EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62013CJ0533

Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 17ης Μαρτίου 2015.
Auto- ja Kuljetusalan Työntekijäliitto AKT ry κατά Öljytuote ry και Shell Aviation Finland Oy.
Αίτηση του Työtuomioistuin για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Οδηγία 2008/104/ΕΚ – Απασχόληση εργατικού δυναμικού προσωρινώς διατιθέμενου από άλλη εταιρία – Άρθρο 4, παράγραφος 1 – Απαγορεύσεις ή περιορισμοί που αφορούν την προσφυγή σε εργατικό δυναμικό προσωρινώς διατιθέμενο από άλλη εταιρία – Δικαιολογίες – Λόγοι γενικού συμφέροντος – Υποχρέωση επανεξετάσεως – Περιεχόμενο.
Υπόθεση C-533/13.

Digital reports (Court Reports - general)

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2015:173

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 17ης Μαρτίου 2015 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή — Κοινωνική πολιτική — Οδηγία 2008/104/ΕΚ — Απασχόληση εργατικού δυναμικού προσωρινώς διατιθέμενου από άλλη εταιρία — Άρθρο 4, παράγραφος 1 — Απαγορεύσεις ή περιορισμοί που αφορούν την προσφυγή σε εργατικό δυναμικό προσωρινώς διατιθέμενο από άλλη εταιρία — Δικαιολογίες — Λόγοι γενικού συμφέροντος — Υποχρέωση επανεξετάσεως — Περιεχόμενο»

Στην υπόθεση C‑533/13,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το työtuomioistuin (Φινλανδία) με απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2013, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Οκτωβρίου 2013, στο πλαίσιο της δίκης

Auto- ja Kuljetusalan Työntekijäliitto AKT ry

κατά

Öljytuote ry,

Shell Aviation Finland Oy,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, K. Lenaerts, αντιπρόεδρο, R. Silva de Lapuerta, M. Ilešič, L. Bay Larsen, A. Ó Caoimh (εισηγητή), C. Vajda και S. Rodin, προέδρους τμήματος, E. Juhász, A. Borg Barthet, J. Malenovský, E. Levits, C. G. Fernlund, J. L. da Cruz Vilaça και F. Biltgen, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar

γραμματέας: I. Illéssy, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 9ης Σεπτεμβρίου 2014,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Auto- ja Kuljetusalan Työntekijäliitto AKT ry, εκπροσωπούμενη από τους A. Viljander και J. Hellsten, asianajajat,

η Öljytuote ry και η Shell Aviation Finland Oy, εκπροσωπούμενες από τους A. Kriikkula και M. Kärkkäinen, asianajajat,

η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Heliskoski,

η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους T. Henze και J. Möller,

η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους D. Colas και R. Coesme,

η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την K. Szíjjártó και τον M. Fehér,

η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,

η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Falk και τον C. Hagerman,

η Νορβηγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την I. Thue και τον D. Tønseth,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους J. Enegren και I. Koskinen,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 20ής Νοεμβρίου 2014,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/104/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, περί της εργασίας μέσω εταιρείας προσωρινής απασχόλησης (ΕΕ L 327, σ. 9).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της συνδικαλιστικής ενώσεως Auto- ja Kuljetusalan Työntekijäliitto AKT ry (στο εξής: AKT) και, αφετέρου, της Öljytuote ry, εργοδοτικής ενώσεως των επιχειρήσεων εμπορίας πετρελαιοειδών, και της Shell Aviation Finland Oy (στο εξής: SAF), επιχειρήσεως μέλους της ως άνω ενώσεως, όσον αφορά απασχολούμενο στην υπηρεσία της τελευταίας εργατικό δυναμικό προσωρινώς διατιθέμενο από άλλη εταιρία.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3

Στο κεφάλαιο I της οδηγίας 2008/104, με τίτλο «Γενικές διατάξεις», το άρθρο 4 αυτής, τιτλοφορούμενο «Επανεξέταση των περιορισμών ή απαγορεύσεων», προβλέπει τα εξής:

«1.   Απαγορεύσεις ή περιορισμοί όσον αφορά την προσωρινή απασχόληση δικαιολογούνται μόνο από λόγους γενικού συμφέροντος που αφορούν ιδίως την προστασία των προσωρινά απασχολουμένων, τις απαιτήσεις υγείας και ασφάλειας στην εργασία ή την ανάγκη διασφάλισης της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς εργασίας και της αποφυγής καταχρήσεων.

