EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62013CJ0491

Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 10ης Σεπτεμβρίου 2014.
Mohamed Ali Ben Alaya κατά Bundesrepublik Deutschland.
Αίτηση του Verwaltungsgericht Berlin για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή — Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης — Οδηγία 2004/114/ΕΚ — Άρθρα 6, 7 και 12 — Προϋποθέσεις εισόδου υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές — Αρνητική απόφαση περί εισόδου προσώπου που πληροί τις προβλεπόμενες από την εν λόγω οδηγία προϋποθέσεις — Περιθώριο εκτιμήσεως των αρμόδιων αρχών.
Υπόθεση C‑491/13.

Digital reports (Court Reports - general)

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2014:2187

ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 10ης Σεπτεμβρίου 2014 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή — Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης — Οδηγία 2004/114/ΕΚ — Άρθρα 6, 7 και 12 — Προϋποθέσεις εισόδου υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές — Αρνητική απόφαση περί εισόδου προσώπου που πληροί τις προβλεπόμενες από την εν λόγω οδηγία προϋποθέσεις — Περιθώριο εκτιμήσεως των αρμόδιων αρχών»

Στην υπόθεση C‑491/13,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Berlin (Γερμανία) με απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2013, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Σεπτεμβρίου 2013, στο πλαίσιο της δίκης

Mohamed Ali Ben Alaya

κατά

Bundesrepublik Deutschland,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. Ilešič, πρόεδρο τμήματος, C. G. Fernlund, A. Ó Caoimh (εισηγητή), C. Toader και E. Jarašiūnas, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον T. Henze,

η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις L. Van den Broeck και C. Pochet,

η Εσθονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την N. Grünberg,

η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Τ. Παπαδοπούλου,

η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,

η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον L. Christie, επικουρούμενο από τον J. Holmes, barrister,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον G. Wils και τη Μ. Κοντού‑Durande,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Ιουνίου 2014,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 12 της οδηγίας 2004/114/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με τις προϋποθέσεις εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές, την ανταλλαγή μαθητών, την άμισθη πρακτική άσκηση ή την εθελοντική υπηρεσία (ΕΕ L 375, σ. 12).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ των M. Ali Ben Alaya και Bundesrepublik Deutschland σχετικά με την άρνηση της Bundesrepublik Deutschland να του χορηγήσει θεώρηση για σπουδές.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3

Οι αιτιολογικές σκέψεις 6, 7, 14, 15 και 24 της οδηγίας 2004/114 ορίζουν τα εξής:

«(6)

Ένας από τους στόχους της Κοινότητας στον τομέα της παιδείας είναι η προβολή της Ευρώπης στο σύνολό της, ως παγκόσμιου κέντρου αριστείας για τη γενική και την επαγγελματική εκπαίδευση. Η ενθάρρυνση της κινητικότητας στο πλαίσιο της Κοινότητας των υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές αποτελεί πρωταρχικό στοιχείο της στρατηγικής αυτής. Η προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών των κρατών μελών στον τομέα των προϋποθέσεων εισόδου και διαμονής αποτελεί μέρος της εν λόγω στρατηγικής.

(7)

Η μετακίνηση για τους σκοπούς που προβλέπει η παρούσα οδηγία, εξ ορισμού προσωρινή και ανεξάρτητη από την κατάσταση της αγοράς εργασίας στη χώρα υποδοχής, συνιστά μορφή αμοιβαίου εμπλουτισμού για τα πρόσωπα που μετακινούνται, για το κράτος καταγωγής τους και για το κράτος που τα υποδέχεται, συμβάλλει δε στη μεγαλύτερη εξοικείωση με άλλους πολιτισμούς.

[...]

(14)

Η εισδοχή για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας μπορεί να απαγορευθεί για δεόντως αιτιολογημένους λόγους. Ειδικότερα, κράτος μέλος μπορεί να αρνηθεί την εισδοχή σε υπήκοο τρίτης χώρας εφόσον θεωρεί, στηριζόμενο σε εκτίμηση των δεδομένων, ότι ο εν λόγω υπήκοος συνιστά δυνητική απειλή για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια. Η έννοια της δημόσιας τάξης μπορεί να καλύπτει καταδίκη για τη διάπραξη σοβαρού αδικήματος. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι οι έννοιες της δημόσιας τάξης και της δημόσιας ασφάλειας καλύπτουν επίσης περιπτώσεις στις οποίες υπήκοος τρίτης χώρας αποτελεί ή έχει αποτελέσει μέλος ένωσης η οποία υποστηρίζει την τρομοκρατία, υποστηρίζει ή έχει υποστηρίξει την εν λόγω ένωση, ή έχει ή είχε εξτρεμιστικές τάσεις.

