

Δεύτερον, πρέπει να επισημανθεί ότι η Επιτροπή διατείνεται ότι, στο μέλλον, ο μέσος όρος των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα που προέρχονται από τις μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας θα μειωθεί. Το ποσοστό άνθρακα που προέρχεται από την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας η οποία είναι αναγκαία για την εξόρυξη των πρώτων υλών, την κατασκευή και τη διάλυση πυρηνικού σταθμού μπορεί να μειωθεί, λόγω του ότι αυτή η ηλεκτρική ενέργεια θα αντικατασταθεί, εν μέρει τουλάχιστον, από την ηλεκτρική ενέργεια που δεν εκπέμπει ή εκπέμπει λιγότερο διοξείδιο του άνθρακα. Τα επιχειρήματα αυτά δεν αμφισβητήθηκαν από τη Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου.

456

Τρίτον, επισημαίνεται ότι, από την πλευρά της, η Επιτροπή υποβάλλει άλλη μελέτη, του 2012, στην οποία αναλύονται τα αποτελέσματα διαφορετικών μελετών που έχουν παρεμφερές αντικείμενο με εκείνη που προσκόμισε το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου. Επιβάλλεται, εν προκειμένω, η διαπίστωση ότι, από τη σελίδα 90 της δεύτερης αυτής μελέτης, η οποία είναι κατά τέσσερα έτη πιο πρόσφατη από τη μελέτη που υπέβαλε το ως άνω κράτος μέλος, στη θεωρία γίνεται δεκτό ότι οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα που προκαλεί η πυρηνική ενέργεια δεν συνιστούν παρά ένα κλάσμα αυτών που προκαλεί η χρήση των ορυκτών πηγών για την παραγωγή ενέργειας και ότι είναι συγκρίσιμες με αυτές που προκαλούν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

457

Υπό το πρίσμα των στοιχείων αυτών, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα επιχειρήματα του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου δεν είναι ικανά να καταδείξουν ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθόσον διαπίστωσε ότι η κατασκευή του Hinkley Point C εντασσόταν σε συνολική στρατηγική του Ηνωμένου Βασιλείου για τη μεταρρύθμιση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, επιδιώκοντας, μεταξύ άλλων, τον σκοπό της απαλλαγής από ανθρακούχες εκπομπές.

vii) Επί του επιχειρήματος ότι το Hinkley Point C θα ολοκληρωθεί με καθυστέρηση

458

Η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου διατείνονται επίσης ότι το Hinkley Point C θα ολοκληρωθεί και θα είναι λειτουργικό μετά την ανεπάρκεια του εφοδιασμού που προέβλεψε το Ηνωμένο Βασίλειο.

459

Συναφώς, υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι, εάν η NNBG δεν τηρήσει το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα, κινδυνεύει να χάσει τα πλεονεκτήματα που παρέχει η σύμβαση επί διαφοράς και, κατά συνέπεια, έχει κίνητρο να τηρήσει το εν λόγω χρονοδιάγραμμα.

460

Δεύτερον, πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να επισημανθεί ότι η θέση του Hinkley Point C σε λειτουργία προβλέπεται για το έτος 2023. Ακόμη και στην περίπτωση που η πραγματική θέση σε λειτουργία πραγματοποιηθεί μεταγενέστερα, δεν αποκλείεται να μπορέσει να συμβάλει στην κάλυψη των αναγκών που διαπίστωσε το Ηνωμένο Βασίλειο για το χρονικό διάστημα μεταξύ 2021 και 2030 για νέες μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ικανές να παράσχουν 60 GW.

461

Υπό το πρίσμα των σκέψεων αυτών, πρέπει να απορριφθεί και το επιχείρημα περί καθυστερημένης ολοκληρώσεως της κατασκευής του Hinkley Point C.

462

Επομένως, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι κανένα από τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας δεν είναι ικανό να ανατρέψει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής όσον αφορά τα θετικά αποτελέσματα των επίμαχων μέτρων.

2) Επί των αρνητικών αποτελεσμάτων που έλαβε υπόψη η Επιτροπή

463

Η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου προβάλλουν επιχειρήματα προκειμένου να καταδείξουν ότι το συμπέρασμα της Επιτροπής, ότι οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που προκάλεσαν τα επίμαχα μέτρα ήταν περιορισμένες, βαρυνόταν με πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη τα επιχειρήματα που προβάλλονται στο πλαίσιο του πρώτου και του δεύτερου σκέλους του έκτου λόγου ακυρώσεως (βλ. σκέψεις 382 και 398 ανωτέρω), το επιχείρημα περί επηρεασμού των όρων των συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών (βλ. σκέψη 125 ανωτέρω), καθώς και το επιχείρημα περί αποκλεισμού της εσωτερικής αγοράς και περί των συνεπειών των επίμαχων μέτρων στις τιμές της αγοράς αυτής, που αναλύθηκαν στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου ακυρώσεως (βλ. σκέψη 273 ανωτέρω).

464

Σε ένα πρώτο στάδιο, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι τα επίμαχα μέτρα έχουν αρνητικά αποτελέσματα στην εσωτερική αγορά και στην αγορά της ενέργειας ειδικότερα.

465

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, στο σημείο 7.9 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επισήμανε ότι τα επίμαχα μέτρα ήταν ικανά να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό όσον αφορά την παραγωγή και την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας και να επηρεάσουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. Θεώρησε επίσης ότι τα εν λόγω μέτρα θα μπορούσαν να αλλοιώσουν τις επενδυτικές αποφάσεις και να αποθαρρύνουν εναλλακτικές επενδύσεις. Εξάλλου, στο πλαίσιο της εξετάσεως που διενήργησε στο σημείο 9.6 της εν λόγω αποφάσεως, εντόπισε ορισμένες αρνητικές συνέπειες των μέτρων αυτών που συνίστανται στις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και στον αντίκτυπο στις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. Πάντως, στην αιτιολογική σκέψη 548 της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή κατέληξε ότι οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που απορρέουν από τη θέση σε λειτουργία του Hinkley Point C είναι οι ελάχιστες δυνατές και αντισταθμίζονται από τα θετικά αποτελέσματα των μέτρων. Το συμπέρασμα αυτό στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην εξέταση που πραγματοποίησε στο πλαίσιο των σημείων 9.6.1 έως 9.6.5 της εν λόγω αποφάσεως.

466

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι, στο σημείο 9.6.1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέτασε τις στρεβλώσεις των επενδύσεων που θα προκαλέσουν τα επίμαχα μέτρα και τον αντίκτυπό τους στις εμπορικές ροές. Στην αιτιολογική σκέψη 511 της εν λόγω αποφάσεως, η Επιτροπή κατέληξε ότι τα εν λόγω μέτρα έχουν ασήμαντες επιπτώσεις στις εμπορικές ροές, στις τιμές και στις επενδύσεις. Το συμπέρασμα αυτό στηρίζεται σε τρεις εκτιμήσεις που αναλύονται στο εν λόγω σημείο, καθώς και σε μια εκτίμηση που περιλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 403 της εν λόγω αποφάσεως.

467

Κατά πρώτον, στις αιτιολογικές σκέψεις 503 έως 505 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επισήμανε ότι η ευρεία χρήση των συμβάσεων επί διαφοράς μπορούσε να επηρεάσει ουσιαστικά ή να ακυρώσει συνολικά τον ρόλο των τιμών ως επενδυτικών ενδείξεων και να οδηγήσει στον καθορισμό των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας με βάση τις επιλογές της κυβερνήσεως. Οι συμβάσεις επί διαφοράς απαιτούν από τους παραγωγούς να πωλούν στην αγορά, διατηρώντας με αυτόν τον τρόπο ορισμένα από τα κίνητρα που εφαρμόζονται στους μη ενισχυόμενους παράγοντες της αγοράς. Η Επιτροπή τόνισε, εντούτοις, ότι τα κίνητρα αυτά διατηρούνταν κυρίως σε επιχειρησιακό επίπεδο και όχι στο επίπεδο των επενδυτικών αποφάσεων, οι οποίες καθορίζονται μάλλον από τη σταθερότητα και τη βεβαιότητα των εσόδων που παρέχει η σύμβαση επί διαφοράς. Σε κάθε περίπτωση, οι στρεβλώσεις της αγοράς που απορρέουν από τη σύμβαση επί διαφοράς σε επιχειρησιακό επίπεδο είναι πολύ περιορισμένες για τους παραγωγούς πυρηνικής ενέργειας, που χαρακτηρίζονται από χαμηλό οριακό λειτουργικό κόστος και είναι, συνεπώς, πιθανό να πωλούν στην αγορά, ανεξάρτητα από τα επίπεδα των τιμών και να καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις στην καμπύλη προμήθειας.

468

Κατά δεύτερον, στις αιτιολογικές σκέψεις 506 έως 508 της προσβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά τη δομή διασυνδέσεως καθώς και τη κατεύθυνση και την ένταση των εμπορικών ροών, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η κατασκευή του Hinkley Point C θα πρέπει να έχει ελάχιστο αντίκτυπο στις τιμές χονδρικής πωλήσεως στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στο πλαίσιο αυτό, εξέθεσε ότι οι διεξαχθείσες εργασίες διαμορφώσεως μοντέλων δείχνουν ότι οι τιμές στη Μεγάλη Βρετανία θα μειωθούν κατά λιγότερο από 0,5 % ως αποτέλεσμα της λειτουργίας του εν λόγω πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής, πράγμα που, με τη σειρά του, θα οδηγήσει σε μια σωρευτική και συνολική μείωση των εσόδων διασυνδέσεως κατά λιγότερο από 1,7 % μέχρι το 2030. Το αποτέλεσμα αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι το οριακό κόστος της παραγόμενης από τον εν λόγω πυρηνικό σταθμό ηλεκτρικής ενέργειας θα είναι χαμηλότερο από την τιμή των υφισταμένων μονάδων, αλλά η συνολική ικανότητά του θα είναι ένα μικρό κλάσμα της συνολικής παραγωγικής ικανότητας στη Μεγάλη Βρετανία και από το γεγονός ότι η μείωση των τιμών χονδρικής και των εσόδων διασυνδέσεως θα μπορούσε να επιτευχθεί και χωρίς την εν λόγω μονάδα. Κατά την Επιτροπή, το αποτέλεσμα αυτό βασιζόταν στο δυσμενέστερο σενάριο, εφόσον, χωρίς τον εν λόγω πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής, το Ηνωμένο Βασίλειο μπορούσε να επιδιώξει άλλους τύπους παραγωγής με χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό (και όχι για τη συνολική δυναμικότητα που προσφέρει το Hinkley Point C, η οποία θα ήταν υπερβολικά μεγάλη για να μπορεί να αντικατασταθεί μόνο από πηγές χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών). Ως εκ τούτου, κατά την Επιτροπή, η μείωση των τιμών χονδρικής και των εσόδων διασυνδέσεως θα μπορούσε να επιτευχθεί και χωρίς το Hinkley Point C.

469

Κατά τρίτον, όσον αφορά τις στρεβλώσεις των συναλλαγών, στις αιτιολογικές σκέψεις 509 και 510 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το Hinkley Point C έχει αμελητέα επίπτωση στις τιμές εκτός της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία υπολογίστηκε στο 0,1 % το πολύ. Αυτό θα αποτυπωνόταν σε μείωση των διασυνοριακών ροών σε ποσοστό λιγότερο από 1 %. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή εξέθεσε επίσης ότι, βάσει των αποτελεσμάτων της διαμορφώσεως μοντέλων με εναλλακτικά σενάρια που στηρίζονται στο ενδεχόμενο της μη υλοποιήσεως του έργου του πυρηνικού σταθμού του Hinkley Point, η μετατόπιση των εναλλακτικών επενδύσεων είναι περιορισμένη. Ειδικότερα, οι προβλέψεις για συρρίκνωση της προσφοράς αφήνουν μεγάλο περιθώριο για την είσοδο άλλων παραγωγών και τεχνολογιών παραγωγής και την επέκταση της παραγωγικής ικανότητας, ανεξάρτητα από την επένδυση στο Hinkley Point C, λαμβανομένου, ιδίως, υπόψη του χρονοδιαγράμματος για το κλείσιμο των υφισταμένων πυρηνικών σταθμών και μονάδων άνθρακα. Το Ηνωμένο Βασίλειο θα έχει ανάγκη να τεθεί σε λειτουργία νέα παραγωγική ικανότητα περίπου 60 GW μεταξύ 2021 και 2030, εκ των οποίων ο σταθμός του Hinkley Point C θα προμηθεύει 3,2 GW. Θα ήταν αδύνατον να καλυφθεί το κενό αυτό μόνο από πηγές χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών.

470

Κατά τέταρτον, στην αιτιολογική σκέψη 403 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η σύμβαση επί διαφοράς δεν εισάγει υπέρμετρες διακρίσεις σε βάρος άλλων τεχνολογιών, διότι οι συμβάσεις αυτές μπορούν επίσης να στηρίζουν και άλλες τεχνολογίες με τη χρήση του ίδιου μέσου, στο πλαίσιο της αγοράς παραγωγικής ικανότητας που δημιούργησε το Ηνωμένο Βασίλειο, εξαιρουμένων των προσαρμογών που μπορεί να θεωρηθούν αναγκαίες με βάση τις διαφορές των τεχνολογιών.

471

Επομένως, τα επιχειρήματα που η Δημοκρατία της Αυστρίας αντλεί από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τα αρνητικά αποτελέσματα των επίμαχων μέτρων στην εσωτερική αγορά πρέπει να απορριφθούν.

472

Σε ένα δεύτερο στάδιο, πρέπει να επισημανθεί ότι ορισμένα από τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας αποσκοπούν στο να καταδείξουν ότι το συμπέρασμα της Επιτροπής, ότι οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που προκάλεσαν τα επίμαχα μέτρα ήταν περιορισμένες, βαρύνεται με πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Πρώτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η σύμβαση επί διαφοράς τροποποιεί την καμπύλη προμήθειας σε βάρος των μονάδων φυσικού αερίου. Δεύτερον, υποστηρίζει ότι η εν λόγω σύμβαση λειτουργεί ως απρόσφορο κίνητρο. Τρίτον, η σύμβαση αυτή αυξάνει ουσιωδώς τη συχνότητα των αρνητικών τιμών. Τέταρτον, αντίθετα προς τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, τα εν λόγω μέτρα παρέχουν απρόσφορο πλεονέκτημα στην πυρηνική τεχνολογία. Πέμπτον, η Επιτροπή δεν έλαβε αρκούντως υπόψη τη σημασία των διασυνδέσεων των ενεργειακών δικτύων.

473

Η Επιτροπή, η Τσεχική Δημοκρατία, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Ρουμανία, η Σλοβακική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο αντικρούουν τα επιχειρήματα αυτά.

474

Πρώτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η σύμβαση επί διαφοράς μεταβάλλει την καμπύλη προμήθειας σε βάρος των μονάδων φυσικού αερίου, που έχουν υψηλό οριακό κόστος και θα αντιμετωπίσουν δυσχέρειες προκειμένου να παραμείνουν στην αγορά το 2030. Κατά τη Δημοκρατία της Αυστρίας, η έξοδος των μονάδων φυσικού αερίου από την αγορά θα έθετε σε κίνδυνο την επίτευξη αποτελεσματικού συνδυασμού των ικανοτήτων παραγωγής ο οποίος θα στηριζόταν σε ευέλικτες μονάδες φυσικού αερίου συνδεδεμένες με την ασταθούς αποδόσεως αιολική ενέργεια.

475

Συναφώς, υπενθυμίζεται, εκ προοιμίου, ότι, στο πλαίσιο της εξετάσεώς της, η Επιτροπή δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να έχει η σύμβαση επί διαφοράς συνέπειες στην αγορά ενέργειας. Πάντως, όπως προκύπτει ιδίως από την αιτιολογική σκέψη 510 της προσβαλλομένης αποφάσεως, θεώρησε ότι η μετατόπιση των εναλλακτικών επενδύσεων παρέμενε περιορισμένη λόγω, αφενός, της ανάγκης του Ηνωμένου Βασιλείου να τεθεί σε λειτουργία νέα παραγωγική ικανότητα περίπου 60 GW μεταξύ 2021 και 2030, εκ των οποίων το Hinkley Point C θα προμηθεύει τα 3,2 GW και, αφετέρου, του γεγονότος ότι η κατασκευή του Hinkley Point C δεν έχει ως συνέπεια την επέκταση της παραγωγικής ικανότητας του φορτίου βάσης, αλλά συνιστά επένδυση υποκαταστάσεως που αντισταθμίζει ένα τμήμα της παραγωγής των αρχαιότερων πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής και των μονάδων άνθρακα που παράγουν το φορτίο βάσης. Στην αιτιολογική σκέψη 403 της εν λόγω αποφάσεως, έλαβε επίσης υπόψη το γεγονός ότι ο κίνδυνος αποκλεισμού των μονάδων φυσικού αερίου ήταν περιορισμένος, καθόσον το Ηνωμένο Βασίλειο δημιούργησε αγορά παραγωγικής ικανότητας, η οποία αποσκοπούσε στο να προσελκύσει επενδύσεις σε νέους σταθμούς φυσικού αερίου.

476

Πρέπει να εξεταστεί αν τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας είναι ικανά να ανατρέψουν τις εν λόγω διαπιστώσεις της Επιτροπής.