2.   Μέχρι τις 5 Δεκεμβρίου 2011, τα κράτη μέλη, έπειτα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις και τις πρακτικές, επανεξετάζουν τους περιορισμούς ή απαγορεύσεις σχετικά με τη χρήση της εργασίας μέσω εταιρείας προσωρινής απασχόλησης, προκειμένου να εξακριβώσουν εάν δικαιολογούνται από τους λόγους που σημειώνονται στην παράγραφο 1.

3.   Εάν τέτοιοι περιορισμοί ή απαγορεύσεις προβλέπονται από συλλογικές συμβάσεις, η επανεξέταση στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 2 μπορεί να διενεργείται από τους κοινωνικούς εταίρους οι οποίοι διαπραγματεύθηκαν τη σχετική σύμβαση.

4.   Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 δεν θίγουν τις εθνικές απαιτήσεις σχετικά με την καταχώριση, την αδειοδότηση, την πιστοποίηση, την οικονομική εγγύηση ή την εποπτεία των εταιρειών προσωρινής απασχόλησης.

5.   Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τα αποτελέσματα της επανεξέτασης στην οποία αναφέρονται οι παράγραφοι 2 και 3 μέχρι τις 5 Δεκεμβρίου 2011.»

4

Δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, τα κράτη μέλη όφειλαν να θεσπίσουν και να δημοσιεύσουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την οδηγία το αργότερο μέχρι τις 5 Δεκεμβρίου 2011 ή να διασφαλίσουν ότι οι κοινωνικοί εταίροι θα προβλέψουν τις αναγκαίες διατάξεις μέσω σχετικής συμφωνίας.

Το φινλανδικό δίκαιο

5

Η μεταφορά της οδηγίας 2008/104 στο εσωτερικό δίκαιο πραγματοποιήθηκε με την έκδοση νόμου τροποποιούντος τους νόμους περί συμβάσεως εργασίας [Työsopimuslaki (55/2001)] και περί αποσπασμένων εργαζομένων [Lähetyistä työntekijöistä annettu laki (1146/1999)].

6

Από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο προκύπτει ότι η εθνική νομοθεσία δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη σχετική με απαγορεύσεις ή περιορισμούς στον τομέα της χρησιμοποιήσεως προσωρινώς διατιθέμενου εργατικού δυναμικού, όπως αυτές περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής. Η αιτιολογική έκθεση του σχεδίου νόμου της κυβερνήσεως προς το κοινοβούλιο σχετικά με την τροποποίηση των εν λόγω νόμων αναφέρει, συναφώς, ότι «η οδηγία [2008/104] προβλέπει ότι τα κράτη μέλη προβαίνουν σε επανεξέταση των απαγορεύσεων και των περιορισμών της απασχολήσεως εργατικού δυναμικού προσωρινώς διατιθέμενου από άλλη εταιρία. Πρόκειται για μια διοικητικής φύσεως συγκεκριμένη απαίτηση, δεσμεύουσα τα κράτη μέλη, να επανεξετάσουν κάθε περιορισμό και απαγόρευση της απασχολήσεως μέσω εταιρείας παροχής προσωρινής εργασίας και να γνωστοποιήσουν τα σχετικά αποτελέσματα στην Επιτροπή πριν από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της [εν λόγω] οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη. […] Η υποχρέωση επανεξετάσεως περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 4 της [εν λόγω] οδηγίας δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να τροποποιήσουν τη νομοθεσία τους, ακόμα και αν δεν μπορεί να δικαιολογηθεί κάθε περιορισμός ή απαγόρευση της απασχολήσεως μέσω εταιρείας παροχής προσωρινής εργασίας με τους λόγους που μνημονεύονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1».

7

Αφού προέβη στην επιβαλλόμενη με τη διάταξη αυτή επανεξέταση, η Φινλανδική Κυβέρνηση γνωστοποίησε στις 29 Νοεμβρίου 2011 τα αποτελέσματα της εξετάσεως αυτής στην Επιτροπή.