(15)

Σε περίπτωση αμφιβολιών για τους λόγους υποβολής της αίτησης εισδοχής, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να απαιτούν όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για να εκτιμάται η λογική της συνάφεια, ιδίως βάσει των σπουδών που προτίθεται να κάνει ο αιτών, προκειμένου να καταπολεμηθεί η κατάχρηση ή η κακή χρήση της διαδικασίας που ορίζεται στην παρούσα οδηγία.

[...]

(24)

Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, ήτοι ο καθορισμός προϋποθέσεων για την εισδοχή υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές, την ανταλλαγή μαθητών, την άμισθη πρακτική άσκηση ή την εθελοντική υπηρεσία, δεν μπορεί να επιτευχθεί ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη και μπορεί συνεπώς να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του στόχου μέτρα.»

4

Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 2004/114, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αντικείμενο»:

«Η παρούσα οδηγία έχει ως αντικείμενο τον καθορισμό:

α)

των προϋποθέσεων εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών στο έδαφος των κρατών μελών για χρονική περίοδο άνω των τριών μηνών με σκοπό τις σπουδές, την ανταλλαγή μαθητών, την άμισθη πρακτική άσκηση ή την εθελοντική υπηρεσία,

β)

των κανόνων που αφορούν τις διαδικασίες εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών στο έδαφος των κρατών μελών για τους σκοπούς αυτούς.»

5

Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής με τίτλο «Πεδίο εφαρμογής» προβλέπει στην παράγραφό του 1 ότι η οδηγία εφαρμόζεται «στους υπηκόους τρίτων χωρών που υποβάλλουν αίτηση εισδοχής στο έδαφος κράτους μέλους με σκοπό τις σπουδές» και ότι «[τ]α κράτη μέλη δύνανται επίσης να αποφασίζουν να εφαρμόζουν την παρούσα οδηγία και στους υπηκόους τρίτων χωρών που υποβάλλουν αίτηση εισδοχής με σκοπό την ανταλλαγή μαθητών, την άμισθη πρακτική άσκηση ή την εθελοντική υπηρεσία».

6

Το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Ευνοϊκότερες διατάξεις», ορίζει στην παράγραφό του 2:

«Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια των κρατών μελών να θεσπίζουν ή να διατηρούν διατάξεις που είναι ευνοϊκότερες για τα πρόσωπα στα οποία αυτή εφαρμόζεται.»

7

Το κεφάλαιο II της οδηγίας 2004/114, με τίτλο «Προϋποθέσεις εισδοχής», περιλαμβάνει τα άρθρα 5 έως 11.

8

Το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Αρχή», έχει ως εξής:

«Η εισδοχή υπηκόου τρίτης χώρας στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας υπόκειται σε έλεγχο δικαιολογητικών που αποδεικνύουν ότι το εν λόγω πρόσωπο πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 6 και, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία υπάγεται, τα άρθρα 7 έως 11.»

9

Κατά το άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας με τίτλο «Γενικές προϋποθέσεις»:

«1.   Ο υπήκοος τρίτης χώρας που υποβάλλει αίτηση εισδοχής για τους σκοπούς των άρθρων 7 έως 11:

α)

προσκομίζει έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο κατά τα οριζόμενα στην εθνική νομοθεσία. Τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν όπως η διάρκεια ισχύος του ταξιδιωτικού εγγράφου καλύπτει τουλάχιστον τη διάρκεια της προβλεπόμενης διαμονής·

β)

σε περίπτωση που σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής είναι ανήλικος(-η), προσκομίζει γονική άδεια για την προβλεπόμενη διαμονή·

γ)

έχει ασφάλιση ασθενείας για κάθε κίνδυνο κατά του οποίου έχουν συνήθως κάλυψη οι υπήκοοι του συγκεκριμένου κράτους μέλους·

δ)

δεν θεωρείται απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία·

ε)

αν το ζητήσει το κράτος μέλος, προσκομίζει την απόδειξη πληρωμής του τέλους για τη διεκπεραίωση της αίτησης βάσει του άρθρου 20.

