EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62014CP0169

Γνώμη του γενικού εισαγγελέα Wahl της 3ης Ιουλίου 2014.
Juan Carlos Sánchez Morcillo και María del Carmen Abril García κατά Banco Bilbao Vizcaya Argentaria SA.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Audiencia Provincial de Castellón - Ισπανία.
Προδικαστική παραπομπή - Οδηγία 93/13/ΕΟΚ - Άρθρο 7 - Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης - Άρθρο 47 - Συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές - Σύμβαση ενυπόθηκου δανείου - Καταχρηστικές ρήτρες - Διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως - Δικαίωμα προσφυγής.
Υπόθεση C-169/14.

Digital reports (Court Reports - general)

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2014:2110

ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

NILS WAHL

της 3ης Ιουλίου 2014 ( 1 )

Υπόθεση C‑169/14

Juan Carlos Sánchez Morcillo,

María del Carmen Abril García

κατά

Banco Bilbao Vizcaya Argentaria SA

[αίτηση του Audiencia Provincial de Castellón (Ισπανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Οδηγία 93/13/ΕΟΚ — Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές — Κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα για την παύση της χρήσεως καταχρηστικών ρητρών — Περιορισμός των δυνατοτήτων προσφυγής κατά αποφάσεως που εκδίδεται επί ανακοπής στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως — Δικονομική αυτονομία των κρατών μελών — Αρχή της αποτελεσματικότητας — Αποτελεσματική δικαστική προστασία — Ισότητα των όπλων»

1. 

Οι προβληματικές σχετικά με τις συνέπειες και τα όρια, ιδίως υπό το πρίσμα του σεβασμού της αρχής της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, της προστασίας των καταναλωτών που απορρέει από την οδηγία 93/13/ΕΟΚ ( 2 ), εγείρονται συχνά ενώπιον του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση υπόθεση του παρέχει την ευκαιρία να διευκρινίσει ότι η επιρροή του ενωσιακού δικαίου των καταναλωτών επί του δικονομικού δικαίου των κρατών μελών δεν είναι απεριόριστη.

2. 

Η εν λόγω υπόθεση αποτελεί άμεση συνέπεια της τροποποιήσεως της ισπανικής νομοθεσίας προς συμμόρφωση προς την απόφαση Aziz ( 3 ). Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ισπανική κανονιστική ρύθμιση που είχε εφαρμογή έως τότε δεν ήταν σύμφωνη με την αρχή της αποτελεσματικότητας, καθώς καθιστούσε αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή, στις διαδικασίες εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως που κινούνται από τους επαγγελματίες κατά των καταναλωτών, την εφαρμογή της προστασίας την οποία αποσκοπεί να παράσχει στους τελευταίους η οδηγία 93/13. Σε συνέχεια της αποφάσεως αυτής, ο Ισπανός νομοθέτης τροποποίησε ορισμένο αριθμό διατάξεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που έχουν εφαρμογή στις διαδικασίες εκτελέσεως, προκειμένου να επιτρέψει, στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, την άσκηση ανακοπής θεμελιωμένης στην ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών, διατηρώντας παράλληλα σε ισχύ ορισμένες άλλες εκ των εν λόγω διατάξεων.

3. 

Οι διατάξεις που θεσπίστηκαν με την ανωτέρω νομοθετική τροποποίηση αμφισβητούνται πλέον εμμέσως από ορισμένα εθνικά δικαστήρια ( 4 ), μεταξύ άλλων από το αιτούν δικαστήριο. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, το εθνικό δικαστήριο διερωτάται, κατ’ ουσίαν, αν μια εθνική ρύθμιση η οποία δεν προβλέπει τη δυνατότητα του καθού η διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως να εφεσιβάλει την απόφαση με την οποία απορρίπτεται η ανακοπή κατά της εκτελέσεως αντίκειται, πρώτον, στην υποχρέωση που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 7 της οδηγίας 93/13 να αναπτύσσουν κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα προκειμένου να παύσει η χρήση καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από επαγγελματία με καταναλωτές και, δεύτερον, στο δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία.

I – Το νομικό πλαίσιο

Α — Η οδηγία 93/13

4.

Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 ορίζει:

«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.»

5.

Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, «[τ]α κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές».

Β — Το ισπανικό δίκαιο

6.

Ο νόμος 1/2013 έχει ως αντικείμενο, κατά την αιτιολογική του έκθεση, τη θέσπιση σειράς μέτρων προς ελάφρυνση της καταστάσεως των ενυπόθηκων οφειλετών, οι οποίοι, εξαιτίας της οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσεως, αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εκπλήρωση των οικονομικών τους υποχρεώσεων. Πάντα κατά την αιτιολογική έκθεση, αντικείμενο του εν λόγω νόμου είναι η τροποποίηση της διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, προκειμένου να διορθωθούν ορισμένες πτυχές της που δεν συνάδουν με το δίκαιο της Ένωσης και που εξετάστηκαν στην απόφαση Aziz (EU:C:2013:164).

7.

Ο νόμος 1/2013 τροποποιεί, μεταξύ άλλων, το άρθρο 695 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ( 5 ), το οποίο, στον τομέα της εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, ορίζει πλέον τα εξής:

«Ανακοπή κατά της εκτελέσεως

1.   Στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτελέσεως που προβλέπεται στο παρόν κεφάλαιο, ανακοπή εκ μέρους του καθού η εκτέλεση μπορεί να γίνει δεκτή μόνον εφόσον στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους:

(1)

την απόσβεση της εγγυήσεως ή της ασφαλιζόμενης απαιτήσεως, […]·

(2)

σφάλμα κατά τον υπολογισμό του ποσού της οφειλής, […]·

(3)

σε περίπτωση εκτελέσεως επί υποθηκευμένων ή πλασματικώς ενεχυριασμένων κινητών, τη σύσταση, επί των πραγμάτων αυτών, άλλου ενεχύρου, υποθήκης κινητού ή ακινήτου ή μεσεγγυήσεως, τα οποία έχουν καταχωριστεί νωρίτερα από το βάρος που αποτελεί το αντικείμενο της διαδικασίας, όπερ αποδεικνύεται με το αντίστοιχο πιστοποιητικό καταχωρίσεως·

(4)

τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας η οποία αποτελεί τη βάση της εκτελέσεως ή βάσει της οποίας υπολογίστηκε το ποσό της οφειλής.

2.   Όταν ασκείται ανακοπή κατά την προηγουμένη παράγραφο, ο Secretario Judicial [δικαστικός γραμματέας] αναστέλλει την εκτέλεση και καλεί τους διαδίκους να παραστούν σε ορισμένη δικάσιμο ενώπιον του δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε τη διαταγή περί εκτελέσεως. Μεταξύ της κλητεύσεως και της εν λόγω δικασίμου πρέπει να μεσολαβούν τουλάχιστον δεκαπέντε ημέρες. Κατά τη δικάσιμο αυτή, το δικαστήριο ακούει τους διαδίκους, εξετάζει τα προσκομιζόμενα έγγραφα και εντός δύο ημερών εκδίδει τη σχετική απόφασή του υπό μορφή διατάξεως.

3.   Η απόφαση με την οποία γίνεται δεκτή η ανακοπή που θεμελιώνεται στον πρώτο και στον τρίτο λόγο της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου συνεπάγεται την αναστολή της εκτελέσεως· η απόφαση με την οποία γίνεται δεκτή η ανακοπή που θεμελιώνεται στον δεύτερο λόγο καθορίζει το ποσό για το οποίο πρέπει να συνεχιστεί η εκτέλεση.

Αν γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος, διατάσσεται η κατάργηση της εκτελέσεως εφόσον η συμβατική ρήτρα αποτελεί τη βάση της εκτελέσεως. Ειδάλλως, η εκτέλεση συνεχίζεται χωρίς την εφαρμογή της καταχρηστικής ρήτρας.

4.   Η απόφαση που διατάσσει την κατάργηση της εκτελέσεως ή τη μη εφαρμογή καταχρηστικής ρήτρας υπόκειται σε έφεση.

Εκτός από τις ανωτέρω περιπτώσεις, η απόφαση που εκδίδεται επί της ανακοπής του παρόντος άρθρου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο και τα αποτελέσματά της περιορίζονται αποκλειστικώς στη διαδικασία εκτελέσεως στο πλαίσιο της οποίας εκδίδεται η απόφαση αυτή.»

II – Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

8.

Η υπόθεση της κύριας δίκης ανέκυψε από διαφορά μεταξύ της Banco Bilbao Vizcaya Argentaria SA (στο εξής: BBVA) και των J. C. Sánchez Morcillo και M. d. C. Abril García (στο εξής: ανακόπτοντες) στο πλαίσιο ανακοπής στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως που αφορούσε την κατοικία των τελευταίων.

9.

Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, στις 9 Ιουνίου 2003, η BBVA συνήψε με τους ανακόπτοντες, με συμβολαιογραφική πράξη, σύμβαση ενυπόθηκου δανείου. Δυνάμει της συμβάσεως αυτής, η BBVA χορήγησε δάνειο ύψους 300500 ευρώ στους ως άνω ανακόπτοντες, οι οποίοι ανέλαβαν την υποχρέωση να το αποπληρώσουν έως τις 30 Ιουνίου 2028 με την καταβολή 360 μηνιαίων δόσεων. Οι ανακόπτοντες εγγυήθηκαν την ανωτέρω υποχρέωση αποπληρωμής με τη σύσταση υποθήκης επί της ιδιόκτητης κατοικίας τους. Κατά το άρθρο 6 bis της δανειακής συμβάσεως, σε περίπτωση αθετήσεως από τους οφειλέτες των υποχρεώσεών τους πληρωμής και κηρύξεως από την BBVA της πρόωρης λήξεως της υποχρεώσεως αποπληρωμής, οι τόκοι υπερημερίας θα ανέρχονταν σε 19 % ετησίως, ενώ το νόμιμο επιτόκιο, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ανερχόταν στην Ισπανία σε 4 %.

10.

Λόγω της αθετήσεως από τους δανειολήπτες της υποχρεώσεώς τους καταβολής των μηνιαίων δόσεων κατά τα συμφωνηθέντα, η BBVA, στις 15 Απριλίου 2011, κατέθεσε κατά των προσφευγόντων αίτηση εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, προκειμένου οι τελευταίοι να κληθούν να καταβάλουν την οφειλή τους και να εκπλειστηριαστεί το ιδιόκτητο ακίνητο που είχε υποθηκευτεί ως εγγύηση για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αποπληρωμής.

11.

Το Juzgado de Primera Instancia no 3 de Castellón (πρωτοδικείο Castellón υπ.’ αριθ. 3, Ισπανία), το οποίο επελήφθη της ανωτέρω αιτήσεως, κίνησε τη διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως και, αφού επέτρεψε την εκτέλεση, κάλεσε τους ανακόπτοντες να καταβάλουν την οφειλή τους.

12.

Οι ανακόπτοντες παρέστησαν στη διαδικασία και, στις 12 Μαρτίου 2013, άσκησαν ανακοπή κατά της εκτελέσεως της ενυπόθηκης απαιτήσεως, προβάλλοντας, κατ’ ουσίαν, πρώτον, ότι ο προσκομισθείς τίτλος, ήτοι ένα αντίγραφο της συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου, δεν ήταν εκτελεστός και ότι, κατά συνέπεια, η διαταγή (περί) εκτελέσεως ήταν άκυρη, και, δεύτερον, ότι το Juzgado de Primera Instancia no 3 de Castellón δεν ήταν το αρμόδιο δικαστήριο.

13.

Στις 19 Ιουνίου 2013, το Juzgado de Primera Instancia no 3 de Castellón εξέδωσε διάταξη με την οποία απέρριψε την ανακοπή και διέταξε τη συνέχιση της εκτελέσεως επί της κατοικίας που είχε υποθηκευτεί ως εγγύηση.

14.

Οι ανακόπτοντες άσκησαν έφεση κατά της αποφάσεως αυτής. Η έφεση κρίθηκε παραδεκτή και παραπέμφθηκε, προς κρίση, στο Audiencia Provincial de Castellón (περιφερειακό δικαστήριο Castellón).

15.

Το δικαστήριο αυτό επισήμανε ότι το άρθρο 695, παράγραφος 4, του LEC επιτρέπει στον επισπεύδοντα την εκτέλεση διάδικο να εφεσιβάλει την απόφαση με την οποία γίνεται δεκτή η ανακοπή και διατάσσεται η κατάργηση της διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως ή με την οποία διαπιστώνεται η ύπαρξη καταχρηστικής ρήτρας, ωστόσο, αποκλείοντας τη δυνατότητα ενδίκου μέσου στις λοιπές περιπτώσεις, δεν επιτρέπει στον καθού η εκτέλεση να εφεσιβάλει τη δυσμενή γι’ αυτόν απόφαση.

16.

Εκτιμώντας ότι η εν λόγω διάταξη ενδέχεται να μη συνάδει με τον σκοπό προστασίας που επιδιώκεται από την οδηγία 93/13 καθώς και με το δικαίωμα σε αποτελεσματική προσφυγή που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), το Audiencia Provincial de Castellón αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Αντιβαίνει στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της [οδηγίας 93/13], το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μεριμνούν για την ύπαρξη, προς το συμφέρον των καταναλωτών, των κατάλληλων και αποτελεσματικών μέσων προκειμένου να παύσει η χρήση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ επαγγελματιών και καταναλωτών, δικονομική διάταξη όπως το άρθρο 695, παράγραφος 4, [του LEC], η οποία, ρυθμίζοντας το ένδικο μέσο κατά αποφάσεως που κρίνει την ανακοπή κατά της εκτελέσεως επί ενυπόθηκων ή ενεχυριασμένων πραγμάτων, επιτρέπει την άσκηση εφέσεως μόνον κατά της διατάξεως με την οποία διατάσσεται η κατάργηση της διαδικασίας ή η μη εφαρμογή καταχρηστικής ρήτρας, αλλά δεν επιτρέπει την άσκηση ενδίκου μέσου στις λοιπές περιπτώσεις, με άμεση συνέπεια ο καθού η εκτέλεση καταναλωτής να μη δικαιούται να ασκήσει ένδικο μέσο σε περίπτωση απορρίψεως της ανακοπής του, ενώ ο επισπεύδων την εκτέλεση δύναται να ασκήσει έφεση, όταν γίνεται δεκτή η ανακοπή του καθού η εκτέλεση και διατάσσεται η κατάργηση της διαδικασίας ή η μη εφαρμογή καταχρηστικής ρήτρας;

2)

Στο πλαίσιο της εφαρμογής της νομοθεσίας της […] Ένωσης για την προστασία των καταναλωτών που περιέχεται στην οδηγία 93/13, είναι συμβατή με την αρχή του δικαιώματος σε αποτελεσματική δικαστική προστασία, σε δίκαιη δίκη και σε ισότητα των όπλων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 47 του Χάρτη […], διάταξη εθνικού δικαίου, όπως αυτή του άρθρου 695, παράγραφος 4, [του LEC], η οποία, ρυθμίζοντας το ένδικο μέσο κατά αποφάσεως που κρίνει την ανακοπή κατά της εκτελέσεως επί ενυπόθηκων ή ενεχυριασμένων πραγμάτων, επιτρέπει την άσκηση εφέσεως μόνον κατά της διατάξεως με την οποία διατάσσεται η κατάργηση της διαδικασίας ή η μη εφαρμογή καταχρηστικής ρήτρας και δεν επιτρέπει την άσκηση ενδίκου μέσου στις λοιπές περιπτώσεις, με άμεση συνέπεια ο καθού η εκτέλεση να μη δικαιούται να ασκήσει ένδικο μέσο σε περίπτωση απορρίψεως της ανακοπής του, ενώ ο επισπεύδων την εκτέλεση δύναται να ασκήσει έφεση, όταν γίνεται δεκτή η ανακοπή του καθού η εκτέλεση και διατάσσεται η κατάργηση της διαδικασίας ή η μη εφαρμογή καταχρηστικής ρήτρας;»

17.

Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 5ης Ιουνίου 2014 έγινε δεκτό το αίτημα του αιτούντος δικαστηρίου περί υπαγωγής της υπό κρίση υποθέσεως στην ταχεία διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 23α του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο άρθρο 105 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

18.

Η BBVA, οι ανακόπτοντες, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις.

19.

Η BBVA, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ανέπτυξαν και προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 30ής Ιουνίου 2014.

III – Ανάλυση

Α — Επί του πρώτου ερωτήματος: σεβασμός της αρχής της αποτελεσματικότητας

20.

Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται σχετικά με το συμβατό, υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικότητας, με την οδηγία 93/13 εθνικού δικονομικού κανόνα, εν προκειμένω του άρθρου 695, παράγραφος 4, του LEC, ο οποίος, στο πλαίσιο των διαδικασιών εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, περιορίζει το δικαίωμα εφέσεως μόνο στην έφεση που στρέφεται κατά της διατάξεως με την οποία αποφασίζεται η κατάργηση της εκτελέσεως ή η μη εφαρμογή καταχρηστικής ρήτρας. Επ’ αυτού, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά, ειδικότερα, ότι η ανωτέρω διάταξη ενδέχεται να παρακωλύσει το δικαίωμα των οφειλετών να έχουν πρόσβαση σε δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, μολονότι το δικαίωμα αυτό αναγνωρίζεται υπέρ των δανειστών, καθώς και στην κήρυξη της ακυρότητας ενδεχόμενης καταχρηστικής ρήτρας.

21.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το αιτούν δικαστήριο φαίνεται να στηρίζει τη συλλογιστική του στην παραδοχή ότι η νομοθετική τροποποίηση που επήλθε με τον νόμο 1/2013 δεν λαμβάνει αρκούντως υπόψη τα διδάγματα που πρέπει να εξαχθούν από την απόφαση Aziz (EU:C:2013:164). Ειδικότερα, το άρθρο 695, παράγραφος 4, του LEC, το οποίο, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, δεν επιτρέπει στον καθού η εκτέλεση να εφεσιβάλει την απόφαση που ελήφθη πρωτοδίκως περί απορρίψεως της ανακοπής του, διακυβεύει την αποτελεσματικότητα της προστασίας του καταναλωτή που απορρέει από την οδηγία 93/13.

22.

Προκαταρκτικώς, και μολονότι το ζήτημα αυτό δεν απασχόλησε το αιτούν δικαστήριο, θεωρώ χρήσιμο να πραγματευτώ με συντομία το ζήτημα αν το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 αντιτίθεται στο να κηρύξει το Δικαστήριο εαυτό αρμόδιο να αποφανθεί επί του συμβατού των επίμαχων εθνικών διατάξεων με την ανωτέρω οδηγία.

23.

Πράγματι, η BBVA προέβαλε, στις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική διάταξη, ήτοι το άρθρο 695, παράγραφος 4, του LEC, συνιστά αναγκαστικού δικαίου διάταξη που δεν περιέχεται σε καμία σύμβαση και, συνεπώς, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/13. Η BBVA αναφέρεται ιδίως στην απόφαση την οποία εξέδωσε προσφάτως το Δικαστήριο στην υπόθεση Barclays Bank ( 6 ).

24.

Υπενθυμίζω ότι, στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι εθνικές διατάξεις τις οποίες αφορούσε η προδικαστική παραπομπή δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/13. Προς επίρρωση του συμπεράσματος αυτού, επισήμανε, πρώτον, ότι οι εθνικές διατάξεις που αποτελούσαν το αντικείμενο της προδικαστικής παραπομπής ήταν νομοθετικής ή κανονιστικής φύσεως και ουδόλως επαναλαμβάνονταν στη σύμβαση της κύριας δίκης ( 7 ), δεύτερον, ότι καμία από τις διατάξεις αυτές δεν αφορούσε την έκταση των εξουσιών του εθνικού δικαστή ως προς την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας και, τρίτον, ότι οι ίδιες διατάξεις είχαν εφαρμογή χωρίς να έχει συμφωνηθεί συμβατικώς τροποποίηση του πεδίου εφαρμογής τους ή του περιεχομένου τους. Ήταν επομένως θεμιτό να συναχθεί το τεκμήριο ότι η συμβατική ισορροπία είχε τηρηθεί ( 8 ).

25.

Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13, «[ο]ι συμβατικές ρήτρες που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου […] δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας». Η εν λόγω διάταξη πρέπει να ερμηνευτεί υπό το φως της δέκατης τρίτης αιτιολογικής σκέψεως της ίδιας οδηγίας, στην οποία τονίζεται μεταξύ άλλων ότι «η έκφραση “νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου” που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει τους κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως».

26.

Σχετικώς, μπορεί κατά συνέπεια να διερωτηθεί κανείς ευλόγως αν έχει εφαρμογή η οδηγία 93/13. Πράγματι, φαίνεται ότι ούτε οι διάδικοι της κύριας δίκης ούτε το Juzgado de Primera Instancia no 3 de Castellón αναφέρθηκαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στην ύπαρξη ρητρών που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως καταχρηστικές κατά την έννοια της οδηγίας 93/13. Οι καθού η διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως περιορίστηκαν, συναφώς, να επισημάνουν ότι ο τίτλος που επικαλέστηκε η επισπεύδουσα προς στήριξη της σχετικής αιτήσεως έπασχε από πλημμέλεια ως προς τον τύπο και ότι, εξάλλου, το Juzgado de Primera Instancia no 3 de Castellón δεν ήταν αρμόδιο να αποφανθεί. Επιπλέον, η αναφορά του αιτούντος δικαστηρίου στο σημείο 1 του παραρτήματος της οδηγίας 93/13, το οποίο μνημονεύει, μεταξύ των ρητρών του άρθρου 3, παράγραφος 3, στοιχείο πʹ, της ίδιας οδηγίας, εκείνες που έχουν ως σκοπό «να καταργούν ή να παρεμποδίζουν την προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου ή την άσκηση ενδίκων μέσων από τον καταναλωτή», θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι το αντικείμενο της προκείμενης αμφισβητήσεως προκύπτει όχι από τη σύμβαση ενυπόθηκου δανείου που δεσμεύει τους διαδίκους της κύριας δίκης αλλά από τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

27.

Ωστόσο, εφόσον στην απόφαση περί παραπομπής έγινε μνεία της περιεχόμενης στη σύμβαση ενυπόθηκου δανείου ρήτρας περί τόκων υπερημερίας ύψους 19 % και, περαιτέρω, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που υποβάλλονται από το εθνικό δικαστήριο απολαύουν ενός τεκμηρίου λυσιτέλειας, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η υπό κρίση υπόθεση αφορά τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα της συμβατικής ρήτρας σχετικά με τον προσδιορισμό των τόκων υπερημερίας, κατάσταση συγκρίσιμη με εκείνες επί των οποίων κλήθηκε να αποφανθεί το Δικαστήριο στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις Banco Español de Crédito ( 9 ) και Aziz ( 10 ). Οι υποθέσεις αυτές αφορούσαν ακριβώς διαφορές στις οποίες το αιτούν δικαστήριο διερωτάτο σχετικά με την έκταση των εξουσιών που του απονέμονταν από την οδηγία 93/13 ενόψει της εκτιμήσεως του καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικών ρητρών περί τόκων υπερημερίας.

28.

Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων συνάγεται επομένως ότι η εφαρμογή της οδηγίας 93/13 στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ των προτέρων.

29.

Κατόπιν της διευκρινίσεως αυτής, θα προσεγγίσω στο εξής την ουσία του προβλήματος, αφού προηγουμένως εκθέσω μερικές σκέψεις σχετικά με την έννοια και το περιεχόμενο της αποφάσεως Aziz.

1. Έννοια και περιεχόμενο της αποφάσεως Aziz ως προς την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως υπό το πρίσμα της οδηγίας 93/13

30.

Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Aziz, υπενθυμίζω, στη συνέχεια των όσων είχα επισημάνει στις προτάσεις μου στην υπόθεση Macinský και Macinská ( 11 ), ότι το ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο εγγραφόταν στο πλαίσιο της γενικής προβληματικής των εξουσιών και των υποχρεώσεων οι οποίες αναλογούν στον εθνικό δικαστή κατά τον έλεγχο του καταχρηστικού χαρακτήρα των περιεχομένων στις συμβάσεις που συνάπτονται με τους καταναλωτές ρητρών. Επρόκειτο ειδικότερα για τον προσδιορισμό των ευθυνών που υπέχει το δικαστήριο της ουσίας σε διαδικασία συνδεόμενη με τη διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, προκειμένου να εξασφαλισθεί, εφόσον παραστεί ανάγκη, η πρακτική αποτελεσματικότητα της επί της ουσίας αποφάσεως με την οποία κηρύσσεται ο καταχρηστικός χαρακτήρας της συμβατικής ρήτρας που αποτελεί τη βάση του εκτελεστού τίτλου και, ως εκ τούτου, της κινήσεως της διαδικασίας εκτελέσεως ( 12 ).

