EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62013TJ0015

Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (όγδοο τμήμα) της 13ης Μαΐου 2015.
Group Nivelles κατά Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ).
Κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα — Διαδικασία κηρύξεως ακυρότητας — Καταχωρισμένο σχέδιο ή υπόδειγμα το οποίο απεικονίζει αύλακα απορροής υδάτων ντους — Προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα — Λόγοι ακυρότητας — Νεωτερισμός — Ατομικός χαρακτήρας — Ορατά χαρακτηριστικά προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος — Επίμαχα προϊόντα — Άρθρα 4 έως 7, 19 και άρθρο 25, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 6/2002.
Υπόθεση T-15/13.

Digital reports (Court Reports - general)

ECLI identifier: ECLI:EU:T:2015:281

Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό

Διάδικοι

Στην υπόθεση T‑15/13,

Group Nivelles, με έδρα το Gingelom (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τον H. Jonkhout, δικηγόρο,

προσφεύγουσα,

κατά

Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενου από τους S. Bonne και A. Folliard‑Monguiral,

καθού,

αντίδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ και παρεμβαίνουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου:

Easy Sanitairy Solutions BV, με έδρα το Losser (Κάτω Χώρες), εκπροσωπούμενη από τον F. Eijsvogels, δικηγόρο,

με αντικείμενο προσφυγή ασκηθείσα κατά της αποφάσεως του τρίτου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ της 4ης Οκτωβρίου 2012 (υπόθεση R 2004/2010‑3), σχετικά με διαδικασία κηρύξεως ακυρότητας μεταξύ των I-drain BVBA και Easy Sanitairy Solutions BV,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),

συγκείμενο από τους Δ. Γρατσία (εισηγητή), πρόεδρο, M. Kancheva και C. Wetter, δικαστές,

γραμματέας: J. Weychert, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 7 Ιανουαρίου 2013,

έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως του ΓΕΕΑ, το οποίο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 16 Ιουλίου 2013,

έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως της παρεμβαίνουσας, το οποίο περιλαμβάνει αίτημα για την ακύρωση της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών επί ζητήματος το οποίο δεν προβλήθηκε με το κατατεθέν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου δικόγραφο της προσφυγής στις 15 Ιουλίου 2013,

έχοντας υπόψη το υπόμνημα απαντήσεως, το οποίο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 30 Σεπτεμβρίου 2013,

έχοντας υπόψη το αίτημα της παρεμβαίνουσας, το οποίο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 14 Νοεμβρίου 2013, για απόσυρση από τη δικογραφία του υπομνήματος το οποίο κατέθεσε η προσφεύγουσα στις 30 Σεπτεμβρίου 2013, τις παρατηρήσεις της προσφεύγουσας και του ΓΕΕΑ επί του αιτήματος αυτού, οι οποίες κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, αντιστοίχως, στις 16 και 17 Δεκεμβρίου 2013, και την απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2014 περί απορρίψεως του αιτήματος αυτού,

έχοντας υπόψη τη γραπτή ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου προς τους διαδίκους,

έχοντας υπόψη τις αιτήσεις προσκομίσεως εγγράφων τις οποίες απηύθυνε το Γενικό Δικαστήριο στην προσφεύγουσα και στην παρεμβαίνουσα στις 17 Νοεμβρίου 2014,

κατόπιν της συνεδριάσεως της 11ης Δεκεμβρίου 2014,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης

Ιστορικό της διαφοράς

1. Στις 28 Νοεμβρίου 2003 η παρεμβαίνουσα, Easy Sanitairy Solutions BV, υπέβαλε στο Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 6/2002 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2001, για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα (EE L 3, σ. 1). Η αίτηση αφορούσε σχέδιο ή υπόδειγμα το οποίο παρίσταται ως εξής:

>image>5

2. Το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα καταχωρίστηκε ως κοινοτικό με τον αριθμό 000107834-0025 και δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων αριθ. 19/2004, της 9ης Μαρτίου 2004. Προσδιορίζει, κατά την εν λόγω αίτηση καταχωρίσεως, «σιφώνιο ντους (shower drain)».

3. Στις 31 Μαρτίου 2009 η αίτηση καταχωρίσεως του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος ανανεώθηκε. Η ανανέωση αυτή δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων αριθ. 61/2009, της 2ας Απριλίου 2009.

4. Στις 3 Σεπτεμβρίου 2009 η I-drain BVBA υπέβαλε αίτηση περί κηρύξεως ακυρότητας του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος, σύμφωνα με το άρθρο 52 του κανονισμού 6/2002. Προς στήριξη της αιτήσεως αυτής, προέβαλε τον προβλεπόμενο στο άρθρο 25, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 6/2002 λόγο ακυρότητας. Όπως προκύπτει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002, οι προϋποθέσεις αυτές αφορούν, μεταξύ άλλων, τον νεωτερισμό (υπό την έννοια του άρθρου 5 του εν λόγω κανονισμού) και τον ατομικό χαρακτήρα (υπό την έννοια του άρθρου 6 του ιδίου κανονισμού) του οικείου σχεδίου ή υποδείγματος, οι οποίες εκτιμώνται κατά την ημερομηνία γνωστοποιήσεως στο κοινό, όπως ορίζει το άρθρο 7 του εν λόγω κανονισμού.

5. Προς στήριξη της αιτήσεως περί κηρύξεως ακυρότητας, η I-drain προσκόμισε, μεταξύ άλλων, αποσπάσματα δύο καταλόγων με προϊόντα της εταιρίας Blücher (στο εξής: κατάλογοι Blücher). Οι κατάλογοι Blücher περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, την ακόλουθη εικόνα:

>image>6

6. Στις 30 Αυγούστου 2010, κατόπιν συγχωνεύσεως με απορρόφηση, η προσφεύγουσα, Group Nivelles, διαδέχθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις την I-drain, η οποία έπαυσε να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο.

7. Με απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2010, το τμήμα ακυρώσεων του ΓΕΕΑ κήρυξε την ακυρότητα του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος, δεχόμενο με τον τρόπο αυτό την προς τούτο αίτηση που του υπέβαλε η I-drain.

8. Το τμήμα ακυρώσεων επισήμανε ότι προέκυπτε σαφώς από τα επιχειρήματα της I-drain ότι η αίτησή της περί κηρύξεως ακυρότητας στηριζόταν στην έλλειψη νεωτερισμού και ατομικού χαρακτήρα του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος (σημείο 3 της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων). Κατά την κρίση του, αυτό το σχέδιο ή υπόδειγμα απεικόνιζε μια πλάκα, μια δεξαμενή και ένα σιφώνιο ντους, stricto sensu, και το μόνο ορατό χαρακτηριστικό αυτού του σχεδίου ή υποδείγματος ήταν το ανώτερο μέρος της εν λόγω πλάκας (σημείο 15 της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων). Η πλάκα, όμως, αυτή ήταν ταυτόσημη με την πλάκα η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας, ενώ το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα στερείτο νεωτερισμού σε σχέση με το σχέδιο ή υπόδειγμα που απεικονίζεται στο εν λόγω έγγραφο (σημείο 19 της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων). Το τμήμα ακυρώσεων απέρριψε, εξάλλου, ως αλυσιτελές το επιχείρημα της παρεμβαίνουσας κατά το οποίο η πλάκα η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας χρησιμοποιείτο σε περιβάλλον διαφορετικό εκείνου στο οποίο προοριζόταν να χρησιμοποιηθεί το προϊόν που αφορούσε το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα. Κατά την κρίση του, «η χρήση του προϊόντος στο οποίο ενσωματώνεται το σχέδιο ή το υπόδειγμα δεν αποτελεί στοιχείο της εμφανίσεώς [του] και κατά συνέπεια η διαφορά δεν έχει αντίκτυπο στη σύγκριση των δύο αντιπαρατιθέμενων σχεδίων» (σημείο 20 της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων).

9. Στις 15 Οκτωβρίου 2010 η παρεμβαίνουσα άσκησε προσφυγή, βάσει των άρθρων 55 έως 60 του κανονισμού 6/2002, κατά της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων.

10. Με απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2012 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το τρίτο τμήμα προσφυγών ακύρωσε την απόφαση του τμήματος ακυρώσεων της 23ης Σεπτεμβρίου 2010. Έκρινε κατ’ ουσίαν, αντιθέτως προς το τμήμα ακυρώσεων, ότι το επίμαχο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα έφερε χαρακτήρα νέου, υπό την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 6/2002, στο μέτρο που δεν ήταν ταυτόσημο με την πλάκα η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας, αλλά έφερε, σε σχέση με αυτήν, διαφορές οι οποίες δεν ήταν ούτε «ελάχιστες» ούτε «δύσκολο να εκτιμηθούν κατά αντικειμενικό τρόπο» και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως επουσιώδεις (σημεία 31 έως 33 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων «προκειμένου να αποφανθεί επί της αιτήσεως περί κηρύξεως ακυρότητας βάσει του άρθρου 25, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, σε συνδυασμό με [το άρθρο 4, παράγραφος 1, και το άρθρο 6]» του κανονισμού 6/2002 (σημείο 2 του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως).

Αιτήματα των διαδίκων

11. Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

– να επιβεβαιώσει, εν ανάγκη αφού διορθώσει την αιτιολογία, την απόφαση του τμήματος ακυρώσεων της 23ης Σεπτεμβρίου 2010.

12. Το ΓΕΕΑ ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

– να απορρίψει την προσφυγή·

– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

13. Η παρεμβαίνουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

– να απορρίψει την προσφυγή·

– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση για λόγο διάφορο από τους προβαλλόμενους από την προσφεύγουσα·

– να καταδικάσει την προσφεύγουσα καθώς και το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα.

14. Η προσφεύγουσα, με το προβλεπόμενο στο άρθρο 135, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας υπόμνημα, το οποίο κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 30 Σεπτεμβρίου 2013, ενέμεινε στα αρχικά αιτήματά της και διευκρίνισε ότι ζητούσε επίσης την απόρριψη της «αντίθετης προσφυγής» την οποία άσκησε η παρεμβαίνουσα και την καταδίκη του «ΓΕΕΑ [ή] της παρεμβαίνουσας» στα δικαστικά έξοδα.

Σκεπτικό

Επί του παραδεκτού του δευτέρου αιτήματος της προσφεύγουσας

15. Το ΓΕΕΑ υποστηρίζει ότι το δεύτερο αίτημα της προσφεύγουσας είναι απαράδεκτο. Κατά την άποψή του, η προσφεύγουσα ζητεί κατ’ ουσίαν από το Γενικό Δικαστήριο να επιβεβαιώσει την απόφαση του τμήματος ακυρώσεων της 23ης Σεπτεμβρίου 2010. Όπως, όμως, προκύπτει από τη νομολογία [αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 2011, El Jirari Bouzekri κατά ΓΕΕΑ — Nike International (NC NICKOL), T‑207/09, EU:T:2011:537, σκέψεις 15 έως 17, και της 29ης Φεβρουαρίου 2012, Certmedica International και Lehning entreprise κατά ΓΕΕΑ — Lehning entreprise και Certmedica International (L112), T‑77/10 και T‑78/10, EU:T:2012:95, σκέψη 32], το Γενικό Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εκδίδει αποφάσεις επιβεβαιωτικές ή αναγνωριστικές.

16. Η δε παρεμβαίνουσα δεν επικαλείται ρητώς το απαράδεκτο του δευτέρου αιτήματος της προσφεύγουσας, αλλά υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν δύναται να επιβεβαιώσει την απόφαση του τμήματος ακυρώσεων της 23ης Σεπτεμβρίου 2010 και ότι, εφόσον το Γενικό Δικαστήριο ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο τμήμα προσφυγών το οποίο οφείλει να αποφανθεί λαμβάνοντας υπόψη την ακυρωτική απόφαση.

17. Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.

18. Καταρχάς, η επικαλούμενη από το ΓΕΕΑ νομολογία προβάλλεται αλυσιτελώς. Στις δύο παρατιθέμενες από το ΓΕΕΑ αποφάσεις το ζήτημα που τίθεται αφορά αιτήματα για την επιβεβαίωση εκ μέρους του Δικαστηρίου της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών (και όχι της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου οργάνου του ΓΕΕΑ) επί σημείου ως προς το οποίο η απόφαση αυτή ήταν ευνοϊκή για τον διάδικο που άσκησε προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι από το άρθρο 65, παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1) (το περιεχόμενο του οποίου είναι πανομοιότυπο με εκείνο του άρθρου 61, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 6/2002) προέκυπτε ότι είναι απαράδεκτο αίτημα με το οποίο ο προσφεύγων επιζητεί απλώς την επιβεβαίωση λόγου ή επιχειρημάτων που είχε προβάλει με την προσφυγή του ενώπιον του τμήματος προσφυγών, που το τμήμα αυτό είχε δεχθεί (αποφάσεις NC NICKOL, ανωτέρω σκέψη 15, EU:T:2011:537, σκέψη 17, και L112, ανωτέρω σκέψη 15, EU:T:2012:95, σκέψη 32).

19. Συγκεκριμένα, το άρθρο 61 του κανονισμού 6/2002 προβλέπει, στην παράγραφο 1, ότι μπορούν να ασκούνται προσφυγές κατά αποφάσεων του τμήματος προσφυγών ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, στην παράγραφο 2, ότι προσφυγή μπορεί να ασκείται για λόγους αναρμοδιότητας, παραβάσεως ουσιώδους τύπου, παραβάσεως της Συνθήκης, του κανονισμού 6/2002 και οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή τους ή λόγω καταχρήσεως εξουσίας, στην παράγραφο 3, ότι το Γενικό Δικαστήριο δύναται να ακυρώνει ή να τροποποιεί την προσβαλλόμενη απόφαση και, τέλος, στην παράγραφο 4, ότι δικαίωμα προσφυγής έχει κάθε συμμετέχων στη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών, κατά το μέρος που η απόφαση αυτή δεν τον δικαιώνει. Εξάλλου, προκύπτει a contrario της τελευταίας αυτής παραγράφου ότι δεν έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου συμμετέχων στη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών κατά αποφάσεως του εν λόγω τμήματος προσφυγών η οποία τον δικαιώνει πλήρως.

20. Εν προκειμένω, όμως, με το δεύτερο αίτημα της προσφεύγουσας δεν ζητείται η επιβεβαίωση, εν όλω ή εν μέρει, της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία, εξάλλου, δικαιώνει την προσφεύγουσα. Με το αίτημα αυτό επιδιώκεται να λάβει το Γενικό Δικαστήριο απόφαση την οποία έπρεπε ή μπορούσε να λάβει το τμήμα προσφυγών, ήτοι να απορρίψει την ενώπιόν του ασκηθείσα προσφυγή και να επιβεβαιώσει, ως εκ τούτου, την απόφαση του τμήματος ακυρώσεων της 23ης Σεπτεμβρίου 2010. Με άλλα λόγια, ζητείται από το Γενικό Δικαστήριο να ασκήσει την αρμοδιότητά του περί τροποποιήσεως της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών, την οποία του απονέμει το άρθρο 61, παράγραφος 3, του κανονισμού 6/2002. Τέτοιου είδους αίτημα είναι, επομένως, παραδεκτό [βλ., συναφώς, απόφαση της 12ης Μαΐου 2010, Beifa Group κατά ΓΕΕΑ — Schwan-Stabilo Schwanhäußer (όργανο γραφής), T‑148/08, EU:T:2010:190, σκέψεις 40 έως 44].

Ως προς τη συνεκτίμηση σελίδας του παραρτήματος A.9 της προσφυγής

21. Το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα υποστηρίζουν ότι η προσφεύγουσα περιέλαβε, στη σελίδα 76 του παραρτήματος A.9 της προσφυγής, έγγραφο το οποίο δεν είχε προσκομισθεί ενώπιον του ΓΕΕΑ. Ζητούν, επομένως, να μη συνεκτιμηθεί το εν λόγω έγγραφο από το Γενικό Δικαστήριο.

22. Επιβάλλεται συναφώς η επισήμανση ότι, από τη μελέτη του φακέλου της ενώπιον του ΓΕΕΑ διαδικασίας, ο οποίος διαβιβάσθηκε στο Γενικό Δικαστήριο κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 133, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας αυτού, προκύπτει ότι το περιληφθέν στη σελίδα 76 του παραρτήματος A.9 της προσφυγής έγγραφο δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των εγγράφων που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του ΓΕΕΑ. Βεβαίως, η σελίδα 75 του εν λόγω παραρτήματος περιλαμβάνει αντίγραφο ηλεκτρονικής επιστολής της 5ης Οκτωβρίου 2009, το οποίο απεστάλη από τον M. F. της εταιρίας Blücher στον R. G. της εταιρίας I-drain, το οποίο είχε γνωστοποιηθεί από την προσφεύγουσα στο παράρτημα 4 των γραπτών παρατηρήσεων τις οποίες είχε καταθέσει στις 2 Απριλίου 2010 ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων. Παρά ταύτα, το περιληφθέν στη σελίδα 76 του εν λόγω παραρτήματος έγγραφο δεν συγκαταλέγεται ούτε μεταξύ των παραρτημάτων των ως άνω παρατηρήσεων ούτε, εν γένει, μεταξύ των διαφόρων εγγράφων τα οποία προσκόμισαν οι διάδικοι κατά την ενώπιον του ΓΕΕΑ διαδικασία. Εξάλλου, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, ο εκπρόσωπος της προσφεύγουσας επιβεβαίωσε ότι το περιληφθέν στη σελίδα 76 του επίμαχου παραρτήματος έγγραφο δεν είχε προσκομισθεί κατά την ενώπιον του ΓΕΕΑ διαδικασία.

23. Υπενθυμίζεται, πάντως, ότι η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου αφορά τον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών του ΓΕΕΑ κατά την έννοια του άρθρου 61 του κανονισμού 6/2002, οπότε το Γενικό Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να επανεξετάσει τα πραγματικά περιστατικά υπό το πρίσμα των εγγράφων που προσκομίζονται για πρώτη φορά ενώπιόν του.

24. Επομένως, επιβάλλεται να μην εξετασθεί το έγγραφο το οποίο περιλήφθηκε στη σελίδα 76 του παραρτήματος A.9 της προσφυγής χωρίς να απαιτείται να εξετασθεί η αποδεικτική ισχύς του [βλ., συναφώς, απόφαση Grupo Promer Mon Graphic κατά ΓΕΕΑ — PepsiCo (απεικόνιση κυκλικής διαφημιστικής βάσεως), T‑9/07, EU:T:2010:96, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

Επί του παραδεκτού του δευτέρου αιτήματος της παρεμβαίνουσας

25. Στις σχετικές με το αίτημα της παρεμβαίνουσας παρατηρήσεις για την απόσυρση από τη δικογραφία του κατά το άρθρο 135, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας παραρτήματος, το οποίο κατέθεσε η προσφεύγουσα στις 30 Σεπτεμβρίου 2013, το ΓΕΕΑ επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, το απαράδεκτο του δευτέρου αιτήματος της παρεμβαίνουσας. Κατά την άποψή του, το υποβληθέν από την παρεμβαίνουσα αίτημα για την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι απαράδεκτο, καθόσον πρόκειται για απόφαση η οποία τη δικαιώνει. Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας του, επικαλείται την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Budějovický Budvar κατά ΓΕΕΑ — Anheuser-Busch (BUD), T‑225/06, T‑255/06, T‑257/06 και T‑309/06, EU:T:2008:574, σκέψεις 150 και 151).

26. Ακόμη και αν το ΓΕΕΑ δεν ήταν δυνατό να εγείρει ένσταση περί απαραδέκτου του δευτέρου αιτήματος της παρεμβαίνουσας με τις παρατηρήσεις του επί του αιτήματός της για απόσυρση από τη δικογραφία του προβλεπόμενου στο άρθρο 135, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας υπομνήματος, επιβάλλεται να εξετασθεί η ένσταση καθόσον πρόκειται για ζήτημα το οποίο, ενδεχομένως, δύναται να εξετασθεί αυτεπαγγέλτως από το Γενικό Δικαστήριο.

27. Καταρχάς, υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά το άρθρο 134, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, οι κατά την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου παρεμβαίνοντες (διάταξη η οποία αναφέρεται στους διαδίκους της ενώπιον του τμήματος προσφυγών διαδικασίας πλην του προσφεύγοντος) μπορούν, με το υπόμνημα αντικρούσεως να αιτούνται την ακύρωση ή τη μεταρρύθμιση της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών ως προς το θέμα στο οποίο δεν αναφέρεται η προσφυγή και να προβάλλουν ισχυρισμούς που δεν έχουν προβληθεί στην προσφυγή.

28. Ακολούθως, επιβάλλεται η απόρριψη, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενης, της αναφοράς στην απόφαση BUD, ανωτέρω σκέψη 25 (EU:T:2008:574, σκέψεις 150 έως 151). Με την απόφαση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ορισμένα επιχειρήματα τής στην υπόθεση εκείνη παρεμβαίνουσας, επισημαίνοντας ότι, «ακόμη και αν θεωρηθεί ότι τα [επίμαχα] επιχειρήματα θεμελιώνουν αυτοτελή λόγο ακυρώσεως στηριζόμενο στο άρθρο 134, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, πρέπει να σημειωθεί ότι ο λόγος αυτός αντιφάσκει προς τα ίδια τα αιτήματα της παρεμβαίνουσας […] [η οποία] δεν έχει ζητήσει την ακύρωση ή τη μεταρρύθμιση της αποφάσεως [του τμήματος προσφυγών στην υπόθεση εκείνη] δυνάμει του άρθρου 134, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας» (απόφαση BUD, ανωτέρω σκέψη 25, EU:T:2008:574, σκέψεις 150 και 151). Εν προκειμένω, όμως, η παρεμβαίνουσα ζητεί ακριβώς την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

29. Όσον αφορά το επιχείρημα του ΓΕΕΑ κατά το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση «δικαιώνει» την παρεμβαίνουσα, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, γίνεται δεκτό ότι απόφαση τμήματος προσφυγών δικαιώνει διάδικο κατά τη διαδικασία ενώπιον του εν λόγω τμήματος σε περίπτωση κατά την οποία δέχεται το αίτημα του διαδίκου αυτού βάσει μέρους μόνο της επιχειρηματολογίας του εν λόγω διαδίκου, μολονότι παρέλειψε να εξετάσει ή απέρριψε τους λοιπούς λόγους ή τα λοιπά επιχειρήματα που προέβαλε ο ίδιος αυτός διάδικος [βλ. απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2011, Völkl κατά ΓΕΕΑ — Marker Völkl (VÖLKL), T‑504/09, EU:T:2011:739, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία]. Αντιθέτως, απόφαση τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ δεν δικαιώνει διάδικο, κατά την έννοια του άρθρου 61, παράγραφος 4, του κανονισμού 6/2002, σε περίπτωση κατά την οποία αποφαίνεται κατά τρόπο δυσμενή για τον διάδικο αυτόν επί αιτήματος που είχε καταθέσει ενώπιον του ΓΕΕΑ (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση VÖLKL, προπαρατεθείσα, EU:T:2011:739, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

30. Εν προκειμένω, το τμήμα ακυρώσεων διαπίστωσε ότι η αίτηση της προσφεύγουσας περί κηρύξεως ακυρότητας στηριζόταν κατ’ ουσίαν στη φερόμενη έλλειψη νεωτερισμού και ατομικού χαρακτήρα του επίμαχου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος. Ακολούθως, έκρινε ότι το εν λόγω σχέδιο ή υπόδειγμα ήταν ταυτόσημο, υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 6/2002, με προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα, ήτοι με εκείνο που απεικονίζει την πλάκα η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας.

31. Τόσο ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων, με το από 22 Ιουνίου 2010 υπόμνημά της παρατηρήσεων, το οποίο κατατέθηκε σε απάντηση των παρατηρήσεων της προσφεύγουσας της 2ας Απριλίου 2010 όπως αναφέρεται στην ανωτέρω σκέψη 22, όσο και ενώπιον του τμήματος προσφυγών (βλ. την περίληψη των επιχειρημάτων της παρεμβαίνουσας στο σημείο 14 της προσβαλλομένης αποφάσεως, και δη στο μέρος με τίτλο «Μη προσήκουσα συνεκτίμηση εκ μέρους του τμήματος ακυρώσεων του εγγράφου D1, προκειμένου να διαγνωσθεί ο νεωτερισμός και ο ατομικός χαρακτήρας του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος», σελίδες 9 έως 13 της προσβαλλομένης αποφάσεως), η παρεμβαίνουσα υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι η παρατιθέμενη στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνα, η οποία επίσης παρατίθεται στο σημείο 8 της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων, δεν απεικόνιζε σιφώνιο ντους, αλλά απλώς σχάρες οι οποίες μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως αύλακες.

32. Η παρεμβαίνουσα υποστηρίζει, συνεπώς, ότι η παρατιθέμενη στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνα και, εν γένει, τα προϊόντα των καταλόγων Blücher ήταν εντελώς διαφορετικά από το προϊόν το οποίο αφορά το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα. Τούτο συνεπάγεται, κατά την παρεμβαίνουσα, ότι δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη τα προϊόντα αυτά προκειμένου να εκτιμηθεί ο νεωτερισμός και ο ατομικός χαρακτήρας του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος.

33. Το τμήμα προσφυγών δεν δέχθηκε την επιχειρηματολογία αυτή. Αντιθέτως, όπως ορθώς αναφέρει η παρεμβαίνουσα, στο σημείο 31 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι «το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα [αποτελείτο] από πολύ απλό και ορθογώνιου σχήματος σιφώνιο ντους». Με τον τρόπο αυτό απέρριψε, σιωπηρώς αλλά σαφώς, το επιχείρημα της παρεμβαίνουσας, κατά το οποίο επρόκειτο μάλλον για σχάρα αύλακα. Η απόρριψη αυτού του επιχειρήματος είχε ως συνέπεια την απόρριψη της επιχειρηματολογίας της παρεμβαίνουσας, κατά την οποία τα σχέδια ή υποδείγματα των καταλόγων Blücher δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση του νεωτερισμού και του ατομικού χαρακτήρα του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος.

34. Συγκεκριμένα, καίτοι βεβαίως το τμήμα προσφυγών ακύρωσε την απόφαση του τμήματος ακυρώσεων με την οποία ακυρώθηκε το εν λόγω σχέδιο ή υπόδειγμα λόγω ελλείψεως νεωτερισμού, εντούτοις ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων «προκειμένου να αποφανθεί επί της αιτήσεως περί κηρύξεως ακυρότητας βάσει του άρθρου 25, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, σε συνδυασμό με [το άρθρο 4, παράγραφος 1, και το άρθρο 6]» του κανονισμού 6/2002, όπως αναφέρεται στο σημείο 2 του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως. Από την αναφορά στο άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού, σχετικά με τον ατομικό χαρακτήρα, προκύπτει ότι απόκειται στο τμήμα ακυρώσεων, κατόπιν αναπομπής της υποθέσεως ενώπιόν του, να αναλύσει το ζήτημα αν το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα έχει τέτοιον χαρακτήρα. Εξάλλου, στο σημείο 36, τελευταίο εδάφιο, της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών ρητώς ανέφερε ότι αυτή «η νέα εξέταση πρέπει να στηρίζεται στα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων, καθώς και στα νέα πραγματικά περιστατικά, αποδείξεις και επιχειρήματα που προβάλλονται από τους διαδίκους ενώπιον του τμήματος» προσφυγών, συμπεριλαμβανομένων, κατά συνέπεια, των καταλόγων Blücher την απόρριψη των οποίων επιζητούσε η παρεμβαίνουσα κατά την ανάλυση αυτή.

35. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση αποφαίνεται επί αιτήματος της παρεμβαίνουσας το οποίο δεν έγινε δεκτό, οπότε πρέπει να θεωρηθεί ότι η παρεμβαίνουσα δεν δικαιώθηκε, υπό την έννοια του άρθρου 61, παράγραφος 4, του κανονισμού 6/2002. Επομένως, η παρεμβαίνουσα παραδεκτώς ζητεί την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως με το δεύτερο αίτημά της, ενώ τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα που προέβαλε το ΓΕΕΑ πρέπει να απορριφθούν [βλ., συναφώς, απόφαση της 17ης Μαρτίου 2009, Laytoncrest κατά ΓΕΕΑ — Erico (TRENTON), T‑171/06, EU:T:2009:70, σκέψη 21, και απόφαση VÖLKL, ανωτέρω σκέψη 29, EU:T:2011:739, σκέψη 28].

Επί του βασίμου του πρώτου αιτήματος της προσφεύγουσας

36. Προς στήριξη της προσφυγής, η προσφεύγουσα προβάλλει έναν μόνον λόγο ο οποίος αφορά σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το τμήμα προσφυγών κατά τη σύγκριση του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος με τα προγενέστερα σχέδια ή υποδείγματα των οποίων είχε γίνει επίκληση προς στήριξη της αιτήσεως περί κηρύξεως ακυρότητας. Κατά την άποψή της, εξαιτίας του εν λόγω σφάλματος το τμήμα προσφυγών κατέληξε στην εσφαλμένη διαπίστωση ότι το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα ήταν νέο υπό την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 6/2002.