2.   Τα κράτη μέλη διευκολύνουν τη διαδικασία εισδοχής υπέρ των υπηκόων τρίτων χωρών που υπάγονται στα άρθρα 7 έως 11 και οι οποίοι συμμετέχουν σε κοινοτικά προγράμματα για ενίσχυση της κινητικότητας προς την Κοινότητα ή εντός αυτής.»

10

Στο κεφάλαιο ΙΙ της οδηγίας 2004/114, τα άρθρα 7 έως 11 της οδηγίας αφορούν τις ειδικές προϋποθέσεις για τους σπουδαστές, μαθητές, άμισθους μαθητευόμενους και εθελοντές. Το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Ειδικές προϋποθέσεις για τους σπουδαστές», ορίζει στην παράγραφό του 1:

«Εκτός από τις γενικές προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 6, ο υπήκοος τρίτης χώρας που υποβάλλει αίτηση εισδοχής με σκοπό τις σπουδές:

α)

έχει γίνει δεκτός σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για να παρακολουθήσει πρόγραμμα σπουδών·

β)

προσκομίζει τα απαιτούμενα από το κράτος μέλος στοιχεία που αποδεικνύουν ότι θα έχει κατά τη διάρκεια της διαμονής του επαρκείς πόρους για την κάλυψη των εξόδων διαβίωσης, των σπουδών και των εξόδων επαναπατρισμού του/της. Τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν το ελάχιστο ποσό μηνιαίων πόρων που απαιτείται για τους σκοπούς της παρούσας διάταξης, με την επιφύλαξη ατομικής εξέτασης των κατ’ ιδίαν περιπτώσεων·

γ)

σε περίπτωση που το απαιτεί το κράτος μέλος, προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία για την επαρκή γνώση της γλώσσας του προγράμματος σπουδών το οποίο θα παρακολουθήσει το εν λόγω πρόσωπο·

δ)

σε περίπτωση που το απαιτεί το κράτος μέλος, προσκομίζει αποδεικτικό πληρωμής των τελών εγγραφής που χρεώνει το ίδρυμα.»

11

Το κεφάλαιο III της οδηγίας 2004/114, με τίτλο «Άδειες διαμονής», περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με την άδεια διαμονής η οποία χορηγείται σε καθεμία από τις κατηγορίες προσώπων που αφορά η οδηγία αυτή. Το άρθρο 12 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Άδεια διαμονής χορηγούμενη σε σπουδαστές», προβλέπει:

«1.   Η άδεια διαμονής χορηγείται στον σπουδαστή για χρονικό διάστημα ενός τουλάχιστον έτους, είναι δε ανανεώσιμη εφόσον ο κάτοχός της εξακολουθεί να πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις των άρθρων 6 και 7. Αν η διάρκεια του προγράμματος σπουδών είναι κατώτερη από ένα έτος, η άδεια διαμονής ισχύει για τη διάρκεια του προγράμματος σπουδών.

2.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 16, η άδεια διαμονής μπορεί να μην ανανεωθεί ή να ανακληθεί στις περιπτώσεις που ο κάτοχός της:

α)

δεν τηρεί τα όρια που έχουν επιβληθεί στην πρόσβαση σε οικονομικές δραστηριότητες σύμφωνα με το άρθρο 17·

β)

σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή διοικητική πρακτική, δεν σημειώνει ικανοποιητική πρόοδο στις σπουδές του.»