477

Κατά τη Δημοκρατία της Αυστρίας, τα δυσμενή αποτελέσματα της συμβάσεως επί διαφοράς σε όσους εκμεταλλεύονται μονάδες φυσικού αερίου και, εμμέσως, στους παραγωγούς αιολικής ενέργειας, αναδεικνύονται από μια μελέτη του Μαΐου του 2012, με τον τίτλο «Assessment of the dispatch distortions under the Feed-in Tariff with Contract for Differences policy» (στο εξής: μελέτη του Μαΐου του 2012).

478

Πάντως, διαπιστώνεται ότι το περιεχόμενο της μελέτης του Μαΐου του 2012 δεν είναι ικανό να καταδείξει ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής ως προς τα περιορισμένα αποτελέσματα της μετατοπίσεως των εναλλακτικών επενδύσεων είναι προδήλως εσφαλμένα. Αντιθέτως, στις σελίδες 12 και 13 της εν λόγω μελέτης, εκτίθεται ότι η διαμόρφωση μοντέλων και η ανάλυση που πραγματοποιήθηκε δεν απέδειξαν την ύπαρξη σημαντικών στρεβλώσεων, λόγω των συμβάσεων επί διαφοράς για το φορτίο βάσης. Όσον αφορά τις σελίδες 6, 7 και 36 επ. της μελέτης αυτής, στις οποίες η Δημοκρατία της Αυστρίας στηρίζει το επιχείρημά της, είναι αληθές ότι συνάγεται εξ αυτών ότι ο συνδυασμός μη ευέλικτης τεχνολογίας, όπως η πυρηνική τεχνολογία, και τεχνολογίας με διαλείποντα χαρακτήρα, όπως η αιολική ενέργεια, θα μπορούσε να δημιουργήσει σενάρια, στο πλαίσιο των οποίων η παραγωγή ενέργειας υπερβαίνει τη ζήτηση, πράγμα που θα είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της παραγωγής των μονάδων φυσικού αερίου. Πάντως, σε αντιδιαστολή προς ό,τι υποστηρίζει η Δημοκρατία της Αυστρίας, από τη μελέτη αυτή δεν μπορεί να συναχθεί ότι η κατασκευή του Hinkley Point C θα έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό, σε μεγάλο βαθμό, των μονάδων φυσικού αερίου. Αντιθέτως, πρέπει να επισημανθεί ότι από τη σελίδα 30 της ως άνω μελέτης συνάγεται ότι όσον αφορά την πυρηνική ενέργεια, θα υπάρχει, μέχρι το 2030, συγκρατημένη και μόνον αύξηση των υφισταμένων μονάδων παραγωγής, ενώ η παραγωγή αιολικής ενέργειας θα αυξηθεί έντονα και η αύξηση της αιολικής ενέργειας θα τροποποιήσει και την καμπύλη προμήθειας σε βάρος των μονάδων φυσικού αερίου.

479

Άλλωστε, πρέπει να επισημανθεί ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα ικανό να ανατρέψει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής που στηρίζονται στο μελλοντικό χαμηλό επίπεδο ικανότητας παραγωγής, στο γεγονός ότι η κατασκευή του Hinkley Point C συνιστά μόνο επένδυση υποκαταστάσεως και στην ύπαρξη αγοράς που δημιούργησε το Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία αποσκοπεί στο να προσελκύσει επενδύσεις σε νέες μονάδες φυσικού αερίου.

480

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων, συνάγεται το συμπέρασμα ότι τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας περί τροποποιήσεως της καμπύλης προμήθειας δεν είναι ικανά να καταδείξουν ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής όσον αφορά τα αρνητικά αποτελέσματα των επίμαχων μέτρων βαρύνονται με πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.

481

Δεύτερον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι ο μηχανισμός της συμβάσεως επί διαφοράς λειτουργεί ως απρόσφορο κίνητρο για την NNBG. Η εταιρία αυτή έχει κίνητρο, λόγω της συμβάσεως επί διαφοράς, να διατηρήσει τις εγχύσεις της σε υψηλό επίπεδο, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τη σταθερότητα του δικτύου. Κατά συνέπεια, η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας μπορεί να οδηγήσει σε δυνητική πλεονάζουσα ικανότητα παραγωγής μη ευέλικτης ηλεκτρικής ενέργειας, πράγμα που θα υποχρεώσει τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές να περιορίσουν τις εγχύσεις τους στο δίκτυο, προκειμένου να μη θέσουν σε κίνδυνο την ασφάλεια του δικτύου. Ως εκ τούτου θα χάσουν τις επιδοτήσεις που τους χορηγούνται. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι δύσκολο για τους άλλους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας να επιβληθούν στην αγορά ή να διεισδύσουν σε αυτή.

482

Κατά πρώτον, στο μέτρο που η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη όσον αφορά τον χαρακτήρα κινήτρου των επίμαχων μέτρων για τη δημιουργία νέων μονάδων πυρηνικής ενέργειας, η επιχειρηματολογία της πρέπει να απορριφθεί. Πράγματι, η εν λόγω επιχειρηματολογία δεν είναι ικανή να ανατρέψει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, οι οποίες περιλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 393 έως 406 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα μέτρα αυτά θα καταστήσουν δυνατή την αντιμετώπιση των μεγαλύτερων εμποδίων στις επενδύσεις στη νέα παραγωγική ικανότητα.

483

Κατά δεύτερον, στο μέτρο που η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι η διαπίστωση της Επιτροπής ότι η σύμβαση επί διαφοράς έχει ασήμαντη και μόνον επίπτωση στις επενδύσεις είναι προδήλως εσφαλμένη, η επιχειρηματολογία της πρέπει επίσης να απορριφθεί.

484

Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι το φαινόμενο κατά το οποίο, ορισμένες ημέρες που πνέουν ισχυροί άνεμοι, η παραγωγή αιολικής ενέργειας αυξάνεται και μπορεί να υπερβεί τη ζήτηση, συνδέεται άμεσα με τον διαλείποντα χαρακτήρα της τεχνολογίας αυτής και ότι ο κίνδυνος του φαινομένου αυτού αυξάνεται με την αύξηση του μεριδίου της εν λόγω πηγής ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι από τις σελίδες 30 και 36 της μελέτης του Μαΐου του 2012 προκύπτει ότι, συνεπεία της αυξήσεως της αιολικής ενέργειας μέχρι το 2030, ο διαχειριστής του δικτύου θα πρέπει να λάβει μέτρα για τον περιορισμό της αιολικής ενέργειας όταν πνέουν ισχυροί άνεμοι.

485

Στη συνέχεια, πρέπει να επισημανθεί ότι ο λόγος για τον οποίον το Hinkley Point C θα παραγάγει ηλεκτρική ενέργεια χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η παραγωγή των σταθμών αιολικής ενέργειας έγκειται στην ίδια τη φύση της πυρηνικής ενέργειας, η οποία συνιστά μη ευέλικτη πηγή ενέργειας. Επομένως, αντίθετα προς ό,τι υπονοεί η Δημοκρατία της Αυστρίας, δεν είναι η σύμβαση επί διαφοράς που θα μπορούσε να παρακινήσει την NNBG να διατηρήσει το επίπεδο της παραγωγής της σε περιόδους ισχυρών ανέμων, αλλά τεχνικοί λόγοι σύμφυτοι με την τεχνολογία αυτή.

486

Άλλωστε, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 14 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η NNBG θα λαμβάνει αντισταθμιστικές πληρωμές ανάλογα με την παραγωγή της μόνον έως ένα ανώτατο όριο που πρέπει να καθοριστεί στη σύμβαση επί διαφοράς. Επομένως, η εν λόγω σύμβαση δεν θα παράσχει κίνητρο για παραγωγή καθ’ υπέρβαση του εν λόγω ανώτατου ορίου.

487

Επιπλέον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα ικανό να ανατρέψει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής ότι τα επίμαχα μέτρα έχουν ασήμαντη επίπτωση στις επενδύσεις. Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 510 και 511 της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι διαπιστώσεις αυτές στηρίζονται στις προβλέψεις ότι, λόγω της συρρικνώσεως της προσφοράς, άλλοι παραγωγοί και τεχνολογίες παραγωγής θα εισέλθουν στην αγορά, καθώς και στη διαπίστωση ότι η κατασκευή του Hinkley Point C δεν θα έχει ως συνέπεια την επέκταση της παραγωγικής ικανότητας του φορτίου βάσης, αλλά θα αποτελέσει επένδυση υποκαταστάσεως που αντισταθμίζει εν μέρει το κλείσιμο των πλέον απαρχαιωμένων πυρηνικών σταθμών και των μονάδων άνθρακα. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, σε περίπτωση περιορισμού εκ μέρους του διαχειριστή του δικτύου της ικανότητας παραγωγής ενέργειας από αιολικά πάρκα, υφίσταται αντισταθμιστικό δικαίωμα δυνάμει του μηχανισμού εξισορροπήσεως, στην περίπτωση που οι τιμές δεν είναι αρνητικές.

488

Υπό το πρίσμα των διαπιστώσεων αυτών, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα εν λόγω επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας δεν είναι ικανά να ανατρέψουν το συμπέρασμα της Επιτροπής όσον αφορά τον περιορισμένο αντίκτυπο των επίμαχων μέτρων στις επενδύσεις σε σταθμούς αιολικής ενέργειας.

489

Τρίτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η σύμβαση επί διαφοράς θα αυξήσει τη συχνότητα αρνητικών τιμών. Κατά το εν λόγω κράτος μέλος, το Hinkley Point C θα έχει ιδιαίτερο κίνητρο να παράγει όταν οι τιμές θα είναι αρνητικές και θα επηρεάζει αρνητικά τις συνθήκες της αγοράς για τις ανταγωνιστικές τεχνολογίες.

490

Στο πλαίσιο αυτό, αφενός, πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 497 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τον κίνδυνο να μεταβάλει η EDF την τιμή αναφοράς, προσφέροντας παραγωγική ικανότητα με πολύ χαμηλή τιμή, ακόμη και αρνητική. Αφού εξέτασε το ζήτημα αυτό στο πλαίσιο του σημείου 9.6.2 της εν λόγω αποφάσεως, θεώρησε, πάντως, ότι ο κίνδυνος αυτός είναι αμελητέος. Αφετέρου, κατά τα στοιχεία που παρέσχε η Επιτροπή και περιλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 506 έως 508 της αποφάσεως αυτής, η κατασκευή του Hinkley Point C πρέπει να έχει ελάχιστο αντίκτυπο στις τιμές χονδρικής πωλήσεως στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή εξέθεσε ότι οι εργασίες διαμορφώσεως μοντέλων δείχνουν ότι οι τιμές στη Μεγάλη Βρετανία θα μειωθούν κατά λιγότερο από 0,5 % ως αποτέλεσμα της λειτουργίας του Hinkley Point C. Ανέφερε επίσης ότι το αποτέλεσμα αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι το οριακό κόστος της παραγόμενης από το Hinkley Point C ηλεκτρικής ενέργειας θα είναι χαμηλότερο από την τιμή των υφισταμένων μονάδων, αλλά η συνολική ικανότητά του θα είναι ένα μικρό κλάσμα της συνολικής παραγωγικής ικανότητας στη Μεγάλη Βρετανία και ότι η μείωση των τιμών χονδρικής θα μπορούσε να επιτευχθεί και χωρίς το Hinkley Point C.

491

Πρέπει να εξεταστεί αν τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας είναι ικανά να ανατρέψουν τις διαπιστώσεις της Επιτροπής.

492

Συναφώς, επιβάλλεται η επισήμανση ότι το μόνο επιχείρημα που προβάλλει η Δημοκρατία της Αυστρίας στο πλαίσιο αυτό αντλείται από το γεγονός ότι, κατά τη σελίδα 53 της μελέτης του Μαΐου του 2012, μια προσθήκη 3 GW της ικανότητας παραγωγής πυρηνικής ενέργειας στη μη ευέλικτη προσφορά ηλεκτρικής ενέργειας θα διπλασίαζε την πιθανότητα αρνητικών τιμών, ενώ, εάν η ικανότητα παραγωγής πυρηνικής ενέργειας ήταν χαμηλότερη κατά 3 GW, το ενδεχόμενο αρνητικών τιμών θα περιοριζόταν στα δύο τρίτα.

493

Όσον αφορά το επιχείρημα αυτό, επιβάλλεται η επισήμανση ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν απέδειξε ότι το σχέδιο κατασκευής του Hinkley Point C μπορούσε να εξομοιωθεί με την περίπτωση, που εξετάζεται στη σελίδα 53 της μελέτης του Μαΐου του 2012, κατά την οποία προστίθενται 3 GW της ικανότητας παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Βεβαίως, κατά τα στοιχεία που παρέσχε η Επιτροπή, το Hinkley Point C θα πρέπει να παράγει 3,2 GW. Εντούτοις, κατά τα στοιχεία της Επιτροπής, η κατασκευή του Hinkley Point C συνιστά μόνο επένδυση υποκαταστάσεως, που αποσκοπεί στην αντιστάθμιση τμήματος της παραγωγής των πλέον απαρχαιωμένων πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής και των μονάδων άνθρακα που παράγουν το φορτίο βάσης.

494

Πάντως, σε μια περίπτωση όπως η υπό κρίση, όπου η Επιτροπή εκθέτει ότι προέβη σε εργασίες διαμορφώσεως μοντέλων και κατέληξε στο συμπέρασμα, βάσει των εργασιών αυτών, ότι οι τιμές στο Ηνωμένο Βασίλειο θα μειωθούν κατά λιγότερο από 0,5 % ως αποτέλεσμα της λειτουργίας του Hinkley Point C, ακόμη και αν ήταν βάσιμο το επιχείρημα ότι η πιθανότητα αρνητικών τιμών θα αυξηθεί, τούτο δεν θα αρκούσε για να αποδειχθεί η ύπαρξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως της Επιτροπής. Πράγματι, από την πιθανότητα αυξήσεως των αρνητικών τιμών δεν μπορεί να συναχθεί ότι το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι οι τιμές στη Μεγάλη Βρετανία θα μειωθούν κατά λιγότερο από 0,5 % ως αποτέλεσμα της λειτουργίας του Hinkley Point C είναι προδήλως εσφαλμένο.

495

Επομένως, το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας περί αυξήσεως της πιθανότητας αρνητικών τιμών πρέπει επίσης να απορριφθεί.

496

Τέταρτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου διατείνονται ότι η διαπίστωση της Επιτροπής, που περιλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 403 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι δηλαδή η χρήση της συμβάσεως επί διαφοράς δεν παρέχει απρόσφορο πλεονέκτημα σε σχέση με τις άλλες τεχνολογίες λόγω του ότι οι συμβάσεις επί διαφοράς μπορούν επίσης να στηρίξουν και άλλες τεχνολογίες με όμοιο τρόπο, είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη και εσφαλμένη. Στο πλαίσιο αυτό, τα εν λόγω κράτη μέλη αναφέρονται στον κανονισμό 651/2014, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 107 και 108 ΣΛΕΕ, και στις κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στους τομείς του περιβάλλοντος και της ενέργειας για τη χρονική περίοδο 2014-2020.

497

Αφενός, όσον αφορά το επιχείρημα που η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου αντλούν από τον κανονισμό 651/2014, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 107 και 108 ΣΛΕΕ, αρκεί να υπομνησθεί ότι ο κανονισμός αυτός προβλέπει απλώς τυποποιημένη προσέγγιση απαλλαγής κατά κατηγορία, αλλά δεν δεσμεύει την Επιτροπή στο πλαίσιο ατομικής εξετάσεως που πραγματοποιείται ευθέως βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ (βλ. σκέψη 251 ανωτέρω). Επομένως, το γεγονός και μόνον ότι τα επίμαχα μέτρα δεν ικανοποιούν τις απαιτήσεις του κανονισμού αυτού δεν είναι ικανό να καταδείξει ότι η διαπίστωση της Επιτροπής στην αιτιολογική σκέψη 403 της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι προδήλως εσφαλμένη.

498

Αφετέρου, όσον αφορά το επιχείρημα που η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου αντλούν από τις κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στους τομείς του περιβάλλοντος και της ενέργειας για τη χρονική περίοδο 2014-2020, αρκεί να επισημανθεί εκ προοιμίου ότι τα εν λόγω κράτη μέλη δεν διατείνονται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη καθόσον δεν εφάρμοσε τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές στα επίμαχα μέτρα. Της προσάπτουν απλώς ότι διαπίστωσε, στην αιτιολογική σκέψη 403 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι και άλλες τεχνολογίες πλην της πυρηνικής αλλά και η πυρηνική τεχνολογία μπορούν να υποστηριχθούν με τη χρήση του ίδιου μέσου, ενώ οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν να χορηγηθούν ενισχύσεις σε άλλες τεχνολογίες πλην της πυρηνικής είναι πιο αυστηρές από αυτές που η Επιτροπή εφάρμοσε, με την εν λόγω απόφαση, στην πυρηνική τεχνολογία.

499

Συναφώς, αρκεί να επισημανθεί ότι, αντίθετα προς αυτά που υπονοούν η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, στην αιτιολογική σκέψη 403 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν διαπίστωσε ότι και άλλες τεχνολογίες μπορούν να υποστηριχθούν με συμβάσεις επί διαφοράς οι οποίες προβλέπουν τους ίδιους όρους με αυτούς που προβλέπονται για το Hinkley Point C. Πράγματι, στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή διαπίστωσε απλώς ότι η χρήση του εργαλείου της συμβάσεως επί διαφοράς δεν οδηγούσε σε υπέρμετρες διακρίσεις σε βάρος των άλλων τεχνολογιών, λόγω του ότι το μέσον αυτού του τύπου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να στηρίξει και άλλες τεχνολογίες. Αντιθέτως, στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη, αναγνώρισε ρητώς ότι μπορεί να απαιτούνται προσαρμογές για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές των τεχνολογιών.