37. Επομένως, είναι καταρχάς αναγκαίο να προσδιορισθεί το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα το οποίο λήφθηκε υπόψη από τα τμήματα του ΓΕΕΑ κατά την εξέταση της αιτήσεως ακυρώσεως. Ακολούθως, στο μέτρο που η προστασία σχεδίου ή υποδείγματος, υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002, συνίσταται στην προστασία της εμφανίσεως ενός προϊόντος και, που, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 12 του κανονισμού αυτού, η προστασία αυτή δεν πρέπει να εκτείνεται στα μη ορατά χαρακτηριστικά κατά τη συνήθη χρήση του οικείου προϊόντος [βλ., συναφώς, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2014, Biscuits Poult κατά ΓΕΕΑ — Banketbakkerij Merba (Biscuit), T‑494/12, Συλλογή, EU:T:2014:757, σκέψεις 19 και 20, και απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2014, Cezar κατά ΓΕΕΑ — Poli-Eco (Insert), T‑39/13, Συλλογή, EU:T:2014:852, σκέψεις 40, 51 και 52), πρέπει να προσδιορισθούν τα ορατά χαρακτηριστικά του προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος. Τέλος, επιβάλλεται να εξακριβωθεί αν το τμήμα προσφυγών προέβη σε κατ’ ορθό τρόπο σύγκριση των ορατών χαρακτηριστικών του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος και του προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος.

38. Προ της εξετάσεως αυτής, επιβάλλεται προκαταρκτικώς η υπόμνηση ότι, κατά το άρθρο 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 6/2002, ως «σχέδιο ή υπόδειγμα» νοείται η εικόνα την οποία παρουσιάζει το σύνολο ή μέρος ενός προϊόντος η οποία προκύπτει από τα χαρακτηριστικά του, και ιδίως από τη γραμμή, το περίγραμμα, το χρώμα, το σχήμα, την υφή ή τα υλικά του ίδιου του προϊόντος ή/και της διακοσμήσεως που φέρει.

39. Επιπλέον, από το άρθρο 4, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού προκύπτει ότι η προστασία σχεδίου ή υποδείγματος ως κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος διασφαλίζεται μόνον εφόσον είναι νέο και έχει ατομικό χαρακτήρα.

40. Συναφώς, το άρθρο 5 του κανονισμού 6/2002 ορίζει τα εξής:

«1. Ένα σχέδιο ή υπόδειγμα θεωρείται νέο εάν δεν έχει διατεθεί στο κοινό ταυτόσημο σχέδιο ή υπόδειγμα:

[…]

β) στην περίπτωση καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για την καταχώριση ή, αν διεκδικείται προτεραιότητα, πριν από την ημερομηνία προτεραιότητας.

2. Τα σχέδια ή υποδείγματα λογίζονται ως ταυτόσημα αν τα χαρακτηριστικά τους διαφέρουν μόνο σε επουσιώδεις λεπτομέρειες.»

41. Από το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 6/2002 προκύπτει, επομένως, ότι δύο σχέδια ή υποδείγματα λογίζονται ως ταυτόσημα αν τα χαρακτηριστικά τους διαφέρουν μόνο σε επουσιώδεις λεπτομέρειες, δηλαδή λεπτομέρειες οι οποίες δεν είναι άμεσα αντιληπτές και οι οποίες, επομένως, δεν δημιουργούν έστω και αμελητέες διαφορές μεταξύ των εν λόγω σχεδίων ή υποδειγμάτων. A contrario, προκειμένου να εκτιμηθεί ο νεωτερισμός σχεδίου ή υποδείγματος, πρέπει να εκτιμηθεί η ύπαρξη ουσιωδών διαφορών μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σχεδίων ή υποδειγμάτων, ακόμα και αν είναι αμελητέες [απόφαση της 6ης Ιουνίου 2013, Kastenholz κατά ΓΕΕΑ — Qwatchme (Πλάκες ρολογιών), T‑68/11, Συλλογή, EU:T:2013:298, σκέψη 37].

42. Επιβάλλεται, περαιτέρω, να συνοψισθούν οι διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στην απόφαση του τμήματος ακυρώσεων και στην προσβαλλόμενη απόφαση.

43. Το τμήμα ακυρώσεων έκρινε, στο σημείο 15 της αποφάσεώς του, ότι το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα απεικόνιζε «σιφώνιο ντους (shower drain)» απαρτιζόμενο από μια πλάκα, μια δεξαμενή κι ένα σιφώνιο. Προσέθεσε συναφώς ότι: «Η δεξαμενή και το σιφώνιο έχουν στερεωθεί πάνω στην κατώτερη επιφάνεια της πλάκας».

44. Αναφερόμενο στην απεικόνιση του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος, όπως παρατίθεται στην ανωτέρω σκέψη 1, διαπιστώνεται ότι, από αριστερά προς τα δεξιά, η πρώτη εικόνα απεικονίζει την πλάκα κάτω από την οποία βρίσκεται η δεξαμενή (προς την οποία ρέει το νερό) και, στο κέντρο αυτής, εφαρμόζει το σιφώνιο· η δεύτερη εικόνα απεικονίζει το κατώτερο μέρος της δεξαμενής, στο κέντρο της οποίας εφαρμόζει το σιφώνιο και, τέλος, η τρίτη εικόνα απεικονίζει το ανώτερο μέρος της πλάκας.

45. Στο σημείο 16 της αποφάσεώς του, το τμήμα ακυρώσεων αναφέρει ότι, «[κ]ατά τη συνήθη χρήση, δηλαδή, όταν το ντους [λειτουργούσε], η πλάκα [ήταν] ενσωματωμένη στην επιφάνεια του δαπέδου, ενώ η δεξαμενή και το σιφώνιο δεν ήταν ορατά». Βάσει των εν λόγω διαπιστώσεων, αποφάνθηκε, στο σημείο 19 της αποφάσεώς του, ότι «[τ]ο μόνο ορατό χαρακτηριστικό του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος [ήταν] το ανώτερο μέρος της πλάκας». Επομένως, δεδομένου ότι, κατά την κρίση του, αυτό το ορατό χαρακτηριστικό του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος ήταν ταυτόσημο με «το χαρακτηριστικό που απεικονίζεται στο D1», αποφάνθηκε ότι το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα δεν χαρακτηριζόταν από νεωτερισμό.

46. Με την προσφυγή της ενώπιον του τμήματος προσφυγών, η παρεμβαίνουσα υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι εσφαλμένως το τμήμα ακυρώσεων έκρινε ότι η πλάκα καλύψεως ήταν το μόνο ορατό στοιχείο του προϊόντος το οποίο αφορά το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα, μετά την εγκατάστασή του. Κατά την άποψή της, το πλαϊνό μέρος της πλάκας καλύψεως, καθώς και οι αυλακώσεις σε αμφότερες τις πλευρές της ήταν επίσης ορατά στοιχεία. Ως εκ τούτου, το τμήμα ακυρώσεων δεν προέβη σε σύγκριση του συνόλου των χαρακτηριστικών του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος με τα «χαρακτηριστικά που απεικονίζονται στο D1», με αποτέλεσμα να είναι εσφαλμένο το συμπέρασμα της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων, κατά το οποίο το εν λόγω σχέδιο ή υπόδειγμα στερούνταν νεωτερισμού.

47. Από την προσεκτική ανάγνωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, παρά την κάπως ασαφή διατύπωση, προκύπτει ότι το επιχείρημα κατά το οποίο το ανώτερο μέρος της πλάκας καλύψεως δεν είναι το μόνο στοιχείο αυτής που παραμένει ορατό μετά την εγκατάσταση του προσδιοριζόμενου από το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα «σιφωνίου ντους» (shower drain) έγινε δεκτό από το τμήμα προσφυγών. Το τμήμα αυτό επισημαίνει συγκεκριμένα, στο σημείο 31 της εν λόγω αποφάσεως, ότι «το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα απαρτίζεται από πλάκα καλύψεως ορθογώνιου σχήματος, αλλά και από στενές πλευρικές αυλακώσεις και αυλακώσεις των εξωτερικών άκρων του σιφωνίου του ντους, όλα δε τα στοιχεία αυτά είναι ορατά κατά τη συνήθη χρήση».

48. Επισημαίνεται συναφώς ότι το προϊόν το οποίο αφορά το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα απαρτίζεται, όπως ορθώς διαπίστωσε το τμήμα ακυρώσεων, από μια πλάκα καλύψεως, μια δεξαμενή και μια σύνδεση σιφωνίου ντους. Ειδικότερα, το νερό του ντους ρέει προς τη δεξαμενή και, μέσω του σιφωνίου, οδηγείται προς την αποχέτευση. Η δεξαμενή καλύπτεται από την πλάκα καλύψεως, ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της οποίας είναι ότι είναι συμπαγής, δηλαδή δεν περιλαμβάνει, στην επιφάνειά της, οπές οι οποίες να επιτρέπουν τη ροή του νερού προς τη δεξαμενή. Η ροή του νερού προς τη δεξαμενή πραγματοποιείται από δύο αυλακώσεις, στα πλαϊνά μέρη των μακριών πλευρών της πλάκας καλύψεως.

49. Μετά την εγκατάσταση του «σιφωνίου ντους (shower drain)» το οποίο αφορά το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα, ήτοι μετά την ενσωμάτωσή του στο δάπεδο του ντους, δεν είναι ορατό μόνον το ανώτερο μέρος της πλάκας καλύψεως, αλλά είναι ορατές, όπως ορθώς διαπίστωσε το τμήμα προσφυγών στο σημείο 31 της προσβαλλομένης αποφάσεως, και οι δύο πλευρικές αυλακώσεις καθώς και το ανώτερο μέρος του χείλους της δεξαμενής. Σε αυτό το τελευταίο στοιχείο παραπέμπει το τμήμα προσφυγών όταν αναφέρεται στα «εξωτερικά άκρα» του «σιφωνίου ντους (shower drain)». Επιπλέον, από τις εν λόγω εκτιμήσεις συνάγεται ότι η φράση του σημείου 31 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία παρατίθεται στην ανωτέρω σκέψη 47, πρέπει να εκληφθεί υπό την έννοια ότι το τμήμα προσφυγών έκρινε, όπως και η παρεμβαίνουσα, ότι ορατά μέρη, «κατά τη συνήθη χρήση» του σιφωνίου ντους (shower drain) το οποίο αφορά το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα, ήτοι μετά την εγκατάστασή του, ήταν όχι μόνο το ανώτερο μέρος της πλάκας καλύψεως αλλά και τα λοιπά προαναφερθέντα στοιχεία του προϊόντος αυτού.

50. Κατόπιν των ανωτέρω, επιβάλλεται η ανάλυση του μόνου λόγου προσφυγής τον οποίο προβάλλει η προσφεύγουσα.

51. Στο πλαίσιο της προσφυγής, η προσφεύγουσα δεν προβάλλει επιχειρήματα ικανά να αμφισβητήσουν τις εκτιθέμενες στις ανωτέρω σκέψεις 47 έως 49 εκτιμήσεις. Αμφισβητεί κατά βάση τους όρους της συγκρίσεως στην οποία προέβη το τμήμα προσφυγών μεταξύ του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος και του «προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος», μνεία στο οποίο γίνεται στο σημείο 31 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά την άποψή της, το συγκεκριμένο σημείο της προσβαλλομένης αποφάσεως πάσχει από εσφαλμένη ερμηνεία, εκ μέρους του τμήματος προσφυγών, του σημείου 19 της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων.

52. Η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι το τμήμα ακυρώσεων χρησιμοποίησε στην απόφασή του τη συντομογραφία «D1» για να αναφερθεί στο σύνολο των αποσπασμάτων των καταλόγων Blücher που είχαν περιληφθεί στον φάκελο και όχι μόνον στην παρατιθέμενη στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνα, η οποία έχει επίσης παρατεθεί στο σημείο 8 της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων. Η εν λόγω εικόνα αποτελεί απλώς μέρος του καλούμενου ως «D1» εγγράφου στην απόφαση του τμήματος προσφυγών. Εξάλλου, κατά την προσφεύγουσα, η διαπίστωση του τμήματος ακυρώσεων, η οποία περιλαμβάνεται στο σημείο 8 της αποφάσεώς του, δεν ήταν απολύτως ορθή, δεδομένου ότι η εικόνα αυτή δεν απεικόνιζε «αύλακα απορροής υδάτων» αλλά απλώς μια «σχάρα βάσεως» ενός αύλακα απορροής υδάτων. Η προσφεύγουσα διευκρινίζει ότι ως «σχάρα βάσεως» πρέπει να νοηθεί μια σχάρα τοποθετημένη εντός δεξαμενής απορροής η οποία είχε στερεωθεί στο δάπεδο. Η σχάρα αυτή δεν ήταν διάτρητη στην οριζόντια επιφάνειά της, με αποτέλεσμα τα προς απορροή ύδατα να μπορούν να κατευθυνθούν μόνον κατά μήκος των πλευρών της σχάρας.

53. Η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η «σχάρα βάσεως» η οποία εμφαίνεται στην παρατιθέμενη στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνα αντιστοιχεί στη «σχάρα βάσεως» του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος. Αμφότερες έχουν κατασκευαστεί από ανοξείδωτο χάλυβα και έχουν σχήμα επιμήκους τετράπλευρου. Καμία εξ αυτών δεν είναι διάτρητη στην οριζόντια επιφάνειά της, με αποτέλεσμα τα προς απορροή υγρά να μπορούν να κατευθυνθούν προς τη δεξαμενή απορροής μόνον από τις πλευρές. Η προσφεύγουσα διευκρινίζει συναφώς ότι μόνη λειτουργία της ορατής οπής επί της πλάκας η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της εν λόγω εικόνας είναι να καθιστά δυνατό το ανασήκωμα της σχάρας της δεξαμενής προς καθαρισμό. Συνάγει εξ αυτού ότι η προαναφερθείσα εικόνα δεν απεικονίζει τίποτε άλλο πέραν μιας ορθογώνιας σχάρας καλύψεως, δηλαδή μια «σχάρα βάσεως», προελεύσεως της δανικής επιχειρήσεως Blücher, του 1998 και της οποίας ο σχεδιασμός είναι της μορφής «Spaltrost» (στη γερμανική γλώσσα) ή «Spalterist» (στη δανική γλώσσα), όρος ο οποίος σημαίνει «σχάρα με σχισμές».

54. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από σφάλμα, στο μέτρο που αναφέρει, στο σημείο 31, ότι «το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα (D1) απαρτίζεται από σιφώνιο ντους [(shower drain)] πολύ απλό και ορθογώνιο αποτελούμενο από πλάκα καλύψεως με οπή». Είναι δε πασίδηλο ότι η απορροή του ντους δεν αποτελείται μόνον από πλάκα καλύψεως, η οποία, όπως υποδηλώνει το όνομά της, χρησιμοποιείται με σκοπό καλύψεως, εν προκειμένω της απορροής του ντους ή της δεξαμενής απορροής. Κατά την άποψή της, το τμήμα προσφυγών δεν έλαβε, επομένως, υπόψη το γεγονός ότι η παρατιθέμενη στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνα παρουσιάζει μόνον την εμφάνιση πλάκας καλύψεως και όχι την πλήρη, ορατή κατά τη συνήθη χρήση, εμφάνιση της απορροής του ντους που αποτελεί το περιλαμβανόμενο στους καταλόγους Blücher προγενέστερο υπόδειγμα ή σχέδιο.

55. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, δηλαδή, ότι από τα σημεία 7 και 31 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών εσφαλμένως συνέκρινε την ορατή εμφάνιση κατά τη συνήθη χρήση του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος με τη μόνη πλάκα καλύψεως η οποία εμφαίνεται στην παρατιθέμενη στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνα. Δύναται, όμως, να συναχθεί από το περιεχόμενο των καταλόγων Blücher, τους οποίους προσκόμισε η προσφεύγουσα ενώπιον του ΓΕΕΑ, ότι η «σχάρα βάσεως» η οποία εμφαίνεται στην εικόνα αυτή έπρεπε να τοποθετείται μεταξύ των εξωτερικών άκρων στη δεξιά πλευρά της δεξαμενής απορροής και ότι η επιφάνεια του δαπέδου που περιέβαλλε τη δεξαμενή, τα εξωτερικά άκρα στη δεξιά πλευρά της δεξαμενής, καθώς και η «σχάρα βάσεως» που ήταν τοποθετημένη μεταξύ τους, βρίσκονταν στο ίδιο ύψος. Το ίδιο ίσχυε και για το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα.

56. Εξάλλου, από το περιεχόμενο των καταλόγων Blücher προέκυπτε ότι η πλάκα καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνα, όπως και οι πλάκες καλύψεως άλλων τύπων, προοριζόταν να τοποθετείται μεταξύ των δεξιών άκρων της δεξαμενής απορροής που είναι εγκατεστημένη στο έδαφος. Η ίδια η δεξαμενή απορροής εμφαίνεται στην πρώτη και στην τελευταία σελίδα των επίμαχων καταλόγων, με τη διαφορά ότι, στην εικόνα αυτή, δεν συνοδευόταν από σχάρα διάτρητη στην επιφάνειά της.

57. Κατά την προσφεύγουσα, όταν η πλάκα καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας τοποθετείται εντός δεξαμενής απορροής όπως η απεικονιζόμενη στους καταλόγους Blücher, η διάταξη αυτή της απορροής του ντους έχει, κατά τη συνήθη χρήση, εμφάνιση η οποία περιλαμβάνει όχι μόνον την πλάκα καλύψεως, αλλά και, αντιθέτως προς την κρίση του τμήματος προσφυγών, τις πλευρές ή τις άκρες της εν λόγω πλάκας, τις σχισμές κατά μήκος των πλευρών της πλάκας καθώς και τα εξωτερικά άκρα της δεξαμενής απορροής.

58. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατά συνέπεια, ότι το τμήμα προσφυγών στήριξε την προσβαλλόμενη απόφαση επί ανακριβούς αιτιολογίας καθώς και επί εσφαλμένης συγκρίσεως των επίμαχων σχεδίων ή υποδειγμάτων.

59. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω σκέψεις 45 έως 47, ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι, μετά την εγκατάσταση του σιφωνίου ντους (shower drain) που απεικονίζεται στο επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα, η οριζόντια επιφάνεια της πλάκας καλύψεως δεν ήταν το μόνο στοιχείο της το οποίο παρέμενε ορατό. Το τμήμα ακυρώσεων, το οποίο κατέληξε στο αντίθετο συμπέρασμα, στο σημείο 16 της αποφάσεώς του, υπέπεσε επομένως σε σφάλμα το οποίο κλήθηκε να διορθώσει το τμήμα προσφυγών.

60. Το τμήμα προσφυγών δεν συνήγαγε, όμως, με την απόφασή του, τα ορθά συμπεράσματα εκ του σφάλματος που διαπίστωσε.

61. Είναι ακριβές ότι, προκειμένου να εκτιμήσει τον νεωτερισμό του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος, το τμήμα ακυρώσεων εσφαλμένως προέβη σε σύγκριση μεταξύ της μόνης πλάκας καλύψεως που περιλαμβάνεται στο επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα με την πλάκα καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας. Παρά ταύτα, τούτο δεν σημαίνει ότι είναι δυνατή η εκτίμηση του νεωτερισμού του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος συγκρίνοντας όλα τα στοιχεία αυτού τα οποία παραμένουν ορατά μετά την εγκατάστασή του, με τη μόνη πλάκα η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της επίμαχης εικόνας. Τούτο στην πραγματικότητα θα συνεπαγόταν τη σύγκριση μεταξύ, αφενός, του συνόλου των ορατών στοιχείων μιας διατάξεως απορροής ντους (η οποία απεικονίζεται στο επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα) και, αφετέρου, του μόνου στοιχείου της προγενέστερης απορροής ντους.

62. Συναφώς δεν είναι αναγκαίο να εξετασθεί αν, όπως προβάλλει η προσφεύγουσα (βλ. ανωτέρω σκέψη 54), είναι πασίδηλο ότι η απορροή ντους δεν αποτελείται μόνον από πλάκα καλύψεως. Αρκεί η διαπίστωση ότι, σε κάθε περίπτωση, από την εξέταση των στοιχείων που προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιον του ΓΕΕΑ δεν ήταν δυνατό να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η πλάκα καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας αποτελούσε απλώς μέρος της διατάξεως απορροής υγρών και ότι, κατά συνέπεια, για την εκτίμηση του νεωτερισμού του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος ήταν αναγκαία η σύγκριση μεταξύ των ορατών χαρακτηριστικών, μετά την εγκατάσταση, αυτού του σχεδίου ή υποδείγματος και των ορατών χαρακτηριστικών, μετά την εγκατάσταση, του προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος, μέρος του οποίου αποτελούσε η προαναφερθείσα πλάκα καλύψεως.

63. Συγκεκριμένα, πρώτον, στους καταλόγους Blücher, αποσπάσματα των οποίων προσκόμισε η προσφεύγουσα, της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας προηγείτο ο τίτλος «Roste für Rinnen und Aufsatzstücke» ο οποίος σημαίνει «Σχάρες για αύλακες και ανώτερα μέρη». Είναι, επομένως, σίγουρο ότι η πλάκα η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της εικόνας αυτής δεν αποτελούσε απλώς πλάκα καλύψεως, λειτουργούσα ως σχάρα διατάξεως απορροής υγρών, και δεν απεικόνιζε το σύνολο της διατάξεως αυτής.

64. Δεύτερον, μια άλλη σελίδα (σελίδα 21) των επίμαχων καταλόγων, την οποία επίσης προσκόμισε η προσφεύγουσα ενώπιον του ΓΕΕΑ, περιλάμβανε διάγραμμα όπου γινόταν αναφορά στον τρόπο με τον οποίο διάφορα προσφερόμενα από την επιχείρηση στοιχεία μπορούσαν να συνδυασθούν προκειμένου να κατασκευασθεί η πλήρης διάταξη της απορροής υγρών. Ειδικότερα, το διάγραμμα αυτό έδειχνε έξι τύπους σχάρας, εκ των οποίων η μία δεν ήταν διάτρητη, που μπορούσαν να στερεωθούν σε δεξαμενή, η οποία, με τη σειρά της, στερεώνονταν επί σιφωνίου. Οι εν λόγω σχάρες είχαν τετράγωνο και όχι επίμηκες σχήμα, αλλά είναι προφανές ότι η ίδια αρχή μπορούσε να εφαρμοστεί και σε σχάρες διαφορετικού σχήματος ή διαφορετικών διαστάσεων.

65. Επισημαίνεται συναφώς ότι η μη διάτρητη σχάρα (πλάκα καλύψεως) η οποία απεικονίζεται στο διάγραμμα αυτό έφερε τον αριθμό μοντέλου 697.200.200.20. Από τη σελίδα 34 του ιδίου καταλόγου προκύπτει ότι επρόκειτο για παραλλαγή, τετράγωνου σχήματος, της σειράς πλακών καλύψεως «Spaltrost», την οποία προσφέρει η επιχείρηση Blücher. Η ίδια σειρά περιλάμβανε και άλλα μοντέλα (υπ’ αριθ. 697.200.075.99, 697.200.150.99 και 697.200.200.99) με ίδια εμφάνιση (ήτοι άνευ οπών επί της οριζόντιας επιφάνειας) αλλά επιμήκους σχήματος. Εξάλλου, η επίμαχη σελίδα περιλάμβανε, δίπλα στις διαστάσεις των μοντέλων αυτών, απεικόνιση πλάκας καλύψεως ταυτόσημη με την πλάκα η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας. Επομένως, από την ανάγνωση των καταλόγων αυτών, μπορούσε εύκολα να συναχθεί το συμπέρασμα ότι όλοι οι περιλαμβανόμενοι σε αυτούς τύποι σχάρας (ή πλάκας καλύψεως) μπορούσαν να συνδυασθούν με άλλα στοιχεία, τα οποία επίσης προσφέρει η εταιρία Blücher, προκειμένου να κατασκευασθεί διάταξη απορροής υγρών.

66. Τρίτον, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η πρώτη και η τελευταία σελίδα των καταλόγων Blücher, οι οποίες περιλαμβάνονται μεταξύ των αποσπασμάτων των καταλόγων αυτών τους οποίους η ίδια προσκόμισε ενώπιον του ΓΕΕΑ, περιείχαν εικόνες διατάξεως απορροής ύδατος επιμήκους σχήματος προσφερόμενης από την εταιρία Blücher, με τη διαφορά ότι συνοδευόταν, στις δύο αυτές εικόνες, από πλάκα καλύψεως διάτρητη στην οριζόντια επιφάνειά της (σχάρα).

67. Τέταρτον, επισημαίνεται περαιτέρω ότι από τις παραγράφους 15 και 16 των παρατηρήσεων της προσφεύγουσας, της 2ας Απριλίου 2010, ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων του ΓΕΕΑ, προκύπτει σαφώς ότι οι μη διάτρητες πλάκες καλύψεως των καταλόγων Blücher, μεταξύ των οποίων και η πλάκα η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνα, δεν αποτελούσαν μέρος της διατάξεως απορροής υγρών και δεν σχημάτιζαν, από μόνες τους, τέτοια διάταξη.

68. Τέλος, πέμπτον, επισημαίνεται ότι ούτε η παρεμβαίνουσα αμφισβήτησε, ενώπιον των τμημάτων του ΓΕΕΑ, το γεγονός ότι η πλάκα καλύψεως τύπου «Spaltrost», η οποία προσφέρεται από την εταιρία Blücher, προοριζόταν να χρησιμοποιηθεί ως μέρος διατάξεως απορροής υγρών. Αντιθέτως, στο παράρτημα 11 των από 27 Ιουνίου 2010 παρατηρήσεών της ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων, η παρεμβαίνουσα προσκόμισε αποσπάσματα άλλου καταλόγου της εταιρίας Blücher, όπου απεικονιζόταν πλάκα καλύψεως όπως αυτή η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της περιλαμβανόμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας, τοποθετημένης επί δεξαμενής περιλαμβάνουσας, στο κάτω μέρος, σιφώνιο απορροής. Υπενθυμίζει, εξάλλου, το γεγονός αυτό στο υπόμνημά της αντικρούσεως.

69. Είναι, βεβαίως, αληθές ότι η παρεμβαίνουσα προσκόμισε το έγγραφο αυτό προς στήριξη του επιχειρήματός της, το οποίο, εξάλλου, επανέλαβε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, κατά το οποίο η επίμαχη πλάκα καλύψεως της εταιρίας Blücher και οι διατάξεις απορροής υγρών επί των οποίων μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, δεν προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν σε ντους, αλλά προορίζονταν για βιομηχανική χρήση. Συγκεκριμένα, από το περιεχόμενο στην ίδια σελίδα με την απεικόνιση αυτή κείμενο, στο απόσπασμα του καταλόγου που προσκόμισε η παρεμβαίνουσα ενώπιον του ΓΕΕΑ, προκύπτει σαφώς ότι πρόκειται για διατάξεις απορροής υγρών, χρησιμοποιούμενες στη βιομηχανία τροφίμων.

70. Παρά ταύτα, τούτο ουδόλως αναιρεί το γεγονός ότι προκύπτει σαφώς από την ίδια αυτή απεικόνιση ότι η πλάκα καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας δεν αποτελούσε, από μόνη της, διάταξη απορροής υγρών (ή σιφώνιο ντους, κατά την κρίση του τμήματος προσφυγών), αλλά ότι ήταν απλώς μέρος τέτοιας διατάξεως. Επομένως, εσφαλμένως το τμήμα προσφυγών, προκειμένου να εκτιμήσει τον νεωτερισμό του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος, προέβη σε σύγκριση μεταξύ των ορατών χαρακτηριστικών, μετά την εγκατάσταση, αυτού του σχεδίου ή υποδείγματος και της εν λόγω μόνης πλάκας.

71. Οι ανωτέρω εκτιμήσεις δεν αναιρούνται από τα επιχειρήματα του ΓΕΕΑ ή της παρεμβαίνουσας.

72. Το ΓΕΕΑ επικαλείται την απόφαση της 22ας Ιουνίου 2010, Shenzhen Taiden κατά ΓΕΕΑ — Bosch Security Systems (Εξοπλισμός επικοινωνιών) (T‑153/08, Συλλογή, EU:T:2010:248, σκέψεις 23 και 24). Κατά την άποψή του, από την απόφαση αυτή απορρέει ότι, στο μέτρο που το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002 αναφέρεται σε διαφορά μεταξύ της συνολικής εντυπώσεως που δημιουργούν τα επίμαχα σχέδια ή υποδείγματα, η εξέταση του ατομικού χαρακτήρα ενός κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σε σχέση με ειδικά στοιχεία που αντλούνται από προγενέστερα διαφορετικά σχέδια ή υποδείγματα. Επομένως, πρέπει να γίνει σύγκριση μεταξύ, αφενός, της συνολικής εντυπώσεως που δημιουργεί το επίμαχο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα και, αφετέρου, της συνολικής εντυπώσεως που δημιουργεί καθένα από τα προγενέστερα σχέδια ή υποδείγματα που νομίμως προβάλλει ο αιτών την κήρυξη ακυρότητας.

73. Το ΓΕΕΑ υποστηρίζει ότι το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής, το οποίο εφαρμόζεται ως προς τον ατομικό χαρακτήρα σχεδίου ή υποδείγματος, εκτείνεται a fortiori στην εξέταση του νεωτερισμού. Επομένως, τα χαρακτηριστικά διαφορετικών προγενέστερων σχεδίων ή υπο δειγμάτων δεν μπορούσαν να συνδυασθούν ώστε να αμφισβητηθεί ο νεωτερισμός πλέον πρόσφατου σχεδίου ή υποδείγματος.

74. Επιβάλλεται η απόρριψη του επιχειρήματος αυτού ως στηριζόμενου σε παρανόηση του επιχειρήματος της προσφεύγουσας. Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα δεν προσάπτει στο τμήμα προσφυγών ότι δεν άντλησε ειδικά στοιχεία από διαφορετικά προγενέστερα σχέδια ή υποδείγματα, προκειμένου να τα συγκρίνει με το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα, αλλά ότι συνέκρινε το σύνολο του σιφωνίου ντους (shower drain) που συνιστά το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα με μέρος μόνον, και όχι με το σύνολο, της διατάξεως απορροής υγρών, που προσφέρει η εταιρία Blücher και επικαλείται προς στήριξη της αιτήσεως ακυρώσεως.