8

Η συναφθείσα στις 4 Ιουνίου 1997 γενική σύμβαση μεταξύ της εργοδοτικής ενώσεως Teollisuuden ja Työnantajain Keskusliitto (TT, Κεντρικής ομοσπονδίας βιομηχανικών και εμπορικών δραστηριοτήτων), νυν Elinkeinoelämän keskusliitto (EK, Κεντρικής ομοσπονδίας οικονομικών δραστηριοτήτων), και της Suomen Ammattiliittojen Keskusjärjestö (SAK, Γενικής συνομοσπονδίας επαγγελματικών ενώσεων της Φινλανδίας), ορίζει, μεταξύ άλλων, τους όρους προσφυγής σε εξωτερικό εργατικό δυναμικό.

9

Κατά τη ρήτρα 8.3 της εν λόγω συμβάσεως:

«Οι επιχειρήσεις οφείλουν να περιορίζουν την προσφυγή στην απασχόληση εργατικού δυναμικού προσωρινώς διατιθέμενου από άλλη εταιρία για την κάλυψη περιόδων φόρτου εργασίας ή για άλλες δραστηριότητες, χρονικά περιορισμένες και εκ της φύσεώς τους προσωρινές, τις οποίες δεν μπορούν να εκτελέσουν με το δικό τους προσωπικό λόγω επείγουσας ανάγκης, λόγω της περιορισμένης διάρκειάς τους, λόγω των απαιτούμενων επαγγελματικών ικανοτήτων, λόγω της ανάγκης χρησιμοποιήσεως ειδικών εργαλείων ή μηχανημάτων ή για παρεμφερείς λόγους.

Η απασχόληση εργατικού δυναμικού προσωρινώς διατιθέμενου από άλλη εταιρία συνιστά αθέμιτη πρακτική αν οι προσωρινώς εργαζόμενοι στην επιχείρηση απασχολούνται για μακρό διάστημα με βάση το σύνηθες ωράριο εργασίας της οικείας επιχειρήσεως, παράλληλα με τους μονίμους εργαζομένους αυτής και παρέχουν την εργασία τους υπό την ίδια επίβλεψη.

[…]»

10

Το άρθρο 29, παράγραφος 1, της συλλογικής συμβάσεως του τομέα των μεταφορών με βυτιοφόρα φορτηγά και της εμπορίας πετρελαιοειδών (στο εξής: εφαρμοστέα συλλογική σύμβαση), την οποία έχουν υπογράψει η Öljytuote ry και η AKT, περιλαμβάνει διάταξη με περιεχόμενο ανάλογο προς εκείνο της ως άνω ρήτρας 8.3.

11

Δυνάμει του άρθρου 7 του νόμου περί συλλογικών συμβάσεων [työehtosopimuslaki (436/1946)], η εκ μέρους επιχειρήσεως που χρησιμοποιεί εργατικό δυναμικό προσωρινώς διατιθέμενο από άλλη εταιρία παραβίαση συλλογικής συμβάσεως μπορεί να οδηγήσει σε καταδίκη της εταιρίας που προσφεύγει σε μια τέτοια τακτική στο λεγόμενο αντισταθμιστικό πρόστιμο, ανερχόμενο κατ’ ανώτατο όριο σε 29500 ευρώ.

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

12

Η SAF είναι επιχείρηση που παρέχει καύσιμα σε διάφορους αερολιμένες στη Φινλανδία. Οι εργαζόμενοί της αναλαμβάνουν να τροφοδοτούν τις δεξαμενές των αεροσκαφών και να διενεργούν ελέγχους ποιότητας, καθώς και να εκτελούν άλλες βοηθητικές εργασίες στα αεροσκάφη που σταθμεύουν στους αερολιμένες αυτούς.

13

Βάσει συμβάσεως συναφθείσας το 2010 με την επιχείρηση προσωρινής απασχολήσεως Ametro Oy, η SAF είχε την υποχρέωση να χρησιμοποιεί προσωρινώς διατιθέμενο από την επιχείρηση αυτή προσωπικό για να αντικαθιστά τους εργαζομένους που βρίσκονταν σε αναρρωτική άδεια ή για την αντιμετώπιση περιόδων φόρτου εργασίας. Πριν από το έτος 2010, η SAF χρησιμοποιούσε προσωπικό άλλης επιχειρήσεως προσωρινής απασχολήσεως για τις ίδιες εργασίες.