31.

Υπενθυμίζοντας τα όρια της δικονομικής αυτονομίας τα οποία επιβάλλονται δυνάμει της αρχής της αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο εκτίμησε ότι η ισπανική κανονιστική ρύθμιση που είχε έως τότε εφαρμογή στο πεδίο της εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως ήταν ικανή να θίξει την αποτελεσματικότητα της επιδιωκόμενης από την οδηγία 93/13 προστασίας, στο μέτρο που καθιστούσε αδύνατη για το δικαστήριο της ουσίας, ενώπιον του οποίου είχε προσφύγει ο καταναλωτής επικαλούμενος τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας αποτελούσας τη βάση του εκτελεστού τίτλου, τη λήψη προσωρινών μέτρων δυνάμενων να αναστείλουν τη διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως ή να τη διακόψουν, όταν η λήψη τέτοιων μέτρων κρίνεται αναγκαία για τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της τελικής αποφάσεώς του ( 13 ).

32.

Η απόφαση του Δικαστηρίου έχει συνεπώς ως αντικείμενο την αμφισβήτηση, υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικότητας, εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως που δεν επιτρέπει στον καταναλωτή, και κατά μείζονα λόγο στον δικαστή, να επικαλεστεί την ύπαρξη στη σύμβαση καταχρηστικών ρητρών προκειμένου να ανακόψει μια διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως. Η συλλογιστική του Δικαστηρίου βασιζόταν μεταξύ άλλων στο γεγονός ότι, στο σύστημα που είχε εφαρμογή έως τότε, ο καταναλωτής δεν μπορούσε να ανακόψει —και ο δικαστής να αναστείλει— εκτέλεση ενυπόθηκης απαιτήσεως επικαλούμενος λόγους αντλούμενους από τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρητρών που περιέχονταν στην επίμαχη δανειακή σύμβαση. Σκοπός ήταν να τεθεί τέρμα σε μια κατάσταση στην οποία ως μοναδική δυνατότητα εμφανιζόταν η εκ των υστέρων προστασία διά αποζημιώσεως, προστασία που δεν ήταν ικανή να αποτελέσει αποτελεσματικό και κατάλληλο μέσο προκειμένου να παύσει η χρήση των απαγορευόμενων από την οδηγία 93/13 ρητρών.

33.

Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι η διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως ήταν εντελώς αποσυνδεδεμένη από την επί της ουσίας διαδικασία που κινείται από τον καταναλωτή με σκοπό τη διαπίστωση της ακυρότητας ορισμένων καταχρηστικών ρητρών κρίθηκε ότι δημιουργούσε προβλήματα, υπό το πρίσμα της προστασίας την οποία διασφαλίζει στους καταναλωτές η οδηγία 93/13. Η εν λόγω προστασία είναι σαφώς ελλιπής όταν, παρά την προσφυγή ουσίας που ασκεί ο υπερήμερος οφειλέτης προκειμένου να καταγγείλει τον καταχρηστικό χαρακτήρα ορισμένων ρητρών της συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου, δεν υφίσταται καμία δυνατότητα διακοπής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως και κατασχέσεως του ακινήτου. Δεν είναι αυτή καθεαυτήν η διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως που δημιουργεί ζητήματα, αλλά η διάρθρωσή της με την αγωγή περί κηρύξεως της ακυρότητάς της ή των ρητρών που κρίνονται καταχρηστικές.

2. Εκτίμηση της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης δικονομικής διατάξεως

34.

Η υπό κρίση υπόθεση αφορά ζήτημα τελείως διαφορετικό από εκείνο που εξετάστηκε με την απόφαση Aziz (EU:C:2013:164), εφόσον αφορά μόνο τον δικονομικό κανόνα που περιέχεται στο άρθρο 695, παράγραφος 4, του LEC, ο οποίος δεν επιτρέπει την προσφυγή ενώπιον ανώτερου δικαστηρίου όταν η απόφαση του δικαστηρίου που κλήθηκε να κρίνει τη διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως είναι δυσμενής για τον οφειλέτη καταναλωτή.

35.

Το άρθρο 695, παράγραφος 4, του LEC αφορά ζήτημα το οποίο ουδόλως ρυθμίζεται από την οδηγία 93/13. Πράγματι, η εν λόγω οδηγία δεν περιέχει καμία διάταξη σχετικά με τον αριθμό των δικαστηρίων που επιφορτίζονται με τον δικαστικό έλεγχο των συμβατικών ρητρών οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της.

36.

Όπως υπενθυμίζει παγίως το Δικαστήριο, ελλείψει εναρμονίσεως, το ανωτέρω ζήτημα εμπίπτει στη δικονομική αυτονομία των κρατών μελών, υπό την προϋπόθεση ότι οι δικονομικές πτυχές των προσφυγών που έχουν ως σκοπό να διασφαλίζουν την προάσπιση των δικαιωμάτων τα οποία αντλούν οι ιδιώτες από το δίκαιο της Ένωσης δεν είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που διέπουν παρόμοιες προσφυγές του εσωτερικού δικαίου (αρχή της ισοδυναμίας) και ότι δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει το δίκαιο της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) ( 14 ).

37.

Εν προκειμένω, είμαι της γνώμης ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική διάταξη ουδόλως εμφανίζεται προβληματική υπό το πρίσμα του σεβασμού των εν λόγω δύο αρχών.

38.

Όσον αφορά την αρχή της ισοδυναμίας, δεν υφίσταται, κατά την άποψή μου, κανένα στοιχείο βάσει του οποίου θα μπορούσε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η προστασία των δικαιωμάτων που απονέμει στους οφειλέτες η έννομη τάξη της Ένωσης είναι λιγότερο ευνοϊκή από εκείνη που παρέχεται από το εσωτερικό δίκαιο επί παρόμοιων προσφυγών. Φαίνεται ότι, από τη σκοπιά των δικονομικών δικαιωμάτων του καταναλωτή, ο κανόνας που έχει εφαρμογή επί των λόγων ανακοπής που θεμελιώνονται στην οδηγία 93/13 μπορεί να συγκριθεί με τον κανόνα που έχει εφαρμογή επί των λόγων ανακοπής που θεμελιώνονται σε εθνικού δικαίου διατάξεις. Πράγματι, το άρθρο 695 του LEC αποκλείει σε κάθε περίπτωση την άσκηση εφέσεως από τον καθού η εκτέλεση, είτε η έφεση αυτή θεμελιώνεται στον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα, κατά την έννοια της οδηγίας 93/13, των ρητρών της ενυπόθηκης συμβάσεως είτε στους άλλους λόγους ανακοπής του άρθρου αυτού.

39.

Υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικότητας, όπως θα εκθέσω ακολούθως, επίσης δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το εν προκειμένω κρίσιμο εθνικό δίκαιο κατέστησε αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμονται από την οδηγία 93/13.

40.

Προκειμένου να απαντήσω στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, θα πραγματευτώ, καταρχάς, το ζήτημα του δικαιώματος προσφυγής στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως και θα εξετάσω, στη συνέχεια, την προβληματική της υπάρξεως καταστάσεως ανισορροπίας μεταξύ του δανειστή και του οφειλέτη επί εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως.

α) Αποτελεσματικότητα και δικαίωμα προσφυγής του οφειλέτη σε διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως

41.

Πρώτον, αντιθέτως προς όσα φαίνεται να υπονοεί το αιτούν δικαστήριο ( 15 ), είμαι της γνώμης ότι οι απαιτήσεις που απορρέουν από την απόφαση Aziz (EU:C:2013:164) ως προς την αποτελεσματικότητα της επιδιωκόμενης από την οδηγία 93/13 προστασίας τηρήθηκαν πλήρως με την εισαγωγή στον LEC της δυνατότητας επικλήσεως λόγου ανακοπής κατά της εκτελέσεως αντλούμενου από τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρητρών στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως. Ουδόλως επιτρέπεται να συναχθεί από την απόφαση αυτή ότι, πέρα από την ανωτέρω προσθήκη, ο Ισπανός νομοθέτης όφειλε να εισαγάγει διάταξη ρυθμίζουσα τις προϋποθέσεις της ασκήσεως εφέσεως κατά αποφάσεως που εκδίδεται επί ανακοπής ασκηθείσας στο πλαίσιο τέτοιας διαδικασίας.