75. Το ΓΕΕΑ υποστηρίζει, επίσης, ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι υπάρχει προγενέστερο του επίμαχου σχέδιο ή υπόδειγμα, το οποίο να διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος. Κατά την άποψή του, η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας στηρίζεται στη σύγκριση δύο διαφορετικών σχεδίων ή υποδειγμάτων. Καίτοι διατέθηκαν στο κοινό με τους ίδιους καταλόγους (τους καταλόγους Blücher), τα δύο αυτά σχέδια ή υποδείγματα δεν μπορούν να απεικονίζονται μαζί. Εκτιμά ότι, ακόμη και αν οι κατάλογοι Blücher συνιστούν διάθεση στο κοινό, υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002, έκαστο των σχεδίων ή υποδειγμάτων των καταλόγων αυτών θα έπρεπε να τύχει επιμέρους συγκρίσεως με το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα.

76. Το επιχείρημα αυτό στηρίζεται στην παραδοχή ότι καμία απεικόνιση της πλάκας καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας, τοποθετημένης εντός δεξαμενής απορροής επιμήκους σχήματος και αποτελούσας, με τον τρόπο αυτό, πλήρη διάταξη απορροής υγρών, δεν είχε προσκομισθεί ενώπιον του ΓΕΕΑ. Συγκεκριμένα, της αναλύσεως του επιχειρήματος αυτού στο υπόμνημα αντικρούσεως του ΓΕΕΑ, προηγείται επιχειρηματολογία προκειμένου να αποδειχθεί, ορθώς (βλ. ανωτέρω σκέψεις 22 και 23), ότι το έγγραφο στη σελίδα 76 του παραρτήματος A.9 της προσφυγής δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη. Προκύπτει, όμως, από την ανωτέρω σκέψη 68 ότι η παραδοχή επί της οποίας στηρίζεται το υπό εξέταση επιχείρημα του ΓΕΕΑ είναι εσφαλμένη, όπερ αρκεί για την απόρριψή του.

77. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να τονισθεί ότι, γενικότερα, σε περίπτωση σχεδίου ή υποδείγματος αποτελούμενου από περισσότερα συστατικά μέρη, πρέπει να θεωρείται ότι αυτό διατέθηκε στο κοινό, υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002, όταν όλα τα συστατικά μέρη έχουν διατεθεί στο κοινό και έχει σαφώς επισημανθεί ότι αυτά τα συστατικά μέρη προορίζονταν να συνδυασθούν μεταξύ τους ώστε να αποτελέσουν συγκεκριμένο προϊόν, καθιστώντας επομένως δυνατό τον προσδιορισμό του σχήματος και των χαρακτηριστικών αυτού του σχεδίου ή υποδείγματος.

78. Τούτο σημαίνει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι σχέδιο ή υπόδειγμα είναι νέο, υπό την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 6/2002, όταν συνιστά απλώς συνδυασμό σχεδίων ή υποδειγμάτων τα οποία έχουν ήδη διατεθεί στο κοινό και ως προς τα οποία έχει ήδη επισημανθεί ότι προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν μαζί.

79. Εν προκειμένω, τούτο σημαίνει ότι, στο μέτρο που, για τους λόγους που εκτίθενται στις ανωτέρω σκέψεις 63 έως 67, προέκυπτε σαφώς από τους καταλόγους Blücher ότι η πλάκα καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας προοριζόταν να συνδυασθεί με δεξαμενές και σιφώνια προσφερόμενα από την επιχείρηση Blücher και περιεχόμενα στους καταλόγους αυτούς, προκειμένου να αποτελέσει πλήρη διάταξη απορροής υγρών, απόκειτο στο ΓΕΕΑ, για την εκτίμηση του νεωτερισμού του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος, να το συγκρίνει, μεταξύ άλλων, με απορροή υγρών αποτελούμενη από την επίμαχη πλάκα καλύψεως, σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία διατάξεως απορροής υγρών προσφερόμενα από την επιχείρηση Blücher, ακόμη και αν καμία απεικόνιση με αυτόν τον συνδυασμό δεν περιλαμβανόταν στους εν λόγω καταλόγους.

80. Το ΓΕΕΑ υποστηρίζει περαιτέρω ότι η παρουσία οπής στην πλάκα καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας συνιστά πρόσθετο στοιχείο το οποίο την διαφοροποιεί από το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα, και τούτο ακόμη και αν το τμήμα προσφυγών δεν μνημόνευσε τη διαφορά αυτή.

81. Το επιχείρημα αυτό πρέπει, επίσης, να απορριφθεί. Αφενός, δεν είναι δυνατό να απορριφθεί το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από σφάλμα, κάνοντας αναφορά σε στοιχείο μη μνημονευόμενο στην εν λόγω απόφαση. Αφετέρου και κατά κύριο λόγο, το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το τμήμα προσφυγών συνίσταται, σύμφωνα με το επιχείρημα της προσφεύγουσας το οποίο το Γενικό Δικαστήριο κρίνει βάσιμο, στο γεγονός ότι το τμήμα προσφυγών συνέκρινε το σύνολο της διατάξεως (σιφώνιο ντους) που αποτελεί το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα μόνον με ένα συστατικό μέρος προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος. Τούτο σημαίνει ότι το σφάλμα συνίσταται σε αυτόν καθαυτόν τον προσδιορισμό του προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος που έπρεπε να λάβει υπόψη για τους σκοπούς της συγκρίσεως αυτής και όχι, όπως προκύπτει ότι το επιχείρημα αυτό του ΓΕΕΑ το εκλαμβάνει, στα χαρακτηριστικά του εν λόγω σχεδίου ή υποδείγματος.

82. Η παρεμβαίνουσα, από τη μεριά της, υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα είχε κατά κύριο λόγο υποστηρίξει ενώπιον του ΓΕΕΑ ότι το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα δεν ήταν νέο λαμβανομένης υπόψη της μόνης πλάκας που περιλαμβάνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας, είναι κατανοητό το ότι τόσο το τμήμα ακυρώσεων όσο και το τμήμα προσφυγών στήριξαν τις αποφάσεις τους σε σύγκριση του εν λόγω σχεδίου ή υποδείγματος με τη μόνη αυτή πλάκα.

83. Το επιχείρημα αυτό πρέπει, επίσης, να απορριφθεί. Υπενθυμίζεται ότι, ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων, η προσφεύγουσα είχε προβάλει σειρά στοιχείων προς στήριξη της απόψεώς της ότι το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα δεν ήταν νέο και δεν είχε ατομικό χαρακτήρα. Το τμήμα ακυρώσεων, αφού έκρινε ότι το μόνο ορατό στοιχείο του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος, μετά την εγκατάσταση, ήταν η πλάκα του καλύψεως και ότι η πλάκα αυτή ήταν ταυτόσημη με την πλάκα η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας, δέχθηκε, επί της βάσεως αυτής, την αίτηση περί κηρύξεως ακυρότητας. Ως εκ τούτου, δεν προέβη σε σύγκριση του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος με άλλα σχέδια ή υποδείγματα, περιλαμβανόμενα στα προσκομισθέντα από την προσφεύγουσα έγγραφα.

84. Στον βαθμό, όμως, που το τμήμα προσφυγών έκρινε, ορθώς, ότι άλλα στοιχεία του σιφωνίου ντους το οποίο απεικονιζόταν στο επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα παρέμεναν ορατά μετά την εγκατάσταση, δεν μπορούσε, όπως ήδη αναφέρθηκε, να συγκρίνει το εν λόγω σχέδιο ή υπόδειγμα με τη μόνη πλάκα καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας. Προκειμένου να εκτιμήσει τον νεωτερισμό του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος, όφειλε να εξετάσει την ύπαρξη μη επουσιωδών διαφορών μεταξύ όλων των ορατών χαρακτηριστικών αυτού του σχεδίου ή υποδείγματος και όλων των ορατών χαρακτηριστικών του προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος του οποίου έγινε επίκληση, χωρίς να περιορισθεί στη μόνη πλάκα καλύψεως η οποία αποτελούσε μέρος του προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος.

85. Η παρεμβαίνουσα υποστηρίζει, επίσης, ότι, παρά το ότι η προσφεύγουσα προέβαλε, ενώπιον του τμήματος προσφυγών, ότι ήταν δυνατό να εγκατασταθεί η μόνη πλάκα καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας εντός ορθογώνιας δεξαμενής επιμήκους σχήματος με άκρο το οποίο παρέμενε ορατό μετά την εγκατάσταση, εντούτοις δεν τεκμηρίωσε τα επιχειρήματα αυτά με αποδεικτικά στοιχεία, καθώς δεν απεικονιζόταν τέτοια εγκατάσταση στους καταλόγους Blücher. Στο πλαίσιο αυτό, η παρεμβαίνουσα υπενθυμίζει ότι το περιεχόμενο στη σελίδα 76 του παραρτήματος A.9 της προσφυγής έγγραφο, όπου απεικονίζεται η επίμαχη πλάκα καλύψεως εγκατεστημένη εντός δεξαμενής επιμήκους σχήματος, δεν προσκομίσθηκε ενώπιον του ΓΕΕΑ και δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη.

86. Παρά ταύτα, για τους λόγους που ήδη εκτέθηκαν στις ανωτέρω σκέψεις 63 έως 70, τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.

87. Επομένως, ο μόνος λόγος προσφυγής είναι βάσιμος.

88. Όπως, όμως, αναφέρθηκε στην ανωτέρω σκέψη 20, με το δεύτερο σκέλος των αιτημάτων της, η προσφεύγουσα ζητεί κατ’ ουσία τη μεταρρύθμιση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά τρόπο ώστε η προσφυγή της παρεμβαίνουσας ενώπιον του τμήματος προσφυγών να απορριφθεί και η απόφαση του τμήματος ακυρώσεων, η οποία δέχθηκε την αίτηση περί κηρύξεως ακυρότητας, να επιβεβαιωθεί, και, εφόσον ενδείκνυται, να αντικατασταθεί η αιτιολογία της τελευταίας αυτής αποφάσεως. Επιβάλλεται, επομένως, να εξετασθεί αν δύναται να ευδοκιμήσουν τα αιτήματα της προσφεύγουσας περί μεταρρυθμίσεως.

Ως προς το βάσιμο του δευτέρου αιτήματος της προσφεύγουσας

89. Επισημαίνεται ότι ο έλεγχος τον οποίο ασκεί το Γενικό Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 61 του κανονισμού 6/2002 είναι έλεγχος της νομιμότητας των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών του ΓΕΕΑ και ότι δύναται να ακυρώσει ή να μεταρρυθμίσει την προσβαλλόμενη με προσφυγή απόφαση μόνον εάν, κατά τον χρόνο εκδόσεώς της, έπασχε πλημμέλεια δυνάμενη να στηρίξει έναν από τους λόγους ακυρώσεως ή μεταρρυθμίσεως που προβλέπει το άρθρο 61, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού. Επομένως, η εξουσία μεταρρυθμίσεως που αναγνωρίζεται στο Γενικό Δικαστήριο δεν σημαίνει ότι αυτό έχει την εξουσία να υποκαθιστά, με τη δική του, κρίση του τμήματος προσφυγών ούτε περαιτέρω να αποφαίνεται επί ζητήματος ως προς το οποίο δεν έχει ακόμη αποφανθεί το εν λόγω τμήμα. Επομένως, η άσκηση της εξουσίας μεταρρυθμίσεως πρέπει, καταρχήν, να περιορίζεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο, έχοντας ελέγξει την κρίση του τμήματος προσφυγών, είναι σε θέση να προσδιορίσει βάσει των αποδειχθέντων πραγματικών και νομικών στοιχείων την απόφαση που όφειλε να είχε λάβει το τμήμα προσφυγών (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 5ης Ιουλίου 2011, C‑263/09 P, Edwin κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή, EU:C:2011:452, σκέψεις 71 και 72).

90. Εν προκειμένω, είναι βεβαίως αληθές ότι το ζήτημα του νεωτερισμού του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος εξετάσθηκε τόσο από το τμήμα ακυρώσεων όσο και από το τμήμα προσφυγών. Παρά ταύτα, αναφέρθηκε ήδη ότι η εξέταση στην οποία προέβησαν αυτά τα τμήματα του ΓΕΕΑ έπασχε, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, από σφάλματα: το μεν τμήμα ακυρώσεων έκρινε, εσφαλμένως, ότι, μετά την εγκατάσταση του σιφωνίου ντους που απεικονίζεται στο επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα, το μόνο στοιχείο του που παρέμενε ορατό ήταν η πλάκα καλύψεως. Συνέκρινε, επομένως, αυτήν την πλάκα με την πλάκα η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας, χωρίς να λάβει υπόψη τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία των οποίων έγινε επίκληση ενώπιόν του από την προσφεύγουσα. Το δε τμήμα προσφυγών ορθώς εντόπισε το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το τμήμα ακυρώσεων, αλλά αντί να συγκρίνει τα ορατά στοιχεία, μετά την εγκατάσταση, του σιφωνίου ντους που απεικονίζεται στο επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα με τα ορατά στοιχεία άλλων προγενέστερων σχεδίων ή υποδειγμάτων τα οποία επικαλέστηκε η προσφεύγουσα, συμπεριλαμβανομένου εκείνου που αποτελούσε μέρος της πλάκας καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της εν λόγω εικόνας, το τμήμα προσφυγών περιορίσθηκε, εσφαλμένως, σε απλή σύγκριση μεταξύ του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος και αυτής της μόνης πλάκας.

91. Επομένως, η εξέταση του νεωτερισμού του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος, σε σχέση με προγενέστερα σχέδια ή υποδείγματα τα οποία επικαλέστηκε η προσφεύγουσα, δεν ήταν πλήρης. Ως εκ τούτου, τυχόν εξέταση από το Γενικό Δικαστήριο του νεωτερισμού του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος, από την άποψη του συνόλου των στοιχείων που επικαλέσθηκε η προσφεύγουσα ενώπιον των τμημάτων του ΓΕΕΑ θα συνεπαγόταν κατ’ ουσίαν την άσκηση διοικητικών και εξεταστικών αρμοδιοτήτων οι οποίες ανήκουν στο ΓΕΕΑ και, ως εκ τούτου, θα αντέβαινε στη θεσμική ισορροπία, από την οποία απορρέει η αρχή της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ ΓΕΕΑ και Γενικού Δικαστηρίου. Συνεπώς, με την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα συμφέροντα της προσφεύγουσας προστατεύονται επαρκώς (βλ., συναφώς, απόφαση Instrument d’écriture, ανωτέρω σκέψη 20, EU:T:2010:190, σκέψη 133· βλ., επίσης, συναφώς και κατ’ αναλογίαν, απόφαση VÖLKL, ανωτέρω σκέψη 29, EU:T:2011:739, σκέψη 121 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

92. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η απόρριψη του δευτέρου αιτήματος της προσφεύγουσας.

Ως προς το βάσιμο του δευτέρου αιτήματος της παρεμβαίνουσας

93. Όπως προαναφέρθηκε, με το δεύτερο αίτημά της, η παρεμβαίνουσα ζήτησε την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως για λόγο διαφορετικό από εκείνους τους οποίους προέβαλε η προσφεύγουσα. Προς στήριξη του αιτήματος αυτού, υποστηρίζει ότι το τμήμα προσφυγών ενήργησε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου κρίνοντας, στο σημείο 31 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η παρατιθέμενη στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνα παρίστανε σιφώνιο ντους ορθογώνιου σχήματος αποτελούμενο απλώς από πλάκα καλύψεως με οπή. Κατά την άποψή της, η κρίση αυτή ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τα προβληθέντα από τους διαδίκους κατά τη διαδικασία ενώπιον του ΓΕΕΑ και δεν ήταν αιτιολογημένη, γεγονός που καθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση αρκετά ασαφή.

94. Η παρεμβαίνουσα διευκρινίζει συναφώς ότι η παρατιθέμενη στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνα παρουσιάζει μόνον τις σχάρες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε αύλακες απορροής υγρών. Οι σχάρες αυτές συμπεριλαμβάνουν την πλάκα η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της εν λόγω εικόνας, η οποία είναι κλειστή στην οριζόντια επιφάνεια και επιτρέπει τη ροή των υγρών μόνον από τις πλευρικές σχισμές της.

95. Η παρεμβαίνουσα υποστηρίζει πάντως ότι από τα αποσπάσματα ενός εκ των καταλόγων Blücher, τους οποίους η ίδια προσκόμισε ενώπιον των τμημάτων του ΓΕΕΑ, προκύπτει ότι η πλάκα αυτή καλύψεως προοριζόταν για βιομηχανική χρήση και όχι για χρήση ως στοιχείο σιφωνίου ντους σε χώρο υγιεινής. Ειδικότερα, η απεικόνιση της πλάκας αυτής στον εν λόγω κατάλογο συνοδευόταν από εικονίδιο ενός ημιφορτηγού το οποίο, όπως επεξηγείται σε άλλη σελίδα του ιδίου καταλόγου, σήμαινε ότι το προϊόν προοριζόταν για βιομηχανική χρήση.

96. Η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε αιτιολογημένως αυτά τα επιχειρήματα ενώπιον του τμήματος προσφυγών. Απλώς αμφισβήτησε, εσφαλμένως άλλωστε, ότι το γεγονός αυτό είχε συνέπειες επί του βασίμου της αιτήσεώς της περί κηρύ ξεως ακυρότητας. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία χαρακτήρισε το επίμαχο προϊόν ως σιφώνιο ντους, είναι αναιτιολόγητη και ασαφής.

97. Στο υπόμνημα το οποίο κατέθεσε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 135, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι «δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο προβαλλόμενος από την παρεμβαίνουσα λόγος», καθώς είναι «πρωταρχικής σημασίας να δοθεί απάντηση στο ζήτημα αν το τμήμα προσφυγών μπορούσε νομίμως να κρίνει ότι το έγγραφο “D1” δεν [αφορούσε] τον [κατάλογο] Blücher, όπως έκρινε το τμήμα ακυρώσεων, αλλά απλώς την πλάκα καλύψεως» η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας. Κατά την άποψή της, ο προβαλλόμενος από την παρεμβαίνουσα λόγος αποσκοπεί στην πραγματικότητα να εκμεταλλευτεί την εννοιολογική σύγχυση που παρατηρείται στην προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τον καθορισμό της έννοιας του «D1», προκειμένου να επιτύχει τη σύγκριση του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος με την προαναφερθείσα μόνη πλάκα καλύψεως. Η προσφεύγουσα ζητεί, επομένως, την απόρριψη του λόγου αυτού.

98. Καθόσον η παρεμβαίνουσα επικαλείται, προς στήριξη του δευτέρου αιτήματός της, αθέτηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 62 του κανονισμού 6/2002, οι αποφάσεις του ΓΕΕΑ πρέπει να είναι αιτιολογημένες. Η υποχρέωση αυτή αιτιολογήσεως έχει το ίδιο περιεχόμενο με εκείνη που απορρέει από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ, κατά την οποία η συλλογιστική του εκδότη της πράξεως πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο. Η υποχρέωση αυτή έχει διττό σκοπό, ήτοι να παρέχεται η δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου προκειμένου να υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους, στον δε δικαστή της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ασκεί τον έλεγχο της νομιμότητας της αποφάσεως. Εντούτοις, δεν μπορεί να απαιτείται από τα τμήματα προσφυγών να παραθέτουν αιτιολογία που να ακολουθεί εξαντλητικά και έναν προς έναν όλους τους συλλογισμούς που διατύπωσαν ενώπιόν τους οι διάδικοι. Κατά συνέπεια, η αιτιολογία μπορεί να είναι έμμεση, υπό την προϋπόθεση ότι δίνει στους μεν ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να γνωρίσουν τους λόγους για τους οποίους εκδόθηκε η απόφαση του τμήματος προσφυγών, στο δε αρμόδιο δικαστήριο επαρκή στοιχεία για να ασκήσει τον έλεγχό του [βλ. απόφαση της 25ης Απριλίου 2013, Bell & Ross κατά ΓΕΕΑ — KIN (Αναπαράσταση ρολογιού), T‑80/10, EU:T:2013:214, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

99. Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεων αποτελεί ουσιώδη τύπο που πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα του βάσιμου της αιτιολογίας, δεδομένου ότι αυτό αφορά την ουσιαστική νομιμότητα της επίδικης πράξεως. Πράγματι, η αιτιολογία μιας αποφάσεως συνίσταται στην επίσημη έκφραση των λόγων στους οποίους στηρίζεται η απόφαση αυτή. Εάν η αιτιολογία αυτή πάσχει σφάλματα, αυτά πλήττουν την ουσιαστική νομιμότητα της αποφάσεως, όχι όμως την αιτιολογία της, η οποία μπορεί να είναι επαρκής μολονότι προβάλλει εσφαλμένους λόγους (βλ. απόφαση Αναπαράσταση ρολογιού, ανωτέρω σκέψη 98, EU:T:2013:214, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

100. Από την επιχειρηματολογία της προκύπτει ότι η παρεμβαίνουσα θεωρεί ότι η φύση του αντικειμένου που εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας και, ειδικότερα, το ζήτημα αν προορίζεται να χρησιμοποιηθεί ως στοιχείο ντους ή για βιομηχανική χρήση, ως μέρος δεξαμενής απορροής υγρών, ασκούσε επιρροή στην έκβαση της αιτήσεως της προσφεύγουσας περί κηρύξεως ακυρότητας. Αν υποτεθεί, όμως, ότι τούτο ισχύει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει επαρκή αιτιολογία συναφώς, στο μέτρο που αναφέρει, στο σημείο 31, ότι πρόκειται για «σιφώνιο ντους».

101. Στην πραγματικότητα, με την επιχειρηματολογία της, η παρεμβαίνουσα επιδιώκει να αμφισβητήσει το βάσιμο της επίμαχης διαπιστώσεως του τμήματος προσφυγών. Τούτο συνάγεται από την παραπομπή της παρεμβαίνουσας στην επιχειρηματολογία και στα έγγραφα που είχε επικαλεστεί ενώπιον του ΓΕΕΑ, βάσει των οποίων κατά την κρίση της αποδεικνυόταν ότι το επίμαχο αντικείμενο προοριζόταν για βιομηχανική χρήση. Κατ’ ουσία, η παρεμβαίνουσα εκτιμά ότι η προαναφερθείσα διαπίστωση του τμήματος προσφυγών είναι εσφαλμένη, κατά το μέρος που το τμήμα προσφυγών δεν έλαβε υπόψη ούτε την επιχειρηματολογία αυτή, ούτε τα εν λόγω έγγραφα, ούτε την απουσία αμφισβητήσεως εκ μέρους της προσφεύγουσας. Με τον τρόπο αυτό πρέπει, επίσης, να εκληφθεί το επιχείρημα της παρεμβαίνουσας κατά το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ως προς το σημείο αυτό «ασαφής».

102. Προ της εξετάσεως, όμως, εφόσον απαιτείται, του βασίμου της επίμαχης διαπιστώσεως του τμήματος προσφυγών, επιβάλλεται να εξετασθεί η λυσιτέλειά της όσον αφορά την εκτίμηση του βασίμου της αιτήσεως της προσφεύγουσας περί κηρύξεως ακυρότητας. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η παρεμβαίνουσα εμμένει ως προς το ζήτημα του ορθού προσδιορισμού του προϊόντος το οποίο εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας, καθώς εκτιμά ότι εφόσον αποδειχθεί ότι το προϊόν αυτό ήταν διαφορετικό από εκείνο (το σιφώνιο ντους) το οποίο αφορά το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα, το γεγονός αυτό επαρκεί για την απόρριψη της αιτήσεως της προσφεύγουσας περί κηρύξεως ακυρότητας (βλ. επίσης τις ανωτέρω σκέψεις 30 έως 35). Επομένως, πρέπει να διαπιστωθεί αν αυτή η τελευταία παραδοχή είναι ορθή.

103. Ειδικότερα, μόνον στην περίπτωση αυτή τυχόν σφάλμα του τμήματος προσφυγών κατά τον προσδιορισμό του προϊόντος το οποίο αφορά το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα μπορεί να δικαιολογήσει την ακύρωση της αποφάσεώς του, την οποία ζητεί η παρεμβαίνουσα με το δεύτερο αίτημά της.

104. Επισημαίνεται συναφώς ότι, ενώπιον των τμημάτων του ΓΕΕΑ, οι διάδικοι πραγματεύθηκαν το ζήτημα της λυσιτέλειας, όσον αφορά την αίτηση περί κηρύξεως ακυρότητας, της χρήσεως για την οποία προορίζονται τα προϊόντα τα οποία αφορούν, αντιστοίχως, τα προγενέστερα σχέδια ή υποδείγματα, τα οποία επικαλείται η προσφεύγουσα προς στήριξη του εν λόγω αιτήματός της, και το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα. Συγκεκριμένα, στις από 22 Ιουνίου 2010 παρατηρήσεις της ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων, η παρεμβαίνουσα υποστήριξε ότι τα προγενέστερα σχέδια ή υποδείγματα τα οποία επικαλείται η προσφεύγουσα, μεταξύ των οποίων τα περιεχόμενα στους καταλόγους Blücher, δεν αναιρούν τον νεωτερισμό και τον ατομικό χαρακτήρα του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος, καθόσον αφορούσαν διαφορετικά προϊόντα, ήτοι αύλακες απορροής υγρών, προοριζόμενα για βιομηχανική χρήση.

105. Προς στήριξη της απόψεώς της, η παρεμβαίνουσα επικαλέστηκε απόσπασμα της κοινής δηλώσεως των κυβερνήσεων των χωρών Μπενελούξ σχετικά με το πρωτόκολλο, της 20ής Ιουνίου 2002, για την τροποποίηση του ενιαίου νόμου Μπενελούξ περί σχεδίων και υποδειγμάτων (στο εξής: LBDM). Σκοπός της τροποποιήσεως αυτής ήταν η προσαρμογή της LBDM στην οδηγία 98/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1998, για τη νομική προστασία σχεδίων και υποδειγμάτων (ΕΕ L 289, σ. 28), της οποίας οι σχετικές με τον νεωτερισμό και τον ατομικό χαρακτήρα σχεδίου ή υποδείγματος διατάξεις έχουν κατ’ ουσίαν πανομοιότυπη διατύπωση με τις αντίστοιχες διατάξεις του κανονισμού 6/2002.

106. Ειδικότερα, το απόσπασμα της εν λόγω δηλώσεως, το οποίο επικαλείται η παρεμβαίνουσα, έχει ως εξής:

«Το δίκαιο των σχεδίων και υποδειγμάτων προστατεύει σήμερα τη νέα όψη προϊόντος το οποίο έχει χρηστική λειτουργία. Αυτές οι τρεις έννοιες —όψη, προϊόν και χρηστική λειτουργία— είναι άρρηκτα συνδεδεμένες, όπως το Hoge Raad (Ανώτατο Δικαστήριο) των Κάτω Χωρών επιβεβαίωσε στην απόφασή του της 10ης Μαρτίου 1995 (NJ 1995, 670, Kinderkapperstoel). Ένα υφιστάμενο αντικείμενο το οποίο αποκτά άλλη χρηστική λειτουργία από εκείνη που αποτελούσε αντικείμενο της καταχωρίσεως μπορεί πλέον να τύχει αυτοτελούς προστασίας ως σχέδιο ή υπόδειγμα, ακόμη και αν το αντικείμενο δεν υπέστη σημαντικές τροποποιήσεις και συνιστά το χαρακτηριστικό στοιχείο του προϊόντος το οποίο έχει τη νέα χρηστική λειτουργία. Καίτοι η οδηγία δεν αναγνωρίζει τη “χρηστική λειτουργία”, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, καθώς η προστασία συνδέεται, μέσω του υποδείγματος και του προϊόντος, με ένα αντικείμενο, ενώ περαιτέρω ένα παιδικό κάθισμα κομμωτηρίου είναι διαφορετικό αντικείμενο από ένα αυτοκινητάκι παιχνίδι.»

107. Η αναφορά στο απόσπασμα αυτό στο «παιδικό κάθισμα κομμωτηρίου» το οποίο είναι «διαφορετικό αντικείμενο από ένα αυτοκινητάκι παιχνίδι» αφορά τις περιστάσεις της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Hoge Raad der Nederlanden (Ανωτάτου Δικαστηρίου των Κάτω Χωρών) της 10ης Μαρτίου 1995, ανωτέρω σκέψη 106. Όπως προκύπτει από αντίγραφο της αποφάσεως αυτής, το οποίο προσκόμισε η παρεμβαίνουσα σε απάντηση αιτήσεως του Γενικού Δικαστηρίου για την προσκόμιση εγγράφων, η υπόθεση αυτή αφορούσε αίτηση καταχωρίσεως ως σχεδίου ή υποδείγματος προστατευόμενου στο έδαφος των χωρών Μπενελούξ, ενός παιδικού καθίσματος κομμωτηρίου το οποίο περιλάμβανε, ως κύριο στοιχείο, ένα αυτοκινητάκι παιχνίδι, το οποίο προφανώς ήδη διατίθετο στην αγορά των χωρών Μπενελούξ και ήταν γνωστό στο ενδιαφερόμενο κοινό. Το Hoge Raad έκρινε ότι ήταν δύσκολο να κατανοήσει τον λόγο για τον οποίο εξαιτίας του γεγονότος ότι ένα προϊόν αποτελούνταν, μεταξύ άλλων, από αντικείμενο με διαφορετική πρωτότυπη χρηστική λειτουργία, ήδη γνωστό στους οικείους κύκλους της βιομηχανίας και του εμπορίου, δεν μπορούσε να διαπιστωθεί ότι επρόκειτο για προϊόν με νέα όψη, δυνάμενο να προστατευθεί ως καταχωρισμένο σχέδιο ή υπόδειγμα.