500

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η επιχειρηματολογία της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου ότι η διαπίστωση της Επιτροπής στην αιτιολογική σκέψη 403 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η χρήση της συμβάσεως επί διαφοράς δεν εισάγει απρόσφορο πλεονέκτημα σε σχέση με τις άλλες τεχνολογίες λόγω του ότι η σύμβαση επί διαφοράς μπορεί να στηρίζει και άλλες τεχνολογίες με παρεμφερή τρόπο, είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη και εσφαλμένη.

501

Πέμπτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου διατείνονται ότι η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τις συνέπειες της κατασκευής του Hinkley Point C στις διασυνδέσεις των ενεργειακών δικτύων.

502

Συναφώς, πρέπει, κατά πρώτον, να υπομνησθεί ότι, στις αιτιολογικές σκέψεις 506 έως 509 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η κατασκευή και η λειτουργία του Hinkley Point C θα έχει ελάχιστο αντίκτυπο στις τιμές χονδρικής πωλήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου. Στο πλαίσιο αυτό, εξέθεσε ότι οι εργασίες διαμορφώσεως μοντέλων που πραγματοποίησε δείχνουν ότι οι τιμές στη Μεγάλη Βρετανία θα μειωθούν κατά λιγότερο από 0,5 % ως αποτέλεσμα της λειτουργίας του εν λόγω πυρηνικού σταθμού, πράγμα που, με τη σειρά του, θα οδηγήσει σε μια σωρευτική και συνολική μείωση των εσόδων διασυνδέσεως κατά λιγότερο από 1,7 % έως το 2030. Επομένως, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τα αποτελέσματα της κατασκευής και της λειτουργίας του Hinkley Point C στις διασυνδέσεις.

503

Κατά δεύτερον, αν και η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου διατείνονται ότι η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τα αποτελέσματα αυτά, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα εν λόγω κράτη μέλη δεν προβάλλουν κανένα επιχείρημα ικανό να ανατρέψει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής όσον αφορά τις διασυνδέσεις των ενεργειακών δικτύων.

504

Κατά συνέπεια, η επιχειρηματολογία της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου ότι η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τα αποτελέσματα της κατασκευής του Hinkley Point C στις διασυνδέσεις των ενεργειακών δικτύων πρέπει να απορριφθεί όπως, επομένως, και το σύνολο των επιχειρημάτων της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου που αποσκοπούν στο να καταδείξουν ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τα αρνητικά αποτελέσματα που τα επίμαχα μέτρα θα προκαλέσουν στην αγορά ενέργειας ή την έκταση αυτών.

3) Επί της διεξαχθείσας σταθμίσεως

505

Η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου προβάλλουν διάφορα επιχειρήματα προκειμένου να αμφισβητήσουν τη στάθμιση των θετικών και των αρνητικών αποτελεσμάτων των επίμαχων μέτρων που πραγματοποίησε η Επιτροπή. Εκτιμούν, κατ’ ουσίαν, ότι τα θετικά αποτελέσματα των εν λόγω μέτρων είναι ήσσονος σημασίας σε σχέση με τα αρνητικά αποτελέσματά τους. Πέραν των αρνητικών αποτελεσμάτων των οποίων έγινε ήδη μνεία στις σκέψεις 382, 384 και 400 ανωτέρω, δηλαδή τον αποκλεισμό άλλων παραγωγών, τον περιορισμό των εγχύσεων των σταθμών αιολικής ενέργειας σε περιόδους ισχυρών ανέμων, τα αποτελέσματα στις τιμές και τις λιγότερο ευνοϊκές προϋποθέσεις των συμβάσεων επί διαφοράς για άλλους παραγωγούς, η Δημοκρατία της Αυστρίας ισχυρίζεται ότι τα μέτρα αυτά έχουν ως άλλο αρνητικό αποτέλεσμα ότι διαιωνίζουν την τρέχουσα δομή εφοδιασμού που χαρακτηρίζεται από το σημαντικό μερίδιο της πυρηνικής ενέργειας. Άλλωστε, διατείνεται ότι η Επιτροπή δεν απέδωσε επαρκή σημασία στους σκοπούς της προωθήσεως της ενεργειακής αποδοτικότητας και της εξοικονομήσεως ενέργειας, της αναπτύξεως νέων πηγών ενέργειας και της προωθήσεως της διασυνδέσεως των ενεργειακών δικτύων, που ορίζει το άρθρο 194, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη τα επιχειρήματα περί σταθμίσεως των οποίων έγινε μνεία στις σκέψεις 238 και 439 ανωτέρω, και τα οποία αντλούνται από το γεγονός ότι η Επιτροπή δημιούργησε μια προδιάθεση υπέρ της πυρηνικής ενέργειας και ότι δεν έπρεπε να ευνοήσει την εισαγωγή κοιτασμάτων ουρανίου από τρίτα κράτη σε σχέση με την εισαγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από άλλα κράτη μέλη.

506

Συναφώς, πρέπει, πρώτον, να υπομνησθεί ότι, στις αιτιολογικές σκέψεις 502 έως 511 και 547 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι ο κίνδυνος στρεβλώσεων του ανταγωνισμού ήταν περιορισμένος, ιδίως όσον αφορά τα αποτελέσματα των επίμαχων μέτρων στις εναλλακτικές επενδύσεις και στις τιμές. Η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου δεν προέβαλαν επιχειρήματα ικανά να ανατρέψουν το συμπέρασμα αυτό.

507

Δεύτερον, όσον αφορά τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας σχετικά με τη διαιώνιση της τρέχουσας δομής εφοδιασμού, υπενθυμίζεται ότι, κατά τα στοιχεία της Επιτροπής, το σχέδιο της κατασκευής του Hinkley Point C κατατείνει αποκλειστικά να εμποδίσει τη δραστική πτώση της συμβολής της πυρηνικής ενέργειας στις συνολικές ανάγκες σε ηλεκτρική ενέργεια. Όμως, λαμβανομένου υπόψη του δικαιώματος του Ηνωμένου Βασιλείου να καθορίσει το ενεργειακό μείγμα του και να διατηρήσει την πυρηνική ενέργεια ως πηγή του μείγματος αυτού, το οποίο απορρέει από το άρθρο 194, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, καθώς και από το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 2, στοιχείο γʹ, και το άρθρο 192, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης Ευρατόμ, η απόφαση διατηρήσεως της πυρηνικής ενέργειας στη δομή εφοδιασμού δεν μπορεί να θεωρηθεί προδήλως δυσανάλογη σε σχέση με τα θετικά αποτελέσματα που απορρέουν από τα επίμαχα μέτρα.

508

Τρίτον, όσον αφορά το γεγονός που επικαλούνται η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ότι, στις περιόδους ισχυρών ανέμων, οι σταθμοί αιολικής ενέργειας είναι υποχρεωμένοι να περιορίσουν την παραγωγή τους για να μη θέσουν σε κίνδυνο τη σταθερότητα του δικτύου, πρέπει να επισημανθεί, κατά πρώτον, ότι το φαινόμενο αυτό απορρέει από τον διαλείποντα χαρακτήρα της αιολικής τεχνολογίας. Κατά δεύτερον, το γεγονός και μόνον ότι το μη ευέλικτο φορτίο βάσης που παράγουν οι πυρηνικοί σταθμοί μπορεί να επιτείνει το ως άνω αποτέλεσμα δεν είναι ικανό να καταδείξει τον δυσανάλογο χαρακτήρα των αρνητικών αποτελεσμάτων των επίμαχων μέτρων σε σχέση με τα θετικά αποτελέσματα που απορρέουν από αυτά. Πράγματι, αφενός, λαμβανομένου υπόψη του δικαιώματος του Ηνωμένου Βασιλείου να καθορίσει το ενεργειακό του μείγμα και να διατηρήσει την πυρηνική ενέργεια ως πηγή ενέργειας στο μείγμα αυτό, δεν μπορεί να του προσαφθεί ότι υιοθέτησε τα αναγκαία μέτρα για να διατηρήσει την πυρηνική ενέργεια στο ενεργειακό του μείγμα, ακόμη και αν αυτό μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες για τους παραγωγούς ενέργειας με διαλείποντα χαρακτήρα. Αφετέρου, κατά τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, οι οποίες, εν πάση περιπτώσει, δεν αμφισβητήθηκαν με τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, δεν είναι δυνατόν να καλυφθεί το μελλοντικό ενεργειακό έλλειμμα που το Ηνωμένο Βασίλειο εντοπίζει σε παραγωγική ικανότητα 60 GW με την προσφυγή σε άλλες πηγές χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών.

509

Τέταρτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι, στο πλαίσιο της σταθμίσεως των αποτελεσμάτων των επίμαχων μέτρων, η Επιτροπή δεν απέδωσε επαρκή σημασία στον σκοπό της προωθήσεως των εισαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από άλλα κράτη μέλη και στον σκοπό της αποδοτικότητας. Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί, αφενός, ότι, κατά τις διαπιστώσεις της Επιτροπής που συνοψίστηκαν στις σκέψεις 405 και 466 έως 470 ανωτέρω, ο αντίκτυπος των επίμαχων μέτρων στις διασυνδέσεις παραμένει περιορισμένος και υπάρχει δυνητικό ενεργειακό κενό στο Ηνωμένο Βασίλειο που αντιστοιχεί σε παραγωγική ικανότητα 60 GW, εκ των οποίων το Hinkley Point C θα προμηθεύει μόνο 3,2 GW και, αφετέρου, ότι η ορθότητα των διαπιστώσεων αυτών δεν αμφισβητήθηκε βασίμως από τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου. Υπό τις συνθήκες αυτές, το επιχείρημα ότι η Επιτροπή δεν απέδωσε επαρκή σημασία στον σκοπό της προωθήσεως των εισαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από άλλα κράτη μέλη και στον σκοπό της αποδοτικότητας δεν είναι ικανό να καταδείξει τον δυσανάλογο χαρακτήρα των αρνητικών αποτελεσμάτων των επίμαχων μέτρων σε σχέση με τα θετικά αποτελέσματα που απορρέουν από αυτά.

510

Πέμπτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, λαμβανομένου υπόψη του δικαιώματος του Ηνωμένου Βασιλείου να καθορίσει τη σύσταση του ενεργειακού του μείγματος και να διατηρήσει την πυρηνική ενέργεια ως πηγή του μείγματος αυτού, το γεγονός και μόνον ότι, προκειμένου να δημιουργήσει κίνητρο για την κατασκευή νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας για να εκτοπίσει τα σχετικά εμπόδια, το Ηνωμένο Βασίλειο προέβλεψε σύμβαση επί διαφοράς για την κατασκευή και τη λειτουργία του Hinkley Point C, η οποία περιέχει ευνοϊκότερους όρους από αυτούς των συμβάσεων επί διαφοράς που ισχύουν για άλλες τεχνολογίες, δεν αρκεί, αφ’ εαυτού, για να καταδείξει τον δυσανάλογο χαρακτήρα των αρνητικών αποτελεσμάτων των επίμαχων μέτρων σε σχέση με τα θετικά αποτελέσματα που απορρέουν από αυτά.

511

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το σύνολο των επιχειρημάτων που προβάλλουν η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου για να καταδείξουν ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά τη στάθμιση των αποτελεσμάτων των επίμαχων μέτρων.

4) Επί του επιχειρήματος ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα στοιχεία

512

Η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου διατείνονται ότι, στο πλαίσιο της σταθμίσεως των αποτελεσμάτων των επίμαχων μέτρων, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα στοιχεία, όπως τα αποτελέσματα των εν λόγω μέτρων στο περιβάλλον, τον κίνδυνο της τρομοκρατίας και τις δαπάνες αποθηκεύσεως των πυρηνικών αποβλήτων καθώς και τις συνέπειες της χρηματοδοτήσεώς τους. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη τα επιχειρήματα που προέβαλε η Δημοκρατία της Αυστρίας στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, ότι δηλαδή, αναγνωρίζοντας απόλυτο προβάδισμα στο άρθρο 2, στοιχείο γʹ, της Συνθήκης Ευρατόμ, η Επιτροπή παραβίασε τις αρχές της προστασίας του περιβάλλοντος, της προφυλάξεως, της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει» και της αειφορίας (βλ. σκέψη 114 ανωτέρω).

513

Η Επιτροπή, η Τσεχική Δημοκρατία, η Γαλλική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Ρουμανία, η Σλοβακική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο αντικρούουν τα επιχειρήματα αυτά.

514

Πρώτον, πρέπει να εξεταστούν τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τις αρχές της προστασίας του περιβάλλοντος, της προφυλάξεως, της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει» και της αειφορίας.

515

Συναφώς, επιβάλλεται, πρώτον, η διαπίστωση ότι, με τα επίμαχα μέτρα, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν επιδίωκε ειδικά την υλοποίηση των αρχών που επικαλούνται η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου. Επομένως, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να λάβει υπόψη τις εν λόγω αρχές στο πλαίσιο του εντοπισμού των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τα επίμαχα μέτρα.

516

Δεύτερον, όσον αφορά τα μειονεκτήματα των επίμαχων μέτρων, υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, η Επιτροπή πρέπει να σταθμίσει τα πλεονεκτήματα των επίμαχων μέτρων και τον αρνητικό αντίκτυπό τους στην εσωτερική αγορά. Μολονότι η προστασία του περιβάλλοντος πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο του καθορισμού και της εφαρμογής των πολιτικών της Ένωσης, μεταξύ άλλων εκείνων που αποσκοπούν στην εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς, εντούτοις δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της αγοράς αυτής, η οποία ορίζεται ως χώρος χωρίς εσωτερικά σύνορα μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων και των κεφαλαίων. Επομένως, κατά τον εντοπισμό των αρνητικών αποτελεσμάτων των επίμαχων μέτρων, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να λάβει υπόψη σε ποιο βαθμό τα επίμαχα μέτρα είναι δυσμενή για την υλοποίηση της ως άνω αρχής (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2014, Castelnou Energía κατά Επιτροπής, T‑57/11, EU:T:2014:1021, σκέψεις 189 έως 191). Αυτό ισχύει και για τις αρχές της προφυλάξεως, «ο ρυπαίνων πληρώνει» και της αειφορίας, τις οποίες επικαλείται η Δημοκρατία της Αυστρίας.

517

Τρίτον, στο μέτρο που, με τα επιχειρήματά τους, η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου επιδιώκουν να καταδείξουν ότι μέτρα που είναι αντίθετα στο δίκαιο της Ένωσης δεν μπορούν να εγκριθούν από την Επιτροπή, αφενός, πρέπει να επισημανθεί ότι, εκτός από τις αρχές της προστασίας του περιβάλλοντος, της προφυλάξεως, της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει» και της αειφορίας, τα εν λόγω κράτη μέλη δεν επικαλούνται κάποια περιβαλλοντική ρύθμιση της Ένωσης η οποία φέρεται ότι δεν τηρήθηκε. Αφετέρου, στην περίπτωση που τα εν λόγω κράτη μέλη διατείνονται ότι οι ως άνω αρχές απαγορεύουν τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων υπέρ της κατασκευής ή της λειτουργίας πυρηνικού σταθμού, το επιχείρημα αυτό πρέπει ωσαύτως να απορριφθεί, εφόσον η ερμηνεία αυτή δεν συνάδει προς το άρθρο 106α, παράγραφος 3, της Συνθήκης Ευρατόμ.

518

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το σύνολο των επιχειρημάτων της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου ότι η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τις αρχές της προστασίας του περιβάλλοντος, της προφυλάξεως, την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» και την αρχή της αειφορίας.

519

Δεύτερον, το επιχείρημα του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου ότι η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τον κίνδυνο τρομοκρατίας πρέπει να απορριφθεί για τους ίδιους λόγους. Πράγματι, τα επίμαχα μέτρα δεν αποσκοπούσαν ειδικά στην προστασία κατά της τρομοκρατίας, η οποία δεν συνιστά, κατά κυριολεξία, συνιστώσα της εσωτερικής αγοράς, η οποία ορίζεται ως χώρος χωρίς εσωτερικά σύνορα μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων και των κεφαλαίων. Εξάλλου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου δεν επικαλούνται κάποια ρύθμιση σχετικά με την ασφάλεια των πυρηνικών σταθμών η οποία φέρεται ότι δεν τηρήθηκε.

520

Τρίτον, όσον αφορά το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τη δαπάνη της αποθηκεύσεως των πυρηνικών αποβλήτων, αρκεί η παραπομπή στην εξέταση που πραγματοποιήθηκε στις σκέψεις 354 έως 358 ανωτέρω.

521

Τέταρτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τις αρνητικές συνέπειες των επίμαχων μέτρων για τους καταναλωτές, οι οποίοι θα πρέπει να επιβαρυνθούν με το τίμημα των εν λόγω μέτρων, ιδίως με την ιδιότητα των υποκειμένων στον φόρο.