42.

Δεύτερον, όπως επισήμανε η Επιτροπή, η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, σύστοιχο της οποίας είναι αναντιρρήτως το δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, δεν απαιτεί από τα κράτη μέλη να καθιερώσουν διπλό επίπεδο δικαστικού ελέγχου.

43.

Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας P. Mengozzi στις προτάσεις του επί της υποθέσεως Asociación de Consumidores Independientes de Castilla y León ( 16 ), στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών, το δίκαιο της Ένωσης δεν επιβάλλει ειδική υποχρέωση ως προς τον αριθμό των βαθμών δικαιοδοσίας τους οποίους οφείλουν να καθιερώσουν τα κράτη μέλη. Γίνεται δεκτό ότι οι Συνθήκες δεν εκφράζουν την πρόθεση δημιουργίας άλλων μέσων ένδικης προστασίας πλην των ήδη προβλεπομένων, εκτός αν από την οικονομία της εθνικής έννομης τάξεως προκύπτει ότι δεν υφίσταται κανένα ένδικο μέσο που να επιτρέπει, έστω και παρεμπιπτόντως, τη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης. Ομοίως, κανένα δικαίωμα σε διπλό βαθμό δικαιοδοσίας δεν έχει κατοχυρωθεί μέχρι σήμερα, τουλάχιστον στο πεδίο του αστικού δικαίου, από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, υπογραφείσα στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 ( 17 ). Εν τέλει, η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας παρέχει στον ιδιώτη δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο και όχι σε περισσότερους βαθμούς δικαιοδοσίας ( 18 ).

44.

Τρίτον, φρονώ ότι ο επίμαχος στην κύρια δίκη εθνικός κανόνας, ο οποίος δεν επιτρέπει στον καθού η διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως να εφεσιβάλει τυχόν απόφαση με την οποία απορρίπτεται η ανακοπή του, δεν έχει ως αποτέλεσμα να καθιστά πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που αντλεί ο καθού από το δίκαιο της Ένωσης.

45.

Αν κανείς εστιάσει, καταρχάς, στα διδάγματα της νομολογίας, και ιδίως σε αυτά της αποφάσεως Aziz (EU:C:2013:164), φαίνεται ότι τα δικαιώματα που αντλούν οι καταναλωτές από την οδηγία 93/13 προστατεύονται αποτελεσματικώς, εφόσον, αφενός, ο καταναλωτής έχει τη δυνατότητα να επικαλεστεί την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών ενώπιον του δικαστή που κρίνει την ανακοπή κατά εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως και, αφετέρου, ο δικαστής έχει την εξουσία να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την ύπαρξη τέτοιων ρητρών και, ενδεχομένως, να αναστείλει την εκτέλεση.

46.

Για να επιστρέψω στην υπόθεση της κύριας δίκης, φρονώ ότι τόσο οι οφειλέτες όσο και ο πρώτος επιληφθείς δικαστής είχαν την ευκαιρία να προβάλουν τον ενδεχόμενο καταχρηστικό χαρακτήρα των συμβατικών ρητρών που περιέχονταν στη δανειακή σύμβαση της υποθέσεως της κύριας δίκης.

47.

Βεβαίως, υπογραμμίστηκε ότι, εν προκειμένω, ανακύπτει ένα πρόβλημα από το γεγονός ότι το εθνικό δίκαιο που είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο της διαδικασίας εκτελέσεως της ενυπόθηκης απαιτήσεως δεν προέβλεπε ότι η ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών στην επίμαχη δανειακή σύμβαση μπορούσε να αποτελέσει λόγο ανακοπής κατά της εκτελέσεως ή αντικείμενο αυτεπάγγελτης εξετάσεως από τον εθνικό δικαστή που επιλαμβάνεται αιτήσεως αναγκαστικής εκτελέσεως.

48.

Επιπλέον, από τα στοιχεία που παρασχέθηκαν από το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι ο πρώτος επιληφθείς δικαστής δεν απεφάνθη επί της ενδεχόμενης υπάρξεως καταχρηστικής ρήτρας στην επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης σύμβαση ενυπόθηκου δανείου.

49.

Έτσι, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η ανακοπή κατά της εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως ασκήθηκε στις 12 Μαρτίου 2013, ήτοι πριν από τη θέση σε ισχύ του νόμου 1/2013. Οι προσφεύγοντες δεν είχαν συνεπώς τη δυνατότητα να επικαλεστούν, προς επίρρωση της ανακοπής τους, τον καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών που περιέχονταν στη σύμβαση ενυπόθηκου δανείου.

50.

Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, σύμφωνα με την πρώτη μεταβατική διάταξη του νόμου 1/2013 ( 19 ), το Juzgado de Primera Instancia no 3 de Castellón ήταν σε θέση, από τις 14 Μαΐου 2013, να εκτιμήσει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα της συμβατικής ρήτρας που αφορούσε τους τόκους υπερημερίας. Η δυνατότητα του αρμόδιου για την εκτέλεση δικαστηρίου να εξετάσει την εν λόγω ρήτρα, να διαπιστώσει ή όχι τον καταχρηστικό χαρακτήρα της, και, κατά συνέπεια, να διατάξει την κατάργηση ή την αναστολή της εκτελέσεως υφίστατο επομένως ήδη στις 19 Ιουνίου 2013, ημερομηνία κατά την οποία το ανωτέρω δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του επί της ανακοπής κατά της εκτελέσεως.

51.

Επίσης, η τέταρτη μεταβατική διάταξη παρείχε στον καταναλωτή τη δυνατότητα να ασκήσει έκτακτη παρεμπίπτουσα ανακοπή θεμελιωμένη στην ύπαρξη των νέων λόγων ανακοπής που προβλέπονταν, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 695, παράγραφος 4, του LEC. Με βάση τη διάταξη αυτή, οι προσφεύγοντες είχαν τη δυνατότητα να καταγγείλουν την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών εντός προθεσμίας ενός μήνα από τη θέση σε ισχύ του νόμου 1/2013, ήτοι μεταξύ της 16ης Μαΐου 2013 και της 16ης Ιουνίου 2013.

52.

Τέταρτον, η αδυναμία των προσφευγόντων να ασκήσουν έφεση δεν έχει ως αποτέλεσμα την παντελή αδυναμία τους ασκήσεως προσφυγής στο πλαίσιο της οποίας θα είναι δυνατή η επί της ουσίας εξέταση του αιτήματός τους να κηρυχθεί η ακυρότητα των συμβατικών ρητρών τις οποίες θεωρούν καταχρηστικές. Όπως συνάγεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, κάθε περίπτωση στην οποία τίθεται το ζήτημα αν εθνική δικονομική διάταξη καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης πρέπει να αναλύεται λαμβανομένης υπόψη της θέσεως της διατάξεως αυτής στο σύνολο της διαδικασίας καθώς και της εξελίξεως και των ιδιαιτεροτήτων της διαδικασίας ενώπιον των διαφόρων εθνικών αρχών ( 20 ).

53.

Ωστόσο, δεν πρέπει να παροράται ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη διαδικασία εκτελέσεως, η οποία έχει ως σκοπό την ικανοποίηση απαιτήσεως ως προς την οποία υφίσταται εκτελεστός τίτλος τεκμαιρόμενος έγκυρος, διαφέρει κατά πολύ, ως εκ της φύσεώς της, από την επί της ουσίας διαδικασία. Εναπόκειται στον οφειλέτη, που ενδεχομένως εκτιμά ότι βλάπτεται, να ασκήσει αγωγή επί της ουσίας, στο πλαίσιο της οποίας ο δικαστής θα μπορέσει να εξετάσει όλα τα σχετικά με την ίδια την ύπαρξη του προς εκτέλεση δικαιώματος ζητήματα.

54.