108. Στη σκέψη 20 της αποφάσεώς του, το τμήμα ακυρώσεων απέρριψε την επιχειρηματολογία αυτή της παρεμβαίνουσας ως αλυσιτελή. Κατά την κρίση του, «η χρησιμοποίηση προϊόντος στο οποίο το σχέδιο ή υπόδειγμα είναι ενσωματωμένο δεν αποτελεί χαρακτηριστικό της εμφανίσεως του και, κατά συνέπεια, η διαφορά αυτή δεν ασκεί επιρροή στη σύγκριση των δύο αντιπαρατιθέμενων σχεδίων ή υποδειγμάτων».

109. Όπως προαναφέρθηκε στη σκέψη 31, με την προσφυγή της ενώπιον του τμήματος προσφυγών, η παρεμβαίνουσα επανέλαβε παρά ταύτα τη συνοψιζόμενη στις ανωτέρω σκέψεις 104 έως 107 επιχειρηματολογία της, εκτιμώντας ότι η εν λόγω επιχειρηματολογία είχε εσφαλμένως απορριφθεί από το τμήμα ακυρώσεων.

110. Στις από 10 Μαΐου 2011 παρατηρήσεις της, ενώπιον του τμήματος προσφυγών, η προσφεύγουσα αμφισβήτησε τη συνοψιζόμενη στις ανωτέρω σκέψεις 104 έως 107 επιχειρηματολογία της παρεμβαίνουσας. Υποστήριξε, ειδικότερα, ότι, αντιθέτως προς τα αναφερόμενα στην κοινή δήλωση των κυβερνήσεων των χωρών Μπενελούξ, η οποία μνημονεύεται στην ανωτέρω σκέψη 105, η θέση την οποία υιοθέτησε το Hoge Raad με την απόφασή του της 10ης Μαρτίου 1995, ανωτέρω σκέψη 106, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής όσον αφορά την ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 98/71 και του κανονισμού 6/2002. Επικαλέσθηκε, προς τούτο, τις προτάσεις της 4ης Φεβρουαρίου 2005, του γενικού εισαγγελέα D. F. W. Verkade, στην υπόθεση C 04/27 HR, ενώπιον του Hoge Raad. Απαντώντας σε αίτηση του Γενικού Δικαστηρίου περί προσκομίσεως εγγράφων, η προσφεύγουσα προσκόμισε αντίγραφο των προτάσεων αυτών. Όσον αφορά το ζήτημα αν η θέση η οποία έγινε δεκτή στην προαναφερθείσα απόφαση μπορούσε να εφαρμοσθεί κατόπιν της τροποποιήσεως της LBDM σύμφωνα με την οδηγία 98/71, ο γενικός εισαγγελέας επισήμανε ότι δεν επρόκειτο για «σαφή πράξη» και ότι, εφόσον το Hoge Raad έκρινε ότι το ζήτημα αυτό ασκούσε επιρροή για την επίλυση της εκκρεμούσας ενώπιόν του διαφοράς, έπρεπε να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο. Η προσφεύγουσα επικαλέσθηκε επίσης την απόφαση του Court of Appeal (England & Wales) [εφετείο (Αγγλία και Ουαλία)] της 23ης Απριλίου 2008, [2008] EWCA Civ 358, η οποία, κατά την άποψή της, επίσης στηρίζει τη θέση της. Επισύναψε στις παρατηρήσεις της αντίγραφο της αποφάσεως αυτής.

111. Οι διάδικοι ανέλυσαν τις απόψεις τους επ’ αυτού του ζητήματος στα υπομνήματα απαντήσεως και ανταπαντήσεως τα οποία υπέβαλαν ενώπιον του τμήματος προσφυγών. Παρά ταύτα, το τμήμα προσφυγών δεν έλαβε θέση, στην προσβαλλόμενη απόφαση, επί των ζητημάτων που ήγειραν οι διάδικοι.

112. Προκειμένου να διαπιστωθεί αν, σύμφωνα με τον κανονισμό 6/2002, η φύση του προϊόντος το οποίο αφορά το σχέδιο ή υπόδειγμα δύναται να ασκήσει επιρροή επί της εκτιμήσεως του νέου και ατομικού χαρακτήρα του, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 3, στοιχείο αʹ, του ιδίου κανονισμού (βλ. ανωτέρω σκέψη 38), ο χρησιμοποιούμενος στον κανονισμό αυτό όρος «σχέδιο ή υπόδειγμα» αφορά την εμφάνιση ενός προϊόντος ή μέρους του προϊόντος. Επομένως, η «προστασία σχεδίου ή υποδείγματος» υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002 συνίσταται στην προστασία της εμφανίσεως ενός προϊόντος [απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2014, Biscuits Poult κατά ΓΕΕΑ — Banketbakkerij Merba (Μπισκότο), T‑494/12, Συλλογή, EU:T:2014:757, σκέψη 19].

113. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002, το καταχωρισμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα, όπως το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα, παρέχει στον δικαιούχο του δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως και δικαίωμα να απαγορεύει σε οιονδήποτε τρίτο τη χρήση χωρίς τη συγκατάθεσή του ενώ, ως χρήση υπό την έννοια της εν λόγω διατάξεως, πρέπει να εκληφθεί «ιδίως η κατασκευή, η προσφορά, η διάθεση στην αγορά, η εισαγωγή, η εξαγωγή ή η χρήση προϊόντος στο οποίο είναι ενσωματωμένο ή εφαρμόζεται το σχέδιο ή υπόδειγμα, καθώς και η αποθεματοποίηση του προϊόντος για τους σκοπούς αυτούς».

114. Υπενθυμίζεται, επίσης, ότι, κατά το άρθρο 36, παράγραφος 2, του κανονισμού 6/2002, η αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος πρέπει να περιλαμβάνει μνεία των προϊόντων στα οποία πρόκειται να ενσωματωθεί ή να εφαρμοσθεί το σχέδιο ή υπόδειγμα. Παρά ταύτα, η παράγραφος 6 του ιδίου άρθρου διευκρινίζει ότι οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 «δεν θίγουν την έκταση της προστασίας του σχεδίου ή υποδείγματος αυτή καθαυτήν».

115. Λαμβανομένης υπόψη, ειδικότερα, της διατάξεως του άρθρου 36, παράγραφος 6, του κανονισμού 6/2002 και της αναφοράς, στο άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του εν λόγω κανονισμού σε «προϊόν», επιβάλλεται η διαπίστωση ότι καταχωρισμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα παρέχει στον δικαιούχο του δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως για κάθε είδους προϊόν (και όχι μόνο για το προϊόν που αναφέρεται στην αίτηση καταχωρίσεως) του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος καθώς και, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ιδίου κανονισμού, κάθε σχεδίου ή υποδείγματος το οποίο δεν προκαλεί στον ενημερωμένο χρήστη διαφορετική συνολική εντύπωση. Παρέχει, επίσης, στον δικαιούχο του το δικαίωμα να απαγορεύει σε οποιονδήποτε τρίτο τη χρήση κάθε είδους προϊόντων του σχεδίου ή υποδείγματος του οποίου είναι δικαιούχος καθώς και κάθε σχεδίου ή υποδείγματος το οποίο δεν προκαλεί στον ενημερωμένο χρήστη διαφορετική συνολική εντύπωση. Σε αντίθετη περίπτωση, το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, δεν αφορά «ένα προϊόν», αλλά αποκλειστικώς το προϊόν (ή τα προϊόντα) που αναφέρεται(‑ονται) στην αίτηση καταχωρίσεως.

116. Κατόπιν του συμπεράσματος αυτού, επιβάλλεται περαιτέρω η διαπίστωση ότι ένα κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα δεν μπορεί να θεωρηθεί νέο, υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002, εφόσον ταυτόσημο σχέδιο ή υπόδειγμα έχει διατεθεί στο κοινό, πριν από τις ημερομηνίες που ορίζονται στη δ ιάταξη αυτή, ακόμη και αν αυτό το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα προορίζεται να ενσωματωθεί ή να εφαρμοσθεί σε διαφορετικό προϊόν. Στην αντίθετη περίπτωση, η μεταγενέστερη καταχώριση αυτού του σχεδίου ή υποδείγματος ως κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος προοριζόμενου να ενσωματωθεί σε άλλο προϊόν από εκείνο για το οποίο έχει ήδη διατεθεί στο κοινό ή να εφαρμοσθεί σε αυτό το άλλο προϊόν, θα παρείχε τη δυνατότητα, για τους εκτιθέμενους στην ανωτέρω σκέψη 115 λόγους, στον δικαιούχο αυτής της μεταγενέστερης καταχωρίσεως, να απαγορεύσει τη χρησιμοποίησή του ακόμη και για το προϊόν στο οποίο αφορά η προγενέστερη διάθεση στο κοινό. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα ήταν, όμως, παράδοξο.

117. Η διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 6/2002 δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα.

118. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 6/2002 προβλέπει ότι, «[γ]ια την εφαρμογή των άρθρων 5 και 6 [του εν λόγω κανονισμού], ένα σχέδιο ή υπόδειγμα θεωρείται ότι έχει διατεθεί στο κοινό αν έχει δημοσιευθεί κατόπιν καταχώρισής του ή με άλλον τρόπο, ή έχει εκτεθεί, έχει χρησιμοποιηθεί στο εμπόριο ή κατέστη γνωστό με άλλο τρόπο, πριν από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, ή στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, [του κανονισμού αυτού], κατά περίπτωση, εκτός εάν τα γεγονότα αυτά λογικά δεν θα ήταν δυνατόν να γίνουν γνωστά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στους ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός της [Ένωσης]».

119. Από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 6/2002, συνάγεται ότι ο «συγκεκριμένος κλάδος», υπό την έννοια της διατάξεως αυτής, μπορεί να είναι μόνον ο κλάδος στον οποίο εντάσσεται το προϊόν στο οποίο το γνωστοποιούμενο σχέδιο ή υπόδειγμα έχει ενσωματωθεί ή εφαρμοσθεί. Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα, το οποίο έχει ενσωματωθεί ή εφαρμοσθεί σε συγκεκριμένο προϊόν, θεωρείται ότι έχει διατεθεί στο κοινό εφόσον έχει δημοσιευθεί, εκτός εάν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, το γεγονός αυτό δεν θα ήταν δυνατό λογικά να γίνει γνωστό στους ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου του επίμαχου προϊόντος, οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός της Ένωσης.

120. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του κανονισμού 6/2002. Η γραμματική διατύπωση του άρθρου 7 του κανονισμού αυτού επαναλαμβάνει πρόταση, συνταχθείσα με σχεδόν ανάλογους όρους, περιλαμβανόμενη στο σημείο 3.1.4 της γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα (ΕΕ 1994, C 388, σ. 9). Προκειμένου να στηρίξουν την πρόταση αυτή, τα σημεία 3.1.2 και 3.1.3 της γνωμοδοτήσεως αυτής αναφέρουν τα εξής:

«3.1.2. Η διάταξη αυτή [σχετικά με την εκτίμηση του νεωτερισμού του κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος], όπως είναι διατυπωμένη, φαίνεται δυσεφάρμοστη σε πολλούς τομείς και ιδιαίτερα στην κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία. Συχνά, οι πωλητές προϊόντων παραποίησης/απομίμησης εφοδιάζονται με ψευδείς βεβαιώσεις ότι το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα είχε δημιουργηθεί παλαιότερα σε τρίτη χώρα.

3.1.3. Αν είναι έτσι, τότε το σχέδιο ή υπόδειγμα θα πρέπει να καθίσταται προσιτό στους ενδιαφερόμενους κύκλους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας πριν από την κρίσιμη ημερομηνία.»

121. Τούτο σημαίνει ότι σκοπός του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002, το οποίο επιτάσσει τη διάθεση στο κοινό του προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος στους ενδιαφερόμενους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου που δραστηριοποιούνται εντός της Ένωσης, είναι να αποτρέπεται να λαμβάνεται υπόψη το φερόμενο ως προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα για τους σκοπούς της εφαρμογής των άρθρων 5 και 6 του ιδίου κανονισμού, ακόμη και αν οι ενδιαφερόμενοι κύκλοι του συγκεκριμένου κλάδου του επίμαχου προϊόντος (οι οποίοι, εν γένει, λογίζεται ότι έχουν κατά πολύ εκτενέστερη γνώση των υφιστάμενων σχεδίων ή υποδειγμάτων τα οποία έχουν διατεθεί στο κοινό πριν από την ημερομηνία καταθέσεως του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος στον οικείο κλάδο σε σχέση με το κοινό εν γένει) δεν γνωρίζουν αυτό το σχέδιο ή υπόδειγμα. Αντιθέτως, η προταθείσα αιτιολόγηση από την προαναφερθείσα πρόταση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής δεν καλύπτει την περίπτωση κατά την οποία το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα είναι γνωστό στους ενδιαφερόμενους κύκλους συγκεκριμένου κλάδου εντός της Ένωσης αλλά όχι στους ενδιαφερόμενους κύκλους άλλου κλάδου, στον οποίο εντάσσονται διαφορετικά προϊόντα.

122. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ο «συγκεκριμένος κλάδος», υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002, δεν περιορίζεται στον κλάδο του προϊόντος στο οποίο το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα προορίζεται να ενσωματωθεί ή εφαρμοσθεί.

123. Κατά συνέπεια, προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα το οποίο έχει ενσωματωθεί ή εφαρμοσθεί σε προϊόν διαφορετικό από εκείνο το οποίο αφορά μεταγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα ασκεί, καταρχήν, επιρροή προκειμένου να εκτιμηθεί ο νεωτερισμός, υπό την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 6/2002, αυτού του μεταγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος. Συγκεκριμένα, το άρθρο αυτό αποκλείει σχέδιο ή υπόδειγμα να μπορεί να θεωρηθεί νέο αν ταυτόσημο σχέδιο ή υπόδειγμα έχει προηγουμένως διατεθεί στο κοινό, ανεξαρτήτως του προϊόντος στο οποίο αυτό το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα προορίζεται να ενσωματωθεί ή εφαρμοσθεί.

124. Πάντως, ο συγκεκριμένος κλάδος του προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος, κατά περίπτωση, μπορεί να ασκεί ορισμένη επιρροή προκειμένου να εκτιμηθεί ο ατομικός χαρακτήρας, υπό την έννοια του άρθρου 6 του κανονισμού 6/2002, σχεδίου ή υποδείγματος.

125. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6 του κανονισμού 6/2002 προβλέπει τα εξής:

«Άρθρο 6

Ατομικός χαρακτήρας

1. Ένα σχέδιο ή υπόδειγμα θεωρείται ότι παρουσιάζει ατομικό χαρακτήρα εάν η συνολική εντύπωση που προκαλεί στον ενημερωμένο καταναλωτή διαφέρει από τη συνολική εντύπωση που προκαλεί στον εν λόγω καταναλωτή κάθε σχέδιο ή υπόδειγμα που έχει διατεθεί στο κοινό:

α) στην περίπτωση μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, πριν από την ημερομηνία κατά την οποία το σχέδιο ή το υπόδειγμα για το οποίο διεκδικείται προστασία διατέθηκε για πρώτη φορά στο κοινό·

β) στην περίπτωση καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για την καταχώριση ή, εάν διεκδικείται προτεραιότητα, πριν από την ημερομηνία προτεραιότητας.

2. Προκειμένου να εκτιμηθεί ο ατομικός χαρακτήρας, λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός της ελευθερίας του δημιουργού κατά την εκπόνηση του σχεδίου ή υποδείγματος.»

126. Από το άρθρο 6 του κανονισμού 6/2002 προκύπτει ότι ο ατομικός χαρακτήρας σχεδίου ή υποδείγματος πρέπει να εκτιμάται σύμφωνα με τη συνολική εντύπωση που προκαλεί στον ενημερωμένο καταναλωτή.

127. Κατά τη νομολογία, η έννοια του ενημερωμένου καταναλωτή πρέπει να εκλαμβάνεται ως ενδιάμεση έννοια μεταξύ εκείνης του μέσου καταναλωτή που απαντά στο δίκαιο των σημάτων, από τον οποίο δεν απαιτείται καμία ειδική γνώση και ο οποίος κατά κανόνα δεν προβαίνει σε άμεση σύγκριση των αντιπαρατιθέμενων σημάτων, και του ειδικού του κλάδου, ο οποίος διαθέτει ειδικές τεχνικές γνώσεις. Έτσι, ναι μεν ο ενημερωμένος χρήστης δεν είναι ο μέσος καταναλωτής που έχει τη συνήθη πληροφόρηση, είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος και αντιλαμβάνεται κατά κανόνα ένα σχέδιο ή υπόδειγμα ως ένα σύνολο, χωρίς να εξετάζει μεμονωμένα τις διάφορες λεπτομέρειές του, πλην όμως δεν είναι ούτε ο εμπειρογνώμων ή ο ειδικός του κλάδου που είναι ικανός να παρατηρήσει λεπτομερώς τις ελάσσονος σημασίας ενδεχόμενες διαφορές μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σχεδίων ή υποδειγμάτων [βλ. απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2013, El Hogar Perfecto del Siglo XXI κατά ΓΕΕΑ — Wenf International Advisers (Ανοιχτήρι), T‑337/12, Συλλογή, EU:T:2013:601, σκέψεις 21 και 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

128. Η νομολογία διευκρινίζει, επίσης, ότι η ιδιότητα του «χρήστη» συνεπάγεται ότι το οικείο πρόσωπο χρησιμοποιεί το προϊόν που αποτελεί το αντικείμενο του σχεδίου ή υποδείγματος σύμφωνα με τον προορισμό του προϊόντος αυτού. Ο προσδιορισμός «ενημερωμένος» προϋποθέτει εξάλλου ότι, χωρίς να είναι σχεδιαστής ή ειδικός τεχνικός, ο χρήστης γνωρίζει τα διάφορα σχέδια ή υποδείγματα που υπάρχουν στον οικείο τομέα, διαθέτει ορισμένες γνώσεις ως προς τα στοιχεία που συνήθως περιλαμβάνουν τα εν λόγω σχέδια ή υποδείγματα και, λόγω του ενδιαφέροντός του για τα εν λόγω προϊόντα, επιδεικνύει ένα σχετικά υψηλότερο βαθμό προσοχής όταν τα χρησιμοποιεί (βλ. απόφαση Ανοιχτήρι, ανωτέρω σκέψη 127, EU:T:2013:601, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

129. Επομένως, ο χρήστης ο οποίος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, προκειμένου να εκτιμηθεί ο ατομικός χαρακτήρας σχεδίου ή υποδείγματος υπό την έννοια του άρθρου 6 του κανονισμού 6/2002, είναι ο χρήστης του προϊόντος στο οποίο αυτό το σχέδιο ή υπόδειγμα εφαρμόζεται ή ενσωματώνεται.

130. Επιβάλλεται συναφώς να γίνει μνεία της αιτιολογικής σκέψεως 14 του κανονισμού 6/2002, η οποία προβλέπει ότι «[η] εκτίμηση του κατά πόσον ένα σχέδιο ή υπόδειγμα έχει ατομικό χαρακτήρα θα πρέπει να βασίζεται στο κατά πόσο η συνολική εντύπωση που προκαλεί στον ενημερωμένο χρήστη διαφέρει από αυτήν που του προκαλεί οποιοδήποτε άλλο από το σύνολο των υπαρχόντων σχεδίων ή υποδειγμάτων, λαμβανομένης υπόψη της φύσης του προϊόντος στο οποίο έχει εφαρμοσθεί ή ενσωματωθεί το σχέδιο ή το υπόδειγμα, και, ιδίως, του βιομηχανικού κλάδου στον οποίο εντάσσεται και του βαθμού της ελευθερίας του δημιουργού κατά την εκπόνηση του σχεδίου ή υποδείγματος». Επίσης, συνάγεται εξ αυτής ότι η φύση του προϊόντος το οποίο αφορά το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα και ο βιομηχανικός κλάδος στον οποίο εντάσσεται το προϊόν αυτό πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση του ατομικού χαρακτήρα του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος.

131. Συναφώς, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι ο ενημερωμένος χρήστης του προϊόντος στο οποίο συγκεκριμένο σχέδιο ή υπόδειγμα εφαρμόζεται ή ενσωματώνεται έχει επίσης γνώση του συνόλου των υφιστάμενων σχεδίων ή υποδειγμάτων που αφορούν διαφορετικά προϊόντα, ακόμη και αν η γνώση αυτή δεν μπορεί να τεκμαίρεται αυτομάτως.

132. Επομένως, ο προσδιορισμός του προϊόντος στο οποίο προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα εφαρμόζεται ή ενσωματώνεται, και προβάλλεται προς αμφισβήτηση του ατομικού χαρακτήρα, υπό την έννοια του άρθρου 6 του κανονισμού 6/2002, μεταγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος, ασκεί επιρροή επί της εκτιμήσεως αυτής. Συγκεκριμένα, με τον προσδιορισμό του οικείου προϊόντος καθίσταται δυνατό να διαπιστωθεί αν ο ενημερωμένος χρήστης του προϊόντος στο οποίο εφαρμόζεται ή ενσωματώνεται το μεταγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα γνωρίζει το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα. Μόνο εφόσον πληρούται η προϋπόθεση αυτή ενδέχεται, εξαιτίας αυτού του προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος, να μην αναγνωρισθεί ο ατομικός χαρακτήρας μεταγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος.

133. Εφαρμοζόμενες στην προκειμένη περίπτωση, οι προεκτεθείσες σκέψεις συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι, καίτοι ο προσδιορισμός του συγκεκριμένου προϊόντος στο οποίο το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα, του οποίου γίνεται επίκληση προς στήριξη της αιτήσεως περί κηρύξεως ακυρότητας, είχε ενσωματωθεί δεν ασκούσε επιρροή προκειμένου να εκτιμηθεί ο νεωτερισμός, υπό την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 6/2002, του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος, εντούτοις ασκεί επιρροή προκειμένου να εκτιμηθεί ο ατομικός χαρακτήρας, υπό την έννοια του άρθρου 6 του εν λόγω κανονισμού, αυτού του τελευταίου σχεδίου ή υποδείγματος.

134. Επιβάλλεται, όμως, η υπόμνηση ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το τμήμα προσφυγών ακύρωσε την απόφαση του τμήματος ακυρώσεων και ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του τμήματος αυτού, «προκειμένου να αποφανθεί επί της αιτήσεως περί κηρύξεως ακυρότητας βάσει του άρθρου 25, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, σε συνδυασμό με [το άρθρο 4, παράγραφος 1, και το άρθρο 6]» του κανονισμού 6/2002 (βλ. σημείο 2 του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως) ή, υπό διαφορετική διατύπωση, προκειμένου να εκτιμήσει τον ατομικό χαρακτήρα του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος. Κατά συνέπεια, στο μέτρο που το τμήμα προσφυγών αποφάσισε να αποφανθεί το ίδιο επί της φύσεως του προϊόντος στο οποίο είχε ενσωματωθεί το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα και να μην αναπέμψει το ζήτημα αυτό στην εκτίμηση του τμήματος ακυρώσεων, όφειλε να θεμελιώσει την κρίση του σε ορθή εκτίμηση των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία προσκόμισαν ενώπιόν του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, επομένως, να ελεγχθεί η ορθότητα της εκτιμήσεως αυτής, καθώς και το βάσιμο του κατ’ ουσίαν αιτήματος της παρεμβαίνουσας.

135. Επισημαίνεται συναφώς ότι δεν προκύπτει από τον ενώπιον του ΓΕΕΑ φάκελο ότι μπορεί να χαρακτηρισθεί η πλάκα καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας ως «σιφώνιο ντους» (shower drain) ή ως στοιχείο τέτοιου σιφωνίου. Όπως ορθώς υποστηρίζει η παρεμβαίνουσα, τα αποσπάσματα των καταλόγων Blücher, τα οποία προσκόμισε η προσφεύγουσα ενώπιον του ΓΕΕΑ, απεικονίζουν αύλακες απορροής υγρών και σχάρες (συμπεριλαμβανομένης της προαναφερθείσας πλάκας) που μπορούν να χρησιμοποιηθούν με αυτούς. Αυτοί οι αύλακες, με τις σχάρες τους ή τις πλάκες καλύψεως, μπορούν, εν γένει, να χρησιμοποιούνται σε διάφορους χώρους.

136. Όπως ορθώς παρατηρεί η παρεμβαίνουσα, στους καταλόγους Blücher, η απεικόνιση της πλάκας καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας συνοδεύεται από εικονίδιο ενός ημιφορτηγού. Από τα αποσπάσματα των εν λόγω καταλόγων, τα οποία επισυνάφθηκαν από την ίδια την παρεμβαίνουσα στο παράρτημα 9 των από 22 Ιουνίου 2010 παρατηρήσεών της ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων, προκύπτει ότι το εικονίδιο του μικρού ημιφορτηγού υποδηλώνει την «κλάση φορτίου» κάθε σχάρας (ή πλάκας), που προσφέρεται στους καταλόγους αυτούς. Τούτο σημαίνει ότι πρόκειται για αναφορά στο μέγιστο φορτίο το οποίο μπορεί να φέρει η επίμαχη σχάρα ή πλάκα.

137. Υπάρχουν συνολικά πέντε «κλάσεις φορτίου» στους καταλόγους Blücher: μία για «ζώνες με γυμνά πόδια» (μπάνια κ.λπ.), μια για «ζώνες πεζών» (εμπορικά κέντρα κ.λπ.), μία για «τροχοφόρα φορεία, καρότσια» (ελαφρά βιομηχανία), μία για «ημιφορτηγά, φορτηγά» (βιομηχανία, εργοστάσια) και μια για «μεγάλους ανελκυστήρες» (βαριά βιομηχανία, κ.λπ.). Η «κλάση φορτίου» που επισημαίνεται με την εικόνα του μικρού ημιφορτηγού αντιστοιχεί, επομένως, στο δεύτερο μέγιστο φορτίο το οποίο μπορεί να φέρει η επίμαχη σχάρα ή πλάκα. Τα αντικείμενα που εντάσσονται σε αυτήν την «κλάση φορτίου» ενδείκνυνται, σύμφωνα με τις παρασχεθείσες διευκρινίσεις, για βιομηχανική χρήση, για παράδειγμα σε εργοστάσιο, και μπορούν να φέρουν τα φορτία τα οποία συνεπάγεται μια τέτοια χρήση. Πάντως, αντιθέτως προς όσα προκύπτει ότι δέχεται η παρεμβαίνουσα, τούτο δε σημαίνει ότι δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν και σε άλλους χώρους, και δη σε ντους, όπου καλούνται υπό κανονικές συνθήκες να φέρουν μικρότερα φορτία.

138. Γεγονός παραμένει ότι, καθόσον δεν προέκυπτε από τον φάκελο ότι η πλάκα καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας προοριζόταν, αποκλειστικώς ή κυρίως, να χρησιμοποιηθεί ως στοιχείο σιφωνίου ντους, εσφαλμένως το τμήμα προσφυγών το χαρακτήρισε ως «σιφώνιο ντους», στο σημείο 31 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Όφειλε να χρησιμοποιήσει, από την άποψη αυτή, μια γενικότερη περιγραφή συνάδουσα προς τις ενδείξεις που προκύπτουν από τους καταλόγους Blücher, χαρακτηρίζοντάς την, για παράδειγμα, ως πλάκα καλύψεως αύλακα απορροής υγρών.

139. Ως εκ τούτου, η επιχειρηματολογία της παρεμβαίνουσας προς αμφισβήτηση του βασίμου της διαπιστώσεως του τμήματος προσφυγών κατά την οποία το αντικείμενο το οποίο εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας είναι σιφώνιο ντους πρέπει να γίνει δεκτή.

140. Από το σύνολο των ανωτέρω συνάγεται ότι τόσο ο προβαλλόμενος από την προσφεύγουσα μοναδικός λόγος όσο και ο αντίθετος προβαλλόμενος από την παρεμβαίνουσα λόγος είναι βάσιμοι. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με τα αιτήματα τόσο της προσφεύγουσας όσο και της παρεμβαίνουσας. Αντιθέτως, όπως επισημαίνεται στην ανωτέρω σκέψη 92, το αίτημα της προσφεύγουσας περί μεταρρυθμίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί.

Επί των δικαστικών εξόδων

141. Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα.

142. Εν προκειμένω, το ΓΕΕΑ ηττήθηκε και τόσο η προσφεύγουσα όσο και η παρεμβαίνουσα ζήτησαν την καταδίκη του στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι το αίτημα της προσφεύγουσας περί καταδίκης στα δικαστικά έξοδα υποβλήθηκε κατόπιν της ασκήσεως της προσφυγής, επισημαίνεται ότι, κατά τη νομολογία, οι διάδικοι δύνανται να υποβάλουν μεταγενεστέρως, ακόμη και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αιτήματα ως προς τα δικαστικά έξοδα, ακόμη και αν δεν το έκαναν κατά την άσκηση της προσφυγής [βλ., σχετικώς, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2006, Mast-Jägermeister κατά ΓΕΕΑ — Licorera Zacapaneca (VENADO με πλαίσιο κ.λπ.), T‑81/03, T‑82/03 και T‑103/03, Συλλογή, EU:T:2006:397, σκέψη 116 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία]. Ως εκ τούτου, το σχετικό αίτημα της προσφεύγουσας είναι παραδεκτό.

143. Επιβάλλεται, επομένως, η καταδίκη του ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας και της παρεμβαίνουσας, σύμφωνα με τα αιτήματά τους.

Διατακτικό

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα)

αποφασίζει:

1) Ακυρώνει την απόφαση του τρίτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) της 4ης Οκτωβρίου 2012 (υπόθεση R 2004/2010‑3).

2) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.

3) Το ΓΕΕΑ φέρει τα δικαστικά έξοδά του καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι Group Nivelles και Easy Sanitairy Solutions BV.