14

Με την αγωγή της ενώπιον του työtuomioistuin (δικαστηρίου εργατικών διαφορών) η AKT ζητεί να υποχρεωθούν η Öljytuote και η SAF στην πληρωμή του αντισταθμιστικού προστίμου για το οποίο γίνεται λόγος στο άρθρο 7 του νόμου περί συλλογικών συμβάσεων, λόγω παραβάσεως του άρθρου 29, παράγραφος 1, της εφαρμοστέας συλλογικής συμβάσεως. Η ΑΚΤ υποστηρίζει ότι, από το έτος 2008, η SAF χρησιμοποιεί, διαρκώς και αδιαλείπτως, εργατικό δυναμικό προσωρινώς διατιθέμενο από άλλη εταιρία προς εκτέλεση των ίδιων εργασιών με εκείνες που διεκπεραιώνουν οι δικοί της εργαζόμενοι, πράγμα το οποίο συνιστά αθέμιτη χρησιμοποίηση προσωρινού εργατικού δυναμικού υπό την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως. Οι ως άνω απασχολούμενοι μέσω εταιρίας παροχής προσωρινής εργασίας εκτελούν συνήθεις δραστηριότητες της επιχειρήσεως, παράλληλα με τους μόνιμους εργαζομένους αυτής και υπό την ίδια επίβλεψη, ενώ δεν έχουν κάποιες ειδικές επαγγελματικές ικανότητες. Επιπροσθέτως, οι ως άνω προσωρινώς απασχολούμενοι αντιπροσωπεύουν σημαντικό όγκο ανθρωποωρών ανά μονίμως απασχολούμενο εργαζόμενο.

15

Οι εναγόμενες της κύριας δίκης φρονούν, αντιθέτως, ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για την προσφυγή σε εργατικό δυναμικό προσωρινώς διατιθέμενο από άλλη εταιρία, διότι η ενέργεια αυτή αποσκοπεί κατ’ ουσίαν στην εξασφάλιση της αντικαταστάσεως απόντων εργαζομένων που έχουν λάβει ετήσια ή αναρρωτική άδεια. Εκθέτουν επίσης ότι το άρθρο 29, παράγραφος 1, της εφαρμοστέας συλλογικής συμβάσεως δεν είναι σύμφωνο προς το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/104. Η εν λόγω συμβατική διάταξη δεν αφορά ούτε την προστασία του προσωρινώς διατιθέμενου από άλλη εταιρία εργατικού δυναμικού ούτε τις ανάγκες της υγείας και της ασφαλείας στην εργασία των εργαζομένων. Ακόμη, δεν συμβάλλει στην εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της αγοράς εργασίας και δεν εμποδίζει τις καταχρηστικές πρακτικές. Εξάλλου, η διάταξη αυτή περιλαμβάνει απαγορεύσεις και περιορισμούς που στερούν τους εργοδότες από τη δυνατότητα να επιλέξουν τους καλύτερους τρόπους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων τους και περιορίζει τη δυνατότητα των εταιριών προσωρινής απασχολήσεως να προτείνουν τις υπηρεσίες τους στις επιχειρήσεις. Ακόμα και αν η οδηγία αυτή δεν το προβλέπει ρητώς, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να μην εφαρμόζουν απαγορεύσεις και περιορισμούς στον τομέα της απασχολήσεως προσωρινώς διατιθέμενου από άλλη εταιρία εργατικού δυναμικού οι οποίες αντιβαίνουν προς τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας.

16

Πριν αποφανθεί επί της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς, το työtuomioistuin ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως που τίθεται με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/104.

17

Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί ασφαλώς να αποκλειστεί ότι η διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με την υποχρέωση επανεξετάσεως περί της οποίας γίνεται λόγος στις άλλες παραγράφους του ίδιου άρθρου, περιορίζεται στην επιβολή απλώς μιας διαδικαστικής υποχρεώσεως άπαξ επανεξετάσεως. Ωστόσο, από το γράμμα αυτής προκύπτει ότι η εν λόγω διάταξη αντιτίθεται στην εφαρμογή απαγορεύσεων ή περιορισμών στον τομέα της απασχολήσεως προσωρινώς διατιθέμενου από άλλη εταιρία εργατικού δυναμικού, εκτός αν τούτο δικαιολογείται από τους λόγους γενικού συμφέροντος που παραθέτει η ίδια. Κατά συνέπεια, ως αυτοτελής διάταξη, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/104 επιβάλλει στα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε να μην περιλαμβάνονται στις έννομες τάξεις τους τέτοιες απαγορεύσεις ή τέτοιοι περιορισμοί.