Όπως επισήμανε η Επιτροπή, η ισπανική διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως διατηρεί τη δυνατότητα ανταλλαγής νομικών επιχειρημάτων σχετικά με τα ζητήματα του κύρους της απαιτήσεως και της δανειακής συμβάσεως, στο πλαίσιο επί της ουσίας διαδικασίας που διεξάγεται τηρουμένης πλήρως της αρχής της αντιμωλίας. Συναφώς, επισημαίνω ότι το άρθρο 695, παράγραφος 4, του LEC, μολονότι ορίζει ότι, πέρα από τις περιπτώσεις καταργήσεως της εκτελέσεως ή μη εφαρμογής καταχρηστικής ρήτρας, η διάταξη που εκδίδεται επί της ανακοπής του άρθρου αυτού δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο, διευκρινίζει ρητώς ότι «τα αποτελέσματα της διατάξεως περιορίζονται αποκλειστικώς στη διαδικασία εκτελέσεως στο πλαίσιο της οποίας εκδίδεται η διάταξη αυτή». Με άλλα λόγια, στην περίπτωση κατά την οποία ο αρμόδιος για την εκτέλεση δικαστής απορρίπτει τους ισχυρισμούς του οφειλέτη καταναλωτή, τα αποτελέσματα της αποφάσεως αυτής περιορίζονται στη διαδικασία εκτελέσεως.

55.

Εξάλλου, στην περίπτωση που ο καταναλωτής αποφασίσει να κινήσει τακτική διαδικασία επί της ουσίας (αγωγή περί ακυρότητας) και ο δικαστής της ουσίας κηρύξει άκυρες, ως καταχρηστικές, μία ή περισσότερες ρήτρες της συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου, η αναγκαστική εκτέλεση του τίτλου που περιέχεται στην εν λόγω σύμβαση θα τεθεί αναπόφευκτα υπό αμφισβήτηση και, κατά πάσα πιθανότητα, θα ανασταλεί. Ακόμα κι αν υποτεθεί ότι η άσκηση αγωγής περί κηρύξεως ακυρότητας θεμελιωμένης στην ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών δεν έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της τυχόν παράλληλης διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως, η αποτελεσματικότητα της παρεχόμενης από την οδηγία 93/13 προστασίας διασφαλίζεται, κατά τη γνώμη μου, αρκούντως με την πρόσθετη δυνατότητα που παρέχεται στους καταναλωτές και στον δικαστή, δυνάμει των εθνικών διατάξεων που έχουν εφαρμογή στη διαδικασία εκτελέσεως, να ανακόψουν τη διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως. Η περίπτωση της υποθέσεως της κύριας δίκης διαφέρει από την ιδιαίτερη περίσταση της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Aziz (EU:C:2013:164), στο πλαίσιο της οποίας η εκτέλεση ενυπόθηκης απαιτήσεως δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να ανασταλεί.

β) Αποτελεσματικότητα και υποτιθέμενη ύπαρξη διαδικαστικής ανισότητας λόγω των παρεχόμενων στον δανειστή δυνατοτήτων προσφυγής σε διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως

56.

Εν προκειμένω, υποστηρίζεται, ιδίως από την Επιτροπή, η ιδέα ότι, στερώντας τον καταναλωτή από κάθε δυνατότητα προσφυγής κατά της διατάξεως περί απορρίψεως της ανακοπής του, ενώ επιτρέπει στον αντίδικο, ήτοι στον επαγγελματία, να ασκήσει προσφυγή ενώπιον ανώτερου δικαστηρίου σε περίπτωση αποφάσεως δυσμενούς για τα συμφέροντά του, το άρθρο 695, παράγραφος 4, του LEC περιάγει τον καταναλωτή σε σαφώς μειονεκτική θέση σε σχέση με τον επαγγελματία. Η άρνηση χορηγήσεως σε ένα εκ των μερών της διαδικασίας της δυνατότητας να εφεσιβάλει απόφαση που αντιβαίνει στα συμφέροντά του, τη στιγμή που η δυνατότητα αυτή χορηγείται στο αντίδικο μέρος, είναι σαφώς αντίθετη προς την αρχή της ισότητας των όπλων που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47, παράγραφος 2, του Χάρτη. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο, δεδομένου ότι η οδηγία 93/13 επιδιώκει ακριβώς σκοπό αποκαταστάσεως της ισότητας μεταξύ των καταναλωτών και των επαγγελματιών.

57.

Η ανωτέρω παρουσίαση των πραγμάτων, μολονότι, εκ πρώτης όψεως, μπορεί να γίνει ασμένως δεκτή, εδράζεται κατά τη γνώμη μου σε επιφανειακή εξέταση της καταστάσεως την οποία αφορά η υπό κρίση υπόθεση και, για τους λόγους που ακολουθούν, αδυνατώ να τη δεχθώ.

58.

Βεβαίως, είναι αδιαμφισβήτητο ότι, όπως επισήμανε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο πεδίο του ποινικού δικαίου ( 21 ), εθνικές διατάξεις που δημιουργούν ασυμμετρία μεταξύ των διαδίκων όσον αφορά τα ένδικα μέσα ενώπιον ανώτερου δικαστηρίου είναι εν δυνάμει ασύμβατες με την αρχή της ισότητας των όπλων.

59.

Ωστόσο, το γεγονός ότι οι καθού η εκτέλεση δεν μπορούν να εφεσιβάλουν την απόφαση με την οποία απορρίπτεται η ανακοπή τους, ενώ η απόφαση με την οποία διατάσσεται η κατάργηση της εκτελέσεως ή η μη εφαρμογή καταχρηστικής ρήτρας υπόκειται σε έφεση, πηγάζει από την ίδια τη φύση της διαδικασίας εκτελέσεως.

60.

Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά, ειδικότερα, διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, αντικείμενο της οποίας είναι η εκτέλεση, κατόπιν αιτήσεως ενός δανειστή, εκτελεστού τίτλου που απορρέει από υποθήκη. Μια τέτοια διαδικασία σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι έχει προηγουμένως συσταθεί ασφάλεια επί ορισμένου πράγματος και ότι ο δανειστής μπορεί, ως εκ τούτου, σε περίπτωση αθετήσεως από τον οφειλέτη των υποχρεώσεών του αποπληρωμής, να επικαλεστεί εκτελεστό τίτλο επικυρωμένο με συμβολαιογραφική πράξη και καταχωρισμένο στο κτηματολόγιο. Τεκμαίρεται εν γένει ότι το δικαίωμα που αντλείται από τον τίτλο είναι βέβαιο και ότι ο εν λόγω τίτλος είναι εκτελεστός ( 22 ).

61.

Με άλλα λόγια, ο περιορισμός των δυνατοτήτων εφέσεως στις περιπτώσεις ολικής ή μερικής καταργήσεως της εκτελέσεως εξηγείται ευχερώς από το γεγονός ότι, λαμβανομένου υπόψη του προνομιακού εκτελεστού τίτλου τον οποίο επικαλείται ο δανειστής, η εκτέλεση πρέπει καταρχήν να γίνεται δεκτή.

62.

Εξάλλου, στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας, της οποίας το αντικείμενο είναι περιορισμένο και η οποία χαρακτηρίζεται από συντομία, ο επιλαμβανόμενος δικαστής δεν προβαίνει καταρχήν σε εξέταση επί της ουσίας και οι λόγοι που δικαιολογούν την αναστολή της εκτελέσεως περιορίζονται στους προβλεπόμενους από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

63.

Το φαινομενικό «προνόμιο» του οποίου απολαύει ο δανειστής, στον οποίο, σε αντίθεση προς τον οφειλέτη, παρέχεται η δυνατότητα ασκήσεως νέας προσφυγής κατά της τυχόν δυσμενούς γι’ αυτόν αποφάσεως, εξηγείται επομένως από το γεγονός ότι η διαδικασία ενυπόθηκης εκτελέσεως κατατείνει ακριβώς στην προστασία εκείνου που διαθέτει προνομιακό εκτελεστό τίτλο. Όπως υπογράμμισε η Ισπανική Κυβέρνηση, ο ενυπόθηκος δανειστής πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επικαλεστεί τον εκτελεστό τίτλο του έναντι δικαστικής αποφάσεως αντίθετης προς την προηγηθείσα διαταγή περί εκτελέσεως.

64.

Διαφορετική κρίση θα ισοδυναμούσε συνεπώς με παραγνώριση των δικαιωμάτων του δικαιούχου εκτελεστού τίτλου, τη διαφύλαξη των οποίων επιδιώκει η διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, καθώς θα επέτρεπε στον οφειλέτη να παρακωλύσει την εκτέλεση και, κατ’ επέκταση, την άσκηση ενός ήδη αναγνωρισμένου δικαιώματος.

65.

Κατά συνέπεια, είμαι της γνώμης ότι είναι εσφαλμένη η άποψη ότι η επίμαχη εθνική νομοθεσία περιάγει τον καταναλωτή σε μειονεκτική θέση από δικονομικής απόψεως ( 23 ).