Top

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)

της 13ης Μαΐου 2015 ( *1 )

«Κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα — Διαδικασία κηρύξεως ακυρότητας — Καταχωρισμένο σχέδιο ή υπόδειγμα το οποίο απεικονίζει αύλακα απορροής υδάτων ντους — Προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα — Λόγοι ακυρότητας — Νεωτερισμός — Ατομικός χαρακτήρας — Ορατά χαρακτηριστικά προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος — Επίμαχα προϊόντα — Άρθρα 4 έως 7, 19 και άρθρο 25, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 6/2002»

Στην υπόθεση T‑15/13,

Group Nivelles, με έδρα το Gingelom (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τον H. Jonkhout, δικηγόρο,

προσφεύγουσα,

κατά

Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενου από τους S. Bonne και A. Folliard‑Monguiral,

καθού,

αντίδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ και παρεμβαίνουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου:

Easy Sanitairy Solutions BV, με έδρα το Losser (Κάτω Χώρες), εκπροσωπούμενη από τον F. Eijsvogels, δικηγόρο,

με αντικείμενο προσφυγή ασκηθείσα κατά της αποφάσεως του τρίτου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ της 4ης Οκτωβρίου 2012 (υπόθεση R 2004/2010‑3), σχετικά με διαδικασία κηρύξεως ακυρότητας μεταξύ των I-drain BVBA και Easy Sanitairy Solutions BV,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),

συγκείμενο από τους Δ. Γρατσία (εισηγητή), πρόεδρο, M. Kancheva και C. Wetter, δικαστές,

γραμματέας: J. Weychert, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 7 Ιανουαρίου 2013,

έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως του ΓΕΕΑ, το οποίο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 16 Ιουλίου 2013,

έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως της παρεμβαίνουσας, το οποίο περιλαμβάνει αίτημα για την ακύρωση της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών επί ζητήματος το οποίο δεν προβλήθηκε με το κατατεθέν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου δικόγραφο της προσφυγής στις 15 Ιουλίου 2013,

έχοντας υπόψη το υπόμνημα απαντήσεως, το οποίο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 30 Σεπτεμβρίου 2013,

έχοντας υπόψη το αίτημα της παρεμβαίνουσας, το οποίο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 14 Νοεμβρίου 2013, για απόσυρση από τη δικογραφία του υπομνήματος το οποίο κατέθεσε η προσφεύγουσα στις 30 Σεπτεμβρίου 2013, τις παρατηρήσεις της προσφεύγουσας και του ΓΕΕΑ επί του αιτήματος αυτού, οι οποίες κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, αντιστοίχως, στις 16 και 17 Δεκεμβρίου 2013, και την απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2014 περί απορρίψεως του αιτήματος αυτού,

έχοντας υπόψη τη γραπτή ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου προς τους διαδίκους,

έχοντας υπόψη τις αιτήσεις προσκομίσεως εγγράφων τις οποίες απηύθυνε το Γενικό Δικαστήριο στην προσφεύγουσα και στην παρεμβαίνουσα στις 17 Νοεμβρίου 2014,

κατόπιν της συνεδριάσεως της 11ης Δεκεμβρίου 2014,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Ιστορικό της διαφοράς

1

Στις 28 Νοεμβρίου 2003 η παρεμβαίνουσα, Easy Sanitairy Solutions BV, υπέβαλε στο Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 6/2002 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2001, για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα (EE L 3, σ. 1). Η αίτηση αφορούσε σχέδιο ή υπόδειγμα το οποίο παρίσταται ως εξής:

Image

2

Το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα καταχωρίστηκε ως κοινοτικό με τον αριθμό 000107834-0025 και δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων αριθ. 19/2004, της 9ης Μαρτίου 2004. Προσδιορίζει, κατά την εν λόγω αίτηση καταχωρίσεως, «σιφώνιο ντους (shower drain)».

3

Στις 31 Μαρτίου 2009 η αίτηση καταχωρίσεως του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος ανανεώθηκε. Η ανανέωση αυτή δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων αριθ. 61/2009, της 2ας Απριλίου 2009.

4

Στις 3 Σεπτεμβρίου 2009 η I-drain BVBA υπέβαλε αίτηση περί κηρύξεως ακυρότητας του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος, σύμφωνα με το άρθρο 52 του κανονισμού 6/2002. Προς στήριξη της αιτήσεως αυτής, προέβαλε τον προβλεπόμενο στο άρθρο 25, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 6/2002 λόγο ακυρότητας. Όπως προκύπτει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002, οι προϋποθέσεις αυτές αφορούν, μεταξύ άλλων, τον νεωτερισμό (υπό την έννοια του άρθρου 5 του εν λόγω κανονισμού) και τον ατομικό χαρακτήρα (υπό την έννοια του άρθρου 6 του ιδίου κανονισμού) του οικείου σχεδίου ή υποδείγματος, οι οποίες εκτιμώνται κατά την ημερομηνία γνωστοποιήσεως στο κοινό, όπως ορίζει το άρθρο 7 του εν λόγω κανονισμού.

5

Προς στήριξη της αιτήσεως περί κηρύξεως ακυρότητας, η I-drain προσκόμισε, μεταξύ άλλων, αποσπάσματα δύο καταλόγων με προϊόντα της εταιρίας Blücher (στο εξής: κατάλογοι Blücher). Οι κατάλογοι Blücher περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, την ακόλουθη εικόνα:

Image

6

Στις 30 Αυγούστου 2010, κατόπιν συγχωνεύσεως με απορρόφηση, η προσφεύγουσα, Group Nivelles, διαδέχθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις την I-drain, η οποία έπαυσε να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο.

7

Με απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2010, το τμήμα ακυρώσεων του ΓΕΕΑ κήρυξε την ακυρότητα του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος, δεχόμενο με τον τρόπο αυτό την προς τούτο αίτηση που του υπέβαλε η I-drain.

8

Το τμήμα ακυρώσεων επισήμανε ότι προέκυπτε σαφώς από τα επιχειρήματα της I-drain ότι η αίτησή της περί κηρύξεως ακυρότητας στηριζόταν στην έλλειψη νεωτερισμού και ατομικού χαρακτήρα του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος (σημείο 3 της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων). Κατά την κρίση του, αυτό το σχέδιο ή υπόδειγμα απεικόνιζε μια πλάκα, μια δεξαμενή και ένα σιφώνιο ντους, stricto sensu, και το μόνο ορατό χαρακτηριστικό αυτού του σχεδίου ή υποδείγματος ήταν το ανώτερο μέρος της εν λόγω πλάκας (σημείο 15 της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων). Η πλάκα, όμως, αυτή ήταν ταυτόσημη με την πλάκα η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας, ενώ το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα στερείτο νεωτερισμού σε σχέση με το σχέδιο ή υπόδειγμα που απεικονίζεται στο εν λόγω έγγραφο (σημείο 19 της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων). Το τμήμα ακυρώσεων απέρριψε, εξάλλου, ως αλυσιτελές το επιχείρημα της παρεμβαίνουσας κατά το οποίο η πλάκα η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας χρησιμοποιείτο σε περιβάλλον διαφορετικό εκείνου στο οποίο προοριζόταν να χρησιμοποιηθεί το προϊόν που αφορούσε το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα. Κατά την κρίση του, «η χρήση του προϊόντος στο οποίο ενσωματώνεται το σχέδιο ή το υπόδειγμα δεν αποτελεί στοιχείο της εμφανίσεώς [του] και κατά συνέπεια η διαφορά δεν έχει αντίκτυπο στη σύγκριση των δύο αντιπαρατιθέμενων σχεδίων» (σημείο 20 της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων).

9

Στις 15 Οκτωβρίου 2010 η παρεμβαίνουσα άσκησε προσφυγή, βάσει των άρθρων 55 έως 60 του κανονισμού 6/2002, κατά της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων.

10

Με απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2012 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το τρίτο τμήμα προσφυγών ακύρωσε την απόφαση του τμήματος ακυρώσεων της 23ης Σεπτεμβρίου 2010. Έκρινε κατ’ ουσίαν, αντιθέτως προς το τμήμα ακυρώσεων, ότι το επίμαχο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα έφερε χαρακτήρα νέου, υπό την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 6/2002, στο μέτρο που δεν ήταν ταυτόσημο με την πλάκα η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας, αλλά έφερε, σε σχέση με αυτήν, διαφορές οι οποίες δεν ήταν ούτε «ελάχιστες» ούτε «δύσκολο να εκτιμηθούν κατά αντικειμενικό τρόπο» και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως επουσιώδεις (σημεία 31 έως 33 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων «προκειμένου να αποφανθεί επί της αιτήσεως περί κηρύξεως ακυρότητας βάσει του άρθρου 25, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, σε συνδυασμό με [το άρθρο 4, παράγραφος 1, και το άρθρο 6]» του κανονισμού 6/2002 (σημείο 2 του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως).

Αιτήματα των διαδίκων

11

Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

να επιβεβαιώσει, εν ανάγκη αφού διορθώσει την αιτιολογία, την απόφαση του τμήματος ακυρώσεων της 23ης Σεπτεμβρίου 2010.

12

Το ΓΕΕΑ ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να απορρίψει την προσφυγή·

να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

13

Η παρεμβαίνουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να απορρίψει την προσφυγή·

να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση για λόγο διάφορο από τους προβαλλόμενους από την προσφεύγουσα·

να καταδικάσει την προσφεύγουσα καθώς και το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα.

14

Η προσφεύγουσα, με το προβλεπόμενο στο άρθρο 135, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας υπόμνημα, το οποίο κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 30 Σεπτεμβρίου 2013, ενέμεινε στα αρχικά αιτήματά της και διευκρίνισε ότι ζητούσε επίσης την απόρριψη της «αντίθετης προσφυγής» την οποία άσκησε η παρεμβαίνουσα και την καταδίκη του «ΓΕΕΑ [ή] της παρεμβαίνουσας» στα δικαστικά έξοδα.

Σκεπτικό

Επί του παραδεκτού του δευτέρου αιτήματος της προσφεύγουσας

15

Το ΓΕΕΑ υποστηρίζει ότι το δεύτερο αίτημα της προσφεύγουσας είναι απαράδεκτο. Κατά την άποψή του, η προσφεύγουσα ζητεί κατ’ ουσίαν από το Γενικό Δικαστήριο να επιβεβαιώσει την απόφαση του τμήματος ακυρώσεων της 23ης Σεπτεμβρίου 2010. Όπως, όμως, προκύπτει από τη νομολογία [αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 2011, El Jirari Bouzekri κατά ΓΕΕΑ — Nike International (NC NICKOL), T‑207/09, EU:T:2011:537, σκέψεις 15 έως 17, και της 29ης Φεβρουαρίου 2012, Certmedica International και Lehning entreprise κατά ΓΕΕΑ — Lehning entreprise και Certmedica International (L112), T‑77/10 και T‑78/10, EU:T:2012:95, σκέψη 32], το Γενικό Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εκδίδει αποφάσεις επιβεβαιωτικές ή αναγνωριστικές.

16

Η δε παρεμβαίνουσα δεν επικαλείται ρητώς το απαράδεκτο του δευτέρου αιτήματος της προσφεύγουσας, αλλά υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν δύναται να επιβεβαιώσει την απόφαση του τμήματος ακυρώσεων της 23ης Σεπτεμβρίου 2010 και ότι, εφόσον το Γενικό Δικαστήριο ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο τμήμα προσφυγών το οποίο οφείλει να αποφανθεί λαμβάνοντας υπόψη την ακυρωτική απόφαση.

17

Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.

18

Καταρχάς, η επικαλούμενη από το ΓΕΕΑ νομολογία προβάλλεται αλυσιτελώς. Στις δύο παρατιθέμενες από το ΓΕΕΑ αποφάσεις το ζήτημα που τίθεται αφορά αιτήματα για την επιβεβαίωση εκ μέρους του Δικαστηρίου της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών (και όχι της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου οργάνου του ΓΕΕΑ) επί σημείου ως προς το οποίο η απόφαση αυτή ήταν ευνοϊκή για τον διάδικο που άσκησε προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι από το άρθρο 65, παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1) (το περιεχόμενο του οποίου είναι πανομοιότυπο με εκείνο του άρθρου 61, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 6/2002) προέκυπτε ότι είναι απαράδεκτο αίτημα με το οποίο ο προσφεύγων επιζητεί απλώς την επιβεβαίωση λόγου ή επιχειρημάτων που είχε προβάλει με την προσφυγή του ενώπιον του τμήματος προσφυγών, που το τμήμα αυτό είχε δεχθεί (αποφάσεις NC NICKOL, ανωτέρω σκέψη 15, EU:T:2011:537, σκέψη 17, και L112, ανωτέρω σκέψη 15, EU:T:2012:95, σκέψη 32).

19

Συγκεκριμένα, το άρθρο 61 του κανονισμού 6/2002 προβλέπει, στην παράγραφο 1, ότι μπορούν να ασκούνται προσφυγές κατά αποφάσεων του τμήματος προσφυγών ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, στην παράγραφο 2, ότι προσφυγή μπορεί να ασκείται για λόγους αναρμοδιότητας, παραβάσεως ουσιώδους τύπου, παραβάσεως της Συνθήκης, του κανονισμού 6/2002 και οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή τους ή λόγω καταχρήσεως εξουσίας, στην παράγραφο 3, ότι το Γενικό Δικαστήριο δύναται να ακυρώνει ή να τροποποιεί την προσβαλλόμενη απόφαση και, τέλος, στην παράγραφο 4, ότι δικαίωμα προσφυγής έχει κάθε συμμετέχων στη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών, κατά το μέρος που η απόφαση αυτή δεν τον δικαιώνει. Εξάλλου, προκύπτει a contrario της τελευταίας αυτής παραγράφου ότι δεν έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου συμμετέχων στη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών κατά αποφάσεως του εν λόγω τμήματος προσφυγών η οποία τον δικαιώνει πλήρως.

20

Εν προκειμένω, όμως, με το δεύτερο αίτημα της προσφεύγουσας δεν ζητείται η επιβεβαίωση, εν όλω ή εν μέρει, της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία, εξάλλου, δικαιώνει την προσφεύγουσα. Με το αίτημα αυτό επιδιώκεται να λάβει το Γενικό Δικαστήριο απόφαση την οποία έπρεπε ή μπορούσε να λάβει το τμήμα προσφυγών, ήτοι να απορρίψει την ενώπιόν του ασκηθείσα προσφυγή και να επιβεβαιώσει, ως εκ τούτου, την απόφαση του τμήματος ακυρώσεων της 23ης Σεπτεμβρίου 2010. Με άλλα λόγια, ζητείται από το Γενικό Δικαστήριο να ασκήσει την αρμοδιότητά του περί τροποποιήσεως της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών, την οποία του απονέμει το άρθρο 61, παράγραφος 3, του κανονισμού 6/2002. Τέτοιου είδους αίτημα είναι, επομένως, παραδεκτό [βλ., συναφώς, απόφαση της 12ης Μαΐου 2010, Beifa Group κατά ΓΕΕΑ — Schwan-Stabilo Schwanhäußer (όργανο γραφής), T‑148/08, EU:T:2010:190, σκέψεις 40 έως 44].

Ως προς τη συνεκτίμηση σελίδας του παραρτήματος A.9 της προσφυγής

21

Το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα υποστηρίζουν ότι η προσφεύγουσα περιέλαβε, στη σελίδα 76 του παραρτήματος A.9 της προσφυγής, έγγραφο το οποίο δεν είχε προσκομισθεί ενώπιον του ΓΕΕΑ. Ζητούν, επομένως, να μη συνεκτιμηθεί το εν λόγω έγγραφο από το Γενικό Δικαστήριο.

22

Επιβάλλεται συναφώς η επισήμανση ότι, από τη μελέτη του φακέλου της ενώπιον του ΓΕΕΑ διαδικασίας, ο οποίος διαβιβάσθηκε στο Γενικό Δικαστήριο κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 133, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας αυτού, προκύπτει ότι το περιληφθέν στη σελίδα 76 του παραρτήματος A.9 της προσφυγής έγγραφο δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των εγγράφων που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του ΓΕΕΑ. Βεβαίως, η σελίδα 75 του εν λόγω παραρτήματος περιλαμβάνει αντίγραφο ηλεκτρονικής επιστολής της 5ης Οκτωβρίου 2009, το οποίο απεστάλη από τον M. F. της εταιρίας Blücher στον R. G. της εταιρίας I-drain, το οποίο είχε γνωστοποιηθεί από την προσφεύγουσα στο παράρτημα 4 των γραπτών παρατηρήσεων τις οποίες είχε καταθέσει στις 2 Απριλίου 2010 ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων. Παρά ταύτα, το περιληφθέν στη σελίδα 76 του εν λόγω παραρτήματος έγγραφο δεν συγκαταλέγεται ούτε μεταξύ των παραρτημάτων των ως άνω παρατηρήσεων ούτε, εν γένει, μεταξύ των διαφόρων εγγράφων τα οποία προσκόμισαν οι διάδικοι κατά την ενώπιον του ΓΕΕΑ διαδικασία. Εξάλλου, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, ο εκπρόσωπος της προσφεύγουσας επιβεβαίωσε ότι το περιληφθέν στη σελίδα 76 του επίμαχου παραρτήματος έγγραφο δεν είχε προσκομισθεί κατά την ενώπιον του ΓΕΕΑ διαδικασία.

23

Υπενθυμίζεται, πάντως, ότι η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου αφορά τον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών του ΓΕΕΑ κατά την έννοια του άρθρου 61 του κανονισμού 6/2002, οπότε το Γενικό Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να επανεξετάσει τα πραγματικά περιστατικά υπό το πρίσμα των εγγράφων που προσκομίζονται για πρώτη φορά ενώπιόν του.

24

Επομένως, επιβάλλεται να μην εξετασθεί το έγγραφο το οποίο περιλήφθηκε στη σελίδα 76 του παραρτήματος A.9 της προσφυγής χωρίς να απαιτείται να εξετασθεί η αποδεικτική ισχύς του [βλ., συναφώς, απόφαση Grupo Promer Mon Graphic κατά ΓΕΕΑ — PepsiCo (απεικόνιση κυκλικής διαφημιστικής βάσεως), T‑9/07, EU:T:2010:96, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

Επί του παραδεκτού του δευτέρου αιτήματος της παρεμβαίνουσας

25

Στις σχετικές με το αίτημα της παρεμβαίνουσας παρατηρήσεις για την απόσυρση από τη δικογραφία του κατά το άρθρο 135, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας παραρτήματος, το οποίο κατέθεσε η προσφεύγουσα στις 30 Σεπτεμβρίου 2013, το ΓΕΕΑ επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, το απαράδεκτο του δευτέρου αιτήματος της παρεμβαίνουσας. Κατά την άποψή του, το υποβληθέν από την παρεμβαίνουσα αίτημα για την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι απαράδεκτο, καθόσον πρόκειται για απόφαση η οποία τη δικαιώνει. Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας του, επικαλείται την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Budějovický Budvar κατά ΓΕΕΑ — Anheuser-Busch (BUD), T‑225/06, T‑255/06, T‑257/06 και T‑309/06, EU:T:2008:574, σκέψεις 150 και 151).

26

Ακόμη και αν το ΓΕΕΑ δεν ήταν δυνατό να εγείρει ένσταση περί απαραδέκτου του δευτέρου αιτήματος της παρεμβαίνουσας με τις παρατηρήσεις του επί του αιτήματός της για απόσυρση από τη δικογραφία του προβλεπόμενου στο άρθρο 135, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας υπομνήματος, επιβάλλεται να εξετασθεί η ένσταση καθόσον πρόκειται για ζήτημα το οποίο, ενδεχομένως, δύναται να εξετασθεί αυτεπαγγέλτως από το Γενικό Δικαστήριο.

27

Καταρχάς, υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά το άρθρο 134, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, οι κατά την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου παρεμβαίνοντες (διάταξη η οποία αναφέρεται στους διαδίκους της ενώπιον του τμήματος προσφυγών διαδικασίας πλην του προσφεύγοντος) μπορούν, με το υπόμνημα αντικρούσεως να αιτούνται την ακύρωση ή τη μεταρρύθμιση της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών ως προς το θέμα στο οποίο δεν αναφέρεται η προσφυγή και να προβάλλουν ισχυρισμούς που δεν έχουν προβληθεί στην προσφυγή.

28

Ακολούθως, επιβάλλεται η απόρριψη, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενης, της αναφοράς στην απόφαση BUD, ανωτέρω σκέψη 25 (EU:T:2008:574, σκέψεις 150 έως 151). Με την απόφαση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ορισμένα επιχειρήματα τής στην υπόθεση εκείνη παρεμβαίνουσας, επισημαίνοντας ότι, «ακόμη και αν θεωρηθεί ότι τα [επίμαχα] επιχειρήματα θεμελιώνουν αυτοτελή λόγο ακυρώσεως στηριζόμενο στο άρθρο 134, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, πρέπει να σημειωθεί ότι ο λόγος αυτός αντιφάσκει προς τα ίδια τα αιτήματα της παρεμβαίνουσας […] [η οποία] δεν έχει ζητήσει την ακύρωση ή τη μεταρρύθμιση της αποφάσεως [του τμήματος προσφυγών στην υπόθεση εκείνη] δυνάμει του άρθρου 134, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας» (απόφαση BUD, ανωτέρω σκέψη 25, EU:T:2008:574, σκέψεις 150 και 151). Εν προκειμένω, όμως, η παρεμβαίνουσα ζητεί ακριβώς την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

29

Όσον αφορά το επιχείρημα του ΓΕΕΑ κατά το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση «δικαιώνει» την παρεμβαίνουσα, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, γίνεται δεκτό ότι απόφαση τμήματος προσφυγών δικαιώνει διάδικο κατά τη διαδικασία ενώπιον του εν λόγω τμήματος σε περίπτωση κατά την οποία δέχεται το αίτημα του διαδίκου αυτού βάσει μέρους μόνο της επιχειρηματολογίας του εν λόγω διαδίκου, μολονότι παρέλειψε να εξετάσει ή απέρριψε τους λοιπούς λόγους ή τα λοιπά επιχειρήματα που προέβαλε ο ίδιος αυτός διάδικος [βλ. απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2011, Völkl κατά ΓΕΕΑ — Marker Völkl (VÖLKL), T‑504/09, EU:T:2011:739, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία]. Αντιθέτως, απόφαση τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ δεν δικαιώνει διάδικο, κατά την έννοια του άρθρου 61, παράγραφος 4, του κανονισμού 6/2002, σε περίπτωση κατά την οποία αποφαίνεται κατά τρόπο δυσμενή για τον διάδικο αυτόν επί αιτήματος που είχε καταθέσει ενώπιον του ΓΕΕΑ (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση VÖLKL, προπαρατεθείσα, EU:T:2011:739, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

30

Εν προκειμένω, το τμήμα ακυρώσεων διαπίστωσε ότι η αίτηση της προσφεύγουσας περί κηρύξεως ακυρότητας στηριζόταν κατ’ ουσίαν στη φερόμενη έλλειψη νεωτερισμού και ατομικού χαρακτήρα του επίμαχου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος. Ακολούθως, έκρινε ότι το εν λόγω σχέδιο ή υπόδειγμα ήταν ταυτόσημο, υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 6/2002, με προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα, ήτοι με εκείνο που απεικονίζει την πλάκα η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας.

31

Τόσο ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων, με το από 22 Ιουνίου 2010 υπόμνημά της παρατηρήσεων, το οποίο κατατέθηκε σε απάντηση των παρατηρήσεων της προσφεύγουσας της 2ας Απριλίου 2010 όπως αναφέρεται στην ανωτέρω σκέψη 22, όσο και ενώπιον του τμήματος προσφυγών (βλ. την περίληψη των επιχειρημάτων της παρεμβαίνουσας στο σημείο 14 της προσβαλλομένης αποφάσεως, και δη στο μέρος με τίτλο «Μη προσήκουσα συνεκτίμηση εκ μέρους του τμήματος ακυρώσεων του εγγράφου D1, προκειμένου να διαγνωσθεί ο νεωτερισμός και ο ατομικός χαρακτήρας του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος», σελίδες 9 έως 13 της προσβαλλομένης αποφάσεως), η παρεμβαίνουσα υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι η παρατιθέμενη στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνα, η οποία επίσης παρατίθεται στο σημείο 8 της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων, δεν απεικόνιζε σιφώνιο ντους, αλλά απλώς σχάρες οι οποίες μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως αύλακες.

32

Η παρεμβαίνουσα υποστηρίζει, συνεπώς, ότι η παρατιθέμενη στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνα και, εν γένει, τα προϊόντα των καταλόγων Blücher ήταν εντελώς διαφορετικά από το προϊόν το οποίο αφορά το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα. Τούτο συνεπάγεται, κατά την παρεμβαίνουσα, ότι δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη τα προϊόντα αυτά προκειμένου να εκτιμηθεί ο νεωτερισμός και ο ατομικός χαρακτήρας του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος.

33

Το τμήμα προσφυγών δεν δέχθηκε την επιχειρηματολογία αυτή. Αντιθέτως, όπως ορθώς αναφέρει η παρεμβαίνουσα, στο σημείο 31 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι «το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα [αποτελείτο] από πολύ απλό και ορθογώνιου σχήματος σιφώνιο ντους». Με τον τρόπο αυτό απέρριψε, σιωπηρώς αλλά σαφώς, το επιχείρημα της παρεμβαίνουσας, κατά το οποίο επρόκειτο μάλλον για σχάρα αύλακα. Η απόρριψη αυτού του επιχειρήματος είχε ως συνέπεια την απόρριψη της επιχειρηματολογίας της παρεμβαίνουσας, κατά την οποία τα σχέδια ή υποδείγματα των καταλόγων Blücher δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση του νεωτερισμού και του ατομικού χαρακτήρα του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος.

34

Συγκεκριμένα, καίτοι βεβαίως το τμήμα προσφυγών ακύρωσε την απόφαση του τμήματος ακυρώσεων με την οποία ακυρώθηκε το εν λόγω σχέδιο ή υπόδειγμα λόγω ελλείψεως νεωτερισμού, εντούτοις ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων «προκειμένου να αποφανθεί επί της αιτήσεως περί κηρύξεως ακυρότητας βάσει του άρθρου 25, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, σε συνδυασμό με [το άρθρο 4, παράγραφος 1, και το άρθρο 6]» του κανονισμού 6/2002, όπως αναφέρεται στο σημείο 2 του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως. Από την αναφορά στο άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού, σχετικά με τον ατομικό χαρακτήρα, προκύπτει ότι απόκειται στο τμήμα ακυρώσεων, κατόπιν αναπομπής της υποθέσεως ενώπιόν του, να αναλύσει το ζήτημα αν το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα έχει τέτοιον χαρακτήρα. Εξάλλου, στο σημείο 36, τελευταίο εδάφιο, της προσβαλλομένης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών ρητώς ανέφερε ότι αυτή «η νέα εξέταση πρέπει να στηρίζεται στα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων, καθώς και στα νέα πραγματικά περιστατικά, αποδείξεις και επιχειρήματα που προβάλλονται από τους διαδίκους ενώπιον του τμήματος» προσφυγών, συμπεριλαμβανομένων, κατά συνέπεια, των καταλόγων Blücher την απόρριψη των οποίων επιζητούσε η παρεμβαίνουσα κατά την ανάλυση αυτή.

35

Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση αποφαίνεται επί αιτήματος της παρεμβαίνουσας το οποίο δεν έγινε δεκτό, οπότε πρέπει να θεωρηθεί ότι η παρεμβαίνουσα δεν δικαιώθηκε, υπό την έννοια του άρθρου 61, παράγραφος 4, του κανονισμού 6/2002. Επομένως, η παρεμβαίνουσα παραδεκτώς ζητεί την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως με το δεύτερο αίτημά της, ενώ τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα που προέβαλε το ΓΕΕΑ πρέπει να απορριφθούν [βλ., συναφώς, απόφαση της 17ης Μαρτίου 2009, Laytoncrest κατά ΓΕΕΑ — Erico (TRENTON), T‑171/06, EU:T:2009:70, σκέψη 21, και απόφαση VÖLKL, ανωτέρω σκέψη 29, EU:T:2011:739, σκέψη 28].

Επί του βασίμου του πρώτου αιτήματος της προσφεύγουσας

36

Προς στήριξη της προσφυγής, η προσφεύγουσα προβάλλει έναν μόνον λόγο ο οποίος αφορά σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το τμήμα προσφυγών κατά τη σύγκριση του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος με τα προγενέστερα σχέδια ή υποδείγματα των οποίων είχε γίνει επίκληση προς στήριξη της αιτήσεως περί κηρύξεως ακυρότητας. Κατά την άποψή της, εξαιτίας του εν λόγω σφάλματος το τμήμα προσφυγών κατέληξε στην εσφαλμένη διαπίστωση ότι το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα ήταν νέο υπό την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 6/2002.

37

Επομένως, είναι καταρχάς αναγκαίο να προσδιορισθεί το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα το οποίο λήφθηκε υπόψη από τα τμήματα του ΓΕΕΑ κατά την εξέταση της αιτήσεως ακυρώσεως. Ακολούθως, στο μέτρο που η προστασία σχεδίου ή υποδείγματος, υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002, συνίσταται στην προστασία της εμφανίσεως ενός προϊόντος και, που, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 12 του κανονισμού αυτού, η προστασία αυτή δεν πρέπει να εκτείνεται στα μη ορατά χαρακτηριστικά κατά τη συνήθη χρήση του οικείου προϊόντος [βλ., συναφώς, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2014, Biscuits Poult κατά ΓΕΕΑ — Banketbakkerij Merba (Biscuit), T‑494/12, Συλλογή, EU:T:2014:757, σκέψεις 19 και 20, και απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2014, Cezar κατά ΓΕΕΑ — Poli-Eco (Insert), T‑39/13, Συλλογή, EU:T:2014:852, σκέψεις 40, 51 και 52), πρέπει να προσδιορισθούν τα ορατά χαρακτηριστικά του προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος. Τέλος, επιβάλλεται να εξακριβωθεί αν το τμήμα προσφυγών προέβη σε κατ’ ορθό τρόπο σύγκριση των ορατών χαρακτηριστικών του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος και του προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος.