Το γερμανικό δίκαιο

12

Το άρθρο 6, με τίτλο «Θεώρηση», του νόμου σχετικά με τη διαμονή, την απασχόληση και την ένταξη των αλλοδαπών που βρίσκονται στο ομοσπονδιακό έδαφος (Gesetz über den Aufenthalt, die Erwerbstätigkeit und die Integration von Ausländern im Bundesgebiet), ως είχε στις 25 Φεβρουαρίου 2008 (BGBl. I, σ. 162, στο εξής: AufenthG), προβλέπει στην παράγραφό του 3:

«Για τις διαμονές μακράς διάρκειας απαιτείται θεώρηση αφορώσα το ομοσπονδιακό έδαφος (εθνική θεώρηση), η οποία πρέπει να έχει χορηγηθεί πριν από την είσοδο σε αυτό. Η εν λόγω θεώρηση χορηγείται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για τις άδειες διαμονής, την ευρωπαϊκή μπλε κάρτα, τις άδειες εγκαταστάσεως και τις άδειες μόνιμης διαμονής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [...]»

13

Το άρθρο 16 του εν λόγω νόμου, με τίτλο «Σπουδές, μαθήματα γλώσσας, σχολική εκπαίδευση», ορίζει στην παράγραφό του 1:

«Μπορεί σε αλλοδαπό να χορηγείται άδεια διαμονής με σκοπό τις σπουδές σε δημόσιο ή εγκεκριμένο από το κράτος ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως ή σε παρόμοιο εκπαιδευτικό οργανισμό. Ο σκοπός της άδειας για την πραγματοποίηση σπουδών περιλαμβάνει προπαιδευτικά μαθήματα γλώσσας, καθώς και παρακολούθηση μαθημάτων σε σχολείο προπαιδεύσεως για πανεπιστημιακές σπουδές για αλλοδαπούς σπουδαστές (μέτρα προετοιμασίας για τις πανεπιστημιακές σπουδές). Η άδεια διαμονής για την πραγματοποίηση σπουδών μπορεί να χορηγηθεί μόνον εάν ο αλλοδαπός υπήκοος έχει γίνει δεκτός από το εκπαιδευτικό ίδρυμα, αρκεί δε και αποδοχή υπό προϋποθέσεις. Δεν απαιτείται απόδειξη γνώσεως της γλώσσας στην οποία γίνονται τα μαθήματα, αν οι γλωσσικές γνώσεις ελήφθησαν ήδη υπόψη για την απόφαση περί αποδοχής ή αν προβλέπεται ότι πρέπει να αποκτηθούν στο πλαίσιο μέτρων προετοιμασίας για τις πανεπιστημιακές σπουδές. Κατά την πρώτη χορήγηση και κατά την παράταση, η διάρκεια ισχύος της άδειας διαμονής για σπουδές είναι τουλάχιστον ενός έτους και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο έτη για τις σπουδές και τα μέτρα προετοιμασίας για τις σπουδές· μπορεί να παραταθεί, αν ο σκοπός της επιδιωκόμενης εκπαιδεύσεως δεν έχει ακόμη επιτευχθεί και μπορεί περαιτέρω να παραταθεί για το απαιτούμενο χρονικό διάστημα.»

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

14

Ο M. Ali Ben Alaya γεννήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 1989 στη Γερμανία και έχει την τυνησιακή ιθαγένεια. Το 1995, εγκατέλειψε τη Γερμανία για να εγκατασταθεί στην Τυνησία.

15

Αφού έλαβε το απολυτήριό του το 2010 και εγγράφηκε στο Πανεπιστήμιο της Τυνησίας για σπουδές στην πληροφορική, ο Μ. Ali Ben Alaya προέβη σε διαβήματα για να γίνει δεκτός για σπουδές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (πανεπιστημιακό πτυχίο) στη Γερμανία. Προς τούτο, υπέβαλε πολλές φορές επιτυχώς υποψηφιότητα για σπουδές μαθηματικών στο Technische Universität Dortmund. Ο M. Ali Ben Alaya υπέβαλε πλείονες αιτήσεις ενώπιον των αρμόδιων γερμανικών αρχών για τη χορήγηση θεωρήσεως για σπουδαστές, προκειμένου να παρακολουθήσει τις σπουδές αυτές ή τα γλωσσικά μαθήματα που διοργανώνει το πανεπιστήμιο για τους αλλοδαπούς που επιθυμούν να παρακολουθήσουν ανώτερες σπουδές. Όλες οι ως άνω αιτήσεις απορρίφθηκαν.