522

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να διευκρινιστεί, κατά πρώτον, ότι, καθόσον πρόκειται για πληρωμές οι οποίες πρέπει να πραγματοποιηθούν βάσει της συμβάσεως επί διαφοράς, το μέτρο δεν αφορά τους καταναλωτές ως υποκείμενους στον φόρο, εφόσον οι πληρωμές αυτές χρηματοδοτούνται μέσω φόρου επί των προμηθευτών (βλ. αιτιολογική σκέψη 329 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Εξάλλου, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Δημοκρατία της Αυστρίας, από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τα συμφέροντα των καταναλωτών ηλεκτρικής ενέργειας στο πλαίσιο του ελέγχου αναλογικότητας. Πράγματι, όχι μόνον εξέτασε τα αποτελέσματα των επίμαχων μέτρων στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας και διαπίστωσε ότι δεν θα πρέπει να αναμένονται σημαντικά αποτελέσματα, αλλά μερίμνησε επίσης ώστε τα εν λόγω μέτρα να μην προκαλούν υπεραντιστάθμιση. Έτσι προσάρμοσε το ποσοστό προμήθειας για την εγγύηση πιστώσεων και, στην αιτιολογική σκέψη 491 της εν λόγω αποφάσεως, επισήμανε ρητώς ότι οι μεταβολές του μηχανισμού κατανομής των κερδών ήταν πιθανόν να αποτυπωθούν σε χαμηλότερα επίπεδα στηρίξεως που θα παρασχεθεί από τους προμηθευτές, και, εντέλει, από τους καταναλωτές.

523

Κατά δεύτερον, όσον αφορά την εγγύηση πιστώσεων, από την αιτιολογική σκέψη 339 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι τροφοδοτείται από τους πόρους του Ηνωμένου Βασιλείου. Επομένως, στο πλαίσιο αυτό, το μέτρο μπορεί να αφορά τους καταναλωτές υπό την ιδιότητα των υποκειμένων στον φόρο. Πάντως, υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι επιβάλλεται η διάκριση των επίμαχων μέτρων, αφενός, και της χρηματοδοτήσεώς τους, αφετέρου. Πράγματι, οι φόροι που αποσκοπούν στη χρηματοδότηση των ενισχύσεων δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις, εκτός εάν αποτελούν τρόπο χρηματοδοτήσεως του μέτρου ενισχύσεως, οπότε αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του μέτρου αυτού. Για να θεωρηθεί ότι ένας φόρος ή μέρος του φόρου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του μέτρου ενισχύσεως, πρέπει να υφίσταται οπωσδήποτε σχέση μεταξύ του φόρου και της ενισχύσεως βάσει της συναφούς εθνικής νομοθεσίας, υπό την έννοια ότι το προϊόν του φόρου πρέπει να προορίζεται απαραίτητα για τη χρηματοδότηση της ενισχύσεως. Αν υφίσταται τέτοια σχέση, το προϊόν του φόρου επηρεάζει άμεσα το μέγεθος της ενισχύσεως και, κατά συνέπεια, την εκτίμηση περί του αν συμβιβάζεται η ενίσχυση αυτή με την εσωτερική αγορά (απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2005, Streekgewest, C‑174/02, EU:C:2005:10, σκέψεις 25 και 26). Επιβάλλεται όμως η διαπίστωση, αφενός, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιλαμβάνει κανένα στοιχείο από το οποίο να συνάγεται η ύπαρξη τέτοιας σχέσεως μεταξύ της εγγυήσεως πιστώσεων και της χρηματοδοτήσεώς της καθώς και, αφετέρου, ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα ικανό να καταδείξει την ύπαρξη τέτοιας σχέσεως.

524

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τα αποτελέσματα των μέτρων στους καταναλωτές, ιδίως, υπό την ιδιότητά τους ως υποκειμένων στον φόρο.

525

Πέμπτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη το γεγονός ότι το σχέδιο του Hinkley Point C περιορίζει τους δημόσιους πόρους και εμποδίζει την επιδίωξη σχεδίων λειτουργίας και αναπτύξεως των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

526

Συναφώς, υπενθυμίζεται, κατά πρώτον, ότι, δυνάμει του άρθρου 194, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να επιλέγουν μεταξύ διαφόρων ενεργειακών πηγών. Επομένως, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η επιλογή, αυτή καθεαυτήν, του Ηνωμένου Βασιλείου να χορηγήσει ενίσχυση υπέρ της προωθήσεως της πυρηνικής ενέργειας, παρά το γεγονός ότι συνεπάγεται ότι οι δημόσιοι πόροι που θα αφιερωθούν στο έργο αυτό δεν είναι διαθέσιμοι για άλλα έργα.

527

Κατά δεύτερον, πρέπει να επισημανθεί ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν επικαλείται κανένα στοιχείο για να καταδείξει ότι, λόγω της χορηγήσεως των επίμαχων μέτρων υπέρ του Hinkley Point C, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης όσον αφορά την προστασία του περιβάλλοντος.

528

Κατά τρίτον, υπενθυμίζεται ότι, στην αιτιολογική σκέψη 510 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέθεσε ότι, ανεξάρτητα από τις επενδύσεις στον σταθμό του Hinkley Point C, εξακολουθούσε να υπάρχει μεγάλο περιθώριο για την είσοδο στην αγορά άλλων παραγωγών και τεχνολογιών παραγωγής και για την επέκταση της παραγωγικής ικανότητας και ότι, στην αιτιολογική σκέψη 403 της εν λόγω αποφάσεως, έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η σύμβαση επί διαφοράς δεν εισάγει υπέρμετρες διακρίσεις σε βάρος των άλλων τεχνολογιών, διότι αυτές μπορούν να υποστηριχθούν επαρκώς με τη χρήση του ίδιου μέσου, στο πλαίσιο της αγοράς παραγωγικής ικανότητας που δημιούργησε το Ηνωμένο Βασίλειο, εξαιρουμένων των προσαρμογών που μπορεί να θεωρηθούν αναγκαίες με βάση τις διαφορές των τεχνολογιών. Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου που εξετάστηκαν στις σκέψεις 463 έως 511 ανωτέρω δεν είναι ικανά να καταδείξουν ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως συναφώς.

529

Υπό το πρίσμα των ως άνω σκέψεων, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη το γεγονός ότι το σχέδιο του Hinkley Point C περιορίζει τους δημόσιους πόρους και εμποδίζει την επιδίωξη σχεδίων λειτουργίας και αναπτύξεως των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας καθώς και, συνακολούθως, το σύνολο των επιχειρημάτων που αντλήθηκαν από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη κρίσιμους παράγοντες.

530

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το σύνολο των επιχειρημάτων που αφορούν τη στάθμιση των θετικών και των αρνητικών αποτελεσμάτων των επίμαχων μέτρων και, κατά συνέπεια, ο έκτος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του, καθώς και τα επιχειρήματα που αφορούν τον αναγκαίο χαρακτήρα των εν λόγω μέτρων και προβλήθηκαν στο πλαίσιο του πρώτου (βλ. σκέψη 196 ανωτέρω) και του πέμπτου λόγου ακυρώσεως (βλ. σκέψεις 273 και 352 ανωτέρω), όπως και τα επιχειρήματα που αφορούν την εν λόγω στάθμιση και προβλήθηκαν στο πλαίσιο του τέταρτου (βλ. σκέψεις 114 και 125 ανωτέρω) και του πρώτου λόγου ακυρώσεως (βλ. σκέψη 238 ανωτέρω).

2.   Επί της δεύτερης αιτιάσεως του τρίτου σκέλους και επί του έκτου σκέλους του ένατου λόγου ακυρώσεως, που αντλούνται, ιδίως, από ανεπαρκή αιτιολογία

531

Στο πλαίσιο της δεύτερης αιτιάσεως του τρίτου σκέλους και του έκτου σκέλους του ένατου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας προβάλλει επιχειρήματα που αφορούν, κατ’ ουσίαν, την ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά τον έλεγχο αναλογικότητας των επίμαχων μέτρων.

532

Στο πλαίσιο της πρώτης αιτιάσεως του έκτου σκέλους του ένατου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι ανεπαρκής όσον αφορά τις πιθανές εναλλακτικές δυνατότητες σε σχέση με το Hinkley Point C. Αφενός, οι προσφορές παραγωγών εναλλακτικής ενέργειας δεν εκτέθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση. Αφετέρου, η απόφαση αυτή δεν αναφέρει τίποτα όσον αφορά τα μέτρα εξοικονομήσεως ενέργειας και ενεργειακή αποδοτικότητας.

533

Η Επιτροπή αρνείται τους ανωτέρω ισχυρισμούς.

534

Συναφώς, επισημαίνεται ότι από το σημείο 9.2 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος που επιδιώκεται με τα επίμαχα μέτρα ήταν η προώθηση της πυρηνικής ενέργειας, και, ειδικότερα, η δημιουργία νέων μονάδων πυρηνικής ενέργειας. Επομένως, ο λόγος για τον οποίον η προσφορά των προμηθευτών εναλλακτικής ενέργειας δεν συνιστούσε εναλλακτική δυνατότητα σε σχέση με την επιχορήγηση του Hinkley Point C απορρέει σαφώς από το σημείο αυτό.

535

Επιπλέον, όσον αφορά τα μέτρα εξοικονομήσεως ενέργειας και ενεργειακής αποδοτικότητας, αρκεί να επισημανθεί ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις 250 έως 254 της αποφάσεως περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας προκύπτει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είχε εντοπίσει δυνητικό έλλειμμα της ικανότητας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και ότι, στο πλαίσιο του καθορισμού των διαστάσεων του εν λόγω δυνητικού ελλείμματος, είχε λάβει υπόψη τα μέτρα εξοικονομήσεως ενέργειας και ενεργειακής αποδοτικότητας. Δεδομένου ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, στο εν λόγω δυνητικό έλλειμμα και ότι η αιτιολογία της αποφάσεως κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας αποτελεί μέρος του πλαισίου της προσβαλλομένης αποφάσεως, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεπαρκής συναφώς (βλ. σκέψη 63 ανωτέρω).

536

Εξάλλου, στην περίπτωση που, με την παρούσα αιτίαση, η Δημοκρατία της Αυστρίας επιθυμεί να θέσει εν αμφιβόλω το βάσιμο της ανωτέρω αναφερθείσας αιτιολογίας, αρκεί να υπομνησθεί ότι η αιτίαση αυτή έχει ήδη εξεταστεί και απορριφθεί στο πλαίσιο της εξετάσεως του έκτου λόγου ακυρώσεως.

537

Κατά συνέπεια, η πρώτη αιτίαση του έκτου σκέλους του ένατου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

538

Στο πλαίσιο της δεύτερης αιτιάσεως του έκτου σκέλους του ένατου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν διευκρίνισε τα σενάρια στα οποία αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 416 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

539

Η Επιτροπή αμφισβητεί το επιχείρημα αυτό.

540

Επισημαίνεται, εκ προοιμίου, ότι η αιτιολογική σκέψη 416 της προσβαλλομένης αποφάσεως περιλαμβάνεται στο σημείο 9.5.1 της εν λόγω αποφάσεως, όπου η Επιτροπή περιέγραψε την εγγύηση πιστώσεων που κοινοποίησε το Ηνωμένο Βασίλειο και, μεταξύ άλλων, την αμοιβή για την εν λόγω εγγύηση που είχε αρχικά προβλέψει το εν λόγω κράτος μέλος. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή εξέθεσε ότι, υπό τις συνθήκες της υπό κρίση υποθέσεως, δύο μέθοδοι μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τον καθορισμό του κόστους της εν λόγω εγγυήσεως με βάση τους όρους της αγοράς. Η μια από αυτές είναι η λεγόμενη μέθοδος των αναμενόμενων ζημιών, η οποία συνδέει το επιχειρηματικό σχέδιο της εταιρίας με τη διάρθρωση του κεφαλαίου της, βάσει διαφόρων σεναρίων που οδηγούν σε κίνδυνο αθετήσεως.

541

Η Δημοκρατία της Αυστρίας φρονεί ότι η Επιτροπή δεν διευκρίνισε τα σενάρια αυτά.

542

Πρέπει να επισημανθεί συναφώς ότι, στις αιτιολογικές σκέψεις 424 έως 427 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξήγησε διεξοδικότερα τη μέθοδο των αναμενόμενων ζημιών και το ένα από τα σενάρια που είχε λάβει υπόψη το Ηνωμένο Βασίλειο στο πλαίσιο αυτό. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι το κόστος για την εγγύηση πιστώσεων που κοινοποίησε το Ηνωμένο Βασίλειο δεν αντικατοπτρίζει το επιτόκιο που αντιστοιχεί στους όρους της αγοράς. Για τον λόγο αυτόν, στις αιτιολογικές σκέψεις 463 έως 477 της εν λόγω αποφάσεως, η Επιτροπή εξέθεσε σε ποιο βαθμό έπρεπε να προσαρμοστεί το ύψος της προμήθειας για την εν λόγω εγγύηση, προκειμένου να περιοριστεί στο ελάχιστο το στοιχείο ενισχύσεως της εγγυήσεως πιστώσεων. Στο πλαίσιο αυτό, εξέθεσε τα κριτήρια που χρησιμοποίησε και τα σενάρια που είχε λάβει υπόψη.

543

Υπό το πρίσμα των στοιχείων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση που αντλείται από την ανεπάρκεια της αιτιολογίας της αιτιολογικής σκέψεως 416 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

544

Στο πλαίσιο της τρίτης αιτιάσεως του έκτου σκέλους του ένατου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι, στο σημείο 9.5.2. της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή στηρίχθηκε στην έκθεση TESLA 4, αλλά δεν ανέφερε τα στοιχεία της εκθέσεως που χρησιμοποίησε. Επομένως, οι διαπιστώσεις της ως προς τον οικονομικό κίνδυνο δεν είναι κατανοητές.

545

Η Επιτροπή αμφισβητεί το επιχείρημα αυτό.

546

Πρώτον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας περί παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, στις αιτιολογικές σκέψεις 434 έως 458 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέτασε διεξοδικά το επίπεδο της τιμής ασκήσεως και τους συντελεστές αποδόσεως, στηριζόμενη σε διαφορετικές πηγές δεδομένων. Στις αιτιολογικές σκέψεις 446 και 447 της εν λόγω αποφάσεως, έλαβε υπόψη την έκθεση TESLA 4, που κατήρτισε εσωτερικά η NNBG. Επιβάλλεται, πάντως, η διαπίστωση ότι από το δημόσιο κείμενο της εν λόγω αποφάσεως συνάγεται με επαρκή σαφήνεια ότι η Επιτροπή δεν αποκάλυψε τα στοιχεία της εκθέσεως αυτής για να προστατεύσει το επιχειρηματικό απόρρητο.

547

Δεύτερον, στην περίπτωση που, με το επιχείρημά της, η Δημοκρατία της Αυστρίας επιθυμεί να θέσει εν αμφιβόλω τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των εν λόγω στοιχείων ή την απόφαση της Επιτροπής να τα περικόψει, αρκεί να επισημανθεί ότι δεν προβάλλει κανένα τεκμηριωμένο επιχείρημα συναφώς.

548

Επομένως, η αιτίαση που αφορά την έκθεση TESLA 4 πρέπει να απορριφθεί.

549

Στο πλαίσιο της τέταρτης αιτιάσεως του έκτου σκέλους του ένατου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι είναι ακατανόητο το γεγονός ότι, στο σημείο 9.5.3.3 της προσβαλλομένης αποφάσεως, δημοσιεύθηκε ο μηχανισμός κατανομής των κερδών, όχι όμως και το σημείο κερδοφορίας από την εξοικονόμηση του κόστους κατασκευής.

550

Η Επιτροπή αντικρούει τα ανωτέρω επιχειρήματα.

551

Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ότι από την αιτιολογική σκέψη 487 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι το σημείο κερδοφορίας από την εξοικονόμηση του κόστους κατασκευής συνιστούσε επιχειρηματικό απόρρητο. Εξάλλου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα ικανό να θέσει εν αμφιβόλω τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των στοιχείων αυτών ή το βάσιμο της αποφάσεως της Επιτροπής να μην τα αποκαλύψει.

552

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί και το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας που αφορά το σημείο κερδοφορίας από την εξοικονόμηση του κόστους κατασκευής.

553

Στο πλαίσιο της πέμπτης αιτιάσεως του έκτου σκέλους του ένατου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι επαρκής όσον αφορά τις επιδοτήσεις που συνδέονται με τις πρόσθετες δαπάνες σε σχέση με τη διάλυση των εγκαταστάσεων, καθώς και με την επεξεργασία και την αποθήκευση των ραδιενεργών αποβλήτων.

554

Η Επιτροπή αντικρούει τα ανωτέρω επιχειρήματα.

555

Αρκεί να υπομνησθεί συναφώς ότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 460 και 461 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή έλαβε απλώς υπόψη τα στοιχεία κόστους για τις δαπάνες που σχετίζονται με τη διαχείριση και τη διάθεση των αποβλήτων, τις προμήθειες και τον παροπλισμό που περιλαμβάνονταν στο χρηματοοικονομικό μοντέλο για το Hinkley Point C. Αντιθέτως, η εν λόγω απόφαση δεν αφορά συμπληρωματικά στοιχεία ενισχύσεως σχετικά με αυτό τον τύπο δαπανών. Επομένως, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να αιτιολογήσει την ως άνω απόφαση συναφώς.

556

Στο πλαίσιο της έκτης αιτιάσεως του έκτου σκέλους του ένατου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι η Επιτροπή όφειλε να διευκρινίσει διεξοδικότερα τον λόγο για τον οποίον, αντίθετα προς την πρακτική που ακολουθεί κατά την έκδοση των αποφάσεών της, δεν θεώρησε ότι η έλλειψη προσκλήσεως για εκδήλωση ενδιαφέροντος επέτεινε τις επιπτώσεις των επίμαχων μέτρων στον ανταγωνισμό.