38

Προ της εξετάσεως αυτής, επιβάλλεται προκαταρκτικώς η υπόμνηση ότι, κατά το άρθρο 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 6/2002, ως «σχέδιο ή υπόδειγμα» νοείται η εικόνα την οποία παρουσιάζει το σύνολο ή μέρος ενός προϊόντος η οποία προκύπτει από τα χαρακτηριστικά του, και ιδίως από τη γραμμή, το περίγραμμα, το χρώμα, το σχήμα, την υφή ή τα υλικά του ίδιου του προϊόντος ή/και της διακοσμήσεως που φέρει.

39

Επιπλέον, από το άρθρο 4, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού προκύπτει ότι η προστασία σχεδίου ή υποδείγματος ως κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος διασφαλίζεται μόνον εφόσον είναι νέο και έχει ατομικό χαρακτήρα.

40

Συναφώς, το άρθρο 5 του κανονισμού 6/2002 ορίζει τα εξής:

«1.   Ένα σχέδιο ή υπόδειγμα θεωρείται νέο εάν δεν έχει διατεθεί στο κοινό ταυτόσημο σχέδιο ή υπόδειγμα:

[…]

β)

στην περίπτωση καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για την καταχώριση ή, αν διεκδικείται προτεραιότητα, πριν από την ημερομηνία προτεραιότητας.

2.   Τα σχέδια ή υποδείγματα λογίζονται ως ταυτόσημα αν τα χαρακτηριστικά τους διαφέρουν μόνο σε επουσιώδεις λεπτομέρειες.»

41

Από το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 6/2002 προκύπτει, επομένως, ότι δύο σχέδια ή υποδείγματα λογίζονται ως ταυτόσημα αν τα χαρακτηριστικά τους διαφέρουν μόνο σε επουσιώδεις λεπτομέρειες, δηλαδή λεπτομέρειες οι οποίες δεν είναι άμεσα αντιληπτές και οι οποίες, επομένως, δεν δημιουργούν έστω και αμελητέες διαφορές μεταξύ των εν λόγω σχεδίων ή υποδειγμάτων. A contrario, προκειμένου να εκτιμηθεί ο νεωτερισμός σχεδίου ή υποδείγματος, πρέπει να εκτιμηθεί η ύπαρξη ουσιωδών διαφορών μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σχεδίων ή υποδειγμάτων, ακόμα και αν είναι αμελητέες [απόφαση της 6ης Ιουνίου 2013, Kastenholz κατά ΓΕΕΑ — Qwatchme (Πλάκες ρολογιών), T‑68/11, Συλλογή, EU:T:2013:298, σκέψη 37].

42

Επιβάλλεται, περαιτέρω, να συνοψισθούν οι διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στην απόφαση του τμήματος ακυρώσεων και στην προσβαλλόμενη απόφαση.

43

Το τμήμα ακυρώσεων έκρινε, στο σημείο 15 της αποφάσεώς του, ότι το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα απεικόνιζε «σιφώνιο ντους (shower drain)» απαρτιζόμενο από μια πλάκα, μια δεξαμενή κι ένα σιφώνιο. Προσέθεσε συναφώς ότι: «Η δεξαμενή και το σιφώνιο έχουν στερεωθεί πάνω στην κατώτερη επιφάνεια της πλάκας».

44

Αναφερόμενο στην απεικόνιση του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος, όπως παρατίθεται στην ανωτέρω σκέψη 1, διαπιστώνεται ότι, από αριστερά προς τα δεξιά, η πρώτη εικόνα απεικονίζει την πλάκα κάτω από την οποία βρίσκεται η δεξαμενή (προς την οποία ρέει το νερό) και, στο κέντρο αυτής, εφαρμόζει το σιφώνιο· η δεύτερη εικόνα απεικονίζει το κατώτερο μέρος της δεξαμενής, στο κέντρο της οποίας εφαρμόζει το σιφώνιο και, τέλος, η τρίτη εικόνα απεικονίζει το ανώτερο μέρος της πλάκας.

45

Στο σημείο 16 της αποφάσεώς του, το τμήμα ακυρώσεων αναφέρει ότι, «[κ]ατά τη συνήθη χρήση, δηλαδή, όταν το ντους [λειτουργούσε], η πλάκα [ήταν] ενσωματωμένη στην επιφάνεια του δαπέδου, ενώ η δεξαμενή και το σιφώνιο δεν ήταν ορατά». Βάσει των εν λόγω διαπιστώσεων, αποφάνθηκε, στο σημείο 19 της αποφάσεώς του, ότι «[τ]ο μόνο ορατό χαρακτηριστικό του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος [ήταν] το ανώτερο μέρος της πλάκας». Επομένως, δεδομένου ότι, κατά την κρίση του, αυτό το ορατό χαρακτηριστικό του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος ήταν ταυτόσημο με «το χαρακτηριστικό που απεικονίζεται στο D1», αποφάνθηκε ότι το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα δεν χαρακτηριζόταν από νεωτερισμό.

46

Με την προσφυγή της ενώπιον του τμήματος προσφυγών, η παρεμβαίνουσα υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι εσφαλμένως το τμήμα ακυρώσεων έκρινε ότι η πλάκα καλύψεως ήταν το μόνο ορατό στοιχείο του προϊόντος το οποίο αφορά το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα, μετά την εγκατάστασή του. Κατά την άποψή της, το πλαϊνό μέρος της πλάκας καλύψεως, καθώς και οι αυλακώσεις σε αμφότερες τις πλευρές της ήταν επίσης ορατά στοιχεία. Ως εκ τούτου, το τμήμα ακυρώσεων δεν προέβη σε σύγκριση του συνόλου των χαρακτηριστικών του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος με τα«χαρακτηριστικά που απεικονίζονται στο D1», με αποτέλεσμα να είναι εσφαλμένο το συμπέρασμα της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων, κατά το οποίο το εν λόγω σχέδιο ή υπόδειγμα στερούνταν νεωτερισμού.

47

Από την προσεκτική ανάγνωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, παρά την κάπως ασαφή διατύπωση, προκύπτει ότι το επιχείρημα κατά το οποίο το ανώτερο μέρος της πλάκας καλύψεως δεν είναι το μόνο στοιχείο αυτής που παραμένει ορατό μετά την εγκατάσταση του προσδιοριζόμενου από το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα «σιφωνίου ντους» (shower drain) έγινε δεκτό από το τμήμα προσφυγών. Το τμήμα αυτό επισημαίνει συγκεκριμένα, στο σημείο 31 της εν λόγω αποφάσεως, ότι «το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα απαρτίζεται από πλάκα καλύψεως ορθογώνιου σχήματος, αλλά και από στενές πλευρικές αυλακώσεις και αυλακώσεις των εξωτερικών άκρων του σιφωνίου του ντους, όλα δε τα στοιχεία αυτά είναι ορατά κατά τη συνήθη χρήση».

48

Επισημαίνεται συναφώς ότι το προϊόν το οποίο αφορά το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα απαρτίζεται, όπως ορθώς διαπίστωσε το τμήμα ακυρώσεων, από μια πλάκα καλύψεως, μια δεξαμενή και μια σύνδεση σιφωνίου ντους. Ειδικότερα, το νερό του ντους ρέει προς τη δεξαμενή και, μέσω του σιφωνίου, οδηγείται προς την αποχέτευση. Η δεξαμενή καλύπτεται από την πλάκα καλύψεως, ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της οποίας είναι ότι είναι συμπαγής, δηλαδή δεν περιλαμβάνει, στην επιφάνειά της, οπές οι οποίες να επιτρέπουν τη ροή του νερού προς τη δεξαμενή. Η ροή του νερού προς τη δεξαμενή πραγματοποιείται από δύο αυλακώσεις, στα πλαϊνά μέρη των μακριών πλευρών της πλάκας καλύψεως.

49

Μετά την εγκατάσταση του «σιφωνίου ντους (shower drain)» το οποίο αφορά το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα, ήτοι μετά την ενσωμάτωσή του στο δάπεδο του ντους, δεν είναι ορατό μόνον το ανώτερο μέρος της πλάκας καλύψεως, αλλά είναι ορατές, όπως ορθώς διαπίστωσε το τμήμα προσφυγών στο σημείο 31 της προσβαλλομένης αποφάσεως, και οι δύο πλευρικές αυλακώσεις καθώς και το ανώτερο μέρος του χείλους της δεξαμενής. Σε αυτό το τελευταίο στοιχείο παραπέμπει το τμήμα προσφυγών όταν αναφέρεται στα «εξωτερικά άκρα» του «σιφωνίου ντους (shower drain)». Επιπλέον, από τις εν λόγω εκτιμήσεις συνάγεται ότι η φράση του σημείου 31 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία παρατίθεται στην ανωτέρω σκέψη 47, πρέπει να εκληφθεί υπό την έννοια ότι το τμήμα προσφυγών έκρινε, όπως και η παρεμβαίνουσα, ότι ορατά μέρη, «κατά τη συνήθη χρήση» του σιφωνίου ντους (shower drain) το οποίο αφορά το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα, ήτοι μετά την εγκατάστασή του, ήταν όχι μόνο το ανώτερο μέρος της πλάκας καλύψεως αλλά και τα λοιπά προαναφερθέντα στοιχεία του προϊόντος αυτού.

50

Κατόπιν των ανωτέρω, επιβάλλεται η ανάλυση του μόνου λόγου προσφυγής τον οποίο προβάλλει η προσφεύγουσα.

51

Στο πλαίσιο της προσφυγής, η προσφεύγουσα δεν προβάλλει επιχειρήματα ικανά να αμφισβητήσουν τις εκτιθέμενες στις ανωτέρω σκέψεις 47 έως 49 εκτιμήσεις. Αμφισβητεί κατά βάση τους όρους της συγκρίσεως στην οποία προέβη το τμήμα προσφυγών μεταξύ του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος και του «προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος», μνεία στο οποίο γίνεται στο σημείο 31 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά την άποψή της, το συγκεκριμένο σημείο της προσβαλλομένης αποφάσεως πάσχει από εσφαλμένη ερμηνεία, εκ μέρους του τμήματος προσφυγών, του σημείου 19 της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων.

52

Η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι το τμήμα ακυρώσεων χρησιμοποίησε στην απόφασή του τη συντομογραφία «D1» για να αναφερθεί στο σύνολο των αποσπασμάτων των καταλόγων Blücher που είχαν περιληφθεί στον φάκελο και όχι μόνον στην παρατιθέμενη στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνα, η οποία έχει επίσης παρατεθεί στο σημείο 8 της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων. Η εν λόγω εικόνα αποτελεί απλώς μέρος του καλούμενου ως «D1» εγγράφου στην απόφαση του τμήματος προσφυγών. Εξάλλου, κατά την προσφεύγουσα, η διαπίστωση του τμήματος ακυρώσεων, η οποία περιλαμβάνεται στο σημείο 8 της αποφάσεώς του, δεν ήταν απολύτως ορθή, δεδομένου ότι η εικόνα αυτή δεν απεικόνιζε «αύλακα απορροής υδάτων» αλλά απλώς μια «σχάρα βάσεως» ενός αύλακα απορροής υδάτων. Η προσφεύγουσα διευκρινίζει ότι ως «σχάρα βάσεως» πρέπει να νοηθεί μια σχάρα τοποθετημένη εντός δεξαμενής απορροής η οποία είχε στερεωθεί στο δάπεδο. Η σχάρα αυτή δεν ήταν διάτρητη στην οριζόντια επιφάνειά της, με αποτέλεσμα τα προς απορροή ύδατα να μπορούν να κατευθυνθούν μόνον κατά μήκος των πλευρών της σχάρας.

53

Η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η «σχάρα βάσεως» η οποία εμφαίνεται στην παρατιθέμενη στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνα αντιστοιχεί στη «σχάρα βάσεως» του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος. Αμφότερες έχουν κατασκευαστεί από ανοξείδωτο χάλυβα και έχουν σχήμα επιμήκους τετράπλευρου. Καμία εξ αυτών δεν είναι διάτρητη στην οριζόντια επιφάνειά της, με αποτέλεσμα τα προς απορροή υγρά να μπορούν να κατευθυνθούν προς τη δεξαμενή απορροής μόνον από τις πλευρές. Η προσφεύγουσα διευκρινίζει συναφώς ότι μόνη λειτουργία της ορατής οπής επί της πλάκας η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της εν λόγω εικόνας είναι να καθιστά δυνατό το ανασήκωμα της σχάρας της δεξαμενής προς καθαρισμό. Συνάγει εξ αυτού ότι η προαναφερθείσα εικόνα δεν απεικονίζει τίποτε άλλο πέραν μιας ορθογώνιας σχάρας καλύψεως, δηλαδή μια «σχάρα βάσεως», προελεύσεως της δανικής επιχειρήσεως Blücher, του 1998 και της οποίας ο σχεδιασμός είναι της μορφής «Spaltrost» (στη γερμανική γλώσσα) ή «Spalterist» (στη δανική γλώσσα), όρος ο οποίος σημαίνει «σχάρα με σχισμές».

54

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από σφάλμα, στο μέτρο που αναφέρει, στο σημείο 31, ότι «το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα (D1) απαρτίζεται από σιφώνιο ντους [(shower drain)] πολύ απλό και ορθογώνιο αποτελούμενο από πλάκα καλύψεως με οπή». Είναι δε πασίδηλο ότι η απορροή του ντους δεν αποτελείται μόνον από πλάκα καλύψεως, η οποία, όπως υποδηλώνει το όνομά της, χρησιμοποιείται με σκοπό καλύψεως, εν προκειμένω της απορροής του ντους ή της δεξαμενής απορροής. Κατά την άποψή της, το τμήμα προσφυγών δεν έλαβε, επομένως, υπόψη το γεγονός ότι η παρατιθέμενη στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνα παρουσιάζει μόνον την εμφάνιση πλάκας καλύψεως και όχι την πλήρη, ορατή κατά τη συνήθη χρήση, εμφάνιση της απορροής του ντους που αποτελεί το περιλαμβανόμενο στους καταλόγους Blücher προγενέστερο υπόδειγμα ή σχέδιο.

55

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, δηλαδή, ότι από τα σημεία 7 και 31 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών εσφαλμένως συνέκρινε την ορατή εμφάνιση κατά τη συνήθη χρήση του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος με τη μόνη πλάκα καλύψεως η οποία εμφαίνεται στην παρατιθέμενη στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνα. Δύναται, όμως, να συναχθεί από το περιεχόμενο των καταλόγων Blücher, τους οποίους προσκόμισε η προσφεύγουσα ενώπιον του ΓΕΕΑ, ότι η «σχάρα βάσεως» η οποία εμφαίνεται στην εικόνα αυτή έπρεπε να τοποθετείται μεταξύ των εξωτερικών άκρων στη δεξιά πλευρά της δεξαμενής απορροής και ότι η επιφάνεια του δαπέδου που περιέβαλλε τη δεξαμενή, τα εξωτερικά άκρα στη δεξιά πλευρά της δεξαμενής, καθώς και η «σχάρα βάσεως» που ήταν τοποθετημένη μεταξύ τους, βρίσκονταν στο ίδιο ύψος. Το ίδιο ίσχυε και για το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα.

56

Εξάλλου, από το περιεχόμενο των καταλόγων Blücher προέκυπτε ότι η πλάκα καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνα, όπως και οι πλάκες καλύψεως άλλων τύπων, προοριζόταν να τοποθετείται μεταξύ των δεξιών άκρων της δεξαμενής απορροής που είναι εγκατεστημένη στο έδαφος. Η ίδια η δεξαμενή απορροής εμφαίνεται στην πρώτη και στην τελευταία σελίδα των επίμαχων καταλόγων, με τη διαφορά ότι, στην εικόνα αυτή, δεν συνοδευόταν από σχάρα διάτρητη στην επιφάνειά της.

57

Κατά την προσφεύγουσα, όταν η πλάκα καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας τοποθετείται εντός δεξαμενής απορροής όπως η απεικονιζόμενη στους καταλόγους Blücher, η διάταξη αυτή της απορροής του ντους έχει, κατά τη συνήθη χρήση, εμφάνιση η οποία περιλαμβάνει όχι μόνον την πλάκα καλύψεως, αλλά και, αντιθέτως προς την κρίση του τμήματος προσφυγών, τις πλευρές ή τις άκρες της εν λόγω πλάκας, τις σχισμές κατά μήκος των πλευρών της πλάκας καθώς και τα εξωτερικά άκρα της δεξαμενής απορροής.

58

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατά συνέπεια, ότι το τμήμα προσφυγών στήριξε την προσβαλλόμενη απόφαση επί ανακριβούς αιτιολογίας καθώς και επί εσφαλμένης συγκρίσεως των επίμαχων σχεδίων ή υποδειγμάτων.

59

Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω σκέψεις 45 έως 47, ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι, μετά την εγκατάσταση του σιφωνίου ντους (shower drain) που απεικονίζεται στο επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα, η οριζόντια επιφάνεια της πλάκας καλύψεως δεν ήταν το μόνο στοιχείο της το οποίο παρέμενε ορατό. Το τμήμα ακυρώσεων, το οποίο κατέληξε στο αντίθετο συμπέρασμα, στο σημείο 16 της αποφάσεώς του, υπέπεσε επομένως σε σφάλμα το οποίο κλήθηκε να διορθώσει το τμήμα προσφυγών.

60

Το τμήμα προσφυγών δεν συνήγαγε, όμως, με την απόφασή του, τα ορθά συμπεράσματα εκ του σφάλματος που διαπίστωσε.

61

Είναι ακριβές ότι, προκειμένου να εκτιμήσει τον νεωτερισμό του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος, το τμήμα ακυρώσεων εσφαλμένως προέβη σε σύγκριση μεταξύ της μόνης πλάκας καλύψεως που περιλαμβάνεται στο επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα με την πλάκα καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας. Παρά ταύτα, τούτο δεν σημαίνει ότι είναι δυνατή η εκτίμηση του νεωτερισμού του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος συγκρίνοντας όλα τα στοιχεία αυτού τα οποία παραμένουν ορατά μετά την εγκατάστασή του, με τη μόνη πλάκα η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της επίμαχης εικόνας. Τούτο στην πραγματικότητα θα συνεπαγόταν τη σύγκριση μεταξύ, αφενός, του συνόλου των ορατών στοιχείων μιας διατάξεως απορροής ντους (η οποία απεικονίζεται στο επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα) και, αφετέρου, του μόνου στοιχείου της προγενέστερης απορροής ντους.

62

Συναφώς δεν είναι αναγκαίο να εξετασθεί αν, όπως προβάλλει η προσφεύγουσα (βλ. ανωτέρω σκέψη 54), είναι πασίδηλο ότι η απορροή ντους δεν αποτελείται μόνον από πλάκα καλύψεως. Αρκεί η διαπίστωση ότι, σε κάθε περίπτωση, από την εξέταση των στοιχείων που προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιον του ΓΕΕΑ δεν ήταν δυνατό να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η πλάκα καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας αποτελούσε απλώς μέρος της διατάξεως απορροής υγρών και ότι, κατά συνέπεια, για την εκτίμηση του νεωτερισμού του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος ήταν αναγκαία η σύγκριση μεταξύ των ορατών χαρακτηριστικών, μετά την εγκατάσταση, αυτού του σχεδίου ή υποδείγματος και των ορατών χαρακτηριστικών, μετά την εγκατάσταση, του προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος, μέρος του οποίου αποτελούσε η προαναφερθείσα πλάκα καλύψεως.

63

Συγκεκριμένα, πρώτον, στους καταλόγους Blücher, αποσπάσματα των οποίων προσκόμισε η προσφεύγουσα, της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας προηγείτο ο τίτλος «Roste für Rinnen und Aufsatzstücke» ο οποίος σημαίνει «Σχάρες για αύλακες και ανώτερα μέρη». Είναι, επομένως, σίγουρο ότι η πλάκα η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της εικόνας αυτής δεν αποτελούσε απλώς πλάκα καλύψεως, λειτουργούσα ως σχάρα διατάξεως απορροής υγρών, και δεν απεικόνιζε το σύνολο της διατάξεως αυτής.

64

Δεύτερον, μια άλλη σελίδα (σελίδα 21) των επίμαχων καταλόγων, την οποία επίσης προσκόμισε η προσφεύγουσα ενώπιον του ΓΕΕΑ, περιλάμβανε διάγραμμα όπου γινόταν αναφορά στον τρόπο με τον οποίο διάφορα προσφερόμενα από την επιχείρηση στοιχεία μπορούσαν να συνδυασθούν προκειμένου να κατασκευασθεί η πλήρης διάταξη της απορροής υγρών. Ειδικότερα, το διάγραμμα αυτό έδειχνε έξι τύπους σχάρας, εκ των οποίων η μία δεν ήταν διάτρητη, που μπορούσαν να στερεωθούν σε δεξαμενή, η οποία, με τη σειρά της, στερεώνονταν επί σιφωνίου. Οι εν λόγω σχάρες είχαν τετράγωνο και όχι επίμηκες σχήμα, αλλά είναι προφανές ότι η ίδια αρχή μπορούσε να εφαρμοστεί και σε σχάρες διαφορετικού σχήματος ή διαφορετικών διαστάσεων.

65

Επισημαίνεται συναφώς ότι η μη διάτρητη σχάρα (πλάκα καλύψεως) η οποία απεικονίζεται στο διάγραμμα αυτό έφερε τον αριθμό μοντέλου 697.200.200.20. Από τη σελίδα 34 του ιδίου καταλόγου προκύπτει ότι επρόκειτο για παραλλαγή, τετράγωνου σχήματος, της σειράς πλακών καλύψεως «Spaltrost», την οποία προσφέρει η επιχείρηση Blücher. Η ίδια σειρά περιλάμβανε και άλλα μοντέλα (υπ’ αριθ. 697.200.075.99, 697.200.150.99 και 697.200.200.99) με ίδια εμφάνιση (ήτοι άνευ οπών επί της οριζόντιας επιφάνειας) αλλά επιμήκους σχήματος. Εξάλλου, η επίμαχη σελίδα περιλάμβανε, δίπλα στις διαστάσεις των μοντέλων αυτών, απεικόνιση πλάκας καλύψεως ταυτόσημη με την πλάκα η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας. Επομένως, από την ανάγνωση των καταλόγων αυτών, μπορούσε εύκολα να συναχθεί το συμπέρασμα ότι όλοι οι περιλαμβανόμενοι σε αυτούς τύποι σχάρας (ή πλάκας καλύψεως) μπορούσαν να συνδυασθούν με άλλα στοιχεία, τα οποία επίσης προσφέρει η εταιρία Blücher, προκειμένου να κατασκευασθεί διάταξη απορροής υγρών.

66

Τρίτον, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η πρώτη και η τελευταία σελίδα των καταλόγων Blücher, οι οποίες περιλαμβάνονται μεταξύ των αποσπασμάτων των καταλόγων αυτών τους οποίους η ίδια προσκόμισε ενώπιον του ΓΕΕΑ, περιείχαν εικόνες διατάξεως απορροής ύδατος επιμήκους σχήματος προσφερόμενης από την εταιρία Blücher, με τη διαφορά ότι συνοδευόταν, στις δύο αυτές εικόνες, από πλάκα καλύψεως διάτρητη στην οριζόντια επιφάνειά της (σχάρα).

67

Τέταρτον, επισημαίνεται περαιτέρω ότι από τις παραγράφους 15 και 16 των παρατηρήσεων της προσφεύγουσας, της 2ας Απριλίου 2010, ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων του ΓΕΕΑ, προκύπτει σαφώς ότι οι μη διάτρητες πλάκες καλύψεως των καταλόγων Blücher, μεταξύ των οποίων και η πλάκα η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνα, δεν αποτελούσαν μέρος της διατάξεως απορροής υγρών και δεν σχημάτιζαν, από μόνες τους, τέτοια διάταξη.

68

Τέλος, πέμπτον, επισημαίνεται ότι ούτε η παρεμβαίνουσα αμφισβήτησε, ενώπιον των τμημάτων του ΓΕΕΑ, το γεγονός ότι η πλάκα καλύψεως τύπου «Spaltrost», η οποία προσφέρεται από την εταιρία Blücher, προοριζόταν να χρησιμοποιηθεί ως μέρος διατάξεως απορροής υγρών. Αντιθέτως, στο παράρτημα 11 των από 27 Ιουνίου 2010 παρατηρήσεών της ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων, η παρεμβαίνουσα προσκόμισε αποσπάσματα άλλου καταλόγου της εταιρίας Blücher, όπου απεικονιζόταν πλάκα καλύψεως όπως αυτή η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της περιλαμβανόμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας, τοποθετημένης επί δεξαμενής περιλαμβάνουσας, στο κάτω μέρος, σιφώνιο απορροής. Υπενθυμίζει, εξάλλου, το γεγονός αυτό στο υπόμνημά της αντικρούσεως.

69

Είναι, βεβαίως, αληθές ότι η παρεμβαίνουσα προσκόμισε το έγγραφο αυτό προς στήριξη του επιχειρήματός της, το οποίο, εξάλλου, επανέλαβε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, κατά το οποίο η επίμαχη πλάκα καλύψεως της εταιρίας Blücher και οι διατάξεις απορροής υγρών επί των οποίων μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, δεν προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν σε ντους, αλλά προορίζονταν για βιομηχανική χρήση. Συγκεκριμένα, από το περιεχόμενο στην ίδια σελίδα με την απεικόνιση αυτή κείμενο, στο απόσπασμα του καταλόγου που προσκόμισε η παρεμβαίνουσα ενώπιον του ΓΕΕΑ, προκύπτει σαφώς ότι πρόκειται για διατάξεις απορροής υγρών, χρησιμοποιούμενες στη βιομηχανία τροφίμων.

70

Παρά ταύτα, τούτο ουδόλως αναιρεί το γεγονός ότι προκύπτει σαφώς από την ίδια αυτή απεικόνιση ότι η πλάκα καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας δεν αποτελούσε, από μόνη της, διάταξη απορροής υγρών (ή σιφώνιο ντους, κατά την κρίση του τμήματος προσφυγών), αλλά ότι ήταν απλώς μέρος τέτοιας διατάξεως. Επομένως, εσφαλμένως το τμήμα προσφυγών, προκειμένου να εκτιμήσει τον νεωτερισμό του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος, προέβη σε σύγκριση μεταξύ των ορατών χαρακτηριστικών, μετά την εγκατάσταση, αυτού του σχεδίου ή υποδείγματος και της εν λόγω μόνης πλάκας.

71

Οι ανωτέρω εκτιμήσεις δεν αναιρούνται από τα επιχειρήματα του ΓΕΕΑ ή της παρεμβαίνουσας.

72

Το ΓΕΕΑ επικαλείται την απόφαση της 22ας Ιουνίου 2010, Shenzhen Taiden κατά ΓΕΕΑ — Bosch Security Systems (Εξοπλισμός επικοινωνιών) (T‑153/08, Συλλογή, EU:T:2010:248, σκέψεις 23 και 24). Κατά την άποψή του, από την απόφαση αυτή απορρέει ότι, στο μέτρο που το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002 αναφέρεται σε διαφορά μεταξύ της συνολικής εντυπώσεως που δημιουργούν τα επίμαχα σχέδια ή υποδείγματα, η εξέταση του ατομικού χαρακτήρα ενός κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σε σχέση με ειδικά στοιχεία που αντλούνται από προγενέστερα διαφορετικά σχέδια ή υποδείγματα. Επομένως, πρέπει να γίνει σύγκριση μεταξύ, αφενός, της συνολικής εντυπώσεως που δημιουργεί το επίμαχο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα και, αφετέρου, της συνολικής εντυπώσεως που δημιουργεί καθένα από τα προγενέστερα σχέδια ή υποδείγματα που νομίμως προβάλλει ο αιτών την κήρυξη ακυρότητας.

73

Το ΓΕΕΑ υποστηρίζει ότι το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής, το οποίο εφαρμόζεται ως προς τον ατομικό χαρακτήρα σχεδίου ή υποδείγματος, εκτείνεται a fortiori στην εξέταση του νεωτερισμού. Επομένως, τα χαρακτηριστικά διαφορετικών προγενέστερων σχεδίων ή υποδειγμάτων δεν μπορούσαν να συνδυασθούν ώστε να αμφισβητηθεί ο νεωτερισμός πλέον πρόσφατου σχεδίου ή υποδείγματος.

74

Επιβάλλεται η απόρριψη του επιχειρήματος αυτού ως στηριζόμενου σε παρανόηση του επιχειρήματος της προσφεύγουσας. Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα δεν προσάπτει στο τμήμα προσφυγών ότι δεν άντλησε ειδικά στοιχεία από διαφορετικά προγενέστερα σχέδια ή υποδείγματα, προκειμένου να τα συγκρίνει με το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα, αλλά ότι συνέκρινε το σύνολο του σιφωνίου ντους (shower drain) που συνιστά το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα με μέρος μόνον, και όχι με το σύνολο, της διατάξεως απορροής υγρών, που προσφέρει η εταιρία Blücher και επικαλείται προς στήριξη της αιτήσεως ακυρώσεως.

75

Το ΓΕΕΑ υποστηρίζει, επίσης, ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι υπάρχει προγενέστερο του επίμαχου σχέδιο ή υπόδειγμα, το οποίο να διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος. Κατά την άποψή του, η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας στηρίζεται στη σύγκριση δύο διαφορετικών σχεδίων ή υποδειγμάτων. Καίτοι διατέθηκαν στο κοινό με τους ίδιους καταλόγους (τους καταλόγους Blücher), τα δύο αυτά σχέδια ή υποδείγματα δεν μπορούν να απεικονίζονται μαζί. Εκτιμά ότι, ακόμη και αν οι κατάλογοι Blücher συνιστούν διάθεση στο κοινό, υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002, έκαστο των σχεδίων ή υποδειγμάτων των καταλόγων αυτών θα έπρεπε να τύχει επιμέρους συγκρίσεως με το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα.