16

Η τελευταία αρνητική για τη χορήγηση θεωρήσεως στον M. Ali Ben Alaya απόφαση, της 23ης Σεπτεμβρίου 2011, στηριζόταν σε αμφιβολίες ως προς την πρόθεσή του να σπουδάσει, λαμβανομένης υπόψη της προγενέστερης ανεπαρκούς βαθμολογίας, της ελάχιστης γνώσης του της γερμανικής γλώσσας και της μη υπάρξεως σχέσης μεταξύ των προβλεπομένων σπουδών και του σχεδίου σταδιοδρομίας του.

17

Την 1η Νοεμβρίου 2011, ο M. Ali Ben Alaya άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ζητώντας να του χορηγηθεί θεώρηση για σπουδές δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 1, του AufenthG. Διατείνεται ότι οι γνώσεις του είναι επαρκείς ώστε του παρέχουν τη δυνατότητα να παρακολουθήσει σπουδές μαθηματικών και ότι, κατά τη διάρκεια των σπουδών του, θα τον συντηρεί ο πατέρας του, ο οποίος διαμένει στη Γερμανία.

18

Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν, σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις εισόδου των άρθρων 6 και 7 της οδηγίας 2004/114, η οδηγία αυτή θεμελιώνει δικαίωμα θεωρήσεως με σκοπό τις σπουδές δυνάμει του άρθρου της 12, χωρίς να καταλείπει εξουσία εκτιμήσεως στην εθνική αρχή. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι τα γερμανικά δικαστήρια αναγνωρίζουν περιθώριο εκτιμήσεως στην εθνική αρχή ως προς την άρνηση χορηγήσεως θεωρήσεως με σκοπό τις σπουδές, καθόσον οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της θεωρήσεως αυτής διέπονται από το άρθρο 16, παράγραφος 1, του AufenthG.

19

Κατά το δικαστήριο αυτό, η οδηγία 2004/114 αναγνωρίζει δικαίωμα εισόδου στους υπηκόους τρίτων χωρών στο έδαφος κράτους μέλους με σκοπό τις σπουδές εφόσον πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις, χωρίς οι δημόσιες αρχές να μπορούν να ασκήσουν διακριτική εξουσία όσον αφορά την απόφαση περί εισόδου.

20

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Verwaltungsgericht Berlin αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Παρέχει η οδηγία [2004/114] έρεισμα για αξίωση βάσει δέσμιας αρμοδιότητας για τη χορήγηση θεωρήσεως με σκοπό τις σπουδές και επακόλουθη άδεια διαμονής κατά το άρθρο 12 της οδηγίας αυτής, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις εισόδου, δηλαδή οι προϋποθέσεις των άρθρων 6 και 7 [της εν λόγω οδηγίας], και δεν υπάρχει κανένας λόγος αρνήσεως της εισόδου κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της [ίδιας] οδηγίας;»

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

21

Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το άρθρο 12 της οδηγίας 2004/114 έχει την έννοια ότι το οικείο κράτος μέλος υποχρεούται να επιτρέπει την είσοδο στο έδαφός του υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος επιθυμεί να διαμείνει πλέον των τριών μηνών στο έδαφος αυτό με σκοπό τις σπουδές, εφόσον ο εν λόγω υπήκοος πληροί τις προϋποθέσεις εισόδου των άρθρων 6 και 7 της οδηγίας αυτής.

22

Κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (βλ., ιδίως, απόφαση Koushkaki, C‑84/12, EU:C:2013:862, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

23

Πρώτον, όσον αφορά την όλη οικονομία της οδηγίας 2004/114, πρέπει, κατ’ αρχάς, να επισημανθεί ότι το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής προβλέπει ότι η βάσει της εν λόγω οδηγίας εισδοχή υπηκόου τρίτης χώρας στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στον έλεγχο του φακέλου από τον οποίο πρέπει να προκύπτει ότι ο αιτών πληροί, συγχρόνως, τις γενικές προϋποθέσεις του άρθρου 6 της οδηγίας 2004/114 και, όσον αφορά υπήκοο τρίτης χώρας που υποβάλλει αίτηση εισόδου με σκοπό τις σπουδές, τις ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 7 της ίδιας οδηγίας.

24

Ειδικότερα, τα κράτη μέλη μπορούν να ελέγχουν αν υφίστανται, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2004/114, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας αυτής, λόγοι απτόμενοι της υπάρξεως απειλής για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία, δυνάμενοι να δικαιολογήσουν την άρνηση εισόδου του υπηκόου αυτού.