557

Η Επιτροπή αντικρούει τα ανωτέρω επιχειρήματα.

558

Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί, κατά πρώτον, ότι, στο σημείο 9.1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι η οδηγία 2004/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (ΕΕ 2004, L 134, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε, και η οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ 2004, L 134, σ. 114), όπως τροποποιήθηκε, δεν εφαρμόζονταν στα επίμαχα μέτρα.

559

Κατά δεύτερον, στις αιτιολογικές σκέψεις 359 έως 364 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέθεσε ότι η διαδικασία επιλογής που εφάρμοσε το Ηνωμένο Βασίλειο βασιζόταν σε σαφές, διαφανές και χωρίς διακρίσεις πλαίσιο, που μπορούσε να θεωρηθεί ισοδύναμο με διαδικασία διαγωνισμού ως προς τους όρους της διαφάνειας και της αμεροληψίας. Στο πλαίσιο αυτό, στην αιτιολογική σκέψη 363 της εν λόγω αποφάσεως, επισήμανε ρητώς ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είχε διεξαγάγει συζητήσεις με τους φορείς αναπτύξεως νέων πυρηνικών σταθμών παραγωγής ενέργειας εκτός από την NNBG.

560

Κατά τρίτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι λόγοι για τους οποίους η Επιτροπή θεώρησε ότι τα επίμαχα μέτρα δεν οδηγούσαν σε υπεραντιστάθμιση προέκυπταν σαφώς από το σημείο 9.5 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

561

Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, η παρούσα αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.

562

Στο πλαίσιο της έβδομης αιτιάσεως του έκτου σκέλους του ένατου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι, στην αιτιολογική σκέψη 389 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε σημαντική βελτίωση του οφέλους για την κοινωνία στο σύνολό της και ειδικά για τους καταναλωτές. Στο πλαίσιο αυτό, όμως, το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν εξέθεσε σε ποιο βαθμό έλαβε υπόψη το εξωτερικό κόστος που γεννούν, για παράδειγμα, η επεξεργασία και η αποθήκευση των πυρηνικών αποβλήτων ή οι κίνδυνοι ατυχημάτων. Άλλωστε, η αιτιολογία που περιλαμβάνεται στο σημείο 9.4 της εν λόγω αποφάσεως, όσον αφορά την καταλληλότητα των μέσων, δεν είναι κατανοητή. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή δεν καθόρισε επαρκώς τα αποτελέσματα των επίμαχων μέτρων στην αγορά της ηλεκτρικής ενέργειας.

563

Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα αυτά.

564

Συναφώς, επισημαίνεται ότι, στο σημείο 9.3 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή αποφάνθηκε ως προς το αν η παρέμβαση του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού δημοσίου συμφέροντος που επιδίωκε, δηλαδή τη δημιουργία νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας και, στο σημείο 9.4 της εν λόγω αποφάσεως, ως προς το αν τα επίμαχα μέτρα, μεταξύ άλλων η σύμβαση επί διαφοράς, μπορούσαν να θεωρηθούν ως κατάλληλα μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι οι συμβάσεις επί διαφοράς μπορούσαν να στηρίξουν και άλλες τεχνολογίες με τη χρήση του ίδιου μέσου και τον διαλείποντα χαρακτήρα πολλών τεχνολογιών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Εντούτοις, αντίθετα προς όσα υπονοεί η Δημοκρατία της Αυστρίας, στα εν λόγω σημεία, η Επιτροπή δεν προέβη σε πλήρη στάθμιση του συνόλου των θετικών και αρνητικών αποτελεσμάτων των εν λόγω μέτρων. Πράγματι, στην εν λόγω στάθμιση προέβη σε μεταγενέστερο στάδιο της εξετάσεώς της, στο πλαίσιο του σημείου 9.6 της αποφάσεως αυτής.

565

Επομένως, στα σημεία 9.3 και 9.4 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να αποφανθεί επί του συνόλου των θετικών και αρνητικών αποτελεσμάτων των επίμαχων μέτρων ούτε να προβεί στη στάθμισή τους. Άλλωστε, στο μέτρο που, στην αιτιολογική σκέψη 389 της εν λόγω αποφάσεως, αναφέρθηκε στη βελτίωση του οφέλους για την κοινωνία στο σύνολό της και ειδικά για τους καταναλωτές, δεν πρόκειται για συμπέρασμα που απορρέει από μια τέτοια στάθμιση. Στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη, διαπίστωσε απλώς ότι η δημιουργία νέων πυρηνικών μονάδων συνιστούσε θετικό αποτέλεσμα των μέτρων αυτών.

566

Υπό το πρίσμα των ως άνω σκέψεων, η αιτίαση περί ανεπαρκούς αιτιολογίας των σημείων 9.3 και 9.4 της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί.

567

Στο πλαίσιο της δεύτερης αιτιάσεως του τρίτου σκέλους του ένατου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι, στο σημείο 8.1.7 της αποφάσεως περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Επιτροπή στήριξε τις σοβαρές αμφιβολίες της ως προς τη συμβατότητα των επίμαχων μέτρων με την εσωτερική αγορά σε έκθεση η οποία κατέληγε στο συμπέρασμα ότι μπορούσαν να προκαλέσουν σοβαρές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Πάντως, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους οι αμφιβολίες αυτές διαλύθηκαν.

568

Η Επιτροπή αντικρούει τα ανωτέρω επιχειρήματα.

569

Συναφώς, υπενθυμίζεται, κατά πρώτον, ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, οι εκτιμήσεις της Επιτροπής στο σημείο 8.1.7 της αποφάσεως περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας είχαν τον χαρακτήρα προκαταρκτικών αξιολογήσεων (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 1ης Ιουλίου 2009, ISD Polska κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑273/06 και T‑297/06, EU:T:2009:233, σκέψη 126 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επομένως, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεπαρκής για τον λόγο και μόνον ότι δεν είναι πλήρως ταυτόσημη με αυτήν που περιλαμβάνεται στην απόφαση περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας. Πράγματι, σε απόφαση που εκδίδεται κατά το πέρας επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να παρουσιάσει ανάλυση καλύπτουσα το σύνολο των εκτιμήσεων που περιλαμβάνονται στην απόφαση περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας.

570

Κατά δεύτερον, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους, αφού προέβη σε εμπεριστατωμένη εξέταση των αποτελεσμάτων των επίμαχων μέτρων στον ανταγωνισμό και στις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών, θεώρησε ότι τα εν λόγω μέτρα ήταν συμβατά με την εσωτερική αγορά. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι οι αμφιβολίες της Επιτροπής αφορούσαν τα μέτρα όπως αυτά κοινοποιήθηκαν από το Ηνωμένο Βασίλειο. Αντιθέτως, η έγκριση που περιλαμβάνεται στην εν λόγω απόφαση αφορούσε τα μέτρα όπως αυτά τροποποιήθηκαν για να ληφθούν υπόψη οι ως άνω αμφιβολίες.

571

Κατά τρίτον, στο μέτρο που η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι οι τροποποιήσεις των κοινοποιηθέντων μέτρων δεν ήταν ικανές να άρουν τις αμφιβολίες που δημιουργήθηκαν αρχικά, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν προβάλλει κανένα εμπεριστατωμένο επιχείρημα συναφώς.

572

Κατά τέταρτον, πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να επισημανθεί ότι η Επιτροπή ρητώς ανέφερε, στην αιτιολογική σκέψη 402 της αποφάσεως περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας, ότι η έκθεση στην οποία παραπέμπει στο σημείο 8.1.7 της εν λόγω αποφάσεως δεν αντικατοπτρίζει οπωσδήποτε την άποψή της.

573

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Δημοκρατία της Αυστρίας, το γεγονός και μόνον ότι η Επιτροπή δεν εξέθεσε διεξοδικά τους λόγους για τους οποίους δεν συμμεριζόταν τις αμφιβολίες που είχαν διατυπωθεί στην έκθεση της οποίας γίνεται μνεία στο σημείο 8.1.7 της αποφάσεως περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας δεν σημαίνει ότι η αιτιολογία της αποφάσεως αυτής είναι ανεπαρκής.

574

Επομένως, η δεύτερη αιτίαση του τρίτου σκέλους του ένατου λόγου ακυρώσεως και το έκτο σκέλος του ένατου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν.

Ζ. Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως και της πρώτης αιτιάσεως του τρίτου σκέλους του ένατου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με τον χαρακτηρισμό των επίμαχων μέτρων

575

Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως και η πρώτη αιτίαση του τρίτου σκέλους του ένατου λόγου ακυρώσεως αφορούν τις αιτιολογικές σκέψεις 344 έως 347 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Στις εν λόγω αιτιολογικές σκέψεις, η Επιτροπή επισήμανε ότι τα μέτρα που ενέχουν λειτουργική ενίσχυση δεν είναι, κατ’ αρχήν, σύμφωνα προς το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, αλλά ότι τα επίμαχα μέτρα έπρεπε να θεωρηθούν ως ισοδύναμα επενδυτικής ενισχύσεως, εφόσον επρόκειτο να επιτρέψουν στην NNBG να δεσμευτεί να επενδύσει στην κατασκευή του Hinkley Point C. Στο πλαίσιο αυτό, θεώρησε, μεταξύ άλλων, ότι, υπό το πρίσμα της διαμορφώσεως χρηματοοικονομικών μοντέλων, η καθαρή παρούσα αξία των πληρωμών της τιμής ασκήσεως μπορούσε να θεωρηθεί ως το ισοδύναμο μιας κατ’ αποκοπή πληρωμής που επιτρέπει στην NNBG να καλύψει το κόστος κατασκευής.

576

Η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου φρονούν ότι οι διαπιστώσεις αυτές είναι εσφαλμένες. Πρώτον, υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή έπρεπε να χαρακτηρίσει τα επίμαχα μέτρα ως λειτουργικές ενισχύσεις ασύμβατες με την εσωτερική αγορά. Δεύτερον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη.

1.   Επί των επιχειρημάτων σχετικά με τον χαρακτηρισμό των επίμαχων μέτρων

577

Η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου διατείνονται ότι τα επίμαχα μέτρα συνιστούν λειτουργικές ενισχύσεις, οι οποίες είναι ασύμβατες με την εσωτερική αγορά. Εν προκειμένω, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το επιχείρημα που προβάλλεται στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, το οποίο αφορά τον χαρακτηρισμό των επίμαχων μέτρων ως επενδυτικής ενισχύσεως και του οποίου έγινε μνεία στη σκέψη 125 ανωτέρω.

578

Η Επιτροπή, η Τσεχική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Δημοκρατία της Πολωνίας και το Ηνωμένο Βασίλειο αντικρούουν τα επιχειρήματα αυτά.

579

Συναφώς, υπενθυμίζεται, πρώτον, ότι, κατ’ εφαρμογήν πάγιας νομολογίας, οι λειτουργικές ενισχύσεις που αποβλέπουν στη διατήρηση του status quo ή στο να απαλλάξουν μια επιχείρηση από τις δαπάνες στις οποίες θα έπρεπε η ίδια να υποβληθεί στο πλαίσιο της τρέχουσας διαχειρίσεως ή των συνήθων δραστηριοτήτων της δεν μπορούν να θεωρηθούν συμβατές προς την εσωτερική αγορά (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2000, Γερμανία κατά Επιτροπής, C‑288/96, EU:C:2000:537, σκέψεις 88 έως 91· της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, Γερμανία κατά Επιτροπής, C‑156/98, EU:C:2000:467, σκέψη 30, και της 21ης Ιουλίου 2011, Freistaat Sachsen και Land Sachsen-Anhalt κατά Επιτροπής, C‑459/10 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:515, σκέψεις 33 έως 36).

580

Πράγματι, οι ενισχύσεις αυτές δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τις επιταγές του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Επομένως, οι λειτουργικές ενισχύσεις που περιορίζονται στη διατήρηση του status quo δεν είναι ικανές να διευκολύνουν την ανάπτυξη, υπό την έννοια της εν λόγω διατάξεως. Ομοίως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι ενισχύσεις που περιορίζονται στη μείωση των τρεχουσών και συνήθων δαπανών λειτουργίας με τις οποίες επιβαρύνεται μια επιχείρηση στο πλαίσιο της συνήθους δραστηριότητάς της επιδιώκουν σκοπό δημοσίου συμφέροντος υπό την έννοια της διατάξεως αυτής. Άλλωστε, οι ενισχύσεις με τις οποίες απονέμονται πλεονεκτήματα σε επιχειρήσεις, χωρίς να αποσκοπούν στην υλοποίηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος τον οποίο επιδιώκει το κράτος μέλος που τις χορηγεί και οι οποίες μπορούν, επομένως, να χρησιμοποιηθούν από τις επιχειρήσεις αυτές για να απαλλαγούν από το κόστος της υφισταμένης και τρέχουσας λειτουργίας τους δεν μπορούν να κηρυχθούν συμβατές με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογήν της ως άνω διατάξεως. Πράγματι, τέτοιες ενισχύσεις ευνοούν τις επιχειρήσεις αυτές σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους, χωρίς αυτό να δικαιολογείται από την επίτευξη σκοπού δημοσίου συμφέροντος.

581

Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 579 ανωτέρω. Αντιθέτως, στην αιτιολογική σκέψη 344 της εν λόγω αποφάσεως, αναφέρθηκε στην πρώτη παράγραφο του σημείου 8.1 της αποφάσεως περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας, στην οποία είχε παραθέσει την εν λόγω νομολογία.

582

Αντιθέτως, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 344 έως 347 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή θεώρησε ότι η νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 579 ανωτέρω δεν εφαρμόζεται στα επίμαχα μέτρα, λόγω της ιδιαιτερότητας του έργου και του γεγονότος ότι σκοπός των μέτρων αυτών ήταν να επιτρέψουν στην NNBG να δεσμευτεί να επενδύσει στην κατασκευή του Hinkley Point C.

583

Σε αντιδιαστολή προς όσα υποστηρίζουν η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, η προσέγγιση αυτή δεν είναι εσφαλμένη. Πράγματι, ουδόλως απαγορεύεται να κηρυχθεί συμβατό με την εσωτερική αγορά, κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, ένα μέτρο ενισχύσεως που επιδιώκει σκοπό δημοσίου συμφέροντος, είναι κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού, δεν αλλοιώνει τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον και πληροί, επομένως, τις επιταγές του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, ανεξαρτήτως του αν πρέπει να χαρακτηρισθεί ως επενδυτική ή ως λειτουργική ενίσχυση. Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι ακόμη και μια λειτουργική ενίσχυση μπορεί να κηρυχθεί συμβατή με την εσωτερική αγορά, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 9ης Ιουνίου 2016, Magic Mountain Kletterhallen κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑162/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:341, σκέψεις 116 και 117).

584

Όσον αφορά τα επίμαχα μέτρα, κατά πρώτον, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι επιδίωκαν σκοπό δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή τη δημιουργία νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, ο οποίος δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί εγκαίρως χωρίς κρατική παρέμβαση, και, αφετέρου, ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου δεν προέβαλαν επιχειρήματα ικανά να θέσουν τη διαπίστωση αυτή υπό αμφισβήτηση. Επομένως, τα εν λόγω μέτρα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ενισχύσεις που περιορίζονται στη διατήρηση του status quo. Αντιθέτως, κατά τις διαπιστώσεις της Επιτροπής, χωρίς τα μέτρα αυτά δεν επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εγκαίρως καμία επένδυση σε νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας.

585

Κατά δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι, κατά τα συμπεράσματα της Επιτροπής, τα οποία δεν ανατράπηκαν από τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, τα επίμαχα μέτρα είναι κατάλληλα και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού και δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο στο κοινό συμφέρον. Υπό τις συνθήκες αυτές, τα επίμαχα μέτρα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ενισχύσεις που αποβλέπουν μόνο στον περιορισμό των τρεχουσών και συνήθων δαπανών λειτουργίας στις οποίες ούτως ή άλλως θα έπρεπε η ίδια η επιχείρηση να υποβληθεί στο πλαίσιο των συνήθων δραστηριοτήτων της. Αντιθέτως, τα εν λόγω μέτρα είχαν ως αντικείμενο τη δημιουργία κινήτρου για την κατασκευή νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, περιορίζοντας τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποδοτικότητα των επενδύσεων.

586

Τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου πρέπει να εξετασθούν λαμβανομένων υπόψη των ως άνω σκέψεων. Τα εν λόγω κράτη μέλη προβάλλουν επιχειρήματα που αφορούν, σε ένα πρώτο στάδιο, τη σύμβαση επί διαφοράς. Σε ένα δεύτερο, τη συμφωνία του Υπουργού. Και, σε ένα τρίτο, την προβλεπόμενη αντιστάθμιση. Σε ένα τέταρτο στάδιο, υποστηρίζουν ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή όφειλε να διακρίνει σαφώς μεταξύ λειτουργικής ενισχύσεως και επενδυτικής ενισχύσεως.

α)   Επί των επιχειρημάτων σχετικά με τη σύμβαση επί διαφοράς

587

Πρώτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου προβάλλουν επιχειρήματα για να καταδείξουν ότι η σύμβαση αυτή συνδέεται άρρηκτα με τη λειτουργία του Hinkley Point C. Στο πλαίσιο αυτό διατείνονται ότι καλύπτει τις τρέχουσες δαπάνες της NNBG και δεν περιορίζεται, επομένως, μόνο στην επιδότηση της κατασκευής της μονάδας C του εν λόγω πυρηνικού σταθμού, αλλά αφορά και την τρέχουσα εκμετάλλευση και ότι το μέγεθος της ενισχύσεως θα πρέπει να εξαρτάται άμεσα από την παραγόμενη ενίσχυση.