76

Το επιχείρημα αυτό στηρίζεται στην παραδοχή ότι καμία απεικόνιση της πλάκας καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας, τοποθετημένης εντός δεξαμενής απορροής επιμήκους σχήματος και αποτελούσας, με τον τρόπο αυτό, πλήρη διάταξη απορροής υγρών, δεν είχε προσκομισθεί ενώπιον του ΓΕΕΑ. Συγκεκριμένα, της αναλύσεως του επιχειρήματος αυτού στο υπόμνημα αντικρούσεως του ΓΕΕΑ, προηγείται επιχειρηματολογία προκειμένου να αποδειχθεί, ορθώς (βλ. ανωτέρω σκέψεις 22 και 23), ότι το έγγραφο στη σελίδα 76 του παραρτήματος A.9 της προσφυγής δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη. Προκύπτει, όμως, από την ανωτέρω σκέψη 68 ότι η παραδοχή επί της οποίας στηρίζεται το υπό εξέταση επιχείρημα του ΓΕΕΑ είναι εσφαλμένη, όπερ αρκεί για την απόρριψή του.

77

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να τονισθεί ότι, γενικότερα, σε περίπτωση σχεδίου ή υποδείγματος αποτελούμενου από περισσότερα συστατικά μέρη, πρέπει να θεωρείται ότι αυτό διατέθηκε στο κοινό, υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002, όταν όλα τα συστατικά μέρη έχουν διατεθεί στο κοινό και έχει σαφώς επισημανθεί ότι αυτά τα συστατικά μέρη προορίζονταν να συνδυασθούν μεταξύ τους ώστε να αποτελέσουν συγκεκριμένο προϊόν, καθιστώντας επομένως δυνατό τον προσδιορισμό του σχήματος και των χαρακτηριστικών αυτού του σχεδίου ή υποδείγματος.

78

Τούτο σημαίνει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι σχέδιο ή υπόδειγμα είναι νέο, υπό την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 6/2002, όταν συνιστά απλώς συνδυασμό σχεδίων ή υποδειγμάτων τα οποία έχουν ήδη διατεθεί στο κοινό και ως προς τα οποία έχει ήδη επισημανθεί ότι προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν μαζί.

79

Εν προκειμένω, τούτο σημαίνει ότι, στο μέτρο που, για τους λόγους που εκτίθενται στις ανωτέρω σκέψεις 63 έως 67, προέκυπτε σαφώς από τους καταλόγους Blücher ότι η πλάκα καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας προοριζόταν να συνδυασθεί με δεξαμενές και σιφώνια προσφερόμενα από την επιχείρηση Blücher και περιεχόμενα στους καταλόγους αυτούς, προκειμένου να αποτελέσει πλήρη διάταξη απορροής υγρών, απόκειτο στο ΓΕΕΑ, για την εκτίμηση του νεωτερισμού του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος, να το συγκρίνει, μεταξύ άλλων, με απορροή υγρών αποτελούμενη από την επίμαχη πλάκα καλύψεως, σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία διατάξεως απορροής υγρών προσφερόμενα από την επιχείρηση Blücher, ακόμη και αν καμία απεικόνιση με αυτόν τον συνδυασμό δεν περιλαμβανόταν στους εν λόγω καταλόγους.

80

Το ΓΕΕΑ υποστηρίζει περαιτέρω ότι η παρουσία οπής στην πλάκα καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας συνιστά πρόσθετο στοιχείο το οποίο την διαφοροποιεί από το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα, και τούτο ακόμη και αν το τμήμα προσφυγών δεν μνημόνευσε τη διαφορά αυτή.

81

Το επιχείρημα αυτό πρέπει, επίσης, να απορριφθεί. Αφενός, δεν είναι δυνατό να απορριφθεί το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από σφάλμα, κάνοντας αναφορά σε στοιχείο μη μνημονευόμενο στην εν λόγω απόφαση. Αφετέρου και κατά κύριο λόγο, το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το τμήμα προσφυγών συνίσταται, σύμφωνα με το επιχείρημα της προσφεύγουσας το οποίο το Γενικό Δικαστήριο κρίνει βάσιμο, στο γεγονός ότι το τμήμα προσφυγών συνέκρινε το σύνολο της διατάξεως (σιφώνιο ντους) που αποτελεί το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα μόνον με ένα συστατικό μέρος προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος. Τούτο σημαίνει ότι το σφάλμα συνίσταται σε αυτόν καθαυτόν τον προσδιορισμό του προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος που έπρεπε να λάβει υπόψη για τους σκοπούς της συγκρίσεως αυτής και όχι, όπως προκύπτει ότι το επιχείρημα αυτό του ΓΕΕΑ το εκλαμβάνει, στα χαρακτηριστικά του εν λόγω σχεδίου ή υποδείγματος.

82

Η παρεμβαίνουσα, από τη μεριά της, υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα είχε κατά κύριο λόγο υποστηρίξει ενώπιον του ΓΕΕΑ ότι το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα δεν ήταν νέο λαμβανομένης υπόψη της μόνης πλάκας που περιλαμβάνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας, είναι κατανοητό το ότι τόσο το τμήμα ακυρώσεων όσο και το τμήμα προσφυγών στήριξαν τις αποφάσεις τους σε σύγκριση του εν λόγω σχεδίου ή υποδείγματος με τη μόνη αυτή πλάκα.

83

Το επιχείρημα αυτό πρέπει, επίσης, να απορριφθεί. Υπενθυμίζεται ότι, ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων, η προσφεύγουσα είχε προβάλει σειρά στοιχείων προς στήριξη της απόψεώς της ότι το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα δεν ήταν νέο και δεν είχε ατομικό χαρακτήρα. Το τμήμα ακυρώσεων, αφού έκρινε ότι το μόνο ορατό στοιχείο του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος, μετά την εγκατάσταση, ήταν η πλάκα του καλύψεως και ότι η πλάκα αυτή ήταν ταυτόσημη με την πλάκα η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας, δέχθηκε, επί της βάσεως αυτής, την αίτηση περί κηρύξεως ακυρότητας. Ως εκ τούτου, δεν προέβη σε σύγκριση του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος με άλλα σχέδια ή υποδείγματα, περιλαμβανόμενα στα προσκομισθέντα από την προσφεύγουσα έγγραφα.

84

Στον βαθμό, όμως, που το τμήμα προσφυγών έκρινε, ορθώς, ότι άλλα στοιχεία του σιφωνίου ντους το οποίο απεικονιζόταν στο επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα παρέμεναν ορατά μετά την εγκατάσταση, δεν μπορούσε, όπως ήδη αναφέρθηκε, να συγκρίνει το εν λόγω σχέδιο ή υπόδειγμα με τη μόνη πλάκα καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας. Προκειμένου να εκτιμήσει τον νεωτερισμό του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος, όφειλε να εξετάσει την ύπαρξη μη επουσιωδών διαφορών μεταξύ όλων των ορατών χαρακτηριστικών αυτού του σχεδίου ή υποδείγματος και όλων των ορατών χαρακτηριστικών του προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος του οποίου έγινε επίκληση, χωρίς να περιορισθεί στη μόνη πλάκα καλύψεως η οποία αποτελούσε μέρος του προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος.

85

Η παρεμβαίνουσα υποστηρίζει, επίσης, ότι, παρά το ότι η προσφεύγουσα προέβαλε, ενώπιον του τμήματος προσφυγών, ότι ήταν δυνατό να εγκατασταθεί η μόνη πλάκα καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας εντός ορθογώνιας δεξαμενής επιμήκους σχήματος με άκρο το οποίο παρέμενε ορατό μετά την εγκατάσταση, εντούτοις δεν τεκμηρίωσε τα επιχειρήματα αυτά με αποδεικτικά στοιχεία, καθώς δεν απεικονιζόταν τέτοια εγκατάσταση στους καταλόγους Blücher. Στο πλαίσιο αυτό, η παρεμβαίνουσα υπενθυμίζει ότι το περιεχόμενο στη σελίδα 76 του παραρτήματος A.9 της προσφυγής έγγραφο, όπου απεικονίζεται η επίμαχη πλάκα καλύψεως εγκατεστημένη εντός δεξαμενής επιμήκους σχήματος, δεν προσκομίσθηκε ενώπιον του ΓΕΕΑ και δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη.

86

Παρά ταύτα, για τους λόγους που ήδη εκτέθηκαν στις ανωτέρω σκέψεις 63 έως 70, τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.

87

Επομένως, ο μόνος λόγος προσφυγής είναι βάσιμος.

88

Όπως, όμως, αναφέρθηκε στην ανωτέρω σκέψη 20, με το δεύτερο σκέλος των αιτημάτων της, η προσφεύγουσα ζητεί κατ’ ουσία τη μεταρρύθμιση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά τρόπο ώστε η προσφυγή της παρεμβαίνουσας ενώπιον του τμήματος προσφυγών να απορριφθεί και η απόφαση του τμήματος ακυρώσεων, η οποία δέχθηκε την αίτηση περί κηρύξεως ακυρότητας, να επιβεβαιωθεί, και, εφόσον ενδείκνυται, να αντικατασταθεί η αιτιολογία της τελευταίας αυτής αποφάσεως. Επιβάλλεται, επομένως, να εξετασθεί αν δύναται να ευδοκιμήσουν τα αιτήματα της προσφεύγουσας περί μεταρρυθμίσεως.

Ως προς το βάσιμο του δευτέρου αιτήματος της προσφεύγουσας

89

Επισημαίνεται ότι ο έλεγχος τον οποίο ασκεί το Γενικό Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 61 του κανονισμού 6/2002 είναι έλεγχος της νομιμότητας των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών του ΓΕΕΑ και ότι δύναται να ακυρώσει ή να μεταρρυθμίσει την προσβαλλόμενη με προσφυγή απόφαση μόνον εάν, κατά τον χρόνο εκδόσεώς της, έπασχε πλημμέλεια δυνάμενη να στηρίξει έναν από τους λόγους ακυρώσεως ή μεταρρυθμίσεως που προβλέπει το άρθρο 61, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού. Επομένως, η εξουσία μεταρρυθμίσεως που αναγνωρίζεται στο Γενικό Δικαστήριο δεν σημαίνει ότι αυτό έχει την εξουσία να υποκαθιστά, με τη δική του, κρίση του τμήματος προσφυγών ούτε περαιτέρω να αποφαίνεται επί ζητήματος ως προς το οποίο δεν έχει ακόμη αποφανθεί το εν λόγω τμήμα. Επομένως, η άσκηση της εξουσίας μεταρρυθμίσεως πρέπει, καταρχήν, να περιορίζεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο, έχοντας ελέγξει την κρίση του τμήματος προσφυγών, είναι σε θέση να προσδιορίσει βάσει των αποδειχθέντων πραγματικών και νομικών στοιχείων την απόφαση που όφειλε να είχε λάβει το τμήμα προσφυγών (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 5ης Ιουλίου 2011, C‑263/09 P, Edwin κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή, EU:C:2011:452, σκέψεις 71 και 72).

90

Εν προκειμένω, είναι βεβαίως αληθές ότι το ζήτημα του νεωτερισμού του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος εξετάσθηκε τόσο από το τμήμα ακυρώσεων όσο και από το τμήμα προσφυγών. Παρά ταύτα, αναφέρθηκε ήδη ότι η εξέταση στην οποία προέβησαν αυτά τα τμήματα του ΓΕΕΑ έπασχε, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, από σφάλματα: το μεν τμήμα ακυρώσεων έκρινε, εσφαλμένως, ότι, μετά την εγκατάσταση του σιφωνίου ντους που απεικονίζεται στο επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα, το μόνο στοιχείο του που παρέμενε ορατό ήταν η πλάκα καλύψεως. Συνέκρινε, επομένως, αυτήν την πλάκα με την πλάκα η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας, χωρίς να λάβει υπόψη τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία των οποίων έγινε επίκληση ενώπιόν του από την προσφεύγουσα. Το δε τμήμα προσφυγών ορθώς εντόπισε το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το τμήμα ακυρώσεων, αλλά αντί να συγκρίνει τα ορατά στοιχεία, μετά την εγκατάσταση, του σιφωνίου ντους που απεικονίζεται στο επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα με τα ορατά στοιχεία άλλων προγενέστερων σχεδίων ή υποδειγμάτων τα οποία επικαλέστηκε η προσφεύγουσα, συμπεριλαμβανομένου εκείνου που αποτελούσε μέρος της πλάκας καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της εν λόγω εικόνας, το τμήμα προσφυγών περιορίσθηκε, εσφαλμένως, σε απλή σύγκριση μεταξύ του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος και αυτής της μόνης πλάκας.

91

Επομένως, η εξέταση του νεωτερισμού του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος, σε σχέση με προγενέστερα σχέδια ή υποδείγματα τα οποία επικαλέστηκε η προσφεύγουσα, δεν ήταν πλήρης. Ως εκ τούτου, τυχόν εξέταση από το Γενικό Δικαστήριο του νεωτερισμού του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος, από την άποψη του συνόλου των στοιχείων που επικαλέσθηκε η προσφεύγουσα ενώπιον των τμημάτων του ΓΕΕΑ θα συνεπαγόταν κατ’ ουσίαν την άσκηση διοικητικών και εξεταστικών αρμοδιοτήτων οι οποίες ανήκουν στο ΓΕΕΑ και, ως εκ τούτου, θα αντέβαινε στη θεσμική ισορροπία, από την οποία απορρέει η αρχή της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ ΓΕΕΑ και Γενικού Δικαστηρίου. Συνεπώς, με την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα συμφέροντα της προσφεύγουσας προστατεύονται επαρκώς (βλ., συναφώς, απόφαση Instrument d’écriture, ανωτέρω σκέψη 20, EU:T:2010:190, σκέψη 133· βλ., επίσης, συναφώς και κατ’ αναλογίαν, απόφαση VÖLKL, ανωτέρω σκέψη 29, EU:T:2011:739, σκέψη 121 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

92

Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η απόρριψη του δευτέρου αιτήματος της προσφεύγουσας.

Ως προς το βάσιμο του δευτέρου αιτήματος της παρεμβαίνουσας

93

Όπως προαναφέρθηκε, με το δεύτερο αίτημά της, η παρεμβαίνουσα ζήτησε την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως για λόγο διαφορετικό από εκείνους τους οποίους προέβαλε η προσφεύγουσα. Προς στήριξη του αιτήματος αυτού, υποστηρίζει ότι το τμήμα προσφυγών ενήργησε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου κρίνοντας, στο σημείο 31 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η παρατιθέμενη στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνα παρίστανε σιφώνιο ντους ορθογώνιου σχήματος αποτελούμενο απλώς από πλάκα καλύψεως με οπή. Κατά την άποψή της, η κρίση αυτή ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τα προβληθέντα από τους διαδίκους κατά τη διαδικασία ενώπιον του ΓΕΕΑ και δεν ήταν αιτιολογημένη, γεγονός που καθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση αρκετά ασαφή.

94

Η παρεμβαίνουσα διευκρινίζει συναφώς ότι η παρατιθέμενη στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνα παρουσιάζει μόνον τις σχάρες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε αύλακες απορροής υγρών. Οι σχάρες αυτές συμπεριλαμβάνουν την πλάκα η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της εν λόγω εικόνας, η οποία είναι κλειστή στην οριζόντια επιφάνεια και επιτρέπει τη ροή των υγρών μόνον από τις πλευρικές σχισμές της.

95

Η παρεμβαίνουσα υποστηρίζει πάντως ότι από τα αποσπάσματα ενός εκ των καταλόγων Blücher, τους οποίους η ίδια προσκόμισε ενώπιον των τμημάτων του ΓΕΕΑ, προκύπτει ότι η πλάκα αυτή καλύψεως προοριζόταν για βιομηχανική χρήση και όχι για χρήση ως στοιχείο σιφωνίου ντους σε χώρο υγιεινής. Ειδικότερα, η απεικόνιση της πλάκας αυτής στον εν λόγω κατάλογο συνοδευόταν από εικονίδιο ενός ημιφορτηγού το οποίο, όπως επεξηγείται σε άλλη σελίδα του ιδίου καταλόγου, σήμαινε ότι το προϊόν προοριζόταν για βιομηχανική χρήση.

96

Η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε αιτιολογημένως αυτά τα επιχειρήματα ενώπιον του τμήματος προσφυγών. Απλώς αμφισβήτησε, εσφαλμένως άλλωστε, ότι το γεγονός αυτό είχε συνέπειες επί του βασίμου της αιτήσεώς της περί κηρύξεως ακυρότητας. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία χαρακτήρισε το επίμαχο προϊόν ως σιφώνιο ντους, είναι αναιτιολόγητη και ασαφής.

97

Στο υπόμνημα το οποίο κατέθεσε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 135, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι «δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο προβαλλόμενος από την παρεμβαίνουσα λόγος», καθώς είναι «πρωταρχικής σημασίας να δοθεί απάντηση στο ζήτημα αν το τμήμα προσφυγών μπορούσε νομίμως να κρίνει ότι το έγγραφο “D1” δεν [αφορούσε] τον [κατάλογο] Blücher, όπως έκρινε το τμήμα ακυρώσεων, αλλά απλώς την πλάκα καλύψεως» η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας. Κατά την άποψή της, ο προβαλλόμενος από την παρεμβαίνουσα λόγος αποσκοπεί στην πραγματικότητα να εκμεταλλευτεί την εννοιολογική σύγχυση που παρατηρείται στην προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τον καθορισμό της έννοιας του «D1», προκειμένου να επιτύχει τη σύγκριση του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος με την προαναφερθείσα μόνη πλάκα καλύψεως. Η προσφεύγουσα ζητεί, επομένως, την απόρριψη του λόγου αυτού.

98

Καθόσον η παρεμβαίνουσα επικαλείται, προς στήριξη του δευτέρου αιτήματός της, αθέτηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 62 του κανονισμού 6/2002, οι αποφάσεις του ΓΕΕΑ πρέπει να είναι αιτιολογημένες. Η υποχρέωση αυτή αιτιολογήσεως έχει το ίδιο περιεχόμενο με εκείνη που απορρέει από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ, κατά την οποία η συλλογιστική του εκδότη της πράξεως πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο. Η υποχρέωση αυτή έχει διττό σκοπό, ήτοι να παρέχεται η δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου προκειμένου να υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους, στον δε δικαστή της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ασκεί τον έλεγχο της νομιμότητας της αποφάσεως. Εντούτοις, δεν μπορεί να απαιτείται από τα τμήματα προσφυγών να παραθέτουν αιτιολογία που να ακολουθεί εξαντλητικά και έναν προς έναν όλους τους συλλογισμούς που διατύπωσαν ενώπιόν τους οι διάδικοι. Κατά συνέπεια, η αιτιολογία μπορεί να είναι έμμεση, υπό την προϋπόθεση ότι δίνει στους μεν ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα να γνωρίσουν τους λόγους για τους οποίους εκδόθηκε η απόφαση του τμήματος προσφυγών, στο δε αρμόδιο δικαστήριο επαρκή στοιχεία για να ασκήσει τον έλεγχό του [βλ. απόφαση της 25ης Απριλίου 2013, Bell & Ross κατά ΓΕΕΑ — KIN (Αναπαράσταση ρολογιού), T‑80/10, EU:T:2013:214, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

99

Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεων αποτελεί ουσιώδη τύπο που πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα του βάσιμου της αιτιολογίας, δεδομένου ότι αυτό αφορά την ουσιαστική νομιμότητα της επίδικης πράξεως. Πράγματι, η αιτιολογία μιας αποφάσεως συνίσταται στην επίσημη έκφραση των λόγων στους οποίους στηρίζεται η απόφαση αυτή. Εάν η αιτιολογία αυτή πάσχει σφάλματα, αυτά πλήττουν την ουσιαστική νομιμότητα της αποφάσεως, όχι όμως την αιτιολογία της, η οποία μπορεί να είναι επαρκής μολονότι προβάλλει εσφαλμένους λόγους (βλ. απόφαση Αναπαράσταση ρολογιού, ανωτέρω σκέψη 98, EU:T:2013:214, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

100

Από την επιχειρηματολογία της προκύπτει ότι η παρεμβαίνουσα θεωρεί ότι η φύση του αντικειμένου που εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας και, ειδικότερα, το ζήτημα αν προορίζεται να χρησιμοποιηθεί ως στοιχείο ντους ή για βιομηχανική χρήση, ως μέρος δεξαμενής απορροής υγρών, ασκούσε επιρροή στην έκβαση της αιτήσεως της προσφεύγουσας περί κηρύξεως ακυρότητας. Αν υποτεθεί, όμως, ότι τούτο ισχύει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει επαρκή αιτιολογία συναφώς, στο μέτρο που αναφέρει, στο σημείο 31, ότι πρόκειται για «σιφώνιο ντους».

101

Στην πραγματικότητα, με την επιχειρηματολογία της, η παρεμβαίνουσα επιδιώκει να αμφισβητήσει το βάσιμο της επίμαχης διαπιστώσεως του τμήματος προσφυγών. Τούτο συνάγεται από την παραπομπή της παρεμβαίνουσας στην επιχειρηματολογία και στα έγγραφα που είχε επικαλεστεί ενώπιον του ΓΕΕΑ, βάσει των οποίων κατά την κρίση της αποδεικνυόταν ότι το επίμαχο αντικείμενο προοριζόταν για βιομηχανική χρήση. Κατ’ ουσία, η παρεμβαίνουσα εκτιμά ότι η προαναφερθείσα διαπίστωση του τμήματος προσφυγών είναι εσφαλμένη, κατά το μέρος που το τμήμα προσφυγών δεν έλαβε υπόψη ούτε την επιχειρηματολογία αυτή, ούτε τα εν λόγω έγγραφα, ούτε την απουσία αμφισβητήσεως εκ μέρους της προσφεύγουσας. Με τον τρόπο αυτό πρέπει, επίσης, να εκληφθεί το επιχείρημα της παρεμβαίνουσας κατά το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ως προς το σημείο αυτό «ασαφής».

102

Προ της εξετάσεως, όμως, εφόσον απαιτείται, του βασίμου της επίμαχης διαπιστώσεως του τμήματος προσφυγών, επιβάλλεται να εξετασθεί η λυσιτέλειά της όσον αφορά την εκτίμηση του βασίμου της αιτήσεως της προσφεύγουσας περί κηρύξεως ακυρότητας. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η παρεμβαίνουσα εμμένει ως προς το ζήτημα του ορθού προσδιορισμού του προϊόντος το οποίο εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας, καθώς εκτιμά ότι εφόσον αποδειχθεί ότι το προϊόν αυτό ήταν διαφορετικό από εκείνο (το σιφώνιο ντους) το οποίο αφορά το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα, το γεγονός αυτό επαρκεί για την απόρριψη της αιτήσεως της προσφεύγουσας περί κηρύξεως ακυρότητας (βλ. επίσης τις ανωτέρω σκέψεις 30 έως 35). Επομένως, πρέπει να διαπιστωθεί αν αυτή η τελευταία παραδοχή είναι ορθή.

103

Ειδικότερα, μόνον στην περίπτωση αυτή τυχόν σφάλμα του τμήματος προσφυγών κατά τον προσδιορισμό του προϊόντος το οποίο αφορά το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα μπορεί να δικαιολογήσει την ακύρωση της αποφάσεώς του, την οποία ζητεί η παρεμβαίνουσα με το δεύτερο αίτημά της.

104

Επισημαίνεται συναφώς ότι, ενώπιον των τμημάτων του ΓΕΕΑ, οι διάδικοι πραγματεύθηκαν το ζήτημα της λυσιτέλειας, όσον αφορά την αίτηση περί κηρύξεως ακυρότητας, της χρήσεως για την οποία προορίζονται τα προϊόντα τα οποία αφορούν, αντιστοίχως, τα προγενέστερα σχέδια ή υποδείγματα, τα οποία επικαλείται η προσφεύγουσα προς στήριξη του εν λόγω αιτήματός της, και το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα. Συγκεκριμένα, στις από 22 Ιουνίου 2010 παρατηρήσεις της ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων, η παρεμβαίνουσα υποστήριξε ότι τα προγενέστερα σχέδια ή υποδείγματα τα οποία επικαλείται η προσφεύγουσα, μεταξύ των οποίων τα περιεχόμενα στους καταλόγους Blücher, δεν αναιρούν τον νεωτερισμό και τον ατομικό χαρακτήρα του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος, καθόσον αφορούσαν διαφορετικά προϊόντα, ήτοι αύλακες απορροής υγρών, προοριζόμενα για βιομηχανική χρήση.

105

Προς στήριξη της απόψεώς της, η παρεμβαίνουσα επικαλέστηκε απόσπασμα της κοινής δηλώσεως των κυβερνήσεων των χωρών Μπενελούξ σχετικά με το πρωτόκολλο, της 20ής Ιουνίου 2002, για την τροποποίηση του ενιαίου νόμου Μπενελούξ περί σχεδίων και υποδειγμάτων (στο εξής: LBDM). Σκοπός της τροποποιήσεως αυτής ήταν η προσαρμογή της LBDM στην οδηγία 98/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1998, για τη νομική προστασία σχεδίων και υποδειγμάτων (ΕΕ L 289, σ. 28), της οποίας οι σχετικές με τον νεωτερισμό και τον ατομικό χαρακτήρα σχεδίου ή υποδείγματος διατάξεις έχουν κατ’ ουσίαν πανομοιότυπη διατύπωση με τις αντίστοιχες διατάξεις του κανονισμού 6/2002.

106

Ειδικότερα, το απόσπασμα της εν λόγω δηλώσεως, το οποίο επικαλείται η παρεμβαίνουσα, έχει ως εξής:

«Το δίκαιο των σχεδίων και υποδειγμάτων προστατεύει σήμερα τη νέα όψη προϊόντος το οποίο έχει χρηστική λειτουργία. Αυτές οι τρεις έννοιες —όψη, προϊόν και χρηστική λειτουργία— είναι άρρηκτα συνδεδεμένες, όπως το Hoge Raad (Ανώτατο Δικαστήριο) των Κάτω Χωρών επιβεβαίωσε στην απόφασή του της 10ης Μαρτίου 1995 (NJ 1995, 670, Kinderkapperstoel). Ένα υφιστάμενο αντικείμενο το οποίο αποκτά άλλη χρηστική λειτουργία από εκείνη που αποτελούσε αντικείμενο της καταχωρίσεως μπορεί πλέον να τύχει αυτοτελούς προστασίας ως σχέδιο ή υπόδειγμα, ακόμη και αν το αντικείμενο δεν υπέστη σημαντικές τροποποιήσεις και συνιστά το χαρακτηριστικό στοιχείο του προϊόντος το οποίο έχει τη νέα χρηστική λειτουργία. Καίτοι η οδηγία δεν αναγνωρίζει τη “χρηστική λειτουργία”, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, καθώς η προστασία συνδέεται, μέσω του υποδείγματος και του προϊόντος, με ένα αντικείμενο, ενώ περαιτέρω ένα παιδικό κάθισμα κομμωτηρίου είναι διαφορετικό αντικείμενο από ένα αυτοκινητάκι παιχνίδι.»

107

Η αναφορά στο απόσπασμα αυτό στο «παιδικό κάθισμα κομμωτηρίου» το οποίο είναι «διαφορετικό αντικείμενο από ένα αυτοκινητάκι παιχνίδι» αφορά τις περιστάσεις της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Hoge Raad der Nederlanden (Ανωτάτου Δικαστηρίου των Κάτω Χωρών) της 10ης Μαρτίου 1995, ανωτέρω σκέψη 106. Όπως προκύπτει από αντίγραφο της αποφάσεως αυτής, το οποίο προσκόμισε η παρεμβαίνουσα σε απάντηση αιτήσεως του Γενικού Δικαστηρίου για την προσκόμιση εγγράφων, η υπόθεση αυτή αφορούσε αίτηση καταχωρίσεως ως σχεδίου ή υποδείγματος προστατευόμενου στο έδαφος των χωρών Μπενελούξ, ενός παιδικού καθίσματος κομμωτηρίου το οποίο περιλάμβανε, ως κύριο στοιχείο, ένα αυτοκινητάκι παιχνίδι, το οποίο προφανώς ήδη διατίθετο στην αγορά των χωρών Μπενελούξ και ήταν γνωστό στο ενδιαφερόμενο κοινό. Το Hoge Raad έκρινε ότι ήταν δύσκολο να κατανοήσει τον λόγο για τον οποίο εξαιτίας του γεγονότος ότι ένα προϊόν αποτελούνταν, μεταξύ άλλων, από αντικείμενο με διαφορετική πρωτότυπη χρηστική λειτουργία, ήδη γνωστό στους οικείους κύκλους της βιομηχανίας και του εμπορίου, δεν μπορούσε να διαπιστωθεί ότι επρόκειτο για προϊόν με νέα όψη, δυνάμενο να προστατευθεί ως καταχωρισμένο σχέδιο ή υπόδειγμα.

108

Στη σκέψη 20 της αποφάσεώς του, το τμήμα ακυρώσεων απέρριψε την επιχειρηματολογία αυτή της παρεμβαίνουσας ως αλυσιτελή. Κατά την κρίση του, «η χρησιμοποίηση προϊόντος στο οποίο το σχέδιο ή υπόδειγμα είναι ενσωματωμένο δεν αποτελεί χαρακτηριστικό της εμφανίσεως του και, κατά συνέπεια, η διαφορά αυτή δεν ασκεί επιρροή στη σύγκριση των δύο αντιπαρατιθέμενων σχεδίων ή υποδειγμάτων».