18

Κατά το εν λόγω δικαστήριο, ο σκοπός που παρατίθεται στο άρθρο 2 της οδηγίας αυτής, ο οποίος συνίσταται στην αναγνώριση των επιχειρήσεων προσωρινής απασχολήσεως ως εργοδοτών, λαμβανομένης παράλληλα υπόψη της ανάγκης θεσπίσεως ενός κατάλληλου πλαισίου για την προσφυγή στην προσωρινή απασχόληση προκειμένου να ενισχυθεί αποτελεσματικά η δημιουργία θέσεων απασχολήσεως και η ανάπτυξη ευέλικτων μορφών εργασίας, θα μπορούσε να παραμείνει νεκρό γράμμα αν το άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας δεν είχε το περιεχόμενο αυτό. Επιπλέον, η οδηγία 2008/104, κατά την αιτιολογική της σκέψη 22, πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ και 56 ΣΛΕΕ που αφορούν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και την ελευθερία εγκαταστάσεως. Οι περιορισμοί που προβλέπονται στο άρθρο 29, παράγραφος 1, της εφαρμοστέας συλλογικής συμβάσεως, οι οποίοι αφορούν την προσωρινή διάθεση εργατικού δυναμικού τόσο από επιχείρηση εγκατεστημένη στη Φινλανδία όσο και από επιχείρηση εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, φαίνονται αντίθετοι προς τις διατάξεις αυτές.

19

Αν γίνει δεκτή η τελευταία αυτή ερμηνεία, θα πρέπει να εξακριβωθεί αν το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/104 αντιτίθεται στην εφαρμογή του ως άνω εθνικού κανόνα δικαίου και, σε περίπτωση που συμβαίνει αυτό, να εξεταστεί σε ποιο βαθμό ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί έναντι άλλου ιδιώτη το ασυμβίβαστο του προαναφερθέντος εθνικού κανόνα δικαίου προς το ως άνω άρθρο, σε περίπτωση που δεν υφίσταται κανένα μέτρο εσωτερικού δικαίου περί μεταφοράς στην εθνική έννομη τάξη της διατάξεως αυτής.

20

Υπό τις συνθήκες αυτές, το työtuomioistuin αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Έχει την έννοια το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας [2008/104] ότι επιβάλλει στις εθνικές αρχές, περιλαμβανομένων των δικαστηρίων, την υποχρέωση να βεβαιώνονται διαρκώς, με όσα μέσα έχουν στη διάθεσή τους, ότι δεν υφίστανται νομικές διατάξεις ή ρήτρες εθνικών συλλογικών συμβάσεων αντίθετες προς τους κανόνες της οδηγίας ή, αν υπάρχουν, ότι αυτές δεν εφαρμόζονται;

2)

Έχει την έννοια το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας [2008/104] την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση κατά την οποία η απασχόληση εργατικού δυναμικού προσωρινώς διατιθέμενου από άλλη εταιρία επιτρέπεται μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως η αντιμετώπιση περιόδων φόρτου εργασίας ή η εκτέλεση εργασιών τις οποίες μια επιχείρηση δεν μπορεί να εκτελέσει με τους δικούς της εργαζομένους; Μπορεί να χαρακτηριστεί ως απαγορευόμενη απασχόληση εργατικού δυναμικού προσωρινώς διατιθέμενου από άλλη εταιρία η χρησιμοποίηση τέτοιων εργαζομένων για μακρό χρονικό διάστημα για τις συνήθεις δραστηριότητες μιας επιχειρήσεως παράλληλα με τους δικούς της εργαζομένους;

3)

Αν η εθνική ρύθμιση κριθεί αντίθετη προς την οδηγία [2008/104], ποια μέσα διαθέτει το εθνικό δικαστήριο προς εξασφάλιση της επιτεύξεως των σκοπών της οδηγίας, όταν τίθεται ζήτημα εφαρμογής συλλογικής συμβάσεως εργασίας η οποία έχει δεσμευτική ισχύ μεταξύ ιδιωτών;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