588

Συναφώς, επιβάλλεται, εκ προοιμίου, η υπόμνηση ότι ένα μέτρο κρατικής ενισχύσεως μπορεί να κηρυχθεί συμβατό με την εσωτερική αγορά, εάν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού του ως λειτουργικής ή ως επενδυτικής ενισχύσεως (βλ. σκέψη 583 ανωτέρω).

589

Όσον αφορά το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου ότι είναι αδύνατον να αποδειχθεί η ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ των πληρωμών που πραγματοποιούνται κατ’ εφαρμογήν της συμβάσεως επί διαφοράς και των επενδύσεων σε νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, αρκεί η επισήμανση ότι η εν λόγω σύμβαση αποσκοπεί στην εξασφάλιση σταθερών εσόδων επί αρκετά μακρά περίοδο για να λειτουργήσει ως κίνητρο για την οικεία επιχείρηση ώστε να επενδύσει τα αναγκαία κεφάλαια για την κατασκευή νέων μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Επομένως, πρόκειται, κατ’ ουσίαν, για μηχανισμό αντισταθμίσεως των κινδύνων υπό τη μορφή σταθεροποιητή τιμών, προσφέροντας ασφάλεια και σταθερότητα εσόδων. Εντούτοις, σε αντιδιαστολή προς μία μη επιστρεπτέα επιχορήγηση, η οποία χορηγείται στο σύνολό της πριν ή ανάλογα με την πρόοδο της κατασκευής, η σύμβαση επί διαφοράς έχει χαρακτήρα κινήτρου για τις επενδύσεις, διασφαλίζοντας ένα επίπεδο τιμής συγκεκριμένης και σταθερής.

590

Στο πλαίσιο αυτό, κατά πρώτον, υπενθυμίζεται ότι, κατ’ εφαρμογήν της συμβάσεως επί διαφοράς, η NNBG θα λαμβάνει ένα ποσόν, μόνον εφόσον η τιμή αναφοράς είναι χαμηλότερη από την τιμή ασκήσεως. Αντιθέτως, όταν η τιμή αναφοράς είναι υψηλότερη από την τιμή ασκήσεως, η NNBG θα είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει τη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών τιμών (βλ. σκέψη 5 ανωτέρω). Επομένως, ακόμη και αν η χορήγηση και το ποσό της ενισχύσεως εξαρτώνται από τις συνθήκες της λειτουργίας του Hinkley Point C και την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από την εν λόγω μονάδα, υπάρχει σαφής σύνδεσμος μεταξύ του ποσού αυτού και του επιδιωκόμενου σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Πράγματι, οι πρακτικές αυτές λεπτομέρειες αποσκοπούν στο να διασφαλίσουν ότι το ποσό της πληρωμής που οφείλεται λόγω της συμβάσεως επί διαφοράς αντιστοιχεί στο επίπεδο που πρέπει να επιτευχθεί για την πραγματοποίηση επενδύσεων σε νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας.

591

Κατά δεύτερον, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Δημοκρατία της Αυστρίας, το γεγονός ότι, στην περίπτωση που το Hinkley Point C δεν ολοκληρωνόταν, η NNBG δεν θα ελάμβανε ενίσχυση κατ’ εφαρμογήν της συμβάσεως επί διαφοράς, δεν είναι ικανό να θέσει εν αμφιβόλω τη σχέση ανάμεσα στα επίμαχα μέτρα και τον επιδιωκόμενο σκοπό δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή τη δημιουργία νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Πράγματι, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στην περίπτωση αυτή, ο επιδιωκόμενος σκοπός δημοσίου συμφέροντος δεν θα είχε επιτευχθεί. Πάντως, το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ δεν απαγορεύει μεθόδους κατανομής των κινδύνων που καταλογίζουν τον τεχνικό κίνδυνο της πραγματοποιήσεως στη δικαιούχο επιχείρηση.

592

Κατά τρίτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η σύμβαση επί διαφοράς παρέχει τη δυνατότητα αναθεωρήσεως της τιμής ασκήσεως και ότι, στο πλαίσιο αυτό, θα ληφθεί υπόψη όχι μόνο το κόστος επενδύσεως, αλλά και το κόστος λειτουργίας.

593

Συναφώς, επιβάλλεται η επισήμανση ότι η τιμή ασκήσεως που εγκρίνει η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την τιμή κατασκευής του Hinkley Point C, αλλά και το κόστος λειτουργίας της μονάδας αυτής. Πράγματι, το κόστος αυτό επηρεάζει την αποδοτικότητα του σχεδίου και έχει, επομένως, αντίκτυπο στο ύψος το οποίο πρέπει να φτάσει η τιμή ασκήσεως για να προκαλέσει τη λήψη αποφάσεως επενδύσεως σε νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας.

594

Επομένως, το γεγονός ότι, μετά από 15 και 25 έτη, η τιμή ασκήσεως μπορεί να αναθεωρηθεί και ότι, στο πλαίσιο της αναθεωρήσεως αυτής (βλ. σκέψη 5 ανωτέρω), λαμβάνονται υπόψη στοιχεία που αφορούν το κόστος λειτουργίας, δεν μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω την ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ των επίμαχων μέτρων και του επιδιωκόμενου σκοπού δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή της δημιουργίας νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Πράγματι, λαμβανομένου υπόψη ότι το κόστος εκμεταλλεύσεως βάσει του οποίου υπολογίστηκε η τιμή ασκήσεως πρέπει να υπολογίζεται ex ante και ότι η διάρκεια λειτουργίας του Hinkley Point C θα είναι πολύ μεγάλη, η δυνατότητα τέτοιων αναθεωρήσεων αποσκοπεί στην άμβλυνση των κινδύνων σχετικά με το κόστος μακροπρόθεσμα για τους δύο συμβαλλομένους, ενόψει αυξήσεως ή μειώσεως του ύψους της τιμής ασκήσεως που διασφαλίζεται με τη σύμβαση επί διαφοράς.

595

Επομένως, μολονότι οι πληρωμές που θα πραγματοποιούνται κατ’ εφαρμογήν της συμβάσεως επί διαφοράς θα αφορούν τη λειτουργία της μονάδας του Hinkley Point C, καθώς και την παραγωγή και την πώληση πυρηνικής ενέργειας από αυτή, το γεγονός αυτό δεν είναι ικανό να θέσει εν αμφιβόλω τη σχέση ανάμεσα στις πληρωμές αυτές και την αρχική απόφαση επενδύσεως.

596

Ως εκ τούτου, ακόμη και στην περίπτωση που η NNBG θα χρησιμοποιούσε τμήμα των πληρωμών που θα λάβει βάσει της συμβάσεως επί διαφοράς για να καλύψει τις δαπάνες της τρέχουσας λειτουργίας του Hinkley Point C, το γεγονός αυτό δεν είναι ικανό να διαρρήξει τη σχέση ανάμεσα στα επίμαχα μέτρα και τον επιδιωκόμενο σκοπό δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή τη δημιουργία νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας.

597

Επομένως, η επιχειρηματολογία της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου που αποσκοπεί στο να καταδείξει ότι η σύμβαση αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη λειτουργία της μονάδας του Hinkley Point C δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.

598

Δεύτερον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι το κόστος που συνδέεται με την παύση της λειτουργίας πυρηνικού σταθμού, την αποθήκευση των αποβλήτων ή ακόμη την ευθύνη και την παρακολούθηση ενός τέτοιου σταθμού συνιστούν δαπάνες που απορρέουν συνήθως από την τρέχουσα λειτουργία ενός πυρηνικού σταθμού. Η ανάληψη του κόστους αποθηκεύσεως των ραδιενεργών αποβλήτων θα πρέπει, ιδίως, να θεωρηθεί όχι ως επενδυτική, αλλά ως λειτουργική ενίσχυση.

599

Η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει επίσης να απορριφθεί. Πράγματι, όπως εκτέθηκε στις σκέψεις 593 και 594 ανωτέρω, το κόστος που συνδέεται με την παύση της λειτουργίας πυρηνικού σταθμού, την αποθήκευση των αποβλήτων ή ακόμη την ευθύνη και την παρακολούθηση ενός τέτοιου σταθμού, το οποίο η Επιτροπή έλαβε υπόψη στην προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. σκέψεις 354 έως 359 ανωτέρω), ασκούν επιρροή στους συντελεστές αποδόσεως, από τους οποίους εξαρτάται η απόφαση επενδύσεως στην κατασκευή του Hinkley Point C. Επομένως, ο συνυπολογισμός του κόστους αυτού στο πλαίσιο του καθορισμού της τιμής ασκήσεως δεν είναι ικανός να θέσει εν αμφιβόλω την ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ των πληρωμών που πραγματοποιούνται κατ’ εφαρμογήν της συμβάσεως επί διαφοράς, αφενός, και του επιδιωκόμενου από το Ηνωμένο Βασίλειο σκοπού δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή της δημιουργίας νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, αφετέρου.

600

Τρίτον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι, στην αιτιολογική σκέψη 358 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η σύμβαση επί διαφοράς συνιστούσε λειτουργική ενίσχυση. Συναφώς, επιβάλλεται η επισήμανση ότι, στην αιτιολογική σκέψη 358 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία περιλαμβάνεται στο σημείο 9.1 της εν λόγω αποφάσεως, όπου η Επιτροπή εξέτασε αν τα επίμαχα μέτρα ήταν συμβατά με το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο της αγοράς, εξέθεσε ότι η σύμβαση επί διαφοράς για το Hinkley Point C είχε το νομικό καθεστώς δημόσιας συμβάσεως ή διαδικασίας αναθέσεως προμήθειας, εφόσον καθόριζε απλώς τις προϋποθέσεις για την άσκηση της δραστηριότητας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με χρήση πυρηνικής τεχνολογίας. Πάντως, όπως εκτέθηκε στις σκέψεις 577 έως 599 ανωτέρω, το γεγονός και μόνον ότι η σύμβαση επί διαφοράς θα ασκήσει επιρροή στους όρους υπό τους οποίους το Hinkley Point C θα παράγει ηλεκτρική ενέργεια δεν είναι ικανό να θέσει εν αμφιβόλω τη συμβατότητά του με την εσωτερική αγορά.

601

Τέταρτον, στο μέτρο που η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η σύμβαση επί διαφοράς θα παράσχει στην NNBG κίνητρο για να παραγάγει ηλεκτρική ενέργεια ακόμη και όταν οι τιμές θα είναι χαμηλότερες από το οριακό κόστος ή θα είναι αρνητικές, αρκεί η υπόμνηση ότι το επιχείρημα αυτό ήδη εξετάστηκε και απορρίφθηκε στο πλαίσιο της αναλύσεως του έκτου λόγου ακυρώσεως (βλ., σκέψεις 481 έως 488 ανωτέρω) και ότι δεν είναι ικανό να θέσει εν αμφιβόλω τη συμβατότητα της συμβάσεως επί διαφοράς με το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ.

602

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το σύνολο των επιχειρημάτων του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και της Δημοκρατίας της Αυστρίας όσον αφορά τη σύμβαση επί διαφοράς.

β)   Επί των επιχειρημάτων σχετικά με τη συμφωνία του Υπουργού

603

Όσον αφορά τη συμφωνία του Υπουργού, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει απλώς ότι, σε περίπτωση πρόωρης λήξεως της λειτουργίας του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής του Hinkley Point, η μεταβίβαση της NNBG συνεπάγεται και τη συνολική ανάληψη της διαχειρίσεως των ακτινοβολημένων υλικών από τις δημόσιες αρχές. Συναφώς, αρκεί η παραπομπή στις σκέψεις 280 έως 282 και 354 έως 359 ανωτέρω, από τις οποίες συνάγεται ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν εγκρίνει κρατική ενίσχυση που αφορά τη συνολική ανάληψη της διαχειρίσεως ακτινοβολημένων υλικών από τις δημόσιες αρχές σε μια τέτοια περίπτωση. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα αυτό πρέπει επίσης να απορριφθεί.

γ)   Επί των επιχειρημάτων σχετικά με την αντιστάθμιση που προβλέπεται στα επίμαχα μέτρα

604

Προς στήριξη του τρίτου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου προβάλλουν επιχειρήματα σχετικά με την προβλεπόμενη αντιστάθμιση.

605

Πρώτον, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου διατείνεται ότι η στήριξη της λειτουργίας ανέρχεται, κατά πάσα πιθανότητα, σε ποσό υπερβολικού ύψους. Είναι άκρως πιθανόν ότι η πτώση των τιμών της αγοράς για την ηλεκτρική ενέργεια θα συνεχιστεί και ότι η καταβληθείσα δυνάμει της συμβάσεως επί διαφοράς ενίσχυση συνιστά λίαν υψηλή επιδότηση για τα 35 έτη παραγωγής ενέργειας, μάλιστα δε υψηλότερη από όσο είχε προβλεφθεί και αξιολογηθεί κατά την εγκαθίδρυση του μηχανισμού ενισχύσεως.

606

Συναφώς, επισημαίνεται ότι, προς στήριξη του επιχειρήματός του ότι το ποσόν της ενισχύσεως που καταβάλλεται δυνάμει της συμβάσεως επί διαφοράς είναι εξωφρενικό, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου προβάλλει απλώς ότι, πιθανότατα, οι τιμές της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας θα συνεχίσουν να πέφτουν. Το γεγονός, όμως, αυτό δεν είναι ικανό να καταδείξει, αφ’ εαυτού, ότι οι πληρωμές είναι υπερβολικές. Πράγματι, λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκομένου από το Ηνωμένο Βασίλειο σκοπού δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή της δημιουργίας νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, το ποσόν της ενισχύσεως θα μπορούσε να θεωρηθεί υπερβολικό μόνον εάν αποδεικνυόταν ότι θα αρκούσε χαμηλότερο ποσό για την πρόκληση αποφάσεως περί επενδύσεως σε τέτοιες νέες μονάδες. Αντιθέτως, το γεγονός και μόνον ότι η καταβαλλόμενη δυνάμει της συμβάσεως επί διαφοράς τιμή θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι λιγότερο υψηλή από τη μελλοντική τιμή της αγοράς δεν αποδεικνύει, αφ’ εαυτού, την ύπαρξη υπεραντισταθμίσεως. Εν πάση περιπτώσει, στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι προβλέπονται δύο ημερομηνίες για την αναθεώρηση των λειτουργικών εξόδων, εκ των οποίων η πρώτη θα είναι 15 έτη και η δεύτερη 25 έτη μετά την ημερομηνία ενάρξεως της λειτουργίας του πρώτου αντιδραστήρα. Οι αναθεωρήσεις αυτές θα επιτρέψουν την αύξηση ή τη μείωση της τιμής ασκήσεως προς τις δύο κατευθύνσεις, βάσει των γνωστών πραγματικών δαπανών και των αναθεωρημένων προβλέψεων των μελλοντικών δαπανών όσον αφορά ορισμένα κονδύλια δαπανών που καθορίζονται στη σύμβαση επί διαφοράς (βλ. αιτιολογική σκέψη 31 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Κατά συνέπεια, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.

607

Δεύτερον, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι οι επενδυτικές δαπάνες είναι ανεκτές μόνον μέχρι το αναγκαίο ύψος για την υλοποίηση του σκοπού κοινού συμφέροντος και ότι η σώρευση πλειόνων χωριστών ενισχύσεων καθιστά δυνατό το συμπέρασμα ότι τα επίμαχα μέτρα κατατείνουν στην αποτελεσματική λειτουργία του Hinkley Point C μάλλον, παρά στην κατασκευή του.

608

Συναφώς, αρκεί η υπόμνηση ότι τα επιχειρήματα που αφορούν την ύπαρξη υπεραντισταθμίσεως εξετάσθηκαν και απορρίφθηκαν στις σκέψεις 392 έως 398, ανωτέρω και ότι, στο πλαίσιο αυτό, η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προβάλλει πρόσθετα επιχειρήματα ικανά να καταδείξουν την ύπαρξη αυτή. Ειδικότερα, το εν λόγω κράτος μέλος δεν προβάλλει κανένα τεκμηριωμένο επιχείρημα ικανό να καταδείξει ότι οι πληρωμές που θα πραγματοποιηθούν κατ’ εφαρμογήν της συμβάσεως επί διαφοράς θα υπερβούν το αναγκαίο ύψος για την προσέλκυση επενδύσεων σε νέες μονάδες παραγωγής πυρηνικής ενέργειας. Στο πλαίσιο αυτό, επιβάλλεται επίσης η υπόμνηση ότι, όταν η τιμή αναφοράς θα είναι χαμηλότερη από την τιμή ασκήσεως, η NNBG θα υποχρεούται να καταβάλει τη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών τιμών στον αντισυμβαλλόμενο της συμβάσεως επί διαφοράς.

609

Επομένως, τα επιχειρήματα που αφορούν την προβλεπόμενη αντιστάθμιση πρέπει επίσης να απορριφθούν.