25

Στη συνέχεια, όταν πληρούνται οι γενικές και ειδικές προϋποθέσεις των άρθρων 6 και 7 της εν λόγω οδηγίας, το κράτος μέλος εκδίδει άδεια διαμονής σπουδαστή κατά το άρθρο 12 της οδηγίας αυτής.

26

Τέλος, σημειωτέον ότι το άρθρο 3 της οδηγίας 2004/114 διακρίνει μεταξύ, αφενός, των διατάξεων που αφορούν τους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι υποβάλλουν αίτηση εισόδου στο έδαφος κράτους μέλους με σκοπό τις σπουδές και, αφετέρου, των διατάξεων σχετικά με τους υπηκόους τρίτων χωρών που υποβάλλουν αίτηση εισόδου με σκοπό την ανταλλαγή μαθητών, την άμισθη πρακτική άσκηση ή την εθελοντική υπηρεσία. Ενώ οι πρώτες από τις διατάξεις αυτές είναι δεσμευτικές για τα κράτη μέλη, η μεταφορά των δεύτερων διατάξεων στην εσωτερική έννομη τάξη επαφίεται στη διακριτική τους ευχέρεια. Η διάκριση αυτή υποδηλώνει ότι αναζητείται ορισμένος βαθμός συγκλίσεως των εθνικών νομοθεσιών των κρατών μελών στον τομέα των προϋποθέσεων εισόδου και διαμονής.

27

Επομένως, από τον συνδυασμό των εν λόγω διατάξεων της οδηγίας 2004/114 προκύπτει ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου της 12, άδεια διαμονής πρέπει να χορηγείται σε σπουδαστές τρίτων χωρών, εφόσον πληρούν τις γενικές και ειδικές προϋποθέσεις, οι οποίες απαριθμούνται εξαντλητικώς στα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας αυτής.

28

Δεύτερον, όσον αφορά τους σκοπούς της οδηγίας 2004/114, από το άρθρο 1, στοιχείο αʹ, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 24, προκύπτει ότι η οδηγία αυτή αποσκοπεί στον προσδιορισμό των προϋποθέσεων εισόδου των υπηκόων τρίτων χωρών στο έδαφος κρατών μελών με σκοπό τις σπουδές για περίοδο άνω των τριών μηνών.

29

Συναφώς, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι, σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις 6 και 7 της οδηγίας 2004/114, σκοπός της είναι η ενθάρρυνση της κινητικότητας στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές. Στόχος της κινητικότητας αυτής είναι η προβολή της Ευρώπης ως παγκόσμιου κέντρου αριστείας για τη γενική και την επαγγελματική εκπαίδευση (απόφαση Sommer, C‑15/11, EU:C:2012:371, σκέψη 39). Ειδικότερα, στην αιτιολογική σκέψη 6 της εν λόγω οδηγίας αναφέρεται ότι η προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών των κρατών μελών στον τομέα των προϋποθέσεων εισόδου και διαμονής εντάσσεται στην επιδίωξη επιτεύξεως του σκοπού αυτού.

30

Ωστόσο, η δυνατότητα κράτους μέλους να επιβάλλει, όσον αφορά την εισδοχή υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές, πρόσθετες προϋποθέσεις εκτός αυτών που προβλέπονται στα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας 2004/114 θα προσέκρουε στον σκοπό της εν λόγω οδηγίας ο οποίος συνίσταται στη διευκόλυνση της κινητικότητας των υπηκόων αυτών.

31

Συνεπώς, από την όλη οικονομία και τους σκοπούς της οδηγίας 2004/114 προκύπτει ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 12 της οδηγίας αυτής, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να χορηγούν άδεια διαμονής με σκοπό τις σπουδές στον αιτούντα ο οποίος πληροί τις απαιτήσεις των άρθρων 6 και 7 της εν λόγω οδηγίας, εφόσον οι διατάξεις αυτές προβλέπουν εξαντλητικώς τόσο τις γενικές και ειδικές προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληροί ο αιτών άδεια διαμονής με σκοπό τις σπουδές όσο και τους λόγους που μπορεί να δικαιολογούν την άρνηση εισόδου του αιτούντος αυτού.