66.

Στο πλαίσιο αυτό, θεωρώ σημαντικό να υπενθυμίσω ότι η απόφαση Aziz (EU:C:2013:164) απαιτεί απλώς, στην εν λόγω διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, να επιτρέπεται στους καθού η εκτέλεση, προς επίρρωση ανακοπής κατά της εκτελέσεως, να μπορούν να προβάλουν ως λόγους και εκείνους που σχετίζονται με την ακυρότητα του τίτλου ή των ρητρών αυτού λόγω καταχρηστικότητας ή, στη μεταγενέστερη επί της ουσίας διαδικασία, να μπορεί να ληφθεί προσωρινό μέτρο αναστολής της εκτελέσεως της ενυπόθηκης απαιτήσεως αν προβληθεί η ακυρότητα μιας τέτοιου είδους ρήτρας, κάτι το οποίο δεν έπραξαν οι προσφεύγοντες στην προκείμενη υπόθεση. Εντούτοις, ο νόμος 1/2013 ανταποκρίνεται ακριβώς στις ανωτέρω απαιτήσεις εισάγοντας, μεταξύ άλλων τροποποιήσεων, έναν λόγο ανακοπής κατά της εκτελέσεως αντλούμενο από τον καταχρηστικό χαρακτήρα της συμβάσεως που αποτελεί τη βάση της εκτελέσεως.

67.

Από το σύνολο των σκέψεων αυτών συνάγεται ότι δεν αντιβαίνει στο άρθρο 7 της οδηγίας 93/13 εθνικού δικαίου διάταξη, όπως αυτή του άρθρου 695, παράγραφος 4, του LEC, η οποία επιτρέπει, στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, την άσκηση προσφυγής μόνο κατά της διατάξεως περί καταργήσεως της εκτελέσεως.

Β — Επί του δεύτερου ερωτήματος: σεβασμός της αρχής της ισότητας των όπλων και του δικαιώματος σε αποτελεσματική δικαστική προστασία

68.

Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο θέτει το ζήτημα της συμβατότητας της επίμαχης εθνικής διατάξεως με την αρχή της ισότητας των όπλων, η οποία αποτελεί συνιστώσα του δικαιώματος σε αποτελεσματική δικαστική προστασία που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη.

69.

Πριν από την προσέγγιση της ουσίας του υποβληθέντος ερωτήματος, πρέπει να προσδιοριστεί προηγουμένως αν το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί, υπό την έννοια ότι βρίσκεται αντιμέτωπο με περίπτωση εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης κατά το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη ( 24 ).

70.

Όπως επισήμαναν η ΒΒVA και η Ισπανική Κυβέρνηση, συναφώς μπορούν να ανακύψουν εύλογες αμφιβολίες, καθώς η επίμαχη εν προκειμένω έννομη κατάσταση δεν διέπεται άμεσα από το δίκαιο της Ένωσης.

71.

Βεβαίως, δεν πρέπει να παροράται το γεγονός ότι το Δικαστήριο υιοθετεί πολύ ευρεία αντίληψη του πεδίου της αρμοδιότητάς του, καθώς γίνεται πλέον αδιαμφισβήτητα δεκτό ότι αυτό καταλαμβάνει κάθε περίπτωση «εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης», της τελευταίας αυτής φράσεως νοούμενης ευρέως ( 25 ).

72.

Ωστόσο, αντιθέτως, για παράδειγμα, προς την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Åkerberg Fransson, όσον αφορά τον υφιστάμενο σύνδεσμό της με τα άρθρα 2, 250, παράγραφος 1, και 273 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ ( 26 ) και με το άρθρο 325 ΣΛΕΕ, ο σύνδεσμος, στην υπόθεση της κύριας δίκης, με την οδηγία 93/13 πολύ δύσκολα μπορεί να εντοπιστεί, όπως μαρτυρεί εξάλλου το γεγονός ότι η αναφορά στην ανωτέρω οδηγία προστέθηκε, καθώς φαίνεται, στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως κατόπιν παρατηρήσεως που διατυπώθηκε από την BBVA κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ( 27 ).

73.

Πράγματι, δύσκολα γίνεται αντιληπτό περί ποιας ακριβώς διατάξεως ή περί ποιας αρχής του δικαίου της Ένωσης πρόκειται εδώ. Όπως προκύπτει από τις σκέψεις που εξέθεσα προς απάντηση στο πρώτο ερώτημα, ελλείψει εναρμονίσεως των δικονομικών κανόνων που διέπουν τις διαδικασίες εκτελέσεως, το ζήτημα του δικαιώματος προσφυγής κατά δικαστικής αποφάσεως εκδιδόμενης επί ανακοπής κατά εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως διέπεται από την αρχή της δικονομικής αυτονομίας. Επιπλέον, τίποτα δεν επιτρέπει, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι εθνική διάταξη όπως αυτή του άρθρου 695, παράγραφος 4, του LEC προσκρούει στην αρχή της αποτελεσματικότητας. Απλή γενική αναφορά, εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου, στις σχετικές με την προστασία των καταναλωτών απαιτήσεις που απορρέουν από την οδηγία 93/13 δεν επαρκεί ώστε το Δικαστήριο να κηρύξει εαυτό αρμόδιο να απαντήσει.

74.

Φρονώ ότι η εγερθείσα στην υπόθεση της κύριας δίκης νομική προβληματική, η οποία αφορά τις εθνικές διατάξεις σχετικά με τα διαθέσιμα ένδικα μέσα κατά δικαστικής αποφάσεως εκδιδόμενης επί ανακοπής κατά της εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, διέπεται εξ ολοκλήρου από το εθνικό δίκαιο και δεν αφορά περίπτωση «εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης». Διαφορετική κρίση θα ισοδυναμούσε με παραγνώριση της προϋποθέσεως που εξαγγέλλεται στο άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, όπερ θα είχε ως αποτέλεσμα την επέκταση του πεδίου εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης πέρα από τις αρμοδιότητες της τελευταίας ( 28 ).

75.

Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι αρμόδιο να απαντήσει στο ερώτημα, φρονώ ότι ουδόλως προκύπτει ότι θίγονται οι αρχές της ισότητας των όπλων και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.

76.

Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, πρέπει να θεωρηθεί ότι παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.

77.

Πράγματι, στο μέτρο που συνήχθη το συμπέρασμα ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική διάταξη ικανοποιεί πλήρως τις απαιτήσεις που απορρέουν από την αρχή της αποτελεσματικότητας, δεν θεωρώ απαραίτητο να εξεταστεί αν, επιπλέον, η ίδια διάταξη ικανοποιεί το δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη. Μολονότι η εν λόγω διάταξη καλύπτει διάφορα στοιχεία, το περιεχόμενο του δικαιώματος σε αποτελεσματική δικαστική προστασία ταυτίζεται εν προκειμένω, ως προς τις παρεχόμενες δυνατότητες εφέσεως κατά αποφάσεων που εκδίδονται επί ανακοπής κατά εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, με την εξέταση της τηρήσεως της αρχής της αποτελεσματικότητας η οποία έλαβε χώρα ενόψει της απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα.

78.

Από τις σκέψεις αυτές προκύπτει ότι η αρχή της ισότητας των όπλων, η οποία συνδέεται με το δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, έστω κι αν υποτεθεί ότι έχει εφαρμογή στην επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης διαδικασία εκτελέσεως, δεν αποκλείει εθνικού δικαίου κανόνα όπως αυτός του άρθρου 695, παράγραφος 4, του LEC, ο οποίος επιτρέπει, στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, την άσκηση ενδίκου μέσου μόνο κατά της διατάξεως περί καταργήσεως της εκτελέσεως.

IV – Πρόταση

79.

Με βάση το σύνολο των προεκτεθεισών σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν από το Audiencia Provincial de Castellón ως εξής:

Ούτε η αρχή της αποτελεσματικότητας, θεωρούμενη από κοινού με τον σκοπό προστασίας που επιδιώκεται από την οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, ούτε το δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία αποκλείουν εθνική δικονομική διάταξη η οποία περιορίζει, στο πλαίσιο των διαδικασιών εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, το δικαίωμα εφέσεως μόνο στην έφεση που στρέφεται κατά της διατάξεως περί καταργήσεως της εκτελέσεως ή περί μη εφαρμογής καταχρηστικής ρήτρας.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

( 2 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ L 95, σ. 29).