δ)   Επί του επιχειρήματος ότι η Επιτροπή όφειλε να διακρίνει σαφώς μεταξύ λειτουργικής και επενδυτικής ενισχύσεως

610

Η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι από τη σκέψη 77 της αποφάσεως της 26ης Σεπτεμβρίου 2002, Ισπανία κατά Επιτροπής (C‑351/98, EU:C:2002:530), προκύπτει ότι η Επιτροπή όφειλε να διακρίνει σαφώς μεταξύ λειτουργικής και επενδυτικής ενισχύσεως.

611

Το επιχείρημα αυτό πρέπει επίσης να απορριφθεί.

612

Πράγματι, όπως προκύπτει σαφώς από τις σκέψεις 76 και 77 της αποφάσεως της 26ης Σεπτεμβρίου 2002, Ισπανία κατά Επιτροπής (C‑351/98, EU:C:2002:530), στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση είχε εφαρμογή το κοινοτικό πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων με σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος (ΕΕ 1994, C 72, σ. 3) και το πλαίσιο αυτό διέκρινε ρητώς μεταξύ των επενδυτικών ενισχύσεων, αφενός, και λειτουργικών ενισχύσεων, αφετέρου. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή, η οποία δεσμευόταν από το εν λόγω πλαίσιο, ήταν υποχρεωμένη να χαρακτηρίσει την επίμαχη ενίσχυση βάσει των κατηγοριών που προέβλεπε το πλαίσιο αυτό.

613

Πάντως, από την απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2002, Ισπανία κατά Επιτροπής (C‑351/98, EU:C:2002:530), δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να αναφέρεται στις κατηγορίες αυτές εκτός του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού πλαισίου των κρατικών ενισχύσεως με σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος.

614

Επομένως, το επιχείρημα αυτό πρέπει επίσης να απορριφθεί και, συνακολούθως, το σύνολο των επιχειρημάτων που κατατείνουν να αποδείξουν ότι τα επίμαχα μέτρα είναι ασύμβατα με την εσωτερική αγορά λόγω του ότι αποτελούν λειτουργικές ενισχύσεις.

2.   Επί της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

615

Στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως και της πρώτης αιτιάσεως του τρίτου σκέλους του ένατου λόγου ακυρώσεως, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των επίμαχων μέτρων. Το γεγονός ότι η Επιτροπή απομακρύνθηκε αιφνιδιαστικά από την πρακτική που ακολουθούσε κατά την έκδοση των αποφάσεών της χωρίς επαρκή δικαιολογία συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Κατά τη Δημοκρατία της Αυστρίας, εάν η Επιτροπή είχε την πρόθεση να ασκήσει την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει κατά εντελώς νέο τρόπο, θα όφειλε να παράσχει συναφώς διεξοδική αιτιολογία. Στο πλαίσιο αυτό, υποστηρίζει επίσης ότι η Επιτροπή δεν εξέθεσε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους, αφού χαρακτήρισε τα εν λόγω μέτρα ως λειτουργικές ενισχύσεις στην απόφαση περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας, τα χαρακτήρισε, στη συνέχεια, ως επενδυτικές ενισχύσεις στο πλαίσιο της προσβαλλομένης αποφάσεως.

616

Η Επιτροπή, η Τσεχική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Δημοκρατία της Πολωνίας και το Ηνωμένο Βασίλειο αντικρούουν τα επιχειρήματα αυτά.

617

Πρώτον, υπενθυμίζεται ότι, στις αιτιολογικές σκέψεις 344 έως 347 της προσβαλλομένης αποφάσεως, βεβαίως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, κατ’ αρχήν, οι λειτουργικές ενισχύσεις δεν πληρούν τις επιταγές του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Πάντως, στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στην πρώτη παράγραφο του σημείου 8.1 της αποφάσεως περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας, στην οποία είχε γίνει μνεία της παρατεθείσας στη σκέψη 579 ανωτέρω νομολογίας. Επομένως, από τη διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να συναχθεί ότι έκρινε ότι ενίσχυση που επιδιώκει σκοπό δημοσίου συμφέροντος, η οποία είναι κατάλληλη και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού, δεν αλλοιώνει τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο στο κοινό συμφέρον και, επομένως, ικανοποιεί τις επιταγές της εν λόγω διατάξεως, δεν μπορεί να κηρυχθεί συμβατή προς την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως αυτής. Άλλωστε, στις εν λόγω αιτιολογικές σκέψεις, η Επιτροπή εξέθεσε ότι τα επίμαχα μέτρα έπρεπε να επιτρέψουν στην NNBG να δεσμευτεί να επενδύσει στην κατασκευή του Hinkley Point C, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά και το προφίλ κινδύνου του έργου και περιορίζοντας στο ελάχιστο το αναγκαίο ποσό της ενισχύσεως και τα πρόσθετα μέτρα που έχουν ζωτική σημασία για να προσελκύσουν επενδύσεις. Εξέθεσε επίσης ότι, όσον αφορά τη διαμόρφωση χρηματοοικονομικών μοντέλων, η καθαρή παρούσα αξία των πληρωμών της τιμής ασκήσεως μπορούσε να θεωρηθεί ως το ισοδύναμο μιας κατ’ αποκοπήν πληρωμής που επιτρέπει στην NNBG να καλύψει το κόστος κατασκευής.

618

Δεύτερον, επισημαίνεται ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των επίμαχων μέτρων δεν περιορίζεται στις αιτιολογικές σκέψεις 344 έως 347 της εν λόγω αποφάσεως και ότι, στο σημείο 9 της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, εκθέτοντας διεξοδικά τον σκοπό που επιδιώκεται με τα επίμαχα μέτρα, δηλαδή τη δημιουργία νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας (σημείο 9.2 της αποφάσεως αυτής), τις συνθήκες που καθιστούσαν αναγκαία την κρατική παρέμβαση (σημείο 9.3 της ίδιας αποφάσεως) και τον αναλογικό χαρακτήρα των εν λόγων μέτρων (σημεία 9.5 και 9.6 της επίμαχης αποφάσεως).

619

Επομένως, η Επιτροπή δεν παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των επίμαχων μέτρων.

620

Κανένα από τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας δεν μπορεί να αναιρέσει το συμπέρασμα αυτό.

621

Πρώτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι, στις κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στους τομείς του περιβάλλοντος και της ενέργειας για τη χρονική περίοδο 2014-2020 και στην προγενέστερη πρακτική που ακολουθούσε κατά τη λήψη των αποφάσεών της, η Επιτροπή καθιέρωσε την αρχή ότι οι λειτουργικές ενισχύσεις δεν ήταν συμβατές με την εσωτερική αγορά, το εν λόγω θεσμικό όργανο όφειλε να αναλύσει περαιτέρω τους λόγους για τους οποίους απομακρύνθηκε από την αρχή αυτή.

622

Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί, κατά πρώτον, ότι δεν μπορεί να συναχθεί από τη νομολογία ότι οι ενισχύσεις που πληρούν τις επιταγές του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ δεν μπορούν να θεωρηθούν συμβατές με την εσωτερική αγορά, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού τους ως λειτουργικών ή ως επενδυτικών ενισχύσεων (βλ. σκέψεις 577 έως 586 ανωτέρω).

623

Κατά δεύτερον, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα που η Δημοκρατίας της Αυστρίας αντλεί από την προηγούμενη πρακτική της Επιτροπής.

624

Αφενός, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Δημοκρατία της Αυστρίας, το επιχείρημά της δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στις αιτιολογικές σκέψεις 396 και 397 της αποφάσεως της Επιτροπής, της 4ης Ιουνίου 2008, για τις κρατικές ενισχύσεις C 41/05 που χορήγησε η Ουγγαρία στο πλαίσιο των μακροπρόθεσμων συμβάσεων αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ 2009, L 225, σ. 53), οι οποίες αφορούσαν, άλλωστε, την εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ και όχι την εφαρμογή του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Βεβαίως, στην αιτιολογική σκέψη 396 της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή έκρινε ότι ορισμένες από τις επίμαχες στην υπόθεση εκείνη επιχορηγήσεις, οι οποίες καταβλήθηκαν μετά τη θέση σε λειτουργία του πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής και κάλυπταν τρέχουσες δαπάνες, ήταν λειτουργικές ενισχύσεις ασύμβατες με την εσωτερική αγορά. Πάντως, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 397 της αποφάσεως αυτής, επρόκειτο για ενισχύσεις ως προς τις οποίες οι ουγγρικές αρχές και οι ενδιαφερόμενοι δεν είχαν αποδείξει ούτε την ύπαρξη συνδεομένων με συγκεκριμένες περιφέρειες μειονεκτημάτων ούτε την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.

625

Αφετέρου, στο μέτρο που η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η Επιτροπή κατοχύρωσε, στις κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στους τομείς του περιβάλλοντος και της ενέργειας για τη χρονική περίοδο 2014-2020, την αρχή ότι οι λειτουργικές ενισχύσεις δεν είναι συμβατές με την εσωτερική αγορά, αρκεί η επισήμανση ότι, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει το ως άνω κράτος μέλος, από τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές ουδόλως προκύπτει ότι οι ενισχύσεις που συνδέονται με τη λειτουργία δεν μπορούν να θεωρηθούν συμβατές με την εσωτερική αγορά. Αντιθέτως, από το σημείο 3.3.2.1 των ως άνω κατευθυντηρίων γραμμών προκύπτει ότι η Επιτροπή εκτιμά ότι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, οι ενισχύσεις που συνδέονται με τη λειτουργία μπορεί να συνάδουν με το άρθρο 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Εν πάση περιπτώσει, υπενθυμίζεται ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τον σκοπό προωθήσεως της πυρηνικής ενέργειας, ο οποίος δεν ανήκει στους σκοπούς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των ως άνω κατευθυντηρίων γραμμών.

626

Δεύτερον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι, στο σημείο 8.1 της αποφάσεως περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Επιτροπή χαρακτήρισε τα επίμαχα μέτρα ως λειτουργικές ενισχύσεις που θα μπορούσαν να είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά. Όφειλε να εκθέσει διεξοδικότερα τους λόγους για τους οποίους δεν διατηρούσε πλέον τις αμφιβολίες αυτές στο πλαίσιο της προσβαλλομένης αποφάσεως.

627

Συναφώς, πρέπει εκ προοιμίου να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, οι εκτιμήσεις της Επιτροπής στο σημείο 8.1 της αποφάσεως περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας αποτελούν προκαταρκτικές αξιολογήσεις. Επομένως, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεπαρκής λόγω του ότι δεν είναι ταυτόσημη με την αιτιολογία της αποφάσεως περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας. Κατά συνέπεια, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε κατά το πέρας της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να παρουσιάσει ανάλυση καλύπτουσα το σύνολο των εκτιμήσεων που περιλαμβάνονται στην απόφαση περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας, στην οποία αναφέρεται η Δημοκρατία της Αυστρίας (βλ. σκέψη 569, ανωτέρω).

628

Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 617 ανωτέρω και στο σημείο 8.1 της αποφάσεως περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Επιτροπή αναφέρθηκε απλώς στη νομολογία της οποίας έγινε μνεία στη σκέψη 579 ανωτέρω, η οποία αφορά τις λειτουργικές ενισχύσεις οι οποίες, για τους λόγους που εκτέθηκαν στη σκέψη 580 ανωτέρω, δεν πληρούν τις επιταγές του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Πράγματι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Επιτροπή είχε αμφιβολίες όσον αφορά τη συμβατότητα των επίμαχων μέτρων με την εσωτερική αγορά δυνάμει της εν λόγω διατάξεως. Πάντως, κατόπιν εμπεριστατωμένης εξετάσεως και των τροποποιήσεων των επίμαχων μέτρων (προσαρμογή του κόστους της εγγυήσεως πιστώσεων και των μηχανισμών που αφορούν την κατανομή των κερδών), οι αμφιβολίες της Επιτροπής διαλύθηκαν.

629

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί και το επιχείρημα που αντλείται από το σημείο 8.1 της αποφάσεως περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας και, συνακολούθως, το σύνολο των επιχειρημάτων που αντλούνται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των επίμαχων μέτρων.

630

Επομένως, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, όπως επίσης και το επιχείρημα που προβάλλεται στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, ότι τα επίμαχα μέτρα συνιστούν λειτουργικές ενισχύσεις ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά (βλ. σκέψη 125 ανωτέρω), καθώς και η πρώτη αιτίαση του τρίτου σκέλους του ένατου λόγου ακυρώσεως.

Η. Επί του έβδομου λόγου ακυρώσεως, σχετικά με τις διαπιστώσεις της Επιτροπής όσον αφορά τη συμβατότητα των επίμαχων μέτρων με το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο της αγοράς

631

Ο υπό εξέταση λόγος ακυρώσεως αφορά τις διαπιστώσεις της Επιτροπής που περιλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 348 έως 365 της προσβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες εξέτασε αν τα επίμαχα μέτρα ήταν συμβατά με το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο της αγοράς.

632

Στις αιτιολογικές σκέψεις 350 έως 358 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι οι κανόνες συνάψεως των δημοσίων συμβάσεων που θεσπίσθηκαν με την οδηγία 2004/17, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών, και την οδηγία 2004/18, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, δεν εφαρμόζονταν στα επίμαχα μέτρα, διότι αυτά δεν αφορούσαν καμία σύμβαση προμηθειών, έργων ή υπηρεσιών. Βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, δεν ήταν δυνατόν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η σύμβαση επί διαφοράς αφορά την αγορά έργων, υπηρεσιών ή προμηθειών και, ως εκ τούτου, να χαρακτηρισθεί ως σύμβαση παραχωρήσεως ή ως δημόσια σύμβαση. Κατά την Επιτροπή, η σύμβαση αυτή δεν προέβλεπε συγκεκριμένες διατάξεις σχετικά με την προμήθεια, στην αναθέτουσα αρχή ή σε τρίτους, για κάθε είδος υπηρεσιών, αγαθών ή εργασιών. Τα επίμαχα μέτρα δεν προβλέπουν αμοιβαίως δεσμευτικές υποχρεώσεις που θα μπορούσαν να προβληθούν ενώπιον δικαστηρίου. Επιπλέον, ο αριθμός των συμβάσεων επί διαφοράς που μπορούν να συνάψουν οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας με χρήση πυρηνικής τεχνολογίας δεν είναι καθορισμένος, πλην εκείνων που προκύπτουν από τον περιορισμένο αριθμό διαθέσιμων τοποθεσιών για την κατασκευή πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής.

633

Στις αιτιολογικές σκέψεις 359 έως 364 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέθεσε ότι δεν υφίσταται παράβαση του άρθρου 8 της οδηγίας 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και για την κατάργηση της οδηγίας 2003/54/ΕΚ (ΕΕ 2009, L 211, σ. 55). Το άρθρο αυτό δεν προβλέπει τη χρήση της διαδικασίας διαγωνισμού και ορίζει ότι μπορεί να χρησιμοποιηθούν ισοδύναμες διαδικασίες ως προς τη διαφάνεια και την αμεροληψία, βάσει δημοσιευμένων κριτηρίων. Η διαδικασία επιλογής που ακολούθησε το Ηνωμένο Βασίλειο για την εξεύρεση κατάλληλου αντισυμβαλλομένου για επένδυση σε νέα πυρηνική μονάδα και για σύναψη συμβάσεως επί διαφοράς στηριζόταν σε σαφές, διαφανές και χωρίς διακρίσεις πλαίσιο, που μπορεί να θεωρηθεί ισοδύναμο με διαδικασία διαγωνισμού ως προς τους όρους της διαφάνειας και της αμεροληψίας.

634

Η Δημοκρατία της Αυστρίας φρονεί ότι οι διαπιστώσεις αυτές είναι εσφαλμένες.

635

Σε πρώτο στάδιο, πρέπει να εξεταστούν τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν κίνησε διαδικασίας προσκλήσεως για την εκδήλωση ενδιαφέροντος όσον αφορά το σχέδιο του Hinkley Point C. Σε δεύτερο στάδιο, θα εξεταστεί το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι η διαδικασία που ακολούθησε το Ηνωμένο Βασίλειο εισήγαγε δυσμενείς διακρίσεις.

1.   Επί των επιχειρημάτων ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έπρεπε να κινήσει διαδικασία προσκλήσεως για την εκδήλωση ενδιαφέροντος όσον αφορά το σχέδιο του Hinkley Point C

636

Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι, δυνάμει των οδηγιών 2004/17 και 2004/18, του άρθρου 8 της οδηγίας 2009/72 και των αρχών της διαφάνειας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων που είναι εγγενείς στη Συνθήκη ΛΕΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο όφειλε να κινήσει διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως για το έργο του Hinkley Point C. Οι κανόνες αυτοί είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με το αντικείμενο των επίμαχων μέτρων και η παράβασή τους υποχρεώνει το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.

637

Η Επιτροπή, η Ουγγαρία και το Ηνωμένο Βασίλειο αντικρούουν τα επιχειρήματα αυτά. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή διατείνεται, μεταξύ άλλων, ότι η νομιμότητα των επίμαχων μέτρων δεν εξαρτάται από την τήρηση των διατάξεων περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων.

638

Κατ’ αρχάς, θα εξεταστούν τα επιχειρήματα σχετικά με την παράβαση των οδηγιών 2004/17 και 2004/18. Στη συνέχεια, θα εξεταστούν τα επιχειρήματα σχετικά με την παράβαση του άρθρου 8 της οδηγίας 2009/72 και την παραβίαση των αρχών της διαφάνειας, της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων, που είναι εγγενείς στη Συνθήκη ΛΕΕ.