32

Περαιτέρω, η ερμηνεία αυτή του άρθρου 12 της οδηγίας 2004/114 επιβεβαιώνεται από τη δυνατότητα, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, των κρατών μελών να θεσπίζουν ευνοϊκότερες διατάξεις για τα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζεται η οδηγία αυτή. Δυνατότητα των κρατών μελών να προσθέτουν προϋποθέσεις εισόδου πέραν των προβλεπομένων στην οδηγία 2004/114 θα περιόριζε τις δυνατότητες εισόδου για τα πρόσωπα αυτά, κατ’ αντίθεση προς τον σκοπό που επιδιώκει το εν λόγω άρθρο 4, παράγραφος 2.

33

Είναι αληθές ότι η οδηγία 2004/114 αναγνωρίζει στα κράτη μέλη περιθώριο εκτιμήσεως κατά την εξέταση των αιτήσεων εισόδου. Εντούτοις, σημειωτέον ότι, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 49 των προτάσεών του, το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν οι εθνικές αρχές αφορά αποκλειστικώς τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας αυτής καθώς και, στο πλαίσιο αυτό, την αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών προκειμένου να εξακριβωθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις των εν λόγω άρθρων, και, μεταξύ άλλων, αν λόγοι απτόμενοι της υπάρξεως απειλής για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία αντιτίθενται στην είσοδο του υπηκόου τρίτης χώρας.

34

Συνεπώς, στο πλαίσιο της εξετάσεως των προϋποθέσεων εισόδου βάσει της οδηγίας 2004/114, τίποτα δεν εμποδίζει, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας αυτής, τα κράτη μέλη να απαιτούν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που είναι αναγκαία προς εκτίμηση του συνεπούς χαρακτήρα της αιτήσεως εισόδου, προκειμένου να καταπολεμηθεί η καταχρηστική ή δόλια χρήση της διαδικασίας την οποία θεσπίζει η εν λόγω οδηγία.

35

Εν προκειμένω, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο φαίνεται ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο M. Ali Ben Alaya πληροί τις γενικές και ειδικές προϋποθέσεις των άρθρων 6 και 7 της οδηγίας 2004/114. Ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι οι γερμανικές αρχές επικαλέστηκαν έναντι αυτού κάποιον από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής. Συνεπώς, σε κατάσταση όπως αυτή της κύριας δίκης, πρέπει να του χορηγηθεί άδεια διαμονής από τις εθνικές αρχές, όπερ απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να επαληθεύσει.

36

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 12 της οδηγίας 2004/114 έχει την έννοια ότι το οικείο κράτος μέλος υποχρεούται να επιτρέψει την είσοδο στο έδαφός του υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος επιθυμεί να διαμείνει πλέον των τριών μηνών στο έδαφος αυτό με σκοπό τις σπουδές, εφόσον ο εν λόγω υπήκοος πληροί τις προϋποθέσεις εισόδου οι οποίες προβλέπονται εξαντλητικώς στα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας αυτής και το εν λόγω κράτος μέλος δεν επικαλείται έναντι αυτού έναν από τους ρητώς απαριθμούμενους στην εν λόγω οδηγία λόγους που δικαιολογούν την άρνηση χορηγήσεως άδειας διαμονής.

Επί των δικαστικών εξόδων

37

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Το άρθρο 12 της οδηγίας 2004/114/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με τις προϋποθέσεις εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές, την ανταλλαγή μαθητών, την άμισθη πρακτική άσκηση ή την εθελοντική υπηρεσία, έχει την έννοια ότι το οικείο κράτος μέλος υποχρεούται να επιτρέψει την είσοδο στο έδαφός του υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος επιθυμεί να διαμείνει πλέον των τριών μηνών στο έδαφος αυτό με σκοπό τις σπουδές, εφόσον ο εν λόγω υπήκοος πληροί τις προϋποθέσεις εισόδου οι οποίες προβλέπονται εξαντλητικώς στα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας αυτής και το εν λόγω κράτος μέλος δεν επικαλείται έναντι αυτού έναν από τους ρητώς απαριθμούμενους στην εν λόγω οδηγία λόγους που δικαιολογούν την άρνηση χορηγήσεως άδειας διαμονής.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.

Top