( 3 ) C‑415/11, EU:C:2013:164.

( 4 ) Πράγματι, η υπό κρίση υπόθεση δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση. Ο νόμος 1/2013, περί μέτρων για την ενίσχυση της προστασίας των ενυπόθηκων οφειλετών, την αναδιάρθρωση του χρέους και την εργατική κατοικία (Ley 1/2013 de medidas para reforzar la protección a los deudores hipotecarios, reestructuración de deuda y alquiler social), της 14ης Μαΐου 2013 (BOE αριθ. 116, της 15ης Μαΐου 2013, σ. 36373, στο εξής: νόμος 1/2013), τίθεται υπό αμφισβήτηση σε πλείονες υποθέσεις που εκκρεμούν επί του παρόντος ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, υπόθεση Cajas Rurales Unidas, C‑645/13, σχετικά με προδικαστική παραπομπή του Juzgado de Primera Instancia no 34 de Barcelona που αφορά προβληματική ανάλογη με αυτήν που εγείρεται στην υπό κρίση υπόθεση).

( 5 ) Ley de enjuiciamiento civil, της 7ης Ιανουαρίου 2000 (BOE αριθ. 7, της 8ης Ιανουαρίου 2000, σ. 575)· νόμος όπως τροποποιήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 7/2013, της 28ης Ιουνίου 2013 (BOE αριθ. 155, της 29ης Ιουνίου 2013, σ. 48767, στο εξής: LEC).

( 6 ) Απόφαση Barclays Bank (C‑280/13, EU:C:2014:279).

( 7 ) Όπ.π. (σκέψη 40).

( 8 ) Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, σε αντίθεση προς την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση RWE Vertrieb (C‑92/11, EU:C:2013:180, σκέψη 25), οι διάδικοι δεν είχαν συμφωνήσει την επέκταση του πεδίου εφαρμογής του προβλεπομένου από τον εθνικό νομοθέτη καθεστώτος (απόφαση Barclays Bank, EU:C:2014:279, σκέψη 41).

( 9 ) C‑618/10, EU:C:2012:349.

( 10 ) EU:C:2013:164.

( 11 ) C‑482/12, EU:C:2013:765, σημεία 72 επ.

( 12 ) Απόφαση Aziz (EU:C:2013:164, σκέψη 49).

( 13 ) Όπ.π., σκέψη 59.

( 14 ) Αποφάσεις Peterbroeck (C‑312/93, EU:C:1995:437, σκέψη 12)· Unibet (C‑432/05, EU:C:2007:163, σκέψεις 39 και 43), καθώς και van der Weerd κ.λπ. (C‑222/05 έως C‑225/05, EU:C:2007:318, σκέψη 28).

( 15 ) Το Audiencia Provincial de Castellón επισημαίνει, ειδικότερα, ότι ο Ισπανός νομοθέτης προέβη σε «κακή μεταφορά» των συναχθέντων από το Δικαστήριο κριτηρίων.

( 16 ) C‑413/12, EU:C:2013:532, σημείο 23.

( 17 ) Όπ.π. (ιδίως, σημεία 23 και 29). Υπενθυμίζω, συναφώς, ότι, κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω Συμβάσεως δεν υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα κράτη να δημιουργήσουν εφετειακά και αναιρετικά δικαστήρια στο πεδίο του αστικού δικαίου (βλ., μεταξύ άλλων, ΕΔΔΑ, Antonenko κατά Ρωσίας της 23ης Μαΐου 2006, αριθ. 42482/02).

( 18 ) Βλ., συναφώς, απόφαση Samba Diouf (C‑69/10, EU:C:2011:524, σκέψη 69).

( 19 ) Κατά τη διάταξη αυτή, «[ο] παρών νόμος εφαρμόζεται στις δικαστικές και εξωδικαστικές διαδικασίες εκτελέσεως ενυποθήκων απαιτήσεων οι οποίες έχουν ήδη κινηθεί κατά την ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του νόμου και στο πλαίσιο των οποίων δεν έχει ακόμα χωρήσει έξωση». Η εν λόγω διάταξη πρέπει να αναγνωσθεί υπό το φως του δεύτερου εδαφίου του νέου άρθρου 552, παράγραφος 1, του LEC, το οποίο ορίζει μεταξύ άλλων ότι «[ό]ταν εκτιμά ότι κάποια από τις ρήτρες που περιέχονται σε εκτελεστό τίτλο […] μπορεί να χαρακτηριστεί καταχρηστική, το δικαστήριο ακούει τους διαδίκους εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών».

( 20 ) Βλ. απόφαση Asociación de Consumidores Independientes de Castilla y León (C‑413/12, EU:C:2013:800, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 21 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, ΕΔΔΑ, Berger κατά Γαλλίας της 3ης Δεκεμβρίου 2002, αριθ. 48221/99, § 38.

( 22 ) Υπό την έννοια αυτή, ο χαρακτήρας της συμβολαιογραφικής πράξεως ως εκτελεστού τίτλου και η συνακόλουθη αναγνώριση του συμφέροντος του δανειστή σε ταχεία αναγκαστική εκτέλεση αποτελούν στοιχεία που επισημάνθηκαν μεταξύ άλλων από τη γενική εισαγγελέα J. Kokott στις προτάσεις της στην υπόθεση Aziz (C‑415/11, EU:C:2012:700, σημείο 55). Ομοίως, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπογράμμισε ότι διαδικασία εκτελέσεως δικαιώματος που θεμελιώνεται σε συμβολαιογραφική πράξη η οποία εγγυάται συγκεκριμένη απαίτηση πρέπει, όπως και εκείνη που θεμελιώνεται σε δικαστική απόφαση, να διεξάγεται εντός ευλόγου χρόνου (βλ. ΕΔΔΑ, Estima Jorge κατά Πορτογαλίας, Recueil des arrêts et décisions 1998-ΙΙ).

( 23 ) Επισημαίνω ότι, δικάζοντας επί ζητημάτων αντισυνταγματικότητας που είχαν τεθεί από ορισμένα ισπανικά δικαστήρια, το Tribunal Constitucional (Συνταγματικό Δικαστήριο) (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις 41/1981, της 18ης Δεκεμβρίου 1981, και 217/1993, της 30ής Ιουνίου 1993, καθώς και διάταξη 113/2011, της 19ης Ιουλίου 2011) υπογράμμισε τη συντομία η οποία χαρακτηρίζει τη διαδικασία εκτελέσεως καταχωρισμένης εμπράγματης ασφάλειας και το γεγονός ότι ο καθού η εκτέλεση διάδικος έχει πάντα τη δυνατότητα να καταφύγει στην αντίστοιχη επί της ουσίας διαδικασία. Ο διάδικος αυτός δεν δύναται επομένως, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτελέσεως, να επικαλεστεί τα δικαιώματα άμυνας. Ακόμα πιο συγκεκριμένα, το δεύτερο τμήμα του Tribunal Constitucional, σε διάταξη της 21ης Ιουλίου 1988, επιβεβαίωσε τη συνταγματικότητα της αδυναμίας ασκήσεως προσφυγής κατά αποφάσεως επί ανακοπής, διακηρύσσοντας ότι τούτο δεν έθιγε την αρχή της ισότητας των διαδίκων.

( 24 ) Πρέπει να υπομνησθεί ότι το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη, όσον αφορά τη δράση των κρατών μελών, ορίζεται στο άρθρο 51, παράγραφος 1, αυτού, το οποίο προβλέπει ότι οι διατάξεις του Χάρτη απευθύνονται στα κράτη μέλη, μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης.

( 25 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Åkerberg Fransson (C‑617/10, EU:C:2013:105, σκέψεις 16 επ.).

( 26 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ L 347, σ. 1).

( 27 ) Η BBVA επισήμανε ότι, κατά τη διάρκεια της εθνικής διαδικασίας, το αιτούν δικαστήριο προετίθετο να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως επικαλούμενο μόνο τις διατάξεις του άρθρου 47 του Χάρτη, χωρίς καμία μνεία της οδηγίας 93/13. Τα αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναδιατυπώσει το ερώτημα, προκειμένου να εισαγάγει την οδηγία 93/13 στη συζήτηση, κατόπιν παρατηρήσεως της BBVA.

( 28 ) Για μια πρόσφατη υπόμνηση των αρχών που έχουν εφαρμογή, βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Pelckmans Turnhout (C‑483/12, EU:C:2014:304, σκέψεις 17 έως 21).

Top