α)   Επί των επιχειρημάτων σχετικά με την παράβαση των οδηγιών 2004/17 και 2004/18

639

Η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι, στις συνθήκες της υπό κρίση υποθέσεως, κατ’ εφαρμογήν των οδηγιών 2004/17 και 2004/18, το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν υποχρεωμένο να δημοσιεύσει πρόσκληση εκδηλώσεως ενδιαφέροντος όσον αφορά το έργο του Hinkley Point C. Το επίμαχο έργο συνιστούσε σύμβαση, δημόσια σύμβαση ή, τουλάχιστον, παραχώρηση κατά την έννοια των οδηγιών αυτών. Το έργο αυτό έπρεπε να εκτιμηθεί στο σύνολό του, λαμβανομένων υπόψη όλων των σταδίων του και του σκοπού του. Η εξέταση αυτή θα είχε αποκαλύψει ότι τα επίμαχα μέτρα συνιστούσαν αμοιβαία δέσμευση υποχρεωτικού χαρακτήρα με αντικείμενο την παροχή υπηρεσίας. Η κατασκευή του Hinkley Point C και η έγχυση ηλεκτρικής ενέργειας στο δημόσιο δίκτυο που θα ακολουθήσει εξυπηρετούν την κάλυψη συγκεκριμένης ανάγκης του Ηνωμένου Βασιλείου ως αναθέτουσας αρχής. Το αντάλλαγμα που παρέχει το Ηνωμένο Βασίλειο είναι η συνομολογηθείσα ενίσχυση. Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία για να εκτιμήσει αν τα επίμαχα μέτρα πρέπει να χαρακτηρισθούν ως δημόσια σύμβαση ή σύμβαση παραχωρήσεως.

640

Η Επιτροπή, η Ουγγαρία και το Ηνωμένο Βασίλειο αντικρούουν τα ανωτέρω επιχειρήματα. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή διατείνεται, μεταξύ άλλων, ότι, κατ’ εφαρμογήν της αποφάσεώς της 2006/211/ΕΚ, της 8ης Μαρτίου 2006, που ορίζει ότι το άρθρο 30, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/17 εφαρμόζεται στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στην Αγγλία, τη Σκωτία και την Ουαλία (ΕΕ 2006, L 76, σ. 6), η εν λόγω οδηγία δεν έχει εφαρμογή στα επίμαχα μέτρα.

641

Σε πρώτο στάδιο, επιβάλλεται η εξέταση των επιχειρημάτων που αποσκοπούν στο να καταδείξουν την ύπαρξη συμβάσεως υπό την έννοια της οδηγίας 2004/17 ή δημόσιας συμβάσεως υπό την έννοια της οδηγίας 2004/18.

642

Επιβάλλεται, εκ προοιμίου, η υπόμνηση ότι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/17, ως συμβάσεις προμηθειών, έργων και υπηρεσιών νοούνται συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας που συνάπτονται γραπτώς μεταξύ ενός ή περισσοτέρων από τους αναθέτοντες φορείς, οι οποίοι ορίζονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, και ενός ή περισσοτέρων εργοληπτών, προμηθευτών ή παρόχων υπηρεσιών. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/18, οι δημόσιες συμβάσεις είναι συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας οι οποίες συνάπτονται γραπτώς μεταξύ ενός ή περισσοτέρων οικονομικών φορέων και μιας ή περισσοτέρων αναθετουσών αρχών και έχουν ως αντικείμενο την εκτέλεση έργων, την προμήθεια προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών.

643

Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/17 και το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/18 διευκρινίζουν ότι οι συμβάσεις έργων (οδηγία 2004/17) και οι δημόσιες συμβάσεις έργων (οδηγία 2004/18) είναι συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο είτε την εκτέλεση είτε συγχρόνως τη μελέτη και την εκτέλεση εργασιών που αφορούν συγκεκριμένες δραστηριότητες ή ενός έργου, είτε ακόμη την πραγματοποίηση, με οποιαδήποτε μέσα, ενός έργου, το οποίο ανταποκρίνεται στις επακριβώς οριζόμενες από τον αναθέτοντα φορέα (οδηγία 2004/17) και την αναθέτουσα αρχή (οδηγία 2004/18) ανάγκες.

644

Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2004/17 και του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2004/18, οι συμβάσεις προμηθειών (οδηγία 2004/17) και οι δημόσιες συμβάσεις προμηθειών (οδηγία 2004/18) έχουν ως αντικείμενο την αγορά, τη χρηματοδοτική μίσθωση, τη μίσθωση ή τη μίσθωση-πώληση, με ή χωρίς δικαίωμα αγοράς, προϊόντων.

645

Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2004/17 και το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2004/18 διευκρινίζουν ότι ως συμβάσεις υπηρεσιών (οδηγία 2004/17) και δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών (οδηγία 2004/18) νοούνται συμβάσεις πλην των συμβάσεων έργων και προμηθειών (οδηγία 2004/17) και των δημόσιων συμβάσεων έργων και προμηθειών (οδηγία 2004/18).

646

Υπό το φως των ανωτέρω διατάξεων πρέπει να εξετασθούν τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι τα επίμαχα μέτρα θα έπρεπε να χαρακτηρισθούν ως σύμβαση κατά την έννοια της οδηγίας 2004/17 ή ως δημόσια σύμβαση κατά την έννοια της οδηγίας 2004/18.

647

Στο πλαίσιο αυτό, πρώτον, επισημαίνεται ότι η εγγύηση πιστώσεων και η συμφωνία του Υπουργού δεν συνιστούν ούτε σύμβαση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/17 ούτε δημόσια σύμβαση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/18.

648

Δεύτερον, πρέπει να εξεταστεί αν η Επιτροπή όφειλε να χαρακτηρίσει τη σύμβαση επί διαφοράς ως σύμβαση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/17 ή ως δημόσια σύμβαση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/18.

649

Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 219, 312, 313 και 356 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η σύμβαση επί διαφοράς δεν παρέχει στο Ηνωμένο Βασίλειο τη δυνατότητα να απαιτήσει από την NNGB ούτε να κατασκευάσει το Hinkley Point C ούτε να προμηθεύσει ηλεκτρική ενέργεια. Η σύμβαση επί διαφοράς δεν καθιερώνει καμία ειδική απαίτηση ούτε όσον αφορά τις εργασίες που πρέπει να πραγματοποιήσει η NNGB ούτε όσον αφορά την ηλεκτρική ενέργεια που πρέπει να διαθέσει. Εάν η NNGB δεν ολοκληρώσει την κατασκευή της εν λόγω μονάδας ή δεν παραγάγει ηλεκτρική ενέργεια, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα έχει καν δικαίωμα αποζημιώσεως από την NNGB. Το εν λόγω κράτος μέλος θα μπορεί, πάντως, να καταγγείλει μονομερώς τη σύμβαση επί διαφοράς, εάν η κατασκευή δεν ολοκληρωθεί εντός του χρονοδιαγράμματος.

650

Λαμβανομένων υπόψη των εν λόγω χαρακτηριστικών της συμβάσεως επί διαφοράς, δεν μπορεί να θεωρηθεί, αντίθετα προς αυτά που υποστηρίζει η Δημοκρατία της Αυστρίας, ότι κατατείνει στην κάλυψη συγκεκριμένης ανάγκης του Ηνωμένου Βασιλείου ως αναθέτουσας αρχής. Αντιθέτως, το αντικείμενο της συμβάσεως επί διαφοράς είναι η χορήγηση επιδοτήσεως και, με την επιδότηση αυτή, το Ηνωμένο Βασίλειο περιορίζεται να παράσχει κίνητρο στην NNGB και στους επενδυτές της προκειμένου να πραγματοποιήσουν τον σκοπό δημοσίου συμφέροντος που επιδιώκει το εν λόγω κράτος μέλος, δηλαδή τη δημιουργία νέων μονάδων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας.

651

Επομένως, η σύμβαση επί διαφοράς δεν προβλέπει δεσμευτική υποχρέωση για την NNGB όσον αφορά την εκτέλεση εργασιών, την προμήθεια προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια της οδηγίας 2004/17 ή της οδηγίας 2004/18. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι τα επίμαχα μέτρα συνιστούν σύμβαση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/17 ή δημόσια σύμβαση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/18.

652

Σε δεύτερο στάδιο, πρέπει να εξεταστεί το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι τα επίμαχα μέτρα συνιστούσαν σύμβαση παραχωρήσεως έργων κατά την έννοια της οδηγίας 2004/17 ή σύμβαση παραχωρήσεως δημοσίων έργων κατά την έννοια της οδηγίας 2004/18.

653

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/17 και του άρθρου 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/18, η σύμβαση παραχωρήσεως έργων (οδηγία 2004/17) και η σύμβαση παραχωρήσεως δημόσιων έργων (οδηγία 2004/18) είναι συμβάσεις που παρουσιάζουν τα ίδια χαρακτηριστικά με τη σύμβαση έργων (οδηγία 2004/17) ή με τη δημόσια σύμβαση έργων (2004/18), εκτός από το γεγονός ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα των έργων συνίσταται είτε αποκλειστικά στο δικαίωμα εκμεταλλεύσεως του έργου είτε στο δικαίωμα αυτό σε συνδυασμό με καταβολή αμοιβής.

654

Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/17 και του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 2004/18, η σύμβαση παραχωρήσεως υπηρεσιών είναι σύμβαση η οποία παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά με σύμβαση υπηρεσιών (οδηγία 2004/17) ή με δημόσια σύμβαση υπηρεσιών (οδηγία 2004/18), εκτός από το γεγονός ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα συνίσταται είτε αποκλειστικά στο δικαίωμα εκμεταλλεύσεως της υπηρεσίας είτε στο δικαίωμα αυτό σε συνδυασμό με καταβολή αμοιβής.

655

Υπό το φως των ανωτέρω διατάξεων πρέπει να εξετασθούν τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι τα επίμαχα μέτρα θα έπρεπε να χαρακτηρισθούν ως σύμβαση παραχωρήσεως έργων κατά την έννοια της οδηγίας 2004/17 ή ως σύμβαση παραχωρήσεως δημοσίων έργων κατά την έννοια της οδηγίας 2004/18.

656

Στο πλαίσιο αυτό, πρώτον, επισημαίνεται ότι η εγγύηση πιστώσεων και η συμφωνία του Υπουργού δεν συνιστούν ούτε σύμβαση παραχωρήσεως έργων κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/17 ούτε σύμβαση παραχωρήσεως δημοσίων έργων κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/18.

657

Δεύτερον, πρέπει να εξεταστεί αν η Επιτροπή όφειλε να χαρακτηρίσει τη σύμβαση επί διαφοράς ως σύμβαση παραχωρήσεως έργων κατά την έννοια της οδηγίας 2004/17 ή ως σύμβαση παραχωρήσεως δημόσιων έργων κατά την έννοια της οδηγίας 2004/18.

658

Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2004/17 και του άρθρου 1, παράγραφο 4, της οδηγίας 2004/18, οι συμβάσεις και οι δημόσιες συμβάσεις, αφενός, και οι παραχωρήσεις, αφετέρου, διακρίνονται μεταξύ τους αποκλειστικά όσον αφορά το αντάλλαγμα που οφείλεται στον προσφέροντα. Όπως όμως προκύπτει από τις εκτιμήσεις που αναλύθηκαν στις σκέψεις 648 έως 650 ανωτέρω, ο λόγος για τον οποίο η σύμβαση επί διαφοράς δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως σύμβαση ή ως δημόσια σύμβαση έγκειται κυρίως στο ότι η εν λόγω σύμβαση δεν προβλέπει υποχρέωση για την NNBG να εκτελέσει εργασίες, να προμηθεύσει προϊόντα ή να παράσχει υπηρεσίες. Επομένως, η εν λόγω σύμβαση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε σύμβαση παραχωρήσεως έργων κατά την έννοια της οδηγίας 2004/17 ούτε σύμβαση παραχωρήσεως δημοσίων έργων κατά την οδηγία 2004/18.

659

Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται, εξάλλου, από την αιτιολογική σκέψη 12 της οδηγίας 2014/23/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με την ανάθεση συμβάσεων παραχωρήσεως (ΕΕ 2014, L 94, σ. 1), από την οποία προκύπτει ότι η απλή χρηματοδότηση δραστηριότητας, κατά κύριο δε λόγο μέσω επιχορηγήσεων, δεν συνιστά παραχώρηση κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας.

660

Επομένως, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη καθόσον έκρινε ότι τα επίμαχα μέτρα δεν συνιστούσαν ούτε σύμβαση ούτε σύμβαση παραχωρήσεως έργων κατά την έννοια της οδηγίας 2004/17 ούτε δημόσια σύμβαση ή σύμβαση παραχωρήσεως δημόσιων έργων κατά την έννοια της οδηγίας 2004/18.

661

Κανένα από τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Αυστρίας δεν μπορεί να αναιρέσει το συμπέρασμα αυτό.

662

Πρώτον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι, στην αιτιολογική σκέψη 312 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε την ύπαρξη συμβατικών υποχρεώσεων της NNGB και ότι οι υποχρεώσεις αυτές συνιστούν τυπικό στοιχείο δημόσιας συμβάσεως.

663

Συναφώς, επισημαίνεται ότι, βεβαίως, στην αιτιολογική σκέψη 312 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή τόνισε ότι η «[σύμβαση επί διαφοράς] φαίνεται να περιέχει μια σειρά από παρόμοιες αυστηρές ρήτρες που παρέχουν κίνητρα στην NNGB να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της βάσει της σύμβασης». Πάντως, στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη και στην αιτιολογική σκέψη 313 της εν λόγω αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε επίσης ότι η NNGB δεν ήταν υποχρεωμένη ούτε να κατασκευάσει το Hinkley Point C ούτε να παραγάγει ηλεκτρική ενέργεια. Επομένως, οι συμβατικές υποχρεώσεις στις οποίες αναφέρεται η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 312 της αποφάσεως αυτής δεν είναι ικανές να δικαιολογήσουν τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως επί διαφοράς ως συμβάσεως ή συμβάσεως παραχωρήσεως έργων κατά την έννοια της οδηγίας 2004/17 ή δημόσιας συμβάσεως ή συμβάσεως παραχωρήσεως δημοσίων έργων κατά την έννοια της οδηγίας 2004/18.

664

Αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Δημοκρατία της Αυστρίας, από τη διαπίστωση της Επιτροπής στην αιτιολογική σκέψη 312 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία οι συμβατικές διατάξεις που περιλαμβάνονται στη σύμβαση επί διαφοράς είναι «τυπικές συμβατικές υποχρεώσεις που τα συμβαλλόμενα μέρη θα προσπαθούσαν να συμπεριλάβουν σε παρόμοια συμφωνία», δεν μπορεί να συναχθεί ότι επρόκειτο για υποχρεώσεις ικανές να δικαιολογήσουν τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως επί διαφοράς ως συμβάσεως έργων ή συμβάσεως παραχωρήσεως έργων κατά την έννοια της οδηγίας 2004/17 ή ως δημόσιας συμβάσεως ή ως συμβάσεως παραχωρήσεως δημοσίων έργων κατά την έννοια της οδηγίας 2004/18. Πράγματι, από την εν λόγω αιτιολογική σκέψη και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται συνάγεται σαφώς ότι, αναφερόμενη σε «παρόμοια συμφωνία», η Επιτροπή δεν εννοούσε τη σύναψη συμφωνίας που αφορά σύμβαση, δημόσια σύμβαση ή σύμβαση παραχωρήσεως, αλλά τη σύναψη συμφωνίας που προβλέπει κίνητρο, υπό τη μορφή επιδοτήσεως, για την πραγματοποίηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Πρόκειται, επομένως, για υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται συνήθως σε συμβάσεις επιχορηγήσεως.

665

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα που η Δημοκρατία της Αυστρίας αντλεί από την αιτιολογική σκέψη 312 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

666

Δεύτερον, η Δημοκρατία της Αυστρίας διατείνεται ότι η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη το γεγονός ότι θα ήταν de facto αδύνατον για την NNGB να υπαναχωρήσει από τις συμβάσεις λόγω του ύψους των επενδυτικών δαπανών που ήταν μη ανακτήσιμες. Η θεωρητική δυνατότητα μονομερούς λύσεως της συμβάσεως δεν είναι ικανή να αποκλείσει εντελώς την εφαρμογή των οδηγιών 2004/17 και 2004/18.

667

Συναφώς, επισημαίνεται ότι το επιχείρημα αυτό δεν είναι ικανό να ανατρέψει τη διαπίστωση της οποίας γίνεται μνεία στη σκέψη 649 ανωτέρω, ότι δηλαδή η σύμβαση επί διαφοράς δεν επιβάλλει καμία ειδική απαίτηση, ούτε όσον αφορά τις εργασίες που πρέπει να πραγματοποιήσει η NNGB ούτε όσον αφορά την ηλεκτρική ενέργεια που πρέπει να διαθέσει. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι από την αιτιολογική σκέψη 13 της προσβαλλομένης αποφάσεως μπορεί να συναχθεί ότι η NNGB θα υποχρεούται να διατηρεί ένα προκαθορισμένο ελάχιστο επίπεδο αποδόσεως και ότι, ακόμη και αν το γεγονός ότι δεν πέτυχε το εν λόγω ελάχιστο επίπεδο συνεπάγεται μόνον την απώλεια των ενισχύσεων, τούτο ισοδυναμεί, λαμβανομένων υπόψη των σημαντικών ποσών που επενδύθηκαν, με υποχρέωση κατασκευής και λειτουργίας του Hinkley Point C. Πράγματι, απ