21

Με το πρώτο του ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/104 έχει την έννοια ότι επιβάλλει στις αρχές των κρατών μελών, περιλαμβανομένων των εθνικών δικαστηρίων, την υποχρέωση να μην εφαρμόζουν κάθε διάταξη του εθνικού δικαίου η οποία περιλαμβάνει απαγορεύσεις ή περιορισμούς όσον αφορά την προσφυγή σε εργατικό δυναμικό προσωρινώς διατιθέμενο από άλλη εταιρία που δεν δικαιολογούνται από λόγους γενικού συμφέροντος υπό την έννοια του εν λόγω άρθρου 4, παράγραφος 1.

22

Κατά τις εναγόμενες της κύριας δίκης και την Ουγγρική Κυβέρνηση, από το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/104, ειδικότερα από την έκφραση «δικαιολογούνται μόνο», προκύπτει ότι η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει την επιβολή απαγορεύσεων ή περιορισμών όσον αφορά την προσφυγή σε εργατικό δυναμικό προσωρινώς διατιθέμενο από άλλη εταιρία, εκτός αν τούτο δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτόν σαφώς υπέρ των εργαζομένων αυτών, των επιχειρήσεων προσωρινής απασχολήσεως και των επιχειρήσεων που προσφεύγουν σε τέτοιες υπηρεσίες δικαιώματα τα οποία μπορούν να προβληθούν απευθείας ενώπιον των εθνικών αρχών και των εθνικών δικαστηρίων.

23

Πρέπει να σημειωθεί ότι από το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει ασφαλώς ότι εθνικές ρυθμίσεις που περιλαμβάνουν απαγορεύσεις ή περιορισμούς όσον αφορά την προσφυγή σε εργατικό δυναμικό προσωρινώς διατιθέμενο από άλλη εταιρία πρέπει να δικαιολογούνται από λόγους γενικού συμφέροντος αφορώντες, ιδίως, την προστασία των προσωρινώς απασχολουμένων, τις απαιτήσεις υγείας και ασφάλειας στην εργασία ή την ανάγκη διασφαλίσεως της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς εργασίας και της αποφυγής καταχρήσεων.

24

Εντούτοις, προκειμένου να προσδιοριστεί το ακριβές περιεχόμενο του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/104, επιβάλλεται μια συνολική ερμηνεία του εν λόγω άρθρου 4, λαμβανομένης υπόψη της όλης αλληλουχίας στην οποία αυτό εντάσσεται.

25

Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο αυτό, με τίτλο «Επανεξέταση των περιορισμών ή απαγορεύσεων», περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο που αφορά τις γενικές διατάξεις της οδηγίας 2008/104.

26

Έτσι, αφενός, οι παράγραφοι 2 και 3 του εν λόγω άρθρου προβλέπουν ότι τα κράτη μέλη, έπειτα από διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους, ή οι τελευταίοι, όταν οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί όσον αφορά την προσφυγή σε εργατικό δυναμικό προσωρινώς διατιθέμενο από άλλη εταιρία προβλέπονται από συλλογικές συμβάσεις τις οποίες έχουν διαπραγματευθεί οι ίδιοι, όφειλαν να προβούν, το αργότερο μέχρι την 5η Δεκεμβρίου 2011, σε επανεξέταση των ως άνω απαγορεύσεων ή περιορισμών «προκειμένου να εξακριβώσουν εάν δικαιολογούνται από τους λόγους που σημειώνονται στην παράγραφο 1.

27

Αφετέρου, τα κράτη μέλη είχαν την υποχρέωση, δυνάμει της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου 4, να ενημερώσουν την Επιτροπή, το αργότερο μέχρι την ίδια ημερομηνία, περί του αποτελέσματος της ως άνω επανεξετάσεως.