109

Όπως προαναφέρθηκε στη σκέψη 31, με την προσφυγή της ενώπιον του τμήματος προσφυγών, η παρεμβαίνουσα επανέλαβε παρά ταύτα τη συνοψιζόμενη στις ανωτέρω σκέψεις 104 έως 107 επιχειρηματολογία της, εκτιμώντας ότι η εν λόγω επιχειρηματολογία είχε εσφαλμένως απορριφθεί από το τμήμα ακυρώσεων.

110

Στις από 10 Μαΐου 2011 παρατηρήσεις της, ενώπιον του τμήματος προσφυγών, η προσφεύγουσα αμφισβήτησε τη συνοψιζόμενη στις ανωτέρω σκέψεις 104 έως 107 επιχειρηματολογία της παρεμβαίνουσας. Υποστήριξε, ειδικότερα, ότι, αντιθέτως προς τα αναφερόμενα στην κοινή δήλωση των κυβερνήσεων των χωρών Μπενελούξ, η οποία μνημονεύεται στην ανωτέρω σκέψη 105, η θέση την οποία υιοθέτησε το Hoge Raad με την απόφασή του της 10ης Μαρτίου 1995, ανωτέρω σκέψη 106, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής όσον αφορά την ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 98/71 και του κανονισμού 6/2002. Επικαλέσθηκε, προς τούτο, τις προτάσεις της 4ης Φεβρουαρίου 2005, του γενικού εισαγγελέα D. F. W. Verkade, στην υπόθεση C 04/27 HR, ενώπιον του Hoge Raad. Απαντώντας σε αίτηση του Γενικού Δικαστηρίου περί προσκομίσεως εγγράφων, η προσφεύγουσα προσκόμισε αντίγραφο των προτάσεων αυτών. Όσον αφορά το ζήτημα αν η θέση η οποία έγινε δεκτή στην προαναφερθείσα απόφαση μπορούσε να εφαρμοσθεί κατόπιν της τροποποιήσεως της LBDM σύμφωνα με την οδηγία 98/71, ο γενικός εισαγγελέας επισήμανε ότι δεν επρόκειτο για «σαφή πράξη» και ότι, εφόσον το Hoge Raad έκρινε ότι το ζήτημα αυτό ασκούσε επιρροή για την επίλυση της εκκρεμούσας ενώπιόν του διαφοράς, έπρεπε να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο. Η προσφεύγουσα επικαλέσθηκε επίσης την απόφαση του Court of Appeal (England & Wales) [εφετείο (Αγγλία και Ουαλία)] της 23ης Απριλίου 2008, [2008] EWCA Civ 358, η οποία, κατά την άποψή της, επίσης στηρίζει τη θέση της. Επισύναψε στις παρατηρήσεις της αντίγραφο της αποφάσεως αυτής.

111

Οι διάδικοι ανέλυσαν τις απόψεις τους επ’ αυτού του ζητήματος στα υπομνήματα απαντήσεως και ανταπαντήσεως τα οποία υπέβαλαν ενώπιον του τμήματος προσφυγών. Παρά ταύτα, το τμήμα προσφυγών δεν έλαβε θέση, στην προσβαλλόμενη απόφαση, επί των ζητημάτων που ήγειραν οι διάδικοι.

112

Προκειμένου να διαπιστωθεί αν, σύμφωνα με τον κανονισμό 6/2002, η φύση του προϊόντος το οποίο αφορά το σχέδιο ή υπόδειγμα δύναται να ασκήσει επιρροή επί της εκτιμήσεως του νέου και ατομικού χαρακτήρα του, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 3, στοιχείο αʹ, του ιδίου κανονισμού (βλ. ανωτέρω σκέψη 38), ο χρησιμοποιούμενος στον κανονισμό αυτό όρος «σχέδιο ή υπόδειγμα» αφορά την εμφάνιση ενός προϊόντος ή μέρους του προϊόντος. Επομένως, η «προστασία σχεδίου ή υποδείγματος» υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002 συνίσταται στην προστασία της εμφανίσεως ενός προϊόντος [απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2014, Biscuits Poult κατά ΓΕΕΑ — Banketbakkerij Merba (Μπισκότο), T‑494/12, Συλλογή, EU:T:2014:757, σκέψη 19].

113

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002, το καταχωρισμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα, όπως το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα, παρέχει στον δικαιούχο του δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως και δικαίωμα να απαγορεύει σε οιονδήποτε τρίτο τη χρήση χωρίς τη συγκατάθεσή του ενώ, ως χρήση υπό την έννοια της εν λόγω διατάξεως, πρέπει να εκληφθεί «ιδίως η κατασκευή, η προσφορά, η διάθεση στην αγορά, η εισαγωγή, η εξαγωγή ή η χρήση προϊόντος στο οποίο είναι ενσωματωμένο ή εφαρμόζεται το σχέδιο ή υπόδειγμα, καθώς και η αποθεματοποίηση του προϊόντος για τους σκοπούς αυτούς».

114

Υπενθυμίζεται, επίσης, ότι, κατά το άρθρο 36, παράγραφος 2, του κανονισμού 6/2002, η αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος πρέπει να περιλαμβάνει μνεία των προϊόντων στα οποία πρόκειται να ενσωματωθεί ή να εφαρμοσθεί το σχέδιο ή υπόδειγμα. Παρά ταύτα, η παράγραφος 6 του ιδίου άρθρου διευκρινίζει ότι οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 «δεν θίγουν την έκταση της προστασίας του σχεδίου ή υποδείγματος αυτή καθαυτήν».

115

Λαμβανομένης υπόψη, ειδικότερα, της διατάξεως του άρθρου 36, παράγραφος 6, του κανονισμού 6/2002 και της αναφοράς, στο άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του εν λόγω κανονισμού σε «προϊόν», επιβάλλεται η διαπίστωση ότι καταχωρισμένο κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα παρέχει στον δικαιούχο του δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως για κάθε είδους προϊόν (και όχι μόνο για το προϊόν που αναφέρεται στην αίτηση καταχωρίσεως) του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος καθώς και, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ιδίου κανονισμού, κάθε σχεδίου ή υποδείγματος το οποίο δεν προκαλεί στον ενημερωμένο χρήστη διαφορετική συνολική εντύπωση. Παρέχει, επίσης, στον δικαιούχο του το δικαίωμα να απαγορεύει σε οποιονδήποτε τρίτο τη χρήση κάθε είδους προϊόντων του σχεδίου ή υποδείγματος του οποίου είναι δικαιούχος καθώς και κάθε σχεδίου ή υποδείγματος το οποίο δεν προκαλεί στον ενημερωμένο χρήστη διαφορετική συνολική εντύπωση. Σε αντίθετη περίπτωση, το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, δεν αφορά «ένα προϊόν», αλλά αποκλειστικώς το προϊόν (ή τα προϊόντα) που αναφέρεται(‑ονται) στην αίτηση καταχωρίσεως.

116

Κατόπιν του συμπεράσματος αυτού, επιβάλλεται περαιτέρω η διαπίστωση ότι ένα κοινοτικό σχέδιο ή υπόδειγμα δεν μπορεί να θεωρηθεί νέο, υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002, εφόσον ταυτόσημο σχέδιο ή υπόδειγμα έχει διατεθεί στο κοινό, πριν από τις ημερομηνίες που ορίζονται στη διάταξη αυτή, ακόμη και αν αυτό το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα προορίζεται να ενσωματωθεί ή να εφαρμοσθεί σε διαφορετικό προϊόν. Στην αντίθετη περίπτωση, η μεταγενέστερη καταχώριση αυτού του σχεδίου ή υποδείγματος ως κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος προοριζόμενου να ενσωματωθεί σε άλλο προϊόν από εκείνο για το οποίο έχει ήδη διατεθεί στο κοινό ή να εφαρμοσθεί σε αυτό το άλλο προϊόν, θα παρείχε τη δυνατότητα, για τους εκτιθέμενους στην ανωτέρω σκέψη 115 λόγους, στον δικαιούχο αυτής της μεταγενέστερης καταχωρίσεως, να απαγορεύσει τη χρησιμοποίησή του ακόμη και για το προϊόν στο οποίο αφορά η προγενέστερη διάθεση στο κοινό. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα ήταν, όμως, παράδοξο.

117

Η διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 6/2002 δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα.

118

Το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 6/2002 προβλέπει ότι, «[γ]ια την εφαρμογή των άρθρων 5 και 6 [του εν λόγω κανονισμού], ένα σχέδιο ή υπόδειγμα θεωρείται ότι έχει διατεθεί στο κοινό αν έχει δημοσιευθεί κατόπιν καταχώρισής του ή με άλλον τρόπο, ή έχει εκτεθεί, έχει χρησιμοποιηθεί στο εμπόριο ή κατέστη γνωστό με άλλο τρόπο, πριν από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, ή στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, [του κανονισμού αυτού], κατά περίπτωση, εκτός εάν τα γεγονότα αυτά λογικά δεν θα ήταν δυνατόν να γίνουν γνωστά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στους ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός της [Ένωσης]».

119

Από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 6/2002, συνάγεται ότι ο «συγκεκριμένος κλάδος», υπό την έννοια της διατάξεως αυτής, μπορεί να είναι μόνον ο κλάδος στον οποίο εντάσσεται το προϊόν στο οποίο το γνωστοποιούμενο σχέδιο ή υπόδειγμα έχει ενσωματωθεί ή εφαρμοσθεί. Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα, το οποίο έχει ενσωματωθεί ή εφαρμοσθεί σε συγκεκριμένο προϊόν, θεωρείται ότι έχει διατεθεί στο κοινό εφόσον έχει δημοσιευθεί, εκτός εάν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, το γεγονός αυτό δεν θα ήταν δυνατό λογικά να γίνει γνωστό στους ειδικευμένους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου του επίμαχου προϊόντος, οι οποίοι δραστηριοποιούνται εντός της Ένωσης.

120

Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του κανονισμού 6/2002. Η γραμματική διατύπωση του άρθρου 7 του κανονισμού αυτού επαναλαμβάνει πρόταση, συνταχθείσα με σχεδόν ανάλογους όρους, περιλαμβανόμενη στο σημείο 3.1.4 της γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα (ΕΕ 1994, C 388, σ. 9). Προκειμένου να στηρίξουν την πρόταση αυτή, τα σημεία 3.1.2 και 3.1.3 της γνωμοδοτήσεως αυτής αναφέρουν τα εξής:

«3.1.2.   Η διάταξη αυτή [σχετικά με την εκτίμηση του νεωτερισμού του κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος], όπως είναι διατυπωμένη, φαίνεται δυσεφάρμοστη σε πολλούς τομείς και ιδιαίτερα στην κλωστοϋφαντουργική βιομηχανία. Συχνά, οι πωλητές προϊόντων παραποίησης/απομίμησης εφοδιάζονται με ψευδείς βεβαιώσεις ότι το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα είχε δημιουργηθεί παλαιότερα σε τρίτη χώρα.

3.1.3.   Αν είναι έτσι, τότε το σχέδιο ή υπόδειγμα θα πρέπει να καθίσταται προσιτό στους ενδιαφερόμενους κύκλους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας πριν από την κρίσιμη ημερομηνία.»

121

Τούτο σημαίνει ότι σκοπός του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002, το οποίο επιτάσσει τη διάθεση στο κοινό του προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος στους ενδιαφερόμενους κύκλους του συγκεκριμένου κλάδου που δραστηριοποιούνται εντός της Ένωσης, είναι να αποτρέπεται να λαμβάνεται υπόψη το φερόμενο ως προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα για τους σκοπούς της εφαρμογής των άρθρων 5 και 6 του ιδίου κανονισμού, ακόμη και αν οι ενδιαφερόμενοι κύκλοι του συγκεκριμένου κλάδου του επίμαχου προϊόντος (οι οποίοι, εν γένει, λογίζεται ότι έχουν κατά πολύ εκτενέστερη γνώση των υφιστάμενων σχεδίων ή υποδειγμάτων τα οποία έχουν διατεθεί στο κοινό πριν από την ημερομηνία καταθέσεως του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος στον οικείο κλάδο σε σχέση με το κοινό εν γένει) δεν γνωρίζουν αυτό το σχέδιο ή υπόδειγμα. Αντιθέτως, η προταθείσα αιτιολόγηση από την προαναφερθείσα πρόταση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής δεν καλύπτει την περίπτωση κατά την οποία το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα είναι γνωστό στους ενδιαφερόμενους κύκλους συγκεκριμένου κλάδου εντός της Ένωσης αλλά όχι στους ενδιαφερόμενους κύκλους άλλου κλάδου, στον οποίο εντάσσονται διαφορετικά προϊόντα.

122

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ο «συγκεκριμένος κλάδος», υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 6/2002, δεν περιορίζεται στον κλάδο του προϊόντος στο οποίο το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα προορίζεται να ενσωματωθεί ή εφαρμοσθεί.

123

Κατά συνέπεια, προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα το οποίο έχει ενσωματωθεί ή εφαρμοσθεί σε προϊόν διαφορετικό από εκείνο το οποίο αφορά μεταγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα ασκεί, καταρχήν, επιρροή προκειμένου να εκτιμηθεί ο νεωτερισμός, υπό την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 6/2002, αυτού του μεταγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος. Συγκεκριμένα, το άρθρο αυτό αποκλείει σχέδιο ή υπόδειγμα να μπορεί να θεωρηθεί νέο αν ταυτόσημο σχέδιο ή υπόδειγμα έχει προηγουμένως διατεθεί στο κοινό, ανεξαρτήτως του προϊόντος στο οποίο αυτό το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα προορίζεται να ενσωματωθεί ή εφαρμοσθεί.

124

Πάντως, ο συγκεκριμένος κλάδος του προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος, κατά περίπτωση, μπορεί να ασκεί ορισμένη επιρροή προκειμένου να εκτιμηθεί ο ατομικός χαρακτήρας, υπό την έννοια του άρθρου 6 του κανονισμού 6/2002, σχεδίου ή υποδείγματος.

125

Συγκεκριμένα, το άρθρο 6 του κανονισμού 6/2002 προβλέπει τα εξής:

«Άρθρο 6

Ατομικός χαρακτήρας

1.   Ένα σχέδιο ή υπόδειγμα θεωρείται ότι παρουσιάζει ατομικό χαρακτήρα εάν η συνολική εντύπωση που προκαλεί στον ενημερωμένο καταναλωτή διαφέρει από τη συνολική εντύπωση που προκαλεί στον εν λόγω καταναλωτή κάθε σχέδιο ή υπόδειγμα που έχει διατεθεί στο κοινό:

α)

στην περίπτωση μη καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, πριν από την ημερομηνία κατά την οποία το σχέδιο ή το υπόδειγμα για το οποίο διεκδικείται προστασία διατέθηκε για πρώτη φορά στο κοινό·

β)

στην περίπτωση καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου ή υποδείγματος, πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για την καταχώριση ή, εάν διεκδικείται προτεραιότητα, πριν από την ημερομηνία προτεραιότητας.

2.   Προκειμένου να εκτιμηθεί ο ατομικός χαρακτήρας, λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός της ελευθερίας του δημιουργού κατά την εκπόνηση του σχεδίου ή υποδείγματος.»

126

Από το άρθρο 6 του κανονισμού 6/2002 προκύπτει ότι ο ατομικός χαρακτήρας σχεδίου ή υποδείγματος πρέπει να εκτιμάται σύμφωνα με τη συνολική εντύπωση που προκαλεί στον ενημερωμένο καταναλωτή.

127

Κατά τη νομολογία, η έννοια του ενημερωμένου καταναλωτή πρέπει να εκλαμβάνεται ως ενδιάμεση έννοια μεταξύ εκείνης του μέσου καταναλωτή που απαντά στο δίκαιο των σημάτων, από τον οποίο δεν απαιτείται καμία ειδική γνώση και ο οποίος κατά κανόνα δεν προβαίνει σε άμεση σύγκριση των αντιπαρατιθέμενων σημάτων, και του ειδικού του κλάδου, ο οποίος διαθέτει ειδικές τεχνικές γνώσεις. Έτσι, ναι μεν ο ενημερωμένος χρήστης δεν είναι ο μέσος καταναλωτής που έχει τη συνήθη πληροφόρηση, είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος και αντιλαμβάνεται κατά κανόνα ένα σχέδιο ή υπόδειγμα ως ένα σύνολο, χωρίς να εξετάζει μεμονωμένα τις διάφορες λεπτομέρειές του, πλην όμως δεν είναι ούτε ο εμπειρογνώμων ή ο ειδικός του κλάδου που είναι ικανός να παρατηρήσει λεπτομερώς τις ελάσσονος σημασίας ενδεχόμενες διαφορές μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σχεδίων ή υποδειγμάτων [βλ. απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2013, El Hogar Perfecto del Siglo XXI κατά ΓΕΕΑ — Wenf International Advisers (Ανοιχτήρι), T‑337/12, Συλλογή, EU:T:2013:601, σκέψεις 21 και 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

128

Η νομολογία διευκρινίζει, επίσης, ότι η ιδιότητα του «χρήστη» συνεπάγεται ότι το οικείο πρόσωπο χρησιμοποιεί το προϊόν που αποτελεί το αντικείμενο του σχεδίου ή υποδείγματος σύμφωνα με τον προορισμό του προϊόντος αυτού. Ο προσδιορισμός «ενημερωμένος» προϋποθέτει εξάλλου ότι, χωρίς να είναι σχεδιαστής ή ειδικός τεχνικός, ο χρήστης γνωρίζει τα διάφορα σχέδια ή υποδείγματα που υπάρχουν στον οικείο τομέα, διαθέτει ορισμένες γνώσεις ως προς τα στοιχεία που συνήθως περιλαμβάνουν τα εν λόγω σχέδια ή υποδείγματα και, λόγω του ενδιαφέροντός του για τα εν λόγω προϊόντα, επιδεικνύει ένα σχετικά υψηλότερο βαθμό προσοχής όταν τα χρησιμοποιεί (βλ. απόφαση Ανοιχτήρι, ανωτέρω σκέψη 127, EU:T:2013:601, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

129

Επομένως, ο χρήστης ο οποίος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, προκειμένου να εκτιμηθεί ο ατομικός χαρακτήρας σχεδίου ή υποδείγματος υπό την έννοια του άρθρου 6 του κανονισμού 6/2002, είναι ο χρήστης του προϊόντος στο οποίο αυτό το σχέδιο ή υπόδειγμα εφαρμόζεται ή ενσωματώνεται.

130

Επιβάλλεται συναφώς να γίνει μνεία της αιτιολογικής σκέψεως 14 του κανονισμού 6/2002, η οποία προβλέπει ότι «[η] εκτίμηση του κατά πόσον ένα σχέδιο ή υπόδειγμα έχει ατομικό χαρακτήρα θα πρέπει να βασίζεται στο κατά πόσο η συνολική εντύπωση που προκαλεί στον ενημερωμένο χρήστη διαφέρει από αυτήν που του προκαλεί οποιοδήποτε άλλο από το σύνολο των υπαρχόντων σχεδίων ή υποδειγμάτων, λαμβανομένης υπόψη της φύσης του προϊόντος στο οποίο έχει εφαρμοσθεί ή ενσωματωθεί το σχέδιο ή το υπόδειγμα, και, ιδίως, του βιομηχανικού κλάδου στον οποίο εντάσσεται και του βαθμού της ελευθερίας του δημιουργού κατά την εκπόνηση του σχεδίου ή υποδείγματος». Επίσης, συνάγεται εξ αυτής ότι η φύση του προϊόντος το οποίο αφορά το επίμαχο σχέδιο ή υπόδειγμα και ο βιομηχανικός κλάδος στον οποίο εντάσσεται το προϊόν αυτό πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση του ατομικού χαρακτήρα του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος.

131

Συναφώς, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι ο ενημερωμένος χρήστης του προϊόντος στο οποίο συγκεκριμένο σχέδιο ή υπόδειγμα εφαρμόζεται ή ενσωματώνεται έχει επίσης γνώση του συνόλου των υφιστάμενων σχεδίων ή υποδειγμάτων που αφορούν διαφορετικά προϊόντα, ακόμη και αν η γνώση αυτή δεν μπορεί να τεκμαίρεται αυτομάτως.

132

Επομένως, ο προσδιορισμός του προϊόντος στο οποίο προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα εφαρμόζεται ή ενσωματώνεται, και προβάλλεται προς αμφισβήτηση του ατομικού χαρακτήρα, υπό την έννοια του άρθρου 6 του κανονισμού 6/2002, μεταγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος, ασκεί επιρροή επί της εκτιμήσεως αυτής. Συγκεκριμένα, με τον προσδιορισμό του οικείου προϊόντος καθίσταται δυνατό να διαπιστωθεί αν ο ενημερωμένος χρήστης του προϊόντος στο οποίο εφαρμόζεται ή ενσωματώνεται το μεταγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα γνωρίζει το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα. Μόνο εφόσον πληρούται η προϋπόθεση αυτή ενδέχεται, εξαιτίας αυτού του προγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος, να μην αναγνωρισθεί ο ατομικός χαρακτήρας μεταγενέστερου σχεδίου ή υποδείγματος.

133

Εφαρμοζόμενες στην προκειμένη περίπτωση, οι προεκτεθείσες σκέψεις συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι, καίτοι ο προσδιορισμός του συγκεκριμένου προϊόντος στο οποίο το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα, του οποίου γίνεται επίκληση προς στήριξη της αιτήσεως περί κηρύξεως ακυρότητας, είχε ενσωματωθεί δεν ασκούσε επιρροή προκειμένου να εκτιμηθεί ο νεωτερισμός, υπό την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 6/2002, του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος, εντούτοις ασκεί επιρροή προκειμένου να εκτιμηθεί ο ατομικός χαρακτήρας, υπό την έννοια του άρθρου 6 του εν λόγω κανονισμού, αυτού του τελευταίου σχεδίου ή υποδείγματος.

134

Επιβάλλεται, όμως, η υπόμνηση ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το τμήμα προσφυγών ακύρωσε την απόφαση του τμήματος ακυρώσεων και ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του τμήματος αυτού, «προκειμένου να αποφανθεί επί της αιτήσεως περί κηρύξεως ακυρότητας βάσει του άρθρου 25, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, σε συνδυασμό με [το άρθρο 4, παράγραφος 1, και το άρθρο 6]» του κανονισμού 6/2002 (βλ. σημείο 2 του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως) ή, υπό διαφορετική διατύπωση, προκειμένου να εκτιμήσει τον ατομικό χαρακτήρα του επίμαχου σχεδίου ή υποδείγματος. Κατά συνέπεια, στο μέτρο που το τμήμα προσφυγών αποφάσισε να αποφανθεί το ίδιο επί της φύσεως του προϊόντος στο οποίο είχε ενσωματωθεί το προγενέστερο σχέδιο ή υπόδειγμα και να μην αναπέμψει το ζήτημα αυτό στην εκτίμηση του τμήματος ακυρώσεων, όφειλε να θεμελιώσει την κρίση του σε ορθή εκτίμηση των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία προσκόμισαν ενώπιόν του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, επομένως, να ελεγχθεί η ορθότητα της εκτιμήσεως αυτής, καθώς και το βάσιμο του κατ’ ουσίαν αιτήματος της παρεμβαίνουσας.

135

Επισημαίνεται συναφώς ότι δεν προκύπτει από τον ενώπιον του ΓΕΕΑ φάκελο ότι μπορεί να χαρακτηρισθεί η πλάκα καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας ως «σιφώνιο ντους» (shower drain) ή ως στοιχείο τέτοιου σιφωνίου. Όπως ορθώς υποστηρίζει η παρεμβαίνουσα, τα αποσπάσματα των καταλόγων Blücher, τα οποία προσκόμισε η προσφεύγουσα ενώπιον του ΓΕΕΑ, απεικονίζουν αύλακες απορροής υγρών και σχάρες (συμπεριλαμβανομένης της προαναφερθείσας πλάκας) που μπορούν να χρησιμοποιηθούν με αυτούς. Αυτοί οι αύλακες, με τις σχάρες τους ή τις πλάκες καλύψεως, μπορούν, εν γένει, να χρησιμοποιούνται σε διάφορους χώρους.

136

Όπως ορθώς παρατηρεί η παρεμβαίνουσα, στους καταλόγους Blücher, η απεικόνιση της πλάκας καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας συνοδεύεται από εικονίδιο ενός ημιφορτηγού. Από τα αποσπάσματα των εν λόγω καταλόγων, τα οποία επισυνάφθηκαν από την ίδια την παρεμβαίνουσα στο παράρτημα 9 των από 22 Ιουνίου 2010 παρατηρήσεών της ενώπιον του τμήματος ακυρώσεων, προκύπτει ότι το εικονίδιο του μικρού ημιφορτηγού υποδηλώνει την «κλάση φορτίου» κάθε σχάρας (ή πλάκας), που προσφέρεται στους καταλόγους αυτούς. Τούτο σημαίνει ότι πρόκειται για αναφορά στο μέγιστο φορτίο το οποίο μπορεί να φέρει η επίμαχη σχάρα ή πλάκα.

137

Υπάρχουν συνολικά πέντε «κλάσεις φορτίου» στους καταλόγους Blücher: μία για «ζώνες με γυμνά πόδια» (μπάνια κ.λπ.), μια για «ζώνες πεζών» (εμπορικά κέντρα κ.λπ.), μία για «τροχοφόρα φορεία, καρότσια» (ελαφρά βιομηχανία), μία για «ημιφορτηγά, φορτηγά» (βιομηχανία, εργοστάσια) και μια για «μεγάλους ανελκυστήρες» (βαριά βιομηχανία, κ.λπ.). Η «κλάση φορτίου» που επισημαίνεται με την εικόνα του μικρού ημιφορτηγού αντιστοιχεί, επομένως, στο δεύτερο μέγιστο φορτίο το οποίο μπορεί να φέρει η επίμαχη σχάρα ή πλάκα. Τα αντικείμενα που εντάσσονται σε αυτήν την «κλάση φορτίου» ενδείκνυνται, σύμφωνα με τις παρασχεθείσες διευκρινίσεις, για βιομηχανική χρήση, για παράδειγμα σε εργοστάσιο, και μπορούν να φέρουν τα φορτία τα οποία συνεπάγεται μια τέτοια χρήση. Πάντως, αντιθέτως προς όσα προκύπτει ότι δέχεται η παρεμβαίνουσα, τούτο δε σημαίνει ότι δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν και σε άλλους χώρους, και δη σε ντους, όπου καλούνται υπό κανονικές συνθήκες να φέρουν μικρότερα φορτία.

138

Γεγονός παραμένει ότι, καθόσον δεν προέκυπτε από τον φάκελο ότι η πλάκα καλύψεως η οποία εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας προοριζόταν, αποκλειστικώς ή κυρίως, να χρησιμοποιηθεί ως στοιχείο σιφωνίου ντους, εσφαλμένως το τμήμα προσφυγών το χαρακτήρισε ως «σιφώνιο ντους», στο σημείο 31 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Όφειλε να χρησιμοποιήσει, από την άποψη αυτή, μια γενικότερη περιγραφή συνάδουσα προς τις ενδείξεις που προκύπτουν από τους καταλόγους Blücher, χαρακτηρίζοντάς την, για παράδειγμα, ως πλάκα καλύψεως αύλακα απορροής υγρών.

139

Ως εκ τούτου, η επιχειρηματολογία της παρεμβαίνουσας προς αμφισβήτηση του βασίμου της διαπιστώσεως του τμήματος προσφυγών κατά την οποία το αντικείμενο το οποίο εμφαίνεται στο κέντρο της παρατιθέμενης στην ανωτέρω σκέψη 5 εικόνας είναι σιφώνιο ντους πρέπει να γίνει δεκτή.

140

Από το σύνολο των ανωτέρω συνάγεται ότι τόσο ο προβαλλόμενος από την προσφεύγουσα μοναδικός λόγος όσο και ο αντίθετος προβαλλόμενος από την παρεμβαίνουσα λόγος είναι βάσιμοι. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με τα αιτήματα τόσο της προσφεύγουσας όσο και της παρεμβαίνουσας. Αντιθέτως, όπως επισημαίνεται στην ανωτέρω σκέψη 92, το αίτημα της προσφεύγουσας περί μεταρρυθμίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί.

Επί των δικαστικών εξόδων

141

Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα.

142

Εν προκειμένω, το ΓΕΕΑ ηττήθηκε και τόσο η προσφεύγουσα όσο και η παρεμβαίνουσα ζήτησαν την καταδίκη του στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι το αίτημα της προσφεύγουσας περί καταδίκης στα δικαστικά έξοδα υποβλήθηκε κατόπιν της ασκήσεως της προσφυγής, επισημαίνεται ότι, κατά τη νομολογία, οι διάδικοι δύνανται να υποβάλουν μεταγενεστέρως, ακόμη και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αιτήματα ως προς τα δικαστικά έξοδα, ακόμη και αν δεν το έκαναν κατά την άσκηση της προσφυγής [βλ., σχετικώς, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2006, Mast-Jägermeister κατά ΓΕΕΑ — Licorera Zacapaneca (VENADO με πλαίσιο κ.λπ.), T‑81/03, T‑82/03 και T‑103/03, Συλλογή, EU:T:2006:397, σκέψη 116 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία]. Ως εκ τούτου, το σχετικό αίτημα της προσφεύγουσας είναι παραδεκτό.

143

Επιβάλλεται, επομένως, η καταδίκη του ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας και της παρεμβαίνουσας, σύμφωνα με τα αιτήματά τους.

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα)

αποφασίζει:

 

1)

Ακυρώνει την απόφαση του τρίτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) της 4ης Οκτωβρίου 2012 (υπόθεση R 2004/2010‑3).

 

2)

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.

 

3)

Το ΓΕΕΑ φέρει τα δικαστικά έξοδά του καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι Group Nivelles και Easy Sanitairy Solutions BV.

 

Γρατσίας

Kancheva

Wetter

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 13 Μαΐου 2015.

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.

Top