28

Εξ αυτού προκύπτει ότι η παράγραφος 1 του άρθρου 4 της οδηγίας 2008/104, σε συνδυασμό με τις λοιπές παραγράφους του ίδιου άρθρου, απευθύνεται αποκλειστικά στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, επιβάλλοντάς τους την υποχρέωση να επανεξετάσουν την εθνική τους ρύθμιση, προκειμένου να βεβαιωθούν ότι οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί που αφορούν την προσφυγή σε εργατικό δυναμικό προσωρινώς διατιθέμενο από άλλη εταιρία εξακολουθούν να δικαιολογούνται από λόγους γενικού συμφέροντος, καθώς και την υποχρέωση να ενημερώνουν την Επιτροπή για το αποτέλεσμα της επανεξετάσεως αυτής. Την εκπλήρωση τέτοιου είδους υποχρεώσεων δεν μπορούν να διασφαλίζουν τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα.

29

Αναλόγως του αποτελέσματος της ως άνω επανεξετάσεως, η οποία έπρεπε να ολοκληρωθεί την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας μεταφοράς στην εθνική έννομη τάξη της οδηγίας 2008/104 που προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 1, αυτής, τα κράτη μέλη, όντας υποχρεωμένα να συμμορφωθούν πλήρως προς τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, ενδεχομένως τροποποίησαν την εθνική τους ρύθμιση περί της εργασίας μέσω εταιρίας προσωρινής απασχολήσεως.

30

Εντούτοις, προς τον σκοπό αυτόν, τα εν λόγω κράτη είναι ελεύθερα είτε να καταργήσουν τις ως άνω απαγορεύσεις ή περιορισμούς που δεν δικαιολογούνται βάσει της διατάξεως αυτής είτε να προβούν σε προσαρμογή τους, προκειμένου να δικαιολογούνται ενδεχομένως οι απαγορεύσεις και οι περιορισμοί αυτοί βάσει της εν λόγω διατάξεως.

31

Επομένως, ερμηνευόμενο σε συνάρτηση με την όλη αλληλουχία στην οποία εντάσσεται, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/104 πρέπει να νοηθεί ως ορίζον το πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να ασκηθεί η κανονιστική δραστηριότητα των κρατών μελών στον τομέα των απαγορεύσεων ή των περιορισμών που αφορούν την προσφυγή σε εργατικό δυναμικό προσωρινώς διατιθέμενο από άλλη εταιρία και όχι ως επιβάλλον την υποχρέωση θεσπίσεως συγκεκριμένης κανονιστικής ρυθμίσεως στον τομέα αυτό.

32

Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/104 έχει την έννοια:

ότι απευθύνεται αποκλειστικά στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, επιβάλλοντάς τους υποχρέωση επανεξετάσεως προκειμένου να βεβαιωθούν ότι δικαιολογούνται οι απαγορεύσεις και οι περιορισμοί που αφορούν την προσφυγή σε απασχόληση εργατικού δυναμικού προσωρινώς διατιθέμενου από άλλη εταιρία και, επομένως,

ότι δεν επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια την υποχρέωση να μην εφαρμόζουν διάταξη του εθνικού δικαίου περιλαμβάνουσα απαγορεύσεις ή περιορισμούς όσον αφορά την προσφυγή σε τέτοιου είδους προσωρινή απασχόληση που δεν δικαιολογούνται από λόγους γενικού συμφέροντος υπό την έννοια του εν λόγω άρθρου 4, παράγραφος 1.

33

Υπό τις συνθήκες αυτές, παρέλκει να δοθεί απάντηση στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα.

Επί των δικαστικών εξόδων

34

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:

 

Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/104/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, περί της εργασίας μέσω εταιρείας προσωρινής απασχολήσεως, έχει την έννοια

 

ότι απευθύνεται αποκλειστικά στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, επιβάλλοντάς τους υποχρέωση επανεξετάσεως προκειμένου να βεβαιωθούν ότι δικαιολογούνται οι απαγορεύσεις και οι περιορισμοί που αφορούν την προσφυγή σε απασχόληση εργατικού δυναμικού προσωρινώς διατιθέμενου από άλλη εταιρία και, επομένως,

 

ότι δεν επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια την υποχρέωση να μην εφαρμόζουν διάταξη του εθνικού δικαίου περιλαμβάνουσα απαγορεύσεις ή περιορισμούς όσον αφορά την προσφυγή σε τέτοιου είδους προσωρινή απασχόληση που δεν δικαιολογούνται από λόγους γενικού συμφέροντος υπό την έννοια του εν λόγω άρθρου 4, παράγραφος 1.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η φινλανδική